EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31996Y0306(01)

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis

OJ C 68, 6.3.1996, p. 9–10 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

31996Y0306(01)

Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 068 της 06/03/1996 σ. 0009 - 0010


Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis (96/C 68/06)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ απαγορεύει, προβλέποντας παράλληλα ορισμένες εξαιρέσεις, «τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής», κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Παρόλο που κάθε κρατική χρηματοδοτική παρέμβαση υπέρ μιας επιχείρησης στρεβλώνει ή μπορεί να στρεβλώσει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, τον ανταγωνισμό μεταξύ της επιχείρησης αυτής και των ανταγωνιστών της που δεν τυγχάνουν παρόμοιας ενίσχυσης, κάθε ενίσχυση δεν έχει αισθητές επιπτώσεις στις συναλλαγές και τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών μελών. Αυτό ισχύει ιδίως για τις ενισχύσεις των οποίων το ποσό είναι πολύ χαμηλό. Οι ενισχύσεις αυτές χορηγούνται συχνά - αλλά όχι αποκλειστικά - σε ΜΜΕ, κυρίως στο πλαίσιο καθεστώτων που εφαρμόζονται από τοπικές ή περιφερειακές αρχές.

Προκειμένου να επιτύχει την απλούστευση των διοικητικών διατυπώσεων, τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τις υπηρεσίες της Επιτροπής - η οποία πρέπει να επικεντρώνει τις εργασίες της στις περιπτώσεις που έχουν πραγματική σημασία σε κοινοτικό επίπεδο - και προς το συμφέρον των ίδιων των ΜΜΕ, η Επιτροπή εισήγαγε το 1992 (1) τον ονομαζόμενο κανόνα de minimis, ο οποίος καθορίζει ένα κατώτατο όριο ενίσχυσης σε απόλυτες τιμές, κάτω του οποίου πρέπει να θεωρείται ότι το άρθρο 92 παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή και η ενίσχυση δεν υπόκειται πλέον σε υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 93 παράγραφος 3. Διαπιστώθηκε ωστόσο ότι αφενός ο κανόνας αυτός δεν κάλυπτε ορισμένες ενισχύσεις οι οποίες προφανώς δεν νοθεύουν σε αισθητό βαθμό τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και, αφετέρου, ότι ο έλεγχος των όρων που συνδέονται με την εφαρμογή του κανόνα μπορούσε να είναι δυσχερής, ιδίως όσον αφορά τις περιπτώσεις σώρευσης με ενισχύσεις στο πλαίσιο καθεστώτων που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, ο κανόνας de minimis τροποποιείται ως εξής:

- το συνολικό ανώτατο ποσό ενίσχυσης de minimis είναι 100 000 Ecu (2) για την τριετή περιόδο από την ημερομηνία χορήγησης της πρώτης ενίσχυσης de minimis,

- το ποσό αυτό καλύπτει κάθε κρατική ενίσχυση που χορηγείται υπό μορφή ενίσχυσης de minimis και δεν περιορίζει τη δυνατότητα χορήγησης στο δικαιούχο άλλων ενισχύσεων στο πλαίσιο καθεστώτων που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή,

- το ποσό καλύπτει όλες τις κατηγορίες ενισχύσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή και το στόχο τους, εκτός από τις ενισχύσεις για εξαγωγές (3), οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του μέτρου.

Οι κρατικές ενισχύσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον έλεγχο της τήρησης του ανώτατου ορίου των 100 000 Ecu είναι εκείνες που χορηγούνται από εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές, είτε τα μέτρα χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τα κράτη μέλη είτε συγχρηματοδούνται από την Κοινότητα μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, και ιδίως του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ).

Παρόλο που αφορά κυρίως τις ΜΜΕ, ο κανόνας εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το μέγεθος των δικαιούχων επιχειρήσεων. Δεν εφαρμόζεται ωστόσο στους τομείς που καλύπτονται από τη συνθήκη ΕΚΑΧ, στις ναυπηγικές εργασίες, στην αυτοκινητοβιομηχανία και στις ενισχύσεις που χορηγούνται για δαπάνες σχετιζόμενες με γεωργική ή αλιευτική δραστηριότητα.

Στο πλαίσιο του κανόνα de minimis, το ανώτατο ποσό ενίσχυσης εκφράζεται υπό μορφή επιχορήγησης 100 000 Ecu. Εάν οι ενισχύσεις δεν χορηγούνται υπό μορφή επιχορήγησης, πρέπει να μετατρέπονται σε ισοδύναμο επιχορήγησης για την εφαρμογή του ορίου που προβλέπεται από τον κανόνα de minimis. Οι άλλες μορφές που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη χορήγηση ενισχύσεων μικρού ποσού είναι τα δάνεια με επιδοτούμενο επιτόκιο, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι εγγυήσεις δανείων. Η μετατροπή σε ισοδύναμο επιχορήγησης ενισχύσεων που χορηγούνται με αυτές τις μορφές πρέπει να γίνεται με την ακόλουθη μέθοδο.

Το ισοδύναμο επιχορήγησης πρέπει να υπολογίζεται σε ακαθάριστους όρους, δηλαδή προ φόρων εάν η επιχορήγηση υπόκειται σε φόρους. Εάν η ενίσχυση δεν υπόκειται σε φόρους, όπως στην περίπτωση ορισμένων φοροαπαλλαγών, λαμβάνεται υπόψη το ονομαστικό ποσό της ενίσχυσης, το οποίο στην περίπτωση αυτή αντιπροσωπεύει τόσο το καθαρό όσο και το ακαθάριστο ποσό της ενίσχυσης.

Τα ποσά ενισχύσεων που εισπράττονται σε μεταγενέστερη ημερομηνία πρέπει να ανάγονται στην παρούσα αξία. Το επιτόκιο αναγωγής στην παρούσα αξία πρέπει να είναι το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται κατά το χρόνο της χορήγησης της ενίσχυσης. Οι επιχορηγήσεις πρέπει ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη συνολικά, ακόμα και εάν οι πληρωμές γίνονται σε δόσεις.

Το ισοδύναμο επιχορήγησης επιδοτούμενου δανείου για δεδομένο έτος είναι η διαφορά ανάμεσα στους τόκους που θα οφείλονταν βάσει του επιτοκίου αναφοράς και τους τόκους που καταβάλλονται πραγματικά. Τα ποσά που εξοικονομούνται χάρη στην επιδότηση επιτοκίου έως την πλήρη αποπληρωμή του δανείου πρέπει να ανάγονται στην αξία τους κατά το χρόνο της χορήγησης του δανείου και να αθροίζονται.

Το ισοδύναμο επιχορήγησης φορολογικής ελάφρυνσης αντιστοιχεί στους οφειλόμενους φόρους που δεν καταβάλλονται κατά το σχετικό έτος. Και στην περίπτωση αυτή, οι εξοικονομούμενοι κατά τη διάρκεια επόμενων ετών φόροι πρέπει να ανάγονται στην παρούσα αξία με την εφαρμογή του επιτοκίου αναφοράς.

Για τις εγγυήσεις δανείων, το ισοδύναμο επιχορήγησης για δεδομένο έτος μπορεί να υπολογιστεί:

- είτε με την ίδια μέθοδο όπως και το ισοδύναμο επιχορήγησης ενός επιδοτούμενου δανείου, αφαιρουμένων των καταβληθέντων ασφάλιστρων: η επιδότηση επιτοκίου αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς και εκείνου που εφαρμόζεται χάρη στην κρατική εγγύηση 7

- είτε ως διαφορά μεταξύ α) του αναπόσβεστου εγγυημένου ποσού σταθμισμένου με το συνετελεστή κινδύνου (πιθανότητα μη εξόφλησης) και β) του καταβληθέντος ασφάλιστρου, δηλαδή:

(εγγυημένο ποσό Χ συντελεστής κινδύνου) - ασφάλιστρο

Ο συντελεστής κινδύνου πρέπει να αντικατοπτρίζει τις διαπιστωθείσες περιπτώσεις μη εξόφλησης δανείων που χορηγήθηκαν υπό ανάλογες περιστάσεις (τομέας, μέγεθος επιχείρησης, επίπεδο γενικής οικονομικής δραστηριότητας). Η αναγωγή στην παρούσα αξία θα γίνεται με τη μέθοδο που περιγράφεται ανωτέρω.

Η Επιτροπή υποχρεούται να διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη δεν χορηγούν στις επιχειρήσεις τους ενισχύσεις που δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (4). Τα κράτη μέλη οφείλουν να διευκολύνουν την εκπλήρωση αυτής της αποστολής, θέτοντας σε εφαρμογή μηχανισμό ελέγχου που εξασφαλίζει ότι η σώρευση διάφορων ενισχύσεων που χορηγούνται σε ένα δικαιούχο υπό μορφή ενίσχυσης de minimis δεν οδηγεί σε υπέρβαση του ορίου των 100 000 Ecu που προβλέπεται για το συνολικό ποσό της ενίσχυσης de minimis για μια τριετή περίοδο. Ειδικότερα, η απόφαση χορήγησης ενίσχυσης ή οι όροι εφαρμογής ενός καθεστώτος που προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων αυτού του είδους πρέπει να περιλαμβάνουν ρητά όρο που να προβλέπει ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ενίσχυση που χορηγείται στην ίδια επιχείρηση στο πλαίσιο του κανόνα de minimis δεν πρέπει να οδηγεί σε υπέρβαση του ορίου των 100 000 Ecu κατά τη διάρκεια τριετούς περιόδου. Ο μηχανισμός αυτός πρέπει επίσης να επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαντούν στις ερωτήσεις που ενδεχομένως θα τους θέσει η Επιτροπή.

(1) Κοινοτικοί κανόνες για τις ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σημείο 3.2, ΕΕ αριθ. C 213 της 19. 8. 1992, σ. 2.

(2) Οι όροι εφαρμογής του κανόνα, οι οποίοι κοινοποιήθηκαν στα κράτη μέλη με επιστολή της 23. 3. 1993 (D/06878), εξακολουθούν να ισχύουν όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του ισοδύναμου επιχορήγησης ενισχύσεων που δεν χορηγούνται υπό μορφή επιχορήγησης.

(3) Ως ενίσχυση για εξαγωγές θεωρείται κάθε ενίσχυση που συνδέεται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή τις τρέχουσες δαπάνες εξαγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, δεν θεωρούνται ενισχύσεις για εξαγωγές εκείνες που συνδέονται με το κόστος συμμετοχής σε εκθέσεις και το κόστος μελετών και συμβουλών για την εισαγωγή σε νέα γεωγραφική αγορά νέου ή υπάρχοντος προϊόντος.

(4) Η Επιτροπή επιφυλάσσεται επίσης το δικαίωμα να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα κατά ενισχύσεων που δεν παραβαίνουν τους όρους του κανόνα de minimis αλλά αντιβαίνουν προς άλλες διατάξεις τις συνθήκης.

Top