EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32012R0600

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012 , για την επαλήθευση των εκθέσεων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα και για τη διαπίστευση των ελεγκτών σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 181, 12.7.2012, p. 1–29 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 15 Volume 009 P. 279 - 307

No longer in force, Date of end of validity: 31/12/2018; καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από 32018R2067

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2012/600/oj

12.7.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 181/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 600/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Ιουνίου 2012

για την επαλήθευση των εκθέσεων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα και για τη διαπίστευση των ελεγκτών σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 15 τέταρτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί ότι οι εκθέσεις των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών στο πλαίσιο του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, που υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), επαληθεύονται από ελεγκτές που διαθέτουν την τεχνική ικανότητα να εκτελούν το καθήκον που τους ανατίθεται με ανεξαρτησία και αμεροληψία και σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις αρχές του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο ένα γενικό πλαίσιο κανόνων διαπίστευσης ελεγκτών.

(2)

Με την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (3) θεσπίστηκε ένα γενικό πλαίσιο με σκοπό να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και παρόχων υπηρεσιών στην Ένωση, με ταυτόχρονη διατήρηση υψηλής ποιότητας για τις υπηρεσίες. Η εναρμόνιση, σε ενωσιακό επίπεδο, των κανόνων διαπίστευσης και επαλήθευσης που σχετίζονται με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της Ένωσης αναμένεται να συμβάλει σε μια ανταγωνιστική αγορά για τους ελεγκτές, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διαφάνεια και την πληροφόρηση για τους φορείς εκμετάλλευσης και τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

(3)

Κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η συνέργεια μεταξύ του συνολικού πλαισίου για τη διαπίστευση που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (4), και των συναφών διατάξεων της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), αφενός, και των ειδικών χαρακτηριστικών του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και των απαιτήσεων που έχουν ουσιώδη σημασία για την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, αφετέρου. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στις πτυχές της διαπίστευσης των ελεγκτών οι οποίες δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι στις περιπτώσεις που, λόγω των εσωτερικών πρακτικών κράτους μέλους, εφαρμόζεται εναλλακτική διαδικασία αντί για τη διαπίστευση, και συγκεκριμένα η πιστοποίηση των ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα από εθνική αρχή την οποία ορίζει το οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008, το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υπόψη αρχή ανταποκρίνεται σε βαθμό αξιοπιστίας ανάλογο με εκείνον των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού φορέας.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 και των αποφάσεων της Επιτροπής 2001/681/ΕΚ και 2006/193/ΕΚ (6) προβλέπει ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο σύστημα διαπίστευσης ή αδειοδότησης για τους περιβαλλοντικούς ελεγκτές. Για λόγους συνέπειας και με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των κρατών μελών και των οικονομικών φορέων, είναι σκόπιμο να ληφθούν υπόψη οι συνέργειες μεταξύ του ως άνω κανονισμού και του παρόντος.

(5)

Το σύστημα επαλήθευσης και διαπίστευσης θα πρέπει να αποτρέπει την άσκοπη αναπαραγωγή διαδικασιών και οργάνων που έχουν συσταθεί βάσει άλλων ενωσιακών νομοθετικών πράξεων, η οποία θα συνεπαγόταν μεγαλύτερη επιβάρυνση των κρατών μελών ή των οικονομικών φορέων. Επομένως, είναι σκόπιμο να αξιοποιηθούν οι βέλτιστες πρακτικές που προκύπτουν από την εφαρμογή εναρμονισμένων προτύπων τα οποία εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης με βάση εντολή που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (7), όπως το εναρμονισμένο πρότυπο σχετικά με τις γενικές απαιτήσεις για τους φορείς διαπίστευσης που διαπιστεύουν φορείς εκτίμησης της συμμόρφωσης και το εναρμονισμένο πρότυπο σχετικά με τις απαιτήσεις για τους φορείς επικύρωσης και επαλήθευσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς χρήση στη διαπίστευση ή σε άλλες μορφές αναγνώρισης, των οποίων τα στοιχεία έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το Έγγραφο EA-6/03 και άλλα τεχνικά έγγραφα που εκπονούνται από την Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση (EA) ή από άλλους φορείς.

(6)

Κατά τον καθορισμό εναρμονισμένων κανόνων για την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και για τη διαπίστευση των ελεγκτών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι η επιβάρυνση των φορέων εκμετάλλευσης που εκπέμπουν μικρότερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα (CO2) ετησίως ή των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών που θεωρούνται μικροί πρόξενοι εκπομπών κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, καθώς και των διαθέσιμων πόρων των κρατών μελών δεν είναι δυσανάλογη με τους επιδιωκόμενους στόχους.

(7)

Το άρθρο 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν μικρές εγκαταστάσεις, υπό την επιφύλαξη ισοδύναμων μέτρων, από το ενωσιακό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι αναφερόμενοι στο εν λόγω άρθρο όροι. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα στις εγκαταστάσεις που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, εκτός αν το κράτος μέλος αποφασίσει ότι ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται.

(8)

Σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος V της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ο ελεγκτής οφείλει να εφαρμόζει προσέγγιση βάσει κινδύνων για να καταλήξει σε γνωμάτευση επαλήθευσης, η οποία αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι οι συνολικές εκπομπές ή τονοχιλιόμετρα δεν έχουν δηλωθεί με ουσιώδεις ανακρίβειες και ότι η έκθεση μπορεί να κριθεί ικανοποιητική. Ο βαθμός βεβαιότητας θα πρέπει να σχετίζεται με τη διεξοδικότητα και τον βαθμό λεπτομέρειας των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατά την επαλήθευση και από τη διατύπωση της γνωμάτευσης επαλήθευσης. Με βάση τις διαπιστώσεις και τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, ο ελεγκτής θα πρέπει να υποχρεούται να προσαρμόζει μία ή περισσότερες δραστηριότητας της εν λόγω διαδικασίας, ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις της επίτευξης εύλογης βεβαιότητας.

(9)

Για να αποφευχθεί η εμπλοκή μεταξύ των ρόλων της αρμόδιας αρχής και του ελεγκτή, θα πρέπει να καθοριστούν επακριβώς οι αρμοδιότητες του ελεγκτή κατά τη διενέργεια επαληθεύσεων. Ο ελεγκτής θα πρέπει να χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς το σχέδιο παρακολούθησης που εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή και να εκτιμά αν το εν λόγω σχέδιο και οι διαδικασίες που περιγράφονται σε αυτό έχουν εφαρμοστεί σωστά ή όχι. Όταν ο ελεγκτής διαπιστώνει έλλειψη συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, θα πρέπει να είναι υπεύθυνος να το αναφέρει στην έκθεση επαλήθευσης.

(10)

Για την πραγματική επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαραίτητη η πλήρης κατανόηση των δραστηριοτήτων των φορέων αυτών. Οι ελεγκτές θα πρέπει να ασκούν τις αιτούμενες επαληθευτικές δραστηριότητες μόνο αφού έχουν βεβαιωθεί, μετά από προκαταρτική αξιολόγηση, ότι διαθέτουν τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό ικανότητες. Καθώς επιδιώκεται υψηλό ποιοτικό επίπεδο των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, θα πρέπει να διατυπωθούν εναρμονισμένοι κανόνες για τη διενέργεια προκαταρτικής αξιολόγησης προκειμένου να διαπιστώνεται αν ο ελεγκτής είναι ικανός, ανεξάρτητος και αμερόληπτος, ώστε να ασκεί τις αιτούμενες επαληθευτικές δραστηριότητες σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές του παρόντος κανονισμού.

(11)

Η ανταλλαγή κατάλληλων πληροφοριών μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και του ελεγκτή είναι θεμελιώδους σημασίας σε όλα τα τμήματα της διαδικασίας επαλήθευσης, ιδίως στο στάδιο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, κατά τη διεξαγωγή στρατηγικής ανάλυσης από τον ελεγκτή και σε όλη τη διάρκεια της επαλήθευσης. Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα σύνολο εναρμονισμένων απαιτήσεων στις οποίες θα πρέπει να υπόκειται διαρκώς η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και του ελεγκτή.

(12)

Όλες οι δραστηριότητες της διαδικασίας επαλήθευσης είναι αλληλένδετες και θα πρέπει να ολοκληρώνονται με την έκδοση έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή, η οποία να περιέχει δήλωση επαλήθευσης ανάλογη με το αποτέλεσμα της επαλήθευσης. Θα πρέπει να θεσπιστούν εναρμονισμένες απαιτήσεις για τις εκθέσεις επαλήθευσης και την άσκηση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εκθέσεις και δραστηριότητες πληρούν τα ίδια πρότυπα στα διάφορα κράτη μέλη.

(13)

Η ανάλυση της τάσης των δηλούμενων δεδομένων προς ανακρίβειες, ενδεχομένως ουσιώδεις, αποτελεί βασικό τμήμα της διαδικασίας επαλήθευσης και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ελεγκτής θα πρέπει να ασκεί τις επαληθευτικές δραστηριότητες. Συνεπώς, κάθε στοιχείο της διαδικασίας επαλήθευσης συνδέεται στενά με το αποτέλεσμα της ανάλυσης αυτού του κινδύνου ανακριβειών.

(14)

Θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων που διέπονται από στην οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (8).

(15)

Η ακριβής και πραγματική δήλωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στις σχετικές εκθέσεις είναι θεμελιώδους σημασίας για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, η συνεχής βελτίωση των επιδόσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών θα πρέπει να εντάσσεται στις επαληθευτικές δραστηριότητες του ελεγκτή.

(16)

Οι επαληθευτικές δραστηριότητες και η έκδοση των εκθέσεων επαλήθευσης θα πρέπει να εκτελούνται μόνο από ελεγκτές και μέλη του προσωπικού τους που διαθέτουν τις κατάλληλες ικανότητες. Οι ελεγκτές θα πρέπει να καθορίζουν και να βελτιώνουν συνεχώς εσωτερικές διαδικασίες που εγγυώνται ότι το σύνολο του προσωπικού το οποίο μετέχει στις επαληθευτικές δραστηριότητες είναι ικανό να εκτελεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Τα κριτήρια διαπίστωσης της ικανότητας των ελεγκτών θα πρέπει να είναι τα ίδια σε όλα τα κράτη μέλη και, επίσης, να είναι επαληθεύσιμα, αντικειμενικά και διαφανή.

(17)

Θα πρέπει να εξουσιοδοτείται ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει ιδρυθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 να διαπιστεύει και να εκδίδει επίσημες δηλώσεις σχετικά με την ικανότητα των ελεγκτών να ασκούν τις επαληθευτικές δραστηριότητες βάσει του παρόντος κανονισμού, να λαμβάνει διοικητικά μέτρα και να εποπτεύει τους ελεγκτές.

(18)

Τα κράτη μέλη που δεν το θεωρούν σκόπιμο ή βιώσιμο από οικονομικής πλευράς να ιδρύσουν εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ή να αναλάβουν δραστηριότητες διαπίστευσης θα πρέπει να προσφεύγουν στις υπηρεσίες του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης άλλου κράτους μέλους. Μόνο εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, θα πρέπει να επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες διαπίστευσης βάσει του παρόντος κανονισμού.

(19)

Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης που αποδεικνύουν τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα κανονισμό και έχουν ήδη υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, θα πρέπει να θεωρείται ότι, κατά τεκμήριο, πληρούν τις διαδικαστικές απαιτήσεις που επιβάλλονται στους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης —όπως εκείνες που αφορούν τη δομή τους, τον καθορισμό διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας, τον καθορισμό των αναγκαίων διαδικασιών και διαχειριστικού συστήματος και τις ρυθμίσεις για τη διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας των αποκτώμενων πληροφοριών— και να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής σε νέα αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9), θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, με την επιφύλαξη ορισμένων απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, οι περιβαλλοντικές πληροφορίες που περιέχονται σε επαληθευμένες εκθέσεις φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τις οποίες έχουν στην κατοχή τους οι δημόσιες αρχές, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια.

(20)

Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, άλλων εθνικών αρχών, και των αρμοδίων αρχών είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σωστή λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και την εποπτεία της ποιότητας των επαληθεύσεων. Για λόγους διαφάνειας, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, άλλες εθνικές αρχές, και οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν αποτελεσματικά μέσα ανταλλαγής πληροφοριών. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών, καθώς και μεταξύ αυτών και των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης ή άλλων εθνικών αρχών, θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότατες εγγυήσεις προστασίας του εμπιστευτικού χαρακτήρα και του επαγγελματικού απορρήτου και να είναι σύμφωνη με την εφαρμοστέα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.

(21)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής κλιματικών μεταβολών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται διατάξεις για την επαλήθευση των εκθέσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ, καθώς και για τη διαπίστευση και εποπτεία των ελεγκτών.

Ο παρών κανονισμός καθορίζει επίσης, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, τις διατάξεις σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των ελεγκτών και την αξιολόγηση των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης από ομότιμους κριτές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην επαλήθευση των δεδομένων για τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα που προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 2013, τα οποία δηλώνονται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, επιπλέον των ορισμών του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «κίνδυνος του εντοπισμού»: ο κίνδυνος να μην εντοπίσει ο ελεγκτής ουσιώδη ανακρίβεια·

2)   «διαπίστευση»: βεβαίωση από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ότι ένας ελεγκτής πληροί τις απαιτήσεις που έχουν επιβληθεί με εναρμονισμένα πρότυπα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, για να εκτελεί την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

3)   «ελεγκτής»: νομικό πρόσωπο ή άλλη νομική οντότητα που ασκεί επαληθευτικές δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και έχει διαπιστευτεί από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και του παρόντος κανονισμού ή φυσικό πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί κατ’ άλλο τρόπο, με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 2 του ως άνω κανονισμού, κατά τον χρόνο έκδοσης της έκθεσης επαλήθευσης·

4)   «επαλήθευση»: οι δραστηριότητες που εκτελεί ο ελεγκτής, προκειμένου να εκδώσει έκθεση επαλήθευσης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

5)   «ουσιώδης ανακρίβεια»: ανακρίβεια η οποία, κατά τη γνώμη του ελεγκτή, υπερβαίνει τον βαθμό σπουδαιότητας ή θα μπορούσε να επηρεάσει την αντιμετώπιση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών από την αρμόδια αρχή, εξεταζόμενη μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες·

6)   «έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών»: η ετήσια έκθεση για τις εκπομπές, την οποία οφείλουν να υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης ή φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ή η έκθεση για τα τονοχιλιόμετρα, την οποία οφείλουν να υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών προκειμένου να ζητήσουν την κατανομή δικαιωμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 3ε και 3στ της εν λόγω οδηγίας·

7)   «έκταση της διαπίστευσης»: οι αναφερόμενες στο παράρτημα I δραστηριότητες ως προς τις οποίες ζητείται ή χορηγήθηκε διαπίστευση·

8)   «ικανότητα»: η ικανότητα αξιοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων για την άσκηση μιας δραστηριότητας·

9)   «βαθμός σπουδαιότητας»: το ποσοτικό κατώτατο όριο ή σημείο αποκοπής (cut-off point), πάνω από το οποίο ο ελεγκτής θεωρεί τις ανακρίβειες ουσιώδεις, εξεταζόμενες μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες·

10)   «σύστημα ελέγχου»: η εκτίμηση κινδύνων από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και το πλήρες σύνολο δραστηριοτήτων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς διαχείρισής τους, που έχουν καθοριστεί, τεκμηριωθεί, εφαρμόζονται και διατηρούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

11)   «δραστηριότητες ελέγχου»: πράξεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ή μέτρα που αυτός εφαρμόζει για τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων·

12)   «έλλειψη συμμόρφωσης»: ένα από τα εξής:

13)   «χώρος εγκαταστάσεων»: για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, οι χώροι καθορισμού και διαχείρισης της διαδικασίας παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των χώρων ελέγχου και αποθήκευσης των σχετικών δεδομένων και πληροφοριών·

14)   «περιβάλλον ελέγχου»: το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί το σύστημα εσωτερικού ελέγχου και τα συνολικά μέτρα που λαμβάνει η διοίκηση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για να διασφαλίσει την ενημερότητα σχετικά με το εν λόγω σύστημα·

15)   «εγγενής κίνδυνος»: η τάση παραμέτρων της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις, πριν ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα των σχετικών δραστηριοτήτων ελέγχου·

16)   «κίνδυνος του ελέγχου»: η τάση παραμέτρων της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις και τις οποίες δεν προλαμβάνει ή δεν εντοπίζει και δεν διορθώνει εγκαίρως το σύστημα ελέγχου·

17)   «κίνδυνος της επαλήθευσης»: ο κίνδυνος να μη συντάξει ο ελεγκτής την ενδεδειγμένη γνωμάτευση επαλήθευσης, όταν η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες, κίνδυνος ο οποίος αποτελεί συνάρτηση του εγγενούς κινδύνου, του κινδύνου του ελέγχου και του κινδύνου του εντοπισμού·

18)   «εύλογη βεβαιότητα»: υψηλός βαθμός βεβαιότητας, όχι όμως απόλυτη βεβαιότητα, που εκφράζεται με θετικές κρίσεις στη γνωμάτευση επαλήθευσης, για το κατά πόσον η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών η οποία υποβλήθηκε για επαλήθευση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

19)   «αναλυτικές διαδικασίες»: ανάλυση των διακυμάνσεων και των τάσεων των δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει ανάλυση των σχέσεων που δεν συμβιβάζονται με άλλες συναφείς πληροφορίες ή αποκλίνουν από προβλεπόμενες ποσότητες·

20)   «εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης»: το σύνολο της εσωτερικής τεκμηρίωσης την οποία συντάσσει ο ελεγκτής για να καταγράψει όλα τα αποδεικτικά και τα δικαιολογητικά των δραστηριοτήτων που εκτελούνται για την επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

21)   «επικεφαλής ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ»: ο ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ ο οποίος αναλαμβάνει τη διεύθυνση και την επίβλεψη της ομάδας επαλήθευσης και είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της επαλήθευσης των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και την υποβολή σχετικής έκθεσης·

22)   «ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ»: μεμονωμένο μέλος της ομάδας επαλήθευσης, πλην του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, που είναι υπεύθυνο για την επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

23)   «τεχνικός εμπειρογνώμονας»: πρόσωπο που προσφέρει βαθιά γνώση και πείρα σε συγκεκριμένο θέμα, η οποία είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριοτήτων επαλήθευσης για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙΙ και δραστηριοτήτων διαπίστευσης για τους σκοπούς του κεφαλαίου V·

24)   «βαθμός βεβαιότητας»: ο βαθμός βεβαιότητας τον οποίο εκφράζει ο ελεγκτής στην έκθεση επαλήθευσης, με βάση τον στόχο περιορισμού του κινδύνου της επαλήθευσης ανάλογα με τις περιστάσεις της ανάληψης επαληθευτικής υποχρέωσης·

25)   «αξιολογητής»: πρόσωπο στο οποίο ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναθέτει να αξιολογήσει ελεγκτή, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, είτε μόνος είτε ως μέλος ομάδας αξιολόγησης·

26)   «επικεφαλής αξιολογητής»: ο αξιολογητής στον οποίο ανατίθεται η συνολική ευθύνη της αξιολόγησης ελεγκτή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

27)   «ανακρίβεια»: παράλειψη, παραποίηση ή σφάλμα στα δεδομένα της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εξαιρουμένης της επιτρεπτής αβεβαιότητας βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 4

Τεκμήριο συμμόρφωσης

Όταν ελεγκτής αποδεικνύει ότι πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, ή σε μέρη αυτών, τα στοιχεία των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, εφόσον τα εφαρμοστέα εναρμονισμένα πρότυπα καλύπτουν τις απαιτήσεις αυτές.

Άρθρο 5

Γενικό πλαίσιο διαπίστευσης

Όταν δεν προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ειδικές διατάξεις σχετικά με τη σύνθεση των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης ή τις δραστηριότητες και τις απαιτήσεις που συνδέονται με τη διαπίστευση, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ

Άρθρο 6

Αξιοπιστία της επαλήθευσης

Η επαληθευμένη έκθεση εκπομπών είναι αξιόπιστη για τους χρήστες. Η εν λόγω έκθεση αποδίδει πιστά αυτά τα οποία είτε επιδιώκεται να αποδίδει είτε μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι αποδίδει.

Η διαδικασία επαλήθευσης των εκθέσεων για τις εκπομπές αποτελεί αποτελεσματικό και αξιόπιστο εργαλείο υποστήριξης των διαδικασιών διασφάλισης της ποιότητας και ποιοτικού ελέγχου, παρέχοντας πληροφορίες βάσει των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να ενεργήσει έτσι ώστε να βελτιώσει τις επιδόσεις του στην παρακολούθηση των εκπομπών και στην υποβολή σχετικών εκθέσεων.

Άρθρο 7

Γενικές υποχρεώσεις του ελεγκτή

1.   Ο ελεγκτής εκτελεί την επαλήθευση και τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κεφαλαίου, με στόχο να συντάξει έκθεση επαλήθευσης η οποία να καταλήγει με εύλογη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο ελεγκτής προγραμματίζει και διεξάγει την επαλήθευση με επαγγελματική επιφυλακτικότητα, αναγνωρίζοντας ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιστάσεις εξαιτίας των οποίων τα στοιχεία που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρουσιάζουν ουσιώδεις ανακρίβειες.

3.   Ο ελεγκτής πρέπει να εκτελεί την επαλήθευση προς το δημόσιο συμφέρον, ανεξάρτητα από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την οδηγία 2003/87/ΕΚ.

4.   Κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής εκτιμά αν:

α)

η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι πλήρης και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παραρτήματος X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

β)

ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ενήργησε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της άδειας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και του σχεδίου παρακολούθησης που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή, προκειμένου για επαλήθευση των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του σχεδίου παρακολούθησης που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή, προκειμένου για επαλήθευση των σχετικών με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

γ)

τα δεδομένα που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένα από ουσιώδεις ανακρίβειες·

δ)

υπάρχει δυνατότητα παροχής πληροφοριών για την τεκμηρίωση των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, του συστήματος ελέγχου και των σχετικών διαδικασιών που εφαρμόζει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών με στόχο να βελτιώσει τις επιδόσεις της εκ μέρους του παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) της παρούσας παραγράφου, ο ελεγκτής λαμβάνει από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σαφή και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των συγκεντρωτικών δεδομένων που δηλώθηκαν σχετικά με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα άλλα στοιχεία της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

5.   Σε περίπτωση που ο ελεγκτής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν τηρεί τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, αναφέρει την παρατυπία αυτή στην έκθεση επαλήθευσης, έστω και αν το σχέδιο παρακολούθησης έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

6.   Εφόσον το σχέδιο παρακολούθησης δεν έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, είναι ελλιπές ή έχει υποστεί, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, σημαντικές τροποποιήσεις, αναφερόμενες στο άρθρο 15 παράγραφος 3 ή 4 του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες δεν εγκρίθηκαν αναλόγως από την αρμόδια αρχή, ο ελεγκτής συνιστά στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να λάβει την αναγκαία έγκριση της αρμόδιας αρχής.

Μετά την έγκριση της αρμόδιας αρχής, ο ελεγκτής συνεχίζει, επαναλαμβάνει ή προσαρμόζει αναλόγως τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

Εάν η έγκριση δεν ληφθεί πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης, ο ελεγκτής το αναφέρει στην εν λόγω έκθεση.

Άρθρο 8

Υποχρεώσεις πριν από τη σύναψη της σύμβασης

1.   Πριν αποδεχθεί την ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής διαμορφώνει σωστή αντίληψη για τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και κρίνει αν μπορεί να αναλάβει την επαλήθευση. Για τον σκοπό αυτό, ο ελεγκτής προβαίνει τουλάχιστον στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

αξιολογεί τους κινδύνους που ενέχει η ανάληψη της επαλήθευσης της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

εξετάζει τις πληροφορίες που παρέχει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ώστε να προσδιορίσει το εύρος της επαλήθευσης·

γ)

εκτιμά αν η ανάληψη της υποχρέωσης καλύπτεται από την έκταση της διαπίστευσής του·

δ)

εκτιμά αν διαθέτει την ικανότητα, το προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για να συγκροτήσει μια ομάδα επαλήθευσης ικανή να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα της εγκατάστασης ή των δραστηριοτήτων και του στόλου του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την ικανότητα να ολοκληρώσει με επιτυχία τις επαληθευτικές δραστηριότητες εντός του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος·

ε)

εκτιμά αν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ότι η δυνητική ομάδα επαλήθευσης που θα έχει στη διάθεσή του διαθέτει όλες τις ικανότητες και τα πρόσωπα που απαιτούνται για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων με αντικείμενο τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

στ)

για κάθε αιτούμενη ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, καθορίζει τον χρόνο που πρέπει να διατεθεί για την ορθή εκτέλεση της επαλήθευσης.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή όλες τις κατάλληλες πληροφορίες που επιτρέπουν στον τελευταίο να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 δραστηριότητες.

Άρθρο 9

Διάθεση χρόνου

1.   Κατά τον καθορισμό του αναφερόμενου στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο στ) χρόνου που πρέπει να διατεθεί για την ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον:

α)

την πολυπλοκότητα της εγκατάστασης ή των δραστηριοτήτων και του στόλου του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

β)

το επίπεδο των στοιχείων και την πολυπλοκότητα του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

τον απαιτούμενο βαθμό σπουδαιότητας·

δ)

την πολυπλοκότητα και την πληρότητα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και του συστήματος ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

ε)

τη γεωγραφική θέση των πληροφοριών και δεδομένων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ή τα τονοχιλιόμετρα.

2.   Ο ελεγκτής εξασφαλίζει ότι στη σύμβαση επαλήθευσης προβλέπεται η δυνατότητα καταλογισμού της διάθεσης πρόσθετου χρόνου σε σύγκριση με το χρονικό διάστημα που είχε αρχικά συμφωνηθεί στη σύμβαση, όταν από τη στρατηγική ανάλυση, την ανάλυση κινδύνων ή άλλες επαληθευτικές δραστηριότητες προκύπτει ότι χρειάζεται πρόσθετος χρόνος. Στις περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να απαιτηθεί πρόσθετος χρόνος περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες:

α)

στη διάρκεια της επαλήθευσης, όταν παρατηρείται ότι οι δραστηριότητες ροής δεδομένων, οι δραστηριότητες ελέγχου ή η εφοδιαστική του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι πιο πολύπλοκες έναντι των αρχικών προβλέψεων·

β)

όταν ο ελεγκτής εντοπίζει στη διάρκεια της επαλήθευσης ανακρίβειες, έλλειψη συμμόρφωσης, ανεπαρκή δεδομένα ή σφάλματα στα σύνολα δεδομένων.

3.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει τον χρόνο που διέθεσε στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Άρθρο 10

Παροχή πληροφοριών από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών

1.   Πριν από τη στρατηγική ανάλυση και σε άλλα χρονικά σημεία της επαλήθευσης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή όλα τα ακόλουθα:

α)

την οικεία άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, προκειμένου για επαλήθευση της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης·

β)

την τελευταία έκδοση του σχεδίου παρακολούθησης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και κάθε άλλη σημαντική έκδοση του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένου αποδεικτικού της έγκρισης·

γ)

περιγραφή των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

δ)

την αναφερόμενη στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 εκτίμηση κινδύνων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και συνοπτική περιγραφή του συνολικού συστήματος ελέγχου·

ε)

τις διαδικασίες που αναφέρονται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τις δραστηριότητες ελέγχου·

στ)

την ετήσια έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα·

ζ)

κατά περίπτωση, το οικείο σχέδιο δειγματοληψίας που αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή·

η)

σε περίπτωση τροποποίησης του σχεδίου παρακολούθησης κατά την περίοδο αναφοράς, αρχείο όλων των σχετικών τροποποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

θ)

κατά περίπτωση, την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

ι)

την έκθεση επαλήθευσης του προηγούμενου έτους, εάν ο ελεγκτής δεν ήταν αυτός που διενήργησε την επαλήθευση ως προς τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών το προηγούμενο έτος·

ια)

όλη τη συναφή αλληλογραφία με την αρμόδια αρχή, ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν την κοινοποίηση των τροποποιήσεων του σχεδίου παρακολούθησης·

ιβ)

πληροφορίες σχετικά με τις βάσεις και τις πηγές δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στον Eurocontrol·

ιγ)

όταν η επαλήθευση αφορά τη σχετική με τις εκπομπές έκθεση εγκατάστασης αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς που έχει αδειοδοτηθεί βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ, το σχέδιο παρακολούθησης που απαιτεί η εν λόγω οδηγία και τις εκθέσεις που απαιτεί το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας, οι οποίες καλύπτουν τουλάχιστον την περίοδο αναφοράς της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης που πρόκειται να επαληθευτεί·

ιδ)

κατά περίπτωση, την έγκριση, από την αρμόδια αρχή, της μη διεξαγωγής επισκέψεων στον χώρο των εγκαταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1·

ιε)

κάθε άλλη συναφή πληροφορία που είναι απαραίτητη για τον προγραμματισμό και την εκτέλεση της επαλήθευσης.

2.   Πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών του παρέχει την τελική εγκεκριμένη και εσωτερικά επικυρωμένη έκθεσή του.

Άρθρο 11

Στρατηγική ανάλυση

1.   Στην αρχή της επαλήθευσης, ο ελεγκτής εκτιμά το είδος, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επαληθευτικών εργασιών, διεξάγοντας στρατηγική ανάλυση όλων των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης ή του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

2.   Για την κατανόηση των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης ή του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ο ελεγκτής συγκεντρώνει και εξετάζει τις αναγκαίες πληροφορίες για να κρίνει ότι η ομάδα επαλήθευσης είναι αρκούντως ικανή να εκτελέσει την επαλήθευση και ότι ο αναφερόμενος στη σύμβαση χρόνος που πρόκειται να διατεθεί έχει καθοριστεί σωστά, καθώς και για να εξασφαλίσει ότι είναι σε θέση να διενεργήσει την απαραίτητη ανάλυση κινδύνων. Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

α)

οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1·

β)

ο απαιτούμενος βαθμός σπουδαιότητας·

γ)

εφόσον η επαλήθευση από τον ελεγκτή αφορά τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τα στοιχεία που προέκυψαν από την επαλήθευση κατά τα προηγούμενα έτη.

3.   Κατά την εξέταση των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 πληροφοριών, ο ελεγκτής αξιολογεί τουλάχιστον τα εξής:

α)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης, την αναφερόμενη στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 κατηγορία της εγκατάστασης και τις δραστηριότητές της·

β)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης της σχετικής με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, το μέγεθος και το είδος του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, την κατανομή των πληροφοριών σε διαφορετικές γεωγραφικές θέσεις, καθώς και το πλήθος και τον τύπο των πτήσεων·

γ)

το σχέδιο παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεθοδολογίας παρακολούθησης που προβλέπεται στο εν λόγω σχέδιο·

δ)

το είδος, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των πηγών εκπομπών και των ροών πηγής, καθώς και τον εξοπλισμό και τις διαδικασίες από τα οποία προέκυψαν τα δεδομένα για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, συμπεριλαμβανομένων του εξοπλισμού μετρήσεων που περιγράφεται στο σχέδιο παρακολούθησης, της προέλευσης και της εφαρμογής συντελεστών υπολογισμού και άλλων πρωτογενών πηγών δεδομένων·

ε)

τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, το σύστημα ελέγχου και το περιβάλλον ελέγχου.

4.   Κατά τη διεξαγωγή της στρατηγικής ανάλυσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει τα εξής:

α)

αν το σχέδιο παρακολούθησης που του υποβλήθηκε είναι η τελευταία έκδοση που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή·

β)

αν το σχέδιο παρακολούθησης τροποποιήθηκε κατά την περίοδο αναφοράς·

γ)

αν οι τροποποιήσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 ή το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 ή εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 12

Ανάλυση κινδύνων

1.   Ο ελεγκτής προσδιορίζει και αναλύει τα ακόλουθα στοιχεία για να σχεδιάσει, να προγραμματίσει και να εκτελέσει μια αποτελεσματική επαλήθευση:

α)

τους εγγενείς κινδύνους·

β)

τις δραστηριότητες ελέγχου·

γ)

εφόσον εφαρμόζονται οι αναφερόμενες στο στοιχείο β) δραστηριότητες ελέγχου, τους κινδύνους του ελέγχου που συνδέονται με την αποτελεσματικότητα των εν λόγω δραστηριοτήτων.

2.   Κατά τον προσδιορισμό και την ανάλυση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχείων, ο ελεγκτής λαμβάνει τουλάχιστον υπόψη:

α)

τις διαπιστώσεις της στρατηγικής ανάλυσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1·

β)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 και στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

γ)

τον βαθμό σπουδαιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β).

3.   Εάν ο ελεγκτής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν εντόπισε τους σχετικούς εγγενείς κινδύνους και κινδύνους του ελέγχου στην οικεία εκτίμηση κινδύνων, ενημερώνει σχετικά τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

4.   Εφόσον είναι σκόπιμο, ανάλογα με τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής αναθεωρεί την ανάλυση κινδύνων και τροποποιεί ή επαναλαμβάνει τις εκτελεστέες επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 13

Σχέδιο επαλήθευσης

1.   Ο ελεγκτής καταρτίζει σχέδιο επαλήθευσης, το οποίο είναι ανάλογο με τα στοιχεία που συγκεντρώνονται και με τους κινδύνους που εντοπίζονται κατά τη στρατηγική ανάλυση και την ανάλυση κινδύνων και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)

πρόγραμμα επαλήθευσης, στο οποίο περιγράφονται το είδος και το εύρος των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, καθώς και ο προβλεπόμενος χρόνος και τρόπος εκτέλεσής τους·

β)

σχέδιο δοκιμασίας, στο οποίο παρατίθενται το εύρος και οι μέθοδοι δοκιμασίας των δραστηριοτήτων ελέγχου και των σχετικών διαδικασιών·

γ)

σχέδιο δειγματοληψίας δεδομένων, όπου παρατίθενται το εύρος και οι μέθοδοι δειγματοληψίας δεδομένων για τα σημεία δεδομένων στα οποία βασίστηκαν τα συγκεντρωτικά δεδομένα για τις εκπομπές, που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τις εκπομπές, ή τα συγκεντρωτικά τονοχιλιομετρικά δεδομένα, που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τα τονοχιλιόμετρα.

2.   Ο ελεγκτής καταρτίζει το σχέδιο δοκιμασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορίσει τον βαθμό στον οποίο οι σχετικές δραστηριότητες ελέγχου είναι αξιόπιστες για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 7 παράγραφος 4 στοιχείο β).

Κατά τον καθορισμό της έκτασης της δειγματοληψίας και των δραστηριοτήτων δειγματοληψίας για τη δοκιμασία των δραστηριοτήτων ελέγχου, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τους εγγενείς κινδύνους·

β)

το περιβάλλον ελέγχου·

γ)

τις σχετικές δραστηριότητες ελέγχου·

δ)

την απαιτούμενη κατάληξη σε γνωμάτευση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα.

3.   Κατά τον καθορισμό της έκτασης της δειγματοληψίας και των δραστηριοτήτων δειγματοληψίας για τη δειγματοληψία δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τους εγγενείς κινδύνους και τους κινδύνους του ελέγχου·

β)

τα αποτελέσματα των αναλυτικών διαδικασιών·

γ)

την απαιτούμενη κατάληξη σε γνωμάτευση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα·

δ)

τον βαθμό σπουδαιότητας·

ε)

τη σπουδαιότητα του μεριδίου ενός μεμονωμένου στοιχείου δεδομένων στο σύνολο δεδομένων.

4.   Ο ελεγκτής καταρτίζει και εφαρμόζει το σχέδιο επαλήθευσης κατά τρόπο ώστε ο κίνδυνος της επαλήθευσης να περιορίζεται σε αποδεκτό επίπεδο για να συναχθεί με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

5.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει κατά την επαλήθευση πρόσθετους κινδύνους που πρέπει να περιοριστούν ή όταν οι πραγματικοί κίνδυνοι είναι μικρότεροι από τους αρχικά αναμενόμενους, ο ελεγκτής επικαιροποιεί την ανάλυση κινδύνων και το σχέδιο επαλήθευσης και προσαρμόζει τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 14

Επαληθευτικές δραστηριότητες

Ο ελεγκτής εφαρμόζει το σχέδιο επαλήθευσης και, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων, ελέγχει την εφαρμογή του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

Για τον σκοπό αυτό, ο ελεγκτής διεξάγει τουλάχιστον ουσιαστικές δοκιμασίες, οι οποίες συνίστανται σε αναλυτικές διαδικασίες, επαλήθευση δεδομένων και έλεγχο της μεθοδολογίας παρακολούθησης και ελέγχει τα εξής:

α)

τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τα συστήματα που χρησιμοποιούνται στη ροή δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων της τεχνολογίας πληροφοριών·

β)

την κατάλληλη τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων αυτών ως προς τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων·

γ)

την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που περιλαμβάνονται στο σχέδιο παρακολούθησης ως προς τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων και των κινδύνων του ελέγχου, καθώς και την εφαρμογή, επαρκή τεκμηρίωση και σωστή διατήρηση των διαδικασιών αυτών.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου στοιχείο α), ο ελεγκτής ανιχνεύει τη ροή δεδομένων, μελετώντας την αλληλουχία και την αλληλεπίδραση των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, από τα δεδομένα πρωτογενούς πηγής μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Άρθρο 15

Αναλυτικές διαδικασίες

1.   Ο ελεγκτής χρησιμοποιεί αναλυτικές διαδικασίες για να εκτιμήσει την ευλογοφάνεια και την πληρότητα των δεδομένων, όταν ο εγγενής κίνδυνος, ο κίνδυνος του ελέγχου και η καταλληλότητα των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών δείχνουν ότι οι εν λόγω αναλυτικές διαδικασίες είναι αναγκαίες.

2.   Κατά τη χρήση των αναλυτικών διαδικασιών της παραγράφου 1, ο ελεγκτής αξιολογεί τα δεδομένα που έχουν δηλωθεί στην έκθεση για να εντοπίσει πιθανά πεδία κινδύνου και, έπειτα, να επικυρώσει και να προσαρμόσει τις προγραμματισμένες επαληθευτικές δραστηριότητες. Ο ελεγκτής προβαίνει τουλάχιστον στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

εκτιμά την ευλογοφάνεια των διακυμάνσεων και των τάσεων με την πάροδο του χρόνου ή μεταξύ συγκρίσιμων αντικειμένων·

β)

εντοπίζει άμεσες έκτοπες τιμές, απροσδόκητα δεδομένα και κενά των δεδομένων.

3.   Κατά την εφαρμογή των αναλυτικών διαδικασιών της παραγράφου 1, ο ελεγκτής διεκπεραιώνει τις ακόλουθες διαδικασίες:

α)

προκαταρτικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα, πριν προχωρήσει στις αναφερόμενες στο άρθρο 14 δραστηριότητες, για να κατανοήσει το είδος, την πολυπλοκότητα και τη συνάφεια των δεδομένων που δηλώθηκαν στην έκθεση·

β)

ουσιαστικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα και τα σημεία δεδομένων στα οποία αυτά βασίζονται, για να εντοπίσει πιθανά δομικά σφάλματα και άμεσες έκτοπες τιμές·

γ)

τελικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα για να εξασφαλίσει την κατάλληλη διόρθωση όλων των σφαλμάτων που εντοπίστηκαν κατά τη διαδικασία επαλήθευσης.

4.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει έκτοπες τιμές, διακυμάνσεις, τάσεις, κενά δεδομένων ή δεδομένα που δεν συμβιβάζονται με άλλες συναφείς πληροφορίες ή διαφέρουν σημαντικά από τις αναμενόμενες ποσότητες ή αναλογίες, ζητεί εξηγήσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και συμπληρωματικά σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που να τις υποστηρίζουν.

Με βάση τις εξηγήσεις και τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται, ο ελεγκτής εκτιμά τις επιπτώσεις στο σχέδιο επαλήθευσης και στις εκτελεστέες επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 16

Επαλήθευση δεδομένων

1.   Ο ελεγκτής επαληθεύει τα δεδομένα που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ενδελεχή δοκιμασία των δεδομένων, μεταξύ άλλων με ιχνηλάτηση των δεδομένων μέχρι την πρωτογενή πηγή τους, διασταύρωση με εξωτερικές πηγές δεδομένων, ελέγχους συμφωνίας, ελέγχους των κατωτάτων ορίων σχετικά με τα κατάλληλα δεδομένα και επαναλήψεις υπολογισμών.

2.   Στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 επαλήθευσης των δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψη το εγκεκριμένο σχέδιο παρακολούθησης, καθώς και τις διαδικασίες που περιγράφονται στο σχέδιο αυτό, ο ελεγκτής εξακριβώνει:

α)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, τα όρια της εγκατάστασης·

β)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, την πληρότητα όσον αφορά τις ροές πηγής και τις πηγές εκπομπών που περιγράφονται στο σχέδιο παρακολούθησης το οποίο έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές και τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, την πληρότητα όσον αφορά τις πτήσεις που καλύπτονται από δραστηριότητα αεροπορικών μεταφορών του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και για τις οποίες είναι υπεύθυνος ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την πληρότητα των δεδομένων που αφορούν τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, αντίστοιχα·

δ)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές και τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τη συνέπεια των δεδομένων που έχουν δηλωθεί στην έκθεση με την τεκμηρίωση της μάζας και του ισοζυγίου μάζας·

ε)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τη συνέπεια των συγκεντρωτικών δεδομένων για την κατανάλωση καυσίμου με τα δεδομένα που αφορούν τον εφοδιασμό με καύσιμο, μέσω αγοράς ή με άλλον τρόπο, του αεροσκάφους το οποίο εκτελεί τη δραστηριότητα αεροπορικών μεταφορών·

στ)

τη συνέπεια των συγκεντρωτικών δεδομένων που έχουν δηλωθεί στην έκθεση φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με τα δεδομένα πρωτογενούς πηγής·

ζ)

σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τις μετρηθείσες τιμές, με τη βοήθεια των αποτελεσμάτων των υπολογισμών που έχει εκτελέσει ο φορέας εκμετάλλευσης σύμφωνα με το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού·

η)

την αξιοπιστία και την ορθότητα των δεδομένων.

3.   Για την εξακρίβωση της αναφερόμενης στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) πληρότητας όσον αφορά τις πτήσεις, ο ελεγκτής χρησιμοποιεί τα δεδομένα φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για την εναέρια κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που έχουν ληφθεί από τον Eurocontrol ή άλλους συναφείς οργανισμούς οι οποίοι είναι σε θέση να επεξεργάζονται στοιχεία για την εναέρια κυκλοφορία, όπως εκείνα που έχει στη διάθεσή του ο Eurocontrol.

Άρθρο 17

Επαλήθευση της ορθής εφαρμογής της μεθοδολογίας παρακολούθησης

1.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και χρήση της μεθοδολογίας παρακολούθησης, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή στο σχέδιο παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των ιδιαίτερων λεπτομερειών της.

2.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και εκτέλεση του σχεδίου δειγματοληψίας που αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή.

3.   Σε περίπτωση μεταφοράς CO2 σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 και μέτρησης του μεταφερόμενου CO2 τόσο από την εγκατάσταση μεταφοράς, όσο και από την εγκατάσταση παραλαβής, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν οι διαφορές μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν στις δύο εγκαταστάσεις δικαιολογούνται από την αβεβαιότητα των συστημάτων μετρήσεων και αν στις εκθέσεις των δύο εγκαταστάσεων σχετικά με τις εκπομπές χρησιμοποιήθηκε ο ορθός αριθμητικός μέσος όρος των τιμών που μετρήθηκαν.

Σε περίπτωση που οι διαφορές μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν στις δύο εγκαταστάσεις δεν δικαιολογούνται από την αβεβαιότητα των συστημάτων μετρήσεων, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν έγιναν προσαρμογές για την εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν και κατά πόσον οι προσαρμογές αυτές ήταν συντηρητικές και είχαν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

4.   Στις περιπτώσεις που το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης να συμπεριλαμβάνουν στο σχέδιο παρακολούθησης πρόσθετα στοιχεία, τα οποία έχουν σημασία για την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 24 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής (10), ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και διεκπεραίωση των διαδικασιών του άρθρου 12 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, ο ελεγκτής εξακριβώνει επίσης αν ο φορέας εκμετάλλευσης υπέβαλε στην αρμόδια αρχή, έως τις 31 Δεκεμβρίου της περιόδου αναφοράς, πληροφορίες σχετικά με προγραμματισμένες ή επελθούσες μεταβολές της παραγωγικής ικανότητας, του επιπέδου δραστηριότητας και της λειτουργίας της εγκατάστασης.

Άρθρο 18

Επαλήθευση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τα κενά δεδομένων

1.   Σε περίπτωση που έχουν χρησιμοποιηθεί μέθοδοι προβλεπόμενες στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει την καταλληλότητα των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση και την ορθή εφαρμογή τους.

Στις περιπτώσεις που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να χρησιμοποιήσει μεθόδους διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και κατάλληλη τεκμηρίωση της εγκεκριμένης προσέγγισης.

Στις περιπτώσεις που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν είναι σε θέση να λάβει εγκαίρως την εν λόγω έγκριση, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν η προσέγγιση που χρησιμοποιεί ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων, αφενός, εξασφαλίζει ότι δεν υποεκτιμώνται οι εκπομπές, και, αφετέρου, δεν συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που αποσκοπούν στην πρόληψη των κενών των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 19

Εκτίμηση αβεβαιότητας

1.   Στις περιπτώσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης να αποδεικνύουν την τήρηση των κατωτάτων ορίων αβεβαιότητας για τα δεδομένα δραστηριότητας και τους συντελεστές υπολογισμού, ο ελεγκτής επιβεβαιώνει την εγκυρότητα των χρησιμοποιηθέντων στοιχείων για τον υπολογισμό των βαθμών αβεβαιότητας που καθορίζονται στο εγκεκριμένο σχέδιο παρακολούθησης.

2.   Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μεθοδολογία παρακολούθησης μη βασιζόμενη σε βαθμίδες, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει όλα τα εξής:

α)

αν ο φορέας εκμετάλλευσης διενήργησε εκτίμηση και ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας, με τα οποία αποδεικνύεται η τήρηση του γενικού κατωτάτου ορίου αβεβαιότητας για τις ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με το άρθρο 22 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού·

β)

αν είναι έγκυρα τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας·

γ)

αν η γενική προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας είναι σύμφωνη με το άρθρο 22 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού·

δ)

αν παρέχονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού για τη μεθοδολογία παρακολούθησης.

3.   Στις περιπτώσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών να αποδεικνύουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση των απαιτούμενων βαθμών αβεβαιότητας, ο ελεγκτής εξακριβώνει την εγκυρότητα των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για να αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε υπέρβαση των εφαρμοστέων βαθμών αβεβαιότητας που καθορίζονται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης.

Άρθρο 20

Δειγματοληψία

1.   Κατά τον έλεγχο της συμμόρφωσης των δραστηριοτήτων και διαδικασιών ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 14 στοιχεία β) και γ) ή κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16, ο ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιεί ειδικές μεθόδους δειγματοληψίας για τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, εφόσον η δειγματοληψία δικαιολογείται με βάση την ανάλυση κινδύνου.

2.   Σε περίπτωση που κατά τη δειγματοληψία ο ελεγκτής εντοπίσει έλλειψη συμμόρφωσης ή ανακρίβεια, ζητεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να εξηγήσει τα κύρια αίτια της έλλειψης συμμόρφωσης ή της ανακρίβειας, ώστε να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση. Με βάση το αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής, ο ελεγκτής κρίνει αν χρειάζονται συμπληρωματικές επαληθευτικές δραστηριότητες, αν πρέπει να αυξηθεί η έκταση της δειγματοληψίας και ποιο τμήμα του πληθυσμού των δεδομένων πρέπει να διορθωθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

3.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης το αποτέλεσμα των ελέγχων που αναφέρονται στα άρθρα 14, 15, 16 και 17, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών που αφορούν τα συμπληρωματικά δείγματα.

Άρθρο 21

Επιτόπιες επισκέψεις

1.   Σε μία ή περισσότερες κατάλληλες χρονικές στιγμές κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, ο ελεγκτής επισκέπτεται τους χώρους των εγκαταστάσεων για να αξιολογήσει τη λειτουργία των οργάνων μέτρησης και των συστημάτων παρακολούθησης, να πάρει συνεντεύξεις, να εκτελέσει τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κεφαλαίου και να συγκεντρώσει επαρκείς πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία, με τη βοήθεια των οποίων θα είναι σε θέση να συμπεράνει κατά πόσον η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή πρόσβαση στους χώρους των εγκαταστάσεών του.

3.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με τις εκπομπές, ο ελεγκτής χρησιμοποιεί επίσης τις επιτόπιες επισκέψεις για να εκτιμήσει τα όρια των εγκαταστάσεων, καθώς και την πληρότητα όσον αφορά τις ροές πηγής και τις πηγές εκπομπών.

4.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με τις εκπομπές, ο ελεγκτής αποφασίζει, με βάση την ανάλυση κινδύνου, αν χρειάζονται επισκέψεις και σε άλλους χώρους, μεταξύ άλλων σε περίπτωση που σχετικά τμήματα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και των δραστηριοτήτων ελέγχου εκτελούνται σε άλλους χώρους, π.χ. στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας ή σε άλλα γραφεία εκτός των εγκαταστάσεων.

Άρθρο 22

Αντιμετώπιση των ανακριβειών και της έλλειψης συμμόρφωσης

1.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει ανακρίβειες ή έλλειψη συμμόρφωσης στο πλαίσιο της επαλήθευσης, ενημερώνει εγκαίρως τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και ζητεί τις σχετικές διορθώσεις.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διορθώνει κάθε κοινοποιηθείσα ανακρίβεια και έλλειψη συμμόρφωσης.

2.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και σημειώνει με την ένδειξη «Επιλύθηκε» κάθε ανακρίβεια και έλλειψη συμμόρφωσης που διορθώνεται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά η διάρκεια της επαλήθευσης.

3.   Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν διορθώσει ανακρίβεια ή έλλειψη συμμόρφωσης την οποία του κοινοποίησε ο ελεγκτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, πριν εκδώσει την έκθεση επαλήθευσης, ο τελευταίος ζητεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να εξηγήσει τα κύρια αίτια της έλλειψης συμμόρφωσης ή της ανακρίβειας, ώστε να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση.

Ο ελεγκτής κρίνει κατά πόσον οι ανακρίβειες που δεν διορθώθηκαν έχουν ουσιώδη επίδραση, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, στις συνολικές εκπομπές ή τονοχιλιομετρικά δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση. Κατά την εκτίμηση της σπουδαιότητας των ανακριβειών, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη την έκταση και το είδος τους, καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψαν.

Ο ελεγκτής κρίνει κατά πόσον η έλλειψη συμμόρφωσης που δεν διορθώθηκε έχει επιπτώσεις, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης, στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση και αν αυτό συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες.

Ο ελεγκτής ενδέχεται να θεωρήσει τις ανακρίβειες ουσιώδεις, έστω και αν δεν υπερβαίνουν, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, τον βαθμό σπουδαιότητας που ορίζεται στο άρθρο 23, όταν αυτό δικαιολογείται από την έκταση και το είδος τους, καθώς και από τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψαν.

Άρθρο 23

Βαθμός σπουδαιότητας

1.   Ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 5 % των συνολικών εκπομπών που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εγκαταστάσεις κατηγορίας Α που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 και εγκαταστάσεις κατηγορίας Β που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού·

β)

φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ετήσιες εκπομπές που δεν υπερβαίνουν τους 500 χιλιότονους CO2 ορυκτής προέλευσης.

2.   Ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 2 % των συνολικών εκπομπών που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εγκαταστάσεις κατηγορίας Γ που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

β)

φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ετήσιες εκπομπές που υπερβαίνουν τους 500 χιλιότονους CO2 ορυκτής προέλευσης.

3.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών σχετικά με τα τονοχιλιόμετρα, ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 5 % των συνολικών τονοχιλιομετρικών δεδομένων που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση.

Άρθρο 24

Πορίσματα σχετικά με τις διαπιστώσεις της επαλήθευσης

Όταν ο ελεγκτής ολοκληρώνει την επαλήθευση και συνεκτιμά τα στοιχεία που συγκέντρωσε στη διάρκειά της:

α)

ελέγχει τα τελικά δεδομένα του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που διορθώθηκαν με βάση στοιχεία τα οποία συγκεντρώθηκαν κατά την επαλήθευση·

β)

εξετάζει τους λόγους στους οποίους αποδίδει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τυχόν διαφορές μεταξύ των τελικών και των προγενέστερων δεδομένων·

γ)

εξετάζει το αποτέλεσμα της εκτίμησης που διενήργησε προκειμένου να κρίνει αν εφαρμόστηκε σωστά το εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησς, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που περιγράφονται σε αυτό·

δ)

εκτιμά αν το επίπεδο του κινδύνου της επαλήθευσης είναι χαμηλό σε αποδεκτό βαθμό ώστε να καθιστά δυνατή την έκφραση εύλογης βεβαιότητας·

ε)

εξασφαλίζει ότι έχουν συγκεντρωθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να είναι σε θέση να συντάξει γνωμάτευση επαλήθευσης η οποία να αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

στ)

εξασφαλίζει ότι η διαδικασία επαλήθευσης είναι πλήρως τεκμηριωμένη στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και ότι είναι δυνατόν να εκφραστεί τελική κρίση στην έκθεση επαλήθευσης.

Άρθρο 25

Ανεξάρτητη εξέταση

1.   Πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης, ο ελεγκτής υποβάλλει την εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και την έκθεση επαλήθευσης σε ανεξάρτητο εξεταστή.

2.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής δεν έχει εκτελέσει καμία από τις επαληθευτικές δραστηριότητες που υποβάλλονται σε αυτόν για εξέταση.

3.   Η έκταση της ανεξάρτητης εξέτασης καλύπτει το σύνολο της διαδικασίας επαλήθευσης που περιγράφεται στο παρόν κεφάλαιο και έχει καταγραφεί στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Ο ανεξάρτητος εξεταστής εκτελεί την εξέταση κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαδικασία επαλήθευσης διεξάγεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 40 διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες διεκπεραιώθηκαν σωστά και ότι επιδείχθηκε η δέουσα επαγγελματική επιμέλεια και κρίση.

Ο ανεξάρτητος εξεταστής εκτιμά επίσης αν τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν επαρκούν ώστε να είναι σε θέση ο ελεγκτής να εκδώσει έκθεση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα.

4.   Σε περίπτωση ενδεχόμενων αλλαγών στην έκθεση επαλήθευσης μετά την εξέταση, ο ανεξάρτητος εξεταστής εξετάζει και τις αλλαγές αυτές, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

5.   Ένα πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον εξεταστή θεωρεί την έκθεση επαλήθευσης, με βάση τα πορίσματα του ανεξάρτητου εξεταστή και τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχει η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Άρθρο 26

Εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης

1.   Ο ελεγκτής καταρτίζει εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης, η οποία περιέχει τουλάχιστον:

α)

τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων επαλήθευσης·

β)

τη στρατηγική ανάλυση, την ανάλυση κινδύνων και το σχέδιο επαλήθευσης·

γ)

επαρκή στοιχεία για την υποστήριξη της γνωμάτευσης επαλήθευσης, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η αιτιολόγηση των κρίσεων για το κατά πόσον οι εντοπισθείσες ανακρίβειες έχουν ή όχι ουσιώδη επίδραση στις εκπομπές ή στα τονοχιλιομετρικά δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση.

2.   Η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συντάσσεται κατά τρόπο ώστε ο αναφερόμενος στο άρθρο 25 ανεξάρτητος εξεταστής και ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης να μπορούν να εκτιμήσουν αν η επαλήθευση διεξήχθη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Μετά τη θεώρηση της έκθεσης επαλήθευσης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 5, ο ανεξάρτητος εξεταστής συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματα της ανεξάρτητης εξέτασης στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

3.   Κατόπιν αιτήματος, ο ελεγκτής παρέχει στην αρμόδια αρχή πρόσβαση στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης, προκειμένου να διευκολύνει την αξιολόγηση της επαλήθευσης από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 27

Έκθεση επαλήθευσης

1.   Βασιζόμενος στα στοιχεία που συγκέντρωσε κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής χορηγεί στο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών έκθεση επαλήθευσης για κάθε σχετική με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα έκθεση που υποβλήθηκε προς επαλήθευση. Η έκθεση επαλήθευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις:

α)

η έκθεση κρίνεται ικανοποιητική·

β)

η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών περιέχει ουσιώδεις ανακρίβειες που δεν διορθώθηκαν πριν εκδοθεί η έκθεση επαλήθευσης·

γ)

το πεδίο της επαλήθευσης ήταν πολύ περιορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 28 και ο ελεγκτής δεν μπορούσε να συγκεντρώσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να είναι σε θέση να συντάξει γνωμάτευση επαλήθευσης η οποία να αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

δ)

λόγω έλλειψης συμμόρφωσης η οποία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης, έχει ως αποτέλεσμα ανεπαρκή σαφήνεια, ο ελεγκτής αδυνατεί να δηλώσει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να κριθεί ικανοποιητική μόνο εάν είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει την έκθεση επαλήθευσης στην αρμόδια αρχή, συνοδευόμενη από την έκθεσή του την οποία αφορά η έκθεση επαλήθευσης.

3.   Η έκθεση επαλήθευσης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το όνομα του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που υποβλήθηκε σε έλεγχο·

β)

τους στόχους της επαλήθευσης·

γ)

το πεδίο της επαλήθευσης·

δ)

παραπομπή στην έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που επαληθεύτηκε·

ε)

τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την επαλήθευση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, μεταξύ των οποίων την άδεια λειτουργίας, κατά περίπτωση, και τις εγκεκριμένες από την αρμόδια αρχή εκδόσεις του σχεδίου παρακολούθησης, καθώς και την περίοδο ισχύος κάθε σχεδίου παρακολούθησης·

στ)

συγκεντρωτικά δεδομένα για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα ανά δραστηριότητα του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, καθώς και ανά φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών·

ζ)

την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση·

η)

τις αρμοδιότητες του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, της αρμόδιας αρχής και του ελεγκτή·

θ)

τη γνωμάτευση επαλήθευσης·

ι)

περιγραφή των ανακριβειών και της έλλειψης συμμόρφωσης που ενδεχομένως εντοπίστηκαν και οι οποίες δεν διορθώθηκαν πριν εκδοθεί η έκθεση επαλήθευσης·

ια)

τις ημερομηνίες των επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων και την ταυτότητα του προσώπου που τις πραγματοποίησε·

ιβ)

πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες εξαιρέσεις από τις επισκέψεις στους χώρους των εγκαταστάσεων, καθώς και τους λόγους που υπαγόρευσαν τις εξαιρέσεις αυτές·

ιγ)

τυχόν ζητήματα μη συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 που έγιναν πρόδηλα κατά την επαλήθευση·

ιδ)

στις περιπτώσεις που δεν είναι εφικτή η έγκαιρη έγκριση, από την αρμόδια αρχή, της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο, επιβεβαίωση του ότι η χρησιμοποιούμενη μέθοδος είναι συντηρητική και του ότι συνεπάγεται ή δεν συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες·

ιε)

εφόσον ο ελεγκτής παρατήρησε μεταβολές της παραγωγικής ικανότητας, του επιπέδου δραστηριότητας και της λειτουργίας της εγκατάστασης, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν επίπτωση στην κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στην εγκατάσταση και δεν δηλώθηκαν στην αρμόδια αρχή έως τις 31 Δεκεμβρίου της περιόδου αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/278/ΕΕ, περιγραφή των εν λόγω μεταβολών και σχετικές παρατηρήσεις·

ιστ)

κατά περίπτωση, συστάσεις για βελτιώσεις·

ιζ)

τα ονόματα του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, του ανεξάρτητου εξεταστή και, κατά περίπτωση, του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του τεχνικού εμπειρογνώμονα που συμμετείχαν στην επαλήθευση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

ιη)

ημερομηνία και υπογραφή εξουσιοδοτημένου προσώπου εξ ονόματος του ελεγκτή, καθώς και το όνομά του.

4.   Στην έκθεση επαλήθευσης ο ελεγκτής περιγράφει τις ανακρίβειες και την έλλειψη συμμόρφωσης με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε τόσο ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, όσο και η αρμόδια αρχή, να μπορούν να αντιληφθούν τα εξής:

α)

την έκταση και το είδος των ανακριβειών ή της έλλειψης συμμόρφωσης·

β)

τους λόγους για τους οποίους η ανακρίβεια έχει ή όχι ουσιώδη επίδραση·

γ)

το στοιχείο της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που αφορά η ανακρίβεια ή το στοιχείο του σχεδίου παρακολούθησης που αφορά η έλλειψη συμμόρφωσης.

5.   Εάν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον ελεγκτή να υποβάλλει πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία επαλήθευσης επιπλέον των στοιχείων της παραγράφου 3, οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την κατανόηση της γνωμάτευσης επαλήθευσης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί, για λόγους αποτελεσματικότητας, να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή τις συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες χωριστά από την έκθεση επαλήθευσης, σε άλλη ημερομηνία, το αργότερο όμως στις 15 Μαΐου του ίδιου έτους.

Άρθρο 28

Περιορισμός του πεδίου

Ο ελεγκτής μπορεί να συμπεράνει ότι το πεδίο της επαλήθευσης, που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), είναι πολύ περιορισμένο, σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

υπάρχουν κενά στα δεδομένα, τα οποία εμποδίζουν τον ελεγκτή να συγκεντρώσει τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για τη μείωση του κινδύνου της επαλήθευσης στο αναγκαίο επίπεδο ώστε να επιτευχθεί εύλογος βαθμός βεβαιότητας·

β)

το σχέδιο παρακολούθησης δεν έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

το σχέδιο παρακολούθησης δεν παρέχει επαρκές πεδίο ή σαφήνεια για να καταλήξει η επαλήθευση σε συμπέρασμα·

δ)

ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν παρέσχε επαρκή στοιχεία για να είναι ο ελεγκτής σε θέση να εκτελέσει την επαλήθευση.

Άρθρο 29

Αντιμετώπιση εκκρεμών καταστάσεων επουσιώδους έλλειψης συμμόρφωσης

1.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει αν ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχει διορθώσει τις καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης που αναφέρονται στην έκθεση επαλήθευσης σχετικά με την προηγούμενη περίοδο παρακολούθησης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης το άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, κατά περίπτωση.

Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν έχει διορθώσει τις εν λόγω καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξετάζει αν η παράλειψη αυτή αυξάνει ή ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο ανακριβειών.

Ο ελεγκτής αναφέρει στην έκθεση επαλήθευσης το κατά πόσον ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών επέλυσε τα συγκεκριμένα προβλήματα έλλειψης συμμόρφωσης.

2.   Ο ελεγκτής καταγράφει λεπτομερώς στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης τον χρόνο και τον τρόπο επίλυσης των εντοπισθέντων προβλημάτων έλλειψης συμμόρφωσης από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης.

Άρθρο 30

Βελτίωση της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

1.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει περιθώρια βελτίωσης των επιδόσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ως προς τα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβάνει στην έκθεση επαλήθευσης συστάσεις για βελτίωση που αφορούν τις επιδόσεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στα συγκεκριμένα σημεία:

α)

εκτίμηση κινδύνων από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

β)

ανάπτυξη, τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και δραστηριοτήτων ελέγχου και αξιολόγηση του συστήματος ελέγχου·

γ)

διαμόρφωση, τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση διαδικασιών για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τις δραστηριότητες ελέγχου, καθώς και άλλων διαδικασιών που οφείλει να καθορίζει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

δ)

παρακολούθηση των εκπομπών ή των τονοχιλιομέτρων και υποβολή σχετικών εκθέσεων, σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την επίτευξη υψηλότερων βαθμίδων, τη μείωση των κινδύνων και την αύξηση της αποτελεσματικότητας της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων.

2.   Κατά την επαλήθευση που έπεται του έτους διατύπωσης των συστάσεων για βελτίωση στην έκθεση επαλήθευσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν και με ποιον τρόπο ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εφάρμοσε τις εν λόγω συστάσεις.

Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν εφάρμοσε τις εν λόγω συστάσεις ή τις εφάρμοσε με λανθασμένο τρόπο, ο ελεγκτής εκτιμά τις επιπτώσεις αυτού του γεγονότος στον κίνδυνο ανακριβειών και έλλειψης συμμόρφωσης.

Άρθρο 31

Απλουστευμένη επαλήθευση για τις εγκαταστάσεις

1.   Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 1, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίζει, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, να μην επισκεφθεί χώρους εγκαταστάσεων, βασιζόμενος στο αποτέλεσμα της ανάλυσης κινδύνων και αφού βεβαιωθεί ότι έχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως σε όλα τα σχετικά δεδομένα και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η Επιτροπή για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων. Ο ελεγκτής ενημερώνει σχετικά τον φορέα εκμετάλλευσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια αρχή, με την οποία της ζητεί να εγκρίνει την απόφαση του ελεγκτή να μην επισκεφθεί τους χώρους της εγκατάστασης.

Η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με την αίτηση που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης για την έγκριση της απόφασης του ελεγκτή να μην επισκεφθεί τους χώρους της εγκατάστασης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις πληροφορίες που παρέχει ο ελεγκτής για το αποτέλεσμα της ανάλυσης κινδύνων·

β)

την πληροφορία ότι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως στα σχετικά δεδομένα·

γ)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν έχουν εφαρμογή στην εγκατάσταση οι απαιτήσεις της παραγράφου 3·

δ)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες έχει καθορίσει η Επιτροπή για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 έγκριση της αρμόδιας αρχής δεν απαιτείται για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων με χαμηλά επίπεδα εκπομπών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

3.   Ο ελεγκτής επισκέπτεται οπωσδήποτε τους χώρους των εγκαταστάσεων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν πρόκειται για την πρώτη επαλήθευση έκθεσης για τις εκπομπές του φορέα εκμετάλλευσης από τον ελεγκτή·

β)

όταν ελεγκτής δεν επισκέφθηκε τους χώρους της εγκατάστασης κατά τις δύο περιόδους αναφοράς που προηγούνται αμέσως της τρέχουσας περιόδου αναφοράς·

γ)

όταν, κατά την περίοδο αναφοράς, το σχέδιο παρακολούθησης υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 ή 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 32

Απλουστευμένη επαλήθευση για τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών

1.   Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίσει να μην επισκεφθεί τους χώρους των εγκαταστάσεων μικρού πρόξενου εκπομπών που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, εάν έχει συμπεράνει, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων που διενήργησε, ότι έχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως σε όλα τα σχετικά δεδομένα.

2.   Εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί τα απλουστευμένα εργαλεία που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 για να προσδιορίσει την κατανάλωση καυσίμου και τα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση προέκυψαν με τη χρήση των εργαλείων αυτών, ανεξάρτητα από εισαγωγές δεδομένων από ίδιο, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίσει, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων που διενήργησε, να μην εκτελέσει τους ελέγχους που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 16, στο άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 33

Απλουστευμένα σχέδια επαλήθευσης

Όταν ο ελεγκτής χρησιμοποιεί απλουστευμένο σχέδιο επαλήθευσης, καταγράφει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης την αιτιολόγηση της χρήσης τους, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αποδεικνύουν την τήρηση των όρων χρήσης απλουστευμένων σχεδίων επαλήθευσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΚΤΕΣ

Άρθρο 34

Κλαδική έκταση διαπίστευσης

Ο ελεγκτής χορηγεί έκθεση επαλήθευσης μόνο σε φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που ασκεί δραστηριότητα η οποία καλύπτεται από το πεδίο δραστηριότητας που αναφέρεται στο παράρτημα I για το οποίο ο ελεγκτής έχει διαπιστευτεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 35

Διαδικασία διασφάλισης διαρκούς ικανότητας

1.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί μια διαδικασία διασφάλισης ικανότητας, ώστε να εξασφαλίζει ότι το σύνολο του προσωπικού στο οποίο ανατίθενται επαληθευτικές δραστηριότητες είναι ικανό να εκτελεί τα καθήκοντα που αναλαμβάνει.

2.   Στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας, ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί τουλάχιστον τα εξής:

α)

γενικά κριτήρια ικανότητας για το σύνολο του προσωπικού που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

β)

ειδικά κριτήρια ικανότητας για κάθε θέση προσωπικού του ελεγκτή που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες, ιδίως για τον ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, τον επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, τον ανεξάρτητο εξεταστή και τον τεχνικό εμπειρογνώμονα·

γ)

μέθοδο που εξασφαλίζει τη διαρκή ικανότητα και την τακτική αξιολόγηση των επιδόσεων του συνόλου του προσωπικού που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

δ)

διαδικασία που εξασφαλίζει τη συνεχή κατάρτιση του προσωπικού το οποίο αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

ε)

διαδικασία με την οποία εκτιμάται αν η ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης καλύπτεται από την έκταση της διαπίστευσης του ελεγκτή και αν αυτός διαθέτει την ικανότητα, το προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για να συγκροτήσει την ομάδα επαλήθευσης και να ολοκληρώσει με επιτυχία τις επαληθευτικές δραστηριότητες εντός του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος.

Τα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) είναι εξειδικευμένα ανά πεδίο διαπίστευσης εντός του οποίου τα πρόσωπα αυτά εκτελούν επαληθευτικές δραστηριότητες.

Όταν ο ελεγκτής αξιολογεί την ικανότητα του προσωπικού σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), βασίζεται στα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) διαδικασία εμπεριέχει επίσης διαδικασία με την οποία εκτιμάται αν η ομάδα επαλήθευσης διαθέτει όλες τις ικανότητες και τα πρόσωπα που απαιτούνται για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων με αντικείμενο συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Ο ελεγκτής διαμορφώνει γενικά και ειδικά κριτήρια ικανότητας τα οποία είναι σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 36 παράγραφος 4 και των άρθρων 37, 38 και 39.

3.   Σε τακτά διαστήματα, ο ελεγκτής παρακολουθεί τις επιδόσεις όλων των μελών του προσωπικού που αναλαμβάνουν επαληθευτικές δραστηριότητες, με σκοπό την επιβεβαίωση της διαρκούς ικανότητάς τους.

4.   Σε τακτά διαστήματα, ο ελεγκτής επανεξετάζει την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 διαδικασία διασφάλισης ικανότητας, ώστε να εξασφαλίζει:

α)

τη διαμόρφωση των κριτηρίων ικανότητας της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν την ικανότητα·

β)

την αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων που ενδέχεται να προκύψουν σε σχέση με τον καθορισμό γενικών και ειδικών κριτηρίων ικανότητας κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β)·

γ)

την επικαιροποίηση και διατήρηση όλων των απαιτήσεων της διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας.

5.   Ο ελεγκτής διαθέτει σύστημα καταγραφής των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων που υλοποιούνται στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας.

6.   Η ικανότητα και οι επιδόσεις του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ αξιολογούνται από έναν επαρκώς ικανό αξιολογητή.

Για τον σκοπό αυτό, ο ικανός αξιολογητής παρακολουθεί τους ελεγκτές όταν επαληθεύουν την έκθεση φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στις εγκαταστάσεις του τελευταίου, για να διαπιστώσει αν πληρούν τα κριτήρια ικανότητας.

7.   Όταν δεν αποδεικνύεται ότι ένα μέλος του προσωπικού ικανοποιεί πλήρως τα κριτήρια ικανότητας για συγκεκριμένο καθήκον που του έχει ανατεθεί, ο ελεγκτής προσδιορίζει και οργανώνει πρόσθετη κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας με επίβλεψη για το εν λόγω άτομο και το παρακολουθεί μέχρι να πειστεί ότι πληροί τα κριτήρια ικανότητας.

Άρθρο 36

Ομάδες επαλήθευσης

1.   Για κάθε ανάληψη συγκεκριμένης επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής συγκροτεί ομάδα επαλήθευσης ικανή να εκτελέσει τις επαληθευτικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο κεφάλαιο II.

2.   Η ομάδα επαλήθευσης απαρτίζεται τουλάχιστον από έναν επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και, όταν το επιβάλλουν τα πορίσματα του ελεγκτή μετά την εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και τη στρατηγική ανάλυση, από κατάλληλο αριθμό ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και τεχνικών εμπειρογνωμόνων.

3.   Για την ανεξάρτητη εξέταση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ανάληψη συγκεκριμένης επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής ορίζει ανεξάρτητο εξεταστή ο οποίος δεν είναι μέλος της ομάδας επαλήθευσης.

4.   Κάθε μέλος της ομάδας:

α)

έχει σαφή αντίληψη του ρόλου του στη διαδικασία επαλήθευσης·

β)

είναι σε θέση να επικοινωνεί ουσιαστικά στη γλώσσα που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων του.

5.   Η ομάδα επαλήθευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο διαθέτει την απαιτούμενη τεχνική ικανότητα και αντίληψη για την εκτίμηση των ειδικών τεχνικών πτυχών της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του παραρτήματος I οι οποίες ασκούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, καθώς και ένα πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να επικοινωνεί στη γλώσσα που απαιτείται για την επαλήθευση της έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στο κράτος μέλος όπου ο ελεγκτής διενεργεί την επαλήθευση αυτή.

6.   Όταν η ομάδα επαλήθευσης αποτελείται από ένα μόνο πρόσωπο, το πρόσωπο αυτό πληροί όλες τις απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ, καθώς και τις απαιτήσεις των παραγράφων 4 και 5.

Άρθρο 37

Απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ

1.   Οι ελεγκτές του ΣΕΔΕ της ΕΕ διαθέτουν την ικανότητα εκτέλεσης της επαλήθευσης. Προς τούτο, έχουν τουλάχιστον:

α)

γνώση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, του παρόντος κανονισμού, των σχετικών προτύπων και άλλων σχετικών νομοθετημάτων, των εφαρμοστέων κατευθυντήριων γραμμών, καθώς και των συναφών κατευθυντήριων γραμμών και νομοθετημάτων που έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλος όπου ο ελεγκτής διενεργεί επαλήθευση·

β)

γνώσεις και πείρα όσον αφορά τον έλεγχο δεδομένων και πληροφοριών, όπου συμπεριλαμβάνονται:

i)

οι μέθοδοι ελέγχου δεδομένων και πληροφοριών, καθώς και η εφαρμογή του βαθμού σπουδαιότητας και η εκτίμηση της σπουδαιότητας των ανακριβειών,

ii)

η ανάλυση των εγγενών κινδύνων και των κινδύνων του ελέγχου,

iii)

οι τεχνικές δειγματοληψίας σε σχέση με τη δειγματοληψία δεδομένων και την εξακρίβωση των δραστηριοτήτων ελέγχου,

iv)

η αξιολόγηση συστημάτων δεδομένων και πληροφοριών, συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών, δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, δραστηριοτήτων ελέγχου, συστημάτων ελέγχου και διαδικασιών για δραστηριότητες ελέγχου·

γ)

την ικανότητα εκτέλεσης των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, όπως επιβάλλει το κεφάλαιο ΙΙ·

δ)

γνώσεις και πείρα όσον αφορά τις ειδικές κατά κλάδο τεχνικές πτυχές της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που έχουν σημασία για το πεδίο δραστηριοτήτων του παραρτήματος I εντός του οποίου ο ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ διενεργεί επαλήθευση.

2.   Οι επικεφαλής ελεγκτές του ΣΕΔΕ της ΕΕ πληρούν τις απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και διαθέτουν αποδεδειγμένα την ικανότητα να ηγούνται ομάδων επαλήθευσης και να αναλαμβάνουν την ευθύνη της διεξαγωγής των επαληθευτικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 38

Απαιτήσεις για την ικανότητα των ανεξάρτητων εξεταστών

1.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής έχει την κατάλληλη αρμοδιότητα για την εξέταση του σχεδίου έκθεσης επαλήθευσης και της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25.

2.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 2 για την ικανότητα των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ.

3.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής διαθέτει την απαραίτητη ικανότητα ανάλυσης των παρεχόμενων στοιχείων για την επιβεβαίωση της πληρότητας και της αρτιότητάς τους, αμφισβήτησης των ελλειπόντων ή αντιφατικών στοιχείων και ελέγχου των αποτυπωμάτων των δεδομένων, για να εκτιμά αν η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης είναι πλήρης και παρέχει επαρκείς πληροφορίες για την υποστήριξη του σχεδίου έκθεσης επαλήθευσης.

Άρθρο 39

Αξιοποίηση τεχνικών εμπειρογνωμόνων

1.   Κατά την άσκηση επαληθευτικών δραστηριοτήτων, ο ελεγκτής μπορεί να ζητεί από τεχνικούς εμπειρογνώμονες να προσφέρουν λεπτομερείς γνώσεις και πείρα σε συγκεκριμένο θέμα, οι οποίες χρειάζονται για την υποστήριξη των επαληθευτικών δραστηριοτήτων του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ.

2.   Σε περίπτωση που ο ανεξάρτητος εξεταστής δεν διαθέτει την ικανότητα αξιολόγησης συγκεκριμένου θέματος της διαδικασίας εξέτασης, ο ελεγκτής ζητεί τη βοήθεια τεχνικού εμπειρογνώμονα.

3.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα και ειδίκευση για την αποτελεσματική στήριξη του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, ή του ανεξάρτητου εξεταστή όταν είναι αναγκαίο, σχετικά με το θέμα για το οποίο ζητούνται οι γνώσεις και η πείρα του εν λόγω εμπειρογνώμονα. Επιπλέον, ο τεχνικός εμπειρογνώμονας έχει επαρκή αντίληψη των θεμάτων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ).

4.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας αναλαμβάνει καθορισμένα καθήκοντα, υπό τη διεύθυνση και την πλήρη ευθύνη του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ της ομάδας επαλήθευσης στο πλαίσιο της οποίας ενεργεί ή του ανεξάρτητου εξεταστή.

Άρθρο 40

Διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες

1.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί μία ή περισσότερες διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες που περιγράφονται στο κεφάλαιο II, καθώς και τις διαδικασίες που απαιτούνται βάσει του παραρτήματος II. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των διαδικασιών αυτών, ο ελεγκτής εκτελεί τις δραστηριότητες σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

2.   Ο ελεγκτής σχεδιάζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί σύστημα διαχείρισης της ποιότητας, ώστε να διασφαλίζει τη συνεπή διαμόρφωση, εφαρμογή, βελτίωση και επανεξέταση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 διαδικασιών σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 41

Τήρηση αρχείων και επικοινωνία

1.   Ο ελεγκτής τηρεί αρχεία, μεταξύ άλλων για την ικανότητα και την αμεροληψία του προσωπικού, προκειμένου να αποδεικνύει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Ο ελεγκτής παρέχει τακτικά πληροφορίες στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

3.   Ο ελεγκτής διαφυλάσσει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει κατά την επαλήθευση, σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 42

Αμεροληψία και ανεξαρτησία

1.   Ο ελεγκτής είναι ανεξάρτητος από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και ασκεί με αμεροληψία τις επαληθευτικές του δραστηριότητες.

Προς τούτο, ο ελεγκτής και οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας δεν είναι φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, δεν είναι ιδιοκτήτης φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ούτε ανήκει στην ιδιοκτησία τέτοιου φορέα και δεν έχει σχέσεις με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. Ο ελεγκτής είναι επίσης ανεξάρτητος από φορείς που εμπορεύονται δικαιώματα εκπομπής στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου που έχει θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

2.   Η οργάνωση του ελεγκτή είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται οι σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

3.   Ο ελεγκτής δεν ασκεί επαληθευτικές δραστηριότητες με αντικείμενο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ο οποίος δημιουργεί μη αποδεκτό κίνδυνο για την αμεροληψία του ή κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων γι’ αυτόν. Ο ελεγκτής δεν χρησιμοποιεί μέλη του προσωπικού ή συμβασιούχους για την επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που συνεπάγονται πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων. Ο ελεγκτής εξασφαλίζει επίσης ότι οι δραστηριότητες του προσωπικού ή οργανισμών δεν θίγουν την εμπιστευτικότητα, την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της επαλήθευσης.

Μη αποδεκτός κίνδυνος για την αμεροληψία ή σύγκρουση συμφερόντων, κατά το πρώτο εδάφιο πρώτη φράση, θεωρείται ότι υπάρχει σε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, μεταξύ άλλων:

α)

όταν ο ελεγκτής ή οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας παρέχει υπηρεσίες συμβουλευτικής για τη διαμόρφωση μέρους της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που περιγράφεται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, όπου συμπεριλαμβάνονται η ανάπτυξη της μεθοδολογίας παρακολούθησης, η σύνταξη της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και η κατάρτιση του σχεδίου παρακολούθησης·

β)

όταν ο ελεγκτής ή οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας παρέχει τεχνική συνδρομή στην ανάπτυξη ή συντήρηση του συστήματος που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των εκπομπών ή των τονοχιλιομετρικών δεδομένων και την υποβολή σχετικών εκθέσεων.

4.   Στις σχέσεις μεταξύ ελεγκτή και φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, θεωρείται ότι συντρέχει σύγκρουση συμφερόντων στο πρόσωπο του ελεγκτή σε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, μεταξύ άλλων:

α)

όταν η σχέση του ελεγκτή με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών βασίζεται σε κοινή ιδιοκτησία, κοινή διοίκηση, διαχείριση ή προσωπικό, κοινούς πόρους, κοινά οικονομικά και από κοινού σύναψη συμβάσεων ή προώθηση στην αγορά·

β)

όταν στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχουν παρασχεθεί υπηρεσίες συμβουλευτικής που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή τεχνική συνδρομή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου από εταιρεία συμβούλων, εταιρεία τεχνικής συνδρομής ή άλλο οργανισμό που έχει σχέσεις με τον ελεγκτή και απειλεί την αμεροληψία του.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), η αμεροληψία του ελεγκτή θεωρείται ότι κλονίζεται όταν οι σχέσεις του με την εταιρεία συμβούλων, την εταιρεία τεχνικής συνδρομής ή τον άλλο οργανισμό βασίζεται σε κοινή ιδιοκτησία, κοινή διοίκηση, διαχείριση ή προσωπικό, κοινούς πόρους, κοινά οικονομικά, από κοινού σύναψη συμβάσεων ή προώθηση στην αγορά και από κοινού καταβολή προμήθειας επί των πωλήσεων ή άλλου οικονομικού κινήτρου για την παραπομπή νέων πελατών.

5.   Ο ελεγκτής δεν αναθέτει σε τρίτους την ανεξάρτητη εξέταση και την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κατά την ανάθεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων σε τρίτους, ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Ωστόσο, η σύναψη συμβάσεων με άτομα για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων δεν συνιστά ανάθεση σε τρίτους για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, εφόσον ο ελεγκτής, κατά τη σύναψη συμβάσεων με τα εν λόγω άτομα, ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

6.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί διαδικασία που εξασφαλίζει τη διαρκή αμεροληψία και ανεξαρτησία του ελεγκτή, των τμημάτων της ίδιας με αυτόν νομικής οντότητας, των άλλων οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, καθώς και όλων των μελών του προσωπικού και συμβασιούχων που μετέχουν στην επαλήθευση. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει μηχανισμό διασφάλισης της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας του ελεγκτή και ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗ

Άρθρο 43

Διαπίστευση

Ο ελεγκτής που χορηγεί έκθεση επαλήθευσης σε φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι διαπιστευμένος για το πεδίο δραστηριοτήτων του παραρτήματος I ως προς το οποίο ο ελεγκτής επαληθεύει έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Άρθρο 44

Στόχοι της διαπίστευσης

Κατά τη διαδικασία διαπίστευσης και την παρακολούθηση των διαπιστευμένων ελεγκτών, κάθε εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εκτιμά αν ο ελεγκτής και το προσωπικό του που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες:

α)

είναι ικανοί να διεκπεραιώσουν την επαλήθευση των εκθέσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

επαληθεύουν τις εκθέσεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

πληρούν τις απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙΙ.

Άρθρο 45

Αίτηση διαπίστευσης

1.   Κάθε νομικό πρόσωπο ή άλλη νομική οντότητα μπορεί να ζητήσει διαπίστευση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Η αίτηση περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και πριν αρχίσει η αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 44, ο αιτών κοινοποιεί στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης τα εξής:

α)

όλες τις πληροφορίες που ζητεί ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης·

β)

τις διαδικασίες και τις σχετικές με αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1, και πληροφορίες για το σύστημα διαχείρισης της ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2·

γ)

τα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), τα αποτελέσματα της διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 35, καθώς και άλλη συναφή τεκμηρίωση της ικανότητας του συνόλου του προσωπικού που μετέχει σε επαληθευτικές δραστηριότητες·

δ)

πληροφορίες σχετικά με την αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 6 διαδικασία εξασφάλισης διαρκούς αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, συμπεριλαμβανομένων αρχείων που αφορούν την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του αιτούντος και του οικείου προσωπικού·

ε)

πληροφορίες σχετικά με τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες και το βασικό προσωπικό που μετέχει στην επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

στ)

το σύστημα και τη διαδικασία που εξασφαλίζουν κατάλληλη εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης·

ζ)

άλλα συναφή αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1.

Άρθρο 46

Προετοιμασία για αξιολόγηση

1.   Κατά την προπαρασκευή της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 44, κάθε εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει υπόψη την πολυπλοκότητα του πεδίου για το οποίο ζητεί διαπίστευση ο αιτών, καθώς και του συστήματος διαχείρισης της ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, τις διαδικασίες και τις σχετικές με αυτές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 και τις γεωγραφικές περιοχές όπου ο αιτών διενεργεί ή έχει προγραμματίσει επαληθεύσεις.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 47

Αξιολόγηση

1.   Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 44, η αναφερόμενη στο άρθρο 57 ομάδα αξιολόγησης εκτελεί τουλάχιστον τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α)

εξέταση όλων των σχετικών εγγράφων και αρχείων που αναφέρονται στο άρθρο 45·

β)

επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του αιτούντος με σκοπό την εξέταση αντιπροσωπευτικού δείγματος της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης και την αξιολόγηση της εφαρμογής του συστήματος διαχείρισης της ποιότητας και των διαδικασιών του αιτούντος, που αναφέρονται στο άρθρο 40·

γ)

αυτοψία αντιπροσωπευτικού μέρους του πεδίου δραστηριοτήτων για το οποίο ζητείται διαπίστευση, καθώς και των επιδόσεων και της ικανότητας αντιπροσωπευτικού αριθμού μελών του προσωπικού του αιτούντος που μετέχει στην επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ώστε να εξασφαλίζεται ότι το εν λόγω προσωπικό ενεργεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Κατά την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αυτών, η ομάδα αξιολόγησης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Η ομάδα αξιολόγησης αναφέρει στον αιτούντα τις διαπιστώσεις και την έλλειψη συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III, και του ζητά να απαντήσει σε αυτά σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.

3.   Ο αιτών λαμβάνει διορθωτικά μέτρα για να αντιμετωπίσει κάθε αναφερθείσα σύμφωνα με την παράγραφο 2 έλλειψη συμμόρφωσης και, στην απάντησή του για τις διαπιστώσεις της ομάδας αξιολόγησης και την έλλειψη συμμόρφωσης που αυτή εντόπισε, αναφέρει τα μέτρα που έλαβε ή προτίθεται να λάβει, εντός προθεσμίας που ορίζει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, για να επιλύσει τα εντοπισθέντα προβλήματα έλλειψης συμμόρφωσης.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εξετάζει τις απαντήσεις που υποβάλλει ο αιτών σχετικά με τις διαπιστώσεις και την έλλειψη συμμόρφωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Εάν θεωρήσει την απάντηση του αιτούντος ανεπαρκή ή ατελέσφορη, ζητεί από τον αιτούντα περαιτέρω πληροφορίες ή μέτρα. Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί επίσης να ζητήσει στοιχεία που αποδεικνύουν την αποτελεσματική εφαρμογή των ληφθέντων μέτρων ή να διενεργήσει αξιολόγηση μεταπαρακολούθησης για να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των διορθωτικών μέτρων.

Άρθρο 48

Απόφαση σχετικά με τη διαπίστευση και πιστοποιητικό διαπίστευσης

1.   Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης προετοιμάζει και λαμβάνει την απόφασή του σχετικά με τη διαπίστευση ή την επέκταση ή ανανέωση της διαπίστευσης αιτούντος, λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Εφόσον ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει αποφασίσει να διαπιστεύσει αιτούντα ή να επεκτείνει ή να ανανεώσει τη διαπίστευσή του, χορηγεί στον εν λόγω αιτούντα πιστοποιητικό διαπίστευσης.

Το πιστοποιητικό διαπίστευσης περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Το πιστοποιητικό διαπίστευσης ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής του από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης.

Άρθρο 49

Εποπτεία

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εποπτεύει με ετήσια επιθεώρηση κάθε ελεγκτή στον οποίο χορηγεί πιστοποιητικό διαπίστευσης.

Η επιθεώρηση εποπτείας περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του ελεγκτή με σκοπό την εκτέλεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β)

αυτοψία των επιδόσεων και της ικανότητας αντιπροσωπευτικού αριθμού μελών του προσωπικού του ελεγκτή κατά την εργασία τους, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης διενεργεί την πρώτη επιθεώρηση εποπτείας ελεγκτή σύμφωνα με την παράγραφο 1 το αργότερο μετά 12 μήνες από την ημερομηνία χορήγησης του πιστοποιητικού διαπίστευσης στον συγκεκριμένο ελεγκτή.

3.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταρτίζει το οικείο σχέδιο για την εποπτεία κάθε ελεγκτή κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση αντιπροσωπευτικών δειγμάτων της έκτασης της διαπίστευσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

4.   Με βάση τα αποτελέσματα της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 εποπτείας, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αποφασίζει αν θα επικυρώσει ή όχι την παράταση της διαπίστευσης.

5.   Όταν ένας ελεγκτής διενεργεί επαλήθευση σε άλλο κράτος μέλος, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει μπορεί να ζητήσει από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας εξ ονόματός του και υπό την ευθύνη του.

Άρθρο 50

Επαναξιολόγηση

1.   Πριν λήξει η ισχύς του πιστοποιητικού διαπίστευσης, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επαναξιολογεί τον ελεγκτή στον οποίο έχει χορηγήσει το εν λόγω πιστοποιητικό, προκειμένου να κρίνει αν είναι δυνατόν να παραταθεί η ισχύς του.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταρτίζει το οικείο σχέδιο για την επαναξιολόγηση κάθε ελεγκτή κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση αντιπροσωπευτικών δειγμάτων της έκτασης της διαπίστευσης. Κατά τον προγραμματισμό και τη διεξαγωγή της εποπτείας, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 51

Έκτακτη αξιολόγηση

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί ανά πάσα στιγμή να υποβάλλει τον ελεγκτή σε έκτακτη αξιολόγηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Προκειμένου να είναι ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης σε θέση να εκτιμήσει την ανάγκη έκτακτης αξιολόγησης, ο ελεγκτής τον ενημερώνει πάραυτα για κάθε σημαντική μεταβολή οποιασδήποτε πτυχής του καθεστώτος ή της λειτουργίας του, η οποία είναι συναφής με τη διαπίστευσή του. Στις σημαντικές μεταβολές περιλαμβάνονται οι αναφερόμενες στο εναρμονισμένο πρότυπο του παραρτήματος III.

Άρθρο 52

Επέκταση

Μετά από αίτηση ελεγκτή για επέκταση διαπίστευσης που του έχει χορηγηθεί, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναλαμβάνει τις απαραίτητες δραστηριότητες για να διαπιστώσει αν ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 44, όσον αφορά την αιτούμενη επέκταση της διαπίστευσής του.

Άρθρο 53

Διοικητικά μέτρα

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αναστείλει τη διαπίστευση ελεγκτή, να την ανακαλέσει ή να περιορίσει την έκτασή της, εφόσον ο ελεγκτής δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναστέλλει τη διαπίστευση ελεγκτή, την ανακαλεί ή περιορίζει την έκτασή της, εφόσον το ζητήσει ο ελεγκτής.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί διαδικασία για την αναστολή, την ανάκληση και τον περιορισμό της έκτασης των διαπιστεύσεων.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναστέλλει τη διαπίστευση ή περιορίζει την έκτασή της, σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

ο ελεγκτής διέπραξε σοβαρή παράβαση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού·

β)

συστηματικά και επανειλημμένα, ο ελεγκτής δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

ο ελεγκτής παραβίασε άλλους ειδικούς όρους και προϋποθέσεις του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης.

3.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανακαλεί τη διαπίστευση, σε περίπτωση που:

α)

ο ελεγκτής δεν διορθώσει την κατάσταση εξαιτίας της οποίας ελήφθη απόφαση αναστολής του πιστοποιητικού διαπίστευσης·

β)

ανώτερο διοικητικό στέλεχος του ελεγκτή έχει κριθεί ένοχο για απάτη·

γ)

ο ελεγκτής έχει παράσχει εσκεμμένα ανακριβείς πληροφορίες.

4.   Η απόφαση εθνικού οργανισμού διαπίστευσης για αναστολή, ανάκληση ή περιορισμό της έκτασης της διαπίστευσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, υπόκειται σε προσφυγή.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες για την εξέταση των προσφυγών αυτών.

5.   Η απόφαση εθνικού οργανισμού διαπίστευσης για αναστολή, ανάκληση ή περιορισμό της έκτασης της διαπίστευσης τίθεται σε ισχύ με την κοινοποίησή της στον ελεγκτή.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης παύει την αναστολή πιστοποιητικού διαπίστευσης, εφόσον λάβει ικανοποιητικές πληροφορίες και πειστεί για τη συμμόρφωση του ελεγκτή με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΤΟΥ ΣΕΔΕ

Άρθρο 54

Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης

1.   Τα καθήκοντα που αφορούν τη διαπίστευση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εκτελούνται από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

2.   Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να επιτρέψει την πιστοποίηση ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, τα καθήκοντα που αφορούν την πιστοποίηση των εν λόγω ελεγκτών ανατίθενται σε εθνική αρχή διαφορετική από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

3.   Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, εξασφαλίζει ότι η συγκεκριμένη εθνική αρχή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων του άρθρου 70, και παρέχει τα αναγκαία έγγραφα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης συμμετέχει ως μέλος στον φορέα που αναγνωρίζεται βάσει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού.

5.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επιφορτίζεται με τη διαπίστευση ως δραστηριότητα δημόσιας αρχής και αναγνωρίζεται επίσημα από το κράτος μέλος, σε περίπτωση που οι δημόσιες αρχές δεν αναλαμβάνουν απευθείας τη διαπίστευση.

6.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 55

Διασυνοριακή διαπίστευση

Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο ή βιώσιμο από οικονομικής πλευράς να ορίσει εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ή να παρέχει υπηρεσίες διαπίστευσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, το εν λόγω κράτος μέλος προσφεύγει στις υπηρεσίες του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης άλλου κράτους μέλους.

Το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

Άρθρο 56

Ανεξαρτησία και αμεροληψία

1.   Η οργάνωση του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την πλήρη ανεξαρτησία του από τους ελεγκτές που αξιολογεί και την αμεροληψία του κατά την εκτέλεση των οικείων δραστηριοτήτων διαπίστευσης.

2.   Προς τούτο, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δεν προσφέρει ούτε παρέχει δραστηριότητες ή υπηρεσίες που παρέχει ελεγκτής ή υπηρεσίες συμβουλευτικής ούτε έχει μετοχές ή άλλου είδους οικονομικό ή διαχειριστικό συμφέρον σε ελεγκτή.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 54 παράγραφος 2, η δομή, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης διακρίνονται σαφώς από εκείνα της αρμόδιας αρχής και των άλλων εθνικών αρχών.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει όλες τις τελικές αποφάσεις που αφορούν τη διαπίστευση των ελεγκτών.

Ωστόσο, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αναθέτει υπεργολαβικά ορισμένες δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 57

Ομάδα αξιολόγησης

1.   Για κάθε συγκεκριμένη αξιολόγηση, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ορίζει ομάδα αξιολόγησης.

2.   Η ομάδα αξιολόγησης απαρτίζεται από έναν επικεφαλής αξιολογητή και, όταν είναι αναγκαίο, από κατάλληλο αριθμό αξιολογητών ή τεχνικών εμπειρογνωμόνων για συγκεκριμένη έκταση διαπίστευσης.

Η ομάδα αξιολόγησης περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο διαθέτει τις γνώσεις όσον αφορά την παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 που έχουν σημασία για την έκταση της διαπίστευσης και διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα και αντίληψη για την αξιολόγηση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων που αφορούν τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών ως προς την έκταση αυτή, και τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τα σχετικά εθνικά νομοθετήματα και κατευθύνσεις.

Άρθρο 58

Απαιτήσεις για την ικανότητα των αξιολογητών

1.   Οι αξιολογητές διαθέτουν την ικανότητα να εκτελούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του κεφαλαίου IV, όταν αξιολογούν τους ελεγκτές. Προς τούτο:

α)

ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 που αναφέρεται στο παράρτημα IΙΙ·

β)

γνωρίζουν την οδηγία 2003/87/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τον παρόντα κανονισμό, τα σχετικά πρότυπα και άλλα σχετικά νομοθετήματα, καθώς και τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές·

γ)

διαθέτουν γνώσεις σχετικά με τον έλεγχο δεδομένων και πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, τις οποίες έχουν αποκτήσει με κατάρτιση ή μέσω πρόσβασης σε πρόσωπο με γνώσεις και πείρα όσον αφορά τα εν λόγω δεδομένα και πληροφορίες.

2.   Οι επικεφαλής αξιολογητές πληρούν τις απαιτήσεις για την ικανότητα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διαθέτουν αποδεδειγμένα την ικανότητα να ηγούνται ομάδων αξιολόγησης και είναι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι εσωτερικοί εξεταστές και τα πρόσωπα που αποφασίζουν σχετικά με τη διαπίστευση και την επέκταση ή ανανέωση των διαπιστεύσεων διαθέτουν, επιπλέον των απαιτήσεων για την ικανότητα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, επαρκείς γνώσεις και πείρα για την αξιολόγηση της διαπίστευσης.

Άρθρο 59

Τεχνικοί εμπειρογνώμονες

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να συμπεριλαμβάνει στη σύνθεση της ομάδας αξιολόγησης τεχνικούς εμπειρογνώμονες, προκειμένου να προσφέρουν λεπτομερείς και ειδικές γνώσεις σε συγκεκριμένο θέμα οι οποίες χρειάζονται για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αξιολόγησης που αναλαμβάνει ο επικεφαλής αξιολογητής ή ο αξιολογητής.

2.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα για την αποτελεσματική στήριξη του επικεφαλής αξιολογητή και του αξιολογητή σχετικά με το θέμα για το οποίο ζητούνται οι γνώσεις και η ειδίκευση του εν λόγω εμπειρογνώμονα. Επιπλέον, ο τεχνικός εμπειρογνώμονας:

α)

γνωρίζει την οδηγία 2003/87/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τον παρόντα κανονισμό, τα σχετικά πρότυπα και άλλα σχετικά νομοθετήματα, καθώς και τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές·

β)

κατανοεί επαρκώς τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

3.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας αναλαμβάνει καθορισμένα καθήκοντα, υπό τη διεύθυνση και την πλήρη ευθύνη του επικεφαλής αξιολογητή της οικείας ομάδας αξιολόγησης.

Άρθρο 60

Διαδικασίες

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Άρθρο 61

Καταγγελίες

Σε περίπτωση υποβολής καταγγελίας σχετικά με τον ελεγκτή στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης από την αρμόδια αρχή, τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ή από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος:

α)

αποφαίνεται σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας·

β)

εξασφαλίζει ότι παρέχεται στον ενδιαφερόμενο ελεγκτή η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του·

γ)

λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την εξέταση της καταγγελίας·

δ)

καταγράφει την καταγγελία και τα μέτρα που έλαβε και

ε)

απαντά στον καταγγέλλοντα.

Άρθρο 62

Τήρηση αρχείων και τεκμηρίωση

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης τηρεί αρχεία για κάθε πρόσωπο που μετέχει στη διαδικασία διαπίστευσης. Τα εν λόγω αρχεία περιλαμβάνουν αρχεία για τα σχετικά προσόντα, την κατάρτιση, την πείρα, την αμεροληψία και την ικανότητα που είναι αναγκαία για να αποδεικνύεται η τήρηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 63

Πρόσβαση σε πληροφορίες και εμπιστευτικότητα

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δημοσιοποιεί και επικαιροποιεί τακτικά τις πληροφορίες που συγκεντρώνει κατά τη διάρκεια των οικείων δραστηριοτήτων διαπίστευσης.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, σε επαρκείς ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζεται, κατά περίπτωση, το απόρρητο των αποκτώμενων πληροφοριών.

Άρθρο 64

Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές

1.   Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης υποβάλλονται σε τακτική αξιολόγηση από ομότιμους κριτές.

Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές οργανώνεται από τον αναγνωρισμένο βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέα.

2.   Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας εφαρμόζει κατάλληλα κριτήρια, καθώς και αποτελεσματική και ανεξάρτητη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, προκειμένου να εκτιμήσει αν:

α)

ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές ασκεί τις δραστηριότητες διαπίστευσης σύμφωνα με το κεφάλαιο IV·

β)

ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.

Τα κριτήρια περιλαμβάνουν απαιτήσεις για την ικανότητα των ομότιμων κριτών και των ομάδων αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, οι οποίες είναι ειδικές για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου που έχει θεσπιστεί με την οδηγία 2003/87/ΕΚ.

3.   Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας δημοσιεύει το αποτέλεσμα της αξιολόγησης εθνικού οργανισμού διαπίστευσης από ομότιμους κριτές και το ανακοινώνει στην Επιτροπή, στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης στα κράτη μέλη, καθώς και στην αρμόδια αρχή των κρατών μελών ή στο αναφερόμενο στο άρθρο 69 παράγραφος 2 εστιακό κέντρο.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, εφόσον ένας εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει ήδη υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής σε νέα αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εάν μπορεί να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τον παρόντα κανονισμό.

Προς τούτο, ο ενδιαφερόμενος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης υποβάλλει αίτημα και την απαραίτητη τεκμηρίωση στον αναγνωρισμένο βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέα.

Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας αποφαίνεται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής.

Η απαλλαγή ισχύει για μέγιστη περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης.

5.   Η εθνική αρχή στην οποία ανατίθενται, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2, τα καθήκοντα πιστοποίησης των ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ανταποκρίνεται σε βαθμό αξιοπιστίας ανάλογο με εκείνον των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές.

Προς τούτο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αμέσως μετά τη λήψη των αποφάσεών του με τις οποίες εξουσιοδοτεί την εθνική αρχή να διενεργεί πιστοποιήσεις, παρέχει στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη όλα τα σχετικά έγγραφα στοιχεία. Καμία εθνική αρχή δεν πιστοποιεί ελεγκτές για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού πριν από την παροχή των σχετικών έγγραφων στοιχείων από το κράτος μέλος.

Το οικείο κράτος μέλος επανεξετάζει περιοδικά τη λειτουργία της εθνικής αρχής για να εξασφαλίσει ότι εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στον προαναφερόμενο βαθμό αξιοπιστίας και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 65

Λήψη διορθωτικών μέτρων

1.   Τα κράτη μέλη παρακολουθούν σε τακτά διαστήματα τους οικείους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης για να εξασφαλίσουν ότι πληρούν αδιάλειπτα τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 64.

2.   Όταν ένας εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει αυτού, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα ή εξασφαλίζει τη λήψη των εν λόγω διορθωτικών μέτρων και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 66

Αμοιβαία αναγνώριση ελεγκτών

1.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν την ισοδυναμία των υπηρεσιών που παρέχουν οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης οι οποίοι έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές. Αποδέχονται τα πιστοποιητικά διαπίστευσης των ελεγκτών που έχουν διαπιστευτεί από τους εν λόγω εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης και σέβονται το δικαίωμα των ελεγκτών να διενεργούν επαληθεύσεις εντός της έκτασης της διαπίστευσής τους.

2.   Σε περίπτωση που η διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές δεν έχει ολοκληρωθεί για έναν εθνικό οργανισμό διαπίστευσης πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2014, τα κράτη μέλη αποδέχονται τα πιστοποιητικά διαπίστευσης των ελεγκτών που έχουν διαπιστευτεί από τον εν λόγω εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, υπό τον όρο ότι ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας έχει αρχίσει την αξιολόγησή του από ομότιμους κριτές και δεν έχει διαπιστώσει μη συμμόρφωσή του με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Σε περίπτωση που οι ελεγκτές έχουν πιστοποιηθεί από εθνική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη αποδέχονται το πιστοποιητικό που εκδίδει η εν λόγω αρχή και σέβονται το δικαίωμα των πιστοποιημένων ελεγκτών να διενεργούν επαληθεύσεις εντός της έκτασης της διαπίστευσής τους.

Άρθρο 67

Παρακολούθηση των παρεχόμενων υπηρεσιών

Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει, κατά τη διάρκεια επιθεώρησης την οποία διενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 4 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, ότι ο ελεγκτής δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, η οικεία αρμόδια αρχή ή ο οικείος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ενημερώνει τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή θεωρεί την κοινοποίηση των σχετικών στοιχείων ως καταγγελία κατά την έννοια του άρθρου 61 του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και απαντά στην αρμόδια αρχή ή στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 68

Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων και χρήση αυτόματων συστημάτων

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στους ελεγκτές την υποχρέωση να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά πρότυπα (template) ή συγκεκριμένους μορφότυπους αρχείων για τις εκθέσεις επαλήθευσης, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

2.   Είναι δυνατόν να διατεθούν τυποποιημένα ηλεκτρονικά πρότυπα ή προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων για την υποβολή των εκθέσεων επαλήθευσης και για άλλα είδη επικοινωνίας μεταξύ φορέα εκμετάλλευσης, φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ελεγκτή, αρμόδιας αρχής και εθνικού οργανισμού διαπίστευσης, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 69

Ανταλλαγή πληροφοριών και εστιακά κέντρα

1.   Το κράτος μέλος θεσμοθετεί αποτελεσματική ανταλλαγή κατάλληλων πληροφοριών και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του οικείου εθνικού οργανισμού διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, της εθνικής αρχής στην οποία έχει ανατεθεί η πιστοποίηση των ελεγκτών, και της αρμόδιας αρχής.

2.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, μία από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές εξουσιοδοτείται από το κράτος μέλος να λειτουργεί ως εστιακό κέντρο για την ανταλλαγή πληροφοριών, τον συντονισμό της συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τις δραστηριότητες του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 70

Πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και διαχειριστική έκθεση

1.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταθέτει πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης στην αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους, το οποίο περιλαμβάνει τον κατάλογο των ελεγκτών που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης και οι οποίοι του έχουν κοινοποιήσει, σύμφωνα με το άρθρο 76, την πρόθεσή τους να διενεργήσουν επαληθεύσεις στα εν λόγω κράτη μέλη. Το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε ελεγκτή:

α)

τον προβλεπόμενο χρόνο και τόπο επαλήθευσης·

β)

πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες που έχει προγραμματίσει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ως προς τον συγκεκριμένο ελεγκτή, ιδίως τις δραστηριότητες εποπτείας και επαναξιολόγησης·

γ)

τις ημερομηνίες των προβλεπόμενων αυτοψιών που θα διενεργήσει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης για να αξιολογήσει τον ελεγκτή κατά την εργασία του, καθώς και τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, των οποίων τις εγκαταστάσεις θα επισκεφθεί ο οργανισμός στο πλαίσιο των αυτοψιών·

δ)

το κατά πόσον ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει ζητήσει από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση από τον ελεγκτή να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας.

2.   Μετά την υποβολή του προγράμματος εργασιών διαπίστευσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή παρέχει στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως τα τυχόν συναφή εθνικά νομοθετήματα ή κατευθυντήριες γραμμές.

3.   Έως την 1η Ιουνίου κάθε έτους, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταθέτει διαχειριστική έκθεση στην αρμόδια αρχή. Η διαχειριστική έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε ελεγκτή που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης:

α)

τα στοιχεία της διαπίστευσης των ελεγκτών που διαπιστεύτηκαν πρόσφατα από τον εν λόγω εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, συμπεριλαμβανημένης της έκτασης των αντίστοιχων διαπιστεύσεων·

β)

τις ενδεχόμενες μεταβολές της έκτασης της διαπίστευσης των εν λόγω ελεγκτών·

γ)

σύνοψη των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων εποπτείας και επαναξιολόγησης από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης·

δ)

σύνοψη των αποτελεσμάτων των έκτακτων αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των λόγων που υπαγόρευσαν τη διενέργειά τους·

ε)

τις καταγγελίες εις βάρος του ελεγκτή που ενδεχομένως υποβλήθηκαν μετά την τελευταία διαχειριστική έκθεση και τα μέτρα που έλαβε ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης.

Άρθρο 71

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα διοικητικά μέτρα

Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επιβάλλει σε ελεγκτή διοικητικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 53 ή όταν η αναστολή πιστοποιητικού διαπίστευσης παύει ή μια απόφαση επί προσφυγής ανατρέπει την απόφασή του να επιβάλει διοικητικά μέτρα του άρθρου 53, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ενημερώνει τα ακόλουθα μέρη:

α)

την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι διαπιστευμένος ο ελεγκτής·

β)

την αρμόδια αρχή και τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κάθε κράτους μέλους στο οποίο ο ελεγκτής διενεργεί επαληθεύσεις.

Άρθρο 72

Ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση από τον ελεγκτή κοινοποιεί ετησίως στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον συγκεκριμένο ελεγκτή τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα σχετικά αποτελέσματα του ελέγχου της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και των εκθέσεων επαλήθευσης, ιδίως την ενδεχομένως διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση του ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό·

β)

τα αποτελέσματα της επιθεώρησης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εφόσον αυτά έχουν σημασία για τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, σε σχέση με τη διαπίστευση και την εποπτεία του ελεγκτή, ή περιλαμβάνουν τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης του εν λόγω ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης του συγκεκριμένου ελεγκτή, εφόσον η αρμόδια αρχή έχει αξιολογήσει την τεκμηρίωση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 3·

δ)

τις καταγγελίες εις βάρος του εν λόγω ελεγκτή που υποβλήθηκαν στην αρμόδια αρχή.

2.   Σε περίπτωση που από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή διαπίστωσε μη συμμόρφωση του ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης θεωρεί την κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών ως καταγγελία της αρμόδιας αρχής εις βάρος του συγκεκριμένου ελεγκτή κατά την έννοια του άρθρου 61.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την εξέταση των ανωτέρω πληροφοριών και απαντά στην αρμόδια αρχή εντός τριμήνου από τη λήψη τους. Στην απάντησή του προς την αρμόδια αρχή, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης την ενημερώνει σχετικά με τις ενέργειές του και, κατά περίπτωση, τα διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή.

Άρθρο 73

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία

1.   Όταν ζητείται από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους στο οποίο ο ελεγκτής διενεργεί επαληθεύσεις να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 5, ο εν λόγω εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναφέρει τις διαπιστώσεις του στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή, εκτός αντίθετης συμφωνίας μεταξύ των δύο εθνικών οργανισμών διαπίστευσης.

2.   Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή εκτιμά αν ο τελευταίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει υπόψη τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις.

3.   Σε περίπτωση που από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις προκύπτει ότι ο ελεγκτής δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ενημερώνει τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που άσκησε δραστηριότητες εποπτείας σχετικά με:

α)

τα μέτρα που έλαβε·

β)

τον τρόπο με τον οποίο ο ελεγκτής επέλυσε τα προβλήματα που αφορούσαν οι διαπιστώσεις, κατά περίπτωση·

γ)

τα διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή, κατά περίπτωση.

Άρθρο 74

Ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος εγκατάστασης του ελεγκτή

Στην περίπτωση της διαπίστευσης ελεγκτή από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος, το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και η διαχειριστική έκθεση που αναφέρονται στο άρθρο 70 καθώς και οι αναφερόμενες στο άρθρο 71 πληροφορίες υποβάλλονται και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του ελεγκτή.

Άρθρο 75

Βάσεις δεδομένων για τους διαπιστευμένους ελεγκτές

1.   Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης ή, κατά περίπτωση, οι εθνικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 δημιουργούν και διαχειρίζονται βάση δεδομένων και επιτρέπουν σε άλλους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης, εθνικές αρχές, ελεγκτές, φορείς εκμετάλλευσης, φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών και αρμόδιες αρχές να έχουν πρόσβαση σε αυτή.

Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας διευκολύνει και εναρμονίζει την πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική και οικονομικά συμφέρουσα επικοινωνία μεταξύ εθνικών οργανισμών διαπίστευσης, εθνικών αρχών, ελεγκτών, φορέων εκμετάλλευσης, φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και αρμοδίων αρχών, και μπορεί να διευθετήσει το περιεχόμενό τους σε μια ενιαία, κεντρική βάση δεδομένων.

2.   Η βάση δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ονόματα και διευθύνσεις όλων των ελεγκτών που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης·

β)

τα κράτη μέλη στα οποία οι ελεγκτές διενεργούν επαληθεύσεις·

γ)

την έκταση της διαπίστευσης κάθε ελεγκτή·

δ)

την ημερομηνία χορήγησης και την ημερομηνία λήξης της διαπίστευσης·

ε)

πληροφορίες σχετικά με τυχόν διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή.

Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 76

Κοινοποίηση από τους ελεγκτές

1.   Για να είναι σε θέση ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης να συντάσσει το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και τη διαχειριστική έκθεση που αναφέρονται στο άρθρο 70, ο ελεγκτής κοινοποιεί, έως τις 15 Νοεμβρίου κάθε έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει:

α)

τον προγραμματισμένο χρόνο και τόπο διεξαγωγής των επαληθεύσεων που πρόκειται να διενεργηθούν από τον ελεγκτή·

β)

τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, των οποίων η έκθεση για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα πρόκειται να επαληθευτεί από τον ελεγκτή.

2.   Σε περίπτωση μεταβολής των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 πληροφοριών, ο ελεγκτής γνωστοποιεί τις αλλαγές στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης εντός προθεσμίας που συμφωνείται μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 77

Μεταβατικές διατάξεις

Τα δεδομένα εκπομπών και, κατά περίπτωση, τα δεδομένα δραστηριότητας που έχουν προκύψει πριν από την 1η Ιανουαρίου 2013 επαληθεύονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της απόφασης 2007/589/ΕΚ της Επιτροπής (11).

Άρθρο 78

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32.

(2)  Βλέπε σελίδα 30 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(3)  ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.

(4)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30.

(5)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82.

(6)  ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.

(8)  ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114.

(9)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26.

(10)  ΕΕ L 130 της 17.5.2011, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 229 της 31.8.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Έκταση της διαπίστευσης των ελεγκτών

Η έκταση της διαπίστευσης των ελεγκτών αναγράφεται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης με τη βοήθεια των ακόλουθων ομάδων δραστηριοτήτων του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και άλλων δραστηριοτήτων που υπάγονται στα άρθρα 10α και 24 της εν λόγω οδηγίας. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και για τους ελεγκτές που έχουν πιστοποιηθεί από εθνική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Ομάδα δραστηριοτήτων αριθ.

Έκταση της διαπίστευσης

Καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις, όταν χρησιμοποιούνται μόνο τυπικά καύσιμα του εμπορίου, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ή όταν χρησιμοποιείται φυσικό αέριο σε εγκαταστάσεις κατηγορίας Α ή Β

Καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις, χωρίς περιορισμούς

2

Διύλιση ορυκτελαίων

3

Παραγωγή οπτάνθρακα

Φρύξη ή πυροσυσσωμάτωση μεταλλευμάτων (συμπεριλαμβανομένων των θειούχων ενώσεων), συμπεριλαμβανομένης της σφαιροσυσσωμάτωσης

Παραγωγή χυτοσιδήρου ή χάλυβα (πρωτογενής ή δευτερογενής τήξη), συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς χύτευσης

4

Παραγωγή ή επεξεργασία σιδηρούχων μετάλλων (συμπεριλαμβανομένων των σιδηροκραμάτων)

Παραγωγή δευτερογενούς αλουμινίου

Παραγωγή ή επεξεργασία μη σιδηρούχων μετάλλων, όπου συμπεριλαμβάνεται η παραγωγή κραμάτων

5

Παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου (εκπομπές CO2 και υπερφθορανθράκων)

6

Παραγωγή κλίνκερ τσιμέντου

Παραγωγή ασβέστου ή πύρωση δολομίτη ή μαγνησίτη

Παραγωγή γυαλιού, συμπεριλαμβανομένων των ινών γυαλιού

Παραγωγή κεραμικών προϊόντων με ψήσιμο

Παραγωγή ορυκτοβάμβακα

Ξήρανση ή πύρωση γύψου ή παραγωγή γυψοσανίδων και άλλων προϊόντων γύψου

7

Παραγωγή χαρτοπολτού από ξυλεία ή άλλα ινώδη υλικά

Παραγωγή χαρτιού ή χαρτονιού

8

Παραγωγή αιθάλης

Παραγωγή αμμωνίας

Παραγωγή χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες

Παραγωγή υδρογόνου (H2) και αερίου σύνθεσης με αναμόρφωση ή μερική οξείδωση

Παραγωγή ανθρακικού νατρίου (Na2CO3) και διττανθρακικού νατρίου (NaHCO3)

9

Παραγωγή νιτρικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή αδιπικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή γλυοξάλης και γλυοξυλικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή καπρολακτάμης

10

Δέσμευση αερίων θερμοκηπίου από εγκαταστάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 2003/87/ΕΚ με σκοπό τη μεταφορά και αποθήκευση σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

Μεταφορά αερίων θερμοκηπίου με αγωγούς για αποθήκευση σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

11

Αποθήκευση αερίων θερμοκηπίου σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

12

Δραστηριότητες αεροπορικών μεταφορών (εκπομπές και τονοχιλιομετρικά δεδομένα)

98

Άλλες δραστηριότητες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

99

Άλλες δραστηριότητες, τις οποίες έχει εντάξει κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και οι οποίες εξειδικεύονται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Απαιτήσεις για τους ελεγκτές

Όσον αφορά τις απαιτήσεις για τους ελεγκτές, εφαρμόζεται το εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ως προς τις απαιτήσεις για τους φορείς επικύρωσης και επαλήθευσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς χρήση στη διαπίστευση ή σε άλλες μορφές αναγνώρισης. Επιπλέον, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1:

α)

διαδικασία και πολιτική επικοινωνίας με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και άλλα σχετικά μέρη·

β)

κατάλληλες ρυθμίσεις για τη διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας των αποκτώμενων πληροφοριών·

γ)

διαδικασία αντιμετώπισης προσφυγών·

δ)

διαδικασία αντιμετώπισης καταγγελιών (συμπεριλαμβανομένου ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος)·

ε)

διαδικασία για την έκδοση αναθεωρημένης έκθεσης επαλήθευσης, στις περιπτώσεις που εντοπίζεται σφάλμα στην έκθεση αυτή ή στην έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών μετά τη χορήγηση της έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για μετέπειτα υποβολή στην αρμόδια αρχή·

στ)

διαδικασία για την ανάθεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων σε τρίτους οργανισμούς.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαδικασία διαπίστευσης και απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης

Όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαπίστευση και τις απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης, εφαρμόζεται το εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ως προς τις γενικές απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης που διαπιστεύουν οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης.


Top