Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31998R1687

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1687/98 του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής σχετικά με την κάλυψη των αγαθών και υπηρεσιών του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή

OJ L 214, 31.7.1998, p. 12–22 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Estonian: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Latvian: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Lithuanian: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Hungarian Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Maltese: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Polish: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Slovak: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Slovene: Chapter 10 Volume 001 P. 119 - 129
Special edition in Bulgarian: Chapter 10 Volume 001 P. 120 - 130
Special edition in Romanian: Chapter 10 Volume 001 P. 120 - 130
Special edition in Croatian: Chapter 10 Volume 001 P. 38 - 48

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1998/1687/oj

31998R1687

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1687/98 του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής σχετικά με την κάλυψη των αγαθών και υπηρεσιών του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 214 της 31/07/1998 σ. 0012 - 0022


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1687/98 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Ιουλίου 1998 για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής σχετικά με την κάλυψη των αγαθών και υπηρεσιών του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 1995, για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή (1), και ιδίως το άρθρο 4 και το άρθρο 5 παράγραφος 3,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2),

Εκτιμώντας:

ότι, δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95, κάθε κράτος μέλος απαιτείται να καταρτίζει έναν εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) αρχίζοντας με το δείκτη του Ιανουαρίου 1997 7 ότι η απαίτηση για την κατάρτιση των ΕνΔΤΚ δεν θέτει με κανένα τρόπο υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα των κρατών μελών να δημοσιεύουν εθνικούς, μη εναρμονισμένους δείκτες πληθωρισμού, τους οποίους ενδεχομένως θέλουν να χρησιμοποιούν στα πλαίσια της εθνικής πολιτικής τους 7

ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1996, επί των αρχικών μέτρων για την υλοποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή (3), όρισε μια αρχική κάλυψη για τους ΕνΔΤΚ, η οποία περιοριζόταν στα αγαθά και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από όλους ή από τους περισσότερους εθνικούς δείκτες τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) 7 ότι οι τιμές που πρέπει να λαμβάνονται για τον ΕνΔΤΚ, και ιδίως σχετικά με την επεξεργασία των επιδοτήσεων, των εκπτώσεων και των επιστροφών, απαιτούν εναρμονισμένους ορισμούς 7 ότι πρέπει ακόμη να καθοριστούν η γεωγραφική και η πληθυσμιακή κάλυψη των ΕνΔΤΚ 7

ότι το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 απαιτεί να βασίζεται ο ΕνΔΤΚ στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που διατίθενται προς αγορά στο οικονομικό έδαφος του κράτους μέλους με σκοπό την άμεση ικανοποίηση της καταναλωτικής ζήτησης 7 ότι οι τιμές που δεν πληρώνονται σήμερα από τους καταναλωτές για τέτοιες αγορές ή περιστασιακές δαπάνες ή πληρωμή τόκου δεν είναι κατάλληλες για διεθνείς συγκρίσεις όσον αφορά τον πληθωρισμό των τιμών καταναλωτή 7

ότι αναγνωρίζεται ότι τυχόν αλλαγές στις επιστροφές ίσως να μην έχουν επιπτώσεις στα μέτρα για τον πληθωρισμό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αλλά αποτελούν ουσιαστικό μέρος της πληθωριστικής διαδικασίας που επηρεάζει τους καταναλωτές και, ως εκ τούτου, πρέπει να εκφράζονται στον ΕνΔΤΚ 7

ότι η επιτροπή στατιστικού προγράμματος (ΕΣΠ) δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που όρισε ο πρόεδρος 7 ότι, στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95, η Επιτροπή υποβάλλει, αμελλητί, στο Συμβούλιο πρόταση για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1749/96 τροποποιείται ως εξής:

1. Το παράρτημα Ι αντικαθίσταται από τα παραρτήματα Ια και Ιβ του παρόντος κανονισμού.

2. Στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 1, ο όρος «αρχική» διαγράφεται.

3. Στο άρθρο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α1) Η "κάλυψη" του ΕνΔΤΚ ορίζεται ως τα αγαθά και οι υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στην τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α2). Ταξινομείται με βάση τις τετραψήφιες κατηγορίες και υποκατηγορίες που παρατίθενται στο παράρτημα Ια, οι οποίες ορίζονται στη διεθνή ταξινόμηση COICOP και είναι γνωστές ως COICOP/ΕνΔΤΚ (ταξινόμηση της ατομικής κατανάλωσης με βάση το σκοπό προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ΕνΔΤΚ) 7

α2) Η "τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού" ορίζεται ως το μέρος της τελικής καταναλωτικής δαπάνης, η οποία πραγματοποιείται από τα νοικοκυριά, για νομισματικές συναλλαγές σε μία ή και στις δύο συγκρινόμενες χρονικές περιόδους και ορίζεται στο παράρτημα Ιβ. Εκτός αν άλλως ορίζεται, το παράρτημα Ιβ ακολουθεί τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών (ΕΣΟΛ) 1995, το οποίο περιέχεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 (*). Η "τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού" συνίσταται στη δαπάνη που πραγματοποιείται για αγαθά και υπηρεσίες τα οποία χρησιμοποιούνται για την άμεση ικανοποίηση των αναγκών ή των επιθυμιών του ατόμου:

α2α) από νοικοκυριά μόνιμους κατοίκους στο εγχώριο έδαφος ή στο εξωτερικό, είτε

α2β) από νοικοκυριά μόνιμους κατοίκους και μη μόνιμους κατοίκους στο εγχώριο έδαφος είτε

α2γ) από τον πληθυσμό των νοικοκυριών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εθνικής έρευνας προϋπολογισμών των νοικοκυριών 7

α3) οι τιμές που χρησιμοποιούνται στον ΕνΔΤΚ είναι οι τιμές αγοραστή οι οποίες πληρώνονται από τα νοικοκυριά για την αγορά ατομικών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο νομισματικών συναλλαγών. Όταν τα αγαθά και οι υπηρεσίες διατίθενται δωρεάν στους καταναλωτές και, κατά συνέπεια, χρεώνεται μια πραγματική τιμή, τότε η αλλαγή από τη μηδενική τιμή στην πραγματική τιμή και αντίστροφα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον ΕνΔΤΚ 7

α4) οι "συντελεστές στάθμισης" του ΕνΔΤΚ είναι τα συγκεντρωτικά στοιχεία δαπάνης των νοικοκυριών για οποιοδήποτε σύνολο αγαθών και υπηρεσιών που καλύπτονται από τον ΕνΔΤΚ, εκφρασμένα ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης για όλα τα καλυπτόμενα αγαθά και υπηρεσίες.

(*) ΕΕ L 310 της 13. 11. 1996, σ. 1.»

4. Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αρθρο 3

Κάλυψη

1. Οι ΕνΔΤΚ που καταρτίζονται με βάση τις αλλαγές τιμών και τις σταθμίσεις για κάθε κατηγορία τελικής νομισματικής καταναλωτικής δαπάνης του νοικοκυριού που παρατίθεται στο παράρτημα Ια που αντιστοιχεί σε περισσότερο από 1 τοις χιλίοις των συνολικών δαπανών που καλύπτονται από όλες τις κατηγορίες οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 2, θεωρούνται συγκρίσιμοι.

2. Η κάλυψη του ΕνΔΤΚ επεκτείνεται ως εξής:

α) αρχίζοντας με την κατάρτιση του ΕνΔΤΚ του Ιανουαρίου του 1997, τα κράτη μέλη επεξεργάζονται τα συλλεχθέντα στοιχεία που καλύπτουν τις κατηγορίες οι οποίες χαρακτηρίζονται ως "αρχική κάλυψη" σύμφωνα με όσα καθορίζονται στο παράρτημα Ια.

β) Κατά τη διάρκεια αλλά όχι πριν από την κατάρτιση του ΕνΔΤΚ του Δεκεμβρίου του 1999, τα κράτη μέλη επεξεργάζονται τα συλλεχθέντα στοιχεία που καλύπτουν επίσης τις κατηγορίες που χαρακτηρίζονται ως "Δεκέμβριος 1999" σύμφωνα με όσα καθορίζονται στο παράρτημα Ια.»

5. Στο άρθρο 4, οι όροι «παράρτημα Ι» αντικαθίστανται από τους όρους «παράρτημα Ια».

Άρθρο 2

Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις της επιτροπής που έχει συσταθεί με την απόφαση 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ (4), καταρτίζει έκθεση, εντός δύο ετών από την ημερομηνία της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, και την υποβάλλει στο Συμβούλιο. Η έκθεση περιέχει αξιολόγηση της λειτουργίας των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, και ιδίως της έννοιας «τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού» σε σχέση με άλλες εναλλακτικές έννοιες. Μετά την έκθεση αυτή, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, κατάλληλες πρωτοβουλίες για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Ιουλίου 1998.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. MOLTERER

(1) ΕΕ L 257 της 27. 10. 1995, σ. 1.

(2) Γνώμη που διατυπώθηκε στις 14 Ιουλίου 1998 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) ΕΕ L 229 της 10. 9. 1996, σ. 3.

(4) ΕΕ L 181 της 28. 6. 1989, σ. 47.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ια

Η κάλυψη του ΕνΔΤΚ περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες της COICOP/ΕνΔΤΚ:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ιβ

Α. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ ΤΟΥ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟΥ

1. Ο τομέας των νοικοκυριών περιλαμβάνει άτομα ή ομάδες ατόμων (όπως ορίζεται στο ΕΣΟΛ 2.76.α και 2.76.β) και μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει θεσμικά νοικοκυριά (όπως ορίζεται στο ΕΣΟΛ 2.76.β).

2. Ένα νοικοκυριό μόνιμος κάτοικος έχει το επίκεντρο του οικονομικού ενδιαφέροντός του εντός του οικονομικού εδάφους του κράτους μέλους, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει εδαφικούς θύλακες εντός ή εκτός της γεωγραφικής επικράτειας (όπως ορίζεται στο ΕΣΟΛ 2.04. έως 2.07.).

3. Μια νομισματική συναλλαγή είναι μια οικονομική ροή που αποτελεί αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων βάσει κοινής συμφωνίας, όπου οι εμπλεκόμενες μονάδες καταβάλλουν ή εισπράττουν πληρωμές, αναλαμβάνουν υποχρεώσεις ή λαμβάνουν στοιχεία ενεργητικού που είναι εκφρασμένα σε νομισματικές μονάδες. Κατά συνθήκη, η αποκομιδή οικιακών απορριμμάτων θεωρείται αλληλεπίδραση βάσει κοινής συμφωνίας. Οι συναλλαγές στις οποίες δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή μετρητών ή στοιχείων ενεργητικού ή στοιχείων παθητικού εκφρασμένων σε νομισματικές μονάδες, αποτελούν μη νομισματικές συναλλαγές. Οι συναλλαγές εντός μονάδας είναι συνήθως μη νομισματικές συναλλαγές. Μη νομισματικές συναλλαγές στις οποίες εμπλέκονται περισσότερες από μία θεσμικές μονάδες αφορούν προϊόντα (ανταλλαγή προϊόντων), συναλλαγές διανομής (αμοιβή σε είδος, μεταβιβάσεις σε είδος κ.λπ.) και άλλες συναλλαγές (ανταλλαγή μη παραχθέντων και μη χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού).

Η τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού καλύπτει τις ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

4. Καλύπτει αγαθά και υπηρεσίες που δεν αντιμετωπίζονται ως ενδιάμεση κατανάλωση, όπως τα υλικά για μικροεπισκευές και για την εσωτερική διακόσμηση κατοικιών που συνήθως αναλαμβάνονται από τους μισθωτές ή τους εκμισθωτές, και υλικά για επισκευές και συντήρηση διαρκών καταναλωτικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των οχημάτων.

5. Καλύπτει αγαθά και υπηρεσίες που δεν αντιμετωπίζονται ως σχηματισμός κεφαλαίου, και ιδίως διαρκή καταναλωτικά αγαθά, τα οποία εξακολουθούν να λειτουργούν σε διάφορες λογιστικές περιόδους 7 περιλαμβάνονται η μεταβίβαση κυριότητας ορισμένων διαρκών αγαθών από μια επιχείρηση σε ένα νοικοκυριό.

6. Καλύπτει τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες οι οποίες πληρώνονται άμεσα.

7. Καλύπτει τις υπηρεσίες ασφαλίσεων κατά ζημιών, κατά το ποσό της σχετικής πραγματοποιηθείσας δαπάνης.

8. Καλύπτει όλες τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από την καταβολή αποζημιώσεων βάσει ασφαλίσεων ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών που πραγματοποιούνται απευθείας από τις ασφαλιστικές εταιρείες σε γκαράζ, νοσοκομεία, γιατρούς κ.λπ. Κατά συνέπεια, το συνολικό ποσό που καταβάλλεται από τα νοικοκυριά ή από τις ασφαλιστικές εταιρείες στα γκαράζ, τα νοσοκομεία, τους γιατρούς κ.λπ., καλύπτεται από τον ΕνΔΤΚ.

Οι αποζημιώσεις στο πλαίσιο ασφαλίσεων ζημιών είναι τα ποσά τα οποία υποχρεούνται να καταβάλλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες για την αποζημίωση σε περιπτώσεις τραυματισμού ή ζημιών που υφίστανται άτομα ή αγαθά. Αποτελούν τρέχουσες μεταβιβάσεις από τις ασφαλιστικές εταιρείες στα νοικοκυριά-αποδέκτες και, ως εκ τούτου, καταλογίζονται στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Κάθε περαιτέρω συνεπαγόμενη δαπάνη, π.χ. πληρωμές σε γκαράζ, νοσοκομεία ή γιατρούς, αντιμετωπίζεται ως δαπάνη του νοικοκυριού και όχι της ασφαλιστικής εταιρείας. Δεν έχει σημασία αν το νοικοκυριό πραγματοποίησε τη δαπάνη πριν από την είσπραξη της αποζημίωσης, η οποία, στην περίπτωση αυτή λαμβάνει μορφή επιστροφής κοινωνικής ασφάλισης, ή αν η πληρωμή έγινε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία στο γκαράζ, το νοσοκομείο κ.λπ. Στην τελευταία περίπτωση, οι εταιρείες αντιμετωπίζονται απλώς ως μεσάζοντες οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό νοικοκυριών τα οποία με τη σειρά τους αντιμετωπίζονται ως εκείνοι που υποβάλλονται στις δαπάνες.

9. Καλύπτει τις πληρωμές από πλευράς των νοικοκυριών για άδειες κ.λπ., που θεωρούνται αγορές υπηρεσιών. Αν το κράτος χρησιμοποιεί την έκδοση αδειών προκειμένου να οργανώσει κάποια κανονιστική λειτουργία, όπως ο έλεγχος της ικανότητας ή των προσόντων του ενδιαφερομένου, οι πραγματοποιούμενες πληρωμές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προσφορά υπηρεσιών από το κράτος και οι τιμές να περιλαμβάνονται στον ΕνΔΤΚ, αλλά αν οι άδειες χορηγούνται αυτόματα όταν καταβάλλονται τα οφειλόμενα ποσά, οι οφειλές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως άμεσοι φόροι και όχι ως τιμές. Οι άδειες οδήγησης οχημάτων ή αεροσκαφών, οι τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές άδειες, οι άδειες πυροβόλων όπλων, τα δικαιώματα εισόδου σε μουσεία ή βιβλιοθήκες, οι δαπάνες αποκομιδής απορριμμάτων κ.λπ. αντιμετωπίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις ως αγορές υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται από το κράτος, ενώ οι άδειες για τη χρήση οχημάτων, σκαφών ή αεροσκαφών αντιμετωπίζονται στις περισσότερες περιπτώσεις ως φόροι.

10. Καλύπτει την αγορά αγαθών σε οικονομικά ασήμαντες τιμές, π.χ. δικαιώματα εισόδου σε μουσεία.

Η τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού δεν καλύπτει τις ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

11. Δεν καλύπτει το εισόδημα σε είδος επειδή δεν αποτελεί νομισματική συναλλαγή (μολονότι σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 3.76.β περιλαμβάνεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη).

12. α) Δεν καλύπτει τις κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος που λαμβάνονται από τα νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων δαπανών που πραγματοποιούνται αρχικά από τα νοικοκυριά και οι οποίες στη συνέχεια επιστρέφονται από την κοινωνική ασφάλιση, από κρατικές μονάδες ή από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ), π.χ. ιατρικές δαπάνες ή δαπάνες εκπαίδευσης. Όταν ένα νοικοκυριό αγοράζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία και η δαπάνη κατόπιν επιστρέφεται εν μέρει ή στο σύνολό της, το νοικοκυριό αντιμετωπίζεται απλώς ως μεσάζων ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό ενός ταμείου κοινωνικής ασφάλισης, μιας κρατικής μονάδας ή ενός ΜΚΙΕΝ. Τα ποσά που επιστρέφονται στα νοικοκυριά θεωρούνται κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος που πραγματοποιούνται από την κοινωνική ασφάλιση, από κρατικές μονάδες ή από ΜΚΙΕΝ. Δεν καταγράφονται ως μεταβιβάσεις μετρητών στα νοικοκυριά και δεν αποτελούν μέρος των διαθέσιμων εισοδημάτων των νοικοκυριών. H λογιστική αυτή αντιμετώπιση οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα σαν να αγόραζε το ταμείο κοινωνικής ασφάλισης τα αγαθά και τις υπηρεσίες από τους παραγωγούς της αγοράς και κατόπιν τα επαναπωλούσε στα νοικοκυριά σε χαμηλές τιμές διαφορετικές από τις τιμές αγοράς. Αυτό συνεπάγεται ότι η τιμή που λαμβάνεται υπόψη για τον ΕνΔΤΚ ισούται με το ποσό που καταβάλλεται από το νοικοκυριό μείον την επιστροφή.

β) Όλες οι άλλες εκπτώσεις εκ μέρους των δημόσιων αρχών, και ιδιαίτερα οι στεγαστικές πληρωμές στους μισθωτές προκειμένου να μειωθούν τα μισθώματά τους (συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών οι οποίες με τη συγκατάθεση του μισθωτή πηγαίνουν απευθείας στον εκμισθωτή), θεωρούνται κοινωνικές παροχές σε μετρητά και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνονται στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Αυτό σημαίνει ότι η πλήρης τιμή του αγαθού ή της υπηρεσίας πριν από την έκπτωση, καλύπτεται από τον ΕνΔΤΚ.

13. Δεν καλύπτει τις υπηρεσίες που αφορούν ιδιοκατοικούμενες κατοικίες, επειδή δεν αποτελούν νομισματικές συναλλαγές (μολονότι σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 3.76.α περιλαμβάνονται στην τελική καταναλωτική δαπάνη).

14. Δεν καλύπτει την αγορά κατοικιών και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που θεωρούνται αγορές μη παραγόμενων στοιχείων ενεργητικού, ιδίως δε την αγορά γης.

15. Επίσης δεν καλύπτει τις δαπάνες που καταβάλλουν οι ιδιοκατοικούντες για τη διακόσμηση, τη συντήρηση και την επισκευή της κατοικίας, οι οποίες συνήθως δεν καταβάλλονται από μισθωτές.

16. Δεν καλύπτει τις δαπάνες για τιμαλφή.

17. Δεν καλύπτει τις δαπάνες των νοικοκυριών που έχουν στην ιδιοκτησία τους επιχειρηματικές ενώσεις, όταν πραγματοποιούνται για επιχειρηματικούς σκοπούς.

18. Δεν καλύπτει τους τρέχοντες φόρους εισοδήματος και περιουσίας, όλοι εκ των οποίων συνεπάγονται υποχρεωτικές, μη αποδιδόμενες πληρωμές, σε χρήμα ή σε είδος, και οι οποίοι επιβάλλονται περιοδικά από την κυβέρνηση και από άλλους φορείς στο εισόδημα και την περιουσία θεσμικών μονάδων, και ορισμένους περιοδικούς φόρους οι οποίοι δεν επιβάλλονται στο εισόδημα ούτε στη περιουσία. Άλλοι τρέχοντες φόροι περιλαμβάνουν όλες τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τα νοικοκυριά για άδειες, οι οποίες θεωρούνται φόροι, όπως άδειες κατοχής ή χρήσης οχημάτων, σκαφών ή αεροσκαφών κ.λπ.

19. α) Δεν καλύπτει τις συνδρομές, τις εισφορές και τα οφειλόμενα ποσά που καταβάλλονται από τα νοικοκυριά σε ΜΚΙΕΝ, όπως συνδικαλιστικές οργανώσεις, επαγγελματικές ενώσεις, ενώσεις καταναλωτών, εκκλησίες και κοινωνικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και αθλητικές λέσχες.

β) Ωστόσο, αν μία λέσχη, ένας σύλλογος ή μία ένωση μπορεί να θεωρηθεί παραγωγός της αγοράς ο οποίος πωλεί τις υπηρεσίες του σε μια οικονομικά σημαντική τιμή, πράγμα που συνήθως συμβαίνει μολονότι μπορεί να έχει τη νομική μορφή μη κερδοσκοπικού οργανισμού, τότε οι συνδρομές, εισφορές και οφειλές που καταβάλλονται από τα νοικοκυριά θεωρούνται πληρωμές για τις παρεχόμενες υπηρεσίες - και όχι μεταβίβαση - και, ως εκ τούτου, καλύπτονται από τον ΕνΔΤΚ.

20. Δεν καλύπτει τις εθελοντικές μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος που πραγματοποιούνται από νοικοκυριά σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανώσεις.

21. Δεν καλύπτει τις πληρωμές εισοδήματος από περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Το εισόδημα από περιουσιακά στοιχεία είναι το εισόδημα που λαμβάνεται από τον ιδιοκτήτη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή εμπράγματων μη παραγόμενων περιουσιακών στοιχείων έναντι της παροχής κεφαλαίων ή έναντι της διάθεσης των εμπράγματων μη παραγόμενων περιουσιακών στοιχείων σε μια άλλη θεσμική μονάδα. Δυνάμει των όρων της χρηματοοικονομικής συμφωνίας τους, ο τόκος είναι το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης στον πιστωτή σε δεδομένο χρονικό διάστημα χωρίς να μειώνεται το ποσό της αρχικής οφειλής.

22. Δεν καλύπτει τις υποχρεωτικές ή εθελοντικές κοινωνικές εισφορές, όπως τις κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, ασφαλιστικές εταιρείες ή αυτόνομα και μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία που διαχειρίζονται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης προκειμένου να εξασφαλίσουν τη χορήγηση κοινωνικών παροχών στους υπαλλήλους τους, ή τις κοινωνικές εισφορές που καταβάλλονται από τους υπαλλήλους για κοινωνική ασφάλιση, σε ιδιωτικώς χρηματοδοτούμενα και μη χρηματοδοτούμενα συστήματα.

23. Δεν καλύπτει την ασφάλεια ζωής και τις υπηρεσίες συνταξιοδότησης (μολονότι σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 3.76.στ και ζ τέτοιες υπηρεσίες περιλαμβάνονται στην τελική καταναλωτική δαπάνη κατά το ποσό της σχετικής δαπάνης για την παροχή της υπηρεσίας).

24. Δεν καλύπτει τα ποσά καθαρών ασφαλίστρων για ασφαλίσεις κατά ζημιών. Πρόκειται για ασφάλιστρα που καταβάλλονται στο πλαίσιο ασφαλιστηρίων, τα οποία αγοράζονται από θεσμικές μονάδες. Οι πολιτικές που αγοράζονται από ιδιωτικά νοικοκυριά είναι εκείνες οι οποίες αγοράζονται με δική τους πρωτοβουλία και προς δικό τους όφελος, ανεξάρτητα από τους εργοδότες τους ή το κράτος και πέρα από οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφαλίσεις κατά ζημιών περιλαμβάνουν τόσο τα πραγματικά ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τους ασφαλιζόμενους προκειμένου να αγοράσουν την ασφαλιστική κάλυψη κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου (εισπραττόμενα ασφάλιστρα) όσο και τα συμπληρωματικά ασφάλιστρα που καταβάλλονται από το εισόδημα από περιουσιακά στοιχεία των ασφαλισμένων, μετά τη μείωση των δαπανών παροχής υπηρεσιών των ασφαλιστικών εταιριών που παρέχουν την ασφάλεια. (Σημείωση: αυτή η δαπάνη παροχής υπηρεσιών καλύπτεται από την τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού). Τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφαλίσεις κατά ζημιών, είναι τα ποσά που διατίθενται για την κάλυψη έναντι διαφόρων γεγονότων ή ατυχημάτων που έχουν ως συνέπεια την πρόκληση ζημιών σε αγαθά ή περιουσιακά στοιχεία ή τον τραυματισμό ατόμων ως συνέπεια φυσικών ή ανθρώπινων αιτιών, π.χ. πυρκαγιών, πλημμυρών, συγκρούσεων, βύθισης πλοίων, κλοπής, βίας, ατυχημάτων, ασθένειας, ή έναντι οικονομικών απωλειών που οφείλονται σε γεγονότα, όπως ασθένεια, ανεργία, ατυχήματα, κ.λπ.

25. Δεν καλύπτει τις τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ νοικοκυριών, οι οποίες συνίστανται σε όλες τις τρέχουσες μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος που πραγματοποιούνται από ή προς νοικοκυριά, μόνιμους κατοίκους, προς/από άλλα νοικοκυριά μόνιμους κατοίκους ή μη μόνιμους κατοίκους.

26. Δεν καλύπτει τα διάφορα πρόστιμα. Αυτά επιβάλλονται σε θεσμικές μονάδες από δικαστήρια ή από οιονεί δικαστικούς φορείς ως υποχρεωτικές τρέχουσες μεταβιβάσεις. Επίσης δεν καλύπτονται τα πρόστιμα που επιβάλλονται από τις φορολογικές αρχές για φοροδιαφυγή ή καθυστερημένη πληρωμή φόρων, τα οποία συνήθως δεν μπορούν να διακριθούν από τους ίδιους τους φόρους.

27. Δεν καλύπτει τις λοταρίες και τα τυχερά παιχνίδια 7 ούτε τις δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών στη μονάδα που διοργανώνει τη λοταρία ή τα τυχερά παιχνίδια, ούτε την τρέχουσα υπολειπόμενη μεταβίβαση που καταβάλλεται στους νικητές (μολονότι σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 4.135, η δαπάνη παροχής υπηρεσιών περιλαμβάνεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη).

Β. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

28. Τη στιγμή της αγοράς, η τιμή αγοραστή είναι η τιμή για τα προϊόντα την οποία πληρώνει στην πραγματικότητα ο αγοραστής 7 συμπεριλαμβάνονται τυχόν φόροι, εκτός από τις επιδοτήσεις επί των προϊόντων μετά τις μειώσεις λόγω εκπτώσεων για αγορές σε μεγάλες ποσότητες ή εκτός περιόδων αιχμής από τις κανονικές τιμές ή δαπάνες 7 εξαιρούνται οι δαπάνες για τόκους ή υπηρεσίες που προστίθενται στο πλαίσιο πιστωτικών ρυθμίσεων 7 εξαιρούνται τυχόν πρόσθετες δαπάνες που προκύπτουν από την αδυναμία πληρωμής εντός της περιόδου που ορίζεται τη στιγμή που πραγματοποιούνται οι αγορές.

29. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες για ατομική κατανάλωση (ατομικά αγαθά και υπηρεσίες) αγοράζονται από το νοικοκυριό και χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών των μελών του. Τα ατομικά αγαθά και υπηρεσίες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) πρέπει να είναι δυνατή η παρατήρηση και η καταγραφή της αγοράς του αγαθού ή των υπηρεσιών από ένα ατομικό νοικοκυριό ή μέλος νοικοκυριού, και επίσης της χρονικής στιγμής κατά την οποία πραγματοποιήθηκε 7

β) το νοικοκυριό πρέπει να είναι σύμφωνο για την προμήθεια του αγαθού ή της υπηρεσίας και να προβεί σε οποιαδήποτε απαραίτητη ενέργεια για την πραγματοποίησή της, π.χ. εγγραφή σε σχολείο ή εισαγωγή σε κλινική 7

γ) το αγαθό ή η υπηρεσία πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η απόκτησή του από ένα νοικοκυριό ή άτομο, ή πιθανόν από μια μικρή, περιορισμένη ομάδα ατόμων, να αποκλείει την απόκτησή του από άλλα νοικοκυριά ή άτομα.

Κάθε τελική καταναλωτική δαπάνη του νοικοκυριού είναι ξεχωριστή. Κατά συνθήκη, όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται από ΜΚΙΕΝ αντιμετωπίζονται ως ατομικά.

Κατά συνθήκη, όλες οι κρατικές τελικές καταναλωτικές δαπάνες για την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια, τον αθλητισμό και την ψυχαγωγία, καθώς και τα πολιτιστικά θέματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δαπάνες για υπηρεσίες ατομικής κατανάλωσης, εκτός από τις δαπάνες για τη γενική διοίκηση, νομοθεσία, έρευνα κ.λπ. Επιπλέον, οι δαπάνες για τη στέγαση, την αποκομιδή οικιακών απορριμμάτων και τη λειτουργία του συστήματος μεταφορών, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ατομικές. Η συλλογική καταναλωτική δαπάνη είναι το υπόλοιπο της κρατικής τελικής καταναλωτικής δαπάνης. Συνίσταται, ιδιαίτερα, στη διαχείριση και τη νομοθετική ρύθμιση της κοινωνίας, την παροχή ασφάλειας και άμυνας, την τήρηση του νόμου και της τάξης, τη νομοθεσία και τις κανονιστικές πράξεις, τη διατήρηση της δημόσιας υγείας, την προστασία του περιβάλλοντος, την έρευνα και την ανάπτυξη, την υποδομή και την οικονομική ανάπτυξη.

Top