Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32009L0140

Οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 , για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/21/ΕΚ σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, 2002/19/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους, και 2002/20/ΕΚ για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 337, 18.12.2009, p. 37–69 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 13 Volume 050 P. 68 - 100

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/140/oj

18.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 337/37


ΟΔΗΓΊΑ 2009/140/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ,

της 25ης Νοεμβρίου 2009,

για την τροποποίηση των οδηγιών 2002/21/ΕΚ σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, 2002/19/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους, και 2002/20/ΕΚ για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, ενόψει του κοινού κειμένου που ενέκρινε η επιτροπή συνδιαλλαγής στις 13 Νοεμβρίου 2009 (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η λειτουργία των πέντε οδηγιών που συγκροτούν το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία 2002/21/ΕΚ («οδηγία-πλαίσιο») (4), οδηγία 2002/19/ΕΚ («οδηγία για την πρόσβαση») (5), οδηγία 2002/20/ΕΚ («οδηγία για την αδειοδότηση») (6), οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών («οδηγία για την καθολική υπηρεσία») (7) και οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών («οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες») (8) (καλούμενες από κοινού «η οδηγία-πλαίσιο και οι ειδικές οδηγίες») υπάγεται σε περιοδική ανασκόπηση εκ μέρους της Επιτροπής, ιδίως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον επιβάλλεται η τροποποίηση των εν λόγω πράξεων υπό το φως των εξελίξεων στην τεχνολογία και την αγορά.

(2)

Η Επιτροπή υπέβαλε εν προκειμένω τα αρχικά της πορίσματα με την ανακοίνωσή της, της 29ης Ιουνίου 2006, η οποία αφορά την ανασκόπηση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Με βάση τα αρχικά αυτά ευρήματα πραγματοποιήθηκε δημόσια διαβούλευση, όπου ως πλέον σημαντική πτυχή που πρέπει να αντιμετωπισθεί με μεταρρύθμιση του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων προσδιορίσθηκε η συνεχιζόμενη έλλειψη εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Διαπιστώθηκε ιδίως ότι ο κατακερματισμός της κανονιστικής ρύθμισης και οι ασυνέπειες στις δραστηριότητες των εθνικών κανονιστικών αρχών απειλούν όχι μόνον την ανταγωνιστικότητα του τομέα, αλλά και τα σημαντικά οφέλη για τους καταναλωτές από το διασυνοριακό ανταγωνισμό.

(3)

Θα πρέπει κατά συνέπεια να μεταρρυθμισθεί το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών με στόχο την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω της ενισχύσεως του κοινοτικού μηχανισμού κανονιστικής ρύθμισης των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν σημαντική ισχύ στις βασικές αγορές. Τούτο συμπληρώνεται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ..1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για την ίδρυση του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας (9). Στη μεταρρύθμιση περιλαμβάνεται επίσης ο καθορισμός αποτελεσματικής και συντονισμένης στρατηγικής για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος με στόχο την επίτευξη ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου της πληροφορίας και την ενίσχυση των διατάξεων υπέρ χρηστών με αναπηρίες, με σκοπό την επίτευξη κοινωνίας της πληροφορίας χωρίς αποκλεισμούς.

(4)

Δεδομένης της ουσιαστικής σημασίας που έχει το Διαδίκτυο για την εκπαίδευση και για την άσκηση στην πράξη της ελευθερίας της έκφρασης καθώς και για την ουσιαστική πρόσβαση στην ενημέρωση, οιοσδήποτε περιορισμός επιβάλλεται στην άσκηση αυτών των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να συνάδει με την Ευρωπαϊκή σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Όσον αφορά αυτά τα ζητήματα, η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε ευρεία δημόσια διαβούλευση.

(5)

Στόχος είναι η προοδευτική μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, ώστε τελικά οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες να διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επιδείξει ισχυρή ανταγωνιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, έχει σημασία να επιβάλλονται εκ των προτέρων κανονιστικές υποχρεώσεις μόνον εφόσον δεν υφίσταται πραγματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός.

(6)

Κατά τις αξιολογήσεις της εφαρμογής της οδηγίας-πλαίσιο και των εξειδικευμένων οδηγιών, η Επιτροπή αναλαμβάνει να διαπιστώσει κατά πόσον, αναλόγως των εξελίξεων της αγοράς και σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό και την προστασία των καταναλωτών, εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη για τις διατάξεις που αφορούν ειδική κατά τομέα προληπτική ρύθμιση, όπως ορίζονται στα άρθρα 8 έως 13α των οδηγιών 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και στο άρθρο 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), ή αν χρειάζεται τροποποίηση ή κατάργηση των εν λόγω διατάξεων.

(7)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί αναλογική και προσαρμοσμένη προσέγγιση των ποικίλων όρων ανταγωνισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζουν τις αγορές σε υποεθνική βάση ή να αίρουν τις κανονιστικές υποχρεώσεις στις αγορές ή/και γεωγραφικές ζώνες όπου υφίσταται πραγματικός ανταγωνισμός υποδομών.

(8)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισαβόνας, είναι αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε νέα δίκτυα υψηλής ταχύτητας που θα στηρίξουν τις καινοτόμες υπηρεσίες Διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δίκτυα αυτά διαθέτουν τεράστιο δυναμικό για την παροχή πλεονεκτημάτων στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει συνεπώς ζωτική σημασία να προωθηθούν οι βιώσιμες επενδύσεις στην ανάπτυξη των νέων αυτών δικτύων και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός και να ενισχυθούν οι δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών μέσω της κανονιστικής προβλεψιμότητας και συνοχής.

(9)

Με την ανακοίνωσή της, της 20ής Μαρτίου 2006, «Η γεφύρωση του ευρυζωνικού φάσματος», η Επιτροπή παραδέχεται την ύπαρξη γεωγραφικού χάσματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά την πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής ταχύτητας. Η ευκολότερη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα διευκολύνει την ανάπτυξη δικτύων υψηλής ταχύτητας σε απόκεντρες περιοχές. Παρά τη γενική αύξηση της ευρυζωνικής συνδεσιμότητας, η πρόσβαση σε πολλές περιοχές παραμένει περιορισμένη, εξαιτίας του υψηλού κόστους το οποίο οφείλεται στη χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού και στις αποστάσεις. Για να εξασφαλισθεί η πραγματοποίηση επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, το ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες θα πρέπει να συνάδει με τις πολιτικές που ακολουθούνται σε άλλους τομείς, όπως είναι οι κρατικές ενισχύσεις, η πολιτική συνοχής ή οι στόχοι της εν γένει βιομηχανικής πολιτικής.

(10)

Δημόσιες επενδύσεις σε δίκτυα θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Για τον σκοπό αυτόν, η δημόσια ενίσχυση θα πρέπει να χορηγείται με ανοικτές, διαφανείς και ανταγωνιστικές διαδικασίες.

(11)

Για να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να ανταποκριθούν στους στόχους που έχουν ορισθεί στην οδηγία-πλαίσιο και στις ειδικές οδηγίες, ιδίως όσον αφορά τη διατερματική διαλειτουργικότητα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύψει ορισμένες πτυχές του ραδιοεξοπλισμού και του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού, όπως ορίζονται στην οδηγία 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητάς τους (10), καθώς επίσης και τον καταναλωτικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή τηλεόραση, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με ειδικές ανάγκες.

(12)

Ορισμένοι ορισμοί θα πρέπει να αποσαφηνισθούν ή να μεταβληθούν, ώστε να ληφθούν υπόψη εξελίξεις στην αγορά και την τεχνολογία και να απαλειφθούν αμφιβολίες που έχουν εντοπισθεί κατά την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου.

(13)

Η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεων τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια εθνική ρυθμιστική αρχή υπεύθυνη για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Προς τούτο θα πρέπει καταρχάς να θεσπισθούν κανόνες όσον αφορά τους λόγους για την απόλυση του επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ώστε να αρθεί κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την ουδετερότητα του εν λόγω φορέα και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων ρύθμιση των αγορών να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για την εξασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως.

(14)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί ασφάλεια δικαίου για τους συντελεστές της αγοράς, τα όργανα προσφυγής θα πρέπει να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους· οι διαδικασίες προσφυγής θα πρέπει ιδίως να μην έχουν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια. Προσωρινά μέτρα με τα οποία αναστέλλονται τα αποτελέσματα της απόφασης εθνικής ρυθμιστικής αρχής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του μέρους που αιτείται τη λήψη των εν λόγω μέτρων και εφόσον τούτο απαιτείται από τη στάθμιση των συμφερόντων.

(15)

Παρατηρήθηκε μεγάλη ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο όργανα προσφυγής εφήρμοσαν προσωρινά μέτρα για να αναστείλουν αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Για επίτευξη μεγαλύτερης συνέπειας στην προσέγγιση θα πρέπει να ισχύσει κοινό πρότυπο σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία. Τα όργανα προσφυγής θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να ζητούν τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει ο BEREC. Δεδομένης της σημασίας των προσφυγών για τη συνολική λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου, θα πρέπει να συγκροτηθεί μηχανισμός για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις προσφυγές και τις αποφάσεις αναστολής που λαμβάνουν οι ρυθμιστικές αρχές σε όλα τα κράτη μέλη καθώς και για την υποβολή σχετικών εκθέσεων στην Επιτροπή.

(16)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν αποτελεσματικά τα κανονιστικά τους καθήκοντα, θα πρέπει στα δεδομένα που συλλέγουν να περιλαμβάνονται λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αγορές χονδρικής στις περιπτώσεις που φορέας εκμετάλλευσης διαθέτει σημαντική ισχύ στην αγορά και επομένως υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση εκ μέρους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Στα δεδομένα αυτά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται δεδομένα που θα παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα αξιολόγησης του πιθανού αντικτύπου από προγραμματισμένη αναβάθμιση ή αλλαγή στην τοπολογία δικτύου για την εξέλιξη του ανταγωνισμού ή σε προϊόντα χονδρικής που διατίθενται σε άλλα μέρη.

(17)

Η εθνική διαβούλευση την οποία προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) θα πρέπει να διεξάγεται πριν από την κοινοτική διαβούλευση που προβλέπεται στα άρθρα 7 και 7α της εν λόγω οδηγίας, ώστε να είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών στην κοινοτική διαβούλευση. Έτσι θα αποφευχθεί η ανάγκη δεύτερης κοινοτικής διαβούλευσης σε περίπτωση αλλαγών σε σχεδιαζόμενο μέτρο συνεπεία της εθνικής διαβουλεύσεως.

(18)

Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να συμβιβασθεί με την ανάπτυξη συνεκτικής κανονιστικής πρακτικής και με τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου ώστε να υπάρξει αποτελεσματική συμβολή στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής και τις αντίστοιχες του BEREC.

(19)

Ο κοινοτικός μηχανισμός που παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποσύρουν σχεδιαζόμενα μέτρα όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά έχει συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι δυνατόν να υπάρξει εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση και εκείνων υπό τις οποίες οι φορείς εκμετάλλευσης υπάγονται σε τέτοια ρύθμιση. Από την παρακολούθηση της αγοράς από την Επιτροπή και, ιδίως, από την εμπειρία της διαδικασίας του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) προκύπτει ότι ανακολουθίες στην εφαρμογή επανορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ακόμη και υπό παρόμοιες συνθήκες αγοράς, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια η Επιτροπή μπορεί να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου συνοχής κατά την εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων εκδίδοντας γνώμες για τα σχέδια μέτρων που προτείνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η Επιτροπή, προκειμένου να επωφεληθεί από την πείρα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην ανάλυση της αγοράς, θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον BEREC προτού λάβει την απόφασή της και/ή διατυπώσει τη γνώμη της.

(20)

Είναι σημαντική η έγκαιρη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου. Όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχεδιαζόμενο μέτρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να υποβάλουν αναθεωρημένο μέτρο στην Επιτροπή. Ορίζεται προθεσμία για την κοινοποίηση του αναθεωρημένου μέτρου στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ώστε οι συντελεστές της αγοράς να μπορούν να γνωρίζουν τη διάρκεια της ανασκόπησης της αγοράς και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου.

(21)

Λόγω των στενών χρονικών ορίων του κοινοτικού μηχανισμού διαβούλευσης, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εξουσίες για έκδοση συστάσεων ή/και κατευθυντήριων γραμμών που να αποβλέπουν σε απλούστευση των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών – π.χ. σε περιπτώσεις σταθερών αγορών ή ελασσόνων αλλαγών σε προηγουμένως κοινοποιημένα μέτρα. Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποίησης για την εξομάλυνση των διαδικασιών σε ορισμένες περιπτώσεις.

(22)

Σύμφωνα με τους στόχους του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι όλοι οι χρήστες, περιλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρίες, των ηλικιωμένων καθώς και χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, θα έχουν εύκολη πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας. Στη δήλωση 22, η οποία προσαρτάται στην τελική πράξη του Άμστερνταμ, προβλέπεται ότι τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες κατά την κατάρτιση μέτρων στο πλαίσιο του άρθρου 95 της συνθήκης.

(23)

Μια ανταγωνιστική αγορά προσφέρει στους χρήστες ευρύ φάσμα επιλογών όσον αφορά το περιεχόμενο, τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ενισχύσουν τις δυνατότητες των χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση, την ενημέρωση και τη χρήση εφαρμογών και υπηρεσιών.

(24)

Οι ραδιοσυχνότητες θεωρούνται σπάνιος δημόσιος πόρος με σημαντική δημόσια και αγοραία αξία. Η αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη δυνατή διαχείριση του φάσματος, από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη και ο συνυπολογισμός του σημαντικού ρόλου του ραδιοφάσματος για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, των στόχων της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας καθώς και της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Θα πρέπει επομένως να αρθούν σταδιακά τα εμπόδια στην αποδοτική του χρήση.

(25)

Οι δραστηριότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος στην Κοινότητα δεν θα πρέπει να θίγουν τα μέτρα που λαμβάνονται σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και επιδιώκουν στόχους γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά τη ρύθμιση περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν και να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα τους για σκοπούς δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και άμυνας.

(26)

Χωρίς να αγνοούνται οι διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν στα κράτη μέλη, η στροφή από την αναλογική στην ψηφιακή επίγεια τηλεόραση, λόγω της μεγαλύτερης απόδοσης της ψηφιακής τεχνολογίας μετάδοσης, αναμένεται να ελευθερώσει σημαντικό μέρος του φάσματος στην Κοινότητα (γνωστό ως «ψηφιακό μέρισμα»).

(27)

Προτού προταθεί ειδικό μέτρο εναρμόνισης σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με ένα κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος) (11), η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε εκτιμήσεις του αντικτύπου, που θα αφορούν το κόστος και τα οφέλη του προτεινόμενου μέτρου, π.χ. την επίτευξη οικονομικών κλίμακας και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών προς όφελος του καταναλωτή, τον αντίκτυπο στην αποδοτικότητα της χρήσης του ραδιοφάσματος ή τη ζήτηση για εναρμονισμένη χρήση στα διάφορα τμήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(28)

Μολονότι η διαχείριση του ραδιοφάσματος εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ο στρατηγικός σχεδιασμός και, οσάκις απαιτείται, η εναρμόνιση σε κοινοτικό επίπεδο μπορούν να συμβάλουν ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά και ότι τα συμφέροντα της ΕΕ θα μπορούν να προστατεύονται πραγματικά παγκοσμίως. Για τους σκοπούς αυτούς, και εφόσον κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει να εκπονηθούν πολυετή νομοθετικά προγράμματα στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος προκειμένου να καθοριστούν οι πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι που θα καταστήσουν δυνατό τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Κοινότητα. Τούτοι οι πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι αναφέρονται ενδεχομένως στη διάθεση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτείται για τη δημιουργία και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ενδέχεται επίσης να αναφέρονται, όπου συντρέχει περίπτωση, στην εναρμόνιση των διαδικασιών χορήγησης αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να υπερπηδηθούν εμπόδια στην εσωτερική αγορά. Οι εν λόγω πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι πρέπει να συνάδουν με την παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες.

(29)

Η Επιτροπή έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να τροποποιήσει, πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, σχετικά με τη σύσταση ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος (12), ούτως ώστε αφενός να συσταθεί μηχανισμός μέσω του οποίου θα μπορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ζητούν γνωμοδοτήσεις ή εκθέσεις, προφορικώς ή γραπτώς, από την Ομάδα για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (RSPG) σε ζητήματα που άπτονται της πολιτικής ραδιοφάσματος ως προς τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και, αφετέρου, να μπορεί η Επιτροπή να διαβουλεύεται με την RSPG όσον αφορά το προτεινόμενο περιεχόμενο των προγραμμάτων στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος.

(30)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι συνεπείς προς το έργο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που ασχολούνται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, π.χ. της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και της ευρωπαϊκής διάσκεψης των ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών οργανισμών (CEPT), ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και η εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Κοινότητα καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και άλλων μελών της ITU.

(31)

Η διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων αποβλέπει στην εξασφάλιση της αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών. Η βασική αυτή έννοια των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει επομένως να ορισθεί κατάλληλα ώστε να εξασφαλισθεί ότι η κανονιστική παρέμβαση θα περιορίζεται στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτών των παρεμβολών.

(32)

Η τρέχουσα διαχείριση του ραδιοφάσματος και το σύστημα διανομής βασίζονται εν γένει σε διοικητικές αποφάσεις που δεν διαθέτουν επαρκή ευελιξία ώστε να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, ιδίως με την ταχεία ανάπτυξη ασύρματων τεχνολογιών και την αυξανόμενη ζήτηση ζωνικού εύρους. Ο περιττός κατακερματισμός μεταξύ εθνικών πολιτικών επιφέρει αυξανόμενο κόστος και απώλεια ευκαιριών αγοράς για χρήστες του ραδιοφάσματος, ενώ επιβραδύνει την καινοτομία σε βάρος της εσωτερικής αγοράς, των καταναλωτών και της οικονομίας στο σύνολό της. Επιπλέον, οι όροι πρόσβασης και χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ενδέχεται να ποικίλουν ανάλογα με τον τύπο του φορέα εκμετάλλευσης, ενώ οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες που παρέχονται από τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης αλληλεπικαλύπτονται διαρκώς περισσότερο, προκαλώντας έτσι εντάσεις μεταξύ των κατόχων δικαιωμάτων, ανισότητες στο κόστος πρόσβασης στο ραδιοφάσμα και δυνητικές στρεβλώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(33)

Τα εθνικά σύνορα παίζουν όλο και μικρότερο ρόλο για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης τους ραδιοφάσματος. Ο κατακερματισμός της διαχείρισης της πρόσβασης σε δικαιώματα ραδιοφάσματος περιορίζει τις επενδύσεις και την καινοτομία και δεν παρέχει στους φορείς εκμετάλλευσης και τους κατασκευαστές εξοπλισμού τη δυνατότητα πραγματοποίησης οικονομιών κλίμακας, παρεμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη εσωτερικής αγοράς για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν ραδιοφάσμα.

(34)

Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό πρέπει να αυξηθούν, στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών και υπηρεσιών σε ζώνες συχνοτήτων που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (εφεξής «αρχές ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες»). Ο διοικητικός καθορισμός τεχνολογιών και υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν διακυβεύονται στόχοι γενικού συμφέροντος και θα πρέπει να αιτιολογείται σαφώς και να υπάγεται σε τακτική περιοδική ανασκόπηση.

(35)

Οι περιορισμοί της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μιας υπηρεσιών στην αυτή ζώνη συχνοτήτων, την εξασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

(36)

Οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις υπηρεσίες που επιθυμούν να προσφέρουν μέσω του ραδιοφάσματος, με την επιφύλαξη μεταβατικών μέτρων για την προσαρμογή με κεκτημένα δικαιώματα. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η λήψη μέτρων όπου απαιτείται η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας για την κάλυψη σαφώς προσδιορισμένων στόχων γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια της ζωής, η ανάγκη προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή μη αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες.

(37)

Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής και του χαρακτήρα κάθε εξαίρεσης που αφορά την προαγωγή της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

(38)

Καθώς η κατανομή ραδιοφάσματος σε ειδικές τεχνολογίες ή υπηρεσίες αποτελεί εξαίρεση από τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιας κατανομής θα πρέπει να είναι διαφανής και να υπάγεται σε δημόσια διαβούλευση.

(39)

Προς το συμφέρον της ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρέχουν στους χρήστες του ραδιοφάσματος τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ελεύθερα ή να χρονομισθώνουν τα δικαιώματα χρήσης τους σε τρίτους. Τούτο θα επιτρέψει τη δυνατότητα αποτίμησης του ραδιοφάσματος από την αγορά. Καθώς είναι αρμόδιες για την εξασφάλιση αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αναλαμβάνουν δράση για να εξασφαλίζουν ότι η εμπορία δεν θα καταλήγει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού όπου παραμένει αχρησιμοποίητο ραδιοφάσμα.

(40)

Για την εισαγωγή της αρχής της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και της εμπορευσιμότητας υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ενδέχεται να απαιτηθούν μεταβατικοί κανόνες, περιλαμβανομένων μέτρων για την εξασφάλιση θεμιτού ανταγωνισμού, καθώς το νέο σύστημα ενδέχεται να παρέχει το δικαίωμα σε ορισμένους χρήστες ραδιοφάσματος να ανταγωνισθούν χρήστες ραδιοφάσματος που έχουν αποκτήσει τα σχετικά δικαιώματά τους υπό επαχθέστερους όρους και προϋποθέσεις. Αντιθέτως, όπου έχουν χορηγηθεί δικαιώματα ως παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες ή σύμφωνα με κριτήρια που δεν είναι αντικειμενικά, διαφανή, αναλογικά και αμερόληπτα προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι γενικού συμφέροντος, η κατάσταση των κατόχων των εν λόγω δικαιωμάτων δεν θα πρέπει να βελτιώνεται αδικαιολόγητα σε βάρος των νέων ανταγωνιστών τους πέρα από τον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των εν λόγω ή λοιπών συναφών στόχων γενικού συμφέροντος.

(41)

Για την προαγωγή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και την υποστήριξη της ανάπτυξης διασυνοριακών υπηρεσιών, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίζει τεχνικά εκτελεστικά μέτρα στο πεδίο της αριθμοδότησης.

(42)

Οι εκδιδόμενες άδειες για επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν πρόσβαση σε δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες για την καθιέρωση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για νέα στοιχεία δικτύων. Περιττές περιπλοκές και καθυστερήσεις στις διαδικασίες χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης ενδέχεται επομένως να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης από εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις θα πρέπει να απλουστευθεί. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να συντονίζουν την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες στους δικτυακούς τόπους τους.

(43)

Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι εξουσίες των κρατών μελών όσον αφορά κατόχους δικαιωμάτων διέλευσης ώστε να εξασφαλισθεί η είσοδος ή εγκατάσταση νέου δικτύου κατά δίκαιο, αποτελεσματικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο και ανεξάρτητα από κάθε υποχρέωση φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά να παραχωρεί πρόσβαση στο δικό του δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο βελτιωμένος μερισμός ευκολιών μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό και να μειώσει το συνολικό χρηματοοικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος ανάπτυξης και εγκατάστασης υποδομής ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τις επιχειρήσεις, ιδίως δε νέων δικτύων πρόσβασης. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από τους κατόχους των δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, επάνω ή κάτω από αυτό, το μερισμό των εν λόγω ευκολιών ή των ακινήτων (περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης), ώστε να ενθαρρυνθούν οι αποτελεσματικές επενδύσεις ως προς την υποδομή και η προαγωγή της καινοτομίας, έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους. Αυτές οι ρυθμίσεις μερισμού ή συντονισμού ενδέχεται να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου και θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό στοιχείων δικτύων και συναφών ευκολιών π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, ιστών, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, κτηρίων ή εισόδων κτηρίων και καλύτερο συντονισμό τεχνικών έργων. Οι αρμόδιες αρχές, ιδίως οι τοπικές αρχές, θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όσον αφορά τα δημόσια έργα και επίσης άλλες κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα, περιλαμβανομένων ενδεχομένως διαδικασιών που εξασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα και τα εκτελούμενα και προγραμματισμένα δημόσια έργα, ότι ενημερώνονται εγκαίρως για τα έργα αυτά και ότι ο μερισμός διευκολύνεται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

(44)

Η αξιόπιστη και ασφαλής επικοινωνία πληροφοριών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών καταλαμβάνει διαρκώς κεντρικότερη θέση στο σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας εν γένει. Ο σύνθετος χαρακτήρας των συστημάτων, τεχνικές αστοχίες ή ανθρώπινα λάθη, ατυχήματα ή προσβολές ενδέχεται να έχουν συνέπειες για τη λειτουργία και τη διάθεση των υλικών υποδομών που παρέχουν υπηρεσίες καθοριστικής σημασίας για την ευημερία των πολιτών της ΕΕ, περιλαμβανομένων υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει συνεπώς να προωθούν την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δημόσιων επικοινωνιακών δικτύων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) (13) θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη βελτιωμένου επιπέδου ασφάλειας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων παρέχοντας εμπειρογνωμοσύνη και συμβουλές και προάγοντας την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Τόσο ο ENISA όσο και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να αποκτήσουν επαρκείς πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν το επίπεδο της ασφάλειας δικτύων ή υπηρεσιών, καθώς και περιεκτικά και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με τρέχοντα συμβάντα ασφάλειας που είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών. Δεδομένου ότι η επιτυχής εφαρμογή επαρκούς βαθμού ασφάλειας δεν αποτελεί ενέργεια που πραγματοποιείται άπαξ αλλά συνεχή διαδικασία εφαρμογής, ανασκόπησης και ενημέρωσης, θα πρέπει να απαιτείται από τους παρόχους δικτύου και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της ασφάλειάς τους σύμφωνα με τους κινδύνους που έχουν εκτιμηθεί, βάσει του πλέον προηγμένου τεχνολογικού επιπέδου των εν λόγω μέτρων.

(45)

Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε δημόσια διαβούλευση επί τη δέουσα χρονική περίοδο προτού εγκρίνουν συγκεκριμένα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή δημόσια διαθέσιμες υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών λαμβάνουν τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη δέουσα διαχείριση του κινδύνου κατά της ασφάλειας των δικτύων και υπηρεσιών ή για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των δικτύων τους.

(46)

Εφόσον υπάρχει ανάγκη συμφωνίας επί κοινής δέσμης απαιτήσεων ασφάλειας, θα πρέπει να παρέχεται στην Επιτροπή η εξουσία προσαρμογής τεχνικών μέτρων εφαρμογής για την επίτευξη επαρκούς στάθμης ασφάλειας δικτύου και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην εσωτερική αγορά. Ο ENISA θα πρέπει να συμβάλλει στην εναρμόνιση των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας παρέχοντας την εμπειρογνωμοσύνη του. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να εκδίδουν δεσμευτικές οδηγίες όσον αφορά τεχνικά μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Για την εκτέλεση των καθηκόντων τους θα πρέπει να διαθέτουν εξουσία για διερεύνηση και επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

(47)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν υφίσταται κανενός είδους στρέβλωση ή περιορισμός του ανταγωνισμού στις αγορές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλουν επανορθωτικά μέτρα για την αποτροπή άσκησης σημαντικής αγοραστικής επιρροής από μία αγορά σε άλλη, στενά συνδεδεμένη με την πρώτη αγορά. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η επιχείρηση που έχει σημαντική ισχύ στην πρώτη αγορά μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί σημαντική επιρροή στη δεύτερη αγορά μόνον εφόσον υφίστανται δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών που επιτρέπουν την εκμετάλλευση στη δεύτερη αγορά της επιρροής που ασκείται στην πρώτη αγορά και εφόσον η δεύτερη αγορά επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στη σύσταση για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (14).

(48)

Προκειμένου οι συντελεστές της αγοράς να γνωρίζουν με βεβαιότητα τους όρους των κανονιστικών ρυθμίσεων, απαιτείται καθορισμός προθεσμίας για τις περιπτώσεις ανασκόπησης της αγοράς. Είναι σημαντικό να διεξάγεται ανάλυση της αγοράς σε τακτική βάση και εντός εύλογης και ενδεδειγμένης προθεσμίας. Για τον καθορισμό της προθεσμίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον η συγκεκριμένη αγορά υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενο ανάλυσης και εάν έχει κοινοποιηθεί δεόντως. Εάν μια εθνική ρυθμιστική αρχή δεν αναλύσει μια αγορά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η εσωτερική αγορά, ενώ οι κανονικές διαδικασίες επί παραβάσει ενδέχεται να μην έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα εγκαίρως. Εναλλακτικά, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τη συνδρομή του BEREC για τη συμπλήρωση της ανάλυσης της αγοράς. Αυτή η συνδρομή θα μπορούσε, π.χ., να λαμβάνει τη μορφή ειδικής ομάδας συγκροτούμενης από εκπροσώπους άλλων εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

(49)

Λόγω του υψηλού επιπέδου τεχνολογικής καινοτομίας και των πολύ δυναμικών αγορών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να είναι δυνατή η ταχεία προσαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων κατά συντονισμένο και εναρμονισμένο τρόπο σε κοινοτική κλίμακα, καθώς, όπως προκύπτει από την εμπειρία, οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

(50)

Ένα σημαντικό καθήκον που έχει ανατεθεί στον BEREC είναι η κατά περίπτωση έκδοση γνώμης σε σχέση με διασυνοριακές διαφορές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να λαμβάνουν υπόψη τους ενδεχόμενες γνώμες του BEREC σε ανάλογες περιπτώσεις.

(51)

Από την εμπειρία κατά την υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ προκύπτει ότι οι υφιστάμενες διατάξεις που παρέχουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα απέτυχαν να αποτελέσουν επαρκές κίνητρο συμμόρφωσης με τις κανονιστικές απαιτήσεις. Κατάλληλες εξουσίες επιβολής μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ και επομένως να ενισχύσουν την κανονιστική ασφάλεια, που αποτελεί σημαντικό συντελεστή για επενδύσεις. Η έλλειψη αποτελεσματικών εξουσιών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ισχύει για ολόκληρο το πλαίσιο των κανονιστικών ρυθμίσεων. Η εισαγωγή μιας νέας διάταξης στην οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) για την αντιμετώπιση αθέτησης υποχρεώσεων που προβλέπονται στην οδηγία-πλαίσιο και στις ειδικές οδηγίες θα πρέπει επομένως να εξασφαλίζει την εφαρμογή συνεπών και συνεκτικών αρχών επιβολής καθώς και κυρώσεις για ολόκληρο το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ.

(52)

Το υφιστάμενο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις για τη διευκόλυνση της μετάβασης από το παλαιό πλαίσιο του 1998 στο νέο του 2002. Η μετάβαση αυτή ολοκληρώθηκε σε όλα τα κράτη μέλη και τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να καταργηθούν καθώς είναι πλέον περιττά.

(53)

Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι αποτελεσματικές επενδύσεις σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό, ώστε να προωθηθούν η οικονομική μεγέθυνση, η καινοτομία και οι δυνατότητες επιλογής του καταναλωτή.

(54)

O καλύτερος τρόπος για να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός προϋποθέτει επαρκείς από οικονομική άποψη επενδύσεις σε νέες αλλά και σε υπάρχουσες υποδομές, πλαισιωμένες εφόσον απαιτείται από ρυθμίσεις, με σκοπό βεβαίως ένα αποτελεσματικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας στις υπηρεσίες λιανικής. Αποδοτικός κρίνεται ο βασισμένος στις υποδομές ανταγωνισμός όταν το εύρος της αλληλεπικάλυψης των υποδομών επιτρέπει στους επενδυτές να προσβλέπουν λογικά σε ικανοποιητικές αποδόσεις βάσει ευλόγων προσδοκιών όσον αφορά την εξέλιξη των μεριδίων της αγοράς.

(55)

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις για την πρόσβαση σε νέες και βελτιωμένες υποδομές, να εξασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις πρόσβασης αντανακλούν τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η απόφαση για επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το κόστος ανάπτυξης, το αναμενόμενο ποσοστό απορρόφησης των νέων προϊόντων και υπηρεσιών και τα αναμενόμενα επίπεδα τιμών λιανικής. Πέραν τούτου, προκειμένου να παρασχεθεί βεβαιότητα σχεδιασμού στους επενδυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι ικανές να ορίσουν, εάν συντρέχει λόγος, όρους και προϋποθέσεις που χαρακτηρίζονται από συνέπεια σε ενδεδειγμένες περιόδους επανεξέτασης. Αυτού του είδους οι όροι και προϋποθέσεις δύνανται να περιλαμβάνουν τιμολογιακές διευθετήσεις αναλόγως του όγκου ή της διάρκειας της σύμβασης σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και εφόσον δεν δημιουργούν διακρίσεις. Οιεσδήποτε προϋποθέσεις πρόσβασης επιβληθούν οφείλουν να συνάδουν με την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.

(56)

Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των προς επιβολή υποχρεώσεων και όρων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν στους διάφορους τομείς εντός των αντιστοίχων κρατών μελών.

(57)

Όταν επιβάλλουν επανορθωτικά μέτρα για τον έλεγχο των τιμών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να επιδιώκουν την επίτευξη δίκαιης ανταπόδοσης για τον επενδυτή όσον αφορά συγκεκριμένο νέο επενδυτικό έργο. Συγκεκριμένα, ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνους τα επενδυτικά έργα για νέα δίκτυα πρόσβασης που υποστηρίζουν προϊόντα για τα οποία η ζήτηση παραμένει αβέβαιη κατά την πραγματοποίηση της επένδυσης.

(58)

Οιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) οφείλει να περιοριστεί σε κανονιστικές αρχές, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες. Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, καλό είναι να μην περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις που υπό φυσιολογικές συνθήκες αντανακλούν τις συγκεκριμένες συνθήκες του κάθε κράτους και να μην απαγορεύει εναλλακτικές προσεγγίσεις από τις οποίες μπορούν ευλόγως να προσδοκώνται παρόμοια αποτελέσματα. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να είναι αναλογική και να μην έχει επιπτώσεις στις αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που δεν αποτελούν φραγμό στην εσωτερική αγορά.

(59)

Στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) προσδιορίσθηκε ο κατάλογος των αγορών που πρέπει να περιληφθούν στη σύσταση για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών που ενδέχεται να επιδέχονται εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση. Το εν λόγω παράρτημα θα πρέπει να καταργηθεί δεδομένου ότι εκπληρώθηκε ο σκοπός του ως βάσης για την κατάρτιση του αρχικού κειμένου της σύστασης για τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.

(60)

Μπορεί να μην είναι οικονομικά βιώσιμο για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά να εγκαταστήσουν νέο δίκτυο το οποίο θα επικαλύπτει εν μέρει ή πλήρως το δίκτυο τοπικής πρόσβασης της ήδη υπάρχουσας επιχείρησης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Εν προκειμένω, η επιβολή αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο ή υποβρόχο φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ήδη σημαντική ισχύ στην αγορά μπορεί να διευκολύνει την είσοδο στην αγορά και να αυξήσει τον ανταγωνισμό στις λιανικές αγορές ευρυζωνικής πρόσβασης. Όταν η αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο ή υποβρόχο δεν είναι εφικτή από τεχνική ή οικονομική άποψη μπορεί να εφαρμόζονται σχετικές υποχρεώσεις για την παροχή πρόσβασης σε μη υλικά ή εικονικά δίκτυα, η οποία να παρέχει ισοδύναμες λειτουργίες.

(61)

Ο σκοπός του λειτουργικού διαχωρισμού, όπου ο καθετοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης απαιτείται να καθιερώσει λειτουργικά διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, είναι η διασφάλιση της παροχής προϊόντων με πλήρως ισότιμη πρόσβαση σε όλους τους κατάντη φορείς εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των κατάντη τμημάτων του ίδιου του καθετοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης. Ο λειτουργικός διαχωρισμός έχει τη δυνατότητα βελτίωσης του ανταγωνισμού σε διάφορες σχετικές αγορές, δεδομένου ότι μειώνει σημαντικά το κίνητρο για διακριτική μεταχείριση και καθιστά ευκολότερη την επαλήθευση και επιβολή της συμμόρφωσης με υποχρεώσεις αμεροληψίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο λειτουργικός διαχωρισμός ενδέχεται να δικαιολογηθεί ως επανορθωτικό μέτρο όπου έχει σημειωθεί μόνιμη αδυναμία επίτευξης αποτελεσματικής αμεροληψίας σε περισσότερες από μία σχετικές αγορές και όπου υπάρχει περιορισμένη ή καμία προοπτική ανταγωνισμού υποδομής εντός εύλογου χρονικού ορίζοντα, έπειτα από προσφυγή σε ένα ή περισσότερα επανορθωτικά μέτρα που προηγουμένως θεωρούνταν ενδεδειγμένα. Είναι, ωστόσο, πολύ σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι η επιβολή του διαχωρισμού αυτού θα διαφυλάσσει τα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης να επενδύσει στο δίκτυό της και ότι δεν θα συνεπάγεται δυνητικά αρνητικά αποτελέσματα για την ευημερία των καταναλωτών. Για την επιβολή του απαιτείται συντονισμένη ανάλυση διάφορων σχετικών αγορών που συνδέονται με το δίκτυο πρόσβασης, σύμφωνα με τη διαδικασία ανάλυσης της αγοράς που ορίζεται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Κατά την ανάλυση αγοράς και τη μελέτη των λεπτομερειών του εν λόγω επανορθωτικού μέτρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από τις διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, λαμβάνοντας υπόψη τους την έκταση της εγκατάστασης του δικτύου και το βαθμό τεχνολογικής προόδου, που ενδέχεται να επηρεάσουν τη δυνατότητα υποκατάστασης σταθερών και ασύρματων υπηρεσιών. Για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά οι προτάσεις λειτουργικού διαχωρισμού θα πρέπει να εγκρίνονται εκ των προτέρων από την Επιτροπή.

(62)

Η εφαρμογή λειτουργικού διαχωρισμού δεν αποκλείει κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των διάφορων διακριτών επιχειρηματικών οντοτήτων ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία των δικαιωμάτων οικονομικής και διαχειριστικής εποπτείας της μητρικής εταιρείας.

(63)

Η συνεχιζόμενη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτεί καλύτερο συντονισμό κατά την εφαρμογή της εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης, όπως προβλέπεται βάσει του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.

(64)

Εάν καθετοποιημένη επιχείρηση επιλέξει να μεταφέρει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των στοιχείων του δικτύου τοπικής πρόσβασής της σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή ιδρύοντας διακριτή επιχειρηματική οντότητα που ασχολείται με προϊόντα πρόσβασης, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εκτιμά το αποτέλεσμα της σκοπούμενης συναλλαγής στο σύνολο των υφιστάμενων ρυθμιστικών υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στον καθετοποιημένο φορέα εκμετάλλευσης, ώστε να εξασφαλισθεί η συμβατότητα ενδεχόμενων νέων συμφωνιών με την οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και την οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία). Η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να αναλαμβάνει νέα ανάλυση των αγορών όπου δραστηριοποιείται η διαιρεμένη οντότητα και, ανάλογα, να επιβάλλει, να διατηρεί, να τροποποιεί ή να αίρει υποχρεώσεις. Για το σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί πληροφορίες από την επιχείρηση.

(65)

Ενώ σε ορισμένες περιστάσεις είναι ενδεδειγμένο μια εθνική ρυθμιστική αρχή να επιβάλει υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης που δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά αποβλέποντας στην επίτευξη στόχων όπως η διατερματική συνδετικότητα ή η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών, είναι ωστόσο απαραίτητο να εξασφαλίζεται ότι τέτοιες υποχρεώσεις επιβάλλονται σε συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ και, ειδικότερα, με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται σε αυτό.

(66)

Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα για την προσαρμογή των όρων πρόσβασης σε υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης και ραδιοφώνου, οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα I, στις εξελίξεις στις αγορές και την τεχνολογία. Τούτο ισχύει επίσης για τον ελάχιστο κατάλογο θεμάτων, στο παράρτημα II, τα οποία θα πρέπει να δημοσιευθούν για την εκπλήρωση της υποχρέωσης διαφάνειας.

(67)

Η διευκόλυνση της πρόσβασης σε πόρους ραδιοσυχνοτήτων για τους συντελεστές της αγοράς θα συμβάλει στην άρση των εμποδίων για την είσοδο στην αγορά. Εξάλλου, η τεχνολογική πρόοδος περιορίζει τον κίνδυνο επιβλαβών παρεμβολών σε ορισμένες ζώνες συχνοτήτων και επομένως την ανάγκη για μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης. Κατά συνέπεια, οι όροι για τη χρήση ραδιοφάσματος με σκοπό την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει κατά κανόνα να καθορίζονται στο πλαίσιο γενικών αδειών, εκτός εάν απαιτούνται ειδικές άδειες, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης του ραδιοφάσματος, για προστασία έναντι επιβλαβών παρεμβολών, εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας των υπηρεσιών, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του φάσματος ή για κάλυψη συγκεκριμένου στόχου γενικού συμφέροντος. Οι αποφάσεις σχετικά με την ανάγκη μεμονωμένων δικαιωμάτων θα πρέπει να λαμβάνονται με διαφανή και αναλογικό τρόπο.

(68)

Η εισαγωγή των απαιτήσεων της ουδετερότητας ως προς την υπηρεσία και την τεχνολογία στη χορήγηση των δικαιωμάτων χρήσης, μαζί με την αυξημένη πιθανότητα μεταφοράς δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων, αναμένεται ότι θα αυξήσουν την ελευθερία και τους τρόπους διανομής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, διευκολύνοντας έτσι την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. Ωστόσο, ορισμένες υποχρεώσεις γενικού συμφέροντος που επιβάλλονται σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για τη διανομή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση ειδικών κριτηρίων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όταν κρίνεται ουσιώδες να καλυφθεί συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος που ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Οι διαδικασίες που συνδέονται με την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση διαφανείς, αντικειμενικές, αναλογικές και αμερόληπτες.

(69)

Από την άποψη του περιοριστικού αντικτύπου του στην ελεύθερη πρόσβαση σε ραδιοσυχνότητες, η ισχύς μεμονωμένου δικαιώματος χρήσης που δεν είναι εμπορεύσιμο θα πρέπει να είναι περιορισμένη χρονικά. Σε περίπτωση που δικαιώματα χρήσης περιλαμβάνουν διάταξη ανανέωσης της ισχύος τους, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να διεξάγουν πρώτα ανασκόπηση, συμπεριλαμβανομένης δημόσιας διαβούλευσης, συνεκτιμώντας τις αγορές, την κάλυψη και τεχνολογικές εξελίξεις. Λόγω της σπανιότητας του ραδιοφάσματος, τα μεμονωμένα δικαιώματα που χορηγούνται σε επιχειρήσεις θα πρέπει να υφίστανται τακτική ανασκόπηση. Κατά τη διεξαγωγή της εν λόγω ανασκόπησης, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να σταθμίζουν όπου αυτό είναι δυνατόν τα συμφέροντα των κατόχων δικαιωμάτων με την ανάγκη ενίσχυσης της εισαγωγής εμπορίας ραδιοφάσματος καθώς και με πλέον ευέλικτη χρήση ραδιοφάσματος μέσω γενικών αδειών.

(70)

Ως ελάσσονες τροποποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λογίζονται εκείνες οι τροποποιήσεις που είναι κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, δεν μεταβάλλουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα των γενικών αδειών και των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και άρα δεν μπορούν να προσδώσουν οιοδήποτε συγκριτικό πλεονέκτημα στις άλλες επιχειρήσεις.

(71)

Οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία για εξασφάλιση αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος και, εφόσον παραμένουν αχρησιμοποίητοι πόροι ραδιοφάσματος, να αναλαμβάνουν δράση για την αποτροπή αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό και η οποία μπορεί να παρεμποδίσει νέες εισόδους στην αγορά.

(72)

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να αναλαμβάνουν αποτελεσματική δράση για την παρακολούθηση και ασφαλή συμμόρφωση με τους όρους και προϋποθέσεις της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής αποτελεσματικών οικονομικών ή διοικητικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων.

(73)

Οι όροι που μπορούν να επισυναφθούν σε άδειες καλύπτουν ειδικούς όρους που διέπουν την προσβασιμότητα για χρήστες με αναπηρίες και την ανάγκη των δημόσιων αρχών και των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης για επικοινωνία μεταξύ τους και με το ευρύ κοινό πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από καταστροφές μεγάλης κλίμακας. Επίσης, λόγω της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδουν άδειες χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, οι οποίες θα υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και όρους που δικαιολογούνται αυστηρά λόγω του πειραματικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών.

(74)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο (15) αποδείχθηκε αποτελεσματικός κατά την αρχική φάση του ανοίγματος της αγοράς. Με την οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) η Επιτροπή καλείται να παρακολουθήσει τη μετάβαση από το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων του 1998 σε αυτό του 2002 και να υποβάλει προτάσεις για την κατάργηση του εν λόγω κανονισμού. Βάσει του πλαισίου του 2002, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν καθήκον ανάλυσης της χονδρικής αγοράς αδεσμοποίητης πρόσβασης σε μεταλλικούς βρόχους και υποβρόχους για σκοπούς παροχής ευρυζωνικών και φωνητικών υπηρεσιών, όπως ορίζεται στη σύσταση για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Δεδομένου ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν αναλύσει τουλάχιστον μία φορά την εν λόγω αγορά και ότι έχουν τεθεί οι κατάλληλες υποχρεώσεις βάσει του πλαισίου του 2002, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2887/2000 κατέστη περιττός και κατά συνέπεια θα πρέπει να καταργηθεί.

(75)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση) θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (16).

(76)

Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίσει συστάσεις ή/και εκτελεστικά μέτρα σε σχέση με τις κοινοποιήσεις δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) την εναρμόνιση στα πεδία του ραδιοφάσματος και της αριθμοδότησης καθώς και σε θέματα που άπτονται της ασφαλείας δικτύων και υπηρεσιών· την ταυτοποίηση των σχετικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών· την ταυτοποίηση διεθνικών αγορών· την υλοποίηση των προτύπων και την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου. Θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα προς ενημέρωση των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας για την πρόσβαση με βάση τις εξελίξεις της τεχνολογίας και των αγορών. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο τη συμπλήρωση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο)

Η οδηγία 2002/21/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, καθώς και ορισμένων πτυχών του τερματικού εξοπλισμού ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία. Καθορίζει τα καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου σε ολόκληρη την Κοινότητα.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή την εκ μέρους των τελικών χρηστών χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες των πολιτών, όπως κατοχυρώνονται από την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

Τα μέτρα αυτά, όσον αφορά την πρόσβαση των τελικών χρηστών ή τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών από τους τελικούς χρήστες μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών τα οποία ενδέχεται να περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα ή ελευθερίες, είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι κατάλληλα, αναλογικά και απαραίτητα στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας, και η εφαρμογή τους υπόκειται σε επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις σύμφωνα με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένης της αποτελεσματικής νομικής προστασίας και των διαδικαστικών εγγυήσεων. Συνακολούθως, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνον εφόσον τηρείται η αρχή του “τεκμηρίου αθωότητας” και υπάρχει σεβασμός του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Εξασφαλίζεται δίκαιη και αμερόληπτη προκαταρκτική διαδικασία, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος ακροάσεως του ενδιαφερομένου ή των ενδιαφερομένων, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και διαδικασίες σε αποδεδειγμένως επείγουσες περιπτώσεις σύμφωνα με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Εξασφαλίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικού και έγκαιρου ελέγχου της νομιμότητας.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

“δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών”, τα συστήματα μετάδοσης και, κατά περίπτωση, ο εξοπλισμός μεταγωγής ή δρομολόγησης και οι λοιποί πόροι, περιλαμβανομένων μη ενεργών στοιχείων δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, περιλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών (μεταγωγής δεδομένων μέσω κυκλωμάτων και πακετομεταγωγής, περιλαμβανομένου του Διαδικτύου) και κινητών επίγειων δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ανεξάρτητα από το είδος των μεταφερόμενων πληροφοριών·».

β)

Το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

“διακρατικές αγορές”, οι αγορές που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 και καλύπτουν την Κοινότητα ή σημαντικό μέρος της ευρισκόμενο σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη·».

γ)

Το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

“δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών”, το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύου·».

δ)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δα)

“σημείο τερματισμού δικτύου” (ΣΤΔ), το υλικό σημείο στο οποίο παρέχεται στο συνδρομητή πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών· στα δίκτυα μεταγωγής ή δρομολόγησης, το ΣΤΔ καθορίζεται μέσω ειδικής διεύθυνσης δικτύου, η οποία μπορεί να συνδέεται με το όνομα ή τον αριθμό του συνδρομητή·».

ε)

Το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

“συναφείς εγκαταστάσεις”, οι συναφείς υπηρεσίες, οι υλικές υποδομές και άλλες εγκαταστάσεις ή στοιχεία που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε μεταξύ άλλων κτήρια ή εισόδους κτηρίων, καλωδιώσεις κτιρίων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, αγωγούς, σωληνώσεις, ιστούς, φρεάτια και κυτία σύνδεσης·».

στ)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«εα)

“συναφείς υπηρεσίες”, οι υπηρεσίες που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε, μεταξύ άλλων, συστήματα μετατροπής αριθμών ή συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, συστήματα υπό όρους πρόσβασης και οδηγούς ηλεκτρονικών προγραμμάτων καθώς και άλλες υπηρεσίες όπως ταυτοποίηση, εντοπισμό θέσης και ικανότητα παρουσίας·».

ζ)

Το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«l)

“ειδικές οδηγίες”, η οδηγία 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), η οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), η οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) και η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (“οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες”) (17)·

η)

Προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ιζ)

“κατανομή ραδιοφάσματος”, ο καθορισμός δεδομένης ζώνης συχνοτήτων προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες·

ιη)

“επιβλαβείς παρεμβολές”, οι παρεμβολές οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία υπηρεσίας ραδιοπλοήγησης ή άλλων υπηρεσιών ασφάλειας ή οι οποίες, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, υποβαθμίζουν σοβαρά, εμποδίζουν ή επανειλημμένα διακόπτουν μια ραδιοεπικοινωνιακή υπηρεσία που λειτουργεί σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διεθνείς, κοινοτικούς ή εθνικούς κανονισμούς·

ιθ)

“κλήση”, σύνδεση που πραγματοποιείται μέσω διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία ομιλίας σε πραγματικό χρόνο.».

3)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των εθνικών κανονιστικών αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.».

β)

Παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3α.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 20 ή 21 της παρούσας οδηγίας ενεργούν ανεξάρτητα και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που υλοποιούν την κοινοτική νομοθεσία. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Εξουσία αναστολής ή ακύρωσης αποφάσεων των εθνικών κανονιστικών αρχών διαθέτουν αποκλειστικά τα όργανα προσφυγής που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν το καθήκον αυτό ή ο αντικαταστάτης του μπορούν να απολυθούν μόνον εφόσον δεν καλύπτουν πλέον τους απαιτούμενους όρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως αυτά καθορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία. Η απόφαση απόλυσης του επικεφαλής της εν λόγω εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως των μελών του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή, λαμβάνει δημοσιότητα κατά τη χρονική στιγμή της απόλυσης. Ο απολυθείς επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή λαμβάνουν δήλωση των λόγων απόλυσής τους και δικαιούνται να ζητήσουν και να επιτύχουν τη δημοσίευσή της, σε περίπτωση που αυτό δεν θα συνέβαινε διαφορετικά.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που αναφέρονται στην πρώην υποπαράγραφο διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς. Οι προϋπολογισμοί δημοσιοποιούνται. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε να διαθέτουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που θα τους επιτρέπουν να συμμετέχουν ενεργά και να συνεισφέρουν στον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) (18).

3β.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ενεργά τους στόχους του BEREC όσον αφορά την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας.

3γ.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες και τις κοινές θέσεις που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών τους για τις εθνικές τους αγορές.

4)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ανεξάρτητου από τους διαδίκους. Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής.

Έως την ολοκλήρωση της προσφυγής ισχύει η απόφαση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.».

β)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με το εν γένει θέμα των προσφυγών, τη διάρκεια των διαδικασιών προσφυγής και τον αριθμό των αποφάσεων για λήψη προσωρινών μέτρων. Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή και στον BEREC κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως είτε της πρώτης είτε του δευτέρου».

5)

Το άρθρο 5 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να διαβιβάζουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές όλες τις πληροφορίες, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, που απαιτούνται για να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών και προς τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή τους. Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τις επιχειρήσεις αυτές να υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διαθέτουν σε ανταγωνιστές. Από τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στις αγορές χονδρικής μπορεί επίσης να απαιτείται να υποβάλλουν λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αυτές τις αγορές χονδρικής.

Οι επιχειρήσεις παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αμέσως, κατόπιν αιτήσεως και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και το βαθμό λεπτομέρειας που απαιτεί η εθνική ρυθμιστική αρχή. Οι πληροφορίες που ζητεί η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι ανάλογες προς την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η εθνική ρυθμιστική αρχή αιτιολογεί την αίτησή της για παροχή πληροφοριών και μεταχειρίζεται τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 3.».

6)

Τα άρθρα 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

Μηχανισμός διαβούλευσης και διαφάνειας

Εκτός περιπτώσεων που εμπίπτουν στα άρθρα 7 παράγραφος 9, 20 ή 21, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που εθνικές ρυθμιστικές αρχές προτίθενται να λάβουν μέτρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες ή προτίθενται να προβλέψουν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 και εφόσον τα εν λόγω μέτρα ή περιορισμοί έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη σχετική αγορά, παρέχουν στα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα σχολιασμού του σχεδίου μέτρου εντός εύλογης χρονικής περιόδου.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιοποιούν τις εθνικές τους διαδικασίες διαβούλευσης.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη δημιουργία ενιαίου σημείου ενημέρωσης όπου παρατίθενται όλες οι τρέχουσες διαβουλεύσεις.

Η εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης, με εξαίρεση τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την κοινοτική και την εθνική νομοθεσία σχετικά με το επιχειρηματικό απόρρητο.

Άρθρο 7

Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους όλους τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 8, στο βαθμό που αυτοί σχετίζονται με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς εργαζόμενες από κοινού αλλά και με την Επιτροπή καθώς και με τον BEREC, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών σε όλα τα κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτό, εργάζονται από κοινού ιδίως με την Επιτροπή και τον BEREC για τον προσδιορισμό των τύπων των μέσων και των επανορθωτικών μέτρων που ενδείκνυνται για συγκεκριμένες καταστάσεις που επικρατούν στην αγορά.

3.   Εάν δεν προβλέπεται άλλως σε συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7β, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης του άρθρου 6, εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο:

α)

εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 ή του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 5 ή του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγίας για την πρόσβαση), και

β)

είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών,

καθιστά το σχέδιο μέτρου προσβάσιμο στην Επιτροπή, στον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, ταυτοχρόνως, μαζί με την αιτιολόγηση στην οποία στηρίζεται το μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, τον BEREC και τις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC και η Επιτροπή μπορούν εντός μηνός να διαβιβάσουν τα σχόλιά τους στην ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή. Η μηνιαία προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί.

4.   Εάν το σχεδιαζόμενο μέτρο που διέπεται από την παράγραφο 3 αποσκοπεί:

α)

στον καθορισμό σχετικής αγοράς που διαφέρει από εκείνες που ορίζονται στη σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1, ή

β)

στην απόφαση καθορισμού ή όχι επιχείρησης ως διαθέτουσας, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους, σημαντική ισχύ στην αγορά, βάσει του άρθρου 16 παράγραφοι 3, 4 ή 5,

και είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή έχει επισημάνει στην εθνική ρυθμιστική αρχή ότι θεωρεί πως το σχέδιο μέτρου θα δημιουργούσε φραγμό στην εσωτερική αγορά ή εάν έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με την κοινοτική νομοθεσία και ιδίως με τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 8, αναβάλλεται η θέσπιση του σχεδίου μέτρου επί δύο περαιτέρω μήνες. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί. Η Επιτροπή ενημερώνει τις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της στην περίπτωση αυτή.

5.   Εντός της δίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 4, η Επιτροπή μπορεί:

α)

να αποφασίσει να καλέσει την ενδιαφερόμενη κανονιστική εθνική αρχή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, ή/και,

β)

να αποφασίσει να άρει τις επιφυλάξεις της σε σχέση με το σχέδιο μέτρου κατά την παράγραφο 4.

Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC πριν από τη λήψη απόφασης. Η απόφαση συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου.

6.   Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 5 ζητώντας από την εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου, η εθνική ρυθμιστική αρχή τροποποιεί ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής. Σε περίπτωση που το σχέδιο μέτρου τροποποιείται, η εθνική ρυθμιστική αρχή διοργανώνει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 και επανακοινοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο μέτρου στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3.

7.   Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τα σχόλια των άλλων εθνικών κανονιστικών αρχών, του BEREC και της Επιτροπής και, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στην παράγραφο 5, στοιχείο α), μπορεί να θεσπίζει το προκύπτον σχέδιο μέτρου και, εφόσον το πράξει, το κοινοποιεί στην Επιτροπή.

8.   Η εθνική ρυθμιστική αρχή ανακοινώνει στην Επιτροπή και στον BEREC όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β).

9.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι πρέπει να αναληφθεί δράση επειγόντως προκειμένου να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός και να προστατευθούν τα συμφέροντα των χρηστών, κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία των παραγράφων 3 και 4, μπορεί να λαμβάνει αμέσως αναλογικά και προσωρινά μέτρα. Ανακοινώνει αμελλητί στην Επιτροπή, στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στον BEREC τα μέτρα αυτά, πλήρως αιτιολογημένα. Η λήψη αποφάσεως εκ μέρους εθνικής ρυθμιστικής αρχής για τη μονιμοποίηση των μέτρων ή την παράταση της ισχύος τους υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4.»·

7)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 7α

Διαδικασία για τη συνεκτική εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων

1.   Όταν σχεδιαζόμενο μέτρο που εμπίπτει στο άρθρο 7 παράγραφος 3 αποσκοπεί στην επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρέωσης φορέα εκμετάλλευσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 και τα άρθρα 9 έως 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), η Επιτροπή δύναται, εντός της περιόδου του ενός μηνός που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, να γνωστοποιήσει στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή και στον BEREC τους λόγους για τους οποίους είτε θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δημιουργεί φραγμούς στην ενιαία αγορά είτε αμφισβητεί σοβαρά τη συμβατότητά του με την κοινοτική νομοθεσία. Σε αυτή την περίπτωση, το σχέδιο μέτρου δεν εγκρίνεται για τρεις ακόμη μήνες μετά την κοινοποίηση της Επιτροπής.

Εάν δεν υπάρξει κοινοποίηση, η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να εγκρίνει το μέτρο, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη οιαδήποτε σχόλια της Επιτροπής, του BEREC ή οιασδήποτε άλλης εθνικής ρυθμιστικής αρχής.

2.   Κατά την τρίμηνη περίοδο στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, η Επιτροπή, ο BEREC και η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 8, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής.

3.   Εντός έξι εβδομάδων από την έναρξη της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, ο BEREC γνωμοδοτεί, αποφασίζοντας με πλειοψηφία των μελών από τα οποία απαρτίζεται, σχετικά με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής, αποφαινόμενος σχετικά με το κατά πόσο το σχέδιο μέτρου πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις προς τον σκοπό αυτό. Η γνώμη αυτή αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.

4.   Εάν στη γνωμοδότησή του ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου. Πριν την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται:

α)

να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου της έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής καθώς και τη γνώμη και τις συστάσεις του BEREC·

β)

να διατηρήσει το σχέδιο μέτρου της.

5.   Σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής ή δεν γνωμοδοτεί ή σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή τροποποιεί ή διατηρεί το σχέδιο μέτρου της σύμφωνα με την παράγραφο 4, η Επιτροπή δύναται, εντός μηνός από την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, και έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, εφόσον έχει αυτός γνωμοδοτήσει:

α)

να εκδώσει σύσταση απαιτώντας από την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων προτάσεων προς τον σκοπό αυτόν, και εκθέτοντας τους λόγους με τους οποίους αιτιολογείται η σύστασή της, ιδίως σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής·

β)

να λάβει απόφαση με την οποία αίρει τις αναφερθείσες σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιφυλάξεις της.

6.   Εντός ενός μηνός από την έκδοση της σύστασης της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο α) ή από την άρση των επιφυλάξεων της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο β), η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή και στον BEREC το εγκριθέν τελικό μέτρο.

Η εν λόγω χρονική περίοδος δύναται να παραταθεί προκειμένου να δοθεί στην εθνική ρυθμιστική αρχή η ευχέρεια να διοργανώσει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 6.

7.   Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να μην τροποποιήσει ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου βάσει της εκδοθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο α) σύστασης, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.

8.   Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει το προτεινόμενο σχέδιο μέτρου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Άρθρο 7β

Διατάξεις εφαρμογής

1.   Η Επιτροπή, μετά τη δημόσια διαβούλευση και τη διαβούλευση με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με το άρθρο 7, που θα καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο λεπτομέρειας των ανακοινώσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 3, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτούνται κοινοποιήσεις καθώς και τον υπολογισμό των προθεσμιών.

2.   Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2.».

8)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο άρθρο 9 που αφορά τις ραδιοσυχνότητες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους την επιθυμία για τεχνολογικώς ουδέτερους κανονισμούς και, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες, ιδίως όσων προβλέπονται για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πράττουν αναλόγως.».

β)

Στην παράγραφο 2 τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

μεριμνώντας ώστε οι χρήστες, περιλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες να αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα, ·

β)

μεριμνώντας ώστε να μην υφίσταται στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της διανομής περιεχομένου».

γ)

Στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) διαγράφεται.

δ)

Στην παράγραφο 3, το στοιχείο γ) διαγράφεται.

ε)

Στην παράγραφο 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

της συνεργασίας μεταξύ τους με την Επιτροπή και με τον BEREC, ώστε να εξασφαλίζονται η ανάπτυξη μιας συνεπούς κανονιστικής πρακτικής και η συνεπής εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών.».

στ)

Στην παράγραφο 4, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

ανταποκρινόμενες στις ανάγκες συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και ιδίως των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες·».

ζ)

Στην παράγραφο 4 προστίθενται το ακόλουθο στοιχείο:

«ζ)

ενισχύοντας τη δυνατότητα των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση, την ενημέρωση και τη χρήση εφαρμογών και υπηρεσιών της επιλογής τους.».

η)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εφαρμόζουν, προς επίτευξη των στόχων πολιτικής που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες και αναλογικές ρυθμιστικές αρχές, ιδίως μέσω:

α)

της προαγωγής της κανονιστικής προβλεψιμότητας μέσω της διασφάλισης συνεπούς κανονιστικής προσέγγισης κατά τη διάρκεια ενδεδειγμένων περιόδων ανασκόπησης·

β)

της εξασφάλισης ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν γίνεται διάκριση στην αντιμετώπιση των επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

γ)

της εξασφάλισης του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών και της προώθησης, κατά περίπτωση, ανταγωνισμού υποδομών·

δ)

της προώθησης αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, συνυπολογίζοντας τη μέριμνα ότι οιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων·

ε)

του δέοντος συνυπολογισμού των ποικίλων συνθηκών όσον αφορά τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές που υφίστανται στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες του ίδιου κράτους μέλους·

στ)

της επιβολής ex-ante ρυθμιστικών υποχρεώσεων μόνον εφόσον δεν υφίσταται αποτελεσματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός και της άρσης των υποχρεώσεων αυτών αφ’ ης στιγμής πληρούται αυτή η προϋπόθεση.».

9)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 8α

Στρατηγικός σχεδιασμός και συντονισμός της πολιτικής του ραδιοφάσματος

1.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή κατά το στρατηγικό σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Προς το σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη τους μεταξύ άλλων την οικονομία, την ασφάλεια, την υγεία, το δημόσιο συμφέρον, την ελευθερία έκφρασης, τις πολιτιστικές, επιστημονικές, κοινωνικές και τεχνικές πτυχές των πολιτικών της ΕΕ καθώς και τα διάφορα συμφέροντα των κοινοτήτων χρηστών του ραδιοφάσματος, με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών.

2.   Τα κράτη μέλη, συνεργαζόμενα μεταξύ τους και με την Επιτροπή, προάγουν τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και, οσάκις ενδείκνυται, εναρμονισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτούνται για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3.   Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της RSPG, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, σχετικά με τη σύσταση ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος (19), δύναται να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την καθιέρωση πολυετών προγραμμάτων στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος. Αυτά τα προγράμματα καθορίζουν τους πολιτικούς προσανατολισμούς και στόχους για τον στρατηγικό προγραμματισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών.

4.   Όποτε απαιτείται για να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός συντονισμός των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στους διεθνείς οργανισμούς με αρμοδιότητα σε θέματα ραδιοφάσματος, η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της RSPG, δύναται να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κοινούς στόχους πολιτικής.

10)

Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9

Διαχείριση ραδιοφάσματος για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1.   Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι οι ραδιοσυχνότητες αποτελούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 8α. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.

Εφαρμόζοντας το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών της ΔΕΤ και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους δημόσιας ασφάλειας.

2.   Τα κράτη μέλη προάγουν την εναρμόνιση της χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων σε ολόκληρη την Κοινότητα, σύμφωνα με την ανάγκη εξασφάλισης αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης τους και επιδιώκοντας οφέλη για τον καταναλωτή, π.χ. οικονομίες κλίμακας και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών. Εν προκειμένω ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 8α και με την απόφαση 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα).

3.   Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι τεχνολογίας που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοδικτυακή ή ασύρματη τεχνολογία πρόσβασης, εφόσον αυτό απαιτείται:

α)

προς αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών·

β)

για την προστασία της δημόσιας υγείας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία·

γ)

για την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας·

δ)

για την εξασφάλιση της μεγιστοποίησης του μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σε περιπτώσεις όπου η χρήση ραδιοσυχνοτήτων υπάγεται σε γενική άδεια·

ε)

να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του φάσματος, ή

στ)

για την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.   Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν στις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων που δηλώνονται διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης δυνάμει των περί ραδιοεπικοινωνιών κανονισμών της ITU.

Τα μέτρα που απαιτούν να παρέχεται υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αιτιολογούνται με βάση την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, όπως ενδεικτικά:

α)

της ασφάλειας της ζωής·

β)

της προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής·

γ)

της αποφυγής αναποτελεσματικής χρήσης ραδιοσυχνοτήτων·

δ)

της προαγωγής της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. με την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.

Μέτρο που απαγορεύει την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη μπορεί να προβλέπεται μόνον όπου αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας υπηρεσιών για την ασφάλεια της ζωής. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης κατ’ εξαίρεση να επεκτείνουν το μέτρο αυτό ώστε να διέπει υπηρεσίες για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.

5.   Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την ανάγκη ύπαρξης των περιορισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής.

6.   Οι παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζονται στην κατανομή ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την έκδοση γενικών αδειών και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που χορηγούνται μετά τις 25 Μαΐου 2011.

Οι κατανομές του φάσματος, οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίσταντο κατά την 25 Μαΐου 2011 υπόκεινται στο άρθρο 9α.

7.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ειδικών οδηγιών και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες για την αποφυγή της αποθεματοποίησης ραδιοφάσματος, ιδίως ορίζοντας αυστηρές προθεσμίες για την πραγματική εκμετάλλευση των δικαιωμάτων χρήσης από τον κάτοχό τους και επιβάλλοντας κυρώσεις, περιλαμβανομένων των οικονομικών κυρώσεων ή της αφαίρεσης των δικαιωμάτων χρήσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις προθεσμίες. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται και εφαρμόζονται κατά αναλογικό, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο.»

11)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 9α

Επανεξέταση των περιορισμών υφιστάμενων δικαιωμάτων

1.   Για περίοδο πέντε ετών που αρχίζει στις 25 Μαΐου 2011 τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους κάτοχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή και εξακολουθούν να ισχύουν για περίοδο πέντε τουλάχιστον ετών μετά την ημερομηνία αυτή να υποβάλουν αίτηση προς την αρμόδια εθνική αρχή για την επανεκτίμηση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4.

Η αρμόδια εθνική αρχή, προτού εκδώσει την απόφασή της, γνωστοποιεί στον κάτοχο των δικαιωμάτων την επανεκτίμησή της σχετικά με τους περιορισμούς και του παρέχει εύλογο χρονικό διάστημα ώστε να αποσύρει την αίτησή του.

Εάν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αποσύρει την αίτησή του, το δικαίωμα παραμένει αμετάβλητο έως τη λήξη της ισχύος του ή έως το τέλος της πενταετούς περιόδου, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται.

2.   Μετά την πενταετή περίοδο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζεται σε όλες τις εναπομένουσες άδειες/μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και κατανομές ραδιοσυχνοτήτων που υφίσταντο στις 25 Μαΐου 2011.

3.   Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για την προαγωγή θεμιτού ανταγωνισμού.

4.   Τα μέτρα που θεσπίζονται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν αποτελούν χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης και επομένως δεν υπάγονται στις οικείες διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγίας για την αδειοδότηση).

Άρθρο 9β

Μεταβίβαση ή χρονομίσθωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να έχουν οι επιχειρήσεις τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν σε άλλες επιχειρήσεις και σύμφωνα με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων στις ζώνες όπου αυτό προβλέπεται στα εκτελεστικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3.

Σε άλλες ζώνες, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν τη δυνατότητα επιχειρήσεων να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε άλλες επιχειρήσεις σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες.

Οι όροι που συνδέονται με τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων εξακολουθούν να ισχύουν μετά τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση, εκτός εάν ορίσει άλλως η αρμόδια εθνική αρχή.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να καθορίζουν ότι οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων της επιχείρησης αποκτήθηκαν καταρχάς δωρεάν.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η πρόθεση μιας επιχείρησης να μεταβιβάσει δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων καθώς και η ίδια η μεταβίβαση κοινοποιούνται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες στην αρμόδια εθνική αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και δημοσιοποιούνται. Σε περίπτωση που η χρήση ραδιοσυχνοτήτων έχει εναρμονισθεί με εφαρμογή της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα) ή άλλων κοινοτικών μέτρων, κάθε τέτοια μεταβίβαση συμμορφώνεται με την εν λόγω εναρμονισμένη χρήση.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα για τον προσδιορισμό των ζωνών στις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεταξύ τους δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Τα μέτρα αυτά δεν καλύπτουν ραδιοσυχνότητες που χρησιμοποιούνται για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπληρώσεώς της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.».

12)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ελέγχουν τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όλων των εθνικών πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή επαρκούς πλήθους αριθμών και σειρών αριθμών, σε όλες τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν αντικειμενικές, διαφανείς και αμερόληπτες διαδικασίες για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των εθνικών πόρων αριθμοδότησης.

2.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μεριμνούν ώστε τα εθνικά σχέδια και διαδικασίες αριθμοδότησης να εφαρμόζονται κατά τρόπο ο οποίος να εξασφαλίζει ίση μεταχείριση σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι μια επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί το δικαίωμα χρήσης σειράς αριθμών δεν προβαίνει σε διακρίσεις σε βάρος άλλων παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσον αφορά την αλληλουχία αριθμών που χρησιμοποιούνται για πρόσβαση στις υπηρεσίες τους.».

β)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την εναρμόνιση των συγκεκριμένων αριθμών ή πεδίων αριθμοδότησης στην Κοινότητα όπου αυτή προάγει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ταυτοχρόνως την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει κατάλληλα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα στο θέμα αυτό.

Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.».

13)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

ενεργεί βάσει απλών, αποτελεσματικών, διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση λαμβάνει την απόφασή της εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης, και».

β)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα ή/και προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της αρμοδιότητας σχετικά με την παροχή των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.».

14)

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

Συνεγκατάσταση και μερισμός στοιχείων των δικτύων και συναφών ευκολιών για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών

1.   Όταν επιχείρηση παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να εγκαθιστά ευκολίες επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή δύναται να επωφελείται διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό (κοινή χρήση) των ευκολιών ή του ακινήτου αυτού, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων κτηρίων ή εισόδων σε κτήρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων και κυτίων σύνδεσης.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους κατόχους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων το μερισμό χρήσεων ή ακινήτων (περιλαμβανομένης φυσικής συνεγκατάστασης) ή τη λήψη μέτρων διευκόλυνσης του συντονισμού δημόσιων έργων, λόγω ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων και μόνον έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλους τους ενδιαφερομένους η δυνατότητα διατύπωσης των απόψεών τους. Οι ρυθμίσεις αυτές για μερισμό ή συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές αρχές, κατόπιν κατάλληλης περιόδου δημόσιας διαβούλευσης κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα έκφρασης των απόψεών τους, να έχουν την εξουσία να επιβάλουν στους κατόχους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων και/ή στους ιδιοκτήτες των καλωδιώσεων υποχρεώσεις ως προς τον μερισμό (κοινή χρήση) των καλωδιώσεων εντός των κτηρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής όταν αυτό βρίσκεται εκτός κτηρίου, σε περίπτωση που δικαιολογείται κάτι τέτοιο διότι η αλληλεπικάλυψη αυτών των υποδομών θα ήταν οικονομικώς αναποτελεσματική ή πρακτικώς ανέφικτη. Οι ρυθμίσεις αυτές για μερισμό ή συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου, προσαρμοσμένων όπου απαιτείται για τον κίνδυνο.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να δύνανται να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, κατ’ αίτηση των αρμόδιων αρχών, για να μπορούν οι εν λόγω αρχές, από κοινού με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, να καταρτίσουν λεπτομερή κατάλογο της φύσεως, της διαθεσιμότητας και της γεωγραφικής θέσης των ευκολιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και να τον καταστήσουν διαθέσιμο στους ενδιαφερομένους.

5.   Τα μέτρα που λαμβάνονται από εθνική ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Κατά περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται σε συντονισμό με τις τοπικές αρχές.».

15)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ IIIa

ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΤΥΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 13α

Ασφάλεια και ακεραιότητα

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να λαμβάνουν πρόσφορα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων τεχνικών δυνατοτήτων, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον υπάρχοντα κίνδυνο. Λαμβάνονται ιδίως μέτρα για την αποτροπή και ελαχιστοποίηση του αντικτύπου συμβάντων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια χρηστών και διασυνδεδεμένων δικτύων.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της ακεραιότητας των δικτύων τους και κατά τον τρόπο αυτό να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που διανέμονται μέσω των δικτύων αυτών.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν πρόσβαση σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να κοινοποιούν στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή κάθε παραβίαση της ασφάλειας ή απώλεια της ακεραιότητας που είχε σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών.

Κατά περίπτωση, η αρμόδια εθνική αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές στα άλλα κράτη μέλη, καθώς και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια δικτύων και Πληροφοριών (ENISA). Η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να ενημερώσει το κοινό ή να απαιτήσει την ενημέρωση αυτή από τις επιχειρήσεις, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη της παραβίασης είναι προς το δημόσιο συμφέρον.

Η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή υποβάλλει κατ’ έτος στην Επιτροπή και στον ENISA συνοπτική έκθεση σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχει παραλάβει και τη δράση που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

4.   Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του ENISA, μπορεί να εγκρίνει κατάλληλα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα με στόχο την εναρμόνιση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, περιλαμβανομένων μέτρων που ορίζουν τις περιστάσεις, τη μορφή και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις απαιτήσεις κοινοποίησης. Αυτά τα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα θα βασίζονται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιβάλουν συμπληρωματικές απαιτήσεις προς επίτευξη των στόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.

Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με συμπλήρωσή της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.

Άρθρο 13β

Εφαρμογή και επιβολή

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 13α, οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν την εξουσία έκδοσης δεσμευτικών οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις προθεσμίες εφαρμογής, προς τις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό:

α)

να παρέχουν πληροφορίες απαραίτητες για την εκτίμηση της ασφάλειας και της ακεραιότητας των υπηρεσιών και δικτύων τους, περιλαμβανομένων τεκμηριωμένων πολιτικών ασφάλειας, και

β)

να υποβάλλονται σε έλεγχο ασφάλειας που διενεργείται από ειδικευμένο ανεξάρτητο φορέα ή αρμόδια εθνική αρχή και να θέτουν τα σχετικά πορίσματα στη διάθεση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Το κόστος του ελέγχου επιβαρύνει την επιχείρηση.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες για τη διερεύνηση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, και των επιπτώσεών τους στην ασφάλεια και ακεραιότητα των δικτύων.

4.   Οι εν λόγω διατάξεις θεσπίζονται με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας.».

16)

Στο άρθρο 14, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Εάν επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά (πρώτη αγορά), είναι δυνατόν να οριστεί ως έχουσα σημαντική ισχύ και σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτήν αγορά (δεύτερη αγορά), εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών είναι τέτοιοι ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση της ισχύος στη πρώτη αγορά στο πλαίσιο της δεύτερης αγοράς, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της θέσης ισχύος της επιχείρησης στην αγορά. Κατά συνέπεια είναι δυνατόν να ληφθούν στη δεύτερη αγορά επανορθωτικά μέτρα με στόχο την αποτροπή της εκμετάλλευσης αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10, 11 και 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και, εάν τα εν λόγω μέτρα αποδειχθούν ανεπαρκή, είναι δυνατόν να επιβληθούν επανορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία).».

17)

Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η επικεφαλίδα αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διαδικασία ταυτοποίησης και ορισμού αγορών».

β)

Στην παράγραφο 1 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Μετά τη δημόσια διαβούλευση, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, η Επιτροπή εκδίδει, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 2, σύσταση σχετικά με συναφείς αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (“σύσταση”). Η σύσταση καθορίζει ποιες είναι οι εν λόγω αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα χαρακτηριστικά των οποίων δύναται να αιτιολογούν την επιβολή κανονιστικών υποχρεώσεων στις ειδικές οδηγίες, με την επιφύλαξη αγορών που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να ορίζονται βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η Επιτροπή καθορίζει τις αγορές σύμφωνα με τις αρχές του δίκαιου περί ανταγωνισμού.».

γ)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τη σύσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές, ορίζουν τις σχετικές αγορές που αντιστοιχούν στις εθνικές συνθήκες, ιδίως τις σχετικές γεωγραφικές αγορές εντός της επικράτειάς τους, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ακολουθούν τη διαδικασία των άρθρων 6 και 7 πριν ορίσουν αγορές διαφορετικές από εκείνες που ταυτοποιούνται στη σύσταση.».

δ)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Κατόπιν διαβούλευσης, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, να εκδίδει απόφαση για την ταυτοποίηση διακρατικών αγορών, σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.».

18)

Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)

Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διεξάγουν ανάλυση των σχετικών αγορών βασιζόμενες στις αγορές που ταυτοποιούνται στη σύσταση και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τις κατευθυντήριες γραμμές. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ανάλυση αυτή να διεξάγεται, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

2.   Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή, δυνάμει των παραγράφων 3 ή 4 του παρόντος άρθρου, του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) ή του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), πρέπει να καθορίσει εάν θα επιβληθούν, θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα αρθούν υποχρεώσεις επιχειρήσεων, καθορίζει, με βάση την ανάλυση αγοράς κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατά πόσον μια σχετική αγορά είναι όντως ανταγωνιστική.».

β)

Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι μια συγκεκριμένη αγορά δεν είναι όντως ανταγωνιστική, εντοπίζει επιχειρήσεις οι οποίες μεμονωμένα ή από κοινού με άλλες έχουν σημαντική ισχύ στην εν λόγω αγορά σύμφωνα με το άρθρο 14 και επιβάλλει τις ενδεδειγμένες ειδικές κανονιστικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ή διατηρεί ή τροποποιεί τις εν λόγω υποχρεώσεις, εφόσον αυτές υφίστανται ήδη.

5.   Στην περίπτωση των διακρατικών αγορών που καθορίζονται στην απόφαση, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 15 παράγραφος 4, οι οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές πραγματοποιούν από κοινού την ανάλυση αγοράς, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τις κατευθυντήριες γραμμές, και αποφασίζουν έπειτα από συνεννόηση για την τυχόν επιβολή, διατήρηση, τροποποίηση ή άρση των κανονιστικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

6.   Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 υπόκεινται στις διαδικασίες των άρθρων 6 και 7. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανάλυση της σχετικής αγοράς και κοινοποιούν το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 7:

α)

εντός τριών ετών από τη θέσπιση προηγούμενου μέτρου για την αγορά αυτή. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή αιτιολογημένη προτεινόμενη επέκταση και η τελευταία δεν διατυπώνει αντιρρήσεις εντός μηνός από την κοινοποιούμενη επέκταση, η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί μέχρι τρία επιπλέον έτη·

β)

εντός δύο ετών από την έγκριση αναθεωρημένης σύστασης για σχετικές αγορές, όσον αφορά τις αγορές που δεν έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, ή

γ)

εντός δύο ετών από την προσχώρησή τους, όσον αφορά τα κράτη μέλη που έχουν προσχωρήσει πρόσφατα στην Ένωση.».

γ)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή δεν έχει ολοκληρώσει την ανάλυσή της για σχετική αγορά που προσδιορίζεται στη σύσταση εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 16 παράγραφος 6, ο BEREC παρέχει συνδρομή στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή κατόπιν σχετικού αιτήματός της συμπληρώνοντας την ανάλυση της συγκεκριμένης αγοράς και των ειδικών υποχρεώσεων που θα επιβληθούν. Με τη συνδρομή αυτή η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί εντός έξι μηνών το σχέδιο μέτρου στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7.».

19)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στη πρώτη περίοδο της παραγράφου 1, η λέξη «πρότυπα» αντικαθίσταται από τις λέξεις «μη υποχρεωτικά πρότυπα».

β)

Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ελλείψει αυτών των προτύπων και/ή προδιαγραφών, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή διεθνών προτύπων ή συστάσεων που εγκρίνουν η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών, η Ευρωπαϊκή διάσκεψη Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (CEPT), ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) ή η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC).».

γ)

Οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εάν η Επιτροπή προτίθεται να καταστήσει υποχρεωτική την εφαρμογή ορισμένων προτύπων ή/και προδιαγραφών, δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των σχετικών προτύπων, αναφέροντάς τα ως υποχρεωτικά πρότυπα στον κατάλογο προτύπων ή/και προδιαγραφών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή/και οι προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ότι δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή ότι παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, τα αποσύρει από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών κατά την παράγραφο 1, ενεργώντας σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 2.».

δ)

Στην παράγραφο 6, η φράση «τα αποσύρει από τον εν λόγω κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 3» αντικαθίσταται από τη φράση «λαμβάνει τα κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και αποσύρει τα εν λόγω πρότυπα ή/και προδιαγραφές από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1».

ε)

Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6α.   Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 4 και 6 εκτελεστικά μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιαστικών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.».

20)

Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γ)

τους παρόχους υπηρεσιών και εξοπλισμού ψηφιακής τηλεόρασης να συνεργασθούν στην παροχή διαλειτουργικών τηλεοπτικών υπηρεσιών για τελικούς χρήστες με αναπηρίες.».

β)

Η παράγραφος 3 διαγράφεται.

21)

Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 19

Διαδικασίες εναρμόνισης

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 της παρούσας οδηγίας και των άρθρων 6 και 8 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ύπαρξη αποκλίσεων κατά την υλοποίηση, εκ μέρους των εθνικών κανονιστικών αρχών, των κανονιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες ενδέχεται να αποτελέσει φραγμό στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει σύσταση ή απόφαση για την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών με σκοπό την προαγωγή της επίτευξης των στόχων του άρθρου 8.

2.   Εάν η Επιτροπή εκδώσει σύσταση κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, ενεργεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους τις εν λόγω συστάσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εφόσον μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιλέγει να μην ακολουθήσει μια σύσταση, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας τη θέση της.

3.   Οι αποφάσεις που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 μπορούν αποκλειστικά να περιλαμβάνουν προσδιορισμό εναρμονισμένης ή συντονισμένης μεθόδου για την αντιμετώπιση των ακόλουθων θεμάτων:

α)

μη συνεκτική εφαρμογή των γενικών κανονιστικών μεθόδων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 15 και 16, όπου δημιουργεί φραγμό στην εσωτερική αγορά. Αυτές οι αποφάσεις δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες γνωστοποιήσεις εκδιδόμενες από εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 7α·

Σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει σχέδιο απόφασης μόνον αφού:

έχουν παρέλθει δύο τουλάχιστον έτη από την έγκριση σύστασης της Επιτροπής με το ίδιο θέμα, και

έχει λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC όσον αφορά την επιχειρηματολογία υπέρ της έγκρισης παρόμοιας απόφασης, την οποία οφείλει να εκδώσει ο BEREC εντός τριών μηνών από το σχετικό αίτημα της Επιτροπής·

β)

θέματα σχετικά με την αριθμοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων αριθμών, της φορητότητας αριθμών και των αναγνωριστικών και θέματα σχετικά με τα συστήματα μετατροπής αριθμών και διευθύνσεων και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (αριθμός 112).

4.   Η κατά την παράγραφο 1 απόφαση, η οποία αποσκοπεί στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπληρώσεώς της, εγκρίνεται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 22 παράγραφος 3 κανονιστική διαδικασία με έλεγχο.

5.   Ο BEREC μπορεί με δική του πρωτοβουλία να συμβουλεύσει την Επιτροπή σχετικά με την έγκριση μέτρου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.».

22)

Το άρθρο 20 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει σε σχέση με υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, ή μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και άλλων επιχειρήσεων στο κράτος μέλος που επωφελούνται από τις υποχρεώσεις πρόσβασης ή/και διασύνδεσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών, η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το ταχύτερο δυνατό, και, πάντως, εντός τεσσάρων μηνών, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Το οικείο κράτος μέλος απαιτεί την πλήρη συνεργασία όλων των μερών με την εθνική ρυθμιστική αρχή.».

23)

Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21

Επίλυση διασυνοριακών διαφορών

1.   Σε περίπτωση διασυνοριακής διαφοράς στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών μεταξύ μερών από διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον η διαφορά αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα εθνικών κανονιστικών αρχών δύο τουλάχιστον κρατών μελών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4.

2.   Κάθε μέρος μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι αρμόδιες εθνικές κανονιστικές αρχές συντονίζουν τις προσπάθειές τους για τη συνεκτική επίλυση της διαφοράς και δικαιούνται να ζητήσουν τη γνώμη του BEREC, σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 8.

Οιεσδήποτε υποχρεώσεις επιβάλλουν ενδεχομένως οι εθνικές κανονιστικές αρχές σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, πρέπει να είναι σύμφωνες προς την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες.

Κάθε εθνική ρυθμιστική αρχή που διαθέτει αρμοδιότητα σε τέτοια διαφορά μπορεί να ζητήσει από τον BEREC να εκδώσει γνώμη ως προς τη δράση που πρέπει να αναληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας-πλαίσιο ή/και των ειδικών οδηγιών για επίλυση της διαφοράς.

Εφόσον έχει διατυπωθεί σχετική αίτηση προς τον BEREC, κάθε εθνική ρυθμιστική αρχή που διαθέτει αρμοδιότητα σε οποιαδήποτε πτυχή της διαφοράς αναμένει τη γνώμη του BEREC προτού αναλάβει δράση για επίλυση της διαφοράς, με την επιφύλαξη της δυνατότητας των εθνικών κανονιστικών αρχών να λάβουν επείγοντα μέτρα όπου αυτό είναι απαραίτητο.

Οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε επιχείρηση στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς τηρεί τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών και λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη που εκδίδει ο BEREC.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να αρνούνται από κοινού την επίλυση διαφοράς, εάν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, περιλαμβανομένης της διαμεσολαβήσεως, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν καλύτερα σε έγκαιρη επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

Τα μέρη ενημερώνονται σχετικά αμελλητί. Εάν, έπειτα από τέσσερις μήνες, η διαφορά δεν έχει επιλυθεί, εάν η διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί στα δικαστήρια από το μέρος το οποίο επιδιώκει επανόρθωση και εφόσον ζητηθεί από τα εκατέρωθεν μέρη, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συντονίζουν τις προσπάθειές τους για να επιτευχθεί επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 και λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη κάθε γνώμης που εκδίδεται από τον BEREC.

4.   Η διαδικασία της παραγράφου 2 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια.».

24)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 21α

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να είναι κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις το αργότερο έως τις 25 Μαΐου 2011 καθώς και οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση που τις επηρεάζει χωρίς καθυστέρηση.»

25)

Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.».

β)

Η παράγραφος 4 διαγράφεται.

26)

Το άρθρο 27 διαγράφεται.

27)

Το παράρτημα I διαγράφεται.

28)

Το παράρτημα II αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Κριτήρια προς χρήση από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατά την εκτίμηση της κοινής δεσπόζουσας θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.

Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις θεωρούνται ως ευρισκόμενες σε κοινή δεσπόζουσα θέση, κατά την έννοια του άρθρου 14, εάν, ακόμη και αν δεν υπάρχουν διαρθρωτικοί ή άλλοι δεσμοί μεταξύ τους, λειτουργούν σε μια αγορά η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού και στην οποία καμία μεμονωμένη επιχείρηση δεν έχει σημαντική ισχύ στην αγορά. Σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την κοινή δεσπόζουσα θέση, αυτό είναι πιθανόν να συμβαίνει όταν η αγορά είναι συγκεντρωμένη και παρουσιάζει σειρά κατάλληλων χαρακτηριστικών από τα οποία τα ακόλουθα ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών:

μικρή ελαστικότητα ζήτησης,

παρεμφερή μερίδια αγοράς,

υψηλοί νομικοί ή οικονομικοί φραγμοί στην είσοδο,

κάθετη ολοκλήρωση με συλλογική άρνηση εφοδιασμού,

έλλειψη αντισταθμιστικής αγοραστικής ισχύος,

έλλειψη δυνητικού ανταγωνισμού.

Ο ανωτέρω κατάλογος είναι ενδεικτικός και όχι εξαντλητικός και τα κριτήρια δεν είναι σωρευτικά. Ο κατάλογος προτίθεται μάλλον να παρουσιάσει απλώς τα είδη αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη των ισχυρισμών περί υπάρξεως κοινής δεσπόζουσας θέσης».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση)

Η οδηγία 2002/19/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

“πρόσβαση”: η διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για το σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και οσάκις χρησιμοποιούνται για τη διανομή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Αφορά, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου)· την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης· την πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών ή στις βάσεις δεδομένων για προπαραγγελία, εφοδιασμό, παραγγελία, αιτήσεις συντήρησης και επισκευής, και για τιμολόγηση· την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες· την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή· την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης, και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου.».

β)

Το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

“τοπικός βρόχος”: φυσικό κύκλωμα που συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με κεντρικό κατανεμητή ή με την αντίστοιχη ευκολία στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών».

2)

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή και η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα. Οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν πρόσβαση και διασύνδεση σε άλλες επιχειρήσεις υπό όρους και προϋποθέσεις συμβατές με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 8.».

3)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό, αποδοτική επένδυση και καινοτομία, και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες·»·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αβ)

σε δικαιολογημένες περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές.».

β)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι αντικειμενικές, διαφανείς, αναλογικές και αμερόληπτες, και εφαρμόζονται με τη διαδικασία των άρθρων 6, 7 και 7α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

γ)

Η παράγραφος 3 διαγράφεται.

δ)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εξουσιοδοτηθούν να παρεμβαίνουν αυτοβούλως εφόσον δικαιολογείται προκειμένου να διασφαλίσουν τους στόχους πολιτικής του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και τις διαδικασίες οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 6, 7, 20 και 21 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

4)

Το άρθρο 6 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και την τεχνολογία, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος I. Τα μέτρα αυτά, που προβλέπονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.».

5)

Το άρθρο 7 διαγράφεται.

6)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1, οι λέξεις «άρθρα 9 έως 13» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 9 έως 13α».

β)

Η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

στην πρώτη περίπτωση, οι λέξεις «του άρθρου 5 παράγραφος 1, 2 και του άρθρου 6» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 5 παράγραφος 1 και του άρθρου 6».

στη δεύτερη περίπτωση, οι λέξεις «η οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (20)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (21)·

ii)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να επιβάλει στους φορείς με σημαντική δύναμη στην αγορά υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση και τη διασύνδεση άλλες από τις θεσπιζόμενες στα άρθρα 9 έως 13 της παρούσας οδηγίας, υποβάλει το αίτημά της στην Επιτροπή. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC)] (22). Η Επιτροπή αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, να επιτρέψει ή να εμποδίσει την εθνική ρυθμιστική αρχή να λάβει τέτοιου είδους μέτρα.

7)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 8, να επιβάλλουν υποχρεώσεις διαφάνειας όσον αφορά τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση, βάσει των οποίων απαιτείται από τους φορείς εκμετάλλευσης να δημοσιοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως πληροφορίες λογιστικής φύσεως, τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηριστικά δικτύου, όρους και προϋποθέσεις παροχής και χρήσης, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε όρων περιορισμού στη πρόσβαση και/ή στη χρήση εφόσον επιτρέπονται οι εν λόγω όροι από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και τιμών.».

β)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει, δυνάμει του άρθρου 12, υποχρεώσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε δίκτυο υποδομής χονδρικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν τη δημοσίευση προσφοράς αναφοράς που περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ.».

γ)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει τις απαραίτητες τροποποιήσεις στο παράρτημα II για την προσαρμογή του στις εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς. Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3. Στην εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή μπορεί να επικουρείται από τον BEREC.»·

8)

Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε καθορισμένα στοιχεία ή/και ευκολίες δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μη ενεργά στοιχεία του δικτύου ή/και της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο, ώστε συν τοις άλλοις να διευκολυνθεί η επιλογή ή η προεπιλογή των φορέων εκμετάλλευσης ή/και η δυνατότητα μεταπώλησης της συνδρομητικής γραμμής·».

β)

Στην παράγραφο 1, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

η παροχή συντοπισμού ή άλλων μορφών από κοινού χρήσης συναφών ευκολιών·».

γ)

Στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ι)

η παροχή πρόσβασης σε συναφείς υπηρεσίες, όπως υπηρεσία ταυτοποίησης, εντοπισμού θέσης και παρουσίας.».

δ)

Στην παράγραφο 2, η εισαγωγική φράση και το στοιχείο α) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο επιβολής υποχρεώσεων βάσει της παραγράφου 1, και ιδίως όταν αξιολογούν τον τρόπο με τον οποίο τέτοιου είδους υποχρεώσεις θα επιβάλλονταν έτσι ώστε να είναι ανάλογες με τους στόχους του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), λαμβάνουν υπόψη ιδίως τα ακόλουθα:

α)

την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της διασύνδεσης ή/και της πρόσβασης περί των οποίων πρόκειται, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων ανάντη πρόσβασης όπως η πρόσβαση σε αγωγούς·».

ε)

Στην παράγραφο 2, τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους·

δ)

την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανταγωνισμό που στηρίζεται σε οικονομικά αποδοτικές υποδομές·».

στ)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Στο πλαίσιο της επιβολής υποχρεώσεων σε φορέα εκμετάλλευσης για παροχή πρόσβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να καθορίζουν τεχνικές ή λειτουργικές προϋποθέσεις που οφείλουν να πληρούν ο πάροχος ή/και οι δικαιούχοι αυτής της πρόσβασης εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του δικτύου. Οι υποχρεώσεις για την τήρηση συγκεκριμένων τεχνικών προτύπων ή προδιαγραφών είναι σύμφωνες προς τα πρότυπα και τις προδιαγραφές που ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

9)

Το άρθρο 13, παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους και ελέγχους τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος και υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή/και πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι η έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές, εις βάρος των τελικών χρηστών. Για να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης μεταξύ άλλων στα δίκτυα νεώτερης γενεάς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης και του επιτρέπουν έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας οιουσδήποτε κινδύνους ενέχει ενδεχομένως ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.».

10)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 13α

Λειτουργικός διαχωρισμός

1.   Όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσήκουσες υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 9 έως 13 απέτυχαν να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό ανταγωνισμό και ότι σημαντικά προβλήματα ανταγωνισμού ή αδυναμίες της αγοράς παραμένουν όσον αφορά τη χονδρική παροχή ορισμένων αγορών προϊόντων πρόσβασης, μπορεί ως εξαιρετικό μέτρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, να επιβάλει υποχρέωση σε καθετοποιημένες επιχειρήσεις να μεταθέσουν δραστηριότητες που σχετίζονται με τη χονδρική παροχή συναφών προϊόντων πρόσβασης σε επιχειρησιακή μονάδα που λειτουργεί ανεξάρτητα.

Η εν λόγω επιχειρησιακή μονάδα προμηθεύει προϊόντα και υπηρεσίες πρόσβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων άλλων επιχειρησιακών μονάδων της μητρικής εταιρείας, με τα ίδια χρονικά περιθώρια, όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων όσον αφορούν επίπεδα τιμών και στάθμη υπηρεσιών, καθώς και μέσω των ίδιων συστημάτων και διαδικασιών.

2.   Εφόσον η εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να επιβάλει υποχρέωση λειτουργικού διαχωρισμού, υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει:

α)

τεκμηρίωση η οποία να αιτιολογεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η εθνική ρυθμιστική αρχή βάσει της παραγράφου 1·

β)

αιτιολογημένη τεκμηρίωση από την οποία να προκύπτει ότι οι προοπτικές αποτελεσματικού και βιώσιμου ανταγωνισμού με βάση την υποδομή μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είναι ελάχιστες ή μηδαμινές·

γ)

ανάλυση του αναμενόμενου αντίκτυπου στη ρυθμιστική αρχή, στην επιχείρηση, ιδίως στο εργατικό δυναμικό της διαχωρισμένης επιχείρησης και στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εν γένει, καθώς και στα επενδυτικά κίνητρα στον τομέα συνολικά, ιδίως όσον αφορά την ανάγκη να εξασφαλισθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή, και σε άλλους ενδιαφερομένους, ιδίως δε του αναμενόμενου αντίκτυπου στον ανταγωνισμό και ενδεχόμενων αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές·

δ)

ανάλυση των λόγων για τους οποίους η υποχρέωση αυτή θα αποτελούσε το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής επανορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προσδιοριζόμενων προβλημάτων του ανταγωνισμού ή περιπτώσεων δυσλειτουργίας της αγοράς.

3.   Το σχέδιο μέτρου περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον ακριβή χαρακτήρα και το επίπεδο του διαχωρισμού, προσδιορίζοντας ιδίως το νομικό καθεστώς της χωριστής επιχειρηματικής οντότητας·

β)

προσδιορισμό των στοιχείων ενεργητικού της χωριστής επιχειρηματικής οντότητας καθώς και των προϊόντων ή υπηρεσιών που θα προμηθεύει η εν λόγω οντότητα·

γ)

τις οργανωτικές ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του προσωπικού που απασχολείται από τη χωριστή επιχειρηματική οντότητα και την αντίστοιχη διάρθρωση κινήτρων·

δ)

κανόνες για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις·

ε)

κανόνες για την εξασφάλιση της διαφάνειας επιχειρησιακών διαδικασιών, ιδίως έναντι άλλων ενδιαφερομένων·

στ)

πρόγραμμα παρακολούθησης για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης, που περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης.

4.   Έπειτα από την απόφαση της Επιτροπής για το σχέδιο μέτρου που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3, η εθνική ρυθμιστική αρχή διεξάγει συντονισμένη ανάλυση των διάφορων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Με βάση την αξιολόγησή της, η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

5.   Επιχείρηση στην οποία έχει επιβληθεί λειτουργικός διαχωρισμός μπορεί να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 9 έως 13 σε οποιαδήποτε επιμέρους αγορά όπου έχει καθορισθεί ως διαθέτουσα σημαντική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ή σε κάθε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 3.

Άρθρο 13β

Εθελούσιος διαχωρισμός από καθετοποιημένη επιχείρηση

1.   Επιχειρήσεις που έχουν ορισθεί ως διαθέτουσες σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ενημερώνουν την εθνική ρυθμιστική αρχή εκ των προτέρων και εγκαίρως προκειμένου να της επιτρέψουν να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της σκοπούμενης μεταβίβασης, εφόσον προτίθενται να μεταβιβάσουν στοιχεία του τοπικού δικτύου πρόσβασής τους ή σημαντικό μέρος τους σε χωριστή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή να καθιερώσουν χωριστή επιχειρηματική οντότητα για την παροχή πλήρως ισότιμων προϊόντων πρόσβασης σε όλους τους παρόχους λιανικής, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της τμημάτων λιανικής.

Οι επιχειρήσεις ενημερώνουν επίσης την εθνική ρυθμιστική αρχή για τυχόν αλλαγή του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς και για την τελική έκβαση της διαδικασίας διαχωρισμού.

2.   Η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί το αποτέλεσμα της σκοπούμενης μεταβίβασης υφιστάμενων κανονιστικών υποχρεώσεων βάσει της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

Για το σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή διεξάγει συντονισμένη ανάλυση των διάφορων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

Με βάση την αξιολόγησή της, η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

3.   Η νομικά ή/και λειτουργικά χωριστή επιχειρησιακή οντότητα μπορεί να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις των άρθρων 9 έως 13 σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αγορά όπου έχει ορισθεί ως διαθέτουσα σημαντική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ή οποιασδήποτε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 3.»·

11)

Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.».

β)

Η παράγραφος 4 διαγράφεται.

12)

Το παράρτημα ΙΙ τροποποιείται ως εξής:

α)

Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

β)

Ο ορισμός α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

“τοπικός υποβρόχος” ο μερικός τοπικός βρόχος που συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με σημείο συγκέντρωσης ή προσδιορισμένο ενδιάμεσο σημείο πρόσβασης στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών.».

γ)

Ο ορισμός γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

“πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο” η παροχή σε δικαιούχο πρόσβασης στον τοπικό βρόχο ή στον τοπικό υπο-βρόχο του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, η οποία επιτρέπει τη χρήση της πλήρους δυναμικότητας της υποδομής του δικτύου·».

δ)

Ο ορισμός δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

“μεριζόμενη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο” η παροχή σε δικαιούχο πρόσβασης στον τοπικό βρόχο ή στον τοπικό υπο-βρόχο του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, η οποία επιτρέπει τη χρήση της δυναμικότητας συγκεκριμένου τμήματος της υποδομής του δικτύου, όπως μέρους της συχνότητας ή ισοδύναμου·».

ε)

Στο μέρος Α, τα σημεία 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Στοιχεία δικτύου στα οποία παρέχεται η πρόσβαση που αφορά ειδικότερα τα εξής στοιχεία, μαζί με τις αντίστοιχες σχετικές εγκαταστάσεις:

α)

αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικούς βρόχους και υποβρόχους (ολική και μεριζόμενη)·

β)

αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικούς βρόχους και υποβρόχους (ολική και μεριζόμενη) περιλαμβανομένης, ενδεχομένως, της πρόσβασης σε στοιχεία δικτύου που δεν είναι ενεργά με σκοπό την ανάπτυξη δικτύων οπισθόζευξης·

γ)

εφόσον απαιτείται, πρόσβαση σε αγωγούς που επιτρέπουν την ανάπτυξη δικτύων πρόσβασης·

2.

Πληροφορίες που αφορούν τις θέσεις των τόπων φυσικής πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων κυτίων πρόσβασης και πλαισίων διανομής, και την ύπαρξη τοπικών βρόχων και υποβρόχων, αγωγών και ευκολιών οπισθόζευξης σε συγκεκριμένα σημεία του δικτύου πρόσβασης και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία αγωγών και τη διαθεσιμότητα στους αγωγούς.

3.

Τεχνικές προϋποθέσεις που αφορούν την πρόσβαση και τη χρήση των τοπικών βρόχων, υποβρόχων και αγωγών, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών χαρακτηριστικών του στρεπτού ζεύγους μεταλλικών αγωγών και ή οπτικών ινών, διανεμητών καλωδίων, αγωγών και συναφών ευκολιών και, κατά περίπτωση, τεχνικούς όρους σχετικά με την πρόσβαση σε αγωγούς.».

στ)

Στο μέρος Β, το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Πληροφορίες σχετικά με τους υπάρχοντες τόπους ή τα σημεία εξοπλισμού του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και την προγραμματισμένη αναβάθμισή τους (23).

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση)

Η οδηγία 2002/20/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εφαρμόζεται επίσης ο ακόλουθος ορισμός:

“γενική άδεια”: νομικό πλαίσιο που θεσπίζεται από τα κράτη μέλη και εξασφαλίζει δικαιώματα για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών και θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις ανά τομέα που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται σε όλους ή συγκεκριμένους τύπους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.».

2)

Στο άρθρο 3 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Επιχειρήσεις που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε διάφορα κράτη μέλη, δεν θα υποχρεούνται να υποβάλουν άνω της μιας κοινοποίησης ανά ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.».

3)

Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

Δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών

1.   Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων βάσει γενικών αδειών. Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ώστε:

να αποφεύγονται οι επιβλαβείς παρεμβολές,

να εξασφαλίζεται η τεχνική ποιότητα των υπηρεσιών,

να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του φάσματος, ή

να πληρούνται άλλοι στόχοι γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

2.   Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών βάσει της γενικής άδειας κατά το άρθρο 3, με την επιφύλαξη των άρθρων 6 και 7 και του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν κατά πόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν από τον κάτοχο των δικαιωμάτων καθώς και υπό ποιους όρους. Στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη με τα άρθρα 9 και 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

Σε περίπτωση που κράτη μέλη χορηγούν δικαιώματα χρήσης για περιορισμένη χρονική περίοδο, η διάρκεια είναι κατάλληλη για τη σχετική υπηρεσία λόγω του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αναγκαίας περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης.

Όταν χορηγείται μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για δέκα χρόνια ή περισσότερο και το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή να χρονομισθωθεί μεταξύ επιχειρήσεων όπως προβλέπει το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να διασφαλίσει ότι τα κριτήρια για τη χορήγηση μεμονωμένου δικαιώματος χρήσης ισχύουν και τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της άδειας, ιδίως έπειτα από αιτιολογημένη αίτηση του κατόχου του δικαιώματος. Εάν τα κριτήρια αυτά δεν ισχύουν πλέον, το μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης μετατρέπεται σε γενική άδεια για χρήση ραδιοσυχνοτήτων, υποκείμενη σε προηγούμενη ειδοποίηση και μετά από εύλογη προθεσμία ή καθίσταται ελεύθερα μεταβιβάσιμο ή χρονομισθώσιμο μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

3.   Οι αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης λαμβάνονται, ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εθνική ρυθμιστική αρχή, εντός τριών εβδομάδων στην περίπτωση αριθμών που έχουν χορηγηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης και εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν κατανεμηθεί για χρήση από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος συχνοτήτων. Η εν λόγω τελευταία προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων ή των τροχιακών θέσεων.

4.   Όταν αποφασίζεται, έπειτα από διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ότι τα δικαιώματα χρήσης αριθμών εξαιρετικής οικονομικής αξίας πρέπει να χορηγούνται με διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη χρονική περίοδο των τριών εβδομάδων κατά τρεις εβδομάδες ακόμη το πολύ.

Για τις διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής για τις ραδιοσυχνότητες, εφαρμόζεται το άρθρο 7.

5.   Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν τον αριθμό των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 7.

6.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξασφαλίζουν αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τα άρθρα 8 παράγραφος 2 και 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Εξασφαλίζουν ότι δεν στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή συσσώρευση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Για τους σκοπούς αυτούς, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα όπως την εντολή πώλησης ή την εκμίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.».

4)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η γενική αδειοδότηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και δικαιώματα χρήσης αριθμών μπορούν να υπάγονται μόνον στους όρους που απαριθμούνται στο παράρτημα. Οι εν λόγω όροι είναι αμερόληπτοι, αναλογικοί και διαφανείς και, στην περίπτωση των δικαιωμάτων χρήσης για ραδιοσυχνότητες, είναι σύμφωνοι με το άρθρο 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

β)

Στην παράγραφο 2, οι λέξεις «των άρθρων 16, 17, 18 και 19 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγίας για την καθολική υπηρεσία)».

5)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

Η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος εξετάζει εάν πρέπει να περιορίσει τον αριθμό των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή να παρατείνει τη διάρκεια υφισταμένων δικαιωμάτων κατ’ άλλο τρόπο απ’ ό,τι σύμφωνα με τους όρους που προσδιορίζονται στα εν λόγω δικαιώματα, μεταξύ άλλων:».

ii)

Το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

δημοσιεύει οποιαδήποτε απόφασή του να περιορίσει τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης, δηλώνοντας τους σχετικούς λόγους,».

β)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Εάν απαιτείται περιορισμός της παροχής δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, τα κράτη μέλη παρέχουν τα εν λόγω δικαιώματα βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων, και αναλογικών κριτηρίων επιλογής. Όλα τα εν λόγω κριτήρια επιλογής πρέπει να σταθμίζουν δεόντως την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) και των απαιτήσεων του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας.».

γ)

Στην παράγραφο 5 οι λέξεις «το άρθρο 9» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το άρθρο 9β».

6)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν και επιβλέπουν τη συμμόρφωση με τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης και με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, σύμφωνα με το άρθρο 11.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να ζητούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών που καλύπτονται από τη γενική άδεια, ή απολαύουν δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή προς τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, σύμφωνα με το άρθρο 11.

2.   Εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση δεν τηρεί έναν ή περισσότερους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης, ή τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, κοινοποιεί στην επιχείρηση την εν λόγω διαπίστωση και παρέχει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.

3.   Η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, είτε αμέσως είτε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης.

Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν:

α)

κατά περίπτωση αποτρεπτικές οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν περιοδικές ποινές με αναδρομικό αποτέλεσμα· και

β)

διαταγή να διακοπεί ή να καθυστερήσει η παροχή υπηρεσίας ή δέσμης υπηρεσιών η οποία, εάν συνεχιζόταν, θα κατέληγε σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενώ εκκρεμεί η συμμόρφωση με υποχρεώσεις πρόσβασης που έχουν επιβληθεί μετά από ανάλυση αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).

Τα μέτρα και οι λόγοι στους οποίους βασίζονται, ανακοινώνονται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χωρίς καθυστέρηση και προβλέπουν εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση της επιχείρησης προς το μέτρο.».

β)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Παρά τις παραγράφους 2 και 3, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, στις επιχειρήσεις που δεν παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) ή β) της παρούσας οδηγίας ή το άρθρο 9 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγίας για την πρόσβαση), εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή.».

γ)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Σε περιπτώσεις σοβαρών ή επανειλημμένων παραβάσεων των όρων της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, εάν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν φέρουν αποτέλεσμα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να εμποδίζουν την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από μια επιχείρηση ή να αναστέλλουν ή να αποσύρουν τα δικαιώματα χρήσης. Μπορούν να επιβληθούν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις και ποινές που θα καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.».

δ)

Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Ανεξάρτητα από τις παραγράφους 2, 3 και 5 του παρόντος άρθρου, εάν η αρμόδια αρχή έχει αποδείξεις ότι η παράβαση των όρων της γενικής άδειας, των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 συνιστά άμεση και σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή ότι θα προξενήσει σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλους παρόχους ή σε χρήστες δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλους χρήστες του ραδιοφάσματος, μπορεί να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, πριν από τη λήψη τελικής απόφασης. Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρέχεται εν συνεχεία εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της και να προτείνει επανορθωτικά μέτρα. Εφόσον απαιτείται, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβεβαιώνει τα προσωρινά μέτρα, τα οποία έχουν μέγιστη ισχύ τριών μηνών, αλλά μπορούν, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκτέλεσης, να παραταθούν για περαιτέρω χρονική περίοδο έως και τριών μηνών.».

7)

Το άρθρο 11 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το συστηματικό ή κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με τους όρους 1 και 2 του μέρους Α, με τους όρους 2 και 6 του μέρους Β και με τους όρους 2 και 7 του μέρους Γ του παραρτήματος και της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2,».

β)

Προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζ)

τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης των ραδιοσυχνοτήτων·

η)

την αξιολόγηση των μελλοντικών εξελίξεων στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διατίθενται σε ανταγωνιστές.».

γ)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), δ), ε), στ), ζ) και η) του πρώτου εδαφίου, δεν μπορούν να απαιτούνται εκ των προτέρων ή ως όρος για την είσοδο στην αγορά.».

8)

Το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 14

Τροποποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων.

2.   Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα και τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.».

9)

Το άρθρο 15 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι συναφείς πληροφορίες για δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις, τέλη και αποφάσεις που αφορούν γενικές άδειες, δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών δημοσιεύονται και ενημερώνονται με κατάλληλο τρόπο, ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.».

10)

Στο άρθρο 17, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), τα κράτη μέλη ευθυγραμμίζουν τις γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίστανται ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 2009 με τα άρθρα 5, 6, 7 και το παράρτημα της παρούσας οδηγίας το αργότερο στις 19 Δεκεμβρίου 2011.

2.   Εφόσον η εφαρμογή της παραγράφου 1 επιφέρει περιορισμό των δικαιωμάτων ή επέκταση των υποχρεώσεων βάσει ήδη υφιστάμενων γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την ισχύ αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012 το αργότερο, υπό τον όρο ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν θίγονται τα δικαιώματα άλλων επιχειρήσεων βάσει του κοινοτικού δικαίου. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις παρατάσεις αυτές και δηλώνουν τους σχετικούς λόγους.».

11)

Το παράρτημα τροποποιείται ως έχει στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 4

Καταργούμενες διατάξεις

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2887/2000 καταργείται.

Άρθρο 5

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο στις 25 Μαΐου 2011, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 26 Μαΐου 2011.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 6

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 7

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 25 Νοεμβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

Å. TORSTENSSON


(1)  ΕΕ C 224 της 30.8.2008, σ. 50.

(2)  ΕΕ C 257 της 9.10.2008, σ. 51.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ C 103 E της 5.5.2009, σ. 1) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Μαΐου 2009, απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 2009 και νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2009.

(4)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 33.

(5)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 7.

(6)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 21.

(7)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 51.

(8)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.

(9)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(10)  ΕΕ L 91 της 7.4.1999, σ. 10.

(11)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 198 της 27.7.2002, σ. 49.

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 77 της 13.3.2004, σ. 1).

(14)  Σύσταση της Επιτροπής, της 11ης Φεβρουαρίου 2003, για τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 114 της 8.5.2003, σ. 45).

(15)  ΕΕ L 336 της 30.12.2000, σ. 4.

(16)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(17)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.».

(18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για τη δημιουργία Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας.».

(19)  ΕΕ L 198 της 27.7.2002, σ. 49

(20)  ΕΕ L 24 της 30.1.1998, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.».

(22)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1211/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, για τη δημιουργία Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και της Υπηρεσίας.».

(23)  Η διάθεση των πληροφοριών αυτών δύναται να περιορίζεται μόνο στα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να αποφεύγονται προβλήματα δημόσιας ασφάλειας.».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση) τροποποιείται ως εξής:

1.

Η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι όροι που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα παρέχουν το μέγιστο κατάλογο όρων που δύνανται να συνοδεύουν γενικές άδειες (μέρος Α), δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (μέρος Β) και δικαιώματα χρήσης αριθμών (μέρος Γ), όπως αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α), εντός των επιτρεπόμενων ορίων των άρθρων 5, 6, 7, 8 και 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

2.

Το μέρος A τροποποιείται ως εξής:

α)

Το σημείο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.

Προσβασιμότητα για τους τελικούς χρήστες όσον αφορά τους αριθμούς του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης, τους αριθμούς του Ευρωπαϊκού Χώρου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης, τους καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων και, εφόσον είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, τους αριθμούς των σχεδίων αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών, και σχετικοί όροι σύμφωνα με την οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία).».

β)

Το σημείο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.

Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής ειδικά για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (1).

γ)

Το σημείο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.

Κανόνες προστασίας των καταναλωτών ειδικά για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένων όρων σύμφωνα με την οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) καθώς και όρων προσβασιμότητας για χρήστες με αναπηρίες σύμφωνα με το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.».

δ)

Στο σημείο 11, οι λέξεις «οδηγία 97/66/ΕΚ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «οδηγία 2002/58/ΕΚ».

ε)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«11α.

Όροι χρήσης για επικοινωνία των δημόσιων αρχών με το κοινό για προειδοποίηση του κοινού σχετικά με επικείμενες απειλές και για περιορισμό των συνεπειών από μείζονες καταστροφές.».

στ)

Το σημείο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«12.

Προδιαγραφή χρήσης σε περίπτωση μείζονος καταστροφής ή εθνικής έκτακτης ανάγκης ώστε να εξασφαλίζεται η επικοινωνία των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης με τις αρχές.».

ζ)

Το σημείο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«16.

Ασφάλεια δημόσιων δικτύων έναντι μη επιτρεπόμενης πρόσβασης σύμφωνα με την οδηγία 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες).».

η)

Προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«19.

Υποχρεώσεις διαφάνειας επί των παρόχων δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό ώστε να εξασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα συμπεριλαμβανομένων της απεριόριστης πρόσβασης στο περιεχόμενο, τις υπηρεσίες και τις εφαρμογές και της διανομής τους, σύμφωνα με τους στόχους και τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ανακοίνωση των περιορισμών όσον αφορά οιουσδήποτε όρους περιορισμού στη πρόσβαση και/ή στη χρήση υπηρεσιών και εφαρμογών εφόσον επιτρέπονται οι εν λόγω όροι από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και, εφόσον είναι αναγκαίο και αναλογικό, πρόσβαση των εθνικών κανονιστικών αρχών στις σχετικές πληροφορίες προς επαλήθευση της ακρίβειας της εν λόγω ανακοίνωσης.».

3.

Το μέρος Β τροποποιείται ως εξής:

α)

Το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Υποχρέωση παροχής υπηρεσίας ή χρήσης τύπου τεχνολογίας για τα οποία χορηγήθηκαν τα δικαιώματα χρήσης της συχνότητας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, απαιτήσεων κάλυψης και ποιότητας.».

β)

Το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Πραγματική και αποδοτική χρήση των αριθμών σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».

γ)

Προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«9.

Υποχρεώσεις που διέπουν την πειραματική χρήση των ραδιοσυχνοτήτων.».

4.

Στο μέρος Γ το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.

Καθορισμός της υπηρεσίας για την οποία χρησιμοποιείται ο αριθμός, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε απαιτήσεων που συνδέονται με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και, για λόγους σαφήνειας, αρχές τιμολόγησης και ανώτατες τιμές που μπορούν να ισχύσουν στη συγκεκριμένη περιοχή αριθμών προς εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).».


(1)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.»·


ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΔΙΚΤΥΟΥ

Η Επιτροπή αποδίδει ύψιστη σημασία στη διατήρηση του ανοικτού και ουδέτερου χαρακτήρα του Διαδικτύου, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη βούληση των συννομοθετών να καθιερώσουν πλέον την ουδετερότητα δικτύου ως στόχο πολιτικής και κανονιστική αρχή που πρέπει να προάγονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (1), παράλληλα με την ενίσχυση των σχετικών απαιτήσεων διαφάνειας (2) και τη δημιουργία διασφαλιστικών εξουσιών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε να προλαμβάνουν την υποβάθμιση των υπηρεσιών και την παρακώλυση ή την επιβράδυνση της κίνησης μέσω δημόσιων δικτύων (3). Η Επιτροπή θα παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στα κράτη μέλη, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα, στις ετήσιες εκθέσεις προόδου που θα υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στον τρόπο με τον οποίον διαφυλάσσονται οι «ελευθερίες δικτύου» των ευρωπαίων πολιτών. Στο μεταξύ, η Επιτροπή θα παρακολουθεί τον αντίκτυπο των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογίας στις «ελευθερίες δικτύου», αναφέροντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, πριν από τα τέλη του 2010, εάν απαιτούνται περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές, και θα επικαλείται τις υφιστάμενες εξουσίες της στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού για να αντιμετωπίζει τις τυχόν εμφανιζόμενες αντιανταγωνιστικές πρακτικές.


(1)  Άρθρο 8 παράγραφος 4 στοιχείο ζ) της οδηγίας-πλαισίου.

(2)  Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) και άρθρο 21 παράγραφος 3 στοιχεία γ) και δ) της οδηγίας καθολικής υπηρεσίας.

(3)  Άρθρο 22 παράγραφος 3 της οδηγίας καθολικής υπηρεσίας.


Top