Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R0101

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/101 της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τη συνετή αποτίμηση βάσει του άρθρου 105 παράγραφος 14 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 21, 28.1.2016, p. 54–65 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2016/101/oj

28.1.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 21/54


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/101 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 26ης Οκτωβρίου 2015

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τη συνετή αποτίμηση βάσει του άρθρου 105 παράγραφος 14

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 105 παράγραφος 14 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 105 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφέρεται στα πρότυπα συνετής αποτίμησης που εφαρμόζονται σε όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Ωστόσο, το άρθρο 34 του εν λόγω κανονισμού απαιτεί από τα ιδρύματα να εφαρμόζουν τα πρότυπα του άρθρου 105 σε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που αποτιμώνται σε εύλογη αξία. Ο συνδυασμός των παραπάνω άρθρων προϋποθέτει ότι οι απαιτήσεις συνετής αποτίμησης εφαρμόζονται σε όλες τις θέσεις εύλογης αξίας, ανεξάρτητα από το κατά πόσον διατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή όχι, όπου ο όρος «θέσεις», αναφέρεται αποκλειστικά σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα.

(2)

Εφόσον η εφαρμογή της συνετής αποτίμησης θα οδηγούσε σε χαμηλότερη απόλυτη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού ή υψηλότερη απόλυτη λογιστική αξία των στοιχείων παθητικού από αυτήν που αναγνωρίζεται στη λογιστική καταχώριση, μια πρόσθετη προσαρμογή αποτίμησης (ΠΠΑ) θα πρέπει να υπολογίζεται ως η απόλυτη τιμή της διαφοράς μεταξύ των δύο, αφού η συνετή αξία θα πρέπει πάντα να είναι ίση ή μικρότερη από την εύλογη αξία των στοιχείων ενεργητικού και ίση ή μεγαλύτερη από την εύλογη αξία των στοιχείων παθητικού.

(3)

Για τις θέσεις αποτίμησης για τις οποίες μια μεταβολή της λογιστικής αποτίμησης έχει μόνο μερικό ή μηδενικό αντίκτυπο στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, οι ΠΠΑ θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο με βάση την αναλογία της αλλαγής της λογιστικής αποτίμησης που έχει αντίκτυπο στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Αυτές περιλαμβάνουν θέσεις που υπάγονται στη λογιστική αντιστάθμισης, διαθέσιμες προς πώληση θέσεις στον βαθμό που οι αλλαγές στην αποτίμησή τους υπόκεινται σε εποπτικές προσαρμογές και θέσεις συμψηφισμού πλήρους αντιστοίχισης.

(4)

Οι ΠΠΑ προσδιορίζονται μόνο για σκοπούς υπολογισμού των προσαρμογών στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται. Οι ΠΠΑ δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (εκτός αν ισχύει η παρέκκλιση για μικρές δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 94 του εν λόγω κανονισμού).

(5)

Προκειμένου να παρασχεθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο με το οποίο να υπολογίζονται οι ΠΠΑ από τα ιδρύματα, είναι απαραίτητος ένας σαφής ορισμός του επιπέδου-στόχου βεβαιότητας και των στοιχείων αβεβαιότητας αποτίμησης που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό μιας συνετής αξίας, μαζί με μεθοδολογίες που έχουν οριστεί για την επίτευξη του απαιτούμενου επιπέδου βεβαιότητας με βάση τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς.

(6)

Οι ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά, εξόδων εκκαθάρισης και κινδύνου υποδείγματος θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση ανοίγματα αποτίμησης, τα οποία βασίζονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα ή χαρτοφυλάκια χρηματοπιστωτικών μέσων. Για τους σκοπούς αυτούς, τα χρηματοπιστωτικά μέσα μπορούν να συνδυαστούν με χαρτοφυλάκια όταν, για ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά και εξόδων εκκαθάρισης, τα μέσα αποτιμώνται με βάση τον ίδιο παράγοντα κινδύνου ή όταν, για ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος, αποτιμώνται με βάση το ίδιο υπόδειγμα τιμολόγησης.

(7)

Δεδομένου ότι ορισμένες ΠΠΑ που σχετίζονται με την αβεβαιότητα αποτίμησης δεν είναι προσθετικές, θα πρέπει να επιτρέπεται μια προσέγγιση άθροισης που μπορεί να λάβει υπόψη τα οφέλη της διαφοροποίησης εντός ορισμένων κατηγοριών ΠΠΑ για τα στοιχεία της ΠΠΑ που δεν σχετίζονται με ένα στοιχείο αναμενόμενου κόστους εξόδου το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην εύλογη αξία. Για τους σκοπούς της άθροισης των ΠΠΑ, θα πρέπει επίσης να δοθεί η δυνατότητα αποκόμισης οφελών διαφοροποίησης από τη διαφορά μεταξύ της αναμενόμενης αξίας και της συνετής αξίας, ούτως ώστε οι τράπεζες με εύλογη αξία, η οποία είναι ήδη πιο συνετή από την αναμενόμενη αξία, να μην αποκομίζουν λιγότερο όφελος διαφοροποίησης από εκείνες που χρησιμοποιούν την αναμενόμενη αξία ως εύλογη αξία.

(8)

Επειδή τα ιδρύματα με μικρά χαρτοφυλάκια εύλογης αξίας τυπικά υπόκεινται σε περιορισμένη αβεβαιότητα αποτίμησης, θα πρέπει να τους επιτρέπεται να εφαρμόζουν μια απλούστερη προσέγγιση για την εκτίμηση των ΠΠΑ από ό,τι τα ιδρύματα με μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια εύλογης αξίας. Το μέγεθος των χαρτοφυλακίων εύλογης αξίας, για τους σκοπούς του προσδιορισμού του κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί απλούστερη προσέγγιση, θα πρέπει να αξιολογείται σε κάθε επίπεδο στο οποίο υπολογίζονται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις.

(9)

Προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να αξιολογούν κατά πόσον τα ιδρύματα έχουν εφαρμόσει ορθώς τις απαιτήσεις για την αξιολόγηση του συγκεντρωτικού επιπέδου των ΠΠΑ που απαιτούνται, θα πρέπει να διατηρούνται από τα ιδρύματα τα κατάλληλα έγγραφα, συστήματα και έλεγχοι.

(10)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών στην Επιτροπή.

(11)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διεξήγαγε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις όσον αφορά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Μεθοδολογία για τον υπολογισμό των πρόσθετων προσαρμογών αποτίμησης (ΠΠΑ)

Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις συνολικές πρόσθετες προσαρμογές αποτίμησης (ΠΠΑ) που είναι απαραίτητες για να προσαρμοστούν οι εύλογες αξίες στη συνετή αξία και υπολογίζουν αυτές τις ΠΠΑ ανά τρίμηνο σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3, εκτός αν πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της μεθόδου που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)   «θέση αποτίμησης»: ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ή βασικό εμπόρευμα ή χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων ή βασικών εμπορευμάτων που διατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αποτιμώνται στην εύλογη αξία·

β)   «δεδομένο αποτίμησης»: μια παρατηρήσιμη ή μη παρατηρήσιμη στην αγορά παράμετρος ή πίνακας παραμέτρων που επηρεάζει την εύλογη αξία μιας θέσης αποτίμησης·

γ)   «άνοιγμα αποτίμησης»: το ποσό μιας θέσης αποτίμησης, η οποία είναι ευαίσθητη στην κίνηση ενός δεδομένου αποτίμησης.

Άρθρο 3

Πηγές των δεδομένων της αγοράς

1.   Όταν τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ με βάση δεδομένα της αγοράς, λαμβάνουν υπόψη το ίδιο εύρος δεδομένων της αγοράς, όπως τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τη διαδικασία ανεξάρτητης επαλήθευσης των τιμών («ΑΕΤ») που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, κατά περίπτωση, με την επιφύλαξη των προσαρμογών που περιγράφονται στο παρόν άρθρο.

2.   Τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη ένα πλήρες εύρος διαθέσιμων και αξιόπιστων πηγών δεδομένων της αγοράς για να καθορίσουν μια συνετή αξία, συμπεριλαμβανομένων των εξής στοιχείων, κατά περίπτωση:

α)

τιμές χρηματιστηρίου σε μια ρευστή αγορά·

β)

συναλλαγές στο ίδιο ακριβώς ή σε πολύ παρεμφερές μέσο, είτε από τα ίδια τα αρχεία του ιδρύματος είτε, όπου είναι διαθέσιμες, συναλλαγές από ολόκληρη την αγορά·

γ)

εμπορεύσιμες προσφορές τιμής από μεσίτες και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά·

δ)

δεδομένα υπηρεσίας συναίνεσης·

ε)

ενδεικτικές προσφορές τιμής από μεσίτες·

στ)

αποτιμήσεις εξασφαλίσεων του αντισυμβαλλομένου.

3.   Για τις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες για τους σκοπούς των άρθρων 9, 10 και 11, λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικές μέθοδοι και πηγές πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένων των εξής στοιχείων, κατά περίπτωση:

α)

χρήση δεδομένων υποκατάστασης με βάση παρόμοια μέσα για τα οποία είναι διαθέσιμα επαρκή δεδομένα·

β)

εφαρμογή συνετών μεταβολών σε δεδομένα αποτίμησης·

γ)

προσδιορισμός φυσικών ορίων για την αξία ενός μέσου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΠΑ

Άρθρο 4

Προϋποθέσεις για τη χρήση της απλουστευμένης προσέγγισης

1.   Τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν την απλουστευμένη προσέγγιση που περιγράφεται στο παρόν κεφάλαιο μόνον εφόσον το άθροισμα της απόλυτης αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας, όπως αναφέρεται στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματος σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο, είναι μικρότερο από 15 δισεκατ. ευρώ.

2.   Τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας πλήρους αντιστοίχισης και συμψηφισμού εξαιρούνται από τον υπολογισμό της παραγράφου 1. Για στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας για τα οποία μια μεταβολή της λογιστικής αποτίμησης έχει μερικό ή μηδενικό αντίκτυπο στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 («CET1»), οι αξίες τους περιλαμβάνονται μόνο κατ' αναλογία προς τον αντίκτυπο της σχετικής αλλαγής αποτίμησης στο κεφάλαιο CET1.

3.   Το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται σε ατομική και ενοποιημένη βάση. Εφόσον το όριο παραβιαστεί σε ενοποιημένη βάση, η βασική προσέγγιση εφαρμόζεται σε όλες τις οντότητες που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση.

4.   Εφόσον τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την απλουστευμένη προσέγγιση δεν πληρούν την προϋπόθεση της παραγράφου 1 για δύο συνεχόμενα τρίμηνα, ενημερώνουν αμέσως τη σχετική αρμόδια αρχή και συμφωνούν σε ένα σχέδιο για την εφαρμογή της προσέγγισης που αναφέρεται στο κεφάλαιο 3, εντός των επόμενων δύο τριμήνων.

Άρθρο 5

Προσδιορισμός των ΠΠΑ με την απλουστευμένη προσέγγιση

Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ στο πλαίσιο της απλουστευμένης προσέγγισης ως 0,1 % του αθροίσματος της απόλυτης αξίας στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 4.

Άρθρο 6

Προσδιορισμός των συνολικών ΠΠΑ που υπολογίζονται με την απλουστευμένη προσέγγιση

Για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την απλουστευμένη προσέγγιση, οι συνολικές ΠΠΑ για τους σκοπούς του άρθρου 1 είναι οι ΠΠΑ που προκύπτουν από τον υπολογισμό του άρθρου 5.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΒΑΣΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΠΑ

Άρθρο 7

Επισκόπηση της βασικής προσέγγισης

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ σύμφωνα με τη βασική προσέγγιση, εφαρμόζοντας την εξής διαδικασία δύο σταδίων:

α)

υπολογίζουν ΠΠΑ για κάθε μία από τις κατηγορίες που περιγράφονται στο άρθρο 105 παράγραφοι 10 και 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 («ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας»), σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

β)

αθροίζουν τα ποσά που προκύπτουν από το στοιχείο α) για κάθε μία από τις ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας, προκειμένου να υπολογιστούν οι συνολικές ΠΠΑ για τους σκοπούς του άρθρου 1.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας με έναν από τους εξής τρόπους:

α)

σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 17·

β)

σε περίπτωση που η εφαρμογή των άρθρων 9 έως 17 δεν είναι δυνατή για ορισμένες θέσεις, σύμφωνα με μια «εφεδρική προσέγγιση», βάσει της οποίας προσδιορίζουν τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα και υπολογίζουν μια ΠΠΑ ως το άθροισμα των εξής:

i)

100 % των καθαρών μη πραγματοποιηθέντων κερδών επί των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων·

ii)

10 % της ονομαστικής αξίας των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων στην περίπτωση των παραγώγων·

iii)

25 % της απόλυτης αξίας της διαφοράς μεταξύ της εύλογης αξίας και των μη πραγματοποιηθέντων κερδών, όπως ορίζεται στο σημείο i), των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων στην περίπτωση των μη παραγώγων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημείο i) του πρώτου εδαφίου, ως «μη πραγματοποιηθέντα κέρδη» νοείται η αλλαγή, εφόσον είναι θετική, της εύλογης αξίας από την έναρξη της συναλλαγής, η οποία καθορίζεται σε βάση FIFO.

Άρθρο 8

Γενικές διατάξεις για τους υπολογισμούς των ΠΠΑ σύμφωνα με τη βασική προσέγγιση

1.   Για στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας για τα οποία μια μεταβολή της λογιστικής αποτίμησης έχει μερικό ή μηδενικό αντίκτυπο στο κεφάλαιο CET1, οι ΠΠΑ υπολογίζονται μόνο με βάση την αναλογία της μεταβολής της λογιστικής αποτίμησης που έχει αντίκτυπο στο κεφάλαιο CET1.

2.   Σε σχέση με τις ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας που περιγράφονται στα άρθρα 14 έως 17, τα ιδρύματα αποσκοπούν να επιτύχουν ένα επίπεδο βεβαιότητας στη συνετή αξία που είναι ισοδύναμη με εκείνη που ορίζεται στα άρθρα 9 έως 13.

3.   Οι ΠΠΑ θεωρούνται ότι είναι οι υπερβάλλουσες προσαρμογές της αποτίμησης που απαιτούνται για την επίτευξη της προσδιορισμένης συνετής αξίας, πάνω από κάθε προσαρμογή που εφαρμόζεται στην εύλογη αξία του ιδρύματος και μπορεί να προσδιοριστεί ότι αντιμετωπίζει την ίδια πηγή αβεβαιότητας αποτίμησης όπως η ΠΠΑ. Όταν μια προσαρμογή που εφαρμόζεται στην εύλογη αξία του ιδρύματος δεν μπορεί να προσδιοριστεί ότι αντιμετωπίζει μια συγκεκριμένη κατηγορία ΠΠΑ στο επίπεδο στο οποίο υπολογίζονται οι σχετικές ΠΠΑ, η εν λόγω προσαρμογή δεν περιλαμβάνεται στον υπολογισμό των ΠΠΑ.

4.   Οι ΠΠΑ πάντοτε είναι θετικές, ακόμη και σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης, επίπεδο κατηγορίας, τόσο πριν όσο και μετά την άθροιση.

Άρθρο 9

Υπολογισμός της ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά

1.   Οι ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά υπολογίζονται σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης («ατομικές ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά»).

2.   Η ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά αξιολογείται ότι έχει μηδενική αξία μόνον όταν πληρούνται και οι δύο παρακάτω όροι:

α)

το ίδρυμα διαθέτει ισχυρές ενδείξεις για μια εμπορεύσιμη τιμή για ένα άνοιγμα αποτίμησης ή μια τιμή που μπορεί να προσδιοριστεί από αξιόπιστα δεδομένα που βασίζονται σε μια ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης (με επαρκείς συνθήκες ρευστότητας), όπως περιγράφεται στο άρθρο 338 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)

οι πηγές των δεδομένων της αγοράς που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 δεν δείχνουν καμία σημαντική αβεβαιότητα αποτίμησης.

3.   Σε περίπτωση που το άνοιγμα αποτίμησης δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει μηδενική ΠΠΑ, κατά την αξιολόγηση της αβεβαιότητας της τιμής της αγοράς τα ιδρύματα ΠΠΑ χρησιμοποιούν τις πηγές δεδομένων που ορίζονται στο άρθρο 3. Σε αυτήν την περίπτωση, ο υπολογισμός της ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά διεξάγεται όπως περιγράφεται στις παραγράφους 4 και 5.

4.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ για ανοίγματα αποτίμησης που σχετίζονται με κάθε δεδομένο αποτίμησης που χρησιμοποιείται στο σχετικό υπόδειγμα αποτίμησης.

α)

Η διασπορά στην οποία αξιολογούνται οι εν λόγω ΠΠΑ είναι μία από τις εξής:

i)

όταν είναι επιμερισμένη, όλα τα δεδομένα αποτίμησης που απαιτούνται για τον υπολογισμό μιας τιμής εξόδου για τη θέση αποτίμησης·

ii)

η τιμή του μέσου·

β)

Κάθε ένα από τα δεδομένα αποτίμησης που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) αντιμετωπίζεται χωριστά. Όταν ένα δεδομένο αποτίμησης αποτελείται από πίνακα παραμέτρων, οι ΠΠΑ υπολογίζονται με βάση τα ανοίγματα αποτίμησης που σχετίζονται με κάθε παράμετρο εντός του εν λόγω πίνακα. Όταν ένα δεδομένο αποτίμησης δεν αναφέρεται σε εμπορεύσιμα μέσα, τα ιδρύματα αντιστοιχίζουν το δεδομένο αποτίμησης και το σχετικό άνοιγμα αποτίμησης σε ένα σύνολο μέσων εμπορεύσιμων στην αγορά. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν τον αριθμό των παραμέτρων του δεδομένου αποτίμησης για τους σκοπούς του υπολογισμού των ΠΠΑ, χρησιμοποιώντας κάθε κατάλληλη μεθοδολογία, υπό την προϋπόθεση να πληρούν οι μειωμένες παράμετροι όλες τις παρακάτω απαιτήσεις:

i)

η συνολική αξία του μειωμένου ανοίγματος αποτίμησης να είναι η ίδια με τη συνολική αξία του αρχικού ανοίγματος αποτίμησης·

ii)

το μειωμένο σύνολο παραμέτρων να μπορεί να αντιστοιχιστεί με ένα σύνολο μέσων εμπορεύσιμων στην αγορά·

iii)

ο λόγος του μέτρου διακύμανσης 2 που ορίζεται κατωτέρω προς το μέτρο διακύμανσης 1 που ορίζεται κατωτέρω, με βάση τα ιστορικά δεδομένα από τις 100 πιο πρόσφατες ημέρες συναλλαγών, να είναι μικρότερος από 0,1·

γ)

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως «μέτρο διακύμανσης 1» νοείται η διακύμανση κερδών και ζημιών του ανοίγματος αποτίμησης με βάση το ακέραιο δεδομένο αποτίμησης και ως «μέτρο διακύμανσης 2» νοείται η διακύμανση κερδών και ζημιών του ανοίγματος αποτίμησης με βάση το ακέραιο δεδομένο αποτίμησης μείον το άνοιγμα αποτίμησης με βάση το μειωμένο δεδομένο αποτίμησης. Όταν χρησιμοποιείται μειωμένος αριθμός παραμέτρων για τους σκοπούς του υπολογισμού των ΠΠΑ, ο προσδιορισμός ότι πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στο στοιχείο β) υπόκειται σε ανεξάρτητη επανεξέταση της μεθοδολογίας συμψηφισμού και εσωτερικής επικύρωσης από τη λειτουργία ελέγχου τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

5.   Οι ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά προσδιορίζονται ως εξής:

α)

όταν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να κατασκευαστεί μια σειρά εύλογων αξιών για δεδομένο αποτίμησης:

i)

για ένα δεδομένο αποτίμησης όπου το εύρος εύλογων τιμών βασίζεται στις τιμές εξόδου, τα ιδρύματα εκτιμούν ένα σημείο εντός του εύρους όπου έχουν κατά 90 % βεβαιότητα ότι θα μπορούσαν να εξέλθουν από το άνοιγμα αποτίμησης στην εν λόγω τιμή ή σε καλύτερη·

ii)

για ένα δεδομένο αποτίμησης όπου το εύρος εύλογων τιμών δημιουργείται από τις μεσαίες τιμές, τα ιδρύματα εκτιμούν ένα σημείο εντός του εύρους στο οποίο έχουν 90 % βεβαιότητα ότι η μεσαία τιμή την οποία θα μπορούσαν να επιτύχουν κατά την έξοδο από το άνοιγμα αποτίμησης θα ήταν στην εν λόγω τιμή ή σε καλύτερη·

β)

όπου υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να κατασκευαστεί ένα εύλογο εύρος τιμών για ένα δεδομένο αποτίμησης, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες, χρησιμοποιώντας ποιοτικές και ποσοτικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες για να επιτευχθεί ένα επίπεδο βεβαιότητας στη συνετή αξία του δεδομένου αποτίμησης που είναι ισοδύναμη με την αξία-στόχο του στοιχείου α). Τα ιδρύματα ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τα ανοίγματα αποτίμησης για τα οποία εφαρμόζεται αυτή η προσέγγιση και για τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ΠΠΑ·

γ)

τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά με βάση μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

i)

εφαρμόζουν τη διαφορά μεταξύ των τιμών του δεδομένου αποτίμησης που εκτιμώνται σύμφωνα με το στοιχείο α) ή το στοιχείο β) και των τιμών του δεδομένου αποτίμησης που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της εύλογης αξίας προς το άνοιγμα αποτίμησης της κάθε θέσης αποτίμησης·

ii)

συνδυάζουν τις τιμές του δεδομένου αποτίμησης που εκτιμώνται σύμφωνα με το στοιχείο α) ή το στοιχείο β) και ανατιμούν θέσεις αποτίμησης με βάση τις εν λόγω αξίες. Στη συνέχεια τα ιδρύματα λαμβάνουν τη διαφορά μεταξύ των ανατιμημένων θέσεων και των θέσεων εύλογης αξίας.

6.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνολική ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για την αβεβαιότητα των τιμών στην αγορά εφαρμόζοντας, στις ατομικές ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά, τους τύπους είτε για τη μέθοδο 1 είτε για τη μέθοδο 2 που προβλέπονται στο παράρτημα.

Άρθρο 10

Υπολογισμός της ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης

1.   Οι ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης υπολογίζονται σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης («ατομικές ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης»).

2.   Όταν ένα ίδρυμα έχει υπολογίσει μια ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά για ένα άνοιγμα αποτίμησης με βάση μια τιμή εξόδου, η ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης μπορεί να αξιολογηθεί ότι έχει μηδενική αξία.

3.   Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την παρέκκλιση που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης μπορεί να αξιολογηθεί ότι έχει μηδενική αξία, υπό τον όρο να προσκομίσει το ίδρυμα αποδεικτικά στοιχεία ότι έχει κατά 90 % βεβαιότητα ότι υπάρχει επαρκής ρευστότητα για να υποστηρίξει την έξοδο των σχετικών ανοιγμάτων αποτίμησης στη μεσαία τιμή.

4.   Σε περίπτωση που το άνοιγμα αποτίμησης δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει μηδενική ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τις πηγές δεδομένων που ορίζονται στο άρθρο 3. Σε αυτήν την περίπτωση, ο υπολογισμός της ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης διενεργείται όπως περιγράφεται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου.

5.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης για ανοίγματα αποτίμησης που σχετίζονται με κάθε δεδομένο αποτίμησης που χρησιμοποιείται στο σχετικό υπόδειγμα αποτίμησης.

α)

Η διασπορά στην οποία αξιολογούνται οι εν λόγω ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης είναι μία από τις εξής:

i)

όταν είναι επιμερισμένη, όλα τα δεδομένα αποτίμησης που απαιτούνται για τον υπολογισμό μιας τιμής εξόδου για τη θέση αποτίμησης·

ii)

η τιμή του μέσου.

β)

Καθένα από τα δεδομένα αποτίμησης που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) αντιμετωπίζεται χωριστά. Όταν ένα δεδομένο αποτίμησης αποτελείται από πίνακα παραμέτρων, τα ιδρύματα αξιολογούν την ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης με βάση τα ανοίγματα αποτίμησης που σχετίζονται με κάθε παράμετρο εντός του εν λόγω πίνακα. Όταν ένα δεδομένο αποτίμησης δεν αναφέρεται σε εμπορεύσιμα μέσα, τα ιδρύματα αντιστοιχίζουν ρητώς το δεδομένο αποτίμησης και το σχετικό άνοιγμα αποτίμησης σε ένα σύνολο μέσων εμπορεύσιμων στην αγορά. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν τον αριθμό των παραμέτρων του δεδομένου αποτίμησης για τους σκοπούς του υπολογισμού των ΠΠΑ, χρησιμοποιώντας κάθε κατάλληλη μεθοδολογία, υπό την προϋπόθεση να πληρούν οι μειωμένες παράμετροι όλες τις παρακάτω απαιτήσεις:

i)

η συνολική αξία του μειωμένου ανοίγματος αποτίμησης να είναι η ίδια με τη συνολική αξία του αρχικού ανοίγματος αποτίμησης·

ii)

το μειωμένο σύνολο παραμέτρων να μπορεί να αντιστοιχιστεί με ένα σύνολο μέσων εμπορεύσιμων στην αγορά·

iii)

ο λόγος του μέτρου διακύμανσης 2 προς το μέτρο διακύμανσης 1, με βάση τα ιστορικά δεδομένα από τις 100 πιο πρόσφατες ημέρες συναλλαγών, να είναι μικρότερος από 0,1.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως μέτρο διακύμανσης 1 νοείται η διακύμανση κερδών και ζημιών του ανοίγματος αποτίμησης με βάση το ακέραιο δεδομένο αποτίμησης και ως μέτρο διακύμανσης 2 νοείται η διακύμανση κερδών και ζημιών του ανοίγματος αποτίμησης με βάση το ακέραιο δεδομένο αποτίμησης μείον το άνοιγμα αποτίμησης με βάση το μειωμένο δεδομένο αποτίμησης.

γ)

Όταν χρησιμοποιείται μειωμένος αριθμός παραμέτρων για τους σκοπούς του υπολογισμού των ΠΠΑ, ο προσδιορισμός ότι πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στο στοιχείο β) υπόκειται σε ανεξάρτητη επανεξέταση και εσωτερική επικύρωση από τη λειτουργία ελέγχου τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

6.   Οι ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης προσδιορίζονται ως εξής:

α)

όταν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να κατασκευαστεί ένα εύρος εύλογων ανοιγμάτων τιμών αγοράς και πώλησης για ένα δεδομένο αποτίμησης, τα ιδρύματα εκτιμούν ένα σημείο εντός του εύρους όπου έχουν κατά 90 % βεβαιότητα ότι το άνοιγμα τιμών το οποίο θα μπορούσαν να επιτύχουν κατά την έξοδο από το άνοιγμα αποτίμησης θα ήταν στην εν λόγω τιμή ή σε καλύτερη·

β)

όπου υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να κατασκευαστεί ένα εύλογο εύρος τιμών αγοράς και πώλησης, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες, χρησιμοποιώντας ποιοτικές και ποσοτικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες για να επιτευχθεί ένα επίπεδο βεβαιότητας στη συνετή αξία που είναι ισοδύναμη με εκείνη που στοχεύεται όταν είναι διαθέσιμο ένα εύρος εύλογων αξιών. Τα ιδρύματα ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τα ανοίγματα αποτίμησης για τα οποία εφαρμόζεται αυτή η προσέγγιση και για τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ΠΠΑ·

γ)

τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης εφαρμόζοντας το 50 % του εκτιμώμενου εύρους τιμών αγοράς και πώλησης, που υπολογίζεται σύμφωνα είτε με το στοιχείο α) είτε με το στοιχείο β) για τα ανοίγματα αποτίμησης που σχετίζονται με τα δεδομένα αποτίμησης που ορίζονται στην παράγραφο 5.

7.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνολική ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για έξοδα εκκαθάρισης εφαρμόζοντας, στις ατομικές ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης, τους τύπους είτε για τη μέθοδο 1 είτε για τη μέθοδο 2 που προβλέπονται στο παράρτημα.

Άρθρο 11

Υπολογισμός της ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν μια ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος για κάθε υπόδειγμα αποτίμησης («ατομική ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος»), λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο του υποδείγματος αποτίμησης που προκύπτει λόγω της ενδεχόμενης ύπαρξης μιας σειράς διαφορετικών υποδειγμάτων ή βαθμονομήσεων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται από τους συμμετέχοντες στην αγορά και λόγω της έλλειψης μιας σταθερής τιμής εξόδου για το συγκεκριμένο προϊόν που αποτιμάται. Τα ιδρύματα δεν λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο του υποδείγματος αποτίμησης που προκύπτει λόγω βαθμονομήσεων από παραμέτρους που προκύπτουν από την αγορά, ο οποίος αποτυπώνεται σύμφωνα με το άρθρο 9.

2.   Η ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος υπολογίζεται με χρήση μιας από τις προσεγγίσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4.

3.   Όπου είναι δυνατόν, τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος προσδιορίζοντας ένα εύρος εύλογων αποτιμήσεων που παράγονται από κατάλληλες εναλλακτικές προσεγγίσεις ανάπτυξης υποδειγμάτων και βαθμονόμησης. Σε αυτήν την περίπτωση, τα ιδρύματα εκτιμούν ένα σημείο εντός του εύρους αποτιμήσεων που προκύπτει όπου έχουν κατά 90 % βεβαιότητα ότι θα μπορούσαν να εξέλθουν από το άνοιγμα αποτίμησης στην εν λόγω τιμή ή σε καλύτερη.

4.   Όταν τα ιδρύματα δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο που ορίζεται στην παράγραφο 3, εφαρμόζουν μια προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες για την εκτίμηση της ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος.

5.   Η προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες λαμβάνει υπόψη όλα τα παρακάτω στοιχεία:

α)

πολυπλοκότητα των προϊόντων που σχετίζονται με το υπόδειγμα·

β)

πολυμορφία των πιθανών μαθηματικών προσεγγίσεων και των παραμέτρων υποδειγμάτων, όταν οι εν λόγω παράμετροι υποδειγμάτων δεν έχουν σχέση με μεταβλητές της αγοράς·

γ)

βαθμός στον οποίο η αγορά των σχετικών προϊόντων είναι «μιας κατεύθυνσης»·

δ)

ύπαρξη μη αντισταθμιζόμενων κινδύνων σε σχετικά προϊόντα·

ε)

επάρκεια του υποδείγματος στην αποτύπωση της συμπεριφοράς της αποπληρωμής των προϊόντων στο χαρτοφυλάκιο.

Τα ιδρύματα ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τα υποδείγματα για τα οποία εφαρμόζεται αυτή η προσέγγιση και για τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ΠΠΑ.

6.   Όταν τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τη μέθοδο που περιγράφεται στην παράγραφο 4, η σύνεση της μεθόδου επιβεβαιώνεται ετησίως μέσω της σύγκρισης των εξής στοιχείων:

α)

ΠΠΑ που υπολογίζονται με χρήση της μεθόδου που περιγράφεται στην παράγραφο 4, εάν είχαν εφαρμοστεί σε σημαντικό δείγμα των υποδειγμάτων αποτίμησης, για τα οποία το ίδρυμα εφαρμόζει τη μέθοδο της παραγράφου 3· και

β)

ΠΠΑ που παράγονται με τη μέθοδο της παραγράφου 3 για το ίδιο δείγμα υποδειγμάτων αποτίμησης.

7.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνολική ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για κίνδυνο υποδείγματος εφαρμόζοντας, στις ατομικές ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος, τους τύπους είτε για τη μέθοδο 1 είτε για τη μέθοδο 2 που προβλέπονται στο παράρτημα.

Άρθρο 12

Υπολογισμός των ΠΠΑ των μη δεδουλευμένων πιστωτικών περιθωρίων

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ των μη δεδουλευμένων πιστωτικών περιθωρίων ώστε να αντικατοπτρίζει την αβεβαιότητα αποτίμησης στην προσαρμογή που είναι απαραίτητη, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο λογιστικό πλαίσιο, ώστε να περιλαμβάνει την τρέχουσα αξία των αναμενόμενων ζημιών λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου σε θέσεις παραγώγων.

2.   Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με την αβεβαιότητα των τιμών στην αγορά εντός της κατηγορίας ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά. Το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με την αβεβαιότητα των εξόδων εκκαθάρισης περιλαμβάνεται στην κατηγορία ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης. Το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με τον κίνδυνο υποδείγματος περιλαμβάνεται στην κατηγορία ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος.

Άρθρο 13

Υπολογισμός της ΠΠΑ των επενδυτικών εξόδων και των εξόδων χρηματοδότησης

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ των επενδυτικών εξόδων και των εξόδων χρηματοδότησης ώστε να αντικατοπτρίζει την αβεβαιότητα αποτίμησης στα έξοδα χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της τιμής εξόδου σύμφωνα με το ισχύον λογιστικό πλαίσιο.

2.   Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με την αβεβαιότητα των τιμών στην αγορά εντός της κατηγορίας ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά. Το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με την αβεβαιότητα των εξόδων εκκαθάρισης περιλαμβάνεται στην κατηγορία ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης. Το στοιχείο της ΠΠΑ σχετικά με τον κίνδυνο υποδείγματος περιλαμβάνεται στην κατηγορία ΠΠΑ κινδύνου υποδείγματος.

Άρθρο 14

Υπολογισμός της ΠΠΑ συγκεντρωμένων θέσεων

1.   Τα ιδρύματα εκτιμούν μια ΠΠΑ συγκεντρωμένης θέσης για συγκεντρωμένες θέσεις αποτίμησης («ατομικές ΠΠΑ συγκεντρωμένων θέσεων») εφαρμόζοντας την παρακάτω προσέγγιση τριών σταδίων:

α)

προσδιορίζουν τις συγκεντρωμένες θέσεις αποτίμησης·

β)

για κάθε συγκεντρωμένη θέση αποτίμησης που προσδιορίζεται, όπου δεν είναι διαθέσιμη τιμή της αγοράς που να εφαρμόζεται για το μέγεθος της θέσης αποτίμησης, εκτιμούν μια συνετή περίοδο εξόδου·

γ)

όταν η συνετής περίοδος εξόδου υπερβαίνει τις 10 ημέρες, εκτιμούν μια ΠΠΑ λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβλητότητα του δεδομένου αποτίμησης, τη μεταβλητότητα του εύρους τιμών αγοράς και πώλησης και τον αντίκτυπο της υποθετικής στρατηγικής εξόδου στις τιμές της αγοράς.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), ο προσδιορισμός των συγκεντρωμένων θέσεων αποτίμησης λαμβάνει υπόψη όλα τα εξής στοιχεία:

α)

το μέγεθος όλων των θέσεων αποτίμησης σε σχέση με τη ρευστότητα της σχετικής αγοράς·

β)

την ικανότητα του ιδρύματος να πραγματοποιεί συναλλαγές στην εν λόγω αγορά·

γ)

τον μέσο ημερήσιο όγκο της αγοράς και τον τυπικό ημερήσιο όγκο συναλλαγών του ιδρύματος.

Τα ιδρύματα καταρτίζουν και τεκμηριώνουν τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό των συγκεντρωμένων θέσεων αποτίμησης, για τις οποίες υπολογίζεται μια ΠΠΑ συγκεντρωμένων θέσεων.

3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνολική ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για τις ΠΠΑ συγκεντρωμένων θέσεων ως το άθροισμα των ατομικών ΠΠΑ συγκεντρωμένων θέσεων.

Άρθρο 15

Υπολογισμός της ΠΠΑ μελλοντικών διοικητικών δαπανών

1.   Όταν ένα ίδρυμα υπολογίζει τις ΠΠΑ αβεβαιότητας των τιμών στην αγορά και των εξόδων εκκαθάρισης για ένα άνοιγμα αποτίμησης, οι οποίες συνεπάγονται την πλήρη έξοδο από το άνοιγμα, το ίδρυμα μπορεί να εκτιμήσει μηδενική ΠΠΑ για μελλοντικά διοικητικά έξοδα.

2.   Όταν το άνοιγμα αποτίμησης δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει μηδενική ΠΠΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν την ΠΠΑ μελλοντικών διοικητικών δαπανών («ατομική ΠΠΑ μελλοντικών διοικητικών δαπανών») λαμβάνοντας υπόψη τις διοικητικές δαπάνες και τις μελλοντικές δαπάνες αντιστάθμισης κατά τη διάρκεια της αναμενόμενης ζωής των ανοιγμάτων αποτίμησης, για τα οποία δεν εφαρμόζεται τιμή άμεσης εξόδου για την ΠΠΑ εξόδων εκκαθάρισης, προεξοφλώντας με χρήση επιτοκίου που προσεγγίζει το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα μελλοντικά διοικητικά έξοδα περιλαμβάνουν όλα τα επιπρόσθετα έξοδα στελέχωσης και πάγια έξοδα που είναι πιθανό να πραγματοποιηθούν κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου, αλλά μπορεί να υποτεθεί μια μείωση των εν λόγω εξόδων όσο μειώνεται το μέγεθος του χαρτοφυλακίου.

4.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνολική ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για τις ΠΠΑ μελλοντικών διοικητικών δαπανών ως το άθροισμα των ατομικών ΠΠΑ μελλοντικών διοικητικών δαπανών.

Άρθρο 16

Υπολογισμός της ΠΠΑ πρόωρης λήξης

Τα ιδρύματα εκτιμούν μια ΠΠΑ πρόωρης λήξης λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές ζημίες που προκύπτουν από μη συμβατικές, πρόωρες λήξεις των συναλλαγών του πελάτη. Η ΠΠΑ πρόωρης λήξης υπολογίζεται αφού ληφθούν υπόψη το ποσοστό των συναλλαγών του πελάτη που έχουν ιστορικά λήξει πρόωρα και οι ζημίες που προκύπτουν στις εν λόγω περιπτώσεις.

Άρθρο 17

Υπολογισμός της ΠΠΑ λειτουργικού κινδύνου

1.   Τα ιδρύματα εκτιμούν μια ΠΠΑ λειτουργικού κινδύνου εκτιμώντας τις πιθανές ζημίες που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα του λειτουργικού κινδύνου που σχετίζεται με διαδικασίες αποτίμησης. Αυτή η εκτίμηση περιλαμβάνει εκτίμηση των θέσεων αποτίμησης που κρίνονται ότι είναι σε κίνδυνο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τεκμηρίωσης του ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων λόγω νομικών διαφορών.

2.   Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την εξελιγμένη προσέγγιση μέτρησης του λειτουργικού κινδύνου, όπως προσδιορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μπορεί να αναφέρει μηδενική ΠΠΑ λειτουργικού κινδύνου, υπό την προϋπόθεση να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο λειτουργικός κίνδυνος που σχετίζεται με τη διαδικασία αποτίμησης, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, λαμβάνεται πλήρως υπόψη από τον υπολογισμό της εξελιγμένης προσέγγισης μέτρησης.

3.   Σε άλλες περιπτώσεις πλην εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το ίδρυμα υπολογίζει μια ΠΠΑ λειτουργικού κινδύνου ύψους 10 % του αθροίσματος των συγκεντρωτικών ΠΠΑ επιπέδου κατηγορίας για την αβεβαιότητα των τιμών στην αγορά και τα έξοδα εκκαθάρισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ, ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

Άρθρο 18

Απαιτήσεις τεκμηρίωσης

1.   Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν επαρκώς τη μεθοδολογία συνετής αποτίμησης. Αυτή η τεκμηρίωση περιλαμβάνει τις εσωτερικές πολιτικές που παρέχουν καθοδήγηση για όλα τα παρακάτω στοιχεία:

α)

εύρος των μεθοδολογιών για την ποσοτικοποίηση των ΠΠΑ για κάθε θέση αποτίμησης·

β)

ιεράρχηση των μεθοδολογιών για κάθε κατηγορία στοιχείων του ενεργητικού, προϊόν ή θέση αποτίμησης·

γ)

ιεράρχηση των πηγών δεδομένων της αγοράς που χρησιμοποιούνται στη μεθοδολογία ΠΠΑ·

δ)

απαιτούμενα χαρακτηριστικά των δεδομένων της αγοράς για να δικαιολογηθεί η μηδενική ΠΠΑ για κάθε κατηγορία στοιχείων του ενεργητικού, προϊόν ή θέση αποτίμησης·

ε)

μεθοδολογία που εφαρμόζεται όταν για τον προσδιορισμό της ΠΠΑ χρησιμοποιείται προσέγγιση με βάση εμπειρογνώμονες·

στ)

μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια θέση αποτίμησης απαιτεί ΠΠΑ συγκεντρωμένης θέσης·

ζ)

τεκμαιρόμενος ορίζοντας εξόδου για τους σκοπούς του υπολογισμού των ΠΠΑ για συγκεντρωμένες θέσεις, κατά περίπτωση·

η)

στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εύλογης αξίας για τα οποία μια μεταβολή της λογιστικής αποτίμησης έχει μερικό ή μηδενικό αντίκτυπο στο κεφάλαιο CET1, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 8 παράγραφος 1.

2.   Τα ιδρύματα διατηρούν επίσης αρχεία για να υπάρχει δυνατότητα ανάλυσης του υπολογισμού των ΠΠΑ σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης, και παρέχονται πληροφορίες από τη διαδικασία υπολογισμού των ΠΠΑ στα ανώτερα διοικητικά στελέχη, ώστε να υπάρχει δυνατότητα κατανόησης του επιπέδου της αβεβαιότητας αποτίμησης των θέσεων εύλογης αξίας στο χαρτοφυλάκιο του ιδρύματος.

3.   Η τεκμηρίωση που προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 επανεξετάζεται τουλάχιστον ετησίως και εγκρίνεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

Άρθρο 19

Απαιτήσεις για συστήματα και έλεγχους

1.   Οι ΠΠΑ αρχικά εγκρίνονται, και στη συνέχεια παρακολουθούνται, από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου.

2.   Τα ιδρύματα διαθέτουν αποτελεσματικούς ελέγχους σχετικά με τη διακυβέρνηση όλων των θέσεων εύλογης αξίας, καθώς και επαρκείς πόρους για την εφαρμογή των εν λόγω ελέγχων και τη διασφάλιση αξιόπιστων διαδικασιών αποτίμησης, ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών. Αυτές οι ενέργειες περιλαμβάνουν όλα τα παρακάτω:

α)

τουλάχιστον μια ετήσια επανεξέταση της επίδοσης του υποδείγματος αποτίμησης·

β)

έγκριση από τη διοίκηση όλων των σημαντικών αλλαγών στις πολιτικές αποτίμησης·

γ)

μια σαφή δήλωση της διάθεσης του ιδρύματος για ανάληψη κινδύνων για άνοιγμα σε θέσεις που υπόκεινται σε αβεβαιότητα αποτίμησης, η οποία παρακολουθείται σε συνολικό επίπεδο ιδρύματος·

δ)

ανεξαρτησία στη διαδικασία αποτίμησης μεταξύ των μονάδων ανάληψης κινδύνων και ελέγχου·

ε)

μια ολοκληρωμένη διαδικασία εσωτερικού ελέγχου σχετικά με τις διαδικασίες αποτίμησης και τους ελέγχους.

3.   Τα ιδρύματα εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι που εφαρμόζονται με συνέπεια σε σχέση με τη διαδικασία αποτίμησης για θέσεις εύλογης αξίας. Αυτοί οι έλεγχοι αποτελούν αντικείμενο τακτικής εσωτερικής επανεξέτασης ελέγχου. Οι έλεγχοι περιλαμβάνουν όλα τα παρακάτω στοιχεία:

α)

μια επακριβώς καθορισμένη απογραφή των προϊόντων σε όλο το ίδρυμα, η οποία διασφαλίζει ότι κάθε θέση αποτίμησης αντιστοιχίζεται μοναδικά με έναν ορισμό προϊόντος·

β)

μεθοδολογίες αποτίμησης, για κάθε προϊόν στην απογραφή που καλύπτουν την επιλογή και τη βαθμονόμηση του υποδείγματος, τις προσαρμογές της εύλογης αξίας, τις ΠΠΑ, τις μεθοδολογίες ανεξάρτητης επαλήθευσης των τιμών που εφαρμόζονται στο προϊόν, καθώς και τη μέτρηση της αβεβαιότητας αποτίμησης·

γ)

τη διαδικασία επικύρωσης με την οποία εξασφαλίζεται ότι, για κάθε προϊόν, τόσο τα τμήματα ανάληψης κινδύνων όσο και τα σχετικά τμήματα ελέγχου εγκρίνουν τις μεθοδολογίες σε επίπεδο προϊόντος που περιγράφονται στο στοιχείο β) και βεβαιώνουν ότι αυτές αντικατοπτρίζουν την πραγματική πρακτική για κάθε θέση αποτίμησης που αντιστοιχίζεται με το προϊόν·

δ)

καθορισμένα όρια που βασίζονται σε παρατηρούμενα δεδομένα της αγοράς για τον προσδιορισμό του πότε τα μοντέλα αποτίμησης δεν είναι πλέον αρκετά αξιόπιστα·

ε)

μια επίσημη διαδικασία ανεξάρτητης επαλήθευσης των τιμών που βασίζεται σε τιμές ανεξάρτητες από τη σχετική μονάδα διαπραγμάτευσης·

στ)

μια νέα διαδικασία έγκρισης προϊόντων που αναφέρεται στην απογραφή προϊόντων και περιλαμβάνει όλα τα εσωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν σχέση με τη μέτρηση του κινδύνου, τον έλεγχο του κινδύνου, την υποβολή χρηματοοικονομικών αναφορών και την ταξινόμηση και επαλήθευση των αποτιμήσεων χρηματοπιστωτικών μέσων·

ζ)

μια νέα διαδικασία επανεξέτασης συμφωνιών για να εξασφαλιστεί ότι χρησιμοποιούνται δεδομένα τιμολόγησης από νέες συναλλαγές για να εκτιμηθεί κατά πόσον οι αποτιμήσεις παρόμοιων ανοιγμάτων αποτίμησης παραμένουν επαρκώς συνετές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 20

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 26 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τύποι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του αθροίσματος των ΠΠΑ βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 6, του άρθρου 10 παράγραφος 7 και του άρθρου 11 παράγραφος 7

Μέθοδος 1

APVA

=

(FV – PV) – 50 % · (FV – PV)

= (50 % · (FV – PV)

AVA

=

Σ APVA

Μέθοδος 2

APVA

=

max {0, (FV – PV) – 50 % · (EV – PV)}

= max {0, FV – 50 % · (EV + PV)}

AVA

=

Σ APVA

Όπου:

FV

=

η εύλογη αξία σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης, ύστερα από κάθε λογιστική προσαρμογή που εφαρμόζεται στην εύλογη αξία του ιδρύματος και μπορεί να προσδιοριστεί ότι αντιμετωπίζει την ίδια πηγή αβεβαιότητας αποτίμησης όπως η σχετική AVA (ΠΠΑ),

PV

=

η συνετή αξία σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης, προσδιορισμένη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

EV

=

η αναμενόμενη αξία σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης, η οποία έχει ληφθεί από ένα εύρος πιθανών τιμών,

APVA

=

η AVA (ΠΠΑ) σε επίπεδο ανοίγματος αποτίμησης μετά την προσαρμογή για άθροισμα,

AVA

=

η συνολική AVA (ΠΠΑ) επιπέδου κατηγορίας μετά την προσαρμογή για άθροισμα.


Top