Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32006F0783

Απόφαση-πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2006 , σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης

OJ L 328, 24.11.2006, p. 59–78 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
OJ L 239M , 10.9.2010, p. 340–359 (MT)
Special edition in Bulgarian: Chapter 19 Volume 009 P. 44 - 63
Special edition in Romanian: Chapter 19 Volume 009 P. 44 - 63
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 007 P. 54 - 73

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_framw/2006/783/oj

24.11.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 328/59


ΑΠΌΦΑΣΗ-ΠΛΑΊΣΙΟ 2006/783/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΫΛΙΟΫ

της 6ης Οκτωβρίου 2006

σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο β),

την πρωτοβουλία του Βασιλείου της Δανίας (1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 τόνισε ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα πρέπει να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις στην Ένωση.

(2)

Σύμφωνα με την παράγραφο 51 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, η νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του οργανωμένου εγκλήματος και απαιτείται η εκρίζωσή του όπου εμφανίζεται. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι αποφασισμένο να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος. Συναφώς, στην παράγραφο 55 των συμπερασμάτων του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απευθύνει έκκληση για την προσέγγιση του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (π.χ. εντοπισμός, δέσμευση και δήμευση των κεφαλαίων).

(3)

Όλα τα κράτη μέλη έχουν επικυρώσει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 8ης Νοεμβρίου 1990, σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εξακρίβωση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος («σύμβαση του 1990»). Η σύμβαση υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να αναγνωρίζουν και να εκτελούν τις αποφάσεις δήμευσης που έχουν εκδοθεί από άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή να υποβάλλουν το αίτημα στις αρμόδιες αρχές του προκειμένου να εκδοθεί απόφαση δήμευσης και, εφόσον αυτή εκδοθεί, να την εκτελέσουν. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αρνούνται τις αιτήσεις δήμευσης, εάν, μεταξύ άλλων, το αδίκημα με το οποίο συνδέεται η αίτηση δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του συμβαλλομένου μέρους που έλαβε την αίτηση ή εάν κατά το δίκαιο του εν λόγω συμβαλλομένου μέρους η δήμευση δεν προβλέπεται για τον τύπο αδικήματος τον οποίο αφορά η αίτηση.

(4)

Στις 30 Νοεμβρίου 2000, το Συμβούλιο θέσπισε πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα (μέτρα 6 και 7) στην έκδοση πράξης για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στη δέσμευση των αποδεικτικών και περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, σύμφωνα με την παράγραφο 3.3 του προγράμματος, στόχος είναι να βελτιωθεί, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η εντός ενός κράτους μέλους εκτέλεση αποφάσεως δήμευσης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως με σκοπό την απόδοση στο θύμα του εγκλήματος, λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης της σύμβασης του 1990. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, η απόφαση-πλαίσιο, στα πλαίσια του πεδίου εφαρμογής της, μειώνει τους λόγους άρνησης της εκτέλεσης και καταργεί, μεταξύ κρατών μελών, κάθε σύστημα μετατροπής της απόφασης δήμευσης σε εθνική απόφαση.

(5)

Η απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου (3) προβλέπει διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται επίσης να μη διατυπώσουν ή να μη διατηρήσουν επιφυλάξεις σχετικά με το άρθρο 2 της σύμβασης του 1990, εφόσον το αδίκημα τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας ή κράτηση άνω του ενός έτους.

(6)

Τέλος, στις 22 Ιουλίου 2003, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ (4) σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης αποδεικτικών ή περιουσιακών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(7)

Το κυριότερο κίνητρο του οργανωμένου εγκλήματος είναι το οικονομικό όφελος. Επομένως, κάθε προσπάθεια αποτροπής και καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να εστιάζεται στον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και δήμευση του προϊόντος του εγκλήματος. Δεν αρκεί απλώς να εξασφαλισθεί η αμοιβαία αναγνώριση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσωρινών νομικών μέτρων όπως είναι η δέσμευση και η κατάσχεση. Ο αποτελεσματικός έλεγχος του οικονομικού εγκλήματος απαιτεί επίσης την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δήμευσης του προϊόντος του εγκλήματος.

(8)

Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, ούτως ώστε να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν και να εκτελούν στο έδαφός τους αποφάσεις δήμευσης εκδοθείσες από αρμόδιο ποινικό δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο συνδέεται με την απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων εγκλήματος (5). Σκοπός της πρότασης πλαισίου είναι να εξασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, μεταξύ άλλων σε σχέση με το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει πρόσωπο καταδικασθέν για αδίκημα σχετικό με το οργανωμένο έγκλημα.

(9)

Η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και της άμεσης εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, προϋποθέτει την εμπιστοσύνη ότι οι αποφάσεις που θα αναγνωρισθούν και θα εκτελεσθούν εκδίδονται πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Προϋποθέτει επίσης ότι θα διασφαλίζονται τα δικαιώματα των διαδίκων ή των καλόπιστων ενδιαφερομένων τρίτων. Εν προκειμένω, πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή ώστε να αποτραπεί η επιτυχής προβολή δόλιων αξιώσεων από νομικά ή φυσικά πρόσωπα.

(10)

Η ορθή πρακτική λειτουργία της απόφασης-πλαισίου προϋποθέτει στενή σύνδεση μεταξύ των εμπλεκόμενων αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις ταυτόχρονης εκτέλεσης μιας απόφασης δήμευσης σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.

(11)

Οι όροι «προϊόντα» και «όργανα» που χρησιμοποιούνται στην απόφαση-πλαίσιο ορίζονται κατά τρόπο αρκετά ευρύ ώστε να περιλαμβάνουν αντικείμενα αδικημάτων όποτε απαιτείται.

(12)

Σε περίπτωση αμφιβολιών όσον αφορά την τοποθεσία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αφορά η απόφαση δήμευσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν κάθε διαθέσιμο μέσο για να προσδιορίζουν την ακριβή τοποθεσία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης κάθε διαθέσιμου συστήματος πληροφοριών.

(13)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απαγορεύουσα την άρνηση εκτέλεσης απόφασης δήμευσης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι η απόφαση εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού του ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους.

(14)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους συνταγματικούς κανόνες τους σχετικά με την ευθυδικία, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα.

(15)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν αφορά την επιστροφή περιουσιακών στοιχείων στον νόμιμο κύριό τους.

(16)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν προδικάζει το σκοπό προς τον οποίο τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα ποσά που λαμβάνονται συνεπεία της εφαρμογής της.

(17)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν θίγει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 33 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ:

Άρθρο 1

Στόχος

1.   Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαίσιο είναι να καθορίσει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος αναγνωρίζει και εκτελεί στο έδαφός του απόφαση δήμευσης η οποία εκδόθηκε από αρμόδιο ποινικό δικαστήριο άλλου κράτους μέλους.

2.   Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν συνεπάγεται την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι συναφείς υποχρεώσεις που τυχόν βαρύνουν τις δικαστικές αρχές παραμένουν άθικτες.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου:

α)

ως «κράτος έκδοσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο ένα δικαστήριο έχει εκδώσει απόφαση δήμευσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας·

β)

ως «κράτος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο έχει διαβιβασθεί απόφαση δήμευσης προκειμένου να εκτελεσθεί·

γ)

ως «απόφαση δήμευσης» νοείται η τελική ποινή ή το μέτρο που επιβλήθηκε από δικαστήριο έπειτα από δίκη για ποινικό αδίκημα ή αδικήματα, η οποία κατέληξε στην οριστική αποστέρηση περιουσίας·

δ)

ως «περιουσιακό στοιχείο» νοείται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, υλικό ή άυλο, κινητό ή ακίνητο, καθώς και νόμιμοι τίτλοι και έγγραφα που αποδεικνύουν τίτλο ή συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου, για τα οποία το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους έκδοσης έκρινε:

i)

ότι αποτελούν προϊόντα εγκλήματος ή ότι ισοδυναμούν είτε με την πλήρη αξία είτε με μέρος της αξίας των προϊόντων αυτών,

ii)

ότι συνιστούν τα όργανα του αδικήματος αυτού,

iii)

ότι υπόκεινται σε δήμευση λόγω εφαρμογής, στο κράτος έκδοσης, οποιασδήποτε από τις εκτεταμένες εξουσίες δήμευσης που προσδιορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 της απόφασης-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ,

ή

iv)

ότι υπόκεινται σε δήμευση σύμφωνα με οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις σχετικά με εκτεταμένες εξουσίες δήμευσης σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης·

ε)

ως «προϊόντα» νοούνται οποιαδήποτε οικονομικά πλεονεκτήματα προερχόμενα από εγκληματικές δραστηριότητες. Τα εν λόγω πλεονεκτήματα είναι δυνατόν να συνίστανται σε οποιαδήποτε μορφή περιουσιακού στοιχείου·

στ)

ως «όργανο» νοείται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο που χρησιμοποιείται ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, για τη διάπραξη μιας ή περισσοτέρων αξιόποινων πράξεων·

ζ)

τα «πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά» ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (6)·

η)

όταν η ποινική διαδικασία που οδηγεί στην έκδοση απόφασης δήμευσης αφορά κύριο αδίκημα καθώς και νομιμοποίηση χρημάτων, ως «ποινικό αδίκημα» σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο στ), νοείται το κύριο αδίκημα.

Άρθρο 3

Καθορισμός των αρμόδιων αρχών

1.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου για τις αρχές που, σύμφωνα με το δίκαιό του, είναι αρμόδιες, σύμφωνα με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο, όταν το κράτος αυτό είναι:

το κράτος έκδοσης,

ή

το κράτος εκτέλεσης.

2.   Παρά τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίζει, εάν απαιτείται λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού του συστήματος, μία η περισσότερες κεντρικές αρχές αρμόδιες για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των αποφάσεων δήμευσης και για την παροχή συνδρομής στις αρμόδιες αρχές.

3.   Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου θέτει τις πληροφορίες που λαμβάνει στη διάθεση όλων των κρατών μελών και της Επιτροπής.

Άρθρο 4

Διαβίβαση των αποφάσεων δήμευσης

1.   Μια απόφαση δήμευσης μαζί με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στην παράγραφο 2, υπόδειγμα του οποίου περιλαμβάνεται στο παράρτημα, μπορεί, στην περίπτωση απόφασης δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό, να διαβιβάζεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης έχει περιουσία ή εισοδήματα.

Στην περίπτωση απόφασης δήμευσης που αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, η απόφαση δήμευσης και το πιστοποιητικό μπορούν να διαβιβασθούν στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους στο οποίο η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο που καλύπτεται από την απόφαση δήμευσης.

Αν δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι οι οποίοι θα επέτρεπαν στο κράτος έκδοσης να καθορίσει το κράτος μέλος στο οποίο θα πρέπει να αποστείλει την απόφαση δήμευσης, η απόφαση αυτή μπορεί να διαβιβασθεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί η απόφαση δήμευσης έχει τη συνήθη κατοικία του ή την έδρα του, αντιστοίχως.

2.   Η απόφαση δήμευσης ή επικυρωμένο αντίγραφό της, μαζί με το πιστοποιητικό, διαβιβάζεται απευθείας από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης στην αρχή του κράτους εκτέλεσης που είναι αρμόδια για την εκτέλεσή της με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, υπό προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο κράτος εκτέλεσης να εξακριβώσει τη γνησιότητα. Το πρωτότυπο της απόφασης δήμευσης, ή επικυρωμένο αντίγραφό του, και το πρωτότυπο του πιστοποιητικού διαβιβάζονται στο κράτος εκτέλεσης, εάν αυτό το ζητήσει. Όλες οι επίσημες επικοινωνίες γίνονται μεταξύ των προαναφερόμενων αρμόδιων αρχών.

3.   Η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης υπογράφει το πιστοποιητικό και βεβαιώνει ότι το περιεχόμενό του είναι ακριβές.

4.   Εάν η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης δεν γνωρίζει ποια αρχή είναι αρμόδια για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, προβαίνει στις αναγκαίες έρευνες, και μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου, προκειμένου να λάβει πληροφορίες από κράτος εκτέλεσης.

5.   Εάν η αρχή του κράτους εκτέλεσης η οποία παραλαμβάνει απόφαση δήμευσης δεν έχει δικαιοδοσία να την αναγνωρίσει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την απόφαση στην αρμόδια για την εκτέλεσή της αρχή και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 5

Διαβίβαση απόφασης δήμευσης σε ένα ή περισσότερα κράτη εκτέλεσης

1.   Υπό την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, απόφαση δήμευσης μπορεί να διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 σε ένα μόνο κράτος εκτέλεσης κάθε φορά.

2.   Απόφαση δήμευσης που αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να διαβιβάζεται σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης συγχρόνως, όταν:

η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι διάφορα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από την απόφαση δήμευσης ευρίσκονται σε διάφορα κράτη εκτέλεσης,

η δήμευση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που καλύπτεται από την απόφαση δήμευσης συνεπάγεται ανάληψη δράσης σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης,

ή

η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι συγκεκριμένο είδος περιουσιακού στοιχείου που καλύπτεται από την απόφαση δήμευσης ευρίσκεται σε ένα από τα δύο ή περισσότερα προσδιοριζόμενα κράτη εκτέλεσης.

3.   Απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό μπορεί να διαβιβάζεται σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης συγχρόνως όταν η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης κρίνει ότι συντρέχει ειδικός λόγος προς τούτο, για παράδειγμα όταν:

το οικείο περιουσιακό στοιχείο δεν έχει δεσμευθεί βάσει της απόφασης-πλαισίου 2003/577/ΔΕΥ,

ή

η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να δημευθούν στο κράτος έκδοσης και σε κάθε κράτος εκτέλεσης ενδέχεται να μην επαρκεί για την κάλυψη του συνολικού ποσού που προβλέπει η απόφαση δήμευσης.

Άρθρο 6

Αδικήματα

1.   Εάν οι πράξεις, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης, συνιστούν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα αδικήματα, όπως ορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης, και εφόσον τιμωρούνται στο κράτος μέλος έκδοσης με ποινή στερητική της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, η απόφαση δήμευσης εκτελείται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου των πράξεων:

συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,

τρομοκρατία,

εμπορία ανθρώπων,

σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

δωροδοκία,

απάτη, περιλαμβανομένης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,

παραχάραξη και κιβδηλεία νομίσματος, περιλαμβανομένου του ευρώ,

ηλεκτρονικό έγκλημα,

εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένου του λαθρεμπορίου απειλουμένων ειδών ζώων και του λαθρεμπορίου απειλουμένων φυτικών ειδών και ποικιλιών,

παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή,

ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαρεία σωματική βλάβη,

παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και κράτηση ομήρων,

ρατσισμός και ξενοφοβία,

οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες,

παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

υπεξαιρέσεις και απάτες,

προστασία έναντι χρημάτων, εκβίαση,

απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία τους,

παραχάραξη μέσων πληρωμής,

λαθρεμπόριο ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

λαθρεμπόριο πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,

εμπορία κλεμμένων οχημάτων,

βιασμός,

εμπρησμός,

εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,

αεροπειρατεία και πειρατεία,

δολιοφθορά.

2.   Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή, ομόφωνα και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπό τους όρους του άρθρου 39 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, να προσθέσει νέες κατηγορίες αδικημάτων στον κατάλογο της παραγράφου 1. Το Συμβούλιο, με βάση την έκθεση που του υποβάλλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 22, εξετάζει εάν πρέπει να διευρυνθεί ή να τροποποιηθεί ο κατάλογος αυτός.

3.   Για τα αδικήματα που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτά την αναγνώριση και την εκτέλεση μιας απόφασης δήμευσης από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης, συνιστούν αδίκημα για το οποίο χωρεί δήμευση δυνάμει του δικαίου του κράτους εκτέλεσης, όποια και αν είναι η αντικειμενική του υπόσταση ή όπως και αν περιγράφεται βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 7

Αναγνώριση και εκτέλεση

1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζουν χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση δήμευσης η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, λαμβάνουν δε πάραυτα όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να επικαλεσθούν έναν από τους λόγους μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 8, ή έναν από τους λόγους αναβολής που προβλέπονται στο άρθρο 10.

2.   Εάν μια αίτηση δήμευσης αφορά συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης μπορούν, εφόσον προβλέπεται σύμφωνα με το δίκαιο των κρατών αυτών, να συμφωνήσουν ότι η δήμευση στο κράτος εκτέλεσης μπορεί να λάβει τη μορφή υποχρέωσης προς καταβολή χρηματικού ποσού αντίστοιχου προς την αξία του περιουσιακού στοιχείου.

3.   Εάν η απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης, εφόσον δεν επιτευχθεί η καταβολή του ποσού, εκτελούν την απόφαση δήμευσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου είναι διαθέσιμο για το σκοπό αυτό.

4.   Εάν η απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης μετατρέπουν, εφόσον απαιτείται, το προς δήμευση ποσό στο νόμισμα του κράτους εκτέλεσης με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης δήμευσης.

5.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβεί σε δήλωση που κατατίθεται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι οι αρμόδιες αρχές του δεν θα αναγνωρίζουν ούτε θα εκτελούν αποφάσεις δήμευσης υπό συνθήκες κατά τις οποίες αποφασίστηκε να δημευθούν περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τις εκτεταμένες εξουσίες δήμευσης του άρθρου 2 στοιχείο δ) σημείο iv). Η δήλωση αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

Άρθρο 8

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση δήμευσης εάν το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 πιστοποιητικό δεν προσκομισθεί, είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δήμευσης.

2.   Η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης, όπως ορίζεται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους, μπορεί επίσης να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση δήμευσης εάν αποδειχθεί ότι:

α)

η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης θα αντέβαινε στην αρχή του δεδικασμένου·

β)

σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 5 παράγραφος 3, η απόφαση δήμευσης αφορά πράξεις οι οποίες, κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, δεν συνιστούν αδίκημα για το οποίο χωρεί δήμευση· ωστόσο, όσον αφορά φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και αδικήματα περί το συνάλλαγμα, η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης δεν επιτρέπεται να απορριφθεί λόγω του γεγονότος ότι το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο δασμών ή φόρων ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί δασμών ή φόρων, τελωνείων και συναλλάγματος με τον προβλεπόμενο από το δίκαιο του κράτους έκδοσης·

γ)

το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης προβλέπει ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση εγχώριας απόφασης δήμευσης επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου·

δ)

τα δικαιώματα οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, περιλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων, που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, ακόμη και όταν αυτό οφείλεται στην εφαρμογή ένδικων μέσων σύμφωνα με το άρθρο 9·

ε)

σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης δήμευσης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι αυτός ενημερώθηκε αυτοπροσώπως ή μέσω του κατά το δίκαιο της διαδικασίας νόμιμου εκπροσώπου του σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης ή ότι ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση δήμευσης·

στ)

η απόφαση δήμευσης βασίζεται σε ποινική διαδικασία για αδικήματα τα οποία:

σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης θεωρούνται ότι έχουν διαπραχθεί εν όλω ή εν μέρει στο έδαφός του, ή σε τόπο που ισοδυναμεί προς το έδαφός του,

ή

έχουν διαπραχθεί εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιτρέπει να ασκηθεί δίωξη για τέτοια αδικήματα εάν έχουν διαπραχθεί εκτός του εδάφους του εν λόγω κράτους·

ζ)

όταν οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης κρίνουν ότι η απόφαση δήμευσης ελήφθη υπό συνθήκες κατά τις οποίες η δήμευση του περιουσιακού στοιχείου αποφασίσθηκε σύμφωνα με τις εκτεταμένες εξουσίες δημεύσεως του άρθρου 2 στοιχείο δ), σημείο iv)·

η)

όταν η εκτέλεση μιας απόφασης δήμευσης υπόκειται σε παραγραφή στο κράτος εκτέλεσης, εφόσον οι πράξεις εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του κράτους αυτού σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο.

3.   Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης κρίνει ότι:

η απόφαση δήμευσης ελήφθη υπό συνθήκες όπου τα περιουσιακά στοιχεία αποφασίστηκε να δημευθούν σύμφωνα με τις εκτεταμένες εξουσίες δήμευσης του άρθρου 2 στοιχείο δ) σημείο iii),

και

η απόφαση δήμευσης δεν καλύπτεται από την εναλλακτική λύση που έχει υιοθετήσει το κράτος εκτέλεσης βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 2 της απόφασης-πλαισίου 2005/212/ΔΕΥ,

εκτελεί την απόφαση δήμευσης τουλάχιστον κατά το βαθμό που προβλέπεται σε παρόμοιες εσωτερικές υποθέσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

4.   Πριν αποφασίσουν να μην αναγνωρίσουν και να μην εκτελέσουν μια απόφαση δήμευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή να περιορίσουν την εκτέλεσή της σύμφωνα με την παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης επιδιώκουν ιδιαίτερα τη διαβούλευση, με κάθε πρόσφορο μέσο, με τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης. Η διαβούλευση είναι υποχρεωτική στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόφαση είναι πιθανόν να βασίζεται:

στην παράγραφο 1,

στην παράγραφο 2 στοιχείο α), ε), στ) ή ζ),

στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) και δεν παρέχονται πληροφορίες βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3,

ή

στην παράγραφο 3.

5.   Εφόσον η απόφαση δήμευσης είναι αδύνατον να εκτελεσθεί διότι το υπό δήμευση περιουσιακό στοιχείο έχει ήδη δημευθεί, έχει εξαφανισθεί, έχει καταστραφεί, δεν ανευρίσκεται στον τόπο που μνημονεύεται στο πιστοποιητικό ή διότι ο τόπος του περιουσιακού στοιχείου δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και έπειτα από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ενημερώνεται πάραυτα η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 9

Ένδικα μέσα στο κράτος εκτέλεσης κατά της αναγνώρισης και της εκτέλεσης

1.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις, ώστε οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος, περιλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων, να δικαιούται να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης δήμευσης που εκτελείται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματά του. Τα ένδικα μέσα ασκούνται ενώπιον δικαστηρίου του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους. Η προσφυγή μπορεί να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα δυνάμει του δικαίου του κράτους εκτέλεσης.

2.   Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της απόφασης δήμευσης δεν μπορούν να προσβληθούν ενώπιον δικαστηρίου του κράτους εκτέλεσης.

3.   Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου στο κράτος εκτέλεσης, η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνεται σχετικά.

Άρθρο 10

Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αναβάλει την εκτέλεση μιας απόφασης δήμευσης που διαβιβάσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5:

α)

εάν, σε περίπτωση απόφασης δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό, θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος η συνολική αξία που προέρχεται από την εκτέλεσή της πιθανόν να υπερβαίνει το ποσό που αναφέρει η απόφαση δήμευσης λόγω ταυτόχρονης εκτέλεσης της απόφασης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη·

β)

στις περιπτώσεις ασκήσεως των ενδίκων μέσων του άρθρου 9·

γ)

όταν η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή διαδικασία, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει εύλογο·

δ)

στις περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαίο η απόφαση ή μέρος αυτής να μεταφρασθεί με έξοδα του κράτους εκτέλεσης, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου να ετοιμασθεί η μετάφραση, ή

ε)

στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη κινηθεί διαδικασία δήμευσης στο κράτος εκτέλεσης για τα περιουσιακά στοιχεία.

2.   Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της αναβολής λαμβάνει όλα τα μέτρα τα οποία θα ελάμβανε σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση, ώστε να διασφαλισθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν διαθέσιμα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης.

3.   Σε περίπτωση αναβολής σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιοδήποτε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, η δε αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις του άρθρου 14 παράγραφος 3.

4.   Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ), δ) και ε), η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης υποβάλλει πάραυτα και με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως έκθεση προς την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης, η οποία να αναφέρει τους λόγους της αναβολής αυτής και, ει δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.

Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος αναβολής, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης λαμβάνει πάραυτα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.

Άρθρο 11

Πολλαπλές αποφάσεις δήμευσης

Εάν στις αρμόδιες αρχές του κράτους εκτέλεσης έχουν υποβληθεί:

δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης οι οποίες αφορούν χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί εις βάρος του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου, ενώ το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα στο κράτος εκτέλεσης ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση όλων των αποφάσεων,

ή

δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης που αφορούν το ίδιο περιουσιακό στοιχείο,

η απόφαση σχετικά με το ποιες αποφάσεις δήμευσης θα εκτελεσθούν λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους αυτού με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν την ύπαρξη δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, τη σχετική βαρύτητα και τον τόπο τέλεσης του αδικήματος, τις ημερομηνίες των αντίστοιχων αποφάσεων και τις ημερομηνίες διαβίβασης των αποφάσεων αυτών.

Άρθρο 12

Δίκαιο που διέπει την εκτέλεση

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης διέπεται από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης και οι αρχές του είναι αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν τις διαδικασίες εκτέλεσης και να καθορίζουν όλα τα συναφή μέτρα.

2.   Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να προσκομίσει αποδείξεις ότι έγινε δήμευση, εν όλω ή εν μέρει, σε οποιοδήποτε κράτος, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης προβαίνει σε διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Στην περίπτωση δήμευσης προϊόντων εγκλήματος, οποιοδήποτε μέρος του ποσού το οποίο ανακτάται δυνάμει της απόφασης δήμευσης σε άλλο κράτος πέραν του κράτους εκτέλεσης, αφαιρείται πλήρως από το ποσό που πρόκειται να δημευθεί στο κράτος εκτέλεσης.

3.   Απόφαση δήμευσης που εκδίδεται κατά νομικού προσώπου εκτελείται ακόμη και αν το κράτος εκτέλεσης δεν αναγνωρίζει την αρχή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων.

4.   Το κράτος εκτέλεσης δεν δύναται να επιβάλει άλλα μέτρα αντί της απόφασης δήμευσης, περιλαμβανομένων ποινών στερητικών της ελευθερίας ή άλλων μέτρων που περιορίζουν την ελευθερία ενός προσώπου, συνεπεία διαβιβάσεως δυνάμει των άρθρων 4 και 5, εκτός εάν το κράτος έκδοσης έχει συναινέσει σχετικά.

Άρθρο 13

Αμνηστία, χάρη, αναθεώρηση της απόφασης δήμευσης

1.   Αμνηστία και χάρη μπορούν να δοθούν από το κράτος έκδοσης καθώς και από το κράτος εκτέλεσης.

2.   Μόνον το κράτος έκδοσης μπορεί να αποφασίσει για αιτήσεις αναθεώρησης της απόφασης δήμευσης.

Άρθρο 14

Συνέπειες της διαβίβασης των αποφάσεων δήμευσης

1.   Η διαβίβαση απόφασης δήμευσης σε ένα ή περισσότερα κράτη εκτέλεσης σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 δεν περιορίζει το δικαίωμα του κράτους έκδοσης να εκτελέσει το ίδιο την απόφαση δήμευσης.

2.   Όταν απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό διαβιβάζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη εκτέλεσης, η συνολική αξία που προκύπτει από την εκτέλεσή της δεν μπορεί να ξεπερνά το μέγιστο ποσό που προσδιορίζεται στην απόφαση δήμευσης.

3.   Η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερομένων κρατών εκτέλεσης με οποιοδήποτε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως:

α)

εάν θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος να προκύψει εκτέλεση πέρα από το μέγιστο ποσό, για παράδειγμα βάσει πληροφοριών που της κοινοποιεί κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3. Στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α), η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης εάν έχει παύσει να υφίσταται ο προαναφερόμενος κίνδυνος·

β)

εάν όλη ή μέρος της απόφασης δήμευσης έχει εκτελεσθεί στο κράτος έκδοσης ή σε άλλο κράτος εκτέλεσης. Γίνεται μνεία του ακριβούς ποσού που απομένει για την πλήρη εκτέλεση της απόφασης·

γ)

εάν, μετά τη διαβίβαση απόφασης δήμευσης σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, αρχή του κράτους έκδοσης λάβει χρηματικό ποσό το οποίο έχει καταβάλει αυτοβούλως ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με την απόφαση δήμευσης. Εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθρο 12 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Διακοπή της εκτέλεσης

Η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνει πάραυτα την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο, συνεπεία του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή ή αφαιρείται από την αρμοδιότητα του κράτους εκτέλεσης για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Το κράτος εκτέλεσης διακόπτει την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης μόλις ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για την εν λόγω απόφαση ή μέτρο.

Άρθρο 16

Διάθεση δημευμένων περιουσιακών στοιχείων

1.   Χρήματα που έχουν εισπραχθεί από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, διατίθενται από το κράτος εκτέλεσης ως εξής:

α)

εάν το ποσό που προέκυψε από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης είναι μικρότερο των 10 000 ευρώ ή του ισοδύναμου ποσού, το ποσό περιέρχεται στο κράτος εκτέλεσης·

β)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το κράτος εκτέλεσης μεταβιβάζει στο κράτος έκδοσης το 50 % του ποσού που προέκυψε από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης.

2.   Μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία που προέκυψαν από την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης διατίθενται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους, τους οποίους αποφασίζει το κράτος εκτέλεσης:

α)

το περιουσιακό στοιχείο μπορεί να πωληθεί. Στην περίπτωση αυτή, οι εισπράξεις από την πώληση διατίθενται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

τα στοιχεία μπορούν να μεταφερθούν στο κράτος έκδοσης. Σε περίπτωση που η απόφαση δήμευσης καλύπτει χρηματικό ποσό, τα περιουσιακά στοιχεία μεταφέρονται στο κράτος έκδοσης μόνο με τη συγκατάθεση του εν λόγω κράτους·

γ)

όταν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί το στοιχείο α) ή β), τα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να διατεθούν με άλλο τρόπο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

3.   Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, το κράτος εκτέλεσης δεν υποχρεούται να εκποιήσει ή να επιστρέψει συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από την απόφαση δήμευσης, όταν αυτά αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά του εν λόγω κράτους.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται εάν δεν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης.

Άρθρο 17

Ενημέρωση για το αποτέλεσμα της εκτέλεσης

Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με οποιοδήποτε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως:

α)

σχετικά με τη διαβίβαση της απόφασης δήμευσης στην αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5·

β)

σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση περί μη αναγνώρισης απόφασης δήμευσης μαζί με τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση·

γ)

σχετικά με την ολική ή μερική μη εκτέλεση της απόφασης για τους λόγους του άρθρου 11, του άρθρου 12 παράγραφοι 1 και 2, ή του άρθρου 13 παράγραφος 1·

δ)

μόλις ολοκληρωθεί η εκτέλεση της απόφασης·

ε)

σχετικά με την επιβολή εναλλακτικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4.

Άρθρο 18

Αποζημίωση

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 2, όταν το κράτος εκτέλεσης είναι βάσει του δικαίου του υπεύθυνο για βλάβη που προκλήθηκε σε κάποιο από τα ενδιαφερόμενα μέρη του άρθρου 8 από την εκτέλεση αποφάσεως δήμευσης που του έχει διαβιβασθεί σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, το κράτος έκδοσης επιστρέφει στο κράτος εκτέλεσης ό,τι ποσά καταβλήθηκαν ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης αυτής στο ενδιαφερόμενο μέρος, εκτός εάν, και στο μέτρο που, η ζημία, εν όλω ή εν μέρει, οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά του κράτους εκτέλεσης.

2.   Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει το δίκαιο των κρατών μελών περί αξιώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων προς αποκατάσταση της ζημίας.

Άρθρο 19

Γλώσσες

1.   Το πιστοποιητικό μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης.

2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί, κατά την έκδοση της παρούσας απόφασης-πλαισίου ή αργότερα, να καταθέσει δήλωση στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, ότι θα δέχεται τη μετάφραση σε μία ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 20

Έξοδα

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 16, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαιτήσουν μεταξύ τους την επιστροφή των εξόδων που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας απόφασης-πλαισίου.

2.   Όταν το κράτος της εκτέλεσης έχει υποβληθεί σε δαπάνες τις οποίες θεωρεί υπερβολικά υψηλές ή έκτακτες, μπορεί να προτείνει στο κράτος έκδοσης τον καταμερισμό των δαπανών. Το κράτος έκδοσης λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενη σχετική πρόταση με βάση λεπτομερείς διευκρινίσεις που παρέχει το κράτος εκτέλεσης.

Άρθρο 21

Σχέση με άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν θίγει την εφαρμογή διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων μεταξύ κρατών μελών κατά το βαθμό που οι συμφωνίες ή ρυθμίσεις αυτές συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση ή διευκόλυνση των διαδικασιών εκτέλεσης των αποφάσεων δήμευσης.

Άρθρο 22

Εφαρμογή

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου έως τις 24 Νοεμβρίου 2008.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Βάσει έκθεσης που συντάσσει η Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες αυτές, το Συμβούλιο αξιολογεί, έως τις 24 Νοεμβρίου 2009, κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο.

3.   Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου κοινοποιεί στα κράτη μέλη και την Επιτροπή τις δηλώσεις που έγιναν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 4 και του άρθρου 19 παράγραφος 2.

4.   Εάν ένα κράτος μέλος έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένα δυσχέρειες ή αδράνεια από άλλο κράτος μέλος κατά τη διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων δήμευσης και τα προβλήματα αυτά δεν έχουν επιλυθεί με διμερείς διαβουλεύσεις, ενημερώνει το Συμβούλιο προκειμένου να αξιολογηθεί η εφαρμογή της παρούσας απόφασης-πλαισίου σε επίπεδο κρατών μελών.

5.   Τα κράτη μέλη, ενεργώντας ως κράτη εκτέλεσης, ενημερώνουν το Συμβούλιο και την Επιτροπή, στην αρχή του ημερολογιακού έτους, σχετικά με τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες εφαρμόστηκε το άρθρο 17 στοιχείο β), και υποβάλλουν περίληψη των λόγων εφαρμογής του.

Έως τις 24 Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση με βάση τις πληροφορίες που έλαβε, η οποία συνοδευόμενη από οποιαδήποτε πρωτοβουλία ενδέχεται να θεωρηθεί σκόπιμη.

Άρθρο 23

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λουξεμβούργο, 6 Οκτωβρίου 2006.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

K. RAJAMÄKI


(1)  ΕΕ C 184 της 2.8.2002, σ. 8.

(2)  Γνώμη της 20ής Νοεμβρίου 2002 (ΕΕ C 25 Ε της 29.1.2004, σ. 205).

(3)  ΕΕ L 182 της 5.7.2001, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 196 της 2.8.2003, σ. 45.

(5)  ΕΕ L 68 της 15.3.2005, σ. 49.

(6)  ΕΕ L 74 της 27.3.1993, σ. 74. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2001/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 187 της 10.7.2001, σ. 43).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ

προβλεπόμενο στο άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image


Top