Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32009R1122

Κανονισμος (ΕΚ) αριθ. 1122/2009 της Επιτροπης της 30 Νοεμβρίου 2009 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα

OJ L 316, 2.12.2009, p. 65–112 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 03 Volume 020 P. 231 - 278

No longer in force, Date of end of validity: 31/12/2014; καταργήθηκε από 32014R0640

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2009/1122/oj

2.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 316/65


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1122/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 30 Νοεμβρίου 2009

σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1), και ιδίως τα άρθρα 85κδ και 103κθα, σε συνδυασμό με το άρθρο 4,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 247/2006, (ΕΚ) αριθ. 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, και ιδίως το άρθρο 142 στοιχεία β), γ), δ), ε), η), ια), ιβ), ιγ), ιδ), ιε), ιζ) και ιθ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 73/2009 καταργεί και αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001, και εισάγει ορισμένες τροποποιήσεις στο καθεστώς της ενιαίας ενίσχυσης, καθώς και ορισμένα άλλα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων. Ταυτόχρονα καταργεί μια σειρά καθεστώτων άμεσων ενισχύσεων από το 2010. Επιπλέον, εισάγει ορισμένες τροποποιήσεις στο σύστημα, σύμφωνα με το οποίο υπόκεινται σε μειώσεις ή αποκλεισμούς οι άμεσες ενισχύσεις για τον γεωργό που δεν εκπληρώνει ορισμένους όρους στους τομείς της δημόσιας υγείας, της υγείας ζώων και φυτών, του περιβάλλοντος και της καλής διαβίωσης των ζώων («πολλαπλή συμμόρφωση»).

(2)

Τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων θεσπίστηκαν για πρώτη φορά κατόπιν της μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής το 1992 και εξελίχθηκαν περαιτέρω στο πλαίσιο μεταγενέστερων μεταρρυθμίσεων. Τα εν λόγω καθεστώτα έχουν υπαχθεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (στο εξής καλούμενο «ολοκληρωμένο σύστημα»). Το σύστημα αυτό, με τη μορφή που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 796/2004 της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται από τους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και (ΕΚ) αριθ. 73/2009, καθώς και για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου (2), αποδείχθηκε αποτελεσματικό και επαρκές μέσο για την εφαρμογή των καθεστώτων άμεσων ενισχύσεων. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 73/2009 βασίζεται στο εν λόγω ολοκληρωμένο σύστημα.

(3)

Λαμβανομένων υπόψη των τροποποιήσεων που επήλθαν στις άμεσες ενισχύσεις με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 73/2009, ενδείκνυται να καταργηθεί και να αντικατασταθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004, να βασιστεί όμως ο νέος κανονισμός στις αρχές που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 796/2004. Ταυτόχρονα, ως συνέπεια της ενσωμάτωσης του αμπελοοινικού τομέα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, πρέπει να αντικατασταθούν οι παραπομπές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004 στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2008 του Συμβουλίου (3) με παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Για λόγους συνοχής, ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004 πρέπει να ενσωματωθούν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1120/2009 της Επιτροπής (4), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (5).

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 73/2009 δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν αν θα εφαρμόσουν ορισμένα από τα καθεστώτα ενίσχυσης που προβλέπει. Ο παρών κανονισμός, επομένως, πρέπει να περιλαμβάνει διατάξεις για τη διαχείριση και τον έλεγχο που θα ασκούνται στα κράτη μέλη, ενόψει της πιθανής επιλογής τους να εφαρμόσουν ορισμένα καθεστώτα ενίσχυσης. Οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμόζονται μόνον εφόσον τα κράτη μέλη έχουν προβεί στις εν λόγω επιλογές.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 73/2009 προβλέπει, μεταξύ των όρων πολλαπλής συμμόρφωσης, ορισμένες υποχρεώσεις των κρατών μελών, αφενός, και των μεμονωμένων γεωργών, αφετέρου, όσον αφορά τη διατήρηση μόνιμων βοσκοτόπων. Είναι αναγκαίο να οριστούν οι λεπτομέρειες του καθορισμού της αναλογίας μεταξύ μόνιμων βοσκοτόπων και γεωργικών εκτάσεων που πρέπει να διατηρείται και να προβλεφθούν οι ατομικές υποχρεώσεις των γεωργών, οι οποίες πρέπει να τηρούνται σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η εν λόγω αναλογία μειώνεται εις βάρος των εκτάσεων που αποτελούν μόνιμους βοσκότοπους.

(6)

Για να υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και να αποτραπεί η υποβολή πολλαπλών αιτήσεων ενίσχυσης σε διάφορους οργανισμούς πληρωμών στο ίδιο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν ενιαίο σύστημα καταγραφής της ταυτότητας των γεωργών που υποβάλλουν αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος.

(7)

Πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων που θα χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να χρησιμοποιούνται τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών (ΣΓΠ). Είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν το επίπεδο στο οποίο πρέπει να λειτουργεί το σύστημα, καθώς και ο βαθμός λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να είναι διαθέσιμες στο ΣΓΠ.

(8)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν ένα σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα ενίσχυσης θα είναι ανιχνεύσιμα και το οποίο θα επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τη διασταύρωση των εκτάσεων που δηλώνονται για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης με τα δικαιώματα ενίσχυσης που έχει στη διάθεσή του κάθε γεωργός, καθώς και μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων ενίσχυσης.

(9)

Η παρακολούθηση της τήρησης των διαφόρων υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης απαιτεί την καθιέρωση συστήματος ελέγχου και κατάλληλων μειώσεων. Για τον σκοπό αυτό, οι διάφορες αρχές των κρατών μελών πρέπει να ανακοινώνουν στοιχεία σχετικά με τις αιτήσεις ενίσχυσης, τα δείγματα ελέγχου, τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων κ.λπ. Πρέπει να προβλεφθούν τα βασικά στοιχεία του εν λόγω συστήματος.

(10)

Για λόγους απλούστευσης, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ότι όλες οι αιτήσεις για ενίσχυση βάσει των τίτλων ΙΙΙ και IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 καλύπτονται από την ενιαία αίτηση.

(11)

Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να μπορεί να λειτουργεί ορθά το ολοκληρωμένο σύστημα, στις περιπτώσεις που περισσότεροι του ενός οργανισμοί πληρωμών είναι αρμόδιοι για τον ίδιο γεωργό.

(12)

Για να είναι δυνατή η διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων, πρέπει να δηλώνονται ταυτόχρονα οι παντός είδους χρήσεις της έκτασης και τα σχετικά καθεστώτα ενίσχυσης. Επομένως, πρέπει να προβλεφθεί η υποβολή ενιαίας αίτησης ενίσχυσης που θα περιλαμβάνει όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης, οι οποίες σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την έκταση. Επιπλέον, έντυπο ενιαίας αίτησης πρέπει να υποβάλλεται και από τους γεωργούς οι οποίοι δεν ζητούν καμία από τις ενισχύσεις που υπάγονται στην ενιαία αίτηση, εάν έχουν στη διάθεσή τους γεωργική έκταση. Ωστόσο, ενδείκνυται να επιτραπεί στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν τους γεωργούς από την υποχρέωση αυτή, στις περιπτώσεις που οι πληροφορίες είναι ήδη στη διάθεση των αρχών.

(13)

Τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίσουν καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή της ενιαίας αίτησης, η οποία δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερη της 15ης Μαΐου, ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη διεκπεραίωση και ο έλεγχος της αίτησης. Ωστόσο, λόγω των ιδιαίτερων κλιματικών συνθηκών που επικρατούν στην Εσθονία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, στα εν λόγω κράτη μέλη πρέπει να επιτραπεί να καθορίσουν μεταγενέστερη ημερομηνία, η οποία όμως δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερη της 15ης Ιουνίου. Επιπλέον, πρέπει να προβλεφθούν κατά περίπτωση παρεκκλίσεις με την ίδια νομική βάση, εάν απαιτηθεί στο μέλλον από τις κλιματικές συνθήκες ενός συγκεκριμένου έτους.

(14)

Στην ενιαία αίτηση ο γεωργός πρέπει να δηλώνει όχι μόνο την έκταση που χρησιμοποιεί για γεωργικούς σκοπούς, αλλά και τα δικαιώματα ενίσχυσης που κατέχει, οι δε πληροφορίες που απαιτούνται για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση πρέπει να ζητούνται ταυτόχρονα με την ενιαία αίτηση. Ωστόσο, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από ορισμένες υποχρεώσεις, εάν τα δικαιώματα ενίσχυσης που πρόκειται να χορηγηθούν κατά το συγκεκριμένο έτος δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οριστικά.

(15)

Για την απλούστευση των διαδικασιών υποβολής αιτήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πρέπει να προβλεφθεί σχετικά ότι στο μέτρο του δυνατού τα κράτη μέλη θα παρέχουν στον γεωργό τα προϋπάρχοντα στοιχεία.

(16)

Οι ειδικότερες πληροφορίες που αφορούν την παραγωγή κάνναβης, καρπών με κέλυφος, γεωμήλων αμυλοποιίας, σπόρων προς σπορά, βαμβακιού, οπωροκηπευτικών, καθώς και την ειδική στήριξη που καλύπτεται από την ενιαία αίτηση, πρέπει να ζητούνται ταυτόχρονα με την ενιαία αίτηση ή ενδεχομένως, λόγω της φύσεως των πληροφοριών, σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Πρέπει επιπλέον να προβλεφθεί ότι οι εκτάσεις για τις οποίες δεν ζητείται ενίσχυση δηλώνονται στο έντυπο ενιαίας αίτησης. Ανάλογα με το είδος της χρήσης, μπορεί να είναι σημαντικό να παρέχονται λεπτομερείς πληροφορίες και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένες χρήσεις πρέπει να δηλώνονται χωριστά, ενώ άλλες μπορούν να δηλώνονται σε μία στήλη. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη ήδη λαμβάνουν αυτές τις πληροφορίες, πρέπει να επιτραπεί παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό.

(17)

Εξάλλου, για να είναι δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση, κάθε κράτος μέλος πρέπει να καθορίζει το ελάχιστο μέγεθος των αγροτεμαχίων που μπορούν να είναι αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης.

(18)

Για να δοθεί στους γεωργούς η μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία ως προς τον προγραμματισμό της χρήσης των εκτάσεών τους, πρέπει να τους επιτραπεί να τροποποιούν την ενιαία αίτηση μέχρι τις ημερομηνίες κατά τις οποίες κανονικά πραγματοποιείται η σπορά, υπό τον όρον ότι τηρούνται όλες οι ιδιαίτερες απαιτήσεις στο πλαίσιο των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης και ότι η αρμόδια αρχή δεν έχει ακόμη ενημερώσει τον γεωργό σχετικά με σφάλματα που περιέχονται στην ενιαία αίτηση ούτε έχει γνωστοποιήσει τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου, από τον οποίο αποκαλύπτονται σφάλματα στο τμήμα που αφορά η τροποποίηση. Κατόπιν της τροποποίησης, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να προσαρμόζονται τα αντίστοιχα δικαιολογητικά έγγραφα ή οι συμβάσεις που πρέπει να υποβληθούν.

(19)

Η εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης για αύξηση της αξίας ή τη χορήγηση δικαιωμάτων ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης είναι καίριας σημασίας για την αποτελεσματική διαχείριση. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίσουν καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή της αίτησης, η οποία δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερη της 15ης Μαΐου. Για την απλούστευση των διαδικασιών, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ότι η εν λόγω αίτηση μπορεί να υποβάλλεται ταυτόχρονα με την ενιαία αίτηση. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να επιτραπεί στην Εσθονία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία να καθορίσουν μεταγενέστερη ημερομηνία, η οποία όμως δεν πρέπει να είναι μεταγενέστερη της 15ης Ιουνίου.

(20)

Για την περίπτωση που το κράτος μέλος επιλέγει την εφαρμογή των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης για ζώα, πρέπει να προβλεφθούν κοινές διατάξεις όσον αφορά τα λεπτομερή στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στις σχετικές αιτήσεις ενίσχυσης.

(21)

Σύμφωνα με το άρθρο 117 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πριμοδοτήσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης βοοειδών μπορούν να καταβληθούν μόνο για ζώα τα οποία αναγνωρίζονται και καταγράφονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου (6). Επομένως, πρέπει να παρέχεται εγκαίρως πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες στους παραγωγούς που υποβάλλουν αιτήσεις στο πλαίσιο των αντίστοιχων καθεστώτων ενίσχυσης.

(22)

Η ενίσχυση για τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και ζαχαροκάλαμου, η χωριστή ενίσχυση για τη ζάχαρη και η χωριστή ενίσχυση για τα οπωροκηπευτικά δεν συνδέονται, εκ φύσεως, με τη γεωργική έκταση και, για τον λόγο αυτό, οι διατάξεις που αφορούν την ενιαία αίτηση δεν εφαρμόζονται στα εν λόγω καθεστώτα ενίσχυσης. Ως εκ τούτου, πρέπει να προβλεφθεί η κατάλληλη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων.

(23)

Πρέπει να καθοριστούν περαιτέρω απαιτήσεις για την αίτηση ειδικής στήριξης δυνάμει του άρθρου 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εκτός των στρεμματικών ενισχύσεων ή των ενισχύσεων για ζώα. Λόγω της πιθανής ποικιλομορφίας των μέτρων ειδικής στήριξης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υποβάλλει ο γεωργός όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας. Για πρακτικούς λόγους, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να ορίζουν για την υποβολή των δικαιολογητικών εγγράφων ημερομηνία μεταγενέστερη εκείνης που πρέπει να καθοριστεί για την υποβολή της αίτησης.

(24)

Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 68 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, δικαιούχοι δεν είναι οι γεωργοί, αλλά τα ταμεία αλληλοβοήθειας που αποζημίωσαν τους γεωργούς για τις οικονομικές απώλειες. Πρέπει να καθοριστούν ειδικές απαιτήσεις για την αίτηση παροχής στήριξης στα ταμεία αλληλοβοήθειας όσον αφορά τις αναγκαίες πληροφορίες για διαπίστωση της επιλεξιμότητάς τους για την ενίσχυση.

(25)

Πρέπει να καθοριστεί το γενικό πλαίσιο για την καθιέρωση απλουστευμένων διαδικασιών όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ των γεωργών και των αρχών των κρατών μελών. Το εν λόγω πλαίσιο πρέπει ιδίως να προβλέπει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα. Πρέπει, ωστόσο, να διασφαλίζεται ιδίως ότι τα δεδομένα που προκύπτουν με τον τρόπο αυτό είναι απολύτως αξιόπιστα και ότι οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονται χωρίς καμία διάκριση μεταξύ των γεωργών. Επιπλέον, για να απλουστευθεί η διαχείριση, τόσο για τους γεωργούς, όσο και για τις εθνικές αρχές, πρέπει οι εθνικές αρχές να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τα δικαιολογητικά έγγραφα, τα οποία χρειάζονται για την επαλήθευση της επιλεξιμότητας για ορισμένες ενισχύσεις, απευθείας από την πηγή των πληροφοριών και όχι από τον γεωργό.

(26)

Όταν οι αιτήσεις ενίσχυσης περιέχουν προφανή σφάλματα, πρέπει να μπορούν να διορθώνονται οποιαδήποτε στιγμή.

(27)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τις περιπτώσεις που η λήξη της προθεσμίας υποβολής διαφόρων αιτήσεων, εγγράφων ή τροποποιήσεων συμπίπτει με αργία, Σάββατο ή Κυριακή.

(28)

Η τήρηση των προθεσμιών για την υποβολή των αιτήσεων ενίσχυσης, για την τροποποίηση των αιτήσεων στρεμματικής ενίσχυσης και για την υποβολή δικαιολογητικών εγγράφων, συμβάσεων ή δηλώσεων είναι απαραίτητη, για να μπορούν οι εθνικές διοικήσεις να προγραμματίζουν και στη συνέχεια να διενεργούν αποτελεσματικούς ελέγχους της ορθότητας των αιτήσεων ενίσχυσης. Πρέπει επομένως να προβλεφθεί εντός ποίων χρονικών ορίων είναι αποδεκτές οι εκπρόθεσμες αιτήσεις. Επιπλέον, πρέπει να επιβάλλεται μείωση, για να ενθαρρύνονται οι γεωργοί να τηρούν τις προθεσμίες.

(29)

Η εμπρόθεσμη υποβολή των αιτήσεων για δικαιώματα ενίσχυσης από τους γεωργούς είναι ουσιαστικής σημασίας για τα κράτη μέλη προκειμένου να καθορίζονται έγκαιρα τα δικαιώματα ενίσχυσης. Η εκπρόθεσμη υποβολή των αιτήσεων αυτών, επομένως, πρέπει να επιτρέπεται μόνον εντός της ίδιας συμπληρωματικής προθεσμίας που ισχύει για την εκπρόθεσμη υποβολή όλων των αιτήσεων ενίσχυσης. Πρέπει επίσης να επιβάλλεται μείωση σε ποσοστό που να λειτουργεί αποτρεπτικά, εκτός εάν η καθυστέρηση οφείλεται σε ανώτερα βία ή σε εξαιρετικές περιστάσεις.

(30)

Οι γεωργοί πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν οποιαδήποτε στιγμή τις αιτήσεις ενίσχυσης ή μέρη αυτών, υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή δεν έχει ακόμη ενημερώσει τον γεωργό σχετικά με σφάλματα που περιέχονται στην αίτηση ενίσχυσης ούτε έχει γνωστοποιήσει τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου.

(31)

Πρέπει να παρακολουθείται αποτελεσματικά η συμμόρφωση προς τις διατάξεις για τα καθεστώτα ενίσχυσης που υπάγονται στο ολοκληρωμένο σύστημα. Για τον σκοπό αυτό και για να υπάρξει εναρμονισμένο επίπεδο παρακολούθησης σε όλα τα κράτη μέλη, είναι αναγκαίο να καθοριστούν λεπτομερώς τα κριτήρια και οι τεχνικές διαδικασίες διεξαγωγής διοικητικών και επιτόπιων ελέγχων, όσον αφορά τόσο τα κριτήρια επιλεξιμότητας που θεσπίζονται για τα καθεστώτα ενίσχυσης, όσο και τις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης. Για την παρακολούθηση είναι ουσιώδες να υπάρχει η δυνατότητα διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων. Επομένως, οι αιτήσεις πρέπει να απορρίπτονται, εάν ο γεωργός παρακωλύει τη διενέργεια των ελέγχων αυτών.

(32)

Η προαναγγελία διενέργειας επιτόπιων ελέγχων ως προς την επιλεξιμότητα ή την πολλαπλή συμμόρφωση πρέπει να επιτρέπεται μόνον όταν δεν εκθέτει τους ελέγχους σε κίνδυνο, και σε κάθε περίπτωση πρέπει να οριστούν οι κατάλληλες προθεσμίες. Επιπλέον, στις περιπτώσεις που ειδικές κατά τομείς διατάξεις για πράξεις ή πρότυπα στο πεδίο της πολλαπλής συμμόρφωσης προβλέπουν τη διενέργεια αιφνιδιαστικών επιτόπιων ελέγχων, οι διατάξεις αυτές πρέπει να τηρούνται.

(33)

Πρέπει να προβλεφθεί ότι, όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη πρέπει να συνδυάζουν τους διαφόρους ελέγχους.

(34)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις, ιδίως όσον αφορά το περιεχόμενο των διασταυρούμενων ελέγχων, με στόχο τον αποτελεσματικό εντοπισμό παρατυπιών με τους διοικητικούς ελέγχους. Οι παρατυπίες πρέπει να παρακολουθούνται περαιτέρω με την κατάλληλη διαδικασία.

(35)

Κατά τη διενέργεια των διασταυρούμενων ελέγχων ένα συχνό σφάλμα που διαπιστώνεται είναι η δήλωση έκτασης λίγο μεγαλύτερης της πραγματικής συνολικής γεωργικής έκτασης εντός του αγροτεμαχίου αναφοράς. Για λόγους απλούστευσης, όταν για ένα αγροτεμάχιο αναφοράς υποβάλλεται αίτηση ενίσχυσης από δύο ή περισσότερους γεωργούς στο πλαίσιο του ίδιου καθεστώτος ενίσχυσης και όταν η συνολική δηλούμενη έκταση υπερβαίνει τη γεωργική έκταση με διαφορά που εμπίπτει στην ανοχή που ορίζεται για τη μέτρηση των αγροτεμαχίων, πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν αναλογική μείωση των σχετικών εκτάσεων. Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι γεωργοί πρέπει να έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ένσταση κατά παρόμοιων αποφάσεων.

(36)

Όταν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και οι ενισχύσεις χορηγούνται για εκτάσεις ή ζώα, είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται το ποσοστό ελέγχων που ισχύει και για τις άλλες στρεμματικές ενισχύσεις ή ενισχύσεις για ζώα. Για τα άλλα μέτρα ειδικής στήριξης οι δικαιούχοι πρέπει να θεωρούνται χωριστός πληθυσμός και να υποβάλλονται σε ειδικό ελάχιστο ποσοστό ελέγχων.

(37)

Πρέπει να καθοριστεί ο ελάχιστος αριθμός γεωργών που θα ελέγχεται επιτόπου στο πλαίσιο των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης. Για την περίπτωση που τα κράτη μέλη επιλέγουν να εφαρμόσουν τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων για ζώα, πρέπει να προβλεφθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση με βάση την εκμετάλλευση όσον αφορά τους γεωργούς που υποβάλλουν αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων αυτών.

(38)

Η διαπίστωση σημαντικών παρατυπιών και περιπτώσεων μη συμμόρφωσης πρέπει να συνεπάγεται αύξηση του επιπέδου των επιτόπιων ελέγχων στη διάρκεια του τρέχοντος ή/και του επομένου έτους, για να επιτευχθεί αποδεκτό επίπεδο βεβαιότητας όσον αφορά την ορθότητα των σχετικών αιτήσεων ενίσχυσης. Η διεύρυνση του δείγματος, όταν πρόκειται για την πολλαπλή συμμόρφωση, πρέπει να γίνεται με γνώμονα τις σχετικές πράξεις ή πρότυπα.

(39)

Οι επιτόπιοι έλεγχοι των γεωργών που υποβάλλουν αιτήσεις ενίσχυσης δεν χρειάζεται να διενεργούνται απαραίτητα σε κάθε μεμονωμένο ζώο ή αγροτεμάχιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι δειγματοληπτικά. Εντούτοις, όπου αυτό επιτρέπεται, το δείγμα πρέπει να διευρύνεται σε βαθμό που εγγυάται αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό επίπεδο βεβαιότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις το δείγμα πιθανόν να χρειάζεται να επεκταθεί σε πλήρη έλεγχο. Τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν τα κριτήρια επιλογής του δείγματος που θα ελεγχθεί.

(40)

Το δείγμα του ελάχιστου ποσοστού επιτόπιων ελέγχων πρέπει να καθορίζεται εν μέρει βάσει ανάλυσης κινδύνων και εν μέρει τυχαία. Η αρμόδια αρχή πρέπει να καθορίζει τους παράγοντες κινδύνου, δεδομένου ότι είναι σε θέση να επιλέγει καλύτερα τους κατάλληλους παράγοντες κινδύνου. Για να είναι η ανάλυση κινδύνων πρόσφορη και αποτελεσματική, η αποτελεσματικότητά της πρέπει να αξιολογείται και να αναθεωρείται σε ετήσια βάση, λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα κάθε παράγοντα κινδύνου - με σύγκριση των αποτελεσμάτων των δειγμάτων που επιλέγονται τυχαία και εκείνων που επιλέγονται βάσει ανάλυσης κινδύνων - και την ιδιαίτερη κατάσταση στα κράτη μέλη.

(41)

Προκειμένου να διενεργούνται αποτελεσματικοί επιτόπιοι έλεγχοι, είναι σημαντικό να ενημερώνεται το προσωπικό που διενεργεί τους ελέγχους για τον λόγο της επιλογής του επιτόπιου ελέγχου. Τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν αρχεία με τις σχετικές πληροφορίες.

(42)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι σημαντικό να διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι πριν από τη λήψη του συνόλου των αιτήσεων και, επομένως, πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε μερική επιλογή του δείγματος ελέγχου πριν από τη λήξη της περιόδου υποβολής αιτήσεων.

(43)

Για να είναι σε θέση οι εθνικές αρχές, καθώς και κάθε αρμόδια κοινοτική αρχή, να παρακολουθούν τους διενεργούμενους επιτόπιους ελέγχους, πρέπει να συντάσσεται έκθεση ελέγχου, η οποία περιλαμβάνει τις λεπτομέρειες των ελέγχων. Στον γεωργό ή στον αντιπρόσωπό του πρέπει να δίνεται η δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση. Εντούτοις, σε περίπτωση επιτόπιων ελέγχων με τηλεπισκόπηση, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να παρέχουν το δικαίωμα αυτό μόνον όταν ο έλεγχος αποκαλύπτει παρατυπίες. Ανεξάρτητα από το είδος του διενεργούμενου επιτόπιου ελέγχου, εάν διαπιστωθούν παρατυπίες, ο γεωργός πρέπει να λαμβάνει αντίγραφο της έκθεσης.

(44)

Για να εξασφαλίζεται η ορθή παρακολούθηση, οι επιτόπιοι έλεγχοι για καθεστώτα βασιζόμενα στην έκταση πρέπει να καλύπτουν όλα τα δηλωθέντα αγροτεμάχια. Ωστόσο, για λόγους απλούστευσης, πρέπει να επιτραπεί να περιορίζεται ο πραγματικός προσδιορισμός της έκτασης των αγροτεμαχίων σε δείγμα που να αντιστοιχεί στο 50 % των αγροτεμαχίων. Εντούτοις, το δείγμα πρέπει να είναι αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό, να αυξάνεται δε σε περίπτωση ανωμαλιών. Τα αποτελέσματα του δείγματος πρέπει να ανάγονται με παρεκβολή στον υπόλοιπο πληθυσμό. Είναι σκόπιμο να οριστεί ότι για τους σκοπούς των επιτόπιων ελέγχων τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν ορισμένα τεχνικά εργαλεία.

(45)

Πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις για τον προσδιορισμό των εκτάσεων και για τις μεθόδους μέτρησης, ώστε να εξασφαλίζεται ακρίβεια μέτρησης ισοδύναμη με την απαιτούμενη από τα τεχνικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί σε κοινοτικό επίπεδο.

(46)

Η πείρα έχει αποδείξει ότι, σε σχέση με τον προσδιορισμό της έκτασης των αγροτεμαχίων που είναι επιλέξιμη για στρεμματικές ενισχύσεις, είναι αναγκαίο να καθοριστεί το αποδεκτό πλάτος ορισμένων στοιχείων των αγρών, όπως φράκτες, τάφροι ή τοιχία. Λαμβανομένων υπόψη συγκεκριμένων περιβαλλοντικών αναγκών, πρέπει να προβλεφθεί ορισμένος βαθμός ευελιξίας εντός των ορίων που έχουν ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των περιφερειακών αποδόσεων.

(47)

Πρέπει να καθοριστεί υπό ποιες προϋποθέσεις τα αγροτεμάχια στα οποία υπάρχουν δέντρα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμα για τα καθεστώτα στρεμματικής ενίσχυσης. Είναι σκόπιμο επίσης να θεσπιστεί διάταξη σχετικά με τη διοικητική διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση κοινής χρήσης εκτάσεων.

(48)

Πρέπει να καθοριστούν οι όροι χρήσης της τηλεπισκόπησης για επιτόπιους ελέγχους και να προβλεφθεί η διενέργεια φυσικών ελέγχων σε περιπτώσεις που από τη φωτοερμηνεία δεν προκύπτουν σαφή αποτελέσματα. Λόγω π.χ. των καιρικών συνθηκών, ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες οι συμπληρωματικοί έλεγχοι που πρέπει να διενεργηθούν κατόπιν αύξησης του ποσοστού των επιτόπιων ελέγχων δεν μπορούν πλέον να διεξαχθούν με τηλεπισκόπηση. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να διενεργούνται με παραδοσιακά μέσα.

(49)

Στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, οι γεωργοί που διαθέτουν ειδικά δικαιώματα μπορούν να λάβουν στήριξη, εάν πληρούν την προϋπόθεση ορισμένης δραστηριότητας. Για την αποτελεσματική επαλήθευση της εκπλήρωσης της προϋπόθεσης αυτής, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν διαδικασίες για επιτόπιους ελέγχους των γεωργών που διαθέτουν ειδικά δικαιώματα.

(50)

Λόγω των ιδιαιτεροτήτων του καθεστώτος ενίσχυσης για τους σπόρους προς σπορά, το βαμβάκι και τη ζάχαρη, σύμφωνα με τα τμήματα 5, 6 και 7 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις ελέγχου.

(51)

Το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ορίζει ότι, για να είναι οι ποικιλίες κάνναβης επιλέξιμες για άμεσες ενισχύσεις, η περιεκτικότητά τους σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 0,2 %. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, πρέπει να θεσπιστεί το σύστημα που θα χρησιμοποιείται από τα κράτη μέλη για την επαλήθευση της περιεκτικότητας της κάνναβης σε THC.

(52)

Επιπλέον, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί το χρονικό διάστημα, στη διάρκεια του οποίου η κάνναβη που καλλιεργείται για την παραγωγή ινών δεν επιτρέπεται να συγκομιστεί μετά την ανθοφορία, ώστε να είναι δυνατή η αποτελεσματική εκπλήρωση των υποχρεώσεων ελέγχου που προβλέπονται για την εν λόγω καλλιέργεια.

(53)

Για την περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιλέγει την εφαρμογή των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης για ζώα, πρέπει να καθοριστούν ο χρόνος και το ελάχιστο περιεχόμενο των επιτόπιων ελέγχων, όταν υποβάλλεται αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων αυτών. Για να ελέγχεται αποτελεσματικά η ορθότητα των δηλώσεων που περιέχονται στις αιτήσεις ενίσχυσης και των ανακοινώσεων στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή, είναι ουσιώδους σημασίας να διεξάγεται το μεγαλύτερο μέρος αυτών των επιτόπιων ελέγχων, ενόσω τα ζώα βρίσκονται ακόμη στην εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής.

(54)

Δεδομένου ότι, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιλέγει την εφαρμογή των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης για βοοειδή, η ορθή αναγνώριση και καταγραφή των βοοειδών είναι προϋπόθεση επιλεξιμότητας σύμφωνα με το άρθρο 117 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η κοινοτική ενίσχυση χορηγείται μόνο για βοοειδή που έχουν αναγνωριστεί και καταγραφεί ορθά. Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει επίσης να διενεργούνται και για τα βοοειδή για τα οποία δεν έχει ακόμη υποβληθεί αίτηση, αλλά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης, διότι, λόγω της διαμόρφωσης ορισμένων από τα καθεστώτα ενίσχυσης βοοειδών, σε πολλές περιπτώσεις υποβάλλονται αιτήσεις ενίσχυσης για τα εν λόγω ζώα μόνο μετά την αναχώρησή τους από την εκμετάλλευση.

(55)

Για τα αιγοπρόβατα, οι επιτόπιοι έλεγχοι πρέπει ιδίως να καλύπτουν την τήρηση της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής και την ορθότητα των καταχωρίσεων στο μητρώο.

(56)

Για την περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιλέγει την εφαρμογή της πριμοδότησης σφαγής, πρέπει να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στα σφαγεία, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο τα ζώα για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης είναι επιλέξιμα και κατά πόσο οι πληροφορίες που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων είναι ορθές. Πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν δύο διαφορετικές βάσεις για την επιλογή των σφαγείων που θα υποβληθούν στους ελέγχους αυτούς.

(57)

Όσον αφορά την πριμοδότηση σφαγής που χορηγείται μετά την εξαγωγή των βοοειδών, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις παράλληλα με τις κοινοτικές διατάξεις ελέγχου που αφορούν τις εξαγωγές εν γένει, λόγω των διαφορών που υφίστανται όσον αφορά τους σκοπούς των ελέγχων.

(58)

Έχουν θεσπιστεί ειδικές διατάξεις ελέγχου βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2003 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2003, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) όσον αφορά τους ελάχιστους διενεργητέους ελέγχους στο πλαίσιο του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών. Όταν διενεργούνται έλεγχοι βάσει του εν λόγω κανονισμού, τα αποτελέσματα πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση ελέγχου που συντάσσεται για τους σκοπούς του ολοκληρωμένου συστήματος.

(59)

Επιπλέον, είναι ανάγκη να θεσπιστούν διατάξεις σχετικές με την έκθεση ελέγχου στις περιπτώσεις διενέργειας επιτόπιων ελέγχων στα σφαγεία ή στις περιπτώσεις που η πριμοδότηση χορηγείται μετά την εξαγωγή. Για λόγους συνοχής, πρέπει επίσης να προβλεφθεί ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Τίτλου Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των αιγοπροβάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και των οδηγιών 92/102/ΕΟΚ και 64/432/ΕΟΚ (8), αντίγραφα των εκθέσεων ελέγχου πρέπει να διαβιβάζονται στις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών.

(60)

Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη δυνατότητα παροχής της ειδικής στήριξης που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πρέπει να εφαρμόζονται, στο μέτρο του δυνατού, οι διατάξεις ελέγχου που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό. Εάν η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων δεν είναι δυνατή, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ισοδύναμο επίπεδο ελέγχου. Πρέπει να θεσπιστούν ειδικές απαιτήσεις για τον έλεγχο των αιτήσεων ενίσχυσης που υποβάλλονται από ταμεία αλληλοβοήθειας και των επενδύσεων.

(61)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 73/2009 θεσπίζει υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης για τους γεωργούς που λαμβάνουν ενισχύσεις στο πλαίσιο όλων των καθεστώτων άμεσων ενισχύσεων, τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού, και προβλέπει ένα σύστημα μειώσεων και αποκλεισμών στις περιπτώσεις που δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις αυτές. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται και στις ενισχύσεις δυνάμει των άρθρων 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007. Πρέπει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες του εν λόγω συστήματος.

(62)

Πρέπει να καθοριστεί λεπτομερώς ποιες αρχές των κρατών μελών διενεργούν ελέγχους ως προς τις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης.

(63)

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι χρήσιμο για τα κράτη μέλη να διενεργούν διοικητικούς ελέγχους ως προς τις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης. Ωστόσο, αυτό το ελεγκτικό εργαλείο δεν πρέπει να καταστεί υποχρεωτικό για τα κράτη μέλη.

(64)

Πρέπει να καθοριστεί το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων τήρησης των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης. Το εν λόγω ποσοστό ελέγχων πρέπει να οριστεί σε 1 % των γεωργών που υπέχουν υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης και εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας κάθε ελεγκτικής αρχής, οι οποίοι επιλέγονται βάσει της ενδεδειγμένης ανάλυσης κινδύνου.

(65)

Πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιλέγουν να καλύψουν το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων στο επίπεδο κάθε αρμόδιας ελεγκτικής αρχής, στο επίπεδο του οργανισμού πληρωμών ή στο επίπεδο πράξης ή προτύπου ή ομάδας πράξεων ή προτύπων.

(66)

Στην περίπτωση που οι ειδικές νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν για τις πράξεις και τα πρότυπα ορίζουν ελάχιστα ποσοστά ελέγχων, τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν αυτά τα ποσοστά. Ωστόσο, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ενιαίο ποσοστό ελέγχων για τους επιτόπιους ελέγχους που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση. Εάν τα κράτη μέλη επιλέξουν τη δυνατότητα αυτή, κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης που διαπιστώνεται κατά τη διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων δυνάμει της νομοθεσίας για τον συγκεκριμένο τομέα πρέπει να αναφέρεται και να ακολουθείται από τις ενδεδειγμένες ενέργειες στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης.

(67)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 73/2009 έχουν θεσπιστεί διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η αρμόδια αρχή οφείλει σε ορισμένες περιπτώσεις να παρακολουθεί αν οι γεωργοί έχουν λάβει επανορθωτικά μέτρα. Για να αποφευχθεί η αποδυνάμωση του συστήματος ελέγχου, ιδίως όσον αφορά τις δειγματοληψίες για τους επιτόπιους ελέγχους που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση, πρέπει να διευκρινισθεί ότι οι εν λόγω περιπτώσεις παρακολούθησης δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ελάχιστου δείγματος ελέγχου.

(68)

Το δείγμα ελέγχων για την πολλαπλή συμμόρφωση πρέπει να σχηματίζεται είτε με βάση τα δείγματα γεωργών που επιλέγονται για επιτόπιο έλεγχο σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας είτε από τον συνολικό πληθυσμό των γεωργών που υποβάλλουν αιτήσεις για άμεσες ενισχύσεις. Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να επιτρέπονται ορισμένες επιμέρους επιλογές.

(69)

Η δειγματοληψία για τους επιτόπιους ελέγχους που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση μπορεί να βελτιωθεί, εάν επιτραπεί να λαμβάνεται υπόψη στην ανάλυση κινδύνου η συμμετοχή των γεωργών στο σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, καθώς και η συμμετοχή των γεωργών στα σχετικά συστήματα πιστοποίησης. Ωστόσο, όταν η συμμετοχή λαμβάνεται υπόψη, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι γεωργοί που συμμετέχουν στα συστήματα αυτά αντιπροσωπεύουν μικρότερο κίνδυνο από τους γεωργούς οι οποίοι δεν συμμετέχουν σε αυτά.

(70)

Για τους επιτόπιους ελέγχους της πολλαπλής συμμόρφωσης είναι κατά κανόνα αναγκαίες πολλές επισκέψεις στην ίδια γεωργική εκμετάλλευση. Για να μειωθεί ο φόρτος των ελέγχων τόσο για τους γεωργούς, όσο και για τις διοικήσεις, οι έλεγχοι μπορούν να περιορίζονται μόνο σε μια επίσκεψη ελέγχου. Πρέπει να αποσαφηνιστεί ο χρόνος της επίσκεψης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους διενεργείται αντιπροσωπευτικός και αποτελεσματικός έλεγχος της τήρησης των απαιτήσεων και προτύπων.

(71)

Για να απλουστευθούν οι επιτόπιοι έλεγχοι που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση και να αξιοποιηθούν καλύτερα οι υφιστάμενες ελεγκτικές δυνατότητες, πρέπει να προβλεφθεί η αντικατάσταση των ελέγχων σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης από διοικητικούς ελέγχους ή από ελέγχους σε επίπεδο επιχειρήσεων, εφόσον η αποτελεσματικότητα των ελέγχων είναι τουλάχιστον ίση με αυτή που επιτυγχάνεται όταν διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι.

(72)

Τα κράτη μέλη πρέπει περαιτέρω να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν αντικειμενικούς δείκτες, εξειδικευμένους για ορισμένες απαιτήσεις ή πρότυπα, κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση. Ωστόσο, οι δείκτες αυτοί πρέπει να συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις ή τα πρότυπα που αντιπροσωπεύουν και να καλύπτουν όλα τα υπό έλεγχο στοιχεία.

(73)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τη σύνταξη λεπτομερών και ειδικών εκθέσεων ελέγχου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση. Οι ειδικευμένοι ελεγκτές πεδίου πρέπει να αναφέρουν τις διαπιστώσεις αλλά και τον βαθμό σοβαρότητας των διαπιστώσεων, ώστε να μπορεί ο οργανισμός πληρωμών να καθορίσει τις σχετικές μειώσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, να αποφασίσει τον αποκλεισμό από τη λήψη άμεσων ενισχύσεων.

(74)

Οι γεωργοί πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με κάθε πιθανή μη συμμόρφωση που διαπιστώνεται κατόπιν επιτόπιου ελέγχου. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να παρέχεται στους γεωργούς η εν λόγω πληροφορία. Ωστόσο, η υπέρβαση της προθεσμίας δεν πρέπει να παρέχει στους συγκεκριμένους γεωργούς το δικαίωμα να αποφεύγουν τις συνέπειες που θα συνεπαγόταν διαφορετικά η μη συμμόρφωση που διαπιστώθηκε.

(75)

Οι μειώσεις και αποκλεισμοί πρέπει να καθορίζονται, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και τα ειδικά προβλήματα που συνδέονται με περιπτώσεις ανωτέρας βίας καθώς και με έκτακτα και φυσικά περιστατικά. Στην περίπτωση των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, μειώσεις και αποκλεισμοί μπορούν να επιβληθούν μόνο όταν ο γεωργός έχει ενεργήσει από αμέλεια ή από πρόθεση. Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί πρέπει να κλιμακώνονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας παρατυπίας και να φθάνουν μέχρι τον πλήρη αποκλεισμό από ένα ή περισσότερα καθεστώτα ενισχύσεων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Πρέπει επίσης, όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας, να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης.

(76)

Για να μπορούν τα κράτη μέλη να διενεργούν αποτελεσματικά τους ελέγχους, και ιδίως τους ελέγχους τήρησης των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, οι γεωργοί πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, να δηλώνουν όλες τις εκτάσεις που έχουν στη διάθεσή τους, είτε ζητούν ενίσχυση για τις εκτάσεις αυτές είτε όχι. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ένας μηχανισμός που θα εξασφαλίζει την τήρηση της υποχρέωσης αυτής από τους γεωργούς.

(77)

Για τον προσδιορισμό των εκτάσεων και τον υπολογισμό των μειώσεων, είναι αναγκαίο να οριστούν οι εκτάσεις που ανήκουν στην ίδια ομάδα καλλιεργειών. Μια έκταση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη περισσότερες φορές, εάν δηλώνεται για ενίσχυση στο πλαίσιο περισσοτέρων του ενός καθεστώτων ενίσχυσης.

(78)

Η καταβολή της στήριξης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης απαιτεί ίσο αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης και επιλέξιμων εκταρίων. Για την εφαρμογή του καθεστώτος αυτού, επομένως, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των δηλούμενων δικαιωμάτων ενίσχυσης και της δηλούμενης έκτασης, ως βάση για τον υπολογισμό της ενίσχυσης πρέπει να λαμβάνεται το μικρότερο μέγεθος. Για να αποφεύγεται ο υπολογισμός με βάση ανύπαρκτα δικαιώματα, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο αριθμός των δικαιωμάτων ενίσχυσης που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό δεν πρέπει να υπερβαίνει τον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που έχει στη διάθεσή του ο γεωργός.

(79)

Όσον αφορά τις αιτήσεις στρεμματικών ενισχύσεων, οι παρατυπίες αφορούν συνήθως τμήματα εκτάσεων. Η δήλωση έκτασης μεγαλύτερης της πραγματικής σε σχέση με ένα αγροτεμάχιο μπορεί, επομένως, να συμψηφιστεί με τη δήλωση εκτάσεων μικρότερων των πραγματικών για άλλα αγροτεμάχια της ίδιας ομάδας καλλιεργειών. Πρέπει να προβλεφθεί ότι, εντός ορισμένου περιθωρίου ανοχής, οι αιτήσεις ενίσχυσης απλώς προσαρμόζονται στην έκταση που προσδιορίζεται πραγματικά και οι μειώσεις αρχίζουν να εφαρμόζονται, μόνο εφόσον υπάρξει υπέρβαση του εν λόγω περιθωρίου.

(80)

Επιπλέον, όσον αφορά τις αιτήσεις για στρεμματικές ενισχύσεις, οι διαφορές μεταξύ της συνολικής έκτασης που δηλώνεται στην αίτηση και της συνολικής έκτασης που προσδιορίζεται ως επιλέξιμη είναι συχνά αμελητέες. Για να αποφεύγονται οι πολλές μικρές αναπροσαρμογές των αιτήσεων, πρέπει να προβλεφθεί ότι προσαρμογή της αίτησης ενίσχυσης στην προσδιορισθείσα έκταση γίνεται μόνο σε περίπτωση υπέρβασης ενός ορισμένου επιπέδου διαφοράς.

(81)

Είναι αναγκαίες ειδικές διατάξεις, για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των αιτήσεων ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης για τα γεώμηλα αμυλοποιίας, τους σπόρους προς σπορά και το βαμβάκι.

(82)

Στην περίπτωση εκ προθέσεως δήλωσης εκτάσεων μεγαλύτερων από τις πραγματικές, πρέπει να εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες σχετικά με τις μειώσεις.

(83)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις εφαρμογής σχετικά με τη βάση υπολογισμού των πριμοδοτήσεων για ζώα.

(84)

Πρέπει να επιτραπεί στους γεωργούς να αντικαθιστούν τα βοοειδή και τα αιγοπρόβατα υπό ορισμένους όρους και εντός των ορίων που επιτρέπουν οι ισχύοντες κατά τομέα κανόνες.

(85)

Όσον αφορά τις αιτήσεις ενισχύσεων για ζώα, οι παρατυπίες οδηγούν σε άρση της επιλεξιμότητας των σχετικών ζώων. Πρέπει να προβλέπονται μειώσεις από το πρώτο ζώο σχετικά με το οποίο διαπιστώνονται παρατυπίες αλλά, ανεξάρτητα από το επίπεδο της μείωσης, πρέπει να επιβάλλεται λιγότερο αυστηρή κύρωση σε περίπτωση που διαπιστώνονται παρατυπίες σε σχέση με τρία ή λιγότερα ζώα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η αυστηρότητα της κύρωσης πρέπει να εξαρτάται από το ποσοστό των ζώων σχετικά με τα οποία διαπιστώνονται παρατυπίες.

(86)

Όσον αφορά τα αιγοπρόβατα, πρέπει να θεσπιστούν ορισμένες ειδικές διατάξεις λόγω των ιδιαιτεροτήτων του τομέα.

(87)

Εάν, λόγω φυσικών περιστατικών, ο γεωργός δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ως προς την υποχρεωτική κατοχή βάσει των τομεακών κανόνων, δεν πρέπει να επιβάλλονται μειώσεις και αποκλεισμοί.

(88)

Για την περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιλέγει την εφαρμογή της πριμοδότησης σφαγής, λόγω της σημασίας των σφαγείων για την ορθή λειτουργία ορισμένων καθεστώτων ενίσχυσης για βοοειδή, πρέπει επίσης να υπάρξει πρόβλεψη για τις περιπτώσεις που τα σφαγεία εκδίδουν εσφαλμένα πιστοποιητικά ή δηλώσεις από βαριά αμέλεια ή από πρόθεση.

(89)

Στην περίπτωση που η ειδική στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 παρέχεται με τη μορφή στρεμματικής ενίσχυσης ή ενίσχυσης για ζώα, πρέπει να εφαρμόζονται αναλόγως, στο μέτρο του δυνατού, οι διατάξεις για μειώσεις και αποκλεισμούς που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό. Για τις λοιπές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ισοδύναμες μειώσεις και αποκλεισμούς για κάθε μέτρο που υπάγεται στην ειδική στήριξη.

(90)

Οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων της πολλαπλής συμμόρφωσης πρέπει να διατίθενται σε όλους τους οργανισμούς πληρωμών που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση των διάφορων ενισχύσεων οι οποίες υπόκεινται σε απαιτήσεις πολλαπλής συμμόρφωσης, ώστε όταν δικαιολογείται από τις διαπιστώσεις, να επιβάλλονται οι κατάλληλες μειώσεις.

(91)

Επιπλέον, όταν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη δυνατότητα να μην επιβάλει μείωση για ήσσονος σημασίας περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή να μην επιβάλει μειώσεις ύψους ίσου ή κατώτερου των 100 ευρώ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για τις περιπτώσεις που οι γεωργοί παραλείπουν να λάβουν τα απαιτούμενα επανορθωτικά μέτρα.

(92)

Όσον αφορά τις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης, εκτός από την κλιμάκωση των μειώσεων ή αποκλεισμών με βάση την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να προβλεφθεί ότι, από μια συγκεκριμένη στιγμή, οι επανειλημμένες παραβάσεις της ίδιας υποχρέωσης πολλαπλής συμμόρφωσης πρέπει, μετά από προειδοποίηση του γεωργού, να αντιμετωπίζονται ως εκ προθέσεως μη συμμόρφωση.

(93)

Κατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να επιβάλλονται μειώσεις ή αποκλεισμοί σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας στις περιπτώσεις που ο γεωργός έχει υποβάλει ορθές πληροφορίες από την άποψη των πραγματικών στοιχείων ή μπορεί να αποδείξει με άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητά του.

(94)

Οι γεωργοί που ενημερώνουν οποτεδήποτε τις αρμόδιες εθνικές αρχές για εσφαλμένες αιτήσεις ενισχύσεων δεν πρέπει να υπόκεινται σε μειώσεις ή αποκλεισμούς, ανεξάρτητα από τον λόγο του σφάλματος, υπό τον όρο ότι ο γεωργός δεν έχει ενημερωθεί για την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο και ότι η αρχή δεν έχει ήδη πληροφορήσει τον γεωργό σχετικά με παρατυπία που έχει διαπιστωθεί στην αίτηση.

(95)

Το ίδιο πρέπει να ισχύει σε σχέση με εσφαλμένα δεδομένα που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων, τόσο για τα βοοειδή που αποτελούν αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης, για τα οποία οι παρατυπίες όχι μόνο συνιστούν αθέτηση μιας υποχρέωσης πολλαπλής συμμόρφωσης, αλλά και παράβαση ενός κριτηρίου επιλεξιμότητας, όσο και για τα βοοειδή που δεν αποτελούν αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης, όταν οι εν λόγω παρατυπίες έχουν σημασία μόνο στο πλαίσιο των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης.

(96)

Το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ορίζει περιπτώσεις ανωτέρας βίας και εξαιρετικές περιστάσεις που πρέπει να αναγνωρίζονται από τα κράτη μέλη. Εάν, συνεπεία παρόμοιων περιπτώσεων, ο γεωργός δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, πρέπει να διατηρεί το δικαίωμά του στην καταβολή της ενίσχυσης. Πρέπει όμως να οριστεί προθεσμία, εντός της οποίας ο γεωργός πρέπει να γνωστοποιεί τη συνδρομή των περιπτώσεων αυτών.

(97)

Η διαχείριση μικρών ποσών επιβαρύνει το έργο των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να μην πληρώνουν ποσά ενισχύσεων που είναι κατώτερα από ένα ορισμένο ελάχιστο όριο.

(98)

Πρέπει να θεσπιστούν ειδικές και λεπτομερείς διατάξεις, για να διασφαλιστεί η δίκαιη εφαρμογή των διαφόρων μειώσεων που επιβάλλονται σε σχέση με μία ή περισσότερες αιτήσεις ενίσχυσης του ίδιου γεωργού. Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να θίγουν τις πρόσθετες κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας.

(99)

Πρέπει να προσδιοριστεί η σειρά υπολογισμού των διαφόρων ενδεχόμενων μειώσεων για κάθε καθεστώς στήριξης. Για να διασφαλιστεί η τήρηση των διαφόρων δημοσιονομικών ανωτάτων ορίων που καθορίζονται για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης, πρέπει ιδίως να προβλεφθεί ότι οι ενισχύσεις μειώνονται κατά ένα συντελεστή, στις περιπτώσεις που διαφορετικά θα σημειωνόταν υπέρβαση των ανώτατων ορίων.

(100)

Τα άρθρα 7, 10 και 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 προβλέπουν μειώσεις και, ενδεχομένως, αναπροσαρμογές του συνολικού ποσού άμεσων ενισχύσεων που χορηγείται σε ένα γεωργό για ένα ημερολογιακό έτος, λόγω διαφοροποίησης και δημοσιονομικής πειθαρχίας αντιστοίχως. Οι εκτελεστικές διατάξεις πρέπει να προβλέπουν τη βάση υπολογισμού των εν λόγω μειώσεων και αναπροσαρμογών κατά τη διαδικασία υπολογισμού του ποσού των ενισχύσεων που θα καταβληθούν στους γεωργούς.

(101)

Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή, σε όλη την Κοινότητα, της αρχής της καλής πίστης στην περίπτωση ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, πρέπει να θεσπιστούν οι όροι υπό τους οποίους είναι δυνατή η επίκληση της αρχής αυτής, με την επιφύλαξη της αντιμετώπισης των σχετικών δαπανών στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (9).

(102)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για το ενδεχόμενο γεωργός να έχει λάβει αδικαιολόγητα ορισμένα δικαιώματα ενίσχυσης ή η αξία καθενός από τα δικαιώματα ενίσχυσης να έχει καθοριστεί σε εσφαλμένο ύψος, η δε περίπτωση να μην καλύπτεται από το άρθρο 137 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα δεν επηρεάζουν τη συνολική αξία, αλλά μόνο τον αριθμό των δικαιωμάτων του γεωργού, τα κράτη μέλη πρέπει να διορθώνουν τον αριθμό ή, ενδεχομένως, τον τύπο των δικαιωμάτων, χωρίς να μειώνουν την αξία τους. Η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν ο γεωργός δεν είναι ευλόγως δυνατό να εντοπίσει το σφάλμα. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα ενίσχυσης αντιστοιχούν σε πολύ μικρά ποσά και απαιτείται ουσιαστικός διοικητικός φόρτος για την ανάκτηση αυτών των δικαιωμάτων. Για λόγους απλούστευσης και εξισορρόπησης του διοικητικού φόρτου και του προς ανάκτηση ποσού, πρέπει να καθοριστεί ελάχιστο ποσό για την ενεργοποίηση της διαδικασίας ανάκτησης. Επιπλέον, πρέπει να ρυθμιστεί η περίπτωση που τα εν λόγω δικαιώματα ενίσχυσης έχουν μεταβιβασθεί και η περίπτωση που έχουν επέλθει μεταβιβάσεις δικαιωμάτων ενίσχυσης χωρίς να έχουν τηρηθεί το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 ή το άρθρο 43, το άρθρο 62 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 68 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

(103)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τις συνέπειες της μεταβίβασης ολόκληρων εκμεταλλεύσεων οι οποίες βαρύνονται με ορισμένες υποχρεώσεις σύμφωνα με τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων που υπάγονται στο ολοκληρωμένο σύστημα.

(104)

Κατά γενικό κανόνα, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν περαιτέρω μέτρα απαραίτητα για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου. Εφόσον είναι αναγκαίο, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή.

(105)

Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται, κατά περίπτωση, για τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την τροποποίηση του τρόπου εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος. Για να μπορεί η Επιτροπή να παρακολουθεί αποτελεσματικά το ολοκληρωμένο σύστημα, τα κράτη μέλη πρέπει να της διαβιβάζουν ετήσιες στατιστικές ελέγχου. Τα κράτη μέλη πρέπει, επιπλέον, να ενημερώνουν την Επιτροπή για τα μέτρα που λαμβάνουν σχετικά με τη διατήρηση εκτάσεων ως μόνιμων βοσκοτόπων, καθώς και για κάθε μείωση που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

(106)

Το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 θεσπίζει κανόνες σχετικά με τα ποσά που προκύπτουν από τη διαφοροποίηση. Ένα μέρος των ποσών πρέπει να κατανέμεται σύμφωνα με κλείδα κατανομής, για την οποία πρέπει να θεσπιστούν κανόνες βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο.

(107)

Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2010. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004 πρέπει να καταργηθεί από την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδότησης με ημερομηνία έναρξης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2010.

(108)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Διαχειριστικής Επιτροπής για την Κοινή Οργάνωση των Γεωργικών Αγορών και της Επιτροπής Διαχείρισης Άμεσων Ενισχύσεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΜΕΡΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (στο εξής «το ολοκληρωμένο σύστημα»), που θεσπίστηκαν με το κεφάλαιο 4 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, καθώς και της εφαρμογής της πολλαπλής συμμόρφωσης που προβλέπεται στα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που περιέχουν οι κανονισμοί που καλύπτουν τα μεμονωμένα καθεστώτα ενισχύσεων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Επίσης, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)

«αγροτεμάχιο»: μια συνεχής έκταση γης, η οποία δηλώνεται από ένα γεωργό και η οποία δεν καλύπτει περισσότερες από μία και μόνη ομάδα καλλιεργειών· εντούτοις, όταν στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού απαιτείται χωριστή δήλωση της χρήσης μιας έκτασης η οποία αποτελεί μέρος μιας ομάδας καλλιεργειών, η ειδική αυτή χρήση περιορίζει περαιτέρω, εάν κρίνεται αναγκαίο, το αγροτεμάχιο· τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν συμπληρωματικά κριτήρια για την περαιτέρω οριοθέτηση ενός αγροτεμαχίου·

(2)

«μόνιμος βοσκότοπος»: ο μόνιμος βοσκότοπος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1120/2009 (10)·

(3)

«σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών»: το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(4)

«ενώτιο»: το ενώτιο για την ατομική αναγνώριση των ζώων, το οποίο αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 3 και στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(5)

«ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή»: η ηλεκτρονική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο στοιχείο β) του άρθρου 3 και στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(6)

«διαβατήριο ζώου»: το διαβατήριο ζώου που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του άρθρου 3 και στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(7)

«μητρώο»: το μητρώο που τηρείται από τους κατόχους των ζώων σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 ή με το στοιχείο δ) του άρθρου 3 και το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(8)

«στοιχεία του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών»: τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(9)

«κωδικός αναγνώρισης»: ο κωδικός αναγνώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000·

(10)

«παρατυπίες»: οποιαδήποτε περίπτωση μη τήρησης των κανόνων που αφορούν τη χορήγηση της συγκεκριμένης ενίσχυσης·

(11)

«ενιαία αίτηση»: η αίτηση για άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης και των άλλων καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης·

(12)

«καθεστώτα στρεμματικών ενισχύσεων»: το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, οι στρεμματικές ενισχύσεις στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης και όλα τα καθεστώτα ενίσχυσης που θεσπίστηκαν δυνάμει των τίτλων IV και V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εκτός εκείνων που θεσπίστηκαν δυνάμει των τμημάτων 7, 10 και 11 του εν λόγω τίτλου IV, της χωριστής ενίσχυσης για τη ζάχαρη που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 126 του εν λόγω κανονισμού και της χωριστής ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 127 του εν λόγω κανονισμού·

(13)

«αίτηση ενίσχυσης για ζώα»: οι αιτήσεις για την καταβολή ενισχύσεων στο πλαίσιο του καθεστώτος πριμοδοτήσεων αιγοπροβάτων και των καθεστώτων ενισχύσεων βοείου κρέατος που προβλέπονται στα τμήματα 10 και 11, αντιστοίχως, του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, καθώς και ενισχύσεων κατά κεφαλή ή ανά μονάδα ζώντων ζώων στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης·

(14)

«ειδική στήριξη»: η στήριξη που αναφέρεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(15)

«χρήση»: η χρήση έκτασης από την άποψη του είδους της καλλιέργειας ή της φυτικής κάλυψης ή η απουσία καλλιέργειας·

(16)

«καθεστώτα ενισχύσεων για τα βοοειδή»: τα καθεστώτα ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 108 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(17)

«καθεστώς ενισχύσεων για τα αιγοπρόβατα»: το καθεστώς ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(18)

«βοοειδή για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση»: τα βοοειδή που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων ενίσχυσης για ζώα στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων για τα βοοειδή ή στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης·

(19)

«βοοειδή για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση»: τα βοοειδή τα οποία δεν έχουν αποτελέσει ακόμη αντικείμενο αίτησης ενισχύσεων για ζώα, αλλά είναι δυνητικά επιλέξιμα για ενίσχυση στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων για τα βοοειδή·

(20)

«δυνητικά επιλέξιμο ζώο»: ζώο το οποίο καταρχήν πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας για ενίσχυση κατά το εξεταζόμενο έτος υποβολής αιτήσεων·

(21)

«περίοδος υποχρεωτικής κατοχής»: η περίοδος κατά την οποία ένα ζώο που αποτελεί αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης πρέπει να παραμένει στην εκμετάλλευση, όπως προβλέπεται στις ακόλουθες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009 (11):

α)

άρθρα 53 και 57, σχετικά με την ειδική πριμοδότηση για αρσενικά βοοειδή·

β)

άρθρο 61, σχετικά με την πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες·

γ)

άρθρο 80, σχετικά με την πριμοδότηση σφαγής·

δ)

άρθρο 35 παράγραφος 3, σχετικά με τις ενισχύσεις που καταβάλλονται για τα αιγοπρόβατα·

(22)

«κάτοχος ζώων»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για ζώα είτε σε μόνιμη είτε σε προσωρινή βάση, καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή στην αγορά·

(23)

«προσδιορισθείσα έκταση»: η έκταση για την οποία έχουν εκπληρωθεί όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στους κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης· στην περίπτωση του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, η δηλωθείσα έκταση μπορεί να θεωρηθεί προσδιορισθείσα, μόνον εάν πράγματι συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης·

(24)

«προσδιορισμένο ζώο»: το ζώο για το οποίο έχουν εκπληρωθεί όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στους κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης·

(25)

«περίοδος πριμοδότησης»: η περίοδος την οποία αφορούν οι αιτήσεις ενίσχυσης, ανεξάρτητα από τη στιγμή της υποβολής τους·

(26)

«Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών» (στο εξής καλούμενο «ΣΓΠ»): οι τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(27)

«αγροτεμάχιο αναφοράς»: μια γεωγραφικά οριοθετημένη έκταση, η οποία φέρει ενιαία στοιχεία αναγνώρισης, όπως έχουν καταγραφεί στο ΣΓΠ, του συστήματος αναγνώρισης του κράτους μέλους, που αναφέρεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(28)

«γεωγραφικό υλικό»: οι χάρτες ή άλλα έγγραφα που χρησιμοποιούνται για την ανακοίνωση του περιεχομένου του ΣΓΠ μεταξύ των αιτούντων ενίσχυση και των κρατών μελών·

(29)

«εθνικό σύστημα συντεταγμένων αναφοράς»: σύστημα που ορίζεται στην οδηγία 2007/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και επιτρέπει την τυποποιημένη μέτρηση και την ενιαία αναγνώριση των αγροτεμαχίων σε ολόκληρο το συγκεκριμένο κράτος μέλος·

(30)

«οργανισμός πληρωμών»: οι αρχές και οι οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005·

(31)

«πολλαπλή συμμόρφωση»: οι κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης και η καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(32)

«τομείς πολλαπλής συμμόρφωσης»: οι διάφοροι τομείς των κανονιστικών απαιτήσεων διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και η καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού·

(33)

«πράξη»: καθεμία από τις επιμέρους οδηγίες και κανονισμούς που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

(34)

«πρότυπα»: τα πρότυπα που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και το παράρτημα III αυτού, καθώς και οι υποχρεώσεις σε σχέση με τους μόνιμους βοσκότοπους, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού·

(35)

«απαίτηση»: όπου χρησιμοποιείται ο όρος αυτός στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, κάθε μεμονωμένη κανονιστική απαίτηση διαχείρισης, η οποία απορρέει από οποιοδήποτε από τα άρθρα μιας συγκεκριμένης πράξης που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και διαφέρει επί της ουσίας από κάθε άλλη απαίτηση της ίδιας πράξης·

(36)

«μη συμμόρφωση»: οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα·

(37)

«εξειδικευμένοι ελεγκτικοί οργανισμοί»: οι εθνικές αρμόδιες ελεγκτικές αρχές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 48 του παρόντος κανονισμού και είναι υπεύθυνες, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις διαχείρισης και την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση·

(38)

«από την καταβολή της ενίσχυσης»: για την εφαρμογή των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης που προβλέπονται στα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο χορηγήθηκε η πρώτη ενίσχυση.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΜΟΝΙΜΩΝ ΒΟΣΚΟΤΟΠΩΝ

Άρθρο 3

Διατήρηση γης ως μόνιμου βοσκοτόπου σε επίπεδο κράτους μέλους

1.   Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της εν λόγω διάταξης, τη διατήρηση της αναλογίας της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο σε σχέση με τη συνολική γεωργική έκταση. Η υποχρέωση αυτή ισχύει σε εθνικό ή σε περιφερειακό επίπεδο.

Ωστόσο, στην περίπτωση που διατηρείται σε απόλυτους όρους η έκταση που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο, καθοριζόμενη σύμφωνα με τις παραγράφους 4 στοιχείο α), 5 στοιχείο α), 6 στοιχείο α) και 7 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η υποχρέωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 θεωρείται ότι έχει τηρηθεί.

2.   Για την εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αναλογία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν μειώνεται εις βάρος της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10 % σε σχέση με την αναλογία για το οικείο έτος αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού (στο εξής καλούμενη «αναλογία αναφοράς»).

3.   Η αναλογία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται κάθε έτος με βάση τις εκτάσεις που δηλώνουν οι γεωργοί για το συγκεκριμένο έτος.

4.   Για τα λοιπά κράτη μέλη πλην των νέων κρατών μελών, η αναλογία αναφοράς καθορίζεται ως εξής:

α)

η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων είναι η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που είχε δηλωθεί από τους γεωργούς το 2003 συν την έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που δηλώθηκε το 2005 σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2003 και που δεν είχε δηλωθεί για άλλη χρήση εκτός από χορτολιβαδική έκταση το 2003, εκτός εάν ο γεωργός μπορεί να αποδείξει ότι η έκταση αυτή δεν αποτελούσε μόνιμο βοσκότοπο το 2004.

Οι εκτάσεις που δηλώθηκαν το 2005 ως μόνιμοι βοσκότοποι και ήσαν το 2003 επιλέξιμες για τη στρεμματική ενίσχυση αροτραίων καλλιεργειών σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 του Συμβουλίου (13) δεν λαμβάνονται υπόψη.

Οι εκτάσεις που ήσαν μόνιμοι βοσκότοποι το 2003 και έχουν δασωθεί σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 δεν λαμβάνονται υπόψη·

β)

η συνολική γεωργική έκταση είναι η συνολική γεωργική έκταση που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2005.

5.   Για τα νέα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν εφαρμόσει για το έτος 2004 το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 143β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, η αναλογία αναφοράς καθορίζεται ως εξής:

α)

η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων είναι η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που είχε δηλωθεί από τους γεωργούς το 2004 συν την έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που δηλώθηκε το 2005 σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004 και που δεν είχε δηλωθεί για άλλη χρήση εκτός από χορτολιβαδική έκταση το 2004, εκτός εάν ο γεωργός μπορεί να αποδείξει ότι η έκταση αυτή δεν αποτελούσε μόνιμο βοσκότοπο το 2004.

Οι εκτάσεις που δηλώθηκαν το 2005 ως μόνιμοι βοσκότοποι και ήσαν το 2004 επιλέξιμες για τη στρεμματική ενίσχυση αροτραίων καλλιεργειών σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 δεν λαμβάνονται υπόψη.

Οι εκτάσεις που ήσαν μόνιμοι βοσκότοποι το 2004 και έχουν δασωθεί σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 δεν λαμβάνονται υπόψη·

β)

η συνολική γεωργική έκταση είναι η συνολική γεωργική έκταση που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2005.

6.   Για τα νέα κράτη μέλη τα οποία έχουν εφαρμόσει για το έτος 2004 το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 143β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, η αναλογία αναφοράς καθορίζεται ως εξής:

α)

η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων είναι η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2005 σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004.

Οι εκτάσεις που ήσαν μόνιμοι βοσκότοποι το 2005 και έχουν δασωθεί σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 δεν λαμβάνονται υπόψη·

β)

η συνολική γεωργική έκταση είναι η συνολική γεωργική έκταση που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2005.

7.   Για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, η αναλογία αναφοράς καθορίζεται ως εξής:

α)

η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων είναι η έκταση των μόνιμων βοσκοτόπων που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2007 σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004.

Οι εκτάσεις που ήσαν μόνιμοι βοσκότοποι το 2005 και έχουν δασωθεί σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 δεν λαμβάνονται υπόψη·

β)

η συνολική γεωργική έκταση είναι η συνολική γεωργική έκταση που δηλώθηκε από τους γεωργούς το 2007.

8.   Στην περίπτωση που αποδεικνύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων ότι η εξέλιξη της αναλογίας δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εξέλιξη των εκτάσεων που αποτελούν μόνιμο βοσκότοπο, τα κράτη μέλη αναπροσαρμόζουν την αναλογία αναφοράς. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για την αναπροσαρμογή και για την αιτιολογία της.

Άρθρο 4

Διατήρηση γης ως μόνιμου βοσκοτόπου σε ατομικό επίπεδο

1.   Εάν διαπιστωθεί ότι η αναλογία που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού μειώνεται, το αντίστοιχο κράτος μέλος επιβάλλει, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, την υποχρέωση στους γεωργούς που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης, στο πλαίσιο οποιουδήποτε από τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, να μην αλλάζουν τη χρήση της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο χωρίς προηγούμενη άδεια.

Εάν η άδεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο χορηγείται υπό τον όρο να χαρακτηριστεί μια έκταση ως μόνιμος βοσκότοπος, η έκταση αυτή, από την πρώτη ημέρα της μετατροπής, θεωρείται μόνιμος βοσκότοπος, κατά παρέκκλιση του ορισμού του άρθρου 2 σημείο 2. Οι εκτάσεις αυτές χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών επί πέντε συναπτά έτη από την ημερομηνία της μετατροπής.

2.   Εάν διαπιστωθεί ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η τήρηση της υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, το αντίστοιχο κράτος μέλος, πέραν των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλει, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, την υποχρέωση στους γεωργούς που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης, στο πλαίσιο οποιουδήποτε από τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, και οι οποίοι διαθέτουν γη που μετατράπηκε από μόνιμο βοσκότοπο σε γη για άλλες χρήσεις, να μετατρέπουν τη γη και πάλι σε μόνιμο βοσκότοπο.

Η υποχρέωση αυτή ισχύει όσον αφορά τη γη που άλλαξε χρήση από την ημερομηνία έναρξης της 24μηνης περιόδου που προηγείται της καταληκτικής ημερομηνίας, κατά την οποία έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο οι ενιαίες αιτήσεις στο αντίστοιχο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Στην περίπτωση αυτή, οι γεωργοί μετατρέπουν και πάλι ένα ποσοστό της εν λόγω έκτασης σε μόνιμο βοσκότοπο ή χαρακτηρίζουν την έκταση αυτή ως γη που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο. Το εν λόγω ποσοστό υπολογίζεται με βάση την έκταση που έχει αλλάξει χρήση από τον γεωργό και την έκταση που χρειάζεται για να αποκατασταθεί η ισορροπία.

Ωστόσο, εάν η εν λόγω γη αποτέλεσε αντικείμενο μεταβίβασης μετά τη μετατροπή της σε γη για άλλες χρήσεις, η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνο εάν η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 σημείο 2, οι εκτάσεις που μετατρέπονται και πάλι σε μόνιμο βοσκότοπο ή χαρακτηρίζονται ως γη που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο θεωρούνται «μόνιμοι βοσκότοποι» από την πρώτη ημέρα της νέας μετατροπής ή του χαρακτηρισμού τους. Οι εκτάσεις αυτές χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών επί πέντε συναπτά έτη από την ημερομηνία της μετατροπής τους.

3.   Η προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 και 2 υποχρέωση των γεωργών δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που οι γεωργοί έχουν δημιουργήσει μόνιμους βοσκοτόπους στο πλαίσιο προγραμμάτων σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 2078/92 του Συμβουλίου (14), (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου (15) και (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (16).

ΜΕΡΟΣ II

ΤΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής

Άρθρο 5

Προσδιορισμός της ταυτότητας των γεωργών

Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, το ενιαίο σύστημα καταγραφής της ταυτότητας κάθε γεωργού που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του εν λόγω κανονισμού, εξασφαλίζει ενιαίο προσδιορισμό της ταυτότητας σε σχέση με όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης που υποβάλλει ο ίδιος γεωργός.

Άρθρο 6

Αναγνώριση αγροτεμαχίων

1.   Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων που αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 λειτουργεί σε επίπεδο αγροτεμαχίου αναφοράς, όπως είναι το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο ή το γεωτεμάχιο καλλιέργειας, το οποίο εξασφαλίζει ενιαία αναγνώριση κάθε αγροτεμαχίου αναφοράς.

Για κάθε αγροτεμάχιο αναφοράς, προσδιορίζεται η μέγιστη επιλέξιμη έκταση για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης ή του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης. Το ΣΓΠ λειτουργεί βάσει εθνικού συστήματος συντεταγμένων αναφοράς. Όταν χρησιμοποιούνται διαφορετικά συστήματα συντεταγμένων, πρέπει να είναι συμβατά στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αξιόπιστη αναγνώριση των αγροτεμαχίων και απαιτούν ιδίως να συνοδεύεται η ενιαία αίτηση από τα στοιχεία ή τα έγγραφα που έχει καθορίσει η αρμόδια αρχή και που επιτρέπουν τον εντοπισμό και τη μέτρηση κάθε αγροτεμαχίου.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όσον αφορά το 75 % τουλάχιστον των αγροτεμαχίων αναφοράς που αποτελούν αντικείμενο αίτησης ενίσχυσης, τουλάχιστον το 90 % της αντίστοιχης έκτασης είναι επιλέξιμο σύμφωνα με το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης ή το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης. Η εκτίμηση γίνεται σε ετήσια βάση με χρησιμοποίηση των κατάλληλων στατιστικών μεθόδων.

Άρθρο 7

Προσδιορισμός και καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης

1.   Το σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής των δικαιωμάτων ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 είναι ηλεκτρονικό μητρώο σε επίπεδο κράτους μέλους και, ιδίως όσον αφορά τους διασταυρούμενους ελέγχους που προβλέπονται στο άρθρο 28 του παρόντος κανονισμού, εξασφαλίζει ουσιαστική ιχνηλασιμότητα των δικαιωμάτων ενίσχυσης, ιδίως ως προς τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

δικαιούχο

β)

αξία

γ)

ημερομηνία σύστασης

δ)

ημερομηνία τελευταίας ενεργοποίησης

ε)

προέλευση, ιδίως όσον αφορά τη χορήγησή τους, αρχική ή από το εθνικό απόθεμα, αγορά, μίσθωση, κληρονομική διαδοχή

στ)

είδος δικαιωμάτων, και ιδίως ειδικά δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και δικαιώματα που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009

ζ)

ενδεχομένως, περιφερειακούς περιορισμούς.

2.   Τα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν περισσότεροι του ενός οργανισμοί πληρωμών, μπορούν να αποφασίσουν να λειτουργεί το ηλεκτρονικό μητρώο σε επίπεδο οργανισμού πληρωμών. Στην περίπτωση αυτή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα διάφορα μητρώα είναι συμβατά μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Πολλαπλή συμμόρφωση

Άρθρο 8

Σύστημα ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης

1.   Τα κράτη μέλη καθιερώνουν σύστημα που εγγυάται τον αποτελεσματικό έλεγχο τήρησης των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης. Το σύστημα αυτό, σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου ΙΙΙ του παρόντος μέρους, προβλέπει ιδίως τα εξής:

α)

εάν η αρμόδια ελεγκτική αρχή δεν είναι ο οργανισμός πληρωμών, τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με τους γεωργούς που υποβάλλουν αίτηση για άμεσες ενισχύσεις από τον οργανισμό πληρωμών στους εξειδικευμένους ελεγκτικούς οργανισμούς ή/και, κατά περίπτωση, μέσω της συντονιστικής αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

β)

τις μεθόδους που θα εφαρμόζονται για την επιλογή των δειγμάτων προς έλεγχο·

γ)

ενδείξεις ως προς το είδος και την έκταση των ελέγχων που θα διενεργούνται·

δ)

εκθέσεις ελέγχου που περιέχουν ιδίως κάθε διαπιστωθείσα περίπτωση μη συμμόρφωσης και αξιολόγηση της σοβαρότητάς της, της έκτασης, του διαρκούς χαρακτήρα και της επανάληψής της·

ε)

εάν η αρμόδια ελεγκτική αρχή δεν είναι ο οργανισμός πληρωμών, τη διαβίβαση των εκθέσεων ελέγχου από τους εξειδικευμένους ελεγκτικούς οργανισμούς είτε στον οργανισμό πληρωμών είτε στη συντονιστική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή και στους δύο·

στ)

την εφαρμογή του συστήματος μειώσεων και αποκλεισμών από τον οργανισμό πληρωμών.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν διαδικασία, σύμφωνα με την οποία ο γεωργός αναφέρει στον οργανισμό πληρωμών τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων και των προτύπων που έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του.

Άρθρο 9

Καταβολή ενίσχυσης σε σχέση με τους ελέγχους της πολλαπλής συμμόρφωσης

Όσον αφορά τους ελέγχους της πολλαπλής συμμόρφωσης που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου ΙΙΙ του παρόντος μέρους, εάν οι έλεγχοι αυτοί δεν μπορούν να ολοκληρωθούν πριν από την καταβολή της ενίσχυσης, η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 80.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Ενιαία αίτηση

Άρθρο 10

Γενικές διατάξεις σχετικές με την ενιαία αίτηση

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι όλες οι αιτήσεις ενίσχυσης βάσει των τίτλων ΙΙΙ και IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 καλύπτονται από την ενιαία αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, τα κεφάλαια ΙΙ έως V του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία όσον αφορά τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί για τις αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων αυτών.

2.   Εάν περισσότεροι του ενός οργανισμοί πληρωμών είναι αρμόδιοι ως προς τον ίδιο γεωργό για τη διαχείριση των καθεστώτων ενίσχυσης που υπόκεινται στην υποβολή ενιαίας αίτησης, το αντίστοιχο κράτος μέλος λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα, ώστε οι πληροφορίες που ζητούνται στην ενιαία αίτηση να τίθενται στη διάθεση όλων των εμπλεκομένων οργανισμών πληρωμών.

Άρθρο 11

Ημερομηνία υποβολής της ενιαίας αίτησης

1.   Ο γεωργός που ζητεί ενίσχυση στο πλαίσιο οποιουδήποτε από τα καθεστώτα στρεμματικής ενίσχυσης μπορεί να υποβάλλει μόνο μία ενιαία αίτηση κατ’ έτος.

Ο γεωργός που δεν ζητεί ενίσχυση στο πλαίσιο καθεστώτος στρεμματικής ενίσχυσης, αλλά ζητεί ενίσχυση στο πλαίσιο άλλου καθεστώτος ενίσχυσης που απαριθμείται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή στήριξη δυνάμει των άρθρων 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, υποβάλλει, εάν έχει στη διάθεσή του γεωργική έκταση, έντυπο ενιαίας αίτησης, στο οποίο απαριθμεί τις εκτάσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού.

Ο γεωργός που υπέχει μόνο υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 υποβάλλει έντυπο ενιαίας αίτησης για κάθε ημερολογιακό έτος κατά το οποίο ισχύουν οι εν λόγω υποχρεώσεις.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τους γεωργούς από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο και το τρίτο εδάφιο, στις περιπτώσεις που οι σχετικές πληροφορίες τίθενται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών στο πλαίσιο άλλων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου που εγγυώνται συμβατότητα με το ολοκληρωμένο σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

2.   Η ενιαία αίτηση υποβάλλεται μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται από τα κράτη μέλη, το αργότερο όμως την 15η Μαΐου. Ωστόσο, η Εσθονία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Φινλανδία και η Σουηδία μπορούν να καθορίσουν μεταγενέστερη ημερομηνία, όχι όμως πέραν της 15ης Ιουνίου.

Κατά τον καθορισμό της εν λόγω ημερομηνίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το διάστημα που απαιτείται ώστε να είναι διαθέσιμα όλα τα σημαντικά στοιχεία για την ορθή διοικητική και δημοσιονομική διαχείριση της ενίσχυσης και εξασφαλίζουν ότι μπορούν να προγραμματιστούν αποτελεσματικοί έλεγχοι.

Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 141 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, μπορεί να επιτραπεί να μετατεθούν οι ημερομηνίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε ορισμένες περιοχές, όπου οι εξαιρετικές κλιματικές συνθήκες καθιστούν ανεφάρμοστες τις κανονικές ημερομηνίες.

Άρθρο 12

Περιεχόμενο της ενιαίας αίτησης

1.   Η ενιαία αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ειδικότερα:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του γεωργού·

β)

τα σχετικά καθεστώτα ενίσχυσης (ένα ή περισσότερα)·

γ)

τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης σύμφωνα με το σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 7 για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης·

δ)

τα στοιχεία που επιτρέπουν την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης, την έκτασή τους εκφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων, τη θέση τους και, ανάλογα με την περίπτωση, τη χρήση τους και το κατά πόσον πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο·

ε)

δήλωση του γεωργού ότι γνωρίζει τους όρους που ισχύουν για τα εν λόγω καθεστώτα ενίσχυσης.

2.   Για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), στα προεκτυπωμένα έντυπα που διανέμονται στους γεωργούς σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 αναγράφονται τα δικαιώματα ενίσχυσης σύμφωνα με το σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού.

3.   Για την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), στα προεκτυπωμένα έντυπα που διανέμονται στους γεωργούς σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 αναγράφεται η μέγιστη επιλέξιμη έκταση ανά αγροτεμάχιο αναφοράς για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης ή του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης. Επιπλέον, στο γεωγραφικό υλικό που παρέχεται στον γεωργό σύμφωνα με την ίδια διάταξη εμφαίνονται τα όρια των αγροτεμαχίων αναφοράς και τα ενιαία στοιχεία αναγνώρισής τους, ο δε γεωργός αναφέρει τη θέση κάθε αγροτεμαχίου.

4.   Κατά την υποβολή του εντύπου της αίτησης, ο γεωργός διορθώνει το προεκτυπωμένο έντυπο που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, εάν έχουν επέλθει μεταβολές, και ιδίως μεταβιβάσεις δικαιωμάτων ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, ή εάν οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο προεκτυπωμένο έντυπο είναι ανακριβείς.

Εάν η διόρθωση αφορά την έκταση του αγροτεμαχίου αναφοράς, ο γεωργός αναφέρει την επικαιροποιημένη έκταση κάθε σχετικού αγροτεμαχίου και, εάν χρειάζεται, τα νέα όρια του αγροτεμαχίου αναφοράς.

5.   Για το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 13 σχετικά με τα δικαιώματα ενίσχυσης, εάν αυτά δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οριστικά κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της ενιαίας αίτησης.

Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται επίσης σε σχέση με το πρώτο έτος κατά το οποίο εντάσσονται νέοι τομείς στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης και τα δικαιώματα ενίσχυσης δεν έχουν ακόμη καθοριστεί οριστικά για τους γεωργούς τους οποίους αφορά η εν λόγω ένταξη.

Άρθρο 13

Ειδικές απαιτήσεις σχετικές με την ενιαία αίτηση και δηλώσεις που αφορούν ιδιαίτερες χρήσεις εκτάσεων

1.   Στην περίπτωση που ο γεωργός προτίθεται να παραγάγει κάνναβη σύμφωνα με το άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η ενιαία αίτηση περιέχει:

α)

όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αναγνώριση των αγροτεμαχίων που είναι σπαρμένα με κάνναβη, καθώς και μνεία των ποικιλιών σπόρου που χρησιμοποιήθηκαν·

β)

στοιχεία σχετικά με τις χρησιμοποιηθείσες ποσότητες σπόρων (kg ανά εκτάριο)·

γ)

τις επίσημες ετικέτες που είχαν επικολληθεί στις συσκευασίες των σπόρων σύμφωνα με την οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου (17), και ιδίως με το άρθρο 12 αυτής, ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αναγνωρίζεται ως ισοδύναμο από το κράτος μέλος.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, στις περιπτώσεις που η σπορά πραγματοποιείται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της ενιαίας αίτησης, οι ετικέτες υποβάλλονται μέχρι τις 30 Ιουνίου το αργότερο. Στις περιπτώσεις που οι ετικέτες πρέπει να υποβληθούν και σε άλλες εθνικές αρχές, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την επιστροφή αυτών των ετικετών στον γεωργό μετά την υποβολή τους σύμφωνα με το εν λόγω στοιχείο. Οι επιστρεφόμενες ετικέτες πρέπει να φέρουν ένδειξη της χρησιμοποίησής τους σε αίτηση.

2.   Σε περίπτωση αίτησης για τη στρεμματική ενίσχυση για καρπούς με κέλυφος που προβλέπεται στο τμήμα 4 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η ενιαία αίτηση περιέχει τον αριθμό των καρυόκαρπων δένδρων ανά είδος.

3.   Σε περίπτωση αίτησης για την ενίσχυση για γεώμηλα αμυλοποιίας που προβλέπεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η ενιαία αίτηση περιέχει αντίγραφο της σύμβασης καλλιέργειας· ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το εν λόγω αντίγραφο μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 30ή Ιουνίου.

4.   Σε περίπτωση αίτησης για την ενίσχυση σπόρων προς σπορά που προβλέπεται στο τμήμα 5 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η ενιαία αίτηση περιέχει:

α)

αντίγραφο της σύμβασης καλλιέργειας ή δήλωσης καλλιέργειας· ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το εν λόγω αντίγραφο μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 15η Σεπτεμβρίου·

β)

μνεία των ειδών σπόρων προς σπορά που έχουν σπαρεί σε κάθε αγροτεμάχιο·

γ)

μνεία της ποσότητας πιστοποιημένων σπόρων που παράγεται, εκφρασμένη σε εκατόκιλα με ακρίβεια ενός δεκαδικού ψηφίου· ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η πληροφορία αυτή μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 15η Ιουνίου του έτους που έπεται της συγκομιδής·

δ)

αντίγραφο των δικαιολογητικών εγγράφων που αποδεικνύουν ότι οι αναφερόμενες ποσότητες σπόρων προς σπορά έχουν πιστοποιηθεί επίσημα· ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η πληροφορία αυτή μπορεί να υποβληθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 15η Ιουνίου του έτους που έπεται της συγκομιδής.

5.   Σε περίπτωση αίτησης για την ειδική ενίσχυση καλλιέργειας για το βαμβάκι που προβλέπεται στο τμήμα 6 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η ενιαία αίτηση περιέχει:

α)

το όνομα της ποικιλίας του χρησιμοποιούμενου βαμβακόσπορου·

β)

ενδεχομένως, το όνομα και τη διεύθυνση της εγκεκριμένης διεπαγγελματικής οργάνωσης της οποίας ο γεωργός είναι μέλος.

6.   Σε περίπτωση αίτησης για τις μεταβατικές ενισχύσεις για οπωροκηπευτικά που προβλέπονται στο τμήμα 8 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή αίτησης για τη μεταβατική ενίσχυση για τα κόκκινα φρούτα που προβλέπεται στο τμήμα 9 του ίδιου κεφαλαίου, η ενιαία αίτηση περιέχει αντίγραφο της σύμβασης μεταποίησης ή της δέσμευσης προμήθειας δυνάμει του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να υποβληθούν χωριστά σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 1η Δεκεμβρίου του έτους υποβολής της αίτησης.

7.   Σε περίπτωση αίτησης για οποιοδήποτε μέτρο βάσει της έκτασης στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης, η ενιαία αίτηση περιέχει κάθε έγγραφο που απαιτεί το κράτος μέλος.

8.   Οι χρήσεις εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 και στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και εκείνες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού ή οι εκτάσεις που δηλώνονται για την ειδική στήριξη που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, όταν οι εν λόγω εκτάσεις δεν πρέπει να δηλωθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δηλώνονται σε χωριστή στήλη στο έντυπο ενιαίας αίτησης.

Οι χρήσεις εκτάσεων που δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς των καθεστώτων ενίσχυσης που προβλέπονται στους τίτλους ΙΙΙ, IV και V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, ούτε απαριθμούνται στο παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού, δηλώνονται σε μία ή περισσότερες στήλες για «λοιπές χρήσεις».

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζονται, στις περιπτώσεις που οι σχετικές πληροφορίες τίθενται στη διάθεση των αρμοδίων αρχών στο πλαίσιο άλλων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου που εγγυώνται συμβατότητα με το ολοκληρωμένο σύστημα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

9.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει το ελάχιστο μέγεθος των αγροτεμαχίων για τα οποία μπορεί να υποβληθεί αίτηση. Ωστόσο, το ελάχιστο μέγεθος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 0,3 εκτάρια.

Άρθρο 14

Τροποποιήσεις της ενιαίας αίτησης

1.   Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της ενιαίας αίτησης, μπορούν να προστεθούν στην ενιαία αίτηση μεμονωμένα αγροτεμάχια ή μεμονωμένα δικαιώματα ενίσχυσης, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα συγκεκριμένα καθεστώτα ενίσχυσης.

Υπό τους ίδιους όρους μπορούν να γίνουν τροποποιήσεις σχετικά με τη χρήση ή το καθεστώς ενίσχυσης για μεμονωμένα αγροτεμάχια ή σχετικά με τα δικαιώματα ενίσχυσης που έχουν ήδη δηλωθεί στην ενιαία αίτηση.

Εάν οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο έχουν επίπτωση στα δικαιολογητικά έγγραφα ή συμβάσεις που πρέπει ενδεχομένως να υποβληθούν, επιτρέπονται επίσης οι συναφείς τροποποιήσεις στα εν λόγω έγγραφα ή συμβάσεις.

2.   Με την επιφύλαξη των ημερομηνιών που καθορίζουν η Εσθονία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Φινλανδία ή η Σουηδία για την υποβολή της ενιαίας αίτησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 παράγραφος 2, οι τροποποιήσεις που επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή εγγράφως, το αργότερο έως την 31η Μαΐου του σχετικού ημερολογιακού έτους, στην περίπτωση δε της Εσθονίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, έως την 15η Ιουνίου του σχετικού ημερολογιακού έτους.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ενημερώσει τον γεωργό για παρατυπίες στην ενιαία αίτηση ή εάν έχει ειδοποιήσει τον γεωργό για την πρόθεσή της να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο και ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος αποκαλύψει παρατυπίες, τροποποιήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπονται για τα αγροτεμάχια που αφορούν οι παρατυπίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αιτήσεις για δικαιώματα ενίσχυσης

Άρθρο 15

Χορήγηση ή αύξηση δικαιωμάτων ενίσχυσης

1.   Οι αιτήσεις για τη χορήγηση ή, κατά περίπτωση, την αύξηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης υποβάλλονται μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται από τα κράτη μέλη, το αργότερο όμως την 15η Μαΐου, κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, ένταξης της συνδεδεμένης στήριξης, εφαρμογής των άρθρων 46 έως 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή κατά τα έτη εφαρμογής του άρθρου 41, του άρθρου 57 ή του άρθρου 68 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του ίδιου κανονισμού. Ωστόσο, η Εσθονία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Φινλανδία και η Σουηδία μπορούν να καθορίσουν μεταγενέστερη ημερομηνία, όχι όμως πέραν της 15ης Ιουνίου.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η αίτηση χορήγησης δικαιωμάτων ενίσχυσης υποβάλλεται ταυτόχρονα με την αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Αιτήσεις ενίσχυσης για ζώα

Άρθρο 16

Απαιτήσεις σχετικές με τις αιτήσεις ενίσχυσης για ζώα

1.   Η αίτηση ενίσχυσης για ζώα περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ειδικότερα:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του γεωργού·

β)

παραπομπή στην ενιαία αίτηση, εάν αυτή έχει ήδη υποβληθεί·

γ)

τον αριθμό των ζώων κάθε είδους για τα οποία ζητείται ενίσχυση και, για τα βοοειδή, τον κωδικό αναγνώρισης των ζώων·

δ)

κατά περίπτωση, τη δέσμευση του γεωργού να διατηρήσει τα ζώα που αναφέρονται στο στοιχείο γ) στην εκμετάλλευσή του κατά την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον ή τους τόπους κατοχής των ζώων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών περιόδων·

ε)

κατά περίπτωση, το ατομικό όριο ή το ατομικό ανώτατο όριο για τα εν λόγω ζώα·

στ)

κατά περίπτωση, την ατομική ποσότητα αναφοράς γάλακτος την οποία διαθέτει ο παραγωγός την 31η Μαρτίου ή, εάν το οικείο κράτος μέλος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 85 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009, την 1η Απριλίου του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους· στην περίπτωση που η ποσότητα αυτή δεν είναι γνωστή κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, γνωστοποιείται με την πρώτη ευκαιρία στην αρμόδια αρχή·

ζ)

δήλωση του γεωργού ότι γνωρίζει τους όρους χορήγησης της συγκεκριμένης ενίσχυσης.

Εάν το ζώο μετακινηθεί σε άλλο τόπο κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής, ο γεωργός υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως την αρμόδια αρχή εκ των προτέρων, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται η παροχή της πληροφορίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή προσφέρει όντως το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των καθεστώτων ενίσχυσης και ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στη βάση δεδομένων αρκούν για τον προσδιορισμό του τόπου όπου βρίσκονται τα ζώα.

2.   Τα κράτη μέλη εγγυώνται σε κάθε κάτοχο ζώων το δικαίωμα να λαμβάνει από την αρμόδια αρχή δίχως περιορισμό, σε εύλογα διαστήματα και χωρίς υπερβολική καθυστέρηση, πληροφορίες για τα δεδομένα που αφορούν τον ίδιο και τα ζώα του και περιλαμβάνονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή. Κατά την υποβολή της αίτησης ενίσχυσής του, ο γεωργός δηλώνει ότι τα δεδομένα αυτά είναι ορθά και πλήρη ή διορθώνει τα εσφαλμένα και προσθέτει τα ελλείποντα δεδομένα.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι ορισμένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση ενίσχυσης, στην περίπτωση που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στην αρμόδια αρχή.

Τα κράτη μέλη μπορούν ειδικότερα να καθιερώσουν διαδικασίες, βάσει των οποίων τα δεδομένα που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αίτηση ενίσχυσης, υπό τον όρο ότι η ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή προσφέρει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να συνίστανται σε ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο γεωργός μπορεί να υποβάλλει αίτηση ενίσχυσης για όλα τα ζώα, τα οποία, κατά την ημερομηνία που καθορίζει το κράτος μέλος, πληρούν τις προϋποθέσεις ενίσχυσης βάσει των δεδομένων που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, για να εξασφαλίσουν ότι:

α)

σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο καθεστώς ενίσχυσης, οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης των περιόδων υποχρεωτικής κατοχής είναι σαφώς προσδιορισμένες και γνωστές στο γεωργό·

β)

ο γεωργός γνωρίζει ότι τα δυνητικά επιλέξιμα ζώα, για τα οποία διαπιστώνεται εσφαλμένη ταυτοποίηση ή καταγραφή στο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών, θεωρούνται ζώα για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες κατά το άρθρο 65 του παρόντος κανονισμού.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ορισμένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν ή πρέπει να διαβιβάζονται μέσω ενός ή περισσοτέρων οργανισμών που είναι εγκεκριμένοι από αυτά. Ωστόσο, ο γεωργός είναι πάντοτε υπεύθυνος για τα στοιχεία που διαβιβάζονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ενίσχυση για τους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου, χωριστή ενίσχυση για τη ζάχαρη και χωριστή ενίσχυση για τα οπωροκηπευτικά

Άρθρο 17

Απαιτήσεις σχετικά με τις αιτήσεις ενίσχυσης για τους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου, χωριστής ενίσχυσης για τη ζάχαρη και χωριστής ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά

1.   Οι γεωργοί που υποβάλλουν αίτηση χορήγησης της ενίσχυσης για τους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου που προβλέπεται στο τμήμα 7 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, της χωριστής ενίσχυσης για τη ζάχαρη που προβλέπεται στο άρθρο 126 του ίδιου κανονισμού ή της χωριστής ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά που προβλέπεται στο άρθρο 127 του ίδιου κανονισμού συμπεριλαμβάνουν στην αίτηση ενίσχυσης όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για ενίσχυση και ιδίως:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του γεωργού·

β)

δήλωση του γεωργού ότι γνωρίζει τους όρους χορήγησης της συγκεκριμένης ενίσχυσης.

Οι αιτήσεις χορήγησης της ενίσχυσης στους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου περιλαμβάνουν επίσης αντίγραφο της σύμβασης παράδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

2.   Οι αιτήσεις ενίσχυσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλονται μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται από τα κράτη μέλη, το αργότερο όμως την 15η Μαΐου και, στην περίπτωση της Εσθονίας, της Λεττονίας και της Λιθουανίας, την 15η Ιουνίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το αντίγραφο της σύμβασης παράδοσης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 μπορεί να υποβληθεί χωριστά σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το αργότερο όμως την 1η Δεκεμβρίου του έτους υποβολής της αίτησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Αιτήσεις παροχής ειδικής στήριξης, εκτός των στρεμματικών ενισχύσεων ή των ενισχύσεων για ζώα

Άρθρο 18

Απαιτήσεις σχετικές με τις αιτήσεις παροχής ειδικής στήριξης, εκτός των στρεμματικών ενισχύσεων ή των ενισχύσεων για ζώα

1.   Οι γεωργοί που υποβάλλουν αίτηση παροχής ειδικής στήριξης που δεν καλύπτεται από τις αιτήσεις των κεφαλαίων Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του παρόντος τίτλου, συμπεριλαμβάνουν στην αίτηση ενίσχυσης όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για ενίσχυση και ιδίως:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του γεωργού·

β)

δήλωση του γεωργού ότι γνωρίζει τους όρους χορήγησης της συγκεκριμένης ενίσχυσης·

γ)

κατά περίπτωση, τα δικαιολογητικά έγγραφα που χρειάζονται για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για το συγκεκριμένο μέτρο.

Η αίτηση ενίσχυσης υποβάλλεται μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Η ημερομηνία που καθορίζεται πρέπει να παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα για την επαλήθευση των όρων επιλεξιμότητας πριν από την καταβολή της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

2.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο γ), όταν ο γεωργός υποβάλλει αίτηση παροχής ειδικής στήριξης που αφορά επένδυση, η αίτηση συνοδεύεται επίσης από αντίγραφο των σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων, όπως τιμολόγια και έγγραφα που αποδεικνύουν την πληρωμή εκ μέρους του γεωργού. Εάν δεν μπορούν να υποβληθούν τα εν λόγω αντίγραφα ή έγγραφα, οι πληρωμές που πραγματοποίησε ο γεωργός δικαιολογούνται με έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας.

3.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο γ), όταν ο γεωργός υποβάλλει αίτηση παροχής της ειδικής στήριξης που προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο α) υπό v) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και η ατομική ενίσχυση βασίζεται στις πραγματικές δαπάνες ή στο πραγματικό διαφυγόν εισόδημα, η αίτηση συνοδεύεται επίσης από αντίγραφο των σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων που αποδεικνύουν τις πρόσθετες δαπάνες που πράγματι προέκυψαν και το διαφυγόν εισόδημα σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2 στοιχείο α) υπό i) του εν λόγω κανονισμού.

4.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο γ), όταν ο γεωργός υποβάλλει αίτηση παροχής της ειδικής στήριξης που προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η αίτηση συνοδεύεται επίσης από αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αναφέρεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1120/2009, καθώς και από απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι τα αντίγραφα ή έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 μπορούν να υποβληθούν χωριστά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Η ημερομηνία που καθορίζεται πρέπει να παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα για την επαλήθευση των όρων επιλεξιμότητας πριν από την καταβολή της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Άρθρο 19

Αιτήσεις που υποβάλλονται από ταμεία αλληλοβοήθειας

1.   Τα ταμεία αλληλοβοήθειας που αιτούνται ειδική στήριξη υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης, η οποία περιέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ιδίως:

α)

τα στοιχεία του ταμείου αλληλοβοήθειας·

β)

τεκμηρίωση σχετικά με τη γενεσιουργό αιτία των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους γεωργούς μέλη του·

γ)

τις ημερομηνίες κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι πληρωμές των αποζημιώσεων στους γεωργούς μέλη του·

δ)

τα στοιχεία ταυτότητας των γεωργών μελών που έλαβαν την αποζημίωση από το ταμείο·

ε)

το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που καταβλήθηκε·

στ)

δήλωση του ταμείου αλληλοβοήθειας ότι γνωρίζει τους όρους χορήγησης της συγκεκριμένης ενίσχυσης.

2.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν την καταληκτική ημερομηνία, μέχρι την οποία υποβάλλονται οι αιτήσεις των ταμείων αλληλοβοήθειας για την παροχή ειδικής στήριξης. Η ημερομηνία που καθορίζεται πρέπει να παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα για την επαλήθευση των όρων επιλεξιμότητας πριν από την καταβολή της ενίσχυσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 20

Απλούστευση των διαδικασιών

1.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν ή να απαιτήσουν να διαβιβάζονται ηλεκτρονικώς οι πάσης φύσεως ανακοινώσεις που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού από τον γεωργό προς τις αρχές και αντιστρόφως. Στην περίπτωση αυτή, λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλισθεί ιδίως ότι:

α)

η ταυτότητα του γεωργού προσδιορίζεται σαφώς·

β)

ο γεωργός πληροί όλες τις απαιτήσεις του σχετικού καθεστώτος ενίσχυσης·

γ)

τα δεδομένα που διαβιβάζονται είναι αξιόπιστα με γνώμονα την ορθή διαχείριση του σχετικού καθεστώτος ενίσχυσης· όταν χρησιμοποιούνται τα δεδομένα που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή, η εν λόγω βάση δεδομένων πρέπει να προσφέρει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης·

δ)

όταν τα συνοδευτικά έγγραφα δεν μπορούν να διαβιβασθούν ηλεκτρονικώς, πρέπει να περιέρχονται στις αρμόδιες αρχές, εντός των ίδιων προθεσμιών όπως και στην περίπτωση διαβίβασης με μη ηλεκτρονικά μέσα·

ε)

δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των γεωργών που δεν χρησιμοποιούν τα ηλεκτρονικά μέσα υποβολής και εκείνων που επιλέγουν την ηλεκτρονική διαβίβαση.

2.   Όσον αφορά την υποβολή των αιτήσεων ενίσχυσης, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, να θεσπίσουν απλουστευμένες διαδικασίες στις περιπτώσεις που τα δεδομένα είναι ήδη στη διάθεση των αρχών, ιδίως όταν η κατάσταση δεν έχει μεταβληθεί από την τελευταία υποβολή αίτησης ενίσχυσης στο πλαίσιο του σχετικού καθεστώτος ενίσχυσης.

3.   Εφόσον είναι δυνατόν, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητεί απευθείας από την πηγή τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στα δικαιολογητικά έγγραφα που συνυποβάλλονται με την αίτηση ενίσχυσης.

Άρθρο 21

Διορθώσεις προφανών σφαλμάτων

Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 έως 20, η αίτηση ενίσχυσης μπορεί να διορθωθεί οποιαδήποτε στιγμή μετά την υποβολή της, σε περιπτώσεις προφανών σφαλμάτων που αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 22

Παρέκκλιση από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, όταν η λήξη της προθεσμίας για την υποβολή αίτησης ενίσχυσης ή δικαιολογητικών εγγράφων, συμβάσεων ή δηλώσεων βάσει του παρόντος τίτλου ή της προθεσμίας για τις τροποποιήσεις της ενιαίας αίτησης συμπίπτει με αργία, Σάββατο ή Κυριακή, τότε θεωρείται ότι η προθεσμία λήγει την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα (18).

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στις αιτήσεις γεωργών στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 56 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και στις αιτήσεις γεωργών για δικαιώματα ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 23

Εκπρόθεσμη υποβολή

1.   Εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας και έκτακτων περιστατικών που αναφέρονται στο άρθρο 75, η υποβολή αίτησης ενίσχυσης βάσει του παρόντος κανονισμού μετά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας οδηγεί σε μείωση κατά 1 % ανά εργάσιμη ημέρα των ποσών που ο γεωργός θα είχε δικαίωμα να λάβει, εάν η αίτηση είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα.

Με την επιφύλαξη ειδικών μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σε σχέση με την ανάγκη έγκαιρης υποβολής δικαιολογητικών εγγράφων, ώστε να μπορούν να προγραμματιστούν και να διενεργηθούν αποτελεσματικοί έλεγχοι, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στα έγγραφα, τις συμβάσεις ή τις δηλώσεις που πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13, όταν τα εν λόγω έγγραφα, συμβάσεις ή δηλώσεις αποτελούν συστατικό στοιχείο της επιλεξιμότητας για τη συγκεκριμένη ενίσχυση. Στην περίπτωση αυτή, η μείωση επιβάλλεται επί του καταβλητέου ποσού για τη σχετική ενίσχυση.

Σε περίπτωση καθυστέρησης μεγαλύτερης των 25 ημερών, η αίτηση θεωρείται απαράδεκτη.

2.   Εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας και έκτακτων περιστατικών που αναφέρονται στο άρθρο 75, η υποβολή τροποποίησης σε ενιαία αίτηση μετά την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, οδηγεί σε μείωση κατά 1 % ανά εργάσιμη ημέρα των ποσών που σχετίζονται με την πραγματική χρήση των σχετικών αγροτεμαχίων.

Οι τροποποιήσεις της ενιαίας αίτησης είναι παραδεκτές μόνο έως τη λήξη της προθεσμίας για εκπρόθεσμη υποβολή της ενιαίας αίτησης, η οποία ορίζεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1. Εντούτοις, στις περιπτώσεις που η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη από την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 ή συμπίπτει με αυτήν, οι τροποποιήσεις της ενιαίας αίτησης θεωρούνται απαράδεκτες μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.

Άρθρο 24

Εκπρόθεσμη υποβολή αίτησης για τη χορήγηση δικαιωμάτων ενίσχυσης

Εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας και έκτακτων περιστατικών που αναφέρονται στο άρθρο 75, η υποβολή αίτησης χορήγησης ή, κατά περίπτωση, αύξησης δικαιωμάτων μετά την καταληκτική ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού ή το άρθρο 56 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, οδηγεί σε μείωση κατά 3 % ανά εργάσιμη ημέρα των ποσών που πρέπει να καταβληθούν κατά το συγκεκριμένο έτος σε σχέση με τα δικαιώματα ενίσχυσης που πρόκειται να χορηγηθούν στον γεωργό.

Σε περίπτωση καθυστέρησης μεγαλύτερης των 25 ημερών, η αίτηση θεωρείται απαράδεκτη και δεν χορηγούνται στον γεωργό δικαιώματα ενίσχυσης.

Άρθρο 25

Ανάκληση των αιτήσεων ενίσχυσης

1.   Οι αιτήσεις ενίσχυσης μπορούν να ανακληθούν εγγράφως, εν όλω ή εν μέρει, ανά πάσα στιγμή.

Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 16 παράγραφος 3, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι οι δηλώσεις στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή για ένα ζώο που έχει αναχωρήσει από την εκμετάλλευση μπορούν να αντικαταστήσουν την έγγραφη ανάκληση.

2.   Εάν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ενημερώσει τον γεωργό για παρατυπίες στην αίτηση ενίσχυσης ή εάν η αρμόδια αρχή έχει ειδοποιήσει τον γεωργό για την πρόθεσή της να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο και ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος αποκαλύψει παρατυπίες, δεν επιτρέπονται ανακλήσεις για τα τμήματα της αίτησης ενίσχυσης που αφορούν οι παρατυπίες.

3.   Οι ανακλήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 επαναφέρουν τον αιτούντα στη θέση που βρισκόταν πριν υποβάλει την εν λόγω αίτηση ενίσχυσης ή τμήμα της αίτησης ενίσχυσης.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΕΛΕΓΧΟΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Κοινοί κανόνες

Άρθρο 26

Γενικές αρχές

1.   Οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό διεξάγονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων χορήγησης των ενισχύσεων, καθώς και των απαιτήσεων και προτύπων που σχετίζονται με την πολλαπλή συμμόρφωση.

2.   Οι σχετικές αιτήσεις ενίσχυσης απορρίπτονται, εάν ο γεωργός ή ο αντιπρόσωπός του παρεμποδίζουν τη διεξαγωγή ενός επιτόπιου ελέγχου.

Άρθρο 27

Προαναγγελία επιτόπιων ελέγχων

1.   Η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων μπορεί να προαναγγέλλεται, υπό τον όρο ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο ο σκοπός του ελέγχου. Η προαναγγελία περιορίζεται αυστηρά στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και δεν υπερβαίνει τις 14 ημέρες. Ωστόσο, για τους επιτόπιους ελέγχους που αφορούν αιτήσεις ενίσχυσης για ζώα, η προαναγγελία δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες, με εξαίρεση δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Επιπλέον, σε περίπτωση κατά την οποία, βάσει των νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν για τις πράξεις και τα πρότυπα για την πολλαπλή συμμόρφωση, απαιτείται αιφνιδιαστικός επιτόπιος έλεγχος, οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται και στην περίπτωση των επιτόπιων ελέγχων που αφορούν την πολλαπλή συμμόρφωση.

2.   Εάν ενδείκνυται, οι επιτόπιοι έλεγχοι βάσει του παρόντος κανονισμού και οι λοιποί έλεγχοι που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες διενεργούνται ταυτόχρονα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Έλεγχοι σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας

Τμήμα I

Διοικητικοί έλεγχοι

Άρθρο 28

Διασταυρούμενοι έλεγχοι

1.   Οι διοικητικοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 πρέπει να επιτρέπουν τον εντοπισμό παρατυπιών, ιδίως τον αυτόματο εντοπισμό με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των διασταυρούμενων ελέγχων:

α)

στα δηλωθέντα δικαιώματα ενίσχυσης και στα αντίστοιχα δηλωθέντα αγροτεμάχια, ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη πολλαπλή χορήγηση της ίδιας ενίσχυσης για το ίδιο ημερολογιακό έτος ή την ίδια περίοδο εμπορίας και να προλαμβάνεται η αδικαιολόγητη σώρευση ενισχύσεων που χορηγούνται βάσει των καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

β)

στα δικαιώματα ενίσχυσης, ώστε να επαληθεύεται η ύπαρξή τους και η επιλεξιμότητα για ενίσχυση·

γ)

μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν στην ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων αναφοράς που περιέχονται στο σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων, ώστε να επαληθεύεται η επιλεξιμότητα για ενίσχυση των εκτάσεων καθαυτών·

δ)

μεταξύ των δικαιωμάτων ενίσχυσης και της προσδιορισθείσας έκτασης, ώστε να επαληθεύεται ότι τα δικαιώματα συνοδεύονται από ίσο αριθμό επιλέξιμων εκταρίων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

ε)

μέσω της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων για τα βοοειδή, ώστε να επαληθεύεται η επιλεξιμότητα για την ενίσχυση και να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη πολλαπλή χορήγηση της ίδιας ενίσχυσης για το ίδιο ημερολογιακό έτος·

στ)

μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν στην ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων που υποβλήθηκαν σε επίσημη εξέταση και διαπιστώθηκε ότι πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 87 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

ζ)

μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν στην ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων που έχουν εγκριθεί για βαμβακοπαραγωγή από το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

η)

μεταξύ της δήλωσης του γεωργού στην ενιαία αίτηση ότι είναι μέλος εγκεκριμένης διεπαγγελματικής οργάνωσης, των πληροφοριών του άρθρου 13 παράγραφος 5 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού και των πληροφοριών που διαβιβάζονται από τις οικείες εγκεκριμένες διεπαγγελματικές οργανώσεις, ώστε να επαληθεύεται η επιλεξιμότητα για αύξηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

θ)

μεταξύ των πληροφοριών που περιέχονται στη σύμβαση παράδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και των πληροφοριών για τις παραδόσεις που παρέχει η ζαχαροβιομηχανία.

2.   Στις ενδείξεις για παρατυπίες που προκύπτουν από τους διασταυρούμενους ελέγχους δίνεται συνέχεια με οποιαδήποτε άλλη πρόσφορη διοικητική διαδικασία και, εάν χρειάζεται, με επιτόπιο έλεγχο.

3.   Όταν για ένα αγροτεμάχιο αναφοράς υποβάλλεται αίτηση ενίσχυσης από δύο ή περισσότερους γεωργούς στο πλαίσιο του ίδιου καθεστώτος ενίσχυσης και η συνολική δηλούμενη έκταση υπερβαίνει τη γεωργική έκταση με διαφορά που εμπίπτει στην ανοχή μετρήσεων που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αναλογική μείωση των σχετικών εκτάσεων. Στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι γεωργοί μπορούν να προσφύγουν κατά της απόφασης μείωσης με το αιτιολογικό ότι ένας ή περισσότεροι εκ των άλλων ενδιαφερόμενων γεωργών προέβησαν σε δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική, πέραν της σχετικής ανοχής, γεγονός που αποβαίνει εις βάρος τους.

Άρθρο 29

Διοικητικοί έλεγχοι της ειδικής στήριξης

1.   Για κάθε μέτρο ειδικής στήριξης, για το οποίο είναι τεχνικώς δυνατοί οι διοικητικοί έλεγχοι, πρέπει να ελέγχονται όλες οι αιτήσεις. Οι έλεγχοι εξασφαλίζουν ιδίως ότι:

α)

πληρούνται οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για την ειδική στήριξη·

β)

δεν υπάρχει διπλή χρηματοδότηση μέσω άλλων κοινοτικών καθεστώτων·

γ)

δεν υπάρχει υπεραποζημίωση των γεωργών όσον αφορά τις χρηματοδοτικές συνεισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 και στο άρθρο 71 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και

δ)

κατά περίπτωση, έχουν υποβληθεί δικαιολογητικά έγγραφα και τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν την επιλεξιμότητα.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν, όπου ενδείκνυται, να χρησιμοποιούν στοιχεία που έχουν λάβει από άλλες υπηρεσίες, φορείς ή οργανισμούς για να επαληθεύουν την τήρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας. Ωστόσο, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω υπηρεσίες, φορείς ή οργανισμοί λειτουργούν σε ποιοτικό επίπεδο επαρκές για να ελεγχθεί η συμμόρφωση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

Τμήμα II

Επιτόπιοι έλεγχοι

Ενότητα Ι

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 30

Ποσοστό ελέγχων

1.   Ο συνολικός αριθμός των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται ετησίως καλύπτει τουλάχιστον το 5 % του συνόλου των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης ή των στρεμματικών ενισχύσεων βάσει της ειδικής στήριξης. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να υποβάλλεται σε επιτόπιους ελέγχους το 3 % τουλάχιστον των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο καθενός από τα άλλα καθεστώτα στρεμματικών ενισχύσεων που προβλέπονται στους τίτλους III, IV και V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

2.   Ο συνολικός αριθμός των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται ετησίως καλύπτει τουλάχιστον:

α)

το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων, 30 % ή 20 % των εκτάσεων που δηλώνονται για την παραγωγή κάνναβης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Εάν ένα κράτος μέλος έχει ήδη καθιερώσει σύστημα εκ των προτέρων έγκρισης για τις καλλιέργειες αυτές και έχει ήδη κοινοποιήσει στην Επιτροπή τους λεπτομερείς κανόνες και όρους που συνδέονται με το σύστημα αυτό πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004, οι τροποποιήσεις των εν λόγω λεπτομερών κανόνων ή όρων κοινοποιούνται στην Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

β)

το 5 % του συνόλου των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης για τα βοοειδή, ενίσχυσης για βοοειδή κατά κεφαλή ή ανά μονάδα ζώντων ζώων στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης ή αίτηση ειδικής στήριξης με βάση την ατομική ποσόστωση γάλακτος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ή ειδικής στήριξης με βάση την πραγματική παραγωγή γάλακτος. Ωστόσο, εάν η ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή δεν παρέχει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης, το ποσοστό αυξάνεται σε 10 %.

Αυτοί οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν επίσης τουλάχιστον το 5 % του συνόλου των ζώων για τα οποία ζητείται ενίσχυση ανά καθεστώς ενίσχυσης·

γ)

το 5 % του συνόλου των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης για αιγοπρόβατα και ενίσχυσης για αιγοπρόβατα κατά κεφαλή ή ανά μονάδα ζώντων ζώων στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης. Αυτοί οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν επίσης τουλάχιστον το 5 % του συνόλου των ζώων για τα οποία ζητείται ενίσχυση. Ωστόσο, εάν η ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα αιγοπρόβατα που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004 δεν παρέχει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης, το ποσοστό αυξάνεται σε 10 % των γεωργών·

δ)

το 10 % του συνόλου των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση για ειδική στήριξη, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στα στοιχεία β) και γ) της παρούσας παραγράφου, εξαιρουμένου του μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

ε)

το 10 % των άλλων υπηρεσιών, φορέων ή οργανισμών που παρέχουν στοιχεία για την επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων επιλεξιμότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2.

στ)

το 100 % των ταμείων αλληλοβοήθειας που υποβάλλουν αίτηση για την παροχή της στήριξης που αναφέρεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

ζ)

όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης για την ειδική ενίσχυση καλλιέργειας για το βαμβάκι σύμφωνα με το τμήμα 6 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, το 20 % των διεπαγγελματικών οργανώσεων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 91 του εν λόγω κανονισμού, των οποίων οι γεωργοί δηλώνουν ότι είναι μέλη στις ενιαίες αιτήσεις τους·

η)

όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης για παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου που προβλέπεται στο τμήμα 7 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, προκειμένου για ελέγχους στις ζαχαροβιομηχανίες της ποσότητας της ζάχαρης ποσόστωσης που λαμβάνεται από ζαχαρότευτλα και ζαχαροκάλαμο τα οποία παραδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 94 του εν λόγω κανονισμού, το 5 % τουλάχιστον των αιτούντων που πραγματοποιούν παραδόσεις στη σχετική ζαχαροβιομηχανία.

3.   Εάν οι επιτόπιοι έλεγχοι αποκαλύψουν σημαντικές παρατυπίες στο πλαίσιο συγκεκριμένου καθεστώτος ενίσχυσης ή σε μια περιφέρεια ή τμήμα περιφέρειας, η αρμόδια αρχή αυξάνει καταλλήλως τον αριθμό των επιτόπιων ελέγχων κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και αυξάνει καταλλήλως το ποσοστό των γεωργών που θα υποβληθούν σε επιτόπιο έλεγχο το επόμενο έτος.

4.   Στις περιπτώσεις που προβλέπεται ότι ορισμένα στοιχεία ενός επιτόπιου ελέγχου μπορούν να διεξαχθούν σε δείγμα, το δείγμα αυτό πρέπει να εξασφαλίζει αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό επίπεδο ελέγχου. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τα κριτήρια επιλογής του δείγματος. Εάν οι έλεγχοι στο εν λόγω δείγμα αποκαλύψουν παρατυπίες, το μέγεθος και το εύρος του δείγματος επεκτείνονται κατάλληλα.

Άρθρο 31

Επιλογή του δείγματος ελέγχου

1.   Τα δείγματα ελέγχου για τη διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων δυνάμει του παρόντος κανονισμού επιλέγονται από την αρμόδια αρχή βάσει ανάλυσης κινδύνων και βάσει της αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων ενίσχυσης που υποβλήθηκαν.

Για την εξασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας, τα κράτη μέλη επιλέγουν τυχαία ποσοστό μεταξύ 20 % και 25 % του ελάχιστου αριθμού των γεωργών που πρέπει να υποβάλλονται σε επιτόπιους ελέγχους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2.

Ωστόσο, εάν ο αριθμός των γεωργών που πρόκειται να υποβληθούν σε επιτόπιους ελέγχους υπερβαίνει τον ελάχιστο αριθμό των γεωργών που πρέπει να υποβάλλονται σε επιτόπιους ελέγχους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2, το ποσοστό των τυχαία επιλεγέντων γεωργών στο επιπρόσθετο δείγμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 25 %.

2.   Η αποτελεσματικότητα της ανάλυσης κινδύνων αξιολογείται και αναθεωρείται σε ετήσια βάση:

α)

με προσδιορισμό της καταλληλότητας κάθε παράγοντα κινδύνου·

β)

με σύγκριση των αποτελεσμάτων του δείγματος που επιλέγεται βάσει ανάλυσης κινδύνων και εκείνου που επιλέγεται τυχαία, όπως προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1·

γ)

λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση στο κράτος μέλος.

3.   Η αρμόδια αρχή τηρεί αρχείο με τους λόγους επιλογής κάθε γεωργού για επιτόπιο έλεγχο. Ο επιθεωρητής που διενεργεί τον επιτόπιο έλεγχο ενημερώνεται σχετικά πριν από την έναρξη του επιτόπιου ελέγχου.

4.   Κατά περίπτωση, επιτρέπεται η μερική επιλογή του δείγματος ελέγχου πριν από τη λήξη της εκάστοτε περιόδου υποβολής αιτήσεων με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Το προσωρινό δείγμα συμπληρώνεται όταν είναι διαθέσιμες όλες οι σχετικές αιτήσεις.

Άρθρο 32

Έκθεση ελέγχου

1.   Για κάθε επιτόπιο έλεγχο βάσει του παρόντος τμήματος συντάσσεται έκθεση, η οποία καθιστά δυνατή την επισκόπηση των λεπτομερειών των ελέγχων που διενεργούνται. Η έκθεση αναφέρει ιδίως:

α)

τα καθεστώτα ενισχύσεων και τις αιτήσεις που ελέγχθηκαν·

β)

τα πρόσωπα που ήταν παρόντα·

γ)

τα αγροτεμάχια που ελέγχθηκαν, τα αγροτεμάχια στα οποία πραγματοποιήθηκε μέτρηση, συμπεριλαμβανομένων, στην περίπτωση αυτή, των αποτελεσμάτων των μετρήσεων για κάθε μετρηθέν αγροτεμάχιο και των μεθόδων μέτρησης που χρησιμοποιήθηκαν·

δ)

τον αριθμό και το είδος των ζώων που βρέθηκαν και, κατά περίπτωση, τους αριθμούς των ενωτίων, τις εγγραφές στο μητρώο και στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων για τα βοοειδή ή/και τα αιγοπρόβατα και τα δικαιολογητικά έγγραφα που ελέγχθηκαν, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων και, κατά περίπτωση, ιδιαίτερες παρατηρήσεις για μεμονωμένα ζώα ή/και τους κωδικούς αναγνώρισής τους·

ε)

εάν η επιθεώρηση έγινε κατόπιν προειδοποίησης του γεωργού και, εάν ναι, το διάστημα που μεσολάβησε από την προειδοποίηση·

στ)

τυχόν ειδικά μέτρα ελέγχου που πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο μεμονωμένων καθεστώτων ενίσχυσης·

ζ)

τα τυχόν περαιτέρω μέτρα ελέγχου που εφαρμόστηκαν.

2.   Στον γεωργό παρέχεται η δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση, για να βεβαιώσει την παρουσία του στον έλεγχο και να προσθέσει παρατηρήσεις. Σε περίπτωση που διαπιστώνονται παρατυπίες, ο γεωργός λαμβάνει αντίγραφο της έκθεσης ελέγχου.

Εάν ο επιτόπιος έλεγχος διενεργείται με τηλεπισκόπηση σύμφωνα με το άρθρο 35, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην έχει ο γεωργός ή ο αντιπρόσωπός του τη δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση ελέγχου, εάν δεν αποκαλυφθούν παρατυπίες κατά τον έλεγχο με τηλεπισκόπηση. Εάν αποκαλυφθούν παρατυπίες κατόπιν των ελέγχων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα υπογραφής της έκθεσης, πριν η αρμόδια αρχή αποφανθεί βάσει των διαπιστώσεων σχετικά με τις απορρέουσες μειώσεις ή αποκλεισμούς.

Ενότητα ΙΙ

Επιτόπιοι έλεγχοι των ενιαίων αιτήσεων όσον αφορά τα καθεστώτα στρεμματικής ενίσχυσης

Άρθρο 33

Στοιχεία των επιτόπιων ελέγχων

Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν όλα τα αγροτεμάχια για τα οποία ζητείται ενίσχυση στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εκτός από εκείνα που καλύπτονται από αιτήσεις ενίσχυσης για σπόρους προς σπορά σύμφωνα με το άρθρο 87 του ίδιου κανονισμού. Ωστόσο, ο πραγματικός προσδιορισμός των εκτάσεων στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου μπορεί να περιορίζεται σε δείγμα που αντιστοιχεί στο 50 % τουλάχιστον των αγροτεμαχίων για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης που προβλέπονται στους τίτλους ΙΙΙ, IV και V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, υπό τον όρο ότι το δείγμα εγγυάται αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό επίπεδο ελέγχου, όσον αφορά τόσο την ελεγχόμενη έκταση όσο και τη ζητούμενη ενίσχυση. Εάν κατά τον έλεγχο αυτού του δείγματος διαπιστωθούν ανωμαλίες, αυξάνεται το δείγμα αγροτεμαχίων που υποβάλλονται όντως σε έλεγχο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τις τεχνικές της τηλεπισκόπησης σύμφωνα με το άρθρο 35 και των παγκόσμιων δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης, όταν αυτό είναι δυνατό.

Άρθρο 34

Προσδιορισμός των εκτάσεων

1.   Η έκταση των αγροτεμαχίων προσδιορίζεται με κάθε πρόσφορο μέσο που αποδεδειγμένα εξασφαλίζει ακρίβεια μέτρησης τουλάχιστον ισοδύναμη με την απαιτούμενη από το ισχύον τεχνικό πρότυπο που έχει εκδοθεί σε κοινοτικό επίπεδο.

Η ανοχή μέτρησης ορίζεται από μια ζώνη 1,5 μέτρου το πολύ, εκτεινόμενη περιμετρικά του αγροτεμαχίου. Η μέγιστη ανοχή για κάθε αγροτεμάχιο δεν πρέπει να υπερβαίνει, σε απόλυτες τιμές, το 1,0 εκτάριο.

2.   Η συνολική έκταση ενός αγροτεμαχίου μπορεί να λαμβάνεται υπόψη, υπό τον όρο ότι χρησιμοποιείται πλήρως σύμφωνα με τα συνήθη πρότυπα του οικείου κράτους μέλους ή περιφέρειας. Στις άλλες περιπτώσεις, λαμβάνεται υπόψη η πραγματικά χρησιμοποιούμενη έκταση.

Όσον αφορά τις περιφέρειες όπου ορισμένα στοιχεία, όπως φράκτες, τάφροι και τοιχία, εντάσσονται κατά παράδοση σε ορθές πρακτικές καλλιέργειας ή γεωργικής εκμετάλλευσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η αντίστοιχη επιφάνεια αποτελεί τμήμα της πλήρως χρησιμοποιούμενης έκτασης, υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνει ένα συνολικό πλάτος που καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Το πλάτος αυτό πρέπει να αντιστοιχεί στο παραδοσιακό πλάτος στη συγκεκριμένη περιφέρεια και να μην υπερβαίνει τα 2 μέτρα.

Ωστόσο, εάν τα κράτη μέλη γνωστοποίησαν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, πλάτος άνω των 2 μέτρων, το πλάτος αυτό μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει.

3.   Οποιοδήποτε χαρακτηριστικό στοιχείο αναφέρεται στις πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή συνιστά ενδεχομένως μέρος της καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 6 και στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, αποτελεί τμήμα της συνολικής έκτασης ενός αγροτεμαχίου.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 34 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, αγροτεμάχιο στο οποίο υπάρχουν δένδρα θεωρείται επιλέξιμη έκταση για την εφαρμογή των καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης, υπό τον όρο ότι οι γεωργικές δραστηριότητες ή, κατά περίπτωση, η προβλεπόμενη παραγωγή μπορούν να πραγματοποιηθούν υπό συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες των αγροτεμαχίων της ίδιας περιοχής στα οποία δεν υπάρχουν δένδρα.

5.   Όταν οι εκτάσεις χρησιμοποιούνται από κοινού, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στην κατά ιδανικά μερίδια κατανομή τους μεταξύ των ενδιαφερομένων γεωργών, ανάλογα με το βαθμό που τις χρησιμοποιούν ή με το δικαίωμα χρησιμοποίησης των εκτάσεων αυτών.

6.   Η επιλεξιμότητα των αγροτεμαχίων εξακριβώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο. Για τον σκοπό αυτό, ζητούνται, εάν χρειάζεται, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.

Άρθρο 35

Τηλεπισκόπηση

1.   Όταν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη δυνατότητα διεξαγωγής των επιτόπιων ελέγχων με τηλεπισκόπηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 33 δεύτερο εδάφιο, προβαίνει σε:

α)

φωτοερμηνεία δορυφορικών εικόνων ή αεροφωτογραφιών όλων των αγροτεμαχίων που πρόκειται να ελεγχθούν ανά αίτηση, με σκοπό την αναγνώριση της φυτικής κάλυψης και τη μέτρηση της έκτασής τους·

β)

επιτόπιο φυσικό έλεγχο όλων των αγροτεμαχίων, για τα οποία η φωτοερμηνεία δεν επιτρέπει να επαληθευθεί η ακρίβεια της δήλωσης κατά τρόπο που κρίνεται ικανοποιητικός από την αρμόδια αρχή.

2.   Οι συμπληρωματικοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 3 διεξάγονται με τα κλασικά μέσα επιτόπιου ελέγχου, εάν δεν είναι πλέον δυνατόν να διενεργηθούν με τηλεπισκόπηση κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους.

Άρθρο 36

Επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με ειδικά δικαιώματα

Τα κράτη μέλη καθιερώνουν διαδικασίες για τους επιτόπιους ελέγχους των γεωργών που δηλώνουν ειδικά δικαιώματα με στόχο να εξασφαλιστεί η εκπλήρωση της προϋπόθεσης ενεργοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Άρθρο 37

Στοιχεία των επιτόπιων ελέγχων των αιτήσεων ενίσχυσης για σπόρους προς σπορά

Οι επιτόπιοι έλεγχοι με αντικείμενο τις αιτήσεις ενίσχυσης για σπόρους προς σπορά σύμφωνα με το άρθρο 87 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, συνίστανται ειδικότερα:

α)

σε ελέγχους στο επίπεδο του γεωργού που έχει υποβάλει την αίτηση ενίσχυσης:

(i)

σε όλα τα αγροτεμάχια για να εξακριβωθούν τα είδη ή οι ποικιλίες σπόρων που έχουν σπαρεί σε κάθε δηλούμενο αγροτεμάχιο·

(ii)

στα έγγραφα για να εξακριβωθεί τουλάχιστον ο πρώτος προορισμός των σπόρων για τους οποίους ζητείται ενίσχυση·

(iii)

για άλλες εξακριβώσεις που ενδεχομένως κρίνονται απαραίτητες από τα κράτη μέλη με σκοπό να διασφαλιστεί ότι δεν καταβάλλεται ενίσχυση για σπόρους, οι οποίοι δεν έχουν πιστοποιηθεί ή προέρχονται από τρίτες χώρες·

β)

εάν ο πρώτος προορισμός των σπόρων προς σπορά είναι βελτιωτής ποικιλιών ή φυτώριο, σε συμπληρωματικούς ελέγχους στις εγκαταστάσεις τους για να διασφαλιστεί ότι:

(i)

ο βελτιωτής ποικιλιών ή το φυτώριο έχει πράγματι αγοράσει τους σπόρους και έχει καταβάλει το αντίτιμο σύμφωνα με την καλλιεργητική σύμβαση·

(ii)

η πληρωμή για την αγορά των σπόρων εμφαίνεται στα λογιστικά βιβλία του βελτιωτή ποικιλιών ή του φυτωρίου·

(iii)

οι σπόροι διατέθηκαν πράγματι στην αγορά για σπορά. Για τον σκοπό αυτό, διενεργείται φυσικός έλεγχος και έλεγχος των βιβλίων αποθήκης και των λογιστικών βιβλίων του βελτιωτή ποικιλιών ή του φυτωρίου·

γ)

όπου ενδείκνυται, σε ελέγχους στο επίπεδο των τελικών χρηστών.

Για την εφαρμογή του στοιχείου β) υπό iii) του πρώτου εδαφίου, ως «διάθεση στην αγορά» νοείται η κατοχή έτοιμου προς διάθεση ή αποθέματος προϊόντος, η έκθεση προς πώληση, η προσφορά προς πώληση, η πώληση ή η παράδοση σε άλλο πρόσωπο.

Άρθρο 38

Επιτόπιοι έλεγχοι επί των εγκεκριμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων

Με τους επιτόπιους ελέγχους επί των εγκεκριμένων διεπαγγελματικών οργανώσεων, στο πλαίσιο των αιτήσεων χορήγησης της ειδικής ενίσχυσης καλλιέργειας για το βαμβάκι που προβλέπεται στο τμήμα 6 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εξακριβώνεται η τήρηση των κριτηρίων έγκρισης των εν λόγω οργανώσεων και ο κατάλογος των μελών τους.

Άρθρο 39

Επιτόπιοι έλεγχοι επί των ζαχαροβιομηχανιών

Οι επιτόπιοι έλεγχοι επί των ζαχαροβιομηχανιών διενεργούνται στο πλαίσιο των αιτήσεων χορήγησης της ενίσχυσης για παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκάλαμου που προβλέπεται στο τμήμα 7 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, προκειμένου να εξακριβωθούν:

α)

οι πληροφορίες που περιέχονται στις συμβάσεις παράδοσης τις οποίες υποβάλλει ο γεωργός·

β)

η ακρίβεια των πληροφοριών για τις παραδόσεις που παρέχονται στην αρμόδια αρχή·

γ)

η πιστοποίηση των ζυγών που χρησιμοποιούνται στις παραδόσεις·

δ)

τα αποτελέσματα των επίσημων εργαστηριακών αναλύσεων που εκτελούνται για να καθοριστεί το ποσοστό σακχαρόζης στα παραδοθέντα ζαχαρότευτλα και ζαχαροκάλαμα.

Άρθρο 40

Εξακρίβωση της περιεκτικότητας της καλλιεργούμενης κάνναβης σε τετραϋδροκανναβινόλη

1.   Το σύστημα που πρέπει να χρησιμοποιείται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας της καλλιεργούμενης κάνναβης σε τετραϋδροκανναβινόλη (εφεξής καλούμενη «THC») παρατίθεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

2.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τηρεί αρχεία σχετικά με τις διαπιστώσεις για την THC. Τα αρχεία αυτά περιλαμβάνουν για κάθε ποικιλία τουλάχιστον τα αποτελέσματα όσον αφορά την περιεκτικότητα κάθε δείγματος σε THC, εκφραζόμενη σε εκατοστιαία αναλογία με δύο δεκαδικά ψηφία, τη διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε, τον αριθμό των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν, μνεία του χρόνου λήψης του δείγματος και τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο.

Ωστόσο, εάν η περιεκτικότητα ενός δείγματος σε THC υπερβαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, το κράτος μέλος διαβιβάζει ηλεκτρονικώς στην Επιτροπή, χρησιμοποιώντας το έντυπο που τίθεται στη διάθεσή του από την Επιτροπή και το αργότερο έως τις 15 Νοεμβρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας, έκθεση με όλες τις διαπιστώσεις που αφορούν την THC για τη συγκεκριμένη ποικιλία. Η έκθεση αυτή αναφέρει τα αποτελέσματα όσον αφορά την περιεκτικότητα κάθε δείγματος σε THC, εκφραζόμενη σε εκατοστιαία αναλογία με δύο δεκαδικά ψηφία, τη διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε, τον αριθμό των δοκιμών που διενεργήθηκαν, μνεία του χρόνου λήψης του δείγματος και τα μέτρα που ελήφθησαν σε εθνικό επίπεδο.

3.   Εάν ο μέσος όρος όλων των δειγμάτων μιας συγκεκριμένης ποικιλίας υπερβαίνει την περιεκτικότητα σε THC που προβλέπεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τη διαδικασία Β του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού για την εν λόγω ποικιλία κατά την επόμενη περίοδο εμπορίας. Η διαδικασία αυτή χρησιμοποιείται κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας, εκτός εάν όλα τα αποτελέσματα των αναλύσεων της συγκεκριμένης ποικιλίας δεν υπερβαίνουν την περιεκτικότητα σε THC που καθορίζεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Εάν για τη δεύτερη περίοδο εμπορίας, ο μέσος όρος όλων των δειγμάτων μιας συγκεκριμένης ποικιλίας υπερβαίνει την περιεκτικότητα σε THC που προβλέπεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, το κράτος μέλος υποβάλλει αίτηση για την απαγόρευση της εμπορίας της ποικιλίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου (19). Η αίτηση αυτή αποστέλλεται στην Επιτροπή το αργότερο στις 15 Νοεμβρίου της σχετικής περιόδου εμπορίας. Από την επόμενη περίοδο εμπορίας η ποικιλία που αποτέλεσε αντικείμενο της αίτησης αυτής δεν είναι επιλέξιμη για άμεσες ενισχύσεις στο σχετικό κράτος μέλος.

4.   Η καλλιέργεια της κάνναβης συνεχίζεται υπό συνήθεις καλλιεργητικές συνθήκες, σύμφωνα με την τοπική πρακτική, επί τουλάχιστον 10 ημέρες από το τέλος της ανθοφορίας, ώστε να είναι δυνατή η διενέργεια των ελέγχων που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν τη συγκομιδή της κάνναβης μετά την έναρξη της ανθοφορίας, αλλά πριν τη λήξη της δεκαήμερης περιόδου από το τέλος της ανθοφορίας, υπό τον όρο ότι οι επιθεωρητές υποδεικνύουν ποια αντιπροσωπευτικά τμήματα κάθε αγροτεμαχίου πρέπει να εξακολουθήσουν να καλλιεργούνται επί τουλάχιστον 10 ημέρες μετά το τέλος της ανθοφορίας για λόγους επιθεώρησης, σύμφωνα με τη μέθοδο που καθορίζεται στο παράρτημα Ι.

Ενότητα ΙΙΙ

Επιτόπιοι έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για ζώα

Άρθρο 41

Χρονοδιάγραμμα των επιτόπιων ελέγχων

1.   Τουλάχιστον το 60 % του ελάχιστου ποσοστού επιτόπιων ελέγχων που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο, διενεργείται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής που επιβάλλει το αντίστοιχο καθεστώς ενισχύσεων. Ως προς το υπόλοιπο ποσοστό, οι επιτόπιοι έλεγχοι κατανέμονται σε όλη τη διάρκεια του έτους.

Ωστόσο, εάν η περίοδος υποχρεωτικής κατοχής προηγείται της κατάθεσης της αίτησης ή εάν δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, οι επιτόπιοι έλεγχοι που προβλέπονται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο κατανέμονται σε όλη τη διάρκεια του έτους.

2.   Τουλάχιστον το 50 % του ελάχιστου ποσοστού επιτόπιων ελέγχων που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ), διενεργείται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής. Εντούτοις, το σύνολο του ελάχιστου ποσοστού επιτόπιων ελέγχων διενεργείται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής στα κράτη μέλη, όπου το σύστημα που θεσπίστηκε για τα αιγοπρόβατα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 21/2004 δεν έχει υλοποιηθεί πλήρως και δεν εφαρμόζεται, ιδίως όσον αφορά την αναγνώριση των ζώων και την ορθή τήρηση μητρώων.

Άρθρο 42

Στοιχεία των επιτόπιων ελέγχων

1.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν όλα τα ζώα για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων που αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου και, στην περίπτωση των ελέγχων με αντικείμενο τα καθεστώτα ενισχύσεων για βοοειδή, επίσης τα βοοειδή για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση.

Οι επιτόπιοι έλεγχοι περιλαμβάνουν ειδικότερα έλεγχο για να εξακριβωθεί αν ο αριθμός των παρόντων στην εκμετάλλευση ζώων για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις και ο αριθμός των βοοειδών για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση αντιστοιχούν στον αριθμό των ζώων που έχουν καταχωρηθεί στα μητρώα και, προκειμένου για βοοειδή, στον αριθμό των ζώων που έχουν δηλωθεί στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή.

2.   Όσον αφορά τα καθεστώτα ενισχύσεων για βοοειδή, οι επιτόπιοι έλεγχοι περιλαμβάνουν επίσης έλεγχο για να εξακριβωθεί:

α)

η ορθότητα των καταχωρίσεων στο μητρώο και των δηλώσεων στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή, σε δείγμα δικαιολογητικών, όπως τιμολόγια αγοράς και πώλησης, πιστοποιητικά σφαγής, κτηνιατρικά πιστοποιητικά και, όπου έχει εφαρμογή, διαβατήρια ζώου, που αφορούν ζώα για τα οποία υποβλήθηκαν αιτήσεις ενίσχυσης κατά το εξάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου· εντούτοις, αν διαπιστωθούν ανωμαλίες, ο έλεγχος επεκτείνεται στο δωδεκάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου·

β)

αν τα στοιχεία που τηρούνται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή αντιστοιχούν σε εκείνα του μητρώου, σε δείγμα που καλύπτει τα ζώα για τα οποία υποβλήθηκαν αιτήσεις ενίσχυσης κατά το εξάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου· εντούτοις, αν διαπιστωθούν ανωμαλίες, ο έλεγχος επεκτείνεται στο δωδεκάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου·

γ)

αν όλα τα ζώα που είναι παρόντα στην εκμετάλλευση και διανύουν ακόμη την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής, είναι επιλέξιμα για την αιτούμενη ενίσχυση·

δ)

αν όλα τα βοοειδή που είναι παρόντα στην εκμετάλλευση αναγνωρίζονται με τη βοήθεια ενωτίων και, όπου έχει εφαρμογή, διαθέτουν διαβατήριο ζώου, καθώς επίσης αν έχουν καταχωρηθεί στο μητρώο και έχουν δεόντως δηλωθεί στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή.

Οι έλεγχοι που αναφέρονται στο στοιχείο δ) διενεργούνται ατομικά σε κάθε αρσενικό βοοειδές που διανύει ακόμη την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής και για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση ειδικής πριμοδότησης για βόειο κρέας, με εξαίρεση τις αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο έλεγχος της ορθής εγγραφής στο διαβατήριο ζώου και στο μητρώο, καθώς και της δήλωσης στη βάση δεδομένων μπορεί να είναι δειγματοληπτικός.

3.   Όσον αφορά το καθεστώς ενισχύσεων για αιγοπρόβατα, οι επιτόπιοι έλεγχοι περιλαμβάνουν επίσης έλεγχο για να εξακριβωθεί:

α)

βάσει του μητρώου, αν όλα τα ζώα για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ενίσχυσης παρέμειναν στην εκμετάλλευση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής·

β)

η ορθότητα των καταχωρίσεων στο μητρώο που έγιναν κατά το εξάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου, σε δείγμα δικαιολογητικών, όπως τιμολόγια αγοράς και πώλησης και κτηνιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία καλύπτουν το εξάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου· εντούτοις, αν διαπιστωθούν ανωμαλίες, ο έλεγχος επεκτείνεται στο δωδεκάμηνο που προηγείται του επιτόπιου ελέγχου.

Άρθρο 43

Μέτρα όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους στα σφαγεία

1.   Στην περίπτωση της ειδικής πριμοδότησης για το βόειο κρέας που προβλέπεται στο άρθρο 110 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και της πριμοδότησης σφαγής που προβλέπεται στο άρθρο 116 του ίδιου κανονισμού και όταν ένα κράτος μέλος κάνει χρήση των δυνατοτήτων που παρέχει το άρθρο 53 του εν λόγω κανονισμού, διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι στα σφαγεία. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους είτε:

α)

στο 30 % τουλάχιστον του συνόλου των σφαγείων, κατόπιν επιλογής με βάση ανάλυση κινδύνων· οι έλεγχοι αυτοί καλύπτουν δείγμα ίσο με το 5 % του συνολικού αριθμού των βοοειδών που εσφάγησαν στο ελεγχόμενο σφαγείο κατά το δωδεκάμηνο πριν από τον επιτόπιο έλεγχο, ή

β)

στο 20 % τουλάχιστον των σφαγείων που έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων σύμφωνα με ιδιαίτερα κριτήρια αξιοπιστίας, τα οποία καθορίζονται από τα κράτη μέλη, κατόπιν επιλογής με βάση ανάλυση κινδύνου· οι έλεγχοι αυτοί καλύπτουν δείγμα ίσο με το 2 % του συνολικού αριθμού των βοοειδών που εσφάγησαν στο ελεγχόμενο σφαγείο κατά το δωδεκάμηνο πριν από τον επιτόπιο έλεγχο.

2.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι στα σφαγεία περιλαμβάνουν την εκ των υστέρων σχολαστική εξέταση των εγγράφων, σύγκριση με τα στοιχεία της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων για τα βοοειδή και έλεγχο των συγκεντρωτικών πινάκων των πιστοποιητικών σφαγής ή αντίστοιχων πληροφοριών, που έχουν διαβιβαστεί στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009.

3.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι στα σφαγεία περιλαμβάνουν δειγματοληπτικούς φυσικούς ελέγχους των διαδικασιών σφαγής που πραγματοποιούνται την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, ελέγχεται κατά πόσον τα σφάγια που προσκομίζονται για ζύγιση είναι επιλέξιμα για ενίσχυση.

Άρθρο 44

Μέτρα ελέγχου όσον αφορά την πριμοδότηση που χορηγείται μετά την εξαγωγή

1.   Όσον αφορά την πριμοδότηση σφαγής που χορηγείται για τα εξαγόμενα σε τρίτες χώρες βοοειδή σύμφωνα με το άρθρο 116 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και όταν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που παρέχει το άρθρο 53 του εν λόγω κανονισμού, όλες οι εργασίες φόρτωσης υπόκεινται σε επιτόπιους ελέγχους, οι οποίοι διενεργούνται ως εξής:

α)

κατά τη φόρτωση, εξακριβώνεται αν όλα τα βοοειδή αναγνωρίζονται με τη βοήθεια ενωτίων· επιπλέον, τουλάχιστον το 10 % των βοοειδών που υποβάλλονται στην εξακρίβωση αυτή, ελέγχεται ατομικά με σκοπό να επαληθευθεί η ταυτοποίησή τους·

β)

κατά την αναχώρηση από το κοινοτικό έδαφος:

(i)

εάν έχει τοποθετηθεί επίσημη τελωνειακή σφραγίδα στο μεταφορικό μέσο, ελέγχεται αν η σφραγίδα είναι άθικτη. Εάν η σφραγίδα είναι άθικτη, διενεργείται δειγματοληπτικός έλεγχος, μόνον εάν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την κανονικότητα του φορτίου·

(ii)

εάν δεν έχει τοποθετηθεί επίσημη τελωνειακή σφραγίδα στο μεταφορικό μέσο ή η τελωνειακή σφραγίδα έχει παραβιαστεί, επανελέγχεται τουλάχιστον το 50 % των βοοειδών που ελέγχθηκαν ατομικά κατά τη φόρτωση.

2.   Τα διαβατήρια των ζώων παραδίδονται στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000.

3.   Ο οργανισμός πληρωμών ελέγχει εξονυχιστικά τις αιτήσεις ενίσχυσης με βάση τα αρχεία πληρωμών και άλλα διαθέσιμα στοιχεία, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα σχετικά με την εξαγωγή έγγραφα και στις παρατηρήσεις των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών και εξακριβώνει αν τα διαβατήρια των ζώων έχουν παραδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 45

Ειδικές διατάξεις για την έκθεση ελέγχου

1.   Όταν τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε συνδυασμό με επιθεωρήσεις κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2003, η έκθεση ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 32 του παρόντος κανονισμού συμπληρώνεται από τις εκθέσεις που συντάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2003.

2.   Στην περίπτωση των επιτόπιων ελέγχων στα σφαγεία που προβλέπονται στο άρθρο 43 παράγραφοι 1 και 2, η έκθεση ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 32 μπορεί να συνίσταται σε σημείωση στα λογιστικά βιβλία του σφαγείου που αναφέρει τα ζώα που ελέγχθηκαν. Όσον αφορά τους φυσικούς ελέγχους των διαδικασιών σφαγής που προβλέπονται στο άρθρο 43 παράγραφος 3, η έκθεση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους κωδικούς αναγνώρισης, το βάρος των σφαγίων και την ημερομηνία σφαγής για όλα τα ζώα που εσφάγησαν και ελέγχθηκαν την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου.

3.   Στην περίπτωση των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 44, η έκθεση ελέγχου μπορεί να συνίσταται μόνο σε αναφορά των ζώων που ελέγχθηκαν.

4.   Εάν από τους επιτόπιους ελέγχους που διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό προκύψουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του τίτλου Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 21/2004, αντίγραφα της έκθεσης ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 32 του παρόντος κανονισμού διαβιβάζονται, χωρίς καθυστέρηση, στις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών.

Ενότητα IV

Επιτόπιοι έλεγχοι για την ειδική στήριξη

Άρθρο 46

Ειδικές διατάξεις για την ειδική στήριξη

1.   Για την ειδική στήριξη που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος τίτλου. Ωστόσο, εάν η εφαρμογή αυτών των διατάξεων δεν ενδείκνυται λόγω της διάρθρωσης του σχετικού καθεστώτος, τα κράτη μέλη προβλέπουν ελέγχους που εξασφαλίζουν επίπεδο ελέγχου ισοδύναμο με εκείνο που ορίζει ο παρών τίτλος.

Τα κράτη μέλη εξακριβώνουν ιδίως:

α)

κατά τον έλεγχο των αιτήσεων ενίσχυσης που υποβάλλονται από ταμεία αλληλοβοήθειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, αν:

(i)

οι γεωργοί ήσαν όντως επιλέξιμοι για την αποζημίωση που κατέβαλε το ταμείο·

(ii)

η αποζημίωση καταβλήθηκε πραγματικά στους γεωργούς μέλη του ταμείου σύμφωνα με το άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

β)

κατά τον επιτόπιο έλεγχο των επενδύσεων που επωφελούνται από την ειδική στήριξη που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, αν η επένδυση έχει υλοποιηθεί.

Οι έλεγχοι που αναφέρονται στο στοιχείο α) του δεύτερου εδαφίου μπορούν να διενεργούνται σε δείγμα ίσο τουλάχιστον με το 10 % των ενδιαφερομένων γεωργών.

2.   Εφόσον το κράτος μέλος διασφαλίζει αποτελεσματικότητα των ελέγχων τουλάχιστον εφάμιλλη εκείνης που επιτυγχάνεται με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, οι έλεγχοι σε επίπεδο εκμετάλλευσης μπορούν να αντικατασταθούν από διοικητικούς ελέγχους ή από ελέγχους στο επίπεδο των αναφερόμενων στο άρθρο 29 παράγραφος 2 υπηρεσιών, φορέων ή οργανισμών οι οποίοι παρέχουν στοιχεία για την επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων επιλεξιμότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Έλεγχοι με αντικείμενο την πολλαπλή συμμόρφωση

Τμήμα I

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 47

Γενικοί κανόνες σχετικά με τη μη συμμόρφωση

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «επανειλημμένη» μη συμμόρφωση νοείται η μη συμμόρφωση προς την ίδια απαίτηση, το ίδιο πρότυπο ή την ίδια υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 4, η οποία διαπιστώνεται περισσότερες από μία φορές εντός περιόδου τριών συναπτών ετών, υπό τον όρο ότι ο γεωργός είχε ενημερωθεί για την προηγούμενη κατάσταση μη συμμόρφωσης και, ανάλογα με την περίπτωση, είχε τη δυνατότητα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να θέσει τέρμα σε αυτήν.

2.   Η «έκταση» της μη συμμόρφωσης προσδιορίζεται λαμβάνοντας ιδίως υπόψη αν η μη συμμόρφωση έχει ευρύτερες επιπτώσεις ή περιορίζεται στην εκμετάλλευση καθεαυτή.

3.   Η «σοβαρότητα» της μη συμμόρφωσης εξαρτάται ιδίως από τη βαρύτητα των συνεπειών της, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της σχετικής απαίτησης ή προτύπου.

4.   Ο «διαρκής χαρακτήρας» της μη συμμόρφωσης εξαρτάται ιδίως από τη χρονική διάρκεια των επιδράσεών της ή από τη δυνατότητα τερματισμού των εν λόγω επιδράσεων με εύλογα μέσα.

Άρθρο 48

Αρμόδια ελεγκτική αρχή

1.   Αρμόδιοι για τον έλεγχο της τήρησης των εκάστοτε απαιτήσεων και προτύπων είναι οι εξειδικευμένοι ελεγκτικοί οργανισμοί.

Οι οργανισμοί πληρωμών είναι αρμόδιοι για τον καθορισμό των μειώσεων ή των αποκλεισμών σε μεμονωμένες περιπτώσεις σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου IV.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι έλεγχοι με αντικείμενο το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων, προτύπων, πράξεων ή τομέων της πολλαπλής συμμόρφωσης διενεργούνται από τους οργανισμούς πληρωμών, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι η αποτελεσματικότητα των ελέγχων είναι τουλάχιστον εφάμιλλη εκείνης που επιτυγχάνεται όταν οι έλεγχοι διεξάγονται από εξειδικευμένο ελεγκτικό οργανισμό.

Τμήμα ΙΙ

Διοικητικοί έλεγχοι

Άρθρο 49

Διοικητικοί έλεγχοι

Ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις, πρότυπα, πράξεις ή τομείς της πολλαπλής συμμόρφωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να διενεργούν διοικητικούς ελέγχους, ειδικότερα εκείνους που προβλέπονται ήδη από τα συστήματα ελέγχου τα οποία ισχύουν για την αντίστοιχη απαίτηση, πρότυπο, πράξη ή τομέα της πολλαπλής συμμόρφωσης.

Τμήμα ΙΙΙ

Επιτόπιοι έλεγχοι

Άρθρο 50

Ελάχιστο ποσοστό ελέγχων

1.   Για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, η αρμόδια ελεγκτική αρχή διενεργεί επιτόπιους ελέγχους τουλάχιστον στο 1 % του συνόλου των γεωργών, οι οποίοι υπέβαλαν αιτήσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων στήριξης για άμεσες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και υπάγονται στην αρμοδιότητα της εν λόγω ελεγκτικής αρχής. Για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, η αρμόδια ελεγκτική αρχή διενεργεί επίσης ελέγχους στο 1 % τουλάχιστον του συνόλου των γεωργών, οι οποίοι υπέχουν υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους και υπάγονται στην αρμοδιότητα της εν λόγω ελεγκτικής αρχής.

Το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να συμπληρώνεται στο επίπεδο της κάθε αρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή στο επίπεδο κάθε πράξης ή προτύπου ή ομάδας πράξεων ή προτύπων. Στις περιπτώσεις όμως που οι έλεγχοι δεν διενεργούνται από τον οργανισμό πληρωμών όπως προβλέπεται στο άρθρο 48, το εν λόγω ελάχιστο ποσοστό ελέγχων μπορεί να συμπληρώνεται στο επίπεδο κάθε οργανισμού πληρωμών.

Σε περίπτωση όπου οι νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα ορίζουν ήδη ελάχιστα ποσοστά ελέγχων, εφαρμόζονται αυτά τα ποσοστά αντί του ελάχιστου ποσοστού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Διαζευκτικά, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που διαπιστώνονται στη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων βάσει των νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν για τις πράξεις και τα πρότυπα, οι οποίοι διενεργούνται εκτός του δείγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, αναφέρονται στην αρμόδια ελεγκτική αρχή που είναι υπεύθυνη για τη σχετική πράξη ή πρότυπο και παρακολουθούνται από αυτή. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2.   Για τον καθορισμό του ελάχιστου ποσοστού ελέγχων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν λαμβάνονται υπόψη οι απαιτούμενες ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 24 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

3.   Εάν κατά τους επιτόπιους ελέγχους διαπιστωθεί σημαντικός βαθμός μη συμμόρφωσης προς δεδομένη πράξη ή πρότυπο, αυξάνεται ο αριθμός των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται για την εν λόγω πράξη ή πρότυπο κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου. Στο πλαίσιο συγκεκριμένης πράξης, η αρμόδια ελεγκτική αρχή μπορεί να αποφασίσει να περιορίσει το πεδίο των εν λόγω πρόσθετων επιτόπιων ελέγχων στις απαιτήσεις ως προς τις οποίες σημειώνονται οι συχνότερες παραβιάσεις.

Άρθρο 51

Επιλογή του δείγματος ελέγχου

1.   Με την επιφύλαξη των ελέγχων που διενεργούνται μετά τον εντοπισμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης οι οποίες υποπίπτουν στην αντίληψη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής με άλλον τρόπο, οι εκμεταλλεύσεις που πρόκειται να ελεγχθούν σύμφωνα με το άρθρο 50 επιλέγονται, κατά περίπτωση, με βάση ανάλυση κινδύνου που διενεργείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ή ανάλυση κινδύνου κατάλληλη για τις απαιτήσεις ή τα πρότυπα. Η εν λόγω ανάλυση κινδύνου μπορεί να διενεργείται σε επίπεδο μεμονωμένης γεωργικής εκμετάλλευσης ή κατηγορίας εκμεταλλεύσεων ή γεωγραφικής περιοχής ή, στην περίπτωση της παραγράφου 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, σε επίπεδο επιχείρησης.

Στην ανάλυση κινδύνου μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α)

συμμετοχή των γεωργών στο σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

β)

συμμετοχή των γεωργών σε σύστημα πιστοποίησης εφόσον το εν λόγω σύστημα είναι συναφές με τις σχετικές απαιτήσεις και πρότυπα.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 50 παράγραφος 1, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να επιλέξει γεωργούς που λαμβάνουν άμεσες ενισχύσεις και γεωργούς που υπέχουν υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, στο πλαίσιο της ίδιας ανάλυσης κινδύνου.

2.   Για την εξασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας, επιλέγεται τυχαία ποσοστό μεταξύ 20 % και 25 % του ελάχιστου αριθμού γεωργών που πρέπει να υποβάλλονται σε επιτόπιους ελέγχους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

Ωστόσο, εάν ο αριθμός των γεωργών που πρόκειται να υποβληθούν σε επιτόπιους ελέγχους υπερβαίνει τον ελάχιστο αριθμό γεωργών που πρέπει να υποβάλλονται σε επιτόπιους ελέγχους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, το ποσοστό των τυχαία επιλεγόμενων γεωργών στο επιπρόσθετο δείγμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 25 %.

3.   Κατά περίπτωση, επιτρέπεται η μερική επιλογή του δείγματος ελέγχου πριν από τη λήξη της εκάστοτε περιόδου υποβολής αιτήσεων με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Το προσωρινό δείγμα συμπληρώνεται όταν είναι διαθέσιμες όλες οι σχετικές αιτήσεις.

4.   Τα δείγματα γεωργών που υποβάλλονται σε έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 50 επιλέγονται από δείγματα γεωργών που έχουν ήδη επιλεγεί δυνάμει των άρθρων 30 και 31 και στους οποίους εφαρμόζονται οι σχετικές απαιτήσεις ή πρότυπα. Ωστόσο, το δείγμα που αναφέρεται στη δεύτερη φράση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 50 παράγραφος 1 αποτελείται από γεωργούς οι οποίοι υπόκεινται στην εφαρμογή των άρθρων 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος.

5.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4, τα δείγματα γεωργών που υποβάλλονται σε έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 50 μπορούν να επιλέγονται από τον πληθυσμό των γεωργών που υποβάλλουν αιτήσεις στο πλαίσιο καθεστώτων στήριξης για άμεσες ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, και από γεωργούς που υπόκεινται στην εφαρμογή των άρθρων 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 και οι οποίοι υπέχουν την υποχρέωση να τηρούν τις σχετικές απαιτήσεις ή πρότυπα.

Στην περίπτωση αυτή:

α)

εάν συναχθεί το συμπέρασμα, βάσει της ανάλυσης κινδύνου σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης, ότι οι μη δικαιούχοι άμεσης ενίσχυσης αντιπροσωπεύουν υψηλότερο κίνδυνο από εκείνους που έχουν υποβάλει αίτηση ενίσχυσης, οι γεωργοί που έχουν υποβάλει αίτηση ενίσχυσης μπορούν να αντικατασταθούν από μη δικαιούχους· στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, ο συνολικός αριθμός των ελεγχόμενων γεωργών πρέπει να καλύπτει το ποσοστό ελέγχων που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1· οι λόγοι των εν λόγω αντικαταστάσεων εξηγούνται και τεκμηριώνονται καταλλήλως·

β)

εάν θεωρείται αποτελεσματικότερο, η ανάλυση κινδύνου μπορεί να διενεργηθεί στο επίπεδο των επιχειρήσεων, ειδικότερα των σφαγείων, των εμπόρων ή των προμηθευτών αντί του επιπέδου της γεωργικής εκμετάλλευσης· οι γεωργοί που ελέγχονται με τον τρόπο αυτό μπορούν να συνυπολογίζονται στο ποσοστό ελέγχων που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1.

6.   Μπορεί να αποφασιστεί συνδυασμός των διαδικασιών που καθορίζονται στις παραγράφους 4 και 5, εφόσον ο συνδυασμός αυτός αυξάνει την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου.

Άρθρο 52

Προσδιορισμός της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις και τα πρότυπα

1.   Στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται, η τήρηση των απαιτήσεων και των προτύπων προσδιορίζεται με τα μέσα που ορίζει η ισχύουσα για την εκάστοτε απαίτηση ή πρότυπο νομοθεσία.

2.   Στις άλλες περιπτώσεις και όπου ενδείκνυται, ο προσδιορισμός πραγματοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο, το οποίο καθορίζεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή και εξασφαλίζει ακρίβεια τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που απαιτείται για τους επίσημους προσδιορισμούς σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις.

3.   Όπου ενδείκνυται, οι επιτόπιοι έλεγχοι επιτρέπεται να διενεργούνται με εφαρμογή τεχνικών τηλεπισκόπησης.

Άρθρο 53

Στοιχεία των επιτόπιων ελέγχων

1.   Κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων στο δείγμα που προβλέπεται στο άρθρο 50, η αρμόδια ελεγκτική αρχή μεριμνά ώστε να ελέγχεται η συμμόρφωση όλων των γεωργών που επιλέγονται κατ’ αυτόν τον τρόπο προς τις απαιτήσεις και τα πρότυπα για τα οποία αυτή είναι αρμόδια.

Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, εάν το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων συμπληρώνεται στο επίπεδο κάθε πράξης ή προτύπου ή ομάδας πράξεων ή προτύπων όπως προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, η συμμόρφωση των επιλεγόμενων γεωργών ελέγχεται ως προς την εν λόγω πράξη ή το πρότυπο ή την ομάδα πράξεων και προτύπων.

Γενικά, κάθε γεωργός που επιλέγεται για επιτόπιο έλεγχο ελέγχεται όταν είναι δυνατό να ελεγχθεί η πλειονότητα των απαιτήσεων και προτύπων για τα οποία επελέγη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τη διάρκεια του έτους επιτυγχάνεται το κατάλληλο επίπεδο ελέγχου για όλες τις απαιτήσεις και πρότυπα.

2.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν, κατά περίπτωση, το σύνολο της γεωργικής γης της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η πραγματική επιθεώρηση των αγρών στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου μπορεί να περιορίζεται σε δείγμα που συνίσταται τουλάχιστον στα μισά αγροτεμάχια της εκμετάλλευσης τα οποία αφορά η απαίτηση ή το πρότυπο, υπό τον όρο ότι το δείγμα αυτό εγγυάται αξιόπιστο και αντιπροσωπευτικό επίπεδο ελέγχου σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις και τα πρότυπα. Εάν κατά τον έλεγχο αυτού του δείγματος διαπιστωθεί μη συμμόρφωση, αυξάνεται το δείγμα αγροτεμαχίων που επιθεωρούνται πραγματικά.

Επιπλέον, εφόσον αυτό προβλέπεται στις ισχύουσες για τις πράξεις ή τα πρότυπα νομοθετικές διατάξεις, η πραγματική εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις και τα πρότυπα στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου μπορεί να περιοριστεί σε αντιπροσωπευτικό δείγμα των προς έλεγχο αντικειμένων. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ωστόσο ότι οι έλεγχοι διενεργούνται για όλες τις απαιτήσεις και τα πρότυπα για τα οποία η συμμόρφωση μπορεί να ελεγχθεί κατά τον χρόνο της επιθεώρησης.

3.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διενεργούνται, κατά κανόνα, στο πλαίσιο μιας επιθεώρησης και καλύπτουν τις απαιτήσεις και τα πρότυπα, των οποίων η τήρηση μπορεί να ελεγχθεί κατά τον χρόνο αυτής της επιθεώρησης, με στόχο τον εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων μη συμμόρφωσης προς τις εν λόγω απαιτήσεις και πρότυπα και, επιπλέον, περιπτώσεων που πρέπει να ελεγχθούν περαιτέρω.

4.   Εφόσον το κράτος μέλος διασφαλίζει αποτελεσματικότητα των ελέγχων τουλάχιστον εφάμιλλη εκείνης που επιτυγχάνεται με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, οι έλεγχοι σε επίπεδο εκμετάλλευσης μπορούν να αντικατασταθούν από διοικητικούς ελέγχους ή από τους ελέγχους στο επίπεδο των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β).

5.   Κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν εξειδικευμένους αντικειμενικούς δείκτες ελέγχου για ορισμένες απαιτήσεις ή πρότυπα, εφόσον διασφαλίζουν ότι η αποτελεσματικότητα του ελέγχου των σχετικών απαιτήσεων και προτύπων είναι τουλάχιστον εφάμιλλη εκείνης των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται χωρίς τη χρήση δεικτών.

Οι δείκτες πρέπει να συνδέονται άμεσα με τις απαιτήσεις ή τα πρότυπα που αντιπροσωπεύουν και να καλύπτουν όλα τα προς έλεγχο στοιχεία όταν ελέγχεται κάποια απαίτηση ή πρότυπο.

6.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι στο δείγμα που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 διενεργούνται εντός του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο υποβλήθηκαν οι αιτήσεις ενίσχυσης.

Άρθρο 54

Έκθεση ελέγχου

1.   Για κάθε επιτόπιο έλεγχο δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, ανεξαρτήτως του εάν ο γεωργός επιλέχθηκε για επιτόπιο έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 51 ή μετά τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης που υπέπεσε στην αντίληψη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής με άλλον τρόπο, η αρμόδια ελεγκτική αρχή συντάσσει έκθεση ελέγχου.

Η έκθεση υποδιαιρείται στα ακόλουθα μέρη:

α)

ένα γενικό μέρος που περιλαμβάνει ιδίως τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i)

τον γεωργό που επιλέχθηκε για τον επιτόπιο έλεγχο·

(ii)

τα πρόσωπα που ήταν παρόντα·

(iii)

εάν η επιθεώρηση έγινε κατόπιν προειδοποίησης του γεωργού και, εάν ναι, το διάστημα που μεσολάβησε από την προειδοποίηση·

β)

ένα μέρος στο οποίο αναφέρονται χωριστά οι εξακριβώσεις που πραγματοποιήθηκαν όσον αφορά κάθε πράξη και πρότυπο και το οποίο περιλαμβάνει, ειδικότερα, τις ακόλουθες πληροφορίες:

(i)

τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που αποτελούσαν το αντικείμενο του επιτόπιου ελέγχου·

(ii)

το είδος και την έκταση των εξακριβώσεων που πραγματοποιήθηκαν·

(iii)

τις διαπιστώσεις·

(iv)

τις πράξεις και τα πρότυπα σε σχέση με τα οποία διαπιστώθηκε μη συμμόρφωση·

γ)

ένα μέρος αξιολόγησης, στο οποίο εκτιμάται η σημασία της μη συμμόρφωσης σε σχέση με κάθε πράξη ή/και πρότυπο, βάσει των κριτηρίων «σοβαρότητα», «έκταση», «διαρκής χαρακτήρας» και «επανάληψη» σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, με μνεία των παραγόντων που ενδεχομένως δικαιολογούν αύξηση ή ελάττωση της μείωσης που πρέπει να επιβληθεί.

Εάν οι διατάξεις που διέπουν την εξεταζόμενη απαίτηση ή πρότυπο αφήνουν περιθώρια να μην δίδεται συνέχεια στις διαπιστούμενες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει σχετική μνεία. Το ίδιο ισχύει στις περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος παρέχει περίοδο χάριτος για τη συμμόρφωση προς νεοεισαχθέντα κοινοτικά πρότυπα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005, ή περίοδο χάριτος για τη συμμόρφωση των νέων γεωργών με τα ισχύοντα κοινοτικά πρότυπα, όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο.

2.   Ο γεωργός ενημερώνεται σχετικά με τυχόν διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία διενέργειας του επιτόπιου ελέγχου.

Εάν ο γεωργός δεν λάβει άμεσα επανορθωτικά μέτρα τερματίζοντας έτσι τη μη συμμόρφωση που διαπιστώθηκε κατά την έννοια του άρθρου 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, πληροφορείται ότι πρέπει να ληφθούν επανορθωτικά μέτρα σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

Εάν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα να μην επιβάλει μείωση ή αποκλεισμό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, ο ενδιαφερόμενος γεωργός πληροφορείται, το αργότερο εντός μηνός από τη λήψη της απόφασης να μην επιβληθεί η μείωση ή ο αποκλεισμός από την ενίσχυση, ότι πρέπει να ληφθούν επανορθωτικά μέτρα.

3.   Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει τις απαιτήσεις και τα πρότυπα, η έκθεση ελέγχου οριστικοποιείται εντός μηνός από τον επιτόπιο έλεγχο. Ωστόσο, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ιδίως εάν το απαιτεί η φυσική ή χημική ανάλυση, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σε τρεις μήνες.

Εάν η αρμόδια ελεγκτική αρχή είναι άλλη από τον οργανισμό πληρωμών, η έκθεση διαβιβάζεται στον οργανισμό πληρωμών ή στη συντονιστική αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίησή της.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΒΑΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΜΕΙΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Παράλειψη δήλωσης εκτάσεων

Άρθρο 55

Παράλειψη δήλωσης του συνόλου των εκτάσεων

1.   Εάν, για ένα συγκεκριμένο έτος, ο γεωργός δεν δηλώσει όλες τις εκτάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 8 και η διαφορά μεταξύ της συνολικής έκτασης που δηλώθηκε στην ενιαία αίτηση, αφενός, και της δηλωθείσας έκτασης συν τη συνολική έκταση των αγροτεμαχίων που δεν δηλώθηκαν, αφετέρου, υπερβαίνει το 3 % της δηλωθείσας έκτασης, το συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων που είναι καταβλητέες στον εν λόγω γεωργό για το συγκεκριμένο έτος μειώνεται σε ποσοστό μέχρι 3 %, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράλειψης.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και στις ενισχύσεις οι οποίες χορηγούνται στο πλαίσιο των καθεστώτων που προβλέπονται στα άρθρα 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, στις περιπτώσεις που ο γεωργός υπέχει υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του εν λόγω κανονισμού. Το ποσοστό της μείωσης εφαρμόζεται στο συνολικό καταβλητέο ποσό, διαιρούμενο διά του αριθμού των ετών που αναφέρονται στα άρθρα 85κ και 103κθ του ίδιου κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Διαπιστώσεις σχετικές με τα κριτήρια επιλεξιμότητας

Τμήμα Ι

Καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης και άλλα καθεστώτα στρεμματικής ενίσχυσης

Άρθρο 56

Γενικές αρχές

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, διακρίνονται οι ακόλουθες καλλιεργητικές ομάδες, κατά περίπτωση:

α)

εκτάσεις που δηλώνονται με σκοπό την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, ανάλογα με την περίπτωση, και οι οποίες πρέπει να πληρούν τους ειδικούς για καθεμία όρους·

β)

εκτάσεις για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009·

γ)

μια ομάδα για κάθε έκταση για τους σκοπούς κάθε άλλου καθεστώτος στρεμματικής ενίσχυσης, για το οποίο ισχύει διαφορετικό ύψος ενίσχυσης·

δ)

εκτάσεις που δηλώνονται στη στήλη «λοιπές χρήσεις».

Για την εφαρμογή του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της αξίας των διαφόρων δικαιωμάτων ενίσχυσης για την αντίστοιχη έκταση που έχει δηλωθεί.

2.   Εάν η ίδια έκταση χρησιμεύει ως βάση για αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο περισσότερων του ενός καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης, η έκταση αυτή λαμβάνεται υπόψη χωριστά για καθένα από τα εν λόγω καθεστώτα ενίσχυσης.

Άρθρο 57

Βάση υπολογισμού σε σχέση με τις εκτάσεις που δηλώνονται

1.   Στην περίπτωση αιτήσεων ενίσχυσης στο πλαίσιο καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης, με εξαίρεση τις ενισχύσεις για γεώμηλα αμυλοποιίας και σπόρους προς σπορά που προβλέπονται στα τμήματα 2 και 5 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εάν διαπιστωθεί ότι η προσδιορισθείσα έκταση μιας καλλιεργητικής ομάδας είναι μεγαλύτερη από τη δηλωθείσα στην αίτηση ενίσχυσης, χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της ενίσχυσης η δηλωθείσα έκταση.

2.   Όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης:

εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δηλωθέντων δικαιωμάτων ενίσχυσης και της δηλωθείσας έκτασης, ως βάση για τον υπολογισμό της ενίσχυσης λαμβάνεται το μικρότερο μέγεθος·

εάν ο αριθμός των δηλωθέντων δικαιωμάτων ενίσχυσης υπερβαίνει τον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που έχει στη διάθεσή του ο γεωργός, τα δηλωθέντα δικαιώματα ενίσχυσης περιορίζονται στον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που έχει στη διάθεσή του ο γεωργός.

3.   Με την επιφύλαξη μειώσεων και αποκλεισμών σύμφωνα με τα άρθρα 58 και 60 του παρόντος κανονισμού, στην περίπτωση αιτήσεων ενίσχυσης στο πλαίσιο καθεστώτων στρεμματικής ενίσχυσης, με εξαίρεση τις ενισχύσεις για γεώμηλα αμυλοποιίας και σπόρους προς σπορά που προβλέπονται στα τμήματα 2 και 5 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εάν η δηλωθείσα έκταση στην ενιαία αίτηση υπερβαίνει την προσδιορισθείσα για τη συγκεκριμένη καλλιεργητική ομάδα, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την προσδιορισθείσα έκταση για την εν λόγω καλλιεργητική ομάδα.

Εντούτοις, με την επιφύλαξη του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εάν η διαφορά μεταξύ της συνολικής προσδιορισθείσας έκτασης και της συνολικής έκτασης που έχει δηλωθεί για ενίσχυση στο πλαίσιο των καθεστώτων ενίσχυσης που προβλέπονται στους τίτλους ΙΙΙ, IV και V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 είναι ίση με 0,1 εκτάριο ή μικρότερη, η προσδιορισθείσα έκταση θεωρείται ίση με τη δηλωθείσα έκταση. Για τον υπολογισμό αυτό λαμβάνονται υπόψη μόνο οι δηλωθείσες ως μεγαλύτερες εκτάσεις σε επίπεδο καλλιεργητικής ομάδας.

Το δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η διαφορά αντιπροσωπεύει άνω του 20 % της συνολικής έκτασης που έχει δηλωθεί για τις ενισχύσεις.

Άρθρο 58

Μειώσεις και αποκλεισμοί σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική

Εάν, όσον αφορά μια καλλιεργητική ομάδα, η έκταση που έχει δηλωθεί για τους σκοπούς οποιουδήποτε καθεστώτος στρεμματικής ενίσχυσης, με εξαίρεση τις ενισχύσεις για τα γεώμηλα αμυλοποιίας και τους σπόρους προς σπορά που προβλέπονται στα τμήματα 2 και 5 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, υπερβαίνει την έκταση που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 57 του παρόντος κανονισμού, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την προσδιορισθείσα έκταση, μειωμένη κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εάν η εν λόγω διαφορά υπερβαίνει το 3 % ή τα δύο εκτάρια, χωρίς όμως να υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης.

Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση βάσει της έκτασης για τη σχετική καλλιεργητική ομάδα.

Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 50 %, ο γεωργός αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενισχύσεων μέχρι ποσού ίσου με εκείνο που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της δηλωθείσας έκτασης και της προσδιορισθείσας σύμφωνα με το άρθρο 57 του παρόντος κανονισμού. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006 της Επιτροπής (20). Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

Άρθρο 59

Μειώσεις σε περιπτώσεις παρατυπιών σε σχέση με το μέγεθος των εκτάσεων που δηλώθηκαν για καταβολή ενίσχυσης για τα γεώμηλα αμυλοποιίας και τους σπόρους προς σπορά

1.   Εάν διαπιστωθεί ότι η έκταση που πράγματι καλλιεργείται με γεώμηλα είναι μικρότερη κατά ποσοστό άνω του 10 % από την έκταση που έχει δηλωθεί για την καταβολή της ενίσχυσης για τα γεώμηλα αμυλοποιίας, η οποία προβλέπεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η καταβλητέα ενίσχυση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς.

2.   Εάν διαπιστωθεί ότι η έκταση που πράγματι καλλιεργείται με σπόρους προς σπορά είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό άνω του 10 % από την έκταση που έχει δηλωθεί για την καταβολή της ενίσχυσης για τους σπόρους προς σπορά, η οποία προβλέπεται στο τμήμα 5 του κεφαλαίου 1 του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η καταβλητέα ενίσχυση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς.

3.   Εάν διαπιστωθεί ότι οι παρατυπίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 διαπράχθηκαν εκ προθέσεως από τον γεωργό, δεν εγκρίνεται το σύνολο του ποσού ενίσχυσης που αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους.

Στην περίπτωση αυτή, ο γεωργός αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενίσχυσης ύψους ίσου με το εν λόγω ποσό. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006. Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

Άρθρο 60

Εκ προθέσεως δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική

Εάν διαπιστωθεί ότι οι διαφορές μεταξύ της δηλωθείσας έκτασης και της προσδιορισθείσας σύμφωνα με το άρθρο 57 οφείλονται σε εκ προθέσεως δηλώσεις έκτασης μεγαλύτερης της πραγματικής, δεν χορηγείται η ενίσχυση την οποία θα δικαιούνταν ο γεωργός σύμφωνα με το άρθρο 57 για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος δυνάμει του συγκεκριμένου καθεστώτος ενίσχυσης, εάν η διαφορά υπερβαίνει το 0,5 % της προσδιορισθείσας έκτασης ή το ένα εκτάριο.

Επιπλέον, εάν η εν λόγω διαφορά υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης, ο γεωργός αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενισχύσεων μέχρι ποσού ίσου με εκείνο που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της δηλωθείσας έκτασης και της προσδιορισθείσας σύμφωνα με το άρθρο 57. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006. Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

Άρθρο 61

Μειώσεις και αποκλεισμοί όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης για σπόρους προς σπορά

1.   Εάν διαπιστωθεί ότι σπόροι προς σπορά που για τους οποίους υποβλήθηκε αίτηση ενίσχυσης δεν διατέθηκαν πράγματι στην αγορά για σπορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) υπό iii), η καταβλητέα ενίσχυση για το συγκεκριμένο φυτικό είδος, μετά την ενδεχόμενη επιβολή μειώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, μειώνεται κατά 50 %, εάν η ποσότητα που δεν διατέθηκε στην αγορά υπερβαίνει το 2 %, χωρίς όμως να υπερβαίνει το 5 %, της ποσότητας που καλύπτεται από την αίτηση ενίσχυσης. Εάν η ποσότητα που δεν διατέθηκε στην αγορά υπερβαίνει το 5 %, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση για σπόρους προς σπορά για τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας.

2.   Εάν διαπιστωθεί ότι ζητείται ενίσχυση για σπόρους προς σπορά που δεν πιστοποιήθηκαν επίσημα ή δεν συγκομίστηκαν στο υπόψη κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους έναρξης της περιόδου εμπορίας για την οποία έχει καθοριστεί η ενίσχυση, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση για την εν λόγω περίοδο εμπορίας ούτε και για την επόμενη.

Άρθρο 62

Μειώσεις και αποκλεισμοί όσον αφορά την ειδική ενίσχυση καλλιέργειας για το βαμβάκι

Με την επιφύλαξη της ενδεχόμενης επιβολής μειώσεων και αποκλεισμών σύμφωνα με τα άρθρα 58 ή 60 του παρόντος κανονισμού, εάν διαπιστωθεί ότι ο γεωργός δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009, ο εν λόγω γεωργός στερείται του δικαιώματος αύξησης της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009. Επιπροσθέτως, η ενίσχυση για το βαμβάκι ανά επιλέξιμο εκτάριο σύμφωνα με το άρθρο 90 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 μειώνεται κατά το ποσό της αύξησης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού για τον συγκεκριμένο γεωργό.

Τμήμα ΙΙ

Πριμοδοτήσεις ζώων

Άρθρο 63

Βάση υπολογισμού

1.   Στις περιπτώσεις όπου ισχύει ατομικό όριο ή ατομικό ανώτατο όριο, ο αριθμός ζώων που αναφέρεται στις αιτήσεις ενίσχυσης περιορίζεται στο όριο ή στο ανώτατο όριο που έχει καθοριστεί για τον συγκεκριμένο γεωργό.

2.   Σε καμία περίπτωση δεν χορηγείται ενίσχυση για αριθμό ζώων μεγαλύτερο από τον αναφερόμενο στην αίτηση ενίσχυσης.

3.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 65 και 66, εάν ο αριθμός ζώων που έχει δηλωθεί σε αίτηση ενίσχυσης υπερβαίνει εκείνον που έχει προσδιοριστεί κατόπιν διοικητικών ή επιτόπιων ελέγχων, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση τα προσδιορισθέντα ζώα.

4.   Όταν διαπιστώνονται παρατυπίες όσον αφορά το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α)

βοοειδές που έχει απολέσει ένα από τα δύο ενώτια θεωρείται ότι έχει προσδιοριστεί, υπό τον όρο ότι αναγνωρίζεται σαφώς και ατομικώς βάσει των άλλων στοιχείων του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών·

β)

εάν οι διαπιστούμενες παρατυπίες αφορούν εσφαλμένες καταχωρήσεις στο μητρώο ή στα διαβατήρια των ζώων, το συγκεκριμένο ζώο θεωρείται ότι δεν έχει προσδιοριστεί, μόνον εάν τα σχετικά σφάλματα διαπιστωθούν τουλάχιστον σε δύο ελέγχους εντός 24 μηνών. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα συγκεκριμένα ζώα θεωρούνται ως μη προσδιορισθέντα μετά την πρώτη διαπίστωση.

Στις καταχωρήσεις και τις δηλώσεις στο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών εφαρμόζεται το άρθρο 21.

Άρθρο 64

Αντικατάσταση

1.   Τα βοοειδή που είναι παρόντα στην εκμετάλλευση θεωρούνται προσδιορισθέντα, μόνον εάν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους στην αίτηση ενίσχυσης. Ωστόσο, οι θηλάζουσες αγελάδες ή οι δαμαλίδες για τις οποίες ζητείται ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 111 ή το άρθρο 115 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 μπορούν να αντικαθίστανται κατά την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής εντός των ορίων που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα, χωρίς αυτό να επιφέρει απώλεια του δικαιώματος λήψης της αιτούμενης ενίσχυσης.

2.   Οι αντικαταστάσεις κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 πραγματοποιούνται εντός 20 ημερών από το συμβάν που κατέστησε αναγκαία την αντικατάσταση και καταχωρούνται στο μητρώο το αργότερο τρεις ημέρες μετά την ημέρα της αντικατάστασης. Η αρμόδια αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η αίτηση ενίσχυσης ενημερώνεται εντός επτά ημερών από την αντικατάσταση.

Εντούτοις, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τις δυνατότητες που παρέχει το άρθρο 16 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι η δήλωση, στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή, της αναχώρησης του ενός ζώου από την εκμετάλλευση και της άφιξης του άλλου ζώου στην εκμετάλλευση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, μπορεί να υποκαταστήσει τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών στην αρμόδια αρχή.

3.   Εάν ο γεωργός έχει υποβάλει αίτηση ενίσχυσης τόσο για προβατίνες όσο και για αίγες και το ύψος της ενίσχυσης που καταβάλλεται είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις, μια προβατίνα μπορεί να αντικατασταθεί από αίγα και αντιστρόφως. Οι προβατίνες και οι αίγες για τις οποίες ζητείται ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 101 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 μπορούν να αντικαθίστανται κατά την περίοδο υποχρεωτικής κατοχής εντός των ορίων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς αυτό να επιφέρει απώλεια του δικαιώματος λήψης της αιτούμενης ενίσχυσης.

4.   Οι αντικαταστάσεις κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 πραγματοποιούνται εντός 10 ημερών από το συμβάν που κατέστησε αναγκαία την αντικατάσταση και καταχωρούνται στο μητρώο το αργότερο τρεις ημέρες μετά την ημέρα της αντικατάστασης. Η αρμόδια αρχή στην οποία έχει υποβληθεί η αίτηση ενημερώνεται εντός επτά ημερών από την αντικατάσταση.

Άρθρο 65

Μειώσεις και αποκλεισμοί όσον αφορά τα βοοειδή για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης

1.   Εάν, σε σχέση με μια αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο των καθεστώτων ενισχύσεων για τα βοοειδή, διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του δηλωθέντος αριθμού ζώων και του προσδιορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης, το οποίο δικαιούται ο γεωργός στο πλαίσιο αυτών των καθεστώτων για τη συγκεκριμένη περίοδο πριμοδότησης, μειώνεται κατά το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον οι παρατυπίες δεν αφορούν περισσότερα από τρία ζώα.

2.   Εάν οι διαπιστούμενες παρατυπίες αφορούν περισσότερα από τρία ζώα, το συνολικό ποσό της ενίσχυσης, το οποίο δικαιούται ο γεωργός στο πλαίσιο των καθεστώτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για τη συγκεκριμένη περίοδο πριμοδότησης, μειώνεται κατά:

α)

το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, εάν αυτό δεν υπερβαίνει το 10 %·

β)

το διπλάσιο του ποσοστού που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, εάν αυτό υπερβαίνει το 10 %, χωρίς όμως να υπερβαίνει το 20 %.

Εάν το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 υπερβαίνει το 20 %, δεν χορηγείται για τη συγκεκριμένη περίοδο πριμοδότησης η ενίσχυση την οποία θα δικαιούνταν ο γεωργός σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3 στο πλαίσιο των εν λόγω καθεστώτων.

Εάν το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου υπερβαίνει το 50 %, ο γεωργός, επιπλέον, αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενισχύσεων μέχρι ποσού ίσου με εκείνο που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του δηλωθέντος αριθμού ζώων και του προσδιορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006. Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

3.   Για να καθοριστούν τα ποσοστά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ο αριθμός των βοοειδών, για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση στο πλαίσιο όλων των καθεστώτων ενισχύσεων για βοοειδή κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου πριμοδότησης και σε σχέση με τα οποία διαπιστώθηκαν παρατυπίες, διαιρείται διά του συνολικού αριθμού βοοειδών που προσδιορίστηκε για την εν λόγω περίοδο πριμοδότησης.

Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 16 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα δυνητικά επιλέξιμα ζώα, για τα οποία διαπιστώνεται εσφαλμένη ταυτοποίηση ή καταγραφή στο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών, θεωρούνται ζώα για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες. Όσον αφορά την πριμοδότηση σφαγής που προβλέπεται στο άρθρο 116 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου, μόνο ζώα που πράγματι σφάζονται εντός του συγκεκριμένου έτους θεωρούνται δυνητικά επιλέξιμα ζώα.

Όσον αφορά την πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες σύμφωνα με το άρθρο 111 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, οι παρατυπίες που διαπιστώνονται σε σχέση με το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών κατανέμονται αναλογικά μεταξύ του αριθμού των ζώων που χρειάζονται για τη λήψη της πριμοδότησης και των ζώων που χρειάζονται για την παράδοση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 2 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού. Ωστόσο, οι παρατυπίες αυτές καταλογίζονται πρώτα στον αριθμό ζώων που δεν χρειάζονται, εντός των ατομικών ορίων ή ανωτάτων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 111 παράγραφος 2 στοιχείο β) και στο άρθρο 112 του εν λόγω κανονισμού.

4.   Εάν οι διαφορές μεταξύ του δηλωθέντος αριθμού ζώων και του προσδιορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3 οφείλονται σε παρατυπίες που διαπράχθηκαν εκ προθέσεως, απορρίπτεται η ενίσχυση την οποία θα δικαιούνταν ο γεωργός στο πλαίσιο του ή των σχετικών καθεστώτων ενισχύσεων για βοοειδή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 63 παράγραφος 3 για τη συγκεκριμένη περίοδο πριμοδότησης.

Εάν η διαφορά που διαπιστώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου υπερβαίνει το 20 %, ο γεωργός αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενισχύσεων μέχρι ποσού ίσου προς εκείνο που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του δηλωθέντος αριθμού ζώων και του προσδιορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006. Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

Άρθρο 66

Μειώσεις και αποκλεισμοί όσον αφορά τα αιγοπρόβατα για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης

1.   Εάν, σε σχέση με αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων για τα αιγοπρόβατα, διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του δηλωθέντος αριθμού ζώων και του προσδιορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 65 παράγραφοι 2, 3 και 4 από το πρώτο ζώο για το οποίο διαπιστώθηκαν παρατυπίες.

2.   Εάν διαπιστωθεί ότι ένας εκτροφέας προβάτων που διαθέτει στην αγορά πρόβειο γάλα ή προϊόντα από πρόβειο γάλα δεν το έχει δηλώσει στην αίτηση πριμοδότησης, το ποσό της ενίσχυσης που δικαιούται, περιορίζεται στο ποσό της πριμοδότησης που καταβάλλεται στους εκτροφείς προβάτων, οι οποίοι διαθέτουν στην αγορά πρόβειο γάλα και προϊόντα από πρόβειο γάλα, μειωμένο κατά τη διαφορά μεταξύ αυτού του ποσού και του πλήρους ποσού της πριμοδότησης για προβατίνες.

3.   Εάν, όσον αφορά τις αιτήσεις για συμπληρωματική πριμοδότηση, διαπιστωθεί ότι δεν βρίσκεται τουλάχιστον το 50 % της έκτασης της εκμετάλλευσης που χρησιμοποιείται για γεωργικούς σκοπούς σε περιοχή που αναφέρεται στο άρθρο 102 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, δεν καταβάλλεται συμπληρωματική πριμοδότηση, ενώ η πριμοδότηση για αιγοπρόβατα μειώνεται κατά το ισόποσο του 50 % της συμπληρωματικής πριμοδότησης.

4.   Εάν διαπιστωθεί ότι το ποσοστό της χρησιμοποιούμενης για γεωργικούς σκοπούς έκτασης της εκμετάλλευσης το οποίο βρίσκεται σε περιοχή που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1121/2009, είναι μικρότερο από 50 %, δεν καταβάλλεται η πριμοδότηση για τις αίγες.

5.   Εάν, στην περίπτωση παραγωγού που μετακινεί εποχιακά το ποίμνιό του και έχει υποβάλει αίτηση για συμπληρωματική πριμοδότηση, διαπιστωθεί ότι δεν βόσκησε το 90 % των ζώων του για 90 ημέρες τουλάχιστον σε περιοχή που αναφέρεται στο άρθρο 102 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, δεν καταβάλλεται συμπληρωματική πριμοδότηση, ενώ η πριμοδότηση για αιγοπρόβατα μειώνεται κατά το ισόποσο του 50 % της συμπληρωματικής πριμοδότησης.

6.   Εάν διαπιστωθεί ότι η παρατυπία που αναφέρεται στις παραγράφους 2, 3, 4 ή 5 οφείλεται σε παρατυπίες που διαπράχθηκαν εκ προθέσεως, δεν εγκρίνεται το σύνολο του ποσού ενίσχυσης που αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους.

Στην περίπτωση αυτή, ο γεωργός αποκλείεται και πάλι από τη λήψη ενίσχυσης ύψους ίσου με το εν λόγω ποσό. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 885/2006. Εάν το ποσό δεν μπορεί να συμψηφιστεί εξ ολοκλήρου σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο κατά τη διάρκεια των τριών ημερολογιακών ετών που έπονται του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης, το υπόλοιπο της οφειλής διαγράφεται.

7.   Όσον αφορά τους γεωργούς που εκτρέφουν προβατίνες και αίγες, για τις οποίες δικαιούνται το ίδιο ύψος πριμοδότησης, εάν από επιτόπιο έλεγχο προκύψει διαφορά στη σύνθεση του ποιμνίου ως προς τον αριθμό των ζώων ανά είδος, τα ζώα θεωρείται ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα.

Άρθρο 67

Φυσικά περιστατικά

Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στα άρθρα 65 και 66 δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου, λόγω των επιπτώσεων φυσικών περιστατικών στην αγέλη ή στο ποίμνιο, ο γεωργός αδυνατεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εκτρέφει, κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής, τα ζώα για τα οποία έχει υποβάλει αίτηση ενίσχυσης, υπό τον όρο ότι έχει ενημερώσει εγγράφως την αρμόδια αρχή εντός δέκα εργασίμων ημερών από τη διαπίστωση της μείωσης του αριθμού των ζώων.

Με την επιφύλαξη των πραγματικών συνθηκών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναγνωρίζουν, ειδικότερα, τα ακόλουθα φυσικά περιστατικά της διαβίωσης της αγέλης ή του ποιμνίου:

α)

θάνατος ζώου εξαιτίας ασθένειας·

β)

θάνατος ζώου μετά από ατύχημα, για το οποίο δεν ευθύνεται ο γεωργός.

Άρθρο 68

Εσφαλμένα πιστοποιητικά και δηλώσεις σφαγείων

Όσον αφορά τις δηλώσεις ή τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από τα σφαγεία σε σχέση με την ειδική πριμοδότηση βοοειδών που προβλέπεται στο άρθρο 110 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και την πριμοδότηση σφαγής που προβλέπεται στο άρθρο 116 του ίδιου κανονισμού, εάν διαπιστωθεί ότι το σφαγείο χορήγησε εσφαλμένο πιστοποιητικό ή δήλωση από βαριά αμέλεια ή από πρόθεση, το κράτος μέλος επιβάλλει τις κατάλληλες εθνικές κυρώσεις. Εάν οι παρατυπίες αυτές διαπιστωθούν για δεύτερη φορά, αφαιρείται από το εμπλεκόμενο σφαγείο, για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους, το δικαίωμα έκδοσης δηλώσεων ή πιστοποιητικών που ισχύουν για την καταβολή πριμοδοτήσεων.

Τμήμα ΙΙΙ

Ειδική στήριξη

Άρθρο 69

Διαπιστώσεις σχετικές με την ειδική στήριξη

Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο της ειδικής στήριξης, τα κράτη μέλη προβλέπουν, για κάθε μέτρο, μειώσεις και αποκλεισμούς ισοδύναμους κατ’ ουσία με τους προβλεπόμενους στον παρόντα τίτλο. Στην περίπτωση των στρεμματικών ενισχύσεων ή των ενισχύσεων για ζώα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος τίτλου. Επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1975/2006 της Επιτροπής (21).

Όσον αφορά τα στοιχεία που παρέχονται από υπηρεσίες, φορείς ή οργανισμούς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, εάν διαπιστωθεί ότι έχουν παρασχεθεί εσφαλμένα στοιχεία από βαριά αμέλεια ή από πρόθεση, το οικείο κράτος μέλος επιβάλλει τις κατάλληλες εθνικές κυρώσεις. Εάν οι παρατυπίες αυτές διαπιστωθούν για δεύτερη φορά, αφαιρείται από την εμπλεκόμενη υπηρεσία, φορέα ή οργανισμό, για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους, το δικαίωμα παροχής στοιχείων που ισχύουν για την καταβολή πριμοδοτήσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Διαπιστώσεις σχετικές με την πολλαπλή συμμόρφωση

Άρθρο 70

Γενικές αρχές και ορισμός

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 47.

2.   Για την εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, στους γεωργούς που υπόκεινται στην πολλαπλή συμμόρφωση σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ως υποβολή της αίτησης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 νοείται η ετήσια υποβολή του εντύπου ενιαίας αίτησης.

3.   Εάν περισσότεροι του ενός οργανισμοί πληρωμών είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση των διαφόρων καθεστώτων στήριξης που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 36 στοιχείο α) υπό i) έως v) και στοιχείο β) υπό i), iv) και v) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 και των ενισχύσεων οι οποίες χορηγούνται στο πλαίσιο των καθεστώτων που προβλέπονται στα άρθρα 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε οι προσδιορισθείσες καταστάσεις μη συμμόρφωσης και, κατά περίπτωση, οι αντίστοιχες μειώσεις και αποκλεισμοί να τίθενται υπόψη όλων των οργανισμών πληρωμών που είναι αρμόδιοι για την καταβολή αυτών των ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η μη τήρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας συνιστά επίσης μη συμμόρφωση και το αντίστροφο. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, ότι επιβάλλεται ενιαίο ποσοστό μείωσης.

4.   Οι καταστάσεις μη συμμόρφωσης θεωρούνται «προσδιορισθείσες», εάν έχουν διαπιστωθεί κατόπιν ελέγχου οποιουδήποτε είδους, ο οποίος διενεργήθηκε σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ή έχουν υποπέσει στην αντίληψη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή, κατά περίπτωση, του οργανισμού πληρωμών με άλλον τρόπο.

5.   Εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας και εξαιρετικών περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 75 του παρόντος κανονισμού, όταν γεωργός που υπέχει υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 δεν υποβάλλει το έντυπο ενιαίας αίτησης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 11 του παρόντος κανονισμού, επιβάλλεται μείωση κατά 1 % ανά εργάσιμη ημέρα. Η μέγιστη μείωση περιορίζεται σε 25 %. Η μείωση επιβάλλεται στο συνολικό καταβλητέο ποσό των ενισχύσεων οι οποίες χορηγούνται στο πλαίσιο των καθεστώτων που προβλέπονται στα άρθρα 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, διαιρούμενο διά του αριθμού των ετών που αναφέρονται στα άρθρα 85κ και 103κθ του ίδιου κανονισμού.

6.   Όταν προσδιορίζονται περισσότερες της μιας καταστάσεις μη συμμόρφωσης προς διάφορες πράξεις ή πρότυπα για τον ίδιο τομέα πολλαπλής συμμόρφωσης, οι καταστάσεις αυτές θεωρούνται ως μία κατάσταση μη συμμόρφωσης για τον καθορισμό της μείωσης σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 1 και το άρθρο 72 παράγραφος 1.

7.   Η μη συμμόρφωση με πρότυπο, το οποίο επίσης συνιστά απαίτηση, θεωρείται ότι αποτελεί μία κατάσταση μη συμμόρφωσης. Για τον υπολογισμό των μειώσεων, η μη συμμόρφωση θεωρείται ότι εντάσσεται στο πεδίο της απαίτησης.

8.   Για την επιβολή μειώσεων, το ποσοστό της μείωσης επιβάλλεται:

α)

στο συνολικό ποσό των άμεσων ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί ή πρέπει να χορηγηθούν στον συγκεκριμένο γεωργό κατόπιν των αιτήσεων ενίσχυσης που υπέβαλε ή θα υποβάλει κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους της διαπίστωσης και

β)

στο συνολικό ποσό των ενισχύσεων οι οποίες χορηγούνται στο πλαίσιο των καθεστώτων που προβλέπονται στα άρθρα 85ιστ, 103ιζ και 103ιη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, διαιρούμενο διά του αριθμού των ετών που αναφέρονται στα άρθρα 85κ και 103κθ του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 71

Επιβολή μειώσεων σε περίπτωση αμέλειας

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 77, εάν η προσδιορισθείσα μη συμμόρφωση οφείλεται σε αμέλεια του γεωργού, επιβάλλεται μείωση. Η μείωση αυτή ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 3 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8.

Εντούτοις, ο οργανισμός πληρωμών μπορεί, βασιζόμενος στην εκτίμηση της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής που περιέχεται στο μέρος αξιολόγησης της έκθεσης ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ), να αποφασίσει είτε να μειώσει το ανωτέρω ποσοστό σε 1 % είτε να το αυξήσει σε 5 % του εν λόγω συνολικού ποσού ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο, να μην επιβάλει καμία μείωση.

2.   Εάν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα να μην επιβάλει μείωση ή αποκλεισμό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, και ο γεωργός δεν λάβει επανορθωτικά μέτρα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, επιβάλλεται η μείωση ή ο αποκλεισμός.

Η προθεσμία ορίζεται από την αρμόδια αρχή και δεν εκτείνεται πέραν του τέλους του έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο έγινε η διαπίστωση.

3.   Εάν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα να θεωρήσει μια κατάσταση μη συμμόρφωσης ως ήσσονος σημασίας, όπως προβλέπεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, και ο γεωργός δεν λάβει επανορθωτικά μέτρα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, επιβάλλεται μείωση.

Η προθεσμία ορίζεται από την αρμόδια αρχή και δεν εκτείνεται πέραν του τέλους του έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο έγινε η διαπίστωση.

Η εν λόγω μη συμμόρφωση δεν θεωρείται ήσσονος σημασίας και επιβάλλεται μείωση τουλάχιστον 1 %, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Επιπλέον, μια κατάσταση μη συμμόρφωσης, η οποία θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας και για την οποία ο γεωργός έλαβε επανορθωτικά μέτρα εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, δεν θεωρείται μη συμμόρφωση για την εφαρμογή της παραγράφου 5.

4.   Εάν προσδιοριστούν περισσότερες της μιας καταστάσεις μη συμμόρφωσης σε διαφορετικούς τομείς πολλαπλής συμμόρφωσης, η διαδικασία καθορισμού της μείωσης που περιγράφεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται χωριστά για κάθε κατάσταση μη συμμόρφωσης.

Τα προκύπτοντα ποσοστά μείωσης αθροίζονται. Η μέγιστη μείωση, ωστόσο, δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8.

5.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων εκ προθέσεως μη συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 72, όταν έχει προσδιοριστεί επανειλημμένη μη συμμόρφωση, το ποσοστό που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για την επανειλημμένη μη συμμόρφωση τριπλασιάζεται ως προς την πρώτη επανάληψη. Προς τούτο, εάν το εν λόγω ποσοστό έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 6, ο οργανισμός πληρωμών προσδιορίζει το ποσοστό που θα είχε εφαρμοστεί για την επανειλημμένη μη συμμόρφωση προς τη συγκεκριμένη απαίτηση ή πρότυπο.

Σε περίπτωση περαιτέρω επαναλήψεων, ο τριπλασιασμός εφαρμόζεται κάθε φορά στο ποσοστό μείωσης που έχει προκύψει για την προηγούμενη επανειλημμένη μη συμμόρφωση. Η μέγιστη μείωση, ωστόσο, δεν υπερβαίνει το 15 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8.

Μόλις συμπληρωθεί το ανώτατο ποσοστό του 15 %, ο οργανισμός πληρωμών ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο γεωργό ότι, εάν προσδιοριστεί εκ νέου η ίδια κατάσταση μη συμμόρφωσης, θα θεωρηθεί ότι έχει ενεργήσει από πρόθεση κατά την έννοια του άρθρου 72. Εάν προσδιοριστεί μετέπειτα περαιτέρω μη συμμόρφωση, το εφαρμοστέο ποσοστό μείωσης καθορίζεται με τριπλασιασμό του γινομένου του προηγούμενου πολλαπλασιασμού, όπου ισχύει, πριν από την εφαρμογή του περιορισμού σε 15 % που προβλέπεται στην τελευταία φράση του δεύτερου εδαφίου.

6.   Σε περίπτωση προσδιορισμού επανειλημμένης μη συμμόρφωσης που συντρέχει με άλλη κατάσταση μη συμμόρφωσης ή άλλη επανειλημμένη μη συμμόρφωση, τα προκύπτοντα ποσοστά μείωσης αθροίζονται. Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5, ωστόσο, η μέγιστη μείωση δεν υπερβαίνει το 15 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8.

Άρθρο 72

Επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης εκ προθέσεως

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 77, εάν η προσδιορισθείσα μη συμμόρφωση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως από τον γεωργό, η εφαρμοστέα μείωση στο συνολικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8 ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 20 % του εν λόγω συνολικού ποσού.

Εντούτοις, ο οργανισμός πληρωμών μπορεί, βασιζόμενος στην εκτίμηση της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής που περιέχεται στο μέρος αξιολόγησης της έκθεσης ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ), να αποφασίσει να μειώσει το ανωτέρω ποσοστό σε 15 % τουλάχιστον ή, κατά περίπτωση, να το αυξήσει έως και στο 100 % του εν λόγω συνολικού ποσού.

2.   Εάν η εκ προθέσεως μη συμμόρφωση αφορά ένα συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων, ο γεωργός αποκλείεται από το καθεστώς αυτό για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος. Σε ακραίες περιπτώσεις από πλευράς έκτασης, σοβαρότητας ή διαρκούς χαρακτήρα της μη συμμόρφωσης ή όταν προσδιορίζεται επανειλημμένη μη συμμόρφωση εκ προθέσεως, ο γεωργός αποκλείεται από το σχετικό καθεστώς ενισχύσεων και το επόμενο ημερολογιακό έτος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 73

Εξαιρέσεις από την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών

1.   Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στα κεφάλαια Ι και ΙΙ δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου ο γεωργός έχει υποβάλει ακριβή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να αποδείξει με άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του.

2.   Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στα κεφάλαια Ι και ΙΙ δεν εφαρμόζονται για τα μέρη της αίτησης ενίσχυσης, ως προς τα οποία ο γεωργός ενημερώνει εγγράφως την αρμόδια αρχή ότι η αίτηση ενίσχυσης είναι ανακριβής ή κατέστη ανακριβής μετά την υποβολή της, υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή δεν έχει γνωστοποιήσει στον γεωργό την πρόθεσή της να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο και δεν τον έχει ήδη ενημερώσει σχετικά με παρατυπίες στην αίτηση.

Η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο ενημέρωση από τον γεωργό έχει ως αποτέλεσμα την προσαρμογή της αίτησης ενίσχυσης στην πραγματική κατάσταση.

Άρθρο 74

Τροποποιήσεις και προσαρμογές των καταχωρήσεων στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή

Για τα βοοειδή που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων ενίσχυσης, από τον χρόνο υποβολής της αίτησης ενίσχυσης εφαρμόζεται το άρθρο 73 στα σφάλματα και τις παραλείψεις σε σχέση με τις καταχωρήσεις στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τα βοοειδή.

Όσον αφορά τα βοοειδή για τα οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης, το ίδιο ισχύει για τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς που επιβάλλονται σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ.

Άρθρο 75

Ανωτέρα βία και εξαιρετικές περιστάσεις

1.   Εάν ο γεωργός δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του λόγω ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, διατηρεί το δικαίωμά του να λάβει ενίσχυση για την έκταση ή τα ζώα που ήταν επιλέξιμα κατά τον χρόνο που προέκυψαν οι λόγοι ανωτέρας βίας ή οι εξαιρετικές περιστάσεις. Επιπροσθέτως, εάν η μη συμμόρφωση που είναι αποτέλεσμα ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, δεν επιβάλλεται η αντίστοιχη μείωση.

2.   Οι λόγοι ανωτέρας βίας και οι εξαιρετικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που κρίνονται ικανοποιητικά από την αρμόδια αρχή, κοινοποιούνται εγγράφως στην εν λόγω αρχή εντός δέκα εργασίμων ημερών από την ημέρα που ο γεωργός είναι σε θέση να το πράξει.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 76

Ελάχιστες πληρωμές

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μη χορηγούν καμία ενίσχυση, εάν το ποσό ανά αίτηση ενίσχυσης δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ.

Άρθρο 77

Σώρευση μειώσεων

Εάν μια κατάσταση μη συμμόρφωσης συνιστά επίσης παρατυπία, με αποτέλεσμα να συνεπάγεται την επιβολή μειώσεων ή αποκλεισμών σύμφωνα τόσο με το κεφάλαιο ΙΙ, όσο και με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου IV:

α)

οι μειώσεις ή οι αποκλεισμοί σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ του τίτλου IV επιβάλλονται ως προς τα αντίστοιχα καθεστώτα ενισχύσεων·

β)

οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ του τίτλου IV επιβάλλονται ως προς το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που πρόκειται να χορηγηθούν στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης και άλλων καθεστώτων ενισχύσεων, τα οποία δεν υπόκεινται στις μειώσεις ή τους αποκλεισμούς που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Οι μειώσεις ή οι αποκλεισμοί που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2, με την επιφύλαξη πρόσθετων κυρώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας.

Άρθρο 78

Επιβολή μειώσεων για κάθε καθεστώς στήριξης

1.   Τα κράτη μέλη υπολογίζουν το ποσό της ενίσχυσης, η οποία πρόκειται να καταβληθεί σε γεωργό στο πλαίσιο καθεστώτος στήριξης που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τηρώντας τους όρους του εκάστοτε καθεστώτος στήριξης και λαμβάνοντας υπόψη, εάν χρειάζεται, την υπέρβαση της βασικής έκτασης, της μέγιστης εγγυημένης έκτασης ή του αριθμού ζώων για τα οποία ο παραγωγός δικαιούται πριμοδότηση.

2.   Για κάθε καθεστώς στήριξης που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, οι μειώσεις ή αποκλεισμοί συνεπεία παρατυπιών, εκπρόθεσμης υποβολής αιτήσεων, παράλειψης δήλωσης αγροτεμαχίων, υπέρβασης των δημοσιονομικών ανωτάτων ορίων, διαφοροποίησης, δημοσιονομικής πειθαρχίας και μη τήρησης της πολλαπλής συμμόρφωσης επιβάλλονται, εάν χρειάζεται, με τον ακόλουθο τρόπο και την ακόλουθη σειρά:

α)

επιβάλλονται λόγω των παρατυπιών οι μειώσεις ή οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ του τίτλου IV·

β)

το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του στοιχείου α) χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ενδεχόμενων μειώσεων που επιβάλλονται συνεπεία εκπρόθεσμης υποβολής αίτησης, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24·

γ)

το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του στοιχείου β) χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ενδεχόμενων μειώσεων που επιβάλλονται συνεπεία παράλειψης δήλωσης αγροτεμαχίων σύμφωνα με το άρθρο 55·

δ)

στην περίπτωση των καθεστώτων στήριξης για τα οποία έχει καθοριστεί δημοσιονομικό ανώτατο όριο σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 2, το άρθρο 69 παράγραφος 3, το άρθρο 123 παράγραφος 1 και το άρθρο 128 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 ή εφαρμόζεται δημοσιονομικό ανώτατο όριο σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2, το άρθρο 127 παράγραφος 2 και το άρθρο 129 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη αθροίζουν τα ποσά που προκύπτουν από την εφαρμογή των στοιχείων α), β) και γ).

Για καθένα από τα ανωτέρω καθεστώτα στήριξης, προσδιορίζεται συντελεστής με διαίρεση του ποσού του αντίστοιχου δημοσιονομικού ανωτάτου ορίου διά του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Εάν ο συντελεστής που προκύπτει υπερβαίνει τη μονάδα, εφαρμόζεται συντελεστής ίσος με τη μονάδα.

Για τον υπολογισμό της ενίσχυσης που πρόκειται να καταβληθεί στον μεμονωμένο γεωργό στο πλαίσιο καθεστώτος στήριξης για το οποίο έχει καθοριστεί δημοσιονομικό ανώτατο όριο, το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των στοιχείων α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή που προσδιορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 79

Βάση υπολογισμού των μειώσεων λόγω διαφοροποίησης, δημοσιονομικής πειθαρχίας και πολλαπλής συμμόρφωσης

1.   Οι μειώσεις λόγω της διαφοροποίησης που προβλέπεται στα άρθρα 7 και 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 378/2007 του Συμβουλίου (22), καθώς και η μείωση που οφείλεται στη δημοσιονομική πειθαρχία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και η μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του ίδιου κανονισμού, επιβάλλονται στο άθροισμα των ενισχύσεων από τα διάφορα καθεστώτα στήριξης που απαριθμούνται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, τις οποίες δικαιούται κάθε γεωργός, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 78 του παρόντος κανονισμού.

2.   Το ποσό ενίσχυσης που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 1 χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των ενδεχόμενων μειώσεων που επιβάλλονται λόγω μη τήρησης της πολλαπλής συμμόρφωσης, σύμφωνα με το κεφάλαιο III του τίτλου IV.

Άρθρο 80

Ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών

1.   Σε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ο γεωργός επιστρέφει το σχετικό ποσό, προσαυξημένο κατά τους τόκους που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Οι τόκοι υπολογίζονται για το χρονικό διάστημα από την κοινοποίηση της υποχρέωσης επιστροφής στον γεωργό έως την επιστροφή ή την αφαίρεση των οφειλόμενων ποσών.

Το εφαρμοστέο επιτόκιο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, αλλά δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από εκείνο που εφαρμόζεται για την ανάκτηση ποσών βάσει των εθνικών διατάξεων.

3.   Η υποχρέωση επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει, εάν η πληρωμή οφείλεται σε σφάλμα της αρμόδιας ή άλλης αρχής, το οποίο δεν ήταν εύλογα δυνατόν να εντοπιστεί από τον γεωργό.

Εντούτοις, εάν το σφάλμα συνδέεται με πραγματικά στοιχεία που υπεισέρχονται στον υπολογισμό της σχετικής ενίσχυσης, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται μόνον εάν η απόφαση ανάκτησης δεν κοινοποιήθηκε εντός δωδεκαμήνου από την πληρωμή.

Άρθρο 81

Ανάκτηση των αδικαιολογήτως χορηγηθέντων δικαιωμάτων

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 137 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εάν, μετά τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στους γεωργούς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1120/2009, διαπιστωθεί ότι ορισμένα δικαιώματα ενίσχυσης χορηγήθηκαν αδικαιολογήτως, ο γεωργός αποδίδει τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα στο εθνικό απόθεμα που αναφέρεται στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος γεωργός έχει στο μεταξύ μεταβιβάσει δικαιώματα ενίσχυσης σε άλλους γεωργούς, οι εκδοχείς δεσμεύονται επίσης από την υποχρέωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης που έχουν μεταβιβασθεί σε αυτούς, εάν ο γεωργός στον οποίο είχαν χορηγηθεί αρχικά τα δικαιώματα ενίσχυσης δεν έχει επαρκή αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης στη διάθεσή του, για να καλύψει την αξία των αδικαιολογήτως χορηγηθέντων δικαιωμάτων ενίσχυσης.

Τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκαν εξ υπαρχής.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 137 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, εάν, μετά τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στους γεωργούς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1120/2009, διαπιστωθεί ότι η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης είναι υπέρμετρα υψηλή, η αξία αυτή αναπροσαρμόζεται ανάλογα. Η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιείται και για τα δικαιώματα ενίσχυσης τα οποία στο μεταξύ έχουν μεταβιβαστεί σε άλλους γεωργούς. Η αξία της μείωσης διατίθεται στο εθνικό απόθεμα που αναφέρεται στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Τα δικαιώματα ενίσχυσης θεωρείται ότι είχαν χορηγηθεί εξ υπαρχής στην αξία που προκύπτει από την αναπροσαρμογή.

3.   Εάν, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, διαπιστωθεί ότι ο αριθμός των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί σε γεωργό σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 795/2004 ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1120/2009 είναι εσφαλμένος και τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα δεν έχουν αντίκτυπο στη συνολική αξία των δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο γεωργός, το κράτος μέλος υπολογίζει εκ νέου τα δικαιώματα ενίσχυσης και, κατά περίπτωση, διορθώνει τον τύπο των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στον γεωργό.

Ωστόσο, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, εάν τα σφάλματα ήταν εύλογα δυνατόν να εντοπιστούν από τον γεωργό.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην ανακτούν αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα ενίσχυσης, εφόσον το συνολικό ποσό που αδικαιολογήτως χορηγήθηκε στον γεωργό δεν υπερβαίνει τα 50 ευρώ. Επιπλέον, όταν η συνολική αξία που αναφέρεται στην παράγραφο 3 είναι 50 ευρώ ή λιγότερο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην προβαίνουν σε νέο υπολογισμό.

5.   Εάν ο γεωργός έχει μεταβιβάσει δικαιώματα ενίσχυσης χωρίς να τηρηθεί το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 ή το άρθρο 43 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 62 παράγραφοι 1 και 3 και το άρθρο 68 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, η μεταβίβαση θεωρείται ως μη πραγματοποιηθείσα.

6.   Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ανακτώνται σύμφωνα με το άρθρο 80.

Άρθρο 82

Μεταβίβαση εκμεταλλεύσεων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, νοούνται ως:

α)

«μεταβίβαση εκμετάλλευσης», η πώληση, η εκμίσθωση ή ανάλογος τύπος συναλλαγής που καλύπτει τις σχετικές μονάδες παραγωγής·

β)

«μεταβιβάζων», ο κάτοχος εκμετάλλευσης του οποίου η εκμετάλλευση μεταβιβάζεται σε άλλο γεωργό·

γ)

«διάδοχος», ο γεωργός στον οποίο μεταβιβάζεται η εκμετάλλευση.

2.   Εάν μια εκμετάλλευση μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου από γεωργό σε γεωργό μετά την υποβολή αίτησης ενίσχυσης και πριν πληρωθούν όλοι οι όροι χορήγησης της ενίσχυσης, δεν χορηγείται ενίσχυση στον μεταβιβάζοντα για την εκμετάλλευση που έχει μεταβιβαστεί.

3.   Η ενίσχυση για την οποία έχει υποβάλει αίτηση ο μεταβιβάζων χορηγείται στον διάδοχο, εφόσον:

α)

ο διάδοχος ενημερώσει την αρμόδια αρχή για τη μεταβίβαση και ζητήσει την καταβολή της ενίσχυσης εντός προθεσμίας που καθορίζεται από τα κράτη μέλη·

β)

ο διάδοχος υποβάλει τα αποδεικτικά στοιχεία που ενδεχομένως απαιτεί η αρμόδια αρχή·

γ)

πληρούνται όλοι οι όροι χορήγησης της ενίσχυσης όσον αφορά την εκμετάλλευση που έχει μεταβιβαστεί.

4.   Από τη στιγμή που ο διάδοχος ενημερώνει την αρμόδια αρχή και ζητεί την καταβολή της ενίσχυσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α):

α)

ο διάδοχος αποκτά όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από την έννομη σχέση μεταξύ του μεταβιβάζοντος και της αρμόδιας αρχής, την οποία δημιουργεί η αίτηση ενίσχυσης·

β)

όλες οι αναγκαίες ενέργειες για τη χορήγηση της ενίσχυσης και όλες οι δηλώσεις του μεταβιβάζοντος πριν από τη μεταβίβαση, αποδίδονται στον διάδοχο για τους σκοπούς της εφαρμογής των σχετικών κοινοτικών κανόνων·

γ)

η εκμετάλλευση που έχει μεταβιβαστεί θεωρείται, κατά περίπτωση, ως χωριστή εκμετάλλευση για τη σχετική περίοδο εμπορίας ή πριμοδότησης.

5.   Εάν υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης μετά την πραγματοποίηση των αναγκαίων ενεργειών για τη χορήγηση της ενίσχυσης και η εκμετάλλευση μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου από γεωργό σε γεωργό, αφού έχουν αρχίσει οι ενέργειες αυτές, αλλά πριν πληρωθούν όλοι οι όροι χορήγησης ενίσχυσης, η ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί στον διάδοχο, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β). Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η παράγραφος 4 στοιχείο β).

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, κατά περίπτωση, να χορηγήσουν την ενίσχυση στον μεταβιβάζοντα. Στην περίπτωση αυτή:

α)

δεν χορηγείται καμία ενίσχυση στον διάδοχο·

β)

τα κράτη μέλη εφαρμόζουν αναλόγως τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 5.

Άρθρο 83

Πρόσθετα μέτρα και αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα περαιτέρω μέτρα που απαιτούνται για την ορθή εφαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος και παρέχουν την αναγκαία αμοιβαία συνδρομή για τους σκοπούς των ελέγχων που απαιτούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Προς τούτο, τα κράτη μέλη μπορούν, για τις περιπτώσεις όπου ο παρών κανονισμός δεν προβλέπει κατάλληλες μειώσεις και αποκλεισμούς, να προβλέπουν κατάλληλες εθνικές κυρώσεις κατά των παραγωγών ή άλλων φορέων, όπως σφαγεία ή ενώσεις που μετέχουν στη διαδικασία χορήγησης ενισχύσεων, για να διασφαλίσουν την τήρηση των απαιτήσεων ελέγχου, όπως το μητρώο αγέλης της εκμετάλλευσης ή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων κοινοποίησης.

Άρθρο 84

Κοινοποιήσεις

1.   Για τα καθεστώτα ενίσχυσης που καλύπτονται από το ολοκληρωμένο σύστημα, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Ιουλίου κάθε έτους, έκθεση που καλύπτει το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την πορεία της εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος, όπου αναφέρονται, ειδικότερα, οι επιλογές όσον αφορά τον έλεγχο των απαιτήσεων πολλαπλής συμμόρφωσης και οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί ο έλεγχος των σχετικών με την πολλαπλή συμμόρφωση απαιτήσεων και προϋποθέσεων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διαχείριση και τον έλεγχο της ειδικής στήριξης·

β)

τον αριθμό των αιτούντων, τη συνολική έκταση, τον συνολικό αριθμό ζώων και τις συνολικές ποσότητες·

γ)

τον αριθμό των αιτούντων, τη συνολική έκταση, τον συνολικό αριθμό ζώων και τις συνολικές ποσότητες που υποβλήθηκαν σε ελέγχους·

δ)

τα πορίσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν, με αναφορά των μειώσεων και των αποκλεισμών που επιβλήθηκαν κατ’ εφαρμογή του τίτλου IV·

ε)

τα πορίσματα των ελέγχων με αντικείμενο την πολλαπλή συμμόρφωση που διενεργήθηκαν σύμφωνα με το κεφάλαιο III του τίτλου III.

2.   Το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου κάθε έτους, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν ηλεκτρονικώς στην Επιτροπή, χρησιμοποιώντας το έντυπο που τίθεται στη διάθεσή τους από την Επιτροπή, το ποσοστό των μονίμων βοσκοτόπων επί του συνόλου των γεωργικών γαιών, που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

3.   Σε εξαιρετικές, δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν, κατόπιν συμφωνίας με την Επιτροπή, να παρεκκλίνουν από τις ημερομηνίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Η ηλεκτρονική βάση δεδομένων που αποτελεί μέρος του ολοκληρωμένου συστήματος χρησιμεύει για την τεκμηρίωση των ειδικών πληροφοριών, τις οποίες τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή στο πλαίσιο των τομεακών κανόνων.

5.   Σε περίπτωση εφαρμογής γραμμικής μείωσης των άμεσων ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και το άρθρο 79 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή σχετικά με το ποσοστό μείωσης που εφαρμόζουν.

Άρθρο 85

Κλείδα κατανομής

Η κλείδα κατανομής των ποσών που αντιστοιχούν στο 4 % το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 προκύπτει με στάθμιση των μεριδίων των κρατών μελών στις γεωργικές γαίες και στη γεωργική απασχόληση με συντελεστή 65 % και 35 %, αντίστοιχα.

Το μερίδιο κάθε κράτους μέλους στις γεωργικές γαίες και στη γεωργική απασχόληση διορθώνεται σε συνάρτηση με το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) του, εκφραζόμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, χρησιμοποιώντας το ένα τρίτο της απόκλισης από το μέσο όρο των κρατών μελών για τα οποία ισχύει η διαφοροποίηση.

Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα βασικά δεδομένα, τα οποία στηρίζονται στα στοιχεία της Eurostat του Αυγούστου του 2003:

α)

για τις γεωργικές γαίες, η έρευνα διάρθρωσης 2000 για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1166/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23)·

β)

για τη γεωργική απασχόληση, η ετήσια σειρά της έρευνας εργατικού δυναμικού 2001 που καλύπτει την απασχόληση στη γεωργία, στη θήρα και στην αλιεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 577/98 του Συμβουλίου (24)·

γ)

για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ο μέσος όρος τριετίας, 1999 έως 2001, με βάση τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών.

ΜΕΡΟΣ III

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 86

Καταργούμενες διατάξεις

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2010.

Ωστόσο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδότησης με ημερομηνία έναρξης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2010.

2.   Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 796/2004 νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 87

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εβδόμη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενίσχυσης οι οποίες αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδότησης που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30 Νοεμβρίου 2009.

Για την Επιτροπή

Mariann FISHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 141 της 30.4.2004, σ. 18.

(3)  ΕΕ L 148 της 6.6.2008, σ. 1.

(4)  Βλ. σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(5)  ΕΕ L 141 της 30.4.2004, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 204 της 11.8.2000, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 156 της 25.6.2003, σ. 9.

(8)  ΕΕ L 5 της 9.1.2004, σ. 8.

(9)  ΕΕ L 171 της 2.7.2005, σ. 6.

(10)  Βλ. σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(11)  Βλ. σελίδα 27 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(12)  ΕΕ L 108 της 25.4.2007, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 1.

(14)  ΕΕ L 215 της 30.7.1992, σ. 85.

(15)  ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80.

(16)  ΕΕ L 277 της 21.10.2005, σ. 1.

(17)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74.

(18)  ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 171 της 23.6.2006, σ. 90.

(21)  ΕΕ L 368 της 23.12.2006, σ. 74.

(22)  ΕΕ L 95 της 5.4.2007, σ. 1.

(23)  ΕΕ L 321 της 1.12.2008, σ. 14.

(24)  ΕΕ L 77 της 14.3.1998, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κοινοτικη μεθοδος για τον ποσοτικο προσδιορισμο της Δ9-τετραυδροκανναβινολης στις ποικιλιες κανναβης

1.   Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Σκοπός της παρούσας μεθόδου είναι ο προσδιορισμός της περιεκτικότητας των ποικιλιών κάνναβης (Cannabis satiνa L.) σε Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη (εφεξής καλούμενη «THC»). Ανάλογα με την περίπτωση, εφαρμόζεται είτε η διαδικασία Α είτε η διαδικασία Β που περιγράφονται κατωτέρω.

Η αρχή της μεθόδου συνίσταται στον ποσοτικό προσδιορισμό της Δ9-THC με αεριοχρωματογραφία (GC) μετά από εκχύλιση με κατάλληλο διαλύτη.

1.1.   Διαδικασία Α

Η διαδικασία Α ακολουθείται για τους ελέγχους της παραγωγής που προβλέπονται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού.

1.2.   Διαδικασία Β

Η διαδικασία Β ακολουθείται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 και στο άρθρο 40 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

2.   Δειγματοληψία

2.1.   Δείγματα

α)

Διαδικασία Α: από κάθε επιλεγόμενο φυτό του πληθυσμού δεδομένης ποικιλίας κάνναβης λαμβάνεται τμήμα μήκους 30 εκατοστών, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον μία θηλυκή ταξιανθία. Τα δείγματα συλλέγονται κατά την περίοδο μεταξύ 20 ημερών μετά την έναρξη της ανθοφορίας και 10 ημερών μετά το τέλος της, στη διάρκεια της ημέρας, με βάση συστηματικό σχήμα, ώστε το δείγμα να είναι αντιπροσωπευτικό του αγρού, αποκλείοντας τα άκρα της καλλιέργειας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της δειγματοληψίας κατά την περίοδο μεταξύ της ημέρας έναρξης της ανθοφορίας και 20 ημερών μετά την έναρξή της, υπό τον όρο ότι, για κάθε καλλιεργούμενη ποικιλία, συλλέγονται αντιπροσωπευτικά δείγματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, κατά την περίοδο μεταξύ 20 ημερών μετά την έναρξη της ανθοφορίας και 10 ημερών μετά το τέλος της.

β)

Διαδικασία Β: από κάθε επιλεγόμενο φυτό του πληθυσμού δεδομένης ποικιλίας κάνναβης, λαμβάνεται το ανώτερο ένα τρίτο. Τα δείγματα συλλέγονται κατά το δεκαήμερο μετά το τέλος της ανθοφορίας, στη διάρκεια της ημέρας, με βάση συστηματικό σχήμα, ώστε το δείγμα να είναι αντιπροσωπευτικό του αγρού, αποκλείοντας τα άκρα της καλλιέργειας. Στην περίπτωση των διοίκων ποικιλιών, λαμβάνονται δείγματα μόνον από θηλυκά φυτά.

2.2.   Μέγεθος του δείγματος

Διαδικασία Α: το δείγμα περιλαμβάνει μέρη 50 φυτών ανά αγρό.

Διαδικασία Β: το δείγμα περιλαμβάνει μέρη 200 φυτών ανά αγρό.

Κάθε δείγμα τοποθετείται, χωρίς να συνθλίβεται, σε υφασμάτινο ή χάρτινο σάκο και αποστέλλεται στο εργαστήριο για ανάλυση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη συλλογή δεύτερου δείγματος για επιβεβαιωτική ανάλυση, εάν χρειαστεί, το οποίο φυλάσσεται είτε από τον παραγωγό είτε από τον υπεύθυνο για την ανάλυση φορέα.

2.3.   Ξήρανση και αποθήκευση του δείγματος

Τα δείγματα ξηραίνονται το ταχύτερο δυνατό και, οπωσδήποτε, εντός 48 ωρών σε θερμοκρασία κάτω των 70 °C με οποιαδήποτε μέθοδο.

Τα δείγματα ξηραίνονται μέχρι σταθερού βάρους και υγρασίας μεταξύ 8 % και 13 %.

Τα ξηρά δείγματα διατηρούνται, χωρίς να συνθλίβονται, σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C σε σκοτεινό χώρο.

3.   Προσδιορισμός της περιεκτικότητας σε THC

3.1.   Παρασκευή του δείγματος ανάλυσης

Από τα ξηρά δείγματα αφαιρούνται οι βλαστοί και τα σπέρματα μεγέθους άνω των 2 mm.

Τα ξηρά δείγματα λειοτριβούνται μέχρι να ληφθεί ημιλεπτόκοκκη σκόνη (διέλευση από κόσκινο με βροχίδες διαμέτρου 1 mm).

Η σκόνη μπορεί να διατηρηθεί για 10 εβδομάδες σε θερμοκρασία κάτω των 25 °C σε σκοτεινό και ξηρό χώρο.

3.2.   Αντιδραστήρια και διάλυμα εκχύλισης

Αντιδραστήρια

Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη χρωματογραφικής καθαρότητας,

σκουαλάνιο χρωματογραφικής καθαρότητας, ως εσωτερικό πρότυπο.

Εκχυλιστικό διάλυμα

35 mg σκουαλανίου ανά 100 ml εξανίου.

3.3.   Εκχύλιση της Δ9-THC

Ζυγίζονται 100 mg του κονιοποιημένου δείγματος ανάλυσης, φέρονται σε φυγοκεντρικό σωλήνα και προστίθενται 5 ml του εκχυλιστικού διαλύματος που περιέχει το εσωτερικό πρότυπο.

Το σύνολο τοποθετείται για είκοσι λεπτά σε λουτρό υπερήχων. Ακολουθεί φυγοκέντρηση για πέντε λεπτά στις 3 000 περιστροφές ανά λεπτό και, κατόπιν, απομακρύνεται το υπερκείμενο διάλυμα THC. Το διάλυμα αυτό εισάγεται στον χρωματογράφο και εκτελείται ποσοτικός προσδιορισμός.

3.4.   Αεριοχρωματογραφία

α)

Εργαστηριακά σκεύη και όργανα

αεριοχρωματογράφος, εξοπλισμένος με ανιχνευτή ιονισμού φλόγας και με σύστημα εισόδου δείγματος με δυνατότητα διαχωρισμού του ρεύματος αερίου (split/splitless),

στήλη που επιτρέπει καλό διαχωρισμό των κανναβινοειδών, π.χ. γυάλινη τριχοειδής στήλη μήκους 25 m και διαμέτρου 0,22 mm,

με μη πολικό φαινυλομεθυλοσιλοξάνιο συγκεντρώσεως 5 % ως στατική φάση.

β)

Καμπύλη βαθμονόμησης

Τουλάχιστον τρία σημεία για τη διαδικασία Α και πέντε σημεία για τη διαδικασία Β, συμπεριλαμβανομένων των σημείων 0,04 και 0,50 mg/ml Δ9-THC σε εκχυλιστικό διάλυμα.

γ)

Πειραματικές συνθήκες

Δίδονται ενδεικτικά οι ακόλουθες συνθήκες για τη στήλη που αναφέρεται στο στοιχείο α):

θερμοκρασία κλιβάνου 260 °C

θερμοκρασία συστήματος εισόδου δείγματος 300 °C

θερμοκρασία ανιχνευτή 300 °C.

δ)

Εισαγόμενος όγκος: 1 μl

4.   Αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα εκφράζονται με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων σε γραμμάρια Δ9-THC ανά 100 γραμμάρια δείγματος ανάλυσης που έχει ξηρανθεί μέχρι σταθερού βάρους. Εφαρμόζεται ανοχή 0,03 g/100 g.

Διαδικασία Α: ένας προσδιορισμός ανά δείγμα ανάλυσης.

Ωστόσο, εάν το προκύπτον αποτέλεσμα υπερβαίνει την οριακή τιμή που προβλέπεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009, διεξάγεται δεύτερος προσδιορισμός για κάθε δείγμα ανάλυσης και ως αποτέλεσμα λαμβάνεται ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων των δύο προσδιορισμών.

Διαδικασία Β: το αποτέλεσμα αντιστοιχεί στον μέσο όρο των αποτελεσμάτων δύο προσδιορισμών ανά δείγμα ανάλυσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 796/2004

Ο παρών κανονισμός

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1120/2009

Άρθρο 1

Άρθρο 1

 

Άρθρο 2 σημείο 1

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 2 σημείο 1α

Άρθρο 2 σημείο 1

 

Άρθρο 2 σημείο 1β

 

Άρθρο 2 σημείο 2

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 2 σημείο 2α

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 σημείο 3

Άρθρο 2 σημείο 3

 

Άρθρο 2 σημείο 4

Άρθρο 2 σημείο 4

 

Άρθρο 2 σημείο 5

Άρθρο 2 σημείο 5

 

Άρθρο 2 σημείο 6

Άρθρο 2 σημείο 6

 

Άρθρο 2 σημείο 7

Άρθρο 2 σημείο 7

 

Άρθρο 2 σημείο 8

Άρθρο 2 σημείο 8

 

Άρθρο 2 σημείο 9

Άρθρο 2 σημείο 9

 

Άρθρο 2 σημείο 10

Άρθρο 2 σημείο 10

 

Άρθρο 2 σημείο 11

Άρθρο 2 σημείο 11

 

Άρθρο 2 σημείο 12

Άρθρο 2 σημείο 12

 

Άρθρο 2 σημείο 13

Άρθρο 2 σημείο 14

 

Άρθρο 2 σημείο 14

 

Άρθρο 2 σημείο 15

Άρθρο 2 σημείο 15

 

Άρθρο 2 σημείο 16

Άρθρο 2 σημείο 16

 

Άρθρο 2 σημείο 17

Άρθρο 2 σημείο 17

 

Άρθρο 2 σημείο 18

Άρθρο 2 σημείο 18

 

Άρθρο 2 σημείο 19

Άρθρο 2 σημείο 19

 

Άρθρο 2 σημείο 20 έως άρθρο 2 σημείο 36

Άρθρο 2 σημείο 21 έως άρθρο 2 σημείο 37 αντιστοίχως

 

Άρθρο 2 σημείο 37

 

Άρθρο 2 προτελευταίο εδάφιο

Άρθρο 2 σημείο 38

 

Άρθρο 2 τελευταίο εδάφιο

 

Άρθρο 3 παράγραφος 1 έως άρθρο 3 παράγραφος 7

Άρθρο 3 παράγραφος 1 έως άρθρο 3 παράγραφος 7

 

Άρθρο 4

Άρθρο 4

 

Άρθρο 5

Άρθρο 5

 

Άρθρο 6

Άρθρο 6

 

Άρθρο 7

Άρθρο 7

 

Άρθρο 8 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 4

 

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 34 παράγραφος 5

 

Άρθρο 9 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 1

 

Άρθρο 9 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 2

 

Άρθρο 10

Άρθρο 9

 

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 1

 

Άρθρο 11 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 11 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 11 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 2

 

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) και δ)

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) και δ) αντιστοίχως

 

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

 

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο στ)

Άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

 

Άρθρο 12 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 12 παράγραφοι 2, 3 και 4

 

Άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 1

 

Άρθρο 13 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 13 παράγραφοι 2, 3 και 4

 

Άρθρο 13 παράγραφος 5

Άρθρο 13 παράγραφος 2

 

Άρθρο 13 παράγραφος 6

 

Άρθρο 13 παράγραφος 7

Άρθρο 13 παράγραφος 3

 

Άρθρο 13 παράγραφος 8

Άρθρο 13 παράγραφος 4

 

Άρθρο 13 παράγραφος 9

 

Άρθρο 13 παράγραφος 10

Άρθρο 13 παράγραφος 5

 

Άρθρο 13 παράγραφοι 11 και 12

 

Άρθρο 13 παράγραφος 13α

Άρθρο 13 παράγραφος 6

 

Άρθρο 13 παράγραφος 14

Άρθρο 20 παράγραφος 3

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 8 τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 14 παράγραφος 1α

Άρθρο 55 παράγραφοι 1 και 2

 

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 12 παράγραφος 5

 

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 1

 

Άρθρο 14 παράγραφος 4

Άρθρο 13 παράγραφος 9

 

Άρθρο 15

Άρθρο 14

 

Άρθρο 15α

 

Άρθρο 16 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 16 παράγραφοι 1, 2 και 3 αντιστοίχως

 

Άρθρο 16 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 65 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 16 παράγραφος 4

Άρθρο 16 παράγραφος 4

 

Άρθρο 17

 

Άρθρο 17α

Άρθρο 17

 

Άρθρο 18

Άρθρο 20

 

Άρθρο 19

Άρθρο 21

 

Άρθρο 20

Άρθρο 22

 

Άρθρο 21

Άρθρο 23

 

Άρθρο 21α παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 24

 

Άρθρο 21α παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 15 παράγραφος 1

 

Άρθρο 22

Άρθρο 25

 

Άρθρο 23

Άρθρο 26

 

Άρθρο 23α παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 27 παράγραφος 1

 

Άρθρο 23α παράγραφος 2

Άρθρο 27 παράγραφος 2

 

Άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ), ε), ζ), θ), ι) και ια)

Άρθρο 28 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), δ), ε), στ), ζ), η) και θ) αντιστοίχως

 

Άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και η)

 

Άρθρο 24 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 2

 

Άρθρο 24 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 28 παράγραφος 3

 

Άρθρο 26 παράγραφοι 1, 3 και 4

Άρθρο 30 παράγραφοι 1, 3 και 4 αντιστοίχως

 

Άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχεία α), β), γ), στ) και η)

Άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχεία α), β), γ), ζ) και η) αντιστοίχως

 

Άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχεία δ), ε) και ζ)

 

Άρθρο 27 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη φράση

Άρθρο 31 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 27 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη φράση στοιχεία α), β) και γ)

Άρθρο 31 παράγραφος 2

 

Άρθρο 27 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 31 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 27 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 31 παράγραφοι 3 και 4

 

Άρθρο 28

Άρθρο 32

 

Άρθρο 29

Άρθρο 33

 

Άρθρο 30 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο, παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 34 παράγραφοι 1, 2, 3 και 6 αντιστοίχως

 

Άρθρο 30 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

 

Άρθρο 31

Άρθρο 37

 

Άρθρο 31α

Άρθρο 38

 

Άρθρο 31β

Άρθρο 39

 

Άρθρο 32

Άρθρο 35

 

Άρθρο 33 παράγραφος 1

 

Άρθρο 33 παράγραφοι 2, 3, 4 και 5

Άρθρο 40 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 αντιστοίχως

 

Άρθρο 33α

 

Άρθρο 33β

 

Άρθρο 33γ

 

Άρθρο 34 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 41 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 34 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 34 παράγραφος 2

Άρθρο 41 παράγραφος 2

 

Άρθρο 35 παράγραφος 1

Άρθρο 42 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

 

Άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 42 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο β) πρώτο εδάφιο πρώτη έως τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 42 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ)

 

Άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 42 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

 

Άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχείο γ) πρώτη και δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 42 παράγραφος 3 στοιχείο α) και β) αντιστοίχως

 

Άρθρο 36

Άρθρο 43

 

Άρθρο 37

Άρθρο 44

 

Άρθρο 38

 

Άρθρο 39

Άρθρο 45

 

Άρθρο 40

 

Άρθρο 41 στοιχεία α), β), γ) και δ)

Άρθρο 47 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4

 

Άρθρο 42

Άρθρο 48

 

Άρθρο 43

Άρθρο 49

 

Άρθρο 44 παράγραφοι 1, 1α και 2

Άρθρο 50 παράγραφοι 1, 2 και 3 αντιστοίχως

 

Άρθρο 45 παράγραφοι 1, 1α, 1β, 2, 3 και 4

Άρθρο 51 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 αντιστοίχως

 

Άρθρο 46

Άρθρο 52

 

Άρθρο 47 παράγραφοι 1, 1α, 2, 3, 4 και 5

Άρθρο 53 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 αντιστοίχως

 

Άρθρο 48

Άρθρο 54

 

Άρθρο 49 παράγραφος 1

Άρθρο 56 παράγραφος 1

 

Άρθρο 49 παράγραφος 2

 

Άρθρο 19 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 49 παράγραφος 3

Άρθρο 56 παράγραφος 2

 

Άρθρο 50 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 57 παράγραφοι 1, 2 και 3 αντιστοίχως

 

Άρθρο 50 παράγραφος 5

 

Άρθρο 50 παράγραφος 7

Άρθρο 75 παράγραφος 1

 

Άρθρο 51 παράγραφος 1

Άρθρο 58

 

Άρθρο 51 παράγραφος 2α

Άρθρο 57 παράγραφος 2

 

Άρθρο 51 παράγραφος 3

 

Άρθρο 52

Άρθρο 59

 

Άρθρο 53 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 60

 

Άρθρο 53 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 57 παράγραφος 2

 

Άρθρο 54

Άρθρο 61

 

Άρθρο 54α

 

Άρθρο 54β

Άρθρο 62

 

Άρθρο 57 παράγραφος 1

Άρθρο 63 παράγραφος 1

 

Άρθρο 57 παράγραφος 2

Άρθρο 63 παράγραφος 2

 

Άρθρο 57 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 63 παράγραφος 3

 

Άρθρο 57 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 75 παράγραφος 1

 

Άρθρο 57 παράγραφος 4

Άρθρο 63 παράγραφος 4

 

Άρθρο 58

Άρθρο 64

 

Άρθρο 59

Άρθρο 65

 

Άρθρο 60

Άρθρο 66

 

Άρθρο 61

Άρθρο 67

 

Άρθρο 62

Άρθρο 68

 

Άρθρο 63

 

Άρθρο 64

 

Άρθρο 65 παράγραφοι 1, 2α, 3, 4 και 5

Άρθρο 70 παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 αντιστοίχως

 

Άρθρο 66 παράγραφος 1

Άρθρο 70 παράγραφος 8 και άρθρο 71 παράγραφος 1

 

Άρθρο 66 παράγραφος 2

Άρθρο 70 παράγραφος 6

 

Άρθρο 66 παράγραφοι 2α και 2β

Άρθρο 71 παράγραφοι 2 και 3 αντιστοίχως

 

Άρθρο 66 παράγραφος 3 πρώτο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 71 παράγραφος 4

 

Άρθρο 66 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 70 παράγραφος 7 πρώτη φράση

 

Άρθρο 66 παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 71 παράγραφοι 5 και 6 αντιστοίχως

 

Άρθρο 67 παράγραφος 1

Άρθρο 70 παράγραφος 8 και άρθρο 72 παράγραφος 1

 

Άρθρο 67 παράγραφος 2

Άρθρο 72 παράγραφος 2

 

Άρθρο 68

Άρθρο 73

 

Άρθρο 69

Άρθρο 74

 

Άρθρο 70

Άρθρο 76

 

Άρθρο 71

Άρθρο 77

 

Άρθρο 71α

Άρθρο 78

 

Άρθρο 71β

Άρθρο 79

 

Άρθρο 72

Άρθρο 75 παράγραφος 2

 

Άρθρο 73 παράγραφοι 1, 3 και 4

Άρθρο 80 παράγραφοι 1, 2 και 3 αντιστοίχως

 

Άρθρο 73 παράγραφοι 5, 6 και 7

 

Άρθρο 73α παράγραφοι 1, 2, 2α, 2β, 3 και 4

Άρθρο 81 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 αντιστοίχως

 

Άρθρο 74

Άρθρο 82

 

Άρθρο 75

Άρθρο 83

 

Άρθρο 76

Άρθρο 84

 

Άρθρο 77

 

Άρθρο 78

Άρθρο 85

 

Άρθρο 80

 

Άρθρο 81

 

Παράρτημα I

Παράρτημα II

 


Top