EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31996R2223

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1996 περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας

OJ L 310, 30.11.1996, p. 1–469 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Estonian: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Latvian: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Lithuanian: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Hungarian Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Maltese: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Polish: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Slovak: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Slovene: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Bulgarian: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Romanian: Chapter 10 Volume 002 P. 3 - 471
Special edition in Croatian: Chapter 10 Volume 004 P. 3 - 471

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 01/07/2013

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1996/2223/oj

31996R2223

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1996 περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 310 της 30/11/1996 σ. 0001 - 0469


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2223/96 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 25ης Ιουνίου 1996 περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 213,

το σχέδιο κανονισμού που υποβλήθηκε από την Επιτροπή,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος (2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3),

Εκτιμώντας:

(1) ότι η εφαρμογή και παρακολούθηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης απαιτούν συγκρίσιμες, ενημερωμένες και αξιόπιστες πληροφορίες για τη δομή και την εξέλιξη της οικονομικής καταστάσεως κάθε χώρας ή/και περιφερείας 7

(2) ότι η Επιτροπή οφείλει να συμβάλει στη διαχείριση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, και συγκεκριμένα, να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο για την επιτελούμενη στα κράτη μέλη πρόοδο όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους για την πραγματοποίηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης 7

(3) ότι οι οικονομικοί λογαριασμοί αποτελούν ουσιαστικό μέσο αναλύσεως της οικονομικής καταστάσεως μιας χώρας ή/και περιφέρειας, εφόσον καταρτίζονται με βάση ενιαίες και σαφείς αρχές 7

(4) ότι η Επιτροπή πρέπει να χρησιμοποιεί μεγέθη των εθνικών λογαριασμών για τους διοικητικούς, και ιδίως τους δημοσιονομικούς, κοινοτικούς λογαριασμούς 7

(5) ότι το 1970 δημοσιεύθηκε διοικητικό έγγραφο υπό τον τίτλο «Ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών» (ΕΣΟΛ), το οποίο κάλυπτε το ρυθμιζόμενο από τον παρόντα κανονισμό τομέα και είχε εκπονηθεί με αποκλειστική φροντίδα και ευθύνη της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 7 ότι το έγγραφο αυτό ήταν απόρροια πολλών ετών εργασίας της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συνεργαζόμενης με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών, για την εκπόνηση συστήματος τηρήσεως των εθνικών λογαριασμών ανταποκρινόμενου στις ανάγκες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της Κοινότητας, αποτελούσε δε την κοινοτική εκδοχή του συστήματος εθνικών λογαριασμών των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο και εχρησιμοποιείτο μέχρι τότε στην Κοινότητα 7

(6) ότι, προς ενημέρωση των στοιχείων του πρώτου εκείνου κειμένου, δημοσιεύθηκε το 1979 μια δεύτερη έκδοση του εγγράφου (αποκαλούμενη εφεξής «ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση») (4) 7

(7) ότι η επιτροπή στατιστικών των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το Φεβρουάριο του 1993 το νέο σύστημα εθνικών λογαριασμών (ΣΕΛ), ώστε να εξασφαλιστεί σε όλες τις χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών η συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων σε διεθνές επίπεδο 7

(8) ότι στον τομέα των περιβαλλοντικών λογαριασμών πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της 21ης Δεκεμβρίου 1994 με τίτλο «Κατευθύνσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς δείκτες και τους πράσινους εθνικούς λογαριασμούς» 7

(9) ότι η Κοινότητα συνεργάζεται, κατά τρόπο αμοιβαίως επωφελή, με τρίτες χώρες, ιδιαίτερα με εκείνες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) 7

(10) ότι, για τις ανάγκες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, πρέπει να καθιερωθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα λογαριασμών, το οποίο θα χρησιμοποιείται για τους εθνικούς και περιφερειακούς λογαριασμούς που προβλέπουν οι κοινοτικές πράξεις 7

(11) ότι τα αποτελέσματα των λογαριασμών και πινάκων όλων των κρατών μελών που θα καταρτίζονται βάσει του εισαγομένου με τον παρόντα κανονισμό συστήματος πρέπει να τίθενται στη διάθεση των χρηστών από την Επιτροπή σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, ιδιαίτερα όσον αφορά την παρακολούθηση της οικονομικής σύγκλισης και προκειμένου να εξασφαλισθεί ο στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών 7

(12) ότι το εισαγόμενο με τον παρόντα κανονισμό σύστημα προορίζεται να υποκαταστήσει βαθμιαίως όλα τα άλλα συστήματα και να χρησιμεύσει ως πλαίσιο αναφοράς για τα κοινά πρότυπα, ορισμούς, ταξινομήσεις και λογιστικούς κανόνες, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη θα καταρτίζουν τους λογαριασμούς τους για τις ανάγκες της Κοινότητας, επιτρέποντας έτσι τη λήψη συγκρίσιμων αποτελεσμάτων μεταξύ κρατών μελών 7

(13) ότι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα στατιστικά αυτά στοιχεία βάσει της αρχής της διαφάνειας 7

(14) ότι το εισαγόμενο με τον παρόντα κανονισμό σύστημα, το οποίο αποτελεί εκδοχή του ΣΕΛ του ΟΗΕ προσαρμοσμένη στις διαρθρώσεις των οικονομιών των κρατών μελών, πρέπει να σέβεται την «αρχιτεκτονική» του ΣΕΛ, ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη πληροφοριών συγκρίσιμων με εκείνες που συλλέγουν οι κυριότεροι διεθνείς εταίροι 7

(15) ότι οι ημερομηνίες καταρτίσεως θα πρέπει να ποικίλλουν ανά μείζονες κατηγορίες λογαριασμών και πινάκων και ότι μόνο οι πληροφορίες με ουσιαστική σημασία για τις ανάγκες της Κοινότητας θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο στατιστικών επεξεργασιών και κοινοποιήσεων στην Επιτροπή σε συγκεκριμένες ημερομηνίες 7

(16) ότι λαμβανομένων, ωστόσο, υπόψη του όγκου και της σπουδαιότητας των εν λόγω λογαριασμών, του λεπτομερούς χαρακτήρος και του καλυπτομένου γεωγραφικού χώρου, καθώς και της καταστάσεως σε θέματα στατιστικής που επικρατεί στα κράτη μέλη, παρέχονται, κατ' εξαίρεση και προσωρινά, ορισμένες συμπληρωματικές προθεσμίες διαβίβασης στοιχείων σε κράτη μέλη τα οποία αντικειμενικώς αδυνατούν να τηρήσουν τις προθεσμίες που τάσσει ο κανονισμός 7

(17) ότι αργότερα πρέπει να αποφασισθεί η κατανομή των εμμέσως μετρουμένων υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (IMFIS) 7

(18) ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η δημιουργία κοινών στατιστικών προτύπων που θα επιτρέπουν τη λήψη συγκρίσιμων πληροφοριών μπορεί να αναληφθεί αποτελεσματικά μόνο σε κοινοτικό επίπεδο και ότι η εφαρμογή τους σε κάθε κράτος μέλος θα ανατεθεί στους αρμόδιους για την κατάρτιση των επίσημων στατιστικών οργανισμούς και ιδρύματα 7

(19) ότι πρέπει να καθορισθεί διαδικασία προσαρμογής και ενημέρωσης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε συνεργασία με την κοινοτική επιτροπή στατιστικού προγράμματος (ΕΣΠ), η οποία συνεστήθη βάσει της αποφάσεως 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου (5) 7 ότι πρέπει η διαδικασία αυτή να περιορίζεται σε τροποποιήσεις που δεν αυξάνουν τους ίδιους πόρους 7

(20) ότι η επιτροπή στατιστικού προγράμματος και η επιτροπή στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών (ΕΣΝΧΙ), η οποία συνεστήθη βάσει της αποφάσεως 91/115/ΕΟΚ (6), ετάχθησαν υπέρ του προκειμένου κανονισμού 7

(21) ότι η οδηγία 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1989, σχετικά με την εναρμόνιση του προσδιορισμού του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε τιμές της αγοράς (7) (ΑΕΠτα), ορίζει ότι η συγκρισιμότητα του ΑΕΠ εξασφαλίζεται με την τήρηση των ορισμών και των κανόνων λογιστικής του ευρωπαϊκού συστήματος ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών, και ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από το φόρο επί της προστιθέμενης αξίας (8) προβλέπει ότι, για τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου όρου του ΦΠΑ, η κατανομή των φορολογητέων συναλλαγών ορίζεται μέσω των εθνικών λογαριασμών που καταρτίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών, και ότι για τις πράξεις αυτές, καθώς και στα πλαίσια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/94 του Συμβουλίου, της 22ης Νοεμβρίου 1993, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείματος (9), και των αποφάσεων 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (10), και 94/729/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία (11), πρέπει να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος εφαρμογής του συστήματος που εισάγεται με τον παρόντα κανονισμό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στόχοι

1. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην εισαγωγή ευρωπαϊκού συστήματος λογαριασμών 1995, εφεξής αποκαλούμενου «ΕΣΟΛ 1995», διά της καθιερώσεως:

α) μεθοδολογίας σχετικά με τα κοινά πρότυπα, ορισμούς, ονοματολογίες και λογιστικούς κανόνες, η οποία θα επιτρέψει την κατάρτιση συγκρίσιμων λογαριασμών και πινάκων για τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς και τη λήψη αποτελεσμάτων σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 7

β) προγράμματος διαβίβασης, για τις ανάγκες της Κοινότητας και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, των λογαριασμών και πινάκων που καταρτίζονται σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 1995.

2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, ως εκ των άρθρων 7 και 8, σε όλες τις κοινοτικές πράξεις όπου γίνεται μνεία του ΕΣΟΛ ή των ορισμών του.

3. Ο παρών κανονισμός δεν υποχρεώνει κανένα κράτος μέλος να καταρτίζει για ίδιες ανάγκες λογαριασμούς συμφώνους με το ΕΣΟΛ 1995.

Άρθρο 2

Μεθοδολογία

1. Η μεθοδολογία του ΕΣΟΛ 1995, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α), περιγράφεται στο παράρτημα Α.

2. Τυχόν τροποποιήσεις της μεθοδολογίας του ΕΣΟΛ 1995, που έχουν στόχο την αποσαφήνιση και βελτίωση του περιεχομένου της, εγκρίνονται με απόφαση της Επιτροπής με τη διαδικασία του άρθρου 4 εφόσον δεν αλλάζουν τις βασικές έννοιες ούτε απαιτούν συμπληρωματικούς πόρους για την εφαρμογή τους, και εφόσον η εφαρμογή τους δεν συνεπάγεται αύξηση των ίδιων πόρων.

3. Το Συμβούλιο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συνθήκης, θα αποφανθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 το αργότερο για την εισαγωγή του συστήματος κατονομής των εμμέσως μετρουμένων υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (IMFIS), το οποίο περιγράφεται στο παράρτημα Α, και θα θεσπίσει, ενδεχομένως, τα αναγκαία για την εφαρμογή του μέτρα.

Άρθρο 3

Διαβίβαση στην Επιτροπή

1. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Στατιστική Υπηρεσία) τους λογαριασμούς και τους πίνακες του παραρτήματος Β εντός της προθεσμίας που έχει ορισθεί για κάθε πίνακα.

Οι συμπληρωματικές προθεσμίες που χορηγούνται σε ορισμένα κράτη μέλη σύμφωνα με το παράρτημα Β λήγουν το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2005.

Η Επιτροπή, αφού διαβουλευθεί με την επιτροπή στατιστικού προγράμματος (ΕΣΠ), θα υποβάλει το αργότερο την 1η Ιουλίου 2003 έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των χορηγουμένων συμπληρωματικών προθεσμιών, ώστε να εξακριβωθεί εάν είναι δικαιολογημένες σε όλες τις περιπτώσεις. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, ενδεχομένως, από πρόταση της Επιτροπής, με την οποία παρέχονται στα κράτη μέλη νέες συμπληρωματικές προθεσμίες, εφόσον χρειάζεται.

2. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τα αποτελέσματα του παραρτήματος Β, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που έχουν χαρακτηρισθεί ως εμπιστευτικά από τα κράτη μέλη, δυνάμει της περί στατιστικού απορρήτου εθνικής νομοθεσίας ή πρακτικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1588/90 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τη διαβίβαση στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφοριών που καλύπτονται από το απόρρητο στατιστικό (12), που διέπει την εμπιστευτική επεξεργασία των πληροφοριών.

Εντός των ορίων του άρθρου 2 παράγραφος 2, μπορούν να αποφασισθούν από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 4 τυχόν αναπροσαρμογές - νέοι πίνακες, χώρες ή/και περιφέρειες που αφορούν οι πληροφορίες που ζητούνται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 4

Διαδικασία

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή στατιστικού προγράμματος, εφεξής καλούμενη «επιτροπή».

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο ληπτέων μέτρων. Η επιτροπή εκφέρει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας που μπορεί να καθορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με το επείγον του εξεταζόμενου θέματος. Η γνώμη εκδίδεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148 παράγραφος 2 της συνθήκης, προκειμένου για έγκριση αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία εντός της επιτροπής, οι ψήφοι των εκπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται όπως καθορίζεται στο προαναφερθέν άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.

3. Η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα που είναι άμεσα εφαρμοστέα. Εντούτοις, εάν δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη που εκδόθηκε από την επιτροπή, τα μέτρα αυτά ανακοινώνονται αμέσως από την Επιτροπή στο Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή:

α) η Επιτροπή αναβάλλει κατά τρεις μήνες από την ημερομηνία αυτής της ανακοίνωσης την εφαρμογή των μέτρων που η ίδια έχει αποφασίσει 7

β) το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός της προβλεπόμενης στο στοιχείο α) προθεσμίας.

Άρθρο 5

Έργο της επιτροπής

Η επιτροπή εξετάζει όλα τα θέματα τα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού που φέρει προς συζήτηση ο πρόεδρός της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αιτήσει ενός κράτους μέλους.

Άρθρο 6

Συνεργασία με άλλες επιτροπές

1. Για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της επιτροπής στατιστικών για θέματα νομισματικά, χρηματοπιστωτικά και ισοζυγίου πληρωμών (ΕΣΝΧΙ), η Επιτροπή ζητά τη γνώμη της επιτροπής αυτής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της αποφάσεως 91/115/ΕΟΚ.

2. Η Επιτροπή διαβιβάζει στην επιτροπή του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, η οποία συνεστήθη βάσει της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ, κάθε πληροφορία σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση της εντολής της.

Άρθρο 7

Ημερομηνία έναρξης εφαρμογής και πρώτης διαβίβασης των δεδομένων

1. Το ΕΣΟΛ 1995 θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά στα προς διαβίβαση δεδομένα που καταρτίζονται δυνάμει του παραρτήματος Β, τον Απρίλιο του 1999.

2. Τα δεδομένα διαβιβάζονται στην Επιτροπή (Στατιστική Υπηρεσία) σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στο παράρτημα Β προθεσμίες.

3. Σύμφωνα με την παράγραφο 1, πριν από την πρώτη διαβίβαση σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 1995, τα κράτη μέλη συνεχίζουν να διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Στατιστική Υπηρεσία) τους λογαριασμούς και τους πίνακες που καταρτίζονται κατ' εφαρμογή του ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ, σχετικά με το σύστημα ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (13), η Επιτροπή ελέγχει μαζί με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει τα σχετικά πορίσματα στην προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφος 1 επιτροπή.

Άρθρο 8

Μεταβατικές διατάξεις

1. Για τους σκοπούς του προϋπολογισμού και των ιδίων πόρων και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1 παράγραφος 2 και από το άρθρο 7, ως ισχύον ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ και των σχετικών νομοθετημάτων - πρόκειται συγκεκριμένα για τους κανονισμούς (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89 και (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, και τις αποφάσεις 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ και 94/729/ΕΚ - νοείται το ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση, εφόσον η απόφαση 94/728/ΕΚ παραμένει εν ισχύι.

2. Όσον αφορά τις κοινοποιήσεις των κρατών μελών στην Επιτροπή στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3605/93 διαδικασίας σχετικά με τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, ως ισχύον ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών νοείται το ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση, ως την κοινοποίηση της 1ης Σεπτεμβρίου 1999.

3. Η προβλεπόμενη από τις παραγράφους 1 και 2 του προκειμένου άρθρου εφαρμογή του ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση, εξασφαλίζεται διά της αναπροσαρμογής των συλλεχθέντων δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 δεδομένων με βάση το ΕΣΟΛ 1995, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές εννοιών, ορισμών ή ονομασιών μεταξύ του ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση και του ΕΣΟΛ 1995.

Η εφαρμογή αυτής της αρχής θα καθοριστεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 1996, με τη διαδικασία του άρθρου 6 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ.

Άρθρο 9

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 20ή ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 25 Ιουνίου 1996.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. PINTO

(1) ΕΕ αριθ. C 287 της 30. 10. 1995, σ. 114.

(2) Γνώμη που διατυπώθηκε στις 21. 6. 1995 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) ΕΕ αριθ. C 133 της 31. 5. 1995, σ. 2.

(4) Eurostat: Ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών ΕΣΟΛ, δεύτερη έκδοση. Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο, 1979.

(5) ΕΕ αριθ. L 181 της 28. 6. 1989, σ. 47.

(6) ΕΕ αριθ. L 59 της 6. 3. 1991, σ. 19.

(7) ΕΕ αριθ. L 49 της 21. 2. 1989, σ. 26 7 οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης του 1994.

(8) ΕΕ αριθ. L 155 της 7. 6. 1989, σ. 9.

(9) ΕΕ αριθ. L 332 της 31. 12. 1993, σ. 7.

(10) ΕΕ αριθ. L 293 της 12. 11. 1994, σ. 9.

(11) ΕΕ αριθ. L 293 της 12. 11. 1994, σ. 14.

(12) ΕΕ αριθ. L 151 της 15. 6. 1990, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης του 1994.

(13) ΕΕ αριθ. L 155 της 7. 6. 1989, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2729/94 (ΕΕ αριθ. L 293 της 12. 11. 1994, σ. 5).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΣΟΛ 1995

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελίδα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ . 18

ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΣΟΛ . 18

Πλαίσιο για ανάλυση και πολιτική . 18

Οκτώ χαρακτηριστικά των εννοιών του ΕΣΟΛ . 19

Το ΕΣΟΛ 1995 και το ΣΕΛ 1993 . 25

Το ΕΣΟΛ 1995 και το ΕΣΟ 1970 . 25

ΤΟ ΕΣΟΛ ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑ . 26

Οι στατιστικές ομάδες και η ομαδοποίησή τους . 26

Θεσμικές μονάδες και τομείς . 27

Τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας και βιομηχανικοί κλάδοι . 27

Μονάδες μόνιμοι κάτοικοι και μη μόνιμοι κάτοικοι, συνολική οικονομία και αλλοδαποί . 27

Ροές και αποθέματα . 28

Ροές . 28

Συναλλαγές . 28

Ιδιότητες των συναλλαγών . 29

Αλληλεπιδράσεις και συναλλαγές στο εσωτερικό των μονάδων . 29

Χρηματικές έναντι μη χρηματικών συναλλαγών . 29

Συναλλαγές με και χωρίς αντιστάθμισμα . 29

Αναδιαρθρωμένες συναλλαγές . 29

Αναδρομολόγηση . 29

Επιμερισμός . 30

Αναγνώριση του κυριότερου μέρους μιας συναλλαγής . 30

Οριακές περιπτώσεις . 30

Λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων . 30

Λοιπές μεταβολές του όγκου των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων . 30

Κέρδη και ζημίες κτήσης . 31

Αποθέματα . 31

Το σύστημα λογαριασμών και τα μακροοικονομικά μεγέθη . 31

Λογιστικοί κανόνες . 31

Ορολογία για τις δύο πλευρές των λογαριασμών . 31

Διπλογραφία/τετραπλογραφία . 32

Αποτίμηση . 32

Ειδικές αποτιμήσεις σχετικά με προϊόντα . 32

Αποτίμηση σε σταθερές τιμές . 33

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

(συνέχεια)

Σελίδα

Χρόνος καταγραφής . 33

Ενοποίηση και καθάρισμα . 33

Ενοποίηση . 33

Καθάρισμα . 34

Λογαριασμοί, εξισωτικά μεγέθη και μακροοικονομικά μεγέθη . 34

Ακολουθία λογαριασμών . 34

Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών . 35

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής . 35

Εξισωτικά μεγέθη . 35

Μακροοικονομικά μεγέθη . 35

Το πλαίσιο εισροών-εκροών . 35

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.

ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ Η ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ . 37

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ . 37

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ . 39

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ . 40

Μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11) . 42

Υποτομέας: Δημόσιες μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11001) . 43

Υποτομέας: Εθνικές (ημεδαπές) ιδιωτικές μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11002) . 44

Υποτομέας: Μη χρηματοδοτικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003) . 44

Χρηματοδοτικές εταιρείες (S.12) . 44

Υποτομέας: Κεντρική τράπεζα (S.121) . 46

Υποτομέας: Λοιποί νομισματικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί (S.122) . 47

Υποτομέας: Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.123) . 48

Υποτομέας: Επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και φορείς (S.124) . 48

Υποτομέας: Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125) . 49

Δημόσιος τομέας (S.13) . 50

Υποτομέας: Κεντρική διοίκηση (S.1311) . 50

Υποτομέας: Διοίκηση ομόσπονδου κρατιδίου (S.1312) . 50

Υποτομέας: Τοπική αυτοδιοίκηση (S.1313) . 50

Υποτομέας: Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314) . 51

Νοικοκυριά (S.14) . 51

Υποτομέας: Εργοδότες (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) (S.141 + S.142) . 52

Υποτομέας: Μισθωτοί (S.143) . 52

Υποτομέας: Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441) . 52

Υποτομέας: Αποδέκτες συντάξεων (S.1442) . 52

Υποτομέας: Αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443) . 52

Υποτομέας: Λοιπά (S.145) . 52

Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (S.15) . 53

Αλλοδαπή (S.2) . 53

Ταξινόμηση κατά τομείς των τυποποιημένων νομικών μορφών των μονάδων παραγωγής . 54

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.

(συνέχεια)

Σελίδα

ΤΟΠΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ . 56

Η τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας . 57

Η βιομηχανία . 57

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ . 58

ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΜΟΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΣ ΚΛΑΔΟΙ . 58

Η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής . 58

Ο ομοιογενής κλάδος . 58

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΟΜΟΙΟΓΕΝΩΝ ΚΛΑΔΩΝ . 59

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3.

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ . 60

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝ . 61

Κύριες, δευτερεύουσες και βοηθητικές δραστηριότητες . 62

Προϊόν (P.1) . 62

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης προϊόντος . 68

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ (P.2) . 73

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της ενδιάμεσης ανάλωσης . 75

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (P.3, P.4) . 75

Τελική καταναλωτική δαπάνη (P.3) . 75

Πραγματική τελική κατανάλωση (P.4) . 76

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της τελικής καταναλωτικής δαπάνης . 78

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης της πραγματικής τελικής κατανάλωσης . 78

ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ (P.5) . 79

Ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (P.51) . 79

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης των ακαθαρίστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου . 81

Μεταβολές αποθεμάτων (P.52) . 82

Χρόνος καταγραφής και αποτίμησης των μεταβολών αποθεμάτων . 83

Αγορές μείον πωλήσεις τιμαλφών (P.53) . 84

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (P.6 ΚΑΙ P.7) . 84

Εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών (P.61 και P.71) . 85

Εισαγωγές και εξαγωγές υπηρεσιών (P.62 και P.72) . 87

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ . 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ . 91

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (D.1) . 91

Μισθοί και ημερομίσθια (D.11) . 91

Μισθοί και ημερομίσθια σε χρήμα . 91

Μισθοί και ημερομίσθια σε είδος . 91

Κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.12) . 93

Πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.121) . 93

Τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.122) . 93

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

(συνέχεια)

Σελίδα

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ (D.2) . 94

Φόροι επί προϊόντων (D.21) . 95

Φόροι τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) (D.211) . 95

Φόροι και δασμοί επί εισαγωγών εκτός από ΦΠΑ (D.212) . 95

Φόροι επί προϊόντων, εκτός από ΦΠΑ και φόρους επί εισαγωγών (D.214) . 96

Λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29) . 96

Φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών που καταβάλλονται στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . 97

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ (D.3) . 98

Επιδοτήσεις προϊόντων (D.31) . 98

Επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311) . 99

Λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319) . 99

Λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39) . 99

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (D.4) . 101

Τόκος (D.41) . 101

Τόκοι καταθέσεων, δανείων και εισπρακτέων και πληρωτέων λογαριασμών . 101

Τόκοι χρεογράφων . 101

Τόκοι συναλλαγματικών και παρόμοιων βραχυπρόθεσμων μέσων . 101

Τόκοι ομολόγων και ομολογιών χρέους . 101

Ανταλλαγές επιτοκίων (swaps) και προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων . 102

Επιτόκιο χρηματοδοτικών μισθώσεων . 102

Λοιποί τόκοι . 102

Χρόνος καταγραφής . 103

Διανεμόμενο εισόδημα εταιρειών (D.42) . 103

Μερίσματα (D.421) . 103

Αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών (D.422) . 104

Επανεπενδυόμενα έσοδα από άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (D.43) . 105

Εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων (D.44) . 105

Γιαοπρόσοδος και έσοδα από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους (D.45) . 106

Γαιοπρόσοδος από εκτάσεις γης . 106

Έσοδα από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους . 106

ΤΡΕΧΟΝΤΕΣ ΦΟΡΟΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, ΠΛΟΥΤΟΥ, Κ.ΛΠ. (D.5) . 106

Φόροι εισοδήματος (D.51) . 107

Λοιποί τρέχοντες φόροι (D.59) . 107

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ (D.6) . 108

Κοινωνικές εισφορές (D.61) . 110

Πραγματικές κοινωνικές εισφορές (D.611) . 110

Τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές (D.612) . 111

Κοινωνικές παροχές εκτός από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος (D.62) . 112

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε χρήμα (D.621) . 112

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση (D.622) . 113

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

(συνέχεια)

Σελίδα

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε εργαζομένους χωρίς χρηματοδότηση (D.623) . 113

Παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε χρήμα (D.624) . 113

Κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος (D.63) . 113

Κοινωνικές παροχές σε είδος (D.631) . 113

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης, επιστροφές (D.6311) . 114

Λοιπές παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε είδος (D.6312) . 114

Παροχές κοινωνικής βοήθειας σε είδος (D.6313) . 114

Μεταβιβάσεις ατομικών μη εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών (D.632) . 114

ΛΟΙΠΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ (D.7) . 115

Καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής (D.71) . 115

Απαιτήσεις από ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής (D.72) . 116

Τρέχουσες μεταβιβάσεις στο εσωτερικό του δημόσιου τομέα (D.73) . 116

Τρέχουσα διεθνής συνεργασία (D.74) . 117

Διάφορες τρέχουσες μεταβιβάσεις (D.75) . 118

Τρέχουσες μεταβιβάσεις προς MKIEN . 118

Τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ νοικοκυριών . 118

Πρόστιμα . 118

Λαχεία και τυχερά παιχνίδια . 119

Πληρωμές αποζημιώσεων . 119

Τέταρτος ίδιος πόρος με βάση το ΑΕΠ . 119

Λοιπά . 119

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ ΣΕ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ (D.8) . 120

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (D.9) . 121

Φόροι κεφαλαίου (D.91) . 121

Επιχορηγήσεις επενδύσεων (D.92) . 122

Λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου (D.99) . 123

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ . 125

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ . 127

Νομισματικός χρυσός και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.1) . 129

Νομισματικός χρυσός (F.11) . 129

Ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.12) . 130

Μετρητά και καταθέσεις (F.2) . 130

Μετρητά (F.21) . 130

Μεταβιβάσιμες καταθέσεις (F.22) . 131

Λοιπές καταθέσεις (F.29) . 131

Χρεόγραφα εκτός από μετοχές (F.3) . 132

Χρεόγραφα εκτός από μετοχές, εξαιρουμένων των χρηματοπιστωτικών παραγώγων (F.33) . 132

Βραχυπρόθεσμα χρεόγραφα εκτός από μετοχές, εξαιρουμένων των χρηματοπιστωτικών παραγώγων (F.331) . 133

Μακροπρόθεσμα χρεόγραφα εκτός από μετοχές, εξαιρουμένων των χρηματοπιστωτικών παραγώγων (F.332) . 133

Χρηματοπιστωτικά παράγωγα (F.34) . 134

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

(συνέχεια)

Σελίδα

Δάνεια (F.4) . 135

Βραχυπρόθεσμα δάνεια (F.41) . 135

Μακροπρόθεσμα δάνεια (F.42) . 135

Μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο (F.5) . 137

Μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο, εξαιρουμένων των μετοχών αμοιβαίων κεφαλαίων (F.51) . 138

Μετοχές που έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, εξαιρουμένων των μετοχών αμοιβαίων κεφαλαίων (F.511), και μετοχές που δεν έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο, εξαιρουμένων των μετοχών αμοιβαίων κεφαλαίων (F.512) . 138

Λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο (F.513) . 139

Μετοχές αμοιβαίων κεφαλαίων (F.52) . 139

Τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (F.6) . 139

Καθαρή συμμετοχή νοικοκυριών σε αποθεματικά ασφαλειών ζωής και σε αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων (F.61) . 140

Καθαρή συμμετοχή νοικοκυριών σε αποθεματικά ασφαλειών ζωής (F.611) . 140

Καθαρή συμμετοχή νοικοκυριών σε αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων (F.612) . 141

Προκαταβολές ασφαλίστρων και αποθεματικά έναντι εκκρεμών απαιτήσεων (F.62) . 142

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (F.7) . 142

Εμπορικές πιστώσεις και προκαταβολές (F.71) . 143

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί, εκτός από εμπορικές πιστώσεις και προκαταβολές (F.79) . 143

Υπόμνημα του ισολογισμού: άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (F.m) . 144

ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ . 144

Αποτίμηση . 144

Χρόνος καταγραφής . 147

Κατάρτιση χρηματοπιστωτικών συναλλαγών από τις μεταβολές στους ισολογισμούς . 147

Παράρτημα 5.1: Σύνδεση με τα συνολικά μεγέθη χρήματος . 147

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

ΛΟΙΠΕΣ ΡΟΕΣ . 149

ΑΝΑΛΩΣΗ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (Κ.1) . 149

ΑΓΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Κ.2) . 149

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Κ.3 - Κ.12) . 150

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ (Κ.3-Κ.10 ΚΑΙ Κ.12) . 150

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Κ.3) . 151

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Κ.4) . 151

ΦΥΣΙΚΗ ΑΥΞΗΣΗ ΜΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕΝΩΝ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ (Κ.5) . 151

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΜΗ ΠΑΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Κ.6) . 152

ΖΗΜΙΕΣ ΛΟΓΩ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ (Κ.7) . 152

ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ (Κ.8) . 152

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Π.Δ.Κ.Α. (Κ.9) . 152

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ Π.Δ.Κ.Α. (Κ.10) . 153

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

(συνέχεια)

Σελίδα

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΟΜΗΣ (Κ.12) . 154

Μεταβολές της ταξινόμησης και της δομής τομέων (Κ.12.1) . 154

Μεταβολές της ταξινόμησης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων (Κ.12.2) . 154

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ ΚΕΡΔΗ/ΖΗΜΙΕΣ ΚΤΗΣΗΣ (Κ.11) . 155

Ουδέτερα κέρδη/ζημίες χρήσης (Κ.11.1) . 156

Πραγματικά κέρδη/ζημίες κτήσης (Κ.11.2) . 156

Κέρδη κτήσης κατά είδος χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου . 157

Μετρητά και καταθέσεις (AF.2) . 157

Δάνεια (AF.4) και λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.7) . 157

Χρεόγραφα εκτός από μετοχές (AF.3) . 157

Μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε μετοχικό κεφάλαιο (AF.5) . 158

Τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (AF.6) . 158

Χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε ξένα νομίσματα . 158

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ . 159

ΕΙΔΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ . 160

Μη χρηματοπιστωτικά παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.1) . 160

Μη χρηματοπιστωτικά μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.2) . 160

Χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις (AF) . 161

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ . 163

Γενικές αρχές αποτίμησης . 163

ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (ΑΝ) . 164

Παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.1) . 164

Πάγια περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.11) . 164

Υλικά πάγια περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.111) . 164

Άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.112) . 164

Αποθέματα (ΑΝ.12) . 164

Τιμαλφή (ΑΝ.13) . 165

Μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.2) . 165

Υλικά μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.21) . 165

Γη (ΑΝ.211) . 165

Περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους (ΑΝ.212) . 165

Λοιπά φυσικά περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.213 και ΑΝ.214) . 165

Άυλα μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία (ΑΝ.22) . 165

Χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις (AF) . 166

Νομισματικός χρυσός και ΕΤΔ (AF.1) . 166

Μετρητά και καταθέσεις (AF.2) . 166

Χρεόγραφα εκτός από μετοχές (AF.3) . 166

Δάνεια (AF.4) . 167

Μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο (AF.5) . 167

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

(συνέχεια)

Σελίδα

Τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (AF.6) . 167

Λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.7) . 168

Υπομνήματα του ισολογισμού . 168

Διαρκή καταναλωτικά αγαθά (ΑΝ.m) . 168

Άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (AF.m) . 168

Χρηματοπιστωτικοί ισολογισμοί . 169

Παράρτημα 7.1: Ορισμός κάθε κατηγορίας στοιχείων του ενεργητικού . 170

Παράρτημα 7.2: Σχήμα εγγράφων από ισολογισμό ανοίγματος σε ισολογισμό κλεισίματος . 178

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΕΞΙΣΩΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ . 181

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ . 184

Τρέχοντες λογαριασμοί . 184

Λογαριασμός παραγωγής (Ι) . 184

Λογαριασμοί διανομής και χρήσης εισοδήματος (ΙΙ) . 184

Λογαριασμοί πρωτογενούς διανομής εισοδήματος (ΙΙ.1) . 186

Λογαριασμός παραγωγής εισοδήματος (ΙΙ.1.1) . 186

Λογαριασμός διανομής πρωτογενούς εισοδήματος (ΙΙ.1.2) . 186

Λογαριασμός επιχειρηματικού εισοδήματος (ΙΙ.1.2.1) . 186

Λογαριασμός διανομής λοιπού πρωτογενούς εισοδήματος (ΙΙ.1.2.2) . 192

Λογαριασμός δευτερογενούς διανομής εισοδήματος (ΙΙ.2) . 192

Λογαριασμός αναδιανομής εισοδήματος σε είδος (ΙΙ.3) . 200

Λογαριασμός χρήσης εισοδήματος (ΙΙ.4) . 200

Λογαριασμός χρήσης διαθεσίμου εισοδήματος (ΙΙ.4.1) . 200

Λογαριασμός χρήσης διορθωμένου διαθεσίμου εισοδήματος (ΙΙ.4.2) . 200

Λογαριασμοί συσσώρευσης (ΙΙΙ) . 202

Λογαριασμός κεφαλαίου (ΙΙΙ.1) . 202

Λογαριασμός μεταβολής της καθαρής θέσης λόγω αποταμίευσης και μεταβιβάσεων κεφαλαίου (ΙΙΙ.1.1) . 202

Λογαριασμός απόκτησης μη χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων (ΙΙΙ.1.2) . 202

Χρηματοπιστωτικός λογαριασμός (ΙΙΙ.2) . 202

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών περιουσιακών στοιχείων (ΙΙΙ.3) . 202

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων (ΙΙΙ.3.1) . 209

Λογαριασμός ανατίμησης (ΙΙΙ.3.2) . 209

Λογαριασμός ουδέτερων κερδών και ζημιών κτήσης (ΙΙΙ.3.2.1) . 209

Λογαριασμός πραγματικών κερδών και ζημιών κτήσης (ΙΙΙ.3.2.2) . 209

Ισολογισμοί (IV) . 218

Ισολογισμός ανοίγματος (IV.1) . 218

Μεταβολές του ισολογισμού (IV.2) . 218

Ισολογισμός κλεισίματος (IV.3) . 218

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

(συνέχεια)

Σελίδα

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ (V) . 218

Τρέχοντες λογαριασμοί . 223

Εξωτερικός λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών (V.1) . 223

Εξωτερικός λογαριασμός πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (V.2) . 223

Εξωτερικοί λογαριασμοί συσσώρευσης (V.3) . 223

Λογαριασμός κεφαλαίου (V.3.1) . 223

Χρηματοπιστωτικός λογαριασμός (V.3.2) . 223

Λογαριασμός λοιπών μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων (V.3.3) . 223

Ισολογισμοί (V.4) . 224

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (0) . 232

ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ . 233

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ . 243

Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε τιμές αγοράς (ΑΕγχΠ) . 243

Λειτουργικό πλεόνασμα του συνόλου της οικονομίας . 243

Μεικτό εισόδημα του συνόλου της οικονομίας . 243

Επιχειρηματικό εισόδημα του συνόλου της οιικονομίας . 243

Εθνικό εισόδημα (σε τιμές αγοράς) . 243

Εθνικό διαθέσιμο εισόδημα . 244

Αποταμίευση . 244

Τρέχον εξισωτικό ισοζύγιο . 244

Καθαρή χορήγηση (+) ή λήψη (-) δανείων του συνόλου της οικονομίας . 244

Καθαρή θέση του συνόλου της οικονομίας . 244

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΜΗΤΡΑΣ . 244

Παρουσίαση των λογαριασμών του ΕΣΟΛ με τη μορφή μήτρας . 245

Ιδιότητες των λογιστικών μητρών . 248

Προσαρμογή της μήτρας μειωμένου μεγέθους σε συγκεκριμένους τύπους ανάλυσης . 249

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΙΣΡΟΩΝ-ΕΚΡΟΩΝ . 264

ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΩΝ . 268

ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΜΕΑΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ . 282

ΣΥΜΜΕΤΡΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΕΙΣΡΟΩΝ-ΕΚΡΟΩΝ . 282

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10.

ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ . 287

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ . 288

Το ολοκληρωμένο σύστημα δεικτών τιμών και όγκου . 288

Δείκτες τιμών και όγκου για άλλα συνολικά μεγέθη . 289

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ . 290

Ορισμός των τιμών και των όγκων των εμπορευσίμων προϊόντων . 290

Διαφορές ποιότητας και διαφορές τιμής . 290

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10.

(συνέχεια)

Σελίδα

Αρχές για τις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες . 291

Αρχές για την προστιθέμενη αξία και το ΑΕγχΠ . 292

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ . 292

Γενική εφαρμογή . 293

Εφαρμογή σε συγκεκριμένες ροές . 293

Ροές αγαθών και εμπορεύσιμων υπηρεσιών . 293

Ροές μη εμπορεύσιμων υπηρεσιών . 294

Φόροι και επιδοτήσεις προϊόντων και εισαγωγών . 295

Ανάλωση παγίου κεφαλαίου . 296

Εισόδημα εξαρτημένης εργασίας . 296

Αποθέματα παραχθέντων παγίων περιουσιακών στοιχείων και απογραφές . 296

Μέτρα του πραγματικού εισοδήματος για το σύνολο της οικονομίας . 297

ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ ΤΥΠΩΝ ΤΩΝ ΔΕΙΚΤΩΝ ΚΑΙ ΕΤΟΥΣ ΒΑΣΗΣ . 298

ΔΕΙΚΤΕΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΟΓΚΟΥ ΓΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ . 298

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΡΟΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ . 300

ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ . 300

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ . 301

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ . 302

Μισθωτοί . 302

Αυτοπασχολούμενοι . 303

Απασχόληση και μόνιμη κατοικία . 303

ΑΝΕΡΓΙΑ . 304

ΘΕΣΕΙΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ . 305

Θέσεις απασχόλησης και μόνιμη κατοικία . 305

ΣΥΝΟΛΟ ΩΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ . 305

ΙΣΟΔΥΝΑΜΟ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ . 306

ΕΙΣΡΟΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΣΕ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ . 307

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12.

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ . 308

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ . 310

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ . 310

ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ . 310

ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ . 311

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΚΑΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ . 312

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ . 314

Σελίδα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Ι. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΠΟΥ ΜΕΤΡΩΝΤΑΙ ΕΜΜΕΣΑ (ΥΧΔΜΕ) . 315

Αλλαγές που πρέπει να γίνουν στα κεφάλαια του ΕΣΟΛ αν κατανέμονται οι ΥΧΔΜΕ . 315

ΙΙ. ΜΙΣΘΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΡΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ . 321

Ορισμοί . 321

Μίσθωση . 321

Λειτουργική μίσθωση . 321

Χρηματοδοτική μίσθωση . 321

Αγορά με δόσεις . 322

Αντιμετώπιση στους λογαριασμούς . 322

Λειτουργική μίσθωση . 322

Χρηματοδοτική μίσθωση . 322

Αγορά με δόσεις . 323

ΙΙΙ. ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ . 325

Εισαγωγή . 325

Ορισμοί . 325

Κοινωνικές ασφαλίσεις . 325

Κρατικά προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης . 325

Προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση . 326

Προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης χωρίς χρηματοδότηση διαχειριζόμενα από τους εργοδότες . 326

Λοιπές ασφάλειες . 326

Λοιπές ασφάλειες ζωής . 326

Λοιπές ασφάλειες, εκτός των ασφαλειών ζωής . 326

Αντασφάλιση . 327

Επικουρικοί ασφαλιστές . 327

Αντιμετώπιση στους λογαριασμούς . 327

Κοινωνικές ασφαλίσεις . 327

Κρατικά προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης . 327

Προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση . 328

Προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης χωρίς χρηματοδότηση τα οποία διαχειρίζονται εργοδότες . 329

Λοιπές ασφαλίσεις . 330

Λοιπές ασφάλειες ζωής . 331

Λοιπές ασφάλειες, εκτός των ασφαλειών ζωής . 332

Αντασφάλιση . 333

Επικουρικοί ασφαλιστές . 333

Ασφαλίσεις - Αριθμητικό παράδειγμα . 334

IV. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ . 339

Ταξινομήσεις . 339

Ταξινόμηση θεσμικών τομέων (S) . 339

Σελίδα

Ταξινόμηση συναλλαγών και λοιπών ροών . 340

Ταξινόμηση εξισωτικών μεγεθών (Β) . 343

Ταξινόμηση περιουσιακών στοιχείων (στοιχείων του ενεργητικού) (Α) . 344

Ανακατάταξη και κωδικοποίηση βιομηχανιών (Α), προϊόντων (Ρ) και επενδύσεων (σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) (Pi) . 346

Ταξινόμηση της ατομικής κατανάλωσης με βάση το σκοπό (COICOP) (μονοψήφιο και διψήφιο επίπεδο) . 354

Ταξινόμηση των κρατικών λειτουργιών (COFOG) . 355

Λογαριασμοί . 357

Πίνακες

2.1.

Τομείς και υποτομείς . 40

2.2.

Είδος παραγωγού, κύριες δραστηριότητες και λειτουργίες κατά τομέα . 42

2.3.

Ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων κατά τομείς σύμφωνα με τις κύριες τυποποιημένες νομικές μορφές ιδιοκτησίας . 55

3.1.

Διάκριση μεταξύ παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγών για ίδια τελική χρήση και παραγωγών λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος για θεσμικές μονάδες . 64

3.2.

Θεσμικές μονάδες, τοπικές ΜΟΔ και παραγωγή, και η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής . 67

3.3.

Η διάκριση εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής για τοπικές ΜΟΔ και την παραγωγή τους . 68

3.4.

Αντιμετώπιση της μεταφοράς εξαγομένων αγαθών . 88

3.5.

Αντιμετώπιση της μεταφοράς εισαγομένων αγαθών . 89

5.1.

Ταξινόμηση χρηματοπιστωτικών συναλλαγών . 128

8.1.

Συνοπτική παρουσίαση των λογαριασμών, των εξισωτικών μεγεθών και των κυρίων μακροοικονομικών μεγεθών . 182

8.2.

Λογαριασμός Ι: Λογαριασμός παραγωγής . 185

8.3.

Λογαριασμός ΙΙ.1.1: Λογαριασμός δημιουργίας εισοδήματος . 187

8.4.

Λογαριασμός ΙΙ.1.2.: Λογαριασμός διανομής πρωτογενούς εισοδήματος . 189

8.5.

Λογαριασμοί ΙΙ.1.2.1: Λογαριασμός επιχειρηματικού εισοδήματος και ΙΙ.1.2.2: λογαριασμός διανομής λοιπού πρωτογενούς εισοδήματος. . 193

8.6.

Λογαριασμός ΙΙ.2: Λογαριασμός δευτερογενούς διανομής εισοδήματος . 196

8.7.

Λογαριασμός ΙΙ.3: Λογαριασμός αναδιανομής εισοδήματος σε είδος . 199

8.8.

Λογαριασμός ΙΙ.4.1: Λογαριασμός χρήσης διαθεσίμου εισοδήματος . 201

8.9.

Λογαριασμός ΙΙ.4.2: Λογαριασμός χρήσης διορθωμένου διαθεσίμου εισοδήματος . 203

8.10.

Λογαριασμός ΙΙΙ.1.1: Λογαριασμός μεταβολής της καθαρής θέσης λόγω αποταμίευσης και μεταβιβάσεων κεφαλαίου . 204

8.11.

Λογαριασμός ΙΙΙ.1.2: Λογαριασμός απόκτησης μη χρηματοπιστώτικών περιουσιακών στοιχείων . 205

8.12.

Λογαριασμός ΙΙΙ.2: Χρηματοπιστωτικός λογαριασμός . 207

8.13.

Λογαριασμός ΙΙΙ.3.1: Λογαριασμός λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων . 210

8.14.

Λογαριασμός ΙΙΙ.3.2: Λογαριασμός ανατίμησης . 214

8.15.

Λογαριασμός IV: Ισολογισμοί . 219

8.16.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για την αλλοδαπή (λογαριασμός εξωτερικών συναλλαγών) . 224

8.17.

Λογαριασμός 0: Λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών . 232

8.18.

Ολοκληρωμένοι οικονομικοί λογαριασμοί . 234

8.19.

Παρουσίαση της πλήρους ακολουθίας λογαριασμών και των εξισωτικών μεγεθών για το σύνολο της οικονομίας με τη μορφή μήτρας . 250

8.20.

Σχηματική παρουσίαση μιας μήτρας κοινωνικής λογιστικής . 257

8.21.

Παράδειγμα πιο αναλυτικής μήτρας κοινωνικής λογιστικής . 260

8.22.

Παράδειγμα λεπτομερούς υπομήτρας: καθαρή προστιθέμενη αξία (βασικές τιμές) . 262

Σελίδα

9.1.

Απλουστευμένος πίνακας προσφοράς . 264

9.2.

Απλουστευμένος πίνακας χρήσεων . 264

9.3.

Απλουστευμένος συνδυασμένος πίνακας προσφοράς και χρήσεων . 265

9.4.

Απλουστευμένος συμμετρικός πίνακας εισροών-εκροών (προϊόν κατά προϊόν) . 266

9.5.

Πίνακας προσφοράς σε βασικές τιμές, περιλαμβανομένης και της μετατροπής σε τιμές αγοραστή . 269

9.6.

Πίνακας χρήσης σε τιμές διάθεσης (αγοραστή) . 270

9.7.

Απλός πίνακας εμπορικών και μεταφορικών περιθωρίων . 274

9.8.

Απλός πίνακας που παρουσιάζει φόρους μείον επιδοτήσεις προϊόντων . 275

9.9.

Πίνακας χρήσεων για τις εισαγωγές . 279

9.10.

Πίνακας χρήσεων σε βασικές τιμές για την εγχώρια παραγωγή (το εγχώριο προϊόν) . 280

9.11.

Πίνακας που συνδέει τους πίνακες προσφοράς και χρήσεων με τους τομεακούς λογαριασμούς . 282

9.12.

Συμμετρικός πίνακας εισροών-εκροών σε βασικές τιμές (προϊόν κατά προϊόν) . 284

9.13.

Συμμετρικός πίνακας εισροών-εκροών για την εγχώρια παραγωγή (προϊόν κατά προϊόν) . 286

Α.Ι.1.

Αποτέλεσμα της κατανομής των ΥΧΔΜΕ σε θεσμικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών για τους παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος . 318

Α.Ι.2.

Αποτέλεσμα της κατανομής των ΥΧΔΜΕ μόνο σε πλασματικό τομέα . 319

Α.ΙΙΙ.1.

Κρατικά προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης . 334

Α.ΙΙΙ.2.

Προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση . 335

Α.ΙΙΙ.3.

Προγράμματα χωρίς χρηματοδότηση, τα οποία διαχειρίζονται εργοδότες . 336

Α.ΙΙΙ.4.

Λοιπές ασφάλειες ζωής . 337

Α.ΙΙΙ.5.

Λοιπές ασφάλειες, εκτός των ασφαλειών ζωής . 338

A.IV.1.

Λογαριασμός 0: Λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών . 357

A.IV.2.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για το σύνολο της οικονομίας . 357

A.IV.3.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για μη χρηματοδοτικές εταιρείες . 371

A.IV.4.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για χρηματοδοτικές εταιρείες . 380

A.IV.5.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για το δημόσιο τομέα . 390

A.IV.6.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για τα νοικοκυριά . 401

A.IV.7.

Πλήρης ακολουθία λογαριασμών για μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά . 412

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

1.01. Το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών (ΕΣΟΛ 1995, ή απλώς: ΕΣΟΛ) είναι ένα διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο για τη συστηματική και λεπτομερή περιγραφή μιας συνολικής οικονομίας (δηλαδή περιφέρειας, χώρας ή ομάδας χωρών), των συνιστωσών της και των σχέσεών της με άλλες συνολικές οικονομίες.

Το ΕΣΟΛ 1995 αντικαθιστά το ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών που δημοσιεύτηκε το 1970 (ΕΣΟΛ 1970 7 μια δεύτερη, ελαφρά τροποποιημένη έκδοση, κυκλοφόρησε το 1978).

Το ΕΣΟΛ 1995 είναι πλήρως συμβατό με τις αναθεωρημένες παγκόσμιες κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς, το σύστημα εθνικών λογαριασμών (ΣΕΛ 1993, ή απλώς ΣΕΛ 7 αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές καταρτίστηκαν από κοινού από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, το ΔΝΤ, την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τον ΟΟΣΑ και τη Διεθνή Τράπεζα). Πάντως, το ΕΣΟΛ είναι πιο προσαρμοσμένο προς τις συνθήκες και τις ανάγκες δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως το ΣΕΛ, το ΕΣΟΛ είναι εναρμονισμένο με τις έννοιες και τις ταξινομήσεις που χρησιμοποιούνται σε πολλές άλλες κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι στατιστικές της απασχόλησης, οι στατιστικές της βιομηχανικής παραγωγής και οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου. Επομένως το ΕΣΟΛ μπορεί να χρησιμεύσει ως κεντρικό πλαίσιο αναφοράς για τις κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της.

1.02. Το πλαίσιο του ΕΣΟΛ αποτελείται από δύο βασικά σύνολα πινάκων:

α) τομεακούς λογαριασμούς (1) 7

β) πλαίσιο εισροών - εκροών (2) και λογαριασμούς κατά βιομηχανία (3).

Οι τομεακοί λογαριασμοί παρέχουν, κατά θεσμικό τομέα, μια συστηματική περιγραφή των διαφόρων σταδίων της οικονομικής διεργασίας: παραγωγής, δημιουργίας εισοδήματος, διανομής εισοδήματος, αναδιανομής εισοδήματος, χρήσης εισοδήματος και χρηματοοικονομικής και μη χρηματοοικονομικής συσσώρευσης. Οι τομεακοί λογαριασμοί περιλαμβάνουν επίσης ισολογισμούς, οι οποίοι περιγράφουν τα αποθέματα στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και την καθαρή θέση κατά την αρχή και το τέλος της λογιστικής περιόδου.

Το πλαίσιο εισροών-εκροών και οι λογαριασμοί κατά βιομηχανία περιγράφουν με περισσότερη λεπτομέρεια την παραγωγική διεργασία (διάρθρωση κόστους, δημιουργούμενο εισόδημα και αποσχόληση) και τις ροές αγαθών και υπηρεσιών (προϊόν, εισαγωγές, εξαγωγές, τελική κατανάλωση, ενδιάμεση ανάλωση και σχηματισμό κεφαλαίου κατά ομάδα προϊόντων).

Το ΕΣΟΛ περιλαμβάνει έννοιες σχετικές με τον πληθυσμό και την απασχόληση (4). Οι έννοιες αυτές αφορούν τόσο τους τομεακούς λογαριασμούς όσο και το πλαίσιο εισροών-εκροών.

Το ΕΣΟΛ δεν περιορίζεται στους ετήσιους εθνικούς λογαριασμούς αλλά εφαρμόζεται και για τριμηνιαίους λογαριασμούς (5) και περιφερειακούς λογαριασμούς (6).

ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΣΟΛ

Πλαίσιο για ανάλυση και πολιτική

1.03. Το πλαίσιο ΕΣΟΛ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση και αξιολόγηση των εξής:

α) της δομής μιας συνολικής οικονομίας 7 χαρακτηριστικά παραδείγματα:

(1) προστιθέμενη αξία και απασχόληση κατά βιομηχανία,

(2) προστιθέμενη αξία και απασχόληση κατά περιφέρεια,

(3) διανεμόμενο εισόδημα κατά τομέα,

(4) εισαγωγές και εξαγωγές κατά ομάδα προϊόντων,

(5) δαπάνη για τελική κατανάλωση κατά ομάδα προϊόντων,

(6) επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και απόθεμα παγίου κεφαλαίου κατά βιομηχανία,

(7) σύνθεση των αποθεμάτων και των ροών των χρηματοπιστωτικών στοιχείων του ενεργητικού κατά είδος στοιχείου και κατά τομέα 7

β) συγκεκριμένων μερών ή πτυχών μιας συνολικής οικονομίας 7 χαρακτηριστικά παραδείγματα:

(1) τραπεζικό σύστημα και χρηματοδότηση στην εθνική οικονομία,

(2) ρόλος του δημοσίου,

(3) οικονομία μιας συγκεκριμένης περιφέρειας (σε σύγκριση με την οικονομία του συνόλου της χώρας) 7

γ) της ανάπτυξης μιας συνολικής οικονομίας διαχρονικά 7 χαρακτηριστικά παραδείγματα:

(1) ανάλυση των ρυθμών αύξησης του ΑΕγχΠ,

(2) ανάλυση του πληθωρισμού,

(3) ανάλυση εποχιακών χαρακτηριστικών των δαπανών των νοικοκυριών με βάση τους τριμηνιαίους λογαριασμούς,

(4) ανάλυση της μεταβολής της σημασίας συγκεκριμένων χρηματοδοτικών μέσων διαχρονικά, π.χ. αυξανόμενη σημασία των προαιρετικών δικαιωμάτων (options),

(5) σύγκριση των βιομηχανικών δομών της εθνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, π.χ. για περίοδο 30 ετών 7

δ) μιας συνολικής οικονομίας σε σχέση με άλλες συνολικές οικονομίες 7 χαρακτηριστικά παραδείγματα:

(1) σύγκριση των ρόλων του δημοσίου στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(2) ανάλυση των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(3) ανάλυση της σύνθεσης και του προορισμού των εξαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(4) σύγκριση των ρυθμών αύξησης του ΑΕγχΠ ή του κατά κεφαλήν διαθεσίμου εισοδήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία.

1.04. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της, τα στοιχεία με βάση αυτό το λογιστικό πλαίσιο παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση και παρακολούθηση της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής τους.

Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες πολύ σημαντικές εξειδικευμένες χρήσεις:

α) η παρακολούθηση και η καθοδήγηση της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής: τα κριτήρια σύγκλισης για την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση καθορίστηκαν με βάση τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών (δημόσιο έλλειμμα, δημόσιο χρέος και ΑΕγχΠ) 7

β) η χορήγηση νομισματικής υποστήριξης σε περιφέρειες της ΕΕ: οι δαπάνες των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ βασίζονται κατά ένα μέρος σε στοιχεία των εθνικών λογαριασμών προσαρμοσμένα στις περιφέρειες 7

γ) ο καθορισμός των ιδίων πόρων της ΕΕ. Αυτοί εξαρτώνται από τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών με τρεις τρόπους:

(1) οι συνολικοί πόροι της ΕΕ καθορίζονται ως εκατοστιαίο ποσοστό των ακαθάριστων εθνικών προϊόντων (ΑΕΠ) των κρατών μελών,

(2) ο τρίτος ίδιος πόρος της ΕΕ είναι ο ίδιος πόρος ΦΠΑ. Οι συνεισφορές από τα κράτη μέλη για τον πόρο αυτό επηρεάζονται σε υψηλό βαθμό από τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών, γιατί αυτά χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μέσου ποσοστού ΦΠΑ,

(3) τα σχετικά μεγέθη της συνεισφοράς του κάθε κράτους μέλους για τον τέταρτο ίδιο πόρο της ΕΕ βασίζονται στο αντίστοιχο ακαθάριστο εθνικό προϊόν.

Οκτώ χαρακτηριστικά των εννοιών του ΕΣΟΛ

1.05. Για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ των αναγκών για δεδομένα, και των δυνατότητων κατάρτισης δεδομένων, οι έννοιες του ΕΣΟΛ έχουν οκτώ σημαντικά χαρακτηριστικά. Οι έννοιες είναι:

α) διεθνώς συμβατές 7

β) εναρμονισμένες με τις έννοιες που χρησιμοποιούνται σε άλλες κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές 7

γ) συνεπείς 7

δ) λειτουργικές 7

ε) διαφορετικές από τις περισσότερες διοικητικές έννοιες 7

στ) παγιωμένες και σταθερές για μεγάλη χρονική περίοδο 7

ζ) εστιασμένες στην περιγραφή της οικονομικής διεργασίας με νομισματικούς και εύκολα παρατηρήσιμους όρους 7

η) ευέλικτες και κατάλληλες για πολλές χρήσεις.

1.06. Οι έννοιες είναι διεθνώς συμβατές γιατί:

α) για τα κράτη μέλη της ΕΕ, το ΕΣΟΛ είναι το πρότυπο για την υποβολή δεδομένων εθνικών λογαριασμών σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς. Μόνο για τις εγχώριες δημοσιεύσεις δεν είναι υποχρεωτική η αυστηρή τήρηση του ΕΣΟΛ 7

β) οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι, από όλες τις απόψεις, συμβατές με τις έννοιες των παγκοσμίων κατευθυντήριων γραμμών για τους εθνικούς λογαριασμούς, δηλαδή του ΣΕΛ.

Η διεθνής συμβατότητα των εννοιών έχει ουσιαστική σημασία κατά τη σύγκριση στατιστικών διαφόρων χωρών.

1.07. Οι έννοιες είναι εναρμονισμένες με αυτές που χρησιμοποιούνται σε άλλες οικονομικές και κοινωνικές στατιστικές γιατί:

α) το ΕΣΟΛ χρησιμοποιεί πολλές έννοιες και ταξινομήσεις (π.χ. NACE αναθ. 1) που χρησιμοποιούνται και για τις άλλες οικονομικές και κοινωνικές στατιστικές των κρατών μελών της ΕΕ, π.χ. στατιστικές της βιομηχανικής παραγωγής, στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου και στατιστικές της απασχόλησης 7 οι εννοιολογικές διαφορές περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Επιπλέον, αυτές οι έννοιες και οι ταξινομήσεις της ΕΕ είναι εναρμονισμένες με τις αντίστοιχες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών 7

β) όπως συμβαίνει και με το ΣΕΛ, οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι επίσης εναρμονισμένες με τις έννοιες των κυριότερων διεθνών κατευθυντηρίων γραμμών για ορισμένες άλλες οικονομικές στατιστικές, και συγκεκριμένα το εγχειρίδιο ισοζυγίου πληρωμών του ΔΝΤ, τις στατιστικές δημοσίων οικονομικών του ΔΝΤ, τις στατιστικές εσόδων του ΟΟΣΑ και τα ψηφίσματα της ΔΟΕ σχετικά με τις έννοιες της απασχόλησης, των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν και του κόστους εργασίας.

Αυτή η εναρμόνιση με άλλες κοινωνικές και οικονομικές στατιστικές βοηθά σε σημαντικό βαθμό τη σύνδεση και τη σύγκριση των στοιχείων αυτών. Κατά συνέπεια, μπορούν να καταρτιστούν καλύτερα στοιχεία για τους εθνικούς λογαριασμούς. Επιπλέον, οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτές τις εξειδικευμένες στατιστικές μπορούν τώρα να συσχετιστούν καλύτερα με τις γενικές στατιστικές της εθνικής οικονομίας, δηλαδή στοιχεία των εθνικών λογαριασμών όπως το ΑΕΠ ή η προστιθέμενη αξία κατά βιομηχανία και κατά τομέα.

1.08. Οι ταυτότητες του λογιστικού πλαισίου ενισχύουν τη συνέπεια των εννοιών που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των διαφόρων μερών της οικονομικής διεργασίας (παραγωγή, διανομή εισοδήματος, χρήση εισοδήματος, συσσώρευση). Χάρη, σ' αυτή την εσωτερική συνέπεια, στατιστικές από διαφορετικά μέρη του λογιστικού πλαισίου μπορούν να συσχετισθούν αποτελεσματικά μεταξύ τους. Έτσι, μπορούν π.χ. να υπολογισθούν τα ακόλουθα:

α) στοιχεία για την παραγωγικότητα, όπως η προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας που πραγματοποιήθηκε (για το στοιχείο αυτό απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών της προστιθεμένης αξίας και των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν) 7

β) εθνικό διαθέσιμο εισόδημα κατά κεφαλήν (εδώ απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών του εθνικού διαθεσίμου εισοδήματος και του πληθυσμού) 7

γ) επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως εκατοστιαίο ποσοστό του αποθέματος παγίου κεφαλαίου (εδώ απαιτείται συνέπεια μεταξύ των ορισμών αυτών των ροών και των αποθεμάτων) 7

δ) δημόσιο έλλειμμα και δημόσιο χρέος ως εκατοστιαία ποσοστά του ακαθάριστου εγχωρίου προϊόντος (για τα στοιχεία αυτά απαιτείται συνέπεια μεταξύ των εννοιών του δημοσίου ελλείμματος, του δημοσίου χρέους και του ακαθάριστου εγχωρίου προϊόντος).

Χάρη σε αυτή την εσωτερική συνέπεια των εννοιών μπορούν επίσης να γίνονται ορισμένες εκτιμήσεις βάσει καταλοίπων, π.χ. η αποταμίευση μπορεί να εκτιμάται ως η διαφορά μεταξύ του διαθεσίμου εισοδήματος και της δαπάνης για την τελική κατανάλωση (7).

1.09. Οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι λειτουργικές έννοιες γιατί είναι σχεδιασμένες έχοντας υπόψη τη μέτρησή τους. Ο λειτουργικός χαρακτήρας των εννοιών αποδεικνύεται με διάφορους τρόπους:

α) ορισμένες δραστηριότητες ή στοιχεία χρειάζεται να περιγράφονται μόνο όταν έχουν σημαντικό μέγεθος. Αυτό αφορά για παράδειγμα, την παραγωγή αγαθών από νοικοκυριά για ίδιο λογαριασμό: η ύφανση και η παραγωγή κεραμικών δεν καταγράφονται ως παραγωγή, γιατί αυτοί οι τύποι παραγωγής θεωρούνται ως ασήμαντοι για τις χώρες της ΕΕ. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι μικρά, φθηνά εργαλεία και συσκευές καταγράφονται ως σχηματισμός παγίου κεφάλαιου μόνο όταν η δαπάνη του αγοραστή για τέτοια διαρκή αγαθά υπερβαίνει τα 500 Ecu (σε τιμές 1995) ανά μονάδα (ή, όταν αγοράζονται μεγάλες ποσότητες, για τη συνολική ποσότητα που αγοράζεται) 7 όταν η δαπάνη αυτή δεν υπερβαίνει αυτό το κατώτατο όριο, τα είδη αυτά καταγράφονται ως ενδιάμεση ανάλωση 7

β) ορισμένες έννοιες συνοδεύονται από σαφείς ενδείξεις όσον αφορά το πώς εκτιμώνται. Για παράδειγμα, κατά τον ορισμό της ανάλωσης κεφαλαίου γίνεται αναφορά στη γραμμική απαξίωση και για την εκτίμηση του αποθέματος παγίου κεφαλαίου συνιστάται η χρήση της μεθόδου διαρκούς απογραφής. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποτίμηση της παραγωγής για ίδιο λογαριασμό: καταρχήν, θα πρέπει να γίνεται σε βασικές τιμές αλλά, εάν χρειάζεται ως προσέγγιση των βασικών τιμών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το άθροισμα των διαφόρων στοιχείων του κόστους 7

γ) χρησιμοποιούνται ορισμένες συνθήκες για λόγους ευκολίας. Για παράδειγμα, κατά συνθήκην, οι συλλογικές υπηρεσίες που παρέχονται από το δημόσιο είναι όλες δαπάνη για τελική κατανάλωση 7

δ) οι έννοιες είναι εναρμονισμένες με τις έννοιες των κοινωνικών και οικονομικών στατιστικών που χρησιμοποιούνται ως εισροές για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών.

1.10. Πάντως, ταυτόχρονα, οι έννοιες δεν είναι πάντα εύκολο να τεθούν σε λειτουργία, επειδή συνήθως αποκλείουν σε ορισμένα σημεία αυτές που χρησιμοποιούνται σε διοικητικές πηγές δεδομένων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι επιχειρηματικοί λογαριασμοί, τα δεδομένα για διάφορους τύπους φόρων (ΦΠΑ, ατομικός φόρος εισοδήματος, δασμοί εισαγωγής, κ.λπ.), δεδομένα κοινωνικών ασφαλίσεων και δεδομένα από εποπτικά όργανα τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών. Αυτά τα διοικητικά δεδομένα χρησιμεύουν συχνά ως εισροές για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών. Γενικά, θα πρέπει να μετασχηματίζονται για να είναι συμβατά με το ΕΣΟΛ.

Οι έννοιες του ΕΣΟΛ συνήθως διαφέρουν σε ορισμένα σημεία από τις αντίστοιχες διοικητικές έννοιες, για τους ακόλουθους λόγους:

α) οι διοικητικές έννοιες διαφέρουν από τη μια χώρα στην άλλη. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επιτευχθεί διεθνής συμβατότητα με διοικητικές έννοιες 7

β) οι διοικητικές έννοιες μεταβάλλονται διαχρονικά. Κατά συνέπεια, η συγκρισιμότητα διαχρονικά δεν μπορεί να επιτευχθεί με διοικητικές έννοιες 7

γ) οι έννοιες στις οποίες βασίζονται οι πηγές διοικητικών δεδομένων δεν είναι συνήθως συνεπείς μεταξύ τους. Όμως, η σύνδεση και η σύγκριση δεδομένων, που έχει ουσιαστική σημασία για την κατάρτιση στοιχείων των εθνικών λογαριασμών, είναι δυνατή μόνο με ένα συνεπές σύνολο εννοιών 7

δ) οι διοικητικές έννοιες γενικά δεν είναι οι βέλτιστες για οικονομική ανάλυση και για αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής.

Πάντως, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι πηγές διοικητικών δεδομένων καλύπτουν πολύ ικανοποιητικά τις ανάγκες δεδομένων των εθνικών λογαριασμών και λοιπών στατιστικών, γιατί:

α) έννοιες και ταξινομήσεις που έχουν αρχικά δημιουργηθεί για στατιστικούς σκοπούς μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται και για διοικητικούς σκοπούς, π.χ. ταξινόμηση των δημοσίων δαπανών κατά είδος 7

β) οι πηγές διοικητικών δεδομένων μπορεί να λαμβάνουν ρητώς υπόψη τις (ξεχωριστές) ανάγκες δεδομένων των στατιστικών 7 αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στο σύστημα Intrastat για την παροχή πληροφοριών σχετικά με παραδόσεις αγαθών μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ.

1.11. Οι κύριες έννοιες του ΕΣΟΛ είναι παγιωμένες και σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα, επειδή:

α) έχουν εγκριθεί ως διεθνές πρότυπο για τις επόμενες δεκαετίες 7

β) στις διαδοχικές διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς οι περισσότερες από τις βασικές έννοιες δεν έχουν υποστεί σχεδόν καμία αλλαγή.

Αυτή η εννοιολογική συνέχεια μειώνει την ανάγκη επανυπολογισμού χρονολογικών σειρών και εκμάθησης νέων εννοιών. Επιπλέον, περιορίζει την ευπάθεια των εννοιών σε εθνικές και διεθνείς πολιτικές πιέσεις. Για τους λόγους αυτούς, τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών είναι δυνατόν να χρησιμεύουν ως αντικειμενική βάση δεδομένων για οικονομική πολιτική και ανάλυση για πολλές δεκαετίες.

1.12. Οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι εστιασμένες στην περιγραφή της οικονομικής διεργασίας με νομισματικούς και εύκολα παρατηρήσιμους όρους. Ως επί το πλείστον, θέματα και ροές που δεν είναι εύκολα παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους ή που δεν έχουν σαφές νομισματικό αντίστοιχο δεν λαμβάνονται υπόψη.

Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται αυστηρά, γιατί θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις για συνέπεια και οι διάφορες ανάγκες δεδομένων. Για παράδειγμα, απαιτείται για λόγους συνέπειας να καταγράφεται η αξία των συλλογικών υπηρεσιών που παράγονται από το δημόσιο ως προϊόν, γιατί η πληρωμή αμοιβών στους εργαζομένους και η αγορά κάθε είδους αγαθών και υπηρεσιών από το δημόσιο είναι παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους. Επιπλέον, για σκοπούς οικονομικής ανάλυσης και πολιτικής, η περιγραφή των συλλογικών υπηρεσιών του δημοσίου σε σχέση με την υπόλοιπη εθνική οικονομία αυξάνει επίσης τη χρησιμότητα των εθνικών λογαριασμών ως συνόλου.

1.13. Το πεδίο κάλυψης των εννοιών του ΕΣΟΛ μπορεί να αναδειχθεί εξετάζοντας ορισμένες σημαντικές οριακές περιπτώσεις.

Τα παρακάτω εμπίπτουν στο παραγωγικό όριο του ΕΣΟΛ (βλέπε παραγράφους 3.07 έως 3.09):

α) παραγωγή ατομικών και συλλογικών υπηρεσιών από το δημόσιο 7

β) παραγωγή υπηρεσιών στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης από ιδιοκτήτες κατοικιών 7

γ) παραγωγή αγαθών για ίδια τελική κατανάλωση, π.χ. γεωργικών προϊόντων 7

δ) κατασκευή για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των νοικοκυριών 7

ε) παραγωγή υπηρεσιών από αμοιβόμενο οικιακό προσωπικό 7

στ) καλλιέργεια ιχθύων σε ιχθυοτροφεία 7

ζ) παργωγή που απαγορεύεται από το νόμο, π.χ. πορνεία και παραγωγή ναρκωτικών 7

η) παραγωγή από την οποία τα έσοδα δεν δηλώνονται όλα στις φορολογικές αρχές, π.χ. λαθραία παραγωγή υφασμάτων.

Τα παρακάτω δεν εμπίπτουν στο παραγωγικό όριο:

α) οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό, π.χ. καθαρισμός, παρασκευή γευμάτων ή περίθαλψη ασθενών ή ηλικιωμένων 7

β) εθελοντικές υπηρεσίες που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παραγωγή αγαθών, π.χ. περίθαλψη και καθαρισμός χωρίς αμοιβή 7

γ) φυσική αναπαραγωγή ιχθύων στην ανοικτή θάλασσα.

Γενικά, το ΕΣΟΛ καταγράφει όλες τις εκροές που προέρχονται από παραγωγή που πραγματοποιείται μέσα στο όριο παραγωγής. Πάντως, υπάρχουν ορισμένες ειδικές εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό:

α) οι εκροές των βοηθητικών δραστηριοτήτων δεν καταγράφονται 7 όλες οι εισροές που αναλώνονται από μια βοηθητική δραστηριότητα - υλικά, εργασία, ανάλωση παγίου κεφαλαίου, κ.λπ. - αντιμετωπίζονται ως εισροές στην κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα την οποία υποστηρίζει η βοηθητική δραστηριότητα 7

β) οι εκροές που παράγονται για ενδιάμεση ανάλωση στην ίδια μονάδα οικονομικής δραστηριότητας (ΜΟΔ, βλέπε επίσης παράγραφο 1.29) δεν καταγράφονται 7 πάντως, όλες οι εκροές που παράγονται για άλλες τοπικές ΜΟΔ που ανήκουν στην ίδια θεσμική μονάδα πρέπει να καταγράφονται ως προϊόν.

Σύμφωνα με τη λογιστική λογική του ΕΣΟΛ, αν οι δραστηριότητες θεωρούνται ως παραγωγή και το προϊόν τους πρέπει να καταγράφεται, τότε πρέπει επίσης να καταγράφονται το συνακόλουθο εισόδημα, η απασχόληση, η τελική κατανάλωση κ.λπ. Για παράδειγμα, εφόσον η παραγωγή υπηρεσιών στέγασης για ίδιο λογαριασμό λόγω ιδιοκατοίκησης καταγράφεται ως παραγωγή, καταγράφεται και το εισόδημα και η δαπάνη για τελική κατανάλωση που δημιουργούνται, από την παραγωγή αυτή, για αυτούς που διαμένουν σε ιδιόκτητες κατοικίες. Το αντίστροφο ισχύει όταν οι δραστηριότητες δεν καταγράφονται ως παραγωγή: οι οικιακές υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό δεν δημιουργούν εισόδημα και δαπάνη για τελική κατανάλωση και, επομένως, σύμφωνα με τις έννοιες του ΕΣΟΛ, δεν υπάρχει απασχόληση.

Το ΕΣΟΛ περιέχει επίσης πολλές ειδικές συνθήκες, π.χ.:

α) αποτίμηση της παραγωγής του δημοσίου τομέα 7

β) αποτίμηση της παραγωγής των ασφαλιστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα 7

γ) καταγραφή όλων των συλλογικών υπηρεσιών που παρέχονται από το δημόσιο ως δαπάνη για τελική κατανάλωση και όχι ως ενδιάμεση ανάλωση 7

δ) καταγραφή της χρήσης των υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης που μετρώνται έμμεσα ως ενδιάμεση ανάλωση ενός πλασματικού τομέα ή μιας πλασματικής βιομηχανίας.

1.14. Οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι πολλαπλής χρήσης: για ένα μεγάλο φάσμα χρήσεων, οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι αποδεκτές, αν και για ορισμένες χρήσεις μπορεί να χρειάζεται συμπλήρωση των εννοιών (βλέπε επίσης παράγραφο 1.18).

1.15. Το επίπεδο λεπτομέρειας του εννοιολογικού πλαισίου του ΕΣΟΛ παρέχει δυνατότητες για ευέλικτη χρήση: ορισμένες έννοιες δεν εμφανίζονται ρητώς στο ΕΣΟΛ, μπορούν όμως εύκολα να παραχθούν από αυτό. Για παράδειγμα, η προστιθέμενη αξία σε τιμές κόστους συντελεστών παραγωγής μπορεί να προκύψει αφαιρώντας τους καθαρούς λοιπούς φόρους επί της παραγωγής από την προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δημιουργία νέων τομέων με αναδιάταξη των υποτομέων που ορίζονται από το ΕΣΟΛ.

1.16. Η ευέλικτη χρήση είναι επίσης δυνατή με εισαγωγή πρόσθετων κριτηρίων που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη λογική του συστήματος. Για παράδειγμα, τα κριτήρια αυτά μπορούν να είναι το μέγεθος της απασχόλησης για τις παραγωγικές μονάδες ή το μέγεθος του εισοδήματος για τα νοικοκυριά. Για την απασχόληση, μπορεί να εισαχθεί η επιμέρους ταξινόμηση κατά επίπεδο εκπαίδευσης, ηλικία και φύλο.

1.17. Αυτή η ευέλικτη χρήση μπορεί να ενταχθεί σε μια μήτρα κοινωνικής λογιστικής (Social Accounting Matrix - SAM). Η SAM είναι μια παρουσίαση με τη μορφή μητρών που εξετάζει τις διασυνδέσεις μεταξύ ενός πίνακα προσφοράς και χρήσεων και των τομεακών λογαριασμών (βλέπε επίσης παραγράφους 8.133 έως 8.155). Μια SAM παρέχει κατά κανόνα πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο και τη σύνθεση της απασχόλησης/ανεργίας, μέσω της υποδιαίρεσης του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας κατά τύπο απασχολούμενου. Αυτή η υποδιαίρεση εφαρμόζεται τόσο στη χρήση της εργασίας από τη βιομηχανία, όπως εμφανίζεται στους πίνακες χρήσεων, όσο και στην προσφορά εργασίας κατά κοινωνικοοικονομική υποομάδα, όπως εμφανίζεται στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των υποτομέων του τομέα των νοικοκυριών. Έτσι, παρουσιάζεται με συστηματικό τρόπο η προσφορά και η χρήση διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών εργασίας.

1.18. Για ορισμένες εξειδικευμένες ανάγκες δεδομένων η καλύτερη λύση είναι η κατάρτιση ξεχωριστών δορυφορικών λογαριασμών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι π.χ. οι ανάγκες δεδομένων για τα ακόλουθα:

α) ανάλυση του ρόλου του τουρισμού στην εθνική οικονομία 7

β) ανάλυση του κόστους και της χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης 7

γ) ανάλυση της σημασίας της έρευνας και ανάπτυξης και του ανθρώπινου δυναμικού για την εθνική οικονομία 7

δ) ανάλυση του εισοδήματος και των δαπανών των νοικοκυριών με βάση έννοιες με μικροοικονομικό προσανατολισμό για το εισόδημα και τις δαπάνες 7

ε) ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του περιβάλλοντος και της οικονομίας 7

στ) ανάλυση της παραγωγής στο εσωτερικό των νοικοκυριών 7

ζ) ανάλυση των μεταβολών της ευημερίας 7

η) ανάλυση των διαφορών μεταξύ στοιχείων των εθνικών λογαριασμών και των επιχειρηματικών λογαριασμών και της επίδρασής τους στις αγορές μετοχών και συναλλάγματος 7

θ) εκτίμηση των φορολογικών εισόδων.

1.19. Οι δορυφορικοί λογαριασμοί μπορούν να εξυπηρετήσουν τέτοιες ανάγκες δεδομένων με τους ακόλουθους τρόπους:

α) παρουσίαση περισσότερων λεπτομερειών όπου απαιτούνται και εξάλειψη περιττών λεπτομερειών 7

β) διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του λογιστικού πλαισίου με την προσθήκη μη νομισματικών πληροφοριών, π.χ. σχετικά με τη ρύπανση και τα περιβαλλοντικά στοιχεία του ενεργητικού 7

γ) μεταβολή ορισμένων βασικών εννοιών, π.χ. με τη διεύρυνση της έννοιας του σχηματισμού κεφαλαίου, συμπεριλαμβάνοντας τα ποσά των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη ή των δαπανών για εκπαίδευση.

1.20. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των δορυφορικών λογαριασμών είναι ότι, καταρχήν, διατηρούνται όλες οι βασικές έννοιες και ταξινομήσεις του προτύπου πλαισίου. Αλλαγές των βασικών εννοιών εισάγονται μόνο όταν ο συγκεκριμένος σκοπός του δορυφορικού λογαριασμού απαιτεί οπωσδήποτε μια τροποποίηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο δορυφορικός λογαριασμός θα πρέπει επίσης να περιέχει έναν πίνακα που θα δείχνει τη διασύνδεση μεταξύ των κυρίων μακροοικονομικών μεγεθών του δορυφορικού λογαρισμού και των αντίστοιχων του τυπικού πλαισίου. Έτσι, το τυπικό πλαίσιο διατηρεί το ρόλο του ως πλαισίου αναφοράς και ταυτόχρονα ικανοποιούνται πιο εξειδικευμένες ανάγκες.

1.21. Το πρότυπο πλαίσιο δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αποθέματα και ροές που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμα σε νομισματικούς όρους (ή χωρίς σαφές νομισματικό αντίστοιχο). Λόγω της φύσης τους, η ανάλυση αυτών των αποθεμάτων και ροών καλύπτεται συνήθως ικανοποιητικά με την κατάρτιση στατιστικών σε μη νομισματικούς όρους, π.χ.:

α) η παραγωγή στο εσωτερικό των νοικοκυριών μπορεί να περιγραφεί εύκολα με βάση τις ώρες που διατίθενται για τις εναλλακτικές χρήσεις 7

β) η εκπαίδευση μπορεί να περιγραφεί με βάση τον τύπο εκπαίδευσης, τον αριθμό μαθητών, το μέσο αριθμό ετών εκπαίδευσης πριν από την απόκτηση του πτυχίου, κ.λπ. 7

γ) οι συνέπειες της ρύπανσης περιγράφονται καλύτερα με βάση τις μεταβολές του αριθμού των ζωντανών ειδών, την υγεία των δέντρων ενός δάσους, του όγκου απορριμμάτων, των ποσοστών μονοξειδίου του άνθρακα και των επιπέδων ακτινοβολίας, κ.λπ.

Οι δορυφορικοί λογαριασμοί παρέχουν τη δυνατότητα διασύνδεσης τέτοιων στατιστικών με μη νομισματικές μονάδες με το πρότυπο πλαίσιο εθνικών λογαριασμών. Η διασύνδεση είναι δυνατή χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερο για αυτές τις μη νομισματικές στατιστικές τις ταξινομήσεις που χρησιμοποιούνται στο πρότυπο πλαίσιο, π.χ. την ταξινόμηση κατά τύπο νοικοκυριού ή την ταξινόμηση κατά βιομηχανία. Έτσι, καταρτίζεται ένα συνεπές διευρυμένο πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό μπορεί στη συνέχεια να χρησιμεύσει ως βάση δεδομένων για την ανάλυση και αξιολόγηση κάθε είδους αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μεταβλητών του προτύπου πλαισίου και αυτών του διευρυμένου τμήματος.

1.22. Το πρότυπο πλαίσιο και τα κύρια μακροοικονομικά μεγέθη του δεν περιγράφουν τις μεταβολές της ευημερίας. Μπορούν να καταρτιστούν διευρυμένοι λογαριασμοί που περιλαμβάνουν επίσης και τις τεκμαρτές νομισματικές αξίες π.χ. των ακόλουθων:

α) οικιακών και προσωπικών υπηρεσιών που παράγονται και αναλώνονται μέσα στο ίδιο νοικοκυριό 7

β) μεταβολές του ελευθέρου χρόνου 7

γ) θετικά και αρνητικά σημεία της ζωής σε αστικές περιοχές 7

δ) ανισότητες στη διανομή του εισοδήματος μεταξύ των ατόμων.

Μπορούν επίσης να αναταξινομήσουν την τελική δαπάνη για αναγκαία κακά (π.χ. άμυνα) ως ενδιάμεση ανάλωση, δηλαδή κατανάλωση που δεν συμβάλει στην ευημερία. Επίσης, οι ζημιές από πλημμύρες και άλλες φυσικές καταστροφές μπορούν να ταξινομηθούν ως ενδιάμεση ανάλωση, ως μείωση της (απόλυτης) ευημερίας.

Έτσι, μπορεί κάποιος να επιχειρήσει την κατασκευή ενός πολύ πρόχειρου και πολύ ατελούς δείκτη των μεταβολών της ευημερίας. Πάντως, η ευημερία έχει πολλές διαστάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δύσκολα μπορούν να εκφραστούν σε νομισματικούς όρους. Επομένως, μια καλύτερη λύση για τη μέτρηση της ευημερίας είναι η χρήση, για κάθε διάσταση, ξεχωριστών δεικτών και μονάδων μέτρησης. Οι δείκτες αυτοί μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η παιδική θνησιμότητα, η προσδοκώμενη ζωή, το ποσοστό αναλφαβητισμού των ενηλικών και το εθνικό εισόδημα κατά κεφαλή. Οι δείκτες αυτοί θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε ένα δορυφόρο λογαριασμό.

1.23. Για να επιτευχθεί ένας συνεπές, διεθνώς συμβατό πλαίσιο, διοικητικές έννοιες δεν χρησιμοποιούνται στο ΕΣΟΛ. Πάντως, για διάφορους σκοπούς στο εσωτερικό μιας χώρας, η συγκέντρωση στοιχείων με βάση διοικητικές έννοιες μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Για παράδειγμα, για την εκτίμηση των φορολογικών εσόδων απαιτούνται στατιστικές του φορολογήσιμου εισοδήματος. Οι στατιστικές αυτές μπορούν να παραχθούν με ορισμένες τροποποίησεις των στατιστικών των εθνικών λογαριασμών. Μια παρόμοια προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιούνται στην εθνική οικονομική πολιτική, π.χ. για τα ακόλουθα:

α) την έννοια του πληθωρισμού που χρησιμοποιείται για την αύξηση των συντάξεων, των επιδομάτων ανεργίας ή του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων 7

β) τις έννοιες των φόρων, των κοινωνικών εισφορών, του δημοσίου και του συλλογικού τομέα που χρησιμοποιούνται για την εξέταση του βέλτιστου μεγέθους του συλλογικού τομέα 7

γ) την έννοια των «στρατηγικών» τομέων/βιομηχανιών που χρησιμοποιούνται στην εθνική οικονομική πολιτική ή στην οικονομική πολιτική της ΕΕ 7

δ) την έννοια των «επιχειρηματικών επενδύσεων» που χρησιμοποιούνται στην εθνική οικονομική πολιτική.

Οι δορυφορικοί λογαριασμοί ή απλοί συμπληρωματικοί πίνακες μπορούν να καλύψουν τέτοιες ανάγκες δεδομένων που είναι συνήθως εξειδικευμένες για κάθε χώρα.

Το ΕΣΟΛ 1995 και το ΣΕΛ 1993

1.24. Το ΕΣΟΛ (ΕΣΟΛ 1995) είναι πλήρως συμβατό με το αναθεωρημένο σύστημα εθνικών λογαρισμών (ΣΕΛ 1993), που παρέχει κατευθυντήριες γραμμές για τους εθνικούς λογαριασμούς για τις χώρες όλου του κόσμου. Πάντως, υπάρχουν ορισμένες διαφορές μεταξύ του ΕΣΟΛ 1995 και του ΣΕΛ 1993:

α) διαφορές παρουσίασης, π.χ.:

(1) στο ΕΣΟΛ υπάρχουν ξεχωριστά κεφάλαια περί συναλλαγών προϊόντων, διανεμητικών συναλλαγών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Αντίθετα στο ΣΕΛ οι συναλλαγές αυτές παρουσιάζονται σε επτά κεφάλαια διαμορφωμένα κατά λογαριασμό, π.χ. κεφάλαια για το λογαριασμό παραγωγής, το λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος, το λογαριασμό κεφαλαίου και το λογαριασμό της αλλοδαπής,

(2) το ΕΣΟΛ περιγράφει μια έννοια παρέχοντας έναν ορισμό και έναν κατάλογο του τι περιλαμβάνεται και τι εξαιρείται. Το ΣΕΛ περιγράφει συνήθως τις έννοιες πιο γενικά και προσπαθεί επίσης να εξηγήσει το σκεπτικό των συνθηκών που χρησιμοποιούνται,

(3) το ΕΣΟΛ περιέχει επίσης κεφάλαια για τους περιφερειακούς λογαριασμούς και τους τριμηνιαίους λογαριασμούς,

(4) το ΣΕΛ περιέχει επίσης ένα κεφάλαιο για τους δορυφορικούς λογαριασμούς 7

β) οι έννοιες του ΕΣΟΛ είναι, σε πολλές περιπτώσεις, πιο εξειδικευμένες και πιο ακριβείς από τις αντίστοιχες του ΣΕΛ, π.χ.:

(1) το ΣΕΛ δεν περιέχει πολύ ακριβείς ορισμούς όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής για θεσμικές μονάδες, τοπικές ΜΟΔ και την παραγωγή τους. Αυτό σημαίνει ότι στο θέμα αυτό η αξιολόγηση της παραγωγής και η ταξινόμηση κατά τομείς δεν ορίζονται με ακρίβεια. Για το λόγο αυτό, το ΕΣΟΛ εισάγει πολλές ιδιαίτερες αποσαφηνίσεις και προσθέτει σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις το κριτήριο ότι οι πωλήσεις ενός παραγωγού εμπορεύσιμου προϊόντος θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον 50 % του κόστους παραγωγής (βλέπε πίνακα 3.1),

(2) το ΕΣΟΛ ορίζει συγκεκριμένα κατώτατα όρια καταγραφής, π.χ. για την καταγραφή μικρών εργαλείων και συσκευών ως ενδιάμεσης ανάλωσης,

(3) το ΕΣΟΛ υποθέτει ότι διάφοροι τύποι παραγωγής αγαθών από νοικυριά, όπως η ύφανση και η κατασκευή επίπλων, δεν είναι σημαντική στα κράτη μέλη της ΕΕ και, επομένως, δεν χρειάζεται να καταγράφονται,

(4) το ΕΣΟΛ αναφέρεται ρητώς σε συγκεκριμένους θεσμικούς διακανονισμούς στην ΕΕ, όπως το σύστημα Intrastat για την καταγραφή ροών αγαθών στο εσωτερικό της ΕΕ και των συνεισφορών των κρατών μελών στην ΕΕ,

(5) το ΕΣΟΛ περιέχει ειδικές ταξινομήσεις της ΕΕ, π.χ.: CPA για προϊόντα και NACE αναθ. 1 για βιομηχανίες (ειδικές αλλά εναρμονισμένες με τις αντίστοιχες ταξινομήσεις του ΟΗΕ),

(6) το ΕΣΟΛ περιέχει μια πρόσθετη ταξινόμηση για όλες τις εξωτερικές συναλλαγές: θα πρέπει να διαιρούνται σε συναλλαγές μεταξύ μονικών κατοίκων της ΕΕ και συναλλαγές με μονίμους κατοίκους του εξωτερικού της ΕΕ.

Το ΕΣΟΛ μπορεί να είναι πιο εξειδικευμένο από το ΣΕΛ, γιατί το ΕΣΟΛ ισχύει κυρίως για τα κράτη μέλη της ΕΕ. Για τις ανάγκες δεδομένων της ΕΕ, το ΕΣΟΛ θα πρέπει επίσης να είναι πιο εξειδικευμένο.

Το ΕΣΟΛ 1995 και το ΕΣΟΛ 1970

1.25. Το ΕΣΟΛ 1995 διαφέρει από το ΕΣΟΛ 1970 τόσο από άποψη πεδίου εφαρμογής όσο και από άποψη εννοιών. Οι περισσότερες από τις διαφορές αυτές αντιστοιχούν με τις διαφορές μεταξύ του ΣΕΛ 1968 και του ΣΕΛ 1993. Ορισμένες από αυτές τις σημαντικές διαφορές ως προς το πεδίο εφαρμογής είναι οι ακόλουθες:

α) η συμπερίληψη των ισολογισμών 7

β) η συμπερίληψη των λογαριασμών λοιπών μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή η εισαγωγή των εννοιών των λοιπών μεταβολών του, των ονομαστικών κερδών, επίσης, και των πραγματικών κερδών κτήσης 7

γ) η εισαγωγή υποτομέων για τα νοικοκυριά 7

δ) η εισαγωγή μιας νέας έννοιας της τελικής κατανάλωσης: πραγματική τελική κατανάλωση 7

ε) η εισαγωγή μιας νέας έννοιας τιμαριθμικά διορθωμένου εισοδήματος: πραγματικό εθνικό διαθέσιμο εισόδημα 7

στ) η εισαγωγή της έννοιας της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.

Ορισμένες από τις κύριες διαφορές όσον αφορά τις έννοιες είναι οι ακόλουθες:

α) οι λογοτεχνικές/καλλιτεχνικές εργασίες (συγγραφή βιβλίων, σύνθεση μουσικής) θεωρούνται πλέον ως παραγωγή 7 επομένως, οι πληρωμές για λογοτεχνικές/καλλιτεχνικές εργασίες είναι πληρωμές για υπηρεσίες και όχι εισόδημα περιουσίας 7

β) η αποτίμηση του προϊόντος των ασφαλιστικών υπηρεσιών μεταβλήθηκε από ορισμένες πλευρές, π.χ. τα έσοδα από την επένδυση των τεχνικών αποθεματικών λαμβάνονται τώρα υπόψη κατά την αποτίμηση του προϊόντος των λοιπών ασφαλειών εκτός από την ασφάλεια ζωής 7

γ) πιο λεπτομερής αντιμετώπιση των εμπορικών και μεταφορικών περιθωρίων 7

δ) εισαγωγή της αλυσιδωτής σύνδεσης για τον υπολογισμό των σταθερών τιμών 7

ε) εισαγωγή της έννοιας της χρηματοδοτικής μίσθωσης (το ΣΕΛ 1968 και το ΕΣΟΛ 1970 περιλάμβαναν μόνο την έννοια της λειτουργικής μίσθωσης) 7

στ) η δαπάνη για μεταλλευτικές έρευνες και για λογισμικό υπολογιστών καταγράφεται τώρα ως σχηματισμός κεφαλαίου (και όχι ως ενδιάμεση ανάλωση) 7

ζ) θα πρέπει να καταγράφεται ανάλωση κεφαλαίου και για δημόσια έργα υποδομής (δρόμους, φράγματα, κ.λπ.) 7

η) επισήμανση νέων χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως οι συμφωνίες επαναγοράς, και παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως τα προαιρετικά δικαιώματα (οψιόν).

Υπάρχουν επίσης διαφορές που δεν οφείλονται σε αλλαγές του ΣΕΛ, π.χ.:

α) η εισαγωγή πινάκων προσφοράς και χρήσεων (αυτό περιλαμβανόταν ήδη στο ΣΕΛ 1968) 7

β) η εισαγωγή ορισμένων κατωτάτων ορίων εγγραφής και η αναφορά σε συγκεκριμένες θεσμικές διευθετήσεις της ΕΕ (βλέπε παράγραφο 1.24) 7

γ) μια σαφής επιλογή προς όφελος της αποτίμησης του προϊόντος σε βασικές τιμές (το ΕΣΟΛ 1970, το ΣΕΛ 1968 και το ΣΕΛ 1993 αποδέχονται επίσης την αποτίμηση σε τιμές παραγωγού) 7

δ) η εισαγωγή των εννοιών του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και της ανεργίας (οι έννοιες αυτές απουσιάζουν από το ΣΕΛ 1968 και το ΣΕΛ 1993).

ΤΟ ΕΣΟΛ ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

1.26. Τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος είναι τα ακόλουθα:

α) στατιστικές μονάδες και ομαδοποίησή τους 7

β) ροές και αποθέματα 7

γ) το σύστημα λογαριασμών και τα μακροοικονομικά μεγέθη 7

δ) το πλαίσιο εισροών-εκροών.

ΟΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ Η ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥΣ (8)

1.27. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστήματος είναι η χρήση δύο τύπων μονάδων και δύο τρόπων υποδιαίρεσης της οικονομίας που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους και εξυπηρετούν ξεχωριστούς αναλυτικούς σκοπούς.

Για την περιγραφή του εισοδήματος, της δαπάνης και των χρηματοπιστωτικών ροών, όπως και των ισολογισμών, το σύστημα ομαδοποιεί τις θεσμικές μονάδες σε τομείς με βάση τις κύριες λειτουργίες τους, τη συμπεριφορά τους και τους στόχους τους.

Για την περιγραφή των παραγωγικών διεργασιών και για ανάλυση εισροών-εκροών, το σύστημα ομαδοποιεί τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας (τοπικές ΜΟΔ) σε βιομηχανίες με βάση τον τύπο δραστηριότητάς τους. Μια δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από μια εισροή προϊόντων, μια παραγωγική διεργασία και μια εκροή προϊόντων.

Θεσμικές μονάδες και τομείς

1.28. Οι θεσμικές μονάδες είναι οικονομικές οντότητες που μπορούν να κατέχουν αγαθά και περιουσιακά στοιχεία, να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις και να επιδίδονται σε οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες μονάδες. Για τους σκοπούς του συστήματος, οι θεσμικές μονάδες ομαδοποιούνται σε πέντε αποκλειστικούς θεσμικούς τομείς που αποτελούνται από τους ακόλουθους τύπους μονάδων:

α) μη χρηματοδοτικές εταιρείες 7

β) χρηματοδοτικές εταιρείες 7

γ) δημόσιο τομέα 7

δ) νοικοκυριά 7

ε) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

Οι πέντε αυτοί τομείς απαρτίζουν τη συνολική οικονομία. Επίσης, ο κάθε τομέας υποδιαιρείται σε υποτομείς. Το σύστημα προβλέπει την κατάρτιση ενός πλήρους συνόλου λογαριασμών ροών και ισολογισμών για κάθε τομέα, και κάθε υποτομέα εάν θέλουμε, καθώς και για τη συνολική οικονομία.

Τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας και βιομηχανικοί κλάδοι

1.29. Οι περισσότερες θεσμικές μονάδες υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγών πραγματοποιούν περισσότερες από μία δραστηριότητες 7 για να δοθεί έμφαση στις τεχνοοικονομικές σχέσεις, πρέπει να κατανέμονται με βάση το είδος της δραστηριότητας.

Οι τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας αποσκοπούν στην κάλυψη αυτής της απαίτησης ως λειτουργική προσέγγιση προσανατολισμένη προς την πρακτική. Μια τοπική ΜΟΔ ομαδοποιεί όλα τα μέρη μιας θεσμικής μονάδας, υπό την ιδιότητά της ως παραγωγού, που βρίσκονται σε μια ή σε γειτονικές τοποθεσίες, και που συμβάλλουν στην πραγματοποίηση μιας δραστηριότητας σε επίπεδο κλάσης (τετραψήφια) της NACE αναθ. 1.

Καταρχήν, πρέπει να καταγράφεται αριθμός τοπικών μονάδων οικονομικής δραστηριότητας ίσων με τον αριθμό των δευτερευουσών δραστηριοτήτων 7 πάντως, αν δεν υπάρχουν τα λογιστικά έγγραφα που απαιτούνται για την περιγραφή μιας τέτοιας δραστηριότητας, μια τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να συμπεριλαμβάνει μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες.

Η ομάδα όλων των τοπικών ΜΟΔ που επιδίδονται στο ίδιο, ή σε παρόμοιο, είδος δραστηριότητας αποτελεί ένα βιομηχανικό κλάδο.

Υπάρχει μια ιεραρχική σχέση μεταξύ θεσμικών μονάδων και τοπικών ΜΟΔ. Μια θεσμική μονάδα περιέχει μία ή περισσότερες ολόκληρες τοπικές ΜΟΔ 7 μια τοπική ΜΟΔ ανήκει σε μία και μόνο μία θεσμική μονάδα.

Για πιο λεπτομερή ανάλυση της παραγωγικής διεργασίας, χρησιμοποιείται μια αναλυτική μονάδα παραγωγής. Η μονάδα αυτή, που δεν είναι παρατηρήσιμη (παρά μόνο στην περίπτωση μιας τοπικής ΜΟΔ που παράγει μόνο ένα είδος προϊόντων), είναι η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής, που ορίζεται ως μονάδα που δεν καλύπτει δευτερεύουσες δραστηριότητες. Οι ομαδοποιήσεις των μονάδων αυτών απαρτίζουν ομοιογενείς κλάδους.

Μονάδες μόνιμοι κάτοικοι και μη μόνιμοι κάτοικοι, συνολική οικονομία και αλλοδαπή

1.30. Η συνολική οικονομία ορίζεται με βάση μονάδες μονίμους κατοίκους. Μια μονάδα θεωρείται μόνιμος κάτοικος μιας χώρας όταν έχει ένα επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος στην οικονομική επικράτεια της χώρας αυτής, δηλαδή όταν επιδίδεται για μεγάλη χρονική περίοδο (ένα έτος ή περισσότερο) σε οικονομικές δραστηριότητες σ' αυτήν την επικράτεια. Οι θεσμικοί τομείς που αναφέρονται ανωτέρω είναι ομάδες θεσμικών μονάδων μονίμων κατοίκων.

Μονάδες μόνιμοι κάτοικοι επιδίδονται σε συναλλαγές με μονάδες μη μονίμους κατοίκους (δηλαδή, μονάδες που είναι μόνιμοι κάτοικοι άλλων οικονομιών). Οι συναλλαγές αυτές είναι οι εξωτερικές συναλλαγές της οικονομίας και ομαδοποιούνται στο λογαριασμό της αλλοδαπής. Έτσι, στη λογιστική δομή του συστήματος, η αλλοδαπή παίζει ρόλο παρόμοιο με το ρόλο ενός θεσμικού τομέα, αν και οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι περιλαμβάνονται μόνο εφόσον επιδίδονται σε συναλλαγές με θεσμικές μονάδες μονίμους κατοίκους. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την κωδικοποίηση των ταξινομήσεων, ένα ιδιαίτερο στοιχείο που αφορά την αλλοδαπή περιλαμβάνεται στο τέλος της ταξινόμησης των τομέων.

Οι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, που αντιμετωπίζονται από το σύστημα ως θεσμικές μονάδες, ορίζονται ως εξής:

α) τα μέρη μονάδων μη μονίμων κατοίκων που έχουν επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος (δηλαδή, στις περισσότερες περιπτώσεις, που επιδίδονται σε οικονομικές συναλλαγές για ένα έτος ή περισσότερο, ή που πραγματοποιούν κατασκευαστική δραστηριότητα για περίοδο μικρότερη του έτους εάν το προϊόν αποτελεί ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου) στην οικονομική επικράτεια της χώρας 7

β) μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης ή κτιρίων στην οικονομική επικράτεια της χώρας, αλλά μόνο εφόσον πρόκειται για συναλλαγές που αφορούν αυτή τη γη ή τα κτίρια.

ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ

1.31. Το σύστημα καταγράφει δύο βασικά είδη πληροφοριών: ροές και αποθέματα. Οι ροές αναφέρονται σε δράσεις και τα αποτελέσματα γεγονότων που συμβαίνουν μέσα σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, ενώ τα αποθέματα αφορούν θέσεις σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Ροές

1.32. Οι ροές αντανακλούν τη δημιουργία, το μετασχηματισμό, την ανταλλαγή, τη μεταβίβαση ή την εξαφάνιση οικονομικής αξίας. Περιλαμβάνουν μεταβολές της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού μιας θεσμικής μονάδας. Οι οικονομικές ροές είναι δύο ειδών: συναλλαγές και λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων. Οι συναλλαγές εμφανίζονται σε όλους τους λογαριασμούς και τους πίνακες όπου εμφανίζονται ροές, με εξαίρεση το λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων και το λογαριασμό ανατίμησης. Οι λοιπές μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων εμφανίζονται μόνο σε αυτούς τους δύο λογαριασμούς.

Υπάρχει άπειρος αριθμός στοιχειωδών συναλλαγών και άλλων ροών. Το σύστημα της ομαδοποίησης σε ένα σχετικά μικρό αριθμό τύπων, ανάλογα με τη φύση τους.

Συναλλαγές

1.33. Μια συναλλαγή είναι μια οικονομική ροή που είναι αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων με κοινή συμφωνία, ή μια δράση στο εσωτερικό μιας θεσμικής μονάδας που είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζεται ως συναλλαγή, συχνά επειδή η μονάδα λειτουργεί υπό δύο διαφορετικές ιδιότητες. Είναι χρήσιμη η διαίρεση των συναλλαγών σε τέσσερις κύριες ομάδες:

α) Συναλλαγές προϊόντων που περιγράφουν την προέλευση (εγχώρια παραγωγή ή εισαγωγές) και τη χρήση (ενδιάμεση ανάλωση, τελική κατανάλωση, σχηματισμός κεφαλαίου ή εξαγωγές) των προϊόντων (9) 7

β) Διανεμητικές συναλλαγές που περιγράφουν με ποιο τρόπο η προστιθέμενη αξία που δημιουργείται από την παραγωγή κατανέμεται στην εργασία, το κεφάλαιο και το δημόσιο τομέα, καθώς και την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτο (φόροι εισοδήματος και πλούτου και λοιπές μεταβιβάσεις) (10) 7

γ) Χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που περιγράφουν την καθαρή απόκτηση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων ή την καθαρή ανάληψη υποχρεώσεων για κάθε τύπο χρηματοπιστωτικού μέσου. Οι συναλλαγές αυτές συχνά πραγματοποιούνται ως αντίστοιχα μη χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, μπορούν όμως και να εμφανίζονται ως συναλλαγές που αφορούν μόνο χρηματοπιστωτικά μέσα (11) 7

δ) Συναλλαγές που δεν περιλαμβάνονται στις τρεις ανωτέρω ομάδες: ανάλωση παγίου κεφαλαίου και αγορές μείον πωλήσεις μη παραχθέντων μη χρηματοπιστωτικών μη περιουσιακών στοιχείων (12) 7

Ιδιότητες των συναλλαγών

Αλληλεπιδράσεις και συναλλαγές στο εσωτερικό των μονάδων

1.34. Οι περισσότερες συναλλαγές είναι αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων θεσμικών μονάδων. Πάντως, το σύστημα καταγράφει ορισμένες δράσεις στο εσωτερικό θεσμικό μονάδων ως συναλλαγές. Ο σκοπός της καταγραφής αυτών των συναλλαγών στο εσωτερικό των μονάδων είναι η παροχή μιας πιο χρήσιμης αναλυτικά εικόνας του προϊόντος, των τελικών χρήσεων και του κόστους.

Οι αποσβέσεις παγίου κεφαλαίου, που κατραγράφονται ως κόστος στο σύστημα, είναι μια σημαντική συναλλαγή στο εσωτερικό μονάδας. Οι περισσότερες από τις άλλες συναλλαγές στο εσωτερικό μονάδων είναι συναλλαγές προϊόντων, που κατά κανόνα καταγράφονται όταν θεσμικές μονάδες που λειτουργούν τόσο ως παραγωγοί όσο και ως τελικοί καταναλωτές επιλέγουν να αναλώσουν μέρος του προϊόντος που έχουν παραγάγει οι ίδιες. Αυτό συμβαίνει συχνά στην περίπτωση των νοικοκυριών και του δημοσίου τομέα.

1.35. Καταγράφεται όλη η παραγωγή για ίδιο λογαριασμό που χρησιμοποιείται για τελικές χρήσεις μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα. Η παραγωγή ιδίου λογαριασμού χρησιμοποιείται για ενδιάμεση ανάλωση μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα και καταγράφεται μόνο όταν η παραγωγή και η ενδιάμεση ανάλωση πραγματοποιούνται σε διαφορετικές τοπικές μονάδες οικονομικές δραστηριότητες στο εσωτερικό της ίδιας θεσμικής μονάδας. Το προϊόν που παράγεται και χρησιμοποιείται ως ενδιάμεση ανάλωση στο εσωτερικό της ίδιας τοπικής μονάδας οικονομικής δραστηριότητας δεν καταγράφεται.

Χρηματικές έναντι μη χρηματικών συναλλαγών

1.36. Οι περισσότερες συναλλαγές που καταγράφονται στο σύστημα είναι χρηματικές συναλλαγές, στις οποίες οι εμπλεκόμενες μονάδες καταβάλλουν ή εισπράττουν πληρωμές ή αναλαμβάνουν υποχρεώσεις ή αποκτούν στοιχεία του ενεργητικού, εκφρασμένα σε νομισματικές μονάδες.

Οι συναλλαγές που δεν περιλαμβάνουν την ανταλλαγή μετρητών ή απαιτήσεων ή υποχρεώσεων εκφρασμένων σε νομισματικές μονάδες είναι μη χρηματικές συναλλαγές. Οι συναλλαγές στο εσωτερικό των μονάδων είναι κατά κανόνα μη χρηματικές συναλλαγές. Μη χρηματικές συναλλαγές όπου εμπλέκονται περισσότερες από μία θεσμικές μονάδες εμφανίζονται στις συναλλαγές προϊόντων (ανταλλαγή σε είδος), τις διανεμητικές συναλλαγές (αμοιβή σε είδος, μεταβιβάσεις σε είδος, κ.λπ.) και τις λοιπές συναλλαγές (ανταλλαγή μη παραχθέντων μη χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων).

Το σύστημα καταγράφει όλες τις συναλλαγές σε νομισματικούς όρους. Επομένως, οι αξίες που θα πρέπει να καταγράφονται για τις μη χρηματικές συναλλαγές πρέπει να μετρώνται έμμεσα ή να εκτιμώνται με άλλους τρόπους.

Συναλλαγές με και χωρίς αντιστάθμισμα

1.37. Οι συναλλαγές όπου εμπλέκονται περισσότερες από μία μονάδες είναι είτε συναλλαγές «κάτι για κάτι» είτε συναλλαγές «κάτι για τίποτα». Οι πρώτες είναι ανταλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων, δηλαδή παροχή αγαθών, υπηρεσιών ή περιουσιακών στοιχείων έναντι κάποιου αντισταθμίσματος, π.χ. χρήματος. Οι δεύτερες είναι κατά κανόνα πληρωμές σε χρήμα ή σε είδος από μια θεσμική μονάδα προς άλλη χωρίς αντιστάθμισμα. Συναλλαγές του τύπου «κάτι για κάτι» εμφανίζονται και στις τέσσερις ομάδες συναλλαγών, ενώ συναλλαγές του τύπου «κάτι για τίποτα» εμφανίζονται κυρίως στις διανεμητικές συναλλαγές, π.χ. με τη μορφή φόρων, κοινωνικών παροχών ή δωρεών.

Αναδιαρθρωμένες συναλλαγές

1.38. Η αντιμετώπιση των περισσότερων συναλλαγών εκ μέρους του συστήματος είναι ευθεία, δηλαδή οι συναλλαγές καταγράφονται με τον ίδιο τρόπο όπως εμφανίζονται στις σχετικές θεσμικές μονάδες. Πάντως, ορισμένες συναλλαγές αναδιαρθρώνονται έτσι ώστε να εμφανιστούν σαφέστερα οι υποκείμενες οικονομικές σχέσεις. Η αναδιάρθρωση των συναλλαγών μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: αναδρομολόγηση, επιμερισμό και αναγνώριση του κυριότερου μέρους μιας συναλλαγής.

Αναδρομολόγηση

1.39. Μια συναλλαγή που εμφανίζεται για τις εμπλεκόμενες μονάδες σαν να πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ των μονάδων Α και Γ μπορεί να καταγραφεί σαν να πραγματοποιείται έμμεσα μέσω μιας τρίτης μονάδας Β. Έτσι, η μία συναλλαγή μεταξύ των Α και Β καταγράφεται ως δύο συναλλαγές: μιας μεταξύ Α και Β, και μιας μεταξύ Β και Γ. Στην περίπτωση αυτή η συναλλαγή υφίσταται αναδρομολόγηση.

Ένα γνωστό παράδειγμα αναδρομολόγησης είναι οι κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών που καταβάλλονται απευθείας από τους εργοδότες στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης. Το σύστημα καταγράφει αυτές τις πληρωμές ως δύο συναλλαγές: i) οι εργοδότες καταβάλλουν τις κοινωνικές εισφορές εργοδοτών προς τους εργαζομένους τους, και ii) οι εργαζόμενοι καταβάλλουν τις ίδιες εισφορές στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης. Όπως συμβαίνει και με όλες τις αναδρομολογήσεις, ο σκοπός της αναδρομολόγησης των κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών είναι να εμφανιστεί η οικονομική ουσία που κρύβεται πίσω από τη συναλλαγή. Στην περίπτωση αυτή, αυτό σημαίνει να εμφανιστούν οι κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών ως εισφορές που καταβάλλονται προς όφελος των εργαζομένων.

Ένας άλλος τύπος αναδρομολόγησης είναι να καταγράφονται οι συναλλαγές σαν να πραγματοποιούνται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων θεσμικών μονάδων, αν και σύμφωνα με τα μέρη της συναλλαγής δεν πραγματοποιείται καμιά συναλλαγή. Ένα παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση του εισοδήματος περιουσίας ορισμένων ασφαλιστικών ταμείων, το οποίο παρακρατείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Το σύστημα καταγράφει αυτό το εισόδημα περιουσίας σαν να καταβάλλεται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, οι οποίοι με τη σειρά τους επιστρέφουν το ίδιο ποσό στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ως συμπληρωματικά ασφάλιστρα.

Επιμερισμός

1.40. Όταν μια συναλλαγή που εμφανίζεται για τα εμπλεκόμενα μέρη ως μία συναλλαγή καταγράφεται ως δύο ή περισσότερες συναλλαγές που ταξινομούνται διαφορετικά, η συναλλαγή υφίσταται επιμερισμό. Ο επιμερισμός συνήθως δεν σημαίνει την εμπλοκή πρόσθετων μονάδων στις συναλλαγές.

Η πληρωμή ασφαλίστρων για ασφάλειες εκτός από ασφάλειες ζωής είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση επιμερισμένης συναλλαγής. Αν και οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και οι ασφαλιστές θεωρούν τις πληρωμές αυτές ως μία συναλλαγή, το σύστημα τις διαιρεί σε δύο διαφορετικές συναλλαγές: i) πληρωμές έναντι της παροχής υπηρεσιών ασφάλισης εκτός από ασφάλειες ζωής, και ii) καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός από ασφάλειες ζωής. Η καταγραφή των εμπορικών περιθωρίων είναι άλλο σημαντικό παράδειγμα επιμερισμού.

Αναγνώριση του κυριότερου μέρους μιας συναλλαγής

1.41. Όταν μια μονάδα πραγματοποιεί μια συναλλαγή για λογαριασμό άλλης μονάδας, η συναλλαγή καταγράφεται αποκλειστικά στους λογαριασμούς του κύριου μέρους. Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποφεύγεται η υπέρβαση αυτής της αρχής και η προσπάθεια, για παράδειγμα, κατανομής των φόρων ή των επιδοτήσεων σε τελικούς πληρωτές ή τελικούς αποδέκτες με τη χρήση υποθέσεων.

Οριακές περιπτώσεις

1.42. Σύμφωνα με τον ορισμό της συναλλαγής, οποιαδήποτε αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων γίνεται με κοινή συμφωνία. Όταν πραγματοποιείται μια συναλλαγή με κοινή συμφωνία, εννοείται ότι οι θεσμικές μονάδες γνωρίζουν περί αυτής και συγκατατίθενται. Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι μονάδες πραγματοποιούν με τη θέλησή τους μια συναλλαγή, γιατί ορισμένες συναλλαγές επιβάλλονται από το νόμο. Αυτό ισχύει κυρίως για ορισμένες διανεμητικές συναλλαγές, όπως οι πληρωμές φόρων, προστίμων και χρηματικών κυρώσεων. Πάντως, η χωρίς αποζημίωση κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων δεν θεωρείται ως συναλλαγή, ακόμη και αν επιβάλεται από το νόμο.

Οι παράνομες οικονομικές πράξεις είναι συναλλαγές μόνο όταν όλες οι εμπλεκόμενες μονάδες τις πραγματοποιούν με τη θέλησή τους. Έτσι, οι αγορές, οι πωλήσεις ή οι ανταλλαγές παράνομων ναρκωτικών ή κλοπιμαίων είναι συναλλαγές, ενώ η κλοπή δεν είναι.

Λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων

1.43. Οι λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων καταγράφουν τις μεταβολές που δεν είναι αποτέλεσμα συναλλαγών (13). Πρόκειται:

α) είτε για λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων 7

β) είτε για κέρδη και ζημίες κτήσης.

Λοιπές μεταβολές του όγκου περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

1.44. Οι μεταβολές αυτές μπορούν γενικά να διαιρεθούν σε τρεις κύριες κατηγορίες:

α) κανονική εμφάνιση και εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων με άλλους τρόπους, εκτός από συναλλαγές 7

β) μεταβολές περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων λόγω εξαιρετικών, απροσδόκητων γεγονότων 7

γ) μεταβολές ταξινόμησης και δομής.

1.45. Ως παραδείγματα μεταβολών της κατηγορίας α) είναι η ανακάλυψη ή η εξάντληση πόρων του υπεδάφους, και η φυσική αύξηση μη καλλιεργουμένων υλικών πόρων. Η κατηγορία β) περιλαμβάνει μεταβολές (συνήθως απώλειες) περιουσιακών στοιχείων λόγω φυσικών καταστροφών, πολέμου ή σοβαρών εγκληματικών πράξεων (14). Η μονομερής παραγραφή ενός χρέους και η χωρίς αποζημίωση κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ανήκουν επίσης στην κατηγορία β). Η κατηγορία γ) περιλαμβάνει μεταβολές που είναι αποτέλεσμα αναταξινόμησης και αναδιάρθρωσης θεσμικών μονάδων ή περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

Κέρδη και ζημίες κτήσης

1.46. Τα κέρδη και οι ζημίες κτήσης είναι αποτέλεσμα μεταβολών της τιμής των περιουσιακών στοιχείων. Εμφανίζονται σε όλα τα είδη χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και υποχρεώσεων. Τα κέρδη και οι ζημίες κτήσης εμφανίζονται για τους ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της κατοχής των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων διαχρονικά χωρίς να τα μετασχηματίσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Τα κέρδη και οι ζημίες κτήσης που μετρώνται με βάση τις τρέχουσες αγοραίες τιμές καλούνται ονομαστικά κέρδη και ζημίες κτήσης. Αυτά μπορούν να αναλυθούν σε ουδέτερα κέρδη και ζημίες κτήσης που αντανακλούν τις μεταβολές του γενικού επιπέδου τιμών, και πραγματικά κέρδη και ζημίες κτήσης που αντανακλούν μεταβολές των σχετικών τιμών των περιουσιακών στοιχείων.

Αποθέματα

1.47. Τα αποθέματα είναι τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που κατέχει κάποιος σε μια χρονική στιγμή. Τα αποθέματα καταγράφονται στην αρχή και στο τέλος κάθε λογιστικής περιόδου. Οι λογαριασμοί που δείχνουν τα αποθέματα καλούνται ισολογισμοί (15).

Καταγράφονται επίσης αποθέματα για τον πληθυσμό και την απασχόληση. Πάντως, τα αποθέματα αυτά καταγράφονται ως μέσες τιμές για όλη τη λογιστική περίοδο.

Καταγράφονται αποθέματα για όλα τα περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στα όρια του συστήματος 7 δηλαδή για χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και για μη χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία, τόσο παραχθέντα όσο και μη παραχθέντα. Πάντως, η κάλυψη περιορίζεται στα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην οικονομική δραστηριότητα και που υπόκεινται σε δικαιώματα ιδιοκτησίας. Έτσι, δεν καταγράφονται αποθέματα όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό και τους φυσικούς πόρους που δεν ανήκουν σε κανέναν.

Μέσα στα όριά του, το σύστημα είναι διεξοδικό όσον αφορά τόσο τις ροές όσο και τα αποθέματα. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι μεταβολές αποθεμάτων μπορούν να εξηγηθούν πλήρως με τις καταγραφείσες ροές.

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ (16)

Λογιστικοί κανόνες

1.48. Ένας λογαριασμός είναι ένα μέσο καταγραφής, για μια δεδομένη πτυχή της οικονομικής ζωής, των χρήσεων και των πόρων ή των μεταβολών των στοιχείων του ενεργητικού, και των μεταβολών των στοιχείων του παθητικού κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου, ή του αποθέματος στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού που υπάρχουν κατά την αρχή ή το τέλος αυτής της περιόδου.

Ορολογία για τις δύο πλευρές των λογαριασμών

1.49. Το σύστημα χρησιμοποιεί τον όρο «πόροι» για τη δεξιά πλευρά των τρεχόντων λογαριασμών όπου εμφανίζονται οι συναλλαγές που αυξάνουν την οικονομική αξία μιας μονάδας ή ενός τομέα. Η αριστερή πλευρά των λογαριασμών, που αφορά συναλλαγές οι οποίες μειώνουν την οικονομική αξία μιας μονάδας ή ενός τομέα, χαρακτηρίζεται με τον όρο «χρήσεις».

Η δεξία πλευρά των λογαριασμών συσσώρευσης καλείται «μεταβολές των στοιχείων του παθητικού και της καθαρής θέσης», ενώ η αριστερή πλευρά καλείται «μεταβολές στοιχείων του ενεργητικού».

Οι ισολογισμοί εμφανίζονται με τα «στοιχεία του παθητικού και καθαρή θέση» (που είναι η διαφορά μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και στοιχείων του παθητικού) στη δεξιά πλευρά και τα «στοιχεία του ενεργητικού» στην αριστερή. Η σύγκριση δύο διαδοχικών ισολογισμών δείχνει τις μεταβολές των στοιχείων του παθητικού και της καθαρής θέσης και τις μεταβολές των στοιχείων του ενεργητικού.

Διπλογραφία/τετραπλογραφία

1.50. Για μια μονάδα ή έναν τομέα, οι εθνικοί λογαριασμοί βασίζονται στην αρχή της διπλογραφίας. Κάθε συναλλαγή πρέπει να καταγράφεται δύο φορές, μία φορά ως πόρος (ή ως μεταβολή στοιχείων του παθητικού) και μία φορά ως χρήση (ή ως μεταβολή των στοιχείων του ενεργητικού). Το σύνολο των συναλλαγών που καταγράφονται ως πόροι ή μεταβολές στοιχείων του παθητικού και το σύνολο των συναλλαγών που καταγράφονται ως χρήσεις ή μεταβολές των στοιχείων του ενεργητικού πρέπει να ισούνται μεταξύ τους, πράγμα που επιτρέπει τον έλεγχο της συνέπειας των λογαριασμών.

Πάντως, στην πράξη, οι εθνικοί λογαριασμοί - με όλες τις μονάδες και όλους τους τομείς - βασίζονται στην αρχή της τετραπλογραφίας, δεδομένου ότι οι περισσότερες συναλλαγές αφορούν δύο θεσμικές μονάδες. Κάθε συναλλαγή αυτού το τύπου πρέπει να καταγράφεται δύο φορές από τα δύο μέρη που υπεισέρχονται στη συναλλαγή. Για παράδειγμα, μια κοινωνική παροχή σε χρήμα που καταβάλλεται από μια μονάδα του δημοσίου σε ένα νοικοκυριό καταγράφεται στους λογαριασμούς του δημοσίου ως χρήση στο πλαίσιο των μεταβιβάσεων και ως αρνητική απόκτηση στοιχείων του ενεργητικού στο πλαίσιο των μετρητών και καταθέσεων 7 στους λογαριασμούς του τομέα των νοικοκυριών, καταγράφεται ως πόρος στις μεταβιβάσεις και ως απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στα μετρητά και καταθέσεις.

Εξάλλου, οι συναλλαγές στο εσωτερικό της ίδιας μονάδας (όπως η ανάλωση προϊόντος από την ίδια μονάδα που το παρήγαγε) απαιτούν μόνο δύο εγγραφές, των οποίων οι αξίες πρέπει να υπολογίζονται κατ' εκτίμηση.

Αποτίμηση

1.51. Με εξαίρεση ορισμένες μεταβλητές που αφορούν πληθυσμό και εργατικό δυναμικό, το σύστημα εμφανίζει όλες τις ροές και όλα τα αποθέματα σε νομισματικούς όρους. Το σύστημα δεν επιχειρεί να προσδιορίσει τη χρησιμότητα των ροών και των αποθεμάτων. Αντίθετα, οι ροές και τα αποθέματα μετρώνται σύμφωνα με την ανταλλακτική αξία τους, δηλαδή την αξία με την οποία οι ροές και τα αποθέματα ανταλλάσονται ή θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με χρήματα. Έτσι, οι αγοραίες τιμές είναι το βασικό στοιχείο αναφοράς του ΕΣΟΛ για την αποτίμηση.

1.52. Στην περίπτωση των χρηματικών συναλλαγών και των χρηματικών διαθεσίμων και χρηματικών υποχρεώσεων, οι απαιτούμενες αξίες, είναι άμεσα διαθέσιμες. Στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις, η προτιμώμενη μέθοδος αποτίμησης είναι η αναφορά σε αγοραίες τιμές για ανάλογα αγαθά, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται π.χ. για ανταλλαγές σε είδος και για τις υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης. Όταν δεν είναι διαθέσιμες αγοραίες τιμές για ανάλογα προϊόντα, στην περίπτωση, για παράδειγμα, μη εμπορευσίμων υπηρεσιών που παράγονται από το δημόσιο, θα πρέπει να γίνεται αποτίμηση με βάση το κόστος παραγωγής. Αν καμία από αυτές τις δύο μεθόδους δεν είναι εφικτή, οι ροές και τα αποθέματα μπορούν να αποτιμώνται με βάση την προεξοφλημένη παρούσα αξία των προσδοκομένων μελλοντικών προσόδων. Πάντως, λόγω της υψηλής αβεβαιότητας, αυτή η τελευταία μέθοδος συνιστάται μόνο ως έσχατη λύση.

1.53. Τα αποθέματα θα πρέπει να αποτιμώνται σε τρέχουσες τιμές κατά τη χρονική στιγμή στην οποία αναφέρεται ο ισολογισμός, και όχι τη στιγμή παραγωγής ή απόκτησης των αγαθών ή των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν τα αποθέματα. Είναι συχνά απαραίτητη η αποτίμηση των αποθεμάτων με βάση την κατ' εκτίμηση τρέχουσα αξία απόκτητης ή τρέχων κόστος παραγωγής μείον αποσβέσεις.

Ειδικές αποτιμήσεις σχετικά με προϊόντα (17)

1.54. Λόγω του κόστους μεταφοράς των εμπορικών περιθωρίων και των φόρων μείον επιδοτήσεων επί των προϊόντων, ο παραγωγός και ο χρήστης ενός δεδομένου προϊόντος συνήθως βλέπουν διαφορετικά την αξία του. Για να συμβαδίζει όσο το δυνατό περισσότερο με τις απόψεις των δύο μερών της συναλλαγής, το σύστημα καταγράφει όλες τις χρήσεις σε τιμές αγοραστή, που περιλμβάνουν το κόστος μεταφοράς, τα εμπορικά περιθώρια και τους φόρους μείον επιδοτήσεις επί των προϊόντων, ενώ η παραγωγή καταγράφεται σε βασικές τιμές, που δεν περιλαμβάνει τα ανωτέρω στοιχεία.

1.55. Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές προϊόντων καταγράφονται με βάση την αξία τους στα σύνορα. Οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές αποτιμώνται στα τελωνειακά σύνορα του εξαγωγέα, ή ελεύθερα στο πλοίο (fob). Οι αλλοδαπές υπηρεσίες μεταφορών και ασφάλισης μεταξύ των συνόρων του εισαγωγέα και του εξαγωγέα δεν περιλαμβάνονται στην αξία των εμπορευμάτων, αλλά καταγράφονται στις υπηρεσίες. Επειδή μπορεί να μην είναι δυνατή η διάθεση των αξιών fob για λεπτομερείς αναλύσεις των προϊόντων, οι πίνακες που περιέχουν πληροφορίες για το εσωτερικό εμπόριο παρουσιάζουν τις εισαγωγές αποτιμημένες στα τελωνειακά σύνορα του εισαγωγέα (αξία cif). Όλες οι υπηρεσίες μεταφορών και ασφάλισης μέχρι τα σύνορα του εισαγωγέα περιλαμβάνονται στην αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων. Εφόσον οι υπηρεσίες αυτές αφορούν εγχώριες υπηρεσίες, στην παρουσίαση αυτή γίνεται μια συνολική διόρθωση fob/cif.

Αποτίμηση σε σταθερές τιμές (18)

1.56. Η αποτίμηση σε σταθερές τιμές σημαίνει την αποτίμηση των ροών και των αποθεμάτων σε μια λογιστική περίοδο με βάση τις τιμές μιας προηγούμενης περιόδου. Ο σκοπός της αποτίμησης σε σταθερές τιμές είναι η ανάλυση των διαχρονικών μεταβολών των αξιών των ροών και των αποθεμάτων σε μεταβολές της τιμής και μεταβολές του όγκου. Οι ροές και τα αποθέματα σε σταθερές τιμές θεωρούνται ότι εκφράζονται σύμφωνα με τον όγκο.

Πολλές ροές και αποθέματα, π.χ. το εισόδημα, δεν έχουν δικές τους διαστάσεις τιμής και ποσότητας. Πάντως, η αγοραστική δύναμη αυτών των μεταβλητών μπορεί να προσδιοριστεί με τον αποπληθωρισμό των τρεχουσών αξιών με βάση έναν κατάλληλο δείκτη τιμών, π.χ. το δείκτη τιμών για τελικές εθνικές χρήσεις, με εξαίρεση τις μεταβολές σε αποθέματα. Οι αποπληθωρισμένες ροές και αποθέματα θεωρούνται ότι εκφράζονται σε πραγματικούς όρους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Χρόνος καταγραφής

1.57. Το σύστημα καταγράφει τις ροές με βάση τη δημιουργία αξίας 7 δηλαδή όταν δημιουργείται, μετασχηματίζεται ή εξαφανίζεται η οικονομική αξία, ή όταν εμφανίζονται, μετασχηματίζονται ή διαγράφονται απαιτήσεις και υποχρεώσεις.

Το προϊόν καταγράφεται όταν παράγεται και όχι όταν το πληρώνει ένας αγοράστης, και η πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου καταγράφεται όταν αλλάζει ιδιοκτησία το περιουσιακό στοιχείο, και όχι όταν πραγματοποιείται η αντίστοιχη πληρωμή. Οι τόκοι καταγράφονται κατά τη λογιστική περίοδο που εμφανίζονται, ασχέτως του εάν πραγματικά πληρώνονται ή όχι κατά την περίοδο αυτή. Η καταγραφή με βάση τη δημιουργία αξίας εφαρμόζεται σε όλες τις ροές, τόσο νομισματικές όσο και μη νομισματικές και στο εσωτερικό μιας μονάδας ή μεταξύ μονάδων.

Πάντως, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητο να υπάρχει κάποια ευελιξία όσον αφορά το χρόνο καταγραφής. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τους φόρους και τις λοιπές ροές που αφορούν το δημόσιο, που συχνά καταγράφονται στους λογαριασμούς του δημοσίου με βάση τις πληρωμές. Ορισμένες φορές είναι δύσκολο να γίνει ακριβής μετατροπή αυτών των ροών με βάση τις πληρωμές σε εγγραφές με βάση το πότε τα ποσά είναι πληρωτέα. Επομένως, σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η χρήση προσεγγίσεων.

Κάθε ροή θα πρέπει να καταγράφεται στην ίδια χρονική στιγμή για όλες τις εμπλεκόμενες θεσμικές μονάδες και όλους τους σχετικούς λογαριασμούς. Η αρχή μπορεί να φαίνεται απλή, η εφαρμογή της όμως δεν είναι. Οι θεσμικές μονάδες δεν εφαρμόζουν πάντα τους ίδιους λογιστικούς κανόνες. Ακόμη και εάν τους εφαρμόζουν, μπορούν να εμφανιστούν διαφορές στην ίδια την καταγραφή για πρακτικούς λόγους, όπως η καθυστέρηση στην επικοινωνία. Κατά συνέπεια, οι συναλλαγές μπορεί να καταγράφονται σε διαφορετικούς χρόνους από τους σχετικούς συναλλασόμενους. Αυτές οι αντιστοιχίες θα πρέπει να εξαλείφονται με ρυθμίσεις.

Ενοποίηση και καθάρισμα

Ενοποίηση

1.58. Η ενοποίηση αναφέρεται στην εξάλειψη, τόσο από τις χρήσεις όσο και από τους πόρους, των συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ μονάδων όταν οι μονάδες αυτές ομαδοποιούνται, και στην εξάλειψη αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού.

Για υποτομείς ή τομείς, οι ροές και τα αποθέματα μεταξύ των μονάδων που τους αποτελούν δεν ενοποιούνται μεταξύ των μονάδων, για λόγους αρχής.

Πάντως, μπορούν να καταρτιστούν ενοποιημένοι λογαριασμοί για συμπληρωματικές παρουσιάσεις και αναλύσεις. Για ορισμένα είδη ανάλυσης, οι πληροφορίες για τις συναλλαγές αυτών των (υπό)τομέων με άλλους τομείς και η αντίστοιχη «εξωτερική» θέση έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα συνολικά ακαθάριστα στοιχεία.

Επιπλέον, οι λογαρισμοί και οι πίνακες που παρουσιάζουν τη σχέση πιστωτή/χρεώστη παρέχουν μια αναλυτική εικόνα της χρηματοδότησης της οικονομίας και θεωρούνται πολύ χρήσιμοι για την κατανόηση των διαύλων μέσω των οποίων τα χρηματοοικονομικά πλεονάσματα κινούνται από τους τελικούς δανειστές προς τους τελικούς δανειζομένους.

Καθάρισμα

1.59. Επιμέρους μονάδες ή τομείς μπορούν να έχουν το ίδιο είδος συναλλαγής τόσο ως χρήση όσο και ως πόρο (π.χ. πληρώνουν αλλά και εισπράττουν τόκους) και το ίδιο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου τόσο ως στοιχείο του ενεργητικού όσο και ως στοιχείο του παθητικού.

Το σύστημα συνιστά την καταγραφή των μεγεθών ως ακαθάριστα, με εξαίρεση το καθάρισμα που ενυπάρχει στις ίδιες τις ταξινομήσεις.

Στην πραγματικότητα το καθάρισμα περιλαμβάνεται σιωπηρά σε διάφορες κατηγορίες συναλλαγών του οποίου το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι «μεταβολές αποθεμάτων», γεγονός που υπογραμμίζει τον αναλυτικά σημαντικό χαρακτήρα του συνολικού σχηματισμού κεφαλαίου σε σχέση με την παρακολούθηση των καθημερινών προσθήκων και αφαιρέσεων.

Επίσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός και οι λογαριασμοί λοιπόν μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων καταγράφουν τις αυξήσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων ως καθαρές, εμφανίζοντας τις τελικές συνέπειες αυτών των τύπων των ροών στο τέλος της λογιστικής περιόδου.

Λογαριασμοί, εξισωτικά μεγέθη και μακροοικονομικά μεγέθη

1.60. Για τις μονάδες (θεσμικές μονάδες, τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας) ή τις ομάδες μονάδων (θεσμικοί τομείς και, κατ' επέκταση, αλλοδαπή, βιομηχανίες), διαφορετικοί υπολογαριασμοί καταγράφουν τις συναλλαγές ή τις λοιπές ροές που συνδέονται με μια συγκεκριμένη πτυχή της οικονομικής ζωής (για παράδειγμα την παραγωγή). Ένα τέτοιο σύνολο συναλλαγών συνήθως δεν ισοσκελίζεται 7 τα συνολικά ποσά που καταγράφονται ως εισπρακτέα και πληρωτέα συνήθως διαφέρουν μεταξύ τους. Επομένως, πρέπει να εισαχθεί ένα εξισωτικό μέγεθος. Συνήθως, ένα εξισωτικό μέγεθος πρέπει να εισαχθεί και μεταξύ του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του συνόλου των στοιχείων του παθητικού μιας θεσμικής μονάδας ή ενός τομέα. Τα εξισωτικά μεγέθη είναι από τη φύση τους σημαντικά μέτρα των οικονομικών επιδόσεων. Όταν αθροίζονται για το σύνολο της οικονομίας, αποτελούν σημαντικά μακροοικονομικά μεγέθη.

Ακολουθία λογαριασμών

1.61. Το σύστημα βασίζεται σε μια ακολουθία αλληλοσυνδεδεμένων λογαριασμών.

Η πλήρης ακολουθία λογαριασμών γα τις θεσμικές μονάδες και τους τομείς αποτελείται από τρέχοντες λογαριασμούς, λογαριασμούς συσσώρευσης και ισολογισμούς.

Οι τρέχοντες λογαριασμοί αφορούν την παραγωγή, τη δημιουργία, διανομή και αναδιανομή εισοδήματος και τη χρήση αυτού του εισοδήματος με τη μορφή τελικής κατανάλωσης. Οι λογαριασμοί συσσώρευσης καλύπτουν τις μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων και τις μεταβολές της καθαρής θέσης (που είναι η διαφορά για κάθε θεσμική μονάδα ή ομάδα μονάδων, μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων). Οι ισολογισμοί παρουσιάζουν τα αποθέματα των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων και την καθαρή θέση.

1.62. Δεν μπορεί να αναμένεται η κατάρτιση ενός πλήρους συνόλου λογαριασμών που θα περιλαμβάνει ισολογισμούς για μια τοπική ΜΟΔ, γιατί γενικά μια τέτοια μονάδα δεν έχει τη δυνατότητα να κατέχει αγαθά ή περιουσιακά στοιχεία ή να εισπράττει ή να αποδίδει εισόδημα. Η ακολουθία λογαριασμών για τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας και βιομηχανίας περιορίζεται στους πρώτους τρέχοντες λογαριασμούς: λογαριασμό παραγωγής και λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος, όπου εξισωτικό μέγεθος είναι το λειτουργικό πλεόνασμα.

Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών

1.63. Ο λογαριασμός αγαθών και υπηρεσιών εμφανίζει, για την οικονομία ως σύνολο ή για ομάδες προϊόντων, τους συνολικούς πόρος (παραγωγή και εισαγωγές) και τις χρήσεις αγαθών και υπηρεσιών (ενδιάμεση ανάλωση, τελική κατανάλωση, μεταβολές αποθεμάτων, ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, αγορές μείον πωλήσεις τιμαλφών, και εξαγωγές).

Ο λογαριασμός της αλλοδαπής

1.64. Ο λογαριασμός της αλλοδαπής καλύπτει τις συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων μονίμων κατοίκων και μη μονίμων κατοίκων και τα σχετικά αποθέματα περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, όπου χρειάζεται.

Δεδομένου ότι η αλλοδαπή σ' αυτή τη λογιστική δομή παίζει ρόλο παρόμοιο με το ρόλο θεσμικού τομέα, ο λογαριασμός της αλλοδαπής καταρτίζεται από την απόψη της αλλοδαπής. Ένας πόρος της αλλοδαπής είναι χρήση για το σύνολο της οικονομίας και αντιστρόφως. Αν ένα εξισωτικό μέγεθος είναι θετικό, αυτό σημαίνει πλεόνασμα για την αλλοδαπή και έλλειμμα για τη χώρα, και αντιστρόφως αν το εξισωτικό μεγέθος είναι αρνητικό.

Εξισωτικά μεγέθη

1.65. Ένα εξισωτικό μέγεθος είναι ένα λογιστικό κατασκεύασμα που προκύπτει με την αφαίρεση της συνολικής αξίας των εγγραφών της μιας πλευράς ενός λογαριασμού από τη συνολική αξία της άλλης πλευράς. Δεν μπορεί να μετρηθεί ανεξάρτητα από τις άλλες εγγραφές 7 ως παράγωγη εγγραφή, αντανακλά την εφαρμογή των γενικών λογιστικών κανόνων στις συγκεκριμένες εγγραφές των δύο πλευρών του λογαριασμού.

Τα εξισωτικά μεγέθη δεν είναι μόνο ένα τέχνασμα που εισάγεται για να εξασφαλιστεί η ισοσκέλιση των λογαριασμών. Ενσωματώνουν πολλές πληροφορίες και περιλαμβάνουν πολλές από τις πιο σημαντικές εγγραφές των λογαριασμών, όπως φαίνεται από τα ακόλουθα παραδείγματα εξισωτικών μεγεθών: προστιθέμενη αξία, λειτουργικό πλεόνασμα, διαθέσιμο εισόδημα, αποταμίευση, καθαρή χορήγηση/λήψη δανείων, καθαρή θέση.

Μακροοικονομικά μεγέθη

1.66. Τα μακροοικονομικά μεγέθη είναι σύνθετες αξίες που μετρούν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας της συνολικής οικονομίας από μια συγκεκριμένη άποψη 7 για παράδειγμα, προϊόν, προστιθέμενη αξία, διαθέσιμο εισόδημα, τελική κατανάλωση, αποταμίευση, σχηματισμός κεφαλαίου, κ.λπ. Αν και ο υπολογισμός των μακροοικονομικών μεγεθών δεν είναι ούτε ο μοναδικός ούτε ο κύριος σκοπός του, το σύστημα αναγνωρίζει τη σημασία τους ως συνοπτικών δεικτών και ως βασικών μεγεθών για σκοπούς μακροοικονομικής ανάλυσης και για συγκρίσεις διαχρονικές ή στο χώρο.

Διακρίνονται δύο τύποι μακροοικονομικών μεγεθών:

α) μακροοικονομικά μεγέθη που αναφέρονται άμεσα σε συναλλαγές στο σύστημα, όπως η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, η πραγματική τελική κατανάλωση, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας, κ.λπ. 7

β) μακροοικονομικά μεγέθη που αντιπροσωπεύουν εξισωτικά μεγέθη των λογαριασμών, όπως ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε τιμές αγοράς (ΑΕγχΠ), λειτουργικό πλεόνασμα της συνολικής οικονομίας, εθνικό εισόδημα, εθνικό διαθέσιμο εισόδημα, αποταμίευση, τρέχον εξωτερικό ισοζύγιο, καθαρή θέση της συνολικής οικονομίας (εθνικός πλούτος).

1.67. Εισάγεται μια πρόσθετη διάσταση στη χρησιμότητα ορισμένων στοιχείων των εθνικών λογαριασμών, με τον υπολογισμό των στοιχείων αυτών κατά κεφαλή. Για ευρέα μακροοικονομικά μεγέθη όπως το ΑΕγχΠ ή το εθνικό εισόδημα ή η τελική κατανάλωση των νοικοκυριών, ο παρανομαστής που χρησιμοποιείται συνήθως είναι ο συνολικός πληθυσμός (μονίμων κατοίκων). Όταν χρησιμοποιούνται υποτομείς στους λογαριασμούς ή σε μέρος των λογαριασμών του τομέα των νοικοκυριών, απαιτούνται επίσης δεδομένα για τον αριθμό των νοικοκυριών και τον αριθμό ατόμων που ανήκουν σε κάθε υποτομέα (19).

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΙΣΡΟΩΝ-ΕΚΡΟΩΝ (20)

1.68. Το πλαίσιο εισροών-εκροών αποτελείται από πίνακες προσφοράς και χρήσεων κατά βιομηχανία, πίνακες που συνδέουν τους πίνακες προσφοράς και χρήσεων με τους τομεακούς λογαριασμούς και συμμετρικούς πίνακες εισροών-εκροών κατά ομοιογενή κλάδο (προϊόν).

1.69. Οι πίνακες προσφοράς και χρήσεων είναι μήτρες (σειρές προϊόντων, στήλες βιομηχανιών) που δείχνουν πως η παραγωγή των βιομηχανιών αναλύεται κατά τύπο προϊόντων και πως η εγχώρια και η εισαγώμενη προσφορά αγαθών και υπηρεσιών κατανέμεται μεταξύ διαφόρων ενδιαμέσων ή τελικών χρήσεων, όπου περιλαμβάνονται και οι εξαγωγές. Ο πίνακας χρήσεων δείχνει επίσης, κατά βιομηχανία, τη διάρθρωση του κόστους παραγωγής και το εισόδημα που δημιουργείται.

Οι πίνακες προσφοράς και χρήσης είναι το συντονιστικό πλαίσιο για όλους τους πίνακες κατά βιομηχανία και (ή) κατά προϊόν που περιλαμβάνουν δεδομένα για εισροές εργασίας, ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, αποθέματα παγίων περιουσιακών στοιχείων, λεπτομερείς δείκτες τιμών, και, έτσι, περιγράφουν λεπτομερώς τη διάρθρωση του κόστους, το δημιουργούμενο εισόδημα, την απασχόληση, την παραγωγικότητα της εργασίας, το βαθμό έντασης κεφαλαίου.

1.70. Είναι δυνατή η διασύνδεση των πινάκων προσφοράς και χρήσεων με τους τομεακούς λογαριασμούς μέσω της σταυροειδούς ταξινόμησης της παραγωγής, της ενδιάμεσης ανάλωσης και των συνιστωσών της προστιθεμένης αξίας κατά τομέα και κατά βιομηχανία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΟΙ ΜΟΝΑΔΕΣ ΚΑΙ Η ΟΜΑΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ

2.01. Η οικονομία μιας χώρας είναι το αποτέλεσμα της δραστηριότητας ενός πολύ μεγάλου αριθμού μονάδων οι οποίες πραγματοποιούν πληθώρα συναλλαγών διαφόρων ειδών, με σκοπό την παραγωγή, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση, την αναδιανομή και την κατανάλωση.

2.02. Οι μονάδες και οι ομάδες μονάδων που χρησιμοποιούνται στους εθνικούς λογαριασμούς πρέπει να οριστούν σε σχέση με το είδος της οικονομικής ανάλυσης για την οποία προορίζονται και όχι με βάση τους τύπους των μονάδων που χρησιμοποιούνται συνήθως στις στατιστικές έρευνες. Οι τελευταίες (επιχειρήσεις, εταιρείες holding, μονάδες οικονομικής δραστηριότητας, τοπικές μονάδες, κρατικές υπηρεσίες, μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, νοικοκυριά, κ.λπ.) μπορεί να μην είναι πάντοτε ικανοποιητικές για τους σκοπούς των εθνικών λογαριασμών, αφού βασίζονται γενικά σε παραδοσιακά κριτήρια νομικής, διοικητικής ή λογιστικής φύσης.

Οι στατιστικολόγοι πρέπει να λάβουν υπόψη τους ορισμούς των μονάδων ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΟΛ, ώστε να διασφαλιστεί ότι στις έρευνες κατά τις οποίες συλλέγονται πραγματικά στοιχεία εισάγονται προοδευτικά όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται για τη συγκέντρωση δεδομένων με βάση τις μονάδες ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΟΛ.

2.03. Ένα χαρακτηριστικό του συστήματος είναι η χρήση τριών ειδών μονάδων που αντιστοιχούν σε δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους υποδιαίρεσης της οικονομίας. Για να αναλυθεί η παραγωγική διαδικασία, πρέπει απαραιτήτως να επιλεγούν μονάδες που έχουν σχέσεις τεχνικοοικονομικής φύσης 7 για να αναλυθούν ροές που επηρεάζουν το εισόδημα, το κεφάλαιο, τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και τους ισολογισμούς, πρέπει να επιλεγούν μονάδες που επιτρέπουν τη μελέτη σχέσεων συμπεριφοράς μεταξύ των οικονομικών φορέων.

Με δεδομένους αυτούς τους δύο στόχους, καθορίζονται στη συνέχεια του κεφαλαίου οι θεσμικές μονάδες που είναι κατάλληλες για την ανάλυση της οικονομικής συμπεριφοράς, οι τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας και οι μονάδες ομοιογενούς παραγωγής που είναι κατάλληλες για την ανάλυση τεχνικοοικονομικών σχέσεων. Στην πράξη, αυτοί οι τρεις τύποι μονάδων σχηματίζονται με το συνδυασμό ή την περαιτέρω υποδιαίρεση των βασικών μονάδων των στατιστικών ερευνών ή, σε μερικές περιπτώσεις, λαμβάνονται απευθείας από τις στατιστικές έρευνες. Πριν να δοθούν οι ακριβείς ορισμοί αυτών των τριών τύπων μονάδων που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΟΛ, πρέπει να οριστούν τα όρια της εθνικής οικονομίας.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

2.04. Οι μονάδες, είτε θεσμικές είτε τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας είτε ομοιογενούς παραγωγής, που αποτελούν την οικονομία μιας χώρας, και οι συναλλαγές των οποίων καταγράφονται στο ΕΣΟΛ, είναι αυτές που έχουν επίκεντρο του οικονομικού ενδιαφέροντός τους την οικονομική επικράτεια της χώρας αυτής. Οι μονάδες αυτές, γνωστές ως μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, μπορούν να έχουν ή να μην έχουν την εθνικότητα της εν λόγω χώρας, να έχουν ή να μην έχουν νομική προσωπικότητα και να είναι ή να μην είναι παρούσες στην οικονομική επικράτεια της χώρας κατά το χρόνο που πραγματοποιούν μια συναλλαγή. Αφού ορίστηκαν, με τον τρόπο αυτό, τα όρια της οικονομικής επικράτειας με βάση τις μονάδες μονίμους κατοίκους, πρέπει να οριστούν και οι έννοιες των όρων οικονομική επικράτεια και επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος.

2.05. Ο όρος «οικονομική επικράτεια» σημαίνει:

α) τη γεωγραφική επικράτεια η οποία διοικείται από μια κυβέρνηση και μέσα στην οποία τα πρόσωπα, τα εμπορεύματα, οι υπηρεσίες και τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα 7

β) οποιεσδήποτε ελεύθερες ζώνες, περιλαμβανομένων των τελωνειακών αποθηκών και των εργοστασίων υπό τελωνειακό έλεγχο 7

γ) τον εθνικό εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα που προεκτείνεται σε διεθνή ύδατα, όπου η χώρα έχει αποκλειστικά δικαιώματα (21) 7

δ) του εδαφικούς θύλακες που βρίσκονται έξω από την γεωγραφική επικράτεια [δηλαδή γεωγραφικές περιοχές που βρίσκονται στην αλλοδαπή και που χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις ή διακρατικές συμφωνίες, από κυβερνητικούς φορείς της χώρας (πρεσβείες, προξενεία, στρατιωτικές βάσεις, επιστημονικές βάσεις, κ.λπ.)] 7

ε) τα κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, κ.λπ. που βρίσκονται σε διεθνή ύδατα έξω από την υφαλοκρηπίδα της χώρας και την εκμετάλλευση των οποίων έχουν μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της επικράτειας, όπως ορίστηκε στις προηγούμενες υποπαραγράφους.

2.06. Η οικονομική επικράτεια δεν περιλαμβάνει τους εδαφικούς θύλακες που βρίσκονται μέσα στη γεωγραφική επικράτεια και οι οποίοι απολαύουν ετεροδικίας [δηλαδή τα τμήματα της γεωγραφικής επικράτειας της ίδιας της χώρας που χρησιμοποιούνται από κυβερνητικούς φορείς άλλων χωρών, από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις ή διακρατικές συμφωνίες (22)].

2.07. Ο όρος «επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος» υποδηλώνει το γεγονός ότι υπάρχει κάποιος τόπος μέσα στην οικονομική επικράτεια, στον οποίο ή από τον οποίο μια μονάδα πραγματοποιεί και προτίθεται να συνεχίσει να πραγματοποιεί οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές σε σημαντική κλίμακα, είτε επί απεριόριστο χρόνο είτε για ένα ορισμένο αλλά, οπωσδήποτε, μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον ένα έτος). Αυτό σημαίνει ότι μια μονάδα που πραγματοποιεί τέτοιες συναλλαγές στην οικονομική επικράτεια περισσότερων της μιας χωρών θεωρείται ότι έχει επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος σε καθεμία από αυτές. Η κυριότητα γης και κτιρίων μέσα στην οικονομική επικράτεια θεωρείται επαρκής για να θεωρηθεί ότι ο ιδιοικτήτης έχει επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος στη χώρα αυτή.

2.08. Με βάση αυτούς τους ορισμούς, οι μονάδες που θεωρούνται ως μόνιμοι κάτοικοι μιας χώρας μπορούν να υποδιαιρεθούν ως εξής:

α) μονάδες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση ή την αναδιανομή, όσον αφορά όλες τις συναλλαγές τους εκτός από αυτές που συνδέονται με την κυριότητα γης και κτιρίων 7

β) μονάδες που έχουν κατά κύριο λόγο σχέση με την κατανάλωση (23), όσον αφορά όλες τις συναλλαγές τους εκτός από αυτές που συνδέονται με την ιδιοκτησία γης και κτιρίων 7

γ) όλες οι μονάδες με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και κτιρίων, εκτός από τους ιδιοκτήτες θυλάκων που απολαύουν ετεροδικίας, οι οποίοι αποτελούν μέρος της οικονομικής επικράτειας άλλων χωρών ή είναι κράτη sui generis (βλέπε παράγραφο 2.06).

2.09. Στην περίπτωση των μονάδων που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή, τη χρηματοδότηση, την ασφάλιση ή την αναδιανομή, όσον αφορά όλες τις συναλλαγές τους εκτός από αυτές που συνδέονται με την κυριότητα γης και κτιρίων, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α) δραστηριότητα που διεξάγεται αποκλειστικά στην οικονομική επικράτεια της χώρας: οι μονάδες που διεξάγουν τέτοια δραστηριότητα είναι μονάδες μόνιμοι κάτοικοι της χώρας 7

β) δραστηριότητα που διεξάγεται για ένα έτος ή περισσότερο στις οικονομικές επικράτειες αρκετών χωρών: μόνο εκείνο το τμήμα της μονάδας που έχει ένα επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος στην οικονομική επικράτεια της χώρας θεωρείται μονάδα μόνιμος κάτοικος. Αυτή μπορεί να είναι:

(1) είτε θεσμική μονάδα μόνιμος κάτοικος (βλέπε παράγραφο 2.12), οι δραστηριότητες της οποίας, που διεξάγονται στην αλλοδαπή για ένα έτος ή μεγαλύτερο διάστημα, εξαιρούνται ή αντιμετωπίζονται χωριστά (24),

(2) είτε οιονεί μονάδα μόνιμος κάτοικος (βλέπε παράγραφο 2.15), όσον αφορά τη δραστηριότητα που διεξήχθη στη χώρα για διάστημα ενός έτους ή περισσότερο από μονάδα που είναι μόνιμος κάτοικος άλλης χώρας (25).

2.10. Στην περίπτωση των μονάδων που έχουν σχέση κατά κύριο λόγο με την κατανάλωση, εκτός από τις δραστηριότητες που διενεργούν με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης και κτιρίων, τα νοικοκυρία που έχουν επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος στη χώρα θεωρούνται ως μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, ακόμη και όταν μεταβαίνουν στο εξωτερικό για σύντομα διαστήματα (μικρότερα από ένα έτος). Συμπεριλαμβάνουν συγκεκριμένα τους ακόλουθους:

α) τους μεθοριακούς εργαζόμενους, δηλαδή τα άτομα που διασχίζουν τα σύνορα καθημερινά για να εργαστούν σε γειτονική χώρα 7

β) τους εποχιακά εργαζόμενους, δηλαδή τα άτομα που εγκαταλείπουν τη χώρα για αρκετούς μήνες, αλλά για διάστημα μικρότερο από ένα έτος, για να εργαστούν σε άλλη χώρα σε τομείς που χρειάζονται κατά περιόδους πρόσθετο εργατικό δυναμικό 7

γ) τους τουρίστες, τους ασθενείς, τους φοιτητές (26), τους επίσημους επισκέπτες, τους επιχειρηματίες, τους πωλητές, τους καλλιτέχνες και τα μέλη πληρωμάτων που ταξιδεύουν στο εξωτερικό 7

δ) το έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται επιτόπου για να εργαστεί στους εντός της γεωγραφικής επικράτειας εδαφικούς θύλακες ξένων κυβερνήσεων 7

ε) το προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το προσωπικό πολιτικών ή στρατιωτικών διεθνών οργανισμών που έχουν την έδρα τους σε εδαφικούς θύλακες μέσα στη γεωγραφική επικράτεια, οι οποίοι απολαύουν ετεροδικίας 7

στ) τους επίσημους, πολιτικούς ή στρατιωτικούς, αντιπροσώπους της κυβέρνησης της χώρας (συμπεριλαμβανομένων και των μελών των οικογενειών τους) που είναι εγκατεστημένοι σε εδαφικούς θύλακες έξω από τη γεωγραφική επικράτεια.

2.11. Όλες οι μονάδες με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης ή/και κτιρίων, που αποτελούν τμήμα της οικονομικής επικράτειας, θεωρούνται ως μονάδες μόνιμοι κάτοικοι ή ως οιονεί μονάδες μόνιμοι κάτοικοι (βλέπε παράγραφο 2.15) της χώρας στην οποία βρίσκονται η εν λόγω γη ή τα εν λόγω κτίρια.

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ

2.12. Ορισμός: Η θεσμική μονάδα αποτελεί ένα στοιχειώδες οικονομικό κέντρο λήψης αποφάσεων το οποίο χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία συμπεριφοράς και αυτονομία λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας δραστηριότητάς του. Μια μονάδα μόνιμος κάτοικος θεωρείται ως θεσμική μονάδα εάν διαθέτει αυτονομία αποφάσεων όσον αφορά την κύρια δραστηριότητά της και, επιπλέον, εφόσον είτε τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών είτε θα ήταν δυνατό και σκόπιμο, τόσο από οικονομική όσο και από νομική άποψη, να καταρτίσει πλήρη σειρά λογαριασμών, αν χρειαζόταν.

Για να θεωρηθεί ότι έχει αυτονομία αποφάσεων όσον αφορά την κύρια δραστηριότητά της, η μονάδα πρέπει:

α) να δικαιούται να κατέχει δικά της αγαθά ή περιουσιακά στοιχεία 7 επομένως, θα είναι σε θέση να ανταλλάσει την ιδιοκτησία αγαθών και περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο συναλλαγών με άλλες θεσμικές μονάδες 7

β) να είναι σε θέση να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις και να επιδίδεται σε οικονομικές δραστηριότητες, για τις οποίες είναι άμεσα υπεύθυνη και υπόλογη από νομική άποψη 7

γ) να είναι σε θέση να αναλαμβάνει για λογαριασμό της οικονομικές υποχρεώσεις, άλλες υποχρεώσεις ή δεσμεύσεις και να συνάπτει συμβόλαια.

Για να θεωρηθεί ότι τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών, η μονάδα πρέπει να τηρεί λογιστικά βιβλία που να καλύπτουν όλες τις οικονομικές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές που διεξάγει κατά τη λογιστική περίοδο και να καταρτίζει ισολογισμό των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού.

2.13. Όταν συμβαίνει ορισμένες μονάδες να μην έχουν σαφώς και τα δύο χαρακτηριστικά της θεσμικής μονάδας, εφαρμόζονται οι ακόλουθες αρχές:

α) τα νοικοκυριά έχουν πάντοτε αυτονομία λήψης αποφάσεων όσον αφορά την κύρια δραστηριότητά τους και, επομένως, πρέπει να θεωρούνται θεσμικές μονάδες, παρά το γεγονός ότι δεν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών 7

β) οι οργανισμοί που δεν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών, και για τους οποίους δεν θα ήταν δυνατό ή δεν θα είχε νόημα να καταρτιστεί πλήρης σειρά λογαριασμών αν τους είχε ζητηθεί, συγχωνεύονται με τις θεσμικές μονάδες στους λογαριασμούς των οποίων ενσωματώνονται οι τμηματικοί λογαριασμοί τους 7

γ) οι οργανισμοί οι οποίοι, ενώ τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών, δεν έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων κατά την άσκηση της κύριας δραστηριότητάς τους, συγχωνεύονται με τις μονάδες που τους ελέγχουν 7

δ) οι οργανισμοί που πληρούν τον ορισμό της θεσμικής μονάδας αντιμετωπίζονται ως θεσμικές μονάδες, ακόμη και αν δεν δημοσιεύουν τους λογαριασμούς τους 7

ε) οι οργανισμοί που αποτελούν μέρος μιας ομάδας μονάδων που ασχολούνται με την παραγωγή και τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών θεωρούνται ως θεσμικές μονάδες, ακόμη και αν έχουν παραχωρήσει μέρος της αυτονομίας των αποφάσεών τους στον κεντρικό οργανισμό (εταιρεία holding), που είναι υπεύθυνος για τη γενική διεύθυνση της ομάδας. Η ίδια η εταιρεία holding θεωρείται ως θεσμική μονάδα, χωριστή από τις ομάδες που ελέγχει, εκτός αν πρέπει να εφαρμοστεί το στοιχείο β) 7

στ) οι οιονεί εταιρείες τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και δεν έχουν ανεξάρτητη νομική υπόσταση. Πάντως, έχουν οικονομική και χρηματοπιστωτική συμπεριφορά που είναι διαφορετική από των ιδιοκτητών τους και παρόμοια με τη συμπεριφορά εταιρειών. Επομένως, θεωρείται ότι έχουν αυτονομία αποφάσεων και θεωρούνται ως ξεχωριστές θεσμικές μονάδες.

2.14. Οι εταιρείες holding είναι θεσμικές μονάδες, η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι ο έλεγχος και η διεύθυνση μιας ομάδας θυγατρικών εταιρειών.

2.15. Οι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι ορίζονται ως:

α) τα τμήματα εκείνα των μονάδων μη μόνιμων κατοίκων που έχουν επίκεντρο οικονομικού ενδιαφέροντος (δηλαδή, στις περισσότερες περιπτώσεις, που διενεργούν οικονομικές συναλλαγές για διάστημα ενός έτους ή μεγαλύτερο, ή που αναπτύσσουν κατασκευαστική δραστηριότητα για περίοδο μικρότερη του ενός έτους, αν το αποτέλεσμα της δραστηριότητάς τους αποτελεί ακαθάριστη επένδυση πάγιου κεφαλαίου) στην οικονομική επικράτεια της χώρας 7

β) οι μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών γης ή κτιρίων στην οικονομική επικράτεια της χώρας, αλλά μόνο όσον αφορά συναλλαγές που αφορούν τέτοιου είδους γη ή κτίρια.

Οι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι, ακόμη και αν δεν τηρούν πλήρεις λογαριασμούς και δεν έχουν πάντα αυτονομία λήψης αποφάσεων, θεωρούνται ως θεσμικές μονάδες.

2.16. Συμπερασματικά, οι ακόλουθες μονάδες θεωρούνται θεσμικές:

α) μονάδες που τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων:

(1) ιδιωτικές και δημόσιες μετοχικές εταιρείες,

(2) συνεταιρισμοί ή προσωπικές εταιρείες που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα,

(3) παραγωγοί του δημοσίου τομέα οι οποίοι, με βάση ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα,

(4) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα,

(5) υπηρεσιακές μονάδες δημοσίου 7

β) μονάδες που τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και οι οποίες θεωρούνται συμβατικά ότι έχουν αυτονομία αποφάσεων: οιονεί εταιρείες [βλέπε παράγραφο 2.13 στοιχείο στ)] 7

γ) μονάδες που δεν τηρούν απαραιτήτως πλήρη σειρά λογαριασμών, οι οποίες όμως θεωρούνται συμβατικά ότι έχουν αυτονομία αποφάσεων:

(1) νοικοκυριά,

(2) πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι (βλέπε παράγραφο 2.15).

ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ

2.17. Η αναγκαιότητα της ομαδοποίησης δεν επιτρέπει τη χωριστή εξέταση των επιμέρους θεσμικών μονάδων 7 οι μονάδες αυτές πρέπει να συγκεντρωθούν σε ομάδες που καλούνται θεσμικοί τομείς ή απλώς τομείς, μερικοί από τους οποίους χωρίζονται σε υποτομείς.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

2.18. Ο κάθε τομέας και υποτομέας συγκεντρώνει τις θεσμικές μονάδες που έχουν παρόμοιο τύπο οικονομικής συμπεριφοράς.

Οι θεσμικές μονάδες ομαδοποιούνται σε τομείς με βάση το τι είδος παραγωγού είναι και ανάλογα με την κύρια δραστηριότητα και λειτουργία τους, που είναι ενδεικτικά στοιχεία της οικονομικής συμπεριφοράς τους. Ένας τομέας χωρίζεται σε υποτομείς σύμφωνα με τα κριτήρια τα σχετικά με τον τομέα αυτό. Αυτό επιτρέπει μια πιο ακριβή περιγραφή της οικονομικής συμπεριφοράς των μονάδων.

Οι λογαριασμοί για τους τομείς και τους υποτομείς καταγράφουν όλες τις δραστηριότητες - κύριες και δευτερεύουσες - των θεσμικών μονάδων που καλύπτουν.

Κάθε θεσμική μονάδα ανήκει σε έναν και μόνο τομέα ή υποτομέα.

2.19. Όταν η κύρια λειτουργία της θεσμικής μονάδας είναι η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, είναι απαραίτητο - για να αποφασιστεί σε ποιον τομέα να ταξινομηθεί - να καθοριστεί, πρώτα από όλα, το είδος παραγωγού όπου ανήκουν.

Στο ΕΣΟΛ διακρίνονται τρία είδη παραγωγών:

α) ιδιωτικοί και δημόσιοι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος (βλέπε παράγραφο 3.24, και πίνακα 3.1) 7

β) ιδιωτικοί παραγωγοί για ίδια τελική χρήση (βλέπε παράγραφο 3.25 και πίνακα 3.1 του κεφαλαίου 3) 7

γ) ιδιωτικοί και δημόσιοι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (βλέπε παράγραφο 3.26 και πίνακα 3.1 του κεφαλαίου 3).

Οι θεσμικές μονάδες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται στους τομείς μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11), χρηματοδοτικές εταιρείες (S.12) ή νοικοκυρία (S.14).

Οι θεσμικές μονάδες που είναι ιδιωτικοί παραγωγοί για ιδία τελική χρήση ταξινομούνται στον τομέα των νοικοκυριών (S.14) μαζί με τις επιχειρήσεις μη ανώνυμης εταιρικής μορφής που ανήκουν σε νοικοκυριά (βλέπε παράγραφο 3.30).

Οι θεσμικές μονάδες που είναι λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται στον τομέα του δημοσίου (S.13) ή στα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά (S.15).

2.20. Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει το είδος παραγωγού και τις κύριες δραστηριότητες και τις λειτουργίες που χαρακτηρίζουν τον κάθε τομέα:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Ο τομέας «αλλοδαπή» (S.2) αποτελεί ομαδοποίηση θεσμικών μονάδων (βλέπε παράγραφο 2.89) η οποία δεν χαρακτηρίζεται από παρόμοιους στόχους και τύπους συμπεριφοράς 7 ο τομέας αυτός περιλαμβάνει θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, εφόσον πραγματοποιούν συναλλαγές με θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους.

ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ (S.11)

2.21. Ορισμός: Ο τομέας των μη χρηματοδοτικών εταιρειών (S.11) περιλαμβάνει θεσμικές μονάδες, οι διανεμητικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές των οποίων είναι χωριστές από εκείνες των ιδιοκτητών τους και οι οποίες είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος (βλέπε παραγράφους 3.31, 3.32 και 3.37) και έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών (27).

2.22. Ο τομέας των μη χρηματοδοτικών εταιρειών περιλαμβάνει επίσης και τις μη χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες.

2.23. Ο όρος «μη χρηματοδοτικές εταιρείες» υποδηλώνει όλους τους οργανισμούς που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και οι οποίοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, των οποίων κύρια δραστηριότητα είναι η παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών.

Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται είναι οι ακόλουθες:

α) ιδιωτικές και δημόσιες μετοχικές εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών 7

β) συνεταιρισμοί και προσωπικές εταιρείες που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών 7

γ) δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι, με βάση ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και οι οποίοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών 7

δ) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα ή ενώσεις που εξυπηρετούν μη χρηματοδοτικές εταιρείες, τα οποία αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών (28) 7

ε) εταιρείες holding που ελέγχουν (βλέπε παράγραφο 2.26) ομάδα εταιρειών είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, εάν το κυρίαρχο είδος δραστηριότητας της ομάδας εταιρειών ως συνόλου - που υπολογίζεται με βάση την προστιθέμενη αξία - είναι η παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών 7

στ) ιδιωτικές και δημόσιες οιονεί εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και απασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών.

2.24. Ο όρος «μη χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες» υποδηλώνει όλους τους οργανισμούς χωρίς ανεξάρτητο νομικό καθεστώς, οι οποίοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών και οι οποίοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζονται ως οιονεί εταιρείες [βλέπε παράγραφο 2.13 στοιχείο στ)].

Οι οιονεί εταιρείες πρέπει οπωσδήποτε να τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών, και να λειτουργούν όπως οι εταιρείες. Η de facto σχέση τους με τον ιδιοκτήτη τους είναι παρόμοια με τη σχέση μιας μετοχικής εταιρείας με τους μετόχους της.

Έτσι, οι μη χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες που ανήκουν σε νοικοκυριά, κρατικές μονάδες ή ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα κατατάσσονται μαζί με τις μη χρηματοδοτικές εταιρείες στον τομέα των μη χρηματοδοτικών εταιρειών.

Το γεγονός ότι κάποια επιχείρηση τηρεί πλήρη σειρά λογαριασμών, περιλαμβανομένων των ισολογισμών, δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για να θεωρηθεί ένας παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος ως οιονεί εταιρεία. Επομένως, οι προσωπικές εταιρείες και οι δημόσιοι παραγωγοί, εκτός από εκείνους που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2.23 στοιχεία α), β), γ) και στ), καθώς και οι ατομικές επιχειρήσεις - ακόμη και αν τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών - δεν αποτελούν γενικά ξεχωριστές θεσμικές μονάδες, διότι δεν έχουν αυτονομία αποφάσεων, εφόσον η διαχείρισή τους βρίσκεται υπό τον έλεγχο των νοικοκυριών, των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων ή των κυβερνήσεων στις οποίες ανήκουν.

2.25. Ο τομέας «μη χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες» περιλαμβάνει επίσης όλες τις πλασματικές μονάδες μόνιμους κατοίκους (βλέπε παράγραφο 2.15) οι οποίες, κατά συνθήκη, αντιμετωπίζονται σαν να ήταν οιονεί εταιρείες.

2.26. Ο έλεγχος μιας επιχείρησης ορίζεται ως η ικανότητα καθορισμού της γενικής πολιτικής της εταιρείας επιλέγοντας τους κατάλληλους διευθυντές, αν χρειαστεί.

Μια θεσμική μονάδα - μια άλλη εταιρεία, ένα νοικοκυριό ή μια μονάδα του δημοσίου - εφασφαλίζει τον έλεγχο μιας εταιρείας έχοντας την ιδιοκτησία περισσοτέρων από τις μισές μετοχές με δικαίωμα ψήφου ή ελέγχοντας με οποιοδήποτε τρόπο περισσότερο από το ήμισυ της εκλογικής δύναμης των μετόχων. Επιπλέον, το δημόσιο εξασφαλίζει τον έλεγχο μιας εταιρείας ως αποτέλεσμα ειδικού νομοθετικού διατάγματος ή ρυθμιστικής διάταξης που δίνει στο δημόσιο τη δυνατότητα να καθορίζει την πολιτική της εταιρείας ή να διορίζει τους διευθυντές.

Για να ελέγχει περισσότερο από το ήμισυ της εκλογικής δύναμης των μετόχων, μια θεσμική μονάδα δεν χρειάζεται να κατέχει η ίδια μετοχές με δικαίωμα ψήφου. Μια εταιρεία Γ μπορεί να είναι θυγατρική μιας άλλης εταιρείας Β στην οποία μια τρίτη εταιρεία Α κατέχει την πλειονότητα των μετοχών με δικαίωμα ψήφου.

Η εταιρεία Γ θεωρείται ως θυγατρική της εταιρείας Β όταν είτε η εταιρεία Β ελέγχει περισσότερο από το ήμισυ των ψήφων των μετόχων της εταιρείας Γ είτε η εταιρεία Β είναι μέτοχος της Γ με δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειονότητα των διευθυντών της Γ.

2.27. Ο τομέας των μη χρηματοδοτικών εταιρειών υποδιαιρείται σε τρεις υποτομείς:

α) δημόσιες μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11001) 7

β) εθνικές (ημεδαπές) ιδιωτικές μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11002) 7

γ) μη χρηματοδοτικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003).

Υποτομέας: Δημόσιες μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11001)

2.28. Ορισμός: Ο υποτομέας των δημόσιων μη χρηματοδοτικών εταιρειών περιλαμβάνει όλες τις μη χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που υπόκεινται σε έλεγχο (βλέπε παράγραφο 2.26) από κρατικές μονάδες.

2.29. Οι δημόσιες οιονεί εταιρείες είναι οιονεί εταιρείες που ανήκουν απευθείας σε κρατικές μονάδες.

Υποτομέας: Εθνικές (ημεδαπές) ιδιωτικές μη χρηματοδοτικές εταιρείες (S.11002)

2.30. Ορισμός: Ο υποτομέας των εθνικών (ημεδαπών) ιδιωτικών μη χρηματοδοτικών εταιρειών αποτελείται από όλες τις μη χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που δεν ελέγχονται από το κράτος ή από θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους. Αυτός ο υποτομέας περιλαμβάνει όλα τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που περιλαμβάνονται στον τομέα των μη χρηματοδοτικών εταιρειών [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο δ)].

Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει τις εταιρείες και οιονεί εταιρείες άμεσων επενδύσεων (βλέπε παράγραφο 4.65) που δεν υπάγονται στον υποτομέα των μη χρηματοδοτικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003).

Υποτομέας: Μη χρηματοδοτικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή (S.11003)

2.31. Ορισμός: Ο υποτομέας των μη χρηματοδοτικών εταιρειών που ελέγχονται από την αλλοδαπή αποτελείται από όλες τις μη χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ελέγχονται (βλέπε παράγραφο 2.26) από θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους.

Ο υποτομέας αυτός περιλαμβάνει:

α) όλες τις θυγατρικές εταιρειών μη μόνιμων κατοίκων 7

β) όλες τις εταιρείες που ελέγχονται από θεσμική μονάδα μη μόνιμο κάτοικο η οποία δεν είναι εταιρεία, π.χ., μια εταιρεία η οποία ελέγχεται από μια ξένη κυβέρνηση 7 περιλαμβάνει επίσης τις εταιρείες που ελέγχονται από ομάδα μονάδων μη μόνιμων κατοίκων που ενεργούν από κοινού 7

γ) όλα τα υποκαταστήματα και τα λοιπά μη μετοχικού χαρακτήρα γραφεία μετοχικών επιχειρήσεων ή παραγωγών μη μετοχικού χαρακτήρα μη μόνιμων κατοίκων που αποτελούν οιονεί (πλασματικές) μονάδες μόνιμους κατοίκους και που πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μη χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες (βλέπε παράγραφο 2.25).

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ (S.12)

2.32. Ορισμός: Ο τομέας των χρηματοδοτικών εταιρειών (S.12) αποτελείται από όλες τις εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση (ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί) ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (29).

Χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση είναι η δραστηριότητα στα πλαίσια της οποίας μια θεσμική μονάδα αποκτά χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και, ταυτόχρονα, αναλαμβάνει υποχρεώσεις (βλέπε παράγραφο 2.34) για δικό της λογαριασμό (βλέπε παράγραφο 2.33) διενεργώντας χρηματοπιστωτικές συναλλαγές στην αγορά (βλέπε παράγραφο 2.37 και 2.38). Τα στοιχεία του ενεργητικού και οι υποχρεώσεις των ενδιαμέσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, λόγω του ότι τα κεφάλαια μετατρέπονται ή αναδιαμορφώνονται, όσον αφορά τη λήξη, το μέγεθος, το βαθμό κινδύνου και παρόμοιους παράγοντες στη διεργασία χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης.

Οι επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες είναι δραστηριότητες που συνδέονται στενά με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, χωρίς όμως να είναι οι ίδιες χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση (βλέπε παράγραφο 2.39).

2.33. Μέσω της διαδικασίας της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης πραγματοποιείται μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ τρίτων μερών από τα οποία το ένα διαθέτει πλεόνασμα και το άλλο έλλειψη κεφαλαίων. Ο ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός δεν ενεργεί απλώς ως πράκτορας αυτών των άλλων θεσμικών μονάδων, αλλά αναλαμβάνει και ο ίδιος κινδύνους αποκτώντας χρηματοπιστωτικά στοιχεία ενεργητικού και αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις για δικό του λογαριασμό.

2.34. Στη διεργασία χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης μπορούν να υπεισέρχονται όλες οι κατηγορίες υποχρεώσεων, εκτός από την κατηγορία «λοιποί πληρωτέοι λογαριασμοί» (AF.7).

Τα στοιχεία του ενεργητικού που υπεισέρχονται στη διεργασία χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης μπορεί να είναι ταξινομημένα σε οποιαδήποτε κατηγορία, με εξαίρεση την κατηγορία «τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά» (AF.6), και συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας «λοιποί εισπρακτέοι λογαριασμοί» (φάκτορινγκ/αγορά απαιτήσεων). Επιπλέον, οι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί μπορεί να επενδύουν τα κεφάλαιά τους σε μη χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων και των ακινήτων. Πάντως, για να μπορεί να θεωρηθεί ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, μια εταιρεία θα πρέπει, επιπλέον, να αναλαμβάνει υποχρεώσεις στην αγορά και να μετατρέπει κεφάλαια. Επομένως εξαιρούνται οι κτηματικές εταιρείες (NACE τμήμα 70).

2.35. Η κύρια δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων έγκειται στη συγκέντρωση των κινδύνων. Οι κύριες υποχρεώσεις αυτών των τομέων είναι τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (AF.6). Το αντιστάθμισμα των αποθεματικών είναι επενδύσεις εκ μέρους των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων τα οποία ενεργούν, επομένως, ως ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

2.36. Τα αμοιβαία κεφάλαια αναλαμβάνουν υποχρεώσεις κυρίως μέσω της έκδοσης μετοχών (AF.52). Μετατρέπουν τα κεφάλαια αυτά αγοράζοντας χρηματοπιστωτικά στοιχεία του ενεργητικού ή/και ακίνητα. Επομένως τα αμοιβαία κεφάλαια ταξινομούνται ως ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Όπως και στην περίπτωση των άλλων εταιρειών, οποιαδήποτε μεταβολή της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού εκτός από τις μετοχές τους αντανακλάται στα ίδια κεφάλαια (βλέπε παράγραφο 7.05). Επειδή το ύψος των ιδίων κεφαλαιών κατά κανόνα ισούται με την αξία των μετοχών των αμοιβαίων κεφαλαίων, οποιαδήποτε μεταβολή της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου θα αντανακλάται στην αγοραία αξία των μετοχών αυτών.

Τα αμοιβαία κεφάλαια που επενδύουν αποκλειστικά σε ακίνητα θεωρούνται επίσης ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

2.37. Η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση περιορίζεται γενικά σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που διενεργούνται στην αγορά. Με άλλα λόγια, η αγορά περιουσιακών στοιχείων και η σύναψη υποχρεώσεων θα πρέπει να γίνεται με το κοινό ή με συγκεκριμένες και σχετικά μεγάλες υποομάδες του. Γενικά, όταν η δραστηριότητα περιορίζεται σε μικρές ομάδες ατόμων ή οικογενειών, δεν πραγματοποιείται χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Συγκεκριμένα, η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση δεν περιλαμβάνει θεσμικές μονάδες που παρέχουν ταμειακές υπηρεσίες σε έναν όμιλο εταιρειών. Αυτές οι θεσμικές μονάδες κατανέμονται σε έναν τομέα ανάλογα με την κύρια δραστηριότητα του ομίλου εταιρειών στο εσωτερικό της οικονομικής επικράτειας. Πάντως, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η θεσμική μονάδα που παρέχει τις ταμειακές υπηρεσίες υπόκειται σε χρηματοοικονομική εποπτεία, ταξινομείται συμβατικά στον τομέα των χρηματοδοτικών εταιρειών.

2.38. Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις από το γενικό περιορισμό της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που διενεργούνται στην αγορά. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν δημοτικές τράπεζες και ταμιευτήρια, που βασίζονται κυρίως στον αντίστοιχο δήμο, ή εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης που εξαρτώνται από ένα μητρικό όμιλο εταιρειών για την απόκτηση ή την επένδυση κεφαλαίων. Πάντως, η εκ μέρους τους χορήγηση δανείων ή αποδοχή αποταμιεύσεων δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το σχετικό δήμο ή το μητρικό όμιλο εταιρειών, αντιστοίχως, για να ταξινομηθούν ως ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

2.39. Οι επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες περιλαμβάνουν επικουρικές δραστηριότητες όσον αφορά τη διενέργεια συναλλαγών χρηματοπιστωτικών στοιχείων του ενεργητικού ή υποχρεώσεων, ή τη μετατροπή ή την αναδιαμόρφωση κεφαλαίων. Οι επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και φορείς δεν αναλαμβάνουν οι ίδιοι κινδύνους αποκτώντας χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού ή συνάπτοντας υποχρεώσεις. Απλώς διευκολύνουν τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση.

2.40. Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα «χρηματοδοτικές εταιρείες» (S.12) είναι οι ακόλουθες:

α) οι ιδιωτικές ή δημόσιες μετοχικές εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες 7

β) οι συνεταιρισμοί και οι προσωπικές εταιρείες που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες 7

γ) οι δημόσιοι παραγωγοί, οι οποίοι, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, ασχολούνται δε κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες 7

δ) τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και τα οποία ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, ή τα οποία εξυπηρετούν χρηματοδοτικές εταιρείες 7

ε) οι εταιρείες holding (βλέπε παράγραφο 2.14) αν ο όμιλος των θυγατρικών στην οικονομική επικράτεια ως σύνολο ασχολείται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες 7

στ) τα αμοιβαία κεφάλαια μη μετοχικού χαρακτήρα όπου περιλαμβάνονται χαρτοφυλάκια επενδύσεων που ανήκουν στην ομάδα των συμμετεχόντων και των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται, γενικά, από άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες. Τα κεφάλαια αυτά θεωρούνται κατά συνθήκη θεσμικές μονάδες, ξεχωριστές από τη διαχειρίστρια χρηματοδοτική εταιρεία 7

ζ) οι χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες:

(1) οι μη μετοχικού χαρακτήρα μονάδες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και υπόκεινται σε κανονισμούς και εποπτεία (αυτό συμβαίνει, στις περισσότερες χώρες, με τον υποτομέα των νομισματικών χρηματοδοτικών εταιρειών ή τον υποτομέα των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων) θεωρούνται ότι έχουν αυτονομία αποφάσεων και αυτόνομη διοίκηση χωρίς εξάρτηση από τους ιδιοκτήτες τους. Η οικονομική και χρηματοπιστωτική συμπεριφορά αυτών των μονάδων μοιάζει με τη συμπεριφορά των χρηματοδοτικών εταιρειών. Επομένως, οι μονάδες αυτές αντιμετωπίζονται ως χωριστές θεσμικές μονάδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα υποκαταστήματα χρηματοδοτικών εταιρειών μη μόνιμων κατοίκων,

(2) άλλες μη μετοχικού χαρακτήρα μονάδες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση αλλά δεν υπόκεινται σε κανονισμούς και εποπτεία θεωρούνται ως χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες μόνο αν πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό τους ως οιονεί εταιρειών [βλέπε παράγραφο 2.13 στοιχείο στ)],

(3) οι μη μετοχικού χαρακτήρα μονάδες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες θεωρούνται ως χρηματοδοτικές οιονεί εταιρείες μόνο αν πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό τους ως οιονεί εταιρειών [βλέπε παράγραφο 2.13 στοχείο στ)].

2.41. Ο τομέας των χρηματοδοτικών εταιρειών υποδιαιρείται σε πέντε υποτομείς:

α) κεντρική τράπεζα (S.121) 7

β) λοιπές νομισματικές χρηματοδοτικές εταιρείες (S.122) 7

γ) λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.123) 7

δ) επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και φορείς (S.124) 7

ε) ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125).

Ο υποτομέας των λοιπών νομισματικών χρηματοδοτικών εταιρειών θεωρείται ισοδύναμος με τον υποτομέα των λοιπών εταιρειών καταθέσεων, όπως ορίζεται στο ΣΕΛ 1993 παράγραφοι 4.88-4.94. Ενώ ο ορισμός του υποτομέα των λοιπών νομισματικών χρηματοδοτικών εταιρειών (βλέπε παράγραφο 2.48) αποσκοπεί στην κάλυψη των ενδιαμέσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών μέσω των οποίων τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας μεταδίδονται στους υπόλοιπους οργανισμούς, φορείς και μονάδες της οικονομίας, ο υποτομέας των λοιπών εταιρειών καταθέσεων ορίζεται στο ΣΕΛ 1993 σε αναφορά με μετρήσεις του χρήματος υπό την ευρεία έννοια, οι οποίες δεν προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υποτομείς S.121 και S.122 από κοινού συμπίπτουν με τις νομισματικές χρηματοδοτικές εταιρείες, όπως ορίζονται για στατιστικούς σκοπούς από το ΕΝΙ (Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα) (βλέπε παράγραφο 2.49).

2.42. Με εξαίρεση τον υποτομέα S.121, κάθε υποτομέας μπορεί να υποδιαιρεθεί στα ακόλουθα:

α) δημόσιες χρηματοδοτικές εταιρείες 7

β) εθνικές (ημεδαπές) ιδιωτικές χρηματοδοτικές εταιρείες 7

γ) χρηματοδοτικές εταιρείες που ελέγχονται από την αλλοδαπή.

Τα κριτήρια για την υποδιαίρεση αυτή είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που ισχύουν για τις μη χρηματοδοτικές εταιρείες (βλέπε παραγράφους 7 2.26-2.31).

2.43. Οι εταιρείες holding, οι οποίες ελέγχουν και διευθύνουν μόνο μια ομάδα θυγατρικών οι οποίες ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες κατατάσσονται στον υποτομέα «λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία» (S.123) (30). Πάντως, οι εταιρείες holding που είναι οι ίδιες χρηματοδοτικές εταιρείες θα πρέπει να κατανέμονται στους αντίστοιχους υποτομείς ανάλογα με το κύριο είδος χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας.

2.44. Τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως αναξάρτητα νομικά πρόσωπα που εξυπηρετούν χρηματοδοτικές εταιρείες, άλλα δεν ασχολούνται με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή τις επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες κατατάσσονται στον υποτομέα των επικουρικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών και φορέων (S.124).

Υποτομέας: Κεντρική τράπεζα (S.121)

2.45. Ορισμός: Ο υποτομέας «κεντρική τράπεζα» (S.121) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες η κύρια λειτουργία των οποίων είναι η έκδοση νομίσματος, η διατήρηση της εσωτερικής και εξωτερικής αξίας του νομίσματος και η τήρηση του συνόλου ή μέρους των διεθνών (συναλλαγματικών) αποθεμάτων της χώρας.

2.46. Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κατατάσσονται στον υποτομέα S.121:

α) η εθνική κεντρική τράπεζα, ακόμη και αν αποτελεί μέρος ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών 7

β) κεντρικές νομισματικές υπηρεσίες, κρατικής βασικά προέλευσης (π.χ., υπηρεσίες που διαχειρίζονται ξένο συνάλλαγμα ή εκδίδουν νόμισμα) οι οποίες τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών και έχουν αυτονομία λήψης αποφάσεων σε σχέση με την κεντρική διοίκηση. Ως επί το πλείστον, οι δραστηριότητες αυτές διενεργούνται είτε στα πλαίσια της κεντρικής διοίκησης είτε στα πλαίσια της κεντρικής τράπεζας. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν υπάρχει χωριστή θεσμική μονάδα.

2.47. Ο υποτομέας S.121 δεν περιλαμβάνει τους οργανισμούς και φορείς, εκτός από την κεντρική τράπεζα, οι οποίοι ρυθμίζουν ή εποπτεύουν χρηματοδοτικές εταιρείες ή κεφαλαιαγορές. Αυτοί περιλαμβάνονται στον υποτομέα S.124 [βλέπε παράγραφο 2.58 στοιχείο ζ)] (31).

Υποτομέας: Λοιποί νομισματικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί (S.122)

2.48. Ορισμός: Ο υποτομέας «λοιποί νομισματικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί» (S.122) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες εκτός από εκείνες που κατατάσσονται στον υποτομέα «κεντρική τράπεζα», που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, και των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στο να δέχονται καταθέσεις ή/και παραπλήσια υποκατάστατα καταθέσεων από θεσμικές μονάδες, εκτός από νομισματικές χρηματοδοτικές εταιρείες, και, για δικό τους λογαριασμό, να χορηγούν δάνεια ή/και να πραγματοποιούν επενδύσεις σε χρεόγραφα.

2.49. Στους νομισματικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (ΝΧΟ) περιλαμβάνονται ο υποτομέας της κεντρικής τράπεζας (S.121) και ο υποτομέας των λοιπών νομισματικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (S.122). Συμπίπτουν με τους νομισματικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για στατιστικούς σκοπούς όπως ορίζονται από το ΕΝΙ (βλέπε παράγραφο 2.41).

2.50. Οι ΝΧΟ δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν απλώς ως «τράπεζες», γιατί μπορεί να περιλαμβάνουν ορισμένες χρηματοδοτικές εταιρείες που ενδεχομένως δεν αυτοχαρακτηρίζονται «τράπεζες», και ορισμένες που σε κάποιες χώρες ίσως δεν επιτρέπεται να φέρουν τον τίτλο της τράπεζας, ενώ ορισμένες άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες που αυτοχαρακτηρίζονται ως τράπεζες μπορεί να μην είναι ΝΧΟ στην πραγματικότητα. Γενικά, οι παρακάτω ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί κατατάσσονται στον υποτομέα S.122:

α) εμπορικές τράπεζες, «γενικές» τράπεζες, τράπεζες «παντός σκοπού» 7

β) ταμιευτήρια [περιλαμβανομένων των διαχειριστικών ταμιευτηρίων (trustee savings banks), των ταμιευτηρίων και των αποταμιευτικών συνεταιρισμών] 7

γ) ταχυδρομικές τράπεζες και υπηρεσίες ταχυδρομικών επιταγών 7

δ) αγροτικές πιστωτικές τράπεζες, γεωργικές πιστωτικές τράπεζες 7

ε) συνεταιριστικές πιστωτικές τράπεζες, πιστωτικές ενώσεις 7

στ) εξειδικευμένες τράπεζες (π.χ. εμπορικές τράπεζες, εκδοτικά ιδρύματα, ιδιωτικές τράπεζες) 7

ζ) κτηματικές τράπεζες, κτηματικές εταρείες (building societies), ιδρύματα κτηματικής πίστης 7

η) αμοιβαία κεφάλαια, επενδυτικά κεφάλαια και επενδυτικές ενώσεις.

2.51. Οι ακόλουθοι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί μπορούν επίσης να καταταχθούν στον υποτομέα S.122 εφόσον στα πλαίσια της λειτουργίας τους εισπράττουν εξοφλητέα κεφάλαια από το κοινό είτε με τη μορφή καταθέσεων είτε με άλλες μορφές, όπως η συνεχής έκδοση ομολόγων και άλλων συγκρίσιμων χρεογράφων. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να κατατάσσονται στον υποτομέα S.123:

α) εταιρείες που ασχολούνται με τη χορήγηση ενυπόθηκων δανείων [περιλαμβανομένων των κτηματικών εταιρειών (building societies), των κτηματικών τραπεζών και των ιδρυμάτων κτηματικής πίστης] 7

β) αμοιβαία κεφάλαια, επενδυτικά κεφάλαια και λοιπά συλλογικά επενδυτικά σχήματα 7

γ) δημοτικά πιστωτικά ιδρύματα.

2.52. Ο υποτομέας S.122 δεν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) εταιρείες holding οι οποίες ελέγχουν μόνο μια ομάδα που αποτελείται κατά κύριο λόγο από άλλους νομισματικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ενώ οι ίδιες δεν είναι λοιποί νομισματικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Αυτές οι εταιρείες κατατάσσονται στον υποτομέα S.123 (βλέπε παράγραφο 2.43) 7

β) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που είναι αναγνωρισμένα ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που εξυπηρετούν λοιπούς νομισματικούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Τα ιδρύματα αυτά κατατάσσονται στον υποτομέα S.124 (βλέπε παράγραφο 2.44).

Υποτομέας: Λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία (S.123)

2.53. Ορισμός: Ο υποτομέας «λοιποί ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εκτός από τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία» (S.123) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες οι οποίες έχουν ως κύρια δραστηριότητα τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, συνάπτοντας (αναλαμβάνοντας) υποχρεώσεις υπό μορφή διαφορετική από το νόμισμα, τις καταθέσεις ή/και τα παραπλήσια υποκατάστατα των καταθέσεων ή τα τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά.

2.54. Ο υποτομέας S.123 περιλαμβάνει διάφορα είδη ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ιδιαιτέρως αυτούς οι οποίοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτός ο κυρίως μακροπρόθεσμος χαρακτήρας αποτελεί τη βάση για τη διάκριση με τον υποτομέα των λοιπών νομισματικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Η διαχωριστική γραμμή με τον υποτομέα των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων μπορεί να καθοριστεί με βάση το γεγονός ότι δεν υπάρχουν τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (AF.6).

2.55. Συγκεκριμένα, μπορούν να καταταγούν στον υποτομέα S.123 οι παρακάτω χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες, εκτός αν είναι ΝΧΟ:

α) εταιρείες που ασχολούνται με χρηματοδοτική μίσθωση 7

β) εταιρείες που ασχολούνται με πίστωση για αγορές με δόσεις και με χορήγηση προσωπικών ή εμπορικών δανείων 7

γ) εταιρείες που ασχολούνται με δραστηριότητες αγοράς απαιτήσεων (φάκτορινγκ) 7

δ) χρηματιστές που ενεργούν συναλλαγές επί χρεογράφων και παράγωγων μέσων (για ίδιο λογαριασμό) 7

ε) εξειδικευμένες χρηματοδοτικές εταιρείες, όπως εταιρείες επιχειρηματικού και αναπτυξιακού κεφαλαίου ή εταιρείες χρηματοδότησης εξαγωγών/εισαγωγών 7

στ) χρηματοδοτικές εταιρείες που δημιουργούνται ειδικά για να είναι κάτοχοι στοιχείων ενεργητικού που έχουν μετατραπεί σε χρεόγραφα 7

ζ) ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που δέχονται καταθέσεις ή/και παραπλήσια υποκατάστατα καταθέσεων μόνο υπό ΝΧΟ 7

η) εταιρείες holding που ελέγχουν και διευθύνουν μόνο μια ομάδα θυγατρικών που ασχολείται κατά κύριο λόγο με χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή/και επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, ενώ οι ίδιες δεν είναι χρηματοδοτικές εταιρείες (βλέπε παράγραφο 2.43).

2.56. Δεν περιλαμβάνονται στον υποτομέα S.123 τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και τα οποία εξυπηρετούν άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες εκτός από ασφαλιστικές επιχειρήσεις και συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Τα ιδρύματα αυτά κατατάσσονται στον υποτομέα S.124 (βλέπε παράγραφο 2.44).

Υποτομέας: Επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και φορείς (S.124)

2.57. Ορισμός: Ο υποτομέας «επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και φορείς» (S.124) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές εταιρείες ή οιονεί εταιρείες οι οποίες ασχολούνται κατά κύριο λόγο με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, δηλαδή με δραστηριότητες που συνδέονται στενά με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση, χωρίς όμως να αποτελούν δραστηριότητες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (βλέπε παράγραφο 2.39).

2.58. Ειδικότερα, στον υποτομέα S.124 κατατάσσονται οι παρακάτω χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες:

α) οι ασφαλειομεσίτες, οι υπηρεσίες αβαριών και τελών διάσωσης, οι σύμβουλοι επί θεμάτων ασφαλειών και συντάξεων, κ.λπ. 7

β) οι μεσίτες δανείων, οι χρηματιστές που διενεργούν πράξεις επί χρεογράφων, οι σύμβουλοι επενδύσεων, κ.λπ. 7

γ) οι εταιρείες έκδοσης κινητών αξιών, οι οποίες διαχειρίζονται την έκδοση χρεογράφων 7

δ) οι εταιρείες που έχουν ως κύρια λειτουργία την παροχή εγγύησης, με οπισθογράφηση, για γραμμάτια και παρόμοια μέσα 7

ε) οι εταιρείες που διαχειρίζονται παράγωγα μέσα και μέσα κάλυψης, όπως swap (αντιπραγματισμός ξένου συναλλάγματος με δικαίωμα άμεσης αναστροφής), και μέσα που παρέχουν δικαίωμα άσκησης επιλογής (προαιρετικά δικαιώματα/options και προθεσμιακές πράξεις/futures) (χωρίς να τα εκδίδουν) 7

στ) εταιρείες που παρέχουν υποδομή για χρηματοπιστωτικές αγορές 7

ζ) κεντρικές αρχές εποπτείας ενδιαμέσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και χρηματοπιστωτικών αγορών, όταν είναι ξεχωριστές θεσμικές μονάδες 7

η) διαχειριστές συνταξιοδοτικών ταμείων, αμοιβαίων κεφαλαίων, κ.λπ. 7

θ) εταιρείες που εξασφαλίζουν αγοραπωλησίες μετοχών και ασφαλιστηρίων συμβολαίων 7

ι) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα τα οποία εξυπηρετούν χρηματοδοτικές εταιρείες, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ή επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (βλέπε παράγραφο 2.44).

2.59. Ο υποτομέας S.124 δεν περιλαμβάνει εταιρείες holding οι οποίες ελέγχουν και διευθύνουν μόνο μια ομάδα θυγατρικών που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, ενώ οι ίδιοι δεν είναι επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Τα ιδρύματα αυτά κατατάσσονται στον υποτομέα S.123 (βλέπε παράγραφο 2.43).

Υποτομέας: Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία (S.125)

2.60. Ορισμός: Ο υποτομέας «ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία» (S.125) περιλαμβάνει όλες τις χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση ως συνέπεια της συγκέντρωσης των κινδύνων (δηλαδή της μετατροπής ατομικών κινδύνων σε συλλογικούς) (βλέπε παράγραφο 2.35).

2.61. Τα συναπτόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι δυνατόν να αφορούν άτομα ή/και ομάδες, ανεξαρτήτως του αν η συμμετοχή απορρέει από γενική υποχρέωση την οποία επιβάλλει το κράτος. Επιπλέον, τα συμβόλαια κοινωνικής ασφάλισης (βλέπε παραγράφους 4.83-4.91) αποτελούν συχνά σημαντικό μέρος των συναπτομένων συμβολαίων.

2.62. Ο υποτομέας S.125 περιλαμβάνει και τις ενσωματωμένες (ανήκουσες) σε θεσμική μονάδα ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς και τις αντασφαλιστικές εταιρείες.

2.63. Ο υποτομέας S.125 δεν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) θεσμικές μονάδες που πληρούν και τα τρία κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2.74. Οι μονάδες αυτές κατατάσσονται στον υποτομέα S.1314 7

β) εταιρείες holding που ελέγχουν και διευθύνουν μόνο μια ομάδα που αποτελείται κυρίως από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία, ενώ οι ίδιες δεν είναι ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία. Οι εταιρείες αυτές κατατάσσονται στον υποτομέα S.123 (βλέπε παράγραφο 2.43) 7

γ) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα τα οποία εξυπηρετούν ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά δεν ασχολούνται με χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Τα ιδρύματα αυτά κατατάσσονται στον υποτομέα S.124 (βλέπε παράγραφο 2.44).

2.64. Ο υποτομέας «ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία» μπορεί να υποδιαιρεθεί σε:

α) ασφαλιστικές εταιρείες 7

β) (αυτόνομα) συνταξιοδοτικά ταμεία.

Τα αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι συνταξιοδοτικά ταμεία τα οποία έχουν αυτονομία αποφάσεων και τηρούν πλήρη σειρά λογαριασμών. Επομένως, είναι θεσμικές μονάδες. Τα μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία δεν είναι θεσμικές μονάδες, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της θεσμικής μονάδας η οποία τα δημιουργεί.

2.65. Οι κίνδυνοι που αφορούν άτομα ή μονάδες θα μπορούσαν και οι δύο να περιληφθούν στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών εταιρειών του κλάδου ζωής και των υπόλοιπων κλάδων. Μερικές ασφαλιστικές εταιρείες ενδέχεται να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους μόνο σε συλλογικά (ομαδικά) συμβόλαια. Οι εταιρείες αυτές έχουν το δικαίωμα να ασφαλίζουν οποιαδήποτε ομάδα ατόμων.

2.66. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία μπορούν να περιγραφούν ως οργανισμοί που ασφαλίζουν ομαδικούς κινδύνους οι οποίοι σχετίζονται με κοινωνικούς κινδύνους και ανάγκες (βλέπε 4.84) των ασφαλισμένων ατόμων. Χαρακτηριστικές ομάδες ατόμων που συμμετέχουν σε τέτοια ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι οι μισθωτοί μιας επιχείρησης ή μιας ομάδας επιχειρήσεων, οι μισθωτοί ενός κλάδου ή μιας βιομηχανίας και άτομα που ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Τα οφέλη που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν οφέλη που καταβάλλονται μετά το θάνατο του ασφαλισμένου στον επιζώντα σύζυγο και τα παιδιά του (κυρίως, θάνατος κατά την υπηρεσία), οφέλη τα οποία καταβάλλονται μετά τη συνταξιοδότηση και οφέλη που καταβάλλονται μετά την περιέλευση του ασφαλισμένου σε κατάσταση ανικανότητας για εργασία.

2.67. Σε ορισμένες χώρες όλα αυτά τα είδη κινδύνων είναι δυνατόν να ασφαλίζονται τόσο από ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής όσο και από συνταξιοδοτικά ταμεία. Σε άλλες χώρες, ορισμένα από αυτά τα είδη κινδύνων πρέπει υποχρεωτικά να ασφαλίζονται από ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής. Σε αντίθεση με τις ασφαλιστικές εταιρείες του κλάδου ζωής, τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι υποχρεωμένα (από το νόμο) να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους σε συγκεκριμένες ομάδες μισθωτών ή αυτοαπασχολουμένων.

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ (S.13)

2.68. Ορισμός: Ο δημόσιος τομέας (S.13) περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές μονάδες που είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (βλέπε παράγραφο 3.26), των οποίων η παραγωγή προορίζεται για ατομική και συλλογική κατανάλωση, και χρηματοδοτείται κυρίως από υποχρεωτικές πληρωμές εκ μέρους μονάδων που ανήκουν σε άλλους τομείς, ή/και όλες τις θεσμικές μονάδες που ασχολούνται κυρίως με την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος και πλούτου.

2.69. Οι θεσμικές μονάδες που περιλαμβάνονται στον τομέα S.13 είναι οι ακόλουθες:

α) οι δημόσιοι φορείς (εκτός από τους δημόσιους παραγωγούς που είναι οργανωμένοι ως μετοχικές εταιρείες ή που, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα ή οιονεί εταιρείες, αν οποιεσδήποτε από αυτές κατατάσσονται στο μη χρηματοπιστωτικό ή το χρηματοπιστωτικό τομέα) οι οποίοι διοικούν και χρηματοδοτούν ομάδα δραστηριοτήτων, κυρίως παροχή εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου (32) 7

β) τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, τα οποία είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, και ελέγχονται και, κατά κύριο λόγο, χρηματοδοτούνται από την κεντρική διοίκηση 7

γ) τα αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία, αν πληρούνται οι δύο όροι της παραγράφου 2.74.

2.70. Ο τομέας του δημοσίου χωρίζεται σε τέσσερις υποτομείς:

α) κεντρική διοίκηση (S.1311) 7

β) διοίκηση ομόσπονδου κρατιδίου (S.1312) 7

γ) τοπική αυτοδιοίκηση (S.1313) 7

δ) οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314).

Υποτομέας: Κεντρική διοίκηση (S.1311)

2.71. Ορισμός: Ο υποτομέας της κεντρικής διοίκησης περιλαμβάνει όλες τις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους και τους λοιπούς κεντρικούς φορείς, η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται κατά κανόνα σε όλη την οικονομική επικράτεια, εκτός από τη διαχείριση των οργανισμών ασφάλισης.

Περιλαμβάνονται στον υποτομέα S.1311 τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από την κεντρική διοίκηση και η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται σε ολόκληρη την οικονομική επικράτεια.

Υποτομέας: Διοίκηση ομόσπονδου κρατιδίου (S.1312)

2.72. Ορισμός: Ο υποτομέας «διοίκηση ομόσπονδου κρατιδίου» περιλαμβάνει τις κρατικές διοικήσεις που αποτελούν χωριστές θεσμικές μονάδες και που ασκούν ορισμένες από τις κυβερνητικές λειτουργίες σε επίπεδο κατώτερο από το επίπεδο της κεντρικής διοίκησης και ανώτερο από το επίπεδο των κρατικών θεσμικών μονάδων που υπάρχουν σε τοπικό επίπεδο, εκτός από τη διαχείριση οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Περιλαμβάνονται στον υποτομέα S.1312 τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από διοικήσεις ομόσπονδων κρατιδίων και των οποίων η αρμοδιότητα περιορίζεται στην οικονομική επικράτεια των κρατιδίων αυτών.

Υποτομέας: Τοπική αυτοδιοίκηση (S.1313)

2.73. Ορισμός: Ο υποτομέας «τοπική αυτοδιοίκηση» περιλαμβάνει εκείνες τις μορφές της δημόσιας διοίκησης η αρμοδιότητα των οποίων εκτείνεται σε μέρος μόνο της οικονομικής επικράτειας, εκτός από τα τοπικά γραφεία των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Περιλαμβάνονται στον υποτομέα S.1313 τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από τοπικές διοικήσεις και η αρμοδιότητα των οποίων περιορίζεται στην οικονομική επικράτεια των διοικήσεων αυτών.

Υποτομέας: Οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης (S.1314)

2.74. Ορισμός: Ο υποτομέας των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης περιλαμβάνει όλες τις θεσμικές μονάδες (κεντρικές, ομόσπονδων κρατιδίων και τοπικές), η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι να προσφέρουν κοινωνικές παροχές, κοι οι οποίοι πληρούν και τα δύο παρακάτω κριτήρια:

α) με νόμο ή με κανονιστική ρύθμιση ορισμένες ομάδες πληθυσμού υποχρεώνονται να συμμετέχουν στο σύστημα ή να καταβάλλουν εισφορές 7

β) ο δημόσιος τομέας είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση του οργανισμού, όσον αφορά τον καθορισμό ή την έγκριση των εισφορών και των παροχών, ανεξάρτητα από το ρόλο του ως εποπτικού φορέα ή εργοδότη (βλέπε παράγραφο 4.89).

Συνήθως δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ του ύψους των εισφορών που καταβάλλει ένα άτομο και του κινδύνου στον οποίο αυτό το άτομο εκτίθεται.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ (S.14)

2.75. Ορισμός: Ο τομέας των νοικοκυριών (S.14) περιλαμβάνει άτομα ή ομάδες ατόμων με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών και, ενδεχομένως, και ως επιχειρηματιών που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και χρηματοπιστωτικές ή μη υπηρεσίες (παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος), με την προϋπόθεση ότι, στην τελευταία περίπτωση, οι αντίστοιχες δραστηριότητες δεν είναι δραστηριότητες χωριστών μονάδων που κατατάσσονται στις οιονεί εταιρείες. Περιλαμβάνει επίσης τα άτομα ή τις ομάδες ατόμων με την ιδιότητά τους ως παραγωγών αγαθών και μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών αποκλειστικά για ίδια τελική χρήση (βλέπε παραγράφους 3.20, 3.25 και 3.30).

Τα νοικοκυριά ως καταναλωτές μπορούν να οριστούν ως μικρές ομάδες ατόμων που ζουν κάτω από την ίδια στέγη, που συγχωνεύουν μέρος ή και το σύνολο του εισοδήματος και του πλούτου τους και που καταναλώνουν ορισμένα είδη αγαθών και υπηρεσιών συλλογικά (κυρίως, στέγαση και διατροφή). Μπορεί να προστεθεί το κριτήριο της ύπαρξης οικογενειακών ή συναισθηματικών δεσμών.

Οι κύροι πόροι αυτών των μονάδων προέρχονται από εισόδημα εξαρτημένης εργασίας, εισόδημα περιουσίας, μεταβιβάσεις από άλλους τομείς, και έσοδα από τη διάθεση εμπορεύσιμων προϊόντων ή τεκμαρτά έσοδα από την παραγωγή προϊόντων για ίδια τελική κατανάλωση.

2.76 Ο τομέας των νοικοκυριών περιλαμβάνει:

α) άτομα ή ομάδες ατόμων η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι η κατανάλωση 7

β) άτομα που ζούν μόνιμα σε ιδρύματα και τα οποία έχουν ελάχιστη ή καμία αυτονομία δράσης ή λήψης αποφάσεων σε οικονομικά θέματα (π.χ. μέλη θρησκευτικών ταγμάτων που ζουν σε μοναστήρια, ασθενείς που νοσηλεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νοσοκομεία, κρατούμενοι που εκτίουν μακροχρόνιες ποινές, ηλικιωμένα άτομα που ζουν μόνιμα σε οίκους ευγηρίας). Τα άτομα αυτά αντιμετωπίζονται σαν να απαρτίζουν, από κοινού, μια θεσμική μονάδα, δηλαδή ένα νοικοκυριό 7

γ) άτομα ή ομάδες ατόμων η κύρια δραστηριότητα των οποίων είναι η κατανάλωση και τα οποία παράγουν αγαθά και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αποκλειστικά για ίδια τελική χρήση 7 μόνο δύο κατηγορίες υπηρεσιών που παράγονται για ίδια τελική κατανάλωση περιλαμβάνονται στο σύστημα: υπηρεσίες ιδιοκατοικούμενων κατοικιών και οικιακές υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής 7

δ) ατομικές επιχειρήσεις και προσωπικές εταιρείες χωρίς ανεξάρτητη νομική οντότητα - εκτός από όσες κατατάσσονται στις οιονεί εταιρείες -, που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος 7

ε) μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά, τα οποία δεν έχουν ανεξάρτητη νομική οντότητα ή έχουν μεν, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά (βλέπε παράγραφο 2.88).

2.77 Ο τομέας των νοικοκυριών υποδιαιρείται σε έξι υποτομείς:

α) εργοδότες (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) (S.141 + S.142) 7

β) μισθωτοί (S.143) 7

γ) αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441) 7

δ) αποδέκτες συντάξεων (S.1442) 7

ε) αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443) 7

στ) λοιποί (S.145).

2.78. Η κατάταξη των νοικοκυριών στους επιμέρους υποτομείς γίνεται με βάση τη μεγαλύτερη κατηγορία εισοδήματος (εισόδημα εργοδοτών, εισόδημα από εξαρτημένη εργασία μισθωτών, κ.λπ.) του νοικοκυριού ως συνόλου. Όταν, στα πλαίσια του ίδιου νοικοκυριού, υπάρχουν περισσότερα από ένα εισοδήματα μιας δεδομένης κατηγορίας, η κατάταξη πρέπει να βασίζεται στο συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού στα πλαίσια κάθε κατηγορίας.

Υποτομέας: Εργοδότες (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) (S.141 + S.142)

2.79. Ορισμός: Ο υποτομέας των εργοδοτών (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολούμενων) περιλαμβάνει την ομάδα των νοικοκυριών για την οποία τα (μικτά) εισοδήματα (Β3) που συγκεντρώνουν οι ιδιοκτήτες οικογενειακών επιχειρήσων μη μετοχικού χαρακτήρα από τη δραστηριότητά τους ως παραγωγών εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με ή χωρίς αμειβόμενο προσωπικό, αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο, ακόμη και αν το εισόδημα αυτό δεν υπερβαίνει πάντοτε το ήμισυ του συνολικού εισοδήματος του νοικοκυριού.

Υποτομέας: Μισθωτοί (S.143)

2.80. Ορισμός: Ο υποτομέας «μισθωτοί» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από εισόδημα εξαρτημένης εργασίας μισθωτών (D1) αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Υποτομέας: Αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας (S.1441)

2.81. Ορισμός: Ο υποτομέας «αποδέκτες εισοδημάτων περιουσίας» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για τα οποία το εισόδημα από περιουσία (D4) αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Υποτομέας: Αποδέκτες συντάξεων (S.1442)

2.82. Ορισμός: Ο υποτομέας «αποδέκτες συντάξεων» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από συντάξεις αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Τα νοικοκυριά-αποδέκτες συντάξεων είναι εκείνα το σημαντικότερο εισόδημα των οποίων προέρχεται από συντάξεις γήρατος και άλλες συντάξεις, περιλαμβανομένων των συντάξεων από προηγούμενους εργοδότες.

Υποτομέας: Αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος (S.1443)

2.83. Ορισμός: Ο υποτομέας «αποδέκτες άλλων μεταβιβάσεων εισοδήματος» περιλαμβάνει την ομάδα νοικοκυριών για την οποία τα εισοδήματα που προέρχονται από άλλες τρέχουσες μεταβιβάσεις αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εισοδήματος για το νοικοκυριό ως σύνολο.

Ο όρος «άλλες μεταβιβάσεις εισοδήματος» περιλαμβάνει όλες τις τρέχουσες μεταβιβάσεις εκτός από το εισόδημα περιουσίας, τις συντάξεις και το εισόδημα ατόμων που ζουν μόνιμα σε ιδρύματα.

Υποτομέας: Λοιπά (S.145)

2.84. Ορισμός: Ο υποτομέας «λοιπά» περιλαμβάνει τα άτομα που ζουν μόνιμα σε ιδρύματα.

Τα άτομα που ζουν μόνιμα σε ιδρύματα κατατάσσονται χωριστά, διότι το κριτήριο της σημαντικότερης πηγής εισοδήματος δεν επιτρέπει τη βάσιμη ταξινόμηση των ατόμων αυτών σε έναν από τους προαναφερθέντες υποτομείς.

2.85. Αν η κύρια πηγή εισοδήματος του νοικοκυριού ως συνόλου δεν είναι διαθέσιμη προκειμένου να χρησιμεύσει ως κριτήριο κατάταξης, το εισόδημα του ατόμου αναφοράς αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο χαρακτηριστικό που πρέπει να χρησιμοποιείται για σκοπούς κατάταξης. Το άτομο αναφοράς ενός νοικοκυριού είναι κανονικά το άτομο με το μεγαλύτερο εισόδημα. Αν ούτε η τελευταία αυτή πληροφορία είναι διαθέσιμη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την υποδιαίρεση των νοικοκυριών σε υποτομείς το εισόδημα του ατόμου που δηλώνει ότι είναι το άτομο αναφοράς.

2.86. Ωστόσο, και άλλα κριτήρια μπορεί να είναι κατάλληλα ή και απαραίτητα για διάφορα είδη αναλύσεων ή προκειμένου να αποτελέσουν τη βάση για τη χάραξη πολιτικής, π.χ., για την κατανομή των νοικοκυριών ως επιχειρηματιών κατά δραστηριότητα: αγροτικά νοικοκυριά 7 μη αγροτικά νοικοκυριά (βιομηχανία, υπηρεσίες).

ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ (S.15)

2.87. Ορισμός: Ο τομέας των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) (S.15) αποτελείται από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα τα οποία είναι ξεχωριστά νομικά πρόσωπα, εξυπηρετούν νοικοκυριά και είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (βλέπε παράγραφο 3.32). Οι κύριοι πόροι τους, εκτός από αυτούς που προκύπτουν από περιστασιακές πωλήσεις, προέρχονται από προαιρετικές εισφορές- σε χρήμα ή σε είδος - νοικοκυριών με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, από πληρωμές εκ μέρους του δημοσίου (33), καθώς και από εισόδημα περιουσίας.

2.88. Όταν τα ιδρύματα αυτά δεν είναι πολύ σημαντικά, δεν υπάγονται σε αυτόν τον τομέα, οι δε συναλλαγές τους συμπεριλαμβάνονται στον τομέα των νοικοκυριών (S.14).

Ο τομέας των ΜΚΙΕΝ περιλαμβάνει τα παρακάτω κύρια είδη ΜΚΙΕΝ που παρέχουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες σε νοικοκυριά:

α) συνδικάτα, επαγγελματικές και επιστημονικές εταιρείες, ενώσεις καταναλωτών, πολιτικά κόμματα, εκκλησίες ή θρησκευτικές εταιρείες (όπου συμπεριλαμβάνονται και αυτές που χρηματοδοτούνται αλλά δεν ελέγχονται από κυβερνήσεις), καθώς και κοινωνικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και αθλητικές λέσχες 7

β) φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανισμούς αρωγής και παροχής βοήθειας που χρηματοδοτούνται με προαιρετικές μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος από άλλες θεσμικές μονάδες.

Ο τομέας S.15 περιλαμβάνει τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τους οργανισμούς αρωγής και παροχής βοήθειας που εξυπηρετούν μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, ενώ δεν περιλαμβάνει τους οργανισμούς στους οποίους η ιδιότητα του μέλους παρέχει δικαίωμα πρόσβασης σε προκαθορισμένο σύνολο αγαθών και υπηρεσιών.

ΑΛΛΟΔΑΠΗ (S.2)

2.89. Ορισμός: Η αλλοδαπή (S.2) αποτελεί ομάδα μονάδων χωρίς χαρακτηριστικές λειτουργίες και πόρους. Αποτελείται από μονάδες μη μόνιμους κατοίκους (34), στο μέτρο που διενεργούν συναλλαγές με θεσμικές μονάδες μόνιμους κατοίκους ή έχουν άλλους οικονομικούς δεσμούς με μονάδες μόνιμους κατοίκους. Οι λογαριασμοί του τομέα αυτού παρέχουν μια συνολική εικόνα των οικονομικών σχέσεων που συνδέουν την εθνική οικονομία με την αλλοδαπή.

2.90. Η αλλοδαπή δεν αποτελεί τομέα για τον οποίο πρέπει να τηρείται πλήρης σειρά λογαριασμών, αν και συχνά είναι εξυπηρετικό να περιγράφεται σαν να ήταν τομέας. Οι διάφοροι τομείς λαμβάνονται με υποδιαίρεση της συνολικής οικονομίας για τη λήψη περισσότερο ομοιογενών ομάδων θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων, που μοιάζουν από άποψη οικονομικής συμπεριφοράς, στόχων και λειτουργιών. Αυτό δεν συμβαίνει με τον τομέα της αλλοδαπής: στον τομέα αυτό καταγράφονται οι συναλλαγές και λοιπές ροές των μη χρηματοδοτικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, των νοικοκυριών και του τομέα του δημοσίου με θεσμικές μονάδες μη μόνιμους κατοίκους, καθώς και οι λοιπές οικονομικές σχέσεις μεταξύ μονίμων κατοίκων και μη μονίμων κατοίκων, π.χ. απαιτήσεις μονίμων κατοίκων έναντι μη μονίμων κατοίκων.

2.91. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο οι λογαριασμοί της αλλοδαπής περιλαμβάνουν μόνο συναλλαγές που διενεργούνται μεταξύ θεσμικών μονάδων μόνιμων κατοίκων και μονάδων μη μόνιμων κατοίκων έχει τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α) οι υπηρεσίες μεταφορών (έως τα σύνορα της χώρας εξαγωγής) που παρέχονται από μονάδες μόνιμους κατοίκους, όσον αφορά εισαγόμενα αγαθά, καταχωρίζονται στους λογαριασμούς της αλλοδαπής στις εισαγωγές fob, παρά το γεγονός ότι παράγονται από μονάδες μόνιμους κατοίκους (βλέπε παράγραφο 3.144) 7

β) οι συναλλαγές που αφορούν στοιχεία ενεργητικού της αλλοδαπής ανάμεσα σε μόνιμους κατοίκους που ανήκουν σε διαφορετικούς τομείς καταχωρίζονται στους αναλυτικούς χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς για την αλλοδαπή 7 παρά το γεγονός ότι δεν επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική θέση της χώρας έναντι της αλλοδαπής, επηρεάζουν τις χρηματοπιστωτικές σχέσεις των επιμέρους τομέων με την αλλοδαπή 7

γ) οι συναλλαγές που αφορούν υποχρεώσεις της χώρας και που πραγματοποιούνται ανάμεσα σε μη μόνιμους κατοίκους που ανήκουν σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές καταχωρίζονται στους λογαριασμούς της αλλοδαπής κατά γεωγραφική διαίρεση. Παρά το γεγονός ότι οι συναλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν τις συνολικές υποχρεώσεις της χώρας προς την αλλοδαπή, επηρεάζουν τις υποχρεώσεις της προς διάφορες περιοχές το κόσμου.

2.92. Ο τομέας της αλλοδαπής (S.21) υποδιαιρείται στα ακόλουθα:

α) Ευρωπαϊκή Ένωση (S.21):

(1) κράτη μέλη της ΕΕ (S.211),

(2) θεσμικά όργανα της ΕΕ (S.212) 7

β) τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμοί (S.22).

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

2.93. Η επόμενη επισκόπηση και οι παράγραφοι 2.94-2.101 παρουσιάζουν συνοπτικά τις αρχές που διέπουν την ταξινόμηση των παραγωγικών μονάδων σε τομείς, χρησιμοποιώντας την τυποπσιημένη ορολογία για την περιγραφή των κύριων κατηγοριών θεσμικών τομέων.

2.94. Οι ιδιωτικές ή δημόσιες μετοχικές εταιρείες που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσες ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο α)] 7

β) όσες ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε 2.40 στοιχείο α) και 2.40 στοιχείο στ)].

2.95. Οι συνεταιρισμοί και οι προσωπικές εταιρείες που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσες ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο β)] 7

β) όσες ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο β)].

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

2.96. Οι δημόσιοι παραγωγοί οι οποίοι, σύμφωνα με ειδική νομοθετική ρύθμιση, αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοχείο γ)] 7

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο γ)].

2.97. Οι δημόσιοι παραγωγοί που δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) αν είναι οιονεί εταιρείες [βλέπε παράγραφο 2.13 στοιχείο στ)]:

(1) όσες ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.12 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο στ)],

(2) όσες ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο ζ)] 7

β) αν δεν είναι οιονεί εταιρείες: στον τομέα S.13 «Δημόσιο», εφόσον παραμένουν αναπόσπαστο τμήμα των μονάδων που τις ελέγχουν [βλέπε παράγραφο 2.69 στοιχείο α)].

2.98. Οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί (ενώσεις, ιδρύματα) που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα ταξινομούνται ως εξής:

α) όσοι είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο δ)] 7

β) όσοι ασχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο δ)] 7

γ) όσοι είναι παραγωγοί μη εμπορεύσιμου προϊόντος:

(1) στον τομέα S.13 «Δημόσιο», αν είναι δημόσιοι παραγωγοί που ελέγχονται και, κατά κύριο λόγο, χρηματοδοτούνται από το δημόσιο [βλέπε παράγραφο 2.69 στοιχείο α)],

(2) στον τομέα S.15 «Μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν νοικοκυριά», αν είναι ιδιωτικοί παραγωγοί (βλέπε παράγραφο 2.87).

2.99. Οι ατομικές επιχειρήσεις και οι προσωπικές εταιρείες που δεν αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα και είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ταξινομούνται ως εξής:

α) αν είναι οιονεί εταιρείες [βλέπε παράγραφο 2.13 στοχείο στ)]:

(1) όσες ασχολούνται κυρίως με την παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών: στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο στ)],

(2) όσες αχολούνται κυρίως με τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και με επικουρικές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες: στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες» [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο ζ)] 7

β) αν δεν είναι οιονεί εταιρείες, κατατάσσονται στον τομέα S.14 «Νοικοκυριά» (βλέπε παράγραφο 2.75).

2.100. Οι εταιρείες holding (δηλαδή οι εταιρείες που διευθύνουν ομάδα εταιρειών) ταξινομούνται ως εξής:

α) στον τομέα S.11 «Μη χρηματοδοτικές εταιρείες», αν η κύρια μορφή δραστηριότητας της ομάδας των εταιρειών που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ως συνόλου είναι η παραγωγή αγαθών και μη χρηματοδοτικών υπηρεσιών [βλέπε παράγραφο 2.23 στοιχείο ε)] 7

β) στον τομέα S.12 «Χρηματοδοτικές εταιρείες», αν η κύρια μορφή δραστηριότητας της ομάδας των εταιρειών ως συνόλου είναι η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση [βλέπε παράγραφο 2.40 στοιχείο ε)].

2.101. Ο πίνακας 2.3 παρουσιάζει σχηματικά τις διάφορες περιπτώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.

ΤΟΠΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ

2.102. Στην πράξη, οι περισσότερες θεσμικές μονάδες που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες ασχολούνται με διάφορες δραστηριότητες ταυτόχρονα. Ενδέχεται να έχουν μία κύρια δραστηριότητα, ορισμένες δευτερεύουσες δραστηριότητες και μερικές βοηθητικές δραστηριότητες (βλέπε παραγράφους 3.10-3.13).

2.103. Μια δραστηριότητα μπορεί να λεχθεί ότι λαμβάνει χώρα όταν συνδυάζονται διάφοροι πόροι, όπως εξοπλισμός, εργασία, τεχνικές μεταποίησης, δίκτυα πληροφοριών ή προϊόντα, με σκοπό τη δημιουργία συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών. Μια δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από κάποιες εισροές προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών), μια συγκεκριμένη παραγωγική διεργασία και την παραγωγή προϊόντων.

Οι δραστηριότητες μπορούν να προσδιοριστούν με αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο επίπεδο της NACE αναθ. 1 (35).

2.104. Όταν μια μονάδα έχει περισσότερες από μία δραστηριότητες, όλες οι δραστηριότητες που δεν είναι βοηθητικές κατατάσσονται ανάλογα με την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Στη συνέχεια, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της κύριας δραστηριότητας και των δευτερευουσών δραστηριοτήτων, με βάση την κύρια παραγόμενη ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Οι βοηθητικές δραστηριότητες δεν απομονώνονται, προκειμένου να δημιουργηθούν χωριστές μονάδες, ούτε διαχωρίζονται από την κύρια ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητες των μονάδων που εξυπηρετούν.

2.105. Για να αναλυθούν οι ροές που εμφανίζονται κατά την παραγωγική διεργασία και τη χρήση των αγαθών και των υπηρεσιών, πρέπει να επιλεγούν μονάδες που δίνουν έμφαση σε σχέσεις τεχνοοικονομικής μορφής. Η απαίτηση αυτή σημαίνει ότι, κατά κανόνα, οι θεσμικές μονάδες πρέπει να κατατμηθούν σε μικρότερες και περισσότερο ομοιογενείς από την άποψη του είδους παραγωγής μονάδες. Οι τοπικές μονάδες οικονομικής δραστηριότητας ανταποκρίνονται στην απαίτηση αυτή ως μια πρώτη αλλά πρακτικά λειτουργική προσέγγιση.

Η ΤΟΠΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

2.106. Ορισμός: Η τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας (τοπική ΜΟΔ) είναι το τμήμα μιας ΟΔ που αντιστοιχεί σε μια τοπική μονάδα (36). Η ΜΟΔ περιλαμβάνει όλα τα τμήματα μιας θεσμικής μονάδας υπό την ιδιότητά της ως παραγωγού που συμβάλλει στην άσκηση μιας δραστηριότητας σε επίπεδο κλάσης (τετραψήφιοι κωδικοί) της NACE αναθ. 1 και αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες λειτουργικές υποδιαιρέσεις της θεσμικής μονάδας. Το σύστημα πληροφοριών της θεσμικής μονάδας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάζει ή να υπολογίζει, για κάθε τοπική ΜΟΔ, τουλάχιστον την αξία της παραγωγής, την ενδιάμεση ανάλωση, την αμοιβή των εργαζομένων, το πλεόνασμα εκμετάλλευσης, το απασχολούμενο προσωπικό και τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.

Η τοπική μονάδα είναι μια θεσμική μονάδα η οποία παράγει αγαθά και υπηρεσίες, ή τμήμα της εγκατεστημένο σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

Μια τοπική ΜΟΔ μπορεί να αντιστοιχεί σε μια θεσμική μονάδα ως παραγωγό ή σε τμήμα της 7 από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ανήκει σε δύο διαφορετικές θεσμικές μονάδες.

2.107. Αν μια θεσμική μονάδα που παράγει αγαθά και υπηρεσίες περιλαμβάνει μία κύρια δραστηριότητα και, επίσης, μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες, πρέπει να υποδιαιρεθεί σε ανάλογο αριθμό ΜΟΔ, ενώ οι δευτερεύουσες δραστηριότητες πρέπει να καταταγούν σε κατηγορίες διαφορετικές από αυτήν της κύριας δραστηριότητας. Από την άλλη πλευρά, οι βοηθητικές δραστηριότητες δεν διαχωρίζονται από την κύρια ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητες. Όμως οι ΜΟΔ που υπάγονται σε συγκεκριμένη κατηγορία του συστήματος ταξινόμησης ενδέχεται να παράγουν προϊόντα εκτός της ομοιογενούς ομάδας, στα πλαίσια δευτερευουσών δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτές και οι οποίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν χωριστά από τα διαθέσιμα λογιστικά έγγραφα. Επομένως, μια ΜΟΔ μπορεί να ασκεί μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες.

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

2.108. Ορισμός: Μια βιομηχανία αποτελείται από μια ομάδα τοπικών ΜΟΔ που ασχολούνται με την ίδια ή με παρόμοια δραστηριότητα. Στο λεπτομερέστερο επίπεδο ταξινόμησης, μια βιομηχανία αποτελείται από όλες τις τοπικές ΜΟΔ που υπάγονται σε συγκεκριμένη κλάση (τετραψήφιοι κωδικοί) της NACE αναθ. 1 και οι οποίες, επομένως, ασχολούνται με την ίδια δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στη NACE αναθ. 1.

Οι βιομηχανίες περιλαμβάνουν τόσο τις τοπικές ΜΟΔ που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες όσο και τις τοπικές ΜΟΔ που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες. Μια βιομηχανία αποτελείται εξ ορισμού από μια ομάδα τοπικών ΜΟΔ που ασχολούνται με το ίδιο είδος παραγωγικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του αν οι θεσμικές μονάδες στις οποίες ανήκουν παράγουν εμπορεύσιμα ή μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες ή όχι.

2.109. Οι βιομηχανίες μπορούν να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες:

α) βιομηχανίες που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες (εμπορικές βιομηχανίες) και αγαθά και υπηρεσίες για ίδια τελική χρήση (37) 7

β) βιομηχανίες που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες του δημόσιου τομέα: μη εμπορικές βιομηχανίες του δημόσιου τομέα 7

γ) βιομηχανίες που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά: μη εμπορικές βιομηχανίες μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ

2.110. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιείται για την ομαδοποίηση των τοπικών ΜΟΔ σε βιομηχανίες είναι η NACE αναθ. 1.

ΜΟΝΑΔΕΣ ΟΜΟΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΣ ΚΛΑΔΟΙ

2.111. Η τοπική ΜΟΔ ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ανάλυσης της παραγωγικής διαδικασίας μόνο κατά προσέγγιση (βλέπε παραγράφους 2.105 και 2.107). Η πλέον ενδεδειγμένη μονάδα για την πραγματοποίηση αναλύσεων τέτοιου είδους, δηλαδή αναλύσεων εισροών-εκροών, είναι η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής.

Η ΜΟΝΑΔΑ ΟΜΟΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

2.112. Ορισμός: Η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής χαρακτηρίζεται από μια αποκλειστική δραστηριότητα η οποία προσδιορίζεται από τις εισροές της, από μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, καθώς και από τις εκροές της. Τα προϊόντα που αποτελούν τις εισροές και τις εκροές της διακρίνονται μόνο από τα φυσικά χαρακτηριστικά τους και από το βαθμό επεξεργασίας τους, αλλά και από την τεχνική παραγωγής που χρησιμοποιείται: μπορούν να προσδιοριστούν με αναφορά σε κάποια ταξινόμηση προϊόντων (βλέπε παράγραφο 2.118).

2.113. Εάν μια θεσμική μονάδα που παράγει αγαθά και υπηρεσίες ασκεί μια κύρια δραστηριότητα και, επιπλέον, μία ή περισσότερες δευτερεύουσες δραστηριότητες, πρέπει να υποδιαιρεθεί στον αντίστοιχο αριθμό μονάδων ομοιογενούς παραγωγής. Οι βοηθητικές δραστηριότητες δεν διαχωρίζονται από την κύρια ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητες. Όπως συμβαίνει και με την τοπική ΜΟΔ, η μονάδα ομοιογενούς παραγωγής μπορεί να αντιστοιχεί σε μια θεσμική μονάδα ή σε τμήμα της 7 δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση να ανήκει σε δύο διαφορετικές θεσμικές μονάδες.

Ο ΟΜΟΙΟΓΕΝΗΣ ΚΛΑΔΟΣ

2.114. Ορισμός: Ο ομοιογενής κλάδος αποτελείται από μια ομάδα μονάδων ομοιογενούς παραγωγής. Το σύνολο των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει ένας ομοιογενής κλάδος προσδιορίζεται με βάση μια ταξινόμηση προϊόντων. Ο ομοιογενής κλάδος παράγει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που καθορίζονται στην ταξινόμηση και μόνον αυτά.

2.115. Οι ομοιογενείς κλάδοι είναι μονάδες που έχουν σχεδιαστεί για σκοπούς οικονομικής ανάλυσης. Οι μονάδες ομοιογενούς παραγωγής συνήθως δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθούν άμεσα 7 τα στοιχεία που συλλέγονται από τις μονάδες που χρησιμοποιούνται στις στατιστικές έρευνες πρέπει να αναδιαμορφωθούν για να σχηματιστούν οι ομοιογενείς κλάδοι.

2.116. Οι ομοιογενείς κλάδοι μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες:

α) ομοιογενείς κλάδοι που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες (εμπορικοί κλάδοι), καθώς και αγαθά και υπηρεσίες για ίδια τελική χρήση (38) 7

β) ομοιογενείς κλάδοι που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες: μη εμπορικοί κλάδοι του δημοσίου 7

γ) ομοιογενείς κλάδοι που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά: μη εμπορικοί κλάδοι μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά.

2.117. Οι ομοιογενείς κλάδοι που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, καθώς επίσης και αγαθά και υπηρεσίες για ίδια τελική χρήση, περιλαμβάνουν όλες τις μονάδες ομοιογενούς παραγωγής όλων των θεσμικών τομέων, οι οποίες ασχολούνται αποκλειστικά με την παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών ή αγαθών και υπηρεσιών για ίδια τελική χρήση. Οι δραστηριότητες παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα ή στον τομέα των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων (περιλαμβανομένων και αυτών που προορίζονται για τα ίδια) αντιμετωπίζονται ως μονάδες ομοιογενούς παραγωγής και κατατάσσονται στον κατάλληλο εμπορικό κλάδο.

Οι μη εμπορικοί ομοιογενείς κλάδοι του δημοσίου που παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες περιλαμβάνουν όλες τις μονάδες ομοιογενούς παραγωγής του δημόσιου τομέα οι οποίες παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Οι μη εμπορικοί ομοιογενείς κλάδοι των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά περιλαμβάνουν όλες τις μονάδες ομοιογενούς παραγωγής του τομέα των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά, οι οποίες παράγουν μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΟΜΟΙΟΓΕΝΩΝ ΚΛΑΔΩΝ

2.118. Η ταξινόμηση των ομοιογενών κλάδων που χρησιμοποιείται στους πίνακες εισροών-εκροών βασίζεται στην ταξινόμηση των προϊόντων κατά δραστηριότητα (CPA) (39). Η CPA είναι ταξινόμηση προϊόντων τα στοιχεία της οποίας είναι διαρθρωμένα με βάση το κριτήριο της βιομηχανικής προέλευσης, η οποία βιομηχανική προέλευση ορίζεται στη NACE αναθ. 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

3.01. Ορισμός: Τα προϊόντα είναι όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που δημιουργούνται μέσα στο όριο παραγωγής. Αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3.07.

3.02. Στο ΕΣΟΛ διακρίνονται οι ακόλουθες κύριες κατηγορίες συναλλαγών προϊόντων:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.03. Οι συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται στους ακόλουθους λογαριασμούς:

α) στο λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών, το προϊόν και οι εισαγωγές καταγράφονται ως πόροι, ενώ οι λοιπές συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται ως χρήσεις 7

β) στο λογαριασμό παραγωγής, το προϊόν καταγράφεται ως πόρος και η ενδιάμεση ανάλωση καταγράφεται ως χρήση 7

γ) στο λογαριασμό χρήσης διαθέσιμου εισοδήματος, η δαπάνη για τελική κατανάλωση καταγράφεται ως χρήση 7

δ) στο λογαριασμό χρήσης διορθωμένου διαθέσιμου εισοδήματος, η πραγματική τελική κατανάλωση καταγράφεται ως χρήση 7

ε) στο λογαριασμό κεφαλαίου, ο μεικτός σχηματισμός κεφαλαίου καταγράφεται ως χρήση (μεταβολή στοιχείων του ενεργητικού) 7

στ) στον εξωτερικό λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται ως πόρος, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται ως χρήσεις.

3.04. Στον πίνακα προσφοράς, το προϊόν και οι εισαγωγές καταγράφονται ως στοιχεία της προσφοράς. Στον πίνακα χρήσης, η ενδιάμεση ανάλωση, ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, οι δαπάνες για τελική κατανάλωση κι οι εξαγωγές καταγράφονται ως χρήσεις.

Στο συμμετρικό πίνακα εισροών-εκροών, το προϊόν και οι εισαγωγές καταγράφονται ως προσφορά και οι άλλες συναλλαγές προϊόντων καταγράφονται ως χρήσεις.

3.05. Η προσφορά προϊόντων αποτιμάται σε βασικές τιμές (οι βασικές τιμές ορίζονται στην παράγραφο 3.48). Οι χρήσεις προϊόντων αποτιμώνται σε τιμές αγοραστή (οι τιμές αγοραστή ορίζονται στην παράγραφο 3.06). Για ορισμένους τύπους προσφοράς και χρήσεων, χρησιμοποιούνται πιο εξειδικευμένες αρχές αποτίμησης, π.χ. για εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών.

3.06. Ορισμός: Κατά την αγορά, η τιμή αγοραστή είναι η τιμή που πληρώνει πραγματικά ο αγοραστής για τα προϊόντα 7 όπου περιλαμβάνονται τυχόν φόροι μείον επιδοτήσεις προϊόντων (εξαιρούνται όμως οι φόροι οι οποίοι εκπίπτουν, π.χ. ΦΠΑ επί των προϊόντων) 7 όπου περιλαμβάνονται τυχόν μεταφορικά τα οποία καταβάλλει ξεχωριστά ο αγοραστής για να εξασφαλιστεί η παράδοση στον απαιτούμενο τόπο και χρόνο 7 μετά από αφαίρεση τυχόν εκπτώσεων για αγορά μεγάλων ποσοτήτων ή αγορά εκτός περιόδου αιχμής σε σχέση με τις κανονικές τιμές ή επιβαρύνσεις 7 εξαιρουμένων των τόκων ή άλλων επιβαρύνσεων που προστίθενται λόγω της παροχής πίστωσης 7 εξαιρουμένων τυχόν επιβαρύνσεων που οφείλονται στην αθέτηση πληρωμής μέσα στο χρονικό όριο που είχε οριστεί κατά τη στιγμή της αγοράς.

Εάν ο χρόνος χρήσης δεν συμπίπτει με το χρόνο αγοράς, θα πρέπει να γίνουν διορθώσεις έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη οι αυξομειώσεις των τιμών λόγω της παρόδου του χρόνου (συμμετρικά με τις αυξομειώσεις των τιμών αποθεμάτων). Οι τροποποίησεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία εάν οι τιμές των προϊόντων παρουσίασαν δραστικές αυξομειώσεις μέσα σε ένα έτος.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝ

3.07. Ορισμός: Η παραγωγή είναι μια δραστηριότητα που πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο και την ευθύνη μιας θεσμικής μονάδας η οποία χρησιμοποιεί εισροές εργασίας, κεφαλαίου και αγαθών και υπηρεσιών για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Η παραγωγή δεν καλύπτει καθαρά φυσικές διεργασίες χωρίς καμιά ανθρώπινη συμμετοχή ή καθοδήγηση, όπως η χωρίς έλεγχο αύξηση των αποθεμάτων ιχθύων σε διεθνή ύδατα (όμως, η ιχθυοκαλλιέργεια είναι παραγωγή).

3.08. Στην παραγωγή περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) παραγωγή όλων των ατομικών ή συλλογικών αγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται σε άλλες μονάδες, εκτός από τον παραγωγό (ή προορίζονται για τέτοια διάθεση) 7

β) παραγωγή για ίδιο λογαριασμό όλων των αγαθών τα οποία κρατούν οι παραγωγοί για ίδια τελική κατανάλωση ή για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου. Στην παραγωγή για ίδιο λογαριασμό με σκοπό τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου περιλαμβάνεται η παραγωγή παγίων περιουσιακών στοιχείων όπως οι κατασκευές, η ανάπτυξη λογισμικού και η μεταλλευτική έρευνα για ίδιο ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου (για την έννοια του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, βλέπε παραγράφους 3.100-3.127).

Η παραγωγή αγαθών για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά αφορά κατά κανόνα τα ακόλουθα:

(1) ανέγερση κατοικιών για ίδιο λογαριασμό,

(2) παραγωγή και αποθήκευση γεωργικών προϊόντων,

(3) επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, όπως η παραγωγή αλεύρου με άλεση, η συντήρηση καρπών με ξήρανση κι εμφιάλωση, η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως βουτύρου και τυριού, και η παραγωγή μπύρας, κρασιού και οινοπνευμάτων,

(4) παραγωγή άλλων πρωτογενών προϊόντων, όπως εξόρυξη αλατιού, εξόρυξη τύρφης και μεταφορά νερού,

(5) άλλα είδη επεξεργασίας, όπως παραγωγή υφάσματος, παραγωγή κεραμεικών και κατασκευή επίπλων.

Η παραγωγή ενός αγαθού για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά θα πρέπει να καταγράφεται εάν αυτός ο τύπος παραγωγής είναι σημαντικός, δηλαδή εάν θεωρείται σημαντικός, από ποσοτική άποψη, σε σχέση με τη συνολική προσφορά του αγαθού αυτού σε μια χώρα.

Κατά συνθήκη, στο ΕΣΟΛ περιλαμβάνονται μόνο η ανέγερση κατοικιών και η παραγωγή, αποθήκευση και επεξεργασία γεωργικών προϊόντων για ίδιο λογαριασμό 7 κάθε άλλη παραγωγή αγαθών για ίδιο λογαριασμό από νοικοκυριά θεωρείται ως μη σημαντική για τις χώρες της ΕΕ 7

γ) παραγωγή υπηρεσιών στέγασης για ίδιο λογαριασμό από ιδιοκατοίκηση 7

δ) οικιακές και προσωπικές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβόμενου οικιακού προσωπικού 7

ε) οι εθελοντικές δραστηριότητες που έχουν ως αποτέλεσμα αγαθά, π.χ. ανέγερση μιας κατοικίας, ενός ναού ή ενός άλλου κτιρίου θα πρέπει να καταγράφονται ως παραγωγή. Οι εθελοντικές δραστηριότητες που δεν έχουν ως αποτέλεσμα αγαθά, π.χ. η περίθαλψη και ο καθαρισμός χωρίς αμοιβή, εξαιρούνται.

Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται ακόμη και αν είναι παράνομες ή έχουν καταγραφεί στις φορολογικές αρχές, στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, τις στατιστικές ή άλλες δημόσιες αρχές.

3.09. Στην παραγωγή δεν περιλαμβάνεται η παραγωγή οικιακών και προσωπικών υπηρεσιών που παράγονται και καταναλώνονται μέσα στο νοικοκυριό (με εξαίρεση την απασχόληση αμειβομένου οικιακού προσωπικού και της οικιστικής υπηρεσίας από τη διαμονή σε ιδιόκτητη κατοικία). Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα:

α) καθαρισμός, διακόσμηση και συντήρηση της κατοικίας, εφόσον πρόκειται για δραστηριότητες που είναι κοινές και για τους ενοίκους 7

β) καθαρισμός, συντήρηση και επισκευή οικιακών διαρκών καταναλωτικών αγαθών 7

γ) παρασκευή και σερβίρισμα γευμάτων 7

δ) φροντίδα, εκπαίδευση και κατάρτιση παιδιών 7

ε) περίθαλψη ασθενών, αναπήρων ή ηλικιωμένων 7

στ) μεταφορά μελών του νοικοκυριού ή των αγαθών τους.

ΚΥΡΙΕΣ, ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

3.10. Ορισμός: Κύρια δραστηριότητα μιας τοπικής ΜΟΔ είναι η δραστηριότητα της οποίας η προστιθέμενη αξία υπερβαίνει την προστιθέμενη αξία οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας που πραγματοποιείται στην ίδια μονάδα. Η ταξινόμηση της κύριας δραστηριότητας καθορίζεται με βάση τη NACE αναθ. 1, πρώτα στο ανώτατο επίπεδο ταξινόμησης και στη συνέχεια σε πιο αναλυτικά επίπεδα.

3.11. Ορισμός: Δευτερεύουσα δραστηριότητα είναι η δραστηριότητα που πραγματοποιείται σε μια τοπική ΜΟΔ παράλληλα με την κύρια δραστηριότητα. Το προϊόν της δευτερεύουσας δραστηριότητας είναι δευτερεύον προϊόν.

3.12. Ορισμός: Το προϊόν μιας βοηθητικής δραστηριότητας δεν προορίζεται για χρήση έξω από την επιχείρηση. Μια δευτερεύουσα δραστηριότητα είναι δραστηριότητα υποστήριξης που πραγματοποιείται μέσα σε μια επιχείρηση για να δημιουργηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν οι κύριες ή δευτερεύουσες δραστηριότητες των τοπικών ΜΟΔ. Οι βοηθητικές δραστηριότητες κατά κανόνα παράγουν προϊόντα τα οποία συνήθως εμφανίζονται ως εισροές σε όλα σχεδόν τα είδη των παραγωγικών δρατηριοτήτων, μικρών και μεγάλων.

Οι βοηθητικές δραστηριότητες μπορεί να είναι, για παράδειγμα, οι αγορές, οι πωλήσεις, το μάρκετινγκ, οι υπηρεσίες λογιστηρίου, η επεξεργασία δεδομένων, οι μεταφορές, η αποθήκευση, η συντήρηση, ο καθαρισμός και οι υπηρεσίες ασφαλείας. Οι επιχειρήσεις μπορεί να είναι σε θέση να επιλέξουν ανάμεσα στην πραγματοποίηση βοηθητικών δραστηριοτήτων ή στην αγορά σχετικών υπηρεσιών από εξειδικευμένους παρόχους υπηρεσιών.

Ο σχηματισμός κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό δεν θεωρείται βοηθητική δραστηριότητα.

3.13. Οι βοηθητικές δραστηριότητες αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστα μέρη των κυρίων ή των δευτερευουσών δραστηριοτήτων με τις οποίες συνδέονται. Κατά συνέπεια:

α) το προϊόν μιας βοηθητική δραστηριότητας δεν αναγνωρίζεται και δεν καταγράφεται ξεχωριστά. Επομένως, και η χρήση του προϊόντος αυτού δεν καταγράφεται 7

β) όλες οι εισροές που αναλώνονται από μια βοηθητική δραστηριότητα - υλικά, εργασία, ανάλωση παγίου κεφαλαίου, κ.λπ. - αντιμετωπίζονται ως εισροές προς την κύρια ή τη δευτερεύουσα δραστηριότητα την οποία υποστηρίζει αυτή η βοηθητική δραστηριότητα.

ΠΡΟΪΟΝ (P.1)

3.14. Ορισμός: Το προϊόν αποτελείται από όλα τα προϊόντα που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου.

Περιλαμβάνονται οι ακόλουθες ειδικές περιπτώσεις:

α) αγαθά και υπηρεσίες τα οποία παρέχει μια τοπική μονάδα οικονομικής δραστηριότητας (ΜΟΔ) σε άλλη τοπική ΜΟΔ που ανήκει στην ίδια θεσμική μονάδα 7

β) αγαθά τα οποία παράγει μια τοπική ΜΟΔ και τα οποία παραμένουν στα αποθέματα κατά το τέλος της περιόδου κατά την οποία παράγονται, όποια και αν είναι η χρήση τους αργότερα.

Πάντως, τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται μέσα στην ίδια λογιστική περίοδο και μέσα στην ίδια τοπική ΜΟΔ δεν επισημαίνονται ξεχωριστά. Επομένως, δεν καταγράφονται ως μέρος του προϊόντος ή της ενδιάμεσης ανάλωσης αυτής της τοπικής ΜΟΔ.

3.15. Όταν μια θεσμική μονάδα περιλαμβάνει περισσότερες από μία τοπικές ΜΟΔ, το προϊόν της θεσμικής μονάδας είναι το άθροισμα των προϊόντων ΜΟΔ που την απαρτίζουν, περιλαμβανομένων και των προϊόντων που διακινούνται μεταξύ αυτών των συνιστωσών τοπικών ΜΟΔ.

3.16. Το ΕΣΟΛ διακρίνει τρία είδη προϊόντος:

α) εμπορεύσιμο προϊόν (P.11) 7

β) προϊόν που παράγεται για ίδια τελική χρήση (P.12) 7

γ) λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν (P.13).

Η διάκριση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε τοπικές ΜΟΔ και θεσμικές μονάδες:

α) παραωγή εμπορεύσιμου προϊόντος 7

β) παραγωγή για ίδια τελική χρήση 7

γ) παραγωγή λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

Η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ιδία τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής είναι θεμελιώδης, γιατί καθορίζει τις αρχές αποτίμησης που θα εφαρμοστούν στο προϊόν: το εμπορεύσιμο προϊόν, το προϊόν που παράγεται για ίδια τελική χρήση και το συνολικό προϊόν των παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος και των παραγωγών για ίδια τελική χρήση αποτιμώνται σε βασικές τιμές, ενώ το συνολικό προϊόν των παραγωγών του λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (τοπικές ΜΟΔ) αποτιμάται με βάση την πλευρά του κόστους. Το συνολικό προϊόν μιας θεσμικής μονάδας αποτιμάται ως το άθροισμα των συνολικών προϊόντων των τοπικών ΜΟΔ της και επομένως εξαρτάται και αυτό από τη διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής (βλέπε παραγράφους 3.54-3.56). Επιπλέον, η διάκριση χρησιμοποιείται επίσης για την ταξινόμηση των θεσμικών μονάδων κατά τομέα (βλέπε παραγράφους 3.27-3.37).

Οι διακρίσεις ορίζονται από άνω προς τα κάτω, δηλαδή η διάκριση ορίζεται πρώτα για θεσμικές μονάδες, μετά για τοπικές ΜΟΔ και τέλος για το προϊόν τους. Κατά συνέπεια, το ακριβές νόημα της διάκρισης σε επίπεδο προϊόντων (δηλαδή ο ορισμός της έννοιας της εμπορεύσιμης παραγωγής, της παραγωγής για ίδια τελική χρήση και της λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής) μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν εξεταστούν επίσης και τα χαρακτηριστικά της θεσμικής μονάδας και της τοπικής ΜΟΔ που παράγουν το προϊόν.

Πριν να ορισθεί η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και της λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής από πάνω προς τα κάτω, θα ξεκινήσουμε με τους γενικούς ορισμούς των τριών ειδών προϊόντος και των τριών ειδών παραγωγών (παράγραφοι 3.17-3.26).

3.17. Ορισμός: Το εμπορεύσιμο προϊόν αποτελείται από το προϊόν που διατίθεται στην αγορά (βλέπε παράγραφο 3.18) ή που προορίζεται για διάθεση στην αγορά.

3.18. Το εμπορεύσιμο προϊόν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) προϊόντα που πωλούνται σε οικονομικά σημαντικές τιμές 7

β) προϊόντα που ανταλλάσσονται 7

γ) προϊόντα που χρησιμοποιούνται για πληρωμές σε είδος (περιλαμβανόμενης και της αμοιβής σε είδος) 7

δ) προϊόντα που παρέχονται από μια τοπική ΜΟΔ σε άλλη που ανήκει στην ίδια θεσμική μονάδα για να χρησιμοποιηθούν ως ενδιάμεσες εισροές ή για τελικές χρήσεις 7

ε) προϊόντα που προστίθενται στα αποθέματα έτοιμων προϊόντων και συνεχιζόμενες εργασίες που προορίζονται για κάποια από τις ανωτέρω χρήσεις (περιλαμβανόμενης και της φυσικής αύξησης ζωικών και φυτικών προϊόντων και των ημιτελών κατασκευών των οποίων οι αγοραστές είναι άγνωστοι).

3.19. Ορισμός: Στο ΕΣΟΛ, η οικονομικά σημαντική τιμή ενός προϊόντος ορίζεται κατά ένα μέρος σε σχέση με τη θεσμική μονάδα και την τοπική ΜΟΔ που έχει παραγάγει το προϊόν (βλέπε παραγράφους 3.27-3.40). Για παράδειγμα, κατά συνθήκη, όλη η παραγωγή μη μετοχικών εταιρειών που ανήκουν σε νοικοκυριά η οποία πωλείται σε άλλες θεσμικές μονάδες πωλείται σε οικονομικά σημαντικές τιμές, δηλαδή πρέπει να θεωρείται ως εμπορεύσιμη παραγωγή. Όσον αφορά την παραγωγή άλλων θεσμικών μονάδων, η παραγωγή πωλείται σε οικονομικά σημαντικές τιμές μόνο όταν περισσότερο από το 50 % του κόστους παραγωγής καλύπτεται από τις πωλήσεις.

3.20. Ορισμός: Το προϊόν που παράγεται για ίδια τελική χρήση περιλαμβάνει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που κρατούνται είτε για τελική κατανάλωση από την ίδια θεσμική μονάδα είτε για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου από την ίδια θεσμική μονάδα.

3.21. Τα προϊόντα που κρατούνται για ίδια τελική κατανάλωση μπορούν να παραχθούν μόνο από τον τομέα των νοικοκυριών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα:

α) γεωργικά προϊόντα τα οποία κρατούν οι αγρότες 7

β) υπηρεσίες στέγασης που παράγονται από ιδιοκατοίκηση 7

γ) οικιακές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβομένου οικιακού προσωπικού.

3.22. Τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για ίδιο ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου μπορούν να παραχθούν από οποιοδήποτε τομέα. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα:

α) ειδικές εργαλειομηχανές που παράγονται από επιχειρήσεις μηχανολογικών κατασκευών 7

β) κατοικίες ή επεκτάσεις κατοικιών, που παράγονται από νοικοκυριά 7

γ) κατασκευές για ίδιο λογαριασμό, όπου περιλαμβάνονται κοινές κατασκευές από ομάδες νοικοκυριών.

3.23. Ορισμός: Το λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν καλύπτει προϊόντα τα οποία παρέχονται δωρεάν ή σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές, σε άλλες μονάδες.

3.24. Ορισμός: Παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος είναι εμπορεύσιμο προϊόν.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν μια τοπική ΜΟΔ ή θεσμική μονάδα είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, η κύρια παραγωγή της είναι εξ ορισμού εμπορεύσιμο προϊόν, δεδομένου ότι η έννοια του εμπορεύσιμου προϊόντος ορίζεται αφού έχει πρώτα εφαρμοσθεί η διάκριση εμπορεύσιμη παραγωγή, παραγωγή για ίδια τελική χρήση και λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή στην τοπική ΜΟΔ και τη θεσμική μονάδα που έχουν παραγάγει αυτό το προϊόν.

3.25. Ορισμός: Παραγωγοί για ίδια τελική χρήση είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για ίδια τελική χρήση μέσα στην ίδια θεσμική μονάδα.

3.26. Ορισμός: Παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος είναι τοπικές ΜΟΔ ή θεσμικές μονάδες των οποίων το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος παρέχεται δωρεάν ή σε οικονομικά μη σημαντικές τιμές.

Θεσμικές μονάδες: διάκριση εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής

3.27. Για τις θεσμικές μονάδες ως παραγωγούς, η διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και της λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής παρουσιάζεται συνοπτικά στον πίνακα 3.1. Παρουσιάζονται επίσης οι συνέπειες όσον αφορά την ταξινόμηση κατά τομείς.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Ο πίνακας δείχνει ότι για να προσδιοριστεί εάν μια θεσμική μονάδα θα πρέπει να ταξινομείται ως παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, παραγωγός για ίδια τελική χρήση ή παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος θα πρέπει να εφαρμοσθούν διαδοχικά διάφορες διακρίσεις.

3.28. Η πρώτη διάκριση είναι μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων παραγωγών. Δημόσιος παραγωγός είναι ένας παραγωγός που ελέγχεται από το δημόσιο τομέα. Στην περίπτωση των ΜΚΙ, δημόσιος παραγωγός είναι ένα ΜΚΙ που ελέγχεται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτείται από το δημόσιο. Όλοι οι άλλοι παραγωγοί είναι ιδωτικοί παραγωγοί. Ο έλεγχος ορίζεται ως η ικανότητα καθορισμού της γενικής (εταιρικής) πολιτικής ή προγράμματος μιας θεσμικής μονάδας διορίζοντας τους κατάλληλους διευθυντές ή διαχειριστές, εάν χρειάζεται. Η κατοχή περισσότερου του 50 % των μετοχών μιας εταιρείας είναι ικανή, αλλά όχι αναγκαία, συνθήκη για έλεγχο (βλέπε επίσης παράγραφο 2.26).

3.29. Όπως δείχνει ο πίνακας 3.1, ιδιωτικοί παραγωγοί εμφανίζονται σε όλους τους τομείς εκτός από το δημόσιο τομέα. Αντίθετα, δημόσιοι παραγωγοί εμφανίζονται μόνο στους τομείς των μετοχικών εταιρειών (μη χρηματοδοτικές εταιρείες και χρηματοδοτικές εταιρείες) και στον τομέα του δημοσίου.

3.30. Μια ειδική κατηγορία ιδιωτικών παραγωγών είναι η μη μετοχικές εταιρείες που ανήκουν σε νοικοκυριά. Αυτές είναι πάντοτε παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί για ίδια τελική χρήση. Το δεύτερο συμβαίνει στην περίπτωση παραγωγής υπηρεσιών στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης και της παραγωγής αγαθών για ίδιο λογαριασμό. Όλες οι μη μετοχικές εταιρείες που ανήκουν σε νοικοκυριά ταξινομούνται στον τομέα των νοικοκυριών. Θα πρέπει να γίνεται εξαίρεση μόνο για οιονεί μετοχικές εταιρείες που ανήκουν σε νοικοκυριά. Αυτές είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ταξινομούνται στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών.

3.31. Για τους υπόλοιπους ιδιωτικούς παραγωγούς, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και λοιπών ιδιωτικών παραγωγών.

Ορισμός: Ένα ΜΚΙ ορίζεται ως νομικό πρόσωπο ή κοινωνικός οργανισμός που έχει δημιουργηθεί με σκοπό την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, το καθεστώς των οποίων δεν τους επιτρέπει να είναι πηγή εισοδήματος, κέρδους ή άλλου οικονομικού οφέλους για τις μονάδες που τα δημιουργούν, τα ελέγχουν ή τα χρηματοδοτούν. Στην πράξη, οι παραγωγικές δραστηριότητές τους ενδέχεται να δημιουργήσουν πλεονάσματα ή ελλείμματα, όμως τυχόν πλεονάσματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιοποίησης από άλλες θεσμικές μονάδες.

Όλοι οι άλλοι παραγωγοί που δεν είναι ΜΚΙ είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος. Ταξινομούνται στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών.

3.32. Για να καθοριστεί το είδος του παραγωγού και ο τομέας για τα ιδιωτικά ΜΚΙ, θα πρέπει να εφαρμόζεται το κριτήριο του 50 %:

α) αν περισσότερο από το 50 % του κόστους παραγωγής καλύπτεται από τις πωλήσεις, η θεσμική μονάδα είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος και ταξινομείται στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών 7

β) αν λιγότερο από το 50 % του κόστους παραγωγής καλύπτεται από τις πωλήσεις, η θεσμική μονάδα είναι παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος και ταξινομείται στον τομέα των ΜΚΙΕΝ. Όμως, τα ΜΚΙ παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος που ελέγχονται και κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταξινομούνται στον τομέα του δημοσίου.

3.33. Για να γίνεται η διάκριση μεταξύ παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος και παραγωγών λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος με το κριτήριο του 50 %, οι πωλήσεις και το κόστος παραγωγής ορίζονται ως εξής:

α) οι πωλήσεις καλύπτουν τις πωλήσεις εξαιρούμενων των φόρων επί των προϊόντων αλλά συμπεριλαμβανομένων όλων των πληρωμών που γίνονται από το δημόσιο και χορηγούνται σε κάθε είδους παραγωγό που επιδίδεται σε δραστηριότητες αυτού του είδους, δηλαδή περιλαμβάνονται όλες οι πληρωμές που συνδέονται με τον όγκο ή την αξία της παραγωγής, εξαιρούνται όμως οι πληρωμές για την κάλυψη ενός γενικού ελλείμματος.

Αυτός ο ορισμός των πωλήσεων αντιστοιχεί με τον ορισμό της παραγωγής σε βασικές τιμές με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

(1) η παραγωγή σε βασικές τιμές ορίζεται αφού πρώτα έχει αποφασιστεί εάν η παραγωγή είναι εμπορεύσιμη ή λοιπή μη εμπορεύσιμη: οι πωλήσεις χρησιμοποιούνται μόνο για την αξιολόγηση της εμπορεύσιμης παραγωγής 7 η λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή αξιολογείται με βάση το κόστος παραγωγής,

(2) οι πληρωμές που γίνονται από το κράτος για να καλυφθεί ένα συνολικό έλλειμμα δημοσίων επιχειρήσεων και οιονεί επιχειρήσεων αποτελούν μέρος των λοιπών επιδοτήσεων προϊόντων όπως ορίζονται στην παράγραφο 4.35 στοιχείο γ). Κατά συνέπεια, η εμπορεύσιμη παραγωγή σε βασικές τιμές περιλαμβάνει και αυτές τις πληρωμές από το δημόσιο τομέα για την κάλυψη ενός γενικού ελλείμματος 7

β) το κόστος παραγωγής είναι το άθροισμα της ενδιάμεσης ανάλωσης, του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας, της ανάλωσης παγίου κεφαλαίου και των λοιπών φόρων επί της παραγωγής. Για το κριτήριο αυτό δεν αφαιρούνται οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής. Για να εξασφαλισθεί η συνέπεια των εννοιών των πωλήσεων και του κόστους παραγωγής κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του 50 %, το κόστος παραγωγής δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει τα κόστη που αντιστοιχούν σε σχηματισμό κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό.

Το κριτήριο του 50 % θα πρέπει να εφαρμόζεται εξετάζοντας μια σειρά ετών: μόνο εάν το κριτήριο ισχύει για πολλά έτη ή ισχύει για το τρέχον έτος και αναμένεται ότι θα ισχύσει για το κοντινό μέλλον, θα πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά. Αν υπάρχουν μικρής σημασίας διακυμάνσεις του μεγέθους των πωλήσεων από το ένα έτος στο άλλο δεν απαιτείται αναταξινόμηση των θεσμικών μονάδων (και των τοπικών ΜΟΔ και της παραγωγής τους).

3.34. Οι πωλήσεις μπορεί να αποτελούνται από πολλά στοιχεία. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των υπηρεσιών υγειονομικής ενός νοσοκομείου, οι πωλήσεις μπορούν να αντιστοιχούν με τα ακόλουθα:

α) αγορές από μισθωτούς, που θα καταγράφονται ως εισόδημα περιουσίας και δαπάνη για τελική κατανάλωση 7

β) αγορές από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες 7

γ) αγορές από ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και από το δημόσιο, που ταξινομούνται ως κοινωνικές παροχές σε είδος 7

δ) αγορές από νοικοκυριά χωρίς επιστροφή (δαπάνη για τελική κατανάλωση).

Μόνο οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής και οι δωρεές (π.χ. από φιλανθρωπικά ιδρύματα) που εισπράττονται δεν αντιμετωπίζονται ως πωλήσεις.

Επίσης, οι πωλήσεις υπηρεσιών μεταφορών μπορούν να αποτελούνται από ενδιάμεση ανάλωση παραγωγών, εισόδημα σε είδος που παρέχεται από εργοδότες, κοινωνικές παροχές σε είδος που παρέχονται από το δημόσιο και αγορές από νοικοκυριά χωρίς αποζημίωση.

3.35. Τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που εξυπηρετούν επιχειρήσεις είναι ειδική περίπτωση. Χρηματοδοτούνται συνήθως από εισφορές ή συνδρομές από τη σχετική ομάδα επιχειρήσεων. Οι συνδρομές αντιμετωπίζονται όχι ως μεταβιβάσεις αλλά ως πληρωμές για παροχή υπηρεσιών, δηλαδή ως πωλήσεις. Επομένως, αυτά τα ΜΚΙ είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ταξινομούνται στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών.

3.36. Κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του 50 % στις πωλήσεις και το κόστος παραγωγής ιδιωτικών ή δημοσίων ΜΚΙ, η ένταξη στις πωλήσεις όλων των πληρωμών που συνδέονται με τον όγκο της παραγωγής μπορεί να είναι παραπλανητική σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, στη χρηματοδότηση της παραγωγής ιδιωτικών και δημοσίων σχολείων: οι πληρωμές από το δημόσιο μπορεί να συνδέονται με τον αριθμό των μαθητών αλλά μπορεί και να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το δημόσιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι πληρωμές αυτές δεν πρέπει αναγκαστικά να θεωρούνται ως πωλήσεις αν και συνδέονται σαφώς με τον όγκο της παραγωγής (τον αριθμό των μαθητών). Αυτό σημαίνει ότι ένα σχολείο που χρηματοδοτείται κυρίως με τέτοιες πληρωμές είναι παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Όταν το σχολείο είναι δημόσιος παραγωγός, δηλαδή όταν κατά κύριο λόγο χρηματοδοτείται και ελέγχεται από το δημόσιο, θα πρέπει να ταξινομείται στον τομέα του δημοσίου. Όταν το σχολείο είναι ιδιωτικός παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, θα πρέπει να ταξινομείται στον τομέα ΜΚΙΕΝ.

3.37. Οι δημόσιοι παραγωγοί μπορεί να είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Αν το κριτήριο του 50 % αποφασίζει ότι η θεσμική μονάδα θα πρέπει να θεωρείται ως παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, ταξινομείται στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών. Το κριτήριο του 50 % αποφασίζει επίσης σε ποιες περιπτώσεις μια κρατική μονάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως οιονεί εταιρεία που ανήκει στο δημόσιο: μόνο εάν καλύπτει το κριτήριο του 50 % θα πρέπει να δημιουργηθεί μια οιονεί εταιρεία. Αν η θεσμική μονάδα είναι παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, ταξινομείται στον τομέα του δημοσίου. Επομένως, η διάκριση μεταξύ ΜΚΙ και λοιπών παραγωγών δεν έχει σχέση με την ταξινόμηση των δημοσίων παραγωγών.

Τοπικές ΜΟΔ και η παραγωγή τους: διάκριση μεταξύ εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής

3.38. Όταν έχει εφαρμοστεί η διάκριση της εμπορεύσιμης παραγωγής, της παραγωγής για ίδια τελική χρήση και της λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής στις θεσμικές μονάδες ως παραγωγούς, η διάκριση μπορεί να εφαρμοσθεί σε τοπικές ΜΟΔ και στην παραγωγή τους. Η σχέση αυτή εμφανίζεται στον πίνακα 3.2.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.39. Για τις θεσμικές μονάδες που αναγνωρίζονται ως παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος, η κύρια τοπική ΜΟΔ είναι και αυτή, φυσικά, παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος. Η δευτερεύουσα τοπική ΜΟΔ μπορεί να είναι παραγωγός εμπορεύσιμου προϊόντος, αλλά επίσης και παραγωγός για ίδια τελική χρήση. Πάντως, η δευτερεύουσα τοπική ΜΟΔ δεν μπορεί, κατά συνθήκη, να είναι παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι οι (δευτερεύουσες) τοπικές ΜΟΔ στους τομείς των μη χρηματοδοτικών και των χρηματοδοτικών εταιρειών είναι όλες παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί για ίδια τελική χρήση.

3.40. Για τις θεσμικές μονάδες που είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, η κύρια τοπική ΜΟΔ θα είναι και αυτή παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Οι δευτερεύουσες τοπικές ΜΟΔ μπορεί να είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι οι τομείς του δημοσίου και των ΜΚΙΕΝ μπορεί να περιλαμβάνουν ορισμένες (δευτερεύουσες) τοπικές ΜΟΔ που είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος (αν και όλες οι θεσμικές μονάδες σ' αυτούς τους τομείς είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος). Για να καθοριστεί εάν οι δευτερεύουσες τοπικές ΜΟΔ είναι παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος θα πρέπει να εφαρμόζεται το κριτήριο του 50 %.

3.41. Αφού έχει εφαρμοστεί η διάκριση εμπορεύσιμης παραγωγής, παραγωγής για ίδια τελική χρήση και λοιπής μη εμπορεύσιμης παραγωγής σε θεσμικές μονάδες και στις τοπικές ΜΟΔ τους, η διάκριση μπορεί να εφαρμοστεί και στο προϊόν των τοπικών ΜΟΔ. Η σχέση αυτή εμφανίζεται στον πίνακα 3.3.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.42. Κατά συνθήκη, οι τοπικές ΜΟΔ ως παραγωγοί εμπορεύσιμου προϊόντος και ως παραγωγοί για ίδια τελική χρήση δεν μπορούν να παρέχον λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν. Κατά συνέπεια, το προϊόν τους μπορεί να καταγράφεται μόνο ως εμπορεύσιμο προϊόν ή ως προϊόν για ίδια τελική χρήση και να αξιολογείται αντιστοίχως (βλέπε παραγράφους 3.46-3.52).

3.43. Οι τοπικές ΜΟΔ ως παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορούν να παρέχουν, ως δευτερεύον προϊόν, εμπορεύσιμο προϊόν και προϊόν για ίδια τελική χρήση. Το προϊόν για ίδια τελική χρήση αποτελείται από σχηματισμό κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό. Η εμφάνιση εμπορεύσιμου προϊόντος θα πρέπει καταρχήν να καθορίζεται εφαρμόζοντας το κριτήριο του 50 % στα επιμέρους προϊόντα: εμπορεύσιμο προΐόν είναι το προϊόν που πωλείται στο 50 % τουλάχιστον του κόστους παραγωγής του. Αυτό μπορεί να ισχύει, για παράδειγμα, όταν κρατικά νοσοκομεία χρεώνουν οικονομικά σημαντικές τιμές για ορισμένες από τις υπηρεσίες που παρέχουν. Ως άλλα παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν οι πωλήσεις αντιγράφων από κρατικά μουσεία και οι πωλήσεις προγνώσεων καιρού από μετεωρολογικές υπηρεσίες.

3.44. Στη στατιστική πρακτική, μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των διαφόρων προϊόντων των τοπικών ΜΟΔ ή των κρατικών οργανισμών και των ΜΚΙΕΝ. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για το κόστος παραγωγής σε σχέση με τα διάφορα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή, μια απλή λύση είναι να αντιμετωπίζονται όλα τα έσοδα των παραγωγών λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος από τη δευτερεύουσα δραστηριότητά τους ή τις δευτερεύουσες δραστηριότητές τους ως έσοδα από ένα είδος παραγωγής εμπορεύσιμου προϊόντος. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, στα έσοδα ενός μουσείου από τις πωλήσεις αφισών και καρτών (40).

3.45. Οι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορούν επίσης να έχουν έσοδα από την πώληση του λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος τους σε οικονομικά μη σημαντικές τιμές, π.χ. τα έσοδα του μουσείου από την πώληση εισητηρίων. Τα έσοδα αυτά αφορούν το λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν. Πάντως, αν και τα δύο είδη εσόδων (έσοδα από εισητήρια και έσοδα από τις πωλήσεις αφισών και καρτών) είναι δύσκολο να διακριθούν, μπορούν να αντιμετωπίζονται όλα είτε ως έσοδο από εμπορεύσιμο προϊόν είτε έσοδα από λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν. Η επιλογή μεταξύ των δύο εναλλακτικών καταγραφών θα πρέπει να εξαρτάται από την υποτιθέμενη σχετική σημασία των δύο ειδών εσόδου (από εισιτήρια σε σχέση με έσοδα από την πώληση αφισών και καρτών).

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

3.46. Το προϊόν πρέπει να καταγράφεται και να αποτιμάται όταν εξέρχεται από την παραγωγική διεργασία.

3.47. Όλα τα προϊόντα πρέπει να αποτιμούνται σε βασικές τιμές, αλλά ισχύουν ειδικές συνθήκες για τα ακόλουθα:

α) αποτίμηση λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος 7

β) αποτίμηση συνολικής παραγωγής ενός παραγωγού λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (τοπική ΜΟΔ) 7

γ) αποτίμηση της συνολικής παραγωγής μιας θεσμικής μονάδας της οποίας μια τοπική ΜΟΔ είναι παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

(Βλέπε παραγράφους 3.53-3.56)

3.48. Ορισμός: Η βασική τιμή είναι η τιμή που εισπράττουν οι παραγωγοί από τον αγοραστή για μια μονάδα ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας που παράγεται ως προϊόν, μείον τυχόν φόρους καταβλητέους για τη μονάδα αυτή ως συνέπεια της παραγωγής ή της πώλησής της (δηλαδή φόρους επί προϊόντων) και συν τυχόν εισπρακτέες επιδοτήσεις για τη μονάδα αυτή ως συνέπεια της παραγωγής ή της πώλησής της (δηλαδή επιδοτήσεις προϊόντων). Εξαιρούνται τυχόν μεταφορικά έξοδα τα οποία χρεώνονται ξεχωριστά από τον παραγωγό. Περιλαμβάνονται τυχόν μεταφορικά κόστη τα οποία χρεώνει ο παραγωγός στο ίδιο τιμολόγιο, ακόμη και αν αναγράφονται ως ξεχωριστό στοιχείο στο τιμολόγιο.

3.49. Το προϊόν για ίδια τελική χρήση (P.12) πρέπει να αποτιμάται με βάση τις βασικές τιμές παρομοίων προϊόντων που πωλούνται στην αγορά 7 κατά συνέπεια, από το προϊόν αυτό μπορεί να προκύψει καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα. Αυτό ισχύει επίσης και για υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης (βλέπε παράγραφο 3.64). Πάντως, το προϊόν κατασκευών για ίδιο λογαριασμό θα πρέπει κατά κανόνα να αποτιμάται με βάση το κόστος παραγωγής.

3.50. Οι προσθήκες σε συνεχιζόμενες εργασίες αποτιμώνται ανάλογα με την εκτιμώμενη τρέχουσα βασική τιμή του έτοιμου προϊόντος.

3.51. Εάν θα πρέπει να εκτιμηθεί από πριν η αξία προϊόντος που θεωρείται ως συνεχιζόμενες εργασίες, αυτό θα πρέπει να γίνεται με βάση τα πραγματικά κόστη που εμφανίζονται, συν μια ανατίμηση που θα αντανακλά το εκτιμώμενο λειτουργικό πλεόνασμα ή το εκτιμώμενο μεικτό εισόδημα (με βάση τις ώρες εργασίας των ιδιοκτητών χωρίς αμοιβή). Οι προσωρινές εκτιμήσεις θα πρέπει στη συνέχεια να αντικατασταθούν από τις εκτιμήσεις που θα προκύψουν με την κατανομή της πραγματικής αξίας (όταν θα είναι γνωστή) των τελικών προϊόντων. Αυτά είναι το άθροισμα των αξιών των ακόλουθων:

α) έτοιμα προϊόντα που πωλούνται ή ανταλλάσσονται 7

β) εισαγωγές έτοιμων προϊόντων σε αποθέματα, μείον οι αποσύρσεις 7

γ) έτοιμα προϊόντα για ίδια τελική χρήση.

3.52. Για κτίρια και κατασκευές που αγοράζονται ημιτελή, η αξία εκτιμάται με βάση το προσωρινό κόστος, περιλαμβανόμενης και μιας ανατίμησης για το λειτουργικό πλεόνασμα. Τα ποσά των τμηματικών πληρωμών μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως προσέγγιση των αξιών του μεικτού σχηματισμού παγίου κεφαλαίου που έχει πραγματοποιήσει ο αγοραστής σε κάθε στάδιο (υποθέτοντας ότι δεν υπάρχουν προκαταβολές ή καθυστερημένες πληρωμές).

Αν τα έργα για μια κατασκευή για ίδιο λογαριασμό δεν έχουν ολοκληρωθεί σε μια λογιστική περίοδο, η αξία του προϊόντος και του αντίστοιχου μεικτού σχηματισμού παγίου κεφαλαίου θα πρέπει να εκτιμηθεί εφαρμόζοντας το τμήμα του συνολικού κόστους παραγωγής που προέκυψε κατά τη σχετική περίοδο σε σχέση με την κατ' εκτίμηση τρέχουσα βασική τιμή. Εάν μέρος ή το σύνολο της εργασίας παρέχεται δωρεάν, όπως μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση κοινών κατασκευών από νοικοκυριά, στο κατ' εκτίμηση συνολικό κόστος παραγωγής συμπεριλαμβάνεται μια εκτίμηση του κόστους της εργασίας που θα υπήρχε εάν είχε χρησιμοποιηθεί αμειβόμενο εργατικό δυναμικό, χρησιμοποιώντας τα ημερομίσθια που προσφέρονται για παρόμοιες εργασίες στην περιοχή ή στην αντίστοιχη περιφέρεια.

3.53. Το προϊόν ενός παραγωγού λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (τοπικής ΜΟΔ) πρέπει να αποτιμάται με βάση το συνολικό κόστος παραγωγής, π.χ. το άθροισμα των ακόλουθων:

α) ενδιάμεσης ανάλωσης (P.2) 7

β) αμοιβών εργαζομένων (D.1) 7

γ) ανάλωσης παγίου κεφαλαίου (Κ.1) 7

δ) λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29) μείον λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39).

Θα πρέπει να αφαιρούνται οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής. Πάντως, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής προς παραγωγούς λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος συχνά δεν θα υπάρχουν στην πράξη ή θα αφορούν πολύ μικρά ποσά, γιατί περιλαμβάνουν μόνο πληρωμές από το δημόσιο σε παραγωγούς που εντάσσονται σε γενικές πολιτικές οι οποίες δεν στοχεύουν σε κάποιο συγκεκριμένο είδος οικονομικής δραστηριότητας, π.χ. στοχεύουν στη μείωση της ανεργίας και της ρύπανσης γενικά. Για παράδειγμα, όταν οι μισθοί των διδασκόντων ενός ιδιωτικού σχολείου χρηματοδοτούνται κατά 50 % από το κράτος, αυτές οι πληρωμές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τρέχουσες μεταβιβάσεις και όχι ως λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής. Μια λοιπή επιδότηση παραγωγής προς έναν παραγωγό λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος εμφανίζεται, για παράδειγμα, μόνο όταν το δημόσιο χρηματοδοτεί 20 % του μισθού του διδασκάλου κατά τα δύο πρώτα έτη απασχόλησης, γιατί ο διδάσκαλος αυτός ήταν άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως, οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής προς παραγωγούς λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος δεν περιλαμβάνουν όλες τις πληρωμές που συνδέονται συγκεκριμένα με ένα συγκεκριμένο είδος οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. συνδέονται συγκεκριμένα με την εκπαίδευση).

Κατά συνθήκη, οι πληρωμές τόκων δεν περιλαμβάνονται στο κόστος της παραγωγής λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (αν και μπορούν να θεωρηθούν ως μεγάλο μέρος του κόστους παραγωγής σε ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. στην περίπτωση των στεγαστικών εταιρειών). Επίσης, το κόστος της παραγωγής λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος δεν περιλαμβάνει τεκμαρτό ενοίκιο για την αξία ενοικίασης των κτιρίων που δεν προορίζονται για κατοικία, τα οποία ανήκουν στον παραγωγό και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

3.54. Το συνολικό προϊόν μιας θεσμικής μονάδας είναι το άθροισμα του συνολικού προϊόντος των τοπικών ΜΟΔ που την απαρτίζουν. Αυτό ισχύει επίσης και για θεσμικές μονάδες που είναι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

3.55. Εάν δεν υπάρχει δευτερεύον εμπορεύσιμο προϊόν από παραγωγούς λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος (τοπικές ΜΟΔ), το λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν θα πρέπει να αποτιμάται με βάση το κόστος παραγωγής. Στην περίπτωση ύπαρξης δευτερεύοντος εμπορεύσιμου προϊόντος από παραγωγούς λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, το λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν αποτιμάται ως κατάλοιπο στοιχείο, δηλαδή ως η διαφορά μεταξύ του συνολικού κόστους της παραγωγής του παραγωγού λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, μείον τα έσοδά του από το εμπορεύσιμο προϊόν.

3.56. Καταρχήν, το εμπορεύσιμο προϊόν από παραγωγούς λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος πρέπει να αποτιμάται σε βασικές τιμές. Πάντως, αν και μια τοπική ΜΟΔ παραγωγός λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορεί να έχει έσοδα από πωλήσεις, η συνολική παραγωγή της, που καλύπτει τόσο το εμπορεύσιμο όσο και το λοιπό μη εμπορεύσιμο προϊόν (και ενδεχομένως και το προϊόν για ίδια τελική χρήση), εξακολουθεί να αποτιμάται με βάση το κόστος παραγωγής. Η αξία του εμπορεύσιμου προϊόντος της παρέχεται από τα έσοδα από τις πωλήσεις εμπορεύσιμων προϊόντων, ενώ η αξία του λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος της παρέχεται ως κατάλοιπο στοιχείο, ως η διαφορά μεταξύ αφενός της αξίας της συνολικής παραγωγής και αφετέρου της αξίας του εμπορεύσιμου προϊόντος και του προϊόντος για ίδια τελική χρήση. Η αξία των εσόδων από την πώληση λοιπών μη εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές εξακολουθεί να είναι μέρος της αξίας του λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος της.

3.57. Για ορισμένους συγκεκριμένους τύπους προϊόντων, οι χρόνοι καταγραφής και η αποτίμηση του προϊόντος υπόκεινται στις ακόλουθες αποσαφηνίσεις και εξαιρέσεις, που παρουσιάζονται με τη σειρά των τμημάτων CPA.

3.58. Α. Προϊόντα γεωργίας, θήρας και δασοκομίας 7

Β. Ψάρια

Η παραγωγή γεωργικών προϊόντων θα πρέπει να καταγράφεται σαν να παραγόταν συνεχώς σε όλη τη διάρκεια της περιόδου παραγωγής (και όχι απλώς κατά τη στιγμή της συγκομιδής των γεωργικών προϊόντων ή της σφαγής των ζώων).

Οι αναπτυσσόμενες καλλιέργειες, τα δένδρα προς υλοτομία και τα αποθέματα ψαριών ή ζωών που εκτρέφονται για διατροφική χρήση θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αποθέματα συνεχιζομένων εργασιών κατά τη διάρκεια της διεργασίας, και να μετατρέπονται σε αποθέματα έτοιμων προϊόντων όταν η διεργασία ολοκληρωθεί.

3.59. Δ. Μεταποιημένα προϊόντα 7

ΣΤ. Κατασκευαστικές εργασίες

Όταν συνάπτεται εξαρχής μια σύμβαση πώλησης για την κατασκευή ενός κτιρίου ή άλλης κατασκευής, που καλύπτει περισσότερες από μία λογιστικές περιόδους, το προϊόν που παράγεται σε κάθε περίοδο αντιμετωπίζεται σαν να πωλείται στον αγοραστή στο τέλος της περιόδου: δηλαδή στο μεικτό σχηματισμό κεφαλαίου του αγοραστή και όχι στις συνεχιζόμενες εργασίες στην κατασκευαστική βιομηχανία. Στην πραγματικότητα, το παραγόμενο προϊόν αντιμετωπίζεται σαν να πωλείται στον αγοραστή σταδιακά, εφόσον ο αγοραστής γίνεται νόμιμος ιδιοκτήτης του προϊόντος. Όταν σύμφωνα με τη σύμβαση απαιτούνται τμηματικές πληρωμές, ως προσέγγιση της αξίας του προϊόντος μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αξία των τμηματικών πληρωμών που γίνονται σε κάθε περίοδο. Πάντως, εάν δεν υπάρχει σύμβαση πώλησης, το ημιτελές προϊόν που παράγεται σε κάθε περίοδο καταγράφεται ως συνεχιζόμενες εργασίες.

3.60. Ζ. Υπηρεσίες χονδρικού και λιανικού εμπορίου 7 υπηρεσίες επισκευής αυτοκινήτων οχημάτων, μοτοσικλετών, καθώς και προσωπικών ειδών και ειδών οικιακής χρήσης

Το προϊόν των υπηρεσιών χονδρικού και λιανικού εμπορίου μετράται με βάση τα εμπορικά κέρδη που επιτυγχάνονται για τα αγαθά που αγοράζουν προς μεταπώληση.

Ορισμός: Εμπορικό κέρδος είναι η διαφορά μεταξύ της πραγματικής ή της τεκμαρτής τιμής που εμφανίζεται για ένα αγαθό που αγοράζεται προς μεταπώληση και τη τιμής που θα έπρεπε να πληρώσει ο διανομέας για να αντικαταστήσει το αγαθό αυτό τη στιγμή που πωλείται ή που διατίθεται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Κατά συνθήκη, τα κέρδη και οι ζημίες κτήσης δεν περιλαμβάνονται στο εμπορικό κέρδος. Πάντως, στην πράξη, οι πηγές των δεδομένων μπορεί να μην επιτρέπουν την απομόνωση όλων των κερδών και των ζημιών κτήσης.

3.61. Η. Υπηρεσίες ξενοδοχείων και εστιατορίων

Η αξία του προϊόντος των υπηρεσιών των ξενοδοχείων, των εστιατορίων και των καφενείων περιλαμβάνει την αξία των τροφίμων, των ποτών, κ.λπ. που καταναλώνονται.

3.62. Θ. Υπηρεσίες μεταφορών, αποθήκευσης και επικοινωνιών

Το προϊόν των υπηρεσιών μεταφορών μετράται με βάση την αξία των εισπρακτέων ποσών για τη μεταφορά αγαθών ή επιβατών. Η μεταφορά για ιδία χρήση μέσα σε μια τοπική ΜΟΔ θεωρείται βοηθητική δραστηριότητα και δεν επισημαίνεται και δεν καταγράφεται ξεχωριστά.

Το προϊόν των υπηρεσιών αποθήκευσης μετράται με βάση την αξία μιας προσθήκης σε συνεχιζόμενες εργασίες, είτε πρόσθετο προϊόν με την έννοια της διαχρονικής μεταφοράς (π.χ. αποθήκευσης για λογαριασμό άλλων τοπικών ΜΟΔ) ή υλική μεταβολή (π.χ. στην περίπτωση της ωρίμανσης του κρασιού).

Το προϊόν των υπηρεσιών ταξιδιωτικών πρακτορείων μετράται με βάση την αξία των ποσών που χρεώνουν τα πρακτορεία (αμοιβές ή προμήθειες) και όχι με βάση το σύνολο των δαπανών που καταβάλλουν οι ταξιδιώτες στο πρακτορείο. Αυτές μπορεί να συμπεριλαμβάνουν π.χ. κόστος μεταφοράς από τρίτους.

Το προϊόν των υπηρεσιών διοργανωτών οργανωμένων ταξιδιών μετράται με βάση το σύνολο των δαπανών που καταβάλλουν οι ταξιδιώτες στους διοργανωτές.

Η διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών ταξιδιωτικών πρακτορείων και των υπηρεσιών διοργανωτών οργανωμένων ταξιδιών είναι ότι οι υπηρεσίες ταξιδιωτικών πρακτορείων συνίστανται μόνο στη διαμεσολάβηση για λογαριασμό του ταξιδιώτη, ενώ οι υπηρεσίες των διοργανωτών οργανωμένων ταξιδιών δημιουργούν ένα νέο προϊόν, δηλαδή διοργανώνεται ένα ταξίδι για το οποίο οι τιμές των διαφόρων συστατικών (π.χ. μετακίνηση, διαμονή και ψυχαγωγία) δεν είναι αναγνωρίσιμες για τον ταξιδιώτη.

3.63. Ι. Υπηρεσίες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες ασφάλισης και οι υπηρεσίες συνταξιοδότησης)

Το προϊόν των υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής μεσολάβησης για τις οποίες δεν γίνεται ιδιαίτερη χρέωση μετράται, κατά συνθήκη, με βάση το συνολικό εισόδημα περιουσίας που εισπράττει η μονάδα που παρέχει τις υπηρεσίες, μείον τις συνολικές πληρωμές τόκων, εξαιρουμένης της αξίας τυχόν εισοδήματος που εισπράχθηκε από την επένδυση ιδίων πόρων (δεδομένου ότι το εισόδημα αυτό δεν προέρχεται από χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση), και στην περίπτωση δευτερευουσών ασφαλιστικών δραστηριοτήτων από έναν πάροχο υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης, εξαιρουμένου του εισοδήματος από την επένδυση τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών. Τα κέρδη και οι ζημίες κτήσης δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη μέτρηση του προϊόντος αυτού, γιατί σε ολόκληρο το σύστημα τα κέρδη κτήσης δεν καταγράφονται στο λογαριασμό αλλά σε ξεχωριστό λογαριασμό (στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων). Αυτό ισχύει επίσης και από τα κέρδη κτήσης από ξένο συνάλλαγμα και χρεώγραφα εκ μέρους επαγγελματιών χρηματομεσιτών (αν και τα κέρδη κτήσης τους είναι κατά κανόνα θετικά και θεωρούνται από τους ίδιους τους μεσίτες ως μέρος των συνήθων προσόδων). Πάντως, τα εμπορικά κέρδη από ξένο συνάλλαγμα και χρεώγραφα (δηλαδή οι κοινές διαφορές μεταξύ των τιμών αγοραστή για το μεσίτη και της τιμής αγοραστή για τον πωλητή) θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο προϊόν, όπως γίνεται για τους χονδρεμπόρους και τους λιανεμπόρους. Κατά αναλογία, μπορεί να υπάρξουν επίσης προβλήματα δεδομένων όσον αφορά τη διάκριση αυτών των εμπορικών κερδών από τα κέρδη κτήσης 7 αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όσο γίνεται καλύτερα.

Το προϊόν των υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης που παρέχονται από κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να μετράται με τον ίδιο τρόπο που μετράται και τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους λοιπούς παρόχους υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης.

Η δραστηριότητα των δανειστών χρημάτων οι οποίοι δανείζουν μόνο δικά τους χρήματα δεν αντιμετωπίζεται ως παραγωγή υπηρεσιών.

Οι πάροχοι υπηρεσιών χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης μπορεί επίσης να παρέχουν διάφορες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και επιχειρηματικές υπηρεσίες για τις οποίες χρεώνουν ξεχωριστά αμοιβή ή προμήθεια. Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι π.χ. αγοραπωλησία συναλλάγματος και η παροχή συμβουλών σχετικά με επενδύσεις, η αγορά ακινήτων ή η παροχή συμβουλών για φορολογικά θέματα. Το προϊόν των υπηρεσιών αυτών αποτιμάται με βάση την αμοιβή ή την προμήθεια που χρεώνεται.

Το προϊόν των υπηρεσιών ασφάλισης (αμοιβή υπηρεσιών) μετράται ως εξής:

συνολικό πραγματικό ύψος εισπραττομένων ασφαλίστρων,

συν συνολικά συμπληρωματικά ασφάλιστρα (που ισούνται με το εισόδημα από την επένδυση των τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών),

μείον συνολικές πληρωτέες απαιτήσεις,

μείον μεταβολές μαθηματικών αποθεματικών και αποθεματικών των ασφαλειών με συμμετοχή των ασφαλισμένων στα κέρδη.

Τα κρέδη και οι ζημίες κτήσης θα πρέπει να αγνοούνται κατά τη μέτρηση του προϊόντος των υπηρεσιών ασφάλισης: δεν πρέπει να θεωρούνται ως εισόδημα από επενδύσεις των τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών και δεν πρέπει να θεωρούνται ως μεταβολές των μαθηματικών αποθεματικών και των αποθεματικών των ασφαλειών με συμμετοχή των ασφαλισμένων στα κέρδη.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά μπορούν να επενδύονται σε δευτερεύουσες δραστηριότητες της ασφαλιστικής εταιρείας, π.χ. στην ενοικίαση κατοικιών ή γραφείων. Στην περίπτωση αυτή, το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα αυτών των δευτερευουσών δραστηριοτήτων είναι εισόδημα από επένδυση τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το προϊόν των υπηρεσιών συνταξιοδότησης μετράται ως εξής:

συνολικές πραγματικές συνταξιοδοτικές εισφορές,

συν συνολικές συμπληρωματικές εισφορές (ίσο με το εισόδημα από επενδύσεις των τεχνικών αποθεματικών συνταξιοδοτικών ταμείων),

μείον πληρωτέες συντάξεις,

μείον μεταβολές μαθηματικών αποθεματικών.

3.64. Κ. Υπηρεσίες που αφορούν ακίνητα, υπηρεσίες ενοικίασης και επιχειρηματικές υπηρεσίες

Το προϊόν από υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης θα πρέπει να αποτιμάται με βάση την εκτιμώμενη αξία του ενοικίου που θα πλήρωνε ο ένοικος για την ίδια κατοικία, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η τοποθεσία, τα πλεονεκτήματα της περιοχής, κ.λπ., καθώς και το μέγεθος και την ποιότητα της ίδιας της κατοικίας. Για κλειστούς χώρους στάθμευσης ξεχωριστούς από την κατοικία, τους οποίους χρησιμοποιεί ο ιδιοκτήτης για σκοπούς τελικής κατανάλωσης σχετικούς με τη χρήση της κατοικίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ίδιο τεκμαρτό προϊόν. Δεν τεκμαίρεται προϊόν για ιδιόκτητους, κλειστούς χώρους στάθμευσης τους οποίους χρησιμοποιεί ο ιδιοκτήτης αποκλειστικά για να σταθμεύει κοντά στον τόπο εργασίας του. Η αξία μίσθωσης ιδιόκτητων κατοικιών στο εξωτερικό, π.χ. κατοικίες για διακοπές, δεν θα πρέπει ναι καταγράφεται ως μέρος της εγχώριας παραγωγής, αλλά ως εισαγωγές υπηρεσιών, και το αντίστοιχο καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα ως πρωτογενές εισόδημα που προέρχεται από την αλλοδαπή. Για ιδιοκατοίκηση κατοικιών που ανήκουν σε μη μόνιμους κατοίκους, θα πρέπει να γίνονται ανάλογες εγγραφές. Στην περίπτωση χρονομεριστικής μίσθωσης, ένα ποσοστό της αμοιβής θα πρέπει να καταγράφεται με τον ίδιο τρόπο.

Το προϊόν των υπηρεσιών ακινήτων για κτίρια που δεν χρησιμοποιούνται ως κατοικία μετράται με βάση την αξία των πληρωτέων μισθωμάτων.

Το προϊόν των υπηρεσιών λειτουργικής μίσθωσης (εκμίσθωση μηχανημάτων ή εξοπλισμού, κ.λπ.) μετράται με βάση την αξία του μισθώματος που καταβάλλει ο μισθωτής στον εκμισθωτή. Στην περίπτωση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, τα μισθώματα αποτελούνται (κυρίως) από δόσεις εξόφλησης και πληρωμές τόκων, και η αξία των υπηρεσιών είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με το σύνολο των μισθωμάτων που καταβάλλονται (βλέπε παράρτημα II σχετικό με τη μίσθωση).

Όπου είναι δυνατό, θα πρέπει να διακρίνεται μια ξεχωριστή τοπική ΜΟΔ για δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης (Ε& Α). Όταν αυτό δεν είναι δυνατό, όλες οι δραστηριότητες Ε& Α σημαντικού μεγέθους (σε σύγκριση με την κύρια δραστηριότητα) θα πρέπει να καταγράφονται ως δευτερεύουσα δραστηριότητα της τοπικής ΜΟΔ.

Το προϊόν των υπηρεσιών Ε& Α μετράται ως εξής:

α) η Ε& Α από εξειδικευμένα εμπορικά ερευνητικά εργαστήρια ή ιδρύματα αποτιμάται με βάση τις προσόδους από πωλήσεις, συμβάσεις, προμήθειες, αμοιβές, κ.λπ. με το συνήθη τρόπο 7

β) το προϊόν της Ε& Α που προορίζεται για χρήση στην ίδια επιχείρηση θα πρέπει, καταρχήν, να αποτιμάται με βάση τις εκτιμώμενες βασικές τιμές που θα πλήρωνε η μονάδα αν η έρευνα είχε ανατεθεί σε υπεργολήπτες με βάση τις τιμές της αγοράς. Πάντως, στην πράξη, θα πρέπει ενδεχομένως να αποτιμάται με βάση τα συνολικά κόστη παραγωγής 7

γ) η Ε& Α από κρατικές μονάδες, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικά ερευνητικά ιδρύματα, κ.λπ. εντάσσεται συνήθως στη λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή και κατά συνέπεια αποτιμάται με βάση τα κόστη παραγωγής. Τα έσοδα από τις πωλήσεις Ε& Α από παραγωγούς λοιπής μη εμπορεύσιμης Ε& Α θα πρέπει να καταγράφονται ως έσοδα από δευτερεύον εμπορεύσιμο προϊόν.

Η δαπάνη για Ε& Α θα πρέπει να διακρίνεται από τη δαπάνη για εκπαίδευση και κατάρτιση. Η δαπάνη για Ε& Α δεν περιλαμβάνει τα κόστη της ανάπτυξης λογισμικού ως κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα. Πάντως, η λογιστική αντιμετώπιση τους είναι σχεδόν ίδια 7 η μόνη διαφορά είναι ότι το λογισμικό θεωρείται ως παραχθέν άυλο περιουσιακό στοιχείο και δεν κατοχυρώνεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

3.65. Λ. Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης

Η δημόσια διοίκηση, οι υπηρεσίες άμυνας και οι υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης παρέχονται πάντα ως λοιπές μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες και επομένως θα πρέπει να αποτιμώνται με τον ανάλογο τρόπο.

3.66. Μ. Εκπαιδευτικές υπηρεσίες

Ν. Υγειονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες

Για τις εκπαιδευτικές και τις υγειονομικές υπηρεσίες μπορεί να είναι συχνά απαραίτητο να χαραχθούν ακριβή όρια μεταξύ των παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος και των παραγωγών λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος, και μεταξύ των εμπορεύσιμων και των μη εμπορεύσιμων προϊόντων τους. Για παράδειγμα, για ορισμένους τύπους εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να ζητούνται συμβολικές αμοιβές από κρατικά ιδρύματα (ή από άλλα ιδρύματα λόγω ειδικών επιδοτήσεων), όμως αυτά τα ιδρύματα μπορεί να χρεώνουν σύμφωνα με τις τιμές της αγοράς για άλλες εκπαιδευτικές υπηρεσίες και ειδικές μορφές υγειονομικής περίθαλψης. Μια άλλη συνήθης περίπτωση είναι η παροχή του ίδιου τύπου υπηρσίας (π.χ. ανώτατη εκπαίδευση) αφενός από το κράτος (ή για λογαριασμό του κράτους), και αφετέρου από εμπορικά ιδρύματα. Τότε εμφανίζονται συχνά μεγάλες διαφορές μεταξύ των τιμών που χρεώνονται και της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών.

Η εκπαίδευση και οι υγειονομικές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνουν τις δραστηριότητες Ε& Α 7 οι υγειονομικές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνουν την εκπαίδευση για υγειονομική περίθαλψη π.χ. από πανεπιστημιακά νοσοκομεία.

3.67. Ξ. Άλλες υπηρεσίες προς το κοινωνικό σύνολο, κοινωνικές και ατομικές υπηρεσίες

Η παραγωγή βιβλίων, εγγραφών ήχου και εικόνας, κινηματογραφικών ταινιών, λογισμικού, ταινιών ήχου, δίσκων, κ.λπ. είναι μια διεργασία με δύο βαθμίδες που μετράται αντιστοίχως ως εξής:

(1) Το προϊόν της παραγωγής πρωτοτύπων - που είναι άυλο πάγιο περιουσιακό στοιχείο - μετράται με βάση την εισπραττόμενη τιμή σε περίπτωση πώλησης, ή εάν δεν πωλείται, με βάση τη βασική τιμή που καταβάλλεται για παρόμοια πρωτότυπα, τα κόστη παραγωγής ή την προεξοφλημένη αξία των μελλοντικών εισπράξεων που αναμένονται από τη χρήση τους στην παραγωγή.

(2) Ο ιδιοκτήτης αυτού του περιουσιακού στοιχείου μπορεί να το χρησιμοποιήσει άμεσα ή να παραγάγει αντίγραφα σε μεταγενέστερες περιόδους Εάν ο ιδιοκτήτης έχει εκχωρήσει άδεια σε άλλους παραγωγούς να χρησιμοποιήσουν το πρωτότυπο για παραγωγή, οι αμοιβές, προμήθειες, δικαιώματα, κ.λπ. που εισπράττει από την εκχώρηση των αδειών είναι το προϊόν του από τις υπηρεσίες. Πάντως, η πώληση του άυλου περιουσιακού στοιχείου είναι αρνητικός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου.

3.68. Ο. Νοικοκυριά που απασχολούν οικιακό βοηθητικό προσωπικό

Το προϊόν των οικιακών υπηρεσιών που παράγονται με την απασχόληση αμειβόμενου προσωπικού - κατά συνθήκη - αποτιμάται με βάση τις αμοιβές των απασχολούμενων 7 σε αυτές περιλαμβάνονται τυχόν αμοιβές σε είδος, όπως διατροφή και διαμονή.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΛΩΣΗ (P.2)

3.69. Ορισμός: Η ενδιάμεση ανάλωση αποτελείται από την αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που αναλώνονται ως εισροές για μια παραγωγική διεργασία, εξαιρουμένων των παγίων περιουσιακών στοιχείων των οποίων η ανάλωση καταγράφεται ως ανάλωση παγίου κεφαλαίου. Αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες μπορεί είτε να μετασχηματίζονται είτα να εξαντλούνται τελείως κατά την παραγωγική διεργασία.

3.70. Στην ενδιάμεση ανάλωση περιλαμβάνονται οι ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

α) η αξία όλων των αγαθών ή των υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται ως εισροές σε βοηθητικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι οι αγορές, οι πωλήσεις, το μάρκετινγκ, οι υπηρεσίες λογιστηρίου, η επεξεργασία δεδομένων, η μεταφορά, η αποθήκευση, η συντήρηση, η ασφάλεια, κ.λπ. Αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες δεν διακρίνονται από αυτά που αναλώνονται από τις κύριες (ή τις δευτερεύουσες) δραστηριότητες μιας τοπικής ΜΟΔ 7

β) η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που λαμβάνονται από άλλη τοπική ΜΟΔ της ίδιας θεσμικής μονάδας (μόνον εάν εμπίπτουν στο γενικό ορισμό της παραγράφου 3.69) 7

γ) τα κόστη της χρήσης μισθωμένων περιουσιακών στοιχείων, π.χ. της λειτουργικής μίσθωσης μηχανημάτων ή αυτοκινήτων 7

δ) οι συνδρομές, εισφορές μελών κ.λπ. που καταβάλλονται σε μη κερδοσκοπικές επιχειρηματικές ενώσεις 7

ε) στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται ως μικτός σχηματισμός κεφαλαίου, όπως τα ακόλουθα:

(1) μικρά εργαλεία που είναι φθηνά και χρησιμοποιούνται για σχετικά απλές λειτουργίες, όπως πριόνια, σφυριά, κατσαβίδια και άλλα εργαλεία χειρός 7 μικροσυσκευές, όπως αριθμομηχανές τσέπης. Κατά συνθήκη, στο ΕΣΟΛ, οποιαδήποτε δαπάνη για τέτοια διαρκή αγαθά, που δεν υπερβαίνει τα 500 Ecu (με τιμές 1995) ανά μονάδα (ή, όταν αγοράζονται μεγάλες ποσότητες, για τη συνολική ποσότητα που αγοράζεται), θα πρέπει να καταγράφεται ως ενδιάμεση ανάλωση,

(2) η συνήθης, τακτική συντήρηση και επικευή παγίων περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή,

(3) τα πολεμικά όπλα καταστροφής και οι φορείς τους, ή ο σχετικός εξοπλισμός βολής (όχι όμως τα ελαφρά όπλα ή τα θωρακισμένα οχήματα που αγοράζονται από την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου),

(4) υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης, κατάρτισης προσωπικού, έρευνας της αγοράς και παρόμοιες δραστηριότητες που αγοράζονται από εξωτερική μονάδα ή παρέχονται από ξεχωριστή τοπική ΜΟΔ της ίδιας θεσμικής μονάδας 7

στ) πληρωμές για τη χρήση άυλων μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, όπως στοιχεία κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, εμπορικές ονομασίες, κ.λπ. (εκτός από τις πληρωμές για την αγορά τέτοιων περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων: αυτά αντιμετωπίζονται ως αγορά άυλου μη παραχθέντος περιουσιακού στοιχείου) 7

ζ) δαπάνες εκ μέρους εργαζομένων, οι οποίες αποζημιώνονται από τον εργοδότη, για είδη απαραίτητα για την παραγωγή του εργοδότη, π.χ. στο πλαίσιο συμβατικής υποχρέωσης αγοράς εργαλείων ή προστατευτικών ενδυμάτων για ίδιο λογαριασμό 7

η) δαπάνη εκ μέρους εργοδοτών για όφελος τόσο δικό τους όσο και των εργαζομένων τους, γιατί είναι απαραίτητη για την παραγωγή των εργοδοτών. Ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα:

(1) αποζημίωση εργαζομένων για ταξίδια, χωρισμό από την οικογένεια, μετακόμιση και δαπάνες ψυχαγωγίας που προκύπτουν στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους,

(2) πρόσθετες παροχές στον τόπο εργασίας 7

[Ένας πιο αναλυτικός κατάλογος εμφανίζεται στις παραγράφους που αφορούν το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας (D.1).]

θ) κόστη υπηρεσιών ασφάλισης για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής που πληρώνονται από τοπικές ΜΟΔ (βλέπε επίσης παράρτημα III περί ασφαλίσεων): για να καταγραφεί μόνο το κόστος των υπηρεσιών ως ενδιάμεση ανάλωση θα πρέπει να εκπέσουν τα καταβληθέντα ασφάλιστρα π.χ. πληρωθείσες απαιτήσεις και καθαρή μεταβολή μαθηματικών αποθεματικών. Αυτά μπορούν να κατανεμηθούν στις τοπικές ΜΟΔ ως ποσοστά των καταβληθέντων ασφαλίστρων 7

ι) μόνο για το σύνολο της οικονομίας: όλες οι έμμεσα μετρούμενες υπηρεσίες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης (ΥΧΔΜΕ) που παρέχονται από παραγωγούς μόνιμους κατοίκους.

3.71. Η ενδιάμεση ανάλωση δεν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) στοιχεία που αντιμετωπίζονται ως μεικτός σχηματισμός κεφαλαίου, όπως τα ακόλουθα:

(1) τιμαλφή,

(2) μεταλλευτικές έρευνες,

(3) εκτεταμένες βελτίωσεις που υπερβαίνουν τα όρια των απαιτήσεων της απλής διατήρησης των παγίων περιουσιακών στοιχείων σε καλή κατάσταση λειτουργίας, π.χ. ανακαινίσεις, ανακατασκευές ή επεκτάσεις,

(4) λογισμικό που αγοράζεται ή παράγεται για ίδιο λογαριασμό 7

β) δαπάνες εργοδοτών που αντιμετωπίζονται ως μισθοί και ημερομίσθια σε είδος (βλέπε παράγραφο 4.05) 7

γ) χρήση, από μονάδες παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος ή παραγωγούς για ίδιο λογαριασμό, συλλογικών υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος (που αντιμετωπίζονται ως συλλογική καταναλωτική δαπάνη από το κράτος) 7

δ) αγαθά ή υπηρεσίες που παράγονται και αναλώνονται στην ίδια λογιστική περίοδο και μέσα στην ίδια τοπική ΜΟΔ (επίσης, αυτά δεν καταγράφονται ως προϊόν) 7

ε) πληρωμές προς το κράτος για άδειες και τέλη, που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φόροι επί της παραγωγής (βλέπε παραγράφους 4.79 και 4.80).

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΑΝΑΛΩΣΗΣ

3.72. Τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για ενδιάμεση ανάλωση θα πρέπει να καταγράφονται και να αποτιμώνται τη στιγμή που εισέρχονται στην παραγωγική διεργασία. Θα πρέπει να αποτιμώνται με βάση τις τιμές αγοραστή για παρόμοια αγαθά την ίδια περίοδο.

3.73. Στην πράξη, οι παραγωγικές μονάδες συνήθως δεν καταγράφουν άμεσα την πραγματική χρήση αγαθών στην παραγωγή. Καταγράφουν τις αγορές που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως εισροές, και τις αυξομειώσεις των ποσοτήτων των αγαθών αυτών που τηρούνται ως αποθέματα. Επομένως, η ενδιάμεση ανάλωση θα πρέπει να εκτιμηθεί αφαιρώντας από τις αγορές εισροών τις αυξομειώσεις των αποθεμάτων τους (βλέπε παραγράφους 3.120-3.124 για τη σωστή αποτίμηση των δεύτερων).

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (P.3, P.4)

3.74. Χρησιμοποιούνται δύο έννοιες τελικής κατανάλωσης:

α) δαπάνη για τελική κατανάλωση (P.3) 7

β) πραγματική τελική κατανάλωση (P.4).

Η δαπάνη για τελική κατανάλωση είναι μια έννοια που αναφέρεται στη δαπάνη ενός τομέα για καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες. Αντίθετα, η πραγματική τελική κατανάλωση αναφέρεται στην αγορά καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών από έναν τομέα. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο εννοιών είναι η αντιμετώπιση ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από το κράτος ή από ΜΚΙΕΝ, τα οποία όμως παρέχονται στα νοικοκυριά ως κοινωνικές παροχές σε είδος.

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ (P.3)

3.75. Ορισμός: Η δαπάνη για τελική κατανάλωση αποτελείται από τις δαπάνες θεσμικών μονάδων μονίμων κατοίκων για αγαθά ή υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για την άμεση ικανοποίηση ατομικών αναγκών ή επιθυμιών ή των συλλογικών αναγκών των μελών της κοινότητας. Η δαπάνη για τελική κατανάλωση μπορεί να πραγματοποιείται στην επικράτεια της χώρας ή στο εξωτερικό.

3.76. Η δαπάνη για τελική κατανάλωση των νοικοκυριών περιλαμβάνει τις ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

α) υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης 7

β) εισόδημα σε είδος, π.χ.:

(1) αγαθά και υπηρεσίες που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι ως εισόδημα σε είδος,

(2) αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται ως προϊόν επιχειρήσεων μη ανώνυμης εταιρικής μορφής οι οποίες ανήκουν σε νοικοκυριά, και τα οποία κρατούνται για κατανάλωση από τα μέλη του νοικοκυριού. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι τρόφιμα και άλλα γεωργικά προϊόντα, υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης και οικιακές υπηρεσίες που παράγονται με την απασχόληση αμειβομένου οικιακού προσωπικού (υπηρέτες, μάγειροι, κηπουροί, οδηγοί, κ.λπ.) 7

γ) είδη που δεν αντιμετωπίζονται ως ενδιάμεση ανάλωση, π.χ.:

(1) υλικά για μικροεπισκευές και εσωτερική διακόσμηση κατοικιών, του είδους που κατά κανόνα πραγματοποιείται τόσο από ενοίκους όσο και από ιδιοκτήτες,

(2) υλικά για μικροεπισκευές και συντήρηση διαρκών καταναλωτικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων και των οχημάτων 7

δ) είδη που δεν αντιμετωπίζονται ως σχηματισμός κεφαλαίου, και ιδιαίτερα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, τα οποία συνεχίζουν να πραγματοποιούν τη λειτουργία τους για περισσότερες από μία λογιστικές περιόδους 7 αυτό περιλαμβάνει τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ορισμένων διαρκών καταναλωτικών αγαθών από μια επιχείρηση σε ένα νοικοκυριό (βλέπε συναλλαγές υπαρχόντων αγαθών, παράγραφος 3.148) 7

ε) χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που χρεώνονται άμεσα 7

στ) ασφαλιστικές υπηρεσίες όσον αφορά το ποσό της σιωπηρής αμοιβής των υπηρεσιών (βλέπε παράγραφο 3.63) 7

ζ) υπηρεσίες χρηματοδότησης συντάξεων όσον αφορά το ποσό της σιωπηρής αμοιβής των υπηρεσιών (βλέπε παράγραφο 3.63) 7

η) πληρωμές νοικοκυριών για άδειες, κ.λπ., που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αγορές υπηρεσιών (βλέπε παραγράφους 4.79 και 4.80) 7

θ) αγορά προϊόντος σε οικονομικά μη σημαντικές τιμές π.χ. εισιτήρια μουσείων (βλέπε παράγραφο 3.45).

3.77. Η δαπάνη για τελική κατανάλωση των νοικοκυριών δεν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) κοινωνικές παροχές σε είδος, όπως δαπάνες που αρχικά βαρύνουν τα νοικοκυριά αλλά αργότερα επιστρέφονται από ασφαλιστικά ταμεία, π.χ. ορισμένες ιατρικές δαπάνες 7

β) στοιχεία που αντιμετωπίζονται ως ενδιάμεση ανάλωση ή ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, όπως:

(1) δαπάνες νοικοκυριών που κατέχουν επιχειρήσεις μη ανώνυμης εταιρικής μορφής, όταν οφείλονται σε επιχειρηματικούς λόγους, π.χ. για διαρκή αγαθά όπως οχήματα, έπιπλα ή ηλεκτρολογικός εξοπλισμός (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου), καθώς και για μη διαρκή αγαθά όπως καύσιμα (ενδιάμεση ανάλωση),

(2) δαπάνες που πραγματοποιούν οι ένοικοι ιδιόκτητων κατοικιών για έργα διακόσμησης, συντήρησης και επισκευής των κατοικιών, τα οποία συνήθως δεν πραγματοποιούνται από ενοίκους μισθωμένων κατοικιών (που αντιμετωπίζονται ως ενδιάμεση ανάλωση για την παραγωγή υπηρεσιών στέγασης),

(3) αγορά κατοικιών (που αντιμετωπίζεται ως ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου),

(4) δαπάνη για τιμαλφή (που αντιμετωπίζεται ως ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου) 7

γ) στοιχεία που αντιμετωπίζονται ως αγορά ενός μη παραχθέντος περιουσιακού στοιχείου, και ιδιαίτερα η αγορά γης 7

δ) πληρωμές από νοικοκυριά που θα πρέπει να θεωρηθούν ως φόροι, όπως άδειες κατοχής οχημάτων, σκαφών ή αεροσκαφών, καθώς και άδειες κυνηγιού, χρήσης πυροβόλων όπλων ή αλιείας (βλέπε παραγράφους 4.79 και 4.80) 7

ε) συνδρομές και εισφορές μελών που καταβάλλονται από νοικοκυριά σε ΜΚΙΕΝ, όπως εργατικά συνδικάτα, επαγγελματικές εταιρείες, ενώσεις καταναλωτών, εκκλησίες και κοινωνικές, πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και αθλητικές λέσχες 7

στ) εθελοντικές μεταβιβάσεις, σε χρήμα ή σε είδος, από νοικοκυριά σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς και οργανισμούς παροχής βοήθειας.

3.78. Η τελική καταναλωτική δαπάνη των ΜΚΙΕΝ περιλαμβάνει δύο ξεχωριστές κατηγορίες:

α) αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγουν τα ΜΚΙΕΝ εκτός από το σχηματισμό κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό και εκτός από τις δαπάνες που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά και άλλες μονάδες 7

β) δαπάνες των ΜΚΙΕΝ για αγαθά ή υπηρεσίες που παράγονται από εμπορικούς παραγωγούς και τα οποία παρέχονται - χωρίς μετασχηματισμό - σε νοικοκυριά για κατανάλωση, ως κοινωνικές παροχές σε είδος.

3.79. Η τελική καταναλωτική δαπάνη από το κράτος περιλαμβάνει δύο κατηγορίες δαπανών, παρόμοιες με τις δαπάνες των ΜΚΙΕΝ:

α) αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται από το ίδιο το κράτος εκτός από τις επενδύσεις για ίδιο λογαριασμό και από τις πωλήσεις 7

β) αγορές, από το κράτος, αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται από παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος και τα οποία παρέχονται σε νοικοκυριά - χωρίς μετασχηματισμό - ως κοινωνικές παροχές σε είδος. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος απλώς πληρώνει αγαθά και υπηρεσίες τα οποία οι πωλητές παρέχουν στα νοικοκυριά.

3.80. Οι ανώνυμες εταιρείες δεν πραγματοποιούν τελικές καταναλωτικές δαπάνες. Οι εκ μέρους τους αγορές αγαθών ή υπηρεσιών του ίδιου τύπου με αυτά που χρησιμοποιούν τα νοικοκυριά για τελική κατανάλωση είτε χρησιμοποιούνται για ενδιάμεση ανάλωση είτε παρέχονται στους εργαζομένους τους ως εισόδημα εξαρτημένης εργασίας σε είδος, δηλαδή τεκμαρτή τελική καταναλωτική δαπάνη νοικοκυριών. Ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως π.χ. μέσω της διαφήμισης, χρηματοδοτούν την ατομική κατανάλωση, η δαπάνη αυτή θεωρείται ως ενδιάμεση ανάλωση.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (P.4)

3.81. Ορισμός: Η πραγματική τελική κατανάλωση περιλαμβάνει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες τα οποία αγοράζουν θεσμικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι για την άμεση ικανοποίηση ανθρωπίνων αναγκών, ατομικών ή συλλογικών.

3.82. Ορισμός: Τα αγαθά και οι υπηρεσίες για ατομική κατανάλωση («ατομικά αγαθά και υπηρεσίες») αγοράζονται από ένα νοικοκυριό και χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών των μελών αυτού του νοικοκυριού. Τα ατομικά αγαθά και υπηρεσίες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) πρέπει να είναι δυνατό να παρατηρηθεί και να καταγραφεί η αγορά των αγαθών ή των υπηρεσιών από ένα επιμέρους νοικοκυριό ή ένα μέλος του, καθώς και ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε 7

β) το νοικοκυριό πρέπει να έχει συμφωνήσει για την προμήθεια του αγαθού ή της υπηρεσίας και να αναλάβει οποιαδήποτε δράση είναι απαραίτητη για να γίνει δυνατή αυτή η προμήθεια, για παράδειγμα, μετάβαση σε σχολείο ή κλινική 7

γ) το αγαθό ή η υπηρεσία πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η αγορά του από ένα νοικοκυριό ή άτομο, ή ενδεχομένως από ένα μικρό, περιορισμένο αριθμό ατόμων, να αποκλείει την αγορά του από άλλα νοικοκυριά ή άτομα.

3.83. Ορισμός: Οι υπηρεσίες για συλλογική κατανάλωση («συλλογικές υπηρεσίες») παρέχονται ταυτόχρονα σε όλα τα μέλη της κοινότητας ή όλα τα μέλη ενός ιδιαίτερου τμήματος της κοινότητας, όπως όλα τα νοικοκυριά που ζουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Οι συλλογικές υπηρεσίες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) μπορούν να διατεθούν ταυτόχρονα σε όλα τα μέλη της κοινότητας ή σε συγκεκριμένα τμήματα της κοινότητας, όπως αυτά που ζουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή τοποθεσία 7

β) η χρήση των υπηρεσιών αυτών είναι συνήθως παθητική και δεν προϋποθέτει τη ρητή συμφωνία ή την ενεργή συμμετοχή των σχετικών ατόμων 7

γ) η παροχή μιας συλλογικής υπηρεσίας σε ένα άτομο δεν μειώνει την ποσότητα που είναι διαθέσιμη για άλλους στην ίδια κοινότητα ή το ίδιο τμήμα μιας κοινότητας. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός όσον αφορά την απόκτηση.

3.84. Όλες οι δαπάνες για τελική κατανάλωση των νοικοκυριών είναι ατομικές. Κατά συνθήκη, όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται από ΜΚΙΕΝ αντιμετωπίζονται ως ατομικά.

3.85. Για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρέχονται από κρατικές μονάδες, το όριο μεταξύ ιδιωτικών και συλλογικών αγαθών και υπηρεσιών χαράζεται με βάση την ταξινόμηση των κρατικών λειτουργιών (COFOG).

Κατά συνθήκη, όλες οι κρατικές δαπάνες για τελική κατανάλωση στο πλαίσιο των ακόλουθων τίτλων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δαπάνες για ατομικές καταναλωτικές υπηρεσίες εκτός από τις δαπάνες για γενική διοίκηση, ρύθμιση, έρευνα, κ.λπ. της κάθε κατηγορίας:

α) 04 Εκπαίδευση 7

β) 05 Υγεία 7

γ) 06 Κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια 7

δ) 08.01 Αθλητισμός και ψυχαγωγία 7

ε) 08.02 Πολιτισμός.

Επιπλέον, οι δαπάνες στο πλαίσιο των ακόλουθων υποτίτλων θα πρέπει επίσης να αντιμεπίζονται ως ατομικές όταν είναι σημαντικές:

α) 07.11 (μέρος της) παροχής στέγασης 7

β) 07.31 (μέρος της) συλλογής οικιακών απορριμμάτων 7

γ) 12.12 (μέρος της) λειτουργίας συστημάτων συγκοινωνιών.

Η δαπάνη για συλλογική κατανάλωση είναι το υπόλοιπο των κρατικών δαπανών για τελική κατανάλωση. Αποτελείται συγκεκριμένα από τα ακόλουθα:

α) διαχείριση και ρύθμιση της κοινωνίας 7

β) παροχή ασφάλειας και άμυνας 7

γ) τήρηση νόμου και τάξης, νομοθεσία και ρύθμιση 7

δ) τήρηση δημόσιας υγείας 7

ε) προστασία του περιβάλλοντος 7

στ) έρευνα και ανάπτυξη 7

ζ) υποδομή και οικονομική ανάπτυξη.

3.86. Οι σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εννοιών που χρησιμοποιούνται μπορούν να εμφανισθούν με τη μορφή πίνακα:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.87. Η τελική καταναλωτική δαπάνη των ΜΚΙΕΝ είναι κατά συνθήκη στο σύνολό της ατομική. Κατά συνέπεια, η συνολική πραγματική τελική κατανάλωση ισούται με το άθροισμα της πραγματικής τελικής κατανάλωσης των νοικοκυριών και της πραγματικής τελικής κατανάλωσης του δημοσίου.

3.88. Κατά συνθήκη, δεν υπάρχουν κοινωνικές παροχές σε είδος προς και από την αλλοδαπή (αν και υπάρχουν τέτοιες μεταβιβάσεις με νομισματικούς όρους). Κατά συνέπεια, η συνολική πραγματική τελική κατανάλωση ισούται με τη συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ

3.89. Όπως εξηγείται στο κεφάλαιο I, τα αγαθά και οι υπηρεσίες θα πρέπει γενικά να καταγράφονται όταν δημιουργούνται οι οφειλές, δηλαδή όταν ο αγοραστής αναλαμβάνει υποχρέωση έναντι του πωλητή. Αυτό σημαίνει ότι η δαπάνη για ένα αγαθό θα πρέπει να καταγράφεται τη στιγμή που αλλάζει η ιδιοκτησία του 7 η δαπάνη για μια υπηρεσία καταγράφεται όταν ολοκληρωθεί η προσφορά της υπηρεσίας.

3.90. Η δαπάνη για ένα αγαθό που αποκτάται στο πλαίσιο χρονομίσθωσης ή παρόμοιας πιστωτικής συμφωνίας (καθώς και στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης) θα πρέπει να καταγράφεται κατά τη στιγμή της παράδοσης του αγαθού, ακόμη και αν δεν υπάρχει αλλαγή του νομικού καθεστώτος ιδιοκτησίας στο σημείο αυτό.

3.91. Η κατανάλωση για ίδιο λογαριασμό θα πρέπει να καταγράφεται όταν παράγεται το προϊόν που κρατείται για ίδια τελική κατανάλωση.

3.92. Η δαπάνη των νοικοκυριών για τελική κατανάλωση καταγράφεται σε τιμές αγοραστή. Αυτή είναι η τιμή που πληρώνει πραγματικά ο αγοραστής για τα προϊόντα τη στιγμή της αγοράς. Ένας πιο λεπτομερής ορισμός εμφανίζεται στην παράγραφο 3.06.

3.93. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται ως εισόδημα εξαρτημένης εργασίας σε είδος αποτιμώνται σε βασικές τιμές όταν παράγονται από τον εργοδότη και σε τιμές αγοραστή για τον εργοδότη όταν αγοράζονται από τον εργοδότη.

3.94. Αγαθά ή υπηρεσίες που κρατούνται για ίδια κατανάλωση αποτιμώνται σε βασικές τιμές.

3.95. Οι τελικές καταναλωτικές δαπάνες από το κράτος ή από ΜΚΙΕΝ για προϊόντα που παράγονται από τους ίδιους καταγράφονται στη στιγμή που παράγονται, που είναι επίσης και η στιγμή της παροχής των υπηρεσιών αυτών από την κυβέρνηση ή τα ΜΚΙΕΝ. Για τη δαπάνη τελικής κατανάλωσης για αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται μέσω παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος, ο χρόνος παράδοσης είναι ο χρόνος καταγραφής.

3.96. Οι τελικές καταναλωτικές δαπάνες από το κράτος ή από ΜΚΙΕΝ ισούνται με το άθροισμα του επιμέρους προϊόντος τους, συν τη δαπάνη για προϊόντα που παρέχονται σε νοικοκυριά μέσω παραγωγών εμπορεύσιμου προϊόντος (δηλαδή κοινωνικές παροχές σε είδος) μείον τις πληρωμές από άλλες μονάδες μείον το σχηματισμό κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

3.97. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες αγοράζονται από θεσμικές μονάδες όταν αυτές γίνονται οι νέοι ιδιοκτήτες των αγαθών ή όταν ολοκληρώνεται η παράδοση των αγαθών ή των υπηρεσιών σε αυτές.

3.98. Οι αγορές - πραγματική τελική κατανάλωση - αποτιμώνται σε τιμές αγοραστή για τις μονάδες που πραγματοποιούν τις δαπάνες.

Οι παροχές σε είδος, εκτός από τις κοινωνικές παροχές σε είδος, από το κράτος και ΜΚΙΕΝ αντιμετωπίζονται σαν να ήταν παροχές σε χρήμα. Κατά συνέπεια, οι αξίες των αγαθών ή των υπηρεσιών καταγράφονται στην πραγματικότητα ως δαπάνες από τις θεσμικές μονάδες ή τους τομείς που τα αγοράζουν.

3.99. Οι αξίες των δύο συνόλων, δηλαδή της δαπάνης για τελική κατανάλωση και της πραγματικής τελικής κατανάλωσης, είναι ίσες. Έτσι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που αποκτώνται από νοικοκυριά μονίμους κατοίκους μέσω κοινωνικών παροχών σε είδος, αποτιμώνται με βάση τις ίδιες τιμές με τις οποίες αποτιμώνται στα σύνολα των δαπανών.

ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ (P.5)

3.100. Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου αποτελείται από τα ακόλουθα:

α) ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (P.51) 7

β) μεταβολές αποθεμάτων (P.52) 7

γ) αγορές μείον πωλήσεις τιμαλφών (P.53).

3.101. Ακαθάριστες επενδύσεις σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνεται η ανάλωση παγίου κεφαλαίου. Οι καθαρές επενδύσεις προσδιορίζονται αφαιρώντας την ανάλωση παγίου κεφαλαίου από τις ακαθάριστες επενδύσεις.

ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (P.51)

3.102. Ορισμός: Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (P.51) αποτελούνται από τις αποκτήσεις, μείον τις πωλήσεις, εκ μέρους παραγωγών μονίμων κατοίκων, παγίων περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου, συν ορισμένες προσθήκες στην αξία μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων που επιτυγχάνονται με την παραγωγική δραστηριότητα του παραγωγού ή των θεσμικών μονάδων. Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία είναι υλικά ή άυλα περιουσιακά στοιχεία που παράγονται ως προϊόν από παραγωγικές διεργασίες και τα οποία χρησιμοποιούνται επανειλημμένα και, συνεχώς, σε παραγωγικές διεργασίες για περισσότερα από ένα έτη.

3.103. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αποτελούνται από θετικά και αρνητικά μεγέθη:

α) θετικά μεγέθη:

(1) νέα ή υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία που αγοράζονται,

(2) πάγια περιουσιακά στοιχεία που παράγονται και κρατούνται από τον παραγωγό για ίδια χρήση (περιλαμβανόμενης και της παραγωγής, για ίδιο λογαριασμό, παγίων περιουσιακών στοιχείων που δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί ή ωριμάσει πλήρως),

(3) νέα ή υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται με ανταλλαγή,

(4) νέα ή υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία που λαμβάνονται ως μεταβιβάσεις κεφαλαίου σε είδος,

(5) νέα ή υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτά ο χρήστης με χρηματοδοτική μίσθωση,

(6) μεγάλης κλίμακας βελτιώσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία και υπάρχοντα ιστορικά μνημεία,

(7) φυσική αύξηση των φυσικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία παρέχουν προϊόντα επανειλημμένως 7

β) αρνητικά μεγέθη (δηλαδή διάθεση παγίων περιουσιακών στοιχείων που καταγράφεται ως αρνητική απόκτηση):

(1) πώληση υπαρχόντων παγίων περιουσιακών στοιχείων,

(2) διάθεση υπαρχόντων παγίων περιουσιακών στοιχείων για ανταλλαγή,

(3) διάθεση υπαρχόντων παγίων περιουσιακών στοιχείων με τη μορφή μεταβιβάσεων κεφαλαίου σε είδος.

3.104. Το σκέλος της διάθεσης παγίων περιουσιακών στοιχείων δεν περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) ανάλωση παγίου κεφαλαίου (που περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες συνήθεις τυχαίες ζημίες) 7

β) εξαιρετικές απώλειες όπως αυτές που οφείλονται σε ξηρασία ή άλλες φυσικές καταστροφές (που καταγράφονται ως λοιπή μεταβολή του όγκου των περιουσιακών στοιχείων).

3.105. Διακρίνονται οι ακόλουθοι τύποι ακαθαρίστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου:

α) αγορές, μείον πωλήσεις, υλικών παγίων περιουσιακών στοιχείων:

(1) κατοικιών,

(2) άλλων κτιρίων και κατασκευών,

(3) μηχανημάτων και εξοπλισμού,

(4) καλλιεργουμένων περιουσιακών στοιχείων (δένδρων και ζωικού κεφαλαίου) 7

β) αγορές, μείον πωλήσεις, άυλων παγίων περιουσιακών στοιχείων:

(1) μεταλλευτικών ερευνών,

(2) λογισμικού για ηλεκτρονικούς υπολογιστές,

(3) ψυχαγωγικών, λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών πρωτοτύπων,

(4) άλλων άυλων παγίων περιουσιακών στοιχείων 7

γ) εκτεταμένες βελτιώσεις υλικών μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, και ιδιαίτερα αυτών που αφορούν τη γη (αν και δεν περιλαμβάνεται η αγορά μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων) 7

δ) κόστη σχετικά με τις μεταβιβάσεις ιδιοκτησίας μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, όπως η γη και τα περιουσιακά στοιχεία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (αν και η αγορά των ίδιων των περιουσιακών στοιχείων του είδους αυτού δεν περιλαμβάνεται).

3.106. Οι εκτεταμένες βελτιώσεις της γης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) ανάκτηση γης από τη θάλασσα με την κατασκευή αναχωμάτων, τοίχων ή φραγμάτων για το σκοπό αυτό 7

β) απομάκρυνση δασών, βράχων, κ.λπ., έτσι ώστε η γη να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή για πρώτη φορά 7

γ) αποξήρανση ελών ή άρδευση ερήμων με την κατασκευή αναχωμάτων, τάφρων και αρδευτικών διωρύγων 7

δ) πρόληψη πλημμυρών ή διάβρωσης από τη θάλασσα ή από ποταμούς με την κατασκευή κυματοθραυστών, τοίχων ή αντιπλημμυρικών φραγμάτων.

Οι δραστηριότητες αυτές μπορεί να οδηγήσουν στη δημιουργία σημαντικών νέων κατασκευών όπως τοίχων, αντιπλημμυρικών φραγμάτων και αναχωμάτων, αυτά όμως δεν χρησιμοποιούνται άμεσα για την παραγωγή άλλων αγαθών και υπηρεσιών έτσι όπως χρησιμοποιούνται οι περισσότερες κατασκευές. Η κατασκευή τους πραγματοποιείται για να αποκτηθεί περισσότερη ή καλύτερη γη και αυτή η γη, που είναι ένα μη παραχθέν περιουσιακό στοιχείο, είναι αυτή που απαιτείται για την παραγωγή. Για παράδειγμα, ένα φράγμα που κατασκευάζεται για την παραγωγή ηλεκτρισμού εξυπηρετεί εντελώς διαφορετικό σκοπό από ένα φράγμα που έχει κατασκευαστεί για να εμποδίζει την κατάκλυση της γης από τη θάλασσα. Μόνο η κατασκεή φραγμάτων του δεύτερου είδους θα πρέπει να ταξινομείται ως βελτίωση της γης.

3.107. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου περιλαμβάνουν οριακές περιπτώσεις όπως οι ακόλουθες:

α) αγορές πλωτών κατοικιών, φορτηγίδων, αυτοκινούμενων και ρυμουλκούμενων τροχόσπιτων που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες νοικοκυριών, και τυχόν συναφείς κατασκευές όπως κλειστοί χώροι στάθμευσης 7

β) κατασκευές και εξοπλισμό που χρησιμοποιούνται για στρατιωτική χρήση - παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν οι πολίτες παραγωγοί - όπως αεροδρόμια, αποβάθρες, οδοί και νοσοκομεία 7

γ) ελαφρά όπλα και θωρακισμένα οχήματα που χρησιμοποιούνται από μη στρατιωτικές μονάδες 7

δ) αυξομειώσεις ζωικού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή για πολλά έτη, όπως ζώα αναπαραγωγής, γαλακτοφόρες αγελάδες, πρόβατα που χρησιμοποιούνται για παραγωγή μαλλιού και ζώα έλξης 7

ε) αυξομειώσεις δένδρων που καλλιεργούνται για περισσότερα από ένα έτη, όπως καρποφόρα δένδρα, άμπελοι, καουτσουκόδενδρα, ελαιοφοίνικες, κ.λπ. 7

στ) βελτιώσεις σε υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια των απαιτήσεων της συνήθους συντήρησης και επισκευής 7

ζ) απόκτηση παγίων περιουσιακών στοιχείων με χρηματοδοτική μίσθωση.

3.108. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου δεν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) συναλλαγές που συμπεριλαμβάνονται στην ενδιάμεση ανάλωση, όπως:

(1) αγορά μικρών εργαλείων για παραγωγικούς σκοπούς [βλέπε παράγραφο 3.60 στοιχείο ε)],

(2) συνήθη συντήρηση και επισκευές,

(3) αγορά πολεμικών όπλων και των σχετικών συστημάτων υποστήριξης,

(4) χρήση παγίων περιουσιακών στοιχείων μέσω σύμβασης λειτουργικής μίσθωσης (βλέπε και παράρτημα περί μίσθωσης και αγοράς με δόσεις διαρκών αγαθών) 7

β) συναλλαγές που καταγράφονται ως αυξομειώσεις αποθεμάτων:

(1) ζώα που εκτρέφονται για σφαγή, περιλαμβανομένων και των πουλερικών,

(2) δένδρα που καλλιεργούνται για παραγωγή ξυλείας (συνεχιζόμενες εργασίες) 7

γ) μηχανήματα και εξοπλισμό που αγοράζουν τα νοικοκυριά για σκοπούς τελικής κατανάλωσης (δαπάνες τελικής κατανάλωσης) 7

δ) κέρδη και ζημίες κτήσης από πάγια περιουσιακά στοιχεία (λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων) 7

ε) καταστροφικές απώλειες παγίων περιουσιακών στοιχείων (λοιπές μεταβολές αποθεμάτων), π.χ. καταστροφή καλλιεργουμένων περιουσιακών στοιχείων και ζωικού κεφαλαίου από αρρώστιες (που συνήθως δεν έχουν ασφαλιστική κάλυψη) ή ζημιές λόγω ασυνήθιστων πλημμυρών, ζημιών από ανέμους ή πυρκαγιές δασών (βλέπε κεφάλαιο VI).

3.109. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου με τη μορφή βελτιώσεων σε υπάρχοντα πάγια περιουσιακά στοιχεία πρέπει να καταγράφονται μαζί με τις αγορές νέων παγίων περιουσιακών στοιχείων του ίδιου είδους.

3.110. Τα άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία κατά κανόνα αποτελούνται από νέες πληροφορίες, εξειδικευμένες γνώσεις, κ.λπ., και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) μεταλλευτικές έρευνες, όπου περιλαμβάνονται τα κόστη των πραγματικών δοκιμαστικών γεωτρήσεων, αεροπορικών και λοιπών ερευνών, κόστος μεταφοράς, κ.λπ. 7

β) λογισμικό για υπολογιστές και μεγάλες βάσεις δεδομένων που θα χρησιμοποιηθούν για παραγωγή για περισσότερα από ένα έτος 7

γ) λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πρωτότυπα χειρογράφων, αποτυπώσεων, μοντέλων, ταινιών, εγγραφών ήχου, κ.λπ.

3.111. Τόσο για τα πάγια περιουσιακά στοιχεία όσο και για τα μη παραχθέντα μη χρηματοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, τα κόστη μεταβίβασης ιδιοκτησίας που βαρύνουν το νέο ιδιοκτήτη αποτελούνται από τα ακόλουθα:

α) επιβαρύνσεις λόγω της παράδοσης του περιουσιακού στοιχείου (νέου ή υπάρχοντος) στον απαιτούμενο τόπο και χρόνο, όπως κόστος μεταφοράς, κόστος εγκατάστασης, κόστος συναρμολόγησης, κ.λπ. 7

β) επαγγελματικές αμοιβές ή επιβαρύνσεις, όπως αμοιβές για τοπογράφους, μηχανικούς, δικηγόρους, εκτιμητές, κ.λπ. και προμήθειες που καταβλήθηκαν σε κτηματομεσίτες, διοργανωτές δημοπρασιών, κ.λπ. 7

γ) φόρους που πρέπει να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης για τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του περιουσιακού στοιχείου.

Όλα αυτά τα κόστη θα πρέπει να καταγράφονται ως ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου από το νέο ιδιοκτήτη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι φόροι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φόροι επί των υπηρεσιών που παρέχονται από τους διαμέσους και όχι ως φόροι επί του περιουσιακού στοιχείου που αγοράζεται.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

3.112. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου καταγράφεται όταν η ιδιοκτησία των παγίων περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάζεται στη μονάδα που προτίθεται να τα χρησιμοποιήσει για παραγωγή.

Χρειάζεται τροποποίηση του γενικού κανόνα στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) χρηματοδοτική μίσθωση (εφαρμόζεται τεκμαρτή αλλαγή ιδιοκτησίας) 7

β) σχηματισμός παγίου κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό.

Τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης καταγράφονται όπως θα γινόταν αν ο χρήστης γινόταν ιδιοκτήτης όταν πάρει στην κατοχή του τα περιουσιακά στοιχεία. Ο σχηματισμός κεφαλαίου για ίδιο λογαριασμό καταγράφεται όταν παράγεται.

3.113. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αποτιμάται σε τιμές αγοραστή, περιλαμβανομένων των εξόδων εγκατάστασης και άλλων εξόδων σχετικών με τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας. Όταν παράγεται για ίδιο λογαριασμό, αποτιμάται στις βασικές τιμές παρόμοιων παγίων περιουσιακών στοιχείων (προϋποτίθεται μια ανατίμηση για το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα ή το μεικτό εισόδημα) ή με βάση το κόστος παραγωγής αν δεν υπάρχουν διαθέσιμες τέτοιες τιμές.

3.114. Οι αποκτήσεις άυλων παγίων περιουσιακών στοιχείων αποτιμώνται με διάφορους τρόπους:

α) για μεταλλευτική έρευνα: με βάση το κόστος των πραγματικών δοκιμαστικών γεωτρήσεων, και το κόστος που απαιτείται για να είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν δοκιμές (όπως αεροπορικές ή άλλες έρευνες) 7

β) για λογισμικό υπολογιστή: με βάση τις τιμές αγοραστή όταν αγοράζεται από την αγορά, ενώ αποτιμάται με βάση την κατ' εκτίμηση βασική τιμή (ή το κόστος παραγωγής, αν αυτό δεν είναι εφικτό) όταν αναπτύσσεται στο εσωτερικό της μονάδας 7

γ) ψυχαγωγικά, λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά πρωτότυπα: αποτιμώνται με βάση την τιμή που κατέβαλε ο αγοραστής όταν πωλούνται, ή με βάση τη βασική τιμή που καταβάλλεται για παρόμοια πρωτότυπα, τα κόστη παραγωγής ή την προεξοφληθείσα αξία των μελλοντικών εσόδων που αναμένονται από τη χρήση τους στην παραγωγή.

3.115. Οι πωλήσεις υπαρχόντων παγίων περιουσιακών στοιχείων αποτιμώνται με βάση τις (βασικές) τιμές μετά από έκπτωση τυχόν κόστους μεταβίβασης ιδιοκτησίας που βαρύνει τον πωλητή.

3.116. Τα κόστη της μεταβίβασης ιδιοκτησίας μπορεί να εφαρμόζονται τόσο για παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία, που περιλαμβάνουν και τα πάγια περιουσιακά στοιχεία, όσο και για τα λοιπά μη παραχθέντα περιουσιακά στοιχεία, όπως η γη.

Τα κόστη αυτά εντάσσονται στην τιμή αγοραστή στην περίπτωση των παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων. Θα πρέπει να ξεχωρίζονται από τις ίδιες τις αγορές και τις πωλήσεις στην περίπτωση της γης και των λοιπών μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων και να καταγράφονται σε ξεχωριστή θέση στην ταξινόμηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου.

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ (P.52)

3.117. Ορισμός: Οι μεταβολές των αποθεμάτων μετρώνται με βάση την αξία των εσόδων στα αποθέματα, μείον την αξία των εξόδων από τα αποθέματα, και την αξία τυχόν απωλειών των αγαθών που ανήκουν στα αποθέματα.

3.118. Επαναλαμβανόμενες απώλειες μπορεί να εμφανισθούν λόγω φυσικής φθοράς ή τυχαίων ζημιών ή κλοπών σε κάθε είδους αγαθά που βρίσκονται σε αποθέματα, όπως:

α) απώλειες υλικών και προμηθειών 7

β) απώλειες στην περίπτωση συνεχιζομένων εργασιών 7

γ) απώλειες έτοιμων προϊόντων 7

δ) απώλειες αγαθών προς μεταπώληση (π.χ. κλοπές σε καταστήματα).

3.119. Τα αποθέματα αποτελούνται από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) υλικά και προμήθειες

Τα υλικά και οι προμήθειες αποτελούνται από όλα τα αγαθά που τηρούνται ως αποθέματα με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως ενδιάμεσες εισροές στην παραγωγή 7 περιλαμβάνονται τα αποθέματα αγαθών που κατέχει το κράτος. Είδη όπως ο χρυσός, τα διαμάντια, κ.λπ., περιλαμβάνονται όταν προορίζονται για βιομηχανική χρήση ή άλλη παραγωγική χρήση.

β) συνεχιζόμενες εργασίες

Οι συνεχιζόμενες εργασίες αποτελούνται από παραγόμενο προϊόν που δεν είναι ακόμη έτοιμο. Καταγράφονται στα αποθέματα του παραγωγού τους. Μπορεί να έχουν διάφορες μορφές, π.χ.

(1) αναπτυσσόμενες καλλιέργειες,

(2) δένδρα και ζωικό κεφάλαιο σε ωρίμανση,

(3) ημιτελείς κατασκευές (εκτός από αυτές που παράγονται στο πλαίσιο σύμβασης πώλησης που έχει συμφωνηθεί εξαρχής ή για ίδιο λογαριασμό, οπότε αντιμετωπίζονται ως σχηματισμός παγίου κεφαλαίου),

(4) ημιτελή λοιπά πάγια περιουσιακά στοιχεία, π.χ. πλοία και πλωτές εξέδρες,

(5) ημιτελής έρευνα για νομικά θέματα ή για παροχή συμβουλών,

(6) ημιτελείς παραγωγές ταινιών,

(7) ημιτελή προγράμματα υπολογιστών.

Οι συνεχιζόμενες εργασίες πρέπει να καταγράφονται για κάθε παραγωγική διεργασία που δεν έχει ολοκληρωθεί στο τέλος της δεδομένης περιόδου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση τριμηνιαίων λογαρισμών, π.χ. γεωργικές καλλιέργειες που δεν ολοκληρώνονται μέσα σε ένα τρίμηνο.

Οι μειώσεις των συνεχιζομένων εργασιών σημειώνονται όταν ολοκληρώνεται η παραγωγική διεργασία. Στο σημείο αυτό, οι συνεχιζόμενες εργασίες μετασχηματίζονται σε έτοιμο προϊόν.

γ) έτοιμα προϊόντα

Τα έτοιμα προϊόντα ως τμήμα αποθεμάτων αποτελούνται από προϊόν το οποίο ο παραγωγός του δεν προτίθεται να επεξεργασθεί περαιτέρω πριν να το διαθέσει (καθώς και όταν διατίθεται ως ενδιάμεση εισροή σε άλλες παραγωγικές διεργασίες).

δ) αγαθά προς μεταπώληση

Τα αγαθά προς μεταπώληση είναι αγαθά που αποκτώνται με σκοπό τη μεταπώλησή τους στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται.

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ

3.120. Ο χρόνος καταγραφής και αποτίμησης των μεταβολών αποθεμάτων θα πρέπει να συμβαδίζει με τις άλλες συναλλαγές προϊόντων. Αυτό ισχύει ιδιατέρως στην ενδιάμεση ανάλωση (π.χ. υλικά και προμήθειες), το προϊόν (π.χ. συνεχιζόμενες εργασίες και προϊόν από αποθήκευση γεωργικών προϊόντων) και το μεικτό σχηματισμό παγίου κεφαλαίου (π.χ. συνεχιζόμενες εργασίες). Θα πρέπει επίσης να υπάρχει συνέπεια όσον αφορά τις ροές επεξεργασίας κατά παραγγελία. Για παράδειγμα, αν γίνεται επεξεργασία των αγαθών στο εξωτερικό και τα αγαθά υφίστανται σημαντικές υλικές αλλαγές, τα αγαθά θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στις εξαγωγές (και, αργότερα, στις εισαγωγές) (βλέπε παράγραφο 3.125). Η εξαγωγή αυτή αντανακλάται από μια συνακόλουθη μείωση των αποθεμάτων και η σχετική εισαγωγή αργότερα καταγράφεται ως αύξηση των αποθεμάτων (εφόσον τα αγαθά δεν χρησιμοποιούνται ή μεταπωλούνται αμέσως).

3.121. Οι μεταβολές των αποθεμάτων θα πρέπει να αποτιμώνται κατά τη στιγμή της εισόδου στα αποθέματα (για τα εισερχόμενα αγαθά) ή τη στιγμή της απόσυρσης (για τα εξερχόμενα αγαθά).

3.122. Οι τιμές που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να συμβαδίζουν με τις τιμές των άλλων ροών, και πιο συγκεκριμένα:

α) τα έτοιμα αγαθά που μεταφέρονται στα αποθέματα του παραγωγού αποτιμώνται με τις τιμές που θα είχαν αν πωλούνταν την ίδια στιγμή, σε τρέχουσες βασικές τιμές 7

β) οι προσθήκες στις συνεχιζόμενες εργασίες αποτιμώνται σε αναλογία με την κατ' εκτίμηση τρέχουσα βασική τιμή του έτοιμου προϊόντος 7

γ) οι μειώσεις των συνεχιζομένων εργασιών (αποσύρσεις από τα αποθέματα όταν ολοκληρωθεί η παραγωγή) αποτιμώνται σε τρέχουσες βασικές τιμές του ημιτελούς προϊόντος 7

δ) τα αγαθά που εξέρχονται από τα αποθέματα για πώληση αποτιμώνται σε βασικές τιμές 7

ε) τα αγαθά προς μεταπώληση που εισέρχονται στα αποθέματα χονδρεμπόρων και λιανεμπόρων κ.λπ. αποτιμώνται με βάση τις πραγματικές ή τις εκτιμώμενες τιμές αγοραστή που κατέβαλε ο έμπορος 7

στ) τα αγαθά προς μεταπώληση που αποσύρονται από τα αποθέματα αποτιμώνται με βάση τις τιμές αγοραστή με τις οποίες μπορούν να αντικατασταθούν κατά τη στιγμή που αποσύρονται από τα αποθέματα (και όχι όταν αγοράστηκαν).

3.123. Οι απώλειες λόγω υλικής φθοράς, ασφαλίσιμων τυχαίων ζημιών ή κλοπών καταγράφονται και αποτιμώνται ως εξής:

α) για υλικά και προμήθειες: ως υλικά και προμήθειες που αποσύρονται πραγματικά για να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή (ενδιάμεση ανάλωση) 7

β) για συνεχιζόμενες εργασίες: ως αφαίρεση από τις προσθήκες που οφείλονται στην παραγωγική δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια περίοδο 7

γ) για έτοιμα προϊόντα και αγαθά προς μεταπώληση: αντιμετωπίζονται ως αποσύρσεις σε τρέχουσες τιμές μη φθαρμένων αγαθών.

3.124. Οι προηγούμενες παράγραφοι περιγράφουν την εννοιολογικά σωστή αποτίμηση κάθε επιμέρους συναλλαγής εντός και εκτός των αποθεμάτων που απαιτείται για να υπάρχει συμφωνία για την αποτίμηση του προϊόντος, της ενδιάμεσης ανάλωσης και των τελικών χρήσεων. Στην πράξη, αυτό συχνά θα αποδειχθεί ότι είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μέθοδοι προσέγγισης:

α) όταν οι αυξομειώσεις του όγκου των αποθεμάτων είναι σχετικά τακτικές, μια πρακτική μέθοδος που προσεγγίζει τη θεωρητική αρχή της αποτίμησης είναι να πολλαπλασιάζεται η αυξομείωση του όγκου των αποθεμάτων με τις μέσες τιμές της περιόδου (τιμές αγοραστή για τα αποθέματα που τηρούν οι χρήστες ή οι χονδρέμποροι ή οι λιανιέμποροι, βασικές τιμές για αποθέματα που τηρούν οι παραγωγοί) 7

β) σε περίπτωση που οι τιμές των σχετικών αγαθών παραμένουν σχετικά σταθερές, ακόμη και μεγάλες διακυμάνσεις του όγκου των αποθεμάτων δεν συνεπάγονται ακυρότητα μιας απλής προσέγγισης, δηλαδή του πολλαπλασιασμού της αυξομείωσης του όγκου επί τη μέση τιμή 7

γ) αν τόσο ο όγκος όσο και οι τιμές των αποθεμάτων παρουσιάζουν σημαντική μεταβολή κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου, απαιτούνται πιο πολύπλοκες μέθοδοι προσέγγισης. Για παράδειγμα, τριμηνιαία αποτίμηση των αυξομειώσεων των αποθεμάτων ή χρήση εκ των προτέρων γνωστών πληροφοριών σχετικά με την κατανομή της διακύμανσης κατά τη λογιστική περίοδο (οι διακυμάνσεις μπορεί να είναι μεγαλύτερες κατά το τέλος του ημερολογιακού έτους, κατά την εποχή της συγκομιδής, κ.λπ.) 7

δ) αν υπάρχουν πληροφορίες μόνο σχετικά με τις αξίες κατά την αρχή και κατά το τέλος της περιόδου (π.χ. στην περίπτωση του χονδρικού ή του λιανικού εμπορίου, όπου συχνά υπάρχουν αποθέματα πολλών διαφορετικών προϊόντων), οι αυξομειώσεις του όγκου μεταξύ της αρχής και του τέλους της περιόδου θα πρέπει επίσης να εκτιμηθούν. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί χρησιμοποιώντας υποθετικές τιμές των συντελεστών ανακύκλωσης αποθεμάτων κατά τύπο προϊόντος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εποχιακές μεταβολές των τιμών μπορεί κατά ένα μέρος να αντανακλούν διαφορές της ποιότητας, π.χ. τιμές εκποίησης ή τιμές εκτός εποχής για φρούτα και λαχανικά. Αυτές οι αλλαγές της ποιότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αλλαγές του όγκου.

ΑΓΟΡΕΣ ΜΕΙΟΝ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΤΙΜΑΛΦΩΝ (P.53)

3.125. Ορισμός: Τα τιμαλφή είναι μη χρηματοοικονομικά αγαθά που δεν χρησιμοποιούνται κυρίως για παραγωγή ή κατανάλωση και δεν παρουσιάζουν φυσική φθορά διαχρονικά κάτω από κανονικές συνθήκες, και τα οποία αγοράζονται και κρατούνται κυρίως ως αποθέματα αξίας.

3.126. Τα τιμαλφή περιλαμβάνουν τους ακόλουθες τύπους αγαθών:

α) πολύτιμους λίθους και μέταλλα όπως διαμάντια, μη νομισματικός χρυσός, λευκόχρυσος, άργυρος, κ.λπ. 7

β) παλαιά αντικείμενα (αντίκες) και άλλα έργα τέχνης, όπως πίνακες, γλυπτά, κ.λπ. 7

γ) άλλα τιμαλφή, όπως κοσμήματα κατασκευασμένα από πολύτιμους λίθους, και μέταλλα και συλλεκτικά είδη.

Αυτά τα είδη αγαθών θα πρέπει να καταγράφονται ως αγορά ή πώληση τιμαλφών στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αγορά ή πώληση μη νομισματικού χρυσού, αργύρου, κ.λπ., από (κεντρικές) τράπεζες και άλλους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς 7

β) αγορά ή πώληση των αγαθών αυτών από επιχειρήσεις των οποίων η κύρια ή η δευτερεύουσα δραστηριότητα δεν αφορά την παραγωγή ή την αγοραπωλησία τέτοιων αγαθών 7 κατά συνέπεια, αυτή η αγορά ή η πώληση δεν περιλαμβάνεται στην ενδιάμεση ανάλωση ή τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου των επιχειρήσεων αυτών 7

γ) αγορά ή πώληση τέτοιων αγαθών από νοικοκυριά 7 κατά συνέπεια, οι αγορές αυτές δεν περιλαμβάνονται στην τελική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών.

Στο ΕΣΟΛ, κατά συνθήκη, και οι ακόλουθες περιπτώσεις καταγράφονται ως αγορά ή πώληση τιμαλφών:

α) η αγορά ή η πώληση των αγαθών αυτών από κοσμηματοπωλεία και εμπόρους τέχνης (σύμφωνα με το γενικό ορισμό των τιμαλφών, η αγορά των αγαθών αυτών από κοσμηματοπωλεία και εμπόρους τέχνης θα πρέπει να καταγράφεται ως μεταβολές αποθεμάτων) 7

β) η αγορά ή η πώληση των αγαθών αυτών από μουσεία (σύμφωνα με το γενικό ορισμό των τιμαλφών, η αγορά των αγαθών αυτών από ένα μουσείο θα έπρεπε να είχε καταγραφεί ως σχηματισμός παγίου κεφαλαίου).

Με τη συνθήκη αυτή αποφεύγεται η συχνή αναταξινόμηση μεταξύ των τριών κυρίων τύπων σχηματισμού κεφαλαίου, δηλαδή μεταξύ των αγορών μείον των πωλήσεων τιμαλφών, του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου και των μεταβολών αποθεμάτων (π.χ. στην περίπτωση συναλλαγών τέτοιων αγαθών μεταξύ νοικοκυριών και εμπόρων τέχνης).

3.127. Η παραγωγή τιμαλφών αποτιμάται σε βασικές τιμές (βλέπε επίσης παράγραφο 3.57 σχετικά με την παραγωγή πρωτοτύπων). Όλες οι άλλες αγορές τιμαλφών αποτιμώνται με βάση τις τιμές αγοραστή που καταβλήθηκαν περιλαμβανομένων και των αμοιβών ή προμηθειών μεσαζόντων. Περιλαμβάνουν επίσης το εμπορικό κέρδος όταν αγοράζονται από μεσάζοντες. Οι πωλήσεις τιμαλφών αποτιμώνται με βάση τις τιμές που εισπράττουν οι πωλητές, μετά από αφαίρεση τυχόν αμοιβών ή προμηθειών που καταβλήθηκαν σε μεσάζοντες ή άλλους ενδιαμέσους. Αν εξαιρεθεί η παραγωγή τιμαλφών, συνολικά οι αγορές, μείον πωλήσεις μεταξύ των νέων μονίμων κατοίκων, αλληλοεξουδετερώνονται, έτσι ώστε παραμένουν μόνο τα εμπορικά κέρδη των μεσαζόντων.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (P.6 και P.7)

3.128. Ορισμός: Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούνται από συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών (πωλήσεις, ανταλλαγές, δωρεές ή χορηγήσεις) από μονίμους κατοίκους προς μη μονίμους κατοίκους.

3.129. Ορισμός: Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούνται από συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών (αγορές, ανταλλαγές, δωρεές ή χορηγήσεις) από μη μονίμους κατοίκους προς μονίμους κατοίκους.

3.130. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) ενδοεπιχειρησιακό εμπόριο, δηλαδή:

(1) παραδόσεις σε μη μονίμους κατοίκους από εταιρείες μη μονίμους κατοίκους που είναι θυγατρικές εταιρειών μονίμων κατοίκων, π.χ. πωλήσεις στο εξωτερικό από θυγατρικές μη μονίμους κατοίκους μιας πολυεθνικής εταιρείας που ανήκει σε, η ελέγχεται από, μονίμους κατοίκους,

(2) παραδόσεις σε μονίμους κατοίκους από εταιρείες μονίμους κατοίκους που είναι θυγατρικές εταιρειών μη μονίμων κατοίκων, π.χ. πωλήσεις από εγχώριες θυγατρικές μιας αλλοδαπής πολυεθνικής εταιρείας 7

β) ροές πρωτογενούς εισοδήματος από και προς την αλλοδαπή, όπως αμοιβές εργαζομένων, τόκοι και πρόσοδοι από άμεσες επενδύσεις. Οι πρόσοδοι από άμεσες επενδύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν ένα μη απομονώσιμο μέρος που θα αφορά την παροχή διαφόρων υπηρεσιών, π.χ. κατάρτιση εργαζομένων, υπηρεσίες διοίκησης επιχειρήσεων και χρήση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικών σημάτων 7

γ) πώληση ή αγορά χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων, όπως γη και διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

3.131. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα πρέπει να διακρίνονται σε:

- παραδόσεις στο εσωτερικό της ΕΕ,

- εισαγωγές και εξαγωγές από και προς το εξωτερικό της ΕΕ.

Για λόγους ευκολίας και οι δύο αυτές κατηγορίες θα αναφέρονται στο παρόν ως εισαγωγές και εξαγωγές.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΓΑΘΩΝ (P.61 και P.71)

3.132. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών πραγματοποιούνται όταν υπάρχουν αλλαγές ιδιοκτησίας αγαθών μεταξύ μονίμων κατοίκων και μη μονίμων κατοίκων (ασχέτως του εάν συμβαίνουν ή όχι αντίστοιχες υλικές διασυνοριακές μετακινήσεις αγαθών).

3.133. Πάντως, η αρχή της αλλαγής της ιδιοκτησίας τροποποιείται όσον αφορά την καταγραφή των εισαγωγών και των εξαγωγών αγαθών, στις ακόλουθες τέσσερις περιπτώσεις:

α) χρηματοδοτική μίσθωση: θεωρείται ότι υπάρχει τεκμαρτή αλλαγή ιδιοκτησίας από τον εκμισθωτή προς το μισθωτή, για αγαθά που διατίθενται στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης 7 η καταγραφή γίνεται όταν ο μισθωτής πάρει στη κατοχή του το αγαθό (βλέπε παράρτημα II περί μίσθωσης και αγοράς με δόσεις διαρκών αγαθών) 7

β) παραδόσεις μεταξύ μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεων (τμήμα ή θυγατρική, ή αλλοδαπή θυγατρικής) 7 τεκμαίρεται αλλαγή ιδιοκτησίας όταν υπάρχει παράδοση αγαθών μεταξύ μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεων 7

γ) τα αγαθά για σημαντική επεξεργασία κατά παραγγελία ή για επισκευή καταγράφονται τόσο στις εισαγωγές όσο και τις εξαγωγές αν και δεν υπάρχει αλλαγή ιδιοκτησίας 7

δ) διαμεσολαβητικό εμπόριο: δεν καταγράφονται εισαγωγές ή εξαγωγές όταν έμποροι ή διαμεσολαβητές εμπορευμάτων αγοράζουν από μη μόνιμους κατοίκους και στη συνέχεια πωλούν πάλι σε μη μονίμους κατοίκους στην ίδια λογιστική περίοδο. Το ίδιο θα πρέπει να εφαρμόζεται στην περίπτωση διαμεσολαβητικού εμπορίου από μη μονίμους κατοίκους.

3.134. Στις ακόλουθες περιπτώσεις πραγματοποιούνται εξαγωγές αγαθών, αν και τα αγαθά δεν διασχίζουν τα σύνορα της χώρας 7

α) αγαθά που παράγονται από μονάδες μονίμους κατοίκους που λειτουργούν σε διεθνή ύδατα πωλούνται άμεσα σε μη μονίμους κατοίκους σε ξένες χώρες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, προϊόντα αλιείας, προϊόντα που περισυλλέγονται από ναυάγια, κ.λπ.) 7

β) εξοπλισμός μεταφορών ή άλλος κινητός εξοπλισμός που δεν είναι δεσμευμένος σε ένα συγκεκριμένο τόπο δεν χρειάζεται να διασχίσει τα σύνορα της χώρας εξαγωγής ως αποτέλεσμα της πώλησής του από ένα μόνιμο κάτοικο σε ένα μη μόνιμο κάτοικο 7

γ) αγαθά χάνονται ή καταστρέφονται μετά την αλλαγή της ιδιοκτησίας πριν να διασχίσουν τα σύνορα της χώρας εξαγωγής.

Τα ανάλογα ισχύουν και για τις εισαγωγές αγαθών.

3.135. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών περιλαμβάνουν συναλλαγές μεταξύ μονίμων και μη μονίμων κατοίκων όσον αφορά τα ακόλουθα:

α) μη νομισματικό χρυσό, δηλαδή χρυσό που δεν χρησιμοποιείται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής 7

β) άργυρο σε ράβδους, διαμάντια και άλλα πολύτιμα μέταλλα και λίθους 7

γ) χαρτονομίσματα και κέρματα εκτός κυκλοφορίας και μη εκδοθέντα χρεώγραφα (που αποτιμώνται ως αγαθά, και όχι στην ονομαστική τους αξία) 7

δ) ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο και νερό 7

ε) διασυνοριακή μετακίνηση ζωικού κεφαλαίου 7

στ) ταχυδρομικά δέματα 7

ζ) κρατικές εξαγωγές, όπου περιλαμβάνονται αγαθά που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις και δάνεια 7

η) αγαθά που μεταβιβάζονται προς ή από την ιδιοκτησία ενός οργανισμού ρυθμιστικών αποθεμάτων 7

θ) αγαθά που παραδίδονται από μια επιχείρηση μόνιμη κάτοικο, σε θυγατρικές της μη μονίμους κατοίκους 7

ι) αγαθά που λαμβάνει μια επιχείρηση μόνιμη κάτοικος από θυγατρικές της μη μονίμους κατοίκους 7

κ) λαθραία αγαθά 7

λ) άλλες μη καταγραφόμενες παραδόσεις, όπως δώρα και είδη με αξία μικρότερη από ένα καθορισμένο κατώτατο όριο 7

μ) αγαθά που έχουν υποστεί επεξεργασία κατά παραγγελία στο εξωτερικό, όταν επέρχεται σημαντική υλική μεταβολή των αγαθών, και παρόμοια αγαθά που υφίστανται επεξεργασία στην επικράτεια της χώρας για λογαριασμό μη μονίμων κατοίκων 7

ν) επενδυτικά αγαθά που κατασκευάζονται στο εξωτερικό, με εργασίες που προϋποθέτουν μεγάλης έκτασης ανακατασκευή ή μεταποίηση. Παρόμοια αγαθά που επισκευάζονται στην επικράτεια της χώρας για λογαριασμό μη μονίμων κατοίκων.

3.136. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών δεν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα αγαθά, αν και αυτά διασχίζουν τα σύνορα:

α) αγαθά που διαμετακομίζονται μέσα από μια χώρα 7

β) αγαθά που αποστέλλονται προς ή από πρεσβείες, στρατιωτικές βάσεις ή άλλους θύλακες μια χώρας μέσα στα εθνικά σύνορα άλλης χώρας 7

γ) εξοπλισμό μεταφορών και λοιπό κινητό εξοπλισμό που εξέρχεται προσωρινά από μια χώρα, χωρίς αλλαγή ιδιοκτησίας (π.χ. κατασκευαστικός εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για εγκατάστασεις ή κατασκευές στο εξωτερικό) 7

δ) εξοπλισμό και άλλα αγαθά που αποστέλλονται στο εξωτερικό για μικρής έκτασης, επεξεργασία, συντήρηση ή επισκευή 7

ε) άλλα αγαθά που εξέρχονται από μια χώρα προσωρινά, και τα οποία κατά κανόνα επιστρέφουν σε λιγότερο από ένα έτος στην αρχική τους κατάσταση και χωρίς αλλαγή ιδιοκτησίας (π.χ. αγαθά που αποστέλλονται στο εξωτερικό για εκθέσεις ή ψυχαγωγική χρήση, αγαθά που διατίθενται στο πλαίσιο λειτουργικής μίσθωσης, περιλαμβανομένων των πολυετών μισθώσεων, επιστροφές αγαθών γιατί δεν πραγματοποιήθηκαν οι αναμενόμενες πωλήσεις) 7

στ) αγαθά προς φύλαξη, που χάνονται ή καταστρέφονται αφού διασχίσουν τα σύνορα και πριν πραγματοποιηθεί η αλλαγή ιδιοκτησίας.

3.137. Καταρχήν, οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών θα πρέπει να καταγράφονται τη στιγμή της μεταβίβασης της ιδιοκτησίας των αγαθών. Στην πράξη, η αλλαγή ιδιοκτησίας θεωρείται ότι πραγματοποιείται τη στιγμή που τα συναλλασσόμενα μέρη την καταγράφουν στα βιβλία τους ή τους λογαριασμούς τους. Αυτό μπορεί να μη συμπίπτει με τα διάφορα στάδια της συμβατικής διεργασίας, όπως:

α) χρόνο δέσμευσης (ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης) 7

β) χρόνο παροχής των αγαθών και των υπηρεσιών και απόκτηση απαίτησης πληρωμής (ημερομηνία μεταβίβασης) 7

γ) χρόνο ικανοποίησης της απαίτησης (ημερομηνία πληρωμής).

3.138. Οι εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών πρέπει να αποτιμώνται «ελεύθερα στο πλοίο» (FOB) στα σύνορα της χώρας εξαγωγής. Η αξία αυτή περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) αξία των αγαθών σε βασικές τιμές 7

β) συν τις σχετικές υπηρεσίες μεταφοράς και διανομής μέχρι το σημείο των συνόρων, περιλαμβανόμενου και του κόστους φόρτωσης σε μεταφορικό μέσο για περαιτέρω μεταφορά (όπου ισχύει αυτό) (βλέπε πίνακα 3.1, δεύτερη στήλη στο δεύτερο μέρος του πίνακα) 7

γ) συν τυχόν φόρους μείον επιδοτήσεις επί των εξαγωμένων αγαθών 7 για παραδόσεις στο εσωτερικό της ΕΕ περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ και άλλοι φόροι επί των αγαθών που έχουν πληρωθεί στη χώρα εξαγωγής.

Στους πίνακες προσφοράς και χρήσης και το συμμετρικό πίνακα εισροών-εκροών, οι εισαγωγές αγαθών για επιμέρους ομάδες προϊόντων πρέπει να αποτιμώνται διαφορετικά: με βάση την αξία κόστους-ασφάλειας-ναύλου (CIF) στα σύνορα της χώρας εισαγωγής.

Ορισμός: Η τιμή CIF είναι η τιμή ενός αγαθού που παραδίδεται στα σύνορα της χώρας εισαγωγής, ή η τιμή μιας υπηρεσίας που παρέχεται σε μόνιμο κάτοικο, πριν από την πληρωμή τυχόν δασμών εισαγωγής ή άλλων φόρων εισαγωγών ή εμπορικών και μεταφορικών κερδών στο εσωτερικό της χώρας (41).

3.139. Μπορεί να είναι απαραίτητη η χρήση υποκατάστατων μεταβλητών ή άλλων σχετικών μέτρων υποκατάστασης της αξίας FOB σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως:

α) η ανταλλαγή αγαθών θα πρέπει να αποτιμάται με βάση τις βασικές τιμές που θα είχαν εισπραχθεί αν τα αγαθά είχαν πωληθεί έναντι μετρητών 7

β) συναλλαγές μεταξύ μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεων: κατά κανόνα, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι πραγματικές αξίες μεταβίβασης. Πάντως, αν διαφέρουν πολύ από τις αγοραίες τιμές, θα πρέπει να αντικαθίστανται από ένα εκτιμώμενο ισοδύναμο αγοραίας τιμής, ή τουλάχιστον να επισημαίνεται η καθεμία ξεχωριστά για σκοπούς ανάλυσης 7

γ) αγαθά που μεταβιβάζονται στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης: τα αγαθά θα πρέπει να αποτιμώνται με βάση την τιμή αγοραστή που πλήρωσε ο εκμισθωτής (και όχι τη σωρευτική αξία των μισθωμάτων που καταβάλλονται) 7

δ) οι εισαγωγές αγαθών θα πρέπει να εκτιμώνται με βάση τελωνειακά δεδομένα (για εμπόριο εκτός ΕΕ) ή πληροφοριών Intrastat (για εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ). Οι δύο αυτές πηγές δεδομένων δεν εφαρμόζουν αποτίμηση FOB, αλλά χρησιμοποιούν, αντιστοίχως, την αξία CIF στα σύνορα της ΕΕ και τις αξίες CIF στα εθνικά σύνορα. Εφόσον οι αξίες FOB χρησιμοποιούνται μόνο στο πιο συγκεντρωτικό επίπεδο και οι αξίες CIF χρησιμοποιούνται σε επίπεδο ομάδας προϊόντων, οι τροποποιήσεις αυτές, δηλαδή η αναπροσαρμογή CIF/FOB, θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στο πιο συγκεντρωτικό επίπεδο 7

ε) εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών που θα πρέπει να εκτιμώνται με βάση πληροφορίες από έρευνες ή διάφορες κατά περίπτωση πληροφορίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορούν συνήθως να υπάρχουν στοιχεία μόνο σχετικά με τη συνολική αξία των πωλήσεων, χωρισμένη κατά προϊόν. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση θα βασίζεται στην αξία αγοραστή και όχι στην αξία FOB.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (P.62 και P.72)

3.140. Ορισμός: Οι εξαγωγές υπηρεσιών αποτελούνται από όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται από μονίμους κατοίκους σε μη μονίμους κατοίκους.

3.141. Ορισμός: Οι εισαγωγές υπηρεσιών αποτελούνται από όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται από μη μονίμους κατοίκους σε μονίμους κατοίκους.

3.142. Στις εξαγωγές υπηρεσιών περιλαμβάνονται οι ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

α) μεταφορά εξαχθέντων αγαθών μετά την έξοδό τους από τα σύνορα της χώρας εξαγωγής, όταν πραγματοποιείται από μεταφορέα μόνιμο κάτοικο (περιπτώσεις 2 και 3 του πίνακα 3.4) 7

β) μεταφορά εισαχθέντων αγαθών από μεταφορέα μόνιμο κάτοικο:

(1) μέχρι τα σύνορα της χώρας εξαγωγής όταν τα αγαθά αποτιμώνται FOB για να αντισταθμιστεί η αξία της μεταφοράς που περιλαμβάνεται στην αξία FOB (περίπτωση 3 του πίνακα 3.5),

(2) μέχρι τα σύνορα της χώρας εισαγωγής όταν τα αγαθά αποτιμώνται CIF για να αντισταθμιστεί η αξία της μεταφοράς που περιλαμβάνεται στην αξία CIF (περιπτώσεις 3 και 2 CIF του πίνακα 3.5) 7

γ) μεταφορά αγαθών από μονίμους κατοίκους για λογαριασμό μη μονίμων κατοίκων, που δεν αφορά εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών (π.χ. μεταφορά αγαθών που δεν εξέρχονται από τη χώρα ή μεταφορά αγαθών έξω από την επικράτεια της χώρας) 7

δ) διεθνείς ή εγχώριες μεταφορές επιβατών μη μονίμων κατοίκων από εταιρείες μεταφοράς επιβατών μονίμους κατοίκους 7

ε) μικρής σημασίας δραστηριότητες επεξεργασίας και επισκευών για λογαριασμό μη μονίμων κατοίκων 7

στ) υπηρεσίες κατασκευών όταν μια εταιρεία που πραγματοποιεί έργα κατασκευών στο εξωτερικό δεν αντιμετωπίζεται ως οιονεί εταιρεία. Αυτό ισχύει για σχέδια κατασκευών που διαρκούν λιγότερο από ένα έτος και των οποίων το προϊόν δεν είναι μεικτός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (βλέπε παράγραφο 2.09 και, ιδιαιτέρως, την αντίστοιχη υποσημείωση 4) 7

ζ) εγκατάσταση εξοπλισμού στο εξωτερικό, όταν ένα έργο είναι από τη φύση του σχέδιο περιορισμένης διάρκειας 7

η) χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες όσον αφορά το ποσό των ρητά αναφερομένων προμηθειών και αμοιβών 7

θ) ασφαλιστικές υπηρεσίες όσον αφορά το ποσό της αμοιβής των υπηρεσιών 7

ι) δαπάνες από τουρίστες μη μονίμους κατοίκους και από άτομα που ταξιδεύουν για επιχειρηματικούς λόγους, μη μονίμους κατοίκους (που κατά συνθήκη ταξινομούνται ως υπηρεσίες 7 πάντως, για τους σκοπούς των πινάκων προσφοράς και χρήσης και των συμμετρικών πινάκων εισροών-εκροών, θα είναι ίσως απαραίτητη η συνολική ανάλυση κατά προϊόντα) 7

κ) δαπάνη από μη μονίμους κατοίκους για υγειονομικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες παρεχόμενες από μονίμους κατοίκους 7 εδώ περιλαμβάνεται η παροχή των υπηρεσιών αυτών τόσο μέσα στην επικράτεια της χώρας όσο και στο εξωτερικό 7

λ) υπηρεσίες στέγασης λόγω ιδιοκατοίκησης για παραθεριστικές κατοικίες που ανήκουν σε μη μονίμους κατοίκους (βλέπε παράγραφο 3.64) 7

μ) δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, δημιουργού και πνευματικής ιδιοκτησίας, οι εισπράξεις των οποίων αφορούν την εκχώρηση άδειας για τη χρήση άυλων μη παραχθέντων μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, όπως διπλώματα ευρεσιτεχνίας, copyright, εμπορικά σήματα, βιομηχανικές διεργασίες, δικαιόχρηση, κ.λπ., και με τη χρήση, μέσω συμφωνιών εκχώρησης άδειας, παραχθέντων πρωτοτύπων όπως χειρογράφων, πινάκων ζωγραφικής, κ.λπ.

3.143. Για τις εισαγωγές υπηρεσιών, οι περισσότερες οριακές περιπτώσεις είναι πανομοιότυπες με αυτές που ισχύουν για τις εξαγωγές υπηρεσιών 7 επομένως, λίγες μόνο εξειδικευμένες αποσαφηνίσεις είναι απαραίτητες για την εισαγωγή υπηρεσιών.

3.144. Οι εισαγωγές υπηρεσιών μεταφορών περιλαμβάνουν τις ακόλουθες οριακές περιπτώσεις:

α) μεταφορά εξαγομένων αγαθών μέχρι τα σύνορα της χώρας εξαγωγής όταν πραγματοποιείται από μεταφορέα μη μόνιμο κάτοικο, για να αντισταθμιστεί η αξία μεταφοράς που περιλαμβάνεται στην αξία FOB των εξαγομένων αγαθών (περίπτωση 4 του πίνακα 3.4) 7

β) μεταφορά εισαγομένων αγαθών από μεταφορέα μη μονίμο κάτοικο:

(1) από τα σύνορα της χώρας εξαγωγής ως ξεχωριστή υπηρεσία μεταφοράς, όταν τα εισαγόμενα αγαθά αποτιμώνται FOB (περιπτώσεις 4 και 5 FOB του πίνακα 3.5),

(2) από τα σύνορα της χώρας εισαγωγής ως ξεχωριστή υπηρεσία μεταφοράς όταν τα εισαγόμενα αγαθά αποτιμώνται CFI (στην περίπτωση αυτή η αξία της υπηρεσίας μεταφοράς μεταξύ των συνόρων της χώρας εξαγωγής και της χώρας εισαγωγής περιλαμβάνεται ήδη στην αξία CIF του αγαθού 7 περίπτωση 4 του πίνακα 3.5) 7

γ) μεταφορά αγαθών από μη μονίμους κατοίκους για λογαριασμό μονίμων κατοίκων, που δεν αφορά εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών (π.χ. διαμετακόμιση αγαθών ή μεταφορά στο εξωτερικό της οικονομικής επικράτειας) 7

δ) διεθνείς ή εγχώριες μεταφορές επιβατών για λογαριασμό μονίμων κατοίκων από εταιρείες μεταφοράς επιβατών μη μονίμους κατοίκους.

Οι εισαγωγές υπηρεσιών μεταφορών δεν περιλαμβάνουν τη μεταφορά εξαγομένων αγαθών μετά την έξοδό τους από τα σύνορα της χώρας εξαγωγής όταν πραγματοποιείται από μεταφορέα μη μόνιμο κάτοικο (περιπτώσεις 5 και 6 του πίνακα 3.4). Οι εξαγωγές αγαθών αποτιμώνται FOB και όλες οι σχετικές μεταφορικές υπηρεσίες πρέπει επομένως να θεωρούνται ως συναλλαγές μεταξύ μη μονίμων κατοίκων, δηλαδή μεταξύ ενός μεταφορέα μη μόνιμου κάτοικου και ενός εισαγωγέα μη μονίμου κατοίκου. Αυτό ισχύει ακόμη και αν αυτές οι υπηρεσίες μεταφορών πληρώνονται από τον εξαγωγέα στα πλαίσια συμβάσεων εξαγωγής CIF.

3.145. Οι εισαγωγές από την άποψη των απευθείας αγορών στο εξωτερικό από μονίμους κατοίκους καλύπτουν όλες τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών που πραγματοποιούνται από μονίμους κατοίκους όταν αυτοί ταξιδεύουν στο εξωτερικό για επαγγελματικούς ή προσωπικούς λόγους. Πρέπει να διακριθούν δύο κατηγορίες, γιατί χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση:

α) οι δαπάνες από άτομα που ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους είναι μέρος της ενδιάμεσης ανάλωσης 7

β) οι δαπάνες από λοιπούς ταξιδιώτες που ταξιδεύουν για προσωπικούς λόγους είναι μέρος της τελικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών.

3.146. Οι εισαγωγές και εξαγωγές υπηρεσιών καταγράφονται τη στιγμή κατά την οποία παρέχονται, που κατά κανόνα συμπίπτει με τη στιγμή κατά την οποία παράγονται οι υπηρεσίες. Οι εισαγωγές υπηρεσιών θα πρέπει να αποτιμώνται σε τιμές αγοραστή και οι εξαγωγές υπηρεσιών σε βασικές τιμές.

Πίνακας 3.4 - Αντιμετώπιση της μεταφοράς εξαγομένων αγαθών

Επεξήγηση για την ανάγνωση του πίνακα: το πρώτο μέρος του πίνακα δείχνουν ότι υπάρχουν έξι διαφορετικές δυνατότητες μεταφοράς εξαγομένων αγαθών, αναλόγως του εάν ο μεταφορέας είναι μόνιμος κάτοικος ή όχι, και αναλόγως του πού πραγματοποιείται η μεταφορά: από έναν τόπο στην εγχώρια επικράτεια προς τα σύνορα της χώρας, από τα σύνορα της χώρας στα σύνορα της χώρας εισαγωγής ή από τα σύνορα της χώρας εισαγωγής σε έναν τόπο στο εσωτερικό της χώρας εισαγωγής. Στο δεύτερο μέρος του πίνακα, για καθεμία από αυτές τις έξι δυνατότητες, αναφέρεται εάν καταγράφονται ως εξαγωγές αγαθών, εξαγωγές υπηρεσιών, εισαγωγές αγαθών ή εισαγωγές υπηρεσιών.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Πίνακας 3.5 - Αντιμετώπιση της μεταφοράς εισαγομένων αγαθών

Επεξήγηση για την ανάγνωση του πίνακα: το πρώτο μέρος του πίνακα δείχνει ότι υπάρχουν έξι διαφορετικές δυνατότητες μεταφοράς εισαγομένων αγαθών, αναλόγως του εάν ο μεταφορέας είναι μόνιμος κάτοικος ή όχι, και αναλόγως του πού πραγματοποιείται η μεταφορά: από έναν τόπο στη χώρα εξαγωγής προς τα σύνορα της χώρας εξαγωγής, από τα σύνορα της χώρας εξαγωγής προς τα σύνορα της χώρας εισαγωγής και από τα σύνορα της χώρας εισαγωγής σε έναν τόπο στο εσωτερικό της χώρας εισαγωγής. Στο δεύτερο μέρος του πίνακα, για καθεμία από αυτές τις έξι δυνατότητες, αναφέρεται εάν καταγράφονται ως εισαγωγές αγαθών, εισαγωγές υπηρεσιών, εξαγωγές αγαθών ή εξαγωγές υπηρεσιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις (περιπτώσεις 2 και 5), η καταγραφή αυτή εξαρτάται από την αρχή αποτίμησης που εφαρμόζεται για τα εισαγόμενα αγαθά.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάβαση από την αποτίμηση των εισαγομένων αγαθών CIF σε αποτίμηση FOB συνιστάται στα ακόλουθα:

α) αναπροσαρμογή CIF/FOB, δηλαδή από 2 CIF σε 2 FOB (μειώνει τις συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές) 7

β) αναταξινόμηση CIF/FOB,δηλαδή από 5 CIF σε 5 FOB (οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές παραμένουν αμετάβλητες).

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

3.147. Ορισμός: Υπάρχοντα αγαθά είναι τα αγαθά που είχαν ήδη ένα χρήστη (εκτός από τα αποθέματα).

3.148. Τα υπάρχοντα αγαθά περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) υπάρχοντα κτίρια και άλλα πάγια κεφαλαιουχικά αγαθά που πωλούνται από παραγωγικές μονάδες σε άλλες μονάδες:

(1) για να επαναχρησιμοποιηθούν όπως είναι,

(2) για να κατεδαφιστούν ή να διαλυθούν 7 τα προϊόντα που προκύπτουν μετατρέπονται συνήθως σε πρώτες ύλες (π.χ. παλαιοσίδηρος) που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή νέων αγαθών (π.χ. χάλυβα) 7

β) τιμαλφή που πωλούνται από μια μονάδα σε άλλη 7

γ) υπάρχοντα διαρκή καταναλωτικά αγαθά που πωλούνται από νοικοκυριά ή στρατιωτικές αρχές σε άλλες μονάδες:

(1) για να επαναχρησιμοποιηθούν όπως είναι,

(2) για να διαλυθούν και να μετατραπούν σε υλικά διάλυσης 7

δ) υπάρχοντα μη διαρκή αγαθά (π.χ. απορρίμματα χαρτιού, ράκη, ρούχα, παλιά μπουκάλια, κ.λπ.) που πωλούνται από οποιαδήποτε μονάδα, είτε για να επαναχρησιμοποιηθούν είτε για να γίνουν πρώτη ύλη για την παραγωγή νέων αγαθών (ανακτώμενα αγαθά).

3.149. Η μεταβίβαση υπαρχόντων αγαθών καταγράφεται ως αρνητική δαπάνη (αγορά) για τον πωλητή και ως θετική δαπάνη (αγορά) για τον αγοραστή.

3.150. Αυτό έχει τις ακόλουθες συνέπειες:

α) όταν η πώληση ενός υπάρχοντος παγίου περιουσιακού στοιχείου ή τιμαλφούς πραγματοποιείται μεταξύ δύο παραγωγών μονίμων κατοίκων, η θετική και η αρνητική αξία που καταγράφεται για τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου αλληλοεξουδετερώνεται όσον αφορά το σύνολο της οικονομίας, με εξαίρεση το κόστος μεταβίβασης της ιδιοκτησίας 7

β) όταν ένα υπάρχον ακίνητο πάγιο περιουσιακό στοιχείο (π.χ. κτίριο) πωλείται σε ένα μη μόνιμο κάτοικο, κατά συνθήκη αυτός αντιμετωπίζεται σαν να αγοράζει ένα χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή μετοχικό κεφάλαιο μιας πλασματικής μονάδας μονίμου κατοίκου. Αυτή η πλασματική μονάδα μόνιμος κάτοικος θεωρείται στη συνέχεια ότι αγοράζει το πάγιο περιουσιακό στοιχείο. Κατά συνέπεια, η πώληση και η αγορά του παγίου περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιείται μεταξύ μονίμων κατοίκων 7

γ) όταν εξάγεται ένα υπάρχον κινητό πάγιο περιουσιακό στοιχείο, π.χ. πλοίο ή αεροσκάφος, δεν καταγράφεται θετικός ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου σε καμία άλλη θέση της οικονομίας για αντιστάθμιση του αρνητικού ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου του πωλητή 7

δ) ορισμένα διαρκή αγαθά, όπως οχήματα, μπορούν να ταξινομηθούν ως πάγια περιουσιακά στοιχεία είτε ως διαρκή καταναλωτικά αγαθά, ανάλογα με τον ιδιοκτήτη και το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται. Επομένως, εάν η ιδιοκτησία ενός τέτοιου αγαθού μεταβιβαστεί από μια επιχείρηση σε ένα νοικοκυριό για να χρησιμοποιηθεί για τελική κατανάλωση, καταγράφεται αρνητικός ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου για την επιχείρηση και θετική καταναλωτική δαπάνη για το νοικοκυριό. Στη λιγότερο συνήθη περίπτωση όπου η ιδιοκτησία ενός τέτοιου αγαθού μεταβιβάζεται από ένα νοικοκυριό σε μια επιχείρηση, θα πρέπει να καταγραφεί αρνητική ακαθάριστη τελική καταναλωτική δαπάνη για το νοικοκυριό και θετικός ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου για την επιχείρηση 7

ε) οι συναλλαγές υπαρχόντων τιμαλφών θα πρέπει να καταγράφονται ως αγορά τιμαλφούς (θετικός ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου) από τον αγοραστή και ως πώληση τιμαλφούς (αρνητικός ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου) από τον πωλητή. Στην περίπτωση συναλλαγής με την αλλοδαπή, θα πρέπει να καταγραφούν οι εισαγωγές ή οι εξαγωγές ενός αγαθού (βλέπε παράγραφο 3.135). Η πώληση ενός τιμαλφούς από ένα νοικοκυριό δεν θα πρέπει να καταγράφεται ως ακαθάριστη τελική καταναλωτική δαπάνη 7

στ) όταν υπάρχοντα διαρκή αγαθά στρατιωτικής προέλευσης πωλούνται στο εξωτερικό από το κράτος, αυτό θα πρέπει να καταγράφεται ως εξαγωγή αγαθών και ως αρνητική ενδιάμεση ανάλωση και τελική κατανάλωση από το κράτος.

3.151. Για τα κόστη της πώλησης που βαρύνουν τον πρώην ιδιοκτήτη (κόστη μεταβίβασης ιδιοκτησίας), θα πρέπει να καταγράφεται ζημία κτήσης. Θα πρέπει να γίνεται μια παρόμοια εγγραφή για το μέρος του αρχικού κόστους αγοράς που δεν έχει καταγραφεί ως ανάλωση παγίου κεφαλαίου.

3.152. Οι συναλλαγές υπαρχόντων αγαθών θα πρέπει να καταγράφονται τη στιγμή της αλλαγής της ιδιοκτησίας. Οι αρχές αποτίμησης που εφαρμόζονται είναι αυτές που αντιστοιχούν με τους σχετικούς τύπους συναλλαγών προϊόντων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

4.01. Ορισμός: Διανεμητικές συναλλαγές είναι οι συναλλαγές μέσω των οποίων η προστιθέμενη αξία που δημιουργείται από την παραγωγή διανέμεται στους εργαζομένους, στο κεφάλαιο και στο κράτος, και οι συναλλαγές που αφορούν την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

Το σύστημα διακρίνει μεταξύ των τρεχουσών μεταβιβάσεων και των μεταβιβάσεων κεφαλαίου, οι οποίες αφορούν την αναδιανομή της αποταμίευσης ή του πλούτου κι όχι του εισοδήματος.

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (D.1)

4.02. Ορισμός: Το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας (D.1) ορίζεται ως το σύνολο των αμοιβών, σε μετρητά ή σε είδος, που καταβάλλεται από έναν εργοδότη σε έναν εργαζόμενο σε αντάλλαγμα για την εργασία που προσέφερε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου.

Το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας αναλύεται ως εξής:

α) μισθοί και ημερομίσθια (D.11):

- μισθοί και ημερομίσθια σε χρήμα,

- μισθοί και ημερομίσθια σε είδος 7

β) κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.12):

- πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.121),

- τεκμαρτές κοινωνιές εισφορές εργοδοτών (D.122).

ΜΙΣΘΟΙ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ (D.11)

Μισθοί και ημερομίσθια σε χρήμα

4.03. Οι μισθοί και τα ημερομίσθια σε χρήμα περιλαμβάνουν τις αξίες τυχόν κοινωνικών εισφορών, φόρων εισοδήματος, κ.λπ., πληρωτέων από τον εργαζόμενο, ακόμη και αν στην πραγματικότητα παρακρατούνται από τον εργοδότη, ο οποίος τα καταβάλλει απευθείας σε οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων, φορολογικές αρχές, κ.λπ. για λογαριασμό του εργαζομένου.

Οι μισθοί και τα ημερομίσθια σε χρήμα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα είδη αμοιβών:

α) βασικούς μισθούς και ημερομίσθια που καταβάλλονται σε τακτά διαστήματα 7

β) προσαυξημένες αποδοχές για υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, εργασία κατά τη διάρκεια αργιών, και εργασία υπό δυσμενείς ή επικίνδυνες συνθήκες 7

γ) επιδόματα κόστους ζωής, τοπικά επιδόματα και επιδόματα εκπατρισμού 7

δ) έκτακτες αποδοχές με βάση την παραγωγικότητα ή τα κέρδη, δώρα Χριστουγέννων και νέου έτους εκτός από κοινωνικές αποδοχές των εργαζομένων [βλέπε παράγραφο 4.07 στοιχείο γ)], «δέκατος τρίτος μισθός, δέκατος τέταρτος μισθός» (ετήσια συμπληρωματική αμοιβή) 7

ε) επιδόματα για τη μετακίνηση προς και από την εργασία, εκτός από επιδόματα ή αποζημιώσεις εργαζομένων για ταξίδια, χωρισμό από την οικογένεια, μετακόμιση και δαπάνες ψυχαγωγίας που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους [βλέπε παράγραφο 4.07 στοιχείο α)] 7

στ) πληρωμές αργιών για επίσημες αργίες ή ετήσιες άδειες 7

ζ) προμήθειες, φιλοδωρήματα, έξοδα παράστασης και αμοιβές διευθυντών που καταβάλονται στους εργαζομένους 7

η) δώρα ή άλλες έκτακτες πληρωμές που συνδέονται με τις συνολικές επιδόσεις της επιχείρησης, και που καταβάλλονται στο πλαίσιο προγραμμάτων παροχής κινήτρων 7

θ) πληρωμές των εργοδοτών προς τους εργαζομένους στα πλαίσια προγραμμάτων αποταμίευσης 7

ι) έκτακτες πληρωμές σε εργαζομένους που φεύγουν από την επιχείρηση, αν οι πληρωμές αυτές δεν συνδέονται με συλλογική σύμβαση 7

κ) στεγαστικά επιδόματα που καταβάλλονται σε χρήμα από τους εργοδότες στους εργαζομένους.

Μισθοί και ημερομίσθια σε είδος

4.04. Ορισμός: Οι μισθοί και τα ημερομίσθια σε είδος είναι αγαθά και υπηρεσίες, ή άλλα οφέλη, που παρέχονται δωρεάν ή σε μειωμένη τιμή από τους εργοδότες, και τα οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν όταν και όπως επιθυμούν, για την ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών των ίδιων των εργαζομένων ή άλλων μελών των νοικοκυριών τους. Αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες, ή τα άλλα οφέλη, δεν είναι απαραίτητα για την παραγωγική διεργασία του εργοδότη. Για τους εργαζομένους, αυτοί οι μισθοί και τα ημερομίσθια σε είδος αποτελούν ένα πρόσθετο εισόδημα: θα πλήρωναν σε τιμές αγοράς αν αγοράζαν οι ίδιοι αυτά τα αγαθά ή τις υπηρεσίες.

4.05. Οι πιο συνήθεις παροχές σε είδος είναι οι ακόλουθες:

α) γεύματα και ποτά, όπου περιλαμβάνονται και αυτά που καταναλώνονται κατά τη διάρκεια επαγγελματικών ταξιδιών (γιατί θα καταναλώνονταν οπωσδήποτε), απ' όπου όμως εξαιρούνται ειδικά γεύματα ή ποτά που είναι απαραίτητα λόγω εξαιρετικών συνθηκών εργασίας. Οι μειωμένες τιμές που προσφέρονται σε δωρεάν ή επιδοτούμενα εστιατόρια στον τόπο εργασίας, ή με δελτία γευμάτων (vouchers), πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στους μισθούς και τα ημερομίσθια σε είδος 7

β) υπηρεσίες στέγασης ή διαμονής, σε ιδιόκτητα ή νοικιασμένα κτίρια, του τύπου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλα τα μέλη του νοικοκυριού του εργαζομένου 7

γ) στολές ή άλλα ειδικά είδη ρουχισμού τα οποία οι εργαζόμενοι συχνά επιλέγουν να φορούν και έξω από τον τόπο εργασίας, καθώς και στην εργασία 7

δ) υπηρεσίες οχημάτων ή άλλων διαρκών αγαθών που παρέχονται για την προσωπική χρήση των εργαζομένων 7

ε) αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται ως εκροές από τις παραγωγικές διεργασίες των εργοδοτών, όπως δωρεάν ταξίδια για τους εργαζομένους σε σιδηροδρόμους ή αεροπορικές εταιρείες, δωρεάν κάρβουνα για ανθρακωρύχους ή δωρεάν τρόφιμα για εργαζομένους στη γεωργία 7

στ) παροχή εγκαταστάσεων για αθλητισμό, ψυχαγωγία ή διακοπές για τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους 7

ζ) μεταφορά προς και από τον τόπο εργασίας, εκτός αν συμπεριλαμβάνεται στο χρόνο εργασίας, χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων 7

η) παιδικούς σταθμούς για τα παιδιά των εργαζομένων 7

θ) πληρωμές από εργοδότες σε εργοστασιακά συμβούλια ή παρόμοιους οργανισμούς 7

ι) μετοχές που διανέμονται δωρεάν στους εργαζομένους 7

κ) οι αμοιβές σε είδος μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν την αξία των τόκων που χάνουν οι εργοδότες όταν παρέχουν δάνεια σε εργαζομένους με μειωμένο ή, ακόμη, και μηδενικό επιτόκιο. Η αξία αυτή μπορεί να εκτιμηθεί ως το ποσό που θα πλήρωνε ο εργαζόμενος αν ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει το μέσο επιτόκιο για στεγαστικό δάνειο (στην περίπτωση αγοράς σπιτιού) ή καταναλωτικό δάνειο (στην περίπτωση αγοράς αγαθών και υπηρεσιών), μείον το ποσό του τόκου που πληρώνει στην πραγματικότητα. Μια τεκμαρτή πληρωμή από τον εργαζόμενο επιστρέφει στον εργοδότη μέσω του λογαριασμού πρωτογενούς διανομής του εισοδήματος.

4.06. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες, ή τα λοιπά οφέλη, θα πρέπει να αποτιμώνται σε βασικές τιμές, όταν παράγονται από τον εργοδότη, και σε τιμές αγοραστή όταν τα αγοράζει ο εργοδότης (δηλαδή, την τιμή που πληρώνει πραγματικότητα ο εργοδότης).

Στην περίπτωση της δωρεάν παροχής, η συνολική αξία των μισθών και των ημερομισθίων σε είδος υπολογίζεται σύμφωνα με τις βασικές τιμές (ή τις τιμές αγοραστή του εργοδότη όταν τα αγοράζει αυτός) των σχετικών αγαθών και υπηρεσιών ή λοιπών οφελών.

Στην περίπτωση παροχής με μειωμένες τιμές, η αξία προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του υπολογισμού που παρουσιάζεται στην προηγούμενη παράγραφο και του ποσού που πληρώνει ο εργαζόμενος.

4.07. Οι μισθοί και τα ημερομίσθια δεν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) δαπάνες των εργοδοτών που συνεπάγονται οφέλη και για τους ίδιους, εκτός από τους εργαζομένους, γιατί είναι απαραίτητες για την παραγωγική διεργασία του εργοδότη:

(1) επιδόματα ή αποζημιώσεις εργαζομένων για ταξίδια, χωρισμό από την οικογένεια, μετακόμιση και έξοδα ψυχαγωγίας που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους,

(2) δαπάνες για τη βελτίωση των συνθηκών στο χώρο της εργασίας, ιατρικές εξετάσεις που απαιτούνται λόγω της φύσης της εργασίας, παροχή ρουχισμού εργασίας που φοριέται αποκλειστικά ή κυρίως στον τόπο εργασίας,

(3) υπηρεσίες στέγασης στον τόπο εργασίας, το είδος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων, οικίσκοι, κοιτώνες, παραπήγματα, κ.λπ.,

(4) ειδικά γεύματα ή ποτά που είναι απαραίτητα λόγω εξαιρετικών συνθηκών εργασίας,

(5) επιδόματα που καταβάλλονται στους εργαζομένους για την αγορά εργαλείων, εξοπλισμού ή ειδικού ρουχισμού που απαιτούνται αποκλειστικά ή κυρίως, για την εργασία τους, ή το τμήμα των μισθών και των ημερομισθιών, το οποίο, στο πλαίσιο των συμβάσεων εργασίας, οι εργαζόμενοι υποχρεούνται να διαθέτουν για τέτοιες αγορές 7

Αυτού του είδους οι δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες που υποχρεούνται οι εργοδότες να παρέχουν στους εργαζομένους τους έτσι ώστε αυτοί να είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν την εργασία τους αντιμετωπίζονται ως ενδιάμεση ανάλωση από τους εργοδότες.

β) τα ποσά των μισθών και ημερομισθίων που οι εργοδότες συνεχίζουν να καταβάλλουν προσωρινά στους εργαζομένους τους σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, τραυματισμού σε βιομηχανικό ατύχημα, αναπηρίας, απόλυσης, κ.λπ. Οι πληρωμές αυτές αντιμετωπίζονται ως αυτοχρηματοδοτούμενες κοινωνικές παροχές προς τους εργαζομένους (D.623), ενώ τα ίδια ποσά εμφανίζονται στο πλαίσιο των τεκμαρτών κοινωνικών εισφορών (D.122) των εργοδοτών 7

γ) άλλες αυτοχρηματοδοτούμενες κοινωνικές παροχές προς τους εργαζομένους, με τη μορφή επιδομάτων παιδιών, επιδομάτων συζύγων, οικογενειακών, εκπαιδευτικών ή άλλων επιδομάτων που αφορούν τα συντηρούμενα μέλη οικογενειών, και με τη μορφή της παροχής δωρεάν υγειονομικών υπηρεσιών (εκτός από αυτές που είναι απαραίτητες λόγω της φύσης της εργασίας) προς τους εργαζομένους ή τις οικογένειές τους 7

δ) τυχόν φόροι που βαρύνουν τον εργοδότη και συνδέονται με τις δαπάνες για μισθούς και ημερομίσθια, για παράδειγμα, φόρος επί του συνολικού μισθού. Οι φόροι αυτοί αντιμετωπίζονται ως λοιποί φόροι επί της παραγωγής.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ (D.12)

4.08. Ένα ποσό ίσο με την αξία των κοινωνικών εισφορών που καταβάλλουν οι εργοδότες για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα των εργαζομένων τους σε κοινωνικές παροχές πρέπει να καταγράφεται στο πλαίσιο του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας. Οι κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών μπορεί να είναι πραγματικές ή τεκμαρτές.

Πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.121)

4.09. Ορισμός: Οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών (D.121) είναι οι πληρωμές από τους εργοδότες προς όφελος των εργαζομένων τους σε ασφαλιστικούς φορείς (ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα). Οι πληρωμές αυτές καλύπτουν εισφορές που προκύπτουν από καταστατικά, συμβάσεις, συμβόλαια και εθελοντικές εισφορές σχετικά με την ασφάλιση έναντι κοινωνικών κινδύνων ή αναγκών [βλέπε παράγραφο 4.92 στοιχείο α)].

Αν και αυτές οι εισφορές των εργοδοτών καταβάλλονται απευθείας στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θεωρούνται ως συνιστώσα του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας των εργαζομένων, οι οποίοι λογίζεται ότι τις καταβάλλουν στη συνέχεια στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.122)

4.10. Ορισμός: Οι τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών (D.122) αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των αυτοχρηματοδοτούμενων κοινωνικών παροχών (μείον ενδεχομένες κοινωνικές εισφορές εργαζομένων) που καταβάλλονται απευθείας από τους εργοδότες προς τους εργαζομένους ή τους πρώην εργαζομένους και άλλους δικαιούχους (42), χωρίς να παρεμβάλλεται μια ασφαλιστική εταιρεία ή ένα αυτόνομο συνταξιοδοτικό ταμείο και χωρίς να δημιουργείται ειδικό ταμείο ή ξεχωριστό αποθεματικό για το σκοπό αυτό.

Το γεγονός ότι ορισμένες μορφές κοινωνικών παροχών πληρώνονται απευθείας από τους εργοδότες και όχι μέσω των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης ή άλλων ασφαλιστικών οργανισμών δεν μεταβάλλει καθόλου το χαρακτήρα τους ως κοινωνικών παροχών. Εντούτοις, επειδή το κόστος αυτών των παροχών αποτελεί μέρος του εργατικού κόστους που βαρύνει τους εργοδότες, θα πρέπει κι αυτό να περιληφθεί στο εισόδημα εξαρτημένης εργασίας.

4.11. Στους λογαριασμούς των τομέων, το κόστος των άμεσων κοινωνικών παροχών εμφανίζεται πρώτα στις χρήσεις του λογαριασμού δημιουργίας εισοδήματος, ως συστατικό του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας και για δεύτερη φορά στις χρήσεις του λογαριασμού δευτερογενούς διανομής εισοδήματος, ως κοινωνικές παροχές. Για να ισοσκελιστεί ο δεύτερος λογαριασμός, υποτίθεται ότι τα νοικοκυριά των εργαζομένων επιστρέφουν στους τομείς των εργοδοτών τις τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών οι οποίες χρηματοδοτούν (μαζί με ενδεχόμενες κοινωνικές εισφορές εργαζόμενων) τις άμεσες κοινωνικές παροχές που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι από τους ίδιους εργοδότες. Ο νοητός αυτός κύκλος ροών είναι παρόμοιος με αυτόν των πραγματικών κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών, οι οποίες περνούν από το λογαριασμό των νοικοκυριών και μετά θεωρούνται ότι πληρώνονται από αυτά στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Για την αποτίμηση των τεκμαρτών κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών, το ποσό των οποίων δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το ποσό των άμεσων κοινωνικών παροχών, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην υποδιαίρεση D.612.

4.12. Χρόνος καταγραφής του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας:

α) οι μισθοί και τα ημερομίσθια (D.11) καταγράφονται στην περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται η εργασία. Πάντως, οι έκτακτες αποδοχές ή οι άλλες εξαιρετικές πληρωμές, ο δέκατος τρίτος μισθός, κ.λπ., καταγράφονται όταν καταβάλλονται 7

β) οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών (D.121) καταγράφονται στην περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται η εργασία 7

γ) οι τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών (D.122):

(1) που αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των υποχρεωτικών άμεσων κοινωνικών εισφορών καταγράφονται στην περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται η εργασία,

(2) που αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των εθελοντικών άμεσων κοινωνικών παροχών καταγράφονται όταν προσφέρονται οι παροχές αυτές.

4.13. Το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας μπορεί να αποτελείται από τα ακόλουθα:

α) την αμοιβή εργαζομένων μονίμων κατοίκων από εργοδότες μονίμους κατοίκους 7

β) την αμοιβή εργαζομένων μονίμων κατοίκων από εργοδότες μη μόνιμους κατοίκους 7

γ) την αμοιβή εργαζομένων μη μονίμων κατοίκων από εργοδότες μονίμους κατοίκους 7

Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία καταγράφονται στο ΕΣΟΛ ως εξής:

(1) η αμοιβή εργαζομένων μονίμων και μη μονίμων κατοίκων από εργοδότες μονίμους κατοίκους συγκεντρώνει τα στοιχεία α) και γ) και εμφανίζεται μεταξύ των χρήσεων στο λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος των τομέων και των κλάδων παραγωγής όπου ανήκουν οι εργοδότες,

(2) η αμοιβή των εργαζομένων μονίμων κατοίκων από εργοδότες μονίμους και μη μονίμους κατοίκους περιλαμβάνει τα στοιχεία α) και β) και εμφανίζεται μεταξύ των πόρων στο λογαριασμό κατανομής του πρωτογενούς εισοδήματος των νοικοκυριών,

(3) το στοιχείο β), αμοιβή εργαζομένων μονίμων κατοίκων από εργοδότες μη μονίμους κατοίκους, εμφανίζεται μεταξύ των χρήσεων στο λογαριασμό των πρωτογενών εισοδημάτων και των τρεχουσών μεταβιβάσεων της αλλοδαπής,

(4) το στοιχείο γ), αμοιβή εργαζομένων μη μονίμων κατοίκων από εργοδότες μονίμους κατοίκους, εμφανίζεται μεταξύ των πόρων στο λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων της αλλοδαπής.

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ (D.2)

4.14. Ορισμός: Οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών (D.2) αποτελούνται από υποχρεωτικές, μονομερείς πληρωμές, σε χρήμα ή σε είδος, οι οποίες επιβάλλονται από το δημόσιο ή από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σχετίζονται με την παραγωγή και την εισαγωγή αγαθών και υπηρεσιών, την απασχόληση εργατικού δυναμικού, την ιδιοκτησία ή χρήση γης, κτιρίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή. Οι φόροι αυτοί πρέπει να πληρώνονται είτε πραγματοποιούνται κέρδη είτε όχι.

4.15. Οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών διαιρούνται στα ακόλουθα:

α) φόρους επί προϊόντων (D.21):

(1) φόρους τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) (D.211),

(2) φόρους και δασμούς επί εισαγωγών εκτός από ΦΠΑ (D.212):

- δασμούς επί εισαγωγών (D.2121),

- φόρους επί εισαγωγών εκτός από ΦΠΑ και δασμούς εισαγωγής (D.2122),

(3) φόρους επί προϊόντων εκτός από ΦΠΑ και δασμούς επί εισαγωγών (D.214) 7

β) άλλους φόρους συνδεόμενους με την παραγωγή (D.29).

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (D.21)

4.16. Ορισμός: Οι φόροι επί προϊόντων (D.21) είναι φόροι που καταβάλλονται ανά μονάδα παραγομένου ή συναλλασσομένου αγαθού ή υπηρεσίας. Ο φόρος μπορεί να είναι ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων ανά μονάδα ποσότητας ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, ή μπορεί να υπολογίζεται επί της αξίας ως συγκεκριμένο ποσοστό της τιμής ανά μονάδα, ή της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται ή είναι αντικείμενα συναλλαγών. Ως γενική αρχή, οι φόροι που υπολογίζονται στην πραγματικότητα για ένα προϊόν, ασχέτως του ποια θεσμική μονάδα πληρώνει το φόρο, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στους φόρους επί των προϊόντων, εκτός εάν συμπεριλαμβάνονται ρητώς σε άλλο τίτλο.

Φόροι τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) (D.211)

4.17. Ορισμός: Ένας φόρος τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) είναι ένας φόρος επί αγαθών ή υπηρεσιών ο οποίος εισπράττεται σταδιακά από επιχειρήσεις και ο οποίος τελικά χρεώνεται πλήρως στους τελικούς αγοραστές.

Ο παρών τίτλος περί φόρων τύπου φόρου προστιθεμένης αξίας (D.211) περιλαμβάνει το φόρο προστιθεμένης αξίας που εισπράττεται από το κράτος και ο οποίος εφαρμόζεται σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, καθώς και, εάν υπάρχουν, άλλους εκπεστέους φόρους που εφαρμόζονται βάσει κανόνων ομοίων με αυτούς που διέπουν το ΦΠΑ, που στο εξής για λόγους ευκολίας θα καλούνται «ΦΠΑ».

Οι παραγωγοί υποχρεούνται να καταβάλλουν μόνο τη διαφορά μεταξύ του ΦΠΑ επί των πωλήσεών του και του ΦΠΑ επί των αγορών τους που προορίζονται για ίδια ενδιάμεση ανάλωση ή ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου.

Ο ΦΠΑ καταγράφεται ως καθαρός, με την έννοια ότι:

α) οι εκροές αγαθών και υπηρεσιών και οι εισαγωγές αποτιμώνται χωρίς να περιλαμβάνεται ο τιμολογηθείς ΦΠΑ 7

β) οι αγορές αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται συμπεριλαμβανομένου του μη εκπεστέου ΦΠΑ. Κατά την καταγραφή του, ο ΦΠΑ θεωρείται ότι βαρύνει τους αγοραστές, και όχι τους πωλητές, και μάλιστα μόνο τους αγοραστές που δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν την έκπτωσή του. Επομένως, το μεγαλύτερο μέρος του ΦΠΑ καταγράφεται στο ΕΣΟΛ σαν να καταβάλλεται για τελικές χρήσεις, και κυρίως για κατανάλωση νοικοκυριών. Πάντως, ένα μέρος του ΦΠΑ μπορεί να καταβάλλεται από επιχειρήσεις, κυρίως από αυτές που εξαιρούνται από το καθεστώς του ΦΠΑ.

Για το σύνολο της οικονομίας, ο ΦΠΑ είναι ίσος με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού τιμολογηθέντος ΦΠΑ και του συνολικού εκπεστέου ΦΠΑ.

Φόροι και δασμοί επί εισαγωγών εκτός από ΦΠΑ (D.212)

4.18. Ορισμός: Οι φόροι και οι δασμοί εισαγωγών εκτός από το ΦΠΑ (D.212) περιλαμβάνουν υποχρεωτικές πληρωμές που εισπράττονται από το κράτος ή από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εισαγόμενα αγαθά, εκτός από το ΦΠΑ, για να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών αυτών στην οικονομική επικράτεια, και επί υπηρεσιών που παρέχονται σε μονάδες μονίμους κατοίκους από μονάδες μη μονίμους κατοίκους.

Οι πληρωμές αυτές περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) Δασμούς εισαγωγής (D.2121)

Αυτοί αποτελούνται από τελωνειακούς δασμούς ή άλλους δασμούς επί εισαγωγών που καταβάλλονται με βάση τελωνειακά δασμολόγια για αγαθά ενός συγκεκριμένου τύπου, όταν τα αγαθά αυτά εισέρχονται για χρήση στην οικονομική επικράτεια της χώρας όπου θα γίνει η χρήση 7

β) Φόρους επί εισαγωγών, εκτός από ΦΠΑ και δασμούς εισαγωγής (D.2122)

Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

(1) δασμούς επί εισαγομένων γεωργικών προϊόντων,

(2) νομισματικά εξισωτικά ποσά που επιβάλλονται σε εισαγωγές,

(3) ειδικούς φόρους κατανάλωσης και ειδικούς φόρους σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα εφόσον αυτοί οι φόροι και οι δασμοί για παρόμοια προϊόντα εγχώριας προέλευσης καταβάλλονται απο τον ίδιο τον παραγωγικό κλάδο,

(4) γενικούς φόρους επί πωλήσεων που καταβάλλονται για εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών,

(5) φόρους για συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρέχονται από επιχειρήσεις μη μονίμους κατοίκους σε μονάδες μονίμους κατοίκους στο εσωτερικό της οικονομικής επικράτειας,

(6) κέρδη δημοσίων επιχειρήσεων που ασκούν μονοπώλιο όσον αφορά τις εισαγωγές ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, τα οποία μεταβιβάζονται στο κράτος.

Οι καθαροί φόροι και δασμοί επί εισαγωγών, εκτός από το ΦΠΑ, υπολογίζονται αφαιρώντας τις επιδοτήσεις επί εισαγωγών (D.311) από τους φόρους και δασμούς επί εισαγωγών, εκτός από το ΦΠΑ (D.212).

Φόροι επί προϊόντων, εκτός από ΦΠΑ και φόρους επί εισαγωγών (D.214)

4.19. Ορισμός: Οι φόροι επί προϊόντων, εκτός από ΦΠΑ και φόρους επί εισαγωγών (D.214), αποτελούνται από φόρους επί αγαθών και υπηρεσιών οι οποίοι καταβάλλονται ως αποτέλεσμα της παραγωγής, της εξαγωγής, της πώλησης, της μεταβίβασης, της εκμίσθωσης ή της παράδοσης αυτών των αγαθών ή των υπηρεσιών, ή ως αποτέλεσμα της χρήσης τους για ίδια κατανάλωση ή ίδιο σχηματισμό κεφαλαίου.

4.20. Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα:

α) ειδικούς φόρους κατανάλωσης και άλλους φόρους κατανάλωσης (εκτός από αυτούς που συμπεριλαμβάνονται στους φόρους και τους δασμούς επί εισαγωγών) 7

β) φόρους χαρτοσήμου επί της πώλησης συγκεκριμένων προϊόντων, όπως τα οινοπνευματώδη ποτά ή ο καπνός, και επί νομικών εγγράφων ή επιταγών 7

γ) φόρους επί χρηματοπιστωτικών και κεφαλαιακών συναλλαγών, που καταβάλλονται με την πώληση μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου και του ξένου συναλλάγματος. Οι φόροι αυτοί πρέπει να καταβάλλονται όταν αλλάζει η ιδιοκτησία γης ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, εκτός αν αυτή η αλλαγή ιδιοκτησίας είναι αποτέλεσμα μεταβιβάσεων κεφαλαίου (κυρίως κληρονομιών και δωρεών). Αντιμετωπίζονται ως φόροι επί των υπηρεσιών μεσαζόντων 7

δ) φόρους εγγραφής αυτοκινήτων σε μητρώα 7

ε) φόρους ψυχαγωγίας 7

στ) φόρος επί λαχείων, τυχερών παιχνιδιών και στοιχημάτων, εκτός από τους φόρους επί των κερδών 7

ζ) φόρους επί ασφαλίστρων 7

η) φόρους επί συγκεκριμένων υπηρεσιών όπως: ξενοδοχεία ή διαμονή, υπηρεσίες στέγασης, εστιατόρια, μεταφορές, επικοινωνίες, διαφήμιση 7

θ) γενικούς φόρους πωλήσεων ή φόρους κύκλου εργασιών (εκτός από τους φόρους τύπου ΦΠΑ): σ' αυτούς περιλαμβάνονται οι φόροι χονδρικών και λιανικών πωλήσεων κατασκευαστών, οι φόροι αγορών, οι φόροι κύκλου εργασιών 7

ι) κέρδη δημοσιονομικών μονοπωλίων που μεταβιβάζονται στο κράτος, εκτός από αυτά που ασκούν μονοπώλιο όσον αφορά τις εισαγωγές αγαθού ή μιας υπηρεσίας (που περιλαμβάνονται στο D.2122). Τα δημοσιονομικά μονοπώλια είναι δημόσιες επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί νόμιμο μονοπώλιο όσον αφορά την παραγωγή ή τη διανομή ενός συγκεκριμένου είδους αγαθού ή υπηρεσίας με σκοπό την είσπραξη εσόδων και όχι την προώθηση των συμφερόντων της κρατικής οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής. Όταν σε μια δημόσια επιχείρηση έχουν χορηγηθεί εξουσίες μονοπωλίου στο πλαίσιο συγκεκριμένης οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής λόγω της ειδικής φύσης του αγαθού ή της υπηρεσίας ή της τεχνολογίας παραγωγής, για παράδειγμα, οργανισμοί κοινής ωφέλειας, ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίες, σιδηρόδρομοι, κ.λπ. δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό μονοπώλιο. Κατά κανόνα, τα δημοσιονομικά μονοπώλια ασχολούνται με την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών που μπορεί να υφίστανται μεγάλη φορολογία σε άλλες χώρες 7 τείνουν να περιορίζονται στην παραγωγή ορισμένων καταναλωτικών αγαθών (οινοπνευματώδη ποτά, καπνός, σπίρτα, κ.λπ.) ή καυσίμων 7

κ) δασμούς επί εξαγωγών και νομισματικά εξισωτικά ποσά που εισπράττονται από εξαγωγές.

4.21. Οι καθαροί φόροι επί προϊόντων υπολογίζονται αφαιρώντας τις επιδοτήσεις επί προϊόντων (D.31) από τους φόρους επί προϊόντων (D.21).

ΛΟΙΠΟΙ ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (D.29)

4.22. Ορισμός: Οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29) αποτελούνται από όλους τους φόρους που βαρύνουν τις επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα της παραγωγικής διεργασίας, ανεξαρτήτως της ποσότητας ή της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται ή πωλούνται.

Μπορεί να υπολογίζονται με βάση τη γη, τα πάγια περιουσιακά στοιχεία ή την εργασία που χρησιμοποιείται κατά την παραγωγική διεργασία ή με βάση ορισμένες δραστηριότητες ή συναλλαγές.

4.23. Οι άλλοι φόροι επί της παραγωγής (D.29) περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα:

α) φόρους ιδιοκτησίας ή χρήσης γης, κτιρίων ή άλλων κατασκευών που χρησιμοποιούνται από επιχειρήσεις για την παραγωγή (περιλαμβανομένων των ιδιοκτητών ιδιοκατοικουμένων κατοικιών) 7

β) φόρους επί της χρήσης παγίων περιουσιακών στοιχείων (οχημάτων, μηχανημάτων, εξοπλισμού) για παραγωγικούς σκοπούς, ασχέτως του αν τα μέσα αυτά είναι ιδιόκτητα ή μισθωμένα 7

γ) φόρους επί της συνολικής μισθολογικής κατάστασης και φόρους επί του συνολικού μισθού 7

δ) φόρους επί διεθνών συναλλαγών (ταξίδια στο εξωτερικό, εμβάσματα στο εξωτερικό, ή παρόμοιες συναλλαγές με μη μονίμους κατοίκους) για παραγωγικούς σκοπούς 7

ε) φόρους που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για την απόκτηση επιχειρηματικών και επαγγελματικών αδειών, εάν οι άδειες αυτές χορηγούνται αυτομάτως με την πληρωμή του οφειλομένου ποσού. Πάντως, εάν το κράτος διενεργεί ελέγχους όσον αφορά την καταλληλότητα ή την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, την αξιοπιστία ή την ασφάλεια του χρησιμοποιούμενου εξοπλισμού, των επαγγελματικών προσόντων του απασχολουμένου προσωπικού, ή της ποιότητας ή του επιπέδου των παραγομένων αγαθών ή υπηρεσιών ως προϋπόθεση για τη χορήγηση μιας τέτοια άδειας, οι πληρωμές αντιμετωπίζονται ως αγορά παρεχομένων υπηρεσιών, εκτός εάν τα ποσά που απαιτούνται για τις άδειες είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με το κόστος των ελέγχων που διενεργεί το κράτος 7

στ) φόροι για τη ρύπανση που προκύπτει από παραγωγικές δραστηριότητες. Οι φόροι αυτοί αποτελούνται από φόρους που επιβάλλονται για την εκπομπή ή την απόρριψη στο περιβάλλον βλαβερών αερίων, υγρών ή άλλων βλαβερών ουσιών. Δεν περιλαμβάνουν πληρωμές για την αποκομιδή και τη διάθεση απορριμμάτων ή βλαβερών ουσιών από δημόσιες αρχές, που είναι ενδιάμεση ανάλωση των επιχειρήσεων 7

ζ) υποεκτίμηση του ΦΠΑ που οφείλεται στο σύστημα ενιαίας χρέωσης, που εμφανίζεται συχνά στη γεωργία.

4.24. Στον τίτλο αυτό δεν περιλαμβάνονται φόροι επί της προσωπικής χρήσης οχημάτων, κ.λπ., από νοικοκυριά, οι οποίοι καταγράφονται στο πλαίσιο των τρεχόντων φόρων εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ.

ΦΟΡΟΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

4.25. Οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών που καταβάλλονται στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα:

α) φόρους που καταβάλλονται απευθείας από παραγωγικές μονάδες μονίμους κατοίκους στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εισφορά ΕΚΑΧ των εξορυκτικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα) 7

β) φόρους που εισπράττονται από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για λογαριασμό των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα:

(1) εισπράξεις από την κοινή γεωργική πολιτική: δασμοί επί εισαγομένων γεωργικών προϊόντων, νομισματικά εξισωτικά ποσά που εισπράττονται για τις εξαγωγές και τις εισαγωγές, δασμοί παραγωγής ζάχαρης, και φόρος επι ισογλυκόζης, φόροι συνυπευθυνότητας για το γάλα και τα δημητριακά,

(2) εισπράξεις από το εμπόριο με τρίτες χώρες: τελωνιακοί δασμοί που επιβάλλονται με βάση το ενοποιημένο δασμολόγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (TARIC),

(3) εισπράξεις από ΦΠΑ σε κάθε κράτος μέλος.

4.26. Καταγραφή των φόρων επί της παραγωγής και των εισαγωγών: οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες, οι συναλλαγές ή τα λοιπά γεγονότα που δημιουργούν την υποχρέωση καταβολής φόρων.

4.27. Πάντως, ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες, συναλλαγές ή γεγονότα, που σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία θα έπρεπε να επιβάλλουν στις σχετικές μονάδες την υποχρέωση καταβολής φόρων, διαφεύγουν συνεχώς της προσοχής των φορολογικών αρχών. Θα ήταν εξωπραγματικό να υποτεθεί ότι αυτές οι δραστηριότητες, οι συναλλαγές ή τα γεγονότα δημιουργούν χρηματοπιστωτικά στοιχεία του ενεργητικού ή του παθητικού με τη μορφή υποχρεώσεων πληρωμής ή δικαιωμάτων είσπραξης. Για το λόγο αυτό, τα ποσά που πρέπει να καταγράφονται στο ΕΣΟΛ καθορίζονται με βάση τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν μόνο όταν δικαιολογούνται από αξιολογήσεις φορολογικών αρχών, φορολογικές δηλώσεις, ή άλλα όργανα που δημιουργούν υποχρέωση με τη μορφή σαφών υποχρεώσεων πληρωμής εκ μέρους των φορολογουμένων. Το σύστημα δεν ασχολείται με τεκμαρτούς διαφεύγοντες φόρους που δεν δικαιολογούνται από φορολογικές αποτιμήσεις.

Οι φόροι που δικαιολογούνται από φορολογικές αποτιμήσεις αλλά δεν καταβλήθηκαν (λόγω χρεωκοπίας, για παράδειγμα) αντιμετωπίζονται σαν να είχαν καταβληθεί 7 υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:

α) παραγραφή ενός επισφαλούς χρέους από το κράτος, που αναγνωρίζει ότι η υποχρέωσή του δεν μπορεί πλέον να εισπραχθεί 7 η παραγραφή αυτή καταγράφεται στις λοιπές μεταβολές όγκου στους λογαριασμούς περιουσιακών στοιχείων του κράτους και του αθετούντος χρεώστη 7

β) διαγραφή του χρέους με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ του κράτους και του χρεώστη. Η διαγραφή αυτή αντιμετωπίζεται ως κεφαλαιακή μεταβίβαση από το κράτος στο χρεώστη στο λογαριασμό κεφαλαίου, με ταυτόχρονη διαγραφή μιας υποχρέωσης από το χρηματοπιστωτικό λογαριασμό.

4.28. Η συνολική αξία των φόρων που θα πρέπει να καταγράφονται περιλαμβάνει τυχόν τόκους που χρεώνονται για καθυστερημένη καταβολή φόρων και τυχόν πρόστιμα που επιβάλλονται από τις φορολογικές αρχές, εάν είναι αδύνατο να καταγραφούν αυτοί οι τόκοι και τα πρόστιμα ξεχωριστά από τους φόρους 7 περιλαμβάνει επίσης τυχόν επιβαρύνσεις που μπορεί να επιβληθούν σχετικά με την είσπραξη ή την ανάκτηση χρεωστούμενων φόρων. Αντιστοίχως, από τη συνολική αξία των φόρων αφαιρείται το ποσό τυχόν φορολογικών ελαφρύνσεων που χορηγούνται από το κράτος για λόγους οικονομικής πολιτικής, και τυχόν επιστροφών φόρων λόγω της καταβολής ποσού μεγαλύτερου από το χρεωστούμενο.

4.29. Στο σύστημα λογαριασμών, οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών (D.2) εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος της συνολικής οικονομίας 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος του δημόσιου τομέα και στο λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων της αλλοδαπής.

Οι φόροι επί των προϊόντων καταγράφονται ως πόροι στο λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών της συνολικής οικονομίας. Έτσι, παρέχεται η δυνατότητα να ισοσκελίζονται οι πόροι των αγαθών και υπηρεσιών - που αποτιμώνται χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι φόροι επί των προϊόντων - με τις χρήσεις, που αποτιμώνται συμπεριλαμβανομένων αυτών των φόρων.

Οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29) εμφανίζονται στις χρήσεις, στο λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος των κλάδων παραγωγής ή των τομέων που καταβάλλουν τους φόρους αυτούς.

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ (D.3)

4.30. Ορισμός: Οι επιδοτήσεις (D.3) είναι τρέχουσες μονομερείς πληρωμές που καταβάλλονται από το δημόσιο ή από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος μονίμους κατοίκους (43), με στόχο να επηρεαστούν τα επίπεδα παραγωγής, οι τιμές τους, ή η αμοιβή των συντελεστών της παραγωγής. Οι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορούν να λάβουν λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής μόνο αν αυτές οι πληρωμές εξαρτώνται από γενικούς κανονισμούς που εφαρμόζονται τόσο σε παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος όσο και σε παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος. Συμβατικά, οι επιδοτήσεις προϊόντων δεν καταγράφονται ως λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή (P.13).

4.31. Οι επιδοτήσεις που χορηγούνται από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτουν μόνο τρέχουσες μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται απευθείας από αυτά προς παραγωγικές μονάδες μονίμους κατοίκους.

4.32. Οι επιδοτήσεις ταξινομούνται ως εξής:

α) επιδοτήσεις προϊόντων (D.31):

(1) επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311),

(2) λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319)

β) λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39).

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (D.31)

4.33. Ορισμός: Οι επιδοτήσεις προϊόντων είναι επιδοτήσεις που καταβάλλονται ανά μονάδα ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας που παράγεται ή εισάγεται. Η επιδότηση μπορεί να είναι ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων ανά μονάδα ποσότητας ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, ή μπορεί να υπολογίζεται επί της αξίας ως συγκεκριμένο ποσοστό της τιμής ανά μονάδα. Η επιδότηση μπορεί επίσης να υπολογισθεί ως η διαφορά μεταξύ μιας καθορισμένης τιμής-στόχου και της αγοραίας τιμής που πληρώνει στην πραγματικότητα ο αγοραστής. Μια επιδότηση ενός προϊόντος συνήθως πρέπει να καταβάλλεται όταν το αγαθό παράγεται, πωλείται ή εισάγεται. Συμβατικά, οι επιδοτήσεις προϊόντων μπορεί να αφορούν μόνο εμπορεύσιμη παγαγωγή (P.11) ή παραγωγή για ίδια τελική χρήση (P.12).

Επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311)

4.34. Ορισμός: Οι επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311) είναι επιδοτήσεις αγαθών και υπηρεσιών οι οποίες πρέπει να καταβάλλονται όταν τα αγαθά διασχίζουν τα σύνορα για χρήση στην οικονομική επικράτεια, ή όταν οι υπηρεσίες παρέχονται σε θεσμικές μονάδες μονίμους κατοίκους. Μπορεί να περιλαμβάνουν τις ζημιές που υφίστανται, λόγω συγκεκριμένης κρατικής πολιτικής, κρατικοί εμπορικοί οργανισμοί, των οποίων η αποστολή είναι να αγοράζουν προϊόντα από μη μονίμους κατοίκους και στη συνέχεια να τα πωλούν σε χαμηλότερες τιμές σε μονίμους κατοίκους.

Λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319)

4.35. Οι λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) επιδοτήσεις προϊόντων που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό 7 πρόκειται για επιδοτήσεις που καταβάλλονται σε παραγωγούς μονίμους κατοίκους για την παραγωγή τους η οποία χρησιμοποιείται ή καταναλώνεται στο εσωτερικό της οικονομικής επικράτειας 7

β) ζημιές κρατικών εμπορικών οργανισμών, αποστολή των οποίων είναι να αγοράζουν τα προϊόντα παραγωγών μονίμων κατοίκων και στη συνέχεια να τα πωλούν σε χαμηλότερες τιμές σε μονίμους κατοίκους ή σε μη μονίμους κατοίκους, όταν είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης κρατικής οικονομικής ή κοινωνικής πολιτικής 7

γ) επιδοτήσεις σε δημόσιες επιχειρήσεις και οιονεί επιχειρήσεις για αντιστάθμιση των συνεχών ζημιών τις οποίες υφίστανται, όσον αφορά τις παραγωγικές δραστηριότητές τους, επειδή χρεώνουν τιμές που είναι χαμηλότερες από το μέσο κόστος παραγωγής, λόγω συγκεκριμένης κρατικής ή ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής 7

δ) άμεσες επιδοτήσεις εξαγωγών που καταβάλλονται απευθείας σε παραγωγούς μονίμους κατοίκους όταν τα αγαθά εξέρχονται από την οικονομική επικράτεια ή όταν οι υπηρεσίες παρέχονται σε μη μονίμους κατοίκους - με εξαίρεση τις επιστροφές στα τελωνιακά σύνορα φόρων προϊόντων που είχαν καταβληθεί πριν, και την απαλλαγή από φόρους που θα έπρεπε να καταβληθούν εάν τα αγαθά προορίζονταν για πώληση ή για χρήση στο εσωτερικό της οικονομικής επικράτειας.

ΛΟΙΠΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (D.39)

4.36. Ορισμός: Οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39) αποτελούνται από επιδοτήσεις εκτός από επιδοτήσεις προϊόντων τις οποίες μπορεί να εισπράττουν οι παραγωγικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι ως συνέπεια της ενασχόλησής τους με την παραγωγή.

Για τη λοιπή μη εμπορεύσιμη παραγωγή τους, οι παραγωγοί λοιπού μη εμπορεύσιμου προϊόντος μπορούν να εισπράξουν λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής μόνο εάν αυτές οι πληρωμές από το δημόσιο εξαρτώνται από γενικούς κανονισμούς που ισχύουν τόσο για παραγωγούς εμπορεύσιμου προϊόντος όσο και για παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

4.37. Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει, συγκεκριμένα, τα ακόλουθα:

α) επιδοτήσεις του μισθολογίου ή του εργατικού δυναμικού: πρόκειται για επιδοτήσεις που καταβάλλονται με βάση το συνολικό μισθολόγιο ή το σύνολο του εργατικού δυναμικού, ή την απασχόληση συγκεκριμένων κατηγοριών ατόμων, όπως άτομα με σωματική αναπηρία ή άτομα που ήταν άνεργα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ή του κόστους εκπαιδευτικών προγραμμάτων που διοργανώνονται ή χρηματοδοτούνται από επιχειρήσεις 7

β) επιδοτήσεις για τη μείωση της ρύπανσης: πρόκειται για τρέχουσες επιδοτήσεις που αποσκοπούν στην κάλυψη μέρους ή του συνόλου του κόστους μιας πρόσθετης επεξεργασίας που πραγματοποιείται με σκοπό τη μείωση ή την εξάλειψη της αποβολής ρυπογόνων ουσιών στο περιβάλλον 7

γ) επιχορηγήσεις για ελάφρυνση από τόκους προς παραγωγικές μονάδες μόνιμους κατοίκους, ακόμη και όταν στοχεύουν στην ενθάρρυνση του σχηματισμού κεφαλαίου (44). Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τρέχουσες συναλλαγές που είναι σχεδιασμένες για να μειώνουν το λειτουργικό κόστος των παραγωγών. Στους λογαριασμούς αντιμετωπίζονται ως επιχορηγήσεις προς τους παραγωγούς που επωφελούνται από αυτές, ακόμη και όταν στην πράξη η διαφορά του τόκου καταβάλλεται απευθείας από το κράτος στο πιστωτικό ίδρυμα που είχε χορηγήσει το δάνειο 7

δ) υπερεκτίμηση του ΦΠΑ λόγω του συστήματος ενιαίας χρέωσης, που εμφανίζεται συχνά στη γεωργία.

4.38. Τα ακόλουθα δεν αντιμετωπίζονται ως επιδοτήσεις:

α) τρέχουσες μεταβιβάσεις από το δημόσιο τομέα προς τα νοικοκυριά ως καταναλωτές. Αυτές αντιμετωπίζονται είτε ως κοινωνικές παροχές είτε ως διάφορες τρέχουσες μεταβιβάσεις (D.75) 7

β) τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ διαφόρων τμημάτων του δημόσιου τομέα υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγών μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, εκτός από λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39). Οι τρέχουσες μεταβιβάσεις εμφανίζονται στον τίτλο «τρέχουσες συναλλαγές στο εσωτερικό του δημόσιου τομέα» (D.73) 7

γ) επιχορηγήσεις για επενδύσεις (D.92) 7

δ) έκτακτες πληρωμές σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι πληρωμές αυτές αποσκοπούν στην αύξηση των μαθηματικών αποθεμάτων των ταμείων αυτών. Οι πληρωμές αυτές εμφανίζονται στον τίτλο «Λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου» (D.99) 7

ε) μεταβιβάσεις από το δημόσιο τομέα προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες για την κάλυψη ζημιών που έχουν συσσωρευθεί σε διάστημα ορισμένων οικονομικών ετών, ή εξαιρετικών ζημιών λόγω παραγόντων που δεν ελέγχονται από την επιχείρηση, ταξινομούνται στον τίτλο «Λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου» (D.99) 7

στ) ακύρωση χρεών προς το δημόσιο που βαρύνουν παραγωγικές μονάδες (που οφείλονται, για παράδειγμα, σε δάνεια από ένα δημόσιο οργανισμό προς μια μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση η οποία έχει συσσωρεύσει ζημίες χρήσης σε διάστημα ορισμένων οικονομικών ετών). Γενικά, οι συναλλαγές αυτές αντιμετωπίζονται στους λογαριασμούς ως λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου (D.99) 7

ζ) πληρωμές από το δημόσιο τομέα ή από τον υπόλοιπο κόσμο για ζημιές ή απώλειες σε κεφαλαιουχικά αγαθά ως αποτέλεσμα πολέμων, άλλων πολιτικών γεγονότων ή εθνικών καταστροφών εμφανίζονται στον τίτλο «Λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου» (D.99 [βλέπε παράγραφο 4.165 στοιχείο στ)] 7

η) μετοχές και λοιπές μορφές συμμετοχής σε εταιρείες, που αγοράζονται από το δημόσιο τομέα, και οι οποίες εμφανίζονται στον τίτλο «Μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο» (AF.5) 7

θ) πληρωμές από ένα δημόσιο οργανισμό που έχει αναλάβει την ευθύνη για εξαιρετική συνταξιοδοτική επιβάρυνση μια δημόσιας επιχείρησης. Οι πληρωμές αυτές πρέπει να καταγράφονται στις διάφορες τρέχουσες μεταβιβάσεις (D.75) 7

ι) πληρωμές από το δημόσιο προς παραγωγούς εμπορεύσιμης παραγωγής για να εξοφληθούν στο σύνολό τους, ή κατά ένα μέρος, αγαθά και υπηρεσίες που αυτοί οι παραγωγοί εμπορεύσιμης παραγωγής παρέχουν, άμεσα και ατομικά, σε νοικοκυριά στο πλαίσιο κοινωνικών αναγκών ή κινδύνων (βλέπε παράγραφο 4.84), και για τα οποία τα νοικοκυριά έχουν νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Οι πληρωμές αυτές περιλαμβάνονται στην ατομική καταναλωτική δαπάνη του δημοσίου (P.31) και στη συνέχεια στις κοινωνικές παροχές σε είδος (D.631) και στην πραγματική ατομική κατανάλωση των νοικοκυριών (P.41).

4.39. Χρόνος καταγραφής: οι επιδοτήσεις καταγράφονται όταν πραγματοποιείται η συναλλαγή ή το γεγονός (παραγωγή, πώληση, εισαγωγή, κ.λπ.) για τα οποία χορηγείται η επιδότηση.

Ειδικές περιπτώσεις:

α) οι επιδοτήσεις που έχουν τη μορφή της διαφοράς μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης που χρεώνει ένας δημόσιος εμπορικός οργανισμός καταγράφονται τη στιγμή της αγοράς των αγαθών από τον οργανισμό αν είναι ήδη γνωστή η τιμή πώλησης 7

β) οι επιδοτήσεις που προορίζονται για να καλύψουν τη ζημία ενός παραγωγού καταγράφονται τη στιγμή κατά την οποία ο δημόσιος οργανισμός αποφασίζει να καλύψει τη ζημιά.

4.40. Στο ΕΣΟΛ, οι επιδοτήσεις εμφανίζονται:

α) στις αρνητικές χρήσεις, στο λογαριασμό δημιουργίας εισοδήματος της συνολικής οικονομίας 7

β) στους αρνητικούς πόρους στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος του δημόσιου τομέα και στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών συναλλαγών.

Οι επιδοτήσεις προϊόντων καταγράφονται ως αρνητικοί πόροι στο λογαριασμό αγαθών και υπηρεσιών της συνολικής οικονομίας. Έτσι, οι πόροι των αγαθών και υπηρεσιών μπορούν να ισοσκελίζονται με τις χρήσεις.

Οι λοιπές επιδοτήσεις παραγωγής (D.39) εμφανίζονται στις αρνητικές χρήσεις του λογαριασμού δημιουργίας παραγωγής εισοδήματος των βιομηχανιών ή των κλάδων που τις εισπράττουν.

Συνέπειες ενός συστήματος πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών για τους φόρους επί της παραγωγής και των εισαγωγών και για τις επιδοτήσεις: οι πολλαπλές συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν εφαρμόζονται σήμερα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΚ. Σε ένα τέτοιο σύστημα:

α) οι σιωπηροί φόροι επί των εισαγωγών αντιμετωπίζονται ως φόροι επί των εισαγωγών, εκτός από ΦΠΑ και δασμούς εισαγωγής (D.2122) 7

β) οι σιωπηροί φόροι επί των εξαγωγών αντιμετωπίζονται ως φόροι επί προϊόντων, εκτός από ΦΠΑ και φόρους εισαγωγής (D.214) 7

γ) οι σιωπηρές επιδοτήσεις εισαγωγών αντιμετωπίζονται ως επιδοτήσεις εισαγωγών (D.311) 7

δ) οι σιωπηρές επιδοτήσεις εξαγωγών αντιμετωπίζονται ως λοιπές επιδοτήσεις προϊόντων (D.319).

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (D.4)

4.41. Ορισμός: Εισόδημα περιουσίας (D.4) είναι το εισόδημα που εισπράττει οι ιδιοκτήτης ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου ή ενός υλικού μη παραχθέντος περιουσιακού στοιχείου σε αντάλλαγμα για την παροχή χρηματοδότησης ή τη διάθεση του υλικού μη παραχθέντος περιουσιακού στοιχείου σε άλλη θεσμική μονάδα.

Τα εισοδήματα περιουσίας ταξινομούνται στο ΕΣΟΛ ως εξής:

α) τόκοι (D.41) 7

β) διανομή εισοδήματος εταιρειών (D.42):

(1) μερίσματα (D.421),

(2) αναλήψεις από τα εισόδημα οιονεί εταιρειών (D.422) 7

γ) επανεπενδυόμενα έσοδα από άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (D.43) 7

δ) εισόδημα περιουσίας που αποδίδεται σε κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων (D.44) 7

ε) γαιοπρόσοδος (D.45).

ΤΟΚΟΣ (D.41)

4.42. Ορισμός: Σύμφωνα με τους όρους του χρηματοδοτικού μέσου που έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους, τόκος (D.41) είναι το ποσό το οποίο έχει υποχρέωση να καταβάλλει ο χρεώστης προς τον πιστωτή σε μια ορισμένη χρονική περίοδο χωρίς να μειώνεται το ύψος του οφειλομένου αρχικού κεφαλαίου.

4.43. Οι πιστωτές δανείζουν χρήματα στους χρεώστες, πράγμα που οδηγεί στη δημιουργία ενός από τα παρακάτω χρηματοδοτικά μέσα.

Αυτή η μορφή εισοδήματος περιουσίας εισπράττεται από τους ιδιοκτήτες ορισμένων μορφών χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων:

α) καταθέσεις (AF.2) 7

β) χρεόγραφα εκτός από μετοχές (AF.3) 7

γ) δάνεια (AF.4) 7

δ) λοιποί εισπρακτέοι λογαριασμοί (AF.7).

Τόκοι καταθέσεων, δανείων και εισπρακτέων και πληρωτέων λογαριασμών

4.44. Ο εισπρακτέος και πληρωτέος τόκος για αυτά τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις καθορίζεται εφαρμόζοντας το αντίστοιχο επιτόκιο στο οφειλόμενο αρχικό κεφάλαιο σε κάθε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου.

Τόκοι χρεογράφων

Τόκοι συναλλαγματικών και παρόμοιων βραχυπρόθεσμων μέσων

4.45. Η διαφορά μεταξύ της αξίας όψεως και της τιμής που καταβλήθηκε κατά τη στιγμή της έκδοσης (δηλαδή της προεξόφλησης) δίνει το ύψος του τόκου που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια ζωής του γραμματίου. Η αύξηση της αξίας ενός γραμματίου λόγω της συσσώρευσης δεδουλευμένων τόκων δεν αποτελεί κέρδος κτήσης γιατί οφείλεται σε αύξηση του αρχικού κεφαλαίου και όχι σε αλλαγή της τιμής του περιουσιακού στοιχείου. Οι υπόλοιπες αλλαγές της αξίας του γραμματίου αντιμετωπίζονται ως κέρδη/ζημίες κτήσης.

Τόκοι ομολόγων και ομολογιών χρέους

4.46. Τα ομόλογα και οι ομολογίες χρέους (debentures) είναι μακροπρόθεσμα χρεόγραφα που δίνουν στον κάτοχό τους το απόλυτο δικαίωμα σε ένα σταθερό ή συμβατικά καθορισμένο μεταβλητό χρηματικό εισόδημα με τη μορφή πληρωμών τοκομεριδίων, ή ένα καθορισμένο σταθερό ποσό σε μια καθορισμένη ημερομηνία ή ημερομηνίες οπότε εξοφλείται το χρεώγραφο, ή και τα δύο.

α) Ομολογίες άνευ τοκομεριδίων (zero-coupon)

Δεν γίνονται πληρωμές τοκομερίδιων. Ο τόκος που βασίζεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής εξόφλησης και της τιμής έκδοσης πρέπει να είναι κατανεμημένος σε όλη τη διάρκεια μέχρι τη λήξη της ομολογίας. Οι δεδουλευμένοι τόκοι κάθε έτους επανεπενδύονται στην ομολογία από τον κάτοχό της, και έτσι θα πρέπει να καταγράφονται αντισταθμιστικές εγγραφές ίσες με την αξία των δεδουλευμένων τόκων στο χρηματοοικονομικό λογαριασμό ως αγορά μεγαλύτερου μέρους της ομολογίας από τον κάτοχό της και ως περαιτέρω έκδοση μεγαλύτερου μέρους της ομολογίας από τον εκδότη ή το χρεώστη (δηλαδή ως αύξηση του «όγκου» της αρχικής ομολογίας) 7

β) Λοιπά ομόλογα, περιλαμβανομένων και των κυμαινόμενων υφαιρετικών ομολογιών (deep-discounted bonds)

Ο τόκος έχει δύο συνιστώσες:

(1) το ύψος του χρηματικού εισοδήματος που εισπράττεται από πληρωμές τοκομεριδίων σε κάθε περίοδο,

(2) το ύψος των δεδουλευμένων τόκων για κάθε περίοδο, που αποδίδονται στη διαφορά μεταξύ της τιμής εξόφλησης και της τιμής έκδοσης, το οποίο υπολογίζεται με τον τρόπο που χρησιμοποιείται για τις ομολογίες άνευ τοκομεριδίου.

γ) Ομολογίες με τιμαριθμική ρήτρα (index-linked securities)

Το ύψος των πληρωμών τοκομεριδίων ή/και του αρχικού κεφαλαίου συνδέεται με τιμαριθμικό δείκτη. Η μεταβολή της αξίας του αρχικού κεφαλαίου μεταξύ της αρχής και του τέλους μιας συγκεκριμένης λογιστικής περιόδου λόγω της μεταβολής του σχετικού δείκτη αντιμετωπίζεται ως δεδουλευμένοι τόκοι για την περίοδο αυτή, πλέον τυχόν καταβλητέων τόκων για την περίοδο αυτή. Οι δεδουλευμένοι τόκοι που οφείλονται στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή επαναπενδύονται στην πράξη στην ομολογία και πρέπει να καταγράφονται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς του κατόχου και του εκδότη.

Ανταλλαγές επιτοκίων (swaps) και προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων

4.47. Οι ανταλλαγές (swaps) είναι συμβατικές συμφωνίες μεταξύ δύο θεσμικών μονάδων οι οποίες συμφωνούν να ανταλλάσουν ροές ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων για το ίδιο ποσό χρέωσης διαχρονικά. Συνήθη είδη ανταλλαγών είναι οι ανταλλαγές επιτοκίων και οι ανταλλαγές συναλλάγματος.

Οι ροές των πληρωμών τόκων που προκύπτουν από συμφωνίες swap θα πρέπει να καταγράφονται χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι πληρωμές μεταξύ των δύο μερών της συναλλαγής 7 τυχόν πληρωμές σε τρίτους, όπως εξειδικευμένους μεσίτες, ως αμοιβές για την οργάνωση των swap, καταγράφονται ως αγορά υπηρεσιών.

Η ίδια αρχή εφαρμόζεται για συναλλαγές σχετικές με προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων.

Επιτόκιο χρηματοδοτικών μισθώσεων

4.48. Η χρηματοδοτική μίσθωση είναι μια εναλλακτική λύση για το δανεισμό ως μέθοδο χρηματοδότησης της αγοράς μηχανημάτων και εξοπλισμού. Είναι μια σύμβαση που διοχετεύει χρηματοδότηση από ένα δανειστή σε ένα δανειζόμενο: ο εκμισθωτής αγοράζει τον εξοπλισμό και ο μισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει μισθώματα που δίνουν τη δυνατότητα στον εκμισθωτή, κατά τη διάρκεια της περιόδου της σύμβασης, να ανακτήσει το σύνολο, ή σχεδόν το σύνολο, του κόστους που υπέστη, μαζί με τόκους.

Ο εκμισθωτής θεωρείται ότι χορηγεί δάνειο στο μισθωτή, ισόποσο με την αξία της τιμής αγοράς που καταβλήθηκε για το περιουσιακό στοιχείο 7 το δάνειο αυτό εξοφλείται στο σύνολό του βαθμιαία κατά τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης. Επομένως, το μίσθωμα που καταβάλλει ο μισθωτής σε κάθε περίοδο θεωρείται ότι έχει δύο συνιστώσες: εξόφληση μέρους του αρχικού κεφαλαίου και πληρωμή τόκου. Το επιτόκιο του τεκμαρτού δανείου καθορίζεται σιωπηρά με βάση το συνολικό ποσό που καταβάλλεται για μισθώματα κατά τη διάρκεια ζωής της μίσθωσης σε σχέση με την τιμή αγοράς του περιουσιακού στοιχείου. Το μέρος του μισθώματος που αντιπροσωπεύει τους τόκους μειώνεται βαθμιαία κατά τη διάρκεια ζωής της μίσθωσης, όσο εξοφλείται το αρχικό κεφάλαιο. Το αρχικό δάνειο του μισθωτή, καθώς και οι μεταγενέστερες δόσεις εξόφλησης του αρχικού κεφαλαίου, καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς του εκμισθωτή και του μισθωτή. Οι πληρωμές τόκων καταγράφονται ως τόκοι στους αντίστοιχους λογαριασμούς πρωτογενούς διανομής εισοδήματος.

Λοιποί τόκοι

4.49. Επίσης, ως τόκοι αντιμετωπίζονται τα ακόλουθα:

α) τόκοι που χρεώνονται για υπεραναλήψεις από τραπεζικούς λογαριασμούς, επιπλέον τόκοι που καταβάλλονται για καταθέσεις που παραμένουν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που είχε συμφωνηθεί, και πληρωμές σε ορισμένους κατόχους ομολογιών που καθορίζονται με κλήρωση 7

β) τόκοι που εισπράττονται από αμοιβαία κεφάλαια [βλέπε παράγραφο 2.51 στοιχείο β)], από επενδύσεις που έχουν πραγματοποιήσει, και οι οποίοι αποδίδονται στους μετόχους, ακόμη και αν κεφαλαιοποιούνται. Εξαιρούνται τα κέρδη ή οι ζημίες κτήσης χρηματοπιστωτικών μέσων που ανήκουν στην επενδυτική εταιρεία, τα οποία δεν καταγράφονται ως εισόδημα περιουσίας.

Χρόνος καταγραφής

4.50. Οι τόκοι καταγράφονται με βάση το χρόνο που δημιουργείται η υποχρέωση πληρωμής: δηλαδή, οι τόκοι καταγράφονται ως δεδουλευμένοι διαχρονικά με υποχρέωση πληρωμής στον πιστωτή με βάση το ποσό του αρχικού κεφαλαίου. Οι δεδουλευμένοι τόκοι για κάθε λογιστική περίοδο πρέπει να καταγράφονται, είτε καταβάλλονται πραγματικά είτε προστίθενται στο αρχικό κεφάλαιο. Όταν δεν καταβάλλονται στην πραγματικότητα, η αύξηση του αρχικού κεφαλαίου πρέπει επίσης να καταγράφεται στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό ως περαιτέρω απόκτηση χρηματοπιστωτικού στοιχείου του ενεργητικού του είδους αυτού εκ μέρους του πιστωτή και ισόποση απόκτηση υποχρέωσης εκ μέρους του χρεώστη.

4.51. Οι τόκοι πρέπει να καταγράφονται πριν από την αφαίρεση τυχόν φόρων με τους οποίους βαρύνονται. Οι εισπραχθέντες και καταβληθέντες τόκοι καταγράφονται πάντοτε συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιχορηγήσεων για μείωση των τόκων, ακόμη και αν οι επιχορηγήσεις αυτές καταβάλλονται απευθείας στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι στους αποδέκτες (βλέπε επιδοτήσεις).

Δεδομένου ότι η αξία των υπηρεσιών που παρέχονται από ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς δεν κατανέμεται στους διάφορους πελάτες, οι πραγματικές πληρωμές, οι εισπράξεις τόκων προς ή από ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς δεν αναπροσαρμόζονται για να εξαλειφθεί το περιθώριο κέρδους που αντιπροσωπεύει τη σιωπηρή επιβάρυνση που χρεώνουν οι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Πρέπει να προστεθεί ένα στοιχείο αναπροσαρμογής στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και μιας πλασματικής βιομηχανίας στην οποία, κατά συνθήκη, αποδίδεται το συνολικό προϊόν των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών ως ενδιάμεση ανάλωση.

4.52. Στο σύστημα λογαρισμών, οι τόκοι εμφανίζονται:

α) στους πόρους και τις χρήσεις, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων (45) 7

β) στους πόρους και τις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΔΙΑΝΕΜΟΜΕΝΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ (D.42)

Μερίσματα (D.421)

4.53. Ορισμός: Τα μερίσματα (D.421) είναι μια μορφή εισοδήματος περιουσίας που εισπράττουν οι ιδιοκτήτες μετοχών (AF.5), για τα οποία έχουν αποκτήσει το δικαίωμα επειδή έθεσαν τα χρήματά τους στη διάθεση των επιχειρήσεων. Η συγκέντρωση μετοχικού κεφαλαίου με την έκδοση μετοχών είναι μια εναλλακτική λύση προς το δανεισμό και την εξεύρεση χρηματοδότησης. Πάντως, σε αντίθεση με τα δανειακά κεφάλαια, το μετοχικό κεφάλαιο δεν δημιουργεί υποχρέωση σταθερή από νομισματική άποψη και δεν δίνει στους κατόχους των μετοχών μιας επιχείρησης δικαιώματα σε σταθερό ή προκαθορισμένο εισόδημα.

4.54. Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει επίσης:

α) μετοχές που χορηγούνται στους μετόχους ως πληρωμή μερίσματος για το οικονομικό έτος. Δεν περιλαμβάνονται όμως οι έκτακτες εκδόσεις μετοχών που αντιπροσωπεύουν την κεφαλαιοποίηση ιδίων κεφαλαίων με τη μορφή αποθεμάτων και μη διανεμηθέντων κερδών και εξασφαλίζουν στους μετόχους νέες μετοχές σε αναλογία με τις μετοχές που ήδη κατείχαν 7

β) μερίσματα εισπραττόμενα από αμοιβαία κεφάλαια [βλέπε παράγραφο 2.51 στοιχείο β)], από επενδύσεις που έχουν πραγματοποιήσει, και τα οποία καταλογίζονται στους μετόχους, ακόμη και αν κεφαλαιοποιούνται. Δεν περιλαμβάνονται κέρδη ή ζημίες κτήσης από χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στην επενδυτική εταιρεία, τα οποία δεν καταγράφονται ως εισόδημα περιουσίας 7

γ) το εισόδημα που καταβάλλεται στο δημόσιο από δημόσιες επιχειρήσεις που είναι αναγνωρισμένες ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες, αν και δεν έχουν ιδρυθεί επίσημα ως επιχειρήσεις.

4.55. Χρόνος καταγραφής: τα μερίσματα καταγράφονται όταν είναι καταβλητέα, όπως καθορίζεται από την εταιρεία.

Στο σύστημα λογαριασμών, τα μερίσματα εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαρισμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων στους οποίους ταξινομούνται οι επιχειρήσεις 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων στους οποίους ταξινομούνται οι μέτοχοι 7

γ) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

Αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών (D.422)

4.56. Ορισμός: Οι αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών (D.422) είναι τα ποσά τα οποία αποσύρουν πραγματικά οι επιχειρηματίες για ίδια χρήση από τα κέρδη των οιονεί εταιρειών που ανήκουν σ' αυτούς.

4.57. Τα ποσά αυτά πρέπει να καταγράφονται πριν από την αφαίρεση τυχόν τρεχουσών φόρων εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ., για τους οποίους θεωρείται πάντοτε ότι καταβάλλονται από τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων.

4.58. Όταν μια οιονεί εταιρεία έχει κέρδη χρήσης, η μονάδα στην οποία ανήκει αυτή η εταιρεία μπορεί να επιλέξει να αφήσει μέρος ή το σύνολο του κέρδους στην εταιρεία, ιδιαιτέρως για επενδυτικούς σκοπούς. Αυτό το εισόδημα, που παραμένει στην εταιρεία, εμφανίζεται ως αποταμίευση από την οιονεί εταιρεία, και μόνο τα κέρδη που αποσύρουν πραγματικά οι ιδιοκτήτριες μονάδες καταγράφονται στους λογαριασμούς, υπό τον τίτλο «Αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών».

4.59. Όταν πραγματοποιούνται κέρδη στην αλλοδαπή από υποκαταστήματα, αντιπροσωπείες, κ.λπ., επιχειρήσεων μονίμων κατοίκων, εφόσον αυτά τα υποκαταστήματα, κ.λπ., αντιμετωπίζονται ως μονάδες μη μόνιμοι κάτοικοι, τα έσοδα που παραμένουν σ' αυτά εμφανίζονται ως έσοδα επανεπενδυόμενα στις άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (D.43). Μόνο το εισόδημα που μεταφέρεται πραγματικά στη μητρική επιχείρηση αντιμετωπίζεται στους λογαριασμούς ως αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών που προέρχονται από την αλλοδαπή. Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ υποκαταστημάτων, αντιπροσωπειών, κ.λπ., που λειτουργούν στην οικονομική επικράτεια και της μητρικής εταιρείας μη μονίμου κατοίκου στην οποία ανήκουν.

4.60. Στον τίτλο αυτό περιλαμβάνεται το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα που εισπράττεται από μονίμους κατοίκους ως ιδιοκτήτες γης και κτιρίων στην αλλοδαπή, ή από μη μονίμους κατοίκους ως ιδιοκτήτες γης και κτιρίων στην οικονομική επικράτεια. Στην πραγματικότητα, όσον αφορά όλες τις συναλλαγές σχετικά με γη και κτίρια που πραγματοποιούνται στην οικονομική επικράτεια μιας χώρας από μονάδες μη μονίμους κατοίκους, οι μονάδες αυτές θεωρούνται, σύμφωνα με τις συνθήκες που έχουν υιοθετηθεί από το ΕΣΟΛ, ότι είναι πλασματικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι στις οποίες οι ιδιοκτήτες μη μόνιμοι κάτοικοι κατέχουν το μετοχικό κεφάλαιο.

Η αξία μίσθωσης λόγω της ιδιοκατοίκησης κατοικιών που βρίσκονται στο εξωτερικό καταγράφεται ως εισαγωγές υπηρεσίων, και το αντίστοιχο καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα ως πρωτογενές εισόδημα που εισπράττεται από την αλλοδαπή 7 η αξία μίσθωσης λόγω ιδιοκατοίκησης για κατοικίες που ανήκουν σε μη μονίμους κατοίκους καταγράφεται ως εξαγωγές υπηρεσιών, και το αντίστοιχο λειτουργικό πλεόνασμα ως πρωτογενές εισόδημα που καταβάλλεται στην αλλοδαπή.

4.61. Στον τίτλο «Αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών» δεν περιλαμβάνονται ποσά που εισπράττουν οι ιδιοκτήτες τους:

α) από την πώληση υπαρχόντων παγίων κεφαλαιουχικών αγαθών 7

β) από την πώληση γης και άυλων περιουσιακών στοιχείων 7

γ) από αναλήψεις κεφαλαίων (π.χ. ολική ή μερική ρευστοποποίηση των μετοχών της οιονεί εταιρείας που κατέχουν) 7

Τα ποσά αυτά εγγράφονται στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό ως αναλήψεις από μετοχικό κεφάλαιο. Αντιστρόφως, τυχόν ποσά που διαθέτουν οι ιδιοκτήτες μιας οιονεί εταιρείας με σκοπό την αγορά στοιχείων του ενεργητικού ή τη μείωση στοιχείων του παθητικού αντιμετωπίζονται ως προσθήκες στο μετοχικό κεφάλαιο. Πάντως, αν η οιονεί εταιρεία ανήκει στο κράτος και αν λειτουργεί συνεχώς με λειτουργικό έλλειμμα λόγω συγκεκριμένης κρατικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, τυχόν τακτικές μεταβιβάσεις χρημάτων από το κράτος προς την επιχείρηση για την κάλυψη των ζημιών της θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επιδοτήσεις.

4.62. Χρόνος καταγραφής: οι αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών καταγράφονται όταν οι ιδιοκτήτες αποσύρουν τα χρήματα.

4.63. Στο σύστημα λογαριασμών οι αναλήψεις από το εισόδημα οιονεί εταιρειών εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων στους οποίους ταξινομούνται οι οιονεί εταιρείες 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων των ιδιοκτητών 7

γ) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΕΠΑΝΕΠΕΝΔΥΟΜΕΝΑ ΕΣΟΔΑ ΑΠΟ ΑΜΕΣΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ (D.43)

4.64. Ορισμός: Τα επανεπενδυόμενα έσοδα από άμεσες επενδύσεις εξωτερικού ισούνται με:

το λειτουργικό πλεόνασμα της επιχείρησης άμεσεων επενδύσεων εξωτερικού

συν τυχόν εισπρακτά εισοδήματα περιουσίας ή εισπρακτέες τρέχουσες μεταβιβάσεις,

μείον τυχόν πληρωτέα εισοδήματα περιουσίας ή πληρωτέες τρέχουσες μεταβιβάσεις, περιλαμβανομένων των πραγματικών μεταβιβάσεων σε άμεσους επενδυτές του εξωτερικού και τυχόν πληρωτέους τρέχοντες φόρους εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ., της επιχείρησης άμεσων επενδύσεων εξωτερικού.

4.65. Μια επιχείρηση άμεσων επενδύσεων εξωτερικού είναι μια επιχείρηση ανώνυμης ή μη ανώνυμης εταιρικής μορφής στην οποία ένας επενδυτής μόνιμος κάτοικος άλλης οικονομίας κατέχει 10 % ή περισσότερο των κανονικών μετοχών ή των ψήφων (για μια ανώνυμη εταιρεία) ή το ισοδύναμο (για μια μη ανώνυμη εταιρεία). Οι επιχειρήσεις άμεσων ξένων επενδύσεων περιλαμβάνουν τις οντότητες που χαρακτηρίζονται ως θυγατρικές (ο επενδυτής κατέχει περισσότερο από το 50 %) συνδεδεμένες εταιρείες (ο επενδυτής κατέχει 50 % ή λιγότερο) και παραρτήματα (προσωπικές εταιρείες πλήρους ή από κοινού ιδιοκτησίας), που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στον επενδυτή. Κατά συνέπεια, οι «επιχειρήσεις άμεσων επενδύσεων εξωτερικού» είναι έννοια ευρύτερη από τις «εταιρείες υπό ξένο έλεγχο».

4.66. Μπορεί να γίνει πραγματική διανομή του επιχειρηματικού εισοδήματος των επιχειρήσεων άμεσων επενδύσεων εξωτερικού με τη μορφή μερισμάτων ή αναλήψεων από το εισόδημα οιονεί εταιρειών.

Επιπλέον, τα παραμένοντα έσοδα αντιμετωπίζονται σαν να είχαν διανεμηθεί και μεταβιβασθεί στους άμεσους επενδυτές εξωτερικού σε αναλογία με την κατοχή μετοχών απ' αυτούς και στη συνέχεια σαν να είχαν επανεπενδυθεί απ' αυτούς.

Τα επανεπενδυόμενα έσοδα σε άμεσες επενδύσεις εξωτερικού μπορεί να είναι θετικά ή αρνητικά.

4.67. Χρόνος καταγράφης: τα επανεπενδυόμενα έσοδα σε άμεσες επενδύσεις εξωτερικού καταγράφονται όταν εισπράττονται.

Στο σύστημα λογαριασμών τα επανεπενδυόμενα έσοδα σε άμεσες επενδύσεις εξωτερικού εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις και τους πόρους, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων 7

β) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΩΝ (D.44)

4.68. Ορισμός: Το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων αντιστοιχεί στα συνολικά πρωτογενή εισοδήματα που εισπράττονται από την επένδυση τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών. Τα τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά επενδύονται από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία σε χρηματοοικονομικούς πόρους ή γη (από όπου εισπράττεται καθαρό εισόδημα περιουσίας, δηλαδή μετά την αφαίρεση τυχόν καταβληθέντων τόκων) ή σε κτίρια (που παράγουν καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα). Τυχόν εσπραχθέν καθαρό εισόδημα που οφείλεται στην επένδυση ιδίων πόρων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων πρέπει να εξαιρείται, σε αναλογία με το ποσοστό ιδίων πόρων στο άθροισμα ιδίων πόρων και τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών.

4.69. Δεδομένου ότι τα τεχνικά αποθεματικά είναι περιουσιακά στοιχεία των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τα έσοδα από την επένδυσή τους εμφανίζονται στους λογαριασμούς σαν να καταβάλλονται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα συνταξιοδοτικά ταμεία στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με τη μορφή εισοδήματος περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Εφόσον τα εισοδήματα αυτά στην πράξη κρατούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, θεωρούνται ότι επιστρέφονται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα συνταξιοδοτικά ταμεία με τη μορφή συμπληρωματικών ασφαλίστρων και ασφαλιστικών εισφορών, που προστίθενται στα πραγματικά πληρωτέα ασφάλιστρα και εισφορές.

Αυτά τα συμπληρωματικά ασφάλιστρα και οι συμπληρωματικές εισφορές για συμβάσεις ασφάλισης εκτός από ασφάλεια ζωής και για συμβάσεις ασφάλειας ζωής που συνάπτονται στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης καταγράφονται μαζί με τα πραγματικά ασφάλιστρα και εισφορές στους λογαριασμούς δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των σχετικών μονάδων.

Τα συμπληρωματικά ασφάλιστρα για ατομική ασφάλεια ζωής που δεν εντάσσονται στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης, όπως και τα ίδια τα ασφάλιστρα, δεν είναι τρέχουσες μεταβιβάσεις και επομένως δεν καταγράφονται στους λογαριασμούς δευτερογενούς διανομής εισοδήματος. Συμπεριλαμβάνονται απευθείας ως ένα από τα στοιχεία που συμβάλλουν στην αλλαγή του «καθαρού μετοχικού κεφαλαίου νοικοκυριών σε αποθεματικά ασφάλισης ζωής και αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων» που καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των σχετικών μονάδων.

4.70. Χρόνος καταγραφής: το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων καταγράφεται όταν είναι πληρωτέο.

4.71. Στο σύστημα λογαριασμών, το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται σε κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων εμφανίζεται:

α) στους πόρους, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων 7

β) στις χρήσεις, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των ασφαλιστών 7

γ) στους πρόρους και τις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΓΑΙΟΠΡΟΣΟΔΟΣ ΚΑΙ ΕΣΟΔΑ ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΔΑΦΟΥΣ (D.45)

Γαιοπρόσοδος από εκτάσεις γης

4.72. Η γαιοπρόσοδος που εισπράττει ένας ιδιοκτήτης γης από ένα μισθωτή είναι μια μορφή εισοδήματος περιουσίας.

Στον τίτλο περιλαμβάνονται τα μισθώματα που καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες εσωτερικών υδάτων και ποταμών για το δικαίωμα εκμετάλλευσης των νερών αυτών για ψυχαγωγικούς ή άλλους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης και της αλιείας.

Ένας ιδιοκτήτης γης μπορεί να υποχρεούται να καταβάλλει φόρους γης ή να βαρύνεται με ορισμένες δαπάνες συντήρησης, αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι κατέχει τη γη. Κατά συνθήκη, αυτοί οι φόροι και οι δαπάνες συντήρησης θεωρούνται ότι πρέπει να καταβάλλονται από το άτομο που έχει το δικαίωμα χρήσης της γης, ο οποίος θεωρείται ότι τους αφαιρεί από το μίσθωμα που θα έπρεπε κανονικά να καταβάλει στον ιδιοκτήτη της γης.

4.73. Η γαιοπρόσοδος δεν περιλαμβάνει τα μισθώματα για κτίρια και για κατοικίες που βρίσκονται πάνω στη γη 7 τα μισθώματα αυτά αντιμετωπίζονται ως πληρωμή για μια εμπορεύσιμη υπηρεσία που παρέχεται από τον ιδιοκτήτη στο μισθωτή του κτιρίου ή της κατοικίας, και εμφανίζονται στους λογαριασμούς ως ενδιάμεση ανάλωση ή τελική κατανάλωση της μισθώτριας μονάδας. Αν δεν υπάρχει αντικειμενική βάση για το διαχωρισμό της πληρωμής μεταξύ γαιοπροσόδου και μισθώματος των κτιρίων που βρίσκονται πάνω στη μισθωμένη γη, το συνολικό ποσό αντιμετωπίζεται ως γαιοπρόσοδος, εάν η αξία της γης θεωρείται ότι υπερβαίνει την αξία των κτιρίων που βρίσκονται επάνω της, και ως μίσθωμα στην αντίθετη περίπτωση.

Έσοδα από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους

4.74. Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει τα ποσοστά που πρέπει να καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες κοιτασμάτων, μεταλλευμάτων ή ορυκτών καυσίμων (άνθρακα, πετρελαίου, ή φυσικού αερίου), οι οποίοι τα εκμισθώνουν σε άλλες θεσμικές μονάδες, επιτρέποντάς τους να εκμεταλλεύονται ή να εξορύσουν τα κοιτάσματα αυτά για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

4.75. Χρόνος καταγραφής των εσόδων από γη και από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους: τα έσοδα από γη και από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους καταγράφονται στην περίοδο κατά την οποία πρέπει να καταβάλλονται.

4.76. Στο σύστημα λογαριασμών, οι γαιοπρόσοδοι και τα έσοδα από περιουσιακά στοιχεία του υπεδάφους καταγράφονται:

α) στους πόρους και τις χρήσεις, στο λογαριασμό διανομής πρωτογενούς εισοδήματος των τομέων 7

β) στους πόρους και τις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών συναλλαγών.

ΤΡΕΧΟΝΤΕΣ ΦΟΡΟΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, ΠΛΟΥΤΟΥ, κ.λπ. (D.5)

4.77. Ορισμός: Οι τρέχοντες φόροι εισοδήματος, πλούτου κ.λπ. (D.5), καλύπτουν όλες τις υποχρεωτικές, μονομερείς πληρωμές, σε μετρητά ή σε είδος, που επιβάλλονται περιοδικά από το κράτος και από αλλοδαπή στο εισόδημα και την περιουσία των θεσμικών μονάδων, και ορισμένους περιοδικούς φόρους που δεν αποτιμώνται ούτε με βάση το εισόδημα ούτε με βάση την περιουσία.

Οι τρέχοντες φόροι εσοδήματος, πλούτου, κ.λπ., διαιρούνται στα ακόλουθα:

α) φόρους εισοδήματος (D.51) 7

β) λοιπούς τρέχοντες φόρους (D.59).

ΦΟΡΟΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ (D.51)

4.78. Ορισμός: Οι φόροι εισοδήματος (D.51) είναι φόροι επί εισοδημάτων, κερδών και κερδών κεφαλαίου. Αποτιμώνται με βάση τα πραγματικά ή υποτιθέμενα εισοδήματα ατόμων, νοικοκυριών, εταιρειών ή ΜΚΙ. Περιλαμβάνουν φόρους που αποτιμώνται με βάση την κατοχή περιουσίας, γης ή ακινήτων όταν η κατοχή αυτή χρησιμοποιείται ως βάση για την εκτίμηση του εισοδήματος των ιδιοκτητών τους.

Οι φόροι εισοδήματος περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) φόρους επί ατομικών εισοδημάτων ή εισοδημάτων νοικοκυριών (εισοδήματα από απασχόληση, ιδιοκτησία, επιχειρηματική δραστηριότητα, συντάξεις, κ.λπ.), συμπεριλαμβανομένων των φόρων που παρακρατούνται από τους εργοδότες (παρακράτηση φόρου στην πηγή). Εδώ περιλαμβάνονται και οι φόροι επί του εισοδήματος των ιδιοκτητών προσωπικών εταιρειών 7

β) φόρους επί των εισοδημάτων ή των κερδών επιχειρήσεων 7

γ) φόρους επί κερδών κτήσης 7

δ) φόρους επί των κερδών από λαχεία ή τυχερά παιχνίδια, που καταβάλλονται με βάση τα ποσά που εισπράττουν αυτοί που κερδίζουν, και που διακρίνονται από τους φόρους επί των κύκλου εργασιών των παραγωγών που διοργανώνουν τυχερά παιχνίδια ή λαχεία, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως φόροι επί προϊόντων.

ΛΟΙΠΟΙ ΤΡΕΧΟΝΤΕΣ ΦΟΡΟΙ (D.59)

4.79. Οι λοιποί τρέχοντες φόροι (D.59) περιλαμβάνουν τα:

α) τρέχοντες φόρους επί κεφαλαίων, που είναι φόροι που πρέπει να καταβάλλονται περιοδικά από ιδιοκτήτες ή γης ή κτιρίων με βάση την ιδιοκτησία ή τη χρήση τους, και τρέχοντες φόρους με βάση την καθαρή περιουσία και άλλα περιουσιακά στοιχεία (κοσμήματα, άλλα εξωτερικά σημεία πλούτου) - με εξαίρεση τους φόρους που αναφέρονται στο D.29 (οι οποίοι καταβάλλονται από τις επιχειρήσεις λόγω της ενασχόλησής τους με την παραγωγή) και στο D.51 (φόροι εισοδήματος) 7

β) κεφαλικούς φόρους, που επιβάλλονται ανά ενήλικο άτομο ή ανά νοικοκυριό, ανεξάρτητα από το εισόδημα ή την περιουσία 7

γ) φόρους επί των δαπανών, που καταβάλλονται με βάση τις συνολικές δαπάνες ατόμων ή νοικοκυριών 7

δ) πληρωμές από νοικοκυριά για άδειες κατοχής ή χρήσης οχημάτων, σκαφών ή αεροσκαφών (που δεν χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς), ή για άδειες κυνηγιού, χρήσης πυροβόλων όπλων ή αλιείας, κ.λπ. (46) 7

ε) φόρους επί διεθνών συναλλαγών (ταξίδια στο εξωτερικό, εμβάσματα από και προς το εξωτερικό, επενδύσεις εξωτερικού, κ.λπ.), εκτός από αυτούς που βαρύνουν τους παραγωγούς και από τους δασμούς εισαγωγής που βαρύνουν τα νοικοκυριά.

4.80. Οι τρέχοντες φόροι εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ., δεν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) φόρους κληρονομιάς, τέλη θανάτου ή φόρους επί δωρεών μεταξύ ζώντων, που θεωρούνται ότι επιβάλλονται στο κεφάλαιο των αποδεκτών και εμφανίζονται στον τίτλο «φόροι κεφαλαίου» (D.91) 7

β) περιστασιακές ή εξαιρετικές εισφορές επί των κεφαλαίων ή της περιουσίας, που εμφανίζονται στον τίτλο «φόροι κεφαλαίου» (D.91) 7

γ) φόρους επί της γης, των κτιρίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε ή μισθώνονται από επιχειρήσεις, οι οποίες τα χρησιμοποιούν για παραγωγικούς σκοπούς, δεδομένου ότι οι φόροι αυτοί αντιμετωπίζονται ως λοιποί φόροι επί της παραγωγής (D.29) 7

δ) πληρωμές από νοικοκυριά για άδειες εκτός από τις άδειες χρήσης οχημάτων, σκαφών ή αεροσκαφών, ή τις άδειες κυνηγιού, χρήσης πυροβόλων όπλων ή αλιείας: άδειες οδήγησης ή άδειες κυβερνήτη αεροσκάφους, άδειες τηλεόρασης ή ραδιοφώνου, άδειες κατοχής πυροβόλων όπλων, τέλη εισόδου σε μουσεία ή βιβλιοθήκες, τέλη αποκομιδής απορριμμάτων, κ.λπ., που στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρούνται ως αγορά υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος (47).

4.81. Η συνολική αξία φόρων που θα πρέπει να καταγράφονται περιλαμβάνει τυχόν τόκους που βαρύνουν καθυστερημένους πληρωτέους φόρους και τυχόν πρόστιμα που επιβάλλουν οι φορολογικές αρχές, εάν είναι αδύνατο να καταγραφούν ξεχωριστά αυτοί οι τόκοι και τα πρόστιμα 7 περιλαμβάνει επίσης τυχόν προσαυξήσεις που επιβάλλονται για την είσπραξη ή τη συλλογή των φόρων που καθυστερούν. Αντιστοίχως, μειώνεται κατά το ποσό τυχόν εκπτώσεων που χορηγεί το κράτος στο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής και τυχόν επιστροφών λόγω υπερβολών πληρωμών.

4.82. Καταγραφή τρεχόντων φόρων εισοδήματος, περιουσίας: οι τρέχοντες φόροι εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ., καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες, οι συναλλαγές ή τα άλλα γεγονότα που δημιουργούν την υποχρέωση πληρωμής.

Πάντως, ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες, συναλλαγές ή γεγονότα, που σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία θα έπρεπε να επιβάλλουν στις σχετικές μονάδες την υποχρέωση καταβολής φόρων, διαφεύγουν συνεχώς της προσοχής των φορολογικών αρχών. Θα ήταν εξωπραγματικό να υποτεθεί ότι αυτές οι δραστηριότητες, οι συναλλαγές ή τα γεγονότα δημιουργούν χρηματοοικονομικές απαιτήσεις ή υποχρεώσεις με τη μορφή υποχρεώσεων πληρωμής ή δικαιωμάτων είσπραξης. Γι' αυτό, τα ποσά που θα πρέπει να καταγράφονται στο ΕΣΟΛ καθορίζονται με βάση τα πληρωτέα ποσά όταν αυτά τεκμηριώνονται από φορολογικές αποτιμήσεις, δηλώσεις ή άλλα μέσα που δημιουργούν υποχρεώσεις με τη μορφή σαφών υποχρεώσεων πληρωμής εκ μέρους των φορολογουμένων. Το σύστημα δεν τεκμαίρει ελλείποντες φόρους εάν δεν τεκμηριώνονται από φορολογικές αποτιμήσεις.

Οι φόροι που τεκμηριώνονται από φορολογικές αποτιμήσεις αλλά οι οποίοι δεν καταβάλλονται (για παράδειγμα λόγω χρεωκοπίας) αντιμετωπίζονται σαν να είχαν πληρωθεί 7 υπάρχουν δύο ενδεχόμενα:

α) παραγραφή επισφαλών χρεών από το κράτος που αναγνωρίζει ότι η απαίτησή του δεν μπορεί πλέον να εισπραχθεί 7 αυτή η παραγραφή καταγράφεται στους λογαριασμούς λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων του κράτους και του αθετούντως χρεώστη 7

β) διαγραφή του χρέους με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ του κράτους και του χρεώστη. Αυτή η διαγραφή αντιμετωπίζεται ως μεταβίβαση κεφαλαίου από το κράτος στο χρεώστη στο λογαριασμό κεφαλαίου με ταυτόχρονη διαγραφή μιας απαίτησης από το χρηματοπιστωτικό λογαριασμό.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υποχρέωση πληρωμής φόρων εισοδήματος μπορεί να καθορισθεί μόνο σε μεταγενέστερη λογιστική περίοδο από αυτήν κατά την οποία παράγεται το εισόδημα. Επομένως, χρειάζεται ένας βαθμός ευελιξίας όσον αφορά το χρόνο καταγραφής των φόρων αυτών. Οι φόροι εισοδήματος που παρακρατούνται στην πηγή, όπως οι φόροι που παρακρατούνται από τους εργοδότες και οι τακτικές προκαταβολές φόρων εισοδήματος, μπορεί να καταγράφονται κατά τις περιόδους κατά τις οποίες καταβάλλονται, και τυχόν τελική υποχρέωση καταβολής φόρου μπορεί να καταγράφεται στην περίοδο κατά την οποία καθορίζεται η υποχρέωση αυτή.

Στο σύστημα λογαριασμών, οι τρέχοντες φόροι εισοδήματος, περιουσίας, κ.λπ. εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των τομέων στους οποίους ταξινομούνται οι φορολογούμενοι 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος του δημοσίου τομέα 7

γ) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών συναλλαγών.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ (D.6)

4.83. Ορισμός: Οι κοινωνικές παροχές είναι μεταβιβάσεις προς νοικοκυριά, σε μετρητά ή σε είδος, που αποσκοπούν στο να τα ανακουφίσουν από το χρηματοοικονομικό βάρος ορισμένων κινδύνων ή αναγκών, που πραγματοποιούνται μέσω συλλογικά διοργανωμένων προγραμμάτων, ή έξω από το πλαίσιο τέτοιων προγραμμάτων από κρατικούς οργανισμούς και ΜΚΙΕΝ 7 περιλαμβάνουν πληρωμές από το δημόσιο προς παραγωγούς οι οποίοι χορηγούν ατομικά παροχές προς νοικοκυριά και οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο κοινωνικών κινδύνων ή αναγκών.

4.84. Ο κατάλογος των κινδύνων ή των αναγκών που μπορεί να δικαιολογήσουν κοινωνικές παροχές έχει καθορισθεί, κατά συνθήκη, ως εξής:

α) ασθένεια 7

β) αναπηρία, ανικανότητα 7

γ) επαγγελματικό ατύχημα ή ασθένεια 7

δ) γήρας 7

ε) επιζώντες 7

στ) μητρότητα 7

ζ) οικογένεια 7

η) προώθηση της απασχόλησης 7

θ) ανεργία 7

ι) στέγαση (48) 7

κ) εκπαίδευση 7

λ) γενική ανέχεια.

4.85. Οι κοινωνικές παροχές περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) τρέχουσες και κατ' αποκοπήν μεταβιβάσεις από προγράμματα που εισπράττουν εισφορές, καλύπτουν το σύνολο ή μεγάλο μέρος της κοινωνίας και επιβάλλονται και ελέγχονται από κρατικές μονάδες (προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης) 7

β) τρέχουσες και κατ' αποκοπήν μεταβιβάσεις από προγράμματα που διοργανώνονται από επιχειρήσεις για λογαριασμό των εργαζομένων τους, των πρώην εργαζομένων τους ή τα συντηρούμενα μέλη των οικογενειών τους (προγράμματα επιχειρήσεων με ιδιωτική χρηματοδότηση ή χωρίς χρηματοδότηση). Οι εισφορές μπορεί να καταβάλλονται από εργαζομένους ή εργοδότες 7 μπορεί επίσης να καταβάλλονται από αυτοαπασχολούμενους 7

γ) τρέχουσες μεταβιβάσεις από κρατικές μονάδες και ΜΚΙΕΝ, που δεν εξαρτώνται από προηγούμενες πληρωμές ή εισφορές (παροχή βοήθειας) 7

4.86. Στις κοινωνικές παροχές δεν περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) αποζημιώσεις με βάση ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συναφθεί αποκλειστικά με πρωτοβουλία του ίδιου του ασφαλισμένου, ανεξάρτητα από τον εργοδότη του ή το κράτος 7

β) αποζημιώσεις με βάση ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συναφθεί με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση έκπτωσης, ακόμη και αν οι συμβάσεις αυτές βασίζονται σε συλλογική σύμβαση.

4.87. Για να θεωρείται ένα ατομικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως τμήμα ενός προγράμματος κοινωνικής ασφάλισης, τα ενδεχόμενα ή οι περιστάσεις κατά των οποίων ασφαλίζονται οι συμμετέχοντες πρέπει να αντιστοιχούν με τους κινδύνους ή τις ανάγκες (βλέπε παράγραφο 4.84) και, επιπλέον, να ικανοποιείται μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες συνθήκες:

α) υποχρεωτική συμμετοχή στο πρόγραμμα, είτε διά νόμου για μια καθορισμένη κατηγορία εργατών, αυτοαπασχολουμένων ή χωρίς απασχόληση, είτε με βάση τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης ενός εργαζομένου ή ομάδες εργαζομένων 7

β) συλλογικό πρόγραμμα που λειτουργεί προς όφελος μιας καθορισμένης ομάδας εργαζομένων, αυτοαπασχολουμένων ή χωρίς απασχόληση, όπου η συμμετοχή περιορίζεται στα μέλη αυτής της ομάδας 7

γ) ένας εργοδότης καταβάλλει συνεισφορές (πραγματικές ή τεκμαρτές) στο πρόγραμμα για λογαριασμό ενός εργαζομένου, ανεξάρτητα του αν ο ίδιος ο εργαζόμενος καταβάλλει εισφορά.

4.88. Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης είναι προγράμματα στα οποία οι εργαζόμενοι υποχρεούνται ή ενθαρρύνονται, από τους εργοδότες τους ή από το κράτος, να ασφαλισθούν εναντίον ορισμένων ενδεχομένων ή περιστάσεων που μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ευημερία των ίδιων ή των συντηρουμένων μελών των οικογενειών τους.

Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με τους ακόλουθους τύπους:

α) προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης που καλύπτουν το σύνολο ή μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, τα οποία επιβάλλονται, ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από κρατικές μονάδες 7

β) προγράμματα με ιδιωτική χρηματοδότηση που αποτελούνται:

(1) προγράμματα στα οποία οι κοινωνικές εισφορές καταβάλλονται σε τρίτους (ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία),

(2) προγράμματα στα οποία οι εργοδότες διατηρούν ειδικά αποθεματικά τα οποία είναι ξεχωριστά από τα άλλα αποθεματικά τους, ακόμη και αν τα προγράμματα αυτά δεν αποτελούν θεσμικές μονάδες ξεχωριστές από τους εργοδότες. Τα προγράμματα αυτά αναφέρονται ως μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία. Τα αποθεματικά αυτά θεωρούνται ως περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους αποδέκτες και όχι στους εργοδότες 7

γ) μη χρηματοδοτούμενα προγράμματα στα οποία οι εργοδότες καταβάλλουν κοινωνικές εισφορές για τους εργαζομένους τους, τους πρώην εργαζομένους τους ή τα συντηρούμενα μέλη των οικογενειών τους, από δικούς τους πόρους, χωρίς να δημιουργούν ειδικά αποθεματικά για το σκοπό αυτό.

4.89. Τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης που οργανώνονται από κρατικές μονάδες για τους δικούς τους εργαζομένους, ταξινομούνται ως προγράμματα με ιδιωτική χρηματοδότηση ή χωρίς χρηματοδότηση, ανάλογα με την περίπτωση, και όχι ως προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης.

4.90. Οι κοινωνικές εισφορές μπορούν να διαιρεθούν σε πραγματικές εισφορές που καταβάλλονται στο πλαίσιο των δύο πρώτων κατηγοριών προγραμμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 4.88 ανωτέρω, και σε τεκμαρτές εισφορές που καταβάλλονται στο πλαίσιο προγραμμάτων χωρίς χρηματοδότηση.

4.91. Οι κοινωνικές εισφορές μπορούν να διαιρεθούν σ' αυτές που είναι υποχρεωτικές από το νόμο και σε αυτές που δεν είναι.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ (D.61)

Πραγματικές κοινωνικές εισφορές (D.611)

4.92. Οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) Πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.6111). Αυτές αντιστοιχούν με τη ροή D.121

Οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών καταβάλλονται από τους εργοδότες σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή αυτόνομα καθώς και μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία, που διαχειρίζονται προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης, με σκοπό την εξασφάλιση κοινωνικών παροχών για τους εργαζομένους τους.

Δεδομένου ότι οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών καταβάλλονται προς όφελος των εργαζομένων τους, η αξία τους καταγράφεται ως μια από τις συνιστώσες του εισοδήματος εξαρτημένης εργασίας μαζί με τους μισθούς και τα ημερομίσθια σε μετρητά ή σε είδος. Στη συνέχεια, οι κοινωνικές εισφορές καταγράφονται σαν να καταβάλλονται από τους εργαζομένους ως τρέχουσες μεταβιβάσεις προς τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τα αυτόνομα καθώς και τα μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία.

β) Κοινωνικές εισφορές εργαζομένων (D.6112)

Αυτές είναι κοινωνικές εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι σε προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και προγράμματα με ιδιωτική χρηματοδότηση ή χωρίς χρηματοδότηση. Οι κοινωνικές εισφορές των εργαζομένων αποτελούνται από τις πραγματικές πληρωτέες εισφορές, συν, στην περίπτωση προγραμμάτων με ιδιωτική χρηματοδότηση, τις συμπληρωματικές εισφορές που καταβάλλονται από το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, το οποίο εισπράττουν οι εργαζόμενοι που συμμετέχουν στα προγράμματα, μείον τις δαπάνες λειτουργίας. Όλες οι δαπάνες λειτουργίας θεωρείται ότι βαρύνουν τις εισφορές των εργαζομένων και όχι των εργοδοτών.

γ) Κοινωνικές εισφορές από αυτοαπασχολούμενους και μη απασχολούμενους (D.6113)

Πρόκειται για κοινωνικές εισφορές που καταβάλλονται, για ίδιο όφελος, από άτομα που δεν εργάζονται με μισθωτή εργασία, δηλαδή, αυτοαπασχολούμενους (εργοδότες ή εργαζόμενους για ίδιο λογαριασμό), ή άτομα που δεν εργάζονται. Οι εισφορές αυτές περιλαμβάνουν επίσης την αξία των συμπληρωματικών εισφορών που καταβάλλονται από το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων το οποίο εισπράττουν τα άτομα που συμμετέχουν 7 αυτές οι συμπληρωματικές εισφορές καταγράφονται ως επιστρέφουσες στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις μαζί με τις εισφορές.

4.93. Οι πληρωμές των πραγματικών κοινωνικών εισφορών μπορεί να είναι υποχρεωτικές δυνάμει νόμου ή κανονισμού, ή μπορεί να καταβάλλονται ως αποτέλεσμα συλλογικών συμβάσεων σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία, ή συμφωνιών μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, ή επειδή συμπεριλαμβάνονται στην ίδια τη σύμβαση απασχόλησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εισφορές μπορεί να είναι εθελοντικές.

Αυτές οι εθελοντικές εισφορές καλύπτουν τα ακόλουθα:

α) κοινωνικές εισφορές τις οποίες καταβάλλουν ή συνεχίζουν να καταβάλλουν σε ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης άτομα που δεν είναι, ή δεν είναι πλέον, υποχρεωμένα από το νόμο να καταβάλλουν εισφορά 7

β) κοινωνικές εισφορές που καταβάλλονται σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις (ή φιλικές αλληλασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία που ταξινομούνται στον ίδιο τομέα) ως τμήμα προγραμμάτων συμπληρωματικής ασφάλισης που οργανώνονται από επιχειρήσεις προς όφελος των εργαζομένων τους και στα οποία οι εργαζόμενοι εντάσσονται εθελοντικά 7

γ) εισφορές σε φιλικές αλληλασφαλιστικές εταιρείες όπου δικαίωμα εγγραφής έχουν οι εργαζόμενοι με μισθωτή εργασία ή οι αυτοαπασχολούμενοι.

4.94. Για να είναι δυνατή η διάκριση μεταξύ κοινωνικών εισφορών που είναι υποχρεωτικές και αυτών που δεν είναι, στην ταξινόμηση εισάγεται μία συμπληρωματική βαθμίδα:

α) υποχρεωτικές πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.61111) 7

β) εθελοντικές πραγματικές κοινωνικές εισφορές εργοδοτών (D.61112) 7

γ) υποχρεωτικές κοινωνικές εισφορές μισθωτών (D.61121) 7

δ) εθελοντικές κοινωνικές εισφορές μισθωτών (D.61122) 7

ε) υποχρεωτικές κοινωνικές εισφορές αυτοαπασχολουμένων και μη εργαζομένων (D.61131) 7

στ) εθελοντικές κοινωνικές εισφορές αυτοαπασχολουμένων και μη εργαζομένων (D.61132).

4.95. Οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης ή άλλους κρατικούς οργανισμούς καταγράφονται μεικτές ως διανεμητικές συναλλαγές.

Εξάλλου, οι κοινωνικές εισφορές που καταβάλλονται στο πλαίσιο προγραμμάτων με ιδιωτική χρηματοδότηση σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις και σε φιλικές αλληλασφαλιστικές εταιρείες και αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία που περιλαμβάνονται στον ίδιο τομέα καταγράφονται ως καθαρές, δηλαδή αφού αφαιρεθεί το μέρος της εισφοράς που αντιπροσωπεύει την αξία της ασφαλιστικής υπηρεσίας που παρέχεται σε νοικοκυριά (μονίμους και μη μονίμους κατοίκους). Με βάση τις χρησιμοποιούμενες συνθήκες, αυτό το μέρος της συνεισφοράς αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την πληρωμή μιας εμπορεύσιμης υπηρεσίας που αποτελεί μέρος της τελικής κατανάλωσης των νοικοκυριών ή, στην περίπτωση εισφορών που καταβάλλονται από νοικοκυριά μη μονίμους κατοίκους, μέρος των εξαγωγών υπηρεσιών.

Στην περίπτωση μη αυτόνομων προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση, όπου οι εργοδότες διατηρούν δικά τους ξεχωριστά αποθεματικά, δεν αφαιρούνται δαπάνες λειτουργίας από τις εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι. Εφόσον τα ταμεία αυτά δεν αποτελούν θεσμικές μονάδες ξεχωριστές από τους εργοδότες, το κόστος της διαχείρισης και διοίκησης των ταμείων εντάσσεται στα γενικά κόστη παραγωγής του εργοδότη.

4.96. Χρόνος καταγραφής: οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών (D.6111) και οι κοινωνικές εισφορές των εργαζομένων (D.6112) καταγράφονται όταν πραγματοποιείται η εργασία η οποία δημιουργεί την υποχρέωση καταβολής των εισφορών. Οι κοινωνικές εισφορές από αυτοαπασχολούμενους και από μη απασχολούμενους (D.6113) καταγράφονται όταν δημιουργούνται οι υποχρεώσεις πληρωμής.

4.97. Στο σύστημα λογαριασμών, οι πραγματικές κοινωνικές εισφορές εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των νοικοκυριών 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (στην περίπτωση νοικοκυριών μη μονίμων κατοίκων) 7

γ) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή εργοδοτών μονίμων κατοίκων 7

δ) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (στην περίπτωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή εργοδοτών μη μονίμων κατοίκων).

Τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές (D.612)

4.98. Οι τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές (D.612) αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των κοινωνικών παροχών (μείον ενδεχόμενες κοινωνικές εισφορές εργαζομένων) που καταβάλλεται άμεσα από τους εργοδότες (δηλαδή που δεν συνδέεται με τις πραγματικές εισφορές των εργοδοτών) προς τους εργαζομένους τους ή τους πρώην εργαζομένους τους και άλλους δικαιούχους. Αντιστοιχούν με τη ροή D.122. Η αξία τους θα πρέπει, καταρχήν, να βασίζεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς.

4.99. Είναι απαραίτητη η χρήση των τεκμαρτών κοινωνικών εισφορών για να συμπεριλαμβάνονται οι κοινωνικές παροχές που διανέμονται απευθείας από τους εργοδότες στους λογαρισμούς υπό τον τίτλο «Κοινωνικές παροχές» και για να συμπεριλαμβάνεται το κόστος των παροχών αυτών (όσον αφορά το μέρος που δεν καλύπτεται από πραγματικές εισφορές εργαζομένων) στις αμοιβές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης.

Όταν οι εργοδότες παρέχουν οι ίδιοι κοινωνικές παροχές απευθείας προς τους εργαζομένους τους, τους πρώην εργαζομένους τους ή τα συντηρούμενα μέλη των οικογενειών τους από δικούς τους πόρους, χωρίς να παρεμβάλλεται ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης, μια ασφαλιστική επιχείρηση ή ένα αυτόνομο συνταξιοδοτικό ταμείο, και χωρίς να δημιουργείται ιδιαίτερο ταμείο ή ξεχωριστό αποθεματικό για το σκοπό αυτό, οι αποδέκτες μπορεί να θεωρηθεί ότι προστατεύονται έναντι διαφόρων συγκεκριμένων αναγκών ή περιστάσεων, ακόμη και αν δεν έχουν γίνει πληρωμές για την κάλυψή τους.

Επομένως, θα πρέπει να τεκμαίρεται για τους απασχολουμένους αυτούς αμοιβή αξίας ίσης με το ποσό των κοινωνικών εισφορών που θα χρειαζόνται για να εξασφαλισθεί εκ των πραγμάτων το δικαίωμα για τις αντίστοιχες κοινωνικές παροχές. Τα ποσά αυτά εξαρτώνται όχι μόνο από το ύψος των παροχών που πρέπει να καταβάλλονται σήμερα αλλά επίσης και με τον τρόπο με τον οποίο ενδέχεται να εξελιχθούν οι υποχρεώσεις των εργοδοτών στο μέλλον στο πλαίσιο τέτοιων προγραμμάτων, ως αποτέλεσμα παραγόντων όπως προσδοκώμενες αλλαγές των αριθμών, της κατανομής των ηλικιών και της προσδοκώμενης των σημερινών και των πρώην εργαζομένων τους. Έτσι, οι αξίες που θα πρέπει να τεκμαίρονται για την εισφορά θα πρέπει, καταρχήν, να βασίζονται στον τύπο των μαθηματικών μεταβλητών που καθορίζουν τα επίπεδα ασφαλίστρων που χρεώνουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Όταν, ως αποτέλεσμα πολιτικών γεγονότων ή οικονομικών μεταβολών, ο λόγος μεταξύ του αριθμού των σημερινών απασχολουμένων και του αριθμού που εισπράττουν συντάξεις αλλάζει σε σημαντικό βαθμό και γίνεται αφύσικος, θα πρέπει να εκτιμάται η αξία των τεκμαρτών εισφορών των σημερινών εργαζομένων, που θα διαφέρει από την πραγματικη αξία των συντάξεων που καταβάλλονται. Ένα λογικό ποσοστό των μισθών που καταβάλλονται στους σημερινούς απασχολουμένους μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό.

Πάντως, στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολο να καθορισθεί το ύψος αυτών των τεκμαρτών εισφορών. Η επιχείρηση μπορεί να κάνει δικές της εκτιμήσεις, ενδεχομένως με βάση τις εισφορές που καταβάλλονται για προγράμματα με παρόμοια συνταξιοδότηση, έτσι ώστε να υπολογίσει τις πιθανές υποχρεώσεις της στο μέλλον. Αλλιώς, η μόνη πρακτική εναλλακτική λύση μπορεί να είναι η χρήση των κοινωνικών παροχών χωρίς χρηματοδότηση που καταβάλλονται από την επιχείρηση κατά την ίδια λογιστική περίοδο (αφού αφαιρεθούν οι πραγματικές εισφορές που καταβάλλουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι) ως εκτίμηση της τεκμαρτής αμοιβής που θα απαιτηθεί για να καλύψει τις τεκμαρτές εισφορές. Αν και προφανώς για πολλούς λόγους η αξία των τεκμαρτών εισφορών που θα απαιτηθούν μπορεί να διαφέρει από τις κοινωνικές παροχές χωρίς χρηματοδότηση που καταβάλλονται στην πραγματικότητα κατά την ίδια περίοδο, για λόγους όπως η μεταβολή της σύνθεσης και της ηλικιακής δομής του κατά την τρέχουσα περίοδο (μείον κοινωνικές εισφορές των εργαζομένων) μπορούν πάντως να παρέχουν επαρκείς εκτιμήσεις των εισφορών και των συναφών τεκμαρτών αμοιβών.

4.100. Για τους εργοδότες καταγράφεται, στο λογαριασμό παραγωγής εισοδήματος, ότι καταβάλλουν στους υπάρχοντες εργαζομένους τους, ως συστατικό μέρος της αμοιβής τους, ένα ποσό που περιγράφεται ως τεκμαρτή κοινωνική εισφορά αξίας ίσης με την αξία των κατ' εκτίμηση κοινωνικών εισφορών που θα ήταν απαραίτητες για την παροχή των κοινωνικών παροχών χωρίς χρηματοδότηση τις οποίες δικαιούνται. Για τους εργαζομένους καταγράφεται, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος, ότι επιστρέφουν στους εργοδότες τους το ίδιο ποσό τεκμαρτών κοινωνικών εισφορών (δηλαδή τρέχουσες μεταβιβάσεις) σαν να τα κατέβαλαν σε ένα ξεχωριστό πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης.

4.101. Χρόνος καταγραφής: οι τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές που αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των υποχρεωτικών άμεσων κοινωνικών παροχών καταγράφονται όταν εμφανίζεται η υποχρέωση πληρωμής των παροχών.

Οι τεκμαρτές, κοινωνικές εισφορές που αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο των εθελοντικών άμεσων κοινωνικών παροχών καταγράφονται όταν χορηγούνται οι παροχές.

4.102. Στο σύστημα λογαριασμών οι τεκμαρτές κοινωνικές εισφορές εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των νοικοκυριών, και στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των τομέων στους οποίους ανήκουν οι εργοδότες, και στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΣΕ ΕΙΔΟΣ (D.62)

4.103. Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε χρήμα (D.621)

Είναι πληρωτέες σε νοικοκυριά από ταμεία κοινωνικής ασφάλισης (εκτός από τις επιστροφές, βλέπε D.6311). Οι παροχές αυτές παρέχονται στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης.

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση (D.622)

Είναι (σε χρήμα ή σε είδος) πληρωτέες σε νοικοκυριά από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή άλλες θεσμικές μονάδες που διαχειρίζονται προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης με ιδιωτική χρηματοδότηση.

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε εργαζομένους χωρίς χρηματοδότηση (D.623)

Είναι (σε χρήμα ή σε είδος) πληρωτέες στους εργαζομένους τους, τα συντηρούμενα μέλη των οικογενειών τους ή τους επιζώντες από εργοδότες που διαχειρίζονται προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης χωρίς χρηματοδότηση. Κατά κανόνα, περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) συνέχιση της πληρωμής κανονικού ή μειωμένου μισθού σε περιόδους απουσίας από την εργασία λόγω ασθένειας, ατυχήματος, μητρότητας, κ.λπ. 7

β) πληρωμή οικογεινειακών, εκπαιδευτικών ή άλλων επιδομάτων σχετικών με συντηρούμενα μέλη οικογενειών 7

γ) πληρωμή συντάξεων σε πρώην εργαζομένους ή στους επιζώντες των οικογενειών τους, και πληρωμή εφάπαξ επιδομάτων σε εργαζόμενους ή στους επιζώντες των οικογενειών τους στην περίπτωση απόλυσης, ανικανότητας, θανάτου από ατύχημα, κ.λπ. (αν συνδέονται με συλλογικές συμβάσεις) 7

δ) γενικές ιατρικές υπηρεσίες που δεν σχετίζονται με την εργασία 7

ε) εγκαταστάσεις ανάρρωσης και γηροκομεία.

Οι κονωνικές παροχές προς εργαζομένους χωρίς χρηματοδότηση οι οποίες καταβάλλονται από εργοδότες σε πρώην εργαζομένους ή άλλους δικαούχους θα πρέπει να καταγράφονται συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών κοινωνικών εισφορών των εργοδοτών, δηλαδή των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τους εργοδότες προς όφελος των σχετικών δικαιούχων σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Παροχές κοινωνικής πρόνοιας σε χρήμα (D.624)

Είναι πληρωτέες σε νοικοκυριά από κρατικές μονάδες ή ΜΚΙΕΝ για την κάλυψη των ίδιων αναγκών που καλύπτουν οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες όμως δεν χορηγούνται στο πλαίσιο ενός προγράμματος κοινωνικής ασφάλισης που περιλαμβάνει κοινωνικές εισφορές και παροχές κοινωνικής ασφάλισης. Οι παροχές αυτές δεν περιλαμβάνουν τις τρέχουσες μεταβιβάσεις που καταβάλλονται λόγω γεγονότων ή περιστάσεων που κανονικά δεν καλύπτονται από προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης (δηλαδή μεταβιβάσεις λόγω φυσικών καταστροφών, που καταγράφονται στις λοιπές τρέχουσες μεταβιβάσεις ή στις μεταβιβάσεις κεφαλαίου).

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΣΕ ΕΙΔΟΣ (D.63)

4.104. Ορισμός: Οι κοινωνικές παροχές σε είδος (D63) είναι επιμέρους αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται ως μεταβιβάσεις σε είδος σε επιμέρους νοικοκυριά από κρατικές μονάδες και ΜΚΙΕΝ, είτε αγοράζονται από την αγορά είτε παράγονται ως μη εμπορεύσιμο προϊόν από κρατικές μονάδες ή ΜΚΙΕΝ. Μπορεί να χρηματοδοτούνται από φορολογικά έσοδα, άλλα κρατικά εισοδήματα ή εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ή από δωρεές και εισόδημα περιουσίας στην περίπτωση των ΜΚΙΕΝ.

Αν και ορισμένες από τις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες που παράγονται από ΜΚΙΕΝ έχουν ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των συλλογικών υπηρεσιών, όλες οι μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες που παράγονται από ΜΚΙΕΝ θεωρούνται, κατά συνθήκη και για λόγους ευκολίας, ως ατομικές. Οι υπηρεσίες που παρέχονται δωρέαν, ή σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές, σε νοικοκυριά αναφέρονται ως ατομικές υπηρεσίες, για να διακριθούν από τις συλλογικές υπηρεσίες που παρέχονται στο σύνολο της Κοινότητας ή σε μεγάλα τμήματα της Κοινότητας. Οι ατομικές υπηρεσίες αποτελούνται κυρίως υπό υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγειονομικές υπηρεσίες, αν και συχνά παρέχονται άλλα είδη υπηρεσιών, όπως υπηρεσίες στέγασης και πολιτιστικές και ψυχαγωγικές υπηρεσίες.

Ο τίτλος «Κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος» (D.63) περιλαμβάνει κοινωνικές παροχές σε είδος και μεταβιβάσεις επιμέρους μη εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών.

Κοινωνικές παροχές σε είδος (D.631)

4.105. Οι κοινωνικές παροχές σε είδος είναι κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος που αποσκοπούν στο να απαλλάξουν τα νοικοκυριά από το οικονομικό βάρος κοινωνικών κινδύνων ή αναγκών (βλέπε παράγραφο 4.84). Μπορούν να διαιρεθούν σε αυτές όπου τα νοικοκυριά αποδέκτες αγοράζουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες και στη συνέχεια τους επιστρέφονται οι δαπάνες, και αυτές όπου οι σχετικές υπηρεσίες παρέχονται απευθείας στους δικαιούχους. Στη δεύτερη περίπτωση, μονάδες του δημοσίου ή ΜΚΙΕΝ αγοράζουν, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος, αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται απευθείας από τους παραγωγούς τους στους δικαιούχους.

Παροχές κοινωνικής ασφάλισης, επιστροφές (D.6311)

Αυτές οι παροχές αποτελούν επιστροφές από ταμεία κοινωνικής ασφάλισης συγκεκριμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από νοικοκυριά, και συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες.

Όταν ένα νοικοκυριό αγοράζει ένα αγαθό ή μία υπηρεσία για το οποίο στη συνέχεια αποζημιώνεται, συνολικά ή κατά ένα μέρος από ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης, το νοικοκυριό μπορεί να θεωρηθεί ότι ενεργεί για λογαριασμό του ταμείου κοινωνικής ασφάλισης. Στην πραγματικότητα, το νοικοκυριό παρέχει βραχυπρόθεσμη πίστωση στο ταμείο κοινωνικής ασφάλισης, η οποία ρευστοποιείται μόλις αποζημιωθεί το νοικοκυριό.

Το ποσό της δαπάνης που επιστρέφεται καταγράφεται σαν να καταβλήθηκε από το ταμείο κοινωνικής ασφάλισης τη στιγμή που το νοικοκυριό πραγματοποιήσε την αγορά, ενώ η μόνη δαπάνη που καταγράφεται για το νοικοκυριό, είναι η διαφορά, εάν υπάρχει, μεταξύ της τιμής αγοραστή που καταβλήθηκε και του ποσού που επιστρέφεται. Έτσι, το ποσό της δαπάνης που επιστρέφεται δεν αντιμετωπίζεται ως τρέχουσα μεταβίβαση σε χρήμα από τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης προς τα νοικοκυριά.

Λοιπές παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε είδος (D.6312)

Αυτές είναι οι κοινωνικές παροχές σε είδος, εκτός από αποζημιώσεις, που πραγματοποιούνται από ταμεία κοινωνικής ασφάλισης προς νοικοκυριά. Το μεγαλύτερο μέρος των λοιπών παροχών κοινωνικής ασφάλισης σε είδος ενδέχεται να είναι ιατρικές ή οδοντιατρικές θεραπείες, χειρουργικές δαπάνες, διαμονή σε νοσοκομείο, διορθωτικά γυαλιά ή φακοί επαφής, ιατρικές συσκευές ή εξοπλισμός και παρόμοια αγαθά ή υπηρεσίες στο πλαίσιο κοινωνικών κινδύνων ή αναγκών. Η υπηρεσία παρέχεται απευθείας στους αποδέκτες, χωρίς αποζημίωση, από παραγωγούς εμπορεύσιμου ή μη εμπορεύσιμου προϊόντος, και θα πρέπει να αποτιμάται αναλόγως. Θα πρέπει να αφαιρούνται τυχόν πληρωμές από τα ίδια τα νοικοκυριά.

Παροχές κοινωνικής βοήθειας σε είδος (D.6313)

Αυτές είναι μεταβιβάσεις σε είδος που παρέχονται σε νοικοκυριά από κρατικές μοναδές ή ΜΚΙΕΝ, παρόμοια με τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης σε είδος, που δεν παρέχονται όμως στο πλαίσιο ενός προγράμματος κοινωνικής ασφάλισης. Περιλαμβάνονται, αν δεν καλύπτονται από πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης, η κοινωνική στέγαση, τα στεγαστικά επιδόματα, οι παιδικοί σταθμοί, η επαγγελματική κατάρτιση, οι μειώσεις στα κόμιστρα των συγκοινωνιών (με την προϋπόθεση ότι χορηγούνται για κοινωνικούς σκοπούς), και παρόμοια αγαθά και υπηρεσίες στο πλαίσιο κοινωνικών κινδύνων ή αναγκών. Θα πρέπει να αφαιρούνται τυχόν πληρωμές από τα ίδια τα νοικοκυριά.

Μεταβιβάσεις ατομικών μη εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών (D.632)

4.106. Ορισμός: Οι μεταβιβάσεις ατομικών μη εμπορεύσιμων αγαθών ή υπηρεσιών (D.632) είναι αγαθά ή υπηρεσίες που παρέχονται σε επιμέρους νοικοκυριά δωρεάν ή σε τιμές που δεν είναι οικονομικά σημαντικές, από παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος κρατικών μονάδων ή ΜΚΙΕΝ. Αντιστοιχούν με την ατομική καταναλωτική δαπάνη των ΜΚΙΕΝ και του κράτους (βλέπε παράγραφο 3.85), μείον τις κοινωνικές παροχές σε είδος (D.631) που χορηγούνται σε νοικοκυριά στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πρόνοιας.

4.107. Χρόνος καταγραφής των κοινωνικών παροχών:

α) σε χρήμα καταγράφονται όταν διαπιστώνονται οι απαιτήσεις των παροχών 7

β) σε είδος καταγράφονται όταν παρέχονται οι υπηρεσίες, ή όταν αλλάζει η ιδιοκησία των αγαθών που παρέχονται απευθείας σε νοικοκυριά από παραγωγούς μη εμπορεύσιμου προϊόντος.

4.108. Στο σύστημα λογαριασμών, οι κοινωνικές παροχές εκτός από τις κοινωνικές παροχές σε είδος (D.62) εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των τομέων που χορηγούν τις παροχές 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (στην περίπτωση παροχών που χορηγούνται από την αλλοδαπή) 7

γ) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των νοικοκυριών 7

δ) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (στην περίπτωση των παροχών που χορηγούνται σε νοικοκυριά μη μονίμους κατοίκους).Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος (D.63) εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό αναδιαμομής εισοδήματος σε είδος των τομέων που χορηγούν τις παροχές 7

β) στους πόρους, στο λογαριασμό αναδιανομής εισοδήματος σε είδος των νοικοκυριών.

Η κατανάλωση των αγαθών και των υπηρεσιών που μεταβιβάζονται καταγράφεται στο λογαριασμό χρήσης διορθωμένου διαθεσίμου εισοδήματος.

Κατά συνθήκη, δεν υπάρχουν κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος από και προς την αλλοδαπή (αυτές καταγράφονται στο D.62, κοινωνικές παροχές εκτός από κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος).

ΛΟΙΠΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ (D.7)

ΚΑΘΑΡΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ (D.71)

4.109. Ορισμός: Τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής (D.71) είναι ασφάλιστρα που καταβάλλονται στο πλαίσιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων που συνάπτονται από θεσμικές μονάδες. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που συνάπτονται από επιμέρους νοικοκυριά είναι αυτά που συνάπτονται με δική τους πρωτοβουλία και για δικό τους όφελος, ανεξάρτητα από τους εργοδότες τους ή το κράτος, και έξω από τα πλαίσια οποιουδήπουτε προγράμματος κοινωνικών ασφαλίσεων (49). Τα καθαρά ασφαλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής περιλαμβάνουν τόσο τα πραγματικά ασφάλιστρα που καταβάλλουν οι κάτοχοι των συμβολαίων για να εξασφαλίσουν ασφαλιστική κάλυψη κατά τη διάρκεια της λογιστικής περιόδου (δεδουλευμένα ασφάλιστρα) και τα συμπληρωματικά ασφάλιστρα που καταβάλλονται από το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, μετά από αφαίρεση των εξόδων λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που διαχειρίζονται τα ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής είναι τα ποσά που είναι διαθέσιμα για την παροχή κάλυψης έναντι διαφόρων γεγονότων ή ατυχημάτων που έχουν ως αποτέλεσμα ζημιές σε αγαθά ή ιδιοκτησία, ή βλάβες σε άτομα ως αποτέλεσμα φυσικών ή ανθρωπίνων αιτίων - πυρκαγιών, πλημμυρών, πτώσεων αεροσκαφών, συγκρούσεων, βυθίσεων, κλοπών, βιαίων πράξεων, ατυχημάτων, ασθενειών, κ.λπ. -, ή από οικονομικές ζημιές που οφείλονται σε γεγονότα όπως ασθένεια, ανεργία, ατυχήματα, κ.λπ.

4.110. Χρόνος καταγραφής: τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφάλειών ζωής καταγράφονται όταν καθίστανται δεδουλευμένα.

Τα ασφάλιστρα από τα οποία αφαιρούνται τα λειτουργικά έξοδα είναι τα μέρη των συνολικών ασφαλίστρων που καταβάλλονται κατά την τρέχουσα περίοδο ή κατά τις προηγούμενες περιόδους, τα οποία καλύπτουν τους κινδύνους που υπάρχουν κατά την τρέχουσα περίοδο.

Τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα κατά την τρέχουσα περίοδο πρέπει να διακρίνονται από τα οφειλόμενα ασφάλιστρα κατά την τρέχουσα περίοδο, τα οποία ενδέχεται να καλύπτουν κινδύνους μελλοντικών περιόδων, καθώς και της τρέχουσας περιόδου.

4.111. Στο σύστημα λογαριασμών τα καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των μονίμων κατοίκων κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για μη μόνιμους κατοίκους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων) 7

γ) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων μονίμων κατοίκων 7

δ) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για ασφαλιστικές επιχειρήσεις μη μονίμους κατοίκους).

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΕΙΣΕ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ (D.72)

4.112. Ορισμός: Οι απαιτήσεις από ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής (D.72) αντιπροσωπεύουν τις οφειλόμενες αποζημιώσεις όσον αφορά όλες τις ασφάλειες εκτός από τις ασφάλειες ζωής (50) 7 δηλαδή τα ποσά που οι ασφαλιστικές εταιρείες υποχρεώνονται να πληρώσουν για την αποκατάσταση βλαβών ή ζημιών προσώπων ή αγαθών, συμπεριλαμβανομένων και των παγίων κεφαλαιουχικών αγαθών.

4.113. Οι απαιτήσεις από ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής δεν περιλαμβάνουν πληρωμές που αποτελούν κοινωνικές παροχές.

4.114. Εφόσον οι δαπάνες λειτουργίας για τις ασφάλειες εκτός από τις ασφάλειες ζωής υπολογίζονται αφαιρώντας τις οφειλόμενες αποζημιώσεις από το άθροισμα της αξίας των δεδουλευμένων ασφαλίστρων και των συμπληρωματικών ασφαλίστρων, συνεπάγεται ότι οι συνολικές οφειλόμενες αποζημιώσεις πρέπει να ισούνται με τα καθαρά εισπρακτέα ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός από ασφάλειες ζωής από μια ασφαλιστική εταιρεία κατά την ίδια λογιστική περίοδο. Αυτό τονίζει το γεγονός ότι η ουσιαστική λειτουργία των ασφαλειών εκτός από τις ασφάλειες ζωής είναι η αναδιανομή των πόρων.

Η καταβολή μιας αποζημίωσης για ασφάλεια εκτός από ασφάλεια ζωής θεωρείται ως μεταβίβαση προς το δικαιούχο. Οι πληρωμές αυτές θεωρούνται πάντοτε ως τρέχουσες μεταβιβάσεις. Ακόμη και αν αφορούν μεγάλα ποσά λόγω τυχαίας καταστροφής ενός παγίου περιουσιακού στοιχείου ή σοβαρών προσωπικών βλαβών. Τα ποσά που εισπράττουν οι δικαιούχοι συνήθως δεν είναι δεσμευμένα για ένα συγκεκριμένο σκόπο, και τα αγαθά ή τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν πάθει ζημίες ή έχουν καταστραφεί δεν πρέπει αναγκαστικά να επισκευαστούν ή να αντικατασταθούν.

Ορισμένες υποχρεώσεις καταβολής αποζημιώσεων προκύπτουν λόγω βλαβών ή ζημιών που προκαλούν οι κάτοχοι ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην περιουσία τρίτων ή σε άλλα πρόσωπα. Στις περιπτώσεις αυτές, οι έγκυρες αποζημιώσεις καταγράφονται σαν να καταβάλλονται άμεσα από την ασφαλιστική εταιρεία σ' αυτούς που έχουν υποστεί τις ζημιές και όχι έμμεσα μέσω του κατόχου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

4.115. Χρόνος καταγραφής: οι αποζημιώσεις ασφαλειών εκτός από τις ασφάλειες ζωής καταγράφονται όταν συμβαίνει το ατύχημα ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

4.116. Στο σύστημα λογαριασμών, εμφανίζονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερεύουσας διανομής εισοδήματος των ασφαλιστικών εταιρειών μονίμων κατοίκων 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για τις ασφαλιστικές εταιρείες μη μονίμους κατοίκους) 7

γ) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερεύουσας διανομής εισοδήματος των δικαιούχων τομέων 7

δ) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για δικαιούχους μη μονίμους κατοίκους).

ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ (D.73)

4.117. Ορισμός: Οι τρέχουσες μεταβιβάσεις εντός του δημοσίου (D.273) περιλαμβάνουν τις μεταβιβάσεις ανάμεσα στους διάφορους υποτομείς του δημοσίου (κεντρική διοίκηση, διοίκηση ομοσπόνδων κρατιδίων, τοπική αυτοδιοίκηση, ταμεία κοινωνικής ασφάλισης), εκτός από τους φόρους, τις επιδοτήσεις, τις επιχορηγήσεις επενδύσεων και λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου.

4.118. Οι τρέχουσες μεταβιβάσεις εντός του δημοσίου δεν περιλαμβάνουν συναλλαγές για λογαριασμό άλλης μονάδας 7 οι συναλλαγές αυτές εγγράφονται μόνο μια φορά στους λογαριασμούς, στους πόρους της δικαιούχου μονάδας για λογαριασμό της οποίας πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή. Η περίπτωση αυτή παρουσιάζεται ιδιαίτερα όταν κάποιος κυβερνητικός φορέας (π.χ. μια κρατική υπηρεσία) εισπράττει φόρους, μέρος ή το σύνολο των οποίων μεταβιβάζεται απευθείας σε άλλο δημόσιο φορέα (π.χ. σε αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης). Στην περίπτωση αυτη, οι εισπράξεις φόρων που προορίζονται για τον άλλο δημόσιο φορέα εμφανίζονται σαν να είχε γίνει η είπραξη απευθείας από το φορέα αυτό και όχι σαν τρέχουσα μεταβίβαση ανάμεσα στους υποτομείς του δημοσίου. Η λύση αυτή εφαρμόζεται βέβαια και στην περίπτωση των φόρων που προορίζονται για άλλο δημόσιο τομέα και οι οποίοι παίρνουν τη μορφή επιπρόσθετων επιβαρύνσεων που επιβάλλονται στους φόρους που επιβάλλει η κεντρική διοίκηση. Οι καθυστερήσεις στη μεταβίβαση των φόρων από την πρώτη κρατική μονάδα στη δεύτερη εμφανίζονται με εγγραφές στο «λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί» στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό.

Εξάλλου, οι μεταβιβάσεις εισπραχθέντων φόρων που αποτελούν μέρος μιας συνολικής μεταβίβασης από την κεντρική διοίκηση σε άλλο κρατικό φορέα περιλαμβάνονται στις τρέχουσες μεταβιβάσεις εντός του δημοσίου. Οι μεταβιβάσεις αυτές δεν αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία φόρων και δεν γίνεται αυτομάτως, αλλά κυρίως μέσω ορισμένων ταμείων (επαρχιακών ταμείων και ταμείων τοπικής αυτοδιοίκησης), σύμφωνα με κλίμακες διανομής καθορισμένες από την κεντρική διοίκηση.

4.119. Χρόνος καταγραφής: οι τρέχουσες μεταβιβάσεις εντός του δημοσίου καταγράφονται όταν προβλέπεται η πραγματοποίησή τους με βάση τους ισχύοντες κανονισμούς.

4.120. Στο σύστημα λογαριασμών, οι τρέχουσες μεταβιβάσεις εντός του δημοσίου καταγράφονται στις χρήσεις και τους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των υποτομέων του δημοσίου (51).

ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ (D.74)

4.121. Ορισμός: Η τρέχουσα διεθνής σνεργασία (D.74) περιλαμβάνει όλες τις μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος μεταξύ του δημοσίου και άλλων κυβερνήσεων ή διεθνών οργανισμών (52) εκτός από τις επιχορηγήσεις επενδύσεων και λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου.

4.122. Η κατηγορία D.74 καλύπτει τα ακόλουθα:

α) τις εισφορές, εκτός των φόρων του δημοσίου προς τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός από τον «τέταρτο ίδιο πόρο με βάση το ΑΕΠ» (53) 7

β) εισφορές του δημοσίου προς διεθνείς οργανισμούς (εκτός από τους φόρους που καταβάλλουν τα κράτη μέλη σε υπερεθνικούς οργανισμούς) 7

γ) τυχόν τρέχουσες μεταβιβάσεις τις οποίες ενδέχεται να εισπράξει το δημόσιο από τα όργανα ή τους οργανισμούς που αναφέρονται στο στοιχεία α) και β) (54) 7

δ) τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών είτε σε χρήμα (π.χ. πληρωμές που προορίζονται να καλύψουν ελλείματα προϋπολογισμών ξένων χωρών ή υπερπόντιων εδαφών) είτε σε είδος (π.χ. αξία δωρεάν αποστολών τροφίμων, στρατιωτικού εξοπλισμού, έκτακτης βοήθειας λόγω φυσικών καταστροφών με τη μορφή τροφίμων, ρουχισμού, φαρμάκων, κ.λπ.) 7

ε) μισθούς και ημερομίσθια που καταβάλλει ένα κράτος, ένα θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή ένας διεθνής οργανισμός σε συμβούλους ή τεχνικούς εμπειρογνώμονες οι οποίοι τίθενται στη διάθεση των αναπτυσσόμενων χωρών.

Η τρέχουσα διεθνής συνεργασία περιλαμβάνει μεταβιβάσεις μεταξύ του δημοσίου και διεθνών οργανισμών που βρίσκονται στην ίδια χώρα, δεδομένου ότι οι διεθνείς οργανισμοί δεν θεωρούνται θεσμικές μονάδες μόνιμοι κάτοικοι των χωρών στις οποίες είναι εγκατεστημένοι.

4.123. Χρόνος καταγραφής: χρόνος κατά τον οποίο πρέπει να πραγματοποιούνται οι μεταβιβάσεις σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς (υποχρεωτικές μεταβιβάσεις), ή χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιούνται οι μεταβιβάσεις (εθελοντικές μεταβιβάσεις).

4.124. Στο σύστημα λογαριασμών, η τρέχουσα διεθνής συνεργασία εγγράφεται:

α) στις χρήσεις και τους πόρους, στο λογαρισμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος του δημόσιου τομέα 7

β) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ (D.75)

Τρέχουσες μεταβιβάσεις προς ΜΚΙΕΝ

4.125. Οι τρέχουσες μεταβιβάσεις προς ΜΚΙΕΝ περιλαμβάνουν όλες τις εθελοντικές εισφορές (εκτός από τα κληροδοτήματα), τις συνδρομές μελών και την οικονομική βοήθεια που δέχονται τα ΜΚΙΕΝ από νοικοκυριά (περιλαμβανομένων και των νοικοκυριών μη μονίμων κατοίκων) και, σε μικρότερο βαθμό, από άλλες μονάδες.

4.126. Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) τακτικές συνδρομές που καταβάλλουν τα νοικοκυριά σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και πολιτικούς αθλητικούς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς και παρόμοιους οργανισμούς που καταχωρίζονται στον τομέα ΜΚΙΕΝ 7

β) εθελοντικές εισφορές (εκτός από κληροδοτήματα) από νοικοκυριά, επιχειρήσεις και την αλλοδαπή ΜΚΙΕΝ, περιλαμβανομένων και των μεταβιβάσεων σε είδος με τη μορφή δωρεάν χορήγησης τροφίμων, ρουχισμού, κουβερτών, φαρμάκων, κ.λπ. σε φιλανθρωπικές οργανώσεις για διανομή σε νοικοκυριά μονίμους κατοίκους ή μη μονίμους κατοίκους 7

γ) βοήθεια και επιχορηγήσεις από το δημόσιο τομέα, εκτός από μεταβιβάσεις που γίνονται με σκοπό τη χρηματοδότηση κεφαλαιουχικών δαπανών, οι οποίες εγγράφονται στις επιχορηγήσεις επενδύσεων.

Εξαιρούνται οι πληρωμές συνδρομών μελών ή εισφορών ΜΚΙ που παράγουν εμπορεύσιμες υπηρεσίες και οι οποίοι εξυπηρετούν επιχειρήσεις, όπως εμπορικά επιμελητήρια ή επαγγελματικές ενώσεις, που θεωρούνται πληρωμές για παροχή υπηρεσιών.

4.127. Χρόνος καταγραφής: οι τρέχουσες μεταβιβάσεις σε ΜΚΙΕΝ καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται.

4.128. Στο σύστημα λογαριασμών, οι τρέχουσες μεταβιβάσεις ΜΚΙΕΝ καταγράφονται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμού δευτερογενούς διανομής εισοδήματος των τομεών που συνεισφέρουν 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων 7

γ) στους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος του τομέα ΜΚΙΕΝ.

Τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ νοικοκυριών

4.129. Ορισμός: Τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ νοικοκυριών είναι όλες οι τρέχουσες μεταβιβάσεις σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλονται ή εισπράττονται από νοικοκυριά μονίμους κατοίκους προς, ή από, άλλα νοικοκυριά μονίμους κατοίκους ή μη μονίμους κατοίκους. Πιο συγκεκριμένα, περιλαμβάνουν εμβάσματα από μετανάστες ή εργαζόμενους που έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό (ή που εργάζονται στο εξωτερικό για ένα έτος ή περισσότερο) προς μέλη των οικογενειών τους που ζουν στη χώρα προέλευσης, ή από γονείς σε παιδιά που βρίσκονται σε άλλο τόπο.

4.130. Χρόνος καταγραφής: όταν πραγματοποιούνται οι μεταβιβάσεις.

4.131. Στο σύστημα λογαριασμών, οι τρέχουσες μεταβιβάσεις μεταξύ των νοικοκυριών εγγράφονται:

α) στις χρήσεις και τους πόρους, στο λογαριασμό δευτερογενούς εισοδήματος των νοικοκυριών 7

β) στις χρήσεις και τους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

Πρόστιμα

4.132. Ορισμός: Τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε θεσμικές μονάδες από δικαστήρια ή οιονεί δικονομικούς οργανισμούς θεωρούνται ως υποχρεωτικές τρέχουσες μεταβιβάσεις.

4.133. Δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή:

α) πρόστιμα που επιβάλλονται από φορολογικές αρχές για την αποφυγή ή την καθυστέρηση πληρωμής φόρων που συνήθως δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τους ίδιους τους φόρους 7

β) πληρωμές για την απόκτηση αδειών, δεδομένου ότι οι πληρωμές αυτές είναι είτε φόροι είτε πληρωμές για παροχή υπηρεσιών από κρατικές μονάδες (βλέπε D.29 και D.59).

4.134. Χρόνος καταγραφής: τα πρόστιμα καταγράφονται όταν εμφανίζεται η υποχρέωση πληρωμής.

Λαχεία και τυχερά παιχνίδια

4.135. Τα ποσά που καταβάλλονται για λαχεία ή που παίζονται σε στοιχήματα αποτελούνται από δύο στοιχεία: την πληρωμή ενός κόστους λειτουργίας για τη μονάδα που διαργανώνει το λαχείο ή το τυχερό παιχνίδι και μία κατάλοιπη τρέχουσα μεταβιβαση που καταβάλλεται στους κερδισμένους. Η πληρωμή του κόστους λειτουργίας μπορεί να είναι σημαντική και μπορεί να καλύπτει φόρους επί της παραγωγής υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών. Στο πλαίσιο του συστήματος θεωρείται ότι οι μεταβιβάσεις πραγματοποιούνται απευθείας μεταξύ των συμμετεχόντων στο λαχείο ή στο τυχερό παιχνίδι, δηλαδή μεταξύ νοικοκυριών. Όταν συμμετέχουν νοικοκυριά μη μόνιμοι κάτοικοι, μπορεί να υπάρξουν σημαντικές καθαρές μεταβιβάσεις μεταξύ του τομέα των νοικοκυριών και της αλλοδαπής. Οι τρέχουσες μεταβιβάσεις καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται.

Πληρωμές αποζημιώσεων

4.136. Ορισμός: Οι πληρωμές αποζημιώσεων είναι τρέχουσες μεταβιβάσεις που καταβάλλονται από θεσμικές μονάδες σε άλλες θεσμικές μονάδες ως αποζημίωση για βλάβες σε πρόσωπα ή ζημιές σε περιουσία που προκαλούνται από τις πρώτες, εκτός από τις πληρωμές αποζημιώσεων ασφαλειών εκτός από τις ασφάλειες ζωής. Οι πληρωμές αποζημιώσεων μπορεί να είναι υποχρεωτικές μετά από απόφαση δικαστηρίου ή χαριστικές πληρωμές που έχουν συμφωνηθεί εξωδικαστικά. Η κατηγορία αυτή καλύπτει χαριστικές πληρωμές από κρατικές μονάδες ή ΜΚΙΕΝ προς αποζημίωση προσωπικών βλαβών ή ζημιών που προκλήθηκαν από φυσικές καταστροφές, εκτός από αυτές που ταξινομούνται ως μεταβιβάσεις κεφαλαίου.

4.137. Χρόνος καταγραφής: οι πληρωμές αποζημιώσεων καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται (χαριστικές πληρωμές) ή όταν πρέπει να πραγματοποιηθούν (υποχρεωτικές πληρωμές).

Τέταρτος ίδιος πόρος με βάση το ΑΕΠ

4.138. Ο «τέταρτος ίδιος πόρος με βάση το ΑΕΠ» που δημιουργήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, σχετικά με το σύστημα ιδίων πόρων της Ένωσης, είναι μία τρέχουσα μεταβίβαση που καταβάλλεται από το δημόσιο τομέα του κάθε κράτους μέλους προς τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι μία συμπληρωματική συνεισφορά στον προϋπολογισμό αυτών των θεσμικών οργάνων, που αποτιμάται με βάση τα επίπεδα του ΑΕΠ του κάθε κράτους μέλους.

Χρόνος καταγραφής: ο τέταρτος ίδιος πόρος με βάση το ΑΕΠ καταγράφεται όταν πρέπει να καταβληθεί.

Στο σύστημα λογαριασμών, ο τέταρτος ίδιος πόρος με βάση το ΑΕΠ εμφανίζεται:

α) στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος του δημοσίου τομέα 7

β) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

Λοιπά

4.139. α) Τρέχουσες μεταβιβάσεις από ΜΚΙΕΝ προς το δημόσιο τομέα που δεν είναι φόροι 7

β) πληρωμές από το δημόσιο τομέα σε δημόσιες επιχειρήσεις που ταξινομούνται στον τομέα των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών και οιονεί εταιρειών με σκοπό την κάλυψη αφύσικων επιβαρύνσεων λόγω συντάξεων 7

γ) επιδόματα για εκπαιδευτικά ταξίδια και βραβεία που χορηγούνται σε νοικοκυριά μονίμους κατοίκους και μη μονίμους κατοίκους από το δημόσιο και από ΜΚΙΕΝ 7

δ) πριμ αποταμιεύσεων που παρέχονται κατά καιρούς από το δημόσιο σε νοικοκυριά ως επιβράβευση των αποταμιεύσεών τους κατά τη διάρκεια της περιόδου 7

ε) πληρωμές από νοικοκυριά για δαπάνες που έγιναν για λογαριασμό τους από οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας 7

στ) τρέχουσες μεταβιβάσεις από ΜΚΙΕΝ προς την αλλοδαπή 7

ζ) χορηγίες από εταιρείες αν οι πληρωμές αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αγορές διαφημιστικών υλικών υπηρεσιών (για παράδειγμα, μεταβιβάσεις για ευαγείς σκοπούς ή υποτροφίες) 7

η) τρέχουσες μεταβιβάσεις από το δημόσιο προς νοικοκυριά υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, αν δεν καταγράφονται ως κοινωνικές παροχές.

4.140. Χρόνος καταγραφής: οι μεταβιβάσεις αυτές καταγράφονται όταν πραγματοποιούνται, εκτός από τις μεταβιβάσεις από ή προς το δημόσιο που καταγράφονται όταν πρέπει να πραγματοποιηθούν.

Στο σύστημα των λογαριασμών, οι διάφορες τρέχουσες μεταβιβάσεις εμφανίζονται:

α) στους πόρους και στις χρήσεις, στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος όλων των τομέων 7

β) στους πόρους και τις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΤΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ ΣΕ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ (D.8)

4.141. Ορισμός: Η διόρθωση για τη μεταβολή της καθαρής συμμετοχής των νοικοκυριών σε αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων (D.8) αντιπροσωπεύει την αναπροσαρμογή που απαιτείται για να εμφανισθεί στην αποταμίευση των νοικοκυριών η μεταβολή των μαθηματικών αποθεματικών στα οποία τα νοικοκυριά έχουν σαφή απαίτηση (απαίτηση που επανεμφανίζεται σε χρηματοοικονομικό επίπεδο ως στοιχείο του ενεργητικού στην κατηγορία (F.61), και τα οποία τροφοδοτούνται με ασφάλιστρα και εισφορές που καταγράφονται στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος ως κοινωνικές προσφορές.

4.142. Εφόσον τα νοικοκυριά θεωρούνται από τους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς και τους ισολογισμούς του συστήματος ότι κατέχουν τα αποθεματικά των προγραμμάτων με ιδιωτική χρηματοδότηση, τόσο των αυτόνομων όσο και των μη αυτόνομων, είναι απαραίτητο ένα διορθωτικό στοιχείο για να εξασφαλισθεί ότι τυχόν πλεόνασμα των συνταξιοδοτικών εισφορών σε σχέση με τις καταβληθείσες συντάξεις (δηλαδή πληρωτέων «μεταβιβάσεων» σε σχέση με εισπρακτέες «μεταβιβάσεις» δεν επηρεάζει την αποταμίευση των νοικοκυριών.

Για να εξουδετερωθεί το αποτέλεσμα αυτό, μια διόρθωση ίση με:

τη συνολική αξία των πραγματικών κοινωνικών εισφορών που αφορούν συντάξεις, και οι οποίες είναι πληρωτέες σε συνταξιοδοτικά προγράμματα με ιδιωτική χρηματοδότηση,

συν τη συνολική αξία των πληρωτέων συμπληρωματικών εισφορών που προέρχονται από το εισόδημα περιουσίας που διανέμεται σε κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων,

μείον την αξία των συναφών εξόδων λειτουργίας,

μείον τη συνολική αξία των συντάξεων που καταβάλλονται ως παροχές κοινωνικής ασφάλισης από συνταξιοδοτικά προγράμματα με ιδιωτική χρηματοδότηση,

προστίθεται στο διαθέσιμο εισόδημα, ή το διορθωμένο διαθέσιμο εισόδημα, των νοικοκυριών στους λογαριασμός χρήσης εισοδήματος πριν από τη μετάβαση στην αποταμίευση.

Έτσι, η αποταμίευση των νοικοκυριών είναι αυτή που θα ήταν αν οι συνταξιοδοτικές εισφορές και οι εισπραττόμενες συντάξεις δεν είχαν καταγραφεί ως τρέχουσες μεταβιβάσεις στο λογαριασμό δευτερογενούς διανομής εισοδήματος. Αυτό το διορθωτικό στοιχείο είναι απαραίτητο για να συμβαδίζει η αποταμίευση των νοικοκυριών με τη μεταβολή της καθαρής συμμετοχής τους σε αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων που καταγράφεται στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό του συστήματος. Φυσικά, απαιτούνται και διορθώσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση στους λογαριασμούς χρήσης εισοδήματος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των αυτόνομων συνταξιοδοτικών ταμείων ή των εργοδοτών που διατηρούν μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία.

4.143. Χρόνος καταγραφής: η διόρθωση καταγράφεται ανάλογα με τις ροές που την απαρτίζουν.

4.144. Στο σύστημα λογαριασμών, η διόρθωση για τη μεταβολή της καθαρής συμμετοχής των νοικοκυριών σε αποθεματικά συνταξιοδοτικών ταμείων καταγράφεται:

α) στις χρήσεις, στους λογαριασμούς χρήσης εισοδήματος του τομέα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και άλλων τομέων που διαχειρίζονται μη αυτόνομα συνταξιοδοτικά ταμεία 7

β) στις χρήσεις, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για οργανισμούς μη μονίμους κατοίκους) 7

γ) στους πόρους, στους λογαριασμούς χρήσης εισοδήματος του τομέα των νοικοκυριών 7

δ) στους πόρους, στον εξωτερικό λογαριασμό πρωτογενών εισοδημάτων και τρεχουσών μεταβιβάσεων (για νοικοκυριά μη μονίμους κατοίκους).

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΛΑΙΟΥ (D.9)

4.145. Οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου διαφέρουν από τις τρέχουσες μεταβιβάσεις κατά το ότι προϋποθέτουν την απόκτηση ή τη διάθεση ενός ή περισσότερων στοιχείων του ενεργητικού ενός τουλάχιστον από τα μέρη της συναλλαγής. Ασχέτως του αν οι μεταβιβάσεις είναι σε χρήμα ή σε είδος θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα αντίστοιχη μεταβολή των χρηματοοικονομικών, ή μη χρηματοοικονομικών, στοιχείων του ενεργητικού που εμφανίζονται στους ισολογισμούς ενός ή και των δύο μερών της συναλλαγής.

4.146. Μια μεταβίβαση κεφαλαίου σε είδος είναι η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός στοιχείου του ενεργητικού (εκτός από αποθέματα και μετρητά), ή η ακύρωση μιας υποχρέωσης από έναν πιστωτή, χωρίς αντίστοιχη ανταπόδοση.

Μια μεταβίβαση κεφαλαίου σε χρήμα είναι η μεταβίβαση μετρητών που συγκέντρωσε ο ένας συμβαλλόμενος με τη διάθεση ενός ή περισσοτέρων στοιχείων του ενεργητικού (εκτός από αποθέματα), ή που ο δεύτερος συμβαλλόμενος αναμένεται ή υποχρεούται να χρησιμοποιήσει για την απόκτηση ενός ή περισσοτέρων περιουσιακών στοιχείων (εκτός από αποθέματα). Ο δεύτερος συμβαλλόμενος, δηλαδή ο αποδέκτης, είναι συχνά υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τα μετρητά για την απόκτηση ενός ή περισσοτέρων περιουσιακών στοιχείων, ως προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης.

4.147. Οι μεταβιβάσεις κεφαλαίου καλύπτουν τους φόρους κεφαλαίου (D.91), τις επιχορηγήσεις επενδύσεων (D.92), και τις λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου (D.99).

ΦΟΡΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (D.91)

4.148. Ορισμός: Οι φόροι κεφαλαίου (D.91) είναι φόροι που επιβάλλονται σε μη τακτά και όχι συχνά διαστήματα στις αξίες των περιουσιακών στοχείων ή την καθαρή θέση των θεσμικών μονάδων ή τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται μεταξύ θεσμικών μονάδων λόγω κληρονομιών, δωρεών εν ζωή ή άλλων μεταβιβάσεων.

4.149. Οι φόροι κεφαλαίου περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) φόρους επί μεταβιβάσεων κεφαλαίου: φόροι θανάτου και φόροι δωρεών μεταξύ ζώντων, που θεωρούνται ότι επιβάλλονται στο κεφάλαιο των αποδεκτών, εκτός από τους φόρους επί πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, δεδομένου ότι αυτές δεν είναι μεταβιβάσεις 7

β) έκτακτους φόρους κεφαλαίου: περιστασιακοί και έκτακτοι φόροι στα περιουσιακά στοιχεία η την καθαρή αξία των θεσμικών μονάδων (55). Εδώ περιλαμβάνονται και τα τέλη υπεραξίας, δηλαδή οι φόροι επί της αύξησης της αξίας της γεωργικής γης λόγω της έγκρισης άδειας για ανάπτυξη της γης για εμπορικούς ή οικιστικούς σκοπούς.

4.150. Χρόνος καταγραφής: οι φόροι κεφαλαίου καταγράφονται όταν εμφανίζονται οι υποχρεώσεις καταβολής φόρου.

4.151. Στο σύστημα λογαριασμών οι φόροι κεφαλαίου καταγράφονται:

α) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, (-) στο λογαριασμό κεφαλαίων των τομέων στους οποίους ταξινομούνται οι φορολογούμενοι 7

β) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, (+) στο λογαριασμό κεφαλαίου του δημοσίου τομέα 7

γ) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, στο λογαριασμό κεφαλαίου της αλλοδαπής.

ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ (D.92)

4.152. Ορισμός: Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων (D.92) είναι μεταβιβάσεις κεφαλαίου σε χρήμα ή σε είδος από το δημόσιο ή από την αλλοδαπή (56) προς άλλες θεσμικές μονάδες μονίμους ή μη μονίμους κατοίκους, με σκοπό τη χρηματοδότηση μέρους ή του συνόλου του κόστους της απόκτησης παγίων στοιχείων του ενεργητικού εκ μέρους τους.

4.153. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων μπορούν να είναι σε χρήμα ή σε είδος. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων σε είδος είναι μεταβιβάσεις μεταφορικού εξοπλισμού, μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού από το δημόσιο σε άλλες μονάδες μονίμους ή μη μονίμους κατοίκους, καθώς και η απευθείας χορήγηση κτιρίων ή άλλων κατασκευών σε μονάδες μονίμους ή μη μονίμους κατοίκους.

4.154. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων δεν περιλαμβάνουν μεταβιβάσεις στρατιωτικού εξοπλισμού με τη μορφή όπλων ή εξοπλισμού που χρησιμεύει αποκλειστικά ως φορέας τέτοιων όπλων, δεδομένου ότι αυτά ταξινομούνται ως πάγια περιουσιακά στοιχεία.

4.155. Η αξία του σχηματισμού κεφαλαίου που πραγματοποιείται από το δημόσιο προς όφελος άλλων τομέων της οικονομίας πρέπει επίσης να εμφανίζεται στις επιχορηγήσεις επενδύσεων, όταν ο αποδέκτης είναι αναγνωρίσιμος και αποκτά την κυριότητα του κεφαλαίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο σχηματισμός κεφαλαίου καταγράφεται στις μεταβολές του ενεργητικού, στο λογαριασμό κεφαλαίου του αποδέκτη, και χρηματοδοτείται με επιχορήγηση επενδύσεων που εμφανίζεται στις μεταβολές του παθητικού και της καθαρής θέσης του ίδιου λογαριασμού.

4.156. Η κατηγορία D.92 δεν περιλαμβάνει μόνο εφάπαξ μη περιοδικές πληρωμές που προορίζονται να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις κεφαλαίου κατά τη διάρκεια του ίδιου διαστήματος, αλλά και τμηματικές πληρωμές που αφορούν επενδύσεις κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν κατά προγενέστερη περίοδο. Έτσι, τα τμήματα των ετήσιων πληρωμών του δημοσίου που αντιπροσωπεύουν την εξόφληση χρεών, τα οποία συνάπτουν οι επιχειρήσεις με σκοπό προγράμματα επενδύσεων κεφαλαίου, και την ευθύνη της εξόφλησης των οποίων έχει αναλάβει εν μέρει ή εξ ολοκλήρου το δημόσιο, θεωρούνται επίσης επιχορηγήσεις επενδύσεων.

Πάντως, οι επιδοτήσεις επιτοκίου που πραγματοποεί το δημόσιο δεν περιλαμβάνονται στην παραπάνω κατηγορία, ακόμη και όταν αποβλέπουν στην ενθάρρυνση των επενδύσεων κεφαλαίου. Στην πράξη, η ανάληψη από μέρους των δημόσιων αρχών μέρους των τόκων αποτελεί, όπως και η ίδια η ροή του τόκου, τρέχουσα διανεμητική συναλλαγή. Εντούτοις, όταν μια επιχορήγηση εξυπηρετεί το διπλό σκοπό της χρηματοδότησης της εξόφλησης του δανείου που είχε συναφθεί και την πληρωμή των τόκων του κεφαλαίου που έχει δοθεί ως δάνειο, και όταν δεν είναι δυνατό να διαχωρίσουμε τα δύο αυτά στοιχεία, όλη η επιχορήγηση αντιμετωπίζεται στους λογαριασμούς ως επιχορήγηση επένδυσης.

4.157. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων στον τομέα των μη χρηματοδοτικών εταιρειών και οιονεί εταιρειών περιλαμβάνουν, εκτός από τις χορηγήσεις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, επιχορηγήσεις κεφαλαίου σε δημόσιες επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα, με την προϋπόθεση ότι ο δημόσιος φορέας που πραγματοποιεί την επιχορήγηση δεν διατηρεί απαίτηση κατά της δημόσιας επιχείρησης.

4.158. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων στον τομέα των νοικοκυριών περιλαμβάνουν επιχορηγήσεις για την αγορά εξοπλισμού και για τον εκσυγχρονισμό επιχειρήσεων, εκτός από τις εταιρείες και οιονεί εταιρείες, και επιχορηγήσεις σε νοικοκυριά για την κατασκευή, αγορά και βελτίωση κατοικιών.

4.159. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων στο δημόσιο περιλαμβάνουν όλες τις πληρωμές (εκτός από τις χορηγήσεις για επιδότηση επιτοκίου) που πραγματοποιούνται προς υποτομείς του δημοσίου (57) με σκοπό τη χρηματοδότηση επενδύσεων κεφαλαίου. Τα σπουδαιότερα παραδείγματα είναι οι μεταβιβάσεις από την κεντρική διοίκηση στον υποτομέα τοπικής αυτοδιοίκησης με συγκεκριμένο σκοπό τη χρηματοδότηση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Θα πρέπει να τονισθεί ότι μεταβιβάσεις γενικού χρακτήρα που προορίζονται για ποικίλους ή μη καθορισμένους σκοπούς εγγράφονται στην κατηγορία των τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ υποτομέων του δημοσίου, ακόμη και αν προορίζονται εν μέρει για την κάλυψη δαπανών για επενδύσεις κεφαλαίου.

4.160. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα από το δημόσιο και από την αλλλοδαπή διακρίνονται από τις τρέχουσες μεταβιβάσεις σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με χρησιμοποίηση του ίδιου κριτηρίου.

4.161. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων προς την αλλοδαπή θα πρέπει επίσης να περιορίζονται στις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με το συγκεκριμένο σκοπό της χρηματοδότησης του σχηματισμού κεφαλαίου μονάδων μη μονίμων κατοίκων. Συμπεριλαμβάνουν, για παράδειγμα, τις μη ανταποδοτικές μεταβιβάσεις για την κατασκευή γεφυρών, οδών, εργοστασίων, νοσοκομείων ή σχολείων σε αναπτυσσόμενες χώρες, ή την κατασκευή κτιρίων διεθνών οργανισμών. Μπορεί να αποτελούνται από τμηματικές πληρωμές κατά τη διάρκεια μια περιόδου, όπως και από εφάπαξ πληρωμές. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει επίσης τη δωρεάν προμήθεια παγίων κεφαλαιουχικών αγαθών.

4.162. Χρόνος καταγραφής: οι επιχορηγήσεις επενδύσεων σε χρήματα αναγράφονται όταν πρέπει να καταβληθεί η πληρωμή. Οι επιχορηγήσεις επενδύσεων σε είδος καταγράφονται όταν μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου.

4.163. Στο σύστημα λογαριασμών, οι επιχορηγήσεις επενδύσεων καταγράφονται:

α) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, (-) στο λογαριασμό κεφαλαίου του δημοσίου τομέα 7

β) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, (+) στο λογαριασμό κεφαλαίου των τομέων που δέχονται τις επιχορηγήσεις 7

γ) στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, στο λογαριασμό κεφαλαίου της αλλοδαπής.

ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (D.99)

4.164. Ορισμός: Οι λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου (D.99) καλύπτουν μεταβιβάσεις, εκτός από επιχορηγήσεις επενδύσεων και φόρους κεφαλαίου, οι οποίες δεν αναδιανέμουν το εισόδημα αλλά αναδιανέμουν τις αποταμιεύσεις ή την περιουσία ανάμεσα στους διάφορους τομείς η υποτομείς της οικονομίας ή της αλλοδαπής.

4.165. Οι λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου καλύπτουν τις ακόλουθες συναλλαγές:

α) αποζημιώσεις από το δημόσιο ή την αλλοδαπή προς ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών τα οποία καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημίες λόγω πράξεων πολέμου, άλλων πολιτικών γεγονότων ή θεομηνιών (πλημμυρών, κ.λπ.) 7

β) μεταβιβάσεις του δημοσίου σε μη χρηματοδοτικές εταιρείες και οιονεί εταιρείες για την κάλυψη ζημιών που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια μερικών οικονομικών ετών, ή την κάλυψη έκτακτων ζημιών που προέρχονται από αιτίες έξω από τον έλεγχο της επιχείρησης 7

γ) μεταβιβάσεις ανάμεσα στους υποτομείς του δημοσίου, που προορίζονται να καλύψουν απρόβλεπτες δαπάνες ή συσσωρευμένα ελλείμματα (58) 7

δ) πριμ αποταμιεύσεων, που παρέχονται κατά καιρούς από το δημόσιο στα νοικοκυριά ως επιβράβευση των αποταμιεύσεων που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια ορισμένων ετών 7

ε) κληροδοτήματα, μεγάλες δωρεές μεταξύ ζώντων, και δωρεές μεταξύ μονάδων που ανήκουν σε διαφορετικούς τομείς, περιλαμβανομένων κληροδοτημάτων ή μεγάλων δωρεών προς ΜΚΟ (για παράδειγμα, δωρεές προς πανεπιστήμια για την κάλυψη του κόστους κατασκευής νέων κτιρίων, φοιτητικών εστιών, βιβλιοθηκών, εργαστηρίων, κ.λπ.) 7

στ) η αντισταθμιστική συναλλαγή της παραγραφής χρεών μετά από συμφωνία μεταξύ θεσμικών μονάδων που ανήκουν σε διαφορετικούς τομείς ή υποτομείς (για παράδειγμα, παραγραφή εκ μέρους του δημοσίου ενός χρέους το οποίο του οφείλει μια μη χρηματοδοτική εταιρεία μιας ξένης χώρας, πληρωμές για την κάλυψη εγγυήσεων που απαλλάσσουν αθετούντες οφειλέτες από τις υποχρεώσεις τους). Οι παραγραφές αυτές θεωρούνται ως μεταβίβαση κεφαλαίου από τον οφειλέτη στον πιστωτή, αξίας ίσης με το οφειλόμενο χρέος κατά τη στιγμή της παραγραφής. Επισής, η αντισταθμιστική συναλλαγή της ανάληψης χρέους είναι κι αυτή μεταβίβαση κεφαλαίου.

Πάντως, εξαιρούνται τα ακόλουθα:

(1) παραγραφή χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων και ανάληψη υποχρεώσεων οιονεί εταιρείας από τον ιδιοκτήτη της οιονεί εταιρείας. Η περίπτωση αυτή αντιμετωπίζεται ως συναλλαγή μετοχών και λοιπών τίτλων συμμετοχής σε κεφάλαιο (βλέπε παράγραφο 5.16),

(2) παραγραφή χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων και ανάληψη υποχρεώσεων δημόσιας επιχείρησης, που παύει να υπάρχει ως θεσμική μονάδα στο σύστημα, από το κράτος. Η περίπτωση αυτή καταγράφεται στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων (βλέπε παραγράφους 5.16, 6.29 και 6.30),

(3) παραγραφή χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων και ανάληψη υποχρεώσεων δημόσιας επιχείρησης από το κράτος, ως μέρος συνεχιζόμενης διαδικασίας ιδιωτικοποίησης που θα ολοκληρωθεί σε βραχυπρόθεσμη προοπτική. Η περίπτωση αυτή αντιμετωπίζεται ως συναλλαγή μετοχών και λοιπών τίτλων συμμετοχής σε κεφάλαιο (βλέπε παράγραφο 5.16).

Η παραγραφή ενός χρέους δεν είναι συναλλαγή μεταξύ θεσμικών μονάδων και επομένως δεν εμφανίζεται ούτε στο λογαριασμό κεφαλαίου ούτε στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό του συστήματος. Εάν ο πιστωτής αποφασίσει μια τέτοια παραγραφή, η πράξη αυτή θα πρέπει να καταγραφεί στους λογαριασμούς λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων του πιστωτή και του οφειλέτη [βλέπε παράγραφο 6.27 στοιχείο δ)]. Οι προβλέψεις για επισφαλή δάνεια θεωρούνται ως λογιστικές εγγραφές που είναι εσωτερικές για το θεσμικό παραγωγό και δεν εμφανίζονται πουθενά στο σύστημα. Επίσης, η μονομερής αποκήρυξη ενός χρέους εκ μέρους του οφειλέτη δεν είναι συναλλαγή και δεν αναγνωρίζεται στο σύστημα 7

ζ) το τμήμα εκείνο των ρευστοποιηθέντων κερδών (ή ζημιών) κεφαλαίου το οποίο αναδιανέμεται σε άλλον τομέα όπως, για παράδειγμα, κέρδη κεφαλαίου που αναδιανέμονται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε νοικοκυριά. Πάντως, οι αντισταθμιστικές συναλλαγές των μεταβιβάσεων, προς το κράτος, των εσόδων από μια ιδιωτικοποίηση που γίνεται έμμεσα (π.χ. μέσω μιας εταιρείας holding) πρέπει να καταγράφονται ως χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μετοχών και λοιπών τίτλων συμμετοχής σε κεφάλαιο (F.5) και επομένως δεν έχουν άμεσες συνέπειες για το επίπεδο καθαρής χορήγησης/λήψης δανείων του κράτους 7

η) μεγάλες πληρωμές για αποζημίωση εκτεταμένων ζημιών ή σοβαρών βλαβών σε πρόσωπα που δεν καλύπτονται από ασφαλιστήρια συμβόλαια [εκτός από πληρωμές από το δημόσιο ή από την αλλοδαπή που περιγράφονται στο στοιχείο α)]. Οι πληρωμές μπορεί να είναι υποχρεωτικές από απόφαση δικαστηρίου ή να έχουν διακανονισθεί εξωδικαστικά. Εδώ περιλαμβάνονται οι πληρωμές αποζημιώσεων για βλάβες που οφείλονται σε μεγάλες εκρήξεις, διαρροές πετρελαίου, παρενέργειες φαρμάκων, κ.λπ. 7

θ) έκτακτες πληρωμές σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης που πραγματοποιούνται από εργοδότες (περιλαμβανομένου και του δημοσίου) ή από το δημόσιο (στο πλαίσιο της κοινωνικής λειτουργίας του), εφόσον οι πληρωμές αυτές προορίζονται να αυξήσουν τα μαθηματικά αποθέματα των ταμείων αυτών. Η συνοδευτική διόρθωση από ταμεία κοινωνικής ασφάλισης προς νοικοκυριά καταγράφεται επίσης ως λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου (D.99) (βλέπε παράρτημα περί ασφαλίσεων, παράγραφος 20).

4.166. Χρόνος καταγραφής:

α) οι λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου σε χρήμα καταγράφονται όταν πρέπει να καταβληθεί η πληρωμή 7

β) οι λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου σε είδος καταγράφονται όταν μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία του περιουσιακού στοιχείου ή όταν παραγράφεται από τον πιστωτή η υποχρέωση.

4.167. Στο σύστημα λογαριασμών, οι λοιπές μεταβιβάσεις κεφαλαίου εμφανίζονται στις μεταβολές των υποχρεώσεων και της καθαρής θέσης, στο λογαριασμό κεφαλαίων των τομέων και της αλλοδαπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

5.01. Ορισμός: Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές είναι συναλλαγές χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων μεταξύ θεσμικών μονάδων, και μεταξύ θεσμικών μονάδων και της αλλοδαπής.

5.02. Όσον αφορά τον ορισμό της συναλλαγής (βλέπε παράγραφο 1.33), μια χρηματοπιστωτική συναλλαγή είναι μια αλληλεπίδραση μεταξύ θεσμικών μονάδων, ή μεταξύ μιας θεσμικής μονάδας και της αλλοδαπής, με κοινή συμφωνία, που αφορά την ταυτόχρονη δημιουργία ή εκκαθάριση ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου και της αντίστοιχης υποχρέωσης ή τη μεταβολή της ιδιοκτησίας ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου, ή την ανάληψη μιας υποχρέωσης.

5.03. Τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία είναι οικονομικά περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν μέσα πληρωμής, χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις και οικονομικά περιουσιακά στοιχεία με φύση παρόμοια με των χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων.

5.04. Τα μέσα πληρωμής περιλαμβάνουν το νομισματικό χρυσό, τα ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα, τα μετρητά και τις μεταβιβάσιμες καταθέσεις.

Οι χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους, τους πιστωτές, να εισπράξουν μια πληρωμή ή μια σειρά πληρωμών χωρίς αντισταθμιστική προσφορά από άλλες θεσμικές μονάδες, τους οφειλέτες, που έχουν αναλάβει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Ως παραδείγματα οικονομικών περιουσιακών στοιχείων με φύση παρόμοια με των χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων μπορούν να αναφερθούν οι μετοχές και οι λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο και, κατά ένα μέρος, τα εξαρτημένα περιουσιακά στοιχεία. Η θεσμική μονάδα που εκδίδει ένα τέτοιο περιουσιακό στοιχείο θεωρείται ότι έχει αναλάβει μια αντίστοιχη υποχρέωση.

5.05. Τα εξαρτημένα (υπό αίρεση) περιουσιακά στοιχεία είναι συμβατικές διευθετήσεις μεταξύ θεσμικών μονάδων, και μεταξύ θεσμικών μονάδων και της αλλοδαπής, που ορίζουν έναν ή περισσότερους όρους που πρέπει να πληρούνται για να πραγματοποιήθεί μια χρηματοπιστωτική συναλλαγή. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν οι εγγυήσεις πληρωμής από τρίτους, οι πιστωτικές επιστολές, τα πιστωτικά όρια, οι εγγυημένες πρακτικές διευκόλυνσης της έκδοσης ομολογιών και πολλά από τα παράγωγα μέσα. Στο σύστημα, ένα εξαρτημένο περιουσιακό στοιχείο είναι χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ίδια η συμβατική διευθέτηση έχει αγοραία αξία γιατί είναι εμπορεύσιμη ή μπορεί να αντισταθμιστεί στην αγορά. Σε αντίθετη περίπτωση, ένα εξαρτημένο περιουσιακό στοιχείο δεν καταγράφεται στο σύστημα (59).

5.06. Διακρίνονται επτά κατηγορίες χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων: νομισματικός χρυσός και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (AF.1), μετρητά και καταθέσεις (AF.3), χρεόγραφα εκτός από μετοχές (AF.2), δάνεια (AF.4), μετοχές και λοιπές συμμετοχές σε κεφάλαιο (AF.5), τεχνικά ασφαλιστικά αποθεματικά (AF.6) και λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.7).

5.07. Στο σύστημα, κάθε χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο έχει μια αντίστοιχη υποχρέωση, με εξαίρεση τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία που κατατάσσονται στην κατηγορία «νομισματικός χρυσός και ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα» (AF.1). Διακρίνονται έξι κατηγορίες υποχρεώσεων, που αντιστοιχούν με τις κατηγορίες των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων.

5.08. Η ταξινόμηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών αντιστοιχεί με την ταξινόμηση των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων. Διακρίνονται επτά κατηγορίες χρηματοπιστωτικών συναλλαγών: συναλλαγές νομισματικού χρυσού και ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (F.1), συναλλαγές μετρητών και καταθέσεων (F.2), συναλλαγές χρεογράφων εκτός από μετροχές (F.3), συναλλαγές δανείων (F.4), συναλλαγές μετοχών και λοιπών συμμετοχών σε κεφάλαιο (F.5), συναλλαγές τεχνικών ασφαλιστικών αποθεματικών (F.6) και συναλλαγές λοιπών εισπρακτέων/πληρωτέων λογαριασμών (F.7).

5.09. Τα κατεχόμενα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και οι εκκρεμείς υποχρεώσεις σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ενός τομέα ή της αλλοδαπής) καταγράφονται στον ισολογισμό (βλέπε κεφάλαιο 7). Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές έχουν ως αποτέλεσμα μεταβολές στους ισολογισμούς. Πάντως, οι μεταβολές μεταξύ του ισολογισμού ανοίγματος και του ισολογισμού κλεισίματος μπορεί να περιλαμβάνουν επίσης λοιπές ροές (βλέπε κεφάλαιο 6). Αυτές δεν οφείλονται σε αλληλεπιδράσεις μεταξύ θεσμικών μονάδων, ή μεταξύ μιας θεσμικής μονάδας και της αλλοδαπής, με κοινή συμφωνία. Οι λοιπές ροές αναλύονται σε ανατιμήσεις χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, και σε μεταβολές του όγκου των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που δεν οφείλονται σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Οι πρώτες καταγράφονται στο λογαριασμό ανατίμησης και οι δεύτερες στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων, στις κατηγορίες: απώλειες λόγω φυσικών καταστροφών, κατασχέσεις χωρίς αποζημίωση, λοιπές μεταβολές του όγκου των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων π.δ.κ.α., και μεταβολές της ταξινόμησης και της δομής.

5.10. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των εμπλεκομένων τομέων. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων και της αλλοδαπής καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των εμπλεκομένων τομέων και στον εξωτερικό χρηματοπιστωτικό λογαριασμό, δηλαδή στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό της αλλοδαπής (βλέπε κεφάλαιο 8).

Ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός (ενός τομέα ή της αλλοδαπής), δείχνει, στην αριστερή πλευρά, τις αποκτήσεις μείον πωλήσεις χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων, ενώ στη δεξιά πλευρά δείχνει την ανάληψη υποχρεώσεων μείον την εξόφλησή τους. Το αντισταθμιστικό μέγεθος του χρηματοπιστωτικού λογαριασμού, δηλαδή η καθαρή απόκτηση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων μείον την καθαρή ανάληψη υποχρεώσεων, είναι η καθαρή χορήγηση(+)/καθαρή λήψη(-) δανείων (B.9).

5.11. Ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός ενός τομέα μπορεί να είναι ενοποιημένος ή όχι. Ο μη ενοποιημένος χρηματοπιστωτικός λογαριασμός ενός τομέα δείχνει τις μεταβολές των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων λόγω όλων των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών στις οποίες εμπλέκονται θεσμικές μονάδες που ταξινομούνται στον τομέα αυτό. Ο ενοποιημένος χρηματοπιστωτικός λογαριασμός ενός τομέα δείχνει τις μεταβολές των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων λόγω χρηματοπιστωτικών συναλλαγών μεταξύ θεσμικών μονάδων που ταξινομούνται στο σχετικό τομέα και άλλων θεσμικών μονάδων ή της αλλοδαπής. Σε σύγκριση με τον μη ενοποιημένο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό, οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων που ταξινομούνται στο σχετικό θεσμικό τομέα διαγράφονται από τον ενοποιημένο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό. Ο εξωτερικός χρηματοπιστωτικός λογαριασμός είναι εξ ορισμού ενοποιημένος.

5.12. Μια χρηματοπιστωτική συναλλαγή μεταξύ δύο θεσμικών μονάδων αυξάνει την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων μιας θεσμικής μονάδας και μειώνει, κατά το ίδιο ποσό, την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων της άλλης θεσμικής μονάδας. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων που ταξινομούνται στον ίδιο τομέα δεν μεταβάλλουν την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων του τομέα. Ο ενοποιημένος και ο μη ενοποιημένος χρηματοπιστωτικός λογαριασμός ενός τομέα δείχνουν το ίδιο ποσό καθαρής χορήγησης/καθαρής λήψης δανείων. Κατά τον ίδιο τρόπο οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μεταξύ θεσμικών μονάδων δεν μεταβάλλουν την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων του συνόλου της οικονομίας. Έχει το ίδιο ύψος αλλά αντίθετο πρόσημο με την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων στον εξωτερικό χρηματοπιστωτικό λογαριασμό. Επομένως, η καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων όλων των θεσμικών μονάδων και της αλλοδαπής είναι μηδενική.

5.13. Ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός κατά οφειλέτη/πιστωτή (60) (ενός τομέα ή της αλλοδαπής) είναι επέκταση του χρηματοπιστωτικού λογαριασμού, που δείχνει επιπλέον την ανάλυση της καθαρής απόκτησης χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων κατά οφειλέτη τομέα, και την ανάλυση της καθαρής ανάληψης υποχρεώσεων κατά πιστωτή τομέα. Επομένως, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις σχέσεις οφειλετών/πιστωτών και συμφωνεί με το χρηματοπιστωτικό ισολογισμό κατά οφειλέτη/πιστωτή (βλέπε παράγραφο 7.69). Πάντως, στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών σε δευτερεύουσες αγορές, δεν παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις θεσμικές μονάδες στις οποίες πουλήθηκαν χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία ή από τις οποίες αγοράστηκαν χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός κατά οφειλέτη/πιστωτή δεν παρέχει μια πλήρη απάντηση στην ερώτηση ποιος χρηματοδοτεί ποιον στη διάρκεια μιας λογιστικής περιόδου.

5.14. Ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός είναι ο τελικός λογαριασμός στην πλήρη ακολουθία λογαριασμών ο οποίος καταγράφει συναλλαγές (βλέπε κεφάλαιο 8). Επομένως, ο χρηματοπιστωτικός λογαριασμός δεν έχει εξισωτικό μέγεθος το οποίο μεταφέρεται σε άλλο λογαριασμό. Στο σύστημα, το εξισωτικό μέγεθος του χρηματοπιστωτικού λογαριασμού είναι ίδιο με το εξισωτικό μέγεθος του λογαριασμού κεφαλαίου. Στην πράξη, παρατηρείται συνήθως μια αναντιστοιχία μεταξύ τους, γιατί υπολογίζονται με βάση διαφορετικά στατιστικά δεδομένα.

5.15. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές έχουν πάντα αντισταθμιστικές συναλλαγές στο σύστημα. Αυτές οι αντισταθμιστικές συναλλαγές μπορεί να είναι λοιπές χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή μη χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.

Η ταυτόχρονη αύξηση ή μείωση τόσο των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων όσο και των υποχρεώσεων ή η ανταλλαγή ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου με άλλο, καταγράφονται, στο σύνολο τους, στο χρηματοπιστωτικό λογαριασμό (ενός τομέα ή της αλλοδαπής). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια συναλλαγή και η αντισταθμιστική της συναλλαγή είναι και οι δύο χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, μεταβάλλουν το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και μπορούν να μεταβάλουν τα σύνολα τόσο των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων όσο και των υποχρεώσεων των εμπλεκομένων θεσμικών μονάδων ή της αλλοδαπής, δεν μεταβάλλουν όμως την καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων ή την καθαρή θέση.

Οι αντισταθμιστικές συναλλαγές των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών μπορεί επίσης να είναι συναλλαγές προϊόντων (βλέπε κεφάλαιο 3), διανεμητικές συναλλαγές (βλέπε κεφάλαιο 4) ή συναλλαγές μη χρηματοπιστωτικών μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων (βλέπε παράγραφο 6,6). Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η αντισταθμιστική συναλλαγή μιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής δεν είναι χρηματοπιστωτική συναλλαγή, η καθαρή χορήγηση/καθαρή λήψη δανείων των εμπλεκομένων θεσμικών μονάδων ή της αλλοδαπής μεταβάλλεται.

5.16. Η αντισταθμιστική συναλλαγή μιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μπορεί να είναι μια τρέχουσα μεταβίβαση ή μια μεταβίβαση κεφαλαίου (βλέπε κεφάλαιο 4). Στην περίπτωση αυτή, η χρηματοπιστωτική μεταβολή αφορά μεταβολή ιδιοκτησίας ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου, ή ανάληψη υποχρέωσης (ανάληψη χρέους) ή ταυτόχρονη εκκαθάριση ενός χρηματοπιστωτικού περιουσιακού στοιχείου και της αντίστοιχης υποχρέωσης (παραγραφή χρέους ή απαλλαγή εξόφλησης χρέους). Η αντισταθμιστική μεταβίβαση της ανάληψης χρέους και της παραγραφής χρέους ταξινομείται συνήθως στην κατηγορία «μεταβιβάσεις κεφαλαίου» (D.9) και καταγράφεται στο λογαριασμό κεφαλαίου. Πάντως, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ιδιοκτήτης μιας οιονεί εταιρείας αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή παραγράφει χρηματοπιστωτικές απαιτήσεις έναντι της οιονεί εταιρείας, η αντισταθμιστική συναλλαγή της ανάληψης χρέους ή της παραγραφής χρέους είναι μια συναλλαγή μετοχών ή λοιπών συμμετοχών σε κεφάλαιο (F.5).

Σε αντίθεση με την ανάληψη χρέους και την παραγραφή χρέους, η ακύρωση ή η μείωση επισφαλών χρεών από πιστωτές και η μονομερής διαγραφή μιας υποχρέωσης από έναν οφειλέτη (άρνηση εξόφλησης χρέους) δεν ταξινομούνται στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές γιατί δεν αφορούν αλληλεπιδράσεις μεταξύ θεσμικών μονάδων, ή μεταξύ θεσμικών μονάδων και της αλλοδαπής, με κοινή συμφωνία. Η ακύρωση ή η μείωση επισφαλών χρεών από πιστωτές καταγράφεται στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου των περιουσιακών στοιχείων [βλέπε παράγραφο 6.27 στοιχείο δ)]. Η άρνηση εξόφλησης χρέους δεν αναγνωρίζεται από το σύστημα.

5.17. Η αντισταθμιστική συναλλαγή μιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μπορεί να είναι τόκος (D.41). Ο τόκος είναι εισπρακτέος από τους πιστωτές και πληρωτέος από τους οφειλέτες ορισμένων ειδών χρηματοπιστωτικών απαιτήσεων που ταξινομούνται στις κατηγορίες μετρητά και καταθέσεις (AF.2), χρεόγραφα εκτός από μετοχές (AF.3), δάνεια (AF.4) και λοιποί εισπρακτέοι/πληρωτέοι λογαριασμοί (AF.7). Στο σύστημα, ο τόκος καταγράφεται όταν δημιουργείται υποχρέωση πληρωμής του, δηλαδή ο τόκος καταγράφεται σαν να δημιουργείται συνεχώς διαχρονικά ως εισπρακτέος από τον πιστωτή με βάση το ύψος του εναπομένοντος κεφαλαίου (βλέπε παράγραφο 4.50). Η αντισταθμιστική συναλλαγή μιας εγγραφής τόκου (D.41) είναι πάντοτε μια χρηματοπιστωτική συναλλαγή που δημιουργεί μια πρόσθετη χρηματοπιστωτική απαίτηση του πιστωτή έναντι του οφειλέτη. Το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοπιστωτικής συναλλαγής είναι ότι ο τόκος επανεπενδύεται. Η πραγματική πληρωμή τόκου δεν καταγράφεται στους τόκους (D.41) αλλά προϋποθέτει μια συναλλαγή που αναφέρεται στη μεταβολή ιδιοκτησίας του μέσου πληρωμής. Η αντισταθμιστική συναλλαγή είναι μια χρηματοπιστωτική συναλλαγή που μειώνει την καθαρή χρηματοπιστωτική απαίτηση του πιστωτή έναντι του οφειλέτη. Όταν οι δεδουλευμένοι τόκοι δεν καταβάλλονται όταν είναι πληρωτέοι, δημιουργούνται τόκοι υπερημερίας. Δεδομένου ότι οι δεδουλευμένοι τόκοι έχουν ήδη καταγραφεί στο σύστημα, οι τόκοι υπερημερίας δεν μεταβάλλουν το σύνολο των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων, αλλά ενδεχομένως την ταξινόμησή τους (βλέπε παράγραφο 5.131).

5.18. Η αντισταθμιστική συναλλαγή μιας χρηματοπιστωτικής συναλλαγής μπορεί να είναι εισόδημα περιουσίας που αποδίδεται αλλά δεν διανέμεται. Ως παραδείγματα μορούν να αναφερθούν ο τόκος (D.41) και τα μερίσματα (D.421) που εισπράττονται από αμοιβαία κεφάλαια από τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιήσει, τα οποία αποδίδονται αλλά δεν διανέμονται στους μετόχους [βλέπε παράγραφο 4.49 στοιχείο β) και παράγραφο 4.54 στοιχείο β)], επανεπενδυόμενα έσοδα από άμεσες επενδύσεις εξωτερικού (D.43) και εισόδημα περιουσίας που αποδίδεται στους κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων (D.44) στην περίπτωση επιμέρους συμβολαίων ασφάλειας ζωής που δεν συνάπτονται στο πλαίσιο προγραμμάτων κοινωνικής ασφάλισης. Το αποτέλεσμα της αντισταθμιστικής χρηματοπιστωτικής συναλλαγής είναι ότι το (θετικό ή αρνητικό) εισόδημα περιουσίας επανεπενδύεται.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

5.19. Οι χρηχρηματοπιστωτικές συναλλαγές ταξινομούνται σε κατηγορίες, που υποδιαιρούνται σε υποκατηγορίες, ορισμένες από τις οποίες διαιρούνται περαιτέρω σε υποτίτλους. Η ταξινόμηση των συναλλαγών χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων αντιστοιχεί στην ταξινόμηση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων (βλέπε παραγράφους 5.06-5.08). Επομένως, οι ορισμοί των κατηγοριών, υποκατηγοριών και υποτίτλων και οι συμπληρωματικές επεξηγήσεις εμφανίζονται μόνο μια φορά στο ΕΣΟΛ - στο παρόν τμήμα του κεφαλαίου για τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Το κεφάλαιο για τους ισολογισμούς δεν επαναλαμβάνει τους ορισμούς και τις επεξηγήσεις τους στο κυρίως κείμενο, παρουσιάζει όμως συνοπτικά στο παράρτημα του 7.1 όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο σύστημα.

5.20. Η ταξινόμηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων βασίζεται κυρίως στο βαθμό ρευστότητας και τα νομικά χαρακτηριστικά των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων. Η ταξινόμηση δεν περιλαμβάνει λειτουργικές κατηγορίες, με εξαίρεση ένα υπόμνημα του ισολογισμού σχετικό με τις άμεσες επενδύσεις εξωτερικού. Οι ορισμοί των κατηγοριών, υποκατηγοριών και υποτίτλων είναι γενικά ανεξάρτητοι από την ταξινόμηση των θεσμικών μονάδων. Πάντως, ανάλογα με τις ανάγκες, η ταξινόμηση των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων μπορεί να γίνει πιο αναλυτική, μέσω της διασταυρωμένης ταξινόμησης θεσμικών μονάδων. Ως παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν οι καταθέσεις τάξεων μεταξύ νομισματικών χρηματοπιστωτικών εταιρειών. Ο βαθμός λεπτομέρειας που θα χρησιμοποιηθεί στην ταξινόμηση χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων εξαρτάται από το θεσμικό τομέα που αναλύεται.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

5.21. Για την ανάλυση των διαύλων διαβίβασης της νομισματικής πολιτικής μπορεί να απαιτείται η επισήμανση συνολικών μεγεθών χρήματος στους ισολογισμούς, καθώς και τους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των τομέων και της αλλοδαπής. Πάντως, οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται όσον αφορά τα συνολικά μεγέθη χρήματος ποικίλλουν από τη μια χώρα στην άλλη, καθώς και διαχρονικά. Επιπλέον, αποτελούνται από συνιστώσες οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν με τις κατηγορίες, υποκατηγορίες ή υποτίτλους των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων όπως ορίζονται στο σύστημα. Επιπλέον, οι τομείς που δημιουργούν χρήμα, οι τομείς που κατέχουν χρήμα και οι χρηματικά ουδέτεροι τομείς εξαρτώνται από τον ορισμό του σχετικού συνολικού χρηματικού μεγέθους. Επομένως, στο σύστημα δεν ορίζονται συνολικά χρηματικά μεγέθη. Πάντως, στο παραρτήμα 5.1 του παρόντος κεφαλαίου παρουσιάζεται μια μέθοδος που επιτρέπει την εμφάνιση οποιουδήποτε συνολικού χρηματικού μεγέθους στους ισολογισμούς και τους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς.

5.22. Οι καινοτομίες στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν μειώσει τη χρησιμότητα της διάκρισης βραχυπρόθεσμων/μακροπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων. Πάντως, όταν έχει σημασία η ανάλυση της προθεσμίας λήξης, όπως π.χ. για την ανάλυση των επιτοκίων και των αποδόσεων των περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να απαιτείται μια ανάλυση σε ένα φάσμα προθεσμιών λήξης. Επομένως, η διάκριση ως προς την προθεσμία λήξης αναγνωρίζεται ως δευτερεύον κριτήριο ταξινόμησης όπου αυτό έχει σημασία.

Ορισμός: Βραχυπρόθεσμα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) είναι χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) των οποίων η αρχική προθεσμία λήξης είναι συνήθως ένα έτος ή λιγότερο, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύο έτη το πολύ (61).

Μακροπρόθεσμα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) είναι χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) των οποίων η αρχική προθεσμία λήξης είναι περισσότερο από ένα έτος, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις περισσότερο από δύο έτη τουλάχιστον.

5.23. Πολλές από τις κατηγορίες, υποκατηγορίες και υποτίτλους των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων μπορούν να αναλυθούν με βάση τις μονάδες στις οποίες εκφράζονται.

Ορισμός: Χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) σε εθνικό νόμισμα είναι χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) που είναι εκφρασμένα στη νομισματική μονάδα που χρησιμοποιείται νόμιμα στη χώρα.

Χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) σε ξένο νόμισμα είναι χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία (υποχρεώσεις) που δεν είναι εκφρασμένα στο εθνικό νόμισμα της χώρας.

Τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία σε ξένο νόμισμα περιλαμβάνουν χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε ένα καλάθι νομισμάτων, για παράδειγμα Ecu ή ΕΤΔ, και χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε χρυσό. Η διάκριση μεταξύ εθνικού και ξένου νομίσματος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την κατηγορία «μετρητά και καταθέσεις» (AF.2).

ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΤΡΑΒΗΚΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (ΕΤΔ) (F.1)

5.24. Η κατηγορία F.1 αποτελείται από δύο υποκατηγορίες χρηματοπιστωτικών συναλλαγών:

α) νομισματικό χρυσό (F.11) 7

β) ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.12).

5.25. Τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία που ταξινομούνται στην κατηγορία νομισματικός χρυσός και ΕΤΔ (AF.1) είναι τα μόνα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία για τα οποία δεν υπάρχουν αντισταθμιστικές υποχρεώσεις στο σύστημα. Επομένως, οι συναλλαγές νομισματικού χρυσού και ΕΤΔ (F.1) αφορούν πάντοτε μεταβολές της ιδιοκτησίας χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων (βλέπε παράγραφο 5.02).

Νομισματικός χρυσός (F.11)

5.26. Ορισμός: Η υποκατηγορία νομισματικός χρυσός (F.11) περιλαμβάνει όλες τις συναλλαγές νομισματικού χρυσού (AF.11), δηλαδή χρυσού που κατέχεται, ως συνιστώσα συναλλαγματικών αποθεμάτων, από νομισματικές αρχές ή από τρίτους που υπόκεινται στον ουσιαστικό έλεγχο των νομισματικών αρχών.

5.27. Ο τομέας των νομισματικών αρχών, που βασίζεται σε μια λειτουργική έννοια, αποτελείται από τον υποτομέα κεντρική τράπεζα (S.121) και από κρατικά ιδρύματα, που πραγματοποιούν πράξεις οι οποίες αποδίδονται συνήθως στην κεντρική τράπεζα. Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν την έκδοση χρήματος, την τήρηση και τη διαχείριση συναλλαγματικών αποθεμάτων και τη λειτουργία ταμείων συναλλαγματικής σταθεροποίησης.

Επομένως, ο χρυσός μπορεί κανονικά να είναι χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο μόνο για την κεντρική τράπεζα ή για το κράτος. Πάντως, σε ορισμένες περιπτώσεις, και άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες μπορούν να κατέχουν τίτλους χρυσού που μπορούν να πωληθούν μόνο με έγκριση των νομισματικών αρχών. Σε τέτοιες περιορισμένες περιπτώσεις, η έννοια του ουσιαστικού ελέγχου μπορεί να εφαρμοστεί στο χρυσό που κατέχεται από χρηματοδοτικές εταιρείες εκτός από την κεντρική τράπεζα.

5.28. Ο νομισματικός χρυσός έχει συνήθως τη μορφή ράβδων καθαρότητας τουλάχιστον 995/1000.

5.29. Οι συναλλαγές νομισματικού χρυσού αποτελούνται συνήθως από πωλήσεις και αγορές νομισματικού χρυσού μεταξύ νομισματικών αρχών. Οι αγορές νομισματικού χρυσού καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των εγχωρίων νομισματικών αρχών ως αυξήσεις χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων. Οι αντισταθμιστικές εγγραφές είναι μειώσεις των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων της αλλοδαπής.

5.30. Οι συναλλαγές μη νομισματικού χρυσού, δηλαδή χρυσού εκτός από το νομισματικό χρυσό, αντιμετωπίζονται ως αγορές μείον πωλήσεις τιμαλφών (αν μοναδικός σκοπός είναι η δημιουργία ενός αποθέματος πλούτου) και, σε άλλη περίπτωση, ως τελική κατανάλωση ή ενδιάμεση ανάλωση ή/και μεταβολή αποθεμάτων. Οι συναλλαγές μη νομισματικού χρυσού περιλαμβάνουν συναλλαγές των νομισματικών αρχών σε χρυσό, που δεν είναι συνιστώσα των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους.

5.31. Αν οι νομισματικές αρχές προσθέτουν μη νομισματικό χρυσό στα αποθέματα νομισματικού χρυσού που κατέχουν, ή αποδεσμεύουν νομισματικό χρυσό από τα αποθέματά τους για μη νομισματική χρήση, θεωρούνται ότι προβαίνουν σε νομισματοποίηση ή απονομισματοποίηση χρυσού, αντιστοίχως. Η νομισματοποίηση ή η απονομισματοποίηση χρυσού δεν δημιουργεί εγγραφές στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς 7 αντίθετα, η μεταβολή των θέσεων του ισολογισμού αιτιολογείται με εγγραφές στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων ως αναταξινόμηση, δηλαδή αναταξινόμηση χρυσού από τιμαλφή (AF.11) σε νομισματικό χρυσό (βλέπε παράγραφο 6.32). Η απονομισματοποίηση χρυσού καταγράφεται αντιστοίχως.

5.32. Οι καταθέσεις, τα χρεόγραφα και τα δάνεια που είναι εκφρασμένα σε χρυσό αντιμετωπίζονται ως χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία εκτός από νομισματικό χρυσό και ταξινομούνται μαζί με παρόμοια περιουσιακά στοιχεία σε ξένο νόμισμα στην αντίστοιχη κατηγορία.

Οι ανταλλαγές (swaps) μη νομισματικού χρυσού, δηλαδή συμφωνίες σχετικά με την ανταλλαγή μη νομισματικού χρυσού για αποθέματα, αντιμετωπίζονται ως δάνεια με εγγύηση [βλέπε παράγραφο 5.81 στοιχείο ε)].

Ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.12)

5.33. Ορισμός: Η υποκατηγορία ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα (ΕΤΔ) (F.12) αποτελείται από όλες τις συναλλαγές ΕΤΔ (AF.12), δηλαδή διεθνών αποθεματικών περιουσιακών στοιχείων που δημιουργούνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και κατανέμονται στα μέλη του ως συμπληρώματα των υπαρχόντων συναλλαγματικών αποθεμάτων.

5.34. Τα ΕΤΔ δεν θεωρούνται ως υποχρεώσεις του ΔΝΤ, και τα μέλη του ΔΝΤ στα οποία κατανέμονται ΕΤΔ δεν έχουν πραγματική (άνευ όρων) υποχρέωση να εξοφλήσουν τα ΕΤΔ που τους κατανέμονται. Τα ΕΤΔ κατανέμονται αποκλειστικά από επίσημους φορείς, που είναι κατά κανόνα κεντρικές τράπεζες, και μεταβιβάζονται μεταξύ των συμμετεχόντων στο τμήμα ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων του ΔΝΤ και άλλων κατόχων που ορίζονται από το ΔΝΤ (λοιπές κεντρικές τράπεζες και ορισμένους διεθνείς οργανισμούς). Τα ΔΝΤ αντιπροσωπεύουν το εξασφαλισμένο και χωρίς περιορισμούς δικαίωμα του κατόχου να αποκτά άλλα αποθεματικά περιουσιακά στοιχεία, και ιδιαίτερα ξένο συνάλλαγμα.

5.35. Μεταβολές στα ΕΤΔ τα οποία κατέχει μία νομισματική αρχή μπορούν να προκύψουν από τις συναλλαγές ΕΤΔ που περιλαμβάνουν πληρωμές ΕΤΔ προς, ή εισπράξεις ΕΤΔ από, το ΔΝΤ, από άλλους συμμετέχοντες στο τμήμα ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων του ΔΝΤ, ή από άλλους κατόχους. Οι συναλλαγές αυτές καταγράφονται στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς των νομισματικών αρχών και της αλλοδαπής αντιστοίχως. Μεταβολές σε ΕΤΔ μπορούν επίσης να προκύψουν από μεταβολές της αξίας των ΕΤΔ, που καταγράφονται στο λογαριασμό ανατίμησης, ή από αποδόσεις και ακυρώσεις ΕΤΔ που καταγράφονται στο λογαριασμό λοιπών μεταβολών του όγκου περιουσιακών στοιχείων [βλέπε παράγραφο 6.27 στοιχείο α)].

ΜΕΤΡΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ (F.2)

5.36. Ορισμός: Η κατηγορία μετρητά και καταθέσεις (F.2) αποτελείται από όλες τις συναλλαγές μετρητών και καταθέσεων (AF.2), δηλαδή μετρητά σε κυκλοφορία, και κάθε είδους καταθέσεις σε εθνικό και σε ξένο νόμισμα.

5.37. Η κατηγορία F.2 διαιρείται σε τρεις υποκατηγορίες χρηματοπιστωτικών συναλλαγών:

α) μετρητά (F.21) 7

β) μεταβιβάσιμες καταθέσεις (F.22) 7

γ) λοιπές καταθέσεις (F.29).

Η διάκριση μεταξύ μεταβιβάσιμων και μη μεταβιβάσιμων καταθέσεων μπορεί να είναι δύσκολη και όχι ιδιαίτερα χρήσιμη από αναλυτική άποψη για ορισμένες χώρες (για τη διάκριση μεταξύ καταθέσεων και δανείων βλέπε παραγράφους 5.74-5.76).

Μετρητά (F.21)

5.38. Ορισμός: Η υποκατηγορία μετρητά (F.21) αποτελείται από όλες τις συναλλαγές μετρητών (AF.21), δηλαδή τραπεζογραμματίων και κερμάτων σε κυκλοφορία, που χρησιμοποιούνται συνήθως για την πραγματοποίηση πληρωμών.

5.39. Η υποκατηγορία AF.21 περιλαμβάνει:

α) τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε κυκλοφορία, που έχουν εκδοθεί από νομισματικές αρχές μόνιμους κατοίκους 7

β) τραπεζογραμμάτια και κέρματα σε κυκλοφορία, που έχουν εκδοθεί από νομισματικές αρχές μη νομίμους κατοίκους