Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013H1224(02)

Σύσταση της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013 , σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για ευάλωτα πρόσωπα που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

OJ C 378, 24.12.2013, p. 8–10 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

24.12.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 378/8


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Νοεμβρίου 2013

σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για ευάλωτα πρόσωπα που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

2013/C 378/02

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 292,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σκοπός της παρούσας σύστασης είναι να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα δικονομικά δικαιώματα όλων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων που δεν είναι σε θέση να κατανοούν και να συμμετέχουν ουσιαστικά σε ποινικές διαδικασίες λόγω ηλικίας, διανοητικής ή σωματικής κατάστασης ή αναπηρίας («ευάλωτα πρόσωπα»).

(2)

Με τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων, η παρούσα σύσταση θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και, με τον τρόπο αυτό, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις.

(3)

Το πρόγραμμα της Στοκχόλμης (1) έδωσε μεγάλη έμφαση στην ενίσχυση των δικαιωμάτων των προσώπων σε ποινικές διαδικασίες. Στο σημείο 2.4, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις που θα καθορίζουν μια σταδιακή προσέγγιση (2) στην ενίσχυση των δικαιωμάτων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων.

(4)

Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τρία μέτρα, και συγκεκριμένα η οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), η οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και η οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(5)

Στην παρούσα σύσταση, οι αναφορές σε υπόπτους ή κατηγορουμένους που στερούνται της ελευθερίας τους θα πρέπει να θεωρείται ότι αφορούν όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος στερείται κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας της ελευθερίας του υπό την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

(6)

Είναι σημαντικό να προσδιορίζεται ταχέως και να αναγνωρίζεται ότι ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος σε ποινική διαδικασία είναι ευάλωτο πρόσωπο. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να πραγματοποιείται από τους αστυνομικούς, τις αρχές επιβολής του νόμου ή τις δικαστικές αρχές μια αρχική εκτίμηση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από ανεξάρτητο πραγματογνώμονα να εξετάσει τον βαθμό της ευάλωτης κατάστασης, τις ανάγκες του ευάλωτου προσώπου και την καταλληλότητα των μέτρων που λαμβάνονται ή προβλέπονται κατά του ευάλωτου προσώπου.

(7)

Ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα προσφυγής, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά της εκτίμησης της ενδεχόμενης ευάλωτης κατάστασής τους σε ποινικές διαδικασίες, ιδίως εάν αυτή θα οδηγούσε σε σημαντική παρακώλυση ή περιορισμό της άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Το δικαίωμα αυτό δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν συγκεκριμένη διαδικασία ενδίκων μέσων, ειδικό μηχανισμό ή διαδικασία ένστασης κατά των εν λόγω περιπτώσεων παράλειψης ή άρνησης.

(8)

Με τον όρο «νόμιμος αντιπρόσωπος» νοείται το πρόσωπο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα και επιβλέπει τις νομικές υποθέσεις ενός ευάλωτου προσώπου. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί συγκεκριμένα ο διορισμένος από δικαστήριο κηδεμόνας του ευάλωτου προσώπου.

(9)

Με τον όρο «ενδεδειγμένος ενήλικας» νοείται ένας συγγενής ή πρόσωπο που έχει κοινωνική σχέση με το ευάλωτο πρόσωπο, ο οποίος ενδέχεται να έλθει σε επαφή με τις αρχές και να δώσει τη δυνατότητα στο ευάλωτο πρόσωπο να ασκήσει τα δικονομικά του/της δικαιώματα.

(10)

Τα ευάλωτα πρόσωπα χρειάζονται την κατάλληλη συνδρομή και υποστήριξη κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτό, ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ευάλωτου υπόπτου ή κατηγορουμένου ή ο ενδεδειγμένος ενήλικας θα πρέπει να ενημερώνονται το ταχύτερο δυνατόν σχετικά με την ποινική διαδικασία εναντίον του, τη φύση της κατηγορίας, τα δικονομικά δικαιώματα και τα διαθέσιμα μέσα έννομης προστασίας. Ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο ενδεδειγμένος ενήλικας θα πρέπει να ειδοποιούνται το ταχύτερο δυνατόν για τη στέρηση της ελευθερίας και να ενημερώνονται για τους λόγους, εκτός εάν αυτό αντιβαίνει στα μείζονα συμφέροντα του εν λόγω προσώπου.

(11)

Τα πρόσωπα που αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερα ευάλωτα δεν είναι σε θέση να παρακολουθούν και να κατανοούν τις ποινικές διαδικασίες. Για να διασφαλίζεται ότι προστατεύονται τα δικαιώματά τους δίκαιης δίκης, δεν θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παραιτούνται του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο.

(12)

Για να διασφαλίζεται η προσωπική ακεραιότητα του ευάλωτου προσώπου που έχει στερηθεί της ελευθερίας του, τα ευάλωτα πρόσωπα θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ιατρική εξέταση μέσω της οποίας θα εκτιμάται η γενική τους κατάσταση και η συμβατότητα των πιθανών μέτρων που λαμβάνονται εναντίον τους με την κατάστασή τους.

(13)

Τα ευάλωτα πρόσωπα δεν είναι πάντοτε ικανά να κατανοούν το περιεχόμενο των αστυνομικών ανακρίσεων στις οποίες υποβάλλονται. Για να αποφεύγεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση του περιεχομένου της ανάκρισης και, με τον τρόπο αυτόν, η περιττή επανάληψή της, οι ανακρίσεις αυτές θα πρέπει να καταγράφονται με οπτικοακουστικά μέσα.

(14)

Με την επιφύλαξη των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υπόθεσης, η κατάσταση ευάλωτου προσώπου δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για τον ύποπτο ή κατηγορούμενο όσον αφορά την πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό που έχουν στην κατοχή τους οι αρμόδιες αρχές για τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση κατά την άσκηση των δικονομικών τους δικαιωμάτων και με σκοπό την άσκηση του δικαιώματος ουσιαστικής παροχής ένομης προστασίας.

(15)

Η παρούσα σύσταση εφαρμόζεται στα ευάλωτα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαδικασία παράδοσης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου (6) (διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης). Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης θα πρέπει να εφαρμόζουν τα συγκεκριμένα δικονομικά δικαιώματα της παρούσας σύστασης στις διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

(16)

Οι αναφορές που γίνονται στην παρούσα σύσταση σε κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης των ατόμων με αναπηρία στη δικαιοσύνη θα πρέπει να νοούνται υπό το πρίσμα των στόχων που καθορίζονται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 2006 για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, και ειδικότερα του άρθρου 13.

(17)

Για να διασφαλίζεται ότι οι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με ευάλωτα πρόσωπα γνωρίζουν τις ειδικές ανάγκες των προσώπων αυτών, θα πρέπει να τους παρέχεται κατάλληλη κατάρτιση.

(18)

Η παρούσα σύσταση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα σύσταση αποσκοπεί στην προαγωγή του δικαιώματος στην ελευθερία, του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

(19)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην παρούσα σύσταση εντός (36 μηνών) από την κοινοποίησή της. Βάσει των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη,

ΣΥΝΙΣΤΑ:

ΤΜΗΜΑ 1

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1.

Η παρούσα σύσταση καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν ορισμένα δικονομικά δικαιώματα των ευάλωτων υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες, καθώς και των ευάλωτων προσώπων που υπόκεινται σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

2.

Τα ειδικά δικονομικά δικαιώματα των ευάλωτων προσώπων θα πρέπει να εφαρμόζονται από τη στιγμή που είναι ύποπτα για τη διάπραξη αδικήματος. Τα δικαιώματα αυτά θα πρέπει να εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

3.

Τα ευάλωτα πρόσωπα θα πρέπει να συμμετέχουν για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους στην άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητάς τους να κατανοούν και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαδικασία.

ΤΜΗΜΑ 2

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΑΛΩΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

4.

Τα ευάλωτα πρόσωπα θα πρέπει να μπορούν να προσδιορίζονται ταχέως και να αναγνωρίζονται ως τέτοια. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι όλες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προσφύγουν σε ιατρική εξέταση από ανεξάρτητο πραγματογνώμονα για τον προσδιορισμό ευάλωτων προσώπων και για τον καθορισμό του βαθμού της ευάλωτης κατάστασής τους και των ειδικών τους αναγκών. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας μπορεί να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των μέτρων που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν κατά του ευάλωτου προσώπου.

ΤΜΗΜΑ 3

ΔΙΚΑΙΩaΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΥΑΛΩΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Απαγόρευση διακρίσεων

5.

Τα ευάλωτα πρόσωπα δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε διακρίσεις δυνάμει του εθνικού δικαίου κατά την άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παρούσα σύσταση.

6.

Τα δικονομικά δικαιώματα που χορηγούνται σε ευάλωτα πρόσωπα θα πρέπει να τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και του βαθμού της ευάλωτης κατάστασής τους.

Τεκμήριο ευάλωτης κατάστασης

7.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν τεκμήριο ευάλωτης κατάστασης, ιδίως για τα άτομα με σοβαρές ψυχολογικές, πνευματικές, σωματικές ή αισθητηριακές αδυναμίες ή ψυχική ασθένεια ή γνωστικές διαταραχές, οι οποίες τα εμποδίζουν να κατανοούν και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαδικασία.

Δικαίωμα ενημέρωσης

8.

Τα άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεώς τους, πληροφορίες σχετικά με τα δικονομικά τους δικαιώματα σε μορφή προσιτή σε αυτά.

9.

Τα ευάλωτα πρόσωπα και, εφόσον είναι αναγκαίο, ο νόμιμος αντιπρόσωπός τους ή ένας ενδεδειγμένος ενήλικας θα πρέπει να ενημερώνονται για τα ειδικά δικονομικά δικαιώματα που αναφέρονται στην παρούσα σύσταση, ιδίως εκείνα που αφορούν το δικαίωμα ενημέρωσης, το δικαίωμα ιατρικής περίθαλψης, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και, ενδεχομένως, τα δικαιώματα που σχετίζονται με την προφυλάκιση.

10.

Ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο ενδεδειγμένος ενήλικας που διορίζεται από το ευάλωτο πρόσωπο ή από τις αρμόδιες αρχές για να βοηθήσει το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει να παρίσταται στο αστυνομικό τμήμα και κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου.

Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο

11.

Εάν ένα ευάλωτο πρόσωπο δεν είναι ικανό να κατανοεί και να παρακολουθεί τη διαδικασία, δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η παραίτηση από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο σύμφωνα με την οδηγία 2013/48/ΕΕ.

Δικαίωμα ιατρικής περίθαλψης

12.

Τα ευάλωτα πρόσωπα θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε συστηματική και τακτική ιατρική περίθαλψη καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, εφόσον έχουν στερηθεί της ελευθερίας τους.

Καταγραφή των ανακρίσεων

13.

Κάθε ανάκριση των ευάλωτων προσώπων κατά τη φάση της προδικαστικής έρευνας θα πρέπει να καταγράφεται με οπτικοακουστικά μέσα.

Στέρηση της ελευθερίας

14.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα, ώστε η στέρηση της ελευθερίας των ευάλωτων προσώπων πριν από την καταδίκη τους να αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης, αναλογικό και να εκτελείται υπό συνθήκες προσαρμοσμένες στις ανάγκες του ευάλωτου προσώπου. Θα πρέπει να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα που εξασφαλίζουν ότι τα ευάλωτα πρόσωπα έχουν πρόσβαση σε λογικές διαρρυθμίσεις, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων αναγκών τους κατά τη στέρηση της ελευθερίας.

Ιδιωτική ζωή

15.

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, της προσωπικής ακεραιότητας και των προσωπικών δεδομένων των ευάλωτων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών δεδομένων, καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.

Διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης

16.

Το κράτος μέλος εκτέλεσης θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι το ευάλωτο πρόσωπο που υπόκειται σε διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει τα ειδικά δικονομικά δικαιώματα που αναφέρονται στην παρούσα σύσταση μετά τη σύλληψη.

Κατάρτιση

17.

Οι αστυνομικοί, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες για ποινικές διαδικασίες που διεξάγονται κατά ευάλωτων προσώπων θα πρέπει να λαμβάνουν ειδική κατάρτιση.

ΤΜΗΜΑ 4

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

18.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έχουν λάβει για την εφαρμογή της παρούσας σύστασης εντός (36 μηνών από την κοινοποίησή της).

ΤΜΗΜΑ 5

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

19.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 27 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Viviane REDING

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 295 της 4.12.2009, σ. 1.

(3)  Οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (ΕΕ L 280 της 26.10.2010, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ L 142 της 1.6.2012, σ. 1).

(5)  Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας (ΕΕ L 294 της 6.11.2013, σ. 1).

(6)  Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1).


Top