EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31994R2991

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2991/94 του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 1994 για τον καθορισμό των κανόνων για λιπαρές ύλες για επάλειψη

ΕΕ L 316 της 9.12.1994, p. 2–7 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT)

Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ειδική έκδοση (FI, SV, CS, ET, LV, LT, HU, MT, PL, SK, SL, BG, RO)

Legal status of the document No longer in force, Date of end of validity: 30/06/2008; καταργήθηκε από 32007R1234

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1994/2991/oj

31994R2991

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2991/94 του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 1994 για τον καθορισμό των κανόνων για λιπαρές ύλες για επάλειψη

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 316 της 09/12/1994 σ. 0002 - 0007
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 3 τόμος 65 σ. 0084
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 3 τόμος 65 σ. 0084


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 2991/94 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 5ης Δεκεμβρίου 1994 για τον καθορισμό των κανόνων για λιπαρές ύλες για επάλειψη

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 43,

την πρόταση της Επιτροπής (1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3),

Εκτιμώντας:

ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων (4), προβλέπει στο άρθρο 6 ένα μόνο ορισμό για το βούτυρο που είναι επιλέξιμο για παρέμβαση-

ότι, εξάλλου, τα άρθρα 35α και 36 του κανονισμού αριθ. 135/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (5), προβλέπουν τη θέσπιση κανόνων εμπορίας για όλα τα προϊόντα του εν λόγω τομέα- ότι οι κανόνες αυτοί, ιδίως εκείνοι που αφορούν κυρίως την ταξινόμηση κατά ποιότητα, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της εμπορίας και των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκονται τα προϊόντα-

ότι η ανάπτυξη των τεχνικών παραγωγής και των προσδοκιών των καταναλωτών συνεπάγεται ότι η αγορά των στερεών λιπαρών ουσιών που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση διαφοροποιείται όλο και περισσότερο-

ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό πρέπει να θεωρούνται προϊόντα ανταγωνιστικά, δεδομένου ότι είναι συγκρίσιμα από την άποψη ορισμένων χαρακτηριστικών, κυρίως της εμφάνισης και της χρησιμοποίησης-

ότι η θέσπιση των κανόνων εμπορίας για τα γαλακτοκομικά και μη προϊόντα με σαφή και διακεκριμένη ταξινόμηση, συνοδευόμενη από κανόνες σχετικούς με την επωνυμία είναι, επομένως, κατάλληλη για τη σταθεροποίηση των εν λόγω γεωργικών αγορών και συμβάλλει στη δημιουργία ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου του γεωργικού πληθυσμού-

ότι το βασικό στοιχείο των προϊόντων αυτών είναι η περιεκτικότητα τους σε λιπαρές ύλες- ότι τα προϊόντα που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες τουλάχιστον 10 % και μικρότερη από 90 % κατά βάρος και προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων που βρίσκονται στην αγορά και κυρίως των προϊόντων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή-

ότι μια λύση που θα θεσπίζει ενιαία ταξινόμηση για το σύνολο των εν λόγω προϊόντων, διευκολύνει την επιλογή του καταναλωτή, μεταξύ των προϊόντων που, αφενός μεν, είναι συγκρίσιμα ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε λιπαρές ύλες γενικώς, αφετέρου όμως, διακρίνονται ανάλογα με τις χρησιμοποιηθείσες φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες-

ότι το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού θα πρέπει να επεκταθεί σε όλα τα ανταγωνιστικά προϊόντα που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες τουλάχιστον 10 % και μικρότερη από 90 % του συνολικού βάρους και που προορίζονται να διατεθούν όπως είναι στον τελικό καταναλωτή-

ότι, διασφαλίζοντας την ελευθερία της παρασκευής προϊόντων που έχουν διαφορετικές περιεκτικότητες σε λιπαρές ύλες, θα πρέπει, για να αποφευχθεί η σύγχυση του καταναλωτή και δεδομένης της εμπειρίας που αποκτήθηκε όσον αφορά το γάλα, να περιοριστεί η χρησιμοποίηση των όρων "βούτυρο" και "μαργαρίνη" σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που έχουν ένα ποσοστό λιπαρών υλών σαφώς καθορισμένο-

ότι, εξάλλου, ένα τέτοιο πλαίσιο κοινοτικών κανόνων συμβάλλει στην ανάπτυξη του εμπορίου υπό συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού-

ότι, προκειμένου να υπάρξει η επιθυμητή σαφήνεια, θα πρέπει να καθοριστούν ονομασίες για όλα τα σχετικά προϊόντα- ότι η μείωση της περιεκτικότητας σε λιπαρές ύλες πρέπει να εμφαίνεται στην ονομασία,

ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τα προϊόντα δεν μπορούν να διατεθούν για τελική κατανάλωση παρά μόνον εάν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού- ότι τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μπορούν να παραδίδονται ή να διατίθενται στον τελικό καταναλωτή αλλά χωρίς να χρησιμοποιούνται οι χρησιμοποιούμενες ονομασίες πώλησης-

ότι ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμοστεί με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87 του Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1987 σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο (6), και των κοινοτικών διατάξεων που θεσπίστηκαν στον κτηνιατρικό τομέα και στον τομέα των προϊόντων διατροφής, και που αφορούν την εγγύηση της τήρησης των κανόνων υγιεινής και την επισήμανση των προϊόντων διατροφής-

ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθούν ορισμένες διατάξεις συμπληρωματικές εκείνων που προβλέπονται στην οδηγία αριθ. 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1978 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (7)- ότι πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις όσον αφορά, ιδίως, την ένδειξη της συνολικής περιεκτικότητας σε λιπαρές ύλες, καθώς και ορισμένα συστατικά των λιπαρών υλών που αποτελούνται από διάφορες ζωϊκές και φυτικές λιπαρές ύλες-

ότι, για να διασφαλιστεί η συνοχή του καθεστώτος, θα πρέπει τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες να υπόκεινται σε ισοδύναμες απαιτήσεις-

ότι θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κατάλληλους ελέγχους και κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεων του παρόντος κανονισμού-

ότι οι κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό δεν επηρεάζουν καθόλου τη δασμολογική κατάταξη των εν λόγω προϊόντων-

ότι θα πρέπει να προβλεφθεί μια αρκετά μεγάλη προθεσμία, προκειμένου να καταστεί δυνατή, αφενός μεν, η προσαρμογή στις προβλεπόμενες απαιτήσεις κάθε προϊόντος που βρίσκεται στην αγορά και, αφετέρου, η διάθεση των αποθεμάτων συσκευασίας που έχουν την επισήμανση που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία που ίσχυε προηγουμένως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες για:

α) τις λιπαρές ύλες (ουσίες) του γάλακτος των κωδικών ΣΟ 0405 και ex 2106-

β) τις λιπαρές ύλες του κωδικού ΣΟ ex 1517 και

γ) τις λιπαρές ουσίες που αποτελούνται από φυτικά ή/και ζωικά προϊόντα των κωδικών ΣΟ ex 1517 και ex 2106,

με περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες τουλάχιστον 10 % και μικρότερη από 90 % κατά βάρος, οι οποίες προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση.

Η περιεκτικότητα σε λιπαρή ύλη πρέπει να αντιπροσωπεύει τα δύο τρίτα τουλάχιστον της ξηράς ύλης, μετά την αφαίρεση του προσθέτου άλατος.

2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα προϊόντα που ευρίσκονται σε στερεά κατάσταση σε θερμοκρασία 20o C, και έχουν υφή κατάλληλη για επάλειψη.

3. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87, καθώς και των διατάξεων του κτηνιατρικού τομέα και του τομέα των τροφίμων, οι οποίες αποσκοπούν στην τήρηση των κανόνων υγιεινής και καταλληλότητας των προϊόντων και στην προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων.

Άρθρο 2

1. Τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, μπορούν να παραδίδονται ή να διατίθενται στον τελικό καταναλωτή χωρίς μεταποίηση είτε απευθείας είτε διαμέσου εστιατορίων, νοσοκομείων, κυλικείων ή άλλων παρόμοιων φορέων συλλογικής εστίασης, μόνον εάν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παραρτήματος.

2. Οι ονομασίες πώλησης για τα προϊόντα αυτά είναι εκείνες που καθορίζονται στο παράρτημα, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 2 ή του άρθρου 5.

Οι ονομασίες πώλησης που περιέχονται στο παράρτημα χρησιμοποιούνται μόνο για τα προϊόντα τα οποία ορίζονται σε αυτό.

Ωστόσο, η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται:

- για τις ονομασίες προϊόντων των οποίων η ακριβής φύση είναι σαφής λόγω της παραδοσιακής χρήσης της ή/και στην περίπτωση που οι ονομασίες χρησιμοποιούνται σαφώς για την περιγραφή μιας χαρακτηριστικής ιδιότητας του προϊόντος,

- για τα συμπυκνωμένα προϊόντα (βούτυρο, μαργαρίνη, μείγματα) των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες είναι ίση με ή μεγαλύτερη του 90 %.

Άρθρο 3

1. Επιπλέον των διατάξεων της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, η επισήμανση και η παρουσίαση των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, πρέπει να περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ενδείξεις:

α) την ονομασία πώλησης όπως ορίζεται στο παράρτημα-

β) τη συνολική εκατοστιαία περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες εκφρασμένη σε ποσοστό του βάρους όπως έχει τη στιγμή της παρασκευής, για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα-

γ) την περιεκτικότητα σε φυτικές, γαλακτικές ή άλλες ζωικές λιπαρές ύλες, κατά φθίνουσα τάξη σπουδαιότητας κατά βάρος, ως ποσοστό του συνολικού βάρους του προϊόντος όπως έχει τη στιγμή της παρασκευής, για τις σύνθετες λιπαρές ύλες που αναφέροναι στο παράρτημα μέρος Γ-

δ) για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα, το ποσοστό αλατιού πρέπει να αναγράφεται με τρόπο ιδιαίτερα ευανάγνωστο στον κατάλογο των συστατικών.

2. Παρά την παράγραφο 1 στοιχείο α) μπορούν να χρησιμοποιούνται ως ονομασίες πώλησης οι ενδείξεις "minarine" ή "halvarine" για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα μέρος Β σημείο 3.

3. Η ονομασία πώλησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), μπορεί να χρησιμοποιείται μαζί με έναν ή περισσότερους όρους για να υποδηλώσει το φυτικό ή/και ζωικό είδος από το οποίο προέρχονται τα προϊόντα ή η προβλεπόμενη χρησιμοποίησή τους, καθώς και με άλλους όρους που αναφέρονται στις μεθόδους παραγωγής, εφόσον οι όροι αυτοί δεν αντιβαίνουν προς άλλες κοινοτικές διατάξεις και δη τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για τις βεβαιώσεις ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (8). Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται ενδείξεις γεωγραφικής καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (9).

4. Ο όρος "φυτικό" επιτρέπεται να χρησιμοποιείται μαζί με τις ονομασίες πώλησης που αναφέρονται στο παράρτημα, μέρος Β, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν περιέχει μόνον φυτικής προέλευσης λιπαρές ύλες, με ανοχή έως 2 % της περιεκτικότητας σε λιπαρές ύλες για τις λιπαρές ύλες ζωικής προέλευσης. Το όριο ανοχής αυτό ισχύει επίσης και σε περίπτωση μνείας ενός φυτικού είδους.

5. Οι ενδείξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 πρέπει να είναι ευκόλως κατανοητές και να αναγράφονται σε εμφανές σημείο ώστε να είναι εύκολα ορατές, ευανάγνωστες και ανεξίτηλες.

6. Ειδικά μέτρα σχετικά με τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), μπορούν να θεσπίζονται για ορισμένες μορφές διαφήμισης σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9.

Άρθρο 4

Μαζί με την ονομασία "βούτυρο" που προβλέπεται στο μέρος Α σημείο 1 του παραρτήματος, μπορεί να χρησιμοποιείται ο χαρακτηρισμός "παραδοσιακό", όταν το προϊόν λαμβάνεται απευθείας από γάλα ή κρέμα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "κρέμα" νοείται το προϊόν που λαμβάνεται από το γάλα με τη μορφή γαλακτώματος τύπου λιπαρών υλών σε νερό με περιεκτικότητα σε λιπαρές γαλακτικές ύλες τουλάχιστον 10 %.

Άρθρο 5

1. Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα, κάθε ένδειξη με την οποία δηλώνεται αμέσως ή εμμέσως μια περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες ή υποβάλλεται σχετική ιδέα, πλην όσων αναφέρονται σ' αυτό, απαγορεύεται.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, επιτρέπεται η προσθήκη των ενδείξεων:

α) "μειωμένης περιεκτικότητας σε λιπαρά" για τα αναφερόμενα στο παράρτημα προϊόντα που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρά άνω του 41 % μέχρι και 62 %-

β) "χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά", "ελαφρύ" ή "light" για τα αναφερόμενα στο παράρτημα προϊόντα που έχουν περιεκτικότητα σε λιπαρά μέχρι και 41 %.

Ωστόσο, οι όροι "μειωμένης περιεκτικότητας σε λιπαρά" και "χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά", "ελαφρύ" ή "light" μπορούν να αντικαθιστούν αντιστοίχως τους προβλεπόμενους στο παράρτημα όρους "τριών τετάρτων" και "ημι-".

Πριν από τη λήξη πενταετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο, βάσει έκθεσης της Επιτροπής, επανεξετάζει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

3. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 και για μεταβατική περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος κανονισμού, οι ενδείξεις της παραγράφου 1 θα μπορούν να εξακολουθήσουν να αναγράφονται πάνω στα προϊόντα για τα οποία ήδη χρησιμοποιούνταν οι ενδείξεις αυτές στις 31 Δεκεμβρίου 1993 και τα οποία διατίθενται νομίμως στην αγορά κράτους μέλους.

Άρθρο 6

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν εθνικές διατάξεις που καθορίζουν διαφοροποιημένα επίπεδα ποιότητας. Οι εθνικές αυτές διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν την αξιολόγηση των εν λόγω επιπέδων ποιότητας σύμφωνα με κριτήρια που αφορούν κυρίως τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες, τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων και τη φυσική και μικροβιολογική τους σταθερότητα.

Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν τη δυνατότητα αυτή εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών που τηρούν τα κριτήρια που θεσπίζονται με τις διατάξεις αυτές μπορούν να χρησιμοποιούν, υπό συνθήκες που δεν δημιουργούν διακρίσεις, ενδείξεις που, λόγω αυτών των διατάξεων, δηλώνουν ότι τηρούνται τα εν λόγω κριτήρια.

2. Οι ονομασίες πώλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), μπορούν να συμπληρώνονται από μια αναφορά στο επίπεδο ποιότητας του σχετικού προϊόντος.

3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν τον έλεγχο της εφαρμογής όλων των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των επιπέδων ποιότητας. Ο έλεγχος εκτείνεται μέχρι το τελικό προϊόν και πρέπει να πραγματοποιείται τακτικά και συχνά είτε από έναν ή περισσότερους οργανισμούς δημοσίου δικαίου που ορίζονται από το κράτος μέλος είτε από έναν οργανισμό που έχει εγκριθεί και εποπτεύεται από αυτό. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των οργανισμών που ορίζουν.

Άρθρο 7

Τα προϊόντα που εισάγονται στην Κοινότητα πρέπει να είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.

Άρθρο 8

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού αποφασίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 9 και μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως:

- τον κατάλογο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο πρώτη περίπτωση, βάσει των καταλόγων που διαβιβάζουν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη,

- τις μεθόδους ανάλυσης που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της σύνθεσης και των χαρακτηριστικών παρασκευής των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1,

- τους λεπτομερείς κανόνες δειγματοληψίας,

- τους λεπτομερείς κανόνες συλλογής στατιστικών πληροφοριών σχετικά με τις αγορές των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Άρθρο 9

Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, τα εν λόγω μέτρα θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 και του άρθρου 38 του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ.

Άρθρο 10

Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τις πραγματικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και, ενδεχομένως, τα εθνικά μέτρα που αφορούν την εκτέλεσή του. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1997.

Άρθρο 11

1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1996.

2. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 1, μπορούν να παραδίδονται ή να διατίθενται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 τα προϊόντα που βρίσκονται στην αγορά ενός κράτους μέλους στις 31 Δεκεμβρίου 1995 και τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παραρτήματος.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Δεκεμβρίου 1994.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Th. WAIGEL

(1) ΕΕ αριθ. C 36 της 14. 2. 1992, σ. 12 και ΕΕ αριθ. C 62 της 4. 3. 1993, σ. 10.

(2) ΕΕ αριθ. C 337 της 21. 12. 1992, σ. 236.

(3) ΕΕ αριθ. C 223 της 31. 8. 1992, σ. 64.

(4) ΕΕ αριθ. L 148 της 28. 6. 1968, σ. 13. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2807/94 (ΕΕ αριθ. L 298 της 19. 11. 1994, σ. 1).

(5) ΕΕ αριθ. L 172 της 30. 9. 1966, σ. 3025/66. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3179/93 (ΕΕ αριθ. L 285 της 20. 11. 1993, σ. 9).

(6) ΕΕ αριθ. L 182 της 3. 7. 1987, σ. 36. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 222/88 (ΕΕ αριθ. L 28 της 1. 2. 1988, σ. 1).

(7) ΕΕ αριθ. L 33 της 8. 2. 1979, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 91/72/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ αριθ. L 42 της 15. 2. 1991, σ. 27).

(8) ΕΕ αριθ. L 208 της 24. 7. 1992, σ. 9.

(9) ΕΕ αριθ. L 208 της 24. 7. 1992, σ. 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

"" ID="1">A. Γαλακτικές λιπαρές ύλες:> ID="2">1. Bούτυρο> ID="3">Το προϊόν που έχει περιεκτικότητα σε γαλακτικές λιπαρές ύλες ίση ή μεγαλύτερη από 80 % και μικρότερη από 90 %, μέγιστες περιεκτικότητες σε νερό 16 %, και σε ξηρές μη λιπαρές γαλακτικές ύλες 2 %."> ID="1">Τα προϊόντα με τη μορφή ευμάλακτου στερεού γαλακτώματος και κυρίως γαλακτώματος λιπαρής ύλης σε νερό προερχόμενα αποκλειστικά από το γάλα ή/και από ορισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, των οποίων οι λιπαρές ύλες είναι το κυριότερο αξιοποιήσιμο συστατικό- εντούτοις, μπορούν να προστίθενται και άλλες ύλες αναγκαίες για την παρασκευή τους, εφόσον οι εν λόγω ύλες δεν χρησιμοποιούνται για να αντικατασταθεί, εν μέρει ή συνολικά, ένα οποιοδήποτε συστατικό του γάλακτος.> ID="3">Το προϊόν το οποίο έχει περιεκτικότητα σε γαλακτικές λιπαρές ύλες τουλάχιστον 60 % και 62 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="3">Το προϊόν το οποίο έχει περιεκτικότητα σε γαλακτικές λιπαρές ύλες τουλάχιστον 39 % και 41 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="2">2. "Βούτυρο τριών τετάρτων" (1)()> ID="3">Το προϊόν το οποίο έχει τις ακόλουθες περιεκτικότητες σε γαλακτικές λιπαρές ύλες:"> ID="3">- κάτω του 39 %,"> ID="2">3. "Ημιβούτυρο" (2)()> ID="3">- άνω του 41 % και κάτω του 60 %,"> ID="3">- άνω του 62 % και κάτω του 80 %."> ID="2">4. Γαλακτική λιπαρή ύλη για επάλειψη X %""

>

"" ID="1">B. Λιπαρές ύλες> ID="2">1. Mαργαρίνη> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες και έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες, ίση ή μεγαλύτερη από 80 % και μικρότερη του 90 %."> ID="1">Τα προϊόντα με τη μορφή στερεού και ευμάλακτου γαλακτώματος και κυρίως γαλακτώματος λιπαρής ύλης σε νερό, που προέρχονται από στερεές ή/και υγρές φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες κατάλληλες για κατανάλωση από τον άνθρωπο και των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα δεν υπερβαίνει το 3 % της περιεκτικότητας σε λιπαρές ύλες.> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες, και το οποίο έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες τουλάχιστον 60 % και 62 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες, και το οποίο έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες τουλάχιστον 39 % και 41 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="2">2. Μαργαρίνη τριών τετάρτων (3)()> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από φυτικές ή/και ζωικές λιπαρές ύλες, και το οποίο έχει τις ακόλουθες περιεκτικότητες σε λιπαρές ύλες:"> ID="3">- κάτω του 39 %,"> ID="3">- άνω του 41 % και κάτω του 60 %,"> ID="2">3. Ημιμαργαρίνη (4)()> ID="3">- άνω του 62 % και κάτω του 80 %."> ID="2">4. Λιπαρή ουσία για επάλειψη X %""

>

"" ID="1">C. Λιπαρές ύλες που αποτελούνται από φυτικά ή/και ζωικά προϊόντα> ID="2">1. Σύνθετη λιπαρή ύλη> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από μείγμα φυτικών ή/και ζωικών λιπαρών υλών και που έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες ίση ή μεγαλύτερη από 80 % και μικρότερη του 90 %."> ID="1">Τα προϊόντα με τη μορφή στερεού και ευμάλακτου γαλακτώματος, και ιδίως λιπαρής ύλης σε νερό που προέρχονται από στερεές ή/και υγρές φυτικές ή/και ζωικές ύλες κατάλληλες για κατανάλωση από τον άνθρωπο και έχουν περιεκτικότητα σε γαλακτικές λιπαρές ύλες μεταξύ 10 % και 80 % της περιεκτικότητας σε λιπαρές ύλες.> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από μείγμα φυτικών ή/και ζωικών λιπαρών υλών, και το οποίο έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες ίση ή μεγαλύτερη από 60 % και 62 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από μείγμα φυτικών ή/και ζωικών λιπαρών υλών, και το οποίο έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες 39 % τουλάχιστον και 41 % κατ' ανώτατο όριο."> ID="2">2. Σύνθετη λιπαρή ύλη τριών τετάρτων (5)()> ID="3">Το προϊόν που λαμβάνεται από μείγμα φυτικών ή/και ζωικών λιπαρών υλών, και το οποίο έχει τις ακόλουθες περιεκτικότητες σε λιπαρές ύλες:"> ID="3">- κάτω του 39 %,"> ID="2">3. Σύνθετη ημιλιπαρή ύλη (6)()> ID="3">- άνω του 41 % και κάτω του 60 %,"> ID="3">- άνω του 62 % και κάτω του 80 %."> ID="2">4. Mίγμα λιπαρών υλών για επάλειψη X %""

>

Σημείωση: Η περιεκτικότητα των αναφερόμενων στο παράρτημα προϊόντων σε γαλακτικές λιπαρές ύλες μπορεί να μεταβάλλεται μόνο με φυσικές μεθόδους.

(1)() Στη δανική γλώσσα "smor 60".

(2)() Στη δανική γλώσσα "smor 40". (3)() Στη δανική γλώσσα "margarine 60".

(4)() Στη δανική γλώσσα "margarine 40". (5)() Στη δανική γλώσσα "blandingsprodukt 60".

(6)() Στη δανική γλώσσα "blandingsprodukt 40".

Top