Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31985R0418

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1984 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών έρευνας και ανάπτυξης

ΕΕ L 53 της 22.2.1985, pp. 5–12 (DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL)

Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ειδική έκδοση (ES, PT, FI, SV)

Legal status of the document No longer in force, Date of end of validity: 31/12/2000: This act has been changed. Current consolidated version: 01/12/1997

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1985/418/oj

31985R0418

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 της Επιτροπής της 19ης Δεκεμβρίου 1984 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών έρευνας και ανάπτυξης

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 053 της 22/02/1985 σ. 0005 - 0012
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 16 τόμος 1 σ. 0071
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 08 τόμος 2 σ. 0166
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 16 τόμος 1 σ. 0071
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 08 τόμος 2 σ. 0166


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 418/85 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 19ης Δεκεμβρίου 1984 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών έρευνας και ανάπτυξης

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1971 περί εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας, και ιδίως το άρθρο 1,

Μετά τη δημοσίευση του σχεδίου κανονισμού (2),

Μετά από διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων,

Εκτιμώντας ότι:

(1) Δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εφαρμόσει, με κανονισμό, το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1, που έχουν σαν αντικείμενο την έρευνα και την ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών μέχρι το στάδιο της βιομηχανικής εφαρμογής, καθώς και την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβανόμενων των διατάξεων των σχετικών με τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και τις εμπιστευτικού χαρακτήρα τεχνικές γνώσεις.

(2) Όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 1968 σχετικά με συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων (3), οι συμφωνίες που αφορούν την κοινή έρευνα ή την κοινή ανάπτυξη των αποτελεσμάτων μέχρι το στάδιο της βιομηχανικής εφαρμογής, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης- ότι οι συμφωνίες αυτού του είδους μπορούν όμως να υπαχθούν στην απαγόρευση αυτή, κυρίως, όταν οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην ασκούν πλέον ανεξάρτητες δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα αυτό- ότι, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να τύχουν απαλλαγής από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(3) Οι συμφωνίες σχετικά με την από κοινού έρευνα και ανάπτυξη και την από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων μπορούν να υπαχθούν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης, επειδή οι συμβαλλόμενοι καθορίζουν, με κοινή συμφωνία, τις λεπτομέρειες της κατασκευής προϊόντων ή της χρήσης μεθόδων ή τους όρους εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή της τεχνογνωσίας (know-how).

(4) Η συνεργασία, στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης και της από κοινού εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων, συντελεί εν γένει στην προώθηση της τεχνικής και οικονομικής προόδου, επειδή συμβάλλει στην ευρύτερη διάδοση των τεχνικών γνώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων, παρέχει τη δυνατότητα αποφυγής διπλής προσπάθειας στις εργασίες έρευνας και ανάπτυξης, ευνοεί την ανταλλαγή συμπληρωματικών τεχνικών γνώσεων και συνεπάγεται, ως εκ τούτου, περαιτέρω πλεονεκτήματα και, τέλος, επειδή επιτρέπει την ορθολογιστική οργάνωση της κατασκευής των προϊόντων ή της χρήσης των μεθόδων και των προϊόντων που προκύπτουν από την έρευνα- ότι αυτά τα ευνοϊκά αποτελέσματα επιτυγχάνονται μόνον όταν το πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης και οι στόχοι του είναι σαφώς καθορισμένοι, και όταν κάθε συμβαλλόμενος είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί όλα τα αποτελέσματα του προγράμματος που τον ενδιαφέρει- ότι, στην περίπτωση που συμμετέχουν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα πανεπιστήμια ή ινστιτούτα έρευνας, τα οποία δεν ενδιαφέρονται για την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων, μπορεί να προβλεφθεί ότι τα εν λόγω αποτελέσματα θα τεθούν στη διάθεσή τους μόνον εφόσον πρόκειται να προβούν σε περαιτέρω έρευνες.

(5) Οι καταναλωτές επωφελούνται, κατά κανόνα, από την ανάπτυξη της έρευνας και από τα επιτυχή αποτελέσματά της, δεδομένου ότι τους προσφέρονται νέα ή βελτιωμένα προϊόντα ή υπηρεσίες ή μπορούν να μειώσουν τις δαπάνες τους μέσω της χρήσης νέων ή βελτιωμένων μεθόδων.

(6) Ο παρών κανονισμός πρέπει να προσδιορίζει τους περιορισμούς του ανταγωνισμού που είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες που απαλλάσσονται- ότι οι εν λόγω περιορισμοί του ανταγωνισμού αποσκοπούν στη συγκέντρωση των ερευνητικών δραστηριοτήτων των συμβαλλομένων, για να αυξηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας, και στη διευκόλυνση της επαγωγής νέων προϊόντων και υπηρεσιών στις διάφορες αγορές- ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι λοιπόν, γενικά, αναγκαίοι για να εξασφαλιστούν στους συμβαλλόμενους και στους καταναλωτές τα επιθυμητά πλεονεκτήματα.

(7) Η από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως συμπλήρωμα της από κοινού αναλαμβανόμενης έρευνας και ανάπτυξης- ότι περιλαμβάνει διάφορες δυνατότητες κατασκευής προϊόντων και χρήσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή τεχνογνωσίας που συμβάλλει, κατά τρόπο ουσιαστικό, στην τεχνική ή οικονομική πρόοδο- ότι, για να επιτευχθούν οι προβλεπόμενοι στόχοι και πλεονεκτήματα και να δικαιολογηθούν οι απαλλασσόμενοι περιορισμοί του ανταγωνισμού, η από κοινού εκμετάλλευση μπορεί να αφορά μόνο προϊόντα ή διαδικασίες για τα οποία η χρήση των αποτελεσμάτων της έρευνας και της ανάπτυξης είναι καθοριστικής σημασίας- ότι, ως εκ τούτου, η από κοινού εκμετάλλευση δεν είναι δικαιολογημένη όταν αφορά βελτιώσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο ενός προγράμματος από κοινού έρευνας και ανάπτυξης, αλλά μόνον επ' ευκαιρία συμφωνίας που είχε έναν άλλο κύριο στόχο, για παράδειγμα τη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την από κοινού κατασκευή προϊόντων ή την εξειδίκευση, και μόνο συμπληρωματικά προέβλεπε διατάξεις για την κοινή έρευνα και ανάπτυξη.

(8) Η απαλλαγή που χορηγείται από τον παρόντα κανονισμό πρέπει να περιοριστεί μόνο σε συμφωνίες που δεν παρέχουν στις μετέχουσες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να καταργήσουν τον ανταγωνισμό για σημαντικό τμήμα των εν λόγω προϊόντων- ότι, για να εξασφαλιστεί η ύπαρξη, σε κάθε οικονομικό τομέα, πολυάριθμων πόλων έρευνας στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, είναι αναγκαίο να αποκλειστούν από την απαλλαγή, κατά κατηγορίες, οι συμφωνίες μεταξύ ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, στο μέτρο που τα τμήματα που κατέχουν στην αγορά για τα προϊόντα τα οποία μπορούν να βελτιωθούν, ή να αντικατασταθούν από τα αποτελέσματα της έρευνας, υπερβαίνουν ένα ορισμένα μέγεθος κατά τη σύναψη της συμφωνίας.

(9) Για να εξασφαλιστεί η διατήρηση πραγματικού ανταγωνισμού, ακόμα και στην περίπτωση της από κοινού εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ότι η απαλλαγή, κατά κατηγορίες, παύει να ισχύει όταν τα τμήματα που οι συμβαλλόμενοι κατέχουν στην αγορά των προϊόντων που προέρχονται από την κοινή έρευνα και ανάπτυξη γίνονται πολύ σημαντικά- ότι πρέπει, όμως, να προβλεφθεί ότι η απαλλαγή συνεχίζει να ισχύει, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέση των συμβαλλομένων στις προαναφερόμενες αγορές κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου μετά την έναρξη της από κοινού εκμετάλλευσης, για να επιτραπεί, κυρίως, μετά την κυκλοφορία ενός εντελώς νέου προϊόντος, η σταθεροποίηση των τμημάτων που κατέχουν στην αγορά και για να εξασφαλιστεί παράλληλα μια ελάχιστη περίοδος για την απόσβεση των συνήθως σημαντικών επενδύσεων.

(10) Οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια όσον αφορά τα τμήματα της αγοράς που, προβλεπόμενα από τον παρόντα κανονισμό, μπορούν ενδεχόμενα να τύχουν απαλλαγής με ατομικές αποφάσεις, όπου λαμβάνονται υπόψη, κυρίως, ο ανταγωνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο και οι ιδιαίτεροι όροι που συνεπάγεται η κατασκευή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.

(11) Φαίνεται σκόπιμο να απαριθμούνται ορισμένες υποχρεώσεις που προβλέπονται συνήθως στις συμφωνίες έρευνας και ανάπτυξης και που, κατά κανόνα, δεν περιορίζουν τον ανταγωνισμό και να προβλεφθεί ότι, αν σε περίπτωση ιδιαίτερης οικονομικής ή νομικής συνάφειας, οι υποχρεώσεις αυτές που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1, θα μπορούσαν να τύχουν απαλλαγής- ότι η απαρίθμηση αυτή δεν είναι περιοριστική.

(12) Ο παρών κανονισμός πρέπει να προσδιορίζει ποιες διατάξεις δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες, έτσι ώστε αυτές να απολαύουν της απαλλαγής κατά κατηγορίες, δεδομένου ότι τέτοιες διατάξεις αποτελούν περιορισμούς που εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1, και δεν ισχύει γι' αυτές το γενικό τεκμήριο ότι παράγουν τα θετικά αποτελέσματα που απαιτεί το άρθρο 85 παράγραφος 3.

(13) Οι συμφωνίες που δεν καλύπτονται αυτόματα από την απαλλαγή επειδή περιλαμβάνουν ρήτρες που δεν προβλέπονται ρητά από τον κανονισμό, χωρίς να προβλέπουν όμως περιορισμούς του ανταγωνισμού που αποκλείονται ρητά, μπορούν εντούτοις να απολαύουν του γενικού τεκμηρίου της συμφωνίας με το άρθρο 85 παράγραφος 3, στο οποίο στηρίζεται η απαλλαγή κατά κατηγορίες- ότι η Επιτροπή μπορεί γρήγορα να διαπιστώσει αν τούτο αληθεύει στην προκειμένη περίπτωση- ότι μια τέτοιου είδους συμφωνία μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από το ευεργέτημα της απαλλαγής που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, εφόσον κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και αυτή δεν αντιταχθεί στην εφαρμογή της απαλλαγής σε ορισμένη προθεσμία.

(14) Οι συμφωνίες που ρυθμίζονται από τον παρόντα κανονισμό μπορούν να επωφεληθούν από άλλους κανονισμούς απαλλαγής, κατά κατηγορίες, που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή, και συγκεκριμένα τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 417/85 (4) σχετικά με τις συμφωνίες εξειδίκευσης, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1983/83 (5) σχετικά με τις συμφωνίες αποκλειστικής διανομής, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1984/83 (6) σχετικά με τις συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2349/84 (7) σχετικά με τις συμφωνίες εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, στην περίπτωση που πληρούν τους όρους που ορίζονται από αυτούς τους κανονισμούς- ότι, εντούτοις, οι προαναφερόμενοι κανονισμοί δεν εφαρμόζονται εφόσον ο παρών κανονισμός προβλέπει ιδιαίτερες διατάξεις.

(15) Αν, σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, συμφωνίες που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό έχουν, παρ' όλα αυτά, αποτελέσματα ασυμβίβαστα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης, η Επιτροπή μπορεί να άρει για τις μετέχουσες επιχειρήσεις το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορίες.

(16) Πρέπει να προβλεφθεί ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με αναδρομική ισχύ στις συμφωνίες που υπήρχαν κατά την έναρξη της ισχύος του, στο μέτρο που οι συμφωνίες αυτές πληρούσαν ήδη ή προσαρμόστηκαν στους όρους του παρόντος κανονισμού- ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση των εν λόγω διατάξεων σε διαφορές που εκκρεμούν κατά τη έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή για να θεμελιωθούν αξιώσεις αποζημίωσης κατά τρίτων.

(17) Δεδομένου ότι οι συμφωνίες συνεργασίας στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, και ιδιαίτερα εκείνες που επεκτείνονται μέχρι το στάδιο της κατασκευής, συνάπτονται κατά κανόνα μακροπρόθεσμα, είναι σκόπιμο να οριστεί ότι η διάρκεια ισχύος του παρόντος κανονισμού θα είναι δεκατρία έτη- ότι στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μεταβληθούν αισθητά οι περιστάσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε ο παρών κανονισμός, η Επιτροπή θα προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές.

(18) Οι συμφωνίες που απαλλάσσονται αυτόματα βάσει του παρόντος κανονισμού δεν χρειάζεται να κοινοποιηθούν- ότι πρέπει, όμως, να δοθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να ζητήσουν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την έκδοση ατομικής απόφασης δυνάμει του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου (8), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης και υπό τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, το άρθρο 85 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο σε συμφωνίες που έχουν σαν αντικείμενο:

α) την από κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών, καθώς και την από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων τους, ή

β) την από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από την κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών, που έχουν πραγματοποιηθεί από κοινού δυνάμει προηγούμενης συμφωνίας από τις ίδιες επιχειρήσεις, ή

γ) την από κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών, εξαιρουμένης της από κοινού εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων, στο μέτρο που οι συμφωνίες αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης του άρθρου 85 παράγραφος 1.

2. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, νοείται ως:

α) έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών: η απόκτηση τεχνικών γνώσεων, η πραγματοποίηση θεωρητικών αναλύσεων, μελετών και πειραμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πειραματικής παραγωγής και των τεχνικών ελέγχων προϊόντων ή διαδικασιών, η δημιουργία των απαραίτητων εγκαταστάσεων, καθώς και η απόκτηση των συναφών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας-

β) διαδικασίες της σύμβασης:

οι διαδικασίες που προκύπτουν από τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης-

γ) προϊόντα της σύμβασης:

τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προκύπτουν από την προαναφερόμενη δραστηριότητα ή κατασκευάζονται χρησιμοποιώντας τις διαδικασίες της σύμβασης-

δ) εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων:

η κατασκευή προϊόντων της σύμβασης και η χρήση διαδικασιών της σύμβασης, ή/και η εκχώρηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης των εν λόγω δικαιωμάτων και η κοινοποίηση της τεχνογνωσίας με σκοπό να καταστεί δυνατή αυτή η κατασκευή ή η χρήση-

ε) τεχνικές γνώσεις:

οι τεχνικές γνώσεις που καλύπτονται από δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και εκείνες που είναι απόρρητες (know-how).

3. Η έρευνα και ανάπτυξη ή η εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων πραγματοποιούνται από κοινού:

α) όταν τα συναφή καθήκοντα:

- εκτελούνται από κοινές ομάδες, οργανώσεις ή επιχειρήσεις, ή

- ανατίθενται για λογαριασμό των συμβαλλομένων σε τρίτους, ή

- κατανέμονται μεταξύ των συμβαλλομένων βάσει εξειδίκευσης στην έρευνα, την ανάπτυξη ή την παραγωγή-

β) όταν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ως προς την εκχώρηση σε τρίτους δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ή τη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης τέτοιων δικαιωμάτων, ή την κοινοποίηση της τεχνογνωσίας, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ).

Άρθρο 2

Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 ισχύει υπό τον όρο ότι:

α) οι εργασίες τις από κοινού έρευνας και ανάπτυξης πραγματοποιούνται στο πλαίσιο προγράμματος που καθορίζει το είδος των εργασιών αυτών, καθώς και τον τομέα στον οποίο θα πραγματοποιηθούν-

β) όλα τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών είναι προσιτά για όλους τους συμβαλλόμενους-

γ) στην περίπτωση που η συμφωνία προβλέπει μόνον την από κοινού έρευνα και ανάπτυξη, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να εκμεταλλευθεί ανεξάρτητα τα αποτελέσματα της από κοινού έρευνας και ανάπτυξης και, στο μέτρο που είναι απαραίτητο, τις προϋπάρχουσες τεχνικές γνώσεις-

δ) η από κοινού εκμετάλλευση αφορά αποτελέσματα τα οποία προστατεύονται από δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας ή αποτελούν τεχνογνωσία που συντελεί ουσιαστικά στην τεχνική ή οικονομική πρόοδο και τα αποτελέσματα αυτά είναι καθοριστικής σημασίας για την κατασκευή προϊόντων της σύμβασης ή τη χρήση διαδικασιών της σύμβασης-

ε) η κοινή επιχείρηση ή τρίτη επιχείρηση, στην οποία έχει ανατεθεί η κατασκευή των προϊόντων της σύμβασης, προμηθεύει μόνον τους συμβαλλόμενους-

στ) οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η κατασκευή, βάσει εξειδίκευσης στην παραγωγή, ικανοποιούν τις αιτήσεις προμήθειας όλων των συμβαλλομένων.

Άρθρο 3

1. Όταν οι συμβαλλόμενοι δεν είναι ανταγωνιζόμενοι κατασκευαστές για τα προϊόντα που μπορούν να βελτιωθούν ή να αντικατασταθούν από τα προϊόντα της σύμβασης, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 ισχύει κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης και, στην περίπτωση που προβλέπεται η από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων, για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας στο εμπόριο των προϊόντων της σύμβασης στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.

2. Όταν δύο τουλάχιστον από τους συμβαλλόμενους είναι ανταγωνιζόμενοι κατασκευαστές κατά την έννοια της παραγράφου 1, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 ισχύει για την περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 1, υπό τον όρο ότι, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, τα προϊόντα που κατασκευάζονται από τους συμβαλλόμενους και τα οποία μπορούν να βελτιωθούν ή να αντικατασταθούν από τα προϊόντα της σύμβασης δεν αντιπροσωπεύουν, στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, ποσοστό μεγαλύτερο από το 20 % του συνόλου των εν λόγω προϊόντων στις σχετικές αγορές.

3. Μετά το πέρας της περιόδου των πέντε ετών, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 συνεχίζει να ισχύει υπό τον όρο, ότι τα προϊόντα της σύμβασης και τα άλλα προϊόντα που κατασκευάζονται από τους συμβαλλόμενους, που θεωρούνται από τον καταναλωτή ως ομοειδή προϊόντα λόγω των ιδιοτήτων τους, της τιμής τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται, δεν αντιπροσωπεύουν, στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, ποσοστό μεγαλύτερο από το 20 % της αγοράς όλων αυτών των προϊόντων. Στο μέτρο που τα προϊόντα της σύμβασης αποτελούν συστατικά που οι συμβαλλόμενοι συμπεριλαμβάνουν σε άλλα προϊόντα, πρέπει να γίνεται αναφορά στην αγορά αυτών των τελευταίων προϊόντων εφόσον τα συστατικά αυτά αποτελούν σημαντικό τμήμα τους.

4. Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 συνεχίζει να ισχύει όταν, για περίοδο δύο συνεχόμενων οικονομικών ετών, δεν έχει γίνει υπέρβαση σε ποσοστό μεγαλύτερο από ένα δέκατο του τμήματος της αγοράς που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

5. Όταν έχει γίνει υπέρβαση των τμημάτων της αγοράς που αναφέρονται στις παράγραφους 3 και 4, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 συνεχίζει να ισχύει για περίοδο έξι μηνών από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η υπέρβαση.

Άρθρο 4

1. Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 ισχύει επίσης για τους ακόλουθους περιορισμούς που επιβάλλονται στους συμβαλλόμενους:

α) την υποχρέωση να μην αναληφθούν ανεξάρτητα δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα του προγράμματος ή σε τομέα που συνδέεται στενά με αυτόν, κατά την εκτέλεση του προγράμματος-

β) την υποχρέωση να μη συναφθούν με τρίτους συμφωνίες για έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα του προγράμματος ή σε τομέα που συνδέεται στενά με αυτόν, κατά την εκτέλεση του προγράμματος-

γ) την υποχρέωση προμήθειας των προϊόντων της σύμβασης αποκλειστικά από τους συμβαλλόμενους, τις κοινές οργανώσεις ή επιχειρήσεις ή από τρίτες οργανώσεις ή επιχειρήσεις, στις οποίες έχει ανατεθεί από κοινού η κατασκευή-

δ) την υποχρέωση να μην κατασκευάζονται προϊόντα της σύμβασης ή να μη χρησιμοποιούνται διαδικασίες της σύμβασης, σε περιοχές που έχουν παραχωρηθεί σε άλλους συμβαλλόμενους-

ε) την υποχρέωση να περιορισθεί η κατασκευή των προϊόντων σύμβασης ή η εκμετάλλευση των διαδικασιών της σύμβασης, σε μία ή περισσότερες τεχνικές εφαρμογές, εκτός αν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, πολλοί συμβαλλόμενοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 3-

στ) την υποχρέωση να μην ασκείται, κατά τη διάρκεια πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα της σύμβασης τέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, ενεργός πολιτική εμπορίας αυτών των προϊόντων σε περιοχές που έχουν παραχωρηθεί σε άλλους συμβαλλόμενους, ιδιαίτερα την υποχρέωση να μη γίνεται διαφήμιση που να απευθύνεται σαφώς στις περιοχές αυτές, να μην ιδρύονται στις περιοχές αυτές υποκαταστήματα και να μη διατηρείται καμία αποθήκη για τη διανομή αυτών των προϊόντων, εφόσον οι καταναλωτές και οι ενδιάμεσοι μπορούν να προμηθευτούν αυτά τα προϊόντα και από άλλους προμηθευτές και οι συμβαλλόμενοι δεν εμποδίζουν αυτές τις δυνατότητες προμήθειας-

ζ) την υποχρέωση των συμβαλλομένων να ανακοινώνουν αμοιβαία την πείρα που προκύπτει από την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων και να παραχωρούν μεταξύ τους μη αποκλειστικές άδειες εκμετάλλευσης για εφευρέσεις τελειοποίησης ή εφαρμογής.

2. Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 ισχύει επίσης όταν οι συμβαλλόμενοι προβλέπουν στις συμφωνίες τους τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η σημασία όμως των οποίων είναι περισσότερο περιορισμένη από αυτή που γίνεται δεκτή από την εν λόγω παράγραφο.

Άρθρο 5

1. Οι ακόλουθες υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους συμβαλλόμενους κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας δεν αντιτίθενται στην εφαρμογή του άρθρου 1:

α) η υποχρέωση κοινοποίησης των τεχνικών γνώσεων, προστατευομένων ή μη, που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης ή για την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων-

β) η υποχρέωση να μη χρησιμοποιούν την τεχνογνωσία που τους έχει κοινοποιηθεί από άλλον συμβαλλόμενο, για σκοπούς άλλους πέραν της εκτέλεσης του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης και της εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων-

γ) η υποχρέωση απόκτησης και διατήρησης σε ισχύ των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για τα προϊόντα ή τις διαδικασίες της σύμβασης-

δ) η υποχρέωση διαφύλαξης του εμπιστευτικού χαρακτήρα της τεχνογνωσίας που έχει κοινοποιηθεί ή που έχει αναπτυχθεί από κοινού στο πλαίσιο εκτέλεσης του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης- η εν λόγω υποχρέωση είναι δυνατόν να επιβληθεί και για χρονικό διάστημα που εκτείνεται πέραν της διάρκειας της συμφωνίας-

ε) η υποχρέωση:

i) να γνωστοποιεί στους άλλους συμβαλλόμενους τις περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων τους πνευματικής ιδιοκτησίας,

ii) να ενεργεί δια της διακαστικής οδού κατά των παραβατών, και

iii) να υποστηρίζει άλλους συμβαλλόμενους σε τέτοιες προσφυγές και να συνεισφέρει στα σχετικά έξοδα-

στ) η υποχρέωση καταβολής royalties στους άλλους συμβαλλόμενους παροχής υπηρεσιών, με σκοπό την αντιστάθμιση των άνισων συνεισφορών στην από κοινού έρευνα και ανάπτυξη ή της άνισης εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων που προέκυψαν-

ζ) η υποχρέωση να μοιράζονται με τους άλλους συμβαλλόμενους τα royalties που εισπράττονται από τρίτους-

η) η υποχρέωση να προμηθεύουν τους συμβαλλόμενους με τις ελάχιστες ποσότητες των προϊόντων της σύμβασης και να τηρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ποιότητας.

2. Στην περίπτωση που οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εμπίπτουν, για ιδιαίτερους λόγους, στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης, απαλλάσσονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται επίσης όταν οι συμβαλλόμενοι προβλέπουν στις συμφωνίες τους τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, των οποίων όμως η σημασία είναι περισσότερο περιορισμένη από αυτή που γίνεται δεκτή από την εν λόγω παράγραφο.

Άρθρο 6

Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι συμβαλλόμενοι με συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική:

α) περιορίζουν την ελευθερία τους να ασκούν, ανεξάρτητα ή σε συνεργασία με τρίτους, δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης είτε σε τομέα που δεν συνδέεται με τον τομέα προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης είτε, μετά την εκτέλεση του προγράμματος, στον τομέα του προγράμματος ή σε τομέα που συνδέεται με αυτόν-

β) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην αμφισβητήσουν, μετά την εκτέλεση του προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης, την ισχύ των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που κατέχουν οι συμβαλλόμενοι στην κοινή αγορά και τα οποία χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος ή, μετά τη λήξη της ισχύος της συμφωνίας, να μην αμφισβητήσουν την ισχύ δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που κατέχουν οι συμβαλλόμενοι στην κοινή αγορά και τα οποία προστατεύουν τα αποτελέσματα της έρευνας και ανάπτυξης-

γ) περιορίζουν την ελευθερία τους όσον αφορά τις ποσότητες των προϊόντων της σύμβασης που πρόκειται να κατασκευαστούν ή να πωληθούν ή όσον αφορά τον αριθμό των πράξεων χρησιμοποίησης των διαδικασιών της σύμβασης-

δ) περιορίζουν την ελευθερία τους όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών, τα στοιχεία τιμών ή τις εκπτώσεις για την πώληση προϊόντων της σύμβασης σε τρίτους-

ε) περιορίζουν την ελευθερία τους όσον αφορά την πελατεία που μπορούν να εξυπηρετήσουν, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε)-

στ) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μη διαθέτουν στο εμπόριο τα προϊόντα της σύμβασης ή να μην ασκούν ενεργό πολιτική πωλήσεων για τα προϊόντα αυτά, στις περιοχές που έχουν παραχωρηθεί σε άλλους συμβαλλόμενους στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, μετά τη λήξη της περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο στ)-

ζ) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην επιτρέπουν σε τρίτους την κατασκευή προϊόντων της σύμβασης ή τη χρήση διαδικασιών της σύμβασης, εφόσον δεν προβλέπεται η από κοινού κατασκευή-

η) αναλαμβάνουν την υποχρέωση:

- να αρνούνται, χωρίς αντικειμενικά δικαιολογημένο λόγο, να ικανοποιούν τα αιτήματα καταναλωτών ή μεταπωλητών εγκατεστημένων στις αντίστοιχες περιοχές τους, οι οποίοι θα διέθεταν τα προϊόντα της σύμβασης σε άλλες περιοχές στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, ή

- να περιορίζουν τη δυνατότητα, για τους καταναλωτές ή τους μεταπωλητές, να αγοράζουν τα προϊόντα της σύμβασης από άλλους μεταπωλητές στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, και ιδιαίτερα να επικαλούνται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή να λαμβάνουν μέτρα για να εμποδίζουν είτε τον εφοδιασμό των καταναλωτών ή των μεταπωλητών με προϊόντα τα οποία κυκλοφορούν νόμιμα στο εμπόριο στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, είτε στη διάθεση στο εμπόριο τέτοιων προϊόντων από τους καταναλωτές ή τους μεταπωλητές- αυτούς στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.

Άρθρο 7

1. Η απαλλαγή που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζεται επίσης στις συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι οποίες πληρούν τους όρους των άρθρων 2 και 3 και περιλαμβάνουν υποχρεώσεις περιοριστικές του ανταγωνισμού που δεν καλύπτονται από τα άρθρα 4 και 5 και για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 6, υπό τον όρο ότι οι συμφωνίες αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 27 της Επιτροπής (9), κοινοποιούνται στην Επιτροπή και η Επιτροπή δεν αντιτάσσεται στην απαλλαγή, μέσα σε προθεσμία έξι μηνών.

2. Η προθεσμία των έξι μηνών υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία η κοινοποίηση περιέρχεται στην Επιτροπή. Ωστόσο, όταν η κοινοποίηση αποστέλλεται με συστημένη επιστολή, η προθεσμία υπολογίζεται από την ημερομηνία που αναφέρεται στη σφραγίδα του ταχυδρομείου του τόπου αποστολής.

3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον εφόσον:

α) η κοινοποίηση ή η ανακοίνωση που τη συνοδεύει αναφέρονται ρητά στο παρόν άρθρο, και

β) οι πληροφορίες που διαβιβάζονται με την κοινοποίηση είναι πλήρεις και συμφωνούν με τα πραγματικά περιστατικά.

4. Όσον αφορά τις συμφωνίες που έχουν ήδη κοινοποιηθεί κατά την εφαρμογή ισχύος του παρόντος κανονισμού, η εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 μπορεί να ζητηθεί με ανακοίνωση προς την Επιτροπή, που αναφέρεται ρητά στην κοινοποίηση και στο παρόν άρθρο. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3 στοιχείο Β) εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

5. Η Επιτροπή μπορεί να αντιταχθεί στην απαλλαγή. Οφείλει να αντιταχθεί όταν ένα κράτος μέλος υποβάλλει σχετική αίτηση σε προθεσμία τριών μηνών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία διαβίβασης σε αυτό το κράτος μέλος της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Η αίτηση αυτή πρέπει να βασίζεται σε εκτιμήσεις αναφερόμενες στους κανόνες ανταγωνισμού της συνθήκης.

6. Η Επιτροπή οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να άρει την αντίθεσή της για τη χορήγηση της απαλλαγής. Ωστόσο, όταν η αντίθεσή της είχε εκδηλωθεί μετά από αίτηση κράτους μέλους το οποίο εμμένει στη στάση του, η αντίθεση αυτή μπορεί να αρθεί μόνο μετά από διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων.

7. Όταν η αντίθεση αίρεται επειδή οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις απέδειξαν ότι πληρούνται οι όροι εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3, η απαλλαγή παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία της κοινοποίησης.

8. Όταν η αντίθεση αίρεται επειδή οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τροποποίησαν τη συμφωνία έτσι ώστε να πληρούνται οι όροι εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3, η απαλλαγή παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζουν να ισχύουν οι τροποποιήσεις.

9. Αν η Επιτροπή αντιτάσσεται στην απαλλαγή και δεν αίρεται η αντίθεση αυτή, τα αποτελέσματα της κοινοποίησης διέπονται από τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 17.

Άρθρο 8

1. Οι πληροφορίες που συλλέγονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Η Επιτροπή και οι αρχές των κρατών μελών, καθώς και οι υπάλληλοί τους υποχρεούνται να μη διαδίδουν τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και οι οποίες, από τη φύση τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

3. Ο διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν τη δημοσίευση γενικών στοιχείων ή μελετών χωρίς επώνυμη αναφορά σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων.

Άρθρο 9

1. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται επίσης όταν οι συμβαλλόμενοι συνιστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τις συνδεδεμένες με αυτά επιχειρήσεις. Τα τμήματα της αγοράς, οι νομικές πράξεις και η συμπεριφορά των συνδεδεμένων επιχειρήσεων αποδίδονται στους συμβαλλόμενους.

2. Θεωρούνται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού:

α) οι επιχειρήσεις στις οποίες μία επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα:

- περισσότερο από το ήμισυ του κεφαλαίου ή της περιουσίας της επιχείρησης, ή

- περισσότερο από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου, ή

- το δικαίωμα διορισμού περισσοτέρων από το ήμισυ των μελών του εποπτικού ή του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων που εκπροσωπούν νόμιμα την επιχείρηση, ή

- το δικαίωμα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της επιχείρησης-

β) οι επιχειρήσεις που διαθέτουν, σε επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)-

γ) οι επιχειρήσεις στις οποίες μία επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) διαθέτει άμεσα ή έμμεσα τα δικαιώματα ή τις εξουσίες από αυτές που απαριθμούνται στο στοιχείο α).

3. Οι επιχειρήσεις στις οποίες οι συμβαλλόμενοι ή οι επιχειρήσεις που συνδέονται με αυτούς διαθέτουν από κοινού, άμεσα η έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), θεωρούνται ως συνδεδεμένες με καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία.

Άρθρο 10

Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71, να ανακαλέσει το ευεργέτημα της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού αν και όταν διαπιστώσει, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι μια συμφωνία, μολονότι έχει απαλλαγεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, έχει ωστόσο ορισμένα αποτελέσματα που δεν συμβιβάζονται με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης, και ιδίως όταν:

α) η ύπαρξη της συμφωνίας περιορίζει σε σημαντικό βαθμό το πεδίο δράσεως τρίτων για έρευνα και ανάπτυξη στον εν λόγω τομέα, εξαιτίας των δυνατοτήτων έρευνας που είναι εξάλλου διαθέσιμες-

β) λόγω της ιδιαίτερης διάρθρωσης της προσφοράς, η ύπαρξη της συμφωνίας εμποδίζει σε σημαντικό βαθμό την πρόσβαση τρίτων στην αγορά των προϊόντων της σύμβασης-

γ) οι συμβαλλόμενοι, χωρίς αντικειμενικά δικαιολογημένο λόγο, δεν εκμεταλλεύονται τα αποτελέσματα της από κοινού έρευνας και ανάπτυξης-

δ) τα προϊόντα της σύμβασης δεν αποτελούν το αντικείμενο, στο σύνολο της κοινής αγοράς ή σε σημαντικό τμήμα της, αποτελεσματικού ανταγωνισμού με όμοια προϊόντα ή προϊόντα που θεωρούνται ομοειδή από τον καταναλωτή λόγω των ιδιοτήτων τους, της τιμής τους και της χρήσης για την οποία προορίζονται.

Άρθρο 11

1. Όσον αφορά τις συμφωνίες που έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Μαρτίου 1985, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγει αναδρομικά αποτελέσματα από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, αλλά για τις συμφωνίες που δεν καλύπτονται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο 3 στοιχείο β) του κανονισμού αριθ. 17, το νωρίτερο από την ημέρα της κοινοποίησης.

2. Όσον αφορά τις συμφωνίες που υπήρχαν στις 13 Μαρτίου 1962 και είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Φεβρουαρίου 1963, η απαλλαγή παράγει αναδρομικά αποτελέσματα από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

3. Εφόσον οι συμφωνίες που υπήρχαν στις 13 Μαρτίου 1962 και είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Φεβρουαρίου 1963, καθώς και οι συμφωνίες που καλύπτονται από το άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο 3 στοιχείο β) του κανονισμού αριθ. 17 και έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1967, έχουν τροποποιηθεί πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1985 κατά τρόπο ώστε να πληρούν τους όρους του παρόντος κανονισμού και εφόσον η τροποποίηση αυτή έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Οκτωβρίου 1985, η απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης δεν ισχύει για την περίοδο που προηγείται της τροποποίησης. Η κοινοποίηση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία της παραλαβής της από την Επιτροπή. Στην περίπτωση που η κοινοποίηση αποστέλλεται με συστημένη επιστολή, παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία που αναφέρεται στη σφραγίδα του ταχυδρομείου του τόπου αποστολής.

4. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται στις συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης μετά την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ημερομηνία της 13ης Μαρτίου 1962 αντικαθίσταται από εκείνη της 1ης Ιανουαρίου 1973 και οι ημερομηνίες της 1ης Φεβρουαρίου 1963 και 1ης Ιανουαρίου 1967 από εκείνη της 1ης Ιουλίου 1973.

5. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται στις συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης μετά την προσχώρηση της Ελλάδας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ημερομηνία της 13ης Μαρτίου 1962 αντικαθίσταται από εκείνη της 1ης Ιανουαρίου 1981 και οι ημερομηνίες της 1ης Φεβρουαρίου 1963 και 1ης Ιανουαρίου 1967 από εκείνη της 1ης Ιουλίου 1981.

Άρθρο 12

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων.

Άρθρο 13

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Μαρτίου 1985.

Εφαρμόζεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 1984.

Για την Επιτροπή

Frans ANDRIESSEN

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. L 285 της 29. 12. 1971, σ. 46.

(2) ΕΕ αριθ. C 16 της 21. 1. 1984, σ. 3.

(3) ΕΕ αριθ. C 75 της 29. 7. 1968, σ. 3, που διορθώθηκε στην ΕΕ αριθ. C 84 της 28. 8. 1968, σ. 14.

(4) Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(5) ΕΕ αριθ. L 173 της 30. 6. 1983, σ. 1.

(6) ΕΕ αριθ. L 173 30. 6. 1983, σ. 5.

(7) ΕΕ αριθ. L 219 της 16. 8. 1984, σ. 15.

(8) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62.

(9) ΕΕ αριθ. 35 της 10. 5. 1962, σ. 1118/62.

Top