EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013R0231

Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012 , προς συμπλήρωση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εξαιρέσεις, τους γενικούς όρους λειτουργίας, τους θεματοφύλακες, τη μόχλευση, τη διαφάνεια και την εποπτεία Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 83, 22.3.2013, p. 1–95 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 06 Volume 012 P. 200 - 294

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 01/04/2020

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2013/231/oj

22.3.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 83/1


ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 231/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Δεκεμβρίου 2012

προς συμπλήρωση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εξαιρέσεις, τους γενικούς όρους λειτουργίας, τους θεματοφύλακες, τη μόχλευση, τη διαφάνεια και την εποπτεία

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 6, το άρθρο 4 παράγραφος 3, το άρθρο 9 παράγραφος 9, το άρθρο 12 παράγραφος 3, το άρθρο 14 παράγραφος 4, το άρθρο 15 παράγραφος 5, το άρθρο 16 παράγραφος 3, το άρθρο 17, το άρθρο 18 παράγραφος 2, το άρθρο 19 παράγραφος 11, το άρθρο 20 παράγραφος 7, το άρθρο 21 παράγραφος 17, το άρθρο 22 παράγραφος 4, το άρθρο 23 παράγραφος 6, το άρθρο 24 παράγραφος 6, το άρθρο 25 παράγραφος 9, το άρθρο 34 παράγραφος 2, το άρθρο 35 παράγραφος 11, το άρθρο 36 παράγραφος 3, το άρθρο 37 παράγραφος 15, το άρθρο 40 παράγραφος 11, το άρθρο 42 παράγραφος 3 και το άρθρο 53 παράγραφος 3,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ορίζοντας ιδίως τους κανόνες που σχετίζονται με τον υπολογισμό του ορίου, τη μόχλευση, τους κανόνες λειτουργίας των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (εφεξής «ΔΟΕΕ»), συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων και ρευστότητας, την αποτίμηση και την ανάθεση, απαιτήσεις που ορίζουν λεπτομερώς τις λειτουργίες και τα καθήκοντα των θεματοφυλάκων των οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (εφεξής «ΟΕΕ»), κανόνες περί διαφάνειας και συγκεκριμένες απαιτήσεις που σχετίζονται με τρίτες χώρες. Είναι σημαντικό να αρχίσουν να εφαρμόζονται όλοι αυτοί οι συμπληρωματικοί κανόνες ταυτόχρονα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ ώστε να μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή αποτελεσματικά οι νέες απαιτήσεις που επιβάλλονται στους ΔΟΕΕ. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού συνδέονται στενά, εφόσον σχετίζονται με την έκδοση άδειας λειτουργίας, με τη διαρκή λειτουργία και τη διαφάνεια των ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται και, ανάλογα με την περίπτωση, ή προωθούν εμπορικά ΟΕΕ στο εσωτερικό της Ένωσης, στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανάληψης και διενέργειας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνοχή μεταξύ αυτών των διατάξεων, οι οποίες θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ ταυτόχρονα, και να διευκολυνθούν τα πρόσωπα που υπόκεινται στις εξ αυτών υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων επενδυτών που δεν είναι κάτοικοι της ΕΕ, να έχουν πλήρη εικόνα και συνεκτική πρόσβαση στο κείμενο των διατάξεων αυτών, κρίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθούν όλες οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που απαιτούνται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ σε έναν ενιαίο κανονισμό.

(2)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί με την έκδοση κανονισμού η ενιαία επίτευξη των στόχων της οδηγίας 2011/61/ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να ενισχυθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς και να κατοχυρωθεί ασφάλεια δικαίου για τους συμμετέχοντες σε αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών επενδυτών, των αρμόδιων αρχών και άλλων εμπλεκομένων. Η έκδοση κανονισμού διασφαλίζει ένα συνεκτικό πλαίσιο για όλους τους παράγοντες της αγοράς και αποτελεί την καλύτερη δυνατή εγγύηση για τη διασφάλιση ομοιόμορφων συνθηκών, ισότιμων όρων ανταγωνισμού και κοινού κατάλληλου προτύπου προστασίας των επενδυτών. Συν τοις άλλοις, ο κανονισμός διασφαλίζει άμεση εφαρμογή λεπτομερών ενιαίων κανόνων όσον αφορά τη λειτουργία των ΔΟΕΕ, κανόνων που εκ φύσεως τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής, και άρα δεν απαιτείται περαιτέρω μεταφορά σε εθνικό επίπεδο. Η επιλογή κανονισμού παρέχει, επιπλέον, τη δυνατότητα να αποφευχθεί καθυστέρηση στην εφαρμογή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ στα κράτη μέλη.

(3)

Εφόσον ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός καθορίζει τα καθήκοντα και τις ευθύνες του «διευθυντικού οργάνου» και των «ανώτερων διοικητικών στελεχών», είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί η έννοια αυτών των όρων, ιδίως το γεγονός ότι ένα διευθυντικό όργανο μπορεί να αποτελείται από ανώτερα διοικητικά στελέχη. Εξάλλου, καθώς ο παρών κανονισμός εισάγει επίσης τον όρο «εποπτική λειτουργία», στον ορισμό του διευθυντικού οργάνου θα πρέπει να καθίσταται σαφές ότι είναι το όργανο που περιλαμβάνει τη διαχειριστική λειτουργία, σε περίπτωση που η εποπτική και η διαχειριστική λειτουργία είναι διαχωρισμένες, σύμφωνα με το εθνικό εταιρικό δίκαιο. Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί από τους ΔΟΕΕ να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων σχετικά με το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ που υπόκεινται σε ειδικούς διακανονισμούς, οι οποίοι προκύπτουν λόγω της μη ρευστοποιήσιμης φύσης τους. Στον κανονισμό αποσαφηνίζεται η έννοια των ειδικών διακανονισμών, ούτως ώστε οι ΔΟΕΕ να γνωρίζουν επακριβώς ποιες πληροφορίες θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές.

(4)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ προβλέπει την εφαρμογή ηπιότερου καθεστώτος για τους ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια ΟΕΕ των οποίων τα συνολικά υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία δεν υπερβαίνουν τα σχετικά όρια. Είναι αναγκαίο να καθοριστεί σαφώς ο τρόπος υπολογισμού της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό είναι ουσιώδες να οριστούν τα βήματα που απαιτούνται για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων, να καθοριστούν σαφώς εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό, να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να αποτιμούνται τα στοιχεία που αποκτήθηκαν με τη χρήση μόχλευσης και να θεσπιστούν κανόνες για τον χειρισμό περιπτώσεων αμοιβαίας συμμετοχής ΟΕΕ που τίθενται υπό τη διαχείριση ενός ΔΟΕΕ.

(5)

Η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να υπολογίζεται τουλάχιστον μία φορά το έτος με τη χρήση επικαιροποιημένων στοιχείων. Συνεπώς η αξία των εν λόγω στοιχείων θα πρέπει να προσδιορίζεται κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην ημερομηνία αυτή.

(6)

Προκειμένου ο ΔΟΕΕ να διασφαλίζει ότι θα μπορεί να επωφελείται από το ηπιότερο καθεστώς που προβλέπει η οδηγία 2011/61/ΕΕ, θα πρέπει να εφαρμόζει μια διαδικασία που του επιτρέπει να τηρεί σε συνεχή βάση το όριο της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Ο ΔΟΕΕ μπορεί να εξετάζει τα είδη των ΟΕΕ που διαχειρίζεται και τις διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων στα οποία γίνονται επενδύσεις προκειμένου να αξιολογεί την πιθανότητα παραβίασης του ορίου ή την ανάγκη πρόσθετου υπολογισμού.

(7)

Όταν ένας ΔΟΕΕ δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που σχετίζονται με τα όρια, θα πρέπει να ενημερώνει την αρμόδια αρχή και να καταθέτει αίτηση για άδεια εντός 30 ημερολογιακών ημερών. Ωστόσο, όταν υπερβαίνει τα όρια ή υπολείπεται των ορίων μόνο περιστασιακά εντός ενός δεδομένου ημερολογιακού έτους και οι καταστάσεις αυτές θεωρούνται προσωρινές, ο ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να υποχρεούται να καταθέσει αίτηση για άδεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την παραβίαση του ορίου και να εξηγεί γιατί θεωρεί την εν λόγω παραβίαση προσωρινή. Μια κατάσταση που διαρκεί άνω του τριμήνου δεν μπορεί να θεωρηθεί προσωρινή. Όταν αξιολογεί κατά πόσον μια κατάσταση ενδέχεται να είναι προσωρινή, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την αναμενόμενη δραστηριότητα εγγραφής και εξόφλησης ή, κατά περίπτωση, τις αναλήψεις και την κατανομή κεφαλαίων. Ο ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις αναμενόμενες εξελίξεις της αγοράς στην αξιολόγηση αυτή.

(8)

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται από τους ΔΟΕΕ για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων δεν απαιτείται να ανακοινώνονται στο κοινό ή στους επενδυτές. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν κατά πόσον ο ΔΟΕΕ υπολογίζει ορθά και παρακολουθεί τη συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης περιπτώσεων στις οποίες η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει προσωρινά το σχετικό όριο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα κατόπιν αιτήματός τους.

(9)

Είναι σημαντικό για τους ΔΟΕΕ που επωφελούνται από τις διατάξεις του ηπιότερου καθεστώτος της οδηγίας 2011/61/ΕΕ να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές επικαιροποιημένα στοιχεία κατά τη στιγμή καταχώρισης. Δεν διαθέτουν όλοι οι τύποι ΔΟΕΕ επικαιροποιημένα έγγραφα προσφοράς που να αντικατοπτρίζουν τις τελευταίες εξελίξεις σε σχέση με τους ΟΕΕ που διαχειρίζονται και οι εν λόγω ΔΟΕΕ ίσως διαπιστώνουν ότι είναι πρακτικότερο να προσδιορίζουν τα απαιτούμενα στοιχεία σε χωριστό έγγραφο που να περιγράφει την επενδυτική στρατηγική των οργανισμών αυτών. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει για οργανισμούς που επενδύουν σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες ή σε επιχειρηματικά κεφάλαια οι οποίοι συχνά εξασφαλίζουν χρήματα μέσω διαπραγματεύσεων με πιθανούς επενδυτές.

(10)

Ο ΟΕΕ που κατέχει μόνο μετοχές εισηγμένων εταιρειών δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται μόχλευση εφόσον οι μετοχές αυτές δεν αποκτούνται μέσω δανεισμού. Όταν ο ίδιος ΟΕΕ αγοράζει συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης επί δείκτη μετοχών, θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται μόχλευση, εφόσον αυτό έχει αυξήσει την έκθεση του ΟΕΕ σε μια δεδομένη επένδυση.

(11)

Για να διασφαλιστεί ενιαία εφαρμογή των υποχρεώσεων των ΔΟΕΕ για την παρουσίαση αντικειμενικής εικόνας της μόχλευσης που χρησιμοποιούν, είναι αναγκαία η πρόβλεψη δύο μεθόδων υπολογισμού της μόχλευσης. Όπως προκύπτει από μελέτες της αγοράς, τα καλύτερα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν μέσω συνδυασμού δύο μεθόδων που είναι γνωστές ως εξής: «μέθοδος βάσει των ακαθάριστων αξιών» και «μέθοδος βάσει των δεσμεύσεων».

(12)

Προκειμένου να λαμβάνονται κατάλληλα στοιχεία για την παρακολούθηση των συστημικών κινδύνων και την εξασφάλιση πλήρους εικόνας για τη χρήση μόχλευσης από μέρους του ΔΟΕΕ, θα πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές και στους επενδυτές στοιχεία σχετικά με την έκθεση ενός ΟΕΕ τόσο με τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών όσο και με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων. Με τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών προκύπτει η συνολική έκθεση του ΟΕΕ, ενώ με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων εξασφαλίζεται η σε βάθος κατανόηση των τεχνικών αντιστάθμισης κινδύνου και συμψηφισμού που χρησιμοποιεί ο διαχειριστής. Συνεπώς θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και οι δύο μέθοδοι συνδυαστικά. Συγκεκριμένα, ο βαθμός στον οποίο η συνολική έκθεση διαφέρει μεταξύ της μεθόδου βάσει των ακαθάριστων αξιών και της μεθόδου βάσει των δεσμεύσεων μπορεί να παράσχει χρήσιμα στοιχεία. Η Επιτροπή μπορεί, εάν αυτό απαιτείται προκειμένου να απεικονίζεται επαρκώς οποιαδήποτε αύξηση στην έκθεση των ΟΕΕ, να εκδίδει επιπρόσθετες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με μια πρόσθετη και προαιρετική μέθοδο υπολογισμού της μόχλευσης.

(13)

Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης, θα πρέπει αρχικά να περιλαμβάνονται όλες οι θέσεις του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του δανεισμού, των παραγώγων και οποιασδήποτε άλλης μεθόδου η οποία αυξάνει την έκθεση όταν ο ΟΕΕ διατηρεί ο ίδιος τους κινδύνους και τις αποδόσεις των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, καθώς και όλες οι υπόλοιπες θέσεις που αποτελούν την καθαρή αξία ενεργητικού.

(14)

Οι συμφωνίες δανεισμού τις οποίες συνάπτει ο ΟΕΕ θα πρέπει να εξαιρούνται εάν είναι προσωρινής φύσης και αφορούν —και καλύπτονται πλήρως από— κεφαλαιακές δεσμεύσεις των επενδυτών. Οι ανανεούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ότι είναι προσωρινής φύσης.

(15)

Εκτός από τον υπολογισμό της έκθεσης με τη χρήση της μεθόδου βάσει των ακαθάριστων αξιών, όλοι οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να υπολογίζουν την έκθεση και με τη χρήση της μεθόδου βάσει των δεσμεύσεων. Σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να μετατρέπονται σε ισοδύναμες θέσεις στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο, εάν ένας ΟΕΕ επενδύει σε ορισμένα παράγωγα προκειμένου να αντισταθμίσει τον κίνδυνο αγοράς άλλων περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχει επενδύσει ο ΟΕΕ, υπό ορισμένες συνθήκες, τα παράγωγα αυτά δεν θα πρέπει να μετατρέπονται σε ισοδύναμες θέσεις στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία εφόσον τα επίπεδα έκθεσης των δύο επενδύσεων εξισορροπούνται μεταξύ τους. Αυτό θα πρέπει να ισχύει, για παράδειγμα, όταν το χαρτοφυλάκιο ενός ΟΕΕ επενδύει σε έναν συγκεκριμένο δείκτη και κατέχει ένα παράγωγο μέσο το οποίο ανταλλάσσει την απόδοση του εν λόγω δείκτη με την απόδοση άλλου δείκτη, πράγμα που θα πρέπει να ισοδυναμεί με την κατοχή έκθεσης στον δεύτερο δείκτη για το εν λόγω χαρτοφυλάκιο, οπότε η καθαρή αξία ενεργητικού του ΟΕΕ δεν εξαρτάται από την απόδοση του πρώτου δείκτη.

(16)

Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, τα παράγωγα που πληρούν τα κριτήρια τα οποία τίθενται στον παρόντα κανονισμό δεν δημιουργούν καμία πρόσθετη έκθεση. Συνεπώς, εάν ο ΟΕΕ επενδύει σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί δείκτη και κατέχει θέση σε μετρητά ίση με τη συνολική υποκείμενη αγοραία αξία των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, αυτό θα ισοδυναμεί με απευθείας επένδυση σε μετοχές επί δείκτη, οπότε το συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί δείκτη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της έκθεσης του ΟΕΕ.

(17)

Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορούν να εξετάζουν τη δυνατότητα χρήσης συμφωνιών αντιστάθμισης κινδύνου και συμψηφισμού υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τα κριτήρια που σχετίζονται με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων.

(18)

Η απαίτηση βάσει της οποίας οι συμφωνίες συμψηφισμού πρέπει να αφορούν το ίδιο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά έτσι ώστε τα περιουσιακά στοιχεία που θεωρεί ο ΔΟΕΕ ότι είναι ισοδύναμα ή παρουσιάζουν αυξημένη συνάφεια, λόγου χάρη μετοχές ή ομόλογα διαφορετικών κατηγοριών που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη, να μην θεωρούνται ταυτόσημα όσον αφορά τις συμφωνίες συμψηφισμού. Ο ορισμός των συμφωνιών συμψηφισμού έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται υπόψη μόνο οι συναλλαγές που αντισταθμίζουν τους κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με άλλες συναλλαγές, χωρίς να απομένει ουσιαστικός υπολειπόμενος κίνδυνος. Οι συνδυασμοί συναλλαγών που αποσκοπούν στη δημιουργία απόδοσης, όσο περιορισμένοι και αν είναι, μειώνοντας ορισμένους κινδύνους και διατηρώντας άλλους δεν θα πρέπει να θεωρούνται συμφωνίες συμψηφισμού, πράγμα που ισχύει και για επενδυτικές στρατηγικές αρμπιτράζ οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία απόδοσης εκμεταλλευόμενες τις διαφορές τιμών μεταξύ παραγώγων με τα ίδια υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία αλλά με διαφορετικές ληκτότητες.

(19)

Η πρακτική διαχείρισης χαρτοφυλακίων που αποσκοπεί στη μείωση του κινδύνου διάρκειας συνδυάζοντας μια επένδυση σε ομόλογο μακράς διάρκειας με μια συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων ή στη μείωση της διάρκειας του χαρτοφυλακίου ομολόγων ενός ΟΕΕ συνάπτοντας μια αρνητική θέση σε συμβόλαια ομολόγων μελλοντικής εκπλήρωσης που είναι αντιπροσωπευτικά του κινδύνου επιτοκίου του χαρτοφυλακίου (αντιστάθμιση κινδύνου διάρκειας) θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τα κριτήρια αντιστάθμισης κινδύνου.

(20)

Η πρακτική διαχείρισης χαρτοφυλακίων, που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των σημαντικών κινδύνων που σχετίζονται με μια επένδυση σε επαρκώς διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο μετοχών συνάπτοντας μια αρνητική θέση σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί χρηματιστηριακού δείκτη, όταν η σύνθεση του χαρτοφυλακίου μετοχών ομοιάζει πολύ με εκείνη του χρηματιστηριακού δείκτη και η απόδοσή του παρουσιάζει αυξημένη συνάφεια με εκείνη του χρηματιστηριακού δείκτη και όταν η αρνητική θέση στο συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί χρηματιστηριακού δείκτη επιτρέπει την αδιαμφισβήτητη μείωση του γενικού κινδύνου αγοράς που σχετίζεται με το χαρτοφυλάκιο μετοχών και ο ειδικός κίνδυνος είναι ασήμαντος, λόγου χάρη η αντιστάθμιση του «βήτα» ενός επαρκώς διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου στο οποίο ο ειδικός κίνδυνος θεωρείται ασήμαντος, θα πρέπει να θεωρείται ότι πληροί τα κριτήρια αντιστάθμισης κινδύνου.

(21)

Η πρακτική διαχείρισης χαρτοφυλακίων που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του κινδύνου που συνδέεται με μια επένδυση σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου συνδυάζοντας μια θετική θέση σε συμφωνία ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης και συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων η οποία ανταλλάσσει το συγκεκριμένο σταθερό επιτόκιο με επιτόκιο ίσο με κάποιο ενδεδειγμένο επιτόκιο αναφοράς χρηματαγοράς συν ένα περιθώριο θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου όταν πληρούνται καταρχήν όλα τα κριτήρια αντιστάθμισης κινδύνου της μεθόδου βάσει των δεσμεύσεων.

(22)

Η πρακτική διαχείρισης χαρτοφυλακίων που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του κινδύνου μιας δεδομένης μετοχής συνάπτοντας μια αρνητική θέση μέσω μιας σύμβασης παραγώγων επί μετοχής η οποία διαφέρει από την αρχική μετοχή, αλλά παρουσιάζει αυξημένη συνάφεια με αυτήν, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι πληροί τα κριτήρια αντιστάθμισης κινδύνου. Μολονότι η στρατηγική αυτή βασίζεται στη σύναψη αντίθετων θέσεων επί της ίδιας κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού, δεν αντισταθμίζει τον συγκεκριμένο κίνδυνο που συνδέεται με την επένδυση σε μια ορισμένη μετοχή. Άρα δεν θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου όπως αυτή ορίζεται βάσει των κριτηρίων τα οποία σχετίζονται με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων.

(23)

Η πρακτική διαχείρισης χαρτοφυλακίων που αποσκοπεί στη διατήρηση του «άλφα» μιας δέσμης μετοχών (η οποία αποτελείται από περιορισμένο αριθμό μετοχών) συνδυάζοντας την επένδυση στη συγκεκριμένη δέσμη μετοχών με μια αρνητική θέση σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης επί χρηματιστηριακού δείκτη η οποία είναι προσαρμοσμένη βάσει του «βήτα» δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι πληροί τα κριτήρια αντιστάθμισης κινδύνου. Η στρατηγική αυτή δεν αποσκοπεί στην αντιστάθμιση σημαντικών κινδύνων που συνδέονται με την επένδυση στην εν λόγω δέσμη μετοχών, αλλά αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του «βήτα» (κινδύνου αγοράς) της συγκεκριμένης επένδυσης και στη διατήρηση του «άλφα». Το στοιχείο «άλφα» της δέσμης μετοχών ενδέχεται να κυριαρχήσει επί του στοιχείου «βήτα» και συνεπώς μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες στο επίπεδο του ΟΕΕ. Για τον λόγο αυτό, δεν θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου.

(24)

Η στρατηγική αρμπιτράζ συγχώνευσης συνδυάζει μια αρνητική θέση σε μια μετοχή με μια θετική θέση σε άλλη μετοχή. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του «βήτα» (κίνδυνος αγοράς) των θέσεων και στη δημιουργία απόδοσης συνδεόμενης με τη σχετική απόδοση και των δύο μετοχών. Παρόμοια, το στοιχείο «άλφα» της δέσμης μετοχών ενδέχεται να κυριαρχήσει επί του στοιχείου «βήτα» και συνεπώς μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες στο επίπεδο του ΟΕΕ. Η εν λόγω στρατηγική δεν θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου όπως αυτή ορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που σχετίζονται με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων.

(25)

Η στρατηγική, που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση μιας θετικής θέσης σε μετοχή ή ομόλογο με την αγορά πιστωτικής προστασίας επί του ιδίου εκδότη, σχετίζεται με δύο διαφορετικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμφωνία αντιστάθμισης κινδύνου.

(26)

Όταν χρησιμοποιούνται μέθοδοι που αυξάνουν την έκθεση ενός ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να τηρεί γενικές αρχές, όπως είναι η εξέταση της ουσίας της συναλλαγής εκτός από τη νομική της μορφή. Ιδίως αναφορικά με συναλλαγές επαναγοράς, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εξετάζει κατά πόσον ο ΟΕΕ μεταβιβάζει ή διατηρεί τους κινδύνους και τις αποδόσεις των σχετικών περιουσιακών στοιχείων. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει επίσης να εξετάζει τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία παραγώγων ή άλλων συμβατικών ρυθμίσεων προκειμένου να καθορίζει τις πιθανές μελλοντικές δεσμεύσεις του ΟΕΕ που απορρέουν από τις εν λόγω συναλλαγές.

(27)

Εφόσον με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων τα επιτόκια με διαφορετικές ληκτότητες θεωρούνται διαφορετικά υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία, οι ΟΕΕ που βάσει της κεντρικής επενδυτικής πολιτικής τους επενδύουν κυρίως σε παράγωγα επιτοκίων μπορούν να χρησιμοποιούν συγκεκριμένους κανόνες συμψηφισμού διάρκειας προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη τη συσχέτιση μεταξύ των επιμέρους διαστημάτων ληκτότητας της καμπύλης επιτοκίου. Κατά τον καθορισμό της επενδυτικής πολιτικής και του προφίλ κινδύνων του, ο ΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να ορίζει το επίπεδο του κινδύνου επιτοκίου και συνεπώς να καθορίζει τη σκοπούμενη διάρκειά του. Ο ΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προκαθορισμένη σκοπούμενη διάρκεια όταν αποφασίζει για τις επενδυτικές επιλογές του. Όταν η διάρκεια του χαρτοφυλακίου διαφέρει από τη σκοπούμενη διάρκεια, η στρατηγική δεν θα πρέπει να θεωρείται συμφωνία συμψηφισμού διάρκειας όπως ορίζεται βάσει των κριτηρίων που σχετίζονται με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων.

(28)

Οι κανόνες συμψηφισμού διάρκειας επιτρέπουν τον συμψηφισμό θετικών θέσεων με αρνητικές θέσεις των οποίων τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία είναι διαφορετικά επιτόκια. Οι ληκτότητες που χρησιμοποιούνται ως όρια των διαστημάτων ληκτότητας ποικίλλουν μεταξύ διετίας, επταετίας και δεκαπενταετίας. Θα πρέπει να επιτρέπονται θέσεις συμψηφισμού εντός του κάθε διαστήματος ληκτότητας.

(29)

Θα πρέπει να επιτρέπονται εν μέρει θέσεις συμψηφισμού μεταξύ δύο διαφορετικών διαστημάτων ληκτότητας. Πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις στις συμψηφιζόμενες θέσεις προκειμένου να επιτρέπεται μόνο εν μέρει συμψηφισμός. Αυτές θα πρέπει να εκφράζονται μέσω ποσοστών που βασίζονται στις μέσες συσχετίσεις μεταξύ των διαστημάτων ληκτότητας διετίας, πενταετίας, δεκαετίας και τριακονταετίας της καμπύλης επιτοκίου. Όσο περισσότερο διαφέρουν οι ληκτότητες των θέσεων, τόσο περισσότερο θα πρέπει να υπόκειται σε κύρωση ο συμψηφισμός τους, οπότε πρέπει να αυξάνουν τα ποσοστά.

(30)

Θέσεις των οποίων η τροποποιημένη διάρκεια είναι πολύ μεγαλύτερη από την τροποποιημένη διάρκεια ολόκληρου του χαρτοφυλακίου δεν συνάδουν με την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η πλήρης αντιστοίχησή τους. Άρα δεν θα πρέπει να είναι αποδεκτή η αντιστοίχηση μιας αρνητικής θέσης με δεκαοκτάμηνη ληκτότητα (που ανήκει στο διάστημα ληκτότητας 1) με μια θετική θέση με δεκαετή ληκτότητα (που ανήκει στο διάστημα ληκτότητας 3), εάν η σκοπούμενη διάρκεια του ΟΕΕ είναι περίπου διετής.

(31)

Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης, οι ΟΕΕ μπορούν αρχικά να προσδιορίζουν τις συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου. Τα παράγωγα που περιλαμβάνονται σε αυτές τις συμφωνίες εξαιρούνται κατόπιν από τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης. Οι ΟΕΕ θα πρέπει να διενεργούν ακριβή υπολογισμό των συμφωνιών αντιστάθμισης κινδύνου. Οι ΟΕΕ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν κανόνες συμψηφισμού διάρκειας κατά τον υπολογισμό της αντιστάθμισης κινδύνου. Οι κανόνες συμψηφισμού διάρκειας μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή των εναπομεινάντων παραγώγων επιτοκίων στις ισοδύναμες θέσεις τους στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία.

(32)

Βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο ΔΟΕΕ οφείλει να διασφαλίζει ότι οι πιθανοί κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης που απορρέουν από τις δραστηριότητές του καλύπτονται επαρκώς είτε μέσω πρόσθετων κεφαλαίων είτε μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης. Η ενιαία εφαρμογή αυτής της διάταξης απαιτεί κοινή κατανόηση των πιθανών κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης που καλύπτονται. Οι γενικές προδιαγραφές των κινδύνων που προκύπτουν από την επαγγελματική αμέλεια ενός ΔΟΕΕ θα πρέπει να καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των σχετικών γεγονότων κινδύνου και να προσδιορίζουν το εύρος της πιθανής επαγγελματικής ευθύνης, συμπεριλαμβανομένης ζημίας ή απώλειας προκαλούμενης από άτομα που εκτελούν απευθείας δραστηριότητες και για τα οποία ο ΔΟΕΕ είναι νομικά υπεύθυνος, όπως οι διευθυντές, τα στελέχη ή το προσωπικό του ΔΟΕΕ ή άτομα που εκτελούν δραστηριότητες βάσει συμφωνίας ανάθεσης η οποία έχει συναφθεί με τον ΔΟΕΕ. Σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η ευθύνη του ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την ανάθεση ή την περαιτέρω ανάθεση, και ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να παρέχει επαρκή κάλυψη για τους επαγγελματικούς κινδύνους σε αυτά τα τρίτα πρόσωπα για τα οποία είναι νομικά υπεύθυνος.

(33)

Προκειμένου να διασφαλίζεται κοινή κατανόηση των γενικών προδιαγραφών, θα πρέπει να υπάρχει ένας κατάλογος παραδειγμάτων που θα χρησιμεύουν ως όρια αναφοράς για τον εντοπισμό πιθανών γεγονότων κινδύνου επαγγελματικής ευθύνης. Ο κατάλογος αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνει ευρύ φάσμα γεγονότων που προκύπτουν από περιπτώσεις αμέλειας, σφάλματα ή παραλείψεις, όπως η απώλεια εγγράφων που αποδεικνύουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επενδύσεων, ανακρίβειες ή παραβιάσεις διάφορων υποχρεώσεων ή καθηκόντων που βαρύνουν τον ΔΟΕΕ. Θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τη μη αποτροπή, μέσω επαρκών συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, της δόλιας συμπεριφοράς εντός της οργάνωσης του ΔΟΕΕ. Η ζημία που προκύπτει από τη μη άσκησης επαρκούς δέουσας επιμέλειας για μια επένδυση που τελικά αποδεικνύεται δόλια ενεργοποιεί την επαγγελματική ευθύνη του ΔΟΕΕ και θα πρέπει να καλύπτεται επαρκώς. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να καλύπτονται οι ζημίες που οφείλονται στην απώλεια της αξίας μιας επένδυσης εξαιτίας αρνητικών συνθηκών στην αγορά. Ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τις αποτιμήσεις που διενεργούνται με μη ενδεδειγμένο τρόπο, γεγονός που θα πρέπει να θεωρείται αστοχία αποτίμησης η οποία παραβιάζει το άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και τις αντίστοιχες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.

(34)

Βάσει των περί διαχείρισης κινδύνων υποχρεώσεών τους, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλους μηχανισμούς ποιοτικού εσωτερικού ελέγχου για την αποφυγή ή τον μετριασμό των λειτουργικών αστοχιών, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης. Συνεπώς, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζει, στο πλαίσιο της πολιτικής διαχείρισης κινδύνων του, επαρκείς πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων, κατάλληλες για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Οι εν λόγω διαδικασίες και πολιτικές θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιτρέπουν τη δημιουργία μιας εσωτερικής βάσης δεδομένων απωλειών που θα χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του προφίλ λειτουργικού κινδύνου.

(35)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια και η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης παρέχουν επαρκή κάλυψη πιθανών κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης, θα πρέπει να καθοριστούν ποσοτικά ελάχιστα όρια αναφοράς για τον καθορισμό του ενδεδειγμένου επιπέδου κάλυψης. Τα εν λόγω ποσοτικά όρια αναφοράς θα πρέπει να καθοριστούν από τον ΔΟΕΕ ως συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ, υπολογιζόμενης ως το άθροισμα της απόλυτης αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων όλων των υπό διαχείριση ΟΕΕ, ανεξάρτητα από το αν αυτά αποκτούνται με τη χρήση μόχλευσης ή με χρήματα των επενδυτών. Στο πλαίσιο αυτό, τα παράγωγα θα πρέπει να αποτιμώνται στην αγοραία τιμή τους εφόσον θα μπορούσαν να αντικατασταθούν σε αυτή την τιμή. Καθώς η κάλυψη μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης είναι από τη φύση της πιο αβέβαιη από την κάλυψη που παρέχουν τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια, θα πρέπει να ισχύουν διαφορετικά ποσοστά για τα δύο αυτά διαφορετικά μέσα κάλυψης κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης.

(36)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτει αποτελεσματικά τις απώλειες που προκύπτουν από καλυπτόμενα γεγονότα, η ασφάλιση αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζεται από ασφαλιστική εταιρεία που διαθέτει άδεια να παρέχει ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης. Περιλαμβάνονται ασφαλιστικές εταιρείες εντός και εκτός της ΕΕ στον βαθμό που επιτρέπεται να παρέχουν τέτοιες ασφαλιστικές υπηρεσίες βάσει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου.

(37)

Προκειμένου να υπάρχει κάποιος βαθμός ευελιξίας κατά τη σύναψη της ενδεδειγμένης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, θα πρέπει να είναι δυνατόν να συμφωνήσουν ο ΔΟΕΕ και η ασφαλιστική εταιρεία να συμπεριλάβουν μια ρήτρα βάσει της οποίας ο ΔΟΕΕ θα καλύπτει ένα καθορισμένο αρχικό ποσό από οποιαδήποτε απώλεια (καθορισμένη υπέρβαση). Εάν συμφωνηθεί μια τέτοια καθορισμένη υπέρβαση, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να παρέχει ίδια κεφάλαια που να αντιστοιχούν στο καθορισμένο ποσό των απωλειών που θα καλύπτει ο ίδιος. Αυτά τα ίδια κεφάλαια θα πρέπει να είναι πρόσθετα πέραν του αρχικού κεφαλαίου του ΔΟΕΕ και των ιδίων κεφαλαίων που παρέχει ο ΔΟΕΕ βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(38)

Καταρχήν, η επάρκεια της κάλυψης μέσω πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ή μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης θα πρέπει να επανεξετάζεται τουλάχιστον μία φορά το έτος. Ωστόσο, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζει διαδικασίες που να διασφαλίζουν τη διαρκή παρακολούθηση της συνολικής αξίας των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ και τις διαρκείς προσαρμογές του ποσού της κάλυψης κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης σε περίπτωση εντοπισμού σημαντικών αναντιστοιχιών. Επιπλέον, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ μπορεί να μειώσει ή να αυξήσει την ελάχιστη απαίτηση για πρόσθετα ίδια κεφάλαια, αφού λάβει υπόψη το προφίλ κινδύνων του ΔΟΕΕ, το ιστορικό απωλειών του και την επάρκεια των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων του ή της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης του.

(39)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί από τους ΔΟΕΕ να ενεργούν προς το συμφέρον των ΟΕΕ και όσων επενδύουν στους ΟΕΕ, καθώς και με τρόπο που προάγει την ακεραιότητα της αγοράς. Άρα οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζουν ενδεδειγμένες πολιτικές και διαδικασίες που τους επιτρέπουν να προλαμβάνουν αθέμιτες πρακτικές όπως ο αγοραίος χρονισμός και οι εκπρόθεσμες διαπραγματεύσεις. Οι χρονιστές της αγοράς επωφελούνται από ληγμένες ή απαρχαιωμένες τιμές για τίτλους χαρτοφυλακίου που έχουν αντίκτυπο στον υπολογισμό της καθαρής αξίας ενεργητικού (ΚΑΕ) του ΟΕΕ ή αγοράζουν και εξοφλούν μερίδια του ΟΕΕ εντός χρονικού διαστήματος ολίγων ημερών, εκμεταλλευόμενοι έτσι τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζει ο ΟΕΕ την ΚΑΕ του. Οι εκπρόθεσμες διαπραγματεύσεις συνεπάγονται αποστολή εντολών διαπραγμάτευσης για αγορά ή εξόφληση μεριδίων των ΟΕΕ μετά από ένα καθορισμένο χρονικό όριο, αλλά η τιμή που λαμβάνεται είναι εκείνη του χρονικού ορίου. Και οι δύο αθέμιτες πρακτικές βλάπτουν τα συμφέροντα μακροπρόθεσμων επενδυτών, καθώς απομειώνουν τις αποδόσεις τους και έχουν αρνητική επίδραση στις αποδόσεις του ΟΕΕ, αφού αυξάνουν τις συναλλακτικές δαπάνες και αναστατώνουν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει επίσης να καταρτίζουν ενδεδειγμένες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζουν την αποδοτική διαχείριση του ΟΕΕ και θα πρέπει να ενεργούν με τρόπο που αποτρέπει τη χρέωση άσκοπων δαπανών στον ΟΕΕ και στους επενδυτές του.

(40)

Σε ευθυγράμμιση με την προσέγγιση που εφαρμόζεται όσον αφορά τους διαχειριστές των ΟΣΕΚΑ, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο επιμέλειας κατά την επιλογή και παρακολούθηση των επενδύσεων. Θα πρέπει να διαθέτουν τη δέουσα επαγγελματική εμπειρογνωμοσύνη και γνώση για τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία επενδύονται ΟΕΕ. Προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται σύμφωνα με την επενδυτική στρατηγική και, κατά περίπτωση, τα όρια κινδύνου του υπό διαχείριση ΟΕΕ, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να καταρτίζουν και να υλοποιούν γραπτές πολιτικές και διαδικασίες περί δέουσας επιμέλειας. Αυτές οι πολιτικές και διαδικασίες θα πρέπει να αναθεωρούνται και να επικαιροποιούνται σε τακτική βάση. Όταν οι ΔΟΕΕ επενδύουν σε συγκεκριμένους τύπους περιουσιακών στοιχείων για μεγάλη διάρκεια, σε περιουσιακά στοιχεία με μικρότερη δυνατότητα ρευστοποίησης όπως ακίνητα ή συνεταιρικά συμφέροντα, οι απαιτήσεις περί δέουσας επιμέλειας θα πρέπει να ισχύουν και κατά τη φάση της διαπραγμάτευσης. Οι δραστηριότητες που εκτελούν οι ΔΟΕΕ πριν από το κλείσιμο μιας συμφωνίας θα πρέπει να τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να μπορεί να αποδειχτεί ότι συνάδουν με το χρηματοοικονομικό σχέδιο και, ως εκ τούτου, με τη διάρκεια του ΟΕΕ. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να τηρούν πρακτικά από τις σχετικές συναντήσεις και να διατηρούν την προπαρασκευαστική τεκμηρίωση και τη χρηματοοικονομική ανάλυση που διενεργείται για την αξιολόγηση της εφικτότητας του έργου και της συμβατικής δέσμευσης.

(41)

Η απαίτηση βάσει της οποίας οι ΔΟΕΕ οφείλουν να ενεργούν με τη δέουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια θα πρέπει να ισχύει και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΔΟΕΕ ορίζει έναν βασικό μεσίτη ή αντισυμβαλλόμενο. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να επιλέγει και να ορίζει μόνο εκείνους τους βασικούς μεσίτες και αντισυμβαλλομένους οι οποίοι υπόκεινται σε διαρκή εποπτεία, είναι εύρωστοι από χρηματοοικονομική άποψη και διαθέτουν την απαραίτητη οργανωτική δομή για τις υπηρεσίες που θα παράσχουν στον ΔΟΕΕ ή στον ΟΕΕ. Για τη διασφάλιση επαρκούς προστασίας των συμφερόντων των επενδυτών, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί ότι ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογείται η χρηματοοικονομική ευρωστία είναι το αν οι βασικοί μεσίτες ή αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται ή δεν υπόκεινται σε σχετική προληπτική ρύθμιση, συμπεριλαμβανομένων επαρκών κεφαλαιακών απαιτήσεων, και αποτελεσματική εποπτεία.

(42)

Σε ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, βάσει των οποίων οι ΔΟΕΕ οφείλουν να ενεργούν με έντιμο και δίκαιο τρόπο και με την απαιτούμενη ικανότητα, τα άτομα που διαχειρίζονται ουσιαστικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΔΟΕΕ, τα οποία είναι μέλη του διευθυντικού οργάνου του ή ανώτερα διοικητικά στελέχη του, όταν πρόκειται για οντότητες που δεν διαθέτουν διευθυντικό όργανο, θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και πείρα για την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως δε να κατανοούν τους κινδύνους που συνδέονται με τη δραστηριότητα του ΔΟΕΕ. Σύμφωνα με την πράσινη βίβλο της Επιτροπής για την εταιρική διακυβέρνηση στον χρηματοοικονομικό τομέα (2), τα άτομα που διαχειρίζονται ουσιαστικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΔΟΕΕ θα πρέπει να δαπανούν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους στον ΔΟΕΕ και να ενεργούν με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αξιολογούν και να αμφισβητούν αποτελεσματικά τις αποφάσεις των ανώτερων διοικητικών στελεχών.

(43)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η ενδεδειγμένη εκτέλεση των σχετικών δραστηριοτήτων, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να απασχολούν προσωπικό που διαθέτει τις απαραίτητες ικανότητες, γνώσεις και εμπειρογνωμοσύνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται.

(44)

Οι ΔΟΕΕ που παρέχουν την υπηρεσία ατομικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανόνες περί αντιπαροχής που ορίζονται στην οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (3). Προκειμένου να υπάρχει συνέπεια, οι αρχές αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται και σε ΔΟΕΕ που παρέχουν την υπηρεσία της διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων και της εμπορικής προώθησης. Η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής, της προμήθειας ή του οφέλους ή, εάν το ποσό δεν μπορεί να προσδιορισθεί, η μέθοδος υπολογισμού του, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς στην ετήσια έκθεση του ΔΟΕΕ.

(45)

Οι επενδυτές σε ΟΕΕ θα πρέπει να επωφελούνται από προστασία παρόμοια με εκείνη των πελατών ΔΟΕΕ στους οποίους οι ΔΟΕΕ παρέχουν την υπηρεσία διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων, εφόσον σε αυτή την περίπτωση οφείλουν να συμμορφώνονται με τους κανόνες περί βέλτιστης εκτέλεσης που ορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (4) και της οδηγίας 2006/73/ΕΚ. Ωστόσο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεταξύ ανόμοιων τύπων περιουσιακών στοιχείων στα οποία επενδύονται οι ΟΕΕ, εφόσον η βέλτιστη εκτέλεση δεν ισχύει, για παράδειγμα, όταν ο ΔΟΕΕ επενδύει σε ακίνητα ή σε συνεταιρικά συμφέροντα και η επένδυση γίνεται έπειτα από εκτενείς διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους της συμφωνίας. Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών μεθόδων εκτέλεσης, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές και στους ελεγκτές ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών μεθόδων εκτέλεσης.

(46)

Για λόγους συνέπειας με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους διαχειριστές ΟΣΕΚΑ, θα πρέπει να ισχύουν κανόνες περί εκτέλεσης εντολών και ομαδοποίησης και επιμερισμού εντολών διαπραγμάτευσης για τους ΔΟΕΕ όταν παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων. Ωστόσο, οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να ισχύουν όταν η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία γίνεται έπειτα από εκτενείς διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους της συμφωνίας, λόγου χάρη επένδυση σε ακίνητα, σε συνεταιρικά συμφέρονται ή σε μη εισηγμένες εταιρείες, εφόσον σε αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται εκτέλεση εντολής.

(47)

Είναι σημαντικό να καθοριστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες είναι πιθανό να εγερθούν συγκρούσεις συμφερόντων, ιδίως όταν υπάρχει η προοπτική οικονομικού κέρδους ή αποφυγής οικονομικής απώλειας ή όταν παρέχονται οικονομικά ή άλλα κίνητρα για τη χειραγώγηση της συμπεριφοράς του ΔΟΕΕ με τρόπο που ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα και αντίκειται στα συμφέροντα άλλων μερών, λόγου χάρη ενός άλλου ΟΕΕ, των πελατών του, οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) ή άλλων πελατών του ΔΟΕΕ.

(48)

Η πολιτική που εφαρμόζει ο ΔΟΕΕ για τις συγκρούσεις συμφερόντων θα πρέπει να προσδιορίζει περιστάσεις υπό τις οποίες οι δραστηριότητες που εκτελεί ο ΔΟΕΕ θα μπορούσαν να αποτελούν σύγκρουση συμφερόντων η οποία οδηγεί, ή δεν οδηγεί, σε πιθανούς κινδύνους ζημίας για τα συμφέροντα του ΟΕΕ ή για τα συμφέροντα των επενδυτών του. Κατά τον προσδιορισμό τους, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη δραστηριότητα της διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων, αλλά και άλλες δραστηριότητες που είναι εξουσιοδοτημένος να εκτελεί, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των αναδόχων, των υπεργολαβικά αναδόχων, του εξωτερικού εκτιμητή ή του αντισυμβαλλομένου του.

(49)

Σύμφωνα με την προσέγγιση που εκτίθεται στην οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (5) για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και στην οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις επενδυτικές εταιρείες, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζουν διαδικασίες και μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια πρόσωπα που εμπλέκονται σε διάφορες επιχειρηματικές διαδικασίες οι οποίες θα μπορούσαν να ενέχουν συγκρούσεις συμφερόντων εκτελούν τις εν λόγω δραστηριότητες με το επίπεδο ανεξαρτησίας που είναι ανάλογο με το μέγεθος και τις δραστηριότητες του ΔΟΕΕ.

(50)

Είναι ουσιώδες να προβλεφθεί ένα γενικό πλαίσιο βάσει του οποίου θα πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και να γνωστοποιούνται οι συγκρούσεις συμφερόντων, εάν υφίστανται. Τα λεπτομερή βήματα και οι λεπτομερείς διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να αποσαφηνίζονται στην πολιτική συγκρούσεων συμφερόντων που καταρτίζει ο ΔΟΕΕ.

(51)

Ένα από τα κεντρικά στοιχεία του συστήματος διαχείρισης κινδύνων είναι η λειτουργία διαρκούς διαχείρισης κινδύνων. Χάριν της συνέπειας, τα καθήκοντα και οι ευθύνες της λειτουργίας αυτής θα πρέπει να είναι παρόμοιας φύσης με εκείνες που ανατίθενται βάσει της οδηγίας 2010/43/ΕΕ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 2010, για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη διαχείριση κινδύνου και το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ ενός θεματοφύλακα και μιας εταιρείας διαχείρισης (6) στη λειτουργία διαρκούς ελέγχου κινδύνων των εταιρειών διαχείρισης ΟΣΕΚΑ. Η λειτουργία αυτή θα πρέπει να παίζει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής κινδύνων του ΟΕΕ, καθώς και στην παρακολούθηση και μέτρηση των κινδύνων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το επίπεδο κινδύνου συμμορφώνεται σε μόνιμη βάση με το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ. Η λειτουργία διαρκούς διαχείρισης κινδύνων θα πρέπει να έχει την απαραίτητη εξουσιοδότηση, πρόσβαση σε όλα τα σχετικά στοιχεία, καθώς και τακτικές επαφές με τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και με το διευθυντικό όργανο του ΔΟΕΕ προκειμένου να τους παρέχει επικαιροποιήσεις, πράγμα που θα τους δίνει τη δυνατότητα να εφαρμόζουν έγκαιρα τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα.

(52)

Η πολιτική διαχείρισης κινδύνων αποτελεί έναν ακόμη πυλώνα του συστήματος διαχείρισης κινδύνων. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και θα πρέπει να εξηγεί, ιδίως, τα μέτρα και τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση και τη διαχείριση των κινδύνων, τις διασφαλίσεις για την ανεξάρτητη εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων, τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση κινδύνων και τις λεπτομέρειες σχετικά με την κατανομή ευθυνών στο εσωτερικό του ΔΟΕΕ αναφορικά με τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και λειτουργίας. Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά της, η πολιτική διαχείρισης κινδύνων θα πρέπει να ανανεώνεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

(53)

Όπως απαιτεί η οδηγία 2011/61/ΕΕ, η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων θα πρέπει να είναι λειτουργικά και ιεραρχικά διαχωρισμένη από τις επιχειρησιακές μονάδες. Πρέπει λοιπόν να διασαφηνιστεί ότι ο διαχωρισμός αυτός θα πρέπει να διασφαλίζεται μέχρι και στο επίπεδο του διοικητικού οργάνου του ΔΟΕΕ και ότι οι εμπλεκόμενοι στη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων δεν θα πρέπει να εκτελούν συγκρουόμενα καθήκοντα ούτε να εποπτεύονται από οποιονδήποτε ο οποίος είναι υπεύθυνος για συγκρουόμενες λειτουργίες.

(54)

Είναι ουσιώδες να προσδιοριστούν οι διασφαλίσεις που θα χρησιμοποιεί ο ΔΟΕΕ σε κάθε περίπτωση προκειμένου να εξασφαλίζει την ανεξάρτητη εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων και, ιδίως, ότι εκείνοι που εκτελούν τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων δεν θα πρέπει να αναλαμβάνουν συγκρουόμενα καθήκοντα, ότι θα πρέπει να αποφασίζουν βάσει των δεδομένων στα οποία έχουν ενδεδειγμένη πρόσβαση και ότι θα πρέπει να είναι δυνατή η επανεξέταση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

(55)

Μολονότι η οδηγία 2011/61/ΕΕ δεν επιβάλλει κανέναν επενδυτικό περιορισμό στους ΟΕΕ, δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται κάθε ΟΕΕ εάν οι ΔΟΕΕ δεν έχουν προκαθορίσει τα όρια των κινδύνων. Τα όρια κινδύνων θα πρέπει να συνάδουν με το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ και θα πρέπει να γνωστοποιούνται στους επενδυτές βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(56)

Για λόγους συνέπειας, οι απαιτήσεις που σχετίζονται με τον εντοπισμό, τη μέτρηση και την παρακολούθηση του κινδύνου διαμορφώνονται επί τη βάσει παρόμοιων διατάξεων της οδηγίας 2010/43/ΕΕ. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να διαχειρίζονται με ενδεδειγμένο τρόπο την πιθανή τρωτότητα των τεχνικών και μοντέλων διαχείρισης κινδύνων που χρησιμοποιούν, εκτελώντας μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις, εκ των υστέρων ελέγχους και ανάλυση σεναρίων. Όταν οι μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις και οι αναλύσεις σεναρίων αποκαλύπτουν ιδιαίτερες αδυναμίες για ένα δεδομένο σύνολο περιστάσεων, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζουν άμεσα μέτρα και διορθωτικές ενέργειες.

(57)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί από την Επιτροπή να καθορίσει τα συστήματα και τις διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας που θα καθιστούν τον ΔΟΕΕ ικανό να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας του ΟΕΕ, εκτός εάν ο τελευταίος είναι ΟΕΕ χωρίς μόχλευση και κλειστού τύπου, και να διασφαλίζουν ότι το προφίλ ρευστότητας των επενδύσεων του ΟΕΕ συνάδει με τις υποκείμενες υποχρεώσεις του. Είναι λοιπόν σημαντικό να τεθούν θεμελιώδεις γενικές απαιτήσεις που θα ισχύουν για όλους τους ΔΟΕΕ, η εφαρμογή των οποίων θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος, τη δομή και τη φύση των ΟΕΕ που τίθενται υπό τη διαχείριση του οικείου ΔΟΕΕ.

(58)

Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι εφαρμόζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας. Αυτό απαιτεί να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η φύση του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων και του βαθμού του κινδύνου ρευστότητας στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο ΟΕΕ, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα του ΟΕΕ ή η πολυπλοκότητα της διαδικασίας ρευστοποίησης ή εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων.

(59)

Τα συστήματα και οι διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας μπορούν να επιτρέπουν στους ΔΟΕΕ να εφαρμόζουν τα εργαλεία και τις ρυθμίσεις που απαιτούνται για τον χειρισμό μη ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων και την αντιμετώπιση σχετικών προβλημάτων αποτίμησης προκειμένου να μπορούν να ικανοποιούν αιτήματα εξόφλησης. Τα εν λόγω εργαλεία και οι εν λόγω διευθετήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν, όταν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, πύλες, μερικές εξοφλήσεις, προσωρινά δάνεια, περιόδους προειδοποίησης και συγκεντρώσεις ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων. Τα «παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια» (side-pockets) και άλλοι μηχανισμοί βάσει των οποίων ορισμένα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ υπόκεινται σε παρόμοιες ρυθμίσεις μεταξύ του ΟΕΕ και των επενδυτών του θα πρέπει να θεωρούνται «ειδικοί διακανονισμοί» εφόσον επιδρούν στα ειδικά δικαιώματα εξόφλησης όσων επενδύουν στον ΟΕΕ. Η αναστολή ενός ΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται ειδική ρύθμιση, εφόσον ισχύει σε για όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ και για όλους τους επενδυτές του ΟΕΕ. Η χρήση εργαλείων και ειδικών διακανονισμών για τη διαχείριση της ρευστότητας θα πρέπει να εξαρτάται από συγκεκριμένες περιστάσεις και θα πρέπει να ποικίλλει ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ.

(60)

Η απαίτηση για παρακολούθηση της διαχείρισης ρευστότητας υποκείμενων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους επενδύουν οι ΟΕΕ, παράλληλα με τις απαιτήσεις εφαρμογής εργαλείων και ρυθμίσεων για τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας και για τον εντοπισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ επενδυτών, δεν θα πρέπει να ισχύει για ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ κλειστού τύπου ασχέτως αν αυτοί θεωρείται ότι χρησιμοποιούν μόχλευση. Η εξαίρεση από τις απαιτήσεις διαχείρισης ρευστότητας που σχετίζονται την εξόφληση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις διαφορές ως προς τους γενικούς όρους εξόφλησης μεταξύ επενδυτών ΟΕΕ κλειστού τύπου και επενδυτών ΟΕΕ ανοιχτού τύπου.

(61)

Η χρήση ελάχιστων ορίων αναφορικά με τη ρευστότητα ή την έλλειψη ρευστότητας του ΟΕΕ θα μπορούσε να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο παρακολούθησης για ορισμένους τύπους ΔΟΕΕ. Αυτή καθαυτή η υπέρβαση ενός ορίου ίσως να μην απαιτεί ανάληψη δράσης από μέρους του ΔΟΕΕ εφόσον αυτή εξαρτάται από τα δεδομένα και τις περιστάσεις, καθώς και από τις ανοχές που έχει ορίσει ο ΔΟΕΕ. Θα μπορούσαν λοιπόν να χρησιμοποιούνται στην πράξη όρια σε σχέση με την παρακολούθηση της μέσης ημερήσιας εξόφλησης σε σύγκριση με τη ρευστότητα κεφαλαίων ανά ημέρα για την ίδια περίοδο. Ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της συγκέντρωσης επενδυτών για την υποστήριξη σεναρίων μέτρησης κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις. Τα όρια αυτά θα μπορούσαν να προβλέπουν τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης διαρκούς παρακολούθησης ή διορθωτικών μέτρων ανάλογα με τις περιστάσεις.

(62)

Οι μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις θα πρέπει, κατά περίπτωση, να προσομοιώνουν την έλλειψη ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και μη τυπικά αιτήματα εξόφλησης. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πρόσφατες διαθέσεις και εξοφλήσεις παράλληλα με την επίπτωση της αναμενόμενης απόδοσης του ΟΕΕ που σχετίζεται με ομοτίμους στην εν λόγω δραστηριότητα. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να αναλύει τη χρονική περίοδο που απαιτείται για την ικανοποίηση αιτημάτων εξόφλησης στα σενάρια μετρήσεων κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει επίσης να διενεργεί μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις σε παράγοντες της αγοράς όπως οι κινήσεις συναλλάγματος που θα μπορούσαν να ασκήσουν ουσιαστική επίδραση στο πιστωτικό προφίλ του ΔΟΕΕ ή στο αντίστοιχο προφίλ του ΟΕΕ και που προκύπτουν από απαιτήσεις περί ασφάλειας. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ευαισθησίες αποτίμησης υπό ακραίες συνθήκες και την προσέγγιση που χρησιμοποιεί για τις μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις ή τις αναλύσεις σεναρίων.

(63)

Η συχνότητα διενέργειας μετρήσεων κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις θα πρέπει να εξαρτάται από τη φύση του ΟΕΕ, την επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας, το είδος του επενδυτή και την πολιτική εξόφλησης του ΟΕΕ. Ωστόσο, αναμένεται ότι οι έλεγχοι αυτοί θα διενεργούντα τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Όταν οι μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις δείχνουν ότι ο κίνδυνος ρευστότητας είναι σημαντικά υψηλότερος του αναμενόμενου, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να ενεργήσει προς το συμφέρον όλων των επενδυτών των ΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, το επίπεδο των αιτημάτων εξόφλησης και, κατά περίπτωση, την επάρκεια των πολιτικών και διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας.

(64)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί από την Επιτροπή να καθορίσει πώς πρέπει να ευθυγραμμιστούν η επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας και η πολιτική εξόφλησης. Η συνέπεια μεταξύ των τριών αυτών στοιχείων διασφαλίζεται εάν οι επενδυτές είναι σε θέση να εξοφλούν τις επενδύσεις τους σύμφωνα με την πολιτική εξόφλησης του ΟΕΕ, η οποία θα πρέπει να καλύπτει τους όρους εξόφλησης τόσο υπό κανονικές όσο και υπό εξαιρετικές περιστάσεις και με τρόπο που συνάδει με τη δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών.

(65)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί τη διασφάλιση διατομεακής συνέπειας και την κατάργηση της απόκλισης συμφερόντων μεταξύ μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων που «επανασυσκευάζουν» δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και των ΔΟΕΕ που επενδύουν σε αυτούς τους τίτλους ή σε άλλα χρηματοοικονομικά μέσα για λογαριασμό των ΟΕΕ. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, ελήφθησαν υπόψη οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (7), όπου προβλέπονται ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις τις οποίες οφείλουν να πληρούν οι επενδυτές που εκτίθενται στον πιστωτικό κίνδυνο μιας τιτλοποίησης, καθώς και τα μεταβιβάζοντα και ανάδοχα ιδρύματα. Εφόσον με τον παρόντα κανονισμό και τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ επιδιώκεται η επίτευξη του ιδίου στόχου, ήτοι η ευθυγράμμιση των συμφερόντων του μεταβιβάζοντος ή του αναδόχου ιδρύματος με τα συμφέροντα των επενδυτών, είναι ουσιώδες να χρησιμοποιείται με συνέπεια η ορολογία και στις δύο νομικές πράξεις και, ως εκ τούτου, οι ορισμοί που δίνονται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ θεωρούνται σημείο αναφοράς. Δεδομένου ότι η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, η οποία αντικατέστησε την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, έχει παράσχει λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για την υλοποίηση των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 2006/48/ΕΚ (8), η επίτευξη διατομεακής συνέπειας απαιτεί την ερμηνεία των τρεχουσών διατάξεων που αποσκοπούν στην ευθυγράμμιση των συμφερόντων των μεταβιβαζόντων και ανάδοχων ιδρυμάτων και των ΔΟΕΕ υπό το φως των εν λόγω κατευθυντήριων αρχών.

(66)

Είναι σημαντικό να μην δομούνται οι συναλλαγές οι οποίες «επανασυσκευάζουν» δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους με τρόπο που παρακάμπτει την εφαρμογή των απαιτήσεων οι οποίες σχετίζονται με τις επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης. Ως εκ τούτου, όταν γίνεται αναφορά σε μια επένδυση σε διαπραγματεύσιμους τίτλους ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα επί τη βάσει «επανασυσκευασμένων» δανείων, αυτή δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά ως νομικά έγκυρη και δεσμευτική μεταβίβαση της κυριότητας των εν λόγω μέσων, αλλά ως επένδυση που υλοποιείται με ουσιαστική οικονομική έννοια έτσι ώστε οποιεσδήποτε άλλες μορφές σύνθετων επενδύσεων να καλύπτονται και να υπόκεινται σε συγκεκριμένες απαιτήσεις. Προς αποφυγή παρανοήσεων και ευθυγράμμιση της διατύπωσης με εκείνη που χρησιμοποιείται στην τραπεζική νομοθεσία, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος «ανάληψη έκθεσης σε πιστωτικό κίνδυνο τιτλοποίησης» αντί του όρου «επένδυση σε διαπραγματεύσιμους τίτλους ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα επί τη βάσει “επανασυσκευασμένων” δανείων».

(67)

Οι απαιτήσεις τις οποίες οφείλουν να πληρούν τα ιδρύματα που ενεργούν ως μεταβιβάζοντα ή ανάδοχα ιδρύματα ή αρχικοί δανειοδότες μιας τιτλοποίησης επιβάλλονται άμεσα σε αυτούς μέσω της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Άρα είναι σημαντικός ο καθορισμός των αντίστοιχων καθηκόντων ενός ΔΟΕΕ που αναλαμβάνει έκθεση σε τιτλοποιήσεις. Συνεπώς, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να αναλαμβάνει έκθεση σε τιτλοποιήσεις μόνο εάν το μεταβιβάζον ή ανάδοχο ίδρυμα ή ο αρχικός δανειοδότης έχει γνωστοποιήσει σαφώς στον ΔΟΕΕ τη διατήρηση σημαντικού οικονομικού συμφέροντος επί του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου, πράγμα που είναι γνωστό ως απαίτηση διατήρησης. Επιπλέον, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει την εκπλήρωση διάφορων ποιοτικών απαιτήσεων που επιβάλλονται στο ανάδοχο και στο μεταβιβάζον ίδρυμα βάσει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Επιπλέον, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει και να πληροί και ο ίδιος ποιοτικές απαιτήσεις προκειμένου να έχει ενδελεχή και ολοκληρωμένη κατανόηση της επένδυσης σε τιτλοποιήσεις και της υποκείμενης έκθεσής του. Για να επιτευχθεί αυτό, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνουν την επενδυτική τους απόφαση αφού πρώτα διενεργήσουν προσεκτική δέουσα επιμέλεια μέσω της οποίας θα αντλήσουν επαρκή στοιχεία και γνώσεις για τις εν λόγω τιτλοποιήσεις.

(68)

Υπάρχουν περιστάσεις υπό τις οποίες οι οντότητες πληρούν τον ορισμό του μεταβιβάζοντος ή ανάδοχου ιδρύματος, ή εκπληρώνουν τον ρόλο του αρχικού δανειοδότη. Ωστόσο, μια άλλη οντότητα που δεν πληροί τον ορισμό του μεταβιβάζοντος ή ανάδοχου ιδρύματος ούτε εκπληρώνει τον ρόλο του αρχικού δανειοδότη, αλλά της οποίας τα συμφέροντα ευθυγραμμίζονται καλύτερα με εκείνα των επενδυτών, ίσως προσπαθήσει να εκπληρώσει την απαίτηση διατήρησης. Χάριν της ασφάλειας δικαίου, η εν λόγω οντότητα δεν θα πρέπει να υποχρεώνεται να εκπληρώσει την απαίτηση διατήρησης εάν η απαίτηση αυτή εκπληρώνεται από το μεταβιβάζον ή ανάδοχο ίδρυμα ή τον αρχικό δανειοδότη.

(69)

Σε περίπτωση παραβίασης της απαίτησης διατήρησης ή των ποιοτικών απαιτήσεων, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εξετάζει την ανάληψη κάποιων διορθωτικών μέτρων, όπως η αντιστάθμιση κινδύνου, η εκποίηση ή η μείωση της έκθεσης ή η διενέργεια επαφών με την οντότητα που παραβιάζει την απαίτηση διατήρησης με σκοπό την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με αυτήν. Αυτά τα διορθωτικά μέτρα θα πρέπει να είναι πάντα προς το συμφέρον των επενδυτών και δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν καμία άμεση υποχρέωση εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων αμέσως μετά την αποκάλυψη της παραβίασης, αποφεύγοντας έτσι την έκτακτη εκποίηση. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την παραβίαση όταν εξετάζει τη διενέργεια άλλης επένδυσης σε μελλοντική συναλλαγή στην οποία εμπλέκεται η οντότητα η οποία παραβίασε την εν λόγω απαίτηση.

(70)

Προκειμένου να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ για τον καθορισμό εσωτερικών διαδικασιών και οργανωτικών ρυθμίσεων, που θα πρέπει να εφαρμόζει κάθε ΔΟΕΕ, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να απαιτείται να θεσπίζουν μια καλά τεκμηριωμένη οργανωτική δομή η οποία με σαφήνεια αναθέτει ευθύνες, ορίζει μηχανισμούς ελέγχου και διασφαλίζει την ομαλή ροή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκομένων. Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν συστήματα για τη διαφύλαξη των πληροφοριών και τη διασφάλιση της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κατά την καθιέρωση των εν λόγω διαδικασιών και δομών, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας η οποία επιτρέπει την προσαρμογή των διαδικασιών, των μηχανισμών και της οργανωτικής δομής στη φύση, στην κλίμακα και στην πολυπλοκότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ΔΟΕΕ, καθώς και στη φύση και στο φάσμα των δραστηριοτήτων που εκτελούνται στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

(71)

Η παροχή πληροφοριών στους επενδυτές είναι ύψιστης σημασίας για την προστασία των επενδυτών αυτών και, ως εκ τούτου, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να υλοποιούν ενδεδειγμένες πολιτικές και διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι όροι εξόφλησης που ισχύουν για έναν συγκεκριμένο ΟΕΕ γνωστοποιούνται με επαρκή λεπτομέρεια και προβολή στους επενδυτές προτού αυτοί επενδύσουν, καθώς και σε περίπτωση επέλευσης ουσιαστικών αλλαγών. Αυτό περιλαμβάνει τις περιόδους προειδοποίησης που σχετίζονται με τις εξοφλήσεις, λεπτομέρειες σχετικά με τις περιόδους διακράτησης, μια ένδειξη ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να μην ισχύουν ή να αναστέλλονται οι κανονικοί μηχανισμοί εξόφλησης, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με οποιαδήποτε μέτρα την εφαρμογή των οποίων μπορεί να εξετάσει το διοικητικό όργανο, όπως πύλες και «παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια» (side-pockets), εφόσον αυτά έχουν επίπτωση στα ειδικά δικαιώματα εξόφλησης όσων επενδύουν στον συγκεκριμένο ΟΕΕ.

(72)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενδεδειγμένη εκτέλεση των σχετικών δραστηριοτήτων, ιδίως οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα ηλεκτρονικά συστήματα προκειμένου να εκπληρώνουν τις απαιτήσεις καταγραφής αναφορικά με τις συναλλαγές χαρτοφυλακίου ή τις εντολές εγγραφής και εξόφλησης, καθώς επίσης θα πρέπει να καταρτίζουν, να υλοποιούν και να διατηρούν λογιστικές πολιτικές και διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζουν τη διενέργεια του υπολογισμού της καθαρής αξίας ενεργητικού σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και του παρόντος κανονισμού.

(73)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια με τις απαιτήσεις που επιβάλλει στους διαχειριστές ΟΣΕΚΑ η οδηγία 2009/65/ΕΚ, θα πρέπει να ανατίθενται στο διευθυντικό όργανο, στα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή, κατά περίπτωση, στην εποπτική λειτουργία του ΔΟΕΕ παρόμοιων ειδών καθήκοντα στα οποία θα πρέπει να κατανέμονται επαρκείς αρμοδιότητες. Ωστόσο, η κατανομή αρμοδιοτήτων θα πρέπει να συνάδει με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του διευθυντικού οργάνου, των ανώτερων διοικητικών στελεχών και της εποπτικής λειτουργίας, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ίσως περιλαμβάνουν μερικά ή όλα τα μέλη του διευθυντικού οργάνου.

(74)

Η απαίτηση για καθιέρωση λειτουργίας διαρκούς και αποτελεσματικής συμμόρφωσης θα πρέπει να πληρείται πάντοτε από τον ΔΟΕΕ, άσχετα με το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες σχετικά με την τεχνική οργάνωση και την οργάνωση του προσωπικού της λειτουργίας συμμόρφωσης θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ, καθώς και με τη φύση και το φάσμα των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων του. Ο ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένος να δημιουργήσει ανεξάρτητη μονάδα συμμόρφωσης εάν η απαίτηση αυτή είναι δυσανάλογη με το μέγεθός του ή με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του.

(75)

Τα πρότυπα αποτίμησης διίστανται μεταξύ διαφορετικών τομέων αρμοδιότητας και διαφορετικών κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρώνει τους κοινούς γενικούς κανόνες και να θεσπίζει όρια αναφοράς για τους ΔΟΕΕ όταν καταρτίζουν και υλοποιούν ενδεδειγμένες και συνεκτικές πολιτικές και διαδικασίες για την κατάλληλη και ανεξάρτητη αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των ΟΕΕ. Οι πολιτικές και διαδικασίες θα πρέπει να περιγράφουν τις υποχρεώσεις, τους ρόλους και τις αρμοδιότητες όλων των εμπλεκομένων στην αποτίμηση, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών εκτιμητών.

(76)

Η αξία των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να καθοριστεί με διάφορους τρόπους, παραδείγματος χάρη με παραπομπή σε τρέχουσες τιμές ενεργού αγοράς ή με υπολογισμό μέσω χρήσης άλλων μεθοδολογιών αποτίμησης βάσει του εθνικού δικαίου, του κανονισμού των ΟΕΕ και των καταστατικών εγγράφων τους. Εφόσον η αξία των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μπορεί να καθοριστεί με τη χρήση διάφορων μεθοδολογιών και μπορεί να ληφθεί από διάφορες πηγές, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να καθορίσει και να περιγράψει τις μεθόδους αποτίμησης που χρησιμοποιεί.

(77)

Όταν ένα μοντέλο χρησιμοποιείται για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, οι διαδικασίες και πολιτικές αποτίμησης θα πρέπει να καταδεικνύουν τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου. Προτού χρησιμοποιηθεί αυτό το μοντέλο, θα πρέπει να υποβάλλεται σε διαδικασία επικύρωσης από εσωτερικό ή εξωτερικό άτομο που δεν έχει εμπλακεί στη διαδικασία δημιουργίας του μοντέλου. Ένα άτομο θα πρέπει να θεωρείται ικανό για τη διενέργεια της διαδικασίας επικύρωσης του μοντέλου που χρησιμοποιείται για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων εάν διαθέτει την απαραίτητη εξειδίκευση και πείρα στην αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων με τη χρήση τέτοιων μοντέλων· αυτό το άτομο θα μπορούσε να είναι ένας ελεγκτής.

(78)

Εφόσον οι ΔΟΕΕ λειτουργούν σε ένα δυναμικό περιβάλλον όπου οι επενδυτικές στρατηγικές μεταβάλλονται με τον χρόνο, οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης θα πρέπει να επανεξετάζονται τουλάχιστον ετησίως και σε κάθε περίπτωση προτού εμπλακούν οι ΟΕΕ σε μια νέα επενδυτική στρατηγική ή σε ένα νέο τύπο περιουσιακού στοιχείου. Οποιαδήποτε αλλαγή των πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης που περιλαμβάνει τις μεθοδολογίες αποτίμησης θα πρέπει να ακολουθεί μια προκαθορισμένη διεργασία.

(79)

Ο ΔΟΕΕ οφείλει να διασφαλίσει ότι έχουν αποτιμηθεί με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία ενός ΟΕΕ, σε ευθυγράμμιση με τις πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης. Για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως περίπλοκα και μη ρευστοποιήσιμα χρηματοοικονομικά μέσα, είναι αυξημένος ο κίνδυνος μη ενδεδειγμένης αποτίμησης. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζει επαρκείς ελέγχους προκειμένου να διασφαλίσει ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ αποτιμάται με τον ενδεδειγμένο βαθμό αντικειμενικότητας.

(80)

Ο υπολογισμός της καθαρής αξίας της μετοχής ή του μεριδίου του περιουσιακού στοιχείου υπόκειται στο εθνικό δίκαιο και, κατά περίπτωση, στον κανονισμό του οργανισμού ή στα καταστατικά του έγγραφα. Ο παρών κανονισμός καλύπτει μόνο τη διαδικασία υπολογισμού, αλλά όχι τη μεθοδολογία υπολογισμού. Ο ΔΟΕΕ μπορεί να διενεργεί ο ίδιος τον υπολογισμό της καθαρής αξίας της μετοχής ή του μεριδίου του περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο των διοικητικών λειτουργών που εκτελεί για τον ΟΕΕ. Εναλλακτικά, μπορεί να οριστεί κάποιος τρίτος για να εκτελέσει τη διοικητική λειτουργία, περιλαμβανομένου και του υπολογισμού της καθαρής αξίας του περιουσιακού στοιχείου. Ο τρίτος που εκτελεί τον υπολογισμό της καθαρής αξίας του περιουσιακού στοιχείου για έναν ΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται εξωτερικός εκτιμητής βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, εφόσον δεν παρέχει αποτιμήσεις για επιμέρους περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαιτούν υποκειμενική κρίση, αλλά ενσωματώνει στη διαδικασία υπολογισμού τιμές που λαμβάνονται από τον ΔΟΕΕ, από πηγές τιμολόγησης ή από εξωτερικό εκτιμητή.

(81)

Υπάρχουν διαδικασίες αποτίμησης που μπορούν να εκτελούνται σε καθημερινή βάση, όπως η αποτίμηση χρηματοοικονομικών μέσων, αλλά υπάρχουν και διαδικασίες αποτίμησης που δεν μπορούν να εκτελούνται με την ίδια συχνότητα με την οποία λαβαίνουν χώρα εκδόσεις, διαθέσεις, εξοφλήσεις και ακυρώσεις, παραδείγματος χάρη η αποτίμηση ακινήτων. Η συχνότητα αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ένας οργανισμός ανοιχτού τύπου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές των διαδικασιών αποτίμησης που σχετίζονται με τους τύπους των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο ΟΕΕ.

(82)

Οι αυστηρές απαιτήσεις και οι αυστηροί περιορισμοί που πρέπει να τηρούνται όταν ένας ΔΟΕΕ προτίθεται να αναθέσει το καθήκον εκτέλεσης λειτουργιών ορίζονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ. Ο ΔΟΕΕ παραμένει πάντοτε υπεύθυνος για την κατάλληλη εκτέλεση των ανατιθέμενων καθηκόντων και της συμμόρφωσής τους με την οδηγία 2011/61/ΕΕ και τα εκτελεστικά της μέτρα. Συνεπώς, ο ΟΔΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος εκπληρώνει και εφαρμόζει τα ποιοτικά πρότυπα τα οποία θα ίσχυαν για τον ίδιο τον ΔΟΕΕ. Επίσης, εάν αυτό είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί η εκτέλεση των ανατιθέμενων λειτουργιών βάσει ενός σταθερά υψηλού προτύπου, ο ΔΟΕΕ οφείλει να είναι σε θέση να καταγγείλει την ανάθεση, και ως εκ τούτου η συμφωνία ανάθεσης θα πρέπει να κατοχυρώνει ευέλικτα δικαιώματα καταγγελίας για τον ΔΟΕΕ. Οι περιορισμοί και απαιτήσεις ανάθεσης θα πρέπει να ισχύουν για τις διαχειριστικές λειτουργίες που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ενώ η ανάθεση υποστηρικτικών καθηκόντων, όπως διοικητικών ή τεχνικών λειτουργιών που είναι επικουρικές προς τα διαχειριστικά καθήκοντα, όπως η υλικοτεχνική υποστήριξη υπό τη μορφή καθαρισμού, εφοδιασμού τροφίμων και προμήθειας βασικών υπηρεσιών ή προϊόντων, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί ανάθεση λειτουργών του ΔΟΕΕ. Άλλα παραδείγματα τεχνικών ή διοικητικών λειτουργιών είναι η αγορά πρότυπου λογισμικού διαθέσιμου στο εμπόριο και η εξασφάλιση εξειδικευμένης επιχειρησιακής βοήθειας από παρόχους λογισμικού αναφορικά με συστήματα του εμπορίου ή η παροχή υποστήριξης ανθρώπινου δυναμικού, όπως η εξεύρεση προσωρινών υπαλλήλων ή η διεκπεραίωση της μισθοδοσίας.

(83)

Για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, εκτός από την αύξηση της αποδοτικότητας της διενέργειας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ, ολόκληρη η ανάθεση θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους. Κατά την αξιολόγηση των λόγων αυτών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξετάζουν τη δομή της ανάθεσης και την επίπτωσή της στη δομή του ΔΟΕΕ, καθώς και την αλληλεπίδραση των ανατιθέμενων δραστηριοτήτων με τις δραστηριότητες που εξακολουθεί να εκτελεί ο ΔΟΕΕ.

(84)

Προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον το πρόσωπο που εκτελεί ουσιαστικά τις εργασίες του αναδόχου διαθέτει τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, θα πρέπει να επαληθεύεται η από μέρους του εκτέλεση των εργασιών και θα πρέπει να ελέγχεται αν έχει διαπράξει αδικήματα σχετικά με χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες σχετικές με προσωπικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την από μέρους του εκτέλεση των εργασιών, λόγου χάρη αμφιβολίες σχετικά με την τιμιότητα και την ακεραιότητά του, θα πρέπει να εξετάζονται κατά την αξιολόγηση της απαίτησης περί των απαιτούμενων εχεγγύων εντιμότητας.

(85)

Οι εταιρείες επενδύσεων που έχουν αδειοδοτηθεί βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ δεν θεωρούνται επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ή αναγνώριση για τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία, διότι δεν επιτρέπεται να εμπλέκονται σε δραστηριότητες άλλες πλην της διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων βάσει της εν λόγω οδηγίας. Παρομοίως, ένας εσωτερικά διαχειριζόμενος ΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνεται στις επιχειρήσεις αυτές διότι δεν θα πρέπει να εμπλέκεται σε δραστηριότητες άλλες πλην της εσωτερικής διαχείρισης του ΟΕΕ.

(86)

Όταν η ανάθεση αφορά τη διαχείριση χαρτοφυλακίων ή τη διαχείριση κινδύνων, που αποτελούν τις κεντρικές εργασίες του ΔΟΕΕ και συνεπώς σχετίζονται πάρα πολύ με την προστασία των επενδυτών και τον συστημικό κίνδυνο, εκτός από τις απαιτήσεις του στοιχείου γ) του άρθρου 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και η εποπτική αρχή της επιχείρησης τρίτης χώρας θα πρέπει να έχουν συνάψει γραπτή συμφωνία συνεργασίας. Η συμφωνία θα πρέπει να τίθεται σε ισχύ πριν γίνει η ανάθεση. Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας αυτής θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα διεθνή πρότυπα.

(87)

Οι γραπτές συμφωνίες θα πρέπει να κατοχυρώνουν το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών να εκτελούν επιτόπιους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες αυτές ζητούν από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας της επιχείρησης στην οποία έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες να εκτελεί εκείνη τους επιτόπιους ελέγχους, καθώς και των περιπτώσεων στις οποίες ζητούν άδεια από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας για να εκτελέσουν τον έλεγχο οι ίδιες ή να συνοδεύσουν το προσωπικό της εποπτικής αρχής της τρίτης χώρας για να το βοηθήσουν στην εκτέλεση των επιτόπιων ελέγχων.

(88)

Βάσει των υποχρεώσεων που ορίζονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να ενεργούν πάντα προς το συμφέρον των ΟΕΕ ή όσων επενδύουν στους ΟΕΕ που διαχειρίζονται. Άρα η ανάθεση θα πρέπει να είναι αποδεκτή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρεμποδίζει τον ΔΟΕΕ στην προσπάθειά του να ενεργεί ή να διαχειρίζεται τον ΟΕΕ προς το συμφέρον των επενδυτών.

(89)

Προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων για κάθε ανάθεση. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αρκετά κριτήρια που να θέτουν όρια αναφοράς για τον εντοπισμό καταστάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική σύγκρουση συμφερόντων. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να νοούνται ως μη εξαντλητικά και ωσάν να υποδηλώνουν ότι οι επουσιώδεις συγκρούσεις συμφερόντων είναι επίσης συναφείς βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Συνεπώς, η εκτέλεση λειτουργιών συμμόρφωσης ή ελέγχου θα πρέπει να θεωρείται ότι συγκρούεται με τα καθήκοντα διαχείρισης χαρτοφυλακίων, ενώ η ειδική διαπραγμάτευση (market making) ή η αναδοχή θα πρέπει να νοείται ότι συγκρούεται με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων ή κινδύνων. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη της υποχρέωσης του αναδόχου να διαχωρίζει λειτουργικά και ιεραρχικά μεταξύ τους τα καθήκοντα διαχείρισης χαρτοφυλακίων και κινδύνων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(90)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για την ανάθεση του καθήκοντος εκτέλεσης λειτουργιών για λογαριασμό του ΔΟΕΕ θα πρέπει να ισχύει αναλογικά όταν ο ανάδοχος αναθέτει περαιτέρω οποιαδήποτε από τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί, καθώς και στην περίπτωση οποιασδήποτε επόμενης περαιτέρω ανάθεσης.

(91)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι σε κάθε περίπτωση ο ΔΟΕΕ είναι αυτός που εκτελεί τις λειτουργίες διαχείρισης επενδύσεων, ο ΔΟΕΕ δεν θα πρέπει να αναθέτει τις λειτουργίες του σε τέτοια έκταση ώστε, κατ’ ουσίαν, να μην μπορεί πλέον να θεωρείται ο διαχειριστής του ΟΕΕ και σε τέτοιο βαθμό ώστε να μετατρέπεται σε οντότητα-γραμματοθυρίδα. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να διατηρεί πάντοτε επαρκείς πόρους προκειμένου να εποπτεύει αποτελεσματικά τις ανατιθέμενες λειτουργίες. Ο ΔΟΕΕ οφείλει να εκτελεί ο ίδιος τις λειτουργίες διαχείρισης επενδύσεων, να διαθέτει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη και τους απαραίτητους πόρους, να διατηρεί την εξουσία λήψης αποφάσεων που εμπίπτουν στην ευθύνη των ανώτερων διοικητικών στελεχών, καθώς και να εκτελεί τις λειτουργίες των ανώτερων διοικητικών στελεχών, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν υλοποίηση της γενικής επενδυτικής πολιτικής και των επενδυτικών στρατηγικών.

(92)

Η αξιολόγηση της δομής ανάθεσης είναι πολύπλοκη διαδικασία, που πρέπει να βασίζεται σε μια σειρά κριτηρίων προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να διαμορφώσουν την κρίση τους. Είναι αναγκαίο να γίνεται συνδυασμός, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ποικιλία δομών των οργανισμών και επενδυτικών στρατηγικών σε ολόκληρη την Ένωση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να επεξεργαστεί κατευθυντήριες γραμμές ώστε να διασφαλιστεί συνεπής τρόπος αξιολόγησης των δομών ανάθεσης σε ολόκληρη την Ένωση.

(93)

Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει πώς εφαρμόζονται τα κριτήρια και ποιος είναι ο αντίκτυπός τους στις αγορές. Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την κατάσταση μετά την πάροδο διετίας και, αν καταστεί αναγκαίο, θα λάβει ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω υπό ποιες προϋποθέσεις θα θεωρείται ότι ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει τις λειτουργίες του σε τέτοιο βαθμό ώστε να μετατρέπεται σε οντότητα-γραμματοθυρίδα και να μην μπορεί πλέον να θεωρείται ο διαχειριστής του ΟΕΕ.

(94)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ ορίζει μια διευρυμένη δέσμη απαιτήσεων αναφορικά με τον θεματοφύλακα ενός ΟΕΕ με σκοπό τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών. Συνεπώς, θα πρέπει να καθορίζονται σαφώς τα αντίστοιχα συγκεκριμένα δικαιώματα και οι αντίστοιχες συγκεκριμένες υποχρεώσεις του θεματοφύλακα, του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, του ΟΕΕ και τρίτων. Η γραπτή σύμβαση θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη δέουσα φύλαξη όλων των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ από τον θεματοφύλακα ή το τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί λειτουργίες φύλαξης βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και για τη δέουσα εκπλήρωση των εποπτικών και ελεγκτικών λειτουργιών του θεματοφύλακα. Προκειμένου να είναι ο θεματοφύλακας σε θέση να αξιολογεί και να παρακολουθεί τον κίνδυνο θεματοφυλακής, η σύμβαση θα πρέπει να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων στα οποία μπορεί να επενδύσει ο ΟΕΕ και να καλύπτει τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες σχεδιάζει να επενδύσει ο ΟΕΕ. Η σύμβαση θα πρέπει επίσης να περιέχει στοιχεία σχετικά με μια διαδικασία κλιμάκωσης. Άρα ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ενημερώνει τον ΔΟΕΕ για οποιονδήποτε ουσιώδη κίνδυνο που εντοπίζεται στο σύστημα διακανονισμού μιας συγκεκριμένης αγοράς. Αναφορικά με την καταγγελία της σύμβασης, θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται το γεγονός ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι η ύστατη λύση για τον θεματοφύλακα σε περίπτωση που κρίνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν προστατεύονται επαρκώς. Θα πρέπει επίσης να προλαμβάνει τον ηθικό κίνδυνο σε περίπτωση που ο ΔΟΕΕ λάβει επενδυτικές αποφάσεις αγνοώντας τους κινδύνους θεματοφυλακής σκεπτόμενος ότι στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν υπεύθυνος ο θεματοφύλακας. Για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, η απαίτηση που ορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με την παρακολούθηση τρίτων θα πρέπει να ισχύει σε σχέση με ολόκληρη την αλυσίδα της θεματοφυλακής.

(95)

Θεματοφύλακας εγκαταστημένος σε τρίτη χώρα θα πρέπει να υπόκειται σε δημόσια προληπτική ρύθμιση και σε προληπτική εποπτεία διενεργούμενη από εποπτική αρχή η οποία έχει την αρμοδιότητα να ασκεί διαρκή εποπτεία, να διενεργεί έρευνες σε επιχειρήσεις και να επιβάλλει κυρώσεις. Όταν η εν λόγω εποπτεία του θεματοφύλακα περιλαμβάνει αρκετές εποπτικές αρχές, μία εποπτική αρχή θα πρέπει να ενεργεί ως σημείο επαφής βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και όλων των κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών μέτρων που λαμβάνονται επί τη βάσει της.

(96)

Η αξιολόγηση του δικαίου της τρίτης χώρας βάσει του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 21 παράγραφος 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να διενεργείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω σύγκρισης των κριτηρίων αδειοδότησης και των διαρκών όρων λειτουργίας που ισχύουν για τον θεματοφύλακα στην τρίτη χώρα με τις αντίστοιχες απαιτήσεις που ισχύουν βάσει του ενωσιακού δικαίου για τα πιστωτικά ιδρύματα και, κατά περίπτωση, ή για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε εργασίες θεματοφυλακής και στην εκτέλεση λειτουργιών θεματοφύλακα, με σκοπό να επιβεβαιώνεται αν τα τοπικά κριτήρια έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνα που ισχύουν βάσει του ενωσιακού δικαίου. Θεματοφύλακας που υπόκειται σε προληπτική εποπτεία και έχει αδειοδοτηθεί σε τρίτη χώρα στο πλαίσιο κάποιας τοπικής κατηγορίας διαφορετικής από εκείνη του πιστωτικού ιδρύματος ή της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να αξιολογηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να επιβεβαιωθεί εάν οι σχετικές νομικές διατάξεις της τρίτης χώρας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνες που ισχύουν βάσει του ενωσιακού δικαίου για τα πιστωτικά ιδρύματα και, κατά περίπτωση, ή για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(97)

Προκειμένου να έχει ο θεματοφύλακας σαφή εικόνα όλων των ταμειακών εισροών και εκροών του ΟΕΕ ανά πάσα στιγμή, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας λαμβάνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ακριβή στοιχεία σχετικά με όλες τις ταμειακές ροές, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από οποιονδήποτε τρίτον με τις οποίες ανοίγεται λογαριασμός μετρητών του ΟΕΕ.

(98)

Προκειμένου να παρακολουθούνται δεόντως οι ταμειακές ροές του ΟΕΕ, αποτελεί υποχρέωση του θεματοφύλακα να βεβαιώνεται για την ύπαρξη και την αποδοτική υλοποίηση διαδικασιών αποτελεσματικής παρακολούθησης των ταμειακών ροών του ΟΕΕ, καθώς και για το κατά πόσον αυτές οι διαδικασίες επανεξετάζονται περιοδικά. Συγκεκριμένα, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να εξετάζει τη διαδικασία ελέγχου προκειμένου να βεβαιωθεί ότι είναι κατάλληλη για τον ΟΕΕ και εκτελείται ανά ενδεδειγμένα διαστήματα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του ΟΕΕ. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει, για παράδειγμα, να συγκρίνει, μία προς μία, τις ταμειακές ροές που αναφέρονται στα καταστάσεις κίνησης τραπεζικού λογαριασμού με τις ταμειακές ροές που καταγράφονται στους λογαριασμούς του ΟΕΕ. Όταν διενεργούνται έλεγχοι σε καθημερινή βάση, όπως συμβαίνει για τους περισσότερους ΟΕΕ ανοιχτού τύπου, και ο θεματοφύλακας θα πρέπει να διενεργεί τους ελέγχους του σε καθημερινή βάση. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει ιδίως να παρακολουθεί τις αναντιστοιχίες που εντοπίζουν οι διαδικασίες επαλήθευσης και τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να ειδοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον ΔΟΕΕ για οποιαδήποτε παρατυπία που δεν έχει διορθωθεί και να διενεργεί πλήρη επανεξέταση των διαδικασιών ελέγχου. Αυτή η επανεξέταση θα πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον μία φορά το έτος. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει επίσης να εντοπίζει έγκαιρα τις σημαντικές ταμειακές ροές, ιδίως δε εκείνες που ενδεχομένως δεν συνάδουν με τις εργασίες του ΟΕΕ, όπως αλλαγές στις θέσεις των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ ή στις διαθέσεις και εξοφλήσεις, και θα πρέπει να λαμβάνει περιοδικά καταστάσεις κίνησης λογαριασμού μετρητών και να ελέγχει κατά πόσον συνάδουν τα δικά του αρχεία ταμειακών θέσεων με εκείνα του ΔΟΕΕ. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να τηρεί το αρχείο του επικαιροποιημένο βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(99)

Ο θεματοφύλακας οφείλει να διασφαλίζει ότι όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από επενδυτές ή για λογαριασμό επενδυτών κατά την εγγραφή μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ έχουν εισπραχθεί και καταλογιστεί σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς μετρητών βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Συνεπώς, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι παρέχονται στον θεματοφύλακα οι σχετικές πληροφορίες που του είναι απαραίτητες για να παρακολουθεί δεόντως την είσπραξη των πληρωμών των επενδυτών. Ο ΔΟΕΕ οφείλει να διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν το τρίτο πρόσωπο λαμβάνει εντολή εξόφλησης ή έκδοσης μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ. Άρα οι πληροφορίες θα πρέπει να μεταβιβάζονται στον θεματοφύλακα στο τέλος της εργάσιμης ημέρας από την οντότητα που ευθύνεται για την εγγραφή και εξόφληση μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ, προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε κατάχρηση των πληρωμών των επενδυτών.

(100)

Ανάλογα με το είδος των προς φύλαξη περιουσιακών στοιχείων, τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει είτε να τελούν υπό θεματοφυλακή, πράγμα που ισχύει για τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να καταχωριστούν σε λογαριασμό χρηματοοικονομικών μέσων ή μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, είτε να τεθούν υπό επαλήθευση κυριότητας και τήρηση αρχείων. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να τηρεί υπό θεματοφυλακή όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ τα οποία μπορούν να καταχωριστούν ή να τηρηθούν σε λογαριασμό άμεσα ή έμμεσα στο όνομα του θεματοφύλακα ή τρίτου προσώπου στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες θεματοφύλακα, ιδίως στο επίπεδο του κεντρικού αποθετηρίου. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να τηρούνται υπό θεματοφυλακή εκείνα τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι μόνο άμεσα καταχωρισμένα στον ίδιο τον εκδότη ή στον εντολοδόχο του στο όνομα του θεματοφύλακα ή τρίτου προσώπου στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες θεματοφύλακα. Τα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, είναι μόνο καταχωρισμένα στον εκδότη ή στον εντολοδόχο του, στο όνομα του ΟΕΕ, όπως επενδύσεις σε μη εισηγμένες εταιρείες από οργανισμούς που επενδύουν σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες ή σε επιχειρηματικά κεφάλαια, δεν θα πρέπει να τελούν υπό θεματοφυλακή. Όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα θα πρέπει να τηρούνται υπό θεματοφυλακή. Υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι βάσει των οποίων τα χρηματοοικονομικά μέσα πρέπει να τηρούνται υπό θεματοφυλακή, τα χρηματοοικονομικά μέσα που παρέχονται ως ασφάλεια σε τρίτον ή παρέχονται από τον τρίτον προς όφελος του ΟΕΕ πρέπει να τηρούνται και αυτά υπό θεματοφυλακή από τον ίδιο τον θεματοφύλακα ή από τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες θεματοφύλακα για όσο διάστημα αυτά ανήκουν στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ. Επίσης, τα χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, για τα οποία ο ΟΕΕ, ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, έχει δώσει τη συγκατάθεσή του προκειμένου να επαναχρησιμοποιηθούν από τον θεματοφύλακα, παραμένουν υπό θεματοφυλακή για όσο διάστημα δεν ασκείται το δικαίωμα επαναχρησιμοποίησης.

(101)

Τα χρηματοοικονομικά μέσα που τηρούνται υπό θεματοφυλακή θα πρέπει να τελούν διαρκώς υπό δέουσα φροντίδα και προστασία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενδεδειγμένη αξιολόγηση του κινδύνου θεματοφυλακής, κατά την άσκηση δέουσας φροντίδας, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να γνωρίζει συγκεκριμένα ποιοι τρίτοι αποτελούν την αλυσίδα της θεματοφυλακής, να διασφαλίζει ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις περί δέουσας επιμέλειας και διαχωρισμού σε όλο το εύρος της αλυσίδας της θεματοφυλακής, να διασφαλίζει ότι έχει το ενδεδειγμένο δικαίωμα πρόσβασης στα βιβλία και αρχεία των τρίτων προσώπων στα οποία έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες θεματοφύλακα, να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις, να τεκμηριώνει όλα τα εν λόγω τα καθήκοντα και να θέτει τα εν λόγω έγγραφα στη διάθεση του ΔΟΕΕ, καθώς και να υποβάλλει εκθέσεις στον ΔΟΕΕ.

(102)

Προκειμένου να αποφεύγεται η παράκαμψη των απαιτήσεων της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να εφαρμόζει τα καθήκοντα φύλαξης στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία των χρηματοοικονομικών δομών και, κατά περίπτωση, ή των νομικών δομών που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τον ΟΕΕ ή από τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ. Αυτή η διάταξη περί κατ’ επέκταση εφαρμογής στα υποκείμενα στοιχεία δεν θα πρέπει να ισχύει για οργανισμούς που επενδύουν σε άλλους οργανισμούς (funds of funds) ή δομές κύριου-τροφοδοτικού (master-feeder structures), υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει θεματοφύλακας που φυλάσσει τα περιουσιακά στοιχεία των οργανισμών αυτών με τον δέοντα τρόπο.

(103)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να έχει πάντα πλήρη εικόνα όλων των περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν είναι χρηματοοικονομικά μέσα που πρέπει να τελούν υπό θεματοφυλακή. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται στην υποχρέωση επαλήθευσης κυριότητας και τήρησης αρχείων βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Παραδείγματα τέτοιων περιουσιακών στοιχείων είναι τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν χρηματοοικονομικά μέσα βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή δεν θα μπορούσαν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα, οι χρηματοπιστωτικές συμβάσεις όπως τα παράγωγα, οι καταθέσεις μετρητών ή οι επενδύσεις σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα και τα συμφέροντα σε συνεταιρισμούς.

(104)

Προκειμένου να διασφαλίσει με επαρκή βεβαιότητα ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ είναι πράγματι ο ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι λαμβάνει όλα τα στοιχεία που θεωρεί απαραίτητα προκειμένου να πειστεί ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ κατέχει τα δικαιώματα κυριότητας επί των περιουσιακών στοιχείων. Αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ένα επίσημο έγγραφο που αποδεικνύει ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ είναι ο ιδιοκτήτης του περιουσιακού στοιχείου ή οποιοδήποτε επίσημο και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο που ο θεματοφύλακας θεωρεί κατάλληλο. Εάν είναι απαραίτητο, ο θεματοφύλακας θα πρέπει ζητήσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία από τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ ή, κατά περίπτωση, από κάποιον τρίτον.

(105)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να τηρεί αρχείο όλων των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία έχει πειστεί ότι ο ΟΕΕ κατέχει την κυριότητα. Μπορεί να θεσπίσει μια διαδικασία λήψης στοιχείων από τρίτους, όταν είναι εφικτές διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν θα μπορούν να μεταβιβαστούν χωρίς να ενημερωθεί για τις σχετικές συναλλαγές ο θεματοφύλακας ή το τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες φύλαξης όταν πρόκειται για ΟΕΕ με μικρή συχνότητα συναλλαγών και, κατά περίπτωση, με συναλλαγές που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση πριν από τον διακανονισμό. Οι απαιτήσεις για διασφάλιση πρόσβασης σε αποδεικτικά έγγραφα για κάθε συναλλαγή προερχόμενα από τρίτο πρόσωπο θα μπορούσε να ενδείκνυται για ΟΕΕ με πιο συχνό χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, όπως επενδύσεις σε εισηγμένα παράγωγα.

(106)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο θεματοφύλακας θα είναι σε θέση να εκτελεί τις ευθύνες του, είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ιδίως δε οι έλεγχοι δευτέρου επιπέδου που πρέπει να διενεργεί ο θεματοφύλακας. Τα καθήκοντα αυτά δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν τον θεματοφύλακα από την εκτέλεση εκ των προτέρων επαληθεύσεων, όταν το κρίνει απαραίτητο και σε συμφωνία με τον ΔΟΕΕ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα είναι σε θέση να εκτελεί τις ευθύνες του, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να θεσπίσει τη δική του διαδικασία κλιμάκωσης για τον χειρισμό περιπτώσεων στις οποίες εντοπίζονται παρατυπίες. Η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να διασφαλίζει την κοινοποίηση οποιωνδήποτε ουσιαστικών παραβιάσεων στις αρμόδιες αρχές. Οι εποπτικές ευθύνες του θεματοφύλακα έναντι τρίτων, οι οποίες εξειδικεύονται με τον παρόντα κανονισμό, θα ισχύουν με την επιφύλαξη των ευθυνών που επιβάλλονται στον ΔΟΕΕ βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(107)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ελέγχει τη συνέπεια μεταξύ του αριθμού των εκδιδόμενων μετοχών ή μεριδίων και των εισπραττόμενων εσόδων εγγραφής. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η είσπραξη των πληρωμών από επενδυτές κατά την εγγραφή, ο θεματοφύλακας θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει τη διενέργεια και άλλου ελέγχου μεταξύ των εντολών εγγραφής και των εσόδων εγγραφής. Ο ίδιος έλεγχος θα πρέπει να εκτελείται αναφορικά με τις εντολές εξόφλησης. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει επίσης να επαληθεύει ότι ο αριθμός μετοχών ή μεριδίων που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς του ΟΕΕ ταιριάζει με τον αριθμό των μετοχών ή μεριδίων σε κυκλοφορία που περιλαμβάνονται στο μητρώο του ΟΕΕ. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να προσαρμόζει τις διαδικασίες του ανάλογα, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα των εγγραφών και εξοφλήσεων.

(108)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει την αποτελεσματική υλοποίηση ενδεδειγμένων πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, μέσω διενέργειας δειγματοληπτικών ελέγχων ή μέσω σύγκρισης της συνοχής της αλλαγής του υπολογισμού της καθαρής αξίας ενεργητικού με την πάροδο του χρόνου έναντι εκείνης ενός ορίου αναφοράς. Κατά την καθιέρωση των διαδικασιών του, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να κατανοεί σαφώς τις μεθοδολογίες αποτίμησης που χρησιμοποιεί ο ΔΟΕΕ ή ο εξωτερικός εκτιμητής για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ. Η συχνότητα των εν λόγω ελέγχων θα πρέπει να συνάδει με τη συχνότητα αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ.

(109)

Βάσει της υποχρέωσης εποπτείας που τον βαρύνει σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να θεσπίσει μια διαδικασία εκ των υστέρων επαλήθευσης της συμμόρφωσης του ΟΕΕ με τους ισχύοντες νόμους και κανόνες, καθώς και με τον κανονισμό και τα καταστατικά έγγραφά του. Αυτή καλύπτει τομείς όπως ο έλεγχος του κατά πόσον οι επενδύσεις του ΟΕΕ συνάδουν με τις επενδυτικές στρατηγικές του, οι οποίες περιγράφονται στο κανονισμό και στα έγγραφα προσφοράς του ΟΕΕ, καθώς και η διασφάλιση της μη παραβίασης από μέρους του ΟΕΕ των επενδυτικών περιορισμών του, εάν υφίστανται. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να παρακολουθεί τις συναλλαγές του ΟΕΕ και να διερευνά οποιεσδήποτε ασυνήθεις συναλλαγές. Εάν παραβιάζονται τα όρια ή οι περιορισμοί που ορίζονται στους ισχύοντες εθνικούς νόμους ή κανόνες, ή στον κανονισμό και στα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ, ο θεματοφύλακας θα πρέπει, για παράδειγμα, να λάβει εντολή από τον ΔΟΕΕ να προβεί στην αντιστροφή της κατά παράβαση συναλλαγής με δική του δαπάνη. Ο παρόν κανονισμός δεν παρεμποδίζει τον θεματοφύλακα από την εφαρμογή της εκ των προτέρων προσέγγισης, όταν το κρίνει απαραίτητο και σε συμφωνία με τον ΔΟΕΕ.

(110)

Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να διασφαλίζει τον υπολογισμό του εισοδήματος βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Για να το επιτύχει αυτό, ο θεματοφύλακας οφείλει να διασφαλίζει την ενδεδειγμένη κατανομή του εισοδήματος και, σε περίπτωση εντοπισμού σφάλματος, τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων από τον ΔΟΕΕ. Αφού το διασφαλίσει αυτό ο θεματοφύλακας, θα πρέπει να επαληθεύει την πληρότητα και την ακρίβεια της κατανομής του εισοδήματος, ιδίως δε της καταβολής μερισμάτων.

(111)

Σε περίπτωση ανάθεσης λειτουργιών φύλαξης που σχετίζονται με άλλα περιουσιακά στοιχεία βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η ανάθεση είναι πιθανό να αφορά διοικητικές λειτουργίες στις περισσότερες περιπτώσεις. Όταν ο θεματοφύλακας αναθέτει λειτουργίες τήρησης αρχείων, απαιτείται λοιπόν η υλοποίηση και εφαρμογή ενδεδειγμένης και τεκμηριωμένης διαδικασίας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της ανάθεσης με τις απαιτήσεις του στοιχείου δ) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ανά πάσα στιγμή. Προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκές επίπεδο προστασίας των περιουσιακών στοιχείων, είναι απαραίτητο να οριστούν ορισμένες αρχές που θα πρέπει να ισχύουν για την ανάθεση της φύλαξης. Για την ανάθεση καθηκόντων θεματοφυλακής, είναι σημαντικός ο ορισμός ορισμένων βασικών αρχών οι οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά καθ’ όλη τη διαδικασία ανάθεσης. Οι αρχές αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται εξαντλητικές, είτε όσον αφορά τον καθορισμό όλων των λεπτομερειών της από μέρους του θεματοφύλακα άσκησης δέουσας ικανότητας, προσοχής και επιμέλειας, είτε όσον αφορά τον καθορισμό όλων των βημάτων στα οποία θα πρέπει να προβαίνει ο θεματοφύλακας αναφορικά με τις εν λόγω αρχές αυτές καθαυτές. Η υποχρέωση διαρκούς παρακολούθησης του τρίτου προσώπου, στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες φύλαξης, θα πρέπει να περιλαμβάνει επαλήθευση του κατά πόσον το εν λόγω τρίτο πρόσωπο εκτελεί όλες τις ανατιθέμενες λειτουργίες και συμμορφώνεται με τη σύμβαση ανάθεσης. Το τρίτο πρόσωπο θα πρέπει να ενεργεί έντιμα και καλή την πίστει, προς το συμφέρον του ΟΕΕ και των επενδυτών του, σύμφωνα με τις κανονιστικές και εποπτικές απαιτήσεις, και θα πρέπει να επιδεικνύει την προσοχή, την επιμέλεια και την ικανότητα που εύλογα αναμένονται από έναν ιδιαίτερα συνετό διαχειριστή σε αυτό το χρηματιστηριακό επάγγελμα σε συγκρίσιμες περιστάσεις. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να επανεξετάζει, μεταξύ άλλων, στοιχεία που αξιολογήθηκαν κατά τη διαδικασία επιλογής και ορισμού του και να τοποθετεί αυτά τα στοιχεία στην πραγματική τους διάσταση συγκρίνοντάς τα με την εξέλιξη της αγοράς. Η μορφή της τακτικής επανεξέτασης θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις περιστάσεις, προκειμένου να είναι σε θέση ο θεματοφύλακας να αξιολογεί δεόντως τους κινδύνους που σχετίζονται με την απόφαση ανάθεσης περιουσιακών στοιχείων σε τρίτο πρόσωπο. Η συχνότητα της επανεξέτασης θα πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να συνάδει ανά πάσα στιγμή με τις συνθήκες της αγοράς και τους σχετικούς κινδύνους. Προκειμένου να είναι ο θεματοφύλακας σε θέση να αντιδράσει σε πιθανή αφερεγγυότητα του τρίτου προσώπου, θα πρέπει να καταρτίσει σχέδιο έκτακτης ανάγκης, που να περιλαμβάνει εναλλακτικές στρατηγικές και την πιθανή επιλογή εναλλακτικών παρόχων, κατά περίπτωση. Μολονότι τα μέτρα αυτά μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο θεματοφυλακής που αντιμετωπίζει ο θεματοφύλακας, δεν μεταβάλλουν την υποχρέωση που έχει να επιστρέψει τα χρηματοοικονομικά μέσα ή να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό σε περίπτωση απώλειάς τους, πράγμα που εξαρτάται από το αν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(112)

Κατά την ανάθεση των λειτουργιών φύλαξης, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να διασφαλίζει την εκπλήρωση των απαιτήσεων του στοιχείου δ) σημείο iii) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, καθώς και τον ενδεδειγμένο διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων των πελατών του ΟΕΕ του θεματοφύλακα. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να διασφαλίζει ιδίως τη μη απώλεια των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ εξαιτίας αφερεγγυότητας του τρίτου προσώπου στο οποίο έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες φύλαξης. Για την ελαχιστοποίηση αυτού του κινδύνου σε χώρες όπου τα αποτελέσματα του διαχωρισμού δεν αναγνωρίζονται από την περί αφερεγγυότητας νομοθεσία, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να κάνει περαιτέρω βήματα. Ο θεματοφύλακας θα μπορούσε να προβεί σε σχετική γνωστοποίηση προς τον ΟΕΕ και τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ προκειμένου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη αυτές οι πτυχές του κινδύνου θεματοφυλακής κατά τη λήψη της επενδυτικής απόφασης ή να λάβει εκείνα τα μέτρα που είναι εφικτά στους τοπικούς τομείς αρμοδιότητας προκειμένου να καταστήσει τα περιουσιακά στοιχεία όσο το δυνατόν πιο άτρωτα στον κίνδυνο αφερεγγυότητας βάση του τοπικού δικαίου. Επιπλέον, ο θεματοφύλακας θα μπορούσε να απαγορεύσει τα προσωρινά ελλείμματα σε περιουσιακά στοιχεία πελατών, να χρησιμοποιήσει αποθέματα ασφαλείας ή να εφαρμόσει ρυθμίσεις που απαγορεύουν τη χρήση του χρεωστικού υπολοίπου ενός πελάτη για την αντιστάθμιση του πιστωτικού υπολοίπου άλλου πελάτη. Μολονότι τα μέτρα αυτά μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο θεματοφυλακής που αντιμετωπίζει ο θεματοφύλακας κατά την ανάθεση των λειτουργιών θεματοφύλακα, δεν μεταβάλλουν την υποχρέωση που έχει να επιστρέψει τα χρηματοοικονομικά μέσα ή να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό σε περίπτωση απώλειάς τους, πράγμα που εξαρτάται από το αν πληρούνται ή όχι οι απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(113)

Η ευθύνη του θεματοφύλακα βάσει του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ενεργοποιείται σε περίπτωση απώλειας χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή από τον ίδιο θεματοφύλακα ή από τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή, υπό την προϋπόθεση ότι ο θεματοφύλακας δεν μπορεί να αποδείξει ότι η απώλεια προκύπτει από εξωτερικό γεγονός που είναι πέραν του λογικού του ελέγχου, οι συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου λογικές προσπάθειες. Η απώλεια αυτή θα πρέπει να διαχωρίζεται από την απώλεια επένδυσης των επενδυτών η οποία προκύπτει από τη μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων ως αποτέλεσμα μιας επενδυτικής απόφασης.

(114)

Προκειμένου να χαρακτηριστεί ως τέτοια, είναι σημαντικό να είναι η απώλεια οριστική και να μην υπάρχει προοπτική ανάκτησης του χρηματοοικονομικού μέσου. Συνεπώς, περιπτώσεις στις οποίες ένα χρηματοοικονομικό μέσο καθίσταται μη διαθέσιμο ή παγώνει σε προσωρινή βάση και μόνο δεν θεωρούνται απώλειες βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Αντιθέτως, μπορούν να προσδιοριστούν τρία είδη περιστάσεων στις οποίες η απώλεια θα πρέπει να θεωρείται οριστική: όταν το χρηματοοικονομικό μέσο δεν υπάρχει πια ή δεν υπήρξε ποτέ, όταν το χρηματοοικονομικό μέσο υπάρχει, αλλά ο ΟΕΕ έχει απολέσει οριστικά το δικαίωμα κυριότητας επί αυτού, καθώς και όταν ο ΟΕΕ κατέχει το δικαίωμα κυριότητας, αλλά δεν μπορεί πια να μεταβιβάσει την κυριότητα του χρηματοοικονομικού μέσου ή να δημιουργήσει περιορισμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αυτού σε μόνιμη βάση.

(115)

Ένα χρηματοοικονομικό μέσο θεωρείται ως μη υπάρχον πια, για παράδειγμα, όταν έχει εξαφανιστεί έπειτα από λογιστικό σφάλμα που δεν μπορεί να διορθωθεί ή αν δεν υπήρξε ποτέ, διότι η εγγραφή του δικαιώματος κυριότητας του ΟΕΕ έγινε βάσει παραποιημένων εγγράφων. Οι περιπτώσεις στις οποίες η απώλεια χρηματοοικονομικών μέσων προκαλείται από δόλια συμπεριφορά θα πρέπει να θεωρούνται περιπτώσεις απώλειας.

(116)

Καμία απώλεια δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί όταν το χρηματοοικονομικό μέσο έχει αντικατασταθεί από άλλο χρηματοοικονομικό μέσο ή έχει μετατραπεί σε άλλο χρηματοοικονομικό μέσο, για παράδειγμα σε περιπτώσεις στις οποίες ακυρώνονται μετοχές και αντικαθίστανται με την έκδοση νέων μετοχών στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης μιας εταιρείας. Ένας ΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει χάσει μονίμως το δικαίωμα κυριότητάς του επί του χρηματοοικονομικού μέσου εάν ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ έχει μεταβιβάσει νομίμως την κυριότητα σε τρίτον. Όταν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ της νόμιμης και πραγματικής κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων, ο ορισμός της απώλειας θα πρέπει να αναφέρεται στην απώλεια του δικαιώματος πραγματικής κυριότητας.

(117)

Μόνο σε περίπτωση εξωτερικού γεγονότος που είναι πέραν του λογικού ελέγχου του θεματοφύλακα, ο συνέπειες του οποίου θα ήταν αναπόφευκτες παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου λογικές προσπάθειες, θα μπορούσε να αποφύγει ο θεματοφύλακας την ευθύνη που προβλέπει το άρθρο 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να αποδείξει τη σωρευτική εκπλήρωση αυτών των όρων προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη.

(118)

Πρέπει πρώτα να καθοριστεί κατά πόσον ήταν εξωτερικό το γεγονός που οδήγησε στην απώλεια. Η ευθύνη του θεματοφύλακα δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την ανάθεση και, συνεπώς, ένα γεγονός θα πρέπει να θεωρείται εξωτερικό εκτός εάν συνέβη ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης του θεματοφύλακα ή του τρίτου προσώπου στο οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή των χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή. Κατόπιν θα πρέπει να αξιολογηθεί το κατά πόσον το γεγονός αυτό είναι πέραν του εύλογου ελέγχου, επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε εύλογα να έχει πράξει ένας συνετός θεματοφύλακας για να αποτρέψει την επέλευσή του. Βάσει των ως άνω βημάτων, τόσο τα φυσικά συμβάντα όσο και οι πράξεις δημόσιων αρχών μπορούν να θεωρηθούν εξωτερικά γεγονότα που είναι πέραν του λογικού ελέγχου. Άρα στο πλαίσιο της αφερεγγυότητας του τρίτου προσώπου στο οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή, το δίκαιο της χώρας στην οποία τηρούνται υπό θεματοφυλακή τα εν λόγω μέσα, το οποίο δεν αναγνωρίζει τα αποτελέσματα του δεόντως υλοποιηθέντος διαχωρισμού, θεωρείται εξωτερικό γεγονός που είναι πέραν του λογικού ελέγχου. Αντιθέτως, απώλεια προκαλούμενη από τη μη εφαρμογή των περί διαχωρισμού απαιτήσεων του στοιχείου δ) σημείο iii) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ή απώλεια περιουσιακών στοιχείων οφειλόμενη σε διακοπή των δραστηριοτήτων του τρίτου προσώπου η οποία σχετίζεται με την αφερεγγυότητά του δεν μπορεί να θεωρηθεί εξωτερικό γεγονός που είναι πέραν του λογικού ελέγχου.

(119)

Τελικά, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να αποδείξει ότι η απώλεια δεν θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου λογικές προσπάθειες. Στο πλαίσιο αυτό, ο θεματοφύλακας θα πρέπει να ενημερώνει τον ΔΟΕΕ και να προβαίνει σε ενδεδειγμένες ενέργειες ανάλογα με τις περιστάσεις. Για παράδειγμα, σε περίπτωση στην οποία ο θεματοφύλακας πιστεύει ότι η μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια είναι να εκποιήσει τα χρηματοοικονομικά μέσα, θα πρέπει να ενημερώσει δεόντως τον ΔΟΕΕ, ο οποίος οφείλει στη συνέχεια να δώσει γραπτή εντολή στον θεματοφύλακα είτε να διατηρήσει τα χρηματοοικονομικά μέσα στην κατοχή του είτε να τα εκποιήσει. Οποιαδήποτε εντολή διατήρησης των χρηματοοικονομικών μέσων προς τον θεματοφύλακα θα πρέπει να κοινοποιηθεί στους επενδυτές του ΟΕΕ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ο ΔΟΕΕ ή ο ΟΕΕ θα πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις του θεματοφύλακα. Ανάλογα με τις περιστάσεις, εάν ο θεματοφύλακας εξακολουθεί να κρίνει ότι το επίπεδο προστασίας του χρηματοοικονομικού μέσου δεν επαρκεί, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, θα πρέπει να εξετάσει την πιθανότητα ανάληψης περαιτέρω πιθανών ενεργειών, όπως η καταγγελία της σύμβασης υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθεί στον ΟΕΕ χρόνος για την εξεύρεση άλλου θεματοφύλακα βάσει του εθνικού δικαίου.

(120)

Προκειμένου να διασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας των επενδυτών, θα πρέπει να ισχύουν οι ίδιες διατάξεις και για τον ανάδοχο στον οποίον ο θεματοφύλακας έχει μεταβιβάσει την ευθύνη του βάσει σύμβασης. Συνεπώς, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη που απορρέει από το άρθρο 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο ανάδοχος θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί σωρευτικά τους ίδιους όρους.

(121)

Ο θεματοφύλακας επιτρέπεται υπό ορισμένες περιστάσεις να απαλλαγεί από την ευθύνη για την απώλεια χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή από τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή. Η εν λόγω απαλλαγή από ευθύνη επιτρέπεται μόνο όταν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για τη συμβατική κατοχύρωση μιας τέτοιας απαλλαγής τον οποίο να αποδέχονται τόσο ο θεματοφύλακας όσο και ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ. Ο αντικειμενικός λόγος για την κάθε απαλλαγή θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες έχει γίνει η ανάθεση της θεματοφυλακής.

(122)

Κατά την εξέταση ενός αντικειμενικού λόγου, θα πρέπει να καθορίζεται η ορθή ισορροπία προκειμένου να διασφαλιστεί αφενός η δυνατότητα επίκλησης της συμβατικής απαλλαγής εάν αυτό καταστεί αναγκαίο και αφετέρου η ύπαρξη επαρκών διασφαλίσεων για την αποτροπή κατάχρησης της συμβατικής απαλλαγής από ευθύνη από μέρους του θεματοφύλακα. Η συμβατική απαλλαγή από ευθύνη δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιείται προκειμένου να παρακαμφθούν οι περί ευθύνης απαιτήσεις του θεματοφύλακα που απορρέουν από την οδηγία 2011/61/ΕΕ. Ο θεματοφύλακας θα πρέπει να αποδείξει ότι αναγκάστηκε από τις ειδικές περιστάσεις να αναθέσει τη θεματοφυλακή σε τρίτο πρόσωπο. Η συμβατική κατοχύρωση απαλλαγής θα πρέπει να είναι πάντα προς το συμφέρον του ΟΕΕ ή των επενδυτών του, και ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι αυτοί ενεργούν προς το εν λόγω συμφέρον. Παραδείγματα από σενάρια θα πρέπει να αναφέρουν ενδεικτικά τις καταστάσεις στις οποίες ο θεματοφύλακας μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει άλλες επιλογές παρά μόνο να αναθέσει τη θεματοφυλακή σε τρίτα πρόσωπα.

(123)

Είναι σημαντικό να λαβαίνουν οι αρμόδιες αρχές ενδεδειγμένη και επαρκή πληροφόρηση προκειμένου να εποπτεύουν με ενδεδειγμένο και συνεκτικό τρόπο τις δραστηριότητες των ΔΟΕΕ και τους κινδύνους που σχετίζονται με αυτούς. Επίσης, εφόσον οι δραστηριότητες των ΔΟΕΕ θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις πέραν των συνόρων καθώς και στις χρηματοοικονομικές αγορές, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν στενά τους ΔΟΕΕ και τους ΟΕΕ προκειμένου να προβαίνουν σε ενδεδειγμένες ενέργειες για την αποφυγή συσσώρευσης συστημικών κινδύνων. Η αυξημένη διαφάνεια και συνέπεια μέσω διατάξεων περί υποβολής εκθέσεων και παροχής σχετικών πληροφοριών, όπως περιγράφεται στα εκτελεστικά μέτρα, θα πρέπει να δίνει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα εντοπισμού των κινδύνων στις χρηματοοικονομικές αγορές και αντίδρασης σε αυτούς.

(124)

Είναι ουσιώδες το να λαβαίνουν οι επενδυτές την ελάχιστη απαραίτητη πληροφόρηση για συγκεκριμένους ΔΟΕΕ και ΟΕΕ, καθώς και για τη δομή τους, προκειμένου να είναι σε θέση να λαμβάνουν ορθές επενδυτικές αποφάσεις προσαρμοσμένες ανάλογα με τις ανάγκες τους και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων που έχουν. Η πληροφόρηση αυτή θα πρέπει να είναι σαφής, αξιόπιστη και εύληπτη και να παρουσιάζεται με σαφή τρόπο, ενώ η χρησιμότητά της βελτιώνεται όταν είναι συγκρίσιμη μεταξύ διαφορετικών ΔΟΕΕ ή διαφορετικών ΟΕΕ, καθώς και μεταξύ διαδοχικών χρονικών περιόδων. Ο ΔΟΕΕ δεν πρέπει θα εμπλέκεται σε δραστηριότητες που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την αντικειμενική κατανόηση και πρακτική χρήση της πληροφόρησης προς τους επενδυτές πριν από τη γνωστοποίησή της, λόγου χάρη σε δραστηριότητες «βιτρίνας».

(125)

Είναι απαραίτητος ο ορισμός ενός πλαισίου που προβλέπει ελάχιστα πρότυπα ως προς τις απαιτήσεις περί υποβολής ετήσιων εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένων βασικών στοιχείων και ενός μη εξαντλητικού καταλόγου επιμέρους κονδυλίων. Οι ουσιαστικές αλλαγές στις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του άρθρου 22 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να γνωστοποιούνται στην ετήσια έκθεση στο πλαίσιο των οικονομικών καταστάσεων. Εκτός από τον μη αποκλειστικό κατάλογο υποκείμενων κονδυλίων, μπορεί να συμπεριληφθούν πρόσθετα κονδύλια, επικεφαλίδες και υποσύνολα όταν η παρουσίαση των εν λόγω στοιχείων σχετίζεται με την κατανόηση της συνολικής χρηματοοικονομικής θέσης ή απόδοσης του ΟΕΕ. Κονδύλια ανόμοια ως προς τη φύση ή τη λειτουργία τους θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν υπό την προϋπόθεση ότι τα δεν παρουσιάζουν ουσιώδη συνάφεια σε ατομικό επίπεδο. Αυτά τα κονδύλια θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν κάτω από «άλλη κατηγορία», όπως «άλλα στοιχεία ενεργητικού» ή «άλλα στοιχεία παθητικού». Όταν κάποια κονδύλια δεν ισχύουν για έναν συγκεκριμένο ΟΕΕ, δεν απαιτείται να παρουσιαστούν καν. Ανεξάρτητα από τα λογιστικά πρότυπα που ακολουθούνται βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, όλα τα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να αποτιμώνται τουλάχιστον μία φορά το έτος. Ο ισολογισμός ή η περιουσιακή κατάσταση βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα. Άρα τα ταμειακά διαθέσιμα θα πρέπει να θεωρούνται επενδύσεις υψηλής ρευστότητας για τον σκοπό του υπολογισμού της έκθεσης που έχει αναλάβει ένας ΟΕΕ.

(126)

Αναφορικά με το περιεχόμενο και τη μορφή της έκθεσης για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους, η οποία πρέπει να αποτελεί μέρος της ετήσιας έκθεσης βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η έκθεση θα πρέπει να παρουσιάζει εύλογη και ισορροπημένη εξέταση των δραστηριοτήτων του ΟΕΕ με περιγραφή των βασικών κινδύνων και επενδύσεων ή των οικονομικών αβεβαιοτήτων που αντιμετωπίζει. Η παροχή των πληροφοριών αυτών δεν θα πρέπει να οδηγεί στη δημοσιοποίηση ιδιόκτητων πληροφοριών που θα μπορούσαν να αποβούν σε βάρος του ΟΕΕ και των επενδυτών του. Συνεπώς, εάν η δημοσιοποίηση συγκεκριμένων ιδιόκτητων πληροφοριών θα είχε αυτό το αποτέλεσμα, οι πληροφορίες θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε βαθμό που θα απέτρεπε το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα και δεν θα απαιτούσε την παρουσίαση, για παράδειγμα, της απόδοσης ή στατιστικών στοιχείων μιας επιμέρους εταιρείας χαρτοφυλακίου ή επένδυσης η οποία ενδεχομένως να οδηγούσε στην αποκάλυψη ιδιόκτητων πληροφοριών του ΟΕΕ. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να αποτελούν μέρος της διαχειριστικής έκθεσης, εφόσον αυτή παρουσιάζεται παράλληλα με τις οικονομικές καταστάσεις.

(127)

Αναφορικά με το περιεχόμενο και τη μορφή της γνωστοποίησης των αμοιβών, όταν οι πληροφορίες παρουσιάζονται σε επίπεδο ΔΟΕΕ, θα πρέπει να παρέχονται περαιτέρω στοιχεία γνωστοποιώντας την κατανομή ή τον επιμερισμό της συνολικής αμοιβής εφόσον αυτή σχετίζεται με τον σχετικό ΟΕΕ. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω γνωστοποίησης των δεδομένων της συνολικής αμοιβής του ΔΟΕΕ διαχωρισμένων σε σταθερά και μεταβλητά επιμέρους στοιχεία, μιας δήλωσης που να βεβαιώνει ότι τα δεδομένα αυτά σχετίζονται με ολόκληρο τον ΔΟΕΕ και όχι με τον ΟΕΕ, του αριθμού των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, καθώς και των συνολικών υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ, μαζί με μια γενική εικόνα της πολιτικής αμοιβών και παραπομπή στο σημείο όπου είναι διαθέσιμη ολόκληρη η πολιτική αμοιβών του ΔΟΕΕ κατόπιν αιτήματος των επενδυτών. Περαιτέρω λεπτομέρειες μπορούν να παρασχεθούν γνωστοποιώντας τη συνολική μεταβλητή αμοιβή που χρηματοδοτήθηκε από τον ΟΕΕ μέσω καταβολής τελών απόδοσης από τον ΟΕΕ ή συμμετοχής επί της δημιουργίας υπεραξίας, κατά περίπτωση. Εκτός από τη γνωστοποίηση της αμοιβής, ίσως είναι κατάλληλο να παράσχουν οι ΔΟΕΕ πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά και μη χρηματοοικονομικά κριτήρια των πολιτικών και πρακτικών αμοιβών για συναφείς κατηγορίες προσωπικού προκειμένου να δώσουν τη δυνατότητα στους επενδυτές να αξιολογήσουν τα υφιστάμενα κίνητρα που δημιουργούνται.

(128)

Όταν ο ΟΕΕ εκδίδει μερίδια, θα πρέπει να υπολογίζονται οι μεταβιβάσεις οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων σε «παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια» (side-pockets), κατά τον χρόνο μεταβίβασης, βάσει του γινομένου του αριθμού των μεριδίων που κατανέμονται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων επί την τιμή μεριδίου. Η βάση αποτίμησης θα πρέπει να γνωστοποιείται σαφώς σε κάθε περίπτωση και θα πρέπει να περιλαμβάνει την ημερομηνία διενέργειας της αποτίμησης.

(129)

Για τη διαχείριση ρευστότητας, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να επιτρέπεται να συνάπτουν συμφωνίες δανεισμού για λογαριασμό των ΟΕΕ που διαχειρίζονται. Οι συμφωνίες αυτές μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμες ή πιο μόνιμες. Εάν ισχύει το δεύτερο, είναι πιθανότερο ότι μια τέτοια συμφωνία αποτελεί ειδική ρύθμιση με σκοπό τη διαχείριση μη ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων.

(130)

Σε ευθυγράμμιση με την αρχή της διαφοροποίησης και αναγνωρίζοντας την ποικιλία των τύπων ΟΕΕ, η παροχή πληροφοριών στους επενδυτές που απαιτείται να διενεργεί ένας ΔΟΕΕ θα πρέπει να ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του ΟΕΕ και να εξαρτάται από άλλους παράγοντες όπως η επενδυτική στρατηγική και η σύνθεση του χαρτοφυλακίου.

(131)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί από τους ΔΟΕΕ να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες σε τακτική βάση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους για τον καθένα από τους εντός ΕΕ ΟΕΕ που διαχειρίζονται και για τον καθένα από τους ΟΕΕ τους οποίους προωθούν εμπορικά στο εσωτερικό της Ένωσης. Είναι λοιπόν σημαντικό να προσδιοριστούν περαιτέρω οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται, καθώς και η συχνότητα υποβολής εκθέσεων, η οποία εξαρτάται από την αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ένας δεδομένος ΔΟΕΕ. Θα πρέπει να παρέχονται υποδείγματα προκαταρκτικών εκθέσεων για τους ΔΟΕΕ, από τους οποίους και θα συμπληρώνονται, σχετικά με τους ΟΕΕ που διαχειρίζονται. Όταν μια οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ΔΟΕΕ προωθεί εμπορικά ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται άλλοι ΔΟΕΕ, η οντότητα αυτή δεν ενεργεί ως ο διαχειριστής των εν λόγω ΟΕΕ, αλλά ως μεσάζων, όπως οποιαδήποτε επιχείρηση επενδύσεων που καλύπτεται από την οδηγία 2004/39/ΕΚ. Άρα δεν οφείλει να υποβάλλει εκθέσεις για τους εν λόγω ΟΕΕ, εφόσον αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποβολή διπλών ή πολλαπλών εκθέσεων. Αυτή η απαίτηση υποβολής εκθέσεων θα πρέπει να ισχύει, μολαταύτα, για εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ οι οποίοι προωθούνται εμπορικά στο εσωτερικό της Ένωσης.

(132)

Το όριο που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ενεργοποιεί μόνο τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. ΟΕΕ με δείκτη μόχλευσης ο οποίος, υπολογιζόμενος με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, υπολείπεται του τριπλασίου της καθαρής αξίας του ενεργητικού του δεν θεωρείται ότι χρησιμοποιεί μόχλευση σε σημαντικό βαθμό. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές είναι δυνατόν να ζητούν πρόσθετες πληροφορίες εφόσον αυτό απαιτείται για την αποτελεσματική παρακολούθηση των συστημικών κινδύνων. Ο ορισμός ορίου για την υποβολή εκθέσεων διασφαλίζει επίσης τη συλλογή πληροφοριών σχετικών με τη συσσώρευση συστημικού κινδύνου σε ολόκληρη την Ένωση με συνεκτικό τρόπο και διασφαλίζει βεβαιότητα για τους ΔΟΕΕ.

(133)

Οι εποπτικές αρμοδιότητες μιας αρμόδιας αρχής που απορρέουν από το άρθρο 25 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ασκούνται στο πλαίσιο του νέου εποπτικού συστήματος, αποτελώντας μέρος των θεωρούμενων ως διαρκών εποπτικών διαδικασιών και αξιολογήσεων συστημικού κινδύνου του ΔΟΕΕ από τις αρμόδιες αρχές και τις εποπτικές αρχές της ΕΕ, σε σχέση με τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν με ενδεδειγμένο τρόπο τις πληροφορίες που λαμβάνουν και θα πρέπει να θέτουν όρια στη μόχλευση που χρησιμοποιεί ένας ΔΟΕΕ ή άλλους περιορισμούς στη διαχείριση του ΟΕΕ σε σχέση με τους υπό διαχείριση ΟΕΕ όταν το κρίνουν αυτό απαραίτητο για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της ακεραιότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος Η αξιολόγηση του συστημικού κινδύνου πιθανόν να ποικίλλει ανάλογα με το οικονομικό περιβάλλον, οπότε οποιοσδήποτε ΔΟΕΕ, αναφορικά με τους ΟΕΕ που διαχειρίζεται, είναι δυνατόν να αποτελεί συστημικώς σημαντικό οργανισμό. Αποτελεί λοιπόν βασική απαίτηση το να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να αξιολογούν αυτές τις περιπτώσεις με ενδεδειγμένο τρόπο για την αποφυγή συσσώρευσης συστημικού κινδύνου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει στη συνέχεια να αξιολογούν ενδελεχώς τις εν λόγω πληροφορίες και να λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα.

(134)

Προκειμένου να είναι σε θέση εντός ΕΕ ΔΟΕΕ να διαχειρίζονται και να προωθούν εμπορικά εκτός ΕΕ ΟΕΕ και να είναι σε θέση εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ να διαχειρίζονται και να προωθούν εμπορικά ΟΕΕ στο εσωτερικό της Ένωσης, η οδηγία 2011/61/ΕΕ απαιτεί την εφαρμογή ενδεδειγμένων ρυθμίσεων συνεργασίας με τις σχετικές εποπτικές αρχές της τρίτης χώρες όπου είναι εγκαταστημένος ο εκτός ΕΕ ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή ο εκτός ΕΕ ΔΟΕΕ. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να διασφαλίζουν τουλάχιστον την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών η οποία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να εκτελούν τα καθήκοντά τους δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

(135)

Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να εκτελούν τα εποπτικά και εκτελεστικά καθήκοντά τους αναφορικά με τις οντότητες τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις συνεργασίες θα πρέπει λοιπόν να ορίζουν ένα σαφές και συγκεκριμένο πλαίσιο για την πρόσβαση σε πληροφορίες, με σκοπό τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων και την παροχή βοήθειας από τις αρχές τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται θα μπορούν να ανταλλάσσονται με άλλες οικείες αρμόδιες αρχές, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ και το ΕΣΣΚ.

(136)

Προκειμένου να είναι σε θέση οι αρμόδιες αρχές, οι ΔΟΕΕ και οι θεματοφύλακες να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή τους με αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο, η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας 2011/61/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Ορισμοί

Εκτός από τους ορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

1)

ως «κεφαλαιακή δέσμευση» νοείται η συμβατική δέσμευση ενός επενδυτή να παράσχει στον οργανισμό εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) ένα συμφωνηθέν ποσό επενδύσεων κατόπιν αιτήματος του ΔΟΕΕ·

2)

ως «αρμόδιο πρόσωπο» σε σχέση με έναν ΔΟΕΕ νοείται ένα από τα εξής πρόσωπα:

α)

διευθυντής, εταίρος ή ισοδύναμο πρόσωπο ή διευθυντικό στέλεχος του ΔΟΕΕ·

β)

υπάλληλος του ΔΟΕΕ, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο οι υπηρεσίες του οποίου τίθενται στη διάθεση και υπό τον έλεγχο του ΔΟΕΕ και το οποίο συμμετέχει επίσης στην παροχή υπηρεσιών διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων εκ μέρους του ΔΟΕΕ·

γ)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει άμεσα στην παροχή υπηρεσιών προς τον ΔΟΕΕ στο πλαίσιο συμφωνίας ανάθεσης προς τρίτους για την παροχή διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων εκ μέρους του ΔΟΕΕ·

3)

ως «ανώτερο διοικητικό στέλεχος» νοείται το πρόσωπο που διαχειρίζεται ουσιαστικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΔΟΕΕ βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και, κατά περίπτωση, το εκτελεστικό μέλος του διευθυντικού οργάνου·

4)

ως «διευθυντικό όργανο» νοείται το όργανο που έχει την ανώτατη εξουσία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό ενός ΔΟΕΕ, το οποίο αποτελείται από την εποπτική και διαχειριστική λειτουργία, ή μόνο από τη διαχειριστική λειτουργία εάν οι δύο αυτές λειτουργίες είναι διαχωρισμένες·

5)

ως «ειδικός διακανονισμός» νοείται διακανονισμός που προκύπτει ως άμεση συνέπεια της μη ρευστοποιήσιμης φύσης των περιουσιακών στοιχείων ενός ΟΕΕ η οποία επηρεάζει τα ειδικά δικαιώματα εξόφλησης των επενδυτών σε έναν τύπο μετοχών ή μεριδίων του ΟΕΕ και η οποία αποτελεί εξειδικευμένο ή διακριτό διακανονισμό σε σχέση με τα γενικά δικαιώματα εξόφλησης των επενδυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Υπολογισμός των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων

(άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 2

Υπολογισμός της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων

1.   Προκειμένου να τυγχάνει της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ένας ΔΟΕΕ θα πρέπει:

α)

να προσδιορίσει όλους τους ΟΕΕ για τους οποίους έχει οριστεί ως εξωτερικός ΔΟΕΕ ή τον ΟΕΕ για τον οποίον παίζει τον ρόλο του ΔΟΕΕ, όταν η νομική μορφή του ΟΕΕ επιτρέπει εσωτερική διαχείριση, βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

β)

να προσδιορίσει για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ το χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων και να καθορίσει βάσει των κανόνων αποτίμησης που ορίζονται στο δίκαιο της χώρας στην οποία είναι εγκαταστημένος ο ΟΕΕ και, ανάλογα με την περίπτωση, ή στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ την αντίστοιχη αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων όλων των περιουσιακών στοιχείων που αποκτούνται μέσω μόχλευσης·

γ)

να αθροίσει τις προσδιορισμένες αξίες των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων για όλους τους υπό διαχείριση ΟΕΕ και να συγκρίνει την τελική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που θα προκύψει με το σχετικό όριο που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίας (ΟΣΕΚΑ) για τους οποίους ο ΔΟΕΕ ενεργεί ως ορισθείσα εταιρεία διαχείρισης βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ και για τους οποίους ο ΔΟΕΕ έχει προβεί σε ανάθεση λειτουργιών βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό. Ωστόσο, τα χαρτοφυλάκια ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ υπό καθεστώς ανάθεσης εξαιρούνται από τον υπολογισμό.

3.   Για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, κάθε θέση σε παράγωγο, συμπεριλαμβανομένων και οποιωνδήποτε παραγώγων ενσωματωμένων σε κινητές αξίες, μετατρέπεται στην ισοδύναμη θέση τους της στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω παραγώγου με τη χρήση των μεθοδολογιών μετατροπής που ορίζονται στο άρθρο 10. Η απόλυτη αξία της εν λόγω ισοδύναμης θέσης χρησιμοποιείται στη συνέχεια για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

4.   Όταν ένας ΟΕΕ επενδύει σε άλλον ΟΕΕ που τίθεται υπό τη διαχείριση του ίδιου εξωτερικώς ορισθέντος ΔΟΕΕ, η επένδυση αυτή μπορεί να εξαιρεθεί από τον υπολογισμό των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων του ΔΟΕΕ.

5.   Όταν ένα τμήμα εντός ενός εσωτερικώς ή εξωτερικώς διαχειριζόμενου ΟΕΕ επενδύει σε άλλο τμήμα του εν λόγω ΟΕΕ, η επένδυση αυτή μπορεί να εξαιρεθεί από τον υπολογισμό των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων του ΔΟΕΕ.

6.   Η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 1 έως 4 τουλάχιστον ετησίως και με τη χρήση των τελευταίων διαθέσιμων αξιών των περιουσιακών στοιχείων. Η τελευταία διαθέσιμη αξία των περιουσιακών στοιχείων κάθε ΟΕΕ καθορίζεται κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού του ορίου βάσει της πρώτης πρότασης της παρούσας παραγράφου. Ο ΔΟΕΕ ορίζει μια ημερομηνία υπολογισμού του ορίου και την εφαρμόζει με συνέπεια. Οποιαδήποτε μετέπειτα αλλαγή της επιλεχθείσας ημερομηνίας θα πρέπει να δικαιολογηθεί έναντι της αρμόδιας αρχής. Κατά την επιλογή της ημερομηνίας υπολογισμού του ορίου, ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη τον χρόνο και τη συχνότητα αποτίμησης των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 3

Διαρκής παρακολούθηση των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων

Οι ΔΟΕΕ καταρτίζουν, υλοποιούν και εφαρμόζουν διαδικασίες παρακολούθησης, σε διαρκή βάση, της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Η παρακολούθηση αντικατοπτρίζει μια επικαιροποιημένη γενική εικόνα των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και περιλαμβάνει παρατήρηση της δραστηριότητας εγγραφών και εξοφλήσεων ή, κατά περίπτωση, αναλήψεων και κατανομών κεφαλαίων, καθώς και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που επενδύονται για κάθε ΟΕΕ.

Η εγγύτητα μεταξύ της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και του ορίου που τίθεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και η αναμενόμενη δραστηριότητα εγγραφών και εξοφλήσεων λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της ανάγκης για συχνότερους υπολογισμούς της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 4

Περιστασιακή παραβίαση του ορίου

1.   Ο ΔΟΕΕ αξιολογεί περιπτώσεις στις οποίες η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το σχετικό όριο προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον η περίπτωση είναι, ή δεν είναι, προσωρινής φύσης.

2.   Όταν η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το σχετικό όριο και ο ΔΟΕΕ θεωρεί ότι η περίπτωση δεν είναι προσωρινής φύσης, τότε ο ΔΟΕΕ ειδοποιεί την αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση δηλώνοντας ότι η περίπτωση θεωρείται μη προσωρινής φύσης και ζητά τη χορήγηση άδειας εντός 30 ημερολογιακών ημερών βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

3.   Όταν η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το σχετικό όριο και ο ΔΟΕΕ θεωρεί ότι η περίπτωση είναι προσωρινής φύσης, τότε ο ΔΟΕΕ ειδοποιεί την αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση δηλώνοντας ότι η περίπτωση θεωρείται προσωρινής φύσης. Η ειδοποίηση περιλαμβάνει υποστηρικτικές πληροφορίες που δικαιολογούν την αξιολόγηση του ΔΟΕΕ περί της προσωρινής φύσης της περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής της κατάστασης και εξήγησης των λόγων για τους οποίους θεωρείται προσωρινή.

4.   Μια περίπτωση δεν θεωρείται προσωρινής φύσης εάν είναι πιθανό να συνεχιστεί για περίοδο μεγαλύτερη του τριμήνου.

5.   Τρεις μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπερέβη το σχετικό όριο, ο ΔΟΕΕ υπολογίζει εκ νέου τη συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να αποδείξει ότι η αξία αυτή υπολείπεται τώρα του σχετικού ορίου ή για να αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι η περίπτωση που οδήγησε στην υπέρβαση της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων έχει επιλυθεί και δεν απαιτείται αίτηση για χορήγηση άδειας για τον ΔΟΕΕ.

Άρθρο 5

Πληροφορίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της καταχώρισης

1.   Στο πλαίσιο της απαίτησης του στοιχείου β) του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τη συνολική αξία των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 2.

2.   Στο πλαίσιο της απαίτησης του στοιχείου γ) του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ παρέχουν για κάθε ΟΕΕ το έγγραφο προσφοράς ή σχετικό απόσπασμα από το έγγραφο προσφοράς ή γενική περιγραφή της επενδυτικής στρατηγικής. Το σχετικό απόσπασμα από το έγγραφο προσφοράς και η περιγραφή της επενδυτικής στρατηγικής περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

α)

τις βασικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων στα οποία μπορεί να επενδύει ο ΟΕΕ·

β)

οποιουσδήποτε, βιομηχανικούς, γεωγραφικούς άλλους τομείς της αγοράς ή συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο επίκεντρο της επενδυτικής στρατηγικής·

γ)

περιγραφή του δανεισμού ή της πολιτικής μόχλευσης του ΟΕΕ.

3.   Οι πληροφορίες που πρέπει να παράσχει ο ΔΟΕΕ βάσει του στοιχείου δ) του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ απαριθμούνται στο άρθρο 110 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Αυτές οι πληροφορίες παρέχονται βάσει του υποδείγματος προκαταρκτικών εκθέσεων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV.

4.   Οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει του στοιχείου δ) του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ένωσης, με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) όταν αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

5.   Οι πληροφορίες που απαιτούνται για την καταχώριση επικαιροποιούνται και παρέχονται σε ετήσια βάση. Για λόγους που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από το άρθρο 46 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ίσως απαιτήσουν από έναν ΔΟΕΕ να παράσχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ με μεγαλύτερη συχνότητα.

ΤΜΗΜΑ 2

Υπολογισμός μόχλευσης

(άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 6

Γενικές διατάξεις περί υπολογισμού μόχλευσης

1.   Η μόχλευση ενός ΟΕΕ εκφράζεται ως ο λόγος της έκθεσης την οποία αναλαμβάνει ο ΟΕΕ και της καθαρής αξίας του ενεργητικού του.

2.   Οι ΔΟΕΕ υπολογίζουν την έκθεση των ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών που ορίζεται στο άρθρο 7 και τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων που ορίζεται στο άρθρο 8.

Η Επιτροπή επανεξετάζει, υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και όχι αργότερα από τις 21 Ιουλίου 2015, τις μεθόδους υπολογισμού που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, προκειμένου να αποφασίσει αν οι εν λόγω μέθοδοι είναι επαρκείς και κατάλληλες για όλους τους τύπους ΟΕΕ, ή αν θα πρέπει να αναπτυχθεί μια επιπρόσθετη και προαιρετική μέθοδος υπολογισμού της μόχλευσης.

3.   Η έκθεση που εμπεριέχεται σε οποιεσδήποτε χρηματοοικονομικές ή νομικές δομές με συμμετοχή τρίτων που τίθενται υπό τον έλεγχο του σχετικού ΟΕΕ συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό της έκθεσης εφόσον οι εν λόγω διαρθρώσεις δημιουργούνται ειδικά για την άμεση ή έμμεση αύξηση της μόχλευσης στο επίπεδο του ΟΕΕ. Για τους ΟΕΕ των οποίων η κεντρική επενδυτική πολιτική προβλέπει την απόκτηση του ελέγχου μη εισηγμένων εταιρειών ή εκδοτών, ο ΔΟΕΕ δεν συμπεριλαμβάνει στον υπολογισμό της μόχλευσης οποιαδήποτε έκθεση που υφίσταται στο επίπεδο των εν λόγω μη εισηγμένων εταιρειών ή εκδοτών, υπό την προϋπόθεση ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ δεν οφείλει να καλύψει πιθανές απώλειες πέραν της επένδυσής του στην αντίστοιχη εταιρεία ή στον αντίστοιχο εκδότη.

4.   Οι ΔΟΕΕ εξαιρούν συμφωνίες δανεισμού οι οποίες συνάπτονται, εάν αυτές είναι προσωρινής φύσης και καλύπτονται πλήρως από συμβατικές κεφαλαιακές δεσμεύσεις όσων επενδύουν στον ΟΕΕ.

5.   Ο ΔΟΕΕ εφαρμόζει δεόντως τεκμηριωμένες διαδικασίες υπολογισμού της έκθεσης του κάθε ΟΕΕ που τίθεται υπό τη διαχείρισή του χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών και τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων. Ο υπολογισμός εφαρμόζεται με τρόπο διαχρονικά συνεπή.

Άρθρο 7

Μέθοδος βάσει των ακαθάριστων αξιών για τον υπολογισμό της έκθεσης του ΟΕΕ

Η έκθεση ενός ΟΕΕ που υπολογίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών ισούται με το άθροισμα των απόλυτων τιμών όλων των θέσεων οι οποίες αποτιμώνται βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και όλων των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτής.

Προκειμένου να υπολογίσει την έκθεση ενός ΟΕΕ χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των ακαθάριστων αξιών, ο ΔΟΕΕ:

α)

εξαιρεί την αξία οποιωνδήποτε ταμειακών διαθεσίμων και ισοδυνάμων που αποτελούν επενδύσεις υψηλής ρευστότητας και τηρούνται στο βασικό νόμισμα του ΟΕΕ, τα οποία μετατρέπονται εύκολα σε γνωστό ποσό μετρητών, υπόκεινται σε ασήμαντο κίνδυνο αλλαγής της αξίας τους και εξασφαλίζουν απόδοση που δεν υπερβαίνει το επιτόκιο τριμηνιαίου κρατικού ομολόγου υψηλής ποιότητας·

β)

μετατρέπουν τα παράγωγα στην ισοδύναμη θέση στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία τους χρησιμοποιώντας τις μεθοδολογίες μετατροπής που ορίζονται στο άρθρο 10 και τις μεθόδους που ορίζονται στις παραγράφους 4 έως 9 και 14 του παραρτήματος Ι·

γ)

εξαιρούν δάνεια σε μετρητά που παραμένουν σε ταμειακά διαθέσιμα ή ισοδύναμα όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) εφόσον τα οφειλόμενα ποσά τους είναι γνωστά·

δ)

συμπεριλαμβάνουν την έκθεση που προκύπτει από την επανεπένδυση δανείων σε μετρητά, εκφραζόμενη ως η πραγματοποιούμενη επένδυση ή το συνολικό ποσό δανεισμού, όποιο από τα δύο είναι υψηλότερο, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παραρτήματος Ι·

ε)

συμπεριλαμβάνουν θέσεις σε συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς ή αγοράς και επαναπώλησης και σε πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή σε άλλες συμφωνίες βάσει των παραγράφων 3 και 10 έως 13 του παραρτήματος I.

Άρθρο 8

Μέθοδος βάσει των δεσμεύσεων για τον υπολογισμό της έκθεσης του ΟΕΕ

1.   Η έκθεση ενός ΟΕΕ που υπολογίζεται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων ισούται με το άθροισμα των απόλυτων τιμών όλων των θέσεων οι οποίες αποτιμώνται βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των αντίστοιχων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεών της, τηρουμένων των κριτηρίων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 9.

2.   Για τον υπολογισμό της έκθεσης ενός ΟΕΕ χρησιμοποιώντας τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, ο ΔΟΕΕ:

α)

μετατρέπει κάθε παράγωγο σε ισοδύναμη θέση στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο του εν λόγω παραγώγου χρησιμοποιώντας τις μεθοδολογίες μετατροπής που ορίζονται στο άρθρο 10 και στις παραγράφους 4 έως 9 και 14 του παραρτήματος ΙΙ·

β)

εφαρμόζει συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου και συμψηφισμού·

γ)

υπολογίζει την έκθεση που δημιουργείται μέσω της επανεπένδυσης δανείων όταν η εν λόγω επανεπένδυση αυξάνει την έκθεση του ΟΕΕ όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του παραρτήματος Ι·

δ)

συμπεριλαμβάνει άλλες συμφωνίες στον υπολογισμό βάσει των παραγράφων 3 και 10 έως 13 του παραρτήματος I.

3.   Για τον υπολογισμό της έκθεσης ενός ΟΕΕ με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων:

α)

οι συμφωνίες συμψηφισμού περιλαμβάνουν συνδυασμούς συναλλαγών επί παραγώγων ή θέσεων σε τίτλους που αναφέρονται στο ίδιο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, άσχετα —στην περίπτωση των παραγώγων— με την ημερομηνία λήξης των παραγώγων και εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές επί παραγώγων ή θέσεων σε τίτλους διενεργούνται με αποκλειστικό σκοπό την εξάλειψη των κινδύνων που συνδέονται με τις θέσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω των παραγώγων ή των θέσεων σε τίτλους·

β)

οι συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου περιλαμβάνουν συνδυασμούς συναλλαγών επί παραγώγων ή θέσεων σε τίτλους που δεν αναφέρονται απαραιτήτως στο ίδιο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο και εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές επί παραγώγων ή θέσεων σε τίτλους διενεργούνται με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση των κινδύνων που συνδέονται με τις θέσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω των παραγώγων ή των θέσεων σε τίτλους.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα παράγωγο δεν μετατρέπεται σε ισοδύναμη θέση στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο εάν έχει όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

ανταλλάσσει την απόδοση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο του ΟΕΕ με την απόδοση άλλων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων αναφοράς·

β)

αντισταθμίζει συνολικά τους κινδύνους των ανταλλασσόμενων περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο του ΟΕΕ προκειμένου η απόδοση του ΟΕΕ να μην εξαρτάται από την απόδοση των ανταλλασσόμενων περιουσιακών στοιχείων·

γ)

δεν περιλαμβάνει ούτε πρόσθετα προαιρετικά χαρακτηριστικά, ούτε ρήτρες μόχλευσης ούτε πρόσθετους κινδύνους σε σύγκριση με την άμεση κατοχή των περιουσιακών στοιχείων αναφοράς.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα παράγωγο δεν μετατρέπεται σε ισοδύναμη θέση στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο κατά τον υπολογισμό της έκθεσης με τη μέθοδο των δεσμεύσεων εάν πληροί και τους δύο ακόλουθους όρους:

α)

η συνδυασμένη κατοχή από τον ΟΕΕ ενός παραγώγου που σχετίζεται με ένα χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο και μετρητών που επενδύονται σε ταμειακά ισοδύναμα όπως ορίζεται στο άρθρο 7 στοιχείο α) ισοδυναμεί με την κατοχή θετικής θέσης στο δεδομένο χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο·

β)

το παράγωγο δεν δημιουργεί καμία πρόσθετη έκθεση και μόχλευση ούτε κίνδυνο.

6.   Οι συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της έκθεσης ενός ΟΕΕ μόνο εάν πληρούν όλους τους ακόλουθους όρους:

α)

οι θέσεις που περιλαμβάνονται στη σχέση αντιστάθμισης κινδύνου δεν αποσκοπούν στη δημιουργία απόδοσης, ενώ αντισταθμίζονται οι γενικοί και ειδικοί κίνδυνοι·

β)

υφίσταται μείωση του κινδύνου αγοράς στο επίπεδο του ΟΕΕ η οποία μπορεί να επαληθευτεί·

γ)

αντισταθμίζονται οι γενικοί και ειδικοί κίνδυνοι που συνδέονται με παράγωγα, εάν υφίστανται·

δ)

οι συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου σχετίζονται με την ίδια κατηγορία περιουσιακών στοιχείων·

ε)

αποδίδουν όταν επικρατούν ακραίες συνθήκες στην αγορά.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, παράγωγα που χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου και δεν δημιουργούν καμία πρόσθετη έκθεση, μόχλευση ή άλλους κινδύνους δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό.

8.   Ο ΔΟΕΕ συμψηφίζει θέσεις σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

μεταξύ παραγώγων, όταν αυτά σχετίζονται με το ίδιο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, ακόμη και εάν διαφέρουν οι ημερομηνίες λήξης των παραγώγων·

β)

μεταξύ παραγώγου του οποίου το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο είναι μεταβιβάσιμη κινητή αξία, μέσο χρηματαγοράς ή μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, όπως αναφέρεται στα σημεία 1 έως 3 του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, και του ιδίου αντίστοιχου υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου.

9.   Οι ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται ΟΕΕ οι οποίοι βάσει της κεντρικής επενδυτικής πολιτικής τους επενδύουν κυρίως σε παράγωγα επιτοκίων μπορούν να χρησιμοποιούν συγκεκριμένους κανόνες συμψηφισμού διάρκειας προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη τη συσχέτιση μεταξύ των επιμέρους διαστημάτων ληκτότητας της καμπύλης επιτοκίου όπως ορίζεται στο άρθρο 11.

Άρθρο 9

Μέθοδοι αύξησης της έκθεσης του ΟΕΕ

Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης, οι ΔΟΕΕ χρησιμοποιούν τις μεθόδους που ορίζονται στο παράρτημα I για τις περιπτώσεις που αναφέρονται σε αυτό.

Άρθρο 10

Μεθοδολογίες μετατροπής για παράγωγα

Οι ΔΟΕΕ χρησιμοποιούν τις μεθοδολογίες μετατροπής που ορίζονται στο παράρτημα II για τα παράγωγα που αναφέρονται σε αυτό.

Άρθρο 11

Κανόνες συμψηφισμού διάρκειας

1.   Οι ΔΟΕΕ εφαρμόζουν κανόνες συμψηφισμού διάρκειας κατά τον υπολογισμό της έκθεσης των ΟΕΕ βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 9.

2.   Οι κανόνες συμψηφισμού διάρκειας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν οδηγούν σε ανακριβή παρουσίαση του προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ. Οι ΔΟΕΕ που χρησιμοποιούν αυτούς τους κανόνες συμψηφισμού διάρκειας δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν άλλες πηγές κινδύνου όπως η μεταβλητότητα που χαρακτηρίζει τη στρατηγική επιτοκίων τους. Άρα οι στρατηγικές αρμπιτράζ επιτοκίων δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στους εν λόγω κανόνες συμψηφισμού διάρκειας.

3.   Η χρήση των εν λόγω κανόνων συμψηφισμού διάρκειας δεν θα πρέπει να δημιουργεί κανένα αδικαιολόγητο επίπεδο μόχλευσης μέσω επενδύσεων σε βραχυπρόθεσμες θέσεις. Τα παράγωγα επιτοκίων με κοντινή ημερομηνία δεν θα πρέπει να αποτελούν την κύρια πηγή απόδοσης για έναν ΟΕΕ με μέση διάρκεια ο οποίος χρησιμοποιεί τους κανόνες συμψηφισμού διάρκειας.

4.   Τα παράγωγα επιτοκίων δεν θα πρέπει να μετατρέπονται στην ισοδύναμη θέση τους στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία ούτε να συμψηφίζονται βάσει του παραρτήματος III.

5.   Ένας ΟΕΕ που χρησιμοποιεί κανόνες συμψηφισμού διάρκειας μπορεί μολαταύτα να χρησιμοποιεί το πλαίσιο αντιστάθμισης κινδύνου. Κανόνες συμψηφισμού διάρκειας μπορούν να εφαρμόζονται μόνο στα παράγωγα επιτοκίων που δεν συμπεριλαμβάνονται σε συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου.

ΤΜΗΜΑ 3

Πρόσθετα ίδια κεφάλαια και ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης

(άρθρο 9 παράγραφος 7 και άρθρο 15 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 12

Κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης

1.   Οι κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης που πρέπει να καλύπτονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ είναι κίνδυνοι απώλειας ή ζημίας προκαλούμενης από αρμόδιο πρόσωπο εξαιτίας αμελούς εκτέλεσης δραστηριοτήτων για τις οποίες ο ΔΟΕΕ φέρει τη νομική ευθύνη.

2.   Οι κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνουν ενδεικτικά κινδύνους:

α)

απώλειας εγγράφων που αποδεικνύουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ΟΕΕ·

β)

ανακριβειών ή παραπλανητικών δηλώσεων έναντι του ΟΕΕ ή των επενδυτών του·

γ)

πράξεων, σφαλμάτων ή παραλείψεων που οδηγούν σε παραβίαση:

i)

νομικών και ρυθμιστικών υποχρεώσεων,

ii)

του καθήκοντος άσκησης ικανότητας και προσοχής έναντι του ΟΕΕ και των επενδυτών του,

iii)

των καθηκόντων του καταπιστευματοδόχου,

iv)

των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας,

v)

του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ,

vi)

των όρων διορισμού του ΔΟΕΕ από τον ΟΕΕ·

δ)

μη καθιέρωσης, υλοποίησης και διατήρησης ενδεδειγμένων διαδικασιών για την αποφυγή ανέντιμων, δόλιων ή κακόβουλων ενεργειών·

ε)

μη ενδεδειγμένης διενέργειας αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων ή υπολογισμού των τιμών μετοχής/μεριδίου·

στ)

απωλειών που προκύπτουν από διακοπή δραστηριοτήτων, δυσλειτουργία συστημάτων, ανεπαρκή επεξεργασία συναλλαγών ή διαχείριση διαδικασιών.

3.   Οι κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης θα πρέπει να καλύπτονται ανά πάσα στιγμή μέσω ενδεδειγμένων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καθοριζόμενων βάσει του άρθρου 14 ή μέσω ενδεδειγμένης κάλυψης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης καθοριζόμενης βάσει του άρθρου 15.

Άρθρο 13

Ποιοτικές απαιτήσεις για την αντιμετώπιση κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης

1.   Ο ΔΟΕΕ υλοποιεί αποτελεσματικές εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση με ενδεδειγμένο τρόπο των λειτουργικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης, στους οποίους εκτίθεται, ή θα μπορούσε να εκτεθεί, εύλογα ο ΔΟΕΕ. Οι δραστηριότητες διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων εκτελούνται ανεξάρτητα, στο πλαίσιο της πολιτικής διαχείρισης κινδύνων.

2.   Ο ΔΟΕΕ δημιουργεί μια βάση δεδομένων ιστορικού απωλειών, στην οποία καταγράφει όλες τις λειτουργικές αστοχίες, απώλειες και ζημίες που συμβαίνουν. Στην εν λόγω βάση δεδομένων καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οποιοιδήποτε κίνδυνοι επαγγελματικής ευθύνης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, οι οποίοι έχουν συμβεί.

3.   Στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνων, ο ΔΟΕΕ χρησιμοποιεί τα εσωτερικά δεδομένα του ιστορικού απωλειών του και, κατά περίπτωση, εξωτερικά δεδομένα, αναλύσεις σεναρίων και παράγοντες που αντικατοπτρίζουν το οικονομικό περιβάλλον και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου.

4.   Οι εκθέσεις σε λειτουργικούς κινδύνους και οι απώλειες που συμβαίνουν παρακολουθούνται διαρκώς, και υποβάλλονται σχετικές εσωτερικές εκθέσεις σε τακτική βάση.

5.   Οι πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων του ΔΟΕΕ τεκμηριώνονται με ενδεδειγμένο τρόπο. Ο ΔΟΕΕ εφαρμόζει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις πολιτικές διαχείρισης λειτουργικών κινδύνων του, καθώς και αποτελεσματικά μέτρα χειρισμού των μη συμμορφώσεων με τις πολιτικές αυτές. Ο ΔΟΕΕ εφαρμόζει διαδικασίες που επιτρέπουν τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων.

6.   Οι πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης και τα συστήματα μέτρησης λειτουργικών κινδύνων υπόκεινται σε τακτική επανεξέταση τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

7.   Ο ΔΟΕΕ τηρεί χρηματοοικονομικούς πόρους που επαρκούν για το προφίλ κινδύνων του το οποίο προκύπτει από τη σχετική αξιολόγηση.

Άρθρο 14

Πρόσθετα ίδια κεφάλαια

1.   Το παρόν άρθρο ισχύει για ΔΟΕΕ που επιλέγουν την κάλυψη των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης μέσω πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων.

2.   Ο ΔΟΕΕ παρέχει πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη κινδύνων ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 0,01 % της αξίας των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ.

Η αξία των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ ισούται με το άθροισμα της απόλυτης αξίας όλων των περιουσιακών στοιχείων όλων των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν με τη χρήση μόχλευσης, οπότε τα παράγωγα αποτιμώνται στην αγοραία αξία τους.

3.   Η απαίτηση περί πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 επανυπολογίζεται στο τέλος κάθε οικονομικού έτους και προσαρμόζεται ανάλογα το ποσό των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων.

Ο ΔΟΕΕ θεσπίζει, υλοποιεί και εφαρμόζει διαδικασίες για τη διαρκή παρακολούθηση της αξίας των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ, η οποία υπολογίζεται βάσει του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Όταν, πριν από τον ετήσιο επανυπολογισμό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, αυξάνεται σημαντικά η αξία των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ επανυπολογίζει χωρίς καθυστέρηση την απαίτηση περί πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων και προσαρμόζει ανάλογα τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια.

4.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ μπορεί να επιτρέψει στον ΔΟΕΕ να παράσχει πρόσθετα ίδια κεφάλαια που υπολείπονται το ποσού το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν πειστεί —βάσει των δεδομένων του ιστορικού απωλειών του ΔΟΕΕ που έχουν καταγραφεί κατά τη διάρκεια περιόδου παρατήρησης τουλάχιστον τριών ετών πριν από την αξιολόγηση— ότι ο ΔΟΕΕ παρέχει επαρκή πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την ενδεδειγμένη κάλυψη των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης. Το επιτρεπόμενο κατώτερο ποσό πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 0,008 % της αξίας των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ.

5.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ μπορεί να ζητήσει από τον ΔΟΕΕ να εξασφαλίσει πρόσθετα ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν δεν πειστεί ότι ο ΔΟΕΕ διαθέτει επαρκή πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την ενδεδειγμένη κάλυψη των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης. Η αρμόδια αρχή θα αιτιολογήσει τον λόγο για τον οποίο κρίνει ανεπαρκή τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια του ΔΟΕΕ.

Άρθρο 15

Ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης

1.   Το παρόν άρθρο ισχύει για ΔΟΕΕ που επιλέγουν την κάλυψη των κινδύνων επαγγελματικής ευθύνης μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

2.   Οι ΔΟΕΕ εξασφαλίζουν και διατηρούν ανά πάσα στιγμή ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης η οποία:

α)

έχει αρχική διάρκεια ενός έτους τουλάχιστον·

β)

έχει περίοδο προειδοποίησης για την καταγγελία 90 ημερών τουλάχιστον·

γ)

καλύπτει τους κινδύνους επαγγελματικής ευθύνης που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2·

δ)

εξασφαλίζεται από επιχείρηση εντός ή εκτός της ΕΕ η οποία διαθέτει άδεια παροχής ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, βάσει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου·

ε)

παρέχεται από τρίτο.

Οποιαδήποτε συμφωνούμενη καθορισμένη υπέρβαση θα πρέπει να καλύπτεται πλήρως από ίδια κεφάλαια, πρόσθετα προς εκείνα που παρέχονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

3.   Η κάλυψη της ασφάλισης για επιμέρους απαίτηση θα πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το 0,7 % της αξίας των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, υπολογιζόμενης όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 2.

4.   Η κάλυψη της ασφάλισης για τις συνολικές απαιτήσεις ανά έτος θα πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το 0,9 % της αξίας των χαρτοφυλακίων των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, υπολογιζόμενης όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 2.

5.   Ο ΔΟΕΕ επανεξετάζει την πολιτική ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης και τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο τουλάχιστον μία φορά το έτος, καθώς και σε περίπτωση οποιασδήποτε αλλαγής που επηρεάζει τη συμμόρφωση της πολιτικής με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΟΡΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΟΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές αρχές

(άρθρο 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 16

Γενικές υποχρεώσεις αρμόδιων αρχών

Κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των ΔΟΕΕ με το άρθρο 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τουλάχιστον τα κριτήρια που ορίζονται στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 17

Καθήκον για ενέργειες προς το συμφέρον του ΟΕΕ ή όσων επενδύουν στον ΟΕΕ και για διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς

1.   Οι ΔΟΕΕ εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για την αποφυγή αθέμιτων πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα επηρεάσουν αρνητικά τη σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς.

2.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι δεν χρεώνονται υπερβολικές δαπάνες στους ΟΕΕ που διαχειρίζονται ή σε όσους επενδύουν στους εν λόγω ΟΕΕ.

Άρθρο 18

Δέουσα επιμέλεια

1.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο επιμέλειας κατά την επιλογή και διαρκή παρακολούθηση των επενδύσεων.

2.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι διαθέτουν την ενδεδειγμένη γνώση και κατανόηση των περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχουν γίνει οι επενδύσεις των ΟΕΕ.

3.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και εφαρμόζουν γραπτές πολιτικές και διαδικασίες σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια και υλοποιούν αποτελεσματικές ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές αποφάσεις για λογαριασμό των ΟΕΕ λαμβάνονται σύμφωνα με τους στόχους, την επενδυτική στρατηγική και, κατά περίπτωση, τα όρια κινδύνου του ΟΕΕ.

4.   Οι πολιτικές και διαδικασίες περί δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στην παράγραφο 3 επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται τακτικά.

Άρθρο 19

Δέουσα επιμέλεια κατά την επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία περιορισμένης ρευστότητας

1.   Όταν οι ΔΟΕΕ επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία περιορισμένης ρευστότητας και όταν προηγείται της εν λόγω επένδυσης μια φάση διαπραγματεύσεων, οι ΔΟΕΕ, εκτός από την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 18, προβαίνουν στα εξής βήματα αναφορικά με τη φάση των διαπραγματεύσεων:

α)

ορίζουν και επικαιροποιούν τακτικά ένα επιχειρηματικό σχέδιο που συνάδει με τη διάρκεια του ΟΕΕ και τις συνθήκες της αγοράς·

β)

αναζητούν και επιλέγουν πιθανές συναλλαγές που συνάδουν με το επιχειρηματικό σχέδιο το οποίο αναφέρεται στο στοιχείο α)·

γ)

αξιολογούν τις επιλεγόμενες συναλλαγές λαμβάνοντας υπόψη τις ευκαιρίες, εάν υφίστανται, και τους συνολικούς σχετικούς κινδύνους, όλους τους σχετικούς νομικούς, φορολογικούς, χρηματοοικονομικούς και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την αξία, τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους, καθώς και τις στρατηγικές, συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών εξόδου·

δ)

εκτελούν δραστηριότητες δέουσας επιμέλειας ως προς τις συναλλαγές προτού διευθετηθεί η εκτέλεση·

ε)

παρακολουθούν τις επιδόσεις του ΟΕΕ αναφορικά με το επιχειρηματικό σχέδιο που αναφέρεται στο στοιχείο α).

2.   Οι ΔΟΕΕ τηρούν αρχεία των δραστηριοτήτων που εκτελούνται βάσει της παραγράφου 1 τουλάχιστον επί πέντε έτη.

Άρθρο 20

Δέουσα επιμέλεια κατά την επιλογή και τον ορισμό αντισυμβαλλομένων και βασικών μεσιτών

1.   Κατά την επιλογή και τον ορισμό αντισυμβαλλομένων και βασικών μεσιτών, οι ΔΟΕΕ ασκούν τη δέουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια προτού συνάψουν συμφωνία, καθώς και σε διαρκή βάση έκτοτε, λαμβάνοντας υπόψη το πλήρες φάσμα και την ποιότητα των υπηρεσιών τους.

2.   Κατά την επιλογή των βασικών μεσιτών και αντισυμβαλλομένων ενός ΔΟΕΕ ή ΟΕΕ για μια συναλλαγή εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, για μια συμφωνία δανεισμού τίτλων ή επαναγοράς, οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω βασικοί μεσίτες και αντισυμβαλλόμενοι πληρούν όλους τους εξής όρους:

α)

υπόκεινται σε διαρκή εποπτεία από δημόσια αρχή·

β)

είναι εύρωστοι από χρηματοοικονομική άποψη·

γ)

διαθέτουν την οργανωτική δομή και τους πόρους που απαιτούνται για την εκτέλεση των υπηρεσιών που θα παράσχουν στον ΔΟΕΕ ή στον ΟΕΕ.

3.   Κατά την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2, ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη κατά πόσον ο βασικός μεσίτης ή αντισυμβαλλόμενος υπόκειται, ή δεν υπόκειται, σε προληπτική ρύθμιση, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων περί επάρκειας κεφαλαίων, και αποτελεσματική εποπτεία.

4.   Ο κατάλογος των επιλεγμένων βασικών μεσιτών εγκρίνεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ΔΟΕΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να οριστούν βασικοί μεσίτες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 και με την επιφύλαξη της έγκρισης από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορεί να προβάλει τους λόγους για την επιλογή αυτή, καθώς και τη δέουσα επιμέλεια που άσκησε κατά την επιλογή και παρακολούθηση των βασικών μεσιτών που δεν είχαν συμπεριληφθεί στον κατάλογο.

Άρθρο 21

Εκτέλεση ενεργειών με έντιμο και δίκαιο τρόπο και με τη δέουσα ικανότητα

Προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον ο ΔΟΕΕ εκτελεί τις δραστηριότητές του έντιμο και δίκαιο τρόπο και με τη δέουσα ικανότητα, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν κατά πόσον πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθοι όροι:

α)

το διευθυντικό όργανο του ΔΟΕΕ κατέχει επαρκείς συλλογικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα προκειμένου να είναι σε θέση να κατανοεί τις δραστηριότητες του ΔΟΕΕ, ιδίως δεν τους βασικούς κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω δραστηριότητες και τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία επενδύει ο ΟΕΕ·

β)

τα μέλη του διευθυντικού οργάνου δαπανούν επαρκή χρόνο για την ενδεδειγμένη εκτέλεση των καθηκόντων τους στον ΔΟΕΕ·

γ)

κάθε μέλος του διευθυντικού οργάνου ενεργεί με εντιμότητα, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση·

δ)

ο ΔΟΕΕ αφιερώνει επαρκείς πόρους για την τοποθέτηση και εκπαίδευση των μελών του διευθυντικού οργάνου.

Άρθρο 22

Πόροι

1.   Οι ΔΟΕΕ χρησιμοποιούν επαρκές προσωπικό με τις ικανότητες, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, καθώς και τη φύση και το φάσμα των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο των εν λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Άρθρο 23

Δίκαιη μεταχείριση όσων επενδύουν στον ΟΕΕ

1.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η οργανωτική δομή του, που αναφέρεται στο άρθρο 57, διασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών.

2.   Οποιαδήποτε προνομιακή μεταχείριση από μέρους ενός ΔΟΕΕ για έναν ή περισσότερους επενδυτές δεν θα πρέπει να οδηγεί στη δημιουργία γενικού ουσιώδους μειονεκτήματος για τους υπόλοιπους επενδυτές.

Άρθρο 24

Αντιπαροχές

1.   Οι ΔΟΕΕ δεν θεωρείται ότι ενεργούν με έντιμο και δίκαιο τρόπο και προς το συμφέρον των ΟΕΕ που διαχειρίζονται ή όσων επενδύουν στους εν λόγω ΟΕΕ εάν, αναφορικά με τις δραστηριότητες που εκτελούνται κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια, ή παρέχουν ή εξασφαλίζουν οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος, εκτός των εξής:

α)

αμοιβής, προμήθειας ή μη χρηματικού οφέλους που καταβάλλεται ή παρέχεται στον ή από τον ΟΕΕ ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του ΟΕΕ·

β)

αμοιβής, προμήθειας ή μη χρηματικού οφέλους που καταβάλλεται ή παρέχεται σε ή από τρίτο ή πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του, εφόσον ο ΔΟΕΕ μπορεί να αποδείξει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής, της προμήθειας ή του οφέλους ή, εάν το ποσό δεν μπορεί να προσδιορισθεί, η μέθοδος υπολογισμού του, γνωστοποιούνται σαφώς σε όσους επενδύουν στον ΟΕΕ, με πλήρη, ακριβή και κατανοητό τρόπο, πριν από την παροχή της σχετικής υπηρεσίας·

ii)

η καταβολή της αμοιβής ή της προμήθειας ή η παροχή του μη χρηματικού οφέλους αποσκοπεί στην ενίσχυση της ποιότητας της σχετικής υπηρεσίας και δεν παρεμποδίζει τη συμμόρφωση με την υποχρέωση του ΔΟΕΕ να ενεργεί προς το συμφέρον του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή όσων επενδύουν στον ΟΕΕ·

γ)

κατάλληλων αμοιβών που επιτρέπουν ή είναι αναγκαίες για την παροχή της σχετικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων φύλαξης, των τελών διακανονισμού και των χρηματιστηριακών τελών, των ρυθμιστικών τελών ή των νομικών εξόδων, και οι οποίες δεν μπορούν από τη φύση τους να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων με την υποχρέωση του ΔΟΕΕ να ενεργεί με έντιμο και δίκαιο τρόπο και προς το συμφέρον του ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή όσων επενδύουν στον ΟΕΕ.

2.   Η συνοπτική γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων των ρυθμίσεων που σχετίζονται με την αμοιβή, την προμήθεια ή το μη χρηματικό όφελος θα θεωρείται ικανοποιητική για τους σκοπούς του σημείου i) της παραγράφου 1 στοιχείο β), υπό την προϋπόθεση ότι ο ΔΟΕΕ δεσμεύεται να γνωστοποιήσει περαιτέρω λεπτομέρειες κατόπιν αιτήματος εκείνου που επενδύει στον ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται και υπό τον όρο ότι εκπληρώνει τη δέσμευση αυτή.

Άρθρο 25

Αποτελεσματική χρήση πόρων και διαδικασιών — χειρισμός εντολών

1.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και εφαρμόζουν διαδικασίες και ρυθμίσεις που εγγυώνται την έγκαιρη, εύλογη και ταχεία εκτέλεση εντολών για λογαριασμό των ΟΕΕ.

2.   Οι διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να πληρούν τις εξής απαιτήσεις:

α)

διασφαλίζουν ότι όλες οι εντολές που εκτελούνται για λογαριασμό των ΟΕΕ καταχωρίζονται και επιμερίζονται έγκαιρα και με ακρίβεια·

β)

εκτελούνται κατά τα άλλα συγκρίσιμες εντολές του ΟΕΕ έγκαιρα και με τη σειρά με την οποία λαμβάνονται, εκτός εάν τα χαρακτηριστικά της εντολής ή οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά το καθιστούν αυτό μη πρακτικό, ή εάν τα συμφέροντα όσων επενδύουν στον ΟΕΕ απαιτούν διαφορετικό χειρισμό.

3.   Τα χρηματοοικονομικά μέσα, χρηματικά ποσά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που λαμβάνονται για το διακανονισμό των εκτελούμενων εντολών παραδίδονται ή καταχωρίζονται έγκαιρα και σωστά στον λογαριασμό του σχετικού ΟΕΕ.

4.   Οι ΔΟΕΕ δεν καταχρώνται τις πληροφορίες που αφορούν εκκρεμείς εντολές των ΟΕΕ και λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα που απαιτούνται για την αποφυγή κατάχρησης των εν λόγω πληροφοριών από οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπό τους.

Άρθρο 26

Υποχρέωση υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εκτέλεση εντολών εγγραφής και εξόφλησης

1.   Όταν οι ΔΟΕΕ εκτελέσουν μια εντολή εγγραφής ή, κατά περίπτωση, εξόφλησης από επενδυτή, παρέχουν στον επενδυτή έγκαιρα, με σταθερό μέσο, ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση της εν λόγω εντολής ή την αποδοχή της προσφοράς εγγραφής, κατά περίπτωση.

2.   Η παράγραφος 1 δεν ισχύει όταν απαιτείται από τρίτον να παράσχει στον επενδυτή επιβεβαίωση σχετικά με την εκτέλεση της εντολής και όταν η επιβεβαίωση περιέχει τις ουσιώδεις πληροφορίες.

Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν τη συμμόρφωση του τρίτου με τις υποχρεώσεις του.

3.   Οι ουσιώδεις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

την ταυτότητα του ΔΟΕΕ·

β)

την ταυτότητα του επενδυτή·

γ)

την ημερομηνία και την ώρα λήψης της εντολής·

δ)

την ημερομηνία εκτέλεσης·

ε)

την ταυτότητα του ΟΕΕ·

στ)

την ακαθάριστη αξία της εντολής, συμπεριλαμβανομένων των τελών εγγραφής ή το καθαρό ποσό μετά τα τέλη εξόφλησης.

4.   Οι ΔΟΕΕ παρέχουν στον επενδυτή, κατόπιν αιτήματος, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της εντολής ή την αποδοχή της προσφοράς εγγραφής, κατά περίπτωση.

Άρθρο 27

Εκτέλεση αποφάσεων διαπραγμάτευσης για λογαριασμό του υπό διαχείριση ΟΕΕ

1.   Οι ΔΟΕΕ ενεργούν προς το συμφέρον των ΟΕΕ ή όσων επενδύουν στους ΟΕΕ που διαχειρίζονται κατά την εκτέλεση αποφάσεων διαπραγμάτευσης για λογαριασμό του υπό διαχείριση ΟΕΕ στο πλαίσιο της διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους.

2.   Οποτεδήποτε οι ΔΟΕΕ αγοράζουν ή εκποιούν χρηματοοικονομικά μέσα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ισχύει η βέλτιστη εκτέλεση, και για τους σκοπούς της παραγράφου 1, προβαίνουν σε όλες τις εύλογες ενέργειες προκειμένου να επιτύχουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους ΟΕΕ που διαχειρίζονται ή για εκείνους που επενδύουν στους εν λόγω ΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή, τις δαπάνες, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, το μέγεθος, τη φύση και οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής. Η σχετική σημασία αυτών των παραγόντων προσδιορίζεται κατ’ αναφορά προς τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τους στόχους, την επενδυτική πολιτική και τους σύμφυτους με τον ΟΕΕ κινδύνους, όπως αναφέρεται στον κανονισμό ή στις καταστατικές διατάξεις του ΟΕΕ, ή στο ενημερωτικό φυλλάδιο ή στα έγγραφα προσφοράς του ΟΕΕ·

β)

τα χαρακτηριστικά της εντολής·

γ)

τα χαρακτηριστικά των χρηματοοικονομικών μέσων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο της εν λόγω εντολής·

δ)

χαρακτηριστικά των τόπων εκτέλεσης προς τους οποίους μπορεί να δρομολογηθεί η εντολή.

3.   Οι ΔΟΕΕ καταρτίζουν και υλοποιούν αποτελεσματικές ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Συγκεκριμένα ο ΔΟΕΕ καταρτίζει γραπτώς και υλοποιεί μια πολιτική εκτέλεσης που επιτρέπει στους ΟΕΕ και στους επενδυτές τους να επιτυγχάνουν, για τις εντολές των ΟΕΕ, το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.   Οι ΔΟΕΕ παρακολουθούν τακτικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση εντολών, ώστε να εντοπίζουν και, κατά περίπτωση, να διορθώνουν τυχόν ελλείψεις.

5.   Οι ΔΟΕΕ επανεξετάζουν την πολιτική εκτέλεσης εντολών σε ετήσια βάση. Η επανεξέταση πραγματοποιείται επίσης κάθε φορά που επέρχεται ουσιαστική αλλαγή η οποία επηρεάζει την ικανότητα του ΔΟΕΕ να εξακολουθεί να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους υπό διαχείριση ΟΕΕ.

6.   Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι εκτέλεσαν τις εντολές για λογαριασμό των ΟΕΕ σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών τους.

7.   Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών τόπων εκτέλεσης, δεν ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 5. Ωστόσο, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών τόπων εκτέλεσης.

Άρθρο 28

Αποστολή εντολών διαπραγμάτευσης προς εκτέλεση από άλλες οντότητες για λογαριασμό του ΟΕΕ

1.   Οποτεδήποτε ο ΔΟΕΕ αγοράζει ή εκποιεί χρηματοοικονομικά μέσα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ισχύει η βέλτιστη εκτέλεση, θα πρέπει να ενεργεί προς το συμφέρον των ΟΕΕ που διαχειρίζεται ή εκείνων που επενδύουν στους ΟΕΕ κατά την αποστολή εντολών διαπραγμάτευσης προς εκτέλεση από άλλες οντότητες για λογαριασμό των υπό διαχείριση ΟΕΕ, στο πλαίσιο της διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους.

2.   Οι ΔΟΕΕ προβαίνουν σε όλες τις εύλογες ενέργειες ώστε να επιτύχουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τον ΟΕΕ ή για εκείνους που επενδύουν στον ΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή, τις δαπάνες, την ταχύτητα, την πιθανότητα εκτέλεσης και διακανονισμού, το μέγεθος, τη φύση ή οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής. Η σχετική σημασία αυτών των παραγόντων προσδιορίζεται κατ’ αναφορά προς τα κριτήρια του άρθρου 27 παράγραφος 2.

Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και εφαρμόζουν πολιτική που τους επιτρέπει να συμμορφώνονται με την υποχρέωση του πρώτου εδαφίου. Η πολιτική αυτή προσδιορίζει, για κάθε κατηγορία μέσων, τις οντότητες στις οποίες μπορούν να αποστέλλονται οι εντολές. Ο ΔΟΕΕ συνάπτει συμφωνίες για την εκτέλεση εντολών μόνον εφόσον οι συμφωνίες αυτές συνάδουν με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Ο ΔΟΕΕ παρέχει σε εκείνους που επενδύουν στους ΟΕΕ τους οποίους διαχειρίζεται κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική που καθορίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και με κάθε ουσιαστική αλλαγή στην πολιτική αυτή.

3.   Οι ΔΟΕΕ παρακολουθούν σε τακτική βάση την αποτελεσματικότητα της πολιτικής που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ιδίως δε την ποιότητα εκτέλεσης από τις οντότητες που προσδιορίζονται στην εν λόγω πολιτική και, κατά περίπτωση, διορθώνουν τυχόν αδυναμίες.

Επιπλέον, οι ΔΟΕΕ επανεξετάζουν την πολιτική σε ετήσια βάση. Η επανεξέταση αυτή πραγματοποιείται επίσης κάθε φορά που επέρχεται ουσιαστική αλλαγή η οποία επηρεάζει την ικανότητα του ΔΟΕΕ να εξακολουθεί να επιτυγχάνει το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους υπό διαχείριση ΟΕΕ.

4.   Οι ΔΟΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι απέστειλαν τις εντολές για λογαριασμό των ΟΕΕ σύμφωνα με την πολιτική που καθορίζεται δυνάμει της παραγράφου 2.

5.   Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών τόπων εκτέλεσης, δεν ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 5. Ωστόσο, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής διαφορετικών τόπων εκτέλεσης.

Άρθρο 29

Ομαδοποίηση και επιμερισμός εντολών διαπραγμάτευσης

1.   Οι ΔΟΕΕ μπορούν να εκτελέσουν την εντολή ενός ΟΕΕ ομαδοποιώντας τη με την εντολή άλλου ΟΕΕ, ΟΣΕΚΑ ή πελάτη ή με εντολή που υποβλήθηκε κατά την επένδυση ίδιων κεφαλαίων τους μόνο εάν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

εάν μπορεί να αναμένεται εύλογα ότι η ομαδοποίηση των εντολών δεν θα αποβεί συνολικά σε βάρος οποιουδήποτε από τους ΟΕΕ, ΟΣΕΚΑ ή πελάτες των οποίων η εντολή θα ομαδοποιηθεί·

β)

εάν καταρτίζεται και υλοποιείται μια πολιτική επιμερισμού που προβλέπει με επαρκώς σαφείς όρους τη διασφάλιση δίκαιου επιμερισμού των ομαδοποιημένων εντολών, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο ο όγκος και η τιμή των εντολών καθορίζει τον επιμερισμό και χειρισμό των επιμέρους εκτελέσεων.

2.   Όταν ο ΔΟΕΕ ομαδοποιεί μια εντολή ΟΕΕ με μία ή περισσότερες εντολές άλλων ΟΕΕ, ΟΣΕΚΑ ή πελατών και η ομαδοποιημένη εντολή εκτελείται εν μέρει, τότε ο ΔΟΕΕ επιμερίζει τις σχετικές συναλλαγές σύμφωνα με την πολιτική του για τον επιμερισμό των εντολών.

3.   Όταν ο ΔΟΕΕ ομαδοποιεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με μία ή περισσότερες εντολές ΟΕΕ, ΟΣΕΚΑ ή πελατών, τότε ο ΔΟΕΕ δεν επιμερίζει τις σχετικές συναλλαγές κατά τρόπο επιζήμιο για τον ΟΕΕ, τον ΟΣΕΚΑ ή τον πελάτη.

4.   Όταν ο ΔΟΕΕ ομαδοποιεί μια εντολή ΟΕΕ, ΟΣΕΚΑ ή άλλου πελάτη με συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό και η ομαδοποιημένη εντολή εκτελείται εν μέρει, τότε ο ΔΟΕΕ επιμερίζει τις σχετικές συναλλαγές κατά προτεραιότητα στον ΟΕΕ, στον ΟΣΕΚΑ ή στους πελάτες σε σχέση με εντολές για ίδιο λογαριασμό.

Ωστόσο, εάν ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να αποδείξει στον ΟΕΕ ή στον πελάτη ευλόγως ότι χωρίς την ομαδοποίηση αυτή δεν θα ήταν σε θέση να εκτελέσει την εντολή με τόσο ευνοϊκούς όρους, ή να την εκτελέσει καν, δύναται να επιμερίσει τη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό αναλογικά, σύμφωνα με την πολιτική που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

ΤΜΗΜΑ 2

Σύγκρουση συμφερόντων

(άρθρο 14 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 30

Είδη συγκρούσεων συμφερόντων

Για τον προσδιορισμό των ειδών συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν κατά τη διαχείριση ενός ΟΕΕ, οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν υπόψη ιδίως το κατά πόσον ο ΔΟΕ, ένα αρμόδιο πρόσωπο ή ένα πρόσωπο που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τον ΔΟΕΕ με σχέση ελέγχου:

α)

είναι πιθανό να αποκομίσει οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημία, σε βάρος του ΟΕΕ ή των επενδυτών του·

β)

έχει, ως προς την έκβαση μιας υπηρεσίας ή δραστηριότητας που παρέχεται στον ΟΕΕ ή στους επενδυτές του ή σε άλλον πελάτη ή μιας συναλλαγής που εκτελείται για λογαριασμό του ΟΕΕ ή άλλου πελάτη, συμφέρον που είναι διακριτό από το συμφέρον του ΟΕΕ στην έκβαση αυτή·

γ)

έχει οικονομικό ή άλλο κίνητρο προκειμένου να ευνοήσει:

το συμφέρον ενός ΟΣΕΚΑ, ενός πελάτη ή μιας ομάδας πελατών ή άλλου ΟΕΕ σε βάρος του συμφέροντος του ΟΕΕ,

το συμφέρον ενός επενδυτή σε βάρος του συμφέροντος άλλου επενδυτή ή ομάδας επενδυτών στον ίδιο ΟΕΕ·

δ)

εκτελεί τις ίδιες δραστηριότητες για τον ΟΕΕ και για άλλον ΟΕΕ, για ΟΣΕΚΑ ή για πελάτη· ή

ε)

λαμβάνει ή θα λάβει από πρόσωπο άλλο εκτός του ΟΕΕ ή των επενδυτών του αντιπαροχή σχετιζόμενη με δραστηριότητες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων παρεχόμενες στον ΟΕΕ, υπό τη μορφή χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών, άλλη εκτός της συνήθους προμήθειας ή αμοιβής για την παροχή της υπηρεσίας αυτής.

Άρθρο 31

Πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων

1.   Ο ΔΟΕΕ καταρτίζει, υλοποιεί και εφαρμόζει αποτελεσματική πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων. Η πολιτική αυτή καθορίζεται γραπτώς και είναι κατάλληλη για το μέγεθος και την οργάνωση του ΔΟΕΕ, καθώς και για τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του.

Όταν ο ΔΟΕΕ είναι μέλος ομίλου, η πολιτική αυτή πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις τις οποίες ο ΔΟΕΕ γνωρίζει ή θα έπρεπε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων ως αποτέλεσμα της δομής και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων μελών του ομίλου.

2.   Η πολιτική σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιλαμβάνει τα εξής:

α)

σε σχέση με τις δραστηριότητες που εκτελούνται από τον ΔΟΕΕ ή για λογαριασμό του, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων εκτελούμενων από ανάδοχο, υπεργολαβικά ανάδοχο, εξωτερικό εκτιμητή ή αντισυμβαλλόμενο, τον προσδιορισμό των περιστάσεων που αποτελούν ή μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων συνεπαγόμενη ουσιαστικό κίνδυνο ζημίας σε βάρος των συμφερόντων του ΟΕΕ ή των επενδυτών του·

β)

διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται και μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την αποφυγή, διαχείριση και παρακολούθηση των συγκρούσεων αυτών.

Άρθρο 32

Συγκρούσεις συμφερόντων σχετιζόμενων με την εξόφληση επενδύσεων

Ο ΔΟΕΕ που διαχειρίζεται έναν ΟΕΕ ανοικτού τύπου προσδιορίζει, διαχειρίζεται και παρακολουθεί συγκρούσεις συμφερόντων που ανακύπτουν μεταξύ επενδυτών οι οποίοι επιθυμούν να εξοφλήσουν τις επενδύσεις τους και επενδυτών οι οποίοι επιθυμούν να διατηρήσουν τις επενδύσεις τους στον ΟΕΕ, καθώς και τυχόν συγκρούσεις μεταξύ του κινήτρου του ΔΟΕΕ για επένδυση σε μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία και της πολιτικής εξόφλησης του ΟΕΕ βάσει των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 14 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 33

Διαδικασίες και μέτρα για την αποφυγή ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων

1.   Οι διαδικασίες και τα μέτρα που έχουν προβλεφθεί για την αποφυγή ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων αποσκοπούν στο να διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια πρόσωπα που εμπλέκονται σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες οι οποίες ενέχουν κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων εκτελούν τις εν λόγω δραστηριότητες απολαμβάνοντας ένα βαθμό ανεξαρτησίας ο οποίος ενδείκνυται για το μέγεθος και τις δραστηριότητες του ΔΟΕΕ και του ομίλου στον οποίον ανήκει, καθώς και για το πόσο σημαντικός είναι ο κίνδυνος ζημίας σε βάρος των συμφερόντων του ΟΕΕ ή των επενδυτών του.

2.   Όταν αυτό απαιτείται και ενδείκνυται για τη διασφάλιση του αναγκαίου βαθμού ανεξαρτησίας από μέρους του ΔΟΕΕ, οι διαδικασίες που εφαρμόζονται και τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με στοιχείο β) του άρθρου 31 παράγραφος 2 πρέπει να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

αποτελεσματικές διαδικασίες για την αποφυγή ή τον έλεγχο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων προσώπων που συμμετέχουν σε δραστηριότητες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων ή άλλες δραστηριότητες βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ οι οποίες συνεπάγονται κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όταν η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να ζημιώσει τα συμφέροντα ενός η περισσότερων ΟΕΕ ή των επενδυτών τους·

β)

χωριστή εποπτεία των αρμόδιων προσώπων των οποίων τα κύρια καθήκοντα περιλαμβάνουν την άσκηση δραστηριοτήτων διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων για λογαριασμό πελατών ή επενδυτών ή την παροχή υπηρεσιών σε αυτούς, των οποίων τα συμφέροντα ενδέχεται να συγκρούονται, ή εφόσον οι εν λόγω πελάτες ή επενδυτές εκπροσωπούν διαφορετικά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του ΔΟΕΕ·

γ)

εξάλειψη κάθε άμεσης σύνδεσης μεταξύ της αμοιβής αρμόδιων προσώπων που ασκούν κατά κύριο λόγο μια δραστηριότητα, αφενός και, αφετέρου, της αμοιβής διαφορετικών αρμόδιων προσώπων που ασκούν κατά κύριο λόγο άλλη δραστηριότητα ή των εσόδων που δημιουργούν αυτά τα διαφορετικά πρόσωπα, όταν ενδέχεται να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τις δραστηριότητες αυτές·

δ)

μέτρα για την αποφυγή ή τον περιορισμό της άσκησης ανάρμοστης επιρροής στον τρόπο με τον οποίο ένα αρμόδιο πρόσωπο ασκεί δραστηριότητες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων·

ε)

μέτρα για την αποφυγή ή τον έλεγχο της ταυτόχρονης ή διαδοχικής συμμετοχής ενός αρμόδιου προσώπου σε χωριστές δραστηριότητες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων ή άλλες δραστηριότητες βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ όταν η συμμετοχή αυτή ενδέχεται να αποβεί επιζήμια για την ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων.

Εφόσον η υιοθέτηση ή εφαρμογή ενός ή περισσότερων από τα εν λόγω μέτρα και μιας ή περισσότερων από τις εν λόγω διαδικασίες δεν διασφαλίζει τον απαιτούμενο βαθμό ανεξαρτησίας, ο ΔΟΕΕ οφείλει να υιοθετήσει εναλλακτικά ή πρόσθετα μέτρα και εναλλακτικές ή πρόσθετες διαδικασίες που απαιτούνται ή ενδείκνυνται για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 34

Διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων

Όταν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις τις οποίες θεσπίζει ο ΔΟΕΕ δεν επαρκούν για τη διασφάλιση, με εύλογη βεβαιότητα, της αποφυγής κινδύνων ζημίας σε βάρος των συμφερόντων του ΟΕΕ ή εκείνων που επενδύουν στον ΟΕΕ, ενημερώνονται έγκαιρα τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή κάποιο άλλο αρμόδιο εσωτερικό όργανο του ΔΟΕΕ προκειμένου να λάβουν οποιαδήποτε απαραίτητη απόφαση ή να προβούν σε οποιαδήποτε απαραίτητη ενέργεια προς το συμφέρον του ΟΕΕ ή εκείνων που επενδύουν στον εν λόγω ΟΕΕ.

Άρθρο 35

Παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων

1.   Ο ΔΟΕΕ τηρεί και ενημερώνει τακτικά αρχείο για κάθε τύπο δραστηριότητας που ασκείται από τον ΔΟΕΕ ή για λογαριασμό του και ως προς την οποία έχει ήδη προκύψει σύγκρουση συμφερόντων που συνεπάγεται ουσιαστικό κίνδυνο ζημίας σε βάρος των συμφερόντων ενός ή περισσότερων ΟΕΕ ή των επενδυτών τους ή, στην περίπτωση συνεχιζόμενης δραστηριότητας, ως προς την οποία ενδέχεται να προκύψει τέτοια σύγκρουση συμφερόντων.

2.   Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη λαμβάνουν γραπτές εκθέσεις σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετησίως, σχετικά με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 36

Γνωστοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων

1.   Οι πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται στους επενδυτές βάσει του άρθρου 14 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να διατίθενται στους επενδυτές σε σταθερό μέσο ή σε δικτυακό τόπο.

2.   Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διατίθενται σε δικτυακό τόπο και δεν απευθύνονται προσωπικά στον επενδυτή, θα πρέπει να πληρούνται οι εξής όροι:

α)

ο επενδυτής θα πρέπει να έχει ενημερωθεί για τη διεύθυνση του δικτυακού τόπου και για το συγκεκριμένο σημείο του δικτυακού τόπου στο οποίο μπορεί να βρει τις πληροφορίες, καθώς επίσης θα πρέπει να έχει συμφωνήσει να λαμβάνει τις πληροφορίες με αυτόν τον τρόπο·

β)

οι πληροφορίες θα πρέπει να είναι επικαιροποιημένες·

γ)

οι πληροφορίες θα πρέπει να είναι διαρκώς προσβάσιμες μέσω του εν λόγω δικτυακού τόπου για το χρονικό διάστημα που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι χρειάζεται ο επενδυτής προκειμένου να τις εξετάσει.

Άρθρο 37

Στρατηγικές για την άσκηση δικαιωμάτων ψήφου

1.   Ο ΔΟΕΕ καταρτίζει επαρκείς και αποτελεσματικές στρατηγικές για τον προσδιορισμό του χρόνου και του τρόπου άσκησης τυχόν δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τα χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ που διαχειρίζεται, προς αποκλειστικό όφελος των οικείων ΟΕΕ και των επενδυτών τους.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 στρατηγική καθορίζει μέτρα και διαδικασίες για:

α)

την παρακολούθηση σχετικών εταιρικών πράξεων·

β)

τη διασφάλιση της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με τους επενδυτικούς στόχους και την επενδυτική πολιτική του οικείου ΟΕΕ·

γ)

την αποφυγή ή διαχείριση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου.

3.   Συνοπτική περιγραφή των στρατηγικών και λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των εν λόγω στρατηγικών διατίθενται στους επενδυτές κατόπιν αιτήματός τους.

ΤΜΗΜΑ 3

Διαχείριση κινδύνων

(άρθρο 15 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 38

Συστήματα διαχείρισης κινδύνων

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως συστήματα διαχείρισης κινδύνων νοούνται συστήματα τα οποία περιλαμβάνουν οικεία στοιχεία της οργανωτικής δομής του ΔΟΕΕ τα οποία παίζουν κεντρικό ρόλο ως προς τη λειτουργία διαρκούς διαχείρισης κινδύνων, ως προς τις πολιτικές και διαδικασίες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων σχετικών με την επενδυτική στρατηγική κάθε ΟΕΕ, και ως προς τις ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές που συνδέονται με τη μέτρηση και διαχείριση κινδύνων που εφαρμόζει ο ΔΟΕΕ αναφορικά με κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

Άρθρο 39

Λειτουργία διαρκούς διαχείρισης κινδύνων

1.   Ο ΔΟΕΕ θεσπίζει και διατηρεί λειτουργία διαρκούς διαχείρισης κινδύνων η οποία:

α)

υλοποιεί αποδοτικές πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων για τη διαρκή αναγνώριση, μέτρηση, διαχείριση και παρακολούθηση όλων των κινδύνων οι οποίοι είναι σχετικές με την επενδυτική στρατηγική του κάθε ΟΕΕ και στους οποίους είναι εκτεθειμένος ή μπορεί να εκτεθεί κάθε ΟΕΕ·

β)

διασφαλίζει ότι το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ που γνωστοποιείται στους επενδυτές βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ συνάδει με τα όρια κινδύνου που έχουν τεθεί βάσει του άρθρου 44 του παρόντος κανονισμού·

γ)

παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τα όρια κινδύνου που ορίζονται βάσει του άρθρου 44 και ειδοποιεί έγκαιρα το διευθυντικό όργανο του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, την εποπτική λειτουργία του ΔΟΕΕ, όταν κρίνει το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ ασύμβατο με τα εν λόγω όρια ή όταν διαβλέπει ότι υφίσταται ουσιαστικός κίνδυνος να καταστεί το προφίλ κινδύνων ασύμβατο με τα εν λόγω όρια στο μέλλον·

δ)

ενημερώνει τακτικά το διευθυντικό όργανο του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, την εποπτική λειτουργία του ΔΟΕΕ με συχνότητα ανάλογη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του ΟΕΕ ή των δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ σχετικά με τα εξής:

i)

τη συμβατότητα και τη συμμόρφωση του προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ που γνωστοποιείται στους επενδυτές βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ με τα όρια κινδύνων που ορίζονται βάσει του άρθρου 44,

ii)

την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων, αναφέροντας ιδίως εάν έχουν ληφθεί, ή πρόκειται να ληφθούν, κατάλληλα διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση τυχόν υφιστάμενων ή αναμενόμενων αδυναμιών·

ε)

την παροχή τακτικών ενημερώσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη στις οποίες περιγράφεται το τρέχον επίπεδο κινδύνων του κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ, καθώς και τυχόν υφιστάμενες ή προβλέψιμες παραβιάσεις οποιωνδήποτε ορίων κινδύνων που ορίζονται βάσει του άρθρου 44, προκειμένου να διασφαλίζεται η δυνατότητα λήψης έγκαιρων και κατάλληλων μέτρων.

2.   Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων έχει την απαραίτητη εξουσία και πρόσβαση σε όλες τις συναφείς πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων που ορίζονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 40

Πολιτική διαχείρισης κινδύνων

1.   Ο ΔΟΕΕ καταρτίζει, υλοποιεί και εφαρμόζει επαρκή και τεκμηριωμένη πολιτική διαχείρισης κινδύνων η οποία αναγνωρίζει όλους τους συναφείς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν οι ΟΕΕ που διαχειρίζονται.

2.   Η πολιτική διαχείρισης κινδύνων περιλαμβάνει διαδικασίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου o ΔΟΕΕ να αξιολογεί την έκθεση του κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται στους κινδύνους αγοράς, ρευστότητας και αντισυμβαλλομένου, καθώς και την έκθεση του ΟΕΕ σε όλους τους άλλους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών κινδύνων, που μπορεί να είναι σημαντικοί για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

3.   Ο ΔΟΕΕ εντάσσει στην πολιτική διαχείρισης κινδύνων τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α)

τις τεχνικές, τα εργαλεία και τις ρυθμίσεις που του επιτρέπουν να συμμορφώνεται με το άρθρο 45·

β)

τις τεχνικές, τα εργαλεία και τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν την αξιολόγηση και παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας του ΟΕΕ υπό κανονικές και έκτακτες συνθήκες ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της διενέργειας τακτικών μετρήσεων κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις βάσει του άρθρου 48·

γ)

τον επιμερισμό αρμοδιοτήτων εντός του ΔΟΕΕ που είναι συναφείς με τη διαχείριση κινδύνου·

δ)

τα όρια που ορίζονται βάσει του άρθρου 44 του παρόντος κανονισμού, καθώς και δικαιολόγηση του τρόπου με τον οποίον αυτά ευθυγραμμίζονται με το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ που γνωστοποιείται στους επενδυτές βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

ε)

τους όρους, το περιεχόμενο, τη συχνότητα και τους παραλήπτες εκθέσεων υποβαλλόμενων από τη λειτουργία διαρκούς ελέγχου κινδύνων που αναφέρεται στο άρθρο 39.

4.   Η πολιτική διαχείρισης κινδύνων περιλαμβάνει περιγραφή των διασφαλίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 43, ιδίως δε:

α)

τη φύση και τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων·

β)

τα εφαρμοζόμενα διορθωτικά μέτρα·

γ)

τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να αναμένεται εύλογα ότι τα μέτρα αυτά διασφαλίζουν την ανεξάρτητη εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων·

δ)

τον τρόπο με τον οποίον ο ΔΟΕΕ αναμένει να διασφαλίσει ότι οι διασφαλίσεις θα είναι σταθερά αποτελεσματικές.

5.   Η πολιτική διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να είναι ανάλογη με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ και του ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

Άρθρο 41

Αξιολόγηση, παρακολούθηση και επανεξέταση των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων

1.   Οι ΔΟΕΕ αξιολογούν, παρακολουθούν και περιοδικά, τουλάχιστον μία φορά το έτος, επανεξετάζουν:

α)

την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαχείρισης κινδύνων και των ρυθμίσεων, διαδικασιών και τεχνικών που αναφέρονται στο άρθρο 45·

β)

το επίπεδο συμμόρφωσης του ΔΟΕΕ με την πολιτική διαχείρισης κινδύνων και με τις ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές που αναφέρονται στο άρθρο 45·

γ)

την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών κατά την εκτέλεση της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων·

δ)

τις επιδόσεις της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων·

ε)

την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των μέτρων που αποσκοπούν στη διασφάλιση του λειτουργικού και ιεραρχικού διαχωρισμού της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων βάσει του άρθρου 42.

Η συχνότητα της περιοδικής επανεξέτασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποφασίζεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη βάσει της αρχής της αναλογικότητας δεδομένης της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ και του ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

2.   Εκτός από την περιοδική επανεξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων επανεξετάζονται όταν:

α)

επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές στις πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και στις ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές που αναφέρονται στο άρθρο 45·

β)

εσωτερικά ή εξωτερικά γεγονότα καταδεικνύουν την ανάγκη πρόσθετης επανεξέτασης·

γ)

επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές στην επενδυτική στρατηγική και στους επενδυτικούς στόχους ενός ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ.

3.   Ο ΔΟΕΕ επικαιροποιεί τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων βάσει του αποτελέσματος της επανεξέτασης που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Ο ΔΟΕΕ ειδοποιεί την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του για οποιεσδήποτε ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική διαχείρισης κινδύνων και στις ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές που αναφέρονται στο άρθρο 45.

Άρθρο 42

Λειτουργικός και ιεραρχικός διαχωρισμός της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων

1.   Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων θα πρέπει να θεωρείται λειτουργικά και ιεραρχικά διαχωρισμένη από τις επιχειρησιακές μονάδες, συμπεριλαμβανομένης τις λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων μόνο όταν πληρούνται οι εξής όροι:

α)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων δεν εποπτεύονται από τους υπευθύνους για τις επιδόσεις των επιχειρησιακών μονάδων, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων, του ΔΟΕΕ·

β)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων δεν εμπλέκονται στην εκτέλεση δραστηριοτήτων στο εσωτερικό των επιχειρησιακών μονάδων, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων·

γ)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων αμείβονται βάσει της επίτευξης των στόχων που συνδέονται με την εν λόγω λειτουργία, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρησιακών μονάδων, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων·

δ)

οι αμοιβές των ανώτερων στελεχών της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων επιβλέπονται απευθείας από την επιτροπή αμοιβών, εάν έχει συσταθεί τέτοια επιτροπή.

2.   Ο λειτουργικός και ιεραρχικός διαχωρισμός της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων βάσει της παραγράφου 1 θα πρέπει να διασφαλίζεται σε όλο το εύρος της ιεραρχικής δομής του ΔΟΕΕ, έως και το διευθυντικό του όργανο. Επανεξετάζεται από το διευθυντικό όργανο και, εάν υφίσταται, από την εποπτική λειτουργία του ΔΟΕΕ.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο έχει εφαρμόσει ο ΔΟΕΕ τις παραγράφους 1 και 2, βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 43

Διασφαλίσεις έναντι συγκρούσεων συμφερόντων

1.   Οι διασφαλίσεις έναντι συγκρούσεων συμφερόντων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζουν τα εξής:

α)

ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων βασίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα, τα οποία υπόκεινται στο ενδεδειγμένο επίπεδο ελέγχου από τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων·

β)

ότι οι αμοιβές των προσώπων που εμπλέκονται στην εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων αντικατοπτρίζουν την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, ασχέτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων στους οποίους εμπλέκονται·

γ)

ότι η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων υποβάλλεται σε ενδεδειγμένη ανεξάρτητη επανεξέταση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ανεξάρτητα·

δ)

ότι η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων εκπροσωπείται στο διευθυντικό όργανο ή στην εποπτική λειτουργία, εάν έχει προβλεφθεί, τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο εξουσίας με τη λειτουργία διαχείρισης χαρτοφυλακίων·

ε)

ότι διαχωρίζονται οποιαδήποτε συγκρουόμενα καθήκοντα.

2.   Όταν αυτό δικαιολογείται αναλογικά λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του ΔΟΕΕ, οι διασφαλίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξασφαλίζουν και τα εξής:

α)

την τακτική επανεξέταση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων από τη λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου ή, εάν η δεύτερη δεν έχει προβλεφθεί, από εξωτερικό πρόσωπο που ορίζεται από το διευθυντικό όργανο·

β)

ότι, εάν έχει προβλεφθεί επιτροπή κινδύνων, διαθέτει τους ενδεδειγμένους πόρους και ότι τα μη ανεξάρτητα μέλη της δεν ασκούν αδικαιολόγητη επιρροή στην εκτέλεση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων.

3.   Το διευθυντικό όργανο του ΔΟΕΕ και, εάν υφίσταται, η εποπτική λειτουργία θεσπίζουν τις διασφαλίσεις έναντι συγκρούσεων συμφερόντων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, επανεξετάσουν τακτικά την αποτελεσματικότητά τους και λαμβάνουν έγκαιρα διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Άρθρο 44

Όρια κινδύνου

1.   Ο ΔΟΕΕ ορίζει και υλοποιεί ποσοτικά ή ποιοτικά όρια κινδύνου, ή και τα δύο, για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους. Όταν ορίζονται μόνο ποιοτικά όρια, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσει αυτή την προσέγγιση στην αρμόδια αρχή.

2.   Τα ποιοτικά και ποσοτικά όρια κινδύνου για κάθε ΟΕΕ θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον τους εξής κινδύνους:

α)

κινδύνους αγοράς·

β)

πιστωτικούς κινδύνους·

γ)

κινδύνους ρευστότητας·

δ)

κινδύνους αντισυμβαλλομένου·

ε)

λειτουργικούς κινδύνους.

3.   Κατά τον ορισμό ορίων κινδύνου, ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη τις στρατηγικές και τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται αναφορικά με κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, καθώς και τους εθνικούς κανονισμούς που ισχύουν για τον καθένα από αυτούς τους ΟΕΕ. Τα εν λόγω όρια κινδύνου ευθυγραμμίζονται με το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ που γνωστοποιείται στους επενδυτές βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και να εγκρίνονται από το διευθυντικό όργανο.

Άρθρο 45

Μέτρηση και διαχείριση κινδύνων

1.   Οι ΔΟΕΕ υιοθετούν κατάλληλες και αποτελεσματικές ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές προκειμένου:

α)

να προσδιορίζουν, να μετρούν, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν ανά πάσα στιγμή τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν οι ΟΕΕ που διαχειρίζονται·

β)

να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τα όρια που ορίζονται βάσει του άρθρου 44.

2.   Οι ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να είναι αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΔΟΕΕ και κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται και θα πρέπει να συνάδουν με το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ που γνωστοποιείται στους επενδυτές βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται:

α)

θέτουν σε εφαρμογή ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές μέτρησης κινδύνων οι οποίες απαιτούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κίνδυνοι από τις θέσεις που λαμβάνονται και η συμβολή τους στο γενικό προφίλ κινδύνων μετρώνται με ακρίβεια βάσει ορθών και αξιόπιστων δεδομένων και ότι οι ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές μέτρησης κινδύνων τεκμηριώνονται επαρκώς·

β)

πραγματοποιούν περιοδικούς εκ των υστέρων ελέγχους προκειμένου να επανεξετάζουν την ισχύ των ρυθμίσεων μέτρησης κινδύνων, οι οποίοι συμπεριλαμβάνουν προβλέψεις και εκτιμήσεις βασισμένες σε μοντέλα·

γ)

πραγματοποιούν περιοδικές μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις και αναλύσεις σεναρίων προκειμένου να αντιμετωπίζουν κινδύνους εξαιτίας πιθανών αλλαγών στις συνθήκες της αγοράς που μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο για τον ΟΕΕ·

δ)

διασφαλίζουν ότι το τρέχον επίπεδο κινδύνων συνάδει με τα όρια κινδύνων που έχουν τεθεί βάσει του άρθρου 44·

ε)

θεσπίζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν επαρκείς διαδικασίες οι οποίες, σε περίπτωση πραγματικών ή προβλεπόμενων παραβιάσεων των ορίων κινδύνων του ΟΕΕ, έχουν ως αποτέλεσμα τη λήψη έγκαιρων διορθωτικών μέτρων προς το συμφέρον των επενδυτών·

στ)

διασφαλίζουν την εφαρμογή ενδεδειγμένων συστημάτων και διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας για κάθε ΟΕΕ σε ευθυγράμμιση με τις απαιτήσεις του άρθρου 46.

ΤΜΗΜΑ 4

Διαχείριση ρευστότητας

(άρθρο 16 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 46

Σύστημα και διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας

Οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους την εφαρμογή ενδεδειγμένου συστήματος και αποτελεσματικών διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας και την πολιτική εξόφλησης του κάθε ΟΕΕ.

Άρθρο 47

Παρακολούθηση και διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας

1.   Το σύστημα και οι διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας που αναφέρονται στο άρθρο 46 θα πρέπει να διασφαλίζουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

ότι ο ΔΟΕΕ διατηρεί επίπεδο ρευστότητας στον ΟΕΕ το οποίο ενδείκνυται για τις υποκείμενες υποχρεώσεις του βάσει αξιολόγησης της σχετικής ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ στην αγορά, λαμβανομένου υπόψη του απαιτούμενου χρόνου ρευστοποίησης και της τιμής ή της αξίας στην οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, καθώς και της ευαισθησίας τους σε άλλους κινδύνους ή παράγοντες της αγοράς·

β)

ότι ο ΔΟΕΕ παρακολουθεί το προφίλ ρευστότητας του χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την οριακή κατανομή επιμέρους περιουσιακών στοιχείων τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιαστικά τη ρευστότητα, καθώς και τις ουσιαστικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, ενδεχόμενες ή άλλες, τις οποίες μπορεί να έχει ο ΟΕΕ σε σχέση με τις υποκείμενες υποχρεώσεις του. Για τους σκοπούς αυτούς, ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη το προφίλ της βάσης επενδυτών του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων του είδους των επενδυτών, του σχετικού μεγέθους των επενδύσεων και των όρων εξόφλησης στους οποίους υπόκεινται οι επενδύσεις αυτές·

γ)

ότι ο ΔΟΕΕ, όταν ο ΟΕΕ επενδύει σε άλλους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, παρακολουθεί την προσέγγιση που εφαρμόζουν οι διαχειριστές των εν λόγω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε σχέση με τη διαχείριση ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της διενέργειας περιοδικών επανεξετάσεων για την παρακολούθηση αλλαγών στις διατάξεις περί εξόφλησης των υποκείμενων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους επενδύει ο ΟΕΕ. Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει όταν οι άλλοι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων στους οποίους επενδύει ο ΟΕΕ υπόκεινται σε ενεργή διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά κατά την έννοια του σημείου 14) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας·

δ)

ότι ο ΔΟΕΕ υλοποιεί και διατηρεί ενδεδειγμένες ρυθμίσεις και διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας για την αξιολόγηση των ποσοτικών και ποιοτικών κινδύνων των θέσεων και των σκοπούμενων επενδύσεων που έχουν ουσιαστική επίπτωση στο προφίλ ρευστότητας του χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ προκειμένου να επιτρέψει την ενδεδειγμένη μέτρηση των συνεπειών τους στο συνολικό προφίλ ρευστότητας. Οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται διασφαλίζουν ότι ο ΔΟΕΕ διαθέτει την ενδεδειγμένη γνώση και κατανόηση της ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχει επενδύσει ή σκοπεύει να επενδύσει ο ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων, όταν αυτό εφαρμόζεται, του όγκου συναλλαγών και της ευαισθησίας των τιμών και, κατά περίπτωση, των περιθωρίων των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων υπό κανονικές και έκτακτες συνθήκες ρευστότητας·

ε)

ότι ο ΔΟΕΕ εξετάζει και εφαρμόζει τα εργαλεία και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών διακανονισμών, που απαιτούνται για τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται. Ο ΔΟΕΕ προσδιορίζει τα είδη των συνθηκών υπό τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα εν λόγω εργαλεία και οι εν λόγω διευθετήσεις τόσο υπό κανονικές όσο και υπό έκτακτες συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τη δίκαιη μεταχείριση όλων των επενδυτών του ΟΕΕ σε σχέση με κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ μπορεί να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω εργαλεία και τις εν λόγω διευθετήσεις μόνο υπό αυτές τις συνθήκες και εάν έχουν γίνει οι δέουσες γνωστοποιήσεις βάσει του άρθρου 108.

2.   Οι ΔΟΕΕ τεκμηριώνουν τις πολιτικές και διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητάς τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τις επανεξετάζουν τουλάχιστον σε ετήσια βάση και τις επικαιροποιούν σε περίπτωση τυχόν αλλαγών ή νέων ρυθμίσεων.

3.   Οι ΔΟΕΕ συμπεριλαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα κλιμάκωσης στο σύστημα και στις διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητάς τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την αντιμετώπιση αναμενόμενων ή πραγματικών ελλείψεων ρευστότητας ή άλλων προβλημάτων του ΟΕΕ.

4.   Όταν ο ΔΟΕΕ διαχειρίζεται έναν ΟΕΕ που είναι μοχλευόμενος ΟΕΕ κλειστού τύπου, δεν ισχύει το στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 48

Όρια διαχείρισης ρευστότητας και μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις

1.   Οι ΔΟΕΕ, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται, υλοποιούν και διατηρούν επαρκή όρια για τη ρευστότητα ή την έλλειψη ρευστότητας του ΟΕΕ, σε ευθυγράμμιση με την πολιτική εξόφλησης που εφαρμόζει ο ΟΕΕ και σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 44 αναφορικά με τα ποσοτικά και ποιοτικά όρια κινδύνου.

Οι ΔΟΕΕ παρακολουθούν τη συμμόρφωση με τα εν λόγω όρια και, σε περίπτωση υφιστάμενης ή πιθανής υπέρβασής τους, καθορίζουν τις απαιτούμενες (ή αναγκαίες) ενέργειες. Κατά τον καθορισμό των ενδεδειγμένων ενεργειών, οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν υπόψη την επάρκεια των πολιτικών και διαδικασιών διαχείρισης ρευστότητας, την καταλληλότητα του προφίλ ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ και την επίδραση των μη τυπικών επιπέδων των αιτημάτων εξόφλησης.

2.   Οι ΔΟΕΕ διενεργούν τακτικά μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις, υπό κανονικές και έκτακτες συνθήκες ρευστότητας, οι οποίοι τους επιτρέπουν να αξιολογούν τον κίνδυνο ρευστότητας κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται. Οι μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις:

α)

διενεργούνται βάσει αξιόπιστων και επικαιροποιημένων πληροφοριών από ποσοτικής ή, όταν αυτό δεν ενδείκνυται, ποιοτικής άποψης·

β)

κατά περίπτωση, προσομοιώνουν την έλλειψη ρευστότητας των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ και μη τυπικά αιτήματα εξόφλησης·

γ)

καλύπτουν κινδύνους αγοράς και τυχόν επίπτωση που προκύπτει, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων περιθωρίου, απαιτήσεων παροχής ασφάλειας ή πιστωτικών ορίων·

δ)

λαμβάνουν υπόψη τις ευαισθησίες αποτίμησης υπό ακραίες καταστάσεις·

ε)

διενεργούνται με συχνότητα που ενδείκνυται για τη φύση των ΟΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας, το είδος των επενδυτών και την πολιτική εξόφλησης του ΟΕΕ, τουλάχιστον μία φορά το έτος.

3.   Οι ΔΟΕΕ ενεργούν προς το συμφέρον των επενδυτών αναφορικά με την έκβαση τυχόν μετρήσεων κινδύνου υπό ακραίες συνθήκες.

Άρθρο 49

Ευθυγράμμιση της επενδυτικής στρατηγικής, του προφίλ ρευστότητας και της πολιτικής εξόφλησης

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η επενδυτική στρατηγική, το προφίλ ρευστότητας και η πολιτική εξόφλησης κάθε ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται ένας ΔΟΕΕ θεωρούνται ευθυγραμμισμένα όταν οι επενδυτές έχουν τη δυνατότητα να εξοφλούν τις επενδύσεις τους με τρόπο που διασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση όλων των επενδυτών του ΟΕΕ και βάσει της πολιτικής και των υποχρεώσεων εξόφλησης του ΟΕΕ.

2.   Κατά την αξιολόγηση της ευθυγράμμισης της επενδυτικής στρατηγικής, του προφίλ ρευστότητας και της πολιτικής εξόφλησης, ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη και την επίπτωση που ενδέχεται να έχουν οι εξοφλήσεις στις υποκείμενες τιμές ή τα περιθώρια των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 5

Επένδυση σε θέσεις τιτλοποίησης

(άρθρο 17 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 50

Ορισμοί

Στο τμήμα αυτό:

α)

ως «τιτλοποίηση» νοείται τιτλοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 36 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

β)

ως «θέση τιτλοποίησης» νοείται θέση τιτλοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 40 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

γ)

ως «ανάδοχος» νοείται ανάδοχος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 42 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

δ)

ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται τμήμα τιτλοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 39 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

Άρθρο 51

Απαιτήσεις περί διατηρούμενου συμφέροντος

1.   Οι ΔΟΕΕ αναλαμβάνουν έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο μιας τιτλοποίησης για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ που διαχειρίζονται μόνο εάν το μεταβιβάζον ή ανάδοχο ίδρυμα ή ο αρχικός δανειοδότης έχει γνωστοποιήσει σαφώς στον ΔΟΕΕ τη διατήρηση, σε διαρκή βάση, σημαντικού καθαρού οικονομικού συμφέροντος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν υπολείπεται του 5 %.

Ως διατήρηση σημαντικού καθαρού οικονομικού συμφέροντος που δεν υπολείπεται του 5 % θεωρείται μόνο μία από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α)

διατήρηση τουλάχιστον του 5 % της ονομαστικής αξίας καθενός από τα τμήματα τιτλοποίησης που έχουν πωληθεί ή μεταβιβαστεί στους επενδυτές·

β)

στην περίπτωση τιτλοποίησης ανανεούμενων πιστώσεων, διατήρηση του συμφέροντος του μεταβιβάζοντος ιδρύματος σε ποσοστό τουλάχιστον του 5 % της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων εκθέσεων·

γ)

διατήρηση τυχαίως επιλεγμένων εκθέσεων, ισοδύναμων προς ποσοστό τουλάχιστον 5 % της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων εκθέσεων, εφόσον οι εκθέσεις αυτές θα είχαν ειδάλλως τιτλοποιηθεί κατά τη διαδικασία τιτλοποίησης, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμός των ενδεχόμενων τιτλοποιημένων εκθέσεων δεν είναι μικρότερος των 100 κατά τη δημιουργία τους·

δ)

διατήρηση του πρώτου τμήματος ζημίας και, εφόσον απαιτείται, άλλων τμημάτων που έχουν το ίδιο ή δυσμενέστερο προφίλ κινδύνων και δεν λήγουν νωρίτερα από τα τμήματα που μεταβιβάζονται ή πωλούνται στους επενδυτές, ούτως ώστε η διατήρηση να ισούται συνολικά τουλάχιστον με το 5 % της ονομαστικής αξίας των τιτλοποιημένων εκθέσεων·

ε)

διατήρηση μιας αρχικής έκθεσης ζημίας που δεν υπολείπεται του 5 % κάθε τιτλοποιημένης ζημίας στην τιτλοποίηση.

Το καθαρό οικονομικό συμφέρον μετράται κατά τη δημιουργία και διατηρείται σε συνεχή βάση. Το καθαρό οικονομικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένων διατηρούμενων θέσεων, συμφερόντων ή εκθέσεων, δεν υπόκειται σε οιαδήποτε μείωση πιστωτικού κινδύνου ή οιεσδήποτε αρνητικές θέσεις ή οιαδήποτε άλλη αντιστάθμιση και δεν πωλείται. Το καθαρό οικονομικό συμφέρον καθορίζεται από την ονομαστική αξία των εκτός ισολογισμού στοιχείων.

Δεν επιτρέπεται η πολλαπλή εφαρμογή των απαιτήσεων διατήρησης για καμία τιτλοποίηση.

2.   Η παράγραφος 1 δεν ισχύει όταν οι τιτλοποιημένες εκθέσεις αποτελούν απαιτήσεις ή ενδεχόμενες απαιτήσεις έναντι των ιδρυμάτων που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 122α παράγραφος 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, ή τις οποίες εγγυώνται πλήρως, άνευ όρων και αμετακλήτως τα ιδρύματα αυτά, και δεν ισχύουν για τις συναλλαγές που απαριθμούνται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 122α παράγραφος 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

Άρθρο 52

Ποιοτικές απαιτήσεις αναφορικά με ανάδοχα και μεταβιβάζοντα ιδρύματα

Προτού ένας ΔΟΕΕ αναλάβει έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο μιας τιτλοποίησης για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ, διασφαλίζει ότι το ανάδοχο και μεταβιβάζον ίδρυμα:

α)

χορηγούν πίστωση βάσει εύλογων και σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων και καταρτίζουν σαφώς τη διαδικασία χορήγησης, αναθεώρησης, ανανέωσης και αναχρηματοδότησης δανείων για προς τιτλοποίηση εκθέσεις όπως αυτά ισχύουν για τις εκθέσεις που κατέχουν·

β)

θεσπίζουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικά συστήματα για τη διαρκή διαχείριση και παρακολούθηση των χαρτοφυλακίων και εκθέσεών τους που είναι εκτεθειμένα σε πιστωτικό κίνδυνο, πράγμα που συμπεριλαμβάνει τον προσδιορισμό και τη διαχείριση προβληματικών πιστώσεων και την πραγματοποίηση επαρκών προσαρμογών αξίας, καθώς και τον σχηματισμό των αναγκαίων προβλέψεων·

γ)

διασφαλίζουν την επαρκή διαφοροποίηση κάθε χαρτοφυλακίου πιστώσεων στην αγορά-στόχο, καθώς και της συνολικής πιστωτικής στρατηγικής·

δ)

έχουν γραπτή πολιτική πιστωτικού κινδύνου η οποία περιλαμβάνει τα όρια ανοχής κινδύνου και την πολιτική προβλέψεων που εφαρμόζουν και περιγράφει τον τρόπο μέτρησης, παρακολούθησης και ελέγχου του εν λόγω κινδύνου·

ε)

χορηγούν άμεση πρόσβαση σε όλα τα ουσιωδώς συναφή δεδομένα σχετικά με την πιστωτική ποιότητα και τις επιδόσεις των επιμέρους υποκείμενων εκθέσεων, ταμειακών ροών και ασφάλειας που υποστηρίζουν μια τιτλοποιημένη έκθεση, καθώς και πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διενέργεια ολοκληρωμένων και βασισμένων σε ενδελεχή πληροφόρηση μετρήσεων κινδύνων υπό ακραίες καταστάσεις όσον αφορά τις ταμειακές ροές και τις αξίες των ασφαλειών που υποστηρίζουν τις υποκείμενες εκθέσεις. Για τον σκοπό αυτό, τα ουσιωδώς συναφή δεδομένα ορίζονται κατά την ημερομηνία τιτλοποίησης και, εφόσον αυτό ενδείκνυται λόγω της φύσης της τιτλοποίησης, μετά την ημερομηνία αυτή·

στ)

χορηγούν άμεση πρόσβαση σε όλα τα υπόλοιπα συναφή δεδομένα που απαιτούνται προκειμένου ο ΔΟΕΕ να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 53·

ζ)

γνωστοποιούν το επίπεδο του διατηρούμενου καθαρού οικονομικού οφέλους τους που αναφέρεται στο άρθρο 51, καθώς και οποιαδήποτε ζητήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη διατήρηση του ελάχιστου απαιτούμενου καθαρού οικονομικού οφέλους που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 53

Ποιοτικές απαιτήσεις αναφορικά με ΔΟΕΕ εκτεθειμένους σε τιτλοποιήσεις

1.   Προτού εκτεθούν στον πιστωτικό κίνδυνο μιας τιτλοποίησης για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ, καθώς και μετά την εν λόγω έκθεση κατά περίπτωση, οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές για καθεμιά από τις επιμέρους θέσεις τιτλοποίησής τους ότι έχουν πλήρη και ενδελεχή κατανόηση των θέσεων αυτών και έχουν υλοποιήσει επίσημες πολιτικές και διαδικασίες ενδεδειγμένες για το προφίλ κινδύνων των σχετικών επενδύσεων του ΟΕΕ σε θέσεις τιτλοποίησης για ανάλυση και καταγραφή:

α)

πληροφοριών που γνωστοποιούνται δυνάμει του άρθρου 51, από μεταβιβάζοντα ή ανάδοχα ιδρύματα με στόχο τον προσδιορισμό του καθαρού οικονομικού συμφέροντος στην τιτλοποίηση την οποία διατηρούν σε συνεχή βάση·

β)

των χαρακτηριστικών κινδύνου της επιμέρους θέσης τιτλοποίησης·

γ)

των χαρακτηριστικών κινδύνου των υποκείμενων εκθέσεων στην επιμέρους θέση τιτλοποίησης·

δ)

της υπόληψης και των ζημιών που υπέστησαν από προηγούμενες τιτλοποιήσεις των μεταβιβαζόντων ή ανάδοχων ιδρυμάτων στις αντίστοιχες κατηγορίες εκθέσεων, τις υποκείμενες στη θέση τιτλοποίησης·

ε)

των δηλώσεων και γνωστοποιήσεων των μεταβιβαζόντων ή ανάδοχων ιδρυμάτων, ή των εκπροσώπων ή συμβούλων τους, σχετικά με τον από μέρους τους νομικό έλεγχο των τιτλοποιημένων εκθέσεων και, εφόσον ισχύει κάτι τέτοιο, σχετικά με την ποιότητα της χρηματοοικονομικής ασφάλειας που υποστηρίζει τις τιτλοποιημένες εκθέσεις·

στ)

κατά περίπτωση, των μεθόδων και των εννοιών στις οποίες στηρίζεται η εκτίμηση της χρηματοοικονομικής ασφάλειας που υποστηρίζει τις τιτλοποιημένες εκθέσεις και των πολιτικών που έχουν εγκρίνει το μεταβιβάζον ή ανάδοχο ίδρυμα για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του εκτιμητή·

ζ)

όλων των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της τιτλοποίησης που μπορούν να έχουν ουσιαστική επίπτωση στην απόδοση της θέσης τιτλοποίησης του ιδρύματος, όπως ο συμβατικός «καταρράκτης» (waterfall) και οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης που σχετίζονται με αυτόν, οι πιστωτικές ενισχύσεις, οι ενισχύσεις ρευστότητας, οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης αγοραίας αξίας και οι ορισμοί της αθέτησης για συγκεκριμένες συναλλαγές.

2.   Όταν ένας ΔΟΕΕ έχει αναλάβει έκθεση σε υλική αξία του πιστωτικού κινδύνου μιας τιτλοποίησης για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ, διενεργεί τακτικά μετρήσεις κινδύνου υπό ακραίες καταστάσεις οι οποίες ενδείκνυνται για τις εν λόγω θέσεις τιτλοποίησης βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 15 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Οι μετρήσεις κινδύνων υπό ακραίες καταστάσεις θα πρέπει να είναι ανάλογες της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων που ενέχουν οι θέσεις τιτλοποίησης.

Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν επίσημες διαδικασίες παρακολούθησης βάσει των αρχών του άρθρου 15 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ οι οποίες είναι ανάλογες με το προφίλ κινδύνων του σχετικού ΟΕΕ αναφορικά με τον πιστωτικό κίνδυνο μιας θέσης τιτλοποίησης για τη διαρκή και έγκαιρη παρακολούθηση πληροφοριών απόδοσης σχετικά με εκθέσεις υποκείμενες στις εν λόγω θέσεις τιτλοποίησης. Αυτές οι πληροφορίες περιλαμβάνουν (εάν σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος τιτλοποίησης και δεν περιορίζονται στα είδη πληροφοριών που περιγράφονται κατωτέρω) το είδος της έκθεσης, το ποσοστό δανείων σε καθυστέρηση άνω των 30, 60 και 90 ημερών, τα ποσοστά αθέτησης, τα δάνεια με αγωγή κατάσχεσης, το είδος της ασφάλειας και τη χρησιμοποίηση, την κατανομή συχνότητας των βαθμών πιστοληπτικής ικανότητας ή άλλων μέτρων φερεγγυότητας στις υποκείμενες εκθέσεις, τη γεωγραφική και τομεακή διαφοροποίηση, την κατανομή συχνότητας του λόγου «δάνειο/αξία» με εύρος που διευκολύνει την επαρκή ανάλυση ευαισθησίας. Εάν οι υποκείμενες εκθέσεις αυτές καθαυτές συνιστούν θέσεις τιτλοποίησης, οι ΔΟΕΕ οφείλουν να έχουν τις απαριθμούμενες πληροφορίες της παρούσας παραγράφου όχι μόνον σχετικά με τα υποκείμενα τμήματα τιτλοποίησης, όπως η επωνυμία του εκδότη και η πιστωτική ποιότητα, αλλά επίσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις αποδόσεις των ομάδων των υποκείμενων σε τμήματα τιτλοποίησης.

Οι ΔΟΕΕ εφαρμόζουν τα ίδια πρότυπα ανάλυσης σε συμμετοχές ή αναδοχές όσον αφορά εκδόσεις τιτλοποιήσεων τις οποίες αγοράζουν τρίτοι.

3.   Για την ενδεδειγμένη διαχείριση κινδύνων και ρευστότητας, οι ΔΟΕΕ που αναλαμβάνουν έκθεση στον πιστωτικό κίνδυνο τιτλοποίησης για λογαριασμό ενός ή περισσότερων ΟΕΕ διενεργούν με ενδεδειγμένο τρόπο τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, τη διαχείριση, τον έλεγχο και την υποβολή εκθέσεων περί των κινδύνων που προκύπτουν εξαιτίας αναντιστοιχιών μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού του οικείου ΟΕΕ, του κινδύνου συγκέντρωσης ή του επενδυτικού κινδύνου που προκύπτει από τα μέσα αυτά. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι το προφίλ κινδύνων των εν λόγω θέσεων τιτλοποίησης ανταποκρίνεται στο μέγεθος, στη συνολική δομή του χαρτοφυλακίου, στις επενδυτικές στρατηγικές και στους επενδυτικούς στόχους του οικείου ΟΕΕ, όπως διατυπώνονται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα, ή στο ενημερωτικό φυλλάδιο ή στα έγγραφα προσφοράς του ΟΕΕ.

4.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 18 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, την ύπαρξη επαρκούς βαθμού υποβολής εσωτερικών εκθέσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη προκειμένου να είναι τα στελέχη πλήρως ενήμερα για οποιαδήποτε ανάληψη έκθεσης σε τιτλοποιήσεις και προκειμένου να τυγχάνουν επαρκούς διαχείρισης οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τις εν λόγω εκθέσεις.

5.   Οι ΔΟΕΕ συμπεριλαμβάνουν στις εκθέσεις και γνωστοποιήσεις που υποβάλλουν βάσει των άρθρων 22, 23 και 24 οδηγίας 2011/61/ΕΕ ενδεδειγμένες πληροφορίες σχετικά με την έκθεσή τους στον πιστωτικό κίνδυνο τιτλοποίησης και με τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζουν στον τομέα αυτό.

Άρθρο 54

Διορθωτικά μέτρα

1.   Οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν εκείνα τα διορθωτικά μέτρα που είναι προς το συμφέρον όσων επενδύουν στον οικείο ΟΕΕ όταν ανακαλύπτουν, μετά την ανάληψη έκθεσης σε τιτλοποίηση, ότι ο προσδιορισμός και η γνωστοποίηση του διατηρούμενου δικαιώματος δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν εκείνα τα διορθωτικά μέτρα που είναι προς το συμφέρον όσων επενδύουν στον οικείο ΟΕΕ όταν το διατηρούμενο συμφέρον υπολείπεται του 5 % σε μια δεδομένη χρονική στιγμή μετά την ανάληψη έκθεσης και αυτό δεν οφείλεται στον κανονικό μηχανισμό πληρωμών της συναλλαγής.

Άρθρο 55

Ρήτρα αποδοχής προϋφιστάμενου καθεστώτος

Τα άρθρα 51 έως 54 ισχύουν για νέες τιτλοποιήσεις που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2011 και έπειτα. Τα άρθρα 51 έως 54 ισχύουν, μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2014, αναφορικά με υφιστάμενες τιτλοποιήσεις όταν προστίθενται ή αντικαθίστανται νέες υποκείμενες εκθέσεις μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 56

Ερμηνεία

Ελλείψει ειδικής ερμηνείας από την ΕΑΚΑΑ ή τη Μεικτή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, οι διατάξεις του παρόντος τμήματος ερμηνεύονται σε συνέπεια με τις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και των κατευθυντήριων γραμμών για το άρθρο 122α της οδηγίας περί κεφαλαιακών απαιτήσεων, της 31ης Δεκεμβρίου 2010 (9), που έχει εκδώσει η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, και των μετέπειτα τροποποιήσεών τους.

ΤΜΗΜΑ 6

Οργανωτικές απαιτήσεις — γενικές αρχές

(άρθρα 12 και 18 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 57

Γενικές απαιτήσεις

1.   Οι ΔΟΕΕ:

α)

θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν διαδικασίες λήψης αποφάσεων, καθώς και οργανωτική δομή που προσδιορίζουν τις ιεραρχικές σχέσεις και την κατανομή λειτουργιών και αρμοδιοτήτων με σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο·

β)

διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια πρόσωπα γνωρίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν για την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων τους·

γ)

θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου που αποσκοπούν στη διασφάλιση συμμόρφωσης με τις αποφάσεις και τις διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα του ΔΟΕΕ·

δ)

θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν αποτελεσματική διαδικασία εσωτερικής υποβολής εκθέσεων και επικοινωνίας σε όλα τα κατάλληλα επίπεδα του ΔΟΕΕ, καθώς και αποτελεσματική ροή πληροφοριών με τυχόν τρίτους που εμπλέκονται·

ε)

διατηρούν επαρκή και εύτακτα αρχεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της εσωτερικής τους οργάνωσης.

Οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, καθώς και τη φύση και το φάσμα των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο των εν λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

2.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν συστήματα και διαδικασίες επαρκείς για τη διαφύλαξη της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των εν λόγω πληροφοριών.

3.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν επαρκή πολιτική συνέχειας της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους που διασφαλίζει, σε περίπτωση διακοπής των συστημάτων και διαδικασιών τους, τη διαφύλαξη των σημαντικότερων δεδομένων και λειτουργιών τους και τη διατήρηση των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, την έγκαιρη ανάκτηση αυτών των δεδομένων και λειτουργιών και την έγκαιρη αποκατάσταση της παροχής των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων τους.

4.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν λογιστικές πολιτικές και διαδικασίες και κανόνες αποτίμησης που τους επιτρέπουν, όταν αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές, να υποβάλλουν εγκαίρως σε αυτές οικονομικές εκθέσεις οι οποίες αντικατοπτρίζουν την πραγματική και ακριβή εικόνα της χρηματοοικονομικής κατάστασής τους και είναι σύμφωνες με όλα τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα και κανόνες.

5.   Οι ΔΟΕΕ υλοποιούν ενδεδειγμένες πολιτικές και διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι πολιτικές εξόφλησης των ΟΕΕ γνωστοποιούνται στους επενδυτές με επαρκή λεπτομέρεια, προτού αυτοί επενδύσουν στον ΟΕΕ, καθώς και σε περίπτωση επέλευσης ουσιαστικών αλλαγών.

6.   Οι ΔΟΕΕ παρακολουθούν και, σε τακτική βάση, αξιολογούν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων, των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των ρυθμίσεων που έχουν θεσπίσει σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5 και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Άρθρο 58

Επεξεργασία ηλεκτρονικών δεδομένων

1.   Οι ΔΟΕΕ προβαίνουν στις ενδεδειγμένες και επαρκείς ρυθμίσεις για κατάλληλα ηλεκτρονικά συστήματα ώστε να επιτρέπεται η έγκαιρη και ορθή καταγραφή κάθε συναλλαγής χαρτοφυλακίου ή εντολής εγγραφής ή, κατά περίπτωση, εξόφλησης

2.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο ασφάλειας κατά την επεξεργασία των ηλεκτρονικών δεδομένων, καθώς και την ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα των καταγεγραμμένων πληροφοριών, κατά περίπτωση.

Άρθρο 59

Λογιστικές διαδικασίες

1.   Οι ΔΟΕΕ εφαρμόζουν τις λογιστικές πολιτικές και διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 57 παράγραφος 4 με τρόπο που διασφαλίζει την προστασία των επενδυτών. Τα λογιστικά αρχεία τηρούνται έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του ΟΕΕ να μπορούν να εντοπιστούν άμεσα ανά πάσα στιγμή. Σε περίπτωση που ένας ΟΕΕ διαθέτει διαφορετικά επενδυτικά τμήματα, τηρούνται χωριστοί λογαριασμοί για αυτά τα επενδυτικά τμήματα.

2.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν πολιτικές και διαδικασίες λογιστικής και αποτίμησης προκειμένου να διασφαλίζουν ότι η καθαρή αξία ενεργητικού του κάθε ΟΕΕ υπολογίζεται επακριβώς βάσει των ισχυόντων λογιστικών κανόνων και προτύπων.

Άρθρο 60

Έλεγχος από το διευθυντικό όργανο, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και την εποπτική λειτουργία

1.   Κατά την εσωτερική κατανομή των λειτουργιών, οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι το διευθυντικό όργανο, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και, κατά περίπτωση, η εποπτική λειτουργία, ευθύνονται για τη συμμόρφωση του ΔΟΕΕ με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του:

α)

είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή της γενικής επενδυτικής πολιτικής για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ, όπως ορίζεται, κατά περίπτωση, στον κανονισμό, στα καταστατικά έγγραφα, στο ενημερωτικό φυλλάδιο ή στα έγγραφα προσφοράς του οργανισμού·

β)

επιβλέπουν την έγκριση επενδυτικών στρατηγικών για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ·

γ)

έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν τη διαμόρφωση και υλοποίηση πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

δ)

έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι ο ΔΟΕΕ διαθέτει διαρκή και αποτελεσματική λειτουργία συμμόρφωσης, ακόμη και σε περίπτωση που η εν λόγω λειτουργία ασκείται από τρίτους·

ε)

διασφαλίζουν και επαληθεύουν περιοδικά ότι η γενική επενδυτική πολιτική, οι επενδυτικές στρατηγικές και τα όρια κινδύνου για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ εφαρμόζονται ορθά και αποτελεσματικά και τηρούνται, ακόμη και σε περίπτωση που η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων ασκείται από τρίτους·

στ)

εγκρίνουν και επανεξετάζουν τακτικά την επάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών λήψης επενδυτικών αποφάσεων για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι σύμφωνες με τις εγκεκριμένες επενδυτικές στρατηγικές·

ζ)

εγκρίνουν και επανεξετάζουν περιοδικά την πολιτική διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τις ρυθμίσεις, διαδικασίες και τεχνικές για την υλοποίηση της πολιτικής αυτής, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος οριοθέτησης κινδύνων για κάθε υπό διαχείριση ΟΕΕ·

η)

έχουν την ευθύνη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν πολιτική αποδοχών βάσει του παραρτήματος II της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

3.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει επίσης ότι τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του και, κατά περίπτωση, η εποπτική λειτουργία του:

α)

προβαίνουν σε αξιολόγηση και περιοδική επανεξέταση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών, ρυθμίσεων και διαδικασιών που εφαρμόζονται για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 2011/61/ΕΕ·

β)

λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

4.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του λαμβάνουν τακτικά, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, γραπτές εκθέσεις σχετικά με ζητήματα συμμόρφωσης, εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων, στις οποίες πρέπει ιδίως να αναφέρεται εάν ελήφθησαν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση τυχόν αδυναμιών.

5.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του λαμβάνουν τακτικά εκθέσεις σχετικά με την υλοποίηση των επενδυτικών στρατηγικών και των εσωτερικών διαδικασιών λήψης επενδυτικών αποφάσεων, σύμφωνα με τα στοιχεία β) έως ε) της παραγράφου 2.

6.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι το διευθυντικό όργανο ή η εποπτική λειτουργία, εάν υφίσταται, λαμβάνει τακτικά γραπτές εκθέσεις σχετικά με τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

Άρθρο 61

Λειτουργία διαρκούς συμμόρφωσης

1.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, υλοποιούν και διατηρούν επαρκείς πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό οποιωνδήποτε κινδύνων μη συμμόρφωσης του ΔΟΕΕ με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των συναφών κινδύνων και θέτουν σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα και διαδικασίες προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους αυτούς και να επιτρέψουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν αποτελεσματικά τις εξουσίες που τους αναθέτει η οδηγία αυτή.

Ο ΔΟΕΕ λαμβάνει υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, καθώς και τη φύση και το φάσμα των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει στο πλαίσιο των εν λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

2.   Ο ΔΟΕΕ θεσπίζει και διατηρεί μόνιμη και αποτελεσματική λειτουργία συμμόρφωσης η οποία λειτουργεί ανεξάρτητα και έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α)

παρακολούθηση και τακτική αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων, πολιτικών και διαδικασιών που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών σχετικών με τη συμμόρφωση του ΔΟΕΕ με τις υποχρεώσεις του·

β)

παροχή συμβουλών στα αρμόδια πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την εκτέλεση των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και παροχή συνδρομής σε αυτά προκειμένου να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που υπέχει ο ΔΟΕΕ δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

3.   Προκειμένου να καταστεί δυνατή η ενδεδειγμένη και ανεξάρτητη εκπλήρωση των ευθυνών της λειτουργίας συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η λειτουργία συμμόρφωσης διαθέτει την απαραίτητη εξουσία, τους πόρους και την εμπειρογνωμοσύνη καθώς και πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες·

β)

ορίζεται υπεύθυνος συμμόρφωσης που φέρει την ευθύνη για τη λειτουργία συμμόρφωσης και για την τακτική υποβολή εκθέσεων, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη σχετικά με ζητήματα συμμόρφωσης, όπου πρέπει ιδίως να αναφέρεται αν ελήφθησαν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα σε περίπτωση τυχόν αδυναμιών·

γ)

τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη λειτουργία συμμόρφωσης δεν εμπλέκονται στην εκτέλεση των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων τις οποίες παρακολουθούν·

δ)

η μέθοδος προσδιορισμού της αμοιβής του υπευθύνου συμμόρφωσης και των υπόλοιπων προσώπων που συμμετέχουν στη λειτουργία συμμόρφωσης δεν θέτει ούτε να είναι δυνατόν να θέσει υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητά τους.

Ωστόσο, ο ΔΟΕΕ δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με το στοιχείο γ) ή δ) του πρώτου εδαφίου εάν είναι σε θέση να αποδείξει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, καθώς και τη φύση και το φάσμα των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων του, η απαίτηση αυτή δεν είναι αναλογική και ότι η λειτουργία συμμόρφωσης εξακολουθεί να είναι αποτελεσματική.

Άρθρο 62

Λειτουργία διαρκούς εσωτερικού λογιστικού ελέγχου

1.   Οι ΔΟΕΕ, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο και αναλογικό λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, καθώς και τη φύση και το φάσμα των δραστηριοτήτων διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, θεσπίζουν και διατηρούν λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου χωριστή και ανεξάρτητη από τις άλλες λειτουργίες και δραστηριότητες του ΔΟΕΕ.

2.   Η λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)

θεσπίζει, υλοποιεί και διατηρεί σχέδιο εσωτερικού λογιστικού ελέγχου για την εξέταση και αξιολόγηση της επάρκειας και αποτελεσματικότητας των συστημάτων, μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και ρυθμίσεων του ΔΟΕΕ·

β)

διατυπώνει συστάσεις με βάση τα αποτελέσματα των εργασιών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το στοιχείο α)·

γ)

επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση με τις συστάσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

δ)

υποβάλλει εκθέσεις για ζητήματα σχετικά με τον εσωτερικό λογιστικό έλεγχο.

Άρθρο 63

Προσωπικές συναλλαγές

1.   Ο ΔΟΕΕ καθιερώνει, υλοποιεί και διατηρεί επαρκείς ρυθμίσεις που παρεμποδίζουν την άσκηση των ακόλουθων δραστηριοτήτων από κάθε αρμόδιο πρόσωπο που εμπλέκεται σε δραστηριότητες οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ή το οποίο έχει πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (10) ή σε άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες σχετιζόμενες με ΟΕΕ ή συναλλαγές με ή για ΟΕΕ:

α)

να εκτελεί προσωπική συναλλαγή επί χρηματοοικονομικών μέσων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

η συναλλαγή υπόκειται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/6/ΕΚ,

ii)

η συναλλαγή συνεπάγεται την κατάχρηση ή αθέμιτη γνωστοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών,

iii)

η συναλλαγή αντιβαίνει ή είναι πιθανό να αντιβαίνει σε υποχρέωση που υπέχει ο ΔΟΕΕ δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

β)

να συμβουλεύει ή να παρακινεί, εκτός του κανονικού πλαισίου της εργασίας του ή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να εκτελέσει προσωπική συναλλαγή που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) και ii), ή που θα συνιστούσε άλλως πως κατάχρηση πληροφοριών σχετικά με εκκρεμείς εντολές·

γ)

να γνωστοποιεί, εκτός του κανονικού πλαισίου της εργασίας του ή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών και, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/6/ΕΚ, οποιαδήποτε πληροφορία ή γνώμη σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εφόσον το αρμόδιο πρόσωπο γνωρίζει ή θα όφειλε εύλογα να γνωρίζει ότι μετά τη γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών το άλλο πρόσωπο θα προβεί ή θα ήταν πιθανό να προβεί σε μια από τις ακόλουθες ενέργειες:

i)

να εκτελέσει προσωπική συναλλαγή που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) και ii) επί χρηματοοικονομικών μέσων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, ή που θα συνιστούσε άλλως πως κατάχρηση πληροφοριών σχετικά με εκκρεμείς εντολές,

ii)

να συμβουλεύσει ή να βοηθήσει άλλο πρόσωπο να εκτελέσει τέτοιου είδους προσωπική συναλλαγή.

2.   Οι ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει, ιδίως, να διασφαλίζουν ότι:

α)

κάθε αρμόδιο πρόσωπο γνωρίζει τους περιορισμούς σχετικά με τις προσωπικές συναλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και τα μέτρα που έχουν προβλεφθεί από τον ΔΟΕΕ σε σχέση με τις προσωπικές συναλλαγές και τις γνωστοποιήσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

ο ΔΟΕΕ ενημερώνεται έγκαιρα σχετικά με οποιαδήποτε προσωπική συναλλαγή η οποία εκτελείται από αρμόδιο πρόσωπο που εμπίπτει στην παράγραφο 1, είτε με κοινοποίηση της εν λόγω της συναλλαγής είτε με άλλες διαδικασίες που επιτρέπουν στον ΔΟΕΕ να εντοπίζει τέτοιου είδους συναλλαγές·

γ)

τηρείται αρχείο των προσωπικών συναλλαγών που κοινοποιούνται στον ΔΟΕΕ ή εντοπίζονται από αυτόν, συμπεριλαμβανομένης κάθε έγκρισης ή απαγόρευσης τέτοιας συναλλαγής.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, σε περίπτωση που ορισμένες δραστηριότητες του ΔΟΕΕ εκτελούνται από τρίτους, ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι η οντότητα που ασκεί τη δραστηριότητα τηρεί αρχείο των προσωπικών συναλλαγών που εκτελούνται από οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στην παράγραφο 1 και παρέχει τις πληροφορίες αυτές στον ΔΟΕΕ έγκαιρα, κατόπιν αιτήματος.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν για προσωπικές συναλλαγές:

α)

που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών ελεύθερης διαχείρισης χαρτοφυλακίων όταν δεν υπάρχει προηγούμενη κοινοποίηση σε σχέση με τη συναλλαγή μεταξύ του διαχειριστή του χαρτοφυλακίου και του αρμόδιου προσώπου ή άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου εκτελείται η συναλλαγή·

β)

σε ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ που υπόκεινται σε εποπτεία βάσει του δικαίου κράτους μέλους που απαιτεί ισοδύναμο επίπεδο κατανομής κινδύνου στα περιουσιακά τους στοιχεία, εφόσον το αρμόδιο πρόσωπο και κάθε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου εκτελούνται οι συναλλαγές δεν εμπλέκεται στη διαχείριση του οργανισμού αυτού.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η προσωπική συναλλαγή περιλαμβάνει επίσης συναλλαγή επί χρηματοοικονομικού μέσου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου η οποία διενεργείται εξ ονόματος και για λογαριασμό:

α)

αρμόδιου προσώπου·

β)

οποιουδήποτε προσώπου με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο έχει οικογενειακή σχέση ή με το οποίο το αρμόδιο πρόσωπο διατηρεί στενούς δεσμούς·

γ)

προσώπου του οποίου η σχέση με το αρμόδιο πρόσωπο είναι τέτοια ώστε το αρμόδιο πρόσωπο να έχει άλλο άμεσο ή έμμεσο ουσιώδες συμφέρον από το αποτέλεσμα της συναλλαγής, εκτός της αμοιβής ή της προμήθειας για την εκτέλεση της συναλλαγής.

Άρθρο 64

Καταγραφή συναλλαγών χαρτοφυλακίου

1.   Οι ΔΟΕΕ δημιουργούν χωρίς καθυστέρηση για κάθε συναλλαγή χαρτοφυλακίου σχετική με τους ΟΕΕ που διαχειρίζονται αρχείο πληροφοριών οι οποίες επαρκούν για την εξακρίβωση των λεπτομερειών της εντολής και της εκτελούμενης συναλλαγής ή της συμφωνίας.

2.   Αναφορικά με τις συναλλαγές χαρτοφυλακίου σε έναν τόπο εκτέλεσης, το αρχείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να περιλαμβάνει τις εξής πληροφορίες:

α)

το όνομα ή άλλο χαρακτηρισμό του ΟΕΕ και του προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ·

β)

το περιουσιακό στοιχείο·

γ)

κατά την περίπτωση, την ποσότητα·

δ)

το είδος της εντολής ή της συναλλαγής·

ε)

την τιμή·

στ)

προκειμένου για εντολές, την ημερομηνία και την ακριβή ώρα της μεταβίβασης της εντολής και το όνομα ή άλλο χαρακτηρισμό του προσώπου στο οποίο μεταβιβάσθηκε η εντολή, ή προκειμένου για συναλλαγές, την ημερομηνία και την ακριβή ώρα της απόφασης διαπραγμάτευσης και της εκτέλεσης της συναλλαγής·

ζ)

κατά περίπτωση, το όνομα του προσώπου που μεταβίβασε την εντολή ή που εκτέλεσε τη συναλλαγή·

η)

κατά περίπτωση, τους λόγους ανάκλησης μιας εντολής·

θ)

προκειμένου για εκτελεσθείσες συναλλαγές, το στοιχείο αναγνώρισης του αντισυμβαλλομένου και του τόπου εκτέλεσης.

3.   Αναφορικά με συναλλαγές χαρτοφυλακίου εκτελούμενες από τον ΟΕΕ εκτός τόπου εκτέλεσης, το αρχείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να περιλαμβάνει τις εξής πληροφορίες:

α)

το όνομα ή άλλο χαρακτηρισμό του ΟΕΕ·

β)

τη νομική και άλλη τεκμηρίωση που αποτελεί τη βάση της συναλλαγής χαρτοφυλακίου, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της συμφωνίας όπως εκτελέστηκε·

γ)

την τιμή.

4.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, ο όρος «τόπος εκτέλεσης» περιλαμβάνει έναν συστηματικό εσωτερικοποιητή κατά το σημείο 7) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, μια ρυθμιζόμενη αγορά κατά το σημείο 14) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας, έναν πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης κατά το σημείο 15) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας, έναν ειδικό διαπραγματευτή κατά το σημείο 8) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας ή άλλη οντότητα που επιτελεί σε τρίτη χώρα λειτουργία παρόμοια με τις λειτουργίες οποιουδήποτε από τους προηγούμενους.

Άρθρο 65

Καταγραφή εντολών εγγραφής και εξόφλησης

1.   Οι ΔΟΕΕ λαμβάνουν όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι ληφθείσες εντολές εγγραφής και, κατά περίπτωση, εξόφλησης των ΟΕΕ καταγράφονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την παραλαβή οποιασδήποτε τέτοιας εντολής.

2.   Το εν λόγω αρχείο περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τον σχετικό ΟΕΕ·

β)

το πρόσωπο που δίνει ή μεταβιβάζει την εντολή·

γ)

το πρόσωπο που λαμβάνει την εντολή·

δ)

την ημερομηνία και την ώρα της εντολής·

ε)

τους όρους και τους τρόπους πληρωμής·

στ)

το είδος της εντολής·

ζ)

την ημερομηνία εκτέλεσης της εντολής·

η)

τον αριθμό των προς εγγραφή ή εξόφληση μεριδίων ή μετοχών ή αντίστοιχων ποσών·

θ)

την τιμή εγγραφής ή, κατά περίπτωση, εξόφλησης για κάθε μερίδιο ή μετοχή ή, κατά περίπτωση, το ποσό του κεφαλαίου που αναλαμβάνεται και καταβάλλεται·

ι)

τη συνολική αξία εγγραφής ή εξόφλησης των μεριδίων ή μετοχών·

ια)

την ακαθάριστη αξία της εντολής, συμπεριλαμβανομένων των τελών εγγραφής ή το καθαρό ποσό μετά τα τέλη εξόφλησης.

Οι πληροφορίες των στοιχείων θ), ι) και ια) καταγράφονται το συντομότερο δυνατόν.

Άρθρο 66

Απαιτήσεις τήρησης αρχείων

1.   Οι ΔΟΕΕ διασφαλίζουν τη διατήρηση όλων των απαιτούμενων αρχείων που αναφέρονται στα άρθρα 64 και 65 για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν από τους ΔΟΕΕ να διασφαλίσουν τη διατήρηση ορισμένων ή όλων αυτών των αρχείων για μεγαλύτερη χρονική περίοδο ανάλογα με τη φύση του περιουσιακού στοιχείου ή της συναλλαγής χαρτοφυλακίου, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να έχουν οι αρχές τη δυνατότητα να ασκήσουν τα εποπτικά τους καθήκοντα βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Μετά τον τερματισμό της άδειας λειτουργίας ενός ΔΟΕΕ, τα αρχεία πρέπει να διατηρούνται τουλάχιστον για το υπόλοιπο της πενταετούς περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν τη διατήρησή τους για μεγαλύτερη χρονική περίοδο.

Όταν ο ΔΟΕΕ μεταβιβάζει τις ευθύνες που σχετίζονται με τον ΟΕΕ σε άλλον ΔΟΕΕ, διασφαλίζει ότι ο εν λόγω ΔΟΕΕ έχει πρόσβαση στα αρχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Τα αρχεία διατηρούνται σε μέσο που επιτρέπει την αποθήκευση των πληροφοριών με τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική εξέταση από τις αρμόδιες αρχές, με μορφή και τρόπο που ικανοποιούν τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

οι αρμόδιες αρχές πρέπει να έχουν εύκολα πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία και να μπορούν να αναπαράγουν τα βασικά στάδια της επεξεργασίας κάθε συναλλαγής χαρτοφυλακίου·

β)

πρέπει να είναι δυνατό να διαπιστωθούν εύκολα τυχόν διορθώσεις ή τροποποιήσεις, καθώς και το περιεχόμενο των αρχείων πριν από τις εν λόγω διορθώσεις ή τροποποιήσεις·

γ)

πρέπει να μην είναι δυνατή καμία άλλη παρέμβαση ή αλλοίωση.

ΤΜΗΜΑ 7

Αποτίμηση

(άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 67

Πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ

1.   Οι ΔΟΕΕ θεσπίζουν, διατηρούν, υλοποιούν και επανεξετάζουν για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται, γραπτές πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ορθή, διαφανή, ολοκληρωμένη και δεόντως τεκμηριωμένη διεργασία αποτίμησης. Η πολιτική και οι διαδικασίες αποτίμησης καλύπτουν όλες τις ουσιώδεις πτυχές της διεργασίας αποτίμησης και των διαδικασιών και ελέγχων αποτίμησης αναφορικά με τον οικείο ΟΕΕ.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του εθνικού δικαίου και του κανονισμού και των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει την εφαρμογή δίκαιων, ενδεδειγμένων και διαφανών μεθοδολογιών αποτίμησης για τους ΟΕΕ που διαχειρίζεται. Οι πολιτικές αποτίμησης προσδιορίζουν και οι διαδικασίες υλοποιούν τις μεθοδολογίες αποτίμησης που χρησιμοποιούνται για κάθε είδος περιουσιακού στοιχείου στον οποίο μπορεί να επενδύει ο ΟΕΕ βάσει του ισχύοντος εθνικού δικαίου και του κανονισμού και των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ δεν επενδύει σε ένα συγκεκριμένο είδος περιουσιακού στοιχείου για πρώτη φορά αν δεν έχει προσδιοριστεί ενδεδειγμένη μεθοδολογία, ή μεθοδολογίες, αποτίμησης για το συγκεκριμένο είδος περιουσιακού στοιχείου.

Οι πολιτικές και διαδικασίες που ορίζουν τις μεθοδολογίες αποτίμησης περιλαμβάνουν δεδομένα εισαγωγής, μοντέλα, καθώς και τα κριτήρια επιλογής για πηγές τιμολόγησης και δεδομένων αγοράς. Προβλέπουν τη λήψη τιμών από ανεξάρτητες πηγές, όταν αυτό είναι εφικτό και ενδεδειγμένο. Η διεργασία επιλογής συγκεκριμένης μεθοδολογίας περιλαμβάνει αξιολόγηση των διαθέσιμων σχετικών μεθοδολογιών, λαμβανομένης υπόψη της ευαισθησίας τους σε αλλαγές των μεταβλητών και του τρόπου με τον οποίο συγκεκριμένες στρατηγικές καθορίζουν τη σχετική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χαρτοφυλακίου.

2.   Οι πολιτικές αποτίμησης ορίζουν τις υποχρεώσεις, τους ρόλους και τις ευθύνες όλων των εμπλεκομένων στη διεργασία αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων διοικητικών στελεχών του ΔΟΕΕ. Οι διαδικασίες αντικατοπτρίζουν την οργανωτική δομή που ορίζεται στις πολιτικές αποτίμησης.

Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης διέπουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

την αρμοδιότητα και ανεξαρτησία του προσωπικού που ασχολείται με τη διενέργεια της αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων·

β)

τις ειδικές επενδυτικές στρατηγικές του ΟΕΕ και τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να επενδύσει ο ΟΕΕ·

γ)

τους ελέγχους ως προς την επιλογή των δεδομένων εισαγωγής, των πηγών και των μεθοδολογιών αποτίμησης·

δ)

τους διαύλους κλιμάκωσης για την επίλυση διαφορών στις αξίες περιουσιακών στοιχείων·

ε)

την αποτίμηση οποιωνδήποτε αναπροσαρμογών σχετικών με το μέγεθος και τη ρευστότητα θέσεων ή με αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς, κατά περίπτωση·

στ)

τον ενδεδειγμένο χρόνο κλεισίματος των βιβλίων για τους σκοπούς της αποτίμησης·

ζ)

την ενδεδειγμένη συχνότητα αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων.

3.   Όταν ορίζεται εξωτερικός εκτιμητής, οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης ορίζουν μια διεργασία για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του ΔΟΕΕ και του εξωτερικού εκτιμητή με σκοπό τη διασφάλιση παροχής όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την εκτέλεση της εργασίας αποτίμησης.

Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης διασφαλίζουν ότι ο ΔΟΕΕ διενεργεί αρχική και περιοδική δέουσα επιμέλεια σε τρίτους που ορίζονται για την εκτέλεση υπηρεσιών αποτίμησης.

4.   Όταν η αποτίμηση εκτελείται από τον ίδιο τον ΔΟΕΕ, οι πολιτικές περιλαμβάνουν περιγραφή των διασφαλίσεων της λειτουργικώς ανεξάρτητης εκτέλεσης της εργασίας αποτίμησης βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 19 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Οι εν λόγω διασφαλίσεις περιλαμβάνουν μέτρα για την αποφυγή ή τον περιορισμό της άσκησης ανάρμοστης επιρροής από οποιοδήποτε πρόσωπο στον τρόπο με τον οποίο ασκεί δραστηριότητες αποτίμησης κάποιο άλλο πρόσωπο.

Άρθρο 68

Χρήση μοντέλων για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων

1.   Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται μοντέλο για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων ενός ΟΕΕ, οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης θα πρέπει να εξηγούν και να δικαιολογούν το μοντέλο και τα βασικά του χαρακτηριστικά. Ο λόγος επιλογής του μοντέλου, τα υποκείμενα δεδομένα, οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται στο μοντέλο και οι λόγοι που δικαιολογούν τη χρησιμοποίησή τους, καθώς και οι περιορισμοί της βασισμένης στο μοντέλο αποτίμησης θα πρέπει να τεκμηριώνονται δεόντως.

2.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης θα πρέπει να διασφαλίζουν, πριν από τη χρήση ενός μοντέλου, την επικύρωσή του από πρόσωπο που διαθέτει επαρκή εμπειρογνωμοσύνη και δεν έχει εμπλακεί στη διεργασία δημιουργίας του μοντέλου. Η διεργασία επικύρωσης θα πρέπει να τεκμηριώνεται δεόντως.

3.   Το μοντέλο θα πρέπει υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ΔΟΕΕ. Όταν το μοντέλο χρησιμοποιείται από ΔΟΕΕ που εκτελεί ο ίδιος τη λειτουργία αποτίμησης, η έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη θα ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος της αρμόδιας αρχής να απαιτήσει, βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, την επικύρωση του μοντέλου από εξωτερικό εκτιμητή ή ελεγκτή.

Άρθρο 69

Συνεπής εφαρμογή των πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης

1.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή των πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης, καθώς και των καθορισμένων μεθοδολογιών αποτίμησης.

2.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης και οι καθορισμένες μεθοδολογίες εφαρμόζονται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία ενός ΟΕΕ, λαμβανομένων υπόψη της επενδυτικής στρατηγικής, του είδους των περιουσιακών στοιχείων και, κατά περίπτωση, της ύπαρξης διαφορετικών εξωτερικών εκτιμητών.

3.   Όταν δεν απαιτείται επικαιροποίηση, οι πολιτικές και διαδικασίες εφαρμόζονται με τρόπο διαχρονικά συνεπή, και οι πηγές και κανόνες αποτίμησης διατηρούνται με τρόπο διαχρονικά συνεπή.

4.   Οι διαδικασίες αποτίμησης και οι καθορισμένες μεθοδολογίες εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλους τους ΟΕΕ που τίθενται υπό τη διαχείριση του ίδιου ΔΟΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των επενδυτικών στρατηγικών και των ειδών των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν οι ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, της ύπαρξης διαφορετικών εξωτερικών εκτιμητών.

Άρθρο 70

Περιοδική επανεξέταση των πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης

1.   Οι πολιτικές αποτίμησης προβλέπουν την περιοδική επανεξέταση των πολιτικών και διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών αποτίμησης. Η επανεξέταση διενεργείται τουλάχιστον ετησίως, καθώς και προτού εφαρμόσει ο ΟΕΕ νέα επενδυτική στρατηγική ή εμπλακεί σε νέο είδος περιουσιακού στοιχείου που δεν καλύπτεται από την ήδη εφαρμοζόμενη πολιτική αποτίμησης.

2.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί αλλαγή στην πολιτική αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένης της μεθοδολογίας, και τις συνθήκες υπό τις οποίες θα ενδείκνυτο μια τέτοια αλλαγή. Συστάσεις για αλλαγές στις πολιτικές και διαδικασίες απευθύνονται προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα οποία επανεξετάζουν και εγκρίνουν οποιεσδήποτε αλλαγές.

3.   Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στο άρθρο 38 επανεξετάζεται και, εάν χρειάζεται, παρέχει ενδεδειγμένη υποστήριξη αναφορικά με τις πολιτικές και διαδικασίες που εφαρμόζονται για την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 71

Επανεξέταση επιμέρους αξιών περιουσιακών στοιχείων

1.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει τη δίκαιη και ενδεδειγμένη αποτίμηση όλων των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο ΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ τεκμηριώνει ανά τύπο περιουσιακού στοιχείου τον τρόπο αξιολόγησης του κατά πόσον ενδεδειγμένες και δίκαιες είναι οι επιμέρους αξίες. Ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να αποδείξει ανά πάσα στιγμή ότι αποτιμώνται με ενδεδειγμένο τρόπο τα χαρτοφυλάκια των ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

2.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης ορίζουν μια διεργασία επανεξέτασης των επιμέρους αξιών των περιουσιακών στοιχείων, όταν υφίσταται σημαντικός κίνδυνος μη ενδεδειγμένης αποτίμησης, για παράδειγμα στις εξής περιπτώσεις:

α)

όταν η αποτίμηση βασίζεται σε τιμές προερχόμενες μόνο από μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο ή μεσίτη·

β)

όταν η αποτίμηση βασίζεται σε μη ρευστοποιήσιμες τιμές χρηματιστηρίου·

γ)

όταν η αποτίμηση επηρεάζεται από μέρη σχετιζόμενα με τον ΔΟΕΕ·

δ)

όταν η αποτίμηση επηρεάζεται από άλλες οντότητες που μπορεί να έχουν οικονομικό συμφέρον από τις επιδόσεις του ΟΕΕ·

ε)

όταν η αποτίμηση βασίζεται σε τιμές προερχόμενες από αντισυμβαλλόμενο ο οποίος μεταβίβασε ένα μέσο, ιδίως δε όταν ο μεταβιβάζων χρηματοδοτεί επίσης τη θέση του ΟΕΕ στο μέσο·

στ)

όταν η αποτίμηση επηρεάζεται από ένα ή περισσότερα άτομα στο εσωτερικό του ΔΟΕΕ.

3.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης περιγράφουν τη διεργασία επανεξέτασης, συμπεριλαμβανομένων επαρκών και ενδεδειγμένων επαληθεύσεων και ελέγχων σχετικά με το κατά πόσον εύλογες είναι οι επιμέρους αξίες. Η αξιολόγηση αυτή γίνεται με δεδομένη την ύπαρξη ενδεδειγμένου βαθμού αντικειμενικότητας. Οι εν λόγω επαληθεύσεις και έλεγχοι περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

επαλήθευση αξιών μέσω σύγκρισης μεταξύ τιμών που προέρχονται από τον αντισυμβαλλόμενο και της εξέλιξης των τιμών με το πέρασμα του χρόνου·

β)

επαλήθευση αξιών μέσω σύγκρισης των πραγματικών τιμών και των πρόσφατων λογιστικών αξιών·

γ)

εξέταση της φήμης, συνέπειας και ποιότητας της πηγής αποτίμησης·

δ)

σύγκριση με αξίες δημιουργούμενες από τρίτον·

ε)

εξέταση και τεκμηρίωση εξαιρέσεων·

στ)

τονισμό και έρευνα οποιωνδήποτε διαφορών που φαίνονται ασυνήθεις ή ποικίλλουν βάσει της τιμής αναφοράς αποτίμησης που έχει οριστεί για τον συγκεκριμένο τύπο περιουσιακού στοιχείου·

ζ)

δοκιμές για απαρχαιωμένες τιμές και τεκμαρτές παραμέτρους·

η)

σύγκριση με τις τιμές οποιωνδήποτε σχετικών περιουσιακών στοιχείων ή των αντισταθμίσεών τους·

θ)

επανεξέταση των δεδομένων εισαγωγής που χρησιμοποιούνται για τη βασισμένη σε μοντέλο τιμολόγηση, ιδίως δε εκείνων στα οποία η τιμή του μοντέλου παρουσιάζει σημαντική ευαισθησία.

4.   Οι πολιτικές και διαδικασίες αποτίμησης περιλαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα κλιμάκωσης για την αντιμετώπιση διαφορών ή άλλων προβλημάτων σχετικών με την αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 72

Υπολογισμός της καθαρής αξίας ενεργητικού ανά μετοχή ή μερίδιο

1.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι, για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται, η καθαρή αξία ενεργητικού ανά μετοχή ή μερίδιο υπολογίζεται επ’ ευκαιρία κάθε έκδοσης ή εγγραφής ή εξόφλησης ή ακύρωσης μετοχών ή μεριδίων, αλλά τουλάχιστον μία φορά το έτος.

2.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει την πλήρη τεκμηρίωση των διαδικασιών και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της καθαρής αξίας ενεργητικού ανά μετοχή ή μερίδιο. Οι διαδικασίες και μεθοδολογίες υπολογισμού και η εφαρμογή τους υπόκειται σε τακτική επαλήθευση από τον ΔΟΕΕ, και η τεκμηρίωση τροποποιείται ανάλογα.

3.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει την εφαρμογή διορθωτικών διαδικασιών σε περίπτωση λανθασμένου υπολογισμού της καθαρής αξίας ενεργητικού.

4.   Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο αριθμός των εκδιδόμενων μετοχών ή μεριδίων υπόκειται σε τακτική επαλήθευση, τουλάχιστον με την ίδια συχνότητα με την οποία υπολογίζεται η τιμή της μετοχής ή του μεριδίου.

Άρθρο 73

Επαγγελματικές εγγυήσεις

1.   Οι εξωτερικοί εκτιμητές παρέχουν, κατόπιν αιτήματος, επαγγελματικές εγγυήσεις που αποδεικνύουν την ικανότητά τους να εκτελούν τη λειτουργία αποτίμησης. Οι επαγγελματικές εγγυήσεις παρέχονται από τους εξωτερικούς εκτιμητές σε γραπτή μορφή.

2.   Οι επαγγελματικές εγγυήσεις περιέχουν αποδείξεις για τα προσόντα του εξωτερικού εκτιμητή και την ικανότητά του να εκτελεί την αποτίμηση με ενδεδειγμένο και ανεξάρτητο τρόπο, και περιλαμβάνουν τουλάχιστον αποδείξεις για τα εξής:

α)

επαρκές προσωπικό και τεχνικούς πόρους·

β)

επαρκείς διαδικασίες για τη διασφάλιση ενδεδειγμένης και ανεξάρτητης αποτίμησης·

γ)

επαρκή γνώση και κατανόηση της επενδυτικής στρατηγικής του ΟΕΕ και των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ορίζεται να αποτιμήσει ο εξωτερικός εκτιμητής·

δ)

επαρκώς καλή φήμη και επαρκή πείρα στον τομέα της αποτίμησης.

3.   Όταν ο εξωτερικός εκτιμητής υποχρεούται να είναι εγγεγραμμένος στο επαγγελματικό μητρώο της αρμόδιας αρχής ή άλλης κρατικής οντότητας, κατά περίπτωση, η επαγγελματική εγγύηση θα πρέπει να περιέχει την επωνυμία της εν λόγω αρχής ή οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών στοιχείων επικοινωνίας. Η επαγγελματική εγγύηση θα πρέπει να αναφέρει σαφώς τις νομικές ή κανονιστικές διατάξεις ή τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς που πρέπει να τηρεί ο εξωτερικός εκτιμητής.

Άρθρο 74

Συχνότητα αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε ΟΕΕ ανοικτού τύπου

1.   Η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων που ανήκουν σε ΟΕΕ ανοιχτού τύπου διενεργείται οποτεδήποτε υπολογίζεται η καθαρή αξία ενεργητικού ανά μετοχή ή μερίδιο βάσει του άρθρου 72 παράγραφος 1.

2.   Η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων που ανήκουν σε ΟΕΕ ανοιχτού τύπου διενεργείται τουλάχιστον μία φορά το έτος, καθώς και οποτεδήποτε υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι η τελευταία καθορισθείσα αξία δεν είναι πλέον δίκαιη ή ενδεδειγμένη.

ΤΜΗΜΑ 8

Ανάθεση λειτουργιών ΔΟΕΕ

(άρθρο 20 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 75

Γενικές αρχές

Κατά την ανάθεση του καθήκοντος εκτέλεσης μιας ή περισσότερων λειτουργιών για λογαριασμό τους, οι ΔΟΕ συμμορφώνονται ιδίως με τις εξής γενικές αρχές:

α)

η δομή της ανάθεσης δεν πρέπει να επιτρέπει την παράκαμψη των καθηκόντων ή της ευθύνης του ΔΟΕΕ·

β)

οι υποχρεώσεις του ΔΟΕΕ έναντι του ΟΕΕ και των επενδυτών του δεν πρέπει να μεταβάλλονται εξαιτίας της ανάθεσης·

γ)

δεν πρέπει να υπονομεύονται οι όροι τους οποίους πρέπει να πληροί ο ΔΟΕΕ προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας και να εκτελεί δραστηριότητες βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

δ)

η συμφωνία ανάθεσης πρέπει να έχει τη μορφή γραπτού συμφωνητικού το οποίο έχουν υπογράψει ο ΔΟΕΕ και ο ανάδοχος·

ε)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος εκτελεί τις λειτουργίες που του ανατίθενται αποτελεσματικά και σε ευθυγράμμιση με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις και κανονιστικές απαιτήσεις και να θεσπίζει μεθόδους και διαδικασίες διαρκούς επανεξέτασης των υπηρεσιών που παρέχει ο ανάδοχος. Ο ΔΟΕΕ πρέπει να λαμβάνει ενδεδειγμένα μέτρα εάν φαίνεται ότι ο ανάδοχος δεν εκτελεί τις λειτουργίες αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις και κανονιστικές απαιτήσεις·

στ)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να εποπτεύει αποτελεσματικά τις ανατιθέμενες λειτουργίες και να διαχειρίζεται τους κινδύνους που συνδέονται με την ανάθεση. Για τον σκοπό αυτό, ο ΔΟΕΕ πρέπει να διαθέτει ανά πάσα στιγμή την εμπειρογνωμοσύνη και τους πόρους που απαιτούνται για την εποπτεία των ανατιθέμενων λειτουργιών. Ο ΔΟΕΕ πρέπει να κατοχυρώσει στη συμφωνία το δικαίωμα πληροφόρησης, επιθεώρησης, αποδοχής και πρόσβασης, καθώς και τα δικαιώματα παροχής οδηγιών και παρακολούθησης που έχει έναντι του αναδόχου. Ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίσει επίσης ότι ο ανάδοχος εποπτεύει αποτελεσματικά τις ανατιθέμενες λειτουργίες και διαχειρίζεται επαρκώς τους κινδύνους που συνδέονται με την ανάθεση·

ζ)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίζει τη διατήρηση της συνέχισης και της ποιότητας των ανατιθέμενων λειτουργιών ή του ανατιθέμενου καθήκοντος εκτέλεσης των λειτουργιών ακόμη και σε περίπτωση τερματισμού της ανάθεσης είτε λόγω μεταβίβασης των ανατιθέμενων λειτουργιών ή του ανατιθέμενου καθήκοντος εκτέλεσης των λειτουργιών σε τρίτον είτε λόγω εκτέλεσής τους από τον ίδιο τον ΔΟΕΕ·

η)

τα αντίστοιχα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του ΔΟΕΕ και του αναδόχου πρέπει να επιμερίζονται σαφώς και να ορίζονται στη συμφωνία. Συγκεκριμένα, ο ΔΟΕΕ πρέπει να κατοχυρώνει συμβατικά για τον ίδιο τα δικαιώματα παροχής οδηγιών και τερματισμού της ανάθεσης, τα δικαιώματα πληροφόρησης, καθώς και δικαίωμα διενέργειας επιθεωρήσεων και πρόσβασης στα βιβλία και στις εγκαταστάσεις. Η συμφωνία θα πρέπει να διασφαλίζει τη δυνατότητα περαιτέρω ανάθεσης μόνο με τη συγκατάθεση του ΔΟΕΕ·

θ)

όταν πρόκειται για διαχείριση χαρτοφυλακίων, η ανάθεση γίνεται βάσει της επενδυτικής πολιτικής του ΟΕΕ. Ο ανάδοχος πρέπει να λαμβάνει οδηγίες από τον ΔΟΕΕ ως προς τον τρόπο υλοποίησης της επενδυτικής πολιτικής και ο ΔΟΕΕ πρέπει να παρακολουθεί το κατά πόσον ο ανάδοχος συμμορφώνεται με αυτήν σε διαρκή βάση·

ι)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος γνωστοποιεί στον ΔΟΕΕ κάθε εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ικανότητα του αναδόχου να εκτελεί τις ανατιθέμενες λειτουργίες αποτελεσματικά και σε συμμόρφωση με τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις και κανονιστικές απαιτήσεις·

ια)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος προστατεύει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικές με τον ΔΟΕΕ, τον ΟΕΕ που επηρεάζεται από την ανάθεση και όσους επενδύουν στον εν λόγω ΟΕΕ·

ιβ)

ο ΔΟΕΕ πρέπει να διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος θεσπίζει, υλοποιεί και διατηρεί σχέδιο έκτακτης ανάγκης για αποκατάσταση έπειτα από καταστροφή και περιοδικές δοκιμές των μέσων δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας, λαμβανομένων υπόψη των ειδών των ανατιθέμενων λειτουργιών.

Άρθρο 76

Αντικειμενικοί λόγοι για την ανάθεση

1.   Ο ΔΟΕΕ παρέχει στις αρμόδιες αρχές λεπτομερή περιγραφή, εξήγηση και αποδείξεις των αντικειμενικών λόγων στους οποίους βασίζεται η ανάθεση. Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η όλη δομή της ανάθεσης βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του στοιχείου α) του άρθρου 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, εξετάζονται τα εξής κριτήρια:

α)

βελτιστοποίηση των επιχειρηματικών λειτουργιών και διεργασιών·

β)

εξοικονόμηση δαπανών·

γ)

εμπειρογνωμοσύνη του αναδόχου στη διαχείριση ή σε συγκεκριμένες αγορές ή επενδύσεις·

δ)

πρόσβαση του αναδόχου σε δυνατότητες διεθνούς διαπραγμάτευσης.

2.   Κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών, ο ΔΟΕΕ παρέχει περαιτέρω εξηγήσεις και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η όλη δομή της ανάθεσης βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους.

Άρθρο 77

Χαρακτηριστικά της ανάθεσης

1.   Ο ανάδοχος διαθέτει επαρκείς πόρους και χρησιμοποιεί επαρκές προσωπικό με τις ικανότητες, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για την ενδεδειγμένη εκτέλεση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων, καθώς και την ενδεδειγμένη οργανωτική δομή που να υποστηρίζει την άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων.

2.   Τα πρόσωπα που εκτελούν ουσιαστικά τις αρμοδιότητες που αναθέτει ο ΔΟΕΕ διαθέτουν επαρκή πείρα, τις δέουσες θεωρητικές γνώσεις και τη δέουσα πρακτική πείρα όσον αφορά τις σχετικές λειτουργίες. Η επαγγελματική τους κατάρτιση και η φύση των λειτουργιών που εκτελούσαν στο παρελθόν θα πρέπει να ενδείκνυνται για την εκτέλεση των εν λόγω επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

3.   Τα πρόσωπα που εκτελούν ουσιαστικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του αναδόχου θεωρείται ότι δεν διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη εάν έχουν οποιαδήποτε αρνητικά μητρώα σχετικά τόσο με την αξιολόγηση της καλής τους φήμης όσο και με την ενδεδειγμένη εκτέλεση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων ή εάν υπάρχουν άλλες συναφείς πληροφορίες που επηρεάζουν την καλή τους φήμη. Τα εν λόγω αρνητικά μητρώα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ποινικά αδικήματα, δικαστικές διαδικασίες ή διοικητικές κυρώσεις που σχετίζονται με την εκτέλεση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων. Δίνεται ειδική έμφαση σε οποιεσδήποτε παραβάσεις που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων υποχρεώσεων σχετικών με την αποφυγή νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ανεντιμότητας, απάτης ή οικονομικού εγκλήματος, πτώχευσης ή αφερεγγυότητας. Άλλες συναφείς πληροφορίες περιλαμβάνουν λόγου χάρη πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι αξιόπιστο ή έντιμο.

Όταν ο ανάδοχος υπόκειται σε ρύθμιση αναφορικά με τις επαγγελματικές υπηρεσίες που προσφέρει στο εσωτερικό της Ένωσης, θεωρείται ότι ικανοποιούνται οι παράγοντες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σε περίπτωση που η αρμόδια εποπτική αρχή έχει εξετάσει το κριτήριο της «καλής φήμης» στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης, εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις περί του αντιθέτου.

Άρθρο 78

Ανάθεση διαχείρισης χαρτοφυλακίων ή κινδύνων

1.   Το παρόν άρθρο ισχύει όταν πρόκειται για ανάθεση της διαχείρισης χαρτοφυλακίων ή της διαχείρισης κινδύνων.

2.   Οι κατωτέρω οντότητες θεωρούνται επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ή αναγνώριση για τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και υπόκεινται σε εποπτεία βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ:

α)

εταιρείες διαχείρισης που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

β)

εταιρείες επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για την άσκηση διαχείρισης χαρτοφυλακίων·

γ)

πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, τα οποία είναι εξουσιοδοτημένα να ασκούν διαχείριση χαρτοφυλακίων βάσει της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

δ)

εξωτερικούς ΔΟΕΕ που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

ε)

οντότητες τρίτων χωρών που διαθέτουν άδεια ή αναγνώριση για τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και οι οποίες εποπτεύονται αποτελεσματικά από αρμόδια αρχή στις χώρες αυτές.

3.   Σε περίπτωση που η ανάθεση γίνεται σε επιχείρηση τρίτης χώρας, πληρούνται οι κατωτέρω όροι βάσει του στοιχείου δ) του άρθρου 20 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ:

α)

υφίσταται γραπτή συμφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και των εποπτικών αρχών της επιχείρησης στην οποία γίνεται η ανάθεση·

β)

αναφορικά με την επιχείρηση στην οποία γίνεται η ανάθεση, η συμφωνία που αναφέρεται στο στοιχείο α) επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές:

i)

να λαμβάνουν κατόπιν αιτήματος συναφείς πληροφορίες απαραίτητες για την εκτέλεση των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους, όπως προβλέπεται από την οδηγία 2011/61/ΕΕ·

ii)

να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με την εκτέλεση των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους τα οποία τηρούνται στην τρίτη χώρα·

iii)

να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης στην οποία ανατίθενται οι σχετικές λειτουργίες. Οι πρακτικές διαδικασίες των επιτόπιων ελέγχων περιγράφονται λεπτομερώς στη γραπτή συμφωνία·

iv)

να λαμβάνουν το συντομότερο δυνατόν πληροφορίες από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας με σκοπό τη διερεύνηση προφανών παραβιάσεων των απαιτήσεων της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών μέτρων της·

v)

να συνεργάζονται στη διαδικασία επιβολής σύμφωνα με το εθνικό και διεθνές δίκαιο που ισχύει για την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας και τις αρμόδιες αρχές της ΕΕ σε περιπτώσεις παραβιάσεων των απαιτήσεων της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών μέτρων της, καθώς και του σχετικού εθνικού δικαίου.

Άρθρο 79

Αποτελεσματική εποπτεία

Η ανάθεση θεωρείται ότι παρεμποδίζει την αποτελεσματική εποπτεία του ΔΟΕΕ όταν:

α)

ο ΔΟΕΕ, οι ελεγκτές και οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν αποτελεσματική πρόσβαση σε δεδομένα που σχετίζονται με τις ανατιθέμενες λειτουργίες και στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις του αναδόχου, ή οι αρμόδιες αρχές δεν είναι σε θέση να ασκήσουν αυτά τα δικαιώματα πρόσβασης·

β)

ο ανάδοχος δεν συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του ΔΟΕΕ αναφορικά με τις ανατιθέμενες λειτουργίες·

γ)

ο ΔΟΕΕ δεν θέτει, κατόπιν αιτήματος, στη διάθεση των αρμόδιων αρχών όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να είναι σε θέση οι αρχές να εποπτεύουν τη συμμόρφωση της εκτέλεσης των ανατιθέμενων λειτουργιών με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών μέτρων της.

Άρθρο 80

Συγκρούσεις συμφερόντων

1.   Βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 20 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, τα κριτήρια αξιολόγησης του κατά πόσον η ανάθεση συγκρούεται με τα συμφέροντα του ΔΟΕΕ ή εκείνου που επενδύει στον ΟΕΕ περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

σε περίπτωση που ο ΔΟΕΕ και ο ανάδοχος είναι μέλη του ίδιου ομίλου ή έχουν οποιαδήποτε άλλη συμβατική σχέση, τον βαθμό στον οποίο ο ανάδοχος ελέγχει τον ΔΟΕΕ ή έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις ενέργειές του·

β)

σε περίπτωση που ο ανάδοχος και κάποιος που επενδύει στον οικείο ΟΕΕ είναι μέλη του ίδιου ομίλου ή έχουν οποιαδήποτε άλλη συμβατική σχέση, τον βαθμό στον οποίο ο επενδυτής ελέγχει τον ανάδοχο ή έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις ενέργειές του·

γ)

την πιθανότητα να αποκομίσει ο ανάδοχος οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημία, σε βάρος του ΟΕΕ ή εκείνων που επενδύουν στον ΟΕΕ·

δ)

την πιθανότητα να έχει ο ανάδοχος συμφέρον από την έκβαση μιας υπηρεσίας ή δραστηριότητας που παρέχεται στον ΔΟΕΕ ή στον ΟΕΕ·

ε)

την πιθανότητα να έχει ο ανάδοχος οικονομικό ή άλλο κίνητρο προκειμένου να ευνοήσει το συμφέρον άλλου πελάτη σε βάρος των συμφερόντων του ΟΕΕ ή εκείνων που επενδύουν στον ΟΕΕ·

στ)

την πιθανότητα να λαμβάνει ήδη ή να λάβει στο μέλλον ο ανάδοχος από πρόσωπο άλλο εκτός του ΔΟΕΕ αντιπαροχή σχετιζόμενη με δραστηριότητες διαχείρισης συλλογικών χαρτοφυλακίων που παρέχονται στον ΔΟΕΕ και στους ΟΕΕ που διαχειρίζεται αυτός, υπό τη μορφή χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών, άλλη εκτός της συνήθους προμήθειας ή αμοιβής για την παροχή της υπηρεσίας αυτής.

2.   Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων ή χαρτοφυλακίων μπορεί να θεωρείται λειτουργικά και ιεραρχικά διαχωρισμένη από άλλες δυνητικά συγκρουόμενες αρμοδιότητες μόνο όταν πληρούνται οι εξής όροι:

α)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στις αρμοδιότητες διαχείρισης χαρτοφυλακίων δεν εμπλέκονται στην εκτέλεση δυνητικά συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων όπως οι αρμοδιότητες ελέγχου·

β)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στις αρμοδιότητες διαχείρισης κινδύνων δεν εμπλέκονται στην εκτέλεση δυνητικά συγκρουόμενων αρμοδιοτήτων όπως οι λειτουργικές αρμοδιότητες·

γ)

τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εκτέλεση λειτουργιών διαχείρισης κινδύνων δεν εποπτεύονται από τους υπευθύνους εκτέλεσης λειτουργικών αρμοδιοτήτων·

δ)

ο διαχωρισμός διασφαλίζεται σε όλο το εύρος της ιεραρχικής δομής του αναδόχου έως και το διευθυντικό του όργανο και επανεξετάζεται από το διευθυντικό όργανο και, εάν υφίσταται, από την εποπτική λειτουργία του αναδόχου.

3.   Οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων θεωρείται ότι τυγχάνουν εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και γνωστοποίησης στους επενδυτές του ΟΕΕ με τον ενδεδειγμένο τρόπο μόνο εάν:

α)

ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα που απαιτούνται για τον εντοπισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων που ενδέχεται να ανακύψουν μεταξύ του ιδίου και του ΔΟΕΕ, του ΟΕΕ ή εκείνων που επενδύουν στον ΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος εφαρμόζει διαδικασίες ισοδύναμες εκείνων που απαιτούνται βάσει των άρθρων 31 έως 34·

β)

ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο ανάδοχος γνωστοποιεί πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς και τις διαδικασίες και τα μέτρα που θεσπίζει για τη διαχείριση των εν λόγω συγκρούσεων συμφερόντων στον ΔΟΕΕ, ο οποίος τα γνωστοποιεί στον ΟΕΕ και σε εκείνους που επενδύουν στον ΟΕΕ βάσει του άρθρου 36.

Άρθρο 81

Συναίνεση για περαιτέρω ανάθεση και κοινοποίησή της

1.   Περαιτέρω ανάθεση ισχύει εάν ο ΔΟΕΕ μπορεί να αποδείξει ότι έχει συναινέσει σε αυτήν γραπτώς.

Γενική συναίνεση χορηγούμενη εκ των προτέρων από τον ΔΟΕΕ δεν θεωρείται συναίνεση βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 20 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 20 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η κοινοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με τον ανάδοχο, την ονομασία της αρμόδιας αρχής από την οποία δίδεται άδεια ή αναγνώριση για την περαιτέρω ανάθεση, τις ανατιθέμενες λειτουργίες, τους ΟΕΕ που επηρεάζονται από την περαιτέρω ανάθεση, αντίγραφο της γραπτής συναίνεσης του ΔΟΕΕ και τη σκοπούμενη ημερομηνία ισχύος της περαιτέρω ανάθεσης.

Άρθρο 82

Οντότητα-γραμματοθυρίδα και ΔΟΕΕ που δεν θεωρείται πλέον διαχειριστής ενός ΟΕΕ

1.   Ένας ΔΟΕΕ θεωρείται οντότητα-γραμματοθυρίδα και δεν θεωρείται πλέον διαχειριστής του ΟΕΕ τουλάχιστον σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)

όταν ο ΔΟΕΕ δεν διατηρεί πλέον την εμπειρογνωμοσύνη και τους πόρους που απαιτούνται για την αποτελεσματική εποπτεία των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων και τη διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με την ανάθεση·

β)

ο ΔΟΕΕ δεν έχει πλέον την εξουσία λήψης αποφάσεων σε βασικούς τομείς που εμπίπτουν στην ευθύνη των ανώτερων διοικητικών στελεχών, καθώς και την εξουσία να εκτελεί τις λειτουργίες των ανώτερων διοικητικών στελεχών, ιδίως σχετικά με την υλοποίηση της γενικής επενδυτικής πολιτικής και των επενδυτικών στρατηγικών·

γ)

ο ΔΟΕΕ έχει απολέσει τα συμβατικά του δικαιώματα βάσει των οποίων υποβάλλει σε διερεύνηση, επιθεωρεί, έχει πρόσβαση ή δίνει εντολές στους αναδόχους του, ή η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων καθίσταται αδύνατη στην πράξη·

δ)

ο ΔΟΕΕ αναθέτει την εκτέλεση λειτουργιών διαχείρισης επενδύσεων σε βαθμό που υπερβαίνει σημαντικά τις λειτουργίες διαχείρισης επενδύσεων που εκτελεί ο ίδιος ο ΔΟΕΕ. Κατά την αξιολόγηση του βαθμού ανάθεσης, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την όλη δομή της ανάθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων η διαχείριση έχει ανατεθεί, αλλά και τα εξής ποιοτικά κριτήρια:

i)

τα είδη των περιουσιακών στοιχείων στα οποία έχει επενδυθεί ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, καθώς και τη σημασία των περιουσιακών στοιχείων των οποίων η διαχείριση έχει ανατεθεί για το προφίλ κινδύνων και αποδόσεων του ΟΕΕ·

ii)

τη σημασία των υπό ανάθεση περιουσιακών στοιχείων για την επίτευξη των επενδυτικών στόχων του ΟΕΕ·

iii)

τη γεωγραφική και τομεακή κατανομή των επενδύσεων του ΟΕΕ·

iv)

το προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ·

v)

το είδος των επενδυτικών στρατηγικών που εφαρμόζει ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ·

vi)

τα είδη των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί σε σύγκριση με εκείνες που έχουν διατηρηθεί· και

vii)

τη διαμόρφωση των αναδόχων και των υπεργολαβικά αναδόχων τους, το γεωγραφικό πεδίο λειτουργίας τους και την εταιρική δομή τους, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων στις οποίες έχει γίνει ανάθεση σε οντότητα που ανήκει στον ίδιο εταιρικό όμιλο όπως ο ΔΟΕΕ.

2.   Η Επιτροπή παρακολουθεί, υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά, την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή επανεξετάζει την κατάσταση μετά την πάροδο διετίας και, αν είναι αναγκαίο, λαμβάνει ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω υπό ποιες προϋποθέσεις θα θεωρείται ότι ο ΔΟΕΕ έχει αναθέσει τις λειτουργίες του σε βαθμό ώστε να μετατρέπεται σε οντότητα-γραμματοθυρίδα και να μην μπορεί πλέον να θεωρείται διαχειριστής του ΟΕΕ.

3.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές ώστε να διασφαλιστεί συνεπής τρόπος αξιολόγησης των δομών ανάθεσης σε ολόκληρη την Ένωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Στοιχεία της γραπτής σύμβασης

(άρθρο 21 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 83

Στοιχεία της σύμβασης

1.   Συνάπτεται σύμβαση για τον ορισμό του θεματοφύλακα βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ μεταξύ αφενός του θεματοφύλακα και αφετέρου του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή του ΟΕΕ, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α)

περιγραφή των υπηρεσιών που θα παρέχει ο θεματοφύλακας και των διαδικασιών που θα εφαρμοστούν για κάθε είδος περιουσιακών στοιχείων στο οποίο μπορεί να επενδύσει ο ΟΕΕ και τα οποία θα ανατεθούν στη συνέχεια στον θεματοφύλακα·

β)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα εκτελείται η λειτουργία φύλαξης και εποπτείας ανάλογα με τα είδη των περιουσιακών στοιχείων και των γεωγραφικών περιοχών στις οποίες σχεδιάζει να επενδύσει ο ΟΕΕ. Αναφορικά με τα καθήκοντα θεματοφυλακής, η εν λόγω περιγραφή θα πρέπει να περιλαμβάνει καταλόγους χωρών, καθώς και διαδικασίες για την προσθήκη και, κατά περίπτωση, διαγραφή χωρών από τον εν λόγω κατάλογο. Αυτό θα πρέπει να συνάδει με τις πληροφορίες που παρέχονται στον κανονισμό, στα καταστατικά έγγραφα και στα έγγραφα προσφοράς του ΟΕΕ σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία μπορεί να επενδύσει ο ΟΕΕ·

γ)

δήλωση που πιστοποιεί ότι η ευθύνη του θεματοφύλακα δεν επηρεάζεται από την ανάθεση των λειτουργιών θεματοφυλακής του, εκτός εάν αυτός έχει αποποιηθεί της εν λόγω ευθύνης βάσει του άρθρου 21 παράγραφοι 13 και 14 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

δ)

τη διάρκεια ισχύος και τους όρους τροποποίησης και λύσης της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην καταγγελία της σύμβασης και λεπτομερειών σχετικά με τη διαδικασία καταγγελίας και, κατά περίπτωση, τις διαδικασίες με τις οποίες ο θεματοφύλακας θα πρέπει να αποστέλλει όλες τις σχετικές πληροφορίες στον διάδοχό του·

ε)

τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας που ισχύουν για τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει των σχετικών νόμων και κανονισμών. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν θα πρέπει να αποβαίνουν επιζήμιες για τις αρμόδιες αρχές κατά την απόκτηση πρόσβασης σε σχετικά έγγραφα και πληροφορίες·

στ)

τα μέσα και τις διαδικασίες με τις οποίες ο θεματοφύλακας διαβιβάζει στον ΔΟΕΕ ή στον ΟΕΕ όλες τις σχετικές πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των δικαιωμάτων που συνδέονται με περιουσιακά στοιχεία, και προκειμένου να είναι σε θέση ο ΔΟΕΕ και ο ΟΕΕ να έχουν έγκαιρη και ακριβή εικόνα των λογαριασμών του ΟΕΕ·

ζ)

τα μέσα και τις διαδικασίες με τις οποίες ο θεματοφύλακας διαβιβάζει στον ΔΟΕΕ ή στον ΟΕΕ όλες τις σχετικές πληροφορίες ή διασφαλίζει την πρόσβαση του θεματοφύλακα σε όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που διασφαλίζουν την από μέρους του θεματοφύλακα λήψη πληροφοριών από άλλα μέρη ορισθέντα από τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ·

η)

πληροφορίες για το κατά πόσον ο θεματοφύλακας, ή τρίτος στον οποίον έχουν ανατεθεί λειτουργίες φύλαξης βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, μπορεί, ή δεν μπορεί, να επαναχρησιμοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία που του έχουν ανατεθεί και, κατά περίπτωση, τους όρους που ισχύουν για οποιαδήποτε τέτοια επαναχρησιμοποίηση·

θ)

τις διαδικασίες που ακολουθούνται όταν εξετάζεται η περίπτωση τροποποίησης του κανονισμού, των καταστατικών εγγράφων ή των εγγράφων προσφοράς του ΟΕΕ, και λεπτομερής περιγραφή των περιπτώσεων στις οποίες θα πρέπει να ενημερώνεται ο θεματοφύλακας ή στις οποίες απαιτείται η προηγούμενη συμφωνία του θεματοφύλακα για την πραγματοποίηση της τροποποίησης·

ι)

όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ αφενός του ΟΕΕ, του ΔΟΕΕ, τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ και αφετέρου του θεματοφύλακα σε σχέση με την πώληση, εγγραφή, εξόφληση, έκδοση, ακύρωση και επαναγορά μετοχών ή μεριδίων του ΟΕΕ·

ια)

όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ αφενός του ΟΕΕ, του ΔΟΕΕ, τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ και αφετέρου του θεματοφύλακα σε σχέση με την άσκηση της εποπτικής και ελεγκτικής λειτουργίας του θεματοφύλακα·

ιβ)

όταν τα συμβαλλόμενα μέρη προβλέπεται να ορίζουν τρίτους για την εκτέλεση ορισμένων από τα αντίστοιχα καθήκοντά τους, δέσμευση παροχής, σε τακτική βάση, λεπτομερειών για κάθε τρίτο που ορίζεται και, κατόπιν αιτήματος, πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια επιλογής του τρίτου και τις ενέργειες που προβλέπονται για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων που ασκεί ο επιλεχθείς τρίτος·

ιγ)

πληροφορίες σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

ιδ)

πληροφορίες για όλους τους λογαριασμούς μετρητών που ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και τις διαδικασίες που διασφαλίζουν την πληροφόρηση του θεματοφύλακα όταν ανοίγεται οποιοσδήποτε νέος λογαριασμός στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ για λογαριασμό του ΟΕΕ·

ιε)

λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες κλιμάκωσης του θεματοφύλακα, συμπεριλαμβανομένης της ταυτοποίησης των προσώπων εντός του ΟΕΕ και, ανάλογα με την περίπτωση, ή του ΔΟΕΕ με τα οποία επικοινωνεί ο θεματοφύλακας όταν ενεργοποιεί μια τέτοια διαδικασία·

ιστ)

δέσμευση από μέρους του θεματοφύλακα ότι θα ειδοποιεί τον ΔΟΕΕ όταν μαθαίνει ότι ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων δεν επαρκεί, ή δεν επαρκεί πλέον, για τη διασφάλιση της προστασίας έναντι αφερεγγυότητας τρίτου στον οποίον έχουν ανατεθεί λειτουργίες φύλαξης βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ σε συγκεκριμένο τομέα δικαιοδοσίας·

ιζ)

τις διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι ο θεματοφύλακας έχει, σε σχέση με τα καθήκοντά του, τη δυνατότητα να διερευνήσει τις εργασίες του ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή του ΟΕΕ και να αξιολογήσει την ποιότητα των διαβιβαζόμενων πληροφοριών, μεταξύ άλλων και μέσω πρόσβασης στα βιβλία του ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή του ΔΟΕΕ ή μέσω επιτόπιων επισκέψεων·

ιη)

τις διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι ο ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή ο ΟΕΕ μπορεί να επανεξετάζει τις επιδόσεις του θεματοφύλακα αναφορικά με τις συμβατικές υποχρεώσεις του τελευταίου.

2.   Οι λεπτομέρειες σχετικά με τα μέσα και τις διαδικασίες που ορίζονται στα στοιχεία α) έως ιη) θα πρέπει να περιγράφονται στη σύμβαση ορισμού του θεματοφύλακα ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της.

3.   Η σύμβαση ορισμού του θεματοφύλακα ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της που αναφέρεται στην παράγραφο 2 συνάπτεται γραπτώς.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διαβιβάζουν μέρος ή το σύνολο των πληροφοριών που ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηλεκτρονικά, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η ενδεδειγμένη καταγραφή των εν λόγω πληροφοριών.

5.   Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από το εθνικό δίκαιο, δεν είναι υποχρεωτική η σύναψη ειδικής γραπτής συμφωνίας για κάθε ΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ και ο θεματοφύλακας δύνανται να συνάψουν μια συμφωνία-πλαίσιο που να απαριθμεί τους ΟΕΕ που διαχειρίζεται ο ΔΟΕΕ, για τους οποίους θα ισχύει η συμφωνία.

6.   Θα πρέπει να ορίζεται το εθνικό δίκαιο που ισχύει για τη σύμβαση ορισμού του θεματοφύλακα και για οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της.

ΤΜΗΜΑ 2

Γενικά κριτήρια για την εκτίμηση της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας που ισχύει για θεματοφύλακες τρίτων χωρών

[άρθρο 21 παράγραφος 6 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ]

Άρθρο 84

Κριτήρια για την αξιολόγηση της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας που ισχύει για θεματοφύλακα τρίτης χώρας

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του άρθρου 21 παράγραφος 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η αποτελεσματικότητα της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας που ισχύει για έναν θεματοφύλακα τρίτης χώρας, το κατά πόσον έχει το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνη που προβλέπεται βάσει του ενωσιακού δικαίου, καθώς και η αποτελεσματική επιβολή της αξιολογούνται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

ο θεματοφύλακας υπόκειται σε αδειοδότηση και διαρκή εποπτεία από δημόσια αρμόδια αρχή που διαθέτει επαρκείς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων της·

β)

το δίκαιο της τρίτης χώρας ορίζει κριτήρια για την αδειοδότησή του ως θεματοφύλακα τα οποία έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνα που ορίζονται για την εκτέλεση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιρειών επενδύσεων στο εσωτερικό της Ένωσης·

γ)

οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν για τον θεματοφύλακα τρίτης χώρας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνες που ισχύουν στο εσωτερικό της Ένωσης ανάλογα με το κατά πόσον ο θεματοφύλακας είναι της ίδιας φύσης με πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που λειτουργεί στο εσωτερικό της Ένωσης·

δ)

οι όροι λειτουργίας που ισχύουν για τον θεματοφύλακα τρίτης χώρας έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνους που ορίζονται για τα πιστωτικά ιδρύματα ή τις εταιρείες επενδύσεων στο εσωτερικό της Ένωσης ανάλογα με τη φύση του θεματοφύλακα·

ε)

οι απαιτήσεις που ορίζει το δίκαιο της τρίτης χώρας σχετικά με την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων του θεματοφύλακα ενός ΟΕΕ έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 21 παράγραφοι 7 έως 15 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και στα εκτελεστικά της μέτρα, καθώς και στο σχετικό εθνικό δίκαιο·

στ)

το δίκαιο της τρίτης χώρας προβλέπει τη λήψη επαρκώς αποτρεπτικών μέτρων επιβολής σε περίπτωση παραβίασης των απαιτήσεων και όρων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) από μέρους του θεματοφύλακα.

ΤΜΗΜΑ 3

Λειτουργίες θεματοφύλακα, καθήκοντα δέουσας επιμέλειας και υποχρέωση διαχωρισμού

[άρθρο 21 παράγραφοι 7-9 και άρθρο 21 παράγραφος 11 στοιχείο γ) και στοιχείο δ) σημείο iii) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ]

Άρθρο 85

Παρακολούθηση ταμειακών ροών — γενικές απαιτήσεις

1.   Όταν διατηρείται ή ανοίγεται λογαριασμός μετρητών σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ στο όνομα του ΟΕΕ, στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι παρέχονται στον θεματοφύλακα, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του και σε διαρκή βάση, όλες οι συναφείς πληροφορίες που χρειάζεται προκειμένου να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

2.   Προκειμένου να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τους λογαριασμούς μετρητών του ΟΕΕ και να έχει πλήρη εικόνα όλων των ταμειακών ροών του ΟΕΕ, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει τουλάχιστον τα εξής:

α)

ενημερώνεται, κατά τον ορισμό του, για όλους τους υφιστάμενους λογαριασμούς μετρητών που έχουν ανοιχτεί στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ·

β)

ενημερώνεται όταν ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ανοίγει οποιονδήποτε νέο λογαριασμό μετρητών·

γ)

λαμβάνει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τους λογαριασμούς μετρητών τους οποίους ανοίγει τρίτη οντότητα, απευθείας από την εν λόγω τρίτη οντότητα.

Άρθρο 86

Παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΕΕ

Ο θεματοφύλακας διασφαλίζει την αποτελεσματική και ενδεδειγμένη παρακολούθηση των ταμειακών ροών του ΟΕΕ και διασφαλίζει συγκεκριμένα τουλάχιστον τα εξής:

α)

διασφαλίζει ότι όλες οι ταμειακές ροές του ΟΕΕ καταλογίζονται σε λογαριασμούς τους οποίους ανοίγουν οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 18 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ στις σχετικές αγορές όπου απαιτούνται λογαριασμοί μετρητών για τους σκοπούς των λειτουργιών του ΟΕΕ και οι οποίες υπόκεινται σε προληπτική ρύθμιση και εποπτεία η οποία έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το ενωσιακό δίκαιο, προβλέπεται δε αποτελεσματική επιβολή και τήρηση των αρχών που ορίζονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ·

β)

υλοποιεί αποτελεσματικές και ενδεδειγμένες διαδικασίες ελέγχου όλων των κινήσεων ταμειακών ροών και εκτελεί τέτοιους ελέγχους σε καθημερινή βάση ή, σε περίπτωση που οι κινήσεις ταμειακών ροών δεν είναι συχνές, όταν αυτές συμβαίνουν·

γ)

υλοποιεί ενδεδειγμένες διαδικασίες εντοπισμού, κατά το πέρας της εργάσιμης ημέρας, σημαντικών ταμειακών ροών, ιδίως δε εκείνων που ενδέχεται να μη συνάδουν με τις λειτουργίες του ΟΕΕ·

δ)

επανεξετάζει περιοδικά την επάρκεια των εν λόγω διαδικασιών, μεταξύ άλλων και μέσω πλήρους επανεξέτασης της διαδικασίας ελέγχου τουλάχιστον μία φορά το έτος και διασφαλίζοντας ότι οι λογαριασμοί μετρητών ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ, στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή στο όνομα του θεματοφύλακα που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και ότι συμπεριλαμβάνονται στη διαδικασία ελέγχου·

ε)

παρακολουθεί σε διαρκή βάση τα αποτελέσματα των ελέγχων και τα μέτρα που λαμβάνονται εξαιτίας οποιωνδήποτε αναντιστοιχιών που εντοπίζονται κατά τις διαδικασίες ελέγχου και ειδοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον ΔΟΕΕ σε περίπτωση μη διόρθωσης οποιασδήποτε παρατυπίας, καθώς και τις αρμόδιες αρχές σε περίπτωση που η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί και, ανάλογα με την περίπτωση, ή να διορθωθεί·

στ)

ελέγχει κατά πόσον συνάδουν τα δικά του αρχεία ταμειακών θέσεων με εκείνα του ΔΟΕΕ. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι όλες οι εντολές και πληροφορίες που σχετίζονται με λογαριασμό μετρητών ο οποίος έχει ανοιχτεί σε τρίτον διαβιβάζονται στον θεματοφύλακα, ώστε να είναι ο τελευταίος σε θέση να εκτελεί τη δική του διαδικασία ελέγχου.

Άρθρο 87

Καθήκοντα σχετικά με τις εγγραφές

Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι παρέχονται στον θεματοφύλακα πληροφορίες σχετικά με πληρωμές που γίνονται από επενδυτές, ή εκ μέρους επενδυτών, κατά την εγγραφή μετοχών ή μεριδίων ενός ΟΕΕ κατά το πέρας κάθε εργάσιμης ημέρας όταν ο ΔΟΕΕ, ο ΟΕΕ ή τρίτος που ενεργεί εκ μέρους του, για παράδειγμα ο φορέας μεταβίβασης, εισπράττει τέτοιες πληρωμές ή λαμβάνει εντολή από τον επενδυτή. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας λαμβάνει όλες τις συναφείς πληροφορίες που χρειάζεται προκειμένου να διασφαλίζει ότι οι πληρωμές καταλογίζονται στη συνέχεια σε λογαριασμούς μετρητών που ανοίγονται στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ ή στο όνομα του θεματοφύλακα βάσει των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 88

Χρηματοοικονομικά μέσα που τίθενται σε θεματοφυλακή

1.   Χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και τα οποία δεν μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα όταν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

είναι κινητές αξίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενσωματώνουν παράγωγα, όπως αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 51 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και στο άρθρο 10 της οδηγίας 2007/16/ΕΚ της Επιτροπής (11), μέσα χρηματαγοράς ή μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων·

β)

μπορούν να καταχωριστούν ή να τηρηθούν σε λογαριασμό άμεσα ή έμμεσα στο όνομα του θεματοφύλακα.

2.   Χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, είναι μόνο άμεσα καταχωρισμένα στον ίδιο τον εκδότη ή στον εντολοδόχο του, λόγου χάρη έναν υπεύθυνο μητρώου μετοχών ή φορέα μεταβίβασης, στο όνομα του ΟΕΕ, δεν θα πρέπει να τελούν υπό θεματοφυλακή.

3.   Χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν στον ΟΕΕ ή στον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και τα οποία δεν μπορούν να παραδοθούν ενσωμάτως στον θεματοφύλακα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται πάντοτε στο πεδίο εφαρμογής των καθηκόντων θεματοφυλακής του θεματοφύλακα.

Άρθρο 89

Καθήκοντα φύλαξης αναφορικά με περιουσιακά στοιχεία που τίθενται σε θεματοφυλακή

1.   Για τη διασφάλιση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που ορίζονται στο στοιχείο α) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ αναφορικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που τίθενται σε θεματοφυλακή, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει τουλάχιστον τα εξής:

α)

τα χρηματοοικονομικά μέσα καταχωρίζονται με ενδεδειγμένο τρόπο βάσει του στοιχείου α) σημείο ii) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

β)

τα αρχεία και οι διαχωρισμένοι λογαριασμοί τηρούνται κατά τρόπο που διασφαλίζει την ακρίβειά τους και κυρίως την αντιστοιχία των αρχείων με τα χρηματοοικονομικά μέσα και τα μετρητά που κατέχονται για λογαριασμό των ΟΕΕ·

γ)

διενεργούνται τακτικοί έλεγχοι που συγκρίνουν τους εσωτερικούς λογαριασμούς και τα εσωτερικά αρχεία του θεματοφύλακα με εκείνα οποιουδήποτε τρίτου στον οποίον έχουν ανατεθεί λειτουργίες θεματοφύλακα βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

δ)

ασκείται δέουσα επιμέλεια αναφορικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που τίθενται σε θεματοφυλακή προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών·

ε)

όλοι οι σχετικοί κίνδυνοι θεματοφυλακής σε όλο το εύρος της αλυσίδας της θεματοφυλακής αξιολογούνται και παρακολουθούνται, και ενημερώνεται ο ΔΟΕΕ για οποιονδήποτε σημαντικό κίνδυνο που εντοπίζεται·

στ)

καθορίζονται επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου απώλειας ή απομείωσης των χρηματοοικονομικών μέσων ή των δικαιωμάτων που συνδέονται με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα εξαιτίας απάτης, κακής διαχείρισης, πλημμελούς καταχώρισης ή αμέλειας·

ζ)

επαληθεύεται το δικαίωμα κυριότητας του ΟΕΕ ή το δικαίωμα κυριότητας του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ επί των περιουσιακών στοιχείων.

2.   Όταν ο θεματοφύλακας έχει αναθέσει σε τρίτον τα καθήκοντα του θεματοφύλακα για τα οποία είναι υπεύθυνος, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, εξακολουθεί να υπόκειται στις απαιτήσεις των στοιχείων β) έως ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Διασφαλίζει επίσης ότι ο εν λόγω τρίτος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των στοιχείων β) έως ζ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και με τις περί διαχωρισμού υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 99.

3.   Τα καθήκοντα φύλαξης του θεματοφύλακα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ισχύουν κατ’ επέκταση για τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία των χρηματοοικονομικών και, κατά περίπτωση, ή νομικών δομών που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τον ΟΕΕ ή από τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ.

Η απαίτηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για οργανισμούς που επενδύουν σε άλλους οργανισμούς (fund of funds) ή δομές κύριου-τροφοδοτικού (master-feeder structures), υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει θεματοφύλακας που τηρεί υπό θεματοφυλακή τα περιουσιακά στοιχεία των οργανισμών αυτών.

Άρθρο 90

Καθήκοντα φύλαξης αναφορικά με την επαλήθευση της κυριότητας και την τήρηση αρχείων

1.   Ο ΔΟΕΕ παρέχει στον θεματοφύλακα, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του και σε διαρκή βάση, όλες τις συναφείς πληροφορίες που χρειάζεται προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και διασφαλίζει ότι ο θεματοφύλακας λαβαίνει όλες τις συναφείς πληροφορίες από τρίτους.

2.   Προκειμένου να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει τουλάχιστον τα εξής:

α)

έχει πρόσβαση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε όλες τις συναφείς πληροφορίες που χρειάζεται για να εκτελεί τα καθήκοντά του αναφορικά με την επαλήθευση της κυριότητας και την τήρηση αρχείων, συμπεριλαμβανομένων συναφών πληροφοριών που παρέχονται στον θεματοφύλακα από τρίτους·

β)

κατέχει επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες που τον πείθουν για το δικαίωμα κυριότητας του ΟΕΕ ή για το δικαίωμα κυριότητας του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ επί των περιουσιακών στοιχείων·

γ)

τηρεί αρχείο εκείνων των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία έχει πειστεί ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ κατέχει την κυριότητα. Προκειμένου να συμμορφώνεται με την υποχρέωση αυτή, ο θεματοφύλακας:

i)

καταχωρίζει στο αρχείο του το όνομα του ΟΕΕ, τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων ονομαστικών ποσών τους, για τα οποία έχει πειστεί ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ κατέχει την κυριότητα·

ii)

είναι σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε στιγμή ολοκληρωμένο και επικαιροποιημένο κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων ονομαστικών ποσών τους.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) σημείο ii) της παραγράφου 2, ο θεματοφύλακας φροντίζει να εφαρμόζονται διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι δεν θα είναι δυνατή η εκχώρηση, μεταβίβαση, ανταλλαγή ή παράδοση των καταχωρισμένων περιουσιακών στοιχείων χωρίς να ενημερωθεί για τις εν λόγω συναλλαγές ο θεματοφύλακας ή ο ανάδοχός του και ότι ο θεματοφύλακας θα έχει πρόσβαση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε αποδεικτικά έγγραφα για κάθε συναλλαγή και θέση προερχόμενα από τον οικείο τρίτο. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι ο οικείος τρίτος παρέχει στον θεματοφύλακα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση πιστοποιητικά ή αποδεικτικά έγγραφα κάθε φορά που μια πώληση ή απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή εταιρική πράξη οδηγεί στην έκδοση χρηματοοικονομικών μέσων, τουλάχιστον δε μία φορά το έτος.

3.   Σε κάθε περίπτωση, ο θεματοφύλακας φροντίζει ώστε ο ΔΟΕΕ να θεσπίζει και να υλοποιεί ενδεδειγμένες διαδικασίες που επιβεβαιώνουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει ο ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται είναι δεόντως καταχωρισμένα στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ και επαληθεύουν τη συνέπεια μεταξύ των θέσεων στα αρχεία των ΔΟΕΕ και των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο θεματοφύλακας έχει πειστεί ότι ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ κατέχει την κυριότητα. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι όλες οι εντολές και συναφείς πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ διαβιβάζονται στον θεματοφύλακα, ώστε να είναι ο τελευταίος σε θέση να εκτελεί τη δική του διαδικασία επαλήθευσης και ελέγχου.

4.   Ο θεματοφύλακας θεσπίζει και υλοποιεί διαδικασία κλιμάκωσης όταν εντοπίζονται παρατυπίες, η οποία συμπεριλαμβάνει την ειδοποίηση του ΔΟΕΕ και των αρμόδιων αρχών σε περίπτωση που η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί και, ανάλογα με την περίπτωση, ή να διορθωθεί.

5.   Τα καθήκοντα φύλαξης του θεματοφύλακα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 ισχύουν κατ’ επέκταση για τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία των χρηματοοικονομικών και, ανάλογα με την περίπτωση, ή νομικών δομών που διαμορφώνει ο ΟΕΕ ή ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ προκειμένου να επενδύσει στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία και τα οποία ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από τον ΟΕΕ ή από τον ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ.

Η απαίτηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για οργανισμούς που επενδύουν σε άλλους οργανισμούς (fund of funds) ή δομές κύριου-τροφοδοτικού (master-feeder structures), όταν οι υποκείμενοι οργανισμοί διαθέτουν θεματοφύλακα ο οποίος παρέχει λειτουργίες επαλήθευσης κυριότητας και τήρησης αρχείων για τα περιουσιακά στοιχεία του οργανισμού αυτού.

Άρθρο 91

Υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για βασικούς μεσίτες

1.   Όταν έχει οριστεί βασικός μεσίτης, ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι, υφίσταται συμφωνία από την ημερομηνία ορισμού βάσει της οποίας ο βασικός μεσίτης απαιτείται να θέτει στη διάθεση του θεματοφύλακα συγκεκριμένα μια δήλωση σε σταθερό μέσο η οποία να περιέχει τις εξής πληροφορίες:

α)

τις αξίες των μέσων που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 κατά το πέρας κάθε εργάσιμης ημέρας·

β)

λεπτομέρειες για οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο θεματοφύλακας του ΟΕΕ διαθέτει επικαιροποιημένες και ακριβείς πληροφορίες για την αξία των περιουσιακών στοιχείων των οποίων η φύλαξη έχει ανατεθεί βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Η δήλωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να τίθεται στη διάθεση του θεματοφύλακα του ΟΕΕ το αργότερο κατά το πέρας της επόμενης εργάσιμης ημέρας την οποία αφορά.

3.   Τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 θα πρέπει να περιλαμβάνουν:

α)

τη συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο βασικός μεσίτης του ΟΕΕ, όταν οι λειτουργίες φύλαξης έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ την αξία του καθενός από τα εξής:

i)

δανείων σε μετρητά που έχουν χορηγηθεί στον ΟΕΕ και των δεδουλευμένων τόκων·

ii)

αξιών που επαναπαραδίδονται από τον ΟΕΕ υπό ανοιχτές αρνητικές θέσεις που συνάπτονται για λογαριασμό του ΟΕΕ·

iii)

τρεχόντων ποσών διακανονισμού που θα καταβληθούν από τον ΟΕΕ βάσει οποιωνδήποτε συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης·

iv)

εσόδων σε μετρητά από ανοιχτές πωλήσεις τα οποία κατέχει ο βασικός μεσίτης αναφορικά με αρνητικές θέσεις που συνάπτονται για λογαριασμό του ΟΕΕ·

v)

ταμειακών περιθωρίων τα οποία κατέχει ο βασικός μεσίτης αναφορικά με ανοιχτά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης που συνάπτονται για λογαριασμό του ΟΕΕ. Η υποχρέωση αυτή είναι πρόσθετη προς τις υποχρεώσεις των άρθρων 87 και 88·

vi)

τρεχόντων εκθέσεων σε περίπτωση εκκαθάρισης οποιασδήποτε εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής που διενεργείται για λογαριασμό του ΟΕΕ·

vii)

των συνολικών ασφαλισμένων υποχρεώσεων του ΟΕΕ έναντι του βασικού μεσίτη· και

viii)

όλων των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με τον ΟΕΕ·

β)

την αξία των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο β) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και τα οποία κατέχει ο βασικός μεσίτης ως ασφάλεια αναφορικά με ασφαλισμένες συναλλαγές που συνάπτονται βάσει συμφωνίας βασικής μεσιτείας·

γ)

την αξία των περιουσιακών στοιχείων όταν ο βασικός μεσίτης έχει ασκήσει δικαίωμα χρήσης αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ·

δ)

κατάλογο όλων των ιδρυμάτων στα οποία ο βασικός μεσίτης διατηρεί, ή μπορεί να διατηρεί, μετρητά του ΟΕΕ σε λογαριασμό που έχει ανοιχτεί στο όνομα του ΟΕΕ ή στο όνομα του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 92

Εποπτικά καθήκοντα – γενικές απαιτήσεις

1.   Κατά τον χρόνο ορισμού του, ο θεματοφύλακας αξιολογεί τους κινδύνους που συνδέονται με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της στρατηγικής του ΟΕΕ και της οργάνωσης του ΔΟΕΕ προκειμένου να καταρτίσει εποπτικές διαδικασίες κατάλληλες για τον ΟΕΕ και τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία επενδύει αυτός, οι οποίες θα πρέπει στη συνέχεια να υλοποιούνται και να εφαρμόζονται. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά.

2.   Κατά την άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας εκτελεί εκ των υστέρων ελέγχους και επαληθεύσεις επί των διεργασιών και διαδικασιών που υπόκεινται στην ευθύνη του ΔΟΕΕ, του ΟΕΕ και ορισθέντος τρίτου. Ο θεματοφύλακας διασφαλίζει σε κάθε περίπτωση την ύπαρξη ενδεδειγμένης διαδικασίας επαλήθευσης και ελέγχου η οποία υλοποιείται και εφαρμόζεται, και επανεξετάζεται συχνά. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ότι όλες οι εντολές που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία και τις λειτουργίες του ΟΕΕ διαβιβάζονται στον θεματοφύλακα, ώστε να είναι ο τελευταίος σε θέση να εκτελεί τη δική του διαδικασία επαλήθευσης και ελέγχου.

3.   Ο θεματοφύλακας θεσπίζει σαφή και ολοκληρωμένη διαδικασία κλιμάκωσης για την αντιμετώπιση περιπτώσεων στις οποίες εντοπίζονται πιθανές παρατυπίες κατά την εκτέλεση των εποπτικών του καθηκόντων, οι λεπτομέρειες της οποίας τίθενται στη διάθεση των αρχών που είναι αρμόδιες για τον ΔΟΕΕ κατόπιν αιτήματος

4.   Ο ΔΟΕΕ παρέχει στον θεματοφύλακα, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του και σε διαρκή βάση, όλες τις συναφείς πληροφορίες που χρειάζεται προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που παρέχονται στον θεματοφύλακα από τρίτους. Ο ΔΟΕΕ διασφαλίζει ιδίως ότι ο θεματοφύλακας είναι σε θέση να έχει πρόσβαση στα βιβλία και να κάνει επιτόπιες επισκέψεις στις εγκαταστάσεις του ΔΟΕΕ, καθώς και οποιουδήποτε παρόχου υπηρεσιών που ορίζεται από τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ, για παράδειγμα διαχειριστών ή εξωτερικών εκτιμητών, και, κατά περίπτωση, ή να επανεξετάζει εκθέσεις και δηλώσεις αναγνωρισμένων εξωτερικών πιστοποιήσεων από εξωτερικούς ελεγκτές ή άλλους εμπειρογνώμονες που έχουν τα κατάλληλα προσόντα, προκειμένου να διασφαλίζει την επάρκεια και τη συνάφεια των εφαρμοζόμενων διαδικασιών.

Άρθρο 93

Καθήκοντα αναφορικά με εγγραφές και εξοφλήσεις

Προκειμένου να συμμορφώνεται με το στοιχείο α) του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας οφείλει να πληροί τις εξής απαιτήσεις:

1)

Ο θεματοφύλακας διασφαλίζει ότι ο ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ ή η καθορισμένη οντότητα έχει θεσπίσει, υλοποιεί και εφαρμόζει ενδεδειγμένη και συνεκτική διαδικασία:

i)

για τον έλεγχο των εντολών εγγραφής σε σύγκριση με τα έσοδα εγγραφής και του αριθμού των μετοχών ή μεριδίων που εκδίδονται σε σύγκριση με τα έσοδα εγγραφής που εισπράττει ο ΟΕΕ·

ii)

για τον έλεγχο των εντολών εξόφλησης σε σύγκριση με τις καταβαλλόμενες εξοφλήσεις και του αριθμού των μετοχών ή μεριδίων που ακυρώνονται σε σύγκριση με τις εξοφλήσεις που καταβάλλει ο ΟΕΕ·

iii)

προκειμένου να επαληθεύεται σε τακτική βάση ότι η διαδικασία ελέγχου είναι η ενδεδειγμένη.

Για τον σκοπό των σημείων i), ii) και iii), ο θεματοφύλακας ελέγχει τακτικά ιδίως τη συνέπεια μεταξύ του συνολικού αριθμού μετοχών ή μεριδίων στους λογαριασμούς του ΟΕΕ και του συνολικού αριθμού των μετοχών ή μεριδίων σε κυκλοφορία που αναφέρονται στο μητρώο του ΟΕΕ.

2)

Ο θεματοφύλακας διασφαλίζει και ελέγχει τακτικά ότι οι διαδικασίες αναφορικά με την πώληση, την έκδοση, την επαναγορά, την εξόφληση και την ακύρωση μετοχών ή μεριδίων του ΟΕΕ συμμορφώνεται με το ισχύον εθνικό δίκαιο, καθώς και με τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ και επαληθεύει ότι οι διαδικασίες αυτές υλοποιούνται αποτελεσματικά.

3)

Η συχνότητα των ελέγχων του θεματοφύλακα συνάδει με τη συχνότητα των εγγραφών και εξοφλήσεων.

Άρθρο 94

Καθήκοντα αναφορικά με την αποτίμηση μετοχών/μεριδίων

1.   Προκειμένου να συμμορφώνεται με το στοιχείο β) του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας:

α)

επαληθεύει σε διαρκή βάση ότι έχουν καθιερωθεί και εφαρμόζονται ενδεδειγμένες και συνεκτικές διαδικασίες αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ σε ευθυγράμμιση με το άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών της μέτρων, καθώς και με τον κανονισμό και τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ· και

β)

διασφαλίζει την αποτελεσματική υλοποίηση και περιοδική επανεξέταση των πολιτικών και διαδικασιών αποτίμησης.

2.   Οι διαδικασίες του θεματοφύλακα διενεργούνται σε συχνότητα η οποία συνάδει με τη συχνότητα της πολιτικής αποτίμησης του ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών της μέτρων.

3.   Όταν ο θεματοφύλακας κρίνει ότι ο υπολογισμός της αξίας των μετοχών ή μεριδίων του ΟΕΕ δεν έχει γίνει σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο ή τον κανονισμό του ΟΕΕ ή το άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ειδοποιεί τον ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή τον ΟΕΕ και διασφαλίζει τη έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων προς το συμφέρον εκείνων που επενδύουν στον ΟΕΕ.

4.   Όταν έχει οριστεί εξωτερικός εκτιμητής, ο θεματοφύλακας ελέγχει εάν ο ορισμός του εξωτερικού εκτιμητή έχει γίνει σύμφωνα με το άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και των εκτελεστικών της μέτρων.

Άρθρο 95

Καθήκοντα αναφορικά με την εκτέλεση των εντολών του ΔΟΕΕ

Προκειμένου να συμμορφώνεται με το στοιχείο γ) του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας συμμορφώνεται τουλάχιστον με τα εξής:

α)

θεσπίζει και υλοποιεί ενδεδειγμένες διαδικασίες προκειμένου να επαληθεύει ότι ο ΟΕΕ και ο ΔΟΕΕ συμμορφώνεται με τους ισχύοντες νόμους και κανόνες και με τον κανονισμό και τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ. Συγκεκριμένα, ο θεματοφύλακας παρακολουθεί την από μέρους του ΟΕΕ συμμόρφωση με τους επενδυτικούς περιορισμούς και τα όρια μόχλευσης που ορίζονται στα έγγραφα προσφοράς του ΟΕΕ. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να είναι αναλογικές με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του ΟΕΕ·

β)

θεσπίζει και υλοποιεί διαδικασία κλιμάκωσης όταν ο ΟΕΕ έχει παραβιάσει ένα από τα όρια ή έναν από τους περιορισμούς που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Άρθρο 96

Καθήκοντα αναφορικά με τον έγκαιρο διακανονισμό συναλλαγών

1.   Προκειμένου να συμμορφώνεται με το στοιχείο δ) του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας θεσπίζει διαδικασία εντοπισμού οποιασδήποτε περίπτωσης στην οποία το αντίτιμο σχετιζόμενο με τις εργασίες οι οποίες περιλαμβάνουν τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ δεν έχει καταβληθεί στον ΟΕΕ μέσα στις συνήθεις προθεσμίες, ειδοποιεί τον ΔΟΕΕ και, σε περίπτωση μη επανόρθωσης, ζητά την επιστροφή των χρηματοοικονομικών μέσων από τον αντισυμβαλλόμενο όταν αυτό είναι δυνατόν.

2.   Στην περίπτωση συναλλαγών που δεν διενεργούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά, οι συνήθεις προθεσμίες αξιολογούνται ανάλογα με τις συνθήκες που αφορούν τις συναλλαγές (συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ή επενδύσεις σε ακίνητα ή σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα).

Άρθρο 97

Καθήκοντα σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος του ΟΕΕ

1.   Προκειμένου να συμμορφώνεται με το στοιχείο ε) του άρθρου 21 παράγραφος 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας:

α)

διασφαλίζει ότι ο υπολογισμός του καθαρού εισοδήματος, αφού δηλωθεί από τον ΔΟΕΕ, διατίθεται σύμφωνα με τον κανονισμό και τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ και το ισχύον εθνικό δίκαιο·

β)

διασφαλίζει τη λήψη ενδεδειγμένων μέτρων όταν οι ελεγκτές του ΟΕΕ εκφράζουν επιφυλάξεις για τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις. Ο ΟΕΕ και ο ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ παρέχουν στον θεματοφύλακα όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί αναφορικά με τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις· και

γ)

ελέγχει την πληρότητα και την ακρίβεια των καταβολών μερισμάτων, αφού αυτά δηλωθούν από τον ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, της συμμετοχής επί της δημιουργίας υπεραξίας.

2.   Όταν ο θεματοφύλακας κρίνει ότι ο υπολογισμός του εισοδήματος δεν έχει γίνει σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο ή τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ, ειδοποιεί τον ΔΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή τον ΟΕΕ και διασφαλίζει τη έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων προς το συμφέρον εκείνων των επενδυτών του ΟΕΕ.

Άρθρο 98

Δέουσα επιμέλεια

1.   Προκειμένου να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας υλοποιεί και εφαρμόζει ενδεδειγμένη τεκμηριωμένη διαδικασία δέουσας επιμέλειας για την επιλογή και διαρκή παρακολούθηση του αναδόχου. Η διαδικασία αυτή επανεξετάζεται τακτικά, τουλάχιστον μία φορά το έτος, και τίθεται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών κατόπιν αιτήματός τους.

2.   Κατά την επιλογή και τον ορισμό του τρίτου στον οποίον θα ανατεθούν οι λειτουργίες φύλαξης βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο θεματοφύλακας ασκεί τη δέουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ανάθεση χρηματοοικονομικών μέσων στον εν λόγω τρίτο θα εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας. Θα πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

α)

αξιολογεί το ρυθμιστικό και νομικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων του κινδύνου χώρας, του κινδύνου θεματοφυλακής και του κατά πόσον είναι εκτελεστές οι συμβάσεις τρίτων. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να δίνει στον θεματοφύλακα τη δυνατότητα να καθορίζει τις επιπλοκές που θα δημιουργούσε ενδεχόμενη αφερεγγυότητα του τρίτου στα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του ΟΕΕ. Εάν ο θεματοφύλακας μάθει ότι ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων δεν επαρκεί για τη διασφάλιση προστασίας έναντι αφερεγγυότητας λόγω του δικαίου της χώρας στην οποία βρίσκεται ο τρίτος, ενημερώνει αμέσως τον ΔΟΕΕ·

β)

αξιολογεί το κατά πόσον η πρακτική, οι διαδικασίες και οι εσωτερικοί έλεγχοι του τρίτου επαρκούν προκειμένου να διασφαλίσουν υψηλό επίπεδο φροντίδας και προστασίας για τα χρηματοοικονομικά μέσα του ΟΕΕ ή του ΔΟΕΕ που ενεργεί για λογαριασμό του ΟΕΕ·

γ)

αξιολογεί το κατά πόσον η οικονομική ισχύς και η φήμη του τρίτου συνάδουν με τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τον πιθανό τρίτο, καθώς και σε άλλα δεδομένα και πληροφορίες, εάν αυτά είναι διαθέσιμα·

δ)

διασφαλίζουν ότι ο τρίτος έχει τις επιχειρησιακές και τεχνολογικές δυνατότητες που απαιτούνται για την εκτέλεση των ανατιθέμενων καθηκόντων θεματοφύλακα με ικανοποιητικό βαθμό προστασίας και ασφάλειας.

3.   Ο θεματοφύλακας ασκεί όλη τη δέουσα ικανότητα, προσοχή και επιμέλεια κατά την περιοδική επανεξέταση και διαρκή παρακολούθηση προκειμένου να διασφαλίζει ότι ο τρίτος εξακολουθεί να πληροί τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και τους όρους που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Για τον σκοπό αυτό, ο θεματοφύλακας πληροί τουλάχιστον τις εξής απαιτήσεις:

α)

παρακολουθεί τις επιδόσεις του τρίτου και τη συμμόρφωσή του με τα πρότυπα του θεματοφύλακα·

β)

διασφαλίζει ότι ο τρίτος ασκεί υψηλό επίπεδο φροντίδας, σύνεσης και επιμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων θεματοφυλακής που του έχουν ανατεθεί, ιδίως δε ότι διαχωρίζει αποτελεσματικά τα χρηματοοικονομικά μέσα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 99·

γ)

επανεξετάζει τους κινδύνους θεματοφυλακής που συνδέονται με την απόφαση ανάθεσης των περιουσιακών στοιχείων στον τρίτον και ειδοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον ΟΕΕ ή τον ΔΟΕΕ για οποιαδήποτε αλλαγή στους κινδύνους αυτούς. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τον τρίτον, καθώς και σε άλλα δεδομένα και πληροφορίες, εάν αυτά είναι διαθέσιμα. Όταν επικρατεί αναταραχή στις αγορές ή όταν εντοπιστεί κίνδυνος, η συχνότητα και το πεδίο εφαρμογής της επανεξέτασης θα πρέπει να αυξηθούν. Εάν ο θεματοφύλακας μάθει ότι ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων δεν επαρκεί πλέον για τη διασφάλιση προστασίας έναντι αφερεγγυότητας λόγω του δικαίου της χώρας στην οποία βρίσκεται ο τρίτος, ενημερώνει αμέσως τον ΔΟΕΕ.

4.   Όταν ο τρίτος αναθέτει περαιτέρω κάποιες από τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί, εφαρμόζονται αναλογικά οι όροι και τα κριτήρια των παραγράφων 1, 2 και 3.

5.   Ο θεματοφύλακας παρακολουθεί τη συμμόρφωση με το άρθρο 21 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

6.   Ο θεματοφύλακας καταρτίζει σχέδια έκτακτης ανάγκης για κάθε αγορά στην οποία ορίζει τρίτον βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ για την εκτέλεση καθηκόντων φύλαξης. Ένα τέτοιο σχέδιο έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνει τον προσδιορισμό εναλλακτικού παρόχου, εάν αυτός υφίσταται.

7.   Ο θεματοφύλακας λαμβάνει μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της καταγγελίας της σύμβασης, προς το συμφέρον του ΟΕΕ και των επενδυτών του όταν ο ανάδοχος δεν συμμορφώνεται πλέον με τις απαιτήσεις.

Άρθρο 99

Υποχρέωση διαχωρισμού

1.   Όταν έχουν ανατεθεί σε τρίτον οι λειτουργίες φύλαξης εν όλω ή εν μέρει, ο θεματοφύλακας διασφαλίζει ότι ο τρίτος στον οποίον έχουν ανατεθεί οι λειτουργίες φύλαξης, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ενεργεί σε ευθυγράμμιση με την υποχρέωση διαχωρισμού που ορίζεται στο στοιχείο δ) σημείο iii) του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, επαληθεύοντας ότι ο τρίτος:

α)

τηρεί τα αρχεία και τους λογαριασμούς που απαιτούνται προκειμένου να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση να ξεχωρίσει τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ του θεματοφύλακα από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, καθώς και από τα περιουσιακά στοιχεία άλλων πελατών του, τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει ο θεματοφύλακας για δικό του λογαριασμό και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν πελάτες του θεματοφύλακα οι οποίοι δεν είναι ΟΕΕ·

β)

τηρεί αρχεία και λογαριασμούς κατά τρόπο που διασφαλίζει την ακρίβειά τους, ιδίως δε την αντιστοιχία τους με τα περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσονται για λογαριασμό των πελατών του θεματοφύλακα·

γ)

διενεργεί σε τακτική βάση ελέγχους που συγκρίνουν τους εσωτερικούς λογαριασμούς και τα εσωτερικά αρχεία του με εκείνα του τρίτου στον οποίον έχουν ανατεθεί λειτουργίες φύλαξης βάσει του τρίτου εδαφίου του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

δ)

θεσπίζει επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο απώλειας ή απομείωσης των χρηματοοικονομικών μέσων ή των δικαιωμάτων που σχετίζονται με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα εξαιτίας κατάχρησης των χρηματοοικονομικών μέσων, απάτης, κακής διαχείρισης, πλημμελούς τήρησης αρχείων ή αμέλειας·

ε)

όταν ο τρίτος είναι μια από τις ενότητες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 18 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ η οποία υπόκειται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση και εποπτεία που έχει το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο του ενωσιακού δικαίου και επιβάλλεται αποτελεσματικά, ο θεματοφύλακας λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα μετρητά του ΟΕΕ τηρούνται σε λογαριασμό ή λογαριασμούς σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.   Όταν ο θεματοφύλακας έχει αναθέσει σε τρίτον τις λειτουργίες θεματοφύλακα για τις οποίες είναι υπεύθυνος, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η παρακολούθηση της από μέρους του τρίτου συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις διαχωρισμού θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν στους πελάτες του προστατεύονται από οποιαδήποτε αφερεγγυότητα του εν λόγω τρίτου. Εάν, βάσει του ισχύοντος εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του δικαίου περί ιδιοκτησίας ή αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεν επαρκούν για την επίτευξη του στόχου αυτού, ο θεματοφύλακας αξιολογεί ποιες είναι οι πρόσθετες ρυθμίσεις που θα πρέπει να εφαρμοστούν για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος απώλειας και να διατηρηθεί επαρκές επίπεδο προστασίας.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν αναλογικά όταν ο τρίτος στον οποίον έχουν ανατεθεί λειτουργίες φύλαξης βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ έχει αποφασίσει να αναθέσει μέρος ή το σύνολο των λειτουργιών φύλαξης σε άλλον τρίτον βάσει του τρίτου εδαφίου του άρθρου 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 4

Απώλεια χρηματοοικονομικών μέσων, απαλλαγή από ευθύνη και αντικειμενικοί λόγοι

(άρθρο 21 παράγραφοι 12 και 13 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

Άρθρο 100

Απώλεια χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή

1.   Απώλεια χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ θεωρείται ότι έλαβε χώρα, σε σχέση με χρηματοοικονομικό μέσο που τίθεται σε θεματοφυλακή από τον θεματοφύλακα ή τρίτον στον οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή, όταν πληρείται οποιοσδήποτε από τους εξής όρους:

α)

αποδεικνύεται ότι δεν ισχύει δηλωμένο δικαίωμα κυριότητας του ΟΕΕ διότι είτε έπαψε να υφίσταται είτε δεν υφίστατο ποτέ·

β)

έχει αφαιρεθεί οριστικά το δικαίωμα κυριότητας του ΟΕΕ επί του χρηματοοικονομικού μέσου·

γ)

ο ΟΕΕ έχει χάσει οριστικά την ικανότητα να εκποιεί, άμεσα ή έμμεσα, το χρηματοοικονομικό μέσο.

2.   Η βεβαίωση της απώλειας του χρηματοοικονομικού μέσου από τον ΔΟΕΕ ακολουθεί μια τεκμηριωμένη διαδικασία η οποία είναι άμεσα διαθέσιμη στις αρμόδιες αρχές. Αφού βεβαιωθεί η απώλεια, κοινοποιείται αμέσως στους επενδυτές σε σταθερό μέσο.

3.   Χρηματοοικονομικό μέσο που τίθεται σε θεματοφυλακή δεν θεωρείται απολεσθέν κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ όταν έχει αφαιρεθεί οριστικά το δικαίωμα κυριότητας ενός ΟΕΕ αναφορικά με συγκεκριμένο μέσο, αλλά το εν λόγω μέσο αντικαθίσταται από, ή μετατρέπεται σε, άλλο χρηματοοικονομικό μέσο ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα.

4.   Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του τρίτου στον οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή, η απώλεια χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή βεβαιώνεται από τον ΔΟΕΕ όταν πληρείται με βεβαιότητα ένας από τους όρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

Θα πρέπει να έχει διαπιστωθεί με βεβαιότητα το κατά πόσον πληρείται με βεβαιότητα ένας από τους όρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 το αργότερο κατά το πέρας των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ο ΔΟΕΕ και ο θεματοφύλακας παρακολουθούν στενά τις διαδικασίες αφερεγγυότητας προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσον έχουν απολεσθεί ουσιαστικά όλα ή μερικά από τα χρηματοοικονομικά μέσα που έχουν ανατεθεί στον τρίτον στον οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων.

5.   Η απώλεια χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή θα πρέπει να βεβαιώνεται ανεξάρτητα από το αν οι περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 οφείλονται σε απάτη, αμέλεια ή άλλη εκούσια ή ακούσια συμπεριφορά.

Άρθρο 101

Απαλλαγή από ευθύνη βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 12 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ

1.   Η ευθύνη του θεματοφύλακα βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 12 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2011/61/ΕΕ δεν ενεργοποιείται όταν ο θεματοφύλακας μπορεί να αποδείξει ότι πληρούνται όλοι οι εξής όροι:

α)

το γεγονός που οδήγησε στην απώλεια δεν οφείλεται σε ενέργεια ή παράλειψη του θεματοφύλακα ή τρίτου στο οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται υπό θεματοφυλακή βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

β)

ο θεματοφύλακας δεν θα μπορούσε εύλογα να έχει αποτρέψει την επέλευση του εν λόγω γεγονότος το οποίο οδήγησε στην απώλεια παρά τη λήψη όλων των προφυλάξεων που απαιτούνται από μέρους ενός συνετού θεματοφύλακα, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στη συνήθη πρακτική του κλάδου·

γ)

παρά την αυστηρή και ολοκληρωμένη δέουσα επιμέλεια, ο θεματοφύλακας δεν θα μπορούσε να έχει αποτρέψει την απώλεια.

Ο όρος αυτός μπορεί να θεωρείται ότι πληρείται όταν ο θεματοφύλακας έχει διασφαλίσει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο τρίτος στον οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται υπό θεματοφυλακή βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ έχουν λάβει όλα τα εξής μέτρα:

i)

θεσπίζουν, υλοποιούν, εφαρμόζουν και διατηρούν δομές και διαδικασίες, καθώς και ασφαλιστική εμπειρογνωμοσύνη, που είναι επαρκείς και αναλογικές προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ προκειμένου να εντοπίζουν έγκαιρα και να παρακολουθούν διαρκώς εξωτερικά γεγονότα τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή·

ii)

αξιολογούν διαρκώς το κατά πόσον οποιοδήποτε από τα γεγονότα που εντοπίζονται βάσει του σημείου i) δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο απώλειας χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή·

iii)

ενημερώνουν τον ΔΟΕΕ για τους σημαντικούς κινδύνους που εντοπίζονται και λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα, κατά περίπτωση, για την αποφυγή ή τον μετριασμό της απώλειας χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται σε θεματοφυλακή, όταν έχουν εντοπιστεί πραγματικά ή πιθανά εξωτερικά γεγονότα που πιστεύεται ότι δημιουργούν σημαντικό κίνδυνο απώλειας χρηματοοικονομικού μέσου που τίθεται σε θεματοφυλακή.

2.   Οι απαιτήσεις των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1 μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται υπό τις εξής περιστάσεις:

α)

φυσικά συμβάντα που είναι πέραν του ελέγχου ή της επιρροής του ανθρώπου·

β)

έκδοση οποιουδήποτε νόμου, διατάγματος, κανονισμού, απόφασης ή εντολής από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή οποιοδήποτε κυβερνητικό όργανο, συμπεριλαμβανομένου δικαστηρίου ή άλλου δικαστικού οργάνου, που έχει επίπτωση στα χρηματοοικονομικά μέσα που τίθενται σε θεματοφυλακή·

γ)

πόλεμος, ταραχές ή άλλες μεγάλες αναστατώσεις.

3.   Οι απαιτήσεις των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1 δεν θεωρείται ότι πληρούνται σε περιπτώσεις όπως λογιστικό λάθος, λειτουργική αστοχία, απάτη, μη εκπλήρωση των απαιτήσεων διαχωρισμού στο επίπεδο του θεματοφύλακα ή του τρίτου στον οποίον έχει ανατεθεί η θεματοφυλακή χρηματοοικονομικών μέσων που τίθενται υπό θεματοφυλακή βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 21 παράγραφος 8 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

4.   Το παρόν άρθρο ισχύει αναλογικά για τον ανάδοχο όταν ο θεματοφύλακας έχει μεταβιβάσει συμβατικώς την ευθύνη του βάσει του άρθρου 21 παράγραφοι 13 και 14 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 102

Αντικειμενικοί λόγοι για τη συμβατική απαλλαγή του θεματοφύλακα από ευθύνη

1.   Οι αντικειμενικοί λόγοι για τη σύναψη σύμβασης απαλλαγής από ευθύνη βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 13 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ:

α)

περιορίζονται σε ακριβείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια δεδομένη δραστηριότητα·

β)

είναι συνεπείς με τις πολιτικές και τις αποφάσεις του θεματοφύλακα.

2.   Οι αντικειμενικοί λόγοι ορίζονται κάθε φορά που ο θεματοφύλακας προτίθεται να απαλλαγεί από ευθύνη.

3.   Ο θεματοφύλακας θεωρείται ότι έχει αντικειμενικούς λόγους για τη σύναψη σύμβασης απαλλαγής του, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 13 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, όταν ο θεματοφύλακας μπορεί να αποδείξει ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αναθέσει σε τρίτον τα καθήκοντα θεματοφυλακής που τον βάρυναν. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει σε περίπτωση που:

α)

το δίκαιο τρίτης χώρας απαιτεί για ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα να τίθενται σε θεματοφυλακή από τοπικό φορέα και υπάρχουν τοπικοί φορείς που πληρούν τα κριτήρια ανάθεσης τα οποία ορίζονται στο άρθρο 21 παράγραφος 11 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ· ή

β)

ο ΔΟΕΕ επιμένει να διατηρεί μια επένδυση σε συγκεκριμένο κράτος παρά τις προειδοποιήσεις του θεματοφύλακα για τον αυξημένο κίνδυνο που υφίσταται ως προς αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ, ΜΟΧΛΕΥΣΗ, ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΥΝΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΟΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

Ετήσια έκθεση, παροχή πληροφοριών στους επενδυτές και υποβολή εκθέσεων στις αρμόδιες αρχές

[άρθρο 22 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε), άρθρο 23 παράγραφος 4 και άρθρο 24 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ]

Άρθρο 103

Γενικές αρχές σχετικά με την ετήσια έκθεση

Όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ορίζονται στο παρόν τμήμα, παρουσιάζονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την ουσιωδώς συναφή, αξιόπιστη, συγκρίσιμη και σαφή πληροφόρηση. Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζονται οι επενδυτές σε σχέση με συγκριμένες δομές ΟΕΕ.

Άρθρο 104

Περιεχόμενο και δομή του ισολογισμού ή της περιουσιακής κατάστασης και του λογαριασμού εσόδων και δαπανών

1.   Ο ισολογισμός ή η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία και υποκείμενα κονδύλια βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 22 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ:

α)

«ενεργητικό», που συνίσταται στους πόρους που ελέγχονται από τον ΟΕΕ και προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα, τα οποία αναμένεται να καταλήξουν σε μελλοντικά οφέλη για τον ΟΕΕ. Το ενεργητικό υποδιαιρείται βάσει των εξής κονδυλίων:

i)

«επενδύσεις», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων χρεωστικούς και συμμετοχικούς τίτλους, ακίνητη περιουσία και ιδιοκτησία, καθώς και παράγωγα·

ii)

«ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων μετρητά στο ταμείο, καταθέσεις όψεως και αποδεκτές βραχυπρόθεσμες ρευστοποιήσιμες επενδύσεις·

iii)

«απαιτήσεις», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων εισπρακτέα ποσά σχετικά με μερίσματα και τόκους, εκποιηθείσες επενδύσεις, ποσά οφειλόμενα από μεσίτες και «προκαταβολές», συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων ποσών που προκαταβάλλονται σε σχέση με δαπάνες του ΟΕΕ·

β)

«παθητικό», που συνίσταται στις τρέχουσες υποχρεώσεις του ΟΕΕ οι οποίες προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα ο διακανονισμός των οποίων αναμένεται να οδηγήσει στην εκροή πόρων από τον ΟΕΕ οι οποίοι ενσωματώνουν οικονομικά οφέλη. Το παθητικό υποδιαιρείται βάσει των εξής κονδυλίων:

i)

«υποχρεώσεις», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων ποσά οφειλόμενα σε σχέση με την αγορά επενδύσεων ή την εξόφληση μετοχών ή μεριδίων στον ΟΕΕ και ποσά οφειλόμενα σε μεσίτες και «έξοδα χρήσεως δεδουλευμένα», συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων υποχρεώσεων για διαχειριστικές δαπάνες, συμβουλευτικές αμοιβές, αμοιβές απόδοσης, τόκους και άλλες δαπάνες που δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση των εργασιών του ΟΕΕ·

ii)

«δάνεια», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων ποσά οφειλόμενα σε τράπεζες και άλλους αντισυμβαλλομένους·

iii)

«άλλες υποχρεώσεις», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων ποσά οφειλόμενα σε αντισυμβαλλομένους ως ασφάλεια για την επιστροφή δανεισθέντων τίτλων, έσοδα επόμενων χρήσεων, καθώς και μερίσματα και πληρωτέες διανομές·

γ)

«καθαρά στοιχεία ενεργητικού», τα οποία αντιπροσωπεύουν το εναπομένον δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ μετά την αφαίρεση όλων των υποχρεώσεών του.

2.   Ο λογαριασμός εσόδων και δαπανών περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία και υποκείμενα κονδύλια:

α)

«έσοδα», που αντιπροσωπεύουν οποιεσδήποτε αυξήσεις των οικονομικών οφελών κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου υπό τη μορφή εισροών ή αυξήσεων του ενεργητικού ή μειώσεων του παθητικού που οδηγούν σε αυξήσεις των καθαρών στοιχείων ενεργητικού άλλες εκτός εκείνων που σχετίζονται με εισφορές από επενδυτές. Τα έσοδα υποδιαιρούνται βάσει των εξής κονδυλίων:

i)

«επενδυτικά έσοδα», τα οποία μπορούν να υποδιαιρεθούν περαιτέρω ως εξής:

«έσοδα από μερίσματα», που σχετίζονται με μερίσματα ή επενδύσεις σε μετοχές τα οποία δικαιούται ο ΟΕΕ,

«πιστωτικοί τόκοι», που σχετίζονται με τόκους επί δανειοδοτικών επενδύσεων και επί μετρητών τους οποίους δικαιούται ο ΟΕΕ,

«έσοδα από ενοίκια», που σχετίζονται με ενοίκια από επενδύσεις σε ακίνητα τα οποία δικαιούται ο ΟΕΕ·

ii)

«πραγματοποιηθέντα κέρδη από επενδύσεις», που αντιπροσωπεύουν κέρδη από την εκποίηση επενδύσεων·

iii)

«μη πραγματοποιηθέντα κέρδη από επενδύσεις», που αντιπροσωπεύουν κέρδη από την αναπροσαρμογή της αξίας επενδύσεων· και

iv)

«άλλα έσοδα», που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα έσοδα από αμοιβές από δανεισθέντες τίτλους και από διάφορες πηγές·

β)

«δαπάνες», που αντιπροσωπεύουν μειώσεις των οικονομικών οφελών κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου υπό τη μορφή εκροών ή εξαντλήσεων του ενεργητικού ή δημιουργίας παθητικού που οδηγούν σε μειώσεις των καθαρών στοιχείων ενεργητικού άλλες εκτός εκείνων που σχετίζονται με διανομές σε επενδυτές. Οι δαπάνες υποδιαιρούνται βάσει των εξής κονδυλίων:

«επενδυτικές, συμβουλευτικές ή διαχειριστικές αμοιβές», που αντιπροσωπεύουν συμβατικές αμοιβές οφειλόμενες στον σύμβουλο ή στον ΔΟΕΕ,

«άλλες δαπάνες», που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων διαχειριστικές αμοιβές, επαγγελματικές αμοιβές, αμοιβές θεματοφύλακα και τόκους. Τα επιμέρους κονδύλια, εάν η φύση τους είναι σημαντική, θα πρέπει να γνωστοποιούνται χωριστά,

«πραγματοποιηθείσες απώλειες από επενδύσεις», που αντιπροσωπεύουν απώλειες από την εκποίηση επενδύσεων,

«μη πραγματοποιηθείσες απώλειες από επενδύσεις», που αντιπροσωπεύουν απώλειες από την αναπροσαρμογή της αξίας επενδύσεων·

γ)

«καθαρά έσοδα ή δαπάνες», που αντιπροσωπεύουν το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα υπερβαίνουν τις δαπάνες ή οι δαπάνες υπερβαίνουν τα έσοδα, κατά περίπτωση.

3.   Η μορφή, ονοματολογία και ορολογία των κονδυλίων συνάδει με τα λογιστικά πρότυπα που ισχύουν για τον ΟΕΕ ή με τους κανόνες που έχει υιοθετήσει ο ΟΕΕ, καθώς και με το δίκαιο που ισχύει εκεί όπου είναι εγκαταστημένος ο ΟΕΕ. Τα εν λόγω κονδύλια μπορούν να αναθεωρούνται ή να επεκτείνονται προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τα ανωτέρω.

4.   Παρουσιάζονται πρόσθετα κονδύλια, επικεφαλίδες και υποσύνολα όταν η εν λόγω παρουσίαση σχετίζεται με την κατανόηση της χρηματοοικονομικής θέσης ενός ΟΕΕ στον ισολογισμό ή στην περιουσιακή κατάσταση ή τη χρηματοοικονομική απόδοση ενός ΟΕΕ στο περιεχόμενο και στη μορφή του λογαριασμού εσόδων και δαπανών. Κατά περίπτωση, οι πρόσθετες πληροφορίες θα πρέπει να παρουσιάζονται στις σημειώσεις επί των οικονομικών καταστάσεων. Σκοπός των σημειώσεων είναι η παροχή αφηγηματικών περιγραφών ή η ανάλυση των κονδυλίων που παρουσιάζονται στις πρωτεύουσες καταστάσεις και η πληροφόρηση σχετικά με κονδύλια που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης στις εν λόγω καταστάσεις.

5.   Κάθε σημαντική κατηγορία παρόμοιων κονδυλίων παρουσιάζεται χωριστά. Τα επιμέρους κονδύλια, εάν είναι σημαντικά, γνωστοποιούνται. Η σημαντικότητα αξιολογείται βάσει των απαιτήσεων του υιοθετούμενου λογιστικού πλαισίου.

6.   Η παρουσίαση και ταξινόμηση κονδυλίων στον ισολογισμό και στην περιουσιακή κατάσταση παραμένει ως έχει κατά τις διαδοχικές περιόδους υποβολής εκθέσεων και λογιστικές περιόδους εκτός εάν είναι φανερό ότι θα ήταν πιο ενδεδειγμένη μια διαφορετική παρουσίαση ή ταξινόμηση, παραδείγματος χάρη όταν μια αλλαγή στην επενδυτική στρατηγική οδηγεί σε διαφορετικά πρότυπα διαπραγμάτευσης ή επειδή ένα λογιστικό πρότυπο απαιτεί αλλαγή στο τρόπο παρουσίασης.

7.   Αναφορικά με το περιεχόμενο και τη μορφή του λογαριασμού εσόδων και δαπανών που ορίζεται στο παράρτημα IV, όλα τα έσοδα και όλες οι δαπάνες αναγνωρίζονται σε μια δεδομένη περίοδο του λογαριασμού εσόδων και δαπανών εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε κάποιο λογιστικό πρότυπο που έχει υιοθετήσει ο ΟΕΕ.

Άρθρο 105

Έκθεση για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους

1.   Η έκθεση για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)

γενική εικόνα των επενδυτικών δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια του έτους ή της περιόδου, καθώς και γενική εικόνα του χαρτοφυλακίου του ΟΕΕ κατά το τέλος του έτους ή της περιόδου·

β)

γενική εικόνα των επιδόσεων του ΟΕΕ κατά τη διάρκεια του έτους ή της περιόδου·

γ)

ουσιαστικές αλλαγές όπως αυτές ορίζονται κατωτέρω στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ήδη στις οικονομικές καταστάσεις.

2.   Η έκθεση περιλαμβάνει εύλογη και ισορροπημένη εικόνα των δραστηριοτήτων και των επιδόσεων του ΟΕΕ, συμπεριλαμβάνοντας περιγραφή των βασικών κινδύνων και των επενδυτικών ή οικονομικών αβεβαιοτήτων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο ΟΕΕ.

3.   Στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την κατανόηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων και των επιδόσεων του ΟΕΕ, η ανάλυση περιλαμβάνει επίσης χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς βασικούς δείκτες επιδόσεων σχετικά με τον ΟΕΕ. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην έκθεση συνάδουν με τους εθνικούς κανόνες της χώρας στην οποία είναι εγκαταστημένος ο ΟΕΕ.

4.   Οι πληροφορίες της έκθεσης για τις δραστηριότητες του οικονομικού έτους μέρος της έκθεσης των διευθυντών ή των επενδυτικών διαχειριστών εάν αυτή παρουσιάζεται παράλληλα με τις οικονομικές καταστάσεις του ΟΕΕ.

Άρθρο 106

Ουσιαστικές αλλαγές

1.   Οποιεσδήποτε αλλαγές σε πληροφορίες θεωρούνται ουσιαστικές κατά την έννοια του στοιχείου δ) του άρθρου 22 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ εάν υπάρχει ουσιαστική πιθανότητα για έναν λογικό επενδυτή, ο οποίος λαμβάνει γνώση των εν λόγω πληροφοριών, να επανεξετάσει την επένδυσή του στον ΟΕΕ, μεταξύ άλλων και επειδή οι εν λόγω πληροφορίες θα μπορούσαν να έχουν επίπτωση στην ικανότητα του επενδυτή να ασκεί τα δικαιώματά του αναφορικά με την επένδυσή του, ή επειδή επηρεάζουν με άλλον τρόπο τα συμφέροντα ενός ή περισσότερων επενδυτών στον ΟΕΕ.

2.   Προκειμένου να συμμορφώνονται με το στοιχείο δ) του άρθρου 22 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ αξιολογούν αλλαγές στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των λογιστικών προτύπων και κανόνων που υιοθετεί ο ΟΕΕ, μαζί με περιγραφή οποιασδήποτε πιθανής ή αναμενόμενης επίπτωσης στον ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή σε εκείνους που επενδύουν στον ΟΕΕ. Παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες όταν η συμμόρφωση με συγκεκριμένες απαιτήσεις των λογιστικών προτύπων και κανόνων ενδεχομένως να μην επαρκεί για να είναι οι επενδυτές σε θέση να κατανοήσουν την επίπτωση της αλλαγής.

4.   Όταν οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται βάσει της παραγράφου 1 δεν καλύπτονται από τα λογιστικά πρότυπα που ισχύουν για έναν ΟΕΕ ή από τους λογιστικούς κανόνες του, παρέχεται περιγραφή της ουσιαστικής αλλαγής, μαζί με οποιαδήποτε πιθανή ή αναμενόμενη επίπτωση στον ΟΕΕ και, κατά περίπτωση, ή σε εκείνους που επενδύουν στον ΟΕΕ.

Άρθρο 107

Γνωστοποίηση αμοιβών

1.   Όταν παρέχονται πληροφορίες που απαιτούνται από το στοιχείο ε) του άρθρου 22 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, καθορίζεται κατά πόσον η συνολικές αμοιβές σχετίζονται ή δεν σχετίζονται με τα εξής:

α)

με τις συνολικές αμοιβές ολόκληρου του προσωπικού του ΔΟΕΕ, αναφέροντας τον αριθμό των δικαιούχων·

β)

με τις συνολικές αμοιβές των μελών του προσωπικού του ΔΟΕΕ που εμπλέκονται πλήρως ή μερικώς στις δραστηριότητες του ΟΕΕ, αναφέροντας τον αριθμό των δικαιούχων·

γ)

με την αναλογία των συνολικών αμοιβών του προσωπικού του ΔΟΕΕ που οφείλονται στον ΟΕΕ, αναφέροντας τον αριθμό των δικαιούχων.

2.   Κατά περίπτωση, οι συνολικές αμοιβές του οικονομικού έτους αναφέρουν και τη συμμετοχή επί της δημιουργίας υπεραξίας που κατέβαλε ο ΟΕΕ.

3.   Όταν παρέχονται πληροφορίες στο επίπεδο του ΔΟΕΕ, παρέχεται κατανομή ή ανάλυση αναφορικά με κάθε ΟΕΕ, εάν οι πληροφορίες αυτές υφίστανται ή είναι άμεσα διαθέσιμες. Στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών αυτών, περιλαμβάνεται περιγραφή του τρόπου με τον οποίο παρέχεται η κατανομή ή ανάλυση.

4.   Οι ΔΟΕΕ παρέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά και μη χρηματοοικονομικά κριτήρια των πολιτικών και πρακτικών αμοιβών για συναφείς κατηγορίες προσωπικού προκειμένου να δοθεί στους επενδυτές η δυνατότητα να αξιολογήσουν τα κίνητρα που δημιουργούνται. Βάσει των αρχών που ορίζονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ παρέχουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διασφάλιση κατανόησης του προφίλ κινδύνων του ΟΕΕ και των μέτρων που λαμβάνει ο ΟΕΕ για την αποφυγή ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων.

Άρθρο 108

Περιοδική παροχή πληροφοριών στους επενδυτές

1.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ παρουσιάζονται με σαφή και κατανοητό τρόπο.

2.   Κατά τη γνωστοποίηση του ποσοστού των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ το οποίο υπόκειται σε ειδικούς διακανονισμούς που προκύπτουν λόγω της μη ρευστοποιήσιμης φύσης τους βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο ΔΟΕΕ οφείλει:

α)

να παρέχει γενική εικόνα οποιωνδήποτε εφαρμοζόμενων ειδικών διακανονισμών, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον αυτοί σχετίζονται με «παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια» (side-pockets), πύλες ή άλλους παρόμοιους διακανονισμούς, της μεθοδολογίας αποτίμησης που εφαρμόζεται για περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε τέτοιους διακανονισμούς και του τρόπου εφαρμογής διαχειριστικών αμοιβών και αμοιβών απόδοσης σε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία·

β)

να παρέχει αυτές τις πληροφορίες στο πλαίσιο της υποβολής περιοδικών εκθέσεων από τον ΟΕΕ στους επενδυτές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ, ή ταυτόχρονα με το ενημερωτικό φυλλάδιο και το έγγραφο προσφοράς και τουλάχιστον ταυτόχρονα με την παροχή της ετήσιας έκθεσης βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του ΟΕΕ που υπόκεινται σε ειδικούς διακανονισμούς όπως ορίζει το άρθρο 1 παράγραφος 5 υπολογίζεται ως η καθαρή αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε ειδικούς διακανονισμούς διά της καθαρής αξίας ενεργητικού του οικείου ΟΕΕ.

3.   Όσον αφορά οποιουσδήποτε νέους διακανονισμούς για τη διαχείριση της ρευστότητας του ΟΕΕ βάσει του στοιχείου β) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι ΔΟΕΕ:

α)

για κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζονται και ο οποίος δεν είναι ΟΕΕ χωρίς μόχλευση και κλειστού τύπου, ειδοποιούν τους επενδυτές οποτεδήποτε κάνουν αλλαγές στα συστήματα και στις διαδικασίες διαχείρισης ρευστότητας που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ οι οποίες είναι ουσιαστικές βάσει του άρθρου 106 παράγραφος 1·

β)

ειδοποιούν αμέσως τους επενδυτές όταν ενεργοποιούν πύλες, «παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια» (side-pockets) ή παρόμοιους ειδικούς διακανονισμούς ή όταν αποφασίζουν να αναστείλουν τις εξοφλήσεις·

γ)

παρέχουν γενική εικόνα των αλλαγών στους διακανονισμούς που αφορούν τη ρευστότητα, είτε πρόκειται για ειδικούς διακανονισμούς είτε όχι. Κατά περίπτωση, συμπεριλαμβάνονται οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η εξόφληση και οι περιστάσεις που καθορίζουν πότε ισχύει η διακριτική ευχέρεια της διεύθυνσης. Επίσης, συμπεριλαμβάνονται οποιοιδήποτε περιορισμοί σχετικοί με την ψήφο ή άλλα ζητήματα οι οποίοι δύνανται να επιβληθούν, η διάρκεια οποιουδήποτε κλειδώματος ή οποιαδήποτε διάταξη περί «προτεραιότητας» ή «επιμερισμού» σε πύλες και αναστολές.

4.   Η γνωστοποίηση του προφίλ ρευστότητας του ΟΕΕ βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ περιγράφει:

α)

μέτρα αξιολόγησης της ευαισθησίας του χαρτοφυλακίου του ΟΕΕ στους πλέον συναφείς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί ο ΟΕΕ·

β)

σε περίπτωση που έχει υπάρξει ή είναι πιθανό να υπάρξει υπέρβαση των ορίων κινδύνου που έχει ορίσει ο ΔΟΕΕ και όταν έχει υπάρξει υπέρβαση των εν λόγω ορίων κινδύνου, περιγραφή των περιστάσεων και των διορθωτικών μέτρων που λαμβάνονται.

Οι πληροφορίες παρέχονται στο πλαίσιο της υποβολής περιοδικών εκθέσεων από τον ΟΕΕ στους επενδυτές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ, ή ταυτόχρονα με το ενημερωτικό φυλλάδιο και το έγγραφο προσφοράς και τουλάχιστον ταυτόχρονα με την παροχή της ετήσιας έκθεσης βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

5.   Τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζει ο ΔΟΕΕ βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 23 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ περιγράφουν τα βασικά χαρακτηριστικά των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζει ο ΔΟΕΕ για τη διαχείριση των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένος ή ενδέχεται να εκτεθεί κάθε ΟΕΕ που διαχειρίζεται. Σε περίπτωση αλλαγής, οι παρεχόμενες πληροφορίες συμπεριλαμβάνουν τις πληροφορίες που σχετίζονται με την αλλαγή και την αναμενόμενη επίπτωσή της στον ΟΕΕ και στους επενδυτές του.

Οι πληροφορίες παρέχονται στο πλαίσιο της υποβολής περιοδικών εκθέσεων από τον ΟΕΕ στους επενδυτές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ, ή ταυτόχρονα με το ενημερωτικό φυλλάδιο και το έγγραφο προσφοράς και τουλάχιστον ταυτόχρονα με την παροχή ή δημοσιοποίηση της ετήσιας έκθεσης βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 109

Τακτική παροχή πληροφοριών στους επενδυτές

1.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ παρουσιάζονται με σαφή και κατανοητό τρόπο.

2.   Οι πληροφορίες για αλλαγές στο μέγιστο επίπεδο μόχλευσης που υπολογίζεται με τις μεθόδους βάσει των ακαθάριστων αξιών και βάσει των δεσμεύσεων, καθώς και για οποιοδήποτε δικαίωμα επαναχρησιμοποίησης ασφάλειας ή οποιασδήποτε εγγύησης βάσει των διακανονισμών μόχλευσης, παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

το αρχικό και το αναθεωρημένο μέγιστο επίπεδο μόχλευσης που υπολογίζεται βάσει των άρθρων 7 και 8, οπότε το επίπεδο μόχλευσης υπολογίζεται ως η σχετική έκθεση διά της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΕΕ·

β)

τη φύση των δικαιωμάτων που χορηγούνται για την επαναχρησιμοποίηση ασφάλειας·

γ)

τη φύση των χορηγούμενων εγγυήσεων· και

δ)

λεπτομέρειες για αλλαγές σε οποιουσδήποτε παρόχους υπηρεσιών που σχετίζονται με ένα από τα παραπάνω στοιχεία.

3.   Οι πληροφορίες για το συνολικό ποσό της μόχλευσης που χρησιμοποιεί ο ΟΕΕ και το οποίο υπολογίζεται με τις μεθόδους βάσει των ακαθάριστων αξιών και βάσει των δεσμεύσεων παρέχονται στο πλαίσιο της υποβολής περιοδικών εκθέσεων από τον ΟΕΕ στους επενδυτές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού ή των καταστατικών εγγράφων του ΟΕΕ, ή ταυτόχρονα με το ενημερωτικό φυλλάδιο και το έγγραφο προσφοράς και τουλάχιστον ταυτόχρονα με την παροχή της ετήσιας έκθεσης βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 110

Υποβολή εκθέσεων στις αρμόδιες αρχές

1.   Προκειμένου να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 24 παράγραφος 1 και του στοιχείου δ) του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο ΟΕΕ παρέχει τις εξής πληροφορίες όταν υποβάλλει εκθέσεις στις αρμόδιες αρχές:

α)

τα κύρια μέσα με τα οποία πραγματοποιεί εμπορικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης των χρηματοοικονομικών μέσων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτικών στρατηγικών του ΟΕΕ και των γεωγραφικών περιοχών και των τομέων στους οποίους επικεντρώνει τις επενδυτικές του δραστηριότητες·

β)

τις αγορές στις οποίες είναι μέλος ή στις οποίες ασκεί ενεργά διαπραγματεύσεις·

γ)

τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου του ΟΕΕ, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων των βασικών εκθέσεων και των σημαντικότερων συγκεντρώσεών του.

Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται το συντομότερο δυνατόν, αλλά το αργότερο εντός ενός μήνα από το πέρας της περιόδου που αναφέρεται σ