EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32000D0014

2000/823/ΕΚ: Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με την καταβολή του κεφαλαίου και την εισφορά της τράπεζας της Ελλάδος στα αποθεματικά και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς της ΕΚΤ, την αρχική μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων από την Τράπεζα της Ελλάδος στην ΕΚΤ και συναφή θέματα (ΕΚΤ/2000/14)

OJ L 336, 30.12.2000, p. 110–113 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 01/01/2004

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2000/823/oj

32000D0014

2000/823/ΕΚ: Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με την καταβολή του κεφαλαίου και την εισφορά της τράπεζας της Ελλάδος στα αποθεματικά και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς της ΕΚΤ, την αρχική μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων από την Τράπεζα της Ελλάδος στην ΕΚΤ και συναφή θέματα (ΕΚΤ/2000/14)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 336 της 30/12/2000 σ. 0110 - 0113


Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

της 16ης Νοεμβρίου 2000

σχετικά με την καταβολή του κεφαλαίου και την εισφορά της τράπεζας της Ελλάδος στα αποθεματικά και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς της ΕΚΤ, την αρχική μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων από την Τράπεζα της Ελλάδος στην ΕΚΤ και συναφή θέματα

(ΕΚΤ/2000/14)

(2000/823/ΕΚ)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής καλούμενο "καταστατικό"), και ιδίως τα άρθρα 28, 30, 34 και 49,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Δυνάμει της απόφασης 2000/427/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2000, σύμφωνα με το άρθρο 122 παράγραφος 2 της συνθήκης για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος από την Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου 2001(1), η Ελλάδα πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος και η παρέκκλιση της Ελλάδας, η οποία ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 4 της απόφασης 98/317/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1998, σύμφωνα με το άρθρο 109 Ι παράγραφος 4 της συνθήκης(2), καταργείται, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2001. Συνεπώς, η Τράπεζα της Ελλάδος καθίσταται απο την 1η Ιανουαρίου 2001 εθνική κεντρική τράπεζα (ΕθνΚΤ) κράτους μέλους, χωρίς παρέκκλιση για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.

(2) Το άρθρο 28.1 του καταστατικού προβλέπει ότι το κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), που κατέστη λειτουργικό κατά την ίδρυσή της, ανέρχεται σε 5 δισεκατομμύρια ευρώ. Το άρθρο 28.2 του καταστατικού προβλέπει ότι μόνοι εγγεγραμμένοι μεριδιούχοι και κάτοχοι του κεφαλαίου της ΕΚΤ είναι οι ΕθνΚΤ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η εγγραφή στο κεφάλαιο πραγματοποιείται σύμφωνα με την κλείδα κατανομής που καθορίζεται από το άρθρο 29. Όπως προβλέπεται στην απόφαση ΕΚΤ/1998/13, της 1ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τα ποσοστά των μεριδίων συμμετοχής των ΕθνΚΤ στην κλείδα κατανομής για το κεφάλαιο της ΕΚΤ(3), και σύμφωνα με την απόφαση 382/98/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1998, σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της κλείδας κατανομής για την εγγραφή στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(4), η στάθμιση που αποδίδεται στην Τράπεζα της Ελλάδος στην κλείδα κατανομής η οποία αναφέρεται στο άρθρο 29.1 του καταστατικού ανέρχεται σε ποσοστό 2,0564 %.

(3) Το άρθρο 49.1 του καταστατικού προβλέπει ότι η κεντρική τράπεζα κράτους μέλους του οποίου καταργήθηκε η παρέκκλιση καταβάλλει το μερίδιό της στο κεφάλαιο της ΕΚΤ στην ίδια έκταση όπως και οι κεντρικές τράπεζες των άλλων κρατών μελών, χωρίς παρέκκλιση. Το άρθρο 28.3 του καταστατικού προβλέπει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθορίζει το εκάστοτε ποσό και τον τρόπο καταβολής του κεφαλαίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθόρισε στην απόφαση ΕΚΤ/1998/2, της 9ης Ιουνίου 1998, για τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την καταβολή του κεφαλαίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(5) ότι οι εγγραφές των ΕθνΚΤ των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση καταβάλλονται εξ ολοκλήρου. Επομένως, η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει εξ ολοκλήρου το μερίδιό της στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο της ΕΚΤ.

(4) Το άρθρο 48 του καταστατικού προβλέπει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 28.3 του καταστατικού, οι κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με παρέκκλιση δεν καταβάλλουν το εγγεγραμμένο τους κεφάλαιο εκτός εάν το Γενικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον τα δύο τρίτα του εγγεγραμμένου κεφαλαίου της ΕΚΤ και τουλάχιστον το ήμισυ των μεριδιούχων, ότι πρέπει να καταβληθεί ένα ελάχιστο ποσοστό ως συμβολή στις δαπάνες λειτουργίας της ΕΚΤ. Το Γενικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθόρισε, στην απόφαση ΕΚΤ/1998/14, της 1ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την καταβολή του κεφαλαίου της ΕΚΤ από τις ΕθνΚΤ των μη συμμετεχόντων κρατών μελών(6), ότι οι ΕθνΚΤ των κρατών μελών με παρέκκλιση καταβάλλουν το 5 % της εγγραφής τους στο κεφάλαιο της ΕΚΤ. Σύμφωνα με την απόφαση ΕΚΤ/1998/14, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέβαλε, την 1η Ιουνίου 1998, το ποσό των 5141000 ευρώ από το εγγεγραμμένο της κεφάλαιο, που ανέρχεται σε 102820000 ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται, συνεπώς, να καταβάλει εξ ολοκλήρου το υπόλοιπο του μεριδίου της στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν έχει ακόμη καταβάλει.

(5) Το άρθρο 30.1 τον καταστατικού, σε συνδυασμό με τα άρθρα 43.1 και 43.4, προβλέπει ότι οι ΕθνΚΤ των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση μεταβιβάζουν στην ΕΚΤ συναλλαγματικά διαθέσιμα, άλλα εκτός από νομίσματα των κρατών μελών, ευρώ, αποθεματικές θέσεις του ΔΝΤ και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ), μέχρι ποσού ισοδυνάμου προς 50 δισεκατομμύρια ευρώ. Το άρθρο 30.1 του καταστατικού προβλέπει επίσης ότι η ΕΚΤ έχει πλήρως το δικαίωμα να κατέχει και να διαχειρίζεται τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που της μεταβιβάζονται και να τα χρησιμοποιεί για τους σκοπούς που ορίζονται στο εν λόγω καταστατικό.

(6) Το άρθρο 30.1 του καταστατικού προβλέπει επίσης ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφασίζει για το ποσοστό που θα ζητήσει η ΕΚΤ να της καταβληθεί κατά την ίδρυσή της και τα ποσά που θα ζητήσει σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε, στην επισυναπτόμενη ως παράρτημα της παρούσας απόφασης κατευθυντήρια γραμμή της 3ης Νοεμβρίου 1998, όπως τροποποιήθηκε από την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2000/15, της 16ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τη σύνθεση και αποτίμηση των συναλλαγματικών διαθεσίμων και τις λεπτομέρειες της αρχικής μεταβίβασής τους, το νόμισμα στο οποίο εκφράζονται οι ισοδύναμες απαιτήσεις και την απόδοσή τους, ότι οι ΕθνΚΤ των κρατών μελών που υιοθέτησαν το ενιαίο νόμισμα την 1η Ιανουαρίου 1999 μεταβιβάζουν στην ΕΚΤ συναλλαγματικά διαθέσιμα που ισοδυναμούν προς το συνολικό ποσό των 39468950000 ευρώ. Θεωρείται ενδεδειγμένη, για λόγους διαφάνειας, η δημοσίευση της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2000/15 ως παραρτήματος της παρούσας απόφασης, επ' ευκαιρία της αρχικής μεταβίβασης συναλλαγματικών διαθεσίμων από την Τράπεζα της Ελλάδος στην ΕΚΤ.

(7) Το άρθρο 30.2 του καταστατικού, σε συνδυασμό με το άρθρο 43.6, προβλέπει ότι η εισφορά κάθε ΕθνΚΤ ορίζεται κατ' αναλογία με το μερίδιο συμμετοχής της στο κεφάλαιο της ΕΚΤ στο οποίο έχουν εγγραφεί οι ΕθνΚΤ των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση.

(8) Το άρθρο 49.1 του καταστατικού προβλέπει ότι η κεντρική τράπεζα κράτους μέλους του οποίου καταργήθηκε η παρέκκλιση μεταβιβάζει στην ΕΚΤ συναλλαγματικά διαθέσιμα σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του καταστατικού. Το άρθρο 49.1 του καταστατικού προβλέπει επίσης ότι το μεταβιβαστέο ποσό ορίζεται ως το γινόμενο της αξίας σε ευρώ, υπολογιζόμενης σε τρέχουσες τιμές, των συναλλαγματικών διειθεσίμων που έχουν ήδη μεταβιβαστεί στην ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 30.1, επί το λόγο του αριθμού μεριδίων για τα οποία έχει εγγραφεί η εν λόγω ΕθνΚΤ προς τον αριθμό μεριδίων τα οποία έχουν ήδη καταβάλει οι άλλες ΕθνΚΤ. Στα "συναλλαγματικά διαθέσιμα που έχουν ήδη μεταβιβαστεί στην ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 30.1" περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία, τα οποία συνίστανται από μετρητά ή επενδύσεις σε δολάρια, Ηνωμένων Πολιτειών, ιαπωνικά γιεν και χρυσό σε μορφή ράβδων που πληρούν τις προδιαγραφές καλής παράδοσης της London Bullion Market Association, τα οποία μεταβιβάστηκαν στην ΕΚΤ από τις ΕθνΚΤ των κρατών μελών που υιοθέτησαν το ενιαίο νόμισμα την 1η Ιανουαρίου 1999, σύμφωνα με τις διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2000/15, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα στην παρούσα απόφαση. Ο "αριθμός μεριδίων τα οποία έχουν ήδη καταβάλει οι άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες" θεωρείται, βάσει του συνδυασμού των άρθρων 30.2 και 43.6 του καταστατικού, ότι αναφέρεται στον αριθμό των μεριδίων που έχουν καταβάλει οι άλλες κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση. Το ποσό που προκύπτει αποτελεί το ισοδύναμο σε ευρώ του συνολικού ποσού των συναλλαγματικών διαθεσίμων, τα οποία απαιτείται να μεταβιβαστούν σύμφωνα με το άρθρο 49.1 του καταστατικού.

(9) Το άρθρο 30.6 του καταστατικού προβλέπει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ λαμβάνει όλα τα άλλα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 30 του καταστατικού. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ κρίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει, σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω αιτιολογικής σκέψης 8, να μεταβιβάσει τα ίδια ποσά συναλλαγματικών διαθεσίμων, τα οποία συνίστανται από μετρητά ή επενδύσεις σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών, ιαπωνικά γιεν και χρυσό, με εκείνα που θα είχε μεταβιβάσει στην ΕΚΤ, εάν ήταν ΕθνΚΤ κράτους μέλους χωρίς παρέκκλιση την 1η Ιανουαρίου 1999. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ σημειώνει ότι το συνολικό ποσό των εν λόγω συναλλαγματικών διαθεσίμων, ήτοι των δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών, ιαπωνικών γιεν και χρυσού, ισούται με το εκφρασμένο σε ευρώ ποσό των συναλλαγματικών διαθεσίμων, το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτείται να μεταβιβάσει στην ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 49.1 του καταστατικού.

(10) Το άρθρο 30.3 του καταστατικού προβλέπει ότι κάθε ΕθνΚΤ πιστώνεται από την ΕΚΤ με μία απαίτηση ισοδύναμη προς την εισφορά της. Το άρθρο 30.3 του καταστατικού προβλέπει επίσης ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ καθορίζει το νόμισμα στο οποίο εκφράζονται οι εν λόγω απαιτήσεις και την απόδοσή τους. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έχει καθορίσει το νόμισμα στο οποίο εκφράζονται οι εν λόγω απαιτήσεις που πιστώθηκαν στις ΕθνΚΤ των κρατών μελών που υιοθέτησαν το ενιαίο νόμισμα την 1η Ιανουαρίου 1999 και την απόδοσή τους, στην κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2000/15, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα Ι στην παρούσα απόφαση. Με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων της παρούσας απόφασης, οι διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2000/15 εφαρμόζονται στο νόμισμα στο οποίο εκφράζεται η απαίτηση που η ΕΚΤ πιστώνει στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην απόδοσή της, σύμφωνα με το άρθρο 30.3 του καταστατικού.

(11) Το άρθρο 49.2 τον καταστατικού προβλέπει ότι, επιπλέον της καταβολής που γίνεται με το άρθρο 49.1, η κεντρική τράπεζα ενός κράτους μέλους του οποίου καταργήθηκε η παρέκκλιση εισφέρει στα αποθεματικά της ΕΚΤ και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς, καθώς και στο ποσό που απομένει να πιστωθεί στα αποθεματικά και λογαριασμούς σύμφωνα με το υπόλοιπο του λογαριασμού κερδών και ζημιών της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται της κατάργησης της παρέκκλισης. Το άρθρο 49.2 του καταστατικού προβλέπει επίσης ότι το καταβλητέο ποσό καθορίζεται ως το γινόμενο του ποσού των αποθεματικών, όπως ορίζεται παραπάνω και αναφέρεται στον εγκεκριμένο ισολογισμό της ΕΚΤ, επί το λόγο του αριθμού μεριδίων, για τα οποία έχει εγγραφεί η εν λόγω κεντρική τράπεζα, προς τον αριθμό μεριδίων τα οποία έχουν ήδη καταβάλει οι άλλες κεντρικές τράπεζες. Το άρθρο 33.1, σε συνδυασμό με το άρθρο 43.5 του καταστατικού, προβλέπει ότι, μετά τη μεταβίβαση στα γενικά αποθεματικά ποσού που δεν υπερβαίνει το 20 % του καθαρού κέρδους της ΕΚΤ, το υπόλοιπο καθαρό κέρδος μεταβιβάζεται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση, κατ' αναλογία προς τα καταβεβλημένα μερίδιά τους. Ο "αριθμός των μεριδίων τα οποία έχουν ήδη καταβάλει οι άλλες κεντρικές τράπεζες" θεωρείται, βάσει του συνδυασμού των άρθρων 33.1 και 43.5 του καταστατικού, ότι αναφέρεται στον αριθμό των μεριδίων που έχουν καταβάλει οι άλλες κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση.

(12) Το άρθρο 10.3 του καταστατικού, σε συνδυασμό με το άρθρο 43.4, προβλέπει ότι, για κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 28 και 30 του καταστατικού, οι ψήφοι στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ σταθμίζονται σύμφωνα με την κατανομή του κεφαλαίου της ΕΚΤ στο οποίο έχουν εγγραφεί οι κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση.

(13) Σύμφωνα με το άρθρο 3.4 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος παρέστη στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την οποία εκδόθηκε η παρούσα απόφαση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης:

- με τον όρο "μετρητά" νοείται το νόμιμο νόμισμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (δολάριο Ηνωμένων Πολιτειών) ή της Ιαπωνίας (ιαπωνικό γιεν),

- με τον όρο "συναλλαγματικά διαθέσιμα" νοούνται τα χρεόγραφα, ο χρυσός ή τα μετρητά,

- με τον όρο "χρυσός" νοούνται οι ουγκιές καθαρού χρυσού σε μορφή ράβδων που πληρούν τις προδιαγραφές καλής παράδοσης, όπως ειδικότερα ορίζονται από την London Bullion Market Association,

- με τον όρο "χρεόγραφα" νοείται κάθε επιλέξιμο χρεόγραφο ή χρηματοδοτικό μέσο, όπως ειδικότερα ορίζεται από την ΕΚΤ.

Άρθρο 2

Καταβολή κεφαλαίου

Η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει το 95 % της εγγραφής της στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, ήτοι ποσό ίσο με 97679000 ευρώ. Τα ποσά που απαιτείται να καταβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος καθίστανται πληρωτέα την 1η Ιανουαρίου 2001. Η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει, σε εύθετο χρόνο, οδηγίες για τη μεταβίβαση των εν λόγω ποσών και των σχετικών δεδουλευμένων τόκων στις 2 Ιανουαρίου 2001 μέσω του συστήματος TARGET (διευρωπαϊκό αυτοματοποιημένο σύστημα ταχείας μεταφοράς κεφαλαίων σε συνεχή χρόνο) ή σε λογαριασμό που τηρεί η ΕΚΤ στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, όπως ειδικότερα ορίζεται από την ΕΚΤ. Οι δεδουλευμένοι τόκοι υπολογίζονται βάσει επιτοκίου που ισούται με το οριακό επιτόκιο, το οποίο εφαρμόζεται στην πιο πρόσφατη πράξη κύριας αναχρηματοδότησης στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ. Ο υπολογισμός των τόκων πραγματοποιείται σε ημερήσια βάση, με τη μέθοδο υπολογισμού του πραγματικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών και του έτους των 360 ημερών.

Άρθρο 3

Μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων

1. Τα μεταβιβαζόμενα από την Τράπεζα της Ελλάδος ποσά συναλλαγματικών διαθεσίμων, τα οποία συνίστανται από μετρητά ή επενδύσεις σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών, ιαπωνικά γιεν και χρυσό, είναι ίδια με εκείνα που αυτή θα είχε μεταβιβάσει στην ΕΚΤ, εάν ήταν ΕθνΚΤ κράτους μέλους χωρίς παρέκκλιση την 1η Ιανουαρίου 1999.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος μεταβιβάζει στην ΕΚΤ ένα χαρτοφυλάκιο μετρητών και χρεογράφων, το οποίο συνίσταται, αντίστοιχα, από μετρητά ή επενδύσεις σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών ή ιαπωνικά γιεν, εντός των ζωνών απόκλισης από την τροποποιημένη διάρκεια των τακτικών χαρτοφυλακίων αναφοράς, όπως ειδικότερα ορίζονται από την ΕΚΤ, και σύμφωνα με τα αντίστοιχα πιστωτικά όρια, όπως ειδικότερα ορίζονται από την ΕΚΤ.

3. Οι ημερομηνίες διακανονισμού για τα χρεόγραφα και τα μετρητά που πρόκειται να μεταβιβαστούν στην ΕΚΤ καθορίζονται από την τελευταία, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει, σε εύθετο χρόνο, οδηγίες για τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρεογράφων και για τη μεταβίβαση μετρητών στην ΕΚΤ τις ημερομηνίες διακανονισμού. Η αξία του συνόλου των χρεογράφων υπολογίζεται βάσει των τιμών που καθορίζει η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Ελλάδος μεταβιβάζει τα χρεόγραφα και τα μετρητά σε λογαριασμούς τους οποίους ειδικότερα ορίζει η ΕΚΤ.

4. Η ΕΚΤ ορίζει τις ημερομηνίες, τους λογαριασμούς και τον τόπο όσον αφορά τη μεταβίβαση χρυσού από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 4

Νόμισμα στο οποίο εκφράζεται η ισοδύναμη προς την εισφορά της Τράπεζας της Ελλάδος απαίτηση, απόδοση και διάρκεια αυτής και μεταβατικό καθεστώς για τις συναλλαγματικές ζημίες

1. Με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων της παρούσας απόφασης, οι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2000/15, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα στην παρούσα απόφαση, εφαρμόζονται με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2001 στην απαίτηση με την οποία η ΕΚΤ πιστώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 30.3 του καταστατικού.

2. Για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης με την οποία η ΕΚΤ πιστώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 30.3 του καταστατικού και το άρθρο 3 παράγραφος 1 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2000/15, το ισοδύναμο σε ευρώ της συνολικής αξίας των συναλλαγματικών διαθεσίμων που μεταβιβάζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζεται βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ του ευρώ και του δολαρίου Ηνωμένων Πολιτειών ή του ιαπωνικού γιεν, όπως αυτές διαμορφώνονται στο πλαίσιο της ημερήσιας διαδικασίας συνεννόησης μέσω τηλεσύσκεψης της 29ης Δεκεμβρίου 2000, μεταξύ των ενδιαφερομένων κεντρικών τραπεζών και, στην περίπτωση του χρυσού, βάσει της τιμής σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών ανά ουγκιά καθαρού χρυσού, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τη συνεδρίαση της 29ης Δεκεμβρίου 2000 για τον καθορισμό της τιμής fixing του χρυσού στο Λονδίνο, στις 10.30 π.μ., ώρα Λονδίνου. Στις 29 Δεκεμβρίου 2000, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει από την ΕΚΤ, το ταχύτερο δυνατόν, επιβεβαίωση ως προς το ποσό που προκύπτει από τον εν λόγω υπολογισμό.

Άρθρο 5

Εισφορά στα αποθεματικά και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς της ΕΚΤ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 49.2 του καταστατικού, η Τράπεζα της Ελλάδος εισφέρει στα αποθεματικά της ΕΚΤ και στους εξομοιωμένους προς αυτά λογαριασμούς, καθώς και στο ποσό που απομένει να πιστωθεί στα αποθεματικά και λογαριασμούς σύμφωνα με το υπόλοιπο του λογαριασμού κερδών και ζημιών της 31ης Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2000. Το ποσό που καταβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζεται ως το γινόμενο του ποσού των αποθεματικών, όπως ορίζεται ανωτέρω και αναφέρεται στον εγκεκριμένο ισολογισμό της ΕΚΤ της 31ης Δεκεμβρίου 2000, επί το λόγο του αριθμού μεριδίων για, τα οποία έχει εγγραφεί η Τράπεζα της Ελλάδος προς τον αριθμό μεριδίων τα οποία έχουν ήδη καταβάλει οι άλλες κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών χωρίς παρέκκλιση.

2. Για τους σκοπούς της παραπάνω παραγράφου 1, τα "αποθεματικά της ΕΚΤ" και οι "εξομοιωμένοι προς αυτά λογαριασμοί" περιλαμβάνουν, με την επιφύλαξη τον γενικού τους εννοιολογικού χαρακτήρα, το γενικό αποθεματικό της ΕΚΤ και τους εξομοιωμένους προς τα αποθεματικά λογαριασμούς προβλέψεων για ζημίες εξ αποτιμήσεως που σχετίζονται με τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις τιμές της αγοράς.

3. Τα ποσά που απαιτείται να καταβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, καθίστανται πληρωτέα την 1 η Ιανουαρίου 2001. Η ΕΚΤ υπολογίζει και επιβεβαιώνει στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε εύθετο χρόνο, τα ποσά που απαιτείται να εισφέρει σε αυτήν η εν λόγω κεντρική τράπεζα, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει οδηγίες για τη μεταβίβαση στην ΕΚΤ κάθε παρόμοιου ποσού και των σχετικών δεδουλευμένων τόκων στις 30 Μαρτίου 2001 μέσω του συστήματος TARGET ή σε λογαριασμό που τηρεί η ΕΚΤ στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, όπως ειδικότερα ορίζεται από την ΕΚΤ. Οι δεδουλευμένοι τόκοι υπολογίζονται από την 1η Ιανουαρίου έως τις 30 Μαρτίου 2001 βάσει επιτοκίου που ισούται με το οριακό επιτόκιο, το οποίο εφαρμόζεται στην πιο πρόσφατη πράξη κύριας αναχρηματοδότησης στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ. Ο υπολογισμός των τόκων πραγματοποιείται σε ημερήσια βάση, με τη μέθοδο υπολογισμού του πραγματικού αριθμού των ημερολογιακών ημερών και του έτους των 360 ημερών.

Άρθρο 6

Τελικές διατάξεις

Η κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2000/15 επισυνάπτεται ως παράρτημα στην παρούσα απόφαση, για λόγους διαφάνειας.

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Φρανκφούρτη επί Μάιν, 16 Νοεμβρίου 2000.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Willem F. Duisenberg

(1) ΕΕ L 167 της 7.7.2000, σ. 19.

(2) ΕΕ L 139 της 11.5.1998, σ. 30.

(3) ΕΕ L 125 της 19.5.1999, σ. 33.

(4) ΕΕ L 171 της 17.6.1998, σ. 33.

(5) ΕΕ L 8 της 14.1.1999, σ. 33.

(6) ΕΕ L 110 της 28.4.1999, σ. 33.

Top