EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016D0042(01)

Απόφαση (ΕΕ) 2017/935 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας και τις απαιτήσεις καταλληλότητας (ΕΚΤ/2016/42)

OJ L 141, 1.6.2017, p. 21–25 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 26/09/2021

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2017/935/oj

1.6.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 141/21


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2017/935 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 16ης Νοεμβρίου 2016

σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας και τις απαιτήσεις καταλληλότητας (ΕΚΤ/2016/42)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε),

Έχοντας υπόψη την απόφαση (ΕΕ) 2017/933 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με τον καθορισμό γενικού πλαισίου για την κατ' εξουσιοδότηση λήψη αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις (ΕΚΤ/2016/40) (2), και ιδίως το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ως αρμόδια αρχή για τις σημαντικές εποπτευόμενες οντότητες, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των μελών των διοικητικών τους οργάνων με τις απαιτήσεις καταλληλότητας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και τα άρθρα 93 και 94 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/17) (3).

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4): α) τα μέλη ενός διοικητικού οργάνου πρέπει να απολαύουν διαρκώς καλής φήμης και να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία για τους σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους, το δε διοικητικό όργανο συνολικά, ως συλλογικό όργανο, πρέπει να διαθέτει επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία ώστε να μπορεί να κατανοεί τις δραστηριότητες του ιδρύματος· β) κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου πρέπει να διαθέτει αρκετό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων του στο ίδρυμα και, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών και της φύσης, του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, δεν μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα περισσότερες θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου από τις εκάστοτε επιτρεπόμενες· γ) κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου πρέπει να ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση· και δ) οι εποπτευόμενες οντότητες πρέπει να εφαρμόζουν πολιτική που να προάγει τη διαφορετικότητα στα διοικητικά τους όργανα.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013, κατά την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων η ΕΚΤ υποχρεούται να εφαρμόζει το σύνολο της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας και, εφόσον αυτή συνίσταται σε οδηγίες, την εθνική νομοθεσία που τις μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη. Η ΕΚΤ υπόκειται επίσης στα ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εκπονεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και εγκρίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Η ΕΚΤ πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που καταρτίζει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με το ευρωπαϊκό εγχειρίδιο εποπτείας που έχει κληθεί να εκπονήσει η τελευταία σύμφωνα με τον ίδιο κανονισμό.

(4)

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές EBA/GL/2012/06 της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (6), κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας ορισμένου μέλους διοικητικού οργάνου, πέραν των κριτηρίων που αφορούν τη φήμη και εμπειρία του συγκεκριμένου μέλους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και κριτήρια συναφή με τη λειτουργία του ίδιου του διοικητικού οργάνου. Εν προκειμένω η αξιολόγηση θα πρέπει να καταλαμβάνει τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων των μελών του διοικητικού οργάνου, την ικανότητά τους να διαθέτουν επαρκή χρόνο και να εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό συνθήκες ανεξαρτησίας, χωρίς να υπόκεινται σε αθέμιτες επιρροές τρίτων, την εν γένει σύνθεση του διοικητικού οργάνου και τη γνώση και εμπειρία που αυτό καλείται να διαθέτει ως συλλογικό όργανο. Τούτο δεν θίγει την αξιολόγηση της εφαρμογής των ρυθμίσεων διακυβέρνησης του ιδρύματος για τους σκοπούς του άρθρου 88 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(5)

Εκτός από την εθνική νομοθεσία που μεταφέρει το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στην οικεία έννομη τάξη, οι αποφάσεις της ΕΚΤ για την αξιολόγηση της καταλληλότητας θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση και με απαιτήσεις που τυχόν προβλέπουν άλλες διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας. Επομένως, το κατά πόσον μια απόφαση μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση θα πρέπει να αξιολογείται με την επιφύλαξη της αξιολόγησης της πλήρωσης των απαιτήσεων καταλληλότητας που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία.

(6)

Ως αρμόδια αρχή η ΕΚΤ καλείται να εκδίδει σημαντικό αριθμό αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας κάθε χρόνο. Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία λήψης των σχετικών αποφάσεων απαιτείται εξουσιοδοτική απόφαση. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει την αναγκαιότητα της εξουσιοδότησης ως μέσου που επιτρέπει σε όργανα τα οποία καλούνται να εκδίδουν σημαντικό αριθμό αποφάσεων να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Ομοίως, έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να εξασφαλίζεται η ικανότητα λειτουργίας των αποφασιστικών οργάνων, η οποία αντιστοιχεί σε αρχή συμφυή σε κάθε θεσμικό σύστημα (7).

(7)

Η εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων θα πρέπει να είναι περιορισμένη και να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, η δε έκτασή της να ορίζεται με σαφήνεια.

(8)

Η απόφαση (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40) καθορίζει την τηρητέα διαδικασία ενόψει της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση εποπτικών αποφάσεων και τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να παρέχεται η σχετική εξουσιοδότηση. Η εν λόγω απόφαση δεν επηρεάζει την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ούτε θίγει την αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου να προτείνει ολοκληρωμένα σχέδια αποφάσεων προς το διοικητικό συμβούλιο.

(9)

Εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση, οι αποφάσεις αξιολόγησης της καταλληλότητας θα πρέπει να εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και του άρθρου 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2 (8).

(10)

Εφόσον θεωρείται ότι ορισμένο μέλος διοικητικού οργάνου δεν πληροί τις απαιτήσεις καταλληλότητας, η σχετική απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας δεν θα πρέπει να εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση, αλλά βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων. Έτσι, στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων αν είναι δυνατή η έκδοση κατ' εξουσιοδότηση απόφασης είναι αναγκαίο να προβλέπεται επαρκής χρόνος για την εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων. Για τον λόγο αυτό, εάν ορισμένη εθνική αρμόδια αρχή δεν υποβάλλει στην ΕΚΤ σχέδιο κατ' εξουσιοδότηση απόφασης το αργότερο 20 εργάσιμες ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης αξιολόγησης της καταλληλότητας βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, η απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων. Εξάλλου, η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που, λόγω ελλιπούς πληροφόρησης εκ μέρους της εθνικής αρμόδιας αρχής ή πολυπλοκότητας της αξιολόγησης, οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων διατηρούν επιφυλάξεις ως προς το αν ορισμένο μέλος πληροί τις απαιτήσεις καταλληλότητας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «απαιτήσεις καταλληλότητας»: οι απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν σε διαρκή βάση τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας σημαντικής εποπτευόμενης οντότητας σύμφωνα με το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και με κάθε άλλη ισχύουσα νομοθεσία·

2)   «απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας»: απόφαση της ΕΚΤ η οποία ορίζει αν ορισμένο πρόσωπο πληροί τις απαιτήσεις καταλληλότητας·

3)   «ισχύουσα νομοθεσία»: το σχετικό ενωσιακό δίκαιο κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και κάθε εθνική νομοθεσία σχετική με την αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας·

4)   «συμμετέχον κράτος μέλος»: συμμετέχον κράτος μέλος κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

5)   «σημαντική εποπτευόμενη οντότητα»: σημαντική εποπτευόμενη οντότητα κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

6)   «εποπτευόμενη οντότητα»: εποπτευόμενη οντότητα κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

7)   «σημαντικός εποπτευόμενοs όμιλος»: σημαντικός εποπτευόμενος όμιλος κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 σημείο 22) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

8)   «κατ' εξουσιοδότηση απόφαση»: απόφαση εκδιδόμενη βάσει εξουσιοδότησης την οποία παρέχει το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με την απόφαση (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40)·

9)   «διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο κατά τους ορισμούς του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 2 αυτής·

10)   «μέλος»: μέλος διοικητικού οργάνου που έχει προταθεί ή ορισθεί ή, κατά περίπτωση, κάτοχος καίριας θέσης που έχει προταθεί ή ορισθεί, κατά τους ορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας·

11)   «προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων»: προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ οι οποίοι εξουσιοδοτούνται για την από κοινού έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας·

12)   «εθνική αρμόδια αρχή»: εθνική αρμόδια αρχή κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

13)   «διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων»: η διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, όπως εξειδικεύεται περαιτέρω στο άρθρο 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2·

14)   «Οδηγός για την αξιολόγηση της ικανότητας και καταλληλότητας των μελών των διοικητικών οργάνων πιστωτικών ιδρυμάτων»: κείμενο που φέρει τον συγκεκριμένο τίτλο, το οποίο εκδίδεται και τροποποιείται κατά καιρούς σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων, δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ και περιέχει κατευθυντήριες οδηγίες για τον ενδεδειγμένο τρόπο αξιολόγησης της καταλληλότητας για εποπτικούς σκοπούς·

15)   «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά τους ορισμούς του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9)·

Άρθρο 2

Εξουσιοδότηση όσον αφορά αποφάσεις αξιολόγησης της καταλληλότητας

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40), με την παρούσα απόφαση το διοικητικό συμβούλιο εξουσιοδοτεί τους προϊστάμενους υπηρεσιακών μονάδων που ορίζονται από την εκτελεστική επιτροπή κατά το άρθρο 5 της ως άνω απόφασης να εκδίδουν αποφάσεις αξιολόγησης της καταλληλότητας.

2.   Οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων εκδίδουν κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεις σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και την ισχύουσα νομοθεσία.

Άρθρο 3

Πεδίο της εξουσιοδότησης

1.   Απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας δεν μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση εάν η οικεία εποπτευόμενη οντότητα είναι ένα από τα παρακάτω:

α)

η εποπτευόμενη οντότητα στο υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης σημαντικού εποπτευόμενου ομίλου στα συμμετέχοντα κράτη μέλη·

β)

το πιστωτικό ίδρυμα σημαντικού εποπτευόμενου ομίλου με τη μεγαλύτερη συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού, εφόσον είναι διαφορετικό από την οντότητα του στοιχείου α)·

γ)

σημαντική εποπτευόμενη οντότητα που δεν ανήκει σε σημαντικό εποπτευόμενο όμιλο.

2.   Απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας δεν μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση εάν:

α)

ορίζει ότι το μέλος δεν πληροί τις απαιτήσεις καταλληλότητας· ή

β)

περιέχει όρους, εκτός αν αυτοί είναι αναγκαίοι για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης του μέλους με τις απαιτήσεις καταλληλότητας και έχουν συνομολογηθεί γραπτώς.

3.   Απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας δεν μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση εάν, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν υποβληθεί στην ΕΚΤ:

α)

εκκρεμούν κατά του μέλους ποινικές διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου ή το μέλος έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα σε πρώτο ή τελευταίο βαθμό·

β)

έχει ολοκληρωθεί ή βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα που αφορά τη μη συμμόρφωση του μέλους με νομοθετική ή κανονιστική διάταξη σχετική με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή εκκρεμεί εις βάρος του ή του έχει επιβληθεί σχετική πράξη εκτέλεσης ή διοικητική κύρωση·

4.   Απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας δεν μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση εάν:

α)

η εθνική αρμόδια αρχή δεν υποβάλει στην ΕΚΤ σχέδιο κατ' εξουσιοδότηση απόφασης το αργότερο 20 εργάσιμες ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης αξιολόγησης της καταλληλότητας βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας· ή

β)

λόγω ελλιπούς πληροφόρησης ή πολυπλοκότητας της αξιολόγησης, η απόφαση αξιολόγησης της καταλληλότητας πρέπει να εκδοθεί βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων.

5.   Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η έκδοση κατ' εξουσιοδότηση απόφασης αξιολόγησης της καταλληλότητας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4, αυτή πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων.

6.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 έως 4, εάν η αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας αφορά περισσότερα μέλη διοικητικού οργάνου και δεν μπορεί να εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση απόφαση για ένα ή περισσότερα εξ αυτών, κατόπιν της αξιολόγησης πρέπει να εκδίδονται δύο αποφάσεις αξιολόγησης της καταλληλότητας. Η μία απόφαση πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων και η άλλη κατ' εξουσιοδότηση.

Άρθρο 4

Αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας

Η αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, να λαμβάνει υπόψη τον Οδηγό για την αξιολόγηση της ικανότητας και καταλληλότητας των μελών των διοικητικών οργάνων πιστωτικών ιδρυμάτων (κεφάλαιο σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης) και να καλύπτει τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

Εμπειρία. Το μέλος πρέπει να διαθέτει επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του.

β)

Φήμη. Το μέλος πρέπει πάντα να απολαύει επαρκώς καλής φήμης προκειμένου να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση της εποπτευόμενης οντότητας. Στην αξιολόγηση της καλής φήμης δεν εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας.

γ)

Πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και ανεξάρτητη βούληση. Το μέλος πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί ανεξάρτητα. Η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών πρέπει να περιλαμβάνει και αξιολόγηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της εποπτευόμενης οντότητας όσον αφορά την αποκάλυψη, τον μετριασμό, τη διαχείριση ή την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων.

δ)

Διάθεση επαρκούς χρόνου. Το μέλος πρέπει να είναι σε θέση να αφιερώνει επαρκή χρόνο στην άσκηση των καθηκόντων του στην εποπτευόμενη οντότητα. Την αξιολόγηση του συγκεκριμένου κριτηρίου μπορούν να επηρεάζουν διάφοροι παράγοντες, όπως ο αριθμός των θέσεων που αυτό κατέχει σε διοικητικά συμβούλια, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της εποπτευόμενης οντότητας, καθώς και άλλες σχετικές δεσμεύσεις.

ε)

Καταλληλότητα σε συλλογικό επίπεδο. Κατά τον χρόνο της αρχικής αξιολόγησης της καταλληλότητάς του το μέλος πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με την απαίτηση καταλληλότητας σε συλλογικό επίπεδο, λαμβανομένης υπόψη της διαρκούς εποπτείας του πλαισίου διακυβέρνησης της εποπτευόμενης οντότητας, καθώς και της αυτοαξιολόγησης του διοικητικού οργάνου, ιδίως ως προς τη σύνθεσή του και τις ανάγκες του από άποψη καταλληλότητας σε συλλογικό επίπεδο.

Άρθρο 5

Μεταβατική διάταξη

Η παρούσα απόφαση δεν εφαρμόζεται σε προτάσεις για την έκδοση αποφάσεων αξιολόγησης της καταλληλότητας που έχουν υποβάλει στην ΕΚΤ εθνικές αρμόδιες αρχές πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.

Άρθρο 6

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φρανκφούρτη, 16 Νοεμβρίου 2016.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.

(2)  Βλέπε σελίδα 14 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(6)  Κατευθυντήριες γραμμές της EBA/GL/2012/06 της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της 22ας Νοεμβρίου 2012, σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου και των κατόχων καίριων θέσεων.

(7)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986 στην υπόθεση 5/85, AKZO Chemie BV και AKZO Chemie UK Ltd κατά Επιτροπής, ECLI: ΕΕ: C: 1986: 328, σκέψη 37, και απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 2005 στην υπόθεση C-301/02 P, Carmine Salvatore Tralli κατά ΕΚΤ, ECLI:EU:C:2005:306, σκέψη 59.

(8)  Απόφαση ΕΚΤ/2004/2, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 33).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).


Top