Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32009L0119

Οδηγία 2009/119/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2009 , σχετικά με υποχρέωση διατήρησης ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη

OJ L 265, 9.10.2009, p. 9–23 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 12 Volume 005 P. 82 - 96

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/119/oj

9.10.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 265/9


ΟΔΗΓΊΑ 2009/119/ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 14ης Σεπτεμβρίου 2009

σχετικά με υποχρέωση διατήρησης ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Έπειτα από διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η σημασία του εφοδιασμού της Κοινότητας με αργό πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου παραμένει πολύ μεγάλη, ιδίως για τον τομέα των μεταφορών και τη χημική βιομηχανία.

(2)

Η αυξανόμενη συγκέντρωση της παραγωγής, η μείωση των πετρελαϊκών αποθεμάτων και η αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαιοειδών συμβάλλουν στην αύξηση του κινδύνου που συνδέεται με τις δυσχέρειες εφοδιασμού.

(3)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο σχέδιο δράσης του, με τίτλο «Μια ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη», έχει τονίσει την ανάγκη να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού, τόσο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)συνολικά όσο και για κάθε κράτος μέλος χωριστά, μεταξύ άλλων μέσω της επανεξέτασης των μηχανισμών διατήρησης αποθεμάτων πετρελαίου της Ένωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τη διαθεσιμότητα σε περίπτωση κρίσης.

(4)

Ο στόχος αυτός προϋποθέτει μεταξύ άλλων την προσέγγιση του κοινοτικού συστήματος με το αντίστοιχο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (στο εξής «ΔΟΕ»).

(5)

Σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2006/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου (4) από τα κράτη μέλη, η αξιολόγηση των αποθεμάτων γίνεται σε σχέση με τη μέση ημερήσια εσωτερική κατανάλωση του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Αντιθέτως, οι υποχρεώσεις διατήρησης αποθεμάτων που προβλέπονται από τη συμφωνία περί διεθνούς προγράμματος ενεργείας της 18ης Νοεμβρίου 1974 (στο εξής «συμφωνίας ΔΟΕ») αξιολογούνται βάσει των καθαρών εισαγωγών πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου. Κατά συνέπεια, αλλά και λόγω άλλων μεθοδολογικών αποκλίσεων, είναι απαραίτητο να προσαρμοσθούν η μεθοδολογία του υπολογισμού των υποχρεώσεων διατήρησης αποθεμάτων καθώς και εκείνη που αφορά την αξιολόγηση των κοινοτικών αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να προσεγγίσουν τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο εφαρμογής της συμφωνίας ΔΟΕ, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι μέθοδοι υπολογισμού του ΔΟΕ ενδεχομένως να χρειαστεί να αξιολογηθούν βάσει των τεχνολογικών εξελίξεων κατά τις τελευταίες δεκαετίες και ότι οι χώρες που δεν είναι μέλη του ΔΟΕ οι οποίες εξαρτώνται πλήρως από τις εισαγωγές μπορεί να απαιτήσουν μεγαλύτερη περίοδο προσαρμογής των υποχρεώσεών τους διατήρησης αποθεμάτων. Περαιτέρω, οι τροποποιήσεις των μεθόδων και διαδικασιών υπολογισμού του επιπέδου των ειδικών αποθεμάτων ενδέχεται να αποδειχθούν αναγκαίες και ωφέλιμες προκειμένου να αυξηθεί περαιτέρω η συνοχή με την πρακτική ΔΟΕ, περιλαμβανομένων, π.χ., αλλαγών που συνεπάγονται τον περιορισμό, για ορισμένα κράτη μέλη, του ποσοστού μείωσης 10 % το οποίο εφαρμόζεται στον υπολογισμό των αποθεμάτων, ώστε να επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση των αποθεμάτων νάφθας ή να επιτρέπεται η μέτρηση των αποθεμάτων που διατηρούνται σε δεξαμενόπλοια εντός των εθνικών χωρικών υδάτων κράτους μέλους.

(6)

Η εσωτερική παραγωγή πετρελαίου μπορεί να συμβάλει η ίδια στην ασφάλεια του εφοδιασμού και θα μπορούσε επομένως να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη με δική τους παραγωγή διατηρούν μικρότερα αποθέματα σε σχέση με άλλα κράτη μέλη. Μια τέτοια παρέκκλιση δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή ως προς τις υποχρεώσεις διατήρησης αποθεμάτων που απορρέουν από την οδηγία 2006/67/ΕΚ. Κατά συνέπεια, η υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων ορισμένων κρατών μελών θα έπρεπε να ορίζεται σε συνάρτηση με την εσωτερική κατανάλωση πετρελαίου και όχι τις εισαγωγές.

(7)

Από τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 8ης και 9ης Μαρτίου 2007 απορρέει ότι καθίσταται ολοένα και πιο σημαντική και επείγουσα η ανάγκη διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης κοινοτικής ενεργειακής πολιτικής, η οποία θα συνδυάζει τα μέτρα που εφαρμόζονται σε επίπεδο ΕΕ με τα αντίστοιχα σε επίπεδο κρατών μελών. Είναι επομένως σημαντικό να συγκλίνουν περισσότερο τα πρότυπα που εξασφαλίζονται χάρη στους μηχανισμούς διατήρησης αποθεμάτων που εφαρμόζονται σήμερα σε διάφορα κράτη μέλη.

(8)

Η διαθεσιμότητα των αποθεμάτων πετρελαίου και η διασφάλιση της παροχής ενέργειας συνιστούν βασικά στοιχεία της δημόσιας ασφάλειας των κρατών μελών και της Κοινότητας. Η ύπαρξη κεντρικών φορέων διατήρησης αποθεμάτων (ΚΦΔΑ) στην Κοινότητα επιτρέπει την προσέγγιση των στόχων αυτών. Προκειμένου να μπορούν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να αξιοποιούν στο έπακρο την εθνική τους νομοθεσία ώστε να καθορίζουν την εντολή κάθε ΚΦΔΑ μετριάζοντας ταυτόχρονα την οικονομική επιβάρυνση των τελικών καταναλωτών από τις σχετικές δραστηριότητες διατήρησης αποθεμάτων, αρκεί να απαγορεύεται η χρήση τους με σκοπό το κέρδος, ενώ παράλληλα να είναι δυνατό να διατηρούνται αποθέματα πετρελαίου οπουδήποτε στην Κοινότητα και από οποιονδήποτε ΚΦΔΑ που έχει συσταθεί για τον σκοπό αυτό.

(9)

Λαμβανομένων υπόψη των στόχων της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά τα αποθέματα πετρελαίου, των ενδεχόμενων ανησυχιών ορισμένων κρατών μελών σχετικά με την ασφάλειά τους και της επιθυμίας να ενισχυθούν η ακεραιότητα και η διαφάνεια των μηχανισμών αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, είναι απαραίτητο να επικεντρωθεί κατά το δυνατόν περισσότερο η λειτουργία των κεντρικών φορέων στην επικράτειά τους.

(10)

Τα αποθέματα πετρελαίου θα πρέπει να μπορούν να διατηρούνται οπουδήποτε στην Κοινότητα, αρκεί να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η φυσική προσβασιμότητά τους. Επομένως, οι οικονομικοί φορείς στους οποίους αναλογούν υποχρεώσεις διατήρησης αποθεμάτων θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδεσμεύονται από τις υποχρεώσεις τους με μεταβίβασή τους σε άλλους οικονομικούς φορείς ή οιονδήποτε άλλο ΚΦΔΑ. Επιπλέον, υπό τον όρο ότι οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να μεταβιβαστούν σε ελεύθερα επιλεγμένο ΚΦΔΑ που βρίσκεται στην κοινοτική επικράτεια μέσω πληρωμής περιοριζόμενης στο κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, θα περιορίζεται σημαντικά σε εθνική κλίμακα ο κίνδυνος πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις. Το δικαίωμα ενός οικονομικού φορέα να μεταβιβάζει την υποχρέωσή του δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση οποιουδήποτε παράγοντα να δεχθεί τη μεταβίβαση, εκτός εάν επιβάλλεται άλλως από την παρούσα οδηγία. Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να περιορίσουν το δικαίωμα μεταβίβασης του φορέα, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι παρέχονται στους οικονομικούς φορείς εγγυήσεις ως προς το δικαίωμά τους να μεταβιβάζουν ένα στοιχειώδες ποσοστό της υποχρέωσής τους συνεπώς, τα εν λόγω κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι ΚΦΔΑ τους θα αποδέχονται τη μεταβίβαση της υποχρέωσης διατήρησης αποθεμάτων σε σχέση με την ποσότητα που απαιτείται για την εγγύηση του εν λόγω στοιχειώδους ποσοστού.

(11)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την απόλυτη διαθεσιμότητα όλων των αποθεμάτων η διατήρηση των οποίων επιβάλλεται από την κοινοτική νομοθεσία. Προκειμένου να διασφαλίζεται η διαθεσιμότητα αυτή, δεν θα πρέπει να υφίσταται κανένας περιορισμός σε ό,τι αφορά το δικαίωμα κυριότητας των συγκεκριμένων αποθεμάτων που θα παρεμπόδιζε τη χρήση τους σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού με πετρέλαιο. Τα προϊόντα πετρελαίου των επιχειρήσεων οι οποίες εκτίθενται σε σημαντικούς κινδύνους λόγω διαδικασιών εκτέλεσης που επηρεάζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Όταν επιβάλλεται υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων σε οικονομικούς φορείς, η έναρξη διαδικασίας πτώχευσης ή πτωχευτικού συμβιβασμού θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενδεικτική μιας τέτοιας κατάστασης κινδύνου.

(12)

Για να μπορούν τα κράτη μέλη να αντιδρούν ταχέως σε ιδιαιτέρως επείγουσες περιπτώσεις ή τοπικές κρίσεις θα έπρεπε ενδεχομένως να τους επιτραπεί να χρησιμοποιούν μέρος των αποθεμάτων τους στις περιπτώσεις αυτές. Οι εν λόγω επείγουσες περιπτώσεις ή τοπικές κρίσεις δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν καταστάσεις που οφείλονται σε εξελίξεις της τιμής του αργού πετρελαίου ή των προϊόντων πετρελαίου, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις διαταραχές του εφοδιασμού με φυσικό αέριο που απαιτούν αλλαγή καυσίμου, π.χ. τη χρήση αργού πετρελαίου ή προϊόντων πετρελαίου ως καυσίμου για παραγωγή ενέργειας.

(13)

Λόγω των αναγκών που συνδέονται με την εφαρμογή πολιτικών έκτακτης ανάγκης, της σύγκλισης των προτύπων που εξασφαλίζονται χάρη στους εθνικούς μηχανισμούς διατήρησης αποθεμάτων και της ανάγκης διασφάλισης περισσότερης διαφάνειας σχετικά με τα επίπεδα των αποθεμάτων, ιδίως σε περιπτώσεις κρίσης, τα κράτη μέλη και η Κοινότητα θα πρέπει να διαθέτουν μέσα για τον ενισχυμένο έλεγχο των αποθεμάτων αυτών. Τα αποθέματα που διατηρούνται δυνάμει διμερών συμφωνιών ή συμβατικών δικαιωμάτων για την αγορά ορισμένων ποσοτήτων αποθεμάτων («δελτίων»), εφόσον πληρούν όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να αποτελούν χρήσιμα μέσα συμβατά με τον προαναφερόμενο στόχο της μεγαλύτερης σύγκλισης.

(14)

Η κυριότητα ενός σημαντικού μέρους των αποθεμάτων από τα κράτη μέλη ή τους κεντρικούς φορείς που θα ιδρυθούν από τις εθνικές αρχές κάθε κράτους θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα αυξημένου ελέγχου και διαφάνειας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο μέρος των αποθεμάτων.

(15)

Προκειμένου να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού στην Κοινότητα, τα αποθέματα που θα ανήκουν στην κυριότητα των κρατών μελών ή των ΚΦΔΑ, τα οποία αποκαλούνται «ειδικά αποθέματα» και δημιουργούνται κατόπιν αποφάσεων των κρατών μελών, θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες σε περίπτωση κρίσης. Είναι επίσης απαραίτητο να διέπονται από δικό τους νομικό καθεστώς ώστε να διασφαλίζεται η απόλυτη διαθεσιμότητά τους σε περίπτωση κρίσης. Για τον σκοπό αυτό, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν για τη λήψη όλων των μέτρων που απαιτούνται για την προστασία των εν λόγω αποθεμάτων από οποιοδήποτε μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης.

(16)

Οι ποσότητες που θα ανήκουν στην κυριότητα των ΚΦΔΑ ή των κρατών μελών θα πρέπει να ορισθούν στο παρόν στάδιο σε ένα επίπεδο καθοριζόμενο ανεξάρτητα και οικειοθελώς από κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

(17)

Δεδομένης της ανάγκης να ενισχυθούν ο έλεγχος και η διαφάνεια, τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης που δεν αποτελούν ειδικά αποθέματα θα πρέπει να υπόκεινται σε ενισχυμένες υποχρεώσεις παρακολούθησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υπέχουν υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τα μέτρα που διέπουν τη διαθεσιμότητα των αποθεμάτων εκτάκτου ανάγκης και οποιαδήποτε τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν τη διατήρησή τους.

(18)

Οι διακυμάνσεις της ποσότητας των ειδικών αποθεμάτων λόγω εργασιών αντικατάστασης επιμέρους αποθεμάτων θα ήταν δυνατόν να θεωρηθούν παραδεκτές προκειμένου να επιτραπούν αναγκαίες εργασίες όπως οι απαιτούμενες για την εξασφάλιση της ανανέωσης των αποθεμάτων ή της συμμόρφωσης με νέες προδιαγραφές ή για την έκδοση νέων προσφορών για διατήρηση αποθεμάτων.

(19)

Όταν αποθέματα έκτακτης ανάγκης και ειδικά αποθέματα αναμειγνύονται με άλλα αποθέματα που διατηρούνται από οικονομικούς φορείς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη διαφάνεια όσον αφορά το ύψος των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης.

(20)

Η συχνότητα των στατιστικών δελτίων των αποθεμάτων καθώς και η προθεσμία υποβολής τους, όπως ορίζονται από την οδηγία 2006/67/ΕΚ, φαίνονται να αποκλίνουν από τα διάφορα συστήματα διατήρησης πετρελαϊκών αποθεμάτων που εφαρμόζονται σε άλλες περιοχές του κόσμου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε ψήφισμά του σχετικά με τις μακροοικονομικές επιπτώσεις από την αύξηση της τιμής της ενέργειας, έχει ταχθεί υπέρ συχνότερης ενημέρωσης.

(21)

Προκειμένου να αποτραπούν οι αλληλεπικαλύψεις κατά την ενημέρωση από τα κράτη μέλη σχετικά με τις διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, σχετικά με τις στατιστικές ενέργειας (5) θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο αναφοράς για τις διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων πετρελαίου της παρούσας οδηγίας.

(22)

Προκειμένου να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού, να ενημερώνονται πληρέστερα οι αγορές, να καθησυχάζονται οι καταναλωτές σε ό,τι αφορά την κατάσταση των αποθεμάτων πετρελαίου και να βελτιστοποιηθούν τα μέσα διαβίβασης των πληροφοριών, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα μεταγενέστερων τροποποιήσεων και διευκρινίσεων σχετικά με τους όρους κατάρτισης και υποβολής των στατιστικών δελτίων.

(23)

Οι ίδιοι στόχοι επιβάλλουν την επέκταση της κατάρτισης και υποβολής στατιστικών δελτίων σε άλλα αποθέματα πέραν των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων καθώς και την υποβολή των δελτίων αυτών σε μηνιαία βάση.

(24)

Δεδομένου ότι στα δελτία που υποβάλλονται στην Επιτροπή ενδέχεται να διαπιστώνονται σφάλματα ή αποκλίσεις, οι υπάλληλοι της Επιτροπής ή τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται σχετική εντολή θα πρέπει να μπορούν να ελέγχουν την ετοιμότητα των κρατών μελών για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης και τη διατήρηση των αποθεμάτων από τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να γίνεται επίκληση στα εθνικά καθεστώτα των κρατών μελών για την εξασφάλιση του ελέγχου αυτού, που θα πρέπει να διενεργείται με τις εθνικές διαδικασίες.

(25)

Τα δεδομένα που λαμβάνονται ή συλλέγονται θα πρέπει να υποβάλλονται σε πολύπλοκη πληροφορική και στατιστική επεξεργασία. Η εν λόγω επεξεργασία προϋποθέτει τη χρήση ολοκληρωμένων διαδικασιών και εργαλείων. Η Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να μπορεί να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα προς τούτο μέτρα, ιδίως με την ανάπτυξη νέων πληροφορικών συστημάτων.

(26)

Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη διέπεται από την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (6), ενώ η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (7). Οι πράξεις αυτές ορίζουν ειδικότερα ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αιτιολογείται από θεμιτό σκοπό και ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται τυχαία πρέπει να διαγράφονται αμέσως.

(27)

Τα βιοκαύσιμα, όπως και ορισμένα πρόσθετα, αναμιγνύονται συχνά με τα προϊόντα πετρελαίου. Όταν αναμιγνύονται ή προορίζονται να αναμιχθούν με τα εν λόγω προϊόντα, θα πρέπει να είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη τόσο στον υπολογισμό της υποχρέωσης για διατήρηση αποθεμάτων όσο και στον υπολογισμό της ποσότητας των διατηρούμενων αποθεμάτων.

(28)

Θα πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη η δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που ενδέχεται να προκύπτουν για αυτά δυνάμει αποφάσεως για διάθεση αποθεμάτων, η οποία λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας ΔΟΕ ή μέτρων εκτέλεσης του εν λόγω φορέα. Η ορθή και έγκαιρη εφαρμογή των αποφάσεων του ΔΟΕ αποτελεί βασικό παράγοντα αποτελεσματικής ανταπόκρισης σε περιπτώσεις δυσχερειών εφοδιασμού. Για να διασφαλιστεί αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν μέρος των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης στο μέτρο που προβλέπεται από την εν λόγω απόφαση του ΔΟΕ. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τον ΔΟΕ και να βασίζει τη δράση σε κοινοτικό επίπεδο στη μεθοδολογία του ΔΟΕ. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συστήσει διάθεση αποθεμάτων από όλα τα κράτη μέλη, ανάλογα με την περίπτωση προκειμένου να συμπληρωθεί, και να διευκολυνθεί η εφαρμογή της απόφασης του ΔΟΕ με την οποία καλούνται τα μέλη του να διαθέσουν αποθέματα. Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να ανταποκρίνονται θετικά στις συστάσεις αυτές της Επιτροπής, προκειμένου να υπάρχει ισχυρή αλληλεγγύη στην Κοινότητα και συνοχή μεταξύ των κρατών μελών που είναι μέλη του ΔΟΕ και των κρατών μελών που δεν είναι μέλη του, κατά την αντίδρασή τους σε περίπτωση διαταραχής του εφοδιασμού.

(29)

Οι διατάξεις της οδηγίας 73/238/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί μέτρων προορισμένων να αμβλύνουν τις επιπτώσεις των δυσχερειών εφοδιασμού με πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου (8) αποσκοπούν κυρίως στο να αντισταθμίσουν ή τουλάχιστον να αμβλύνουν τις επιζήμιες επιπτώσεις οποιασδήποτε δυσχέρειας, ακόμη και στιγμιαίας, η οποία θα επέφερε σημαντική μείωση του εφοδιασμού με αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου, περιλαμβανομένης της σοβαρής διαταραχής που θα μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια μείωση στην οικονομική δραστηριότητα της Κοινότητας. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει παρόμοια μέτρα.

(30)

Η οδηγία 73/238/ΕΟΚ αποσκοπεί εξάλλου στη θέσπιση ενός συμβουλευτικού οργάνου ικανού να διευκολύνει το συντονισμό συγκεκριμένων μέτρων που έχουν ληφθεί ή εξετάζονται από τα κράτη μέλη. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει σχετικό όργανο. Εξακολουθεί να είναι απαραίτητο για κάθε κράτος μέλος να εφοδιασθεί με ένα σχέδιο το οποίο θα μπορεί να εφαρμοσθεί σε περίπτωση δυσχερειών εφοδιασμού με αργό πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου. Θα πρέπει επίσης κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει διατάξεις σχετικά με τα οργανωτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση κρίσης.

(31)

Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία εισάγει σειρά νέων μηχανισμών, η εφαρμογή και η λειτουργία της θα πρέπει να επανεξετασθούν.

(32)

Η παρούσα οδηγία καλύπτει ή αντικαθιστά όλες τις πτυχές που αφορούσε η απόφαση 68/416/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1968, περί συνάψεως και εκτελέσεως των ειδικών συμφωνιών των σχετικών με την υποχρέωση διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου εκ μέρους των κρατών μελών (9). Η απόφαση αυτή καθίσταται επομένως άνευ αντικειμένου.

(33)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η διατήρηση ενός υψηλού επίπεδου ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο στην Κοινότητα χάρη σε μηχανισμούς χαρακτηριζόμενους από αξιοπιστία και διαφάνεια και βασιζόμενους στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών με ταυτόχρονη τήρηση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(34)

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28 Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (10).

(35)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.

(36)

Είναι επομένως σκόπιμο να καταργηθούν οι οδηγίες 73/238/ΕΟΚ και 2006/67/ΕΚ, καθώς και η απόφαση 68/416/ΕΟΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Στόχος

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν υψηλό επίπεδο ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο στην Κοινότητα χάρη σε μηχανισμούς χαρακτηριζόμενους από αξιοπιστία και διαφάνεια και βασιζόμενους στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών, στη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου και στη δημιουργία των απαραίτητων διαδικαστικών μέσων για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης σοβαρής έλλειψης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α)   «έτος αναφοράς»: το ημερολογιακό έτος από το οποίο προέρχονται τα δεδομένα κατανάλωσης ή καθαρών εισαγωγών που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να υπολογίζονται αντίστοιχα το επίπεδο των αποθεμάτων που πρέπει να διατηρούνται και το επίπεδο των αποθεμάτων που όντως διατηρούνται σε μια δεδομένη στιγμή.

β)   «πρόσθετα»: ουσίες πέραν των υδρογονανθράκων, οι οποίες προστίθενται ή αναμιγνύονται με ένα προϊόν ώστε να μεταβάλουν τις ιδιότητές του.

γ)   «βιοκαύσιμο»: υγρό ή αέριο καύσιμο που χρησιμοποιείται στις μεταφορές και παράγεται από βιομάζα, η οποία «βιομάζα» αποτελεί το βιοαποδομήσιμο μέρος των προϊόντων, αποβλήτων και υπολειμμάτων που προέρχονται από τη γεωργία (συμπεριλαμβανομένων των φυτικών και ζωικών ουσιών), τη δασοκομία και τους συγγενικούς κλάδους της, καθώς και το βιοαποδομήσιμο μέρος των βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων.

δ)   «εσωτερική κατανάλωση»: οι συνολικές ποσότητες, υπολογιζόμενες βάσει του παραρτήματος ΙΙ, που έχουν παραδοθεί στη χώρα για το σύνολο των ενεργειακών και μη ενεργειακών χρήσεων, αυτό το συγκεντρωτικό στοιχείο περιλαμβάνει παραδόσεις στον μεταποιητικό τομέα και στη βιομηχανία, τις μεταφορές, τα νοικοκυριά και σε άλλους τομείς προς «τελική» κατανάλωση, περιλαμβάνει επίσης και την κατανάλωση του ίδιου του ενεργειακού τομέα (πλην του καυσίμου των διυλιστηρίων).

ε)   «ισχύουσα διεθνής απόφαση για διάθεση αποθεμάτων»: οποιαδήποτε εν ισχύι απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για να καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου, μέσω της διάθεσης των αποθεμάτων των μελών του ή/και πρόσθετων μέτρων.

στ)   «κεντρικός φορέας διατήρησης αποθεμάτων» (ΚΦΔΑ): οργανισμός ή υπηρεσία στην οποία μπορούν να ανατεθούν αρμοδιότητες προκειμένου να ενεργεί με σκοπό την απόκτηση, τη διατήρηση ή την πώληση αποθεμάτων πετρελαίου, περιλαμβανομένων των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων.

ζ)   «σοβαρή διαταραχή του εφοδιασμού»: σημαντική και απότομη μείωση του εφοδιασμού με αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου στην Κοινότητα ή σε κράτος μέλος, η οποία έχει επιφέρει ενδεχομένως τη λήψη ισχύουσας διεθνούς απόφασης για διάθεση αποθεμάτων.

η)   «καύσιμα διεθνούς ναυσιπλοΐας»: όπως ορίζονται στο παράρτημα A σημείο 2.1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

θ)   «αποθέματα πετρελαίου»: αποθέματα ενεργειακών προϊόντων, όπως ορίζονται στο παράρτημα Γ σημείο 3.1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

ι)   «αποθέματα εκτάκτου ανάγκης»: αποθέματα πετρελαίου τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 πρέπει να διατηρούνται σε κάθε κράτος μέλος.

ια)   «εμπορικά αποθέματα»: αποθέματα πετρελαίου για τα οποία η παρούσα οδηγία δεν επιβάλλει υποχρέωση διατήρησης από τους οικονομικούς φορείς.

ιβ)   «ειδικά αποθέματα»: αποθέματα πετρελαίου που πληρούν τους όρους του άρθρου 9.

ιγ)   «φυσική προσβασιμότητα»: οι ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και τη μεταφορά αποθεμάτων για να διασφαλίζεται η διάθεση ή η πραγματική παράδοση στους τελικούς χρήστες και στις αγορές στα πλαίσια προθεσμιών και προϋποθέσεων προκειμένου να μετριάζονται τα προβλήματα εφοδιασμού που έχουν ανακύψει.

Οι ορισμοί του παρόντος άρθρου μπορούν να αποσαφηνίζονται και να τροποποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 3

Αποθέματα έκτακτης ανάγκης — Υπολογισμός των υποχρεώσεων διατήρησης αποθεμάτων

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλες τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις προκειμένου να διασφαλίσουν, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, τη διατήρηση, προς όφελός τους, στην επικράτεια της Κοινότητας και σε μόνιμη βάση, ενός συνολικού επιπέδου αποθεμάτων πετρελαίου, ισοδύναμου τουλάχιστον με τη μεγαλύτερη από τις ποσότητες που αντιστοιχεί είτε σε 90 ημέρες μέσων ημερήσιων καθαρών εισαγωγών είτε σε 61 ημέρες μέσης ημερήσιας εσωτερικής κατανάλωσης.

2.   Οι μέσες ημερήσιες καθαρές εισαγωγές που λαμβάνονται υπόψη υπολογίζονται με βάση το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο, των εισαγωγών κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, όπως ορίζεται σύμφωνα με τους όρους και τη μέθοδο που περιγράφεται στο παράρτημα Ι.

Η μέση ημερήσια εσωτερική κατανάλωση που λαμβάνεται υπόψη υπολογίζεται με βάση το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο, της εσωτερικής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, όπως καθορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με τους όρους και τη μέθοδο που περιγράφεται στο παράρτημα II.

3.   Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, όσον αφορά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου κάθε ημερολογιακού έτους, οι μέσες ημερήσιες καθαρές εισαγωγές και η εσωτερική κατανάλωση που αναφέρονται στην ως άνω παράγραφο καθορίζονται βάσει των ποσοτήτων που εισήχθησαν και καταναλώθηκαν κατά τη διάρκεια του προτελευταίου ημερολογιακού έτους πριν από το εν λόγω ημερολογιακό έτος.

4.   Οι τρόποι και μέθοδοι υπολογισμού των υποχρεώσεων διατήρησης αποθεμάτων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορούν να τροποποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 4

Υπολογισμός του επιπέδου των αποθεμάτων

1.   Τα επίπεδα των διατηρούμενων αποθεμάτων υπολογίζονται σύμφωνα με τις μεθόδους του παραρτήματος III. Σε περίπτωση υπολογισμού του επιπέδου των αποθεμάτων που διατηρούνται για κάθε κατηγορία προϊόντων του άρθρου 9, οι μέθοδοι αυτές δεν εφαρμόζονται παρά μόνο για τα προϊόντα που ανήκουν σε κάθε επιμέρους κατηγορία.

2.   Για τον υπολογισμό του επιπέδου των αποθεμάτων που διατηρούνται σε μια δεδομένη στιγμή, λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα του έτους αναφοράς που καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 3.

3.   Τα αποθέματα πετρελαίου μπορούν να περιλαμβάνονται ταυτοχρόνως, τόσο στον υπολογισμό των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης ενός κράτους μέλους όσο και στον υπολογισμό των ειδικών αποθεμάτων του, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω αποθέματα πετρελαίου πληρούν όλους τους όρους της παρούσας οδηγίας και για τους δύο τύπους αποθεμάτων.

4.   Οι τρόποι και μέθοδοι υπολογισμού του επιπέδου των ειδικών αποθεμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορούν να τροποποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2. Ενδέχεται ιδίως να αποδειχθεί αναγκαίο και ωφέλιμο να τροποποιηθούν οι εν λόγω μέθοδοι και διαδικασίες, περιλαμβανομένης της εφαρμογής της μείωσης που προβλέπεται στο παράρτημα III, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνοχή με την πρακτική ΔΠΕ.

Άρθρο 5

Διαθεσιμότητα των αποθεμάτων

1.   Ανά πάσα στιγμή, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τη φυσική προσβασιμότητα και διαθεσιμότητα των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων. Θεσπίζουν τους όρους αναγνώρισης, λογιστικής διαχείρισης και ελέγχου των εν λόγω αποθεμάτων με τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η ανά πάσα στιγμή εξακρίβωσή τους. Η απαίτηση αυτή ισχύει επίσης και για οιαδήποτε αποθέματα έκτακτης ανάγκης και ειδικά αποθέματα που αναμιγνύονται με άλλα αποθέματα που διατηρούνται από οικονομικούς φορείς.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να αποτρέψουν όλα τα εμπόδια και βάρη που μπορούν να παρεμποδίσουν τη διαθεσιμότητα των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων. Κάθε κράτος μέλος δύναται να ορίζει όρια ή πρόσθετες προϋποθέσεις ως προς τη δυνατότητα διατήρησης στη επικράτειά τους των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων.

2.   Όταν πρέπει να εφαρμοσθούν οι διαδικασίες έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται στο άρθρο 20, τα κράτη μέλη απαγορεύουν και απέχουν από τη λήψη μέτρων που εμποδίζουν τη μεταφορά, χρήση ή διάθεση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης ή ειδικών αποθεμάτων που διατηρούνται στο έδαφός τους για λογαριασμό άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 6

Κατάλογος των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης — Ετήσια έκθεση

1.   Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει συνεχώς επικαιροποιούμενο και λεπτομερή κατάλογο, με όλα τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης που διατηρούνται για λογαριασμό του και δεν αποτελούν ειδικά αποθέματα. Ο κατάλογος αυτός περιέχει κατά κύριο λόγο πληροφορίες που απαιτούνται για τον ακριβή εντοπισμό της αποθήκης, του διυλιστηρίου ή των εγκαταστάσεων αποθήκευσης των εν λόγω αποθεμάτων, καθώς και των σχετικών ποσοτήτων, τον ιδιοκτήτη τους και τον χαρακτήρα τους, σε σχέση με τις κατηγορίες που ορίζονται στο παράρτημα Γ σημείο 3.1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

2.   Έως τις 25 Φεβρουαρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή συνοπτικό αντίγραφο του καταλόγου της παραγράφου 1 αναφέροντας τουλάχιστον τις ποσότητες και τον χαρακτήρα των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης που περιλαμβάνονται στον κατάλογο κατά την τελευταία ημέρα του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

3.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πλήρες αντίγραφο του καταλόγου εντός 15 ημερών από την ημέρα κατά την οποία αυτό ζητείται από την Επιτροπή στο εν λόγω αντίγραφο επιτρέπεται να αποκρύπτονται ευαίσθητα δεδομένα που αφορούν την τοποθεσία των αποθεμάτων. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται το αργότερο 5 έτη από την ημερομηνία την οποία αφορούν τα σχετικά στοιχεία, και δεν πρέπει να αφορούν στοιχεία που αναφέρονται σε περίοδο που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 2013.

Άρθρο 7

Κεντρικοί φορείς διατήρησης αποθεμάτων

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργούν ΚΦΔΑ.

Τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να δημιουργούν περισσότερους του ενός ΚΦΔΑ ή παρεμφερείς φορείς. Τα κράτη μέλη δύνανται να δημιουργούν τους ΚΦΔΑ τους οπουδήποτε εντός της Κοινότητας.

Όταν τα κράτη μέλη δημιουργούν τους ΚΦΔΑ τους, αυτοί λαμβάνουν τη μορφή μη κερδοσκοπικού φορέα ή υπηρεσίας και ενεργούν προς το γενικό συμφέρον και δεν θεωρούνται οικονομικοί φορείς κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

2.   Ο ΚΦΔΑ έχει ως πρωταρχικό στόχο την απόκτηση, διατήρηση και πώληση αποθεμάτων πετρελαίου για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ή για τη συμμόρφωση προς τις διεθνείς συμφωνίες περί διατήρησης αποθεμάτων πετρελαίου. Αποτελεί τον μοναδικό οργανισμό ή υπηρεσία στον οποίο μπορούν να ανατίθενται αρμοδιότητες για να αποκτά ή να πωλεί ειδικά αποθέματα.

3.   Οι ΚΦΔΑ ή τα κράτη μέλη δύνανται, για συγκεκριμένη περίοδο, να μεταβιβάζουν τα καθήκοντα περί διαχείρισης των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και, εξαιρουμένης της πώλησης και της απόκτησης, των ειδικών αποθεμάτων, αλλά μόνο:

α)

σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα αυτά ή σε ΚΦΔΑ του εν λόγω κράτους μέλους. Οι μεταβιβάσεις αυτές δεν μπορούν να συνοδεύονται από άλλη επιμέρους μεταβίβαση σε άλλο κράτος μέλος ή ΚΦΔΑ που έχουν δημιουργήσει. Τα κράτη μέλη που δημιουργούν ΚΦΔΑ, καθώς και κάθε κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου θα διατηρούνται τα αποθέματα, δύναται να εξαρτά τη μεταβίβαση των υποχρεώσεων από την έγκρισή του.

β)

σε οικονομικούς φορείς. Η μεταβίβαση αυτή δεν μπορεί να συνοδεύεται από άλλη επιμέρους μεταβίβαση. Όταν η μεταβίβαση αυτή, ή οιαδήποτε αλλαγή ή επέκταση της μεταβίβασης, αφορά καθήκοντα διαχείρισης αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και ειδικών αποθεμάτων που διατηρούνται σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να δίδεται έγκριση εκ των προτέρων τόσο από το κράτος μέλος για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα όσο και από όλα τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων διατηρούνται τα αποθέματα.

4.   Τα κράτη μέλη που διατηρούν ΚΦΔΑ απαιτούν από αυτόν, για τους σκοπούς του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 2, να δημοσιοποιεί:

α)

σε μόνιμη βάση πλήρεις πληροφορίες, ανά κατηγορία προϊόντων, σχετικά με τις ποσότητες αποθεμάτων τις οποίες προτίθεται να διατηρεί για τους οικονομικούς φορείς, ή, κατά περίπτωση, τους ενδιαφερόμενους ΚΦΔΑ.

β)

τουλάχιστον επτά μήνες νωρίτερα, τους όρους υπό τους οποίους προτίθεται να παράσχει υπηρεσίες που αφορούν τη διατήρηση των αποθεμάτων για τους οικονομικούς φορείς. Οι προϋποθέσεις για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων προγραμματισμού, δύνανται επίσης να καθορίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή έπειτα από ανταγωνιστική διαδικασία προκειμένου να καθορίζεται η καλύτερη προσφορά μεταξύ των φορέων ή, κατά περίπτωση, των ενδιαφερόμενων ΚΦΔΑ.

Οι ΚΦΔΑ δέχονται τις μεταβιβάσεις αυτές υπό αντικειμενικές, διαφανείς και αμερόληπτες προϋποθέσεις. Οι πληρωμές που καταβάλουν οι φορείς για τις υπηρεσίες του ΚΦΔΑ δεν θα υπερβαίνουν το συνολικό κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών και δεν θα απαιτούνται έως τη σύσταση των αποθεμάτων. Ο ΚΦΔΑ μπορεί να εξαρτά τη μεταβίβαση από τη σύσταση εγγύησης ή ασφάλειας άλλης μορφής εκ μέρους του φορέα.

Άρθρο 8

Οικονομικοί φορείς

1.   Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να δίνει σε κάθε οικονομικό φορέα στον οποίο επιβάλλει υποχρεώσεις διατήρησης αποθεμάτων, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του όπως απορρέουν από το άρθρο 3, το δικαίωμα να μεταβιβάζει, τουλάχιστον εν μέρει τις υποχρεώσεις αυτές και κατ’ επιλογή του οικονομικού φορέα, αλλά μόνο:

α)

στον ΚΦΔΑ του κράτους μέλους, για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα αυτά ή/και

β)

σε έναν ή περισσότερους άλλους ΚΦΔΑ οι οποίοι έχουν δηλώσει εκ των προτέρων ότι προτίθενται να διατηρούν τα αποθέματα αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι οι μεταβιβάσεις υποχρεώσεων έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων τόσο από το κράτος μέλος για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα όσο και από όλα τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων θα διατηρούνται τα αποθέματα.

γ)

σε άλλους οικονομικούς φορείς με πλεονασματικά αποθέματα ή με διαθέσιμη ικανότητα διατήρησης αποθεμάτων εκτός της επικράτειας του κράτους μέλους για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα εντός της Κοινότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβίβαση υποχρεώσεων έχει εγκριθεί εκ των προτέρων τόσο από το κράτος μέλος για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα όσο και από όλα τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων θα διατηρούνται τα αποθέματα ή/και

δ)

σε άλλους οικονομικούς φορείς με πλεονασματικά αποθέματα ή με διαθέσιμη ικανότητα διατήρησης αποθεμάτων εντός της επικράτειας του κράτους μέλους για λογαριασμό του οποίου διατηρούνται τα αποθέματα, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβίβαση υποχρεώσεων έχει κοινοποιηθεί εκ των προτέρων στο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλουν περιορισμούς ή προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση αυτή.

Οι μεταβιβάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) δεν μπορούν να συνοδεύονται από άλλη επιμέρους μεταβίβαση. Οποιαδήποτε αλλαγή ή επέκταση μεταβίβασης υποχρεώσεων που αναφέρεται στα στοιχεία β) και γ) τίθεται σε ισχύ εφόσον έχει λάβει εκ των προτέρων έγκριση από τα κράτη μέλη που ενέκριναν τη μεταβίβαση. Οποιαδήποτε αλλαγή ή επέκταση μεταβίβασης υποχρεώσεων που αναφέρεται στο στοιχείο δ) αντιμετωπίζεται ως νέα μεταβίβαση.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν το δικαίωμα μεταβίβασης των οικονομικών φορέων στους οποίους επιβάλλουν ή έχουν επιβάλει υποχρεώσεις διατήρησης αποθεμάτων.

Ωστόσο, όταν οι περιορισμοί αυτοί περιορίζουν το δικαίωμα οικονομικού φορέα να μεταβιβάζει την υποχρέωσή του σε σχέση με ποσότητες που αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 10 % της υποχρέωσης διατήρησης αποθεμάτων που του επιβάλλεται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι έχουν συστήσει ΚΦΔΑ ο οποίος απαιτείται να αποδέχεται μεταβιβάσεις σε σχέση με την ποσότητα που απαιτείται για τη διασφάλιση του δικαιώματος οικονομικού φορέα να μεταβιβάζει τουλάχιστον το 10 % της υποχρέωσης διατήρησης αποθεμάτων που του επιβάλλεται.

Το στοιχειώδες ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή αυξάνεται από 10 % σε 30 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017.

3.   Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλουν υποχρέωση στους οικονομικούς φορείς να μεταβιβάζουν τουλάχιστον ένα μέρος των υποχρεώσεών τους διατήρησης αποθεμάτων στον ΚΦΔΑ του κράτους μέλους.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να ενημερώνουν τους οικονομικούς φορείς όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των υποχρεώσεων τήρησης αποθεμάτων που τους επιβάλλονται το αργότερο 200 ημέρες πριν από την έναρξη της περιόδου την οποία αφορά η συγκεκριμένη υποχρέωση. Οι οικονομικοί φορείς πρέπει να ασκούν το δικαίωμα μεταβίβασης των υποχρεώσεων τήρησης αποθεμάτων στους ΚΦΔΑ το αργότερο 170 ημέρες πριν από την έναρξη της περιόδου την οποία αφορά η συγκεκριμένη υποχρέωση.

Όταν οι οικονομικοί φορείς ενημερώνονται σε διάστημα μικρότερο των 200 ημερών από την έναρξη της περιόδου την οποία αφορά η υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων, έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα μεταβίβασης ανά πάσα στιγμή.

Άρθρο 9

Ειδικά αποθέματα

1.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να δεσμεύεται να διατηρήσει ένα στοιχειώδες επίπεδο αποθέματος πετρελαίου, υπολογιζόμενο ως ημέρες κατανάλωσης, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου.

Τα ειδικά αποθέματα ανήκουν στην κυριότητα του κράτους μέλους ή του ΚΦΔΑ ο οποίος έχει συσταθεί από αυτό και διατηρούνται στην επικράτεια της Κοινότητας.

2.   Τα ειδικά αποθέματα μπορούν να αποτελούνται μόνον από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες προϊόντων, όπως ορίζονται στο τμήμα 4 του παραρτήματος Β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008:

αιθάνιο,

υγραέριο (LPG),

βενζίνη για κινητήρες,

βενζίνη αεροπλάνων,

καύσιμο αεριωθούμενων τύπου βενζίνης (καύσιμο αεριωθούμενων τύπου νάφθας ή JP4),

καύσιμο αεριωθούμενων τύπου κηροζίνης,

άλλου είδους κηροζίνη,

πετρέλαιο εσωτερικής καύσης/ντίζελ (απόσταγμα πετρελαίου εξωτερικής καύσης),

μαζούτ (υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο),

ελαφρό πετρέλαιο και βιομηχανικό πετρέλαιο,

λιπαντικά,

βιτουμένιο,

κεριά παραφίνης

οπτάνθρακας από πετρέλαιο.

3.   Τα προϊόντα πετρελαίου που αποτελούν τα ειδικά αποθέματα αναγνωρίζονται από κάθε κράτος μέλος βάσει των κατηγοριών της παραγράφου 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, για το έτος αναφοράς όπως καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει το άρθρο 3 και αφορά τα προϊόντα των χρησιμοποιούμενων κατηγοριών, το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο των ποσοτήτων που καταναλώνονται στα κράτη μέλη ισούται τουλάχιστον προς το 75 % της εσωτερικής κατανάλωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού του παραρτήματος II.

Για κάθε μία από τις κατηγορίες που επιλέγει το κράτος μέλος, τα ειδικά αποθέματα που δεσμεύεται να διατηρεί αντιστοιχούν προς έναν ορισμένο αριθμό ημερών της μέσης ημερήσιας εσωτερικής κατανάλωσης που υπολογίζεται με βάση το ισοδύναμό τους σε αργό πετρέλαιο κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, το οποίο ορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 3.

Τα ισοδύναμα σε αργό πετρέλαιο που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας επί 1,2 το ποσό των συνολικών «διαπιστούμενων ακαθάριστων εγχωρίων διανομών», όπως αυτές ορίζονται στο τμήμα 3.2.1 του παραρτήματος Γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008, για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στις χρησιμοποιούμενες ή σχετικές κατηγορίες. Τα καύσιμα διεθνούς ναυσιπλοΐας δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό.

4.   Κάθε κράτος μέλος που έχει αποφασίσει να διατηρεί ειδικά αποθέματα διαβιβάζει στην Επιτροπή ανακοίνωση η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου προσδιορίζεται το επίπεδο των αποθεμάτων αυτών που δεσμεύεται να διατηρεί, η δε δέσμευση αυτή ισχύει για ένα τουλάχιστον έτος. Το κοινοποιούμενο στοιχειώδες επίπεδο εφαρμόζεται εξίσου σε όλες τις κατηγορίες ειδικών αποθεμάτων που χρησιμοποιεί το κράτος μέλος.

Το κράτος μέλος μεριμνά ώστε τα αποθέματα αυτά να διατηρούνται για ολόκληρη την κοινοποιούμενη περίοδο με την επιφύλαξη του δικαιώματος του κράτους μέλους να πραγματοποιεί προσωρινές μειώσεις αποκλειστικά για εργασίες αντικατάστασης επιμέρους αποθεμάτων.

Ο κατάλογος κατηγοριών που χρησιμοποιούνται από ένα κράτος μέλος ισχύει για ένα τουλάχιστον έτος, οι δε τυχόν τροποποιήσεις του ισχύουν από την πρώτη ημέρα ενός ημερολογιακού μήνα.

5.   Κάθε κράτος μέλος που δεν έχει δεσμευθεί για την πλήρη διάρκεια ενός συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους να διατηρεί ειδικά αποθέματα τουλάχιστον 30 ημερών μεριμνά ώστε το ένα τρίτο τουλάχιστον της υποχρέωσής του για διατήρηση αποθεμάτων να διατηρείται με τη μορφή προϊόντων που αποτελούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

Ένα κράτος μέλος, για το οποίο διατηρούνται ειδικά αποθέματα μικρότερα των 30 ημερών, εκπονεί ετήσια έκθεση στην οποία αναλύει τα μέτρα που έλαβαν οι εθνικές του αρχές για να εξασφαλίσουν και να ελέγξουν τη διαθεσιμότητα και τη φυσική προσβασιμότητα των οικείων αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 5 και τεκμηριώνει, στην ίδια έκθεση, τα μέτρα που έχουν ληφθεί ώστε να μπορεί το κράτος μέλος να ελέγχει τη χρήση των αποθεμάτων αυτών σε περίπτωση διαταραχών προμήθειας πετρελαίου. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στην Επιτροπή στο τέλος του πρώτου μήνα που έπεται του ημερολογιακού έτους στο οποίο αναφέρεται.

Άρθρο 10

Διαχείριση των ειδικών αποθεμάτων

1.   Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει συνεχώς επικαιροποιούμενο και λεπτομερή κατάλογο, ο οποίος ενημερώνεται διαρκώς, με όλα τα ειδικά αποθέματα που διατηρούνται στην επικράτειά του. Ο κατάλογος αυτός περιέχει κατά κύριο λόγο όλες τις πληροφορίες που καθιστούν εφικτό τον ακριβή εντοπισμό των συγκεκριμένων αποθεμάτων.

Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο του καταλόγου εντός 15 ημερών από την ημέρα κατά την οποία αυτό ζητείται από την Επιτροπή. Στο αντίγραφο αυτό, επιτρέπεται να αποκρύπτονται τα ευαίσθητα δεδομένα που αφορούν την τοποθεσία των αποθεμάτων. Το αντίγραφο μπορεί να ζητείται το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία την οποία αφορούν τα ζητούμενα στοιχεία.

2.   Όταν τα ειδικά αποθέματα αναμιγνύονται με άλλα αποθέματα πετρελαίου, τα κράτη μέλη ή οι ΚΦΔΑ τους λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να αποτρέπεται η μετακίνηση των αναμεμειγμένων αυτών αποθεμάτων, στο μέτρο της αναλογίας των ειδικών αποθεμάτων, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του ιδιοκτήτη των ειδικών αποθεμάτων και των αρχών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου ευρίσκονται τα αποθέματα ή του ΚΦΔΑ ο οποίος έχει συσταθεί από αυτό.

3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται άνευ όρων ασυλία εκτέλεσης σε ό,τι αφορά το σύνολο των ειδικών αποθεμάτων που διατηρούνται ή μεταφέρονται στην επικράτειά τους, είτε πρόκειται για δικά τους αποθέματα είτε για αποθέματα άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 11

Το αποτέλεσμα των μεταβιβάσεων

Οι μεταβιβάσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 7 και 8 δεν τροποποιούν τις υποχρεώσεις που υπέχει κάθε κράτος μέλος δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 12

Στατιστικά δελτία των αποθεμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3

1.   Όσον αφορά το επίπεδο των αποθεμάτων που πρέπει να διατηρούνται δυνάμει του άρθρου 3, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει και διαβιβάζει στην Επιτροπή στατιστικά δελτία σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα IV.

2.   Ο τρόπος κατάρτισης, η εμβέλεια, το περιεχόμενο και η περιοδικότητα των δελτίων της παραγράφου 1, καθώς και οι προθεσμίες κοινοποίησής τους, μπορούν να τροποποιούνται με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2. Οι κανόνες διαβίβασης των στατιστικών αυτών δελτίων στην Επιτροπή μπορούν επίσης να τροποποιούνται με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2.

3.   Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν στα στατιστικά δελτία τους σχετικά με τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης τις ποσότητες αργού πετρελαίου ή προϊόντων πετρελαίου που τελούν υπό κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση. Το ίδιο ισχύει και για τα αποθέματα επιχειρήσεων που τελούν υπό πτώχευση ή πτωχευτικό συμβιβασμό.

Άρθρο 13

Στατιστικά δελτία για τα ειδικά αποθέματα

1.   Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καταρτίζει και διαβιβάζει στην Επιτροπή, για κάθε κατηγορία προϊόντων, στατιστικό δελτίο των ειδικών αποθεμάτων που υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, όπου αναγράφονται οι ποσότητες και ο αριθμός των ημερών μέσης κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που αντιπροσωπεύουν τα αποθέματα αυτά. Εάν ορισμένα από τα ειδικά αυτά αποθέματα διατηρούνται εκτός της επικράτειας ενός κράτους μέλους, το σχετικό στατιστικό δελτίο προσδιορίζει λεπτομερώς τα αποθέματα που διατηρούνται στα διάφορα κράτη μέλη και τους αντίστοιχους ΚΦΔΑ ή μέσω αυτών. Αναφέρεται επίσης λεπτομερώς εάν τα αποθέματα αυτά ανήκουν πλήρως στην κυριότητα του κράτους μέλους ή εάν ο αντίστοιχος ΚΦΔΑ έχει τη μερική ή ολική κυριότητά τους.

2.   Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καταρτίζει επίσης και διαβιβάζει στην Επιτροπή δελτίο των ειδικών αποθεμάτων που βρίσκονται στην επικράτειά του και ανήκουν σε άλλα κράτη μέλη ή ΚΦΔΑ, όπως αυτά καταγράφονται κατά την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, ανά κατηγορία προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4. Στο δελτίο αυτό, το κράτος μέλος αναγράφει επίσης, για κάθε περίπτωση, το όνομα του σχετικού κράτους μέλους ή ΚΦΔΑ, καθώς και τις ανάλογες ποσότητες.

3.   Τα στατιστικά δελτία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 διαβιβάζονται κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα που έπεται εκείνου στον οποίον αφορούν τα δελτία.

4.   Αντίγραφα των στατιστικών δελτίων διαβιβάζονται επίσης αμέσως μετά από αίτηση της Επιτροπής. Οι αιτήσεις μπορούν να υποβάλλονται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία την οποία αφορούν τα εν λόγω στοιχεία.

5.   Η εμβέλεια, το περιεχόμενο και η περιοδικότητα των στατιστικών δελτίων, καθώς και οι προθεσμίες διαβίβασής τους, μπορούν να τροποποιούνται με τη διαδικασία του άρθρο 23 παράγραφος 2. Οι κανόνες διαβίβασης των στατιστικών αυτών δελτίων στην Επιτροπή μπορούν επίσης να τροποποιούνται με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 14

Δελτίο εμπορικών αποθεμάτων

1.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή μηνιαίο στατιστικό δελτίο σχετικά με τα επίπεδα των εμπορικών αποθεμάτων που διατηρούνται στην εθνική επικράτειά τους. Για τον σκοπό αυτόν, μεριμνούν για την προστασία των ευαίσθητων δεδομένων και δεν αναφέρουν τις επωνυμίες των ιδιοκτητών των συγκεκριμένων αποθεμάτων.

2.   Η Επιτροπή δημοσιεύει μηνιαίο στατιστικό δελτίο σχετικά με τα εμπορικά αποθέματα στην Κοινότητα βάσει των δελτίων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, χρησιμοποιώντας συγκεντρωτικά στοιχεία.

3.   Οι κανόνες υποβολής και δημοσίευσης των στατιστικών δελτίων, καθώς και η συχνότητά τους, μπορούν να τροποποιούνται με τη ρυθμιστική διαδικασία του άρθρο 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Επεξεργασία δεδομένων

Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη φύλαξη, τη διαχείριση και τη συντήρηση των πληροφορικών πόρων που απαιτούνται για τη λήψη, αποθήκευση και κάθε είδους επεξεργασία των δεδομένων που περιέχονται στα στατιστικά δελτία και των πληροφοριών που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη ή συλλέγονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την παρούσα οδηγίας, καθώς και των δεδομένων σχετικά με τα αποθέματα πετρελαίου τα οποία συλλέγονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 και τα οποία απαιτούνται για την κατάρτιση των στατιστικών δελτίων, όπως επιβάλλεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 16

Βιοκαύσιμα και πρόσθετα

1.   Κατά τον υπολογισμό των υποχρεώσεων διατήρησης αποθεμάτων δυνάμει των άρθρων 3 και 9, τα βιοκαύσιμα και τα πρόσθετα λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον έχουν αναμιχθεί με τα σχετικά προϊόντα πετρελαίου.

2.   Κατά τον υπολογισμό των όντως διατηρούμενων επιπέδων αποθεμάτων, τα βιοκαύσιμα και τα πρόσθετα λαμβάνονται υπόψη όταν:

α)

έχουν αναμειχθεί με οικεία προϊόντα πετρελαίου, ή

β)

αποθηκεύονται στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος έχει θεσπίσει κανόνες που διασφαλίζει την ανάμειξή τους με προϊόντα πετρελαίου που διατηρούνται δυνάμει των απαιτήσεων διατήρησης αποθεμάτων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και ότι πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στις μεταφορές.

3.   Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη τα βιοκαύσιμα και τα πρόσθετα κατά τον υπολογισμό των υποχρεώσεων διατήρησης αποθεμάτων και των επιπέδων αποθεμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί να τροποποιείται με τη διαδικασία του άρθρου 23 παράγραφος 2.

Άρθρο 17

Συντονιστική ομάδα για το πετρέλαιο και τα προϊόντα πετρελαίου

1.   Συγκροτείται Συντονιστική Ομάδα για το Πετρέλαιο και τα Προϊόντα Πετρελαίου (εφεξής «συντονιστική ομάδα»). Η συντονιστική ομάδα είναι συμβουλευτική ομάδα η οποία συμβάλλει στη διενέργεια αναλύσεων σχετικά με την κατάσταση στην Κοινότητα σε ό,τι αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού με πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου, και διευκολύνει τον συντονισμό και την εφαρμογή μέτρων στον συγκεκριμένο τομέα.

2.   Η συντονιστική ομάδα απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών. Η προεδρία της ασκείται από την Επιτροπή. Φορείς εκπροσώπησης του σχετικού τομέα μπορούν να συμμετέχουν στις εργασίες της συντονιστικής ομάδας μετά από πρόσκληση της Επιτροπής.

Άρθρο 18

Επισκόπηση της ετοιμότητας για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και της διατήρησης αποθεμάτων

1.   Η Επιτροπή μπορεί, σε συντονισμό με τα κράτη μέλη, να διενεργεί επισκοπήσεις εξακρίβωσης της ετοιμότητάς τους για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο η Επιτροπή, των σχετικών διατηρούμενων αποθεμάτων. Όταν προετοιμάζει τις επισκοπήσεις αυτές, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις προσπάθειες άλλων οργάνων και διεθνών οργανώσεων και ζητά τη γνώμη της συντονιστικής ομάδας.

2.   Η συντονιστική ομάδα μπορεί να συμφωνεί για τη συμμετοχή εξουσιοδοτημένου προσωπικού και εκπροσώπων άλλων κρατών μελών στις επισκοπήσεις. Οριζόμενοι εθνικοί υπάλληλοι του επισκοπούμενου κράτους μέλους μπορούν να συνοδεύουν τα άτομα που διενεργούν την επισκόπηση. Εντός μιας εβδομάδας από την αναγγελία της επισκόπησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή των ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με την τοποθεσία των αποθεμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 9 θέτουν τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των υπαλλήλων ή του εξουσιοδοτημένου προσωπικού της Επιτροπής.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές τους και οι αρμόδιοι για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων να συναινούν για τις επιθεωρήσεις και να επικουρούν τα πρόσωπα τα οποία εξουσιοδοτεί η Επιτροπή για τη διενέργεια των επισκοπήσεων αυτών. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται στα πρόσωπα αυτά το δικαίωμα να συμβουλεύονται όλα τα έγγραφα και μητρώα που αφορούν τα αποθέματα και το δικαίωμα πρόσβασης σε όλους τους τόπου στους οποίους διατηρούνται αποθέματα και σε όλα τα σχετικά έγγραφα.

4.   Τα πορίσματα της επισκόπησης που διενεργείται σύμφωνα με το παρόν άρθρο κοινοποιείται στο επισκοπούμενο κράτος μέλος και μπορεί να διαβιβάζεται στη συντονιστική ομάδα.

5.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μεριμνούν ώστε οι υπάλληλοι, το προσωπικό και τα άλλα πρόσωπα που εργάζονται υπό την επίβλεψη της Επιτροπής και τα μέλη της συντονιστικής ομάδας να δεσμεύονται να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες που συλλέγονται ή ανταλλάσσονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, όπως η ταυτότητα των κυρίων των αποθεμάτων.

6.   Οι στόχοι των επισκοπήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν περιλαμβάνουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των επισκοπήσεων δεν συλλέγονται ούτε λαμβάνονται υπόψη, όσα δε συλλέγονται τυχαία καταστρέφονται αμέσως.

7.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν τη διατήρηση των δεδομένων, στοιχείων, δελτίων και εγγράφων που αφορούν τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης και τα ειδικά αποθέματα επί διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών.

Άρθρο 19

Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει και δεν επηρεάζει ουδόλως το επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία διασφαλίζεται από τις διατάξεις της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, δεν τροποποιεί με κανέναν τρόπο τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την επεξεργασία εκ μέρους τους των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές επιβάλλονται από την οδηγία 95/46/ΕΚ, ούτε τις υποχρεώσεις των οργάνων και οργανισμών της Κοινότητας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

Άρθρο 20

Διαδικασίες έκτακτης ανάγκης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι έχουν θεσπίσει διαδικασίες και λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου οι αρμόδιες αρχές τους να μπορούν, σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής του εφοδιασμού, να διαθέτουν ταχέως, αποτελεσματικά και με διαφάνεια το σύνολο ή μέρος των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων τους, και να περιορίζουν την κατανάλωση, είτε γενικά είτε συγκεκριμένα, ανάλογα με τα αναμενόμενα ελλείμματα εφοδιασμού, μεταξύ άλλων και με την κατά προτεραιότητα διανομή προϊόντων πετρελαίου σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών.

2.   Τα κράτη μέλη διατηρούν σε μόνιμη βάση σχέδια επέμβασης που μπορούν να εφαρμοστούν σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής του εφοδιασμού. Τα κράτη μέλη φροντίζουν να προβλέπουν τα οργανωτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται ώστε να διασφαλίζεται η εφαρμογή των σχεδίων αυτών. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, μετά από αίτησή της, σχετικά με τα σχέδια επέμβασης και τις διατάξεις οργανωτικής φύσεως που τα αφορούν.

3.   Όταν υπάρχει ισχύουσα διεθνής απόφαση για διάθεση αποθεμάτων που θίγει ένα ή περισσότερα κράτη μέλη:

α)

κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να χρησιμοποιεί τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης και τα ειδικά αποθέματα που διαθέτει προκειμένου να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή, η οποία μπορεί να συγκαλέσει την ομάδα συντονισμού ή να προβεί σε διαβούλευση με τα μέλη της, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, προκειμένου να αξιολογήσει τις επιπτώσεις από τη σχετική διάθεση αποθεμάτων.

β)

η Επιτροπή πρέπει να συνιστά στα κράτη μέλη να διαθέτουν το σύνολο ή μέρος των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων τους ή να λαμβάνουν άλλα μέτρα με αντίστοιχα αποτελέσματα, ανάλογα με την περίπτωση. Η Επιτροπή δύναται να ενεργήσει μόνον κατόπιν διαβούλευσης με την ομάδα συντονισμού.

4.   Σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί ουσιαστική διεθνής απόφαση για τη διάθεση αποθεμάτων αλλά και εφόσον ανακύπτουν δυσχέρειες εφοδιασμού με αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου στην Κοινότητα ή σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, η Επιτροπή ενημερώνει το ΔΟΕ κατά περίπτωση, και συντονίζει μαζί του εφόσον απαιτείται, και συγκαλεί διαβούλευση το συντομότερο δυνατό με την ομάδα συντονισμού, μετά από αίτηση κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία. Εάν κράτος μέλος ζητήσει διαβούλευση της ομάδας συντονισμού, αυτή συγκαλείται εντός το πολύ τεσσάρων ημερών από την υποβολή της αίτησης, εκτός εάν το κράτος μέλος συμφωνεί για μεγαλύτερη προθεσμία. Βάσει των αποτελεσμάτων της εξέτασης της κατάστασης από την ομάδα συντονισμού, η Επιτροπή αποφασίζει εάν υφίσταται σοβαρή διαταραχή του εφοδιασμού.

Εάν διαπιστωθεί σοβαρή διαταραχή του εφοδιασμού, η Επιτροπή εγκρίνει τη διάθεση του συνόλου ή μέρους των ποσοτήτων των αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης και των ειδικών αποθεμάτων που προτείνονται για τον σκοπό αυτό από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να διαθέτουν αποθέματα έκτακτης ανάγκης και ειδικά αποθέματα πέραν του υποχρεωτικού στοιχειώδους επιπέδου που ορίζει η παρούσα οδηγία σε ποσότητες που είναι άμεσα απαραίτητες ως αρχική αντιμετώπιση ιδιαιτέρως επειγουσών περιπτώσεων ή για την αντιμετώπιση τοπικών κρίσεων. Σε περίπτωση που προβούν σε τέτοιου είδους διάθεση τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με την ποσότητα που διατέθηκε. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμέσως την εν λόγω πληροφορία στα μέλη της ομάδας συντονισμού.

6.   Στις περιπτώσεις εφαρμογής των παραγράφων 3, 4 και 5, τα κράτη μέλη μπορούν προσωρινά να διατηρούν επίπεδα αποθεμάτων χαμηλότερα από εκείνα που ορίζονται από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή ορίζει, βάσει των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης της ομάδας συντονισμού και, κατά περίπτωση, σε συντονισμό με το Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατάσταση των διεθνών αγορών πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου, μια εύλογη προθεσμία εντός της οποίας τα κράτη μέλη πρέπει να αποκαταστήσουν τα αποθέματά τους προκειμένου αυτά να επανέλθουν στα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα.

7.   Οι αποφάσεις που εκδίδονται από την Επιτροπή δυνάμει του παρόντος άρθρου λαμβάνονται με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διεθνών υποχρεώσεων των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Άρθρο 21

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη αποφασίζουν το καθεστώς των κυρώσεων που ισχύουν σε περιπτώσεις παραβιάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις που προβλέπονται πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, καθώς και οποιαδήποτε σχετική μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατό.

Άρθρο 22

Αξιολόγηση

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή θα προβεί σε αξιολόγηση της λειτουργίας και εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 23

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από ειδική επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Άρθρο 24

Κατάργηση

Η οδηγία 73/238/ΕΟΚ, η οδηγία 2006/67/ΕΚ και η απόφαση 68/416/ΕΟΚ καταργούνται από τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

Οι παραπομπές στις καταργούμενες οδηγίες και στην καταργούμενη απόφαση νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 25

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη που δεν είναι μέλη του ΔΟΕ την 31η Δεκεμβρίου 2012 και που καλύπτουν πλήρως την εσωτερική τους κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου από εισαγωγές, θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 3, παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014. Έως ότου θέσουν σε ισχύ τα εν λόγω μέτρα τα ως άνω κράτη μέλη, θα διατηρούν αποθέματα πετρελαίου που αντιστοιχούν σε 81 ημέρες μέσων ημερήσιων καθαρών εισαγωγών.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα, αυτά περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτήν κατά την επίσημη έκδοσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 27

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 14 Σεπτεμβρίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

C. MALMSTRÖM


(1)  Γνώμη της 22.4.2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη της 13.5.2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ C 128 της 6.6.2009, σ. 42.

(4)  ΕΕ L 217 της 8.8.2006, σ. 8.

(5)  ΕΕ L 304 της 14.11.2008, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(7)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 308 της 23.12.1968, σ. 19.

(10)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΜΕΘΟΔΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΣΕ ΑΡΓΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ

Το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο των εισαγωγών προϊόντων πετρελαίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, πρέπει να υπολογίζεται με την ακόλουθη μέθοδο:

Το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο των εισαγωγών προϊόντων πετρελαίου προκύπτει από την άθροιση, αφενός, των καθαρών εισαγωγών των ακόλουθων προϊόντων: αργού πετρελαίου, υγρών φυσικού αερίου (NGL), προϊόντων εφοδιασμού διυλιστηρίων, άλλων υδρογονανθράκων, όπως ορίζονται στο παράρτημα Β σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008, προσαρμοσμένων ώστε να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες διακυμάνσεις των αποθεμάτων και μειωμένων κατά 4 %, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί στην απόδοση νάφθας, (ή, εάν το μέσο ποσοστό απόδοσης νάφθας στην εθνική επικράτεια υπερβαίνει το 7 %, μειωμένων κατά την καθαρή πραγματική κατανάλωση νάφθας ή κατά το μέσο ποσοστό απόδοσης νάφθας) και, αφετέρου, των καθαρών εισαγωγών όλων των υπολοίπων προϊόντων πετρελαίου εκτός της νάφθας, επίσης προσαρμοσμένων ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διακυμάνσεις των αποθεμάτων και πολλαπλασιαζόμενων επί 1,065.

Οι δεξαμενές καυσίμων διεθνούς ναυσιπλοΐας δεν λαμβάνονται υπόψη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΜΕΘΟΔΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΣΕ ΑΡΓΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Για τους σκοπούς του άρθρου 3 το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο της εσωτερικής κατανάλωσης πρέπει να υπολογίζεται με την ακόλουθη μέθοδο:

Η εσωτερική κατανάλωση προκύπτει από την άθροιση των συνολικών «διαπιστούμενων ακαθάριστων εγχωρίων διανομών», όπως αυτές ορίζονται στο τμήμα 3.2.1 του παραρτήματος Γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008, των ακόλουθων προϊόντων: βενζίνη για κινητήρες, βενζίνη αεροπλάνων, καύσιμο αεριωθούμενων τύπου βενζίνης (καύσιμο αεριωθούμενων τύπου νάφθας ή JP4), καύσιμο αεριωθούμενων τύπου κηροζίνης, άλλη κηροζίνη, πετρέλαιο εσωτερικής καύσης/ντίζελ (απόσταγμα πετρελαίου εξωτερικής καύσης), μαζούτ (υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο), όπως ορίζονται στο παράρτημα Β σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

Οι δεξαμενές καυσίμων διεθνούς ναυσιπλοΐας δεν λαμβάνονται υπόψη.

Το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο της εσωτερικής κατανάλωσης υπολογίζεται με εφαρμογή πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,2.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΤΩΝ ΔΙΑΤΗΡΟΥΜΕΝΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ

Για τον υπολογισμό του επιπέδου των αποθεμάτων πρέπει να εφαρμόζονται οι ακόλουθες μέθοδοι:

 

Με την επιφύλαξη της περίπτωσης που εξετάζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 καμία ποσότητα δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη περισσότερες από μία φορές ως μέρος των αποθεμάτων.

 

Τα αποθέματα αργού πετρελαίου μειώνονται κατά 4 %, ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί στη μέση απόδοση νάφθας.

 

Τα αποθέματα νάφθας, όπως και τα αποθέματα προϊόντων πετρελαίου προς χρήση στη διεθνή ναυσιπλοΐα, δεν λαμβάνονται υπόψη.

 

Τα υπόλοιπα προϊόντα πετρελαίου υπολογίζονται ως μέρος των αποθεμάτων με μία από τις δύο ακόλουθες μεθόδους. Τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρούν τη μέθοδο που έχουν επιλέξει καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους στο οποίο αφορά ο υπολογισμός.

Τα κράτη μέλη μπορούν:

α)

να συμπεριλαμβάνουν όλα τα υπόλοιπα αποθέματα προϊόντων πετρελαίου που προσδιορίζονται στο παράρτημα Γ σημείο 3.1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 και να προσδιορίσουν το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο πολλαπλασιάζοντας τις σχετικές ποσότητες με τον συντελεστή 1,065, ή

β)

να συμπεριλαμβάνουν μόνο τα αποθέματα των ακόλουθων προϊόντων: βενζίνη για κινητήρες, βενζίνη αεροπλάνων, καύσιμο αεριωθούμενων τύπου βενζίνης (καύσιμο αεριωθούμενων τύπου νάφθας ή JP4), καύσιμο αεριωθούμενων τύπου κηροζίνης, άλλη κηροζίνη, πετρέλαιο εσωτερικής καύσης/ντίζελ (απόσταγμα πετρελαίου εξωτερικής καύσης), μαζούτ (υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο), και να προσδιορίσουν το ισοδύναμο σε αργό πετρέλαιο πολλαπλασιάζοντας τις σχετικές ποσότητες με τον συντελεστή 1,2.

Για τον υπολογισμό των αποθεμάτων μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που διατηρούνται:

στις δεξαμενές των διυλιστηρίων,

στους σταθμούς φόρτωσης,

στις δεξαμενές εφοδιασμού των πετρελαιαγωγών,

στις φορτηγίδες,

στα παράκτια δεξαμενόπλοια,

στα ελλιμενισμένα πετρελαιοφόρα,

στις δεξαμενές των πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας,

στον πυθμένα των δεξαμενών,

υπό μορφή επιχειρησιακών αποθεμάτων,

από σημαντικούς καταναλωτές λόγω νομικών υποχρεώσεών τους ή άλλων οδηγιών εκ μέρους των δημόσιων αρχών.

Ωστόσο, οι ποσότητες αυτές, εκτός από τις όποιες ποσότητες διατηρούνται σε δεξαμενές διυλιστηρίων, σε δεξαμενές εφοδιασμού πετρελαιοαγωγών ή σε σταθμούς φόρτωσης, δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιπέδων των ειδικών αποθεμάτων, όταν τα επίπεδα των αποθεμάτων αυτών υπολογίζονται ξεχωριστά από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης.

Δεν λαμβάνονται ποτέ υπόψη για τον υπολογισμό των αποθεμάτων:

α)

το αργό πετρέλαιο που δεν έχει ακόμη παραχθεί·

β)

οι ποσότητες που διατηρούνται:

στους πετρελαιαγωγούς,

στα βαγόνια-δεξαμενές,

στις δεξαμενές πλοίων ανοιχτής θάλασσας,

στα πρατήρια διανομής καυσίμων και στα καταστήματα λιανικής πώλησης,

από άλλους καταναλωτές,

από πετρελαιοφόρα στη θάλασσα,

υπό μορφή στρατιωτικών αποθεμάτων.

Κατά τον υπολογισμό των αποθεμάτων, τα κράτη μέλη μειώνουν κατά 10 % τις ποσότητες των αποθεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραπάνω μεθόδων. Η μείωση αυτή εφαρμόζεται στο σύνολο των ποσοτήτων που λαμβάνονται υπόψη για έναν δεδομένο υπολογισμό.

Ωστόσο, η μείωση κατά 10 % δεν εφαρμόζεται στον υπολογισμό του επιπέδου των ειδικών αποθεμάτων ούτε και στον υπολογισμό του επιπέδου των διαφόρων κατηγοριών ειδικών αποθεμάτων όταν τα αποθέματα ή οι κατηγορίες αυτές εξετάζονται χωριστά από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης, ιδίως προκειμένου να εξακριβωθεί η τήρηση των ελάχιστων επιπέδων που επιβάλλονται από το άρθρο 9.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Τροποσ καταρτισησ και διαβιβασησ στην επιτροπη των στατιστικων δελτιων σχετικα με το επιπεδο των αποθεματων που πρεπει να διατηρουνται συμφωνα με το αρθρο 3

Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει και διαβιβάζει κάθε μήνα στην Επιτροπή ένα οριστικό στατιστικό δελτίο σχετικά με τα αποθέματα, η διατήρηση των οποίων διασφαλίζεται στη πράξη κατά την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, και τα οποία υπολογίζονται είτε βάσει του αριθμού των ημερών καθαρών εισαγωγών πετρελαίου είτε βάσει του αριθμού των ημερών εσωτερικής κατανάλωσης πετρελαίου, ανάλογα με το κριτήριο που επιλέγεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3. Τα κράτος μέλος διευκρινίζει στο δελτίο τους λόγους για τους οποίους ο υπολογισμός βασίζεται στον αριθμό των ημερών εισαγωγής ή, αντιθέτως, στον αριθμό των ημερών κατανάλωσης, ενώ αναφέρει επίσης τη μέθοδο, μεταξύ εκείνων του παραρτήματος III, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των αποθεμάτων.

Εάν ορισμένα από τα αποθέματα με βάση τα οποία υπολογίζεται το επίπεδο που επιβάλλεται από το άρθρο 3 διατηρούνται εκτός της εθνικής επικράτειας, κάθε στατιστικό δελτίο προσδιορίζει λεπτομερώς τα αποθέματα αυτά που διατηρούνται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και κεντρικούς φορείς διατήρησης αποθεμάτων (ΚΦΔΑ) κατά την τελευταία ημέρα της περιόδου στην οποία αφορά. Το κράτος μέλος αναφέρει επίσης στο στατιστικό δελτίο, για κάθε περίπτωση, εάν πρόκειται για αποθέματα που διατηρούνται δυνάμει μεταβίβασης εκ μέρους ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων ή εάν πρόκειται για αποθέματα που διατηρούνται κατόπιν δικής του αίτησης ή αίτησης του αντίστοιχου κεντρικού φορέα διατήρησης αποθεμάτων.

Για το σύνολο των αποθεμάτων που διατηρούνται στην επικράτειά του για λογαριασμό άλλων κρατών μελών ή κεντρικών φορέων διατήρησης αποθεμάτων, το κράτος μέλος καταρτίζει και διαβιβάζει στην Επιτροπή δελτίο σχετικά με τα αποθέματα που υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, ανά κατηγορία προϊόντων. Στο συγκεκριμένο δελτίο, το κράτος μέλος αναφέρει σε κάθε περίπτωση το όνομα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή κεντρικού φορέα διατήρησης αποθεμάτων, καθώς και τις σχετικές ποσότητες.

Η διαβίβαση στην Επιτροπή των στατιστικών δελτίων που αναφέρονται στο παρόν παράρτημα γίνεται εντός των πενήντα πέντε ημερών που έπονται του μήνα στον οποίο αφορούν τα δελτία. Τα ίδια δελτία πρέπει επίσης να διαβιβάζονται μετά από τυχόν αίτημα των υπηρεσιών της Επιτροπής εντός δύο μηνών. Οι αιτήσεις μπορούν να υποβάλλονται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία την οποία αφορούν τα ζητούμενα στοιχεία.


Top