EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32003H0274

Σύσταση της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 2003, για την προστασία και ενημέρωση του κοινού σχετικά με την έκθεση λόγω της συνεχιζόμενης μόλυνσης με ραδιενεργό καίσιο ορισμένων άγριων εδώδιμων προϊόντων ως συνέπεια του ατυχήμᄆτος στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Τσερνομπίλ [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2003) 510]

OJ L 99, 17.4.2003, p. 55–56 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/reco/2003/274/oj

32003H0274

Σύσταση της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 2003, για την προστασία και ενημέρωση του κοινού σχετικά με την έκθεση λόγω της συνεχιζόμενης μόλυνσης με ραδιενεργό καίσιο ορισμένων άγριων εδώδιμων προϊόντων ως συνέπεια του ατυχήμᄆτος στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Τσερνομπίλ [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2003) 510]

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 099 της 17/04/2003 σ. 0055 - 0056


Σύσταση της Επιτροπής

της 14ης Απριλίου 2003

για την προστασία και ενημέρωση του κοινού σχετικά με την έκθεση λόγω της συνεχιζόμενης μόλυνσης με ραδιενεργό καίσιο ορισμένων άγριων εδώδιμων προϊόντων ως συνέπεια του ατυχήματος στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Τσερνομπίλ

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2003) 510]

(2003/274/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 38 παράγραφος 1 και το άρθρο 124 δεύτερη περίπτωση,

τη γνώμη της ομάδας εμπειρογνωμόνων που όρισε η επιστημονική και τεχνική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 31 της συνθήκης,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Ύστερα από το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Τσερνομπίλ στις 26 Απριλίου 1986, σημαντικές ποσότητες ραδιενεργών υλικών διέφυγαν στην ατμόσφαιρα.

(2) Η επίπτωση ραδιενεργού καισίου από το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής του Τσερνομπίλ έχει πλήξει ευρύ φάσμα τρίτων χωρών.

(3) Σημαντική επίπτωση έχει πλήξει τμήματα της επικράτειας αρκετών κρατών μελών και χωρών που είναι υποψήφιες για προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4) Ο κανονισμός (EΟΚ) αριθ. 737/90 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1990, σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά από το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ(1) καθόρισε για τα γεωργικά προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών, που προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα για το ραδιενεργό καίσιο με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι εισαγωγές και σε σχέση με τα οποία διενεργούν ελέγχους τα κράτη μέλη.

(5) Σε δήλωσή τους προς το Συμβούλιο, στις 12 Μαΐου του 1986, σχετικά με την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1707/86 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1986, σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά από το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ(2), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 616/2000(3), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν τα ίδια ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.

(6) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1661/1999 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 737/90 του Συμβουλίου σχετικά με τους όρους εισαγωγής γεωργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών μετά το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ(4), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1608/2002(5), μεταξύ άλλων εισήγαγε ειδικούς όρους που ενισχύουν τους ελέγχους στις εισαγωγές ακαλλιέργητων μανιταριών από αρκετές τρίτες χώρες.

(7) Τα κράτη μέλη εφήρμοσαν και εξακολουθούν να εφαρμόζουν όταν χρειάζεται παρόμοιους ελέγχους και όρους για τη διάθεση στην αγορά τροφίμων που προέρχονται από τις εθνικές τους αγροτοβιομηχανικές αλυσίδες εφοδιασμού με τρόφιμα, ιδίως όσον αφορά το κρέας προβάτων και ταράνδων.

(8) Τα μέτρα που εφαρμόζονται στις επικράτειες των κρατών μελών απορρέουν από τις υφιστάμενες νομικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην οδηγία 96/29/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1996, για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφάλειας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες(6) και στα άρθρα 35 και 36 της συνθήκης Ευρατόμ.

(9) Τα φυσικά και τα ημιφυσικά οικοσυστήματα, όπως τα δάση και οι δασώδεις περιοχές γενικά αποτελούν το φυσικό περιβάλλον των άγριων θηραμάτων, των βατόμουρων, και των μανιταριών, και τα οικοσυστήματα αυτά τείνουν να διατηρούν το ραδιενεργό καίσιο σε μια κυκλική ανταλλαγή ανάμεσα στα ανώτερα στρώματα του εδάφους (απορριμματική στιβάδα), τα βακτήρια, τη μικροπανίδα, τη μικροχλωρίδα και τη βλάστηση. Επιπλέον, το έδαφος των οικοσυστημάτων αυτών που αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από οργανικό υλικό τείνει να αυξάνει τη βιολογική διαθεσιμότητα του ραδιενεργού καισίου.

(10) Τα άγρια βατόμουρα όπως τα μύρτιλλα (bilberries), τα άγρια βατόμουρα (cloudberries), τα φίγγια (cranberries), τα σμέουρα (raspberries), τα βατόμουρα (blackberries) και οι άγριες φράουλες, τα εδώδιμα άγρια μανιτάρια (π.χ. κανθαρέλλοι, βολέτοι, κολλυβίες), το κρέας άγριων θηραμάτων ζαρκαδιού και ελαφιού και σαρκοβόρων ιχθύων του γλυκού νερού από λίμνες (π.χ. λούσος και πέρκα) σε ορισμένες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούν να παρουσιάζουν επίπεδα ραδιενεργού καισίου που υπερβαίνουν τα 600 Bq/kg.

(11) Τα μανιτάρια των ειδών που συμβιώνουν με δέντρα (μυκόρριζα) (π.χ. το Boletus edulis) και το κρέας αγριόχοιρου επηρεάστηκαν πολύ αργότερα από την εναπόθεση και σήμερα παρουσιάζουν πολύ υψηλά επίπεδα μόλυνσης με ραδιενεργό καίσιο στις περιοχές με την υψηλότερη εναπόθεση.

(12) Υποθέτουμε ότι η διάρκεια της μόλυνσης με ραδιενεργό καίσιο ύστερα από το ατύχημα του Τσερνομπίλ αρκετών προϊόντων που προέρχονται από είδη που ζουν και μεγαλώνουν σε δάση και σε άλλα φυσικά και ημιφυσικά οικοσυστήματα ουσιαστικά συνδέεται με το φυσικό χρόνο ημιζωής του ραδιονουκλεϊδίου αυτού που είναι περίπου 30 έτη και επομένως δεν θα παρατηρηθεί καμία αισθητή αλλαγή όσον αφορά τη μόλυνση με ραδιενεργό καίσιο των προϊόντων αυτών κατά τις επόμενες δεκαετίες.

(13) Τα τελευταία έτη, στοιχεία που παρείχαν ορισμένα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδειξαν ότι εξακολουθούν να εντοπίζονται υψηλά επίπεδα ραδιενεργού καισίου στα άγρια θηράματα, τα άγρια βατόμουρα, τα άγρια μανιτάρια και τα σαρκοβόρα ψάρια που ζουν σε λίμνες.

(14) Η τοποθέτηση στην αγορά εδώδιμων άγριων προϊόντων δεν γίνεται αναγκαστικά μέσω των αγροτοβιομηχανικών αλυσίδων εφοδιασμού, επομένως η παρακολούθηση και οι έλεγχοι που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία μπορούν να παρακάμπτονται.

(15) Η ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τη συνεχιζόμενη μόλυνση των άγριων προϊόντων τείνει να μειωθεί, αν και η επίπτωση της μόλυνσης των προϊόντων αυτών στην υγεία των ατόμων που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες παρόμοιων προϊόντων από τις πληγείσες περιοχές δεν είναι αμελητέα.

(16) Η επίπτωση της μόλυνσης των άγριων προϊόντων στην υγεία του κοινού γενικά είναι πολύ χαμηλή, επομένως δεν χρειάζεται να θεσπιστούν πιο δεσμευτικές απαιτήσεις.

(17) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων(7) έχει θεσπίσει σύστημα για την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιείται το σύστημα αυτό για την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα κράτη μέλη σχετικά με τις καταγραμμένες περιπτώσεις υπέρβασης των ανώτατων επιτρεπτών επιπέδων,

ΣΥΝΙΣΤΑ:

1. Για το σκοπό της προστασίας της υγείας των καταναλωτών τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα όσον αφορά το καίσιο 134 και το καίσιο 137 που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 737/90 τηρούνται στην Κοινότητα για την τοποθέτηση στην αγορά άγριων θηραμάτων, άγριων βατόμουρων, άγριων μανιταριών και σαρκοβόρων ψαριών από λίμνες.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τον πληθυσμό, στις περιοχές που υπάρχει ενδεχόμενο τα προϊόντα αυτά να υπερβαίνουν τα ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα, σχετικά με τον ενεχόμενο κίνδυνο για την υγεία.

3. Tα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη σχετικά με τις καταγραμμένες περιπτώσεις παρόμοιων προϊόντων που τοποθετήθηκαν στην κοινοτική αγορά και τα οποία υπερέβαιναν τα ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα μέσω του κοινοτικού συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

4. Tα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν σε σχέση με την παρούσα σύσταση.

Βρυξέλλες, 14 Απριλίου 2003.

Για την Επιτροπή

Margot Wallström

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ L 82 της 29.3.1990, σ. 1.

(2) ΕΕ L 75 της 24.3.2000, σ. 1.

(3) ΕΕ L 146 της 31.5.1986, σ. 88.

(4) ΕΕ L 197 της 29.7.1999, σ. 17.

(5) ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 7.

(6) ΕΕ L 159 της 29.6.1996, σ. 1.

(7) ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.

Top