EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31999Y1112(02)

Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Αυγούστου 1999, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των προϊόντων στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (CON/99/11)

OJ C 324, 12.11.1999, p. 11–12 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

In force

31999Y1112(02)

Γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Αυγούστου 1999, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των προϊόντων στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (CON/99/11)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 324 της 12/11/1999 σ. 0011 - 0012


ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 24ης Αυγούστου 1999

κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των προϊόντων στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή

(CON/99/11)

(1999/C 324/07)

1. Στις 13 Αυγούστου 1999 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έλαβε αίτημα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκφέρει τη γνώμη της σχετικά με πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για το προαναφερόμενο θέμα (εφεξής καλούμενη "σχέδιο κανονισμού").

2. Η αρμοδιότητα της ΕΚΤ να διατυπώνει τη γνώμη της βασίζεται στο άρθρο 105 παράγραφος 4 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή. Σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η παρούσα γνώμη της ΕΚΤ εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

3. Στόχος του σχεδίου κανονισμού είναι να οριστούν οι μεθοδολογικές λεπτομέρειες συμπερίληψης όσον αφορά τα προϊόντα στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας, καθώς και το χρονοδιάγραμμα συμπερίληψης ορισμένων στοιχείων (για παράδειγμα, νοσοκομειακές υπηρεσίες, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οίκοι ευγηρίας).

4. Το αίτιο βάσει του οποίου προτείνεται η έκδοση του σχεδίου κανονισμού έγκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1687/98 του Συμβουλίου, σύμφωνα με τον οποίο η κάλυψη του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) πρόκειται να επεκταθεί στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας, επέκταση η οποία πρόκειται να εφαρμοστεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, το Δεκέμβριο του 1999. Στον κανονισμό αυτό αναφέρεται επίσης ότι οι μεθοδολογικές λεπτομέρειες συμπερίληψης πρέπει να οριστούν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14 του κανονισμού-πλαισίου (ΕΚ) αριθ. 2494/95. Στη γνώμη που εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 1998 για τον προαναφερόμενο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1687/98, η ΕΚΤ υποστήριξε πλήρως την επέκταση της κάλυψης. Υποστήριξε το γενικό ορισμό των αγαθών και υπηρεσιών που πρέπει να καλύπτονται από τον ΕνΔΤΚ ("τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών") και εξήγησε τα αίτια στα οποία βασίζεται η γνώμη της.

5. Στα άρθρα 2 και 3 του σχεδίου κανονισμού παρέχονται λεπτομέρειες σχετικά με τον ορισμό και την κάλυψη, οι οποίες είναι σημαντικές για την επέκταση της κάλυψης και τις οποίες η ΕΚΤ υποστηρίζει πλήρως. Όσον αφορά τους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, η ΕΚΤ παραπέμπει στη γνώμη που υπέβαλε στις 9 Ιουλίου 1999 σχετικά με σχέδιο κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής για τους υποδείκτες του ΕνΔΤΚ.

6. Στο άρθρο 4 περιλαμβάνεται ο βασικός εννοιολογικός ορισμός του υπολογισμού των τιμών για αγαθά και υπηρεσίες στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας. Οι δύο κύριοι άξονες είναι η εφαρμογή της αρχής Laspeyres και ο υπολογισμός των τιμών χωρίς τις επιστροφές. Η ΕΚΤ κρίνει ότι οι προτάσεις αυτές είναι συμβατές με την έννοια της τελικής νομισματικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών.

7. Όσον αφορά το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ), η ΕΚΤ έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η χρήση διαφορετικών επιλογών για την αντιμετώπιση των μεταβολών των τιμών αγοραστή, οι οποίες οφείλονται στις μεταβολές του εισοδήματος των αγοραστών ("τιμές εξαρτώμενες από το εισόδημα"), είναι αιτιολογημένη στο πλαίσιο των εννοιών του ΕνΔΤΚ. Η ΕΚΤ συμφωνεί με την πρόταση, η οποία προέκυψε έπειτα από εκτενή συζήτηση στο πλαίσιο της οποίας καμία άλλη πρόταση δεν εξασφάλισε την υποστήριξη της πλειοψηφίας.

8. Η ΕΚΤ υποστηρίζει ένθερμα την προτεινόμενη ημερομηνία εφαρμογής, δηλαδή το Δεκέμβριο του 1999 (άρθρο 9). Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η επέκταση της κάλυψης του ΕνΔΤΚ, η οποία έχει προγραμματιστεί για το Δεκέμβριο του 1999 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1687/98, θα εφαρμοστεί κατά τρόπο συγκρίσιμο. Η συγκρισιμότητα του ΕνΔΤΚ έχει αποφασιστική σημασία για την αξιοπιστία του, καθώς και για τη χρησιμοποίησή του από την ΕΚΤ. Κατά συνέπεια, η ΕΚΤ προτείνει επίσης τη διασαφήνιση της διάταξης του άρθρου 8 παράγραφος 1 του σχεδίου κανονισμού, βάσει της οποίας τα κράτη μέλη έχουν, υπό ορισμένες συνθήκες, τη δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες που προβλέπει το σχέδιο κανονισμού σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 7, όπου ορίζεται το όριο συγκρισιμότητας. Κάθε παρέκκλιση από το σχέδιο κανονισμού η οποία επηρεάζει συστηματικά τον ΕνΔΤΚ κατά περισσότερο από το ένα δέκατο της ποσοστιαίας μονάδας (σε σχέση με την αυστηρή εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του σχεδίου κανονισμού) πρέπει να αποκλειστεί από το σχέδιο κανονισμού.

9. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στη γνώμη της 14ης Ιουλίου 1998 σχετικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1687/98, η ΕΚΤ τονίζει ότι είναι ιδιαίτερα επιθυμητή η παροχή επαρκώς συγκρίσιμων αναδρομικών στοιχείων που να καλύπτουν τουλάχιστον το έτος 1999 (και, σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία εκτίθενται στο άρθρο 9 και τα οποία πρόκειται να εφαρμοστούν το Δεκέμβριο του 2000, τουλάχιστον το έτος 2000) στο πλαίσιο πρόσθετης πληροφόρησης.

10. Η παρούσα γνώμη της ΕΚΤ θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Φρανκφούρτη επί τον Μάιν, 24 Αυγούστου 1999.

Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ

C. NOYER

Top