Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32014R0376

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014 , για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 122, 24.4.2014, p. 18–43 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/376/oj

24.4.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 122/18


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 376/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 3ης Απριλίου 2014

για την αναφορά, ανάλυση και παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 και (ΕΚ) αριθ. 1330/2007

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 100 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Θα πρέπει να εξασφαλισθεί υψηλό γενικό επίπεδο ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας στην Ένωση και θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να μειωθεί ο αριθμός ατυχημάτων και συμβάντων, ώστε οι πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη στις αεροπορικές μεταφορές.

(2)

Το ποσοστό θανατηφόρων ατυχημάτων στην πολιτική αεροπορία έμεινε σχετικά σταθερό κατά την τελευταία δεκαετία· ωστόσο, εκφράζονται φόβοι ότι η προβλεπόμενη αύξηση της κίνησης τις επόμενες δεκαετίες, καθώς και η αυξανόμενη τεχνική πολυπλοκότητα των αεροσκαφών, θα αυξήσουν τα ατυχήματα.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) αποβλέπει στην πρόληψη ατυχημάτων με τη διευκόλυνση της ταχείας διεξαγωγής αποτελεσματικών και υψηλού επιπέδου ερευνών ασφαλείας. Ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να υπεισέρχεται στη διαδικασία διερευνήσεων ατυχημάτων και συμβάντων που διαχειρίζονται οι εθνικές αρχές διερεύνησης ασφαλείας, όπως ορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 996/2010. Σε περίπτωση ατυχήματος ή σοβαρού συμβάντος, η κοινοποίηση του περιστατικού υπόκειται επίσης στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010.

(4)

Η δημιουργία συστημάτων αναφοράς περιστατικών επιβάλλεται από τις υφισταμένες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, και συγκεκριμένα από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τους εκτελεστικούς κανονισμούς του, στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας των οργανισμών. Η συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 και τους εκτελεστικούς κανονισμούς του δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τους οργανισμούς από τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό. Ομοίως, η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τους οργανισμούς από τη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 216/2008 και τους εκτελεστικούς κανονισμούς του. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει στη δημιουργία δύο παράλληλων συστημάτων αναφοράς και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 216/2008, οι εκτελεστικοί κανονισμοί του και ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεωρούνται συμπληρωματικοί.

(5)

Η πείρα έχει δείξει ότι, συχνά, πριν γίνει ατύχημα, ορισμένα συμβάντα και πολλές άλλες ελλείψεις συνιστούν ενδείξεις για την ύπαρξη κινδύνου ασφαλείας και ότι οι γνώσεις που βασίζονται στις πληροφορίες ασφάλειας αποτελούν σημαντική πηγή για τον εντοπισμό υφιστάμενων ή δυνητικών κινδύνων ασφαλείας. Επιπλέον, ενώ η δυνατότητα συναγωγής διδαγμάτων από ένα ατύχημα είναι ζωτικής σημασίας, τα απλά συστήματα αντίδρασης έχουν δείξει τα όριά τους όσον αφορά τη δυνατότητά τους να επιφέρουν βελτιώσεις και πρέπει να συμπληρωθούν με προδραστικά συστήματα, τα οποία θα χρησιμοποιούν άλλους τύπους πληροφοριών ασφαλείας, ώστε να γίνουν πραγματικές βελτιώσεις στην ασφάλεια των πτήσεων. Η Ένωση, τα κράτη μέλη της, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας («ο Οργανισμός») και οι οργανισμοί θα πρέπει να κινηθούν προς την κατεύθυνση περισσότερο προδραστικών και τεκμηριωμένων διαδικασιών ασφαλείας, οι οποίες να επικεντρώνονται στην πρόληψη ενός ατυχήματος με την ανάλυση όλων των σχετικών πληροφοριών ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με περιστατικά στην πολιτική αεροπορία, και με την αξιοποίηση της ανάλυσης αυτής, για να συμβάλουν στη βελτίωση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας.

(6)

Για τη βελτίωση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας, απαιτείται να αναφέρονται οι σχετικές πληροφορίες για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας, καθώς και να συλλέγονται, αποθηκεύονται, προστατεύονται, ανταλλάσσονται, διαδίδονται και αναλύονται, και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας με βάση τα συλλεγόμενα στοιχεία. Αυτή η προδραστική και τεκμηριωμένη προσέγγιση πρέπει να εφαρμοσθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την ασφάλεια της αεροπορίας, από οργανισμούς στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων διαχείρισης της ασφάλειας και από τον Οργανισμό.

(7)

Οι απαιτήσεις που επιβάλλονται στους διαφόρους οργανισμούς όσον αφορά τις αναφορές περιστατικών θα πρέπει να είναι ανάλογες προς το μέγεθος του αντίστοιχου οργανισμού και το πεδίο των δραστηριοτήτων του. Θα ήταν συνεπώς δυνατόν, ειδικότερα για μικρότερους οργανισμούς, να αποφασίσουν συνένωση ή συγχώνευση της αναφοράς περιστατικών εντός του οργανισμού, μοιράζοντας έτσι τις αναφορές περιστατικών με παρόμοιους οργανισμούς, ή να αναθέσουν σε εξωτερικό ειδικευμένο φορέα, εγκεκριμένο από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, τη συλλογή, αξιολόγηση, επεξεργασία, ανάλυση και αποθήκευση των στοιχείων σχετικά με τα περιστατικά. Οι φορείς αυτοί θα πρέπει να τηρούν τις αρχές της προστασίας και εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Ο οργανισμός που αναθέτει εργασίες υπεργολαβικώς θα πρέπει να εξακολουθεί να ελέγχει δεόντως τις εργασίες που γίνονται από τον τρίτο και να φέρει την τελική ευθύνη για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού.

(8)

Πρέπει να διασφαλισθεί ότι τα περιστατικά που ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια της αεροπορίας αναφέρονται συστηματικά από τους άμεσα αρμόδιους επαγγελματίες της αεροπορίας. Συστήματα εθελοντικής αναφοράς θα πρέπει να συμπληρώνουν τα συστήματα υποχρεωτικής αναφοράς, ώστε να μπορεί κανείς να αναφέρει στοιχεία σχετικά με περιστατικά αφορώντα την ασφάλεια της αεροπορίας είτε μέσω του ενός διαύλου είτε μέσω του άλλου. Θα πρέπει να δημιουργηθούν συστήματα υποχρεωτικής και εθελοντικής αναφοράς στο πλαίσιο των οργανισμών, του Οργανισμού και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Οι συλλεγόμενες πληροφορίες θα πρέπει να διαβιβάζονται στην αρμόδια αρχή ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια της αεροπορίας. Οι οργανισμοί αναλύουν τα περιστατικά που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια, ώστε να διαπιστώσουν τους σχετικούς κινδύνους ασφαλείας και να αναλάβουν την κατάλληλη διορθωτική ή προληπτική δράση. Οι οργανισμοί θα πρέπει να αποστέλλουν αρχικά τα πρώτα αποτελέσματα των αναλύσεών τους στην αρμόδια αρχή των κρατών μελών ή στον Οργανισμό και, εν συνεχεία, να τους στέλνουν τα τελικά αποτελέσματα, εάν αυτά δείχνουν πραγματικό ή δυνητικό κίνδυνο για την ασφάλεια της αεροπορίας. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και ο Οργανισμός θα πρέπει να συστήσουν μηχανισμό για τα περιστατικά που τους αναφέρονται απευθείας και να παρακολουθούν καταλλήλως την αξιολόγηση από τον οργανισμό και την ενδεχόμενη διορθωτική ή προληπτική δράση.

(9)

Το προσωπικό διαφόρων κατηγοριών που εργάζεται στην πολιτική αεροπορία ή άλλως χρησιμοποιείται από αυτήν παρατηρεί περιστατικά που ενδιαφέρουν την πρόληψη ατυχημάτων. Συνεπώς, θα πρέπει να διαθέτει τα κατάλληλα μέσα που θα του επιτρέπουν να τα αναφέρει, ενώ θα πρέπει να του εξασφαλίζεται προστασία. Για να ενθαρρυνθεί το προσωπικό να προβαίνει σε αναφορές και για να κατανοήσει καλύτερα τον θετικό αντίκτυπο της αναφοράς ενός περιστατικού στην ασφάλεια της αεροπορίας, πρέπει να ενημερώνεται τακτικά για τις δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο των συστημάτων αναφοράς περιστατικών.

(10)

Οι κάθε είδους κίνδυνοι που αφορούν περίπλοκα μηχανοκίνητα αεροσκάφη διαφέρουν πολύ από εκείνους που συνδέονται με άλλα αεροσκάφη. Ως εκ τούτου, ενώ το σύνολο της αεροπορίας πρέπει να καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, οι υποχρεώσεις της οφείλουν να είναι ανάλογες με τον τομέα δραστηριότητας και την πολυπλοκότητα του κάθε αεροσκάφους. Έτσι, τα περιστατικά που αφορούν μη σύνθετα μηχανοκίνητα αεροσκάφη θα πρέπει να υπόκεινται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις αναφοράς, προσαρμοσμένες στον εν λόγω κλάδο της αεροπορίας.

(11)

Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη άλλων μέσων συλλογής πληροφοριών για την ασφάλεια, πέραν των συστημάτων που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό, για τη συλλογή συμπληρωματικών πληροφοριών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας. Τα επιτυχημένα συστήματα συλλογής πληροφοριών ασφαλείας που λειτουργούν ήδη στο πλαίσιο οργανισμών θα πρέπει να διατηρηθούν παράλληλα με τα συστήματα που δημιουργούνται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(12)

Οι αρχές διερεύνησης ασφαλείας και κάθε φορέας που έχει αναλάβει την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας στην ΕΕ θα πρέπει να έχουν πλήρη πρόσβαση στα συλλεγόμενα στοιχεία σχετικά με τα περιστατικά ή στις αναφορές περιστατικών που αποθηκεύονται από τα κράτη μέλη τους, για να αποφασίζουν ποια συμβάντα ενδέχεται να απαιτούν διερεύνηση ασφαλείας, καθώς και για να συνάγουν διδάγματα ασφαλείας που εξυπηρετούν την ασφάλεια της αεροπορίας και να εκπληρώνουν τις εποπτικές τους υποχρεώσεις.

(13)

Είναι ουσιαστικής σημασίας να λαμβάνονται πλήρη δεδομένα υψηλής ποιότητας, δεδομένου ότι η ανάλυση και οι τάσεις που βασίζονται σε ανακριβή δεδομένα μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλανητικά αποτελέσματα και να επικεντρώσουν τις προσπάθειες εκεί όπου δεν χρειάζεται ανάληψη δράσης. Επιπλέον, τέτοια ανακριβή δεδομένα ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της εμπιστοσύνης στις πληροφορίες που παράγονται από τα συστήματα αναφοράς. Για να διασφαλισθεί η ποιότητα και να διευκολυνθεί η πληρότητα των αναφορών περιστατικών, οι αναφορές πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον ορισμένες πληροφορίες, οι οποίες μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την κατηγορία του περιστατικού. Επιπλέον, πρέπει να εφαρμοσθούν διαδικασίες ελέγχου της ποιότητας των πληροφοριών και να αποφεύγεται η ασυνέπεια μεταξύ της αναφοράς ενός περιστατικού και των αρχικών στοιχείων του συλλεγέντος περιστατικού. Επιπλέον, με τη στήριξη της Επιτροπής, πρέπει να αναπτυχθεί επαρκές υλικό καθοδήγησης, ιδίως για να διασφαλισθεί η ποιότητα και να διευκολυνθούν η πληρότητα των δεδομένων, καθώς και η συνεπής και ομοιόμορφη εισαγωγή των δεδομένων σε βάσεις δεδομένων. Πρέπει επίσης να οργανωθούν ημερίδες, για παράδειγμα από την Επιτροπή, για την παροχή της απαραίτητης στήριξης.

(14)

Είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί από την Επιτροπή κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ταξινόμησης κινδύνων, ώστε να υποστηριχθεί ο προσδιορισμός της έγκαιρης δράσης που απαιτείται όταν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ασφαλείας υψηλού κινδύνου. Το σύστημα πρέπει επίσης να επιτρέπει τον εντοπισμό των κύριων πεδίων κινδύνου, όταν πρόκειται για συγκεντρωτικές πληροφορίες. Ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να στηρίζει τις αρμόδιες οντότητες στην αξιολόγηση των περιστατικών τους και στην καλύτερη εστίαση των προσπαθειών τους. Ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ταξινόμησης κινδύνων θα πρέπει να διευκολύνει την ολοκληρωμένη και εναρμονισμένη προσέγγιση της διαχείρισης των κινδύνων σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σύστημα αεροπορίας, επιτρέποντας κατά τον τρόπο αυτόν στους οργανισμούς, τα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τον Οργανισμό να επικεντρώνονται σε εναρμονισμένες προσπάθειες για τη βελτίωση της ασφάλειας.

(15)

Το κοινό σύστημα ταξινόμησης κινδύνων θα πρέπει επίσης, κατά την εξέταση των συγκεντρωτικών πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο να επιτρέπει τον προσδιορισμό των κύριων πεδίων κινδύνου εντός της Ένωσης όσο και να στηρίζει το έργο που επιτελείται στον τομέα του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ασφάλειας της Αεροπορίας και του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ασφάλειας της Αεροπορίας. Πρέπει να δοθεί η κατάλληλη στήριξη από την Επιτροπή για να εξασφαλισθεί η συνεπής και ομοιόμορφη ταξινόμηση των κινδύνων σε όλα τα κράτη μέλη.

(16)

Οι αναφορές περιστατικών θα πρέπει να αποθηκεύονται σε βάσεις δεδομένων οι οποίες θα πρέπει να αποτελούν ένα σύστημα συμβατό με το Ευρωπαϊκό Συντονιστικό Κέντρο των Συστημάτων Αναφοράς Περιστατικών σε Αεροσκάφη (ECCAIRS) (το λογισμικό που χρησιμοποιείται από όλα τα κράτη μέλη και από το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο για να αποθηκεύονται οι αναφορές για διάφορα περιστατικά) και με την ταξινόμηση ADREP (την ταξινόμηση της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), η οποία χρησιμοποιείται επίσης στο λογισμικό ECCAIRS). Ο Οργανισμός και η Επιτροπή παρέχουν τεχνική υποστήριξη για τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων.

(17)

Οι οργανισμοί θα πρέπει να αποθηκεύουν σε βάση δεδομένων αναφορές περιστατικών που ανακύπτουν από στοιχεία σχετικά με τα περιστατικά που συλλέγονται στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά περίπτωση, του συστήματος εθελοντικής αναφοράς. Η πολυπλοκότητα της βάσης δεδομένων μπορεί να είναι ανάλογη του μεγέθους του αντίστοιχου οργανισμού και/ή της σημασίας του για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποτελείται από ένα αρχείο δεδομένων που να περιλαμβάνει όλα τα κοινά υποχρεωτικά πεδία δεδομένων και, κατά περίπτωση, ειδικά υποχρεωτικά πεδία δεδομένων.

(18)

Όταν στα περιστατικά ενέχονται αεροσκάφη νηολογημένα σε κράτος μέλος ή αεροσκάφη τα οποία εκμεταλλεύεται οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, τα περιστατικά αυτά πρέπει να αναφέρονται ακόμη και εάν έχουν σημειωθεί εκτός της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους.

(19)

Οι πληροφορίες σχετικά με περιστατικά πρέπει να ανταλλάσσονται εντός της Ένωσης για να ενισχυθεί ο προσδιορισμός πραγματικών ή δυνητικών κινδύνων. Επιπλέον, η ανταλλαγή πληροφοριών αναμένεται ότι θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να έχουν πρόσβαση σε όλες τις χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με περιστατικά που σημειώνονται στην επικράτειά τους ή στον εναέριο χώρο τους, τα οποία ωστόσο αναφέρονται σε άλλο κράτος μέλος. Αναμένεται επίσης να επιτρέψει στον Οργανισμό να έχει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα περιστατικά και πρόσβαση σε όλες τις αναφορές περιστατικών που συλλέγονται στην Ένωση, προκειμένου, εφόσον απαιτείται, να λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα έναντι κινδύνων που εντοπίζονται στην Ένωση. Η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών αναμένεται να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να έχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με περιστατικά που σημειώνονται στον εναέριο χώρο τους, και, εφόσον απαιτείται, να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα έναντι κινδύνων που εντοπίζονται στην επικράτειά τους.

(20)

Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με περιστατικά, θα πρέπει να τηρείται ο βασικός στόχος της πρόληψης αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται προς απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης ή προς αξιολόγηση των επιδόσεων ασφαλείας.

(21)

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος για τη διασφάλιση της ανταλλαγής μεγάλου όγκου πληροφοριών ασφαλείας μεταξύ όλων των κρατών μελών, της Επιτροπής και του Οργανισμού είναι το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο, με την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και ο Οργανισμός θα έχουν πλήρη πρόσβαση σε αυτό.

(22)

Όλες οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες οι οποίες προκύπτουν από τις αναφορές περιστατικών που συλλέγονται στην Ένωση πρέπει να διαβιβάζονται εγκαίρως στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο. Στις πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται, εκτός από τη συλλογή συμβάντων, και πληροφορίες από ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα που διερευνώνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 996/2010.

(23)

Οι πληροφορίες οι οποίες αφορούν περιστατικά και έχουν αποθηκευθεί στις βάσεις δεδομένων οργανισμών, κρατών μελών ή του Οργανισμού θα πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό.

(24)

Όλες οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες που περιέχονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο πρέπει να είναι πλήρως διαθέσιμες σε φορείς επιφορτισμένους με τη ρύθμιση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας εντός της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού, καθώς και στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη διερεύνηση ατυχημάτων και συμβάντων εντός της Ένωσης.

(25)

Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να ζητούν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες που περιέχει το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο, με την επιφύλαξη των κανόνων εμπιστευτικότητας των πληροφοριών αυτών και διατήρησης της ανωνυμίας των εμπλεκομένων.

(26)

Δεδομένου ότι τα εθνικά κέντρα επαφής έχουν πλήρη γνώση των ενδιαφερόμενων μερών που είναι εγκατεστημένα σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, τις αιτήσεις των ενδιαφερόμενων μερών που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους διεκπεραιώνει το αντίστοιχο εθνικό κέντρο επαφής, ενώ τις αιτήσεις των ενδιαφερόμενων μερών από τρίτες χώρες ή από διεθνείς οργανισμούς διεκπεραιώνει η Επιτροπή.

(27)

Οι πληροφορίες που περιέχονται στις εκθέσεις περιστατικών αναλύονται για να εντοπισθούν οι κίνδυνοι ασφαλείας. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενα μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας θα πρέπει να καθορίζονται και να εφαρμόζονται εγκαίρως. Οι πληροφορίες σχετικά με την ανάλυση και την παρακολούθηση των περιστατικών πρέπει να διαδίδονται εντός των οργανισμών, των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και του Οργανισμού, καθώς η ανταλλαγή εμπειριών σχετικά με τα αναφερόμενα περιστατικά αποτελεί καλό κίνητρο ώστε να αναφέρονται περιστατικά. Αν πρέπει και είναι δυνατόν, οι πληροφορίες σχετικά με την ανάλυση και την παρακολούθηση των περιστατικών θα πρέπει επίσης να διαδίδονται προς τα άτομα που ανέφεραν απευθείας περιστατικά στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στον Οργανισμό. Η ενημέρωση αυτή πρέπει να συνάδει με τους κανόνες εμπιστευτικότητας και προστασίας του αναφέροντος και των προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(28)

Με τον παρόντα κανονισμό επιδιώκεται να επικουρούνται τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και οι οργανισμοί κατά τη διαχείριση των κινδύνων ασφαλείας της αεροπορίας. Τα συστήματα των οργανισμών για τη διαχείριση της ασφάλειας συμπληρώνονται από τα ανάλογα συστήματα των κρατών μελών και του Οργανισμού για τη διαχείριση της ασφάλειας. Οι οργανισμοί διαχειρίζονται τους κινδύνους ασφαλείας που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητά τους, ενώ οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και ο Οργανισμός διαχειρίζονται τους κινδύνους ασφαλείας της αεροπορίας για ολόκληρα κράτη μέλη και την Ένωση και ασχολούνται με τους κοινούς κινδύνους ασφαλείας για την αεροπορία στο αντίστοιχο κράτος μέλος ή σε επίπεδο Ένωσης. Οι ευθύνες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και του Οργανισμού δεν πρέπει να απαλλάσσουν τους οργανισμούς από τις άμεσες ευθύνες τους όσον αφορά τη διαχείριση της ασφάλειας των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχουν. Για τον σκοπό αυτό, οι οργανισμοί θα πρέπει να συλλέγουν και να αναλύουν τα γνωστοποιούμενα περιστατικά, ώστε να εντοπίζουν και να μετριάζουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη δραστηριότητά τους· θα πρέπει επίσης να εκτιμούν τους σχετικούς κινδύνους ασφαλείας και να διαθέτουν πόρους για τη λήψη άμεσων και κατάλληλων μέτρων με στόχο τον μετριασμό των κινδύνων ασφαλείας. Η συνολική διαδικασία θα πρέπει να παρακολουθείται από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, η οποία, εφόσον απαιτείται, θα πρέπει να ζητεί να αναληφθούν πρόσθετες δράσεις, ώστε να εξασφαλισθεί η κατάλληλη αντιμετώπιση των ελλείψεων στον τομέα της ασφάλειας. Από την άλλη πλευρά, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και ο Οργανισμός θα πρέπει να συμπληρώνουν τα συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας των οργανισμών σε επίπεδο κρατών μελών και ευρωπαϊκό επίπεδο αντίστοιχα.

(29)

Κατά τον καθορισμό των μέτρων που πρέπει να περιλάβουν στο οικείο πρόγραμμα ασφαλείας και σχέδιο ασφαλείας, και για να διασφαλισθεί ότι τα μέτρα αυτά είναι τεκμηριωμένα, τα κράτη μέλη πρέπει να αξιοποιούν τις πληροφορίες που προέρχονται από τις συλλεγόμενες αναφορές περιστατικών και από την ανάλυσή τους. Τα κρατικά προγράμματα ασφαλείας και τα κρατικά σχέδια ασφαλείας συμπληρώνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο από το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ασφαλείας της Αεροπορίας και το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ασφαλείας της Αεροπορίας.

(30)

Δεδομένου ότι η επιδιωκόμενη βελτίωση της ασφάλειας των πτήσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι τα συστήματα αναφοράς που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη μεμονωμένα είναι λιγότερο αποτελεσματικά σε σύγκριση με ένα συντονισμένο δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών που επιτρέπει τον εντοπισμό πιθανών προβλημάτων ασφαλείας και κύριων πεδίων κινδύνου σε ενωσιακό επίπεδο, η ανάλυση σε εθνικό επίπεδο πρέπει να συμπληρώνεται από ανάλυση και παρακολούθηση σε ενωσιακό επίπεδο, για να διασφαλισθεί καλύτερα η πρόληψη των αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων. Το καθήκον αυτό θα πρέπει να εκτελείται σε ενωσιακό επίπεδο από δίκτυο αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας σε συντονισμό με τον Οργανισμό και την Επιτροπή. Το εν λόγω δίκτυο θα πρέπει να μπορεί να καλέσει ομοφώνως άλλους παρατηρητές στις συνεδριάσεις του, συμπεριλαμβανομένων εργαζομένων ή εκπροσώπων της βιομηχανίας.

(31)

Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ασφάλειας της Αεροπορίας και το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ασφάλειας της Αεροπορίας πρέπει να ωφεληθούν ιδίως από το έργο του δικτύου αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας για τον προσδιορισμό των δράσεων που πρέπει να αναλαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, με τεκμηριωμένο τρόπο.

(32)

Πρέπει να παρέχονται στο ευρύ κοινό γενικές συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο ασφάλειας της αεροπορίας στα κράτη μέλη και στην Ένωση. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει ιδίως να καλύπτουν τάσεις και αναλύσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού από τα κράτη μέλη, καθώς και πληροφορίες σε συγκεντρωτική μορφή σχετικά με το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Κεντρικού Αποθετηρίου και μπορούν να παρέχονται με τη δημοσίευση των τάσεων των δεικτών επιδόσεων ασφαλείας (SPI).

(33)

Το σύστημα ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας βασίζεται στις εμπειρίες και τα διδάγματα που συνάγονται από ατυχήματα και συμβάντα. Η αναφορά περιστατικών και η αξιοποίηση των περιστατικών προς όφελος της ασφάλειας βασίζονται σε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ατόμου που αναφέρει το περιστατικό και του φορέα που αναλαμβάνει τη συλλογή και την αξιολόγησή του. Αυτό απαιτεί αυστηρή εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας. Σκοπός της προστασίας των πληροφοριών ασφαλείας από ακατάλληλη χρήση και του περιορισμού της πρόσβασης στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο μόνο στα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετέχουν στη βελτίωση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας είναι να διασφαλισθεί συνεχής διαθεσιμότητα των πληροφοριών ασφαλείας, ώστε να είναι δυνατόν να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ορθά και έγκαιρα και να βελτιωθεί η ασφάλεια της αεροπορίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευαίσθητες πληροφορίες ασφαλείας θα πρέπει να προστατεύονται κατάλληλα και θα πρέπει να διασφαλίζεται η συλλογή τους με την εγγύηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους, της προστασίας της πηγής από την οποία προέρχονται και της εξασφάλισης της εμπιστοσύνης των εργαζομένων στην πολιτική αεροπορία στα συστήματα αναφοράς. Θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα τα οποία θα διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που συλλέγονται μέσω συστημάτων αναφοράς περιστατικών, ενώ η πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο θα πρέπει να είναι περιορισμένη. Οι εθνικοί νόμοι περί ελευθερίας της πληροφορίας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αναγκαία εμπιστευτικότητα των εν λόγω πληροφοριών. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να προστατεύονται επαρκώς, ώστε να μη χρησιμοποιούνται ούτε να δημοσιοποιούνται χωρίς σχετική έγκριση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας και να μη χρησιμοποιούνται για την απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

(34)

Για να εξασφαλισθεί η εμπιστοσύνη των εργαζομένων ή του συμβασιούχου προσωπικού στο σύστημα αναφοράς περιστατικών του οργανισμού, οι πληροφορίες που συλλέγονται από αναφορές περιστατικών δέον να προστατεύονται καταλλήλως και να μη χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από τη διατήρηση ή τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας. Οι εσωτερικοί κανόνες «σωστής νοοτροπίας» που θεσπίζονται από τους οργανισμούς κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού πρέπει να συμβάλλουν κυρίως στην επίτευξη αυτού του στόχου. Επιπλέον, ο περιορισμός της μετάδοσης προσωπικών στοιχείων ή πληροφοριών που επιτρέπουν τον εντοπισμό του αναφέροντος ή άλλων προσώπων μνημονευομένων στην αναφορά, μέσω σαφούς διαχωρισμού μεταξύ των υπηρεσιών που χειρίζονται τις αναφορές περιστατικών και του υπόλοιπου οργανισμού, ίσως αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

(35)

Άτομα τα οποία αναφέρουν περιστατικό δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή μνημονεύονται σε αναφορά περιστατικού πρέπει να προστατεύονται επαρκώς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές περιστατικών δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αναγνωριστικά στοιχεία και δεν πρέπει να καταχωρίζονται σε βάσεις δεδομένων στοιχεία που σχετίζονται με την ταυτότητα του αναφέροντος και των μνημονευομένων στην αναφορά.

(36)

Επιπλέον, το σύστημα της πολιτικής αεροπορίας πρέπει να προωθεί ένα περιβάλλον «νοοτροπίας ασφαλείας», που θα διευκολύνει την αυθόρμητη αναφορά περιστατικών και θα συμβάλει έτσι στην προαγωγή της αρχής της «σωστής νοοτροπίας». Η «σωστή νοοτροπία» είναι ουσιώδες στοιχείο της ευρύτερης «νοοτροπίας ασφαλείας», η οποία αποτελεί τη βάση ενός σθεναρού συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας. Ένα τέτοιο περιβάλλον δεν πρέπει να εμποδίζει τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για τη διατήρηση ή τη βελτίωση του επιπέδου ασφάλειας της αεροπορίας.

(37)

Το περιβάλλον «σωστής νοοτροπίας» πρέπει να ενθαρρύνει τους ενδιαφερομένους να αναφέρουν πληροφορίες σχετικές με την ασφάλεια. Δεν πρέπει ωστόσο να απαλλάσσει τα άτομα από τις συνήθεις ευθύνες τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι εργαζόμενοι και το συμβασιούχο προσωπικό δεν πρέπει να υφίστανται ζημία με βάση τις πληροφορίες που έχουν παράσχει κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού, εκτός των περιπτώσεων δόλου ή των περιστάσεων όπου έχει εκδηλωθεί πρόδηλη, σοβαρή και σημαντική αδιαφορία έναντι προφανούς κινδύνου και σοβαρή έλλειψη επαγγελματικής ευθύνης όταν απαιτείται να ληφθούν προφανώς απαιτούμενα μέτρα λόγω των περιστάσεων, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν προβλέψιμη βλάβη σε πρόσωπα ή περιουσία, ή οι οποίες υπονομεύουν σημαντικά το επίπεδο ασφάλειας της αεροπορίας.

(38)

Για να ενθαρρυνθεί η αναφορά περιστατικών σχετικών με την ασφάλεια, είναι σκόπιμο να προστατεύονται όχι μόνον οι αναφέροντες περιστατικά, αλλά και οι μνημονευόμενοι στην έκθεση. Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν πρέπει να απαλλάσσει τα εν λόγω πρόσωπα από την υποχρέωση αναφοράς δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, όταν κάποιος μνημονεύεται σε αναφορά περιστατικού και έχει ο ίδιος την υποχρέωση να αναφέρει το συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά εκ προθέσεως δεν το αναφέρει, τότε χάνει την προστασία και θα πρέπει να αντιμετωπίσει κυρώσεις κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού.

(39)

Με την επιφύλαξη του εθνικού ποινικού δικαίου και της ανάγκης για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, είναι σημαντικό να οριοθετηθεί με σαφήνεια η έκταση της προστασίας του αναφέροντος και άλλων προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά περιστατικού από ζημίες και διώξεις.

(40)

Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των ατόμων στο σύστημα, ο χειρισμός των αναφορών περιστατικών πρέπει να οργανώνεται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται καταλλήλως η εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του αναφέροντος και άλλων προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά, ώστε να προαχθεί η «σωστή νοοτροπία». Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί, εφόσον είναι δυνατόν, ένα ανεξάρτητο σύστημα χειρισμού των περιστατικών.

(41)

Το προσωπικό των οργανισμών, των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και του Οργανισμού που συμμετέχει στην αξιολόγηση, επεξεργασία ή ανάλυση των περιστατικών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό των κινδύνων ασφαλείας και των ελλείψεων ασφαλείας. Είναι γνωστό ότι, όταν αναλύονται περιστατικά βάσει της κτηθείσας πείρας έπειτα από ατύχημα, η ανάλυση οδηγεί στον εντοπισμό κινδύνων και ελλείψεων που διαφορετικά δεν θα είχαν ίσως εντοπισθεί. Τα εν λόγω πρόσωπα μπορεί συνεπώς να φοβούνται τις πιθανές συνέπειες σε επίπεδο ποινικής δίωξης ενώπιον δικαστικών αρχών. Με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων ποινικού δικαίου και της ανάγκης για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να κινούν διαδικασίες κατά προσώπων που εργάζονται στους μηχανισμούς αξιολόγησης, επεξεργασίας ή ανάλυσης περιστατικών των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών όσον αφορά αποφάσεις που έχουν λάβει στο πλαίσιο των καθηκόντων τους οι οποίες, εκ των υστέρων και βάσει της κτηθείσας πείρας, αποδεικνύονται εσφαλμένες ή μη αποτελεσματικές αλλά οι οποίες, όταν ελήφθησαν, και με βάση τις διαθέσιμες την εποχή εκείνη πληροφορίες, ήταν αναλογικές και ενδεδειγμένες.

(42)

Οι εργαζόμενοι και το συμβασιούχο προσωπικό πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καταγγέλλουν παραβιάσεις των αρχών που καθορίζουν την προστασία τους, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, και δεν θα πρέπει να τιμωρούνται για την αναφορά αυτή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τις συνέπειες για όσους παραβιάζουν τις αρχές προστασίας των αναφερόντων και άλλων προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά και να επιβάλλουν τα δέοντα μέτρα θεραπείας ή κυρώσεις.

(43)

Τα άτομα ενδέχεται να αποθαρρύνονται από την αναφορά περιστατικών φοβούμενα την αυτοενοχοποίησή τους και τις πιθανές συνέπειες σε επίπεδο ποινικής δίωξης ενώπιον δικαστικών αρχών. Οι στόχοι του παρόντος κανονισμού μπορούν να επιτευχθούν χωρίς παρεμβάσεις άνευ λόγου στα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι, κατά των παραβάσεων του νόμου οι οποίες τελέσθηκαν άνευ προθέσεως ή εξ αμελείας και περιέρχονται σε γνώση των αρχών των κρατών μελών απλώς και μόνον διότι αποτέλεσαν αντικείμενο αναφοράς σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δεν θα πρέπει να κινούνται πειθαρχικές, διοικητικές και νομικές διαδικασίες, εκτός εάν προβλέπουν άλλως οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες ποινικού δικαίου. Ωστόσο, το δικαίωμα κίνησης αστικών διαδικασιών από τρίτους δεν θα πρέπει να καλύπτεται από την παρούσα απαγόρευση, αλλά να υπάγεται αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο.

(44)

Στο πλαίσιο της ανάπτυξης περιβάλλοντος «σωστής νοοτροπίας», τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να επεκτείνουν, στις αστικές ή ποινικές διαδικασίες, την απαγόρευση της χρήσης αναφορών περιστατικών ως αποδεικτικών στοιχείων κατά των αναφερόντων, το οποίο ισχύει στις διοικητικές και πειθαρχικές διαδικασίες.

(45)

Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ των αρχών ασφαλείας και των δικαστικών αρχών πρέπει να ενισχυθεί και να επισημοποιηθεί με εκ των προτέρων ρυθμίσεις, οι οποίες θα πρέπει να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων διακυβευόμενων δημόσιων συμφερόντων και θα πρέπει ιδίως να καλύπτουν, για παράδειγμα, την πρόσβαση και τη χρήση των αναφορών περιστατικών που περιέχονται στις εθνικές βάσεις δεδομένων.

(46)

Προς στήριξη των αυξημένων αρμοδιοτήτων που εκχωρούνται στον Οργανισμό από τον παρόντα κανονισμό, πρέπει να του παρασχεθούν επαρκείς πόροι για την εκτέλεση των πρόσθετων καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.

(47)

Για να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί ο παρών κανονισμός, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία για την έκδοση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει ιδιαίτερη σημασία να διεξάγει η Επιτροπή τις απαραίτητες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, πρέπει να εξασφαλίσει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(48)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή πρέπει να συμβουλεύεται τον Οργανισμό και το δίκτυο αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό.

(49)

Για να εξασφαλισθούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ενδείκνυται να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(50)

Οι κανόνες σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων και την προστασία φυσικών προσώπων που καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) θα πρέπει να τηρούνται πλήρως, δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οι κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στα δεδομένα που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) θα πρέπει να τηρούνται πλήρως δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εκτός από τις περιπτώσεις που αφορούν τη διάδοση δεδομένων και πληροφοριών που περιέχονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο, τα οποία προστατεύονται σύμφωνα με αυστηρότερους κανόνες πρόσβασης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(51)

Οι κυρώσεις θα πρέπει να μπορούν, ιδίως, να επιβάλλονται σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού, κάνει κατάχρηση των πληροφοριών που προστατεύονται από τον παρόντα κανονισμό· προβαίνει σε ενέργειες που ζημιώνουν τον αναφέροντα ή άλλα πρόσωπα μνημονευόμενα στην έκθεση, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό· δεν δημιουργεί περιβάλλον ευνοϊκό για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με περιστατικά· δεν αναλύει τις συλλεγόμενες πληροφορίες· δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση των ενδεχόμενων ή πραγματικών ελλείψεων ασφαλείας που εντοπίζονται· ή δεν κοινοποιεί τις πληροφορίες που συλλέγονται κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού.

(52)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της αναφοράς περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της πανευρωπαϊκής του κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(53)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 996/2010 πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αντίστοιχα.

(54)

Η οδηγία 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 της Επιτροπής (10), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 της Επιτροπής (11) θα πρέπει συνεπώς να καταργηθούν.

(55)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, του οποίου η γνώμη ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, γνωμοδότησε στις 10 Απριλίου 2013 (12),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στόχοι

1.   Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στη βελτίωση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας στην Ένωση, διασφαλίζοντας ότι οι πληροφορίες για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας αναφέρονται, συλλέγονται, αποθηκεύονται, προστατεύονται, ανταλλάσσονται, διαδίδονται και αναλύονται.

Στόχος του είναι, όπου αρμόζει,

α)

να διασφαλισθεί ότι αναλαμβάνονται δράσεις για την ασφάλεια εγκαίρως και μετά από ανάλυση των συλλεγόμενων πληροφοριών·

β)

η διασφάλιση της διαρκούς διαθεσιμότητας των πληροφοριών που σχετίζονται με την ασφάλεια, στο πλαίσιο της τήρησης των κανόνων περί εμπιστευτικότητας και κατάλληλης χρήσης των πληροφοριών καθώς και της εναρμονισμένης και αυξημένης προστασίας του αναφέροντος και των προσώπων που μνημονεύονται σε αναφορά περιστατικού· και

γ)

οι κίνδυνοι ασφαλείας της αεροπορίας να εξετάζονται και να αντιμετωπίζονται τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

2.   Μοναδικός στόχος της αναφοράς των περιστατικών είναι η πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων, και όχι η απόδοση υπαιτιότητας ή ευθύνης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι εξής ορισμοί:

1)

ως «αναφέρων» νοείται το φυσικό πρόσωπο που αναφέρει ένα περιστατικό ή δίνει άλλη πληροφορία σχετική με την ασφάλεια κατά τον παρόντα κανονισμό·

2)

ως «αεροσκάφος» νοείται κάθε ιπτάμενο όχημα που εξασφαλίζει τη στήριξή του στην ατμόσφαιρα χάρη στην αντίσταση του αέρα, πλην της αντιστάσεώς του επί της επιφάνειας της γης·

3)

ως «συμβάν» νοείται το «συμβάν» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 996/2010,

4)

ως «σοβαρό συμβάν» νοείται το «σοβαρό συμβάν» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 996/2010·

5)

ως «ατύχημα» νοείται το ατύχημα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 996/2010·

6)

ως «πληροφορίες άνευ στοιχείων ταυτοποίησης» νοούνται οι πληροφορίες που προκύπτουν από αναφορές περιστατικών από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί όλα τα προσωπικά στοιχεία, όπως ονόματα ή διευθύνσεις των φυσικών προσώπων·

7)

ως «περιστατικό» νοείται κάθε σχετικό με την ασφάλεια γεγονός το οποίο θέτει σε κίνδυνο ή, αν δεν διορθωθεί ή αντιμετωπισθεί, ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο ένα αεροσκάφος, τους επιβαίνοντες σε αυτό ή κάθε άλλο πρόσωπο και καλύπτει ειδικότερα το ατύχημα ή το σοβαρό συμβάν·

8)

ως «οργανισμός» νοείται κάθε οργανισμός που παρέχει προϊόντα στον τομέα της αεροπορίας και/ή μισθώνει, αναθέτει ή χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες προσώπων τα οποία οφείλουν να αναφέρουν περιστατικά σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6·

9)

ως «ανωνυμοποίηση» νοείται η αφαίρεση από τις υποβληθείσες αναφορές όλων των προσωπικών στοιχείων που αφορούν τον αναφέροντα και τους μνημονευομένους στο περιστατικό, καθώς και κάθε στοιχείου που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αναφέροντος ή τρίτων ή στη συναγωγή της από τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της ονομασίας του οργανισμού ή των οργανισμών που εμπλέκονται στο περιστατικό·

10)

ως «κίνδυνος» νοείται κατάσταση ή αντικείμενο που μπορεί να προκαλέσει θάνατο ή σωματική βλάβη του προσωπικού, βλάβη του εξοπλισμού ή των δομών, απώλεια υλικού ή μείωση της ικανότητας εκτέλεσης προδιαγεγραμμένης λειτουργίας·

11)

ως «αρχή διερεύνησης ασφαλείας» νοείται η μόνιμη εθνική αρχή διερεύνησης ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας η οποία διεξάγει ή επιβλέπει έρευνες ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010·

12)

ως «σωστή νοοτροπία» νοείται η νοοτροπία με βάση την οποία δεν επιβάλλονται στους άμεσα αρμόδιους φορείς εκμετάλλευσης, ή άλλα πρόσωπα, κυρώσεις για ενέργειες, παραλείψεις ή αποφάσεις που λαμβάνουν με βάση την πείρα και την εκπαίδευσή τους, χωρίς ωστόσο να γίνονται ανεκτές η βαρεία αμέλεια, οι εκ προθέσεως παραβιάσεις και οι καταστροφικές πράξεις·

13)

ως «κέντρο επαφής» νοείται:

α)

η αρμόδια αρχή που ορίζει κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3, όταν υποβάλλεται αίτηση πληροφοριών από ενδιαφερόμενο μέρος εγκατεστημένο στην Ένωση·

β)

η Επιτροπή, όταν υποβάλλεται αίτηση πληροφοριών από ενδιαφερόμενο μέρος εγκατεστημένο εκτός της Ένωσης·

14)

ως «ενδιαφερόμενο μέρος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε επίσημος φορέας, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που μπορεί να συνεισφέρει στη βελτίωση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας έχοντας πρόσβαση σε σχετικές με περιστατικά πληροφορίες που ανταλλάσσουν τα κράτη μέλη και ανήκει σε μία από τις κατηγορίες των ενδιαφερόμενων μερών που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ·

15)

ως «Κρατικό Πρόγραμμα Ασφάλειας (ΚΠΑ)» νοείται ολοκληρωμένη δέσμη νομοθετικών πράξεων και δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στη διαχείριση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας σε ένα κράτος μέλος·

16)

ως «Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ασφάλειας της Αεροπορίας» νοούνται η αξιολόγηση προβλημάτων ασφαλείας και το σχετικό σχέδιο δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

17)

ως «Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ασφάλειας της Αεροπορίας» νοείται η ολοκληρωμένη δέσμη κανονισμών σε ενωσιακό επίπεδο, σε συνδυασμό με τις δραστηριότητες και τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για την από κοινού διαχείριση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

18)

ως «σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας (SMS)» νοείται μια συστηματική προσέγγιση της διαχείρισης της ασφάλειας της αεροπορίας, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων οργανωτικών δομών, λογοδοσίας, πολιτικών και διαδικασιών, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε σύστημα διαχείρισης το οποίο, ανεξάρτητα ή ενσωματωμένο σε άλλα συστήματα διαχείρισης του οργανισμού, προορίζεται για τη διαχείριση της ασφάλειας.

Άρθρο 3

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες:

α)

περί αναφοράς περιστατικών ή άλλων σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών που θέτουν σε κίνδυνο ή, εάν δεν διορθωθούν ή αντιμετωπισθούν, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο αεροσκάφος, τους επιβαίνοντες, και κάθε άλλο πρόσωπο, εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις που επηρεάζουν τις λειτουργίες του αεροσκάφους, καθώς και περί αναφοράς λοιπών σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών·

β)

ανάλυση και δράση παρακολούθησης όσον αφορά τις αναφορές περιστατικών και λοιπών σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών·

γ)

την προστασία των εργαζομένων στην πολιτική αεροπορία·

δ)

κατάλληλη αξιοποίηση των περιστατικών που αναφέρθηκαν·

ε)

συγκέντρωση των συλλεγόμενων πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο· και

στ)

τη διάδοση των πληροφοριών για τα περιστατικά που αναφέρθηκαν, μετά την ανωνυμοποίησή τους, στους ενδιαφερομένους, ώστε να έχουν αυτοί στη διάθεσή τους τα στοιχεία που χρειάζονται για τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε συμβάντα και σε άλλα σχετικά στοιχεία ασφαλείας των πτήσεων με αεροσκάφη της πολιτικής αεροπορίας, με εξαίρεση τα αεροσκάφη που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τον παρόντα κανονισμό και σε συμβάντα και άλλα σχετικά στοιχεία ασφαλείας των πτήσεων στα οποία εμπλέκονται αεροσκάφη που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 4

Υποχρεωτική αναφορά

1.   Τα περιστατικά τα οποία μπορεί να αντιπροσωπεύουν σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια της αεροπορίας και υπάγονται στις ακόλουθες κατηγορίες αναφέρονται από τα πρόσωπα της παραγράφου 6 στο πλαίσιο των συστημάτων υποχρεωτικής αναφοράς περιστατικών δυνάμει του παρόντος άρθρου:

α)

περιστατικά σχετικά με τη λειτουργία του αεροσκάφους, όπως σχετικά με:

i)

σύγκρουση,

ii)

απογείωση και προσγείωση,

iii)

καύσιμα,

iv)

περιστατικά κατά την πτήση,

v)

περιστατικά σχετικά με τις επικοινωνίες,

vi)

περιστατικά σχετικά με τραυματισμό, επείγουσες και άλλες κρίσιμες καταστάσεις,

vii)

ανικανότητα πληρώματος και άλλα περιστατικά σχετικά με το πλήρωμα,

viii)

μετεωρολογικές συνθήκες ή ασφάλεια·

β)

περιστατικά σχετικά με τεχνικές συνθήκες, συντήρηση και επισκευή αεροσκάφους, όπως:

i)

διαρθρωτικά ελαττώματα,

ii)

δυσλειτουργίες του συστήματος,

iii)

προβλήματα συντήρησης και επισκευής,

iv)

προβλήματα πρόωσης (συμπεριλαμβανομένων των κινητήρων, ελίκων και στροφείων) και προβλήματα με τις βοηθητικές μονάδες παραγωγής ισχύος·

γ)

περιστατικά σχετικά με υπηρεσίες και εγκαταστάσεις αεροναυτιλίας, όπως:

i)

συγκρούσεις, παρ' ολίγον συγκρούσεις και δυνητικές συγκρούσεις,

ii)

συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας και τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας (ATM/ANS),

iii)

λειτουργικά περιστατικά ATM/ANS·

δ)

περιστατικά σχετικά με αεροδρόμια και υπηρεσίες εδάφους, όπως:

i)

περιστατικά που αφορούν δραστηριότητες και εγκαταστάσεις αεροδρομίου,

ii)

περιστατικά που αφορούν διακίνηση επιβατών, αποσκευών, ταχυδρομείου και φορτίου,

iii)

περιστατικά που αφορούν επίγεια εξυπηρέτηση και σχετικές υπηρεσίες.

2.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος καθιερώνει σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς για τη διευκόλυνση της συλλογής στοιχείων σχετικά με περιστατικά αναφερόμενα στην παράγραφο 1.

3.   Κάθε κράτος μέλος καθιερώνει σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς για τη διευκόλυνση της συλλογής στοιχείων σχετικών με περιστατικά, καθώς και της συλλογής στοιχείων σχετικών με περιστατικά που συγκεντρώνουν οι οργανισμοί κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2.

4.   Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας («ο Οργανισμός») καθιερώνει σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς για να διευκολύνει τη συλλογή στοιχείων σχετικών με περιστατικά, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής στοιχείων για περιστατικά που συγκεντρώνονται από οργανισμούς πιστοποιημένους ή εγκεκριμένους από τον Οργανισμό κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2.

5.   Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστικές πράξεις, κατάλογο ταξινομήσεως των περιστατικών, στον οποίο γίνεται προσφυγή κατά την αναφορά περιστατικών σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19 παράγραφος 2.

Η Επιτροπή περιλαμβάνει επίσης σε αυτές τις εκτελεστικές πράξεις χωριστό κατάλογο ταξινομήσεως των περιστατικών ισχύοντα για αεροσκάφη εκτός των σύνθετων μηχανοκίνητων αεροσκαφών. Ο κατάλογος αυτός αποτελεί απλοποιημένη έκδοση του καταλόγου του πρώτου εδαφίου, περιλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, προσαρμογές στις ιδιαιτερότητες αυτού του κλάδου της αεροπορίας.

6.   Τα ακόλουθα φυσικά πρόσωπα υποχρεούνται να αναφέρουν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 περιστατικά κατά προτίμηση μέσω του συστήματος που δημιουργήθηκε βάσει της παραγράφου 2 από τον οργανισμό στον οποίο εργάζονται, απασχολούνται υπεργολαβικώς ή παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, μέσω του συστήματος που δημιουργήθηκε βάσει της παραγράφου 3 από το κράτος μέλος εγκατάστασης του οργανισμού τους ή από το κράτος που εξέδωσε, ενέκρινε ή μετέτρεψε την άδεια χειριστή αεροσκάφους ή μέσω του συστήματος που δημιούργησε ο Οργανισμός σύμφωνα με την παράγραφο 4:

α)

ο κυβερνήτης αεροσκάφους, ή, όταν αυτός αδυνατεί να αναφέρει το περιστατικό, το ιεραρχικώς επόμενο μέλος του πληρώματος αεροσκάφους νηολογημένου στην Ένωση ή αεροσκάφους νηολογημένου εκτός της Ένωσης το οποίο όμως χρησιμοποιείται από φορέα εκμετάλλευσης του οποίου την εποπτεία έχει κράτος μέλος, ή φορέα εκμετάλλευσης εγκατεστημένο στην Ένωση·

β)

πρόσωπο που συμμετέχει στο σχεδιασμό, κατασκευή, συνεχή αξιοπλοΐα, παρακολούθηση, συντήρηση ή τροποποίηση αεροσκάφους, εξαρτήματος ή τμήματός του, υπό την εποπτεία κράτους μέλους ή του Οργανισμού·

γ)

πρόσωπο που υπογράφει πιστοποιητικό επιθεώρησης αξιοπλοΐας ή διάθεσης σε λειτουργία αεροσκάφους, εξαρτήματος ή τμήματος αυτού, υπό την εποπτεία κράτους μέλους ή του Οργανισμού·

δ)

πρόσωπο που εκτελεί καθήκον για το οποίο απαιτείται να είναι εξουσιοδοτημένο από κράτος μέλος ως μέλος του προσωπικού παρόχου υπηρεσιών στον τομέα της αεροπλοΐας, επιφορτισμένο με ευθύνες περί αεροναυτιλιακών υπηρεσιών ή ως αξιωματικός πληροφόρησης πτήσης·

ε)

πρόσωπο που εκτελεί καθήκον σχετικό με τη διαχείριση της ασφάλειας αεροδρομίου για το οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13)·

στ)

πρόσωπο που εκτελεί καθήκον συνδεόμενο με την εγκατάσταση, τροποποίηση, συντήρηση, επισκευή, γενική επισκευή, τον έλεγχο της πτήσης ή την επιθεώρηση των εγκαταστάσεων αεροναυτιλίας υπό την εποπτεία κράτους μέλους·

ζ)

πρόσωπο που εκτελεί καθήκον συνδεόμενο με την επίγεια εξυπηρέτηση αεροσκάφους, στην οποία περιλαμβάνονται η τροφοδοσία με καύσιμα, η συντήρηση, η σύνταξη φορτωτικής, η φόρτωση, η αποπάγωση και η ρυμούλκηση σε αεροδρόμιο που καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/2008.

7.   Τα πρόσωπα που προβλέπονται στην παράγραφο 6 αναφέρουν τα περιστατικά εντός 72 ωρών από τη στιγμή που τα αντελήφθησαν, εκτός αν αυτό δεν είναι εφικτό λόγω έκτακτων συνθηκών.

8.   Μετά την κοινοποίηση του περιστατικού, κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος που δεν καλύπτεται από την παράγραφο 9 αναφέρει στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3, τα στοιχεία σχετικά με περιστατικά που συλλέγονται κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου το συντομότερο δυνατόν, αλλά, εν πάση περιπτώσει, εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις 72 ώρες από τη στιγμή που έλαβε γνώση του περιστατικού.

9.   Μετά την κοινοποίηση του περιστατικού, κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος και πιστοποιημένος ή εγκεκριμένος από τον Οργανισμό, αναφέρει στον Οργανισμό τα στοιχεία σχετικά με περιστατικά που συλλέγονται κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2 το συντομότερο δυνατόν, αλλά, εν πάση περιπτώσει, εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις 72 ώρες από τη στιγμή που έλαβε γνώση του περιστατικού.

Άρθρο 5

Εθελοντική αναφορά

1.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος θεσπίζει σύστημα εθελοντικής αναφοράς για να διευκολύνει τη συλλογή περιστατικών:

α)

που δεν μπορούν να εντοπισθούν από το σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς·

β)

άλλων σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών που ο αναφέρων αντιλαμβάνεται ως πραγματικό ή δυνητικό κίνδυνο για την ασφάλεια των πτήσεων.

2.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει σύστημα εθελοντικής αναφοράς για να διευκολυνθεί η συλλογή:

α)

περιστατικών που δεν μπορούν να εντοπισθούν από το σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς·

β)

άλλων σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών που ο αναφέρων αντιλαμβάνεται ως πραγματικό ή δυνητικό κίνδυνο για την ασφάλεια των πτήσεων.

Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει επίσης, αλλά όχι αποκλειστικά, τη συλλογή πληροφοριών που διαβιβάζονται από οργανισμούς σύμφωνα με την παράγραφο 6.

3.   Ο Οργανισμός καταρτίζει σύστημα εθελοντικής αναφοράς για να διευκολύνει τη συλλογή στοιχείων:

α)

για περιστατικά που δεν μπορούν να εντοπισθούν από το σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς·

β)

άλλα περιστατικά σχετικά με την ασφάλεια που γίνονται αντιληπτά από το πρόσωπο που τα αναφέρει ως πραγματικός ή δυνητικός κίνδυνος για την ασφάλεια των πτήσεων.

Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει επίσης, αλλά όχι αποκλειστικά, τη συλλογή στοιχείων σχετικά με περιστατικά που έχουν διαβιβασθεί από οργανισμούς πιστοποιημένους ή εγκεκριμένους από τον οργανισμό κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 5.

4.   Τα συστήματα εθελοντικής αναφοράς διευκολύνουν τη συλλογή περιστατικών ή σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών:

α)

που δεν αναφέρονται υποχρεωτικά κατ' άρθρο 4 παράγραφος 1·

β)

αναφέρονται από πρόσωπα μη περιλαμβανόμενα στο άρθρο 4 παράγραφος 6.

5.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος και πιστοποιημένος ή εγκεκριμένος από τον Οργανισμό αναφέρει εγκαίρως στον Οργανισμό τα στοιχεία των περιστατικών και των σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών που ενδεχομένως συνιστούν πραγματικό ή δυνητικό κίνδυνο για την ασφάλεια πτήσεων και έχουν συγκεντρωθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1.

6.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος ο οποίος δεν είναι πιστοποιημένος ή εγκεκριμένος από τον Οργανισμό αναφέρει στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3, τα στοιχεία των περιστατικών και άλλων σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών που ενδεχομένως συνιστούν πραγματικό ή δυνητικό κίνδυνο για την ασφάλεια πτήσεων και έχουν συγκεντρωθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από οργανισμό εγκατεστημένο στο έδαφός τους να αναφέρει τα στοιχεία όλων των περιστατικών που συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

7.   Τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και οι οργανισμοί δύνανται να θεσπίζουν άλλα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών ασφαλείας για τη συλλογή στοιχείων περιστατικών που ενδέχεται να μην εντοπίζονται από τα συστήματα υποβολής αναφορών που αναφέρονται στο άρθρο 4 και στις παραγράφους 1-3 του παρόντος άρθρου. Τα συστήματα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν την υποβολή αναφορών σε άλλους φορείς πλην των οριζομένων στο άρθρο 6 παράγραφος 3 και να προβλέπουν την ενεργό συμμετοχή:

α)

του κλάδου των αερομεταφορών·

β)

των επαγγελματικών οργανώσεων των εργαζομένων στον τομέα των αερομεταφορών.

8.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από εθελοντικές και υποχρεωτικές αναφορές μπορούν να εντάσσονται σε ένα ενιαίο σύστημα.

Άρθρο 6

Συλλογή και αποθήκευση πληροφοριών

1.   Κάθε οργανισμός που έχει συσταθεί σε ένα κράτος μέλος ορίζει ένα ή περισσότερα πρόσωπα τα οποία διαχειρίζονται με ανεξαρτησία τη συλλογή, την αξιολόγηση, την επεξεργασία, την ανάλυση και την αποθήκευση των στοιχείων σχετικά με αναφερόμενα περιστατικά, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5.

Η διεκπεραίωση των αναφορών γίνεται κατά τρόπον ώστε να προλαμβάνεται η χρήση των πληροφοριών για σκοπούς που δεν άπτονται της ασφαλείας και κατοχυρώνει δεόντως την ανωνυμία του αναφέροντος και του προσώπου που μνημονεύεται στην αναφορά του περιστατικού, επιδιώκοντας την προαγωγή της «σωστής νοοτροπίας».

2.   Κατόπιν συμφωνίας με την αρμόδια αρχή, οι μικροί οργανισμοί δύνανται να θέσουν σε εφαρμογή έναν απλοποιημένο μηχανισμό συλλογής, αξιολόγησης, επεξεργασίας, ανάλυσης και αποθήκευσης των στοιχείων σχετικά με περιστατικά. Μπορούν δε να μοιράζονται τα εν λόγω καθήκοντα με παρόμοιους οργανισμούς τηρώντας τους κανόνες εμπιστευτικότητας και προστασίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές οι οποίες δημιουργούν μηχανισμό για την ανεξάρτητη συλλογή, αξιολόγηση, ανάλυση και αποθήκευση των στοιχείων σχετικά με περιστατικά που αναφέρονται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5.

Η διεκπεραίωση των αναφορών γίνεται κατά τρόπον ώστε να προλαμβάνεται η χρήση των πληροφοριών για σκοπούς που δεν άπτονται της ασφαλείας και κατοχυρώνει δεόντως την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του αναφέροντος και των προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά, επιδιώκοντας την προαγωγή της «σωστής νοοτροπίας».

Οι αρχές που μπορούν να ορισθούν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, είτε από κοινού είτε χωριστά, είναι οι εξής:

α)

εθνική υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας· και/ή

β)

αρχή διερεύνησης ασφαλείας· και/ή

γ)

κάθε άλλο ανεξάρτητο όργανο ή φορέας με έδρα στην Ένωση που έχει αναλάβει την αποστολή αυτή.

Εάν κράτος μέλος ορίσει περισσότερα από ένα όργανα ή φορείς, ορίζει ένα από αυτά ως κέντρο επαφής για την ανταλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.   Ο Οργανισμός ορίζει ένα ή περισσότερα άτομα για την ανάπτυξη μηχανισμού για τη συλλογή, αξιολόγηση, επεξεργασία, ανάλυση και αποθήκευση των στοιχείων σχετικά με αναφερόμενα περιστατικά με ανεξαρτησία, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5.

Η διεκπεραίωση των αναφορών γίνεται κατά τρόπον ώστε να προλαμβάνεται η χρήση των πληροφοριών για σκοπούς που δεν άπτονται της ασφαλείας και κατοχυρώνει δεόντως την εμπιστευτικότητα της ταυτότητας του αναφέροντος και των προσώπων που μνημονεύονται στην αναφορά, επιδιώκοντας την προαγωγή της «σωστής νοοτροπίας».

5.   Οι οργανισμοί αποθηκεύουν αναφορές περιστατικών που συντάσσονται με βάση στοιχεία σχετικά με τα περιστατικά που συλλέγονται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, σε μία ή περισσότερες βάσεις δεδομένων.

6.   Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 3 αρμόδιες αρχές αποθηκεύουν αναφορές περιστατικών που συντάσσονται με βάση στοιχεία σχετικά με περιστατικά συλλεγόμενα σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, σε εθνική βάση δεδομένων.

7.   Οι σχετικές με τα ατυχήματα και τα σοβαρά συμβάντα πληροφορίες που συλλέγονται ή εκδίδονται από τις αρχές διερεύνησης ασφαλείας αποθηκεύονται επίσης στην εν λόγω εθνική βάση δεδομένων.

8.   Ο Οργανισμός αποθηκεύει σε βάση δεδομένων αναφορές περιστατικών που συντάσσονται με βάση στοιχεία σχετικά με τα περιστατικά που συλλέγονται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5.

9.   Οι αρχές διερεύνησης ασφάλειας έχουν πλήρη πρόσβαση στις αντίστοιχες εθνικές βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 6, για να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010.

10.   Οι αρχές πολιτικής αεροπορίας των κρατών μελών έχουν πλήρη πρόσβαση στις αντίστοιχες εθνικές βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 6, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους όσον αφορά την ασφάλεια.

Άρθρο 7

Ποιότητα και περιεχόμενο των αναφορών περιστατικών

1.   Οι κατά το άρθρο 6 αναφορές περιστατικών περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες του παραρτήματος I.

2.   Κάθε αναφορά περιστατικού κατά τις παραγράφους 5, 6 και 8 του άρθρου 6 περιλαμβάνει ταξινόμηση κινδύνων ασφαλείας των συλλεγόμενων περιστατικών. Η εν λόγω ταξινόμηση επανεξετάζεται και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, τροποποιείται και επικυρώνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ή τον Οργανισμό, σύμφωνα με το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ταξινόμησης κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

3.   Οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θεσπίζουν διαδικασίες για τον έλεγχο της ποιότητας των δεδομένων, ώστε να βελτιώνεται η συνέπειά τους, ιδίως μεταξύ των πληροφοριών που συλλέγονται αρχικά και της αναφοράς που αποθηκεύεται στη βάση δεδομένων.

4.   Οι βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στις παραγράφους 5, 6 και 8 του άρθρου 6 χρησιμοποιούν μορφοτύπους οι οποίοι είναι:

α)

τυποποιημένοι για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών· και

β)

συμβατοί με το λογισμικό ECCAIRS και την ταξινόμηση ADREP.

5.   Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό μέσω του δικτύου αναλυτών ασφαλείας της αεροπορίας του άρθρου 14 παράγραφος 2, αναπτύσσει κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ταξινόμησης κινδύνων με σκοπό την ταξινόμηση των περιστατικών ως προς το είδος των κινδύνων ασφαλείας από τους οργανισμούς, τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την ανάγκη συμβατότητας με τα υφιστάμενα συστήματα ταξινόμησης κινδύνων.

Η Επιτροπή αναπτύσσει το εν λόγω σύστημα το αργότερο έως τις 15 Μαΐου 2017.

6.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 18 για τον καθορισμό του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ταξινόμησης κινδύνων.

7.   Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, εγκρίνει τις ρυθμίσεις εφαρμογής του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ταξινόμησης κινδύνων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 19 παράγραφος 2.

8.   Η Επιτροπή και ο Οργανισμός στηρίζουν τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στο έργο της ενοποίησης δεδομένων, το οποίο, για παράδειγμα, περιλαμβάνει:

α)

το έργο της ενσωμάτωσης των ελάχιστων κατά την παράγραφο 1 πληροφοριών·

β)

την κατά την παράγραφο 2 ταξινόμηση κινδύνων περιστατικών· και

γ)

την καθιέρωση διαδικασιών ελέγχου της ποιότητας των δεδομένων κατά την παράγραφο 3.

Η Επιτροπή και ο Οργανισμός δίνουν την υποστήριξη αυτή κατά τρόπον ώστε να συμβάλουν στην εναρμόνιση της διαδικασίας καταχώρισης δεδομένων σε όλα τα κράτη μέλη, παρέχοντας συγκεκριμένα στο προσωπικό των φορέων ή οντοτήτων του άρθρου 6 παράγραφοι 1, 3 και 4:

α)

υλικό οδηγιών·

β)

εργαστήρια· και

γ)

κατάλληλη εκπαίδευση.

Άρθρο 8

Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο

1.   Η Επιτροπή διαχειρίζεται Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο για να αποθηκεύει όλες τις αναφορές περιστατικών που συλλέγονται στην Ένωση.

2.   Κάθε κράτος μέλος, σε συμφωνία με την Επιτροπή, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο διαβιβάζοντάς του όλες τις σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες που περιέχουν οι εθνικές βάσεις δεδομένων, όπως ορίζει το άρθρο 6 παράγραφος 6.

3.   Ο Οργανισμός συμφωνεί με την Επιτροπή ως προς τα τεχνικά πρωτόκολλα για τη μεταφορά στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο όλων των αναφορών περιστατικών που συλλέγονται από τον Οργανισμό βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008 και των εκτελεστικών του κανόνων, ιδίως των περιστατικών που συλλέγονται στο εσωτερικό σύστημα αναφοράς περιστατικών (IORS), καθώς και των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 9 και το άρθρο 5 παράγραφος 5.

4.   Η Επιτροπή εγκρίνει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τις ρυθμίσεις διαχείρισης του Ευρωπαϊκού Κεντρικού Αποθετηρίου όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 19 παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός συμμετέχουν στην ανταλλαγή πληροφοριών, καθιστώντας διαθέσιμες όλες τις σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες που αποθηκεύονται στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων αναφοράς στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, του Οργανισμού και της Επιτροπής, μέσω του Ευρωπαϊκού Κεντρικού Αποθετηρίου.

Οι αναφορές περιστατικών διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο το αργότερο τριάντα ημέρες μετά την καταχώρισή τους στην εθνική βάση δεδομένων.

Οι αναφορές περιστατικών επικαιροποιούνται, όταν κρίνεται σκόπιμο, με συμπληρωματικές πληροφορίες ασφαλείας.

2.   Οι εξής πληροφορίες σχετικά με ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα διαβιβάζονται επίσης από τα κράτη μέλη στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο:

α)

κατά τη διάρκεια της έρευνας: τα αρχικά πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με ατυχήματα και σοβαρά συμβάντα διαβιβάζονται ενόσω η έρευνα είναι σε εξέλιξη·

β)

όταν η έρευνα ολοκληρωθεί:

i)

η τελική έκθεση διερεύνησης, και,

ii)

εφόσον είναι διαθέσιμη, σύνοψή της στα αγγλικά.

3.   Κράτος μέλος ή ο Οργανισμός διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες ασφάλειας στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ή στον Οργανισμό το συντομότερο δυνατόν. Αν, κατά τη συλλογή στοιχείων για περιστατικά ή κατά την αποθήκευση των αναφορών περιστατικών ή ανάλυσης σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6, εντοπίσει ζητήματα ασφαλείας τα οποία κρίνει:

α)

ότι μπορεί να αφορούν άλλα κράτη μέλη ή τον Οργανισμό· ή

β)

ενδεχομένως απαιτούν τη λήψη μέτρων ασφαλείας από άλλα κράτη μέλη ή από τον Οργανισμό.

Άρθρο 10

Διάδοση πληροφοριών αποθηκευμένων στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο

1.   Κάθε φορέας επιφορτισμένος με τη ρύθμιση της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας, ή οποιαδήποτε αρχή διερεύνησης ασφαλείας, εντός της Ένωσης έχει ασφαλή πλήρη ηλεκτρονική πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με περιστατικά που περιέχονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο.

Οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται βάσει των άρθρων 15 και 16.

2.   Οι ενδιαφερόμενοι που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ μπορούν να ζητήσουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες που περιέχει το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο.

Αν οι ενδιαφερόμενοι είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, υποβάλλουν τις αιτήσεις πληροφοριών στο κέντρο επαφής του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι.

Αν οι ενδιαφερόμενοι είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης, απευθύνουν τις αιτήσεις τους στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους για την υποβολή τυχόν αιτήσεων βάσει της παρούσας παραγράφου.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο σχετικά με υπό εξέλιξη έρευνες ασφαλείας που διεξάγονται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό δεν αποκαλύπτονται στα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.   Για λόγους ασφαλείας, δεν παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη άμεση πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο.

Άρθρο 11

Επεξεργασία αιτήσεων και αποφάσεις

1.   Οι αιτήσεις για την παροχή πληροφοριών αποθηκευμένων στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο υποβάλλονται με τη βοήθεια εντύπων εγκεκριμένων από το κέντρο επαφής. Τα εν λόγω έντυπα έχουν τουλάχιστον το περιεχόμενο που καθορίζεται στο παράρτημα IΙΙ.

2.   Κάθε κέντρο επαφής το οποίο παραλαμβάνει αίτηση ελέγχει εάν:

α)

η αίτηση υποβλήθηκε από ενδιαφερόμενο μέρος·

β)

είναι αρμόδιο να διεκπεραιώσει την αίτηση.

Όταν το κέντρο επαφής αποφασίζει ότι η αρμοδιότητα για την εξέταση της αίτησης ανήκει σε άλλο κράτος μέλος ή στην Επιτροπή, τη διαβιβάζει αναλόγως.

3.   Κάθε κέντρο επαφής, το οποίο παραλαμβάνει αίτηση παροχής πληροφοριών, αξιολογεί κατά περίπτωση κατά πόσον η αίτηση είναι δικαιολογημένη και εφικτή.

Τα κέντρα επαφής μπορούν να παρέχουν πληροφορίες στα ενδιαφερόμενα μέρη σε έντυπη μορφή ή με τη χρήση ασφαλών ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας.

4.   Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, το κέντρο επαφής καθορίζει τον όγκο και το επίπεδο διαβάθμισης των πληροφοριών που πρόκειται να παρασχεθούν. Με την επιφύλαξη των άρθρων 15 και 16, οι πληροφορίες περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες για τον σκοπό της αίτησης.

Πληροφορίες μη σχετιζόμενες με τον εξοπλισμό, τις λειτουργίες ή το πεδίο δραστηριότητας του ενδιαφερόμενου μέρους παρέχονται μόνον υπό συγκεντρωτική ή ανώνυμη μορφή. Πληροφορίες υπό μη συγκεντρωτική μορφή επιτρέπεται να δοθούν στον ενδιαφερόμενο αν παράσχει λεπτομερή γραπτή αιτιολόγηση. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16.

5.   Το κέντρο επαφής δίνει στα ενδιαφερόμενα μέρη που προβλέπονται στο παράρτημα IΙ στοιχείο β) μόνον πληροφορίες σχετικές με τον εξοπλισμό, τις λειτουργίες ή το πεδίο δραστηριότητάς τους.

6.   Κέντρο επαφής που παραλαμβάνει αίτηση από ενδιαφερόμενο μέρος περιλαμβανόμενο στο παράρτημα ΙΙ στοιχείο α) μπορεί να λαμβάνει απόφαση γενικής φύσεως για την παροχή πληροφοριών σε τακτική βάση στο εν λόγω ενδιαφερόμενο μέρος, αν:

α)

οι ζητούμενες πληροφορίες πρέπει να αφορούν τον εξοπλισμό, τις λειτουργίες ή τον τομέα δραστηριότητας των ενδιαφερομένων·

β)

η απόφαση γενικής φύσεως δεν επιτρέπει την πρόσβαση στο σύνολο του περιεχομένου της βάσης δεδομένων·

γ)

η απόφαση γενικής φύσεως καλύπτει μόνο την πρόσβαση σε πληροφορίες υπό ανωνυμία.

7.   Ο ενδιαφερόμενος χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που παραλαμβάνει κατά το παρόν άρθρο υπό τους εξής όρους:

α)

δίνει τις πληροφορίες μόνο για τον σκοπό που ορίζεται στο έντυπο της αίτησης, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με τον στόχο που ορίζεται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού· και

β)

δεν δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που έλαβε χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του πληροφοριοδότη και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να κατοχυρώσει την πρέπουσα εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που έλαβε.

8.   Η απόφαση διάδοσης πληροφοριών δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες για τους σκοπούς του χρήστη πληροφορίες.

Άρθρο 12

Αρχείο αιτήσεων και ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Το κέντρο επαφής καταχωρίζει σε αρχείο κάθε αίτηση που παραλαμβάνει και τη δράση που ανελήφθη μετά την αίτηση αυτή.

Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται εγκαίρως στην Επιτροπή όποτε παραλαμβάνεται αίτηση και/ή λαμβάνονται μέτρα.

2.   Η Επιτροπή διαθέτει σε όλα τα κέντρα επαφής τον επικαιροποιημένο κατάλογο των αιτήσεων που παρελήφθησαν και των δράσεων που ανέλαβαν τα διάφορα κέντρα επαφής και η ίδια η Επιτροπή.

Άρθρο 13

Ανάλυση περιστατικών και παρακολούθηση σε εθνικό επίπεδο

1.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος αναπτύσσει διαδικασία ανάλυσης των περιστατικών που συλλέγονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 και του άρθρου 5 παράγραφος 1, για να εντοπίζει τους κινδύνους ασφαλείας που συνδέονται με περιστατικά ή ομάδες περιστατικών που έχουν διαπιστωθεί.

Βάσει της εν λόγω ανάλυσης, ο οργανισμός καθορίζει τα κατάλληλα διορθωτικά και προληπτικά μέτρα, εφόσον και εάν απαιτούνται, για τη βελτίωση της ασφάλειας.

2.   Όταν ένας οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, μετά την ανάλυση της παραγράφου 1, επισημαίνει τις αναγκαίες διορθωτικές ή προληπτικές δράσεις για να αντιμετωπισθούν υφιστάμενα ή δυνητικά κενά ασφαλείας των πτήσεων,

α)

εφαρμόζει τις εν λόγω δράσεις σε εύθετο χρόνο· και

β)

καθιερώνει διαδικασία παρακολούθησης της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των δράσεων.

3.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος δίνει τακτικά στο προσωπικό του και στους υπεργολαβικώς εργαζομένους πληροφορίες σχετικά με την ανάλυση και την παρακολούθηση των διαφόρων αναφορών λόγω των οποίων ελήφθησαν προληπτικά ή διορθωτικά μέτρα.

4.   Όταν ένας οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, μη καλυπτόμενος από την παράγραφο 5, επισημαίνει ένα υφιστάμενο ή δυνητικό κενό στην ασφάλεια των πολιτικών πτήσεων ως αποτέλεσμα της ανάλυσης περιστατικών ή ομάδας περιστατικών αναφερθέντων κατά το άρθρο 4 παράγραφος 8 και το άρθρο 5 παράγραφος 6, διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του περιστατικού από τον αναφέροντα:

α)

τα τυχόν πρώτα αποτελέσματα της ανάλυσης κατά την παράγραφο 1· και

β)

την τυχόν δράση που ανελήφθη κατά την παράγραφο 2.

Ο οργανισμός αναφέρει τα τελικά αποτελέσματα της ανάλυσης, όταν απαιτείται, μόλις αυτά καταστούν διαθέσιμα και, καταρχήν, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης του περιστατικού.

Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει από οργανισμούς να της διαβιβάσουν τα πρώτα ή τα τελικά αποτελέσματα της ανάλυσης κάθε περιστατικού που της κοινοποιήθηκε, σχετικά με το οποίο όμως δεν υπήρξε συνέχεια ή έλαβε μόνον τα πρώτα αποτελέσματα.

5.   Όταν ένας οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, πιστοποιημένος ή εγκεκριμένος από τον Οργανισμό, επισημαίνει ένα υφιστάμενο ή δυνητικό κενό στην ασφάλεια των πολιτικών πτήσεων ως αποτέλεσμα της ανάλυσης περιστατικών ή ομάδας περιστατικών αναφερθέντων κατά το άρθρο 4 παράγραφος 9 και το άρθρο 5 παράγραφος 5, διαβιβάζει στον Οργανισμό εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση του περιστατικού από τον αναφέροντα:

α)

τα τυχόν πρώτα αποτελέσματα της ανάλυσης που διενεργήθηκε κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1· και

β)

τις τυχόν δράσεις που απαιτούνται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2.

Ο οργανισμός ο πιστοποιημένος ή εγκεκριμένος από τον Οργανισμό διαβιβάζει στον τελευταίο αυτόν τα τελικά αποτελέσματα της ανάλυσης, εφόσον απαιτούνται, αμέσως μόλις είναι διαθέσιμα και, κατά κανόνα, το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης του περιστατικού.

Ο Οργανισμός μπορεί να ζητήσει από οργανισμούς να του διαβιβάσουν τα πρώτα ή τα τελικά αποτελέσματα της ανάλυσης κάθε περιστατικού που του κοινοποιήθηκε, σχετικά με το οποίο όμως δεν υπήρξε συνέχεια ή έλαβε μόνον τα πρώτα αποτελέσματα.

6.   Κάθε κράτος μέλος και ο Οργανισμός εκπονούν διαδικασία για την ανάλυση των πληροφοριών σχετικά με περιστατικά που τους αναφέρονται άμεσα σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 και το άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3, για να προσδιορισθούν οι κίνδυνοι ασφάλειας που συνδέονται με τα αναφερόμενα περιστατικά. Βάσει της ανάλυσης, καθορίζουν τα κατάλληλα διορθωτικά και προληπτικά μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας.

7.   Όταν, μετά την ανάλυση κατά την παράγραφο 6, ένα κράτος μέλος ή ο Οργανισμός προσδιορίζει διορθωτικές ή προληπτικές δράσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση πραγματικών ή δυνητικών ελλείψεων ασφαλείας:

α)

εφαρμόζει τις δέουσες δράσεις σε εύθετο χρόνο· και

β)

καθιερώνει διαδικασία παρακολούθησης της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των δράσεων.

8.   Για κάθε περιστατικό ή ομάδα περιστατικών που παρακολουθείται σύμφωνα με τις παραγράφους 4 ή 5, κάθε κράτος μέλος και ο Οργανισμός έχουν πρόσβαση στην πραγματοποιηθείσα ανάλυση και στη δέουσα δράση παρακολούθησης που ανέλαβαν οι οργανισμοί για τους οποίους είναι αντιστοίχως υπεύθυνος.

Εάν κράτος μέλος ή ο Οργανισμός συμπεράνει ότι η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητα των ενεργειών που έγιναν δεν είναι κατάλληλες για την αντιμετώπιση πραγματικών ή δυνητικών ελλείψεων ασφαλείας, διασφαλίζει ότι αναλαμβάνονται και υλοποιούνται πρόσθετες κατάλληλες δράσεις από τον οικείο οργανισμό.

9.   Εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ανάλυση και την παρακολούθηση μεμονωμένων περιστατικών ή ομάδων περιστατικών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 3, εγκαίρως και το αργότερο δύο μήνες από την αποθήκευσή τους στην εθνική βάση δεδομένων.

10.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από την ανάλυση των αναφορών περιστατικών χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για τον προσδιορισμό διορθωτικών μέτρων, τα οποία πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν στο πλαίσιο του Κρατικού Προγράμματος Ασφάλειας.

11.   Προς ενημέρωση του κοινού σχετικά με το επίπεδο ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν μια επισκόπηση ασφαλείας, τουλάχιστον άπαξ ετησίως, η οποία:

α)

δίνει συγκεντρωτικές και ανώνυμες πληροφορίες για τα είδη των περιστατικών και άλλα στοιχεία σχετικά με την ασφάλεια, που συνελέγησαν από τα εθνικά τους συστήματα υποχρεωτικής και εθελοντικής αναφοράς περιστατικών·

β)

προσδιορίζει τις τάσεις·

γ)

αναφέρει τα ληφθέντα μέτρα.

12.   Τα κράτη μέλη μπορούν εξάλλου να δημοσιεύουν ανώνυμες αναφορές περιστατικών και αποτελέσματα ανάλυσης κινδύνου.

Άρθρο 14

Ανάλυση περιστατικών και παρακολούθηση σε ενωσιακό επίπεδο

1.   Η Επιτροπή, ο Οργανισμός και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συμμετέχουν από κοινού τακτικά στην ανταλλαγή και ανάλυση των πληροφοριών που περιέχονται στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, μπορούν να καλούνται παρατηρητές, κατά περίπτωση, εφόσον ενδείκνυται.

2.   Η Επιτροπή, ο Οργανισμός και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται μέσω δικτύου αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας.

Το δίκτυο αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας συμβάλλει στην ενίσχυση της ασφάλειας της αεροπορίας στην Ένωση, ιδίως με την εκτέλεση δραστηριοτήτων ανάλυσης ασφάλειας για την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ασφάλειας της Αεροπορίας και του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ασφάλειας της Αεροπορίας.

3.   Ο Οργανισμός υποστηρίζει τις δραστηριότητες του δικτύου αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η παροχή βοήθειας για την προετοιμασία και τη διοργάνωση των συνεδριάσεων του δικτύου.

4.   Ο Οργανισμός περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της κατά την παράγραφο 1 ανάλυσης πληροφοριών στην ετήσια επισκόπηση ασφαλείας του άρθρου 15 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008.

Άρθρο 15

Εμπιστευτικότητα και κατάλληλη χρήση των πληροφοριών

1.   Τα κράτη μέλη και οργανισμοί, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, καθώς και ο Οργανισμός, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν τη δέουσα εμπιστευτικότητα των στοιχείων που παραλαμβάνουν σχετικά με περιστατικά, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 10.

Κάθε κράτος μέλος, κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος ή ο Οργανισμός επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνον εφόσον κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη των εθνικών νομοθετικών πράξεων για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

2.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με την προστασία της ασφάλειας των πληροφοριών κατά την έννοια των άρθρων 12, 14 και 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010, οι εκ των αναφορών πληροφορίες σχετικά με περιστατικά χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίο έχουν συλλεχθεί.

Τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και οι οργανισμοί δεν διαθέτουν ούτε χρησιμοποιούν τις πληροφορίες περιστατικών:

α)

για απόδοση υπαιτιότητας ή ευθυνών· ή

β)

για άλλο σκοπό εκτός από τη διατήρηση ή τη βελτίωση της ασφάλειας των αεροπορικών μεταφορών.

3.   Η Επιτροπή, ο Οργανισμός και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με το άρθρο 14, σε σχέση με πληροφορίες περιλαμβανόμενες στο Κεντρικό Ευρωπαϊκό Αποθετήριο:

α)

διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών· και

β)

περιορίζουν τη χρήση τους στο απολύτως αναγκαίο για να φέρουν σε πέρας τις σχετικές με την ασφάλεια υποχρεώσεις τους, χωρίς να καταλογίζουν υπαιτιότητα ή ευθύνες. Στο πλαίσιο αυτό, οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται ιδίως για τη διαχείριση κινδύνου και για την ανάλυση των τάσεων στον τομέα της ασφάλειας που δύνανται να οδηγήσουν σε συστάσεις ή δράσεις ασφάλειας, αντιμετωπίζοντας πραγματικές ή δυνητικές ελλείψεις ασφάλειας.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 και οι αρμόδιες αρχές τους για την απονομή δικαιοσύνης συνεργάζονται μεταξύ τους βάσει διοικητικών ρυθμίσεων που έχουν συμφωνηθεί εκ των προτέρων. Αυτές οι ρυθμίσεις επιδιώκουν σωστή ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφενός, και της απαραίτητης συνεχούς διαθεσιμότητας των πληροφοριών ασφαλείας, αφετέρου.

Άρθρο 16

Προστασία της πηγής πληροφοριών

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «προσωπικά στοιχεία» περιλαμβάνει ιδίως τα ονόματα ή τις διευθύνσεις φυσικών προσώπων.

2.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι όλα τα προσωπικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στο προσωπικό των οργανώσεων πέραν των προσώπων που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο για τη διερεύνηση του περιστατικού με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας των πτήσεων.

Πληροφορίες από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί τα στοιχεία ταυτοποίησης διαδίδονται εντός του οργανισμού ανάλογα με την περίπτωση.

3.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι κανένα προσωπικό στοιχείο δεν καταχωρίζεται ποτέ στην εθνική βάση δεδομένων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 6. Αυτές οι πληροφορίες, από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί τα στοιχεία ταυτοποίησης, τίθενται στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου, π.χ. για να μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τη βελτίωση της ασφάλειας των αερομεταφορών.

4.   Ο Οργανισμός εξασφαλίζει ότι κανένα προσωπικό στοιχείο δεν καταγράφεται ποτέ στη βάση δεδομένων του η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 8. Αυτές οι πληροφορίες, από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί τα στοιχεία ταυτοποίησης, τίθενται στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου, ιδίως για να μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τη βελτίωση της ασφάλειας των αερομεταφορών.

5.   Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός δεν κωλύονται να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της ασφάλειας των αεροπορικών μεταφορών.

6.   Με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη δεν κινούν διαδικασίες στην περίπτωση παραβάσεων του νόμου οι οποίες τελέσθηκαν χωρίς πρόθεση ή από απροσεξία και των οποίων λαμβάνουν γνώση απλώς και μόνο διότι αποτέλεσαν αντικείμενο αναφοράς βάσει των άρθρων 4 και 5.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις της παραγράφου 10. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας των αναφερόντων περιστατικό ή των προσώπων που αναγράφονται στις αναφορές περιστατικών. Τα κράτη μέλη μπορούν ιδίως να εφαρμόζουν αυτόν τον κανόνα χωρίς τις εξαιρέσεις της παραγράφου 10.

7.   Στην περίπτωση πειθαρχικών ή διοικητικών νομικών διαδικασιών που εγείρονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις αναφορές περιστατικών δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά:

α)

των αναφερόντων το περιστατικό· ή

β)

των εμφαινομένων στις αναφορές περιστατικών.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις της παραγράφου 10.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας των αναφερόντων περιστατικό ή εμφαινομένων σε αναφορές περιστατικών και μπορούν ιδίως να επεκτείνουν την προστασία αυτή στις αστικές ή ποινικές διαδικασίες.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν νομοθετικές διατάξεις που εγγυώνται στον αναφέροντα, ή στους εμφαινομένους σε αναφορές περιστατικών, ένα επίπεδο προστασίας υψηλότερο από αυτό που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

9.   Πλην των περιπτώσεων εφαρμογής της παραγράφου 10, οι εργαζόμενοι και το συμβασιούχο προσωπικό που αναφέρουν ή μνημονεύονται σε αναφορές περιστατικών συλλεγόμενες σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 δεν υφίστανται καμία ζημία από τον εργοδότη τους ή από τον οργανισμό στον οποίο παρέχουν υπηρεσίες για τις πληροφορίες που υποβάλλει ο αναφέρων.

10.   Η προστασία που αναφέρεται στις παραγράφους 6, 7 και 9 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται:

α)

στις περιπτώσεις δόλου·

β)

σε περιστάσεις όπου έχει εκδηλωθεί πρόδηλη, σοβαρή και σημαντική αδιαφορία έναντι προφανούς κινδύνου και σοβαρή έλλειψη επαγγελματικής ευθύνης όταν απαιτείται να ληφθούν προφανώς απαιτούμενα μέτρα λόγω των περιστάσεων, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν προβλέψιμη βλάβη σε πρόσωπα ή περιουσία, ή οι οποίες υπονομεύουν σημαντικά το επίπεδο ασφαλείας των αεροπορικών μεταφορών.

11.   Κάθε οργανισμός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος εγκρίνει, κατόπιν διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων του, εσωτερικό κανονισμό ο οποίος καθορίζει πώς διασφαλίζονται και υλοποιούνται εντός του οργανισμού οι αρχές της «σωστής νοοτροπίας», ιδίως η αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 9.

Ο οργανισμός που ορίζεται κατά την παράγραφο 12 δύναται να ζητήσει να επανεξετάσει τον εσωτερικό κανονισμό των οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι στο αντίστοιχο κράτος μέλος πριν την εφαρμογή του εσωτερικού κανονισμού.

12.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει φορέα αρμόδιο για την εφαρμογή των παραγράφων 6, 9 και 11.

Το προσωπικό, και οι υπεργολαβικώς εργαζόμενοι, μπορούν να καταγγέλλουν στον εν λόγω φορέα εικαζόμενες παραβάσεις των κανόνων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο χωρίς να υφίστανται αρνητικές συνέπειες για τις καταγγελίες αυτές. Μπορούν να ενημερώνουν την Επιτροπή όταν αναφέρουν παρόμοιες εικαζόμενες παραβάσεις.

Εφόσον ενδείκνυται, ο οριζόμενος φορέας συμβουλεύει τις οικείες αρχές του κράτους μέλους του σχετικά με μέτρα θεραπείας ή κυρώσεις κατ' εφαρμογήν του άρθρου 21.

13.   Την 15η Μαΐου 2019, και στη συνέχεια ανά πενταετία, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, και ιδίως για τις δραστηριότητες του οργανισμού του οριζομένου σύμφωνα με την παράγραφο 12. Η εν λόγω έκθεση δεν περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 17

Ενημέρωση των παραρτημάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 18 για:

α)

ενημέρωση του καταλόγου των υποχρεωτικών πεδίων δεδομένων στις αναφορές περιστατικών που καθορίζονται στο παράρτημα I, εφόσον, βάσει της πείρας που αποκτάται από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, αποδειχθεί απαραίτητη η διενέργεια αλλαγών για να βελτιωθεί η ασφάλεια των πτήσεων·

β)

ενημέρωση της αίτησης παροχής πληροφοριών από το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙΙ για να λαμβάνεται υπόψη η αποκτώμενη πείρα και οι νέες εξελίξεις·

γ)

ευθυγράμμιση παραρτημάτων με το λογισμικό ECCAIRS και την ταξινόμηση ADREP, καθώς και με νομικές πράξεις που εξέδωσε η Ένωση και με διεθνείς συμφωνίες.

Για την ενημέρωση του καταλόγου των υποχρεωτικών πεδίων, ο Οργανισμός και το δίκτυο αναλυτών ασφάλειας της αεροπορίας, που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, διαβιβάζουν στην Επιτροπή τη (τις) δέουσα(-ες) γνώμη(-ες).

Άρθρο 18

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.

2.   Η αρμοδιότητα έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 6 και στο άρθρο 17 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο 5 ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με την εξουσιοδότηση το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εκφράσει αντιρρήσεις για την εν λόγω παράταση, το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 6 και στο άρθρο 17 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Αμέσως μετά την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Κάθε κατ' εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 6 και του άρθρου 17 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχουν αντιταχθεί σε αυτήν ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή για το ότι δεν σκοπεύουν να προβάλουν αντίρρηση. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 19

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 216/2008. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Εάν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 20

Πρόσβαση σε έγγραφα και προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Με εξαίρεση τα άρθρα 10 και 11, τα οποία θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες πρόσβασης στα δεδομένα και τις πληροφορίες που περιέχει το Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των εθνικών νομικών πράξεων για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 21

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις αυτές και τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις που τις επηρεάζουν.

Άρθρο 22

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010

Το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 996/2010 διαγράφεται.

Ωστόσο, το εν λόγω άρθρο εξακολουθεί να ισχύει έως την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3.

Άρθρο 23

Καταργήσεις

Η οδηγία 2003/42/ΕΚ, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 καταργούνται. Ωστόσο, εξακολουθούν να ισχύουν έως την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3.

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Μέχρι την 16η Νοεμβρίου 2020, η Επιτροπή δημοσιεύει και διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω έκθεση καλύπτει, ιδίως, τη συμβολή του παρόντος κανονισμού στη μείωση του αριθμού αεροπορικών ατυχημάτων και των σχετικών θανάτων. Εάν είναι σκόπιμο και βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει προτάσεις τροποποίησης του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο παρών κανονισμός τίθεται σε εφαρμογή από την 15η Νοεμβρίου 2015, και όχι πριν από την έναρξη ισχύος των εκτελεστικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 5. Το άρθρο 7 παράγραφος 2 τίθεται σε εφαρμογή όταν τεθούν σε ισχύ οι κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις για τον προσδιορισμό και την ανάπτυξη του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ταξινόμησης κινδύνων του άρθρου 7 παράγραφοι 6 και 7.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 3 Απριλίου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΫΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 198 της 10.7.2013, σ. 73.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2014.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 35).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας, καθώς και για την κατάργηση της οδηγίας 91/670/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 και της οδηγίας 2004/36/ΕΚ (EE L 79 της 19.3.2008, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(6)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(9)  Οδηγία 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2003, για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (ΕΕ L 167 της 4.7.2003, σ. 23).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1321/2007 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με τον καθορισμό κανόνων για την καταχώριση σε κεντρικό αποθετήριο πληροφοριών σχετικών με περιστατικά στην πολιτική αεροπορία που ανταλλάσσονται βάσει της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 294 της 13.11.2007, σ. 3).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1330/2007 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής για τη διάδοση στα ενδιαφερόμενα μέρη πληροφοριών σχετικών με περιστατικά της πολιτικής αεροπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 295 της 14.11.2007, σ. 7).

(12)  ΕΕ C 358 της 7.12.2013, σ. 19.

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (ΕΕ L 293 της 31.10.2008, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ

Σημειωση:

Τα πεδία δεδομένων πρέπει να συμπληρώνονται υποχρεωτικά με τις ζητούμενες πληροφορίες. Εάν δεν δύνανται οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή ο Οργανισμός να συμπεριλάβουν τις εν λόγω πληροφορίες επειδή δεν έχουν παρασχεθεί από τον οργανισμό ή τον αναφέροντα, το πεδίο δεδομένων μπορεί να συμπληρώνεται με την τιμή «άγνωστο». Εντούτοις, για να εξασφαλίζεται η διαβίβαση των κατάλληλων πληροφοριών, πρέπει κατά το δυνατόν να αποφεύγεται η χρήση της τιμής «άγνωστο» και η αναφορά να συμπληρώνεται, ει δυνατόν, με στοιχεία σε μεταγενέστερο στάδιο.

1.   ΚΟΙΝΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΠΕΔΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά το δυνατόν, κάθε περιστατικού εθελοντικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι οι αναφορές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

1)

Κεφαλίδα

Κεφαλίδα

2)

Υποβολή πληροφοριών

Υπεύθυνος φορέας

Αριθμός πρωτοκόλλου

Κατάσταση περιστατικού

3)

Πότε

Διεθνής ημερομηνία UTC

4)

Πού

Κράτος/Περιοχή περιστατικού

Τοποθεσία περιστατικού

5)

Ταξινόμηση

Τάξη περιστατικού

Κατηγορία περιστατικού

6)

Περιγραφή

Γλώσσα περιγραφής

Περιγραφή

7)

Περιστατικά

Τύπος συμβάντος

8)

Ταξινόμηση κινδύνου

2.   ΕΙΔΙΚΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΠΕΔΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

2.1.   Πεδία δεδομένων σχετικά με τα αεροσκάφη

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά το δυνατόν, κάθε περιστατικού εθελοντικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι οι αναφορές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σε περίπτωση που αεροσκάφος ενεπλάκη στο περιστατικό:

1)

Αναγνωριστικό αεροσκάφους

Κράτος ταξινόμησης

Σήμα/Τύπος/Σειρά

Αριθμός σειράς αεροσκάφους

Ταξινόμηση αεροσκάφους

Διακριτικό κλήσεως ασυρμάτου

2)

Λειτουργία αεροσκάφους

Φορέας εκμετάλλευσης

Τύπος λειτουργίας

3)

Περιγραφή αεροσκάφους

Κατηγορία αεροσκάφους

Τύπος πρόωσης

Ομάδα μάζας

4)

Ιστορικό πτήσης

Τελευταίο σημείο αναχώρησης

Προγραμματισμένος προορισμός

Φάση της πτήσης

5)

Καιρός

Συνάφεια με τις καιρικές συνθήκες

2.2.   Πεδία δεδομένων σχετικά με τις υπηρεσίες αεροναυτιλίας

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά το δυνατόν, κάθε περιστατικού εθελοντικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι οι αναφορές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σε περίπτωση που υπηρεσία αεροναυτιλίας ή το επιχειρησιακό περιβάλλον είχε εμπλοκή στο περιστατικό:

1)

Σχέση ΔΕΚ

Συνεισφορά ΔΕΚ

Επηρεασμός υπηρεσίας (επηρεασμός υπηρεσίας ΔΕΚ)

2)

Ονομασία μονάδας υπηρεσίας εναέριας κυκλοφορίας (ATS)

2.2.1   Πεδία δεδομένων σχετικά με παραβίαση ελάχιστου διαχωρισμού/Απώλεια διαχωρισμού και παραβίαση εναέριου χώρου

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά το δυνατόν, κάθε περιστατικού εθελοντικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός μεριμνούν ώστε οι αναφορές να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

1)

Εναέριος χώρος

Τύπος εναέριου χώρου

Κατηγορία εναέριου χώρου

Ονομασία FIR/UIR

2.3.   Πεδία δεδομένων σχετικά με το αεροδρόμιο

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς και, κατά το δυνατόν, κάθε περιστατικού εθελοντικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός εξασφαλίζουν ότι οι αναφορές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

1)

Δείκτης θέσης (δείκτης ICAO του αεροδρομίου)

2)

Θέση στο αεροδρόμιο

2.4.   Πεδία δεδομένων σχετικά με βλάβη αεροσκάφους ή τραυματισμό προσώπου

Κατά την καταχώριση κάθε περιστατικού υποχρεωτικής αναφοράς στις αντίστοιχες βάσεις δεδομένων τους, οι οργανισμοί, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός μεριμνούν ώστε οι αναφορές να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σε περίπτωση ζημίας σε αεροσκάφος ή τραυματισμού προσώπου:

1)

Σοβαρότητα

Μέγιστη βλάβη

Επίπεδο ζημίας

2)

Τραυματισμοί προσώπων

Αριθμός τραυματισμών στο έδαφος (θανατηφόροι, σοβαροί, ελαφροί)

Αριθμός τραυματισμών στο αεροσκάφος (θανατηφόροι, σοβαροί, ελαφροί)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

α)

Κατάλογος ενδιαφερομένων που μπορούν να παραλάβουν πληροφορίες με απόφαση κατ' άρθρο 11 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, ή με γενική απόφαση κατ' άρθρο 11 παράγραφος 6:

1.

Παραγωγοί: σχεδιαστές και κατασκευαστές αεροσκαφών, κινητήρων, ελίκων και μερών και εξοπλισμού αεροσκαφών καθώς και των αντίστοιχων ενώσεών τους· σχεδιαστές και κατασκευαστές συστημάτων και συστατικών στοιχείων διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας (ΔΕΚ)· σχεδιαστές και κατασκευαστές συστημάτων και συστατικών στοιχείων αεροναυτιλιακών υπηρεσιών (ANS)· σχεδιαστές και κατασκευαστές συστημάτων και εξοπλισμού που χρησιμοποιούνται στον ελεγχόμενο χώρο των αεροδρομίων

2.

Συντήρηση: Οργανισμοί που εμπλέκονται στη συντήρηση ή τη γενική επισκευή αεροσκαφών, κινητήρων, ελίκων και μερών και εξοπλισμού αεροσκαφών· στην εγκατάσταση, την τροποποίηση, τη συντήρηση, την επιδιόρθωση, τη γενική επισκευή, τον έλεγχο πτήσεων ή την επιθεώρηση αεροναυτιλιακών διευκολύνσεων· ή στη συντήρηση ή τη γενική επισκευή συστημάτων, συστατικών στοιχείων και εξοπλισμού στον ελεγχόμενο χώρο των αεροδρομίων

3.

Φορείς εκμετάλλευσης: Αεροπορικές εταιρείες και φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών και ενώσεις αεροπορικών εταιρειών και φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών· φορείς εκμετάλλευσης αεροδρομίων και ενώσεις φορέων εκμετάλλευσης αεροδρομίων

4.

Πάροχοι αεροναυτιλιακών υπηρεσιών και πάροχοι ειδικών λειτουργιών ATM

5.

Πάροχοι υπηρεσιών αεροδρομίων: φορείς που αναλαμβάνουν την επίγεια εξυπηρέτηση αεροσκαφών, στην οποία περιλαμβάνεται η τροφοδοσία καυσίμων, η εξυπηρέτηση αεροσκαφών, η συμπλήρωση της φορτωτικής, η φόρτωση, η αποπάγωση και η ρυμούλκηση σε αεροδρόμιο, καθώς και τα σωστικά συνεργεία και η πυροσβεστική υπηρεσία ή άλλες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης

6.

Οργανισμοί αεροπορικής εκπαίδευσης

7.

Οργανισμοί τρίτων χωρών: κυβερνητικές αεροπορικές αρχές και φορείς διερεύνησης ατυχημάτων τρίτων χωρών

8.

Διεθνείς αεροπορικοί οργανισμοί

9.

Έρευνα: Δημόσια ή ιδιωτικά ερευνητικά εργαστήρια, κέντρα ή οντότητες· ή πανεπιστήμια που μετέχουν στην έρευνα ή σε μελέτες ασφάλειας πτήσεων

β)

Κατάλογος ενδιαφερόμενων μερών που μπορούν να παραλάβουν πληροφορίες με βάση κατά περίπτωση απόφαση κατ' άρθρο 11 παράγραφοι 4 και 5:

1.

Χειριστές (σε προσωπική βάση)

2.

Ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας (σε προσωπική βάση) και λοιπό προσωπικό ATM/ANS που εκτελεί καθήκοντα σχετιζόμενα με την ασφάλεια

3.

Μηχανικοί/Τεχνικοί/Προσωπικό ηλεκτρονικού εξοπλισμού ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας/Διαχειριστές πολιτικής αεροπορίας (ή αεροδρομίων) (σε προσωπική βάση)

4.

Επαγγελματικοί φορείς εκπροσώπησης των απασχολούμενων που εκτελούν καθήκοντα σχετιζόμενα με την ασφάλεια


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΑΙΤΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ

1.

Ονομασία:

Καθήκοντα/θέση:

Εταιρεία:

Διεύθυνση:

Τηλ.:

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:

Ημερομηνία:

Είδος της επιχείρησης:

Κατηγορία του αιτούντος [βλ. Παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 376/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την αναφορά, την ανάλυση και την παρακολούθηση περιστατικών στην πολιτική αεροπορία (1)]:

2.

Ζητούμενα δεδομένα (Παρακαλείσθε να είστε όσο το δυνατόν πιο ακριβείς: συμπεριλάβετε τη σχετική ημερομηνία/περίοδο που σας ενδιαφέρει):

 

3.

Αιτιολόγηση της αίτησης:

 

4.

Εξηγήστε για ποιο σκοπό θα χρησιμοποιήσετε τις πληροφορίες:

 

5.

Ημερομηνία έως την οποία πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες

6.

Το συμπληρωμένο έντυπο πρέπει να σταλεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: (κέντρο επαφής)

7.

Πρόσβαση σε πληροφορίες

Το κέντρο επαφής δεν απαιτείται να διαθέσει τα ζητούμενα δεδομένα. Μπορεί να το κάνει μόνο αν είναι βέβαιο ότι η αίτηση είναι συμβατή με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 376/2014. Ο αιτών, καθώς και ο οργανισμός που εκπροσωπεί, δεσμεύονται να περιοριστούν στη χρήση των πληροφοριών για τον σκοπό που περιγράφεται στο σημείο 4. Υπενθυμίζεται επίσης ότι οι πληροφορίες που παρέχονται με βάση την παρούσα αίτηση διατίθενται αποκλειστικά για την ασφάλεια πτήσεων, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 376/2014 και όχι για άλλους σκοπούς, όπως, ιδίως, απόδοση υπαιτιότητας ή ευθυνών ή για εμπορικούς σκοπούς.

Δεν επιτρέπεται στον αιτούντα να δημοσιοποιήσει πληροφορίες που του έχουν παρασχεθεί χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του σημείου επαφής.

Η απουσία τήρησης των ανωτέρω απαιτήσεων μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση της πρόσβασης στο Ευρωπαϊκό Κεντρικό Αποθετήριο για περαιτέρω πληροφορίες και, κατά περίπτωση, σε επιβολή κυρώσεων.

8.

Ημερομηνία, τόπος και υπογραφή:


(1)  ΕΕ L 122 της 24.4.2014, σ. 18.


Top