EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R1450

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/1450 της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2016, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια σχετικά με τη μεθοδολογία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

C/2016/2976

OJ L 237, 3.9.2016, p. 1–9 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2016/1450/oj

3.9.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 237/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1450 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 23ης Μαΐου 2016

για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια σχετικά με τη μεθοδολογία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (1), και ιδίως το άρθρο 45 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η αποτελεσματική εξυγίανση μπορεί να είναι εφικτή και αξιόπιστη μόνον εάν ένα ίδρυμα διαθέτει επαρκείς εσωτερικούς χρηματοδοτικούς πόρους για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, χωρίς να επηρεάζονται ορισμένες υποχρεώσεις, και ιδίως οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται από τη διάσωση με ίδια μέσα. Η οδηγία 2014/59/ΕΕ ορίζει ότι τα ιδρύματα θα πρέπει να πληρούν ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων («MREL»), προκειμένου να αποφεύγεται να βασίζονται τα ιδρύματα υπερβολικά σε μορφές χρηματοδότησης που εξαιρούνται από τη διάσωση με ίδια μέσα, καθώς η μη τήρηση της MREL θα επηρέαζε αρνητικά την ικανότητα των ιδρυμάτων για απορρόφηση των ζημιών και ανακεφαλαιοποίηση και, εντέλει, τη συνολική αποτελεσματικότητα της εξυγίανσης.

(2)

Κατά τον καθορισμό της MREL, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη, σε περίπτωση εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, να διασφαλιστεί ότι το ίδρυμα έχει την ικανότητα να απορροφήσει επαρκές ποσό ζημιών και να ανακεφαλαιοποιηθεί με επαρκές ποσό, ώστε να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 στο αναγκαίο επίπεδο για την τήρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και, ταυτόχρονα, τη διατήρηση επαρκούς εμπιστοσύνης της αγοράς. Λόγω της στενής αυτής σχέσης με τις εποπτικές αποφάσεις, οι εν λόγω εκτιμήσεις πραγματοποιούνται από την αρχή εξυγίανσης σε στενή διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το πλαίσιο που καθορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, και, κατά συνέπεια, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της αρχής εξυγίανσης να διαβουλεύεται την αρμόδια αρχή βάσει του άρθρου 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, να λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις της αρμόδιας αρχής όσον αφορά το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος για τους σκοπούς του καθορισμού των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας.

(3)

Ειδικότερα, η εκτίμηση της απαιτούμενης ικανότητας απορρόφησης των ζημιών θα πρέπει να συνδέεται στενά με τις τρέχουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις του ιδρύματος, και η εκτίμηση της απαιτούμενης ικανότητας ανασύστασης του κεφαλαίου θα πρέπει να συνδέεται στενά με τις πιθανές κεφαλαιακές απαιτήσεις, μετά την εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης, εκτός εάν υπάρχουν σαφείς λόγοι για τους οποίους οι ζημίες κατά την εξυγίανση θα πρέπει να αξιολογηθούν διαφορετικά απ' ό,τι σε συνθήκες λειτουργούσας επιχείρησης. Παρόμοια εκτίμηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι η MREL επαρκεί ώστε να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης ενός ιδρύματος, όταν πρέπει να εφαρμοστούν εργαλεία διαφορετικά από τη διάσωση με ίδια μέσα.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι αρχές εξυγίανσης οφείλουν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα εξαίρεσης από τη διάσωση με ίδια μέσα ορισμένων κατηγοριών υποχρεώσεων, που προσδιορίζονται στα σχέδια εξυγίανσης και στην εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης. Οι υποχρεώσεις αυτού του είδους δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την τήρηση της MREL. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να μεριμνούν ώστε, όταν εξαιρούνται από τη διάσωση με ίδια μέσα σημαντικά ποσά οποιασδήποτε κατηγορίας υποχρεώσεων κατά τη νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, είτε σε υποχρεωτική είτε σε προαιρετική βάση, η εν λόγω εξαίρεση να μην οδηγεί, για τις υποχρεώσεις της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, σε μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα προέκυπταν σε περίπτωση αφερεγγυότητας, διότι αυτό θα αποτελούσε εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης.

(5)

Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν να εξασφαλίζεται η τήρηση μέρους της MREL, που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, με συμβατικά μέσα διάσωσης με ίδια μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή με τον καθορισμό υψηλότερης ελάχιστης απαίτησης ή με εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων στην εξυγίανση. Εάν ο κίνδυνος παραβίασης της διασφάλισης περί «μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών» είναι αρκετά χαμηλός, δεν είναι αναγκαία η προσαρμογή της MREL.

(6)

Ορισμένα ιδρύματα που υπόκεινται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, και ιδίως οι υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, έχουν εξαιρετικά εξειδικευμένα επιχειρηματικά μοντέλα και υπόκεινται σε πρόσθετες κανονιστικές ρυθμίσεις, πράγμα που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της MREL.

(7)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνέπεια με την προληπτική εποπτεία, για την εκτίμηση, από την αρχή εξυγίανσης, του μεγέθους, του επιχειρηματικού μοντέλου, του μοντέλου χρηματοδότησης και του προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης, που διενεργείται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 97 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), εκτός εάν υπάρχουν σαφείς λόγοι για τους οποίους οι ζημίες κατά την εξυγίανση θα πρέπει να αξιολογηθούν διαφορετικά απ' ό,τι σε συνθήκες λειτουργούσας επιχείρησης. Κατά τη διενέργεια της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης, και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινές διαδικασίες και μεθοδολογίες για τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης (EBA/GL/2014/13), που εκδόθηκαν από την ΕΑΤ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(8)

Τα σχέδια εξυγίανσης μπορεί να προβλέπουν ρυθμίσεις για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση εντός δομών ομίλου, μεταξύ άλλων με κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις που εκδίδονται από ιδρύματα προς όφελος άλλων ιδρυμάτων ή οντοτήτων του ιδίου ομίλου. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να καθορίζουν τη MREL σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις, εφόσον αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης του ιδρύματος ή του ομίλου.

(9)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η δυνατότητα εξυγίανσης δεν εξαρτάται από την παροχή δημόσιας χρηματοδοτικής στήριξης και ότι το ενωσιακό σύστημα χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης εκπληρώνει τον σκοπό του, ήτοι να συμβάλλει στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, οι αρχές εξυγίανσης, κατά τον καθορισμό της MREL, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 101 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ για τη χρήση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης κατά τρόπους που οδηγούν έμμεσα στη μεταφορά μέρους των ζημιών ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας στη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης.

(10)

Σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 στοιχείο στ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις της πτώχευσης ιδρύματος στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή ώστε να εξασφαλίζουν ότι η αποτελεσματική εξυγίανση ενός συστημικά σημαντικού ιδρύματος δεν παρεμποδίζεται από την εξάντληση της πραγματικής ικανότητάς του απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Τούτο δεν θα πρέπει, ωστόσο, να οδηγεί σε μείωση ή αντικατάσταση της ανάγκης να διασφαλίζεται επαρκής ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, μέσω απομείωσης ή μετατροπής των επιλέξιμων υποχρεώσεων, ούτε να συνεπάγεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης για τους σκοπούς αυτούς, παρά μόνον σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη χρήση της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης, οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 44 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, και, εν πάση περιπτώσει, αποκλειστικά και μόνον στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίο.

(11)

Σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 στοιχείο ε) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εκτιμούν το ενδεχόμενο ύψος των συνεισφορών στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, εκτιμώντας το ποσό το οποίο θα μπορούσε να συνεισφέρει το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, με εφικτό και αξιόπιστο τρόπο, αντί καλυπτόμενων καταθέσεων, εάν αυτές είχαν περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της διάσωσης με ίδια μέσα. Κατά την εν λόγω εκτίμηση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι ίδιες και το ίδρυμα έχουν λάβει όλα τα εύλογα και αναγκαία μέτρα που συνάδουν με το μοντέλο χρηματοδότησής του, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η απαίτηση συνεισφοράς από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Εάν από την εκτίμηση αυτή συναχθεί το συμπέρασμα ότι είναι πιθανή η εν λόγω συνεισφορά, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να επιλέξουν να καθορίσουν χαμηλότερη MREL. Αυτή η υποτιθέμενη συνεισφορά θα πρέπει να τηρεί τα σχετικά όρια που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και, ως εκ τούτου, είναι πιθανό να αφορούν, κατά κύριο λόγο, τα ιδρύματα που χρηματοδοτούνται κυρίως από καλυπτόμενες καταθέσεις.

(12)

Προκειμένου να δοθεί, στα ιδρύματα ή στις οντότητες όπου έχουν εφαρμοστεί τα εργαλεία εξυγίανσης, επαρκής χρόνος για την επίτευξη της MREL, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος.

(13)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών στην Επιτροπή.

(14)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Προσδιορισμός του αναγκαίου ποσού για τη διασφάλιση της απορρόφησης των ζημιών

1.   Οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν το ποσό απορρόφησης των ζημιών, που θα πρέπει να είναι σε θέση να απορροφήσει το ίδρυμα ή ο όμιλος.

2.   Για τον σκοπό του προσδιορισμού του ποσού απορρόφησης των ζημιών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και της ενδεχόμενης συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων στο κόστος της εξυγίανσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, η αρχή εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ζητά από την αρμόδια αρχή σύνοψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ισχύουν επί του παρόντος για το ίδρυμα ή τον όμιλο, και ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, δυνάμει των άρθρων 92 και 458 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), που περιλαμβάνουν:

i)

δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ίσο με 4,5 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

ii)

δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ίσο με 6 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

iii)

συνολικό δείκτη κεφαλαίου 8 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

β)

κάθε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων πέραν των εν λόγω απαιτήσεων, ιδίως δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

γ)

συνδυασμένες απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζονται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

δ)

το κατώτατο όριο της συμφωνίας της Βασιλείας Ι, σύμφωνα με το άρθρο 500 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ε)

κάθε εφαρμοστέα απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την εφαρμογή, από την αρμόδια αρχή, των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στο δέκατο μέρος τίτλος I κεφάλαια 1, 2 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με την οποία εφαρμόζονται οι επιλογές που παρέχονται στις αρμόδιες αρχές με τον εν λόγω κανονισμό.

4.   Το ποσό απορρόφησης των ζημιών, που πρόκειται να προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, είναι το άθροισμα των απαιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ) ή οποιοδήποτε υψηλότερο ποσό το οποίο είναι αναγκαίο για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) ή ε).

5.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να καθορίσει το ποσό απορρόφησης των ζημιών με κάποια από τις ακόλουθες μεθόδους:

α)

το ποσό απορρόφησης των ζημιών είναι ίσο με το προκαθορισμένο ποσό απορρόφησης των ζημιών, που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4·

β)

το ποσό απορρόφησης των ζημιών μπορεί να είναι:

i)

είτε υψηλότερο από το προκαθορισμένο ποσό απορρόφησης των ζημιών, που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, όταν:

το προκαθορισμένο ποσό απορρόφησης ζημιών δεν αντανακλά πλήρως την ανάγκη απορρόφησης των ζημιών κατά την εξυγίανση, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που ζητούνται από την αρμόδια αρχή σχετικά με το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 4, ή

είναι αναγκαίο να μειωθεί ή να εξαλειφθεί εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης ή να απορροφηθούν οι ζημίες επί των διακρατούμενων μέσων ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL), που εκδίδονται από άλλες οντότητες του ομίλου·

ii)

είτε χαμηλότερο από το προκαθορισμένο ποσό απορρόφησης των ζημιών, που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, στον βαθμό που, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή σχετικά με το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 4:

εκτιμάται ότι οι απαιτήσεις πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), οι οποίες έχουν προσδιοριστεί με βάση τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ή για την κάλυψη μακροπροληπτικών κινδύνων, δεν παρουσιάζουν συνάφεια με την ανάγκη να διασφαλιστεί η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών στο πλαίσιο της εξυγίανσης, ή

η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι μέρος της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ), δεν παρουσιάζει συνάφεια με την ανάγκη να διασφαλιστεί η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών στο πλαίσιο της εξυγίανσης.

6.   Όταν εφαρμόζεται η επιλογή της παραγράφου 5 στοιχείο β), η αρχή εξυγίανσης παρέχει στην αρμόδια αρχή αιτιολογημένη εξήγηση για το ποσό απορρόφησης των ζημιών που έχει καθοριστεί, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της αρχής εξυγίανσης να διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή, βάσει του άρθρου 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 2

Προσδιορισμός του αναγκαίου ποσού για να συνεχιστεί η εκπλήρωση των προϋποθέσεων απόκτησης της άδειας λειτουργίας και η διεκπεραίωση των δραστηριοτήτων και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς στο ίδρυμα

1.   Οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν ένα ποσό ανακεφαλαιοποίησης που θα ήταν αναγκαίο για να εφαρμοστεί η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης, όπως προσδιορίζεται στη διαδικασία σχεδιασμού της εξυγίανσης.

2.   Σε περίπτωση που η εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι εφικτή και αξιόπιστη η εκκαθάριση του ιδρύματος υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, το ποσό ανακεφαλαιοποίησης είναι μηδενικό, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι είναι αναγκαίο ένα θετικό ποσό, για τον λόγο ότι με την εκκαθάριση δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης στον ίδιο βαθμό όπως με μια εναλλακτική στρατηγική εξυγίανσης.

3.   Κατά την εκτίμηση των αναγκών του ιδρύματος όσον αφορά τα υποχρεωτικά κεφάλαια, μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης χρησιμοποιεί τις πλέον πρόσφατα αναφερθείσες τιμές για το σχετικό συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο ή τον παρονομαστή του δείκτη μόχλευσης, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός εάν ισχύουν όλοι οι ακόλουθοι παράγοντες:

α)

το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει, εξηγεί και ποσοτικοποιεί κάθε αλλαγή στις ανάγκες όσον αφορά τα υποχρεωτικά κεφάλαια αμέσως, ως αποτέλεσμα της δράσης εξυγίανσης·

β)

η αλλαγή που αναφέρεται στο στοιχείο α) θεωρείται, στην εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης, ότι είναι και εφικτή και αξιόπιστη, χωρίς να επηρεάζει δυσμενώς την επιτέλεση κρίσιμων λειτουργιών από το ίδρυμα, και χωρίς προσφυγή σε έκτακτη χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, καθώς και τις αρχές που διέπουν τη χρήση τους, οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8 της εν λόγω οδηγίας.

4.   Εάν οι αλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 εξαρτώνται από τις ενέργειες του αγοραστή περιουσιακών στοιχείων ή επιχειρηματικών τομέων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ή τρίτων μερών, η αρχή εξυγίανσης συντάσσει αιτιολογημένη εξήγηση προς την αρμόδια αρχή σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αξιοπιστία των εν λόγω αλλαγών.

5.   Το ποσό της ανακεφαλαιοποίησης είναι τουλάχιστον ίσο με το ποσό που χρειάζεται ώστε να πληρούνται οι ισχύουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις, που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας, μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

6.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, δυνάμει των άρθρων 92 και 458 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που περιλαμβάνουν:

i)

δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ίσο με 4,5 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

ii)

δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ίσο με 6 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

iii)

συνολικό δείκτη κεφαλαίου 8 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο·

β)

κάθε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων πέραν της απαίτησης που παρατίθεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, ιδίως δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

γ)

το κατώτατο όριο της συμφωνίας της Βασιλείας Ι, σύμφωνα με το άρθρο 500 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)

κάθε εφαρμοστέα απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης.

7.   Το ποσό της ανακεφαλαιοποίησης περιλαμβάνει επίσης κάθε επιπλέον ποσό το οποίο κρίνει αναγκαίο η αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς μετά την εξυγίανση.

8.   Το προκαθορισμένο επιπλέον ποσό ισούται με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 4 τμήμα 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, που θα ισχύει για το ίδρυμα μετά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης.

Το επιπλέον ποσό που απαιτείται από την αρχή εξυγίανσης ενδέχεται να είναι χαμηλότερο από το προκαθορισμένο ποσό, εάν η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι θα επαρκούσε χαμηλότερο ποσό για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών από το ίδρυμα και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 2 και το άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Στην εκτίμηση του ποσού που είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εμπιστοσύνης της αγοράς λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον η κεφαλαιακή θέση του ιδρύματος μετά την εξυγίανση θα είναι η πρέπουσα, σε σύγκριση με την τρέχουσα κεφαλαιακή θέση των ομότιμων ιδρυμάτων.

9.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφαίνεται, σε διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που λαμβάνει από την αρμόδια αρχή σχετικά με το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 4, ότι, παρά τις διατάξεις της παραγράφου 3, είναι εφικτό και αξιόπιστο να μην εφαρμόζονται, μετά την εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης, το σύνολο ή μέρος των όποιων απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή απαιτήσεων αποθέματος ασφαλείας, που εφαρμόζονται επί του παρόντος στην οικονομική οντότητα. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατόν να μην λαμβάνεται υπόψη αυτό το μέρος της απαίτησης για τους σκοπούς του προσδιορισμού του ποσού της ανακεφαλαιοποίησης.

10.   Στην εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 λαμβάνονται υπόψη τα κεφάλαια σε άλλες οντότητες του ομίλου, τα οποία θα ήταν εφικτό και αξιόπιστο να διατεθούν για τη στήριξη της εμπιστοσύνης της αγοράς στην οντότητα μετά την εξυγίανση, στην περίπτωση οντοτήτων που:

α)

είναι θυγατρικές ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη MREL·

β)

θα συνεχίσουν να πληρούν τους όρους που αναφέρονται στο στοιχείο α) μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης· και

γ)

δεν αναμένεται να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη της αγοράς και την πρόσβαση στη χρηματοδότηση σε ατομική βάση, μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

11.   Σε περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις ή οι επιχειρηματικοί τομείς του ιδρύματος πρόκειται να κατανεμηθούν μεταξύ περισσότερων οντοτήτων, μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, οι παραπομπές στα ποσά έκθεσης σε κίνδυνο και στις κεφαλαιακές απαιτήσεις, στις παραγράφους 1 έως 10, θα πρέπει να νοούνται ως τα συνολικά ποσά σε όλες αυτές τις οντότητες.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις από τη διάσωση με ίδια μέσα ή μεταβίβαση εν μέρει που αποτελούν εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης

1.   Η αρχή εξυγίανσης επισημαίνει τυχόν υποχρεώσεις που εξαιρούνται από τη διάσωση με ίδια μέσα, βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ή είναι ευλόγως πιθανό να εξαιρούνται εν όλω ή εν μέρει από τη διάσωση με ίδια μέσα, βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, ή μεταβιβάζονται σε αποδέκτη πλήρως, με τη χρήση άλλων εργαλείων εξυγίανσης με βάση το σχέδιο εξυγίανσης.

2.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6, εάν κάποια υποχρέωση που πληροί τις προϋποθέσεις για να συμπεριληφθεί στη MREL επισημαίνεται ως δυνητικά εξαιρούμενη εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε η MREL να είναι επαρκής για τους σκοπούς του ποσού απορρόφησης των ζημιών, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1, και για την επίτευξη του ποσού της ανακεφαλαιοποίησης, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, χωρίς απομείωση ή μετατροπή των εν λόγω υποχρεώσεων.

3.   Η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει αν οι υποχρεώσεις, που επισημαίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, έχουν ίση ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα στην πτωχευτική ιεραρχία των πιστωτών ως προς μια κατηγορία υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει υποχρεώσεις που είναι επιλέξιμες για να συμπεριληφθούν στη MREL, και, για κάθε τέτοια κατηγορία, αν το ποσό των υποχρεώσεων που επισημαίνονται ανέρχεται συνολικά σε πάνω από το 10 % της κατηγορίας αυτής.

Όταν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, προβαίνει επίσης σε εκτίμηση του κατά πόσον η ανάγκη για απορρόφηση των ζημιών και συμβολή στην ανακεφαλαιοποίηση, που θα καλυπτόταν από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, εάν δεν είχαν εξαιρεθεί από τη διάσωση με ίδια μέσα, μπορεί να καλυφθεί από υποχρεώσεις που είναι επιλέξιμες για να συμπεριληφθούν στη MREL και δεν εξαιρούνται από την απορρόφηση των ζημιών ή την ανακεφαλαιοποίηση, χωρίς να παραβιάζονται οι διασφαλίσεις προστασίας των πιστωτών, που προβλέπονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

4.   Η αρχή εξυγίανσης τηρεί αρχείο όλων των παραδοχών, αποτιμήσεων ή άλλων πληροφοριών που χρησιμοποιούνται προκειμένου να προσδιοριστεί ότι η MREL πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 4

Επιχειρηματικό μοντέλο, μοντέλο χρηματοδότησης και προφίλ κινδύνου

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 6 στοιχείο δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και στο πλαίσιο της διαβούλευσης που απαιτείται βάσει του άρθρου 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες που λαμβάνει από την αρμόδια αρχή, στις οποίες περιλαμβάνεται σύνοψη και επεξήγηση των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 97 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και ιδίως:

α)

συνοπτική παρουσίαση των επιμέρους αξιολογήσεων του επιχειρηματικού μοντέλου, του μοντέλου χρηματοδότησης και του προφίλ κινδύνου του ιδρύματος·

β)

συνοπτική παρουσίαση της αξιολόγησης του κατά πόσον το κεφάλαιο και η ρευστότητα που βρίσκονται στην κατοχή ενός ιδρύματος εξασφαλίζουν την υγιή κάλυψη των κινδύνων που ενέχει το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι κίνδυνοι και τα ευάλωτα σημεία, που απορρέουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος και έχουν επισημανθεί κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης, αντικατοπτρίζονται, άμεσα ή έμμεσα, στις απαιτήσεις πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που ισχύουν για ένα ίδρυμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, βάσει των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης·

δ)

πληροφορίες σχετικά με άλλες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για ένα ίδρυμα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι και τα ευάλωτα σημεία, που απορρέουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος και έχουν επισημανθεί κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνονται υπόψη από την αρχή εξυγίανσης, όταν προβαίνει σε τυχόν προσαρμογές στα προκαθορισμένα ποσά απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 και στο άρθρο 2 παράγραφος 9, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η προσαρμοσμένη MREL αντικατοπτρίζει επαρκώς τους κινδύνους που επηρεάζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος, οι οποίοι προκύπτουν από το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος.

Η αρχή εξυγίανσης παρέχει στην αρμόδια αρχή αιτιολογημένη εξήγηση σχετικά με το πώς έχουν ληφθεί υπόψη οι πληροφορίες αυτές σε μια τέτοια προσαρμογή, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της αρχής εξυγίανσης να διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή, βάσει του άρθρου 45 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

3.   Στην περίπτωση οντότητας ή ομίλου που υπόκειται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις και απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, για την εκτίμηση των προκαθορισμένων απαιτήσεων απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του παρόντος κανονισμού.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να προσαρμόζει το ποσό απορρόφησης των ζημιών, προκειμένου να ληφθούν υπόψη εφικτές και αξιόπιστες συνεισφορές στην απορρόφηση των ζημιών ή στην ανακεφαλαιοποίηση, που προβλέπονται από ειδικές πηγές, όπως απαιτείται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

4.   Στην περίπτωση οντοτήτων που είναι θυγατρικές ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη MREL, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξαιρεί από την εκτίμησή της σχετικά με το ποσό απορρόφησης των ζημιών και το ποσό ανακεφαλαιοποίησης κάθε απόθεμα ασφαλείας που καθορίζεται μόνον σε ενοποιημένη βάση.

5.   Όταν μια άλλη αρχή, εκτός από την αρμόδια αρχή, έχει οριστεί ως αρχή υπεύθυνη για τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ζητά συμπληρωματικές πληροφορίες από την ορισθείσα αρχή.

Άρθρο 5

Μέγεθος και συστημικός κίνδυνος

1.   Για ιδρύματα και ομίλους που έχουν προσδιοριστεί ως G-SII ή O-SII από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, και για κάθε άλλο ίδρυμα που η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης κρίνει ευλόγως πιθανό να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο, σε περίπτωση πτώχευσης, και το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 44 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

2.   Σε περίπτωση που απαιτείται κοινή απόφαση για τη MREL από το σώμα εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, για τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως G-SII ή O-SII από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, και τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος τους, και για κάθε άλλο ίδρυμα που η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης κρίνει ευλόγως πιθανό να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο, σε περίπτωση πτώχευσης, κάθε αρνητική προσαρμογή για την εκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων μετά την εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3, συνοδεύεται από τεκμηρίωση και επεξηγήσεις στις πληροφορίες που παρέχονται στα μέλη του σώματος εξυγίανσης.

Άρθρο 6

Συνεισφορές από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στη χρηματοδότηση της εξυγίανσης

1.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να μειώνει τη MREL, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που αναμένεται να συνεισφέρει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στη χρηματοδότηση της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 109 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

2.   Το μέγεθος της εν λόγω μείωσης βασίζεται σε αξιόπιστη εκτίμηση της δυνητικής συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, και τουλάχιστον:

α)

είναι μικρότερο από μια συντηρητική εκτίμηση των δυνητικών ζημιών τις οποίες θα είχε την υποχρέωση να αναλάβει το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, λαμβανομένης υπόψη της σειράς κατάταξης του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 108 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

β)

είναι μικρότερο από το όριο των συνεισφορών στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, που καθορίζεται στο άρθρο 109 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

γ)

λαμβάνει υπόψη τον συνολικό κίνδυνο εξαντλήσεως των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, λόγω της συνεισφοράς του σε πολλαπλές πτωχεύσεις ή εξυγιάνσεις τραπεζών· και

δ)

συνάδει με άλλες συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου, καθώς και με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της αρχής που είναι υπεύθυνη για το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων.

3.   Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρχή που είναι υπεύθυνη για το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, τεκμηριώνει την προσέγγισή της όσον αφορά την εκτίμηση του συνολικού κινδύνου εξαντλήσεως των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων και εφαρμόζει μειώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω κίνδυνος δεν είναι υπερβολικός.

Άρθρο 7

Συνδυασμένη εκτίμηση της MREL

1.   Οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι η MREL είναι επαρκής, ώστε να είναι δυνατή η απομείωση ή η μετατροπή ποσού ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που ισούται τουλάχιστον με το άθροισμα των ποσών απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, όπως προσδιορίζεται από τις αρχές εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων που ορίζονται στα άρθρα 3 έως 6.

2.   Οι αρχές εξυγίανσης εκφράζουν την υπολογιζόμενη MREL ως ποσοστό του συνόλου των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος, οι δε υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα περιλαμβάνονται στις συνολικές υποχρεώσεις, εφόσον αναγνωρίζονται πλήρως τα δικαιώματα συμψηφισμού του αντισυμβαλλομένου.

3.   Οι αρχές εξυγίανσης καθορίζουν χρονοδιάγραμμα ή διαδικασία για την επικαιροποίηση της MREL, λαμβάνοντας υπόψη:

α)

την ανάγκη για επικαιροποίηση της MREL, παράλληλα με την εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης·

β)

κατά πόσον η μεταβλητότητα του συνόλου των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων της οντότητας ή του ομίλου, ως αποτέλεσμα του επιχειρηματικού μοντέλου τους, είναι πιθανόν να καταλήξει στο ενδεχόμενο να μην είναι πλέον κατάλληλη η MREL σε ενωρίτερη ημερομηνία.

Άρθρο 8

Μεταβατικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις μετά την εξυγίανση

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να προσδιορίζουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο προκειμένου να επιτευχθεί η τελική MREL ή για ένα ίδρυμα ή μια οντότητα όπου έχουν εφαρμοστεί τα εργαλεία εξυγίανσης.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο όσο το δυνατόν συντομότερη. Επίσης, γνωστοποιούν στο ίδρυμα την προγραμματισμένη MREL για κάθε 12μηνη περίοδο, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, η τελική MREL ισούται με το ποσό που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 7.

3.   Δεν υπάρχει κώλυμα για τις αρχές εξυγίανσης να επανεξετάζουν μεταγενέστερα είτε τη μεταβατική περίοδο είτε οποιαδήποτε προγραμματισμένη MREL.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Μαΐου 2016.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190.

(2)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1).


Top