Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32017R0988

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/988 της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2017, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις ρυθμίσεις συνεργασίας σχετικά με τόπο διαπραγμάτευσης του οποίου η λειτουργία έχει ουσιώδη σημασία σε ένα κράτος μέλος υποδοχής (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

C/2017/3665

OJ L 149, 13.6.2017, p. 3–18 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2017/988/oj

13.6.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 149/3


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/988 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 6ης Ιουνίου 2017

για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις ρυθμίσεις συνεργασίας σχετικά με τόπο διαπραγμάτευσης του οποίου η λειτουργία έχει ουσιώδη σημασία σε ένα κράτος μέλος υποδοχής

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (1), και ιδίως το άρθρο 79 παράγραφος 9,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους δυνάμει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τη λειτουργία ενός τόπου διαπραγμάτευσης που έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για το κράτος μέλος υποδοχής, είναι σημαντικό να διευκολυνθεί η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω αρχών, με την παροχή τυποποιημένων εντύπων, υποδειγμάτων και διαδικασιών για την καθιέρωση ανάλογων ρυθμίσεων συνεργασίας.

(2)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες ως βάση για τις ρυθμίσεις συνεργασίας τους, αλλά θα πρέπει να είναι σε θέση να τα προσαρμόζουν, με τη μορφή διμερών ή πολυμερών συμφωνιών, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, προκειμένου να καθοριστεί κατάλληλη εποπτική συνεργασία.

(3)

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής θα πρέπει να ακολουθούν τυποποιημένες διαδικασίες για την υποβολή και τη διεκπεραίωση των αιτημάτων συνεργασίας, για τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών, για τις διαβουλεύσεις και για την παροχή συνδρομής, με την επιφύλαξη τυχόν περαιτέρω ειδών συνεργασίας για τα οποία θα μπορούσαν να συμφωνήσουν οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του συντονισμού της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

(4)

Οι περισσότερες ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να διεξάγονται σύμφωνα με διαδικασίες που διέπονται από τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/589 (2) της Επιτροπής. Θα πρέπει να καθοριστούν τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες που καθιστούν δυνατή την προσαρμογή των εν λόγω ρυθμίσεων, προκειμένου να επιτευχθεί υψηλός βαθμός συμμετοχής της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο υπάρχει μεγαλύτερος αντίκτυπος στις αγορές κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στην περιοχή δικαιοδοσίας του.

(5)

Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να βασίζονται σε βέλτιστες πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που μνημονεύονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τις ρυθμίσεις συνεργασίας και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών και μεταξύ των αρμοδίων αρχών και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) (3) και στο σχετικό πολυμερές μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τις ρυθμίσεις συνεργασίας και την ανταλλαγή πληροφοριών (4), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι καλύπτονται όλα τα θέματα που σχετίζονται με την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών και να αξιοποιηθεί η εμπειρογνωμοσύνη που έχει εδραιωθεί από τις αρμόδιες αρχές και την ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την εξασφάλιση απρόσκοπτης διασυνοριακής συνεργασίας.

(6)

Δεδομένου ότι ο βαθμός εποπτικής συνεργασίας εξαρτάται από τη φύση και την κλίμακα των μεταβολών και των εξελίξεων που αφορούν τη λειτουργία ή τη δομή των σχετικών τόπων διαπραγμάτευσης, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ένας ελάχιστος αριθμός συμβάντων για τα οποία η χρήση τυποποιημένων εντύπων, υποδειγμάτων και διαδικασιών μεταξύ των αρμοδίων αρχών της χώρας καταγωγής και της χώρας υποδοχής θα πρέπει να είναι αφετηρία για την κατάρτιση ανάλογων ρυθμίσεων συνεργασίας.

(7)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, όταν ζητούν συνδρομή με τη μορφή της λήψης μιας δήλωσης, της κίνησης διαδικασίας έρευνας ή της διενέργειας επιτόπιου ελέγχου, να παρέχουν σαφείς εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η συνδρομή αυτή είναι αναγκαία για την εκτέλεση καθήκοντος που ασκείται από μια αρμόδια αρχή.

(8)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή όλων των σχετικών αρμοδίων αρχών, επιπλέον αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν να συμμετάσχουν σε μια υφιστάμενη συμφωνία συνεργασίας, σε περίπτωση που ο τόπος διαπραγμάτευσης για τον οποίο έχει συναφθεί συμφωνία συνεργασίας, λόγω μεταγενέστερων εμπορικών εξελίξεων, αποκτά ουσιώδη σημασία σε επιπλέον κράτη μέλη υποδοχής.

(9)

Όταν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, απαιτούνται επείγουσες ενέργειες προκειμένου να εκπληρωθούν υποχρεώσεις δυνάμει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), ή προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα των αγορών στο οικείο κράτος μέλος, οι τυποποιημένες συμφωνίες για τις ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να επιτρέπουν σε μια αρμόδια αρχή μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της βάσει των συμφωνιών αυτών.

(10)

Για λόγους συνέπειας και προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, είναι αναγκαίο οι διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και οι σχετικές εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/65/ΕΕ να εφαρμόζονται από την ίδια ημερομηνία.

(11)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η ΕΑΚΑΑ στην Επιτροπή.

(12)

Η ΕΑΚΑΑ ζήτησε τη γνώμη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) όσον αφορά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Μορφότυπος και χρήση τυποποιημένων εντύπων, υποδειγμάτων και διαδικασιών για τις ρυθμίσεις συνεργασίας

1.   Οι αρμόδιες αρχές καταγωγής και υποδοχής του τόπου διαπραγμάτευσης του οποίου η λειτουργία έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία κατά την έννοια του άρθρου 79 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ καθιερώνουν ανάλογες ρυθμίσεις συνεργασίας με μια συμφωνία συνεργασίας, όπως ορίζεται στο παράρτημα I.

2.   Οι αρμόδιες αρχές καταγωγής και υποδοχής μπορούν να προσαρμόζουν ή να συμπληρώνουν την τυποποιημένη συμφωνία συνεργασίας που καθορίζεται στο παράρτημα I, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι διατάξεις της είναι ανάλογες προς τις ιδιαίτερες περιστάσεις που γεννούν την ανάγκη για συνεργασία.

3.   Οι αρμόδιες αρχές καταγωγής και υποδοχής διαβιβάζουν τα αιτήματα συνεργασίας, με τον μορφότυπο που προβλέπεται στο παράρτημα II και ανταποκρίνονται στα εν λόγω αιτήματα με τον μορφότυπο που προβλέπεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 3 Ιανουαρίου 2018.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 6 Ιουνίου 2017.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349.

(2)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/589 της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 2016, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία προσδιορίζουν τις οργανωτικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων επενδύσεων που διενεργούν αλγοριθμικές συναλλαγές (ΕΕ L 87 της 31.3.2017, σ. 417).

(3)  ESMA/2014/298. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.esma.europa.eu/databases-library/esma-library

(4)  ESMA/2014/608. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.esma.europa.eu/databases-library/esma-library

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τυποποιημένη συμφωνία για τις ρυθμίσεις συνεργασίας σε περιπτώσεις που η λειτουργία τόπου διαπραγμάτευσης αποκτά ουσιώδη σημασία στο κράτος μέλος υποδοχής

Για τον σκοπό της καθιέρωσης ανάλογων ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ [της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής] (αρχή του κράτους μέλους υποδοχής) και [της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής] (αρχή του κράτους μέλους καταγωγής) σε σχέση με τη λειτουργία [του τόπου διαπραγμάτευσης] (τόπος διαπραγμάτευσης) η οποία είναι ουσιώδους σημασίας για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών [στο κράτος μέλος υποδοχής] (κράτος μέλος υποδοχής), οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλος υποδοχής (αρχές) κατέληξαν στην ακόλουθη συμφωνία:

Άρθρο 1

Σκοπός και γενικές διατάξεις

Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι η δημιουργία ενός πλαισίου συνεργασίας μεταξύ [της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής] και [της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής] όσον αφορά την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών τους σε σχέση με τη λειτουργία [του τόπου διαπραγμάτευσης] που έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία [στο κράτος μέλος υποδοχής]. Η παρούσα συμφωνία μπορεί να συμπληρώνει άλλες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ των αρχών.

Άρθρο 2

Πεδίο συνεργασίας

1.   Οι αρχές συμφωνούν στις ακόλουθες μορφές συνεργασίας:

 

[να αναφερθούν οι μορφές συνεργασίες που συμφωνήθηκαν από τις αρχές].

2.   Οι αρχές συμφωνούν να συνεργάζονται στο πλαίσιο αποφάσεων που αφορούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα συμβάντα, εφόσον αυτά είναι σχετικά με τον τόπο διαπραγμάτευσης: [επιλέξτε τις ακόλουθες επιλογές ως σχετικές με τον πεδίο της συνεργασίας]

συμμαχίες, συγχωνεύσεις, σημαντικές εξαγορές, άνοιγμα ή κλείσιμο του τόπου διαπραγμάτευσης ή σημαντικού τμήματος αυτού

 

αλλαγή, χορήγηση, άρνηση ή παύση της παροχής πρόσβασης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και στον τόπο διαπραγμάτευσης

 

μεταβολές ιδιοκτησίας που ισοδυναμούν με αλλαγή του ελέγχου, της εταιρικής δομής, της εταιρικής διακυβέρνησης, και άλλα μέτρα ολοκλήρωσης ή αναδιάρθρωσης που αφορούν τον τόπο διαπραγμάτευσης

 

απομακρύνσεις ή διορισμοί στο διοικητικό ή στο εποπτικό συμβούλιο του τόπου διαπραγμάτευσης

 

σημαντικοί νέοι κανόνες διαπραγμάτευσης ή τροποποίηση των υφιστάμενων κανόνων διαπραγμάτευσης που αφορούν, ειδικότερα, την πρόσβαση επενδυτών από το κράτος μέλος υποδοχής στην αγορά ή την εισαγωγή τίτλων από εισηγμένες εταιρείες του κράτους μέλους υποδοχής

 

σημαντικές αλλαγές σε συστήματα και ελέγχους του τόπου διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων ΤΠ, λογιστικών ελέγχων και μηχανισμών για τη διαχείριση κινδύνων

 

σημαντικές αλλαγές, μεταξύ άλλων μέσω εξωτερικής ανάθεσης, στους χρηματοοικονομικούς, ανθρώπινους ή τεχνολογικούς πόρους του τόπου διαπραγμάτευσης

 

άσκηση εποπτικών εξουσιών, όπως περιγράφονται στο άρθρο 69 παράγραφος 2 στοιχεία ε), στ), η), ια), ιβ), ιγ) έως ιζ), ιθ) και κ) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  (1), με σημαντικό και ουσιαστικό αντίκτυπο στον τόπο διαπραγμάτευσης ή στους συμμετέχοντες σε αυτόν

 

επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 70 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι οποίες έχουν σημαντικό και ουσιαστικό αντίκτυπο στον τόπο διαπραγμάτευσης ή στους συμμετέχοντες σε αυτόν

 

οποιοδήποτε άλλο συμβάν [περιγράψτε το συμβάν]

 

Άρθρο 3

Διαδικασίες αποστολής και επεξεργασίας αιτημάτων συνεργασίας

1.   Το αίτημα συνεργασίας και η απάντηση στο αίτημα συνεργασίας διατυπώνονται γραπτώς σε σταθερό μέσο. Και τα δύο απευθύνονται στους υπευθύνους επικοινωνίας που έχουν οριστεί δυνάμει της παραγράφου 3.

2.   Η επικοινωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής που υποβάλλει το αίτημα συνεργασίας (αιτούσα αρχή) και της αρμόδιας αρχής στην οποία υποβάλλεται το αίτημα συνεργασίας (αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα) πραγματοποιείται με το ταχύτερο μέσο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ζητημάτων εμπιστευτικότητας, του χρόνου ανταπόκρισης, του όγκου του υλικού που πρέπει να γνωστοποιηθεί και της ευκολίας πρόσβασης της αιτούσας αρχής στις πληροφορίες.

3.   Για τον σκοπό της παρούσας συμφωνίας, κάθε αρχή ορίζει έναν ή περισσότερους υπευθύνους επικοινωνίας.

4.   Η αιτούσα αρχή διαβιβάζει το οικείο αίτημα συνεργασίας υπό τη μορφή που προβλέπεται στο παράρτημα II του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/988 της Επιτροπής (2), και περιλαμβάνει τις πληροφορίες που περιέχονται στο εν λόγω παράρτημα, επισημαίνοντας ειδικότερα τη σημασία της επιδιωκόμενης συνεργασίας για τη λειτουργία της αγοράς ή την προστασία των επενδυτών στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που μπορεί να ληφθούν. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα παρέχει αμέσως τυχόν διευκρινίσεις που ζητούνται δυνάμει της παραγράφου 5 στοιχείο β).

5.   Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα, μόλις παραλάβει αίτημα συνεργασίας, προβαίνει σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

βεβαιώνει ότι παρέλαβε το αίτημα συνεργασίας, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός επτά ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του, αναφέροντας τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επικοινωνίας και, εάν είναι δυνατόν στο συγκεκριμένο στάδιο, την εκτιμώμενη ημερομηνία απάντησης·

β)

ζητεί, το συντομότερο δυνατόν, περαιτέρω διευκρινίσεις σε οποιαδήποτε μορφή, εφόσον έχει αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενο της αιτούμενης συνεργασίας·

γ)

απαντά αμέσως στο αίτημα συνεργασίας με χρήση του εντύπου του παραρτήματος III, παρέχοντας τις πληροφορίες που προβλέπει το εν λόγω έντυπο.

6.   Ευθύς μόλις διαπιστωθεί καθυστέρηση μεγαλύτερη των επτά ημερολογιακών ημερών από την εκτιμώμενη ημερομηνία απάντησης, που γνωστοποιείται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 5 στοιχείο α), η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή. Σε περίπτωση που η αιτούσα αρχή έχει χαρακτηρίσει το αίτημα επείγον, οι αρχές αποφασίζουν από κοινού τη συχνότητα της ενημέρωσης σχετικά με το εν λόγω αίτημα.

7.   Οι αρχές διαβουλεύονται μεταξύ τους, το ταχύτερο δυνατόν, για την επίλυση τυχόν δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν κατά τη διεκπεραίωση του αιτήματος, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων που αφορούν το κόστος.

8.   Με γνώμονα τη διαρκή βελτίωση της συνεργασίας, οι αρχές αλληλοενημερώνονται, κατά περίπτωση, σχετικά με τη χρησιμότητα της συνεργασίας, την έκβαση της υπόθεσης επί της οποίας ζητήθηκε η συνεργασία, καθώς και τυχόν προβλήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας.

Άρθρο 4

Απάντηση σε αίτημα συνεργασίας

1.   Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παράσχει την αιτούμενη συνεργασία χωρίς καθυστέρηση. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα μεριμνά για την ταχεία πραγματοποίηση κάθε αναγκαίας ενέργειας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την πολυπλοκότητα του αιτήματος και την αναγκαιότητα, κατά περίπτωση, της συμμετοχής τρίτων ή άλλης αρχής.

2.   Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δύναται να αρνηθεί να ενεργήσει κατόπιν παραλαβής του αιτήματος συνεργασίας, εφόσον κρίνει ότι η εν λόγω ενέργεια συνεπάγεται τη λήψη μέτρου που αντίκειται στη νομοθεσία. Σε περίπτωση που η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα αρνηθεί να ενεργήσει, ενημερώνει την αιτούσα αρχή, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα του παραρτήματος III του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/988 και παραθέτοντας, μεταξύ άλλων, πλήρη περιγραφή των περιστάσεων που αιτιολογούν την απόφασή της.

Άρθρο 5

Διαδικασίες για ρυθμίσεις διαρκούς συνεργασίας

1.   Οι αρχές καθιερώνουν διαδικασίες για τη διενέργεια τακτικών ή ειδικών συνεδριάσεων στις οποίες παρίστανται οι υπεύθυνοι επικοινωνίας που έχουν οριστεί, για τον σκοπό της αποτελεσματικής διαχείρισης των ρυθμίσεων συνεργασίας.

2.   Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα ενημερώνει την αιτούσα αρχή, το συντομότερο δυνατόν, σχετικά με την ύπαρξη τυχόν εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες ενδέχεται να αποτρέψουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία, καθώς και σχετικά με τυχόν μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.

Άρθρο 6

Διαδικασίες διαβούλευσης

1.   Οι αρχές διαβουλεύονται μεταξύ τους πριν από τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο συμβάντων που έχουν επιλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2.

2.   Σε περίπτωση που η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα ενημερώσει την αιτούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, σχετικά με τα συμβάντα που έχουν επιλεγεί σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2, οι αρχές διαβουλεύονται μεταξύ τους τουλάχιστον σχετικά με την εποπτική προσέγγιση που θα υιοθετηθεί και την προσδοκώμενη έκβαση όσον αφορά την αντιμετώπιση του σχετικού συμβάντος.

Άρθρο 7

Διαδικασίες παροχής συνδρομής: αιτήματα για λήψη κατάθεσης

1.   Σε περίπτωση που η αιτούσα αρχή προτίθεται να ζητήσει να ληφθεί κατάθεση από κάποιο πρόσωπο, έρχεται σε επαφή με την αρχή στην οποία προτίθεται να αποστείλει το αίτημα ως προς τα ακόλουθα:

α)

τυχόν νομικούς περιορισμούς ή προσκόμματα και τυχόν διαφορές σχετικά με τις διαδικαστικές απαιτήσεις·

β)

τα δικαιώματα των προσώπων από τα οποία θα ληφθούν οι καταθέσεις, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τυχόν ζητημάτων αυτοενοχοποίησης·

γ)

την ανάγκη να συμμετέχει προσωπικό της αιτούσας αρχής με την ιδιότητα του παρατηρητή ή του ενεργού συμμετέχοντα·

δ)

τον ρόλο του προσωπικού της αρχής στην οποία υποβάλλεται το αίτημα και της αιτούσας αρχής κατά τη λήψη της κατάθεσης·

ε)

αν το πρόσωπο από το οποίο πρόκειται να ληφθεί η κατάθεση έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό εκπρόσωπο και, εάν ναι, το πεδίο εφαρμογής της παρέμβασης του εκπροσώπου κατά τη λήψη της κατάθεσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τυχόν πρακτικά ή έκθεση της κατάθεσης·

στ)

αν η κατάθεση θα ληφθεί σε εθελούσια η αναγκαστική βάση·

ζ)

αν το πρόσωπο από το οποίο πρόκειται να ληφθεί η κατάθεση είναι μάρτυρας ή ύποπτος·

η)

αν η κατάθεση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε ποινικές διαδικασίες και αν θα χρησιμοποιηθεί όντως σε ποινικές διαδικασίες, εφόσον αυτό είναι γνωστό·

θ)

το παραδεκτό της κατάθεσης στη δικαιοδοσία της αιτούσας αρχής·

ι)

την καταγραφή της κατάθεσης και τις ισχύουσες διαδικασίες·

ια)

τις διαδικασίες πιστοποίησης ή επιβεβαίωσης της κατάθεσης από το πρόσωπο που την παρέχει, συμπεριλαμβανομένου του αν η εν λόγω πιστοποίηση ή επιβεβαίωση πρόκειται να πραγματοποιηθεί μετά τη λήψη της κατάθεσης·

ιβ)

τη διαδικασία διαβίβασης της κατάθεσης από την αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα στην αιτούσα αρχή, συμπεριλαμβανομένης της ζητούμενης μορφής και του χρονικού διαστήματος.

2.   Οι αρχές μεριμνούν για την εφαρμογή κατάλληλων ρυθμίσεων ώστε το επιχειρησιακό προσωπικό τους να ενεργεί με αποτελεσματικότητα και, ειδικότερα, να διευθετεί από κοινού τα ακόλουθα:

α)

τον προγραμματισμό των ημερομηνιών·

β)

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που μπορεί να απαιτούνται·

γ)

τον κατάλογο των ερωτήσεων που θα τεθούν στο πρόσωπο από το οποίο θα ληφθεί η κατάθεση και την αναθεώρησή του·

δ)

τις λεπτομέρειες ταξιδιού, όπως, μεταξύ άλλων, το να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι αρχές να είναι σε θέση να συνεδριάσουν για να συζητήσουν το ζήτημα πριν από τη λήψη της κατάθεσης·

ε)

το γλωσσικό καθεστώς.

Άρθρο 8

Διαδικασίες παροχής συνδρομής: αιτήματα προς μια αρχή για έναρξη διαδικασίας έρευνας ή διενέργεια επιτόπιου ελέγχου

1.   Σε περίπτωση που η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα αποφασίζει την έναρξη διαδικασίας έρευνας ή τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, τα μέτρα εποπτείας και έρευνας που λαμβάνει η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα παραμένουν στην αρμοδιότητα και εντός του συνολικού ελέγχου της αρχής στην οποία υποβάλλεται το αίτημα. Η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα δύνανται να διαβουλεύονται μεταξύ τους σχετικά με τον βέλτιστο τρόπο δρομολόγησης του αιτήματος για έναρξη διαδικασίας έρευνας ή διενέργεια επιτόπιου ελέγχου. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα τηρεί ενήμερη την αιτούσα αρχή σχετικά με την πορεία της έρευνας ή του επιτόπιου ελέγχου και γνωστοποιεί τα πορίσματά της το συντομότερο δυνατόν.

2.   Κατά την υποβολή αιτήματος για έναρξη διαδικασίας έρευνας ή για διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα διαβουλεύονται μεταξύ τους σχετικά με τα πλεονεκτήματα της διεξαγωγής κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου.

3.   Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την έναρξη κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου, η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα εξετάζουν τουλάχιστον όλα τα ακόλουθα:

α)

τυχόν άλλα αιτήματα συνεργασίας που έχει υποβάλει η αιτούσα αρχή, από τα οποία μπορεί να προκύπτει η σκοπιμότητα διεξαγωγής κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου·

β)

αν διεξάγουν χωριστά έρευνες σε κάποιο ζήτημα με διασυνοριακές επιπτώσεις, για το οποίο θα ενδεικνυόταν η διεξαγωγή κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου·

γ)

ζητήματα που συνδέονται με την αρχή του δεδικασμένου (ne bis in idem)·

δ)

το νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο σε καθεμία από τις δικαιοδοσίες προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή κατανόηση των δυνητικών ορίων και των νομικών περιορισμών όσον αφορά τη διεξαγωγή κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου και τυχόν διαδικασιών που ενδέχεται να ακολουθήσουν, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ζητημάτων που άπτονται της αρχής του δεδικασμένου·

ε)

τα αναγκαία μέτρα που αφορούν τη διαχείριση και την κατεύθυνση της έρευνας ή του επιτόπιου ελέγχου·

στ)

βήματα για κοινή διερευνητική αποστολή·

ζ)

τη διάθεση πόρων και τον διορισμό ερευνητών·

η)

τα μέτρα που πρέπει να λάβουν, είτε από κοινού είτε μεμονωμένα·

θ)

τη δυνατότητα να καταρτιστεί κοινό σχέδιο δράσης και χρονοδιάγραμμα των εργασιών από κάθε αρχή·

ι)

την αμοιβαία ανταλλαγή των πληροφοριών που συλλέγονται και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα αποτελέσματα των επιμέρους ενεργειών·

ια)

ζητήματα που αφορούν την εκάστοτε περίπτωση.

4.   Σε περίπτωση που η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα κινούν διαδικασία κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου, προβαίνουν σε όλα τα ακόλουθα βήματα:

α)

συμφωνούν επί των διαδικασιών για τη διεξαγωγή και την ολοκλήρωσή της/του·

β)

δρομολογούν συνεχή διάλογο για τον συντονισμό της διαδικασίας συλλογής πληροφοριών και τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών·

γ)

εργάζονται εκ του σύνεγγυς και συνεργάζονται μεταξύ τους κατά τη διεξαγωγή της κοινής έρευνας ή του κοινού επιτόπιου ελέγχου·

δ)

παρέχουν αμοιβαία συνδρομή στο πλαίσιο των επακόλουθων διαδικασιών επιβολής, στον βαθμό που είναι νομικά επιτρεπτό, μεταξύ άλλων συντονίζοντας τυχόν διαδικασίες ή άλλα μέτρα επιβολής που σχετίζονται με το αποτέλεσμα της κοινής έρευνας ή του κοινού επιτόπιου ελέγχου (διοικητικού, αστικού ή ποινικού χαρακτήρα) ή, κατά περίπτωση, τις προοπτικές διακανονισμού.

5.   Κατά την έναρξη κοινής έρευνας ή κοινού επιτόπιου ελέγχου, η αιτούσα αρχή και η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα εξετάζουν τουλάχιστον όλα τα ακόλουθα:

α)

τους ειδικούς νόμους που θα αποτελέσουν το αντικείμενο της έρευνας ή του επιτόπιου ελέγχου·

β)

την κατάρτιση κοινού σχεδίου δράσης, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ορόσημα και κατανομή αρμοδιοτήτων για την παράδοση του προϊόντος των εργασιών και λαμβάνει υπόψη τις αντίστοιχες προτεραιότητες κάθε αρχής·

γ)

τον προσδιορισμό και την αξιολόγηση τυχόν νομικών περιορισμών ή προσκομμάτων και τυχόν διαφορών στις διαδικασίες όσον αφορά τα ανακριτικές πράξεις ή τα μέτρα επιβολής ή τυχόν άλλη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων κάθε προσώπου που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας·

δ)

τον προσδιορισμό και την αξιολόγηση των ειδικών νομικών επαγγελματικών προνομίων που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις διαδικασίες έρευνας, καθώς και στις διαδικασίες επιβολής·

ε)

τη στρατηγική όσον αφορά το κοινό και τα μέσα ενημέρωσης·

στ)

τη χρήση των πληροφοριών που παρέχονται ή ανταλλάσσονται.

Άρθρο 9

Περιορισμοί εμπιστευτικότητας και επιτρεπτές χρήσεις των πληροφοριών

1.   Οι αρχές αναγνωρίζουν ότι κάθε πληροφορία που ανταλλάσσουν οι αρχές υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 76 και 78 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

2.   Οι αρχές, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος, τηρούν το απόρρητο κάθε μη δημόσιας πληροφορίας που αφορά τις ρυθμίσεις συνεργασίας και κάθε ανταλλαγής πληροφοριών στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων:

α)

του ίδιου του αιτήματος συνεργασίας και του περιεχομένου του·

β)

κάθε ζητήματος που προκύπτει από το εν λόγω αίτημα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διμερών διαβουλεύσεων μεταξύ των αρχών και, κατά περίπτωση, όλων των πληροφοριών που αφορούν την άρνηση καθιέρωσης ρυθμίσεων συνεργασίας·

γ)

των πληροφοριών που παρέχονται αυτόκλητα από κάποια αρχή και του γεγονότος της παροχής των εν λόγω πληροφοριών.

3.   Οι αρχές μεριμνούν ώστε οι υπάλληλοί τους να συμμορφώνονται με τις ισχύουσες υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας.

4.   Σε περίπτωση που, στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης ενός αιτήματος συνεργασίας, η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα κρίνει αναγκαίο ή επιθυμητό να γνωστοποιήσει το γεγονός της υποβολής αιτήματος από την αιτούσα αρχή, η αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα προβαίνει στη γνωστοποίηση μόνον αφού συζητήσει με την αιτούσα αρχή τον χαρακτήρα και την έκταση της απαιτούμενης γνωστοποίησης και λάβει τη σχετική συγκατάθεσή της. Εάν η αιτούσα αρχή δεν συγκατατεθεί στη γνωστοποίηση, έχει την επιλογή να αποσύρει το αίτημά της.

Άρθρο 10

Τροποποίηση, συμπληρωματικές διατάξεις και αναθεώρηση της παρούσας συμφωνίας

1.   Η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί με κοινή γραπτή συγκατάθεση των αρχών.

2.   Οι αρχές παρακολουθούν και επανεξετάζουν τακτικά την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και διαβουλεύονται μεταξύ τους προκειμένου να βελτιώνουν τη λειτουργία της και να επιλύουν πιθανές δυσκολίες.

Άρθρο 11

Πρόσθετα συμβαλλόμενα μέρη

Αρχές που καθίστανται αρχές υποδοχής μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας δύνανται να αιτούνται να γίνουν συμβαλλόμενα μέρη της.

Άρθρο 12

Επίλυση διαφορών

Οι αρχές προσπαθούν να επιλύουν τυχόν μεταξύ τους διαφορές σχετικά με τη συνεργασία που ζητείται ή παρέχεται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας ή σχετικά με την εφαρμογή των διαδικασιών που ορίζονται σε αυτήν. Εάν οι διαφορές σχετικά με τη συνεργασία που ζητείται ή παρέχεται δεν μπορούν να επιλυθούν από την αρχή στην οποία υποβάλλεται το αίτημα και την αιτούσα αρχή, οι εν λόγω αρχές τις επιλύουν στο πλαίσιο του μη δεσμευτικού μηχανισμού μεσολάβησης που προβλέπεται στο άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) σχετικά με τη σύσταση της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 13

Λύση της συμφωνίας

1.   Η παρούσα συμφωνία συνάπτεται για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Λύεται εφόσον ο τόπος διαπραγμάτευσης τον οποίο αφορά παύει να είναι ουσιώδους σημασίας στο κράτος μέλος υποδοχής.

2.   Η αρχή που επιθυμεί να αποχωρήσει από την παρούσα συμφωνία ειδοποιεί γραπτώς, τουλάχιστον τριάντα ημερολογιακές ημέρες νωρίτερα, την άλλη αρχή.

3.   Τυχόν αιτήματα για παροχή πληροφόρησης που διαβιβάστηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της αποχώρησής της διεκπεραιώνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, εκτός εάν η αποχωρούσα αρχή ζητήσει άλλως.

4.   Μετά την αποχώρηση μιας αρχής από την παρούσα συμφωνία, η εν λόγω αρχή εξακολουθεί να εφαρμόζει τα μέτρα προστασίας της εμπιστευτικότητας που ορίζονται στην παρούσα συμφωνία.

Άρθρο 14

Δημοσίευση

Οι αρχές δημοσιεύουν την παρούσα συμφωνία συνεργασίας στους αντίστοιχους δικτυακούς τόπους τους. Δημοσιεύονται επίσης τυχόν τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις που επέρχονται στο πλαίσιο του άρθρου 10.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα συμφωνία τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της από τις αρχές.

Άρθρο 16

Υπογραφές

[αρχή κράτους μέλους καταγωγής]

[αρχή κράτους μέλους υποδοχής]


(1)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/988 της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2017, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις ρυθμίσεις συνεργασίας σχετικά με τόπο διαπραγμάτευσης του οποίου η λειτουργία έχει ουσιώδη σημασία σε ένα κράτος μέλος υποδοχής (ΕΕ L 149 της 13.6.2017, σ. 3).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Τυποποιημένο έντυπο για αίτημα συνεργασίας

Image Κείμενο της εικόνας Image Κείμενο της εικόνας Image Κείμενο της εικόνας Image Κείμενο της εικόνας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Τυποποιημένο έντυπο απάντησης σε αίτημα συνεργασίας

Image Κείμενο της εικόνας Image Κείμενο της εικόνας

Top