Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013R0734

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 734/2013 του Συμβούλιου, της 22ας Ιουλίου 2013 , που να τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 204, 31.7.2013, p. 15–22 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
OJ L 204, 31.7.2013, p. 7–14 (HR)

No longer in force, Date of end of validity: 13/10/2015; καταργήθηκε από 32015R1589

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/734/oj

31.7.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 204/15


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 734/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΫΛΙΟΥ

της 22ας Ιουλίου 2013

που να τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 109,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο πλαίσιο ενός σε βάθος εκσυγχρονισμού των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, ο οποίος θα συμβάλει τόσο στην υλοποίηση της στρατηγικής Ευρώπη 2020 για την ανάπτυξη (1) όσο και στη δημοσιονομική εξυγίανση, το άρθρο 107 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») θα πρέπει να εφαρμόζεται αποτελεσματικά και ομοιόμορφα σε όλη την Ένωση. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (2) κωδικοποίησε και ενίσχυσε την προγενέστερη πρακτική της Επιτροπής να αυξήσει την ασφάλεια δικαίου και να στηρίξει την ανάπτυξη της πολιτικής για τις κρατικές ενισχύσεις σε περιβάλλον διαφάνειας. Ωστόσο, βάσει της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή του και δεδομένων των πρόσφατων εξελίξεων, όπως η διεύρυνση της ΕΕ και η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, ορισμένες πτυχές του εν λόγω κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να γίνει πιο αποτελεσματική.

(2)

Για να αξιολογήσει αν οι όποιες κοινοποιημένες ή παράνομες κρατικές ενισχύσεις είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, πράγμα για το οποίο η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ, κρίνεται σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία, για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, να ζητήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από οποιαδήποτε επιχείρηση, ένωση επιχειρήσεων ή κράτος μέλος, όταν έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με την ενωσιακή νομοθεσία του οικείου μέτρου και έχει ως εκ τούτου κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας. Η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία, ιδίως σε περιπτώσεις όπου κρίνεται απαραίτητη μια σύνθετη ουσιαστική αξιολόγηση. Για να αποφασίσει αν θα χρησιμοποιήσει αυτή την εξουσία, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας.

(3)

Προκειμένου να αξιολογήσει τη συμβατότητα ενός μέτρου ενίσχυσης μετά την έναρξη της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ιδίως όσον αφορά τεχνικώς περίπλοκες υποθέσεις που υπόκεινται σε ουσιαστική αξιολόγηση, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να απαιτεί από κάθε επιχείρηση, ένωση επιχειρήσεων ή κράτος μέλος να παράσχει όλες τις αγοραίες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησής της, εάν οι πληροφορίες που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος κατά την πορεία της προκαταρκτικής έρευνας δεν είναι επαρκείς, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

(4)

Υπό το φως της ειδικής σχέσης μεταξύ των δικαιούχων της ενίσχυσης και του οικείου κράτους μέλους, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ζητά πληροφορίες από δικαιούχους ενίσχυσης, σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος. Η παροχή πληροφοριών από τον δικαιούχο του επίμαχου μέτρου ενίσχυσης δεν αποτελεί νομική βάση για διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και του δικαιούχου.

(5)

Η Επιτροπή επιλέγει τους αποδέκτες των αιτήσεων παροχής πληροφοριών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατάλληλων για την κάθε περίπτωση, μεριμνώντας ταυτόχρονα ώστε, όταν η αίτηση απευθύνεται σε ένα δείγμα επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, το δείγμα των ερωτηθέντων να είναι αντιπροσωπευτικό στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας. Οι πληροφορίες που ζητούνται θα συνίστανται κυρίως σε πραγματικά δεδομένα της εταιρείας και της αγοράς και σε ανάλυση της λειτουργίας της αγοράς με βάση γεγονότα.

(6)

Η Επιτροπή, εφόσον αυτή κινεί τη διαδικασία, θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση τόσο της διαβίβασης των πληροφοριών από τα κράτη μέλη, τις επιχειρήσεις, ή τις ενώσεις επιχειρήσεων όσο και της εμπιστευτικότητας που αποδίδεται στην κοινολόγηση πληροφοριών.

(7)

Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλει τη συμμόρφωση με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απευθύνονται σε κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, ανάλογα με την περίπτωση, με την επιβολή αναλογικών προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών. Κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών, η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, ιδίως όσον αφορά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Τα δικαιώματα των μερών που έχουν κληθεί να παράσχουν πληροφορίες πρέπει να προστατεύονται, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης περί επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών. Θα πρέπει να αναγνωρισθεί η πλήρης δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τα πρόστιμα και τις περιοδικές χρηματικές ποινές, σύμφωνα με το άρθρο 261 της ΣΛΕΕ.

(8)

Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να μειώνει τις χρηματικές ποινές ή να τις ακυρώνει τελείως, όταν οι αποδέκτες των αιτήσεων πληροφοριών παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες, έστω και μετά τη λήξη της προθεσμίας.

(9)

Πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές δεν επιβάλλονται σε κράτη μέλη, δεδομένου ότι αυτά υποχρεούνται να συνεργάζονται με ειλικρίνεια με την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και να της παρέχουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για να μπορεί η Επιτροπή να εκτελεί τα καθήκοντά της βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(10)

Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα δικαιώματα υπεράσπισης του οικείου κράτους μέλους, τα κράτη μέλη πρέπει να ενημερώνονται για το περιεχόμενο των αιτήσεων για παροχή πληροφοριών που αποστέλλονται σε άλλα κράτη μέλη, επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους για τα σχόλια που λαμβάνονται. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται για τα ονόματα των οικείων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, στον βαθμό που οι φορείς αυτοί δεν έχουν αποδείξει έννομο συμφέρον για προστασία της ταυτότητάς τους.

(11)

Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων στην προστασία του επιχειρηματικού τους απορρήτου. Δεν θα πρέπει να μπορεί η Επιτροπή να χρησιμοποιεί σε αποφάσεις της εμπιστευτικές πληροφορίες που παρέχουν οι ερωτηθέντες, εφόσον αυτές δεν μπορούν να αναφερθούν συγκεντρωτικά ή να παραμείνουν εμπιστευτικές κατ’ άλλον τρόπο, εκτός εάν έχει προηγουμένως λάβει τη συγκατάθεση των ερωτηθέντων για την αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών στο οικείο κράτος μέλος.

(12)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πληροφορίες που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές δεν φαίνεται να καλύπτονται από υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου, είναι σκόπιμο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός με τον οποίο η Επιτροπή να μπορεί να αποφασίζει σε ποιο βαθμό οι πληροφορίες αυτές μπορούν να κοινολογηθούν. Κάθε τέτοια απόφαση με την οποία απορρίπτεται ισχυρισμός περί εμπιστευτικότητας των πληροφοριών θα πρέπει να αναφέρει μια χρονική περίοδο, στο τέλος της οποίας τα στοιχεία θα κοινολογούνται, ούτως ώστε ο ερωτηθείς να μπορεί να κάνει χρήση οποιασδήποτε δικαστικής προστασίας έχει στη διάθεσή του, περιλαμβανομένου κάθε προσωρινού μέτρου.

(13)

Η Επιτροπή δύναται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως πληροφορίες, ανεξαρτήτως πηγής, περί παράνομων ενισχύσεων, ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με το άρθρο 108 της ΣΛΕΕ, και ιδίως με την υποχρέωση ενημέρωσης και τη ρήτρα περί αναστολής που προβλέπονται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, και να αξιολογεί τη συμβατότητά τους με την εσωτερική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, οι καταγγελίες αποτελούν ουσιώδη πηγή πληροφοριών για τον εντοπισμό παραβιάσεων των κανόνων της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων.

(14)

Για να βελτιωθεί η ποιότητα των καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή και για να αυξηθεί, παράλληλα, η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια καταγγελία, ώστε να περιέρχονται στη διάθεση της Επιτροπής οι πληροφορίες σχετικά με την εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση και να κινείται η προκαταρκτική εξέταση. Καταγγελίες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να διατηρούνται ως γενικές πληροφορίες για την αγορά, και δεν θα οδηγούν αναγκαία σε αυτεπάγγελτες έρευνες.

(15)

Οι καταγγέλλοντες πρέπει να υποχρεούνται να αποδείξουν ότι είναι ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 108 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και του άρθρου 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Πρέπει επίσης να παρέχουν ορισμένο αριθμό πληροφοριών σε μορφή που η Επιτροπή θα εξουσιοδοτείται να καθορίζει σε εκτελεστική διάταξη. Προκειμένου να μη δημιουργούνται αντικίνητρα για όσους θέλουν να υποβάλουν καταγγελία, η εφαρμογή της εκτελεστικής διάταξης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι οι απαιτήσεις για την υποβολή της δεν πρέπει να είναι επαχθείς.

(16)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

(17)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή αντιμετωπίζει παρόμοια ζητήματα με συνέπεια σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, είναι σκόπιμο να συμπληρωθούν οι υπάρχουσες αρμοδιότητες της Επιτροπής με τη θέσπιση ειδικής νομικής βάσης για την έναρξη των ερευνών σε κλάδους της οικονομίας ή σε ορισμένα μέσα ενίσχυσης σε διάφορα κράτη μέλη. Για λόγους αναλογικότητας και υπό το φως του υψηλού διοικητικού φόρτου που συνεπάγονται οι εν λόγω έρευνες, τομεακές έρευνες θα πρέπει να πραγματοποιούνται μόνον όταν τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν εύλογη υποψία ότι μέτρα κρατικών ενισχύσεων στον συγκεκριμένο τομέα μπορεί να περιορίζουν ή να νοθεύουν ουσιωδώς τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς σε πολλά κράτη μέλη, ή ότι υφιστάμενα μέτρα ενίσχυσης σε έναν συγκεκριμένο τομέα σε πολλά κράτη μέλη δεν είναι —ή δεν είναι πλέον— συμβατά με την εσωτερική αγορά. Οι έρευνες αυτές θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να αντιμετωπίζει με αποτελεσματικό και διαφανή τρόπο οριζόντια θέματα κρατικών ενισχύσεων και να λαμβάνει εκ των προτέρων ολιστική άποψη του σχετικού τομέα.

(18)

Η συνεπής εφαρμογή της νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις προϋποθέτει επίσης τη συγκρότηση μηχανισμών για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και της Επιτροπής. Η συνεργασία αυτή ισχύει για όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών που εφαρμόζουν το άρθρο 107 παράγραφος 1 και το άρθρο 108 της ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως πλαισίου. Ειδικότερα, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να μπορούν να απευθύνονται στην Επιτροπή και να της ζητούν πληροφορίες ή τη γνώμη της σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων. Θα πρέπει να αναγνωρισθεί στην Επιτροπή η εξουσία να διατυπώνει παρατηρήσεις, γραπτές ή προφορικές, ενώπιον των δικαστηρίων που καλούνται να εφαρμόζουν τα άρθρα 107 παράγραφος 1 ή 108 της ΣΛΕΕ. Όταν παρέχει συναφώς συνδρομή σε εθνικά δικαστήρια, η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με το καθήκον να υπερασπίζεται το δημόσιο συμφέρον.

(19)

Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις και οι γνώμες της Επιτροπής θα πρέπει να τελούν υπό την επιφύλαξη του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ και δεν δεσμεύουν νομικά τα εθνικά δικαστήρια. Οι παρατηρήσεις αυτές θα πρέπει να υποβάλλονται εντός των πλαισίων των εθνικών δικονομικών κανόνων και πρακτικών, περιλαμβανομένων των κανόνων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων, με πλήρη σεβασμό για την ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων. Η αυτεπάγγελτη υποβολή παρατηρήσεων από την Επιτροπή πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις που είναι σημαντικές για τη συνεπή εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 1 ή του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ, συγκεκριμένα σε υποθέσεις που είναι σημαντικές για την επιβολή ή την περαιτέρω ανάπτυξη της νομολογίας της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων.

(20)

Χάριν της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου, οι αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να δημοσιοποιούνται. Επομένως, είναι σκόπιμο να δημοσιεύονται αποφάσεις δυνάμει των οποίων επιβάλλονται πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, δεδομένου ότι θίγουν τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων μερών. Η Επιτροπή, κατά τη δημοσίευση των αποφάσεών της, θα πρέπει να τηρεί τους κανόνες για το επαγγελματικό απόρρητο, όπου περιλαμβάνεται και η προστασία όλων των εμπιστευτικών πληροφοριών και των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ.

(21)

Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις κρατικές ενισχύσεις, πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζει εκτελεστικές διατάξεις για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλα κριτήρια των καταγγελιών που υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(22)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 τροποποιείται ως εξής:

1)

Ο τίτλος του άρθρου 5 αντικαθίσταται από τον ακόλουθο:

«ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 22ΑΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1999, ΠΕΡΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 108 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ».

2)

Ο τίτλος του άρθρου 5 αντικαθίσταται από τον ακόλουθο:

«Αίτηση παροχής πληροφοριών που απευθύνεται στο κοινοποιούν κράτος μέλος».

3)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 6α

Αίτηση παροχής πληροφοριών που απευθύνεται σε άλλες πηγές

1.   Μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 6, ιδίως όσον αφορά τεχνικώς περίπλοκες υποθέσεις που υπόκεινται σε ουσιαστική αξιολόγηση, η Επιτροπή μπορεί να ζητά από άλλο κράτος μέλος, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων να παράσχει όλες τις αγοραίες πληροφορίες που είναι αναγκαίες στην Επιτροπή για την ολοκλήρωση της αξιολόγησής της για το επίδικο μέτρο, εάν οι πληροφορίες που παρέσχε το οικείο κράτος μέλος κατά την πορεία της προκαταρκτικής έρευνας δεν είναι επαρκείς, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει πληροφορίες μόνο:

α)

εάν αυτό περιορίζεται σε επίσημες διαδικασίες έρευνας που έχουν κριθεί μέχρι στιγμής ως αναποτελεσματικές από την Επιτροπή, και

β)

στο μέτρο που αφορά αποδέκτες της ενίσχυσης, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συμφωνεί με το αίτημα.

3.   Οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που παρέχουν πληροφορίες μετά από αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών αγοράς δυνάμει των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου πρέπει να υποβάλουν την απάντησή τους, ταυτόχρονα, στην Επιτροπή και στο οικείο κράτος μέλος, εφόσον τα έγγραφα που παρέχονται δεν περιλαμβάνουν πληροφορίες που είναι εμπιστευτικές έναντι του οικείου κράτους μέλους.

Η Επιτροπή καθοδηγεί και παρακολουθεί τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων και ελέγχει την εμπιστευτικότητα που αποδίδεται στις διαβιβαζόμενες πληροφορίες.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει μόνο πληροφορίες που βρίσκονται στη διάθεση επιχείρησης, ένωσης επιχειρήσεων ή κράτους μέλους τα οποία αφορά το αίτημα.

5.   Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες κατόπιν παραλαβής απλής αίτησης και εντός προθεσμίας την οποία θέτει η Επιτροπή και η οποία δεν πρέπει κατά κανόνα να υπερβαίνει τον έναν μήνα. Όταν το οικείο κράτος μέλος δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας ή παρέχει ελλιπείς πληροφορίες, η Επιτροπή αποστέλλει υπενθύμιση.

6.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων να παράσχει πληροφορίες, με την υποβολή απλής αίτησης. Όταν η Επιτροπή αποστέλλει απλή αίτηση παροχής πληροφοριών σε μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό της αίτησής της, τις συγκεκριμένες πληροφορίες που ζητεί και ορίζει αναλογική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες. Αναφέρονται επίσης τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 6β παράγραφος 1 για την υποβολή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

7.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει με απόφασή της από κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων να παράσχει πληροφορίες. Όταν η Επιτροπή ζητεί με απόφαση την υποβολή πληροφοριών από επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό της αίτησής της, τις συγκεκριμένες πληροφορίες που ζητεί και ορίζει αναλογική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν. Επίσης, αναφέρονται τα πρόστιμα που προβλέπει το άρθρο 6β παράγραφος 1 και αναφέρονται ή επιβάλλονται οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 6β παράγραφος 2, αναλόγως. Αναφέρεται επίσης το δικαίωμα της επιχείρησης ή της ένωσης επιχειρήσεων για προσβολή της απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ.

8.   Όταν απευθύνει αίτημα κατά τις παραγράφους 1 ή 6, ή όταν λαμβάνει απόφαση κατά την παράγραφο 7, η Επιτροπή παρέχει ταυτόχρονα στο οικείο κράτος μέλος αντίγραφο της αίτησης. Η Επιτροπή αναφέρει επίσης τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την επιλογή των αποδεκτών της αίτησης παροχής πληροφοριών ή της απόφασης.

9.   Η υποβολή των αιτούμενων πληροφοριών εκ μέρους των συμμετεχουσών επιχειρήσεων γίνεται από τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων ή τους αντιπροσώπους τους και, σε περίπτωση νομικών προσώπων, εταιρειών ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, από τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται για την εκπροσώπησή τους από τον νόμο ή το καταστατικό τους. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παράσχουν δεόντως εξουσιοδοτημένα άτομα εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι ωστόσο εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

Άρθρο 6β

Πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές

1.   Η Επιτροπή, εάν κριθεί αναγκαίο και αναλογικό, μπορεί με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που δεν υπερβαίνουν το 1 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας:

α)

παρέχουν ανακριβή ή παραπλανητικά στοιχεία κατά την απάντησή τους σε αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 6

β)

παρέχουν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, κατά την απάντηση σε αίτηση που τους υποβλήθηκε με απόφαση βάσει του άρθρου 6α παράγραφος 7, ή δεν παρέχουν πληροφορίες εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

2.   Η Επιτροπή μπορεί με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων περιοδικές χρηματικές ποινές, όταν μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων παραλείπει να παράσχει πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες, όπως έχει ζητήσει η Επιτροπή με απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 7.

Οι περιοδικές χρηματικές ποινές δεν υπερβαίνουν το 5 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών της οικείας επιχείρησης ή ένωσης αυτών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για κάθε εργάσιμη ημέρα καθυστέρησης, υπολογισμένο από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση, έως ότου οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων παράσχουν πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες, όπως ζήτησε η Επιτροπή.

3.   Το ύψος του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής ορίζεται με βάση τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, ενώ λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρχές της αναλογικότητας και της καταλληλότητας, ιδίως όσον αφορά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

4.   Στην περίπτωση κατά την οποία οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις επιχειρήσεων εκπληρώσουν την υποχρέωση για την τήρηση της οποίας επιβλήθηκε περιοδική χρηματική ποινή, η Επιτροπή δύναται να καθορίσει το οριστικό ύψος της περιοδικής αυτής ποινής σε επίπεδο κατώτερο από εκείνο της αρχικής απόφασης που επέβαλε την περιοδική ποινή. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ακυρώνει τελείως την επιβολή οποιασδήποτε περιοδικής χρηματικής ποινής.

5.   Πριν εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, η Επιτροπή τάσσει τελική προθεσμία δύο εβδομάδων για να λάβει από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων τις πληροφορίες αγοράς που λείπουν, και επίσης δίνει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

6.   Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία, κατά την έννοια του άρθρου 261 της ΣΛΕΕ, για τον έλεγχο των προστίμων ή των περιοδικών χρηματικών ποινών που επιβάλλονται από την Επιτροπή. Δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα ή τις περιοδικές χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί.».

4)

Στο άρθρο 7 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«8.   Πριν εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5, η Επιτροπή δίνει στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να γνωστοποιήσει τις απόψεις του, εντός προθεσμίας που κανονικά δεν υπερβαίνει τον έναν μήνα, σχετικά με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή και διαβίβασε στο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 3.

9.   Εμπιστευτικές πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από τους ερωτηθέντες, και δεν μπορούν να αναφερθούν συγκεντρωτικά ή να παραμείνουν εμπιστευτικές κατ’ άλλον τρόπο, δεν χρησιμοποιούνται σε καμία απόφαση της Επιτροπής που λαμβάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5, εκτός εάν η Επιτροπή έχει λάβει προηγουμένως τη συγκατάθεση των ερωτηθέντων για να αποκαλύψει τις πληροφορίες αυτές στο οικείο κράτος μέλος. Η Επιτροπή δύναται να λάβει αιτιολογημένη απόφαση, που κοινοποιείται στην οικεία επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων, στην οποία θα δηλώνεται ότι οι πληροφορίες που έχουν επισημανθεί ως εμπιστευτικές και έχουν παρασχεθεί από τους ερωτηθέντες δεν προστατεύονται και θα καθορίζεται χρονική περίοδος, στο τέλος της οποίας οι πληροφορίες θα αποκαλύπτονται. Η περίοδος αυτή δεν πρέπει να είναι μικρότερη από έναν μήνα.

10.   Η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία των επιχειρηματικών τους μυστικών και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες. Μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που δίνει πληροφορίες κατά το άρθρο 6α, η οποία δεν είναι δικαιούχος της κρατικής ενίσχυσης, μπορεί να ζητήσει για λόγους πιθανής ζημίας να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά της στο οικείο κράτος μέλος.».

5)

Στο άρθρο 10 οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 20, η Επιτροπή μπορεί, αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει πληροφορίες που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή σχετικά με εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση.

Η Επιτροπή εξετάζει χωρίς καθυστέρηση κάθε καταγγελία που υποβλήθηκε από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 και μεριμνά ώστε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να ενημερώνεται πλήρως και τακτικά για την πρόοδο και τα αποτελέσματα της εξέτασης.

2.   Εν ανάγκη, η Επιτροπή ζητεί πληροφορίες από το οικείο κράτος μέλος. Εφαρμόζονται αναλογικά το άρθρο 2 παράγραφος 2 και το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2.

Μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει πληροφορίες από άλλο κράτος μέλος, επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6α και 6β, τα οποία εφαρμόζονται αναλογικά.».

6)

Μετά το άρθρο 14 παρεμβάλλεται ο ακόλουθος τίτλος του κεφαλαίου:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙΑ

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ».

7)

Ο τίτλος του άρθρου 15 αντικαθίσταται από τον εξής:

«Παραγραφή για την ανάκτηση της ενίσχυσης».

8)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 15α

Παραγραφή για την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών

1.   Η εξουσία που ανατίθεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 6β υπόκειται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής.

2.   Η προθεσμία της παραγράφου 1 αρχίζει να ισχύει την ημέρα διάπραξης της παράβασης κατά το άρθρο 6β. Εντούτοις, σε περίπτωση συνεχών ή επανειλημμένων παραβάσεων, η προθεσμία αρχίζει να ισχύει την ημέρα τερματισμού της παράβασης.

3.   Κάθε ενέργεια της Επιτροπής με σκοπό την έρευνα ή την κίνηση διαδικασιών σχετικά με την παράβαση κατά το άρθρο 6β διακόπτει την παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, με ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία η προσφυγή κοινοποιείται στην επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων.

4.   Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή εκπνέει το αργότερο την ημέρα κατά την οποία παρέρχεται χρονικό διάστημα έξι ετών χωρίς η Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο αναστολής της παραγραφής σύμφωνα με την παράγραφο 5.

5.   Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ.

Άρθρο 15β

Παραγραφή της εκτέλεσης των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.   Η εξουσία της Επιτροπής να εκτελεί τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6β υπόκειται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής.

2.   Η παραγραφή της παραγράφου 1 αρχίζει να ισχύει την ημέρα κατά την οποία η απόφαση κατά την παράγραφο 6β καθίσταται οριστική.

3.   Η παραγραφή της παραγράφου 1 διακόπτεται:

α)

με την κοινοποίηση απόφασης η οποία τροποποιεί το αρχικό ποσό του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής ή απορρίπτει αίτημα τροποποίησής του

β)

από κάθε πράξη κράτους μέλους, που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, ή της Επιτροπής, η οποία αποσκοπεί στην αναγκαστική εκτέλεση της πληρωμής του ποσού του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4.   Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή.

5.   Η παραγραφή της παραγράφου 1 αναστέλλεται:

α)

για όσο χρονικό διάστημα επιτρέπεται στον ερωτηθέντα η πραγματοποίηση της πληρωμής·

β)

για όσο χρονικό διάστημα η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης της πληρωμής τελεί υπό αναστολή βάσει αποφάσεως του Δικαστηρίου της ΕΕ.».

9)

Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 16

Καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης

Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, η Επιτροπή μπορεί, σε περιπτώσεις καταχρηστικής εφαρμογής ενισχύσεων, να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4. Τα άρθρα 6, 6α, 6β, 7, 9, 10, το άρθρο 11 παράγραφος 1 και τα άρθρα 12 έως 15 εφαρμόζονται αναλογικά.».

10)

Στο άρθρο 20, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει καταγγελία για να ενημερώσει την Επιτροπή για εικαζόμενη παράνομη ενίσχυση ή εικαζόμενη καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης. Για τον σκοπό αυτό, το ενδιαφερόμενο μέρος συμπληρώνει δεόντως ένα έντυπο που έχει οριστεί σε εκτελεστική διάταξη αναφερομένη στο άρθρο 27 και παρέχει τις υποχρεωτικές πληροφορίες που ζητούνται σε αυτό.

Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν συμμορφώνεται με το υποχρεωτικό έντυπο καταγγελίας ή ότι τα πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία που προέβαλε ο ενδιαφερόμενος δεν παρέχουν επαρκείς λόγους που συνηγορούν, βάσει μιας πρώτης εξέτασης, για την ύπαρξη παράνομης ενίσχυσης ή κατάχρησης ενισχύσεων, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο μέρος και του ζητά να διατυπώσει παρατηρήσεις εντός ορισμένης προθεσμίας που κανονικά δεν υπερβαίνει τον έναν μήνα. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν γνωστοποιήσει τις απόψεις του εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η καταγγελία θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί. Η Επιτροπή ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος όταν μια καταγγελία θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί.

Η Επιτροπή αποστέλλει στον καταγγέλλοντα αντίγραφο της απόφασης για υπόθεση που αφορά το αντικείμενο της καταγγελίας.».

11)

Μετά το άρθρο 20, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΑ

ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΕ ΚΛΑΔΟΥΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΣΑ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

Άρθρο 20α

Έρευνες σε κλάδους της οικονομίας και σε μέσα ενίσχυσης

1.   Εφόσον οι διαθέσιμες πληροφορίες γεννούν εύλογη υποψία ότι μέτρα κρατικών ενισχύσεων σε συγκεκριμένο κλάδο ή συγκεκριμένο μέσο ενίσχυσης μπορούν να περιορίσουν ή να νοθεύσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς σε πολλά κράτη μέλη, ή ότι υφιστάμενα μέτρα ενίσχυσης σε έναν συγκεκριμένο κλάδο σε πολλά κράτη μέλη δεν είναι —ή δεν είναι πλέον— συμβατά με την εσωτερική αγορά, η Επιτροπή μπορεί να διεξάγει έρευνα στον κλάδο της οικονομίας ή στη χρήση του σχετικού μέσου ενίσχυσης σε διάφορα κράτη μέλη. Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας αυτής, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη και/ή τις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων να παράσχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

Η Επιτροπή αναφέρει τους λόγους για την έρευνα και την επιλογή των αποδεκτών σε όλες τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που αποστέλλει δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση για τα αποτελέσματα της έρευνάς της σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας ή συγκεκριμένα μέσα ενισχύσεων σε διάφορα κράτη μέλη και καλεί τα οικεία κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να υποβάλουν παρατηρήσεις.

2.   Οι πληροφορίες που προκύπτουν από τομεακές έρευνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.   Τα άρθρα 5, 6α και 6β εφαρμόζονται αναλογικά.».

12)

Μετά το άρθρο 23 παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIA

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Άρθρο 23α

Συνεργασία με τα εθνικά δικαστήρια

1.   Στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 και του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ, τα δικαστήρια των κρατών μελών δύνανται να ζητούν από την Επιτροπή να τους διαβιβάσει πληροφορίες που κατέχει ή τη γνώμη της επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων.

2.   Όταν το απαιτεί η συνεπής εφαρμογή του άρθρου 107 παράγραφος 1 ή του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει αυτεπαγγέλτως γραπτές παρατηρήσεις στα δικαστήρια των κρατών μελών τα οποία είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων. Με την άδεια του εν λόγω δικαστηρίου μπορεί επίσης να υποβάλλει προφορικές παρατηρήσεις.

Η Επιτροπή ενημερώνει το σχετικό κράτος μέλος για την πρόθεσή της πριν υποβάλει επίσημα τις παρατηρήσεις της.

Χάριν της προετοιμασίας των παρατηρήσεών της και μόνο, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους να διαβιβάσει έγγραφα που βρίσκονται στη διάθεση του δικαστηρίου και είναι αναγκαία για την εκ μέρους της Επιτροπής αξιολόγηση της υπόθεσης.».

13)

Το άρθρο 25 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 25

Αποδέκτες των αποφάσεων

1.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 7, το άρθρο 6β παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 7 παράγραφος 9 απευθύνονται στην οικεία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων. Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί τις αποφάσεις αυτές στον αποδέκτη και του παρέχει τη δυνατότητα να δηλώσει στην Επιτροπή τις πληροφορίες τις οποίες θεωρεί ότι καλύπτονται από την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου.

2.   Κάθε άλλη απόφαση που λαμβάνεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V και VII απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος. Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί τις αποφάσεις αυτές στο οικείο κράτος μέλος και παρέχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να δηλώσει στην Επιτροπή τις πληροφορίες τις οποίες θεωρεί ότι καλύπτονται από την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου.».

14)

Στο άρθρο 26 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις αποφάσεις που λαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο 6β παράγραφοι 1 και 2.».

15)

Το άρθρο 27 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 27

Εκτελεστικές διατάξεις

Η Επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 29, έχει την εξουσία να θεσπίζει εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με:

α)

τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των κοινοποιήσεων

β)

τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των ετήσιων εκθέσεων

γ)

τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των καταγγελιών που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 1 και του άρθρου 20 παράγραφος 2

δ)

λεπτομέρειες για τις προθεσμίες και τον υπολογισμό των προθεσμιών, και

ε)

το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 22 Ιουλίου 2013.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

C. ASHTON


(1)  Ανακοίνωση της Επιτροπής, Ευρώπη 2020: Μια στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, 3 Μαρτίου 2010, COM(2010) 2020 τελικό.

(2)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.


Top