Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32015D1128(01)

Απόφαση του προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2015, που τροποποιεί τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ΕΕ C 397 της 28.11.2015, pp. 2–8 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document No longer in force, Date of end of validity: 15/07/2024; καταργήθηκε εμμέσως από 32024D02814

28.11.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 397/2


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΊΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ

της 26ης Οκτωβρίου 2015

που τροποποιεί τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

(2015/C 397/03)

ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 223 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1) («το καθεστώς»),

Έχοντας υπόψη τα άρθρα 10 και 25 του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι:

(1)

Με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή των κανόνων για τους διαπιστευμένους και τοπικούς βοηθούς κατά τη διάρκεια της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου, απαιτείται μια σειρά από αλλαγές στα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2) («τα μέτρα εφαρμογής»). Κύριος στόχος των αλλαγών αυτών είναι να αποσαφηνιστούν ορισμένοι κανόνες, να αντιμετωπισθούν ανεπάρκειες που κατέστησαν εμφανείς κατά την εφαρμογή των εκτελεστικών μέτρων και να βελτιωθεί η διοίκηση.

(2)

Η ανάληψη των εξόδων βουλευτικής επικουρίας θα πρέπει να περιορίζεται στις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα των 30 ημερών που προηγούνται της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης ανάληψης εξόδων στην αρμόδια υπηρεσία του Κοινοβουλίου. Αυτό θα επιτρέψει να απορρίπτονται οι αιτήσεις που έχουν υποβληθεί με τόσο μεγάλη καθυστέρηση ώστε να μην είναι δυνατόν να διαπιστωθεί κατά πόσον οι δηλωθείσες υπηρεσίες πράγματι παρασχέθηκαν και αν τηρήθηκε η εθνική κοινωνική και εργατική νομοθεσία.

(3)

Το μέγιστο ποσό που αναλαμβάνεται για βουλευτική επικουρία παρέμεινε αμετάβλητο από το 2011, παρά την αύξηση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το ποσό αυτό θα πρέπει, επομένως, να αυξηθεί κατά 1 500 ευρώ σε 22 879 ευρώ μηνιαίως. Στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 29ης Απριλίου 2015 σχετικά με τις προβλέψεις εσόδων και δαπανών του Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος 2016, υπάρχει πρόβλεψη για τις πιστώσεις που απαιτούνται για την αύξηση αυτή.

(4)

Η αρχή της διαφάνειας κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σημασία της έχει υπογραμμιστεί, μεταξύ άλλων, από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σε επιστολή του της 30ής Σεπτεμβρίου 2002 προς τον πρόεδρο της Επιτροπής. Υπό το πρίσμα της εν λόγω αρχής, θα πρέπει να δημοσιεύονται, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασής τους, πλήρη στοιχεία ως προς τα ονόματα των ασκουμένων, καθώς και τα ονόματα και τις εταιρικές επωνυμίες των παρόχων υπηρεσιών και των εντολοδόχων πληρωμών τους οποίους αφορά η ανάληψη των εξόδων βουλευτικής επικουρίας.

(5)

Στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 29ης Απριλίου 2015, το Κοινοβούλιο ζητεί μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών και τοπικών βοηθών. Για τον σκοπό αυτό, το 25 % του κονδυλίου βουλευτικής επικουρίας θα πρέπει να προορίζεται για τις αμοιβές των διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών ενώ οι δαπάνες για τοπικούς βοηθούς, παρόχους υπηρεσιών και εντολοδόχους πληρωμών θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καθορίζονται κατ' ανώτατο όριο στο 75 % του κονδυλίου.

(6)

Οι μισθοί και οι αμοιβές των τοπικών βοηθών θα πρέπει να υπόκεινται σε ανώτατα όρια σύμφωνα με τις αρχές που περιλαμβάνονται στις συστάσεις που διατύπωσε η προσωρινή ομάδα αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή των καθεστώτων των βουλευτών και των βοηθών και την εμπειρία από την εφαρμογή των εν λόγω συστάσεων από το 2012, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος υπερβολικής απόκλισης των αμοιβών από τις αντίστοιχες μέσες αμοιβές που καταβάλλονται στα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τα επιτελούμενα καθήκοντα. Τα ανώτατα όρια ως προς τις αμοιβές θα πρέπει να καθορίζονται για κάθε κράτος μέλος σε συνάρτηση με τις μέσες ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές που έχει καταγράψει η Eurostat για το οικείο κράτος μέλος, πολλαπλασιαζόμενες επί τρία. Τα ανώτατα όρια που υπολογίζονται με αυτό τον τρόπο δεν θα πρέπει, ωστόσο, να είναι χαμηλότερα από τον βασικό μισθό διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού στον βαθμό 6 ούτε υψηλότερα από τον βασικό μισθό διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού στον βαθμό 19. Το προεδρείο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναπροσαρμόζει τα ανώτατα όρια αναφοράς, τα οποία θα πρέπει να δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο του Κοινοβουλίου.

(7)

Η αμοιβή των εντολοδόχων πληρωμών θα πρέπει να ρυθμίζεται με τον καθορισμό της σε επίπεδο όχι μεγαλύτερο του 10 % των ποσών για την καταβολή των οποίων είναι υπεύθυνος ο εντολοδόχος και δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά το 4 % των κονδυλίων που διατίθενται για έξοδα βουλευτικής επικουρίας.

(8)

Με βάση την κτηθείσα εμπειρία, πρέπει να προσδιορίζονται η φύση και το περιεχόμενο των εγγράφων που θα πρέπει να προσκομίζονται κατά την υποβολή αίτησης για την ανάληψη του κόστους των συμβάσεων απασχόλησης των τοπικών βοηθών. Ειδικότερα, θα πρέπει να παρέχεται στην αρμόδια υπηρεσία του Κοινοβουλίου λεπτομερής περιγραφή καθηκόντων, λεπτομερής ένδειξη του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης, επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου ταυτότητας, απόδειξη του τόπου κατοικίας, απόδειξη των επαγγελματικών προσόντων και της επαγγελματικής πείρας και δήλωση ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.

(9)

Κατά την ετήσια λογιστική τακτοποίηση των δαπανών για τους τοπικούς βοηθούς που καλύπτονται από σύμβαση εργασίας, οι εντολοδόχοι πληρωμών είναι αυτοί που θα πρέπει να προσκομίζουν έγγραφα όπως αποδεικτικό υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ή ασφαλιστικής κάλυψης έναντι ατυχήματος. Οι βουλευτές εξαρτώνται, κατά κανόνα, από τις εθνικές αρχές για την έκδοση των εγγράφων αυτών και οι αρχές αυτές συχνά αδυνατούν να τα εκδώσουν εντός των προθεσμιών που ισχύουν επί του παρόντος.

(10)

Με βάση την κτηθείσα εμπειρία, ορισμένες απαιτήσεις που ισχύουν για τους τοπικούς βοηθούς στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, και συγκεκριμένα οι απαιτήσεις όσον αφορά την απόσταση μεταξύ τόπου κατοικίας και τόπου εργασίας, την εκτέλεση εξωτερικών δραστηριοτήτων και την υποψηφιότητα σε εκλογές, χρήζουν αποσαφήνισης.

(11)

Θα πρέπει να οριστεί ειδική διαδικασία με βάση τις αρχές που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) για την ανάληψη του κόστους υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αιτήσεις ανάληψης εξόδων πρέπει να συνοδεύονται από κοστολόγιο και σχέδιο σύμβασης που θα ορίζει με σαφήνεια τη φύση των υπηρεσιών που θα παρέχονται. Επιπλέον, όταν πρόκειται για υπηρεσίες άνω των 60 000 ευρώ, θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι έχει επιλεγεί η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά μεταξύ τουλάχιστον τριών προσφορών.

(12)

Οι διατάξεις για τη σύγκρουση συμφερόντων θα πρέπει να τροποποιηθούν προκειμένου να καθίσταται σαφής η απαγόρευση χρηματοδότησης πολιτικών δραστηριοτήτων ή κάλυψης προσωπικών εξόδων.

(13)

Επιπλέον, καλό θα είναι να γίνουν ορισμένες τροποποιήσεις στο άρθρο 46 των μέτρων εφαρμογής σχετικά με τη λήξη του δικαιώματος στη μεταβατική αποζημίωση για τους βουλευτές που αναλαμβάνουν εντολή σε άλλο κοινοβούλιο ή δημόσιο αξίωμα, με βάση αφενός την εμπειρία που είχε αποκτηθεί στο τέλος της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου και αφετέρου την ανάγκη τα μέτρα εφαρμογής να αποτυπώνουν πλήρως τους στόχους και το περιεχόμενο των συναφών διατάξεων του καθεστώτος, ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2, και τα άρθρα 11 και 13, σύμφωνα με την αρχή της απαγόρευσης της συσσώρευσης πληρωμών από δημόσιους πόρους· κατά συνέπεια, τα ποσά που εισπράττει ένας βουλευτής κατά την άσκηση εντολής σε άλλο κοινοβούλιο ή δημόσιου αξιώματος, με εξαίρεση κάθε επιστροφή με βάση τις πραγματικές δαπάνες, θα αφαιρούνται από τη μεταβατική αποζημίωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως προβλέπεται επί του παρόντος από το άρθρο 11 του καθεστώτος για την περίπτωση των παράλληλων μισθών. Το νέο αυτό καθεστώς, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συνεπής εφαρμογή του, θα πρέπει να ισχύσει από την αρχή της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τα μέτρα εφαρμογής τροποποιούνται ως εξής:

1.

Το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Αναλαμβάνονται τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της βουλευτικής εντολής. Μπορούν να αναληφθούν μόνο τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν κατ' ανώτατο όριο 30 ημέρες πριν από την υποβολή της αίτησης ανάληψης εξόδων σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.»·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Το μέγιστο μηνιαίο ποσό των εξόδων που αναλαμβάνονται για όλους τους προσωπικούς συνεργάτες που αναφέρονται στο άρθρο 34 ορίζεται σε 22 879 ευρώ με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2016.».

2.

Το άρθρο 34 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Πλείονες βουλευτές μπορούν, με γραπτή συμφωνία, να συγκροτούν ομάδες για την από κοινού πρόσληψη ή χρήση των υπηρεσιών του ιδίου ή περισσοτέρων βοηθών όπως προβλέπει η παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι βουλευτές ορίζουν μεταξύ τους έναν ή περισσότερους βουλευτές εξουσιοδοτημένους να υπογράφουν σύμβαση ή να υποβάλλουν αίτηση πρόσληψης για λογαριασμό της ομάδας βουλευτών.

Οι βουλευτές υποβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία γραπτή δήλωση όπου καθορίζεται η κατανομή των αντίστοιχων συμμετοχών που αφαιρούνται από το ποσό που προβλέπει το άρθρο 33 παράγραφος 4.»·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Οι βουλευτές μπορούν επίσης να προσφεύγουν σε παρόχους υπηρεσιών που είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα για να χρησιμοποιούν περιστασιακές και σαφώς προσδιορισμένες υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την άσκηση της βουλευτικής εντολής τους, υπό τους όρους που προβλέπει το παρόν κεφάλαιο.»·

γ)

οι παράγραφοι 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Το προεδρείο εγκρίνει κατάλογο των εξόδων που μπορούν να αναλαμβάνονται για τους σκοπούς της βουλευτικής επικουρίας.

8.   Τα ονόματα των βοηθών και των ασκουμένων, καθώς και τα ονόματα ή οι εταιρικές επωνυμίες των παρόχων υπηρεσιών και των εντολοδόχων πληρωμών δημοσιεύονται, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασής τους, μαζί με το όνομα του βουλευτή ή των βουλευτών που επικουρούν, στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Οι εν λόγω βοηθοί, ασκούμενοι, πάροχοι υπηρεσιών και εντολοδόχοι πληρωμών μπορούν, για δεόντως αιτιολογημένους λόγους προστασίας της ασφάλειάς τους, να ζητήσουν γραπτώς να μη δημοσιευτεί το όνομα ή η εταιρική επωνυμία τους στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο γενικός γραμματέας αποφασίζει εάν θα αποδεχτεί το συγκεκριμένο αίτημα.»·

δ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«9.   Οι εν ισχύι συμβάσεις μεταξύ ενός βουλευτή και διαπιστευμένων βοηθών σε μια δεδομένη στιγμή δεν μπορεί να υπερβαίνουν τον αριθμό των τριών, ανεξαρτήτως της διάρκειας της εργασίας που προβλέπεται στις εν λόγω συμβάσεις. Το όριο αυτό μπορεί να αυξηθεί σε τέσσερις κατόπιν ρητής εξαίρεσης που παραχωρεί ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αφού η αρμόδια υπηρεσία ελέγξει ότι ο ενδιαφερόμενος βουλευτής διαθέτει επαρκείς χώρους γραφείων σύμφωνα με τους κανόνες χρησιμοποίησης των κτηρίων του Κοινοβουλίου, λαμβανομένου επίσης υπόψη του αριθμού των ασκουμένων.

10.   Τουλάχιστον το 25 % του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος 4 διατίθεται για την καταβολή των εξόδων που απορρέουν από τον τίτλο VII του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, κάθε κόστος σε σχέση με τα έξοδα βουλευτικής επικουρίας πλην αυτού που απορρέει από τον τίτλο VII του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά το 75 % του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος 4.

Επιπλέον, τα έξοδα για την παροχή υπηρεσιών του άρθρου 34 δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 25 % του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος 4.

Τα όρια αυτά υπολογίζονται σε σωρευτική βάση ανά οικονομικό έτος των μηνιαίων δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 33 παράγραφος 4, αυξημένων κατ' αναλογία με τη μεταφορά του μη χρησιμοποιηθέντος υπολοίπου στο επόμενο οικονομικό έτος βάσει του άρθρου 33 παράγραφος 6.

11.   Το Κοινοβούλιο αναλαμβάνει τα έξοδα των τοπικών βοηθών, ήτοι τις ακαθάριστες αποδοχές ή αμοιβές προ ΦΠΑ μέχρι μηνιαίων ορίων τα οποία καθορίζονται από το Προεδρείο σύμφωνα με την παράγραφο 12. Τα όρια μπορούν να αναπροσαρμόζονται σε ετήσια βάση από το προεδρείο. Τα εφαρμοστέα όρια δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου.

12.   Τα όρια αντιστοιχούν στο τριπλάσιο του ποσού αναφοράς. Το ποσό αναφοράς είναι το ένα δωδέκατο του ποσού που δημοσιεύει η Eurostat ως μέση ετήσια ακαθάριστη αμοιβή των απασχολουμένων με πλήρη απασχόληση στο κράτος μέλος εκλογής του ενδιαφερόμενου βουλευτή.

Ωστόσο, τα ανώτατα όρια που υπολογίζονται με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερα από τον βασικό μισθό διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού στον βαθμό 6 ή ανώτερα από τον βασικό μισθό διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού στον βαθμό 19.

Τυχόν επίδομα αναλαμβάνεται μόνο μέχρι των προαναφερθέντων ανώτατων ορίων υπολογιζόμενων σε ετήσια βάση.

Τα όρια μειώνονται κατ' αναλογία όταν ο τοπικός βοηθός εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ή σε περίπτωση που ο τοπικός βοηθός δεν εργάζεται ολόκληρο μήνα.».

3.

Στο άρθρο 35, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι βουλευτές συνάπτουν ατομική σύμβαση με εντολοδόχο πληρωμών της επιλογής τους ο οποίος πληροί την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 2.

Τα έξοδα που προκύπτουν από τη χρήση των υπηρεσιών εντολοδόχου πληρωμών σύμφωνα με την παράγραφο 1, καλύπτονται από την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 33 παράγραφος 4 και δεν υπόκεινται στα όρια του άρθρου 34 παράγραφος 10 όσον αφορά τις υπηρεσίες.

Η προ ΦΠΑ αμοιβή του εντολοδόχου πληρωμών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % του μισθολογικού κόστους, της αμοιβής και των αποζημιώσεων των τοπικών βοηθών, των παρόχων υπηρεσιών και των ασκουμένων για την καταβολή των οποίων φέρει την ευθύνη, ούτε το 4 % του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος 4.

Τα ανώτατα όρια της αμοιβής των εντολοδόχων πληρωμών επαληθεύονται σε σωρευτική βάση ανά ημερολογιακό έτος αναλογικά προς τη διάρκεια της σύμβασής τους.».

4.

Το άρθρο 38 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 38

Έγγραφα που πρέπει να υποβληθούν στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας

Οι αιτήσεις ανάληψης εξόδων για σύμβαση εργασίας περιέχουν:

α)

το πρωτότυπο της σύμβασης εργασίας που συνήψε ο βουλευτής με τον τοπικό βοηθό του·

β)

λεπτομερή περιγραφή καθηκόντων και ακριβή διεύθυνση εκτέλεσης της εργασίας·

γ)

αναλυτικό φύλλο υπολογισμού των μισθών, των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών και των εργαζομένων και των λοιπών προβλέψιμων εξόδων που πρέπει να καταβληθούν ή να αναληφθούν κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και κατά τη λήξη της σύμβασης, όπου λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που διέπουν τον ελάχιστο μισθό, και οι συμβατικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων για την ανάληψη τυχόν εξόδων αποστολής·

δ)

επικυρωμένο αντίγραφο έγκυρου εγγράφου ταυτότητας του τοπικού βοηθού·

ε)

αποδεικτικό έγγραφο του συνήθους τόπου διαμονής του τοπικού βοηθού·

στ)

αποδεικτικό έγγραφο των επαγγελματικών προσόντων και της επαγγελματικής πείρας του τοπικού βοηθού· και

ζ)

δήλωση, προσυπογεγραμμένη από τον βουλευτή, ότι ο τοπικός βοηθός, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασής του, δεν θα αναλάβει, άμεσα ή έμμεσα, άλλες δεσμεύσεις —έστω και άνευ αποδοχών— έναντι οργάνωσης πολιτικού σκοπού όπως πολιτικό κόμμα, ίδρυμα, κίνημα ή κοινοβουλευτική πολιτική ομάδα, εάν οι δραστηριότητες αυτές είναι τέτοιες ώστε να παρεμποδίζεται η άσκηση των καθηκόντων του ως βοηθού ή να δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων.».

5.

Το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Λογιστική τακτοποίηση»·

1.   Ο εντολοδόχος πληρωμών υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του έτους που έπεται του οικονομικού έτους αναφοράς του Κοινοβουλίου, ιδίως για την τακτοποίηση των προκαταβολών που δόθηκαν, κατάσταση των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν για μισθούς, φορολογικές κρατήσεις και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών και των εργαζομένων και κάθε άλλου αναλαμβανόμενου εξόδου, για καθένα από τους απασχολούμενους βοηθούς. Επιπλέον, ο εντολοδόχος πληρωμών προσκομίζει αποδεικτικά όσον αφορά την υπαγωγή των τοπικών βοηθών σε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στα οποία ως εργοδότης εμφαίνεται ο βουλευτής, και πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι εργατικών ατυχημάτων εφόσον το απαιτεί η ισχύουσα εθνική νομοθεσία. Βεβαιώνει επίσης ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις που προβλέπει η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.

Σε περίπτωση λήξης της σύμβασης μεταξύ του εντολοδόχου πληρωμών και του βουλευτή και μετά το πέρας της εντολής του βουλευτή, οι υποχρεώσεις αυτές εκπληρούνται εντός μέγιστης προθεσμίας τριών μηνών.

Οι καταστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταρτίζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζει το Κοινοβούλιο.

2.   Μετά τον έλεγχο των καταστάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, αποστέλλεται από την αρμόδια υπηρεσία κοινοποίηση στον εντολοδόχο πληρωμών, με αντίγραφο στον βουλευτή, με την οποία διαπιστώνεται η κανονικότητα ή μη των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν και επισημαίνονται, κατά περίπτωση, τα δικαιολογητικά που λείπουν και πρέπει να προσκομιστούν.

Σε περίπτωση που η κοινοποίηση διαπιστώνει τη μη κανονικότητα των πληρωμών, τα έγγραφα που απαιτούνται για την τακτοποίηση των πληρωμών υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης. Διαφορετικά, το Κοινοβούλιο εφαρμόζει τα άρθρα 67 και 68.».

6.

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 39α

Υποχρεώσεις στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας

1.   Ο εντολοδόχος πληρωμών τηρεί, για το χρονικό διάστημα που ορίζει η εθνική νομοθεσία και επί τουλάχιστον ένα έτος από τη λήξη της σχετικής κοινοβουλευτικής περιόδου, βιβλιάριο καταστάσεων μισθοδοσίας το οποίο σημειώνει συγκεφαλαιωτικά τους καταβληθέντες μισθούς καθώς και τις φορολογικές κρατήσεις και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών και των εργαζομένων. Εάν η σύμβαση με τον εντολοδόχο πληρωμών λήξει πριν από τη λήξη της εντολής του βουλευτή, επικυρωμένο αντίγραφο του βιβλιαρίου καταστάσεων μισθοδοσίας διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στον νέο εντολοδόχο πληρωμών της επιλογής του βουλευτή, κατά το άρθρο 35 παράγραφος 3.

2.   Οι βοηθοί απέχουν από κάθε συμπεριφορά που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του βουλευτή τον οποίον επικουρούν και με τα συμφέροντα του Κοινοβουλίου. Ενημερώνουν αμελλητί τον ενδιαφερόμενο βουλευτή για την πρόθεσή τους να ασκήσουν αμειβόμενη ή μη αμειβόμενη εξωτερική δραστηριότητα ή να θέσουν υποψηφιότητα σε εκλογές.

Οι βοηθοί υποχρεούνται να διαμένουν σε απόσταση από τον τόπο εργασίας τους η οποία δεν τους εμποδίζει στην άσκηση των καθηκόντων τους.

3.   Ο βουλευτής ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία για όλες τις αλλαγές που έχουν επέλθει στις σχέσεις εργασίας του και οι οποίες έχουν επίπτωση στα έξοδα βουλευτικής επικουρίας, καθώς και για την ενδεχόμενη πρόθεση βοηθών του να ασκήσουν εξωτερικές δραστηριότητες ή να θέσουν υποψηφιότητα σε εκλογές. Ο βουλευτής διασφαλίζει ότι οι εξωτερικές δραστηριότητες και η υποψηφιότητα σε εκλογές δεν επηρεάζουν τους βοηθούς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και δεν αντίκεινται στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να ζητήσει αποδεικτικά για τον διακανονισμό που έχει γίνει προς τούτο με τους ενδιαφερόμενους βοηθούς.

4.   Οι τοπικοί βοηθοί που προτίθενται να θέσουν υποψηφιότητα σε εκλογές ενεργούν σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις για τις προεκλογικές εκστρατείες. Τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της επίσημης εκστρατείας, οι βοηθοί πρέπει να βρίσκονται σε ετήσια άδεια ή σε άδεια άνευ αποδοχών. Σε περίπτωση εκλογής τους, η ανάληψη εξόδων τους παύει, εκτός εάν μπορούν να αποδείξουν ότι η εντολή τους συνάδει με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως κοινοβουλευτικών βοηθών.

5.   Η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του βουλευτή και των βοηθών πρέπει να περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 4.».

7.

Το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Έγγραφα που πρέπει να υποβληθούν στο πλαίσιο της σύμβασης παροχής υπηρεσιών

1.   Με εξαίρεση περιστασιακές υπηρεσίες των οποίων το κόστος δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, η αίτηση ανάληψης εξόδων πρέπει να υποβάλλεται πριν από τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών και να περιέχει υποχρεωτικά:

α)

το κοστολόγιο και το σχέδιο της σύμβασης την οποία ο βουλευτής προτίθεται να συνάψει με πάροχο υπηρεσιών και η οποία ορίζει σαφώς τη φύση των υπηρεσιών που θα παρέχονται·

β)

όταν πρόκειται για υπηρεσίες ποσού άνω των 60 000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, την αιτιολόγηση της επιλεγείσας προσφοράς, η οποία πρέπει να είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς μεταξύ τουλάχιστον τριών προσφορών που προέρχονται από εντελώς ανεξάρτητους παρόχους, όπου, πέραν της τιμής, λαμβάνονται υπόψη η ποιότητα της προσφοράς και κοινωνικές πτυχές· το όριο αυτό εφαρμόζεται σε σωρευτική βάση στην περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων για παρόμοιες υπηρεσίες με τον ίδιο πάροχο·

γ)

όταν οι πάροχοι υπηρεσιών είναι νομικά πρόσωπα, αντίγραφο της εγγραφής τους στο εμπορικό μητρώο ή ισοδύναμο, καθώς και του ιδρυτικού καταστατικού, ή όταν οι πάροχοι υπηρεσιών είναι φυσικά πρόσωπα, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 38 στοιχεία δ) έως στ) και, πλην των περιπτώσεων περιστασιακών συμβάσεων, στο στοιχείο ζ)·

δ)

όταν οι πάροχοι υπηρεσιών είναι νομικά πρόσωπα, δήλωση απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων που επιβεβαιώνει ότι ουδείς όσων παρεμβαίνουν στην παροχή υπηρεσιών είναι βοηθός κατά την έννοια του άρθρου 34 ούτε εμπίπτει στις κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 43 στοιχείο δ).

2.   Τα έξοδα για παροχή υπηρεσιών αναλαμβάνονται με την υποβολή, από τον βουλευτή προς την αρμόδια υπηρεσία, τιμολογίου ή εκκαθαριστικού σημειώματος αμοιβής που περιγράφει λεπτομερώς τις υπηρεσίες οι οποίες πράγματι παρασχέθηκαν, καθώς και αντιγράφου της σύμβασης που έχει συναφθεί με τον πάροχο υπηρεσιών. Το τιμολόγιο ή το εκκαθαριστικό σημείωμα συνοδεύεται από την επιβεβαίωση του βουλευτή ότι η υπηρεσία πράγματι παρασχέθηκε. Κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας υπηρεσίας, ο βουλευτής υποβάλλει επίσης τα βασικά δικαιολογητικά.

Εφόσον οι παροχές απαλλάσσονται, εν μέρει ή πλήρως, του ΦΠΑ, η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να ζητήσει από τον εντολοδόχο πληρωμών να επιβεβαιώσει τη νομική βάση της απαλλαγής.».

8.

Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

για τη χρηματοδότηση συμβάσεων που συνάπτονται με οργάνωση πολιτικού σκοπού όπως πολιτικό κόμμα, ίδρυμα, κίνημα ή κοινοβουλευτική πολιτική ομάδα·»·

β)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

για τη χρηματοδότηση συμβάσεων που προβλέπουν την απασχόληση ή τη χρήση των υπηρεσιών των συζύγων των βουλευτών ή των συντρόφων τους, ή των γονέων, τέκνων και αδελφών τους και, εν γένει, σε όλες τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων όπως ορίζονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1α.».

9.

Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι πρώην βουλευτές δικαιούνται τη μεταβατική αποζημίωση. Όταν έχουν αναλάβει εντολή σε άλλο κοινοβούλιο ή ασκούν δημόσιο αξίωμα, ο μισθός τον οποίο εισπράττουν αφαιρείται από τη μεταβατική αποζημίωση.

2.   Το άρθρο 2 παράγραφος 3 εφαρμόζεται mutatis mutandis στη μεταβατική αποζημίωση.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “άλλο κοινοβούλιο” νοείται κάθε κοινοβούλιο με νομοθετική αρμοδιότητα που έχει συγκροτηθεί σε κράτος μέλος.»·

β)

στην παράγραφο 4, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “δημόσιο αξίωμα” νοούνται τα εξής:»·

γ)

στην παράγραφο 4, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ανώτατος υπάλληλος στον οποίο έχει ανατεθεί δημόσια εξουσία, μόνιμοι υπάλληλοι ή μέλη θεσμικού οργάνου της Ένωσης.».

10.

Το άρθρο 48 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Προκειμένου να μπορεί να επωφεληθεί από τη μεταβατική αποζημίωση, ο πρώην βουλευτής υποβάλλει αίτηση στον γενικό γραμματέα, το αργότερο τρεις μήνες μετά τη λήξη της εντολής του, επισυνάπτοντας γραπτή δήλωση στην οποία δηλώνει κατά πόσον ασκεί κάποιο από τα αξιώματα που μνημονεύονται στο άρθρο 46.»·

11.

Στο άρθρο 61, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η υλοποίηση των παρόντων μέτρων εφαρμογής, όπως και κάθε αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται δυνάμει των παρόντων μέτρων εφαρμογής, τηρεί τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής (5).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1)."

(5)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ L 362 της 31.12.2012, σ. 1).»."

12.

Στο άρθρο 62 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Όταν συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, οι βουλευτές μεριμνούν ώστε τα συμφέροντά τους να μην έρχονται σε σύγκρουση με τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει όταν η άσκηση των δραστηριοτήτων των βουλευτών επηρεάζεται αδικαιολόγητα για λόγους οικονομικούς, συναισθηματικούς, οικονομικού συμφέροντος ή για κάθε άλλο λόγο κοινότητας συμφερόντων με τον δικαιούχο.».

13.

Το άρθρο 78 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 78

Μεταβατικό καθεστώς όσον αφορά τις συμβάσεις των τοπικών βοηθών και των εντολοδόχων πληρωμών

1.   Οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35, όπως τροποποιήθηκαν από την απόφαση του προεδρείου της 26ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με τον αριθμό των βοηθών και την αμοιβή των βοηθών και των εντολοδόχων πληρωμών δεν επηρεάζουν τις εν ισχύι συμβάσεις, υπό τον όρο ότι οι αιτήσεις ανάληψης εξόδων που απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές έχουν υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία πριν από τις 27 Οκτωβρίου 2015.

2.   Οι συμβάσεις της παραγράφου 1 μπορούν να ανανεώνονται ή να τροποποιούνται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Ι κεφάλαιο 5.».

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της ημέρας δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2016, με εξαίρεση το άρθρο 1 παράγραφοι 9 και 10, που εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2014.


(1)  Απόφαση 2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ L 262 της 7.10.2005, σ. 1).

(2)  Απόφαση του προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 19ης Μαΐου 2008 και 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ C 159 της 13.7.2009, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).


Top