EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02018R1046-20180730

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1046/2018-07-30

  The HTML format is unavailable in your User interface language.

02018R1046 — EL — 30.07.2018 — 000.003


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 18ης Ιουλίου 2018

σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012

(ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1)


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 256, 12.10.2018, σ.  120 (2018/1046)

►C2

Διορθωτικό, ΕΕ L 060, 28.2.2019, σ.  36 (2018/1046)




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 18ης Ιουλίου 2018

σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012



ΜΕΡΟΣ I

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός ορίζει τους κανόνες για την κατάρτιση και εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, («ο προϋπολογισμός») καθώς και για την παρουσίαση και τον λογιστικό έλεγχο των λογαριασμών τους.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«αιτών/αιτούσα» : φυσικό πρόσωπο ή οντότητα, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει υποβάλει αίτηση σε διαδικασία επιχορήγησης ή σε διαγωνισμό για βραβείο·

2)

«έγγραφο αίτησης» : προσφορά, αίτημα συμμετοχής, αίτηση επιχορήγησης ή αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό για βραβείο·

3)

«διαδικασία ανάθεσης/επιχορήγησης/απονομής» : διαδικασία προμηθειών, διαδικασία επιχορήγησης, διαγωνισμός για βραβεία ή διαδικασία για την επιλογή εμπειρογνωμόνων ή προσώπων ή οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο γ) πρώτο εδάφιο·

4)

«βασική πράξη» :

νομική πράξη, εκτός σύστασης ή γνώμης, που παρέχει τη νομική βάση για μια ενέργεια και για την εκτέλεση των αντίστοιχων δαπανών που εγγράφονται στον προϋπολογισμό ή της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ ή χρηματοδοτικής συνδρομής με κάλυψη από τον προϋπολογισμό, η οποία μπορεί να λάβει μία από τις ακόλουθες μορφές:

α) κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Συνθήκη Ευρατόμ), τη μορφή κανονισμού, οδηγίας ή απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ· ή

β) κατ’ εφαρμογή του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), μία από τις μορφές που ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 και το άρθρο 31 παράγραφος 2, το άρθρο 33 και τα άρθρα 42 παράγραφος 4 και 43 παράγραφος 2 ΣΕΕ.

5)

«δικαιούχος» : φυσικό πρόσωπο ή οντότητα, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, με το οποίο έχει υπογραφεί συμφωνία επιχορήγησης·

6)

«συνδυαστικός μηχανισμός ή πλατφόρμα» : πλαίσιο συνεργασίας που συστήνεται ανάμεσα στην Επιτροπή και σε ιδρύματα αναπτυξιακής χρηματοδότησης ή άλλα δημόσια χρηματοδοτικά ιδρύματα με σκοπό τον συνδυασμό μη επιστρεπτέων μορφών στήριξης και/ή χρηματοδοτικών μέσων και/ή ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ και επιστρεπτέων μορφών στήριξης από ιδρύματα αναπτυξιακής χρηματοδότησης ή άλλα δημόσια χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς επίσης από χρηματοδοτικά ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα και ιδιώτες επενδυτές·

7)

«εκτέλεση του προϋπολογισμού» : διενέργεια δραστηριοτήτων σχετικών με τη διαχείριση, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τον λογιστικό έλεγχο των δημοσιονομικών πιστώσεων σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 62·

8)

«δημοσιονομική δέσμευση» : πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης κρατά στον προϋπολογισμό τις απαραίτητες πιστώσεις για την εκτέλεση μεταγενέστερων πληρωμών προς εκπλήρωση νομικών δεσμεύσεων·

9)

►C2  «δημοσιονομική εγγύηση» : νομική δέσμευση της Ένωσης για στήριξη προγράμματος ενεργειών με ανάληψη χρηματοοικονομικής υποχρέωσης επί του προϋπολογισμού η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου γεγονότος στη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος, και που εξακολουθεί να ισχύει για όλη την περίοδο έως τη λήξη των ανειλημμένων δεσμεύσεων στο πλαίσιο του στηριζόμενου προγράμματος· ◄

10)

«συμβάσεις ακινήτων» : συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την αγορά, την ανταλλαγή, τη μακροχρόνια μίσθωση με εμπράγματο δικαίωμα (εμφύτευση), την επικαρπία, τη χρηματοδοτική μίσθωση, την απλή μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα προαίρεσης για αγορά, γης, κτιρίων ή άλλων ακινήτων. Καλύπτουν τόσο υπάρχοντα κτίρια όσο και ημιτελή κτίρια υπό την προϋπόθεση ότι ο υποψήφιος διαθέτει νόμιμη άδεια οικοδομής για αυτά. Δεν καλύπτουν τα κτίρια που έχουν σχεδιαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές της αναθέτουσας αρχής, τα οποία καλύπτονται από συμβάσεις έργων·

11)

«υποψήφιος/α» : οικονομικός φορέας που έχει ζητήσει να του αποσταλεί ή έχει λάβει πρόσκληση συμμετοχής σε κλειστή διαδικασία, σε ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, σε ανταγωνιστικό διάλογο, σε σύμπραξη καινοτομίας, σε διαγωνισμό μελετών ή σε διαδικασία με διαπραγμάτευση·

12)

«κεντρική αρχή προμηθειών» : αναθέτουσα αρχή που παρέχει κεντρικές δραστηριότητες προμηθειών και, ενδεχομένως, επικουρικές δραστηριότητες προμηθειών·

13)

«επαλήθευση» : εξακρίβωση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού μιας πράξης εσόδων ή δαπανών·

14)

«σύμβαση παραχώρησης» :

σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 174 και 178, με σκοπό την ανάθεση της εκτέλεσης έργων ή της παροχής και διαχείρισης υπηρεσιών σε οικονομικό φορέα (η «παραχώρηση»), και όταν:

α) η αποζημίωση συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης των έργων ή των υπηρεσιών ή στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής,

β) η ανάθεση σύμβασης παραχώρησης συνεπάγεται τη μεταβίβαση στον παραχωρησιούχο λειτουργικού κινδύνου που απορρέει από την εκμετάλλευση των εν λόγω έργων ή υπηρεσιών και ο οποίος συμπεριλαμβάνει κίνδυνο ζήτησης ή κίνδυνο προσφοράς ή και τους δύο. Ο παραχωρησιούχος θεωρείται ότι αναλαμβάνει λειτουργικό κίνδυνο όταν, υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, δεν υπάρχει εγγύηση για την απόσβεση της επένδυσης ή των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των σχετικών έργων ή την παροχή των οικείων υπηρεσιών·

15)

«ενδεχόμενη υποχρέωση» : πιθανή χρηματοοικονομική υποχρέωση που θα μπορούσε να προκύψει ανάλογα με την έκβαση μελλοντικού γεγονότος·

16)

«σύμβαση» : δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχώρησης·

17)

«ανάδοχος» : οικονομικός φορέας με τον οποίο έχει υπογραφεί δημόσια σύμβαση·

18)

«συμφωνία συνεισφοράς» : συμφωνία συναπτομένη με πρόσωπα ή οντότητες με επιπτώσεις στους πόρους της Ένωσης σύμφωνα με τα σημεία ii) έως viii) του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

19)

«έλεγχος» : κάθε μέτρο που λαμβάνεται προκειμένου να παρασχεθεί εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων, την αξιοπιστία της υποβολής εκθέσεων, τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων και των πληροφοριών, την πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών, και όσον αφορά τη συνέχεια που δίνεται σε αυτές, καθώς και την επαρκή διαχείριση των κινδύνων των σχετικών με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, λαμβανομένων υπόψη του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων και της φύσης των οικείων πληρωμών. Οι έλεγχοι μπορούν να περιλαμβάνουν διάφορες επαληθεύσεις, καθώς και την εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών για να επιτευχθούν οι στόχοι της πρώτης πρότασης·

20)

«αντισυμβαλλόμενος/η» : το μέρος στο οποίο χορηγείται ►C2  δημοσιονομική εγγύηση ◄ ·

21)

«κρίση» :

α) κατάσταση άμεσου ή επικείμενου κινδύνου που απειλεί να λάβει τη μορφή ένοπλης σύρραξης ή να αποσταθεροποιήσει μια χώρα ή την περιοχή γειτονίας της·

β) κατάσταση που προκαλείται από φυσικές καταστροφές, ανθρωπογενείς κρίσεις, όπως πόλεμοι και άλλες συγκρούσεις, ή έκτακτες περιστάσεις που παράγουν παρόμοια αποτελέσματα και συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την κλιματική αλλαγή, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τη στέρηση της πρόσβασης σε ενέργεια και φυσικούς πόρους ή την έσχατη ένδεια·

22)

«αποδέσμευση» : πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την κράτηση πιστώσεων που πραγματοποιήθηκε προγενέστερα με δημοσιονομική δέσμευση·

23)

«δυναμικό σύστημα προμηθειών» : μια εξολοκλήρου ηλεκτρονική διαδικασία για αγορές τρέχουσας χρήσης αντικειμένων που είναι κατά κανόνα διαθέσιμα στην αγορά·

24)

«οικονομικός φορέας» : κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και δημόσιος φορέας, ή ομάδα ως άνω προσώπων, που προσφέρει την προμήθεια προϊόντων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή ακίνητης περιουσίας·

25)

«επένδυση μετοχικού κεφαλαίου» : η παροχή κεφαλαίων σε επιχείρηση, επενδυόμενων άμεσα ή έμμεσα έναντι πλήρους ή μερικής ιδιοκτησίας της επιχείρησης αυτής, με δυνατότητα του επενδυτή να αναλάβει εν μέρει τον διαχειριστικό έλεγχο της επιχείρησης και να συμμετέχει στα κέρδη της·

26)

«ευρωπαϊκές υπηρεσίες» : διοικητική δομή που συστήνεται από την Επιτροπή ή από την Επιτροπή και ένα ή περισσότερα λοιπά θεσμικά όργανα της Ένωσης προς εκτέλεση ειδικών οριζόντιων καθηκόντων·

27)

«οριστική διοικητική απόφαση» : απόφαση διοικητικής αρχής η οποία έχει οριστική και δεσμευτική ισχύ σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία·

28)

«χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο» : περιουσιακό στοιχείο υπό μορφή χρηματικού ποσού, μετοχικού τίτλου κρατικής ή ιδιωτικής οντότητας ή συμβατικού δικαιώματος είσπραξης χρηματικών ποσών ή κτήσης άλλου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από άλλη κρατική ή ιδιωτική οντότητα·

29)

«χρηματοδοτικό μέσο» : μέτρο της Ένωσης για χρηματοδοτική στήριξη από τον προϋπολογισμό για την επίτευξη ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στόχων πολιτικής της Ένωσης, το οποίο είναι δυνατόν να έχει τη μορφή, επενδύσεων μετοχικού ή οιονεί μετοχικού κεφαλαίου, δανείων ή εγγυήσεων ή άλλων μέσων επιμερισμού κινδύνου, και το οποίο είναι δυνατόν να συνδυάζεται, εφόσον ενδείκνυται, με άλλες μορφές χρηματοδοτικής στήριξης ή με κονδύλια υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης ή με κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ)·

30)

«χρηματοοικονομική υποχρέωση» : συμβατική υποχρέωση παροχής χρηματικού ποσού ή άλλου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου σε άλλη οντότητα·

31)

«σύμβαση-πλαίσιο» : η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών με σκοπό τον καθορισμό των όρων που διέπουν τις ►C2  ειδικές συμβάσεις ◄ οι οποίες στηρίζονται σε αυτήν, που πρόκειται να ανατεθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και, κατά περίπτωση, τις ποσότητες·

32)

«συνολικές προβλέψεις» : το συνολικό ποσό των πόρων που θεωρούνται απαραίτητοι καθ’ όλη τη διάρκεια μιας ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ , ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του συντελεστή προβλέψεων που αναφέρεται στο άρθρο 211 παράγραφος 1 στο ποσό της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ που επιτρέπεται από τη βασική πράξη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 210 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

33)

«επιχορήγηση» : χρηματοδοτική συνεισφορά εν είδει χαριστικής παροχής. Όταν η εν λόγω συνεισφορά παρέχεται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης, διέπεται από τον Τίτλο VIII·

34)

«εγγύηση» : γραπτή δέσμευση ανάληψης ευθύνης για το σύνολο ή μέρος της οφειλής ή της υποχρέωσης ενός τρίτου ή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τρίτου σε περίπτωση γεγονότος που ενεργοποιεί την εγγύηση αυτή, όπως η αθέτηση πληρωμής δανείου·

35)

«εγγύηση κατόπιν αιτήσεως» : εγγύηση η οποία πρέπει να καταβληθεί από τον εγγυητή εφόσον ζητηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο, παρά τις τυχόν αδυναμίες στη δυνατότητα εκτέλεσης της υποκείμενης υποχρέωσης·

36)

«συνεισφορά σε είδος» : οι μη χρηματοδοτικοί πόροι που τρίτα μέρη θέτουν στη διάθεση του δικαιούχου άνευ πληρωμής·

37)

«νομική δέσμευση» : η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης αναλαμβάνει ή καθιερώνει υποχρέωση από την οποία προκύπτει μεταγενέστερη πληρωμή ή πληρωμές και η αναγνώριση δαπάνης που επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, και η οποία περιλαμβάνει ειδικές συμφωνίες και συμβάσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο χρηματοδοτικών συμφωνιών-πλαίσιο εταιρικής σχέσης και συμβάσεων-πλαίσιο·

38)

«αποτέλεσμα μόχλευσης» : το ποσό της επιστρεπτέας χρηματοδότησης που παρέχεται σε επιλέξιμους τελικούς δικαιούχους διαιρούμενο με το ποσό της συνεισφοράς της Ένωσης·

39)

«κίνδυνος ρευστότητας» : ο κίνδυνος ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κρατείται στο ►C2  κοινό ταμείο προβλέψεων ◄ ενδέχεται να μην μπορεί να πωληθεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος χωρίς να επισύρει σημαντική ζημία·

40)

«δάνειο» : συμφωνία που υποχρεώνει τον δανειστή να διαθέσει στον δανειζόμενο χρηματικό ποσό συμφωνημένου ύψους και για συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ο δανειζόμενος υποχρεούται βάσει της συμφωνίας να αποπληρώσει κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος το δάνειο που του χορηγήθηκε·

41)

«επιχορήγηση μικρού ύψους» : επιχορήγηση μικρότερη ή ίση των 60 000  EUR·

42)

«οργανισμός κράτους μέλους» : οντότητα που συγκροτείται σε κράτος μέλος ως οργανισμός δημοσίου δικαίου ή ως οργανισμός διεπόμενος από το ιδιωτικό δίκαιο στον οποίο ανατίθεται αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και στην οποία παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις από το κράτος μέλος·

43)

«μέθοδος εκτέλεσης» : οποιαδήποτε από τις μεθόδους εκτέλεσης του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 62, δηλαδή η άμεση διαχείριση, η έμμεση διαχείριση και η επιμερισμένη διαχείριση·

44)

«ενέργεια χρηματοδοτούμενη από πολλαπλούς δωρητές» : κάθε ενέργεια κατά την οποία κονδύλια της Ένωσης προστίθενται σε κονδύλια ενός τουλάχιστον άλλου δωρητή·

45)

«πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα» : το ποσό της επένδυσης από επιλέξιμους τελικούς αποδέκτες διαιρούμενο διά του ποσού της συνεισφοράς της Ένωσης·

46)

«εκροές» : τα παραδοτέα που παράγει η ενέργεια όπως καθορίζονται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

47)

«συμμετέχων/συμμετέχουσα» : υποψήφιος ή προσφέρων σε διαδικασία προμηθειών, αιτών σε διαδικασία επιχορήγησης, εμπειρογνώμονας σε διαδικασία επιλογής εμπειρογνωμόνων, αιτών σε διαγωνισμό για βραβεία ή πρόσωπο ή οντότητα που συμμετέχει σε διαδικασία εκτέλεσης κονδυλίων της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

48)

«βραβείο» : χρηματοδοτική συμμετοχή που δίδεται ως ανταμοιβή μετά από διαγωνισμό. Όταν η εν λόγω συνεισφορά παρέχεται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης, διέπεται από τον Τίτλο IX·

49)

«προμήθεια» : η με σύμβαση απόκτηση έργων, αγαθών ή υπηρεσιών και η απόκτηση ή μίσθωση γης, κτιρίων ή άλλων ακινήτων από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές από οικονομικούς φορείς που επιλέγουν οι ίδιες αναθέτουσες αρχές·

50)

«έγγραφο της προμήθειας» :

κάθε έγγραφο το οποίο παρουσιάζει ή στο οποίο παραπέμπει η αναθέτουσα αρχή με σκοπό να περιγράψει ή να προσδιορίσει στοιχεία της διαδικασίας προμηθειών, μεταξύ άλλων:

α) τα μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 163·

β) την πρόσκληση υποβολής προσφορών·

γ) τη συγγραφή υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προδιαγραφών και των σχετικών κριτηρίων, ή τα περιγραφικά έγγραφα στην περίπτωση ανταγωνιστικού διαλόγου·

δ) το σχέδιο σύμβασης·

51)

«δημόσια σύμβαση» :

σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας η οποία συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 174 και 178, με σκοπό την απόκτηση κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών έναντι καταβολής αντιτίμου, το οποίο καταβάλλεται εν όλω ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό. Οι συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

α) τις συμβάσεις ακινήτων·

β) τις συμβάσεις προμηθειών·

γ) τις συμβάσεις έργων·

δ) τις συμβάσεις υπηρεσιών·

52)

«επένδυση οιονεί μετοχικού κεφαλαίου» : είδος χρηματοδότησης το οποίο τοποθετείται μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων και συνεπάγεται μεγαλύτερο κίνδυνο από το δάνειο αυξημένης εξασφάλισης και μικρότερο κίνδυνο από το κοινό μετοχικό κεφάλαιο και το οποίο μπορεί να είναι δομημένο με τη μορφή χρέους, συνήθως χωρίς εξασφάλιση και εξοφλητική προτεραιότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέψιμο σε μετοχές ή σε προνομιούχες μετοχές·

53)

«αποδέκτης» : δικαιούχος, ανάδοχος, αμειβόμενος εξωτερικός εμπειρογνώμονας ή φυσικό πρόσωπο ή οντότητα που λαμβάνει βραβεία ή χρηματοδότηση στο πλαίσιο χρηματοδοτικού μέσου ή συμμετέχει στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

54)

«συμφωνία επαναγοράς» : πώληση τίτλων έναντι χρηματικού ποσού με συμφωνία επαναγοράς τους σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία ή κατόπιν αιτήσεως·

55)

«πίστωση έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης» : πίστωση που εγγράφεται σε έναν από τους τίτλους του προϋπολογισμού που αφορούν τους τομείς πολιτικής οι οποίοι συνδέονται με την «Έμμεση έρευνα» και την «Άμεση έρευνα» ή σε κεφάλαιο αναφερόμενο σε ερευνητικές δραστηριότητες που εντάσσονται σε άλλο τίτλο·

56)

«αποτέλεσμα» : οι συνέπειες της εφαρμογής μιας ενέργειας, όπως καθορίζονται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

57)

«μέσο επιμερισμού κινδύνου» : χρηματοδοτικό μέσο το οποίο επιτρέπει τον επιμερισμό ενός καθορισμένου κινδύνου μεταξύ δύο ή περισσότερων οντοτήτων, ενδεχομένως έναντι συμφωνημένου τιμήματος·

58)

«σύμβαση υπηρεσιών» : σύμβαση που έχει ως αντικείμενο όλες τις περιπτώσεις παροχής πνευματικών ή μη πνευματικών υπηρεσιών που δεν καλύπτονται από τις συμβάσεις αγαθών, έργων και ακινήτων·

59)

«χρηστή δημοσιονομική διαχείριση» : εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας·

60)

«κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης» : ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68·

61)

«υπεργολάβος» : οικονομικός φορέας ο οποίος προτείνεται από υποψήφιο ή προσφέροντα ή εργολάβο για την εκτέλεση μέρους σύμβασης ή από δικαιούχο για την εκτέλεση μέρους των καθηκόντων που συγχρηματοδοτούνται από την επιχορήγηση·

62)

«συνδρομή» : τα ποσά που καταβάλλονται στους οργανισμούς των οποίων η Ένωση είναι μέλος, σύμφωνα με τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και τους όρους πληρωμής που τίθενται από τον ενδιαφερόμενο οργανισμό·

63)

«σύμβαση προμηθειών» : σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση, την απλή μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα προαίρεσης για αγορά, προϊόντων και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης·

64)

«τεχνική βοήθεια» : με την επιφύλαξη των ειδικών τομεακών κανόνων, δραστηριότητες υποστήριξης και ανάπτυξης ικανοτήτων που απαιτούνται για την υλοποίηση προγράμματος ή ενέργειας, και ειδικά δραστηριότητες προπαρασκευής, διαχείρισης, παρακολούθησης, αξιολόγησης και λογιστικών και λοιπών ελέγχων·

65)

«προσφέρων» : οικονομικός φορέας που έχει υποβάλει προσφορά·

66)

«Ένωση» : η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ή αμφότερες, κατά περίπτωση·

67)

«θεσμικό όργανο της Ένωσης» : το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Περιφερειών, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ή η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ»)· η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρείται θεσμικό όργανο της Ένωσης·

68)

«πωλητής» : οικονομικός φορέας καταχωρισμένος σε κατάλογο πωλητών που θα κληθούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής σε προσφορές ή προσφορές·

69)

«εθελοντής» : άτομο που εργάζεται με δική του προαίρεση για έναν οργανισμό χωρίς να λαμβάνει αμοιβή·

70)

«έργο» : το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού το οποίο επαρκεί καθαυτό για την εκτέλεση μιας οικονομικής ή τεχνικής λειτουργίας·

71)

«σύμβαση έργων» :

σύμβαση με αντικείμενο είτε:

α) την εκτέλεση, ή την εκτέλεση και μελέτη, έργου·

β) την εκτέλεση, ή την εκτέλεση και μελέτη, έργου σχετιζόμενου με μία από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας 2014/24/ΕΕ·

γ) την υλοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, έργου ανταποκρινόμενου στις απαιτήσεις τις οποίες ορίζει η αναθέτουσα αρχή που ασκεί καθοριστική επίδραση στο είδος ή τη μελέτη του έργου.

Άρθρο 3

Συμμόρφωση της παράγωγης νομοθεσίας προς τον παρόντα κανονισμό

1.  Κάθε διάταξη που αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα ή τις δαπάνες και περιλαμβάνεται σε άλλη βασική πράξη συμμορφώνεται με τις αρχές του προϋπολογισμού οι οποίες διατυπώνονται στον τίτλο II.

2.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι προτάσεις και οι τροποποιήσεις προτάσεων που υποβάλλονται στη νομοθετική αρχή και περιέχουν παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, πλην αυτών του Τίτλου II, ή από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβάνουν σαφή μνεία των παρεκκλίσεων αυτών και, στις αιτιολογικές σκέψεις και στην αιτιολογική έκθεσή τους, αναφέρουν τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν τις εν λόγω παρεκκλίσεις ή τροποποιήσεις.

Άρθρο 4

Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες

Πλην διατάξεως περί του αντιθέτου στον παρόντα κανονισμό, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου ( 1 ) εφαρμόζονται για τις προθεσμίες που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και (ΕΕ) 2016/679.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Άρθρο 6

Τήρηση των αρχών που διέπουν τον προϋπολογισμό

▼C2

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται και εκτελείται σύμφωνα με τις αρχές της ενότητας, της ακρίβειας, της ετήσιας διάρκειας, της ισοσκέλισης, της ενιαίας νομισματικής μονάδας, της καθολικότητας, της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας, όπως αυτές εκτίθενται στον παρόντα κανονισμό.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

Άρθρο 7

Πεδίο εφαρμογής του προϋπολογισμού

1.  Για κάθε οικονομικό έτος, ο προϋπολογισμός προβλέπει και εγκρίνει το σύνολο των εκτιμώμενων ως αναγκαίων εσόδων και δαπανών της Ένωσης. Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει:

α) τα έσοδα και τις δαπάνες της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών δαπανών που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων της ΣΕΕ στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), καθώς και τις επιχειρησιακές δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, εφόσον αυτές επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό·

β) τα έσοδα και τις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

2.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει διαχωριζόμενες πιστώσεις, οι οποίες συνίστανται σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεις πληρωμών, και μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.

Οι πιστώσεις που εγκρίνονται για το οικονομικό έτος είναι:

α) οι πιστώσεις που ανοίγονται στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ανοίγονται μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού·

β) οι μεταφερθείσες πιστώσεις από προηγούμενα οικονομικά έτη·

γ) οι ανασυστάσεις πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 15·

δ) οι πιστώσεις που προέρχονται από επιστροφές πληρωμών προχρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

ε) οι πιστώσεις που ανοίγονται λόγω της είσπραξης εσόδων για ειδικό προορισμό κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ή που μεταφέρονται από προηγούμενα οικονομικά έτη.

3.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καλύπτουν το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους, με την επιφύλαξη του άρθρου 114 παράγραφος 2.

4.  Οι πιστώσεις πληρωμών καλύπτουν τις πληρωμές που απορρέουν από την εκπλήρωση των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους ή προηγούμενων οικονομικών ετών.

5.  Οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα συνολικής δέσμευσης πιστώσεων ή τη δυνατότητα δημοσιονομικής δέσμευσης ανά ετήσιες δόσεις, όπως προβλέπεται αντιστοίχως στο άρθρο 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και στο άρθρο 112 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Ειδικοί κανόνες που διέπουν τις αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

1.  Όλα τα έσοδα και οι δαπάνες καταλογίζονται σε γραμμή του προϋπολογισμού.

2.  Με την επιφύλαξη των εγκεκριμένων δαπανών που απορρέουν από ενδεχόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 210 παράγραφος 2, καμία δαπάνη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάληψης ή εντολής πέραν των εγκεκριμένων πιστώσεων.

3.  Καμία πίστωση δεν εγγράφεται στον προϋπολογισμό αν δεν αντιστοιχεί σε δαπάνη που εκτιμάται ως αναγκαία.

4.  Δεν οφείλονται στην Ένωση τόκοι λόγω πληρωμών προχρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις οικείες συμφωνίες συνεισφοράς ή στις οικείες συμφωνίες χρηματοδότησης.



▼C1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Αρχή της ετήσιας διάρκειας

▼B

Άρθρο 9

Ορισμός

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό εγκρίνονται για τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.

Άρθρο 10

Λογιστική του προϋπολογισμού για τα έσοδα και τις πιστώσεις

1.  Τα έσοδα καταλογίζονται σε ένα οικονομικό έτος βάσει των ποσών που εισπράττονται κατά τη διάρκειά του εν λόγω έτους. Ωστόσο, οι ίδιοι πόροι του Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους μπορούν να αποδίδονται εκ των προτέρων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

2.  Οι εγγραφές ιδίων πόρων που βασίζονται στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και ιδίων πόρων που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

3.  Οι δεσμεύσεις πιστώσεων ενός οικονομικού έτους καταλογίζονται βάσει των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους. Ωστόσο, οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 4 καταλογίζονται για ένα οικονομικό έτος βάσει των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους.

4.  Οι πληρωμές καταλογίζονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους βάσει των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τον υπόλογο έως την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου οικονομικού έτους.

5.  Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 3 και 4:

α) οι δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, υπό τον όρο ότι το εκάστοτε ένταλμα πληρωμής περιέρχεται στον υπόλογο έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

β) οι δαπάνες που εκτελούνται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, εξαιρουμένου του ΕΓΤΕ, καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που καταλογίζονται έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους όπως ορίζεται στα άρθρα 30 και 31.

Άρθρο 11

Δέσμευση πιστώσεων

1.  Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό μπορούν να δεσμευθούν αμέσως μετά την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού, και με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου.

2.  Οι ακόλουθες δαπάνες μπορούν, από την 15η Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, να αναλαμβάνονται προκαταβολικά εις βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος:

α) τρέχουσες διοικητικές δαπάνες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δαπάνες έχουν γίνει αποδεκτές στον τελευταίο δεόντως εγκριθέντα προϋπολογισμό και μόνο έως το ένα τέταρτο, κατ’ ανώτατο όριο, των συνολικών αντίστοιχων πιστώσεων που έχουν εγγραφεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το τρέχον οικονομικό έτος·

β) τρέχουσες διοικητικές δαπάνες του ΕΓΤΕ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δαπάνες θεμελιώνονται επί της αρχής σε υφιστάμενη βασική πράξη, και μόνο έως τα τρία τέταρτα, κατ’ ανώτατο όριο, του συνόλου των αντίστοιχων πιστώσεων που έχουν εγγραφεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το τρέχον οικονομικό έτος.

Άρθρο 12

Ακύρωση και μεταφορά πιστώσεων

1.  Οι πιστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί έως το τέλος του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν εγγραφεί ακυρώνονται, εκτός εάν μεταφέρονται δυνάμει των παραγράφων 2 έως 8.

2.  Οι ακόλουθες πιστώσεις μπορούν να μεταφέρονται με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, αλλά μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος:

α) πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και μη διαχωριζόμενες πιστώσεις για τις οποίες τα περισσότερα προπαρασκευαστικά στάδια της διαδικασίας δέσμευσης έχουν ολοκληρωθεί στις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους. Οι εν λόγω πιστώσεις μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, με εξαίρεση τις μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που αφορούν σχέδια σχετικά με ακίνητα οι οποίες μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

β) πιστώσεις που αποδεικνύονται αναγκαίες σε περίπτωση κατά την οποία η νομοθετική αρχή εξέδωσε τη βασική πράξη κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του οικονομικού έτους, χωρίς ωστόσο η Επιτροπή να μπορέσει να δεσμεύσει έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους τις πιστώσεις που προβλέπονται προς τούτο στον προϋπολογισμό. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

γ) πιστώσεις πληρωμών που είναι αναγκαίες για την κάλυψη προγενεστέρων δεσμεύσεων ή δεσμεύσεων που συνδέονται με μεταφερθείσες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, εφόσον οι πιστώσεις πληρωμών που προβλέπονται στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους είναι ανεπαρκείς·

δ) μη δεσμευθείσες πιστώσεις που έχουν σχέση με τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ).

Έχοντας υπόψη το πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης χρησιμοποιεί πρώτα τις πιστώσεις που έχουν εγκριθεί για το τρέχον οικονομικό έτος, στις δε μεταφερθείσες πιστώσεις καταφεύγει μόνο εφόσον εξαντληθούν οι πρώτες.

Οι μεταφορές μη δεσμευθεισών πιστώσεων, όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνουν, εντός του ορίου του 2 % επί των αρχικών πιστώσεων που έχουν ψηφισθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το ποσό της αναπροσαρμογής των άμεσων ενισχύσεων που ίσχυε σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 στη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους. Οι πιστώσεις που μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος επιστρέφονται στις γραμμές του προϋπολογισμού που καλύπτουν τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

3.  Το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης λαμβάνει την απόφασή του σχετικά με τις μεταφορές της παραγράφου 2 έως τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη ληφθείσα απόφαση μεταφοράς έως τις 15 Μαρτίου του εν λόγω έτους. Διευκρινίζει επίσης, κατά γραμμή του προϋπολογισμού, τον τρόπο εφαρμογής, σε κάθε μεταφορά, των κριτηρίων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ).

4.  Μεταφέρονται αυτομάτως οι πιστώσεις σε σχέση με:

α) πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων για το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας και για το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να μεταφέρονται μόνον στο επόμενο οικονομικό έτος και να δεσμεύονται έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους·

β) πιστώσεις που αντιστοιχούν σε εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να μεταφέρονται μόνον στο επόμενο οικονομικό έτος και να δεσμεύονται έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους, με εξαίρεση τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό από εκμισθώσεις και από την πώληση κτιρίων και γαιών τα οποία μπορούν να μεταφέρονται έως ότου χρησιμοποιηθούν πλήρως. Πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 514/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3 ) οι οποίες είναι διαθέσιμες στις 31 Δεκεμβρίου και προέρχονται από επιστροφές προχρηματοδοτήσεων, οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν μέχρι τη λήξη του προγράμματος και να χρησιμοποιηθούν, εφόσον είναι αναγκαίο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διατίθενται πλέον άλλες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων·

γ) πιστώσεις που αντιστοιχούν σε εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό. Οι πιστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται πλήρως έως ότου εκτελεστούν όλες οι πράξεις που αφορούν το πρόγραμμα ή την ενέργεια για τα οποία προορίζονται ή είναι δυνατό να μεταφερθούν και να χρησιμοποιηθούν για το διάδοχο πρόγραμμα ή ενέργεια. Αυτό δεν ισχύει για τα έσοδα που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iii) για τα οποία οι πιστώσεις που δεν έχουν δεσμευθεί εντός πέντε ετών ακυρώνονται·

δ) πιστώσεις πληρωμών που σχετίζονται με το ΕΓΤΕ και προέρχονται από αναστολές σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

5.  Η αντιμετώπιση των εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, τα οποία προέρχονται από τη συμμετοχή των κρατών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ε) είναι σύμφωνη με το πρωτόκολλο αριθ. 32 που προσαρτάται στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία ΕΟΧ).

6.  Πέρα από την ενημέρωση τα που προβλέπεται στην παράγραφο 3, το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πληροφορίες σχετικά με τις πιστώσεις που μεταφέρθηκαν αυτομάτως, περιλαμβανομένων των οικείων ποσών και της διάταξης του παρόντος άρθρου σύμφωνα με την οποία έγινε η μεταφορά των πιστώσεων.

7.  Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις για τις οποίες έχει αναληφθεί νομική δέσμευση στο τέλος του οικονομικού έτους καταβάλλονται έως το τέλος του επόμενου οικονομικού έτους.

8.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, οι πιστώσεις που εγγράφονται σε αποθεματικό και οι πιστώσεις που αφορούν δαπάνες προσωπικού δεν μεταφέρονται. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι δαπάνες προσωπικού περιλαμβάνουν τις αποδοχές και τις αποζημιώσεις των μελών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 13

Λεπτομερείς διατάξεις για την ακύρωση και τη μεταφορά πιστώσεων

1.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) μπορούν να μεταφερθούν μόνον αν οι δεσμεύσεις δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον διατάκτη και αν τα προπαρασκευαστικά στάδια έχουν προχωρήσει μέχρι σημείου που επιτρέπει να θεωρηθεί ευλόγως ότι η δέσμευση μπορεί να πραγματοποιηθεί έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους ή, όσον αφορά σχέδια σχετικά με ακίνητα, στις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

2.  Ειδικότερα, τα προπαρασκευαστικά στάδια που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα οποία θα έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους με σκοπό τη μεταφορά στο επόμενο οικονομικό έτος, είναι τα εξής:

α) για τις ατομικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η περάτωση της φάσης επιλογής των πιθανών αντισυμβαλλομένων, δικαιούχων, βραβευθέντων ή εξουσιοδοτουμένων·

β) για τις συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η έκδοση απόφασης χρηματοδότησης ή η περάτωση της διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης με σκοπό την έκδοση αυτής της απόφασης χρηματοδότησης.

3.  Οι πιστώσεις που μεταφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), οι οποίες δεν έχουν δεσμευθεί έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους ή έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους για ποσά που αφορούν σχέδια σχετικά με ακίνητα, ακυρώνονται αυτόματα.

Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις πιστώσεις που ακυρώθηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο εντός ενός μηνός από την ακύρωσή τους.

Άρθρο 14

Αποδεσμεύσεις

1.  Όταν αποδεσμεύονται δημοσιονομικές δεσμεύσεις κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε οικονομικού έτους μεταγενέστερου από το έτος κατά το οποίο έγινε η εκάστοτε δέσμευση λόγω της ολικής ή της μερικής μη εκτέλεσης ενεργειών για τις οποίες είχαν διατεθεί, οι πιστώσεις που αντιστοιχούν στις εν λόγω αποδεσμεύσεις ακυρώνονται, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 και με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του παρόντος κανονισμού.

2.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 αποδεσμεύονται αυτόματα σύμφωνα με τις διατάξεις των εν λόγω κανονισμών.

3.  Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στα εξωτερικά έξοδα για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Ανασύσταση πιστώσεων που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις

1.  Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις όπως αναφέρονται στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 μπορούν να ανασυσταθούν σε περίπτωση προδήλου σφάλματος αποδιδόμενου αποκλειστικά στην Επιτροπή.

Προς τούτο, η Επιτροπή εξετάζει τις αποδεσμεύσεις που σημειώθηκαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και αποφαίνεται, έως την 15η Φεβρουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους, με γνώμονα τις ανάγκες, ως προς την αναγκαιότητα της ανασύστασης των αντίστοιχων πιστώσεων.

2.  Επιπλέον της περίπτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις ανασυστήνονται σε περίπτωση:

α) αποδέσμευσης από πρόγραμμα δυνάμει των διευθετήσεων για την εφαρμογή του αποθεματικού επίδοσης που ορίζονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013·

β) αποδέσμευσης από πρόγραμμα που αφορά συγκεκριμένο χρηματοδοτικό μέσο υπέρ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), μετά από τη διακοπή της συμμετοχής κράτους μέλους στο χρηματοδοτικό μέσο, κατά τα αναφερόμενα στο έβδομο εδάφιο του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

3.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στο ποσό των αποδεσμεύσεων λόγω μη εκτέλεσης, εν όλω ή εν μέρει, των αντίστοιχων ερευνητικών σχεδίων είναι επίσης δυνατόν να ανασυσταθούν προς όφελος του ερευνητικού προγράμματος στο οποίο ανήκουν τα σχέδια ή στο διάδοχο πρόγραμμα στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

Άρθρο 16

Κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση καθυστερημένης έγκρισης του προϋπολογισμού

1.  Εάν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, εφαρμόζεται η διαδικασία που προσδιορίζεται στο άρθρο 315 πρώτο εδάφιο ΣΛΕΕ (καθεστώς των προσωρινών δωδεκατημορίων). Μπορούν να διενεργούνται αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές εντός των ορίων που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.  Οι αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να διενεργούνται κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός τετάρτου του συνόλου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος, προσαυξημένου κατά ένα δωδέκατο για κάθε διαρρεύσαντα μήνα.

Δεν είναι δυνατόν να σημειωθεί υπέρβαση του ορίου των πιστώσεων που προβλέπονται στο σχέδιο προϋπολογισμού.

Οι πληρωμές μπορούν να διενεργούνται μηνιαίως κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός δωδεκάτου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Δεν υπερβαίνουν ωστόσο το ένα δωδέκατο των πιστώσεων που προβλέπονται στο ίδιο κεφάλαιο του σχεδίου προϋπολογισμού.

3.  Ως πιστώσεις που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, νοούνται οι πιστώσεις του προϋπολογισμού που έχουν ψηφισθεί, μεταξύ άλλων με διορθωτικούς προϋπολογισμούς, μετά την προσαρμογή τους λόγω μεταφορών εντός του εν λόγω οικονομικού έτους.

4.  Εφόσον το απαιτούν η συνέχεια της δράσης της Ένωσης και οι ανάγκες της διαχείρισης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, δύναται να επιτρέψει δαπάνες επιπλέον ενός προσωρινού δωδεκατημορίου, οι οποίες δεν υπερβαίνουν ωστόσο το άθροισμα τεσσάρων προσωρινών δωδεκατημορίων, εκτός δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, τόσο για τις πράξεις ανάληψης υποχρέωσης όσο και για τις πράξεις πληρωμής, πέραν εκείνων που καθίστανται αυτομάτως διαθέσιμες δυνάμει των παραγράφων 1 και 2. Το Συμβούλιο διαβιβάζει αμελλητί τη σχετική απόφασή του για την έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τίθεται σε ισχύ 30 ημέρες μετά την έκδοσή της, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβεί σε μία από ακόλουθες ενέργειες:

α) αποφασίσει, εντός 30 ημερών, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η Επιτροπή υποβάλλει νέα πρόταση·

β) γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι δεν επιθυμεί να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η απόφαση τίθεται σε ισχύ πριν από την παρέλευση των 30 ημερών.

Τα πρόσθετα δωδεκατημόρια εγκρίνονται στο σύνολό τους και δεν μπορούν να κατακερματισθούν.

5.  Εάν, για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο, η έγκριση τεσσάρων προσωρινών δωδεκατημορίων σύμφωνα με την παράγραφο 4 δεν επαρκεί για την κάλυψη των δαπανών που είναι αναγκαίες για να μη διακοπεί η συνέχεια της δράσης της Ένωσης στον τομέα που καλύπτεται από το εν λόγω κεφάλαιο, μπορεί να εγκριθεί κατ’ εξαίρεση υπέρβαση του ποσού των πιστώσεων που είχαν εγγραφεί στο αντίστοιχο κεφάλαιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ακολουθούν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 4. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν σημειώνεται υπέρβαση του συνολικού ύψους των πιστώσεων που είχαν διατεθεί στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους ή του προτεινόμενου σχεδίου προϋπολογισμού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Αρχή της ισοσκέλισης

Άρθρο 17

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

1.  Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις πιστώσεις πληρωμών.

2.  Η Ένωση και οι αναφερόμενοι στα άρθρα 70 και 71 οργανισμοί της Ένωσης δεν συνάπτουν δάνεια στο πλαίσιο του προϋπολογισμού.

Άρθρο 18

Υπόλοιπο του οικονομικού έτους

1.  Το υπόλοιπο κάθε οικονομικού έτους εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου είτε στα έσοδα είτε στις πιστώσεις πληρωμών, ανάλογα με το αν πρόκειται για πλεόνασμα ή για έλλειμμα αντιστοίχως.

2.  Οι εκτιμήσεις των εσόδων ή πιστώσεων πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εγγράφονται στον προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού και σε διορθωτική επιστολή, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 42 του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω εκτιμήσεις καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 608/2014 του Συμβουλίου ( 4 ).

3.  Μετά την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών κάθε οικονομικού έτους, τυχόν διαφορά ανάμεσα στους λογαριασμούς αυτούς και τις εκτιμήσεις εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού, του οποίου αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο. Στην περίπτωση αυτή, το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού υποβάλλεται από την Επιτροπή ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός 15 ημερών από την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

▼C2

Αρχή της ενιαίας νομισματικής μονάδας

▼B

Άρθρο 19

Χρησιμοποίηση του ευρώ

1.  Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ο προϋπολογισμός καταρτίζονται και εκτελούνται σε ευρώ. Αποτελούν αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σε ευρώ. Ωστόσο, για τις ταμειακές ανάγκες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 77, ο υπόλογος και, στην περίπτωση των παγίων προκαταβολών, ο υπόλογος παγίων προκαταβολών καθώς και, για τις ανάγκες της διοικητικής διαχείρισης της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, ο αρμόδιος διατάκτης, εξουσιοδοτούνται να διενεργούν πράξεις σε άλλα νομίσματα.

2.  Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, ή σε ειδικές ►C2  ειδικές συμβάσεις ◄ , συμφωνίες επιχορήγησης, συμφωνίες συνεισφοράς και συμφωνίες χρηματοδότησης, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος από τον αρμόδιο διατάκτη υπολογίζεται με βάση την ημερήσια συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ η οποία δημοσιεύεται στο τεύχος C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ημέρας κατά την οποία συντάσσεται από την υπηρεσία του διατάκτη το ένταλμα πληρωμής ή είσπραξης.

Ελλείψει δημοσίευσης ημερήσιας ισοτιμίας του ευρώ, ο αρμόδιος διατάκτης χρησιμοποιεί τη λογιστική ισοτιμία που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

3.  Για τις ανάγκες της λογιστικής που προβλέπεται στα άρθρα 82, 83 και 84, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος πραγματοποιείται βάσει της μηνιαίας λογιστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Αυτή η λογιστική ισοτιμία καθορίζεται από τον υπόλογο της Επιτροπής μέσω κάθε κατά τη γνώμη του αξιόπιστης πηγής πληροφοριών, βάσει της ισοτιμίας της προτελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα που προηγείται εκείνου για τον οποίο προσδιορίζεται η ισοτιμία.

4.  Οι συναλλαγματικές μετατροπές διενεργούνται κατά τρόπο ώστε να μην έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ύψος της ενωσιακής συγχρηματοδότησης ή αρνητική επίδραση στον προϋπολογισμό. Κατά περίπτωση, η τιμή μετατροπής μεταξύ ευρώ και λοιπών νομισμάτων είναι δυνατό να υπολογίζεται με βάση τη μέση ημερήσια ισοτιμία μιας δεδομένης περιόδου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αρχή της καθολικότητας

Άρθρο 20

Πεδίο εφαρμογής

Με την επιφύλαξη του άρθρου 21, το σύνολο των εσόδων καλύπτει το σύνολο των πιστώσεων πληρωμών. Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, όλα τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται στον προϋπολογισμό χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους.

Άρθρο 21

Έσοδα για ειδικό προορισμό

1.  Τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό και τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δαπανών.

2.  Τα ακόλουθα συνιστούν εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α) ειδικές συμπληρωματικές χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών στα εξής είδη δράσεων και προγραμμάτων:

i) ορισμένα συμπληρωματικά προγράμματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης,

ii) ορισμένες δράσεις και ορισμένα προγράμματα εξωτερικής βοήθειας που χρηματοδοτούνται από την Ένωση και υπάγονται στη διαχείριση της Επιτροπής·

β) πιστώσεις σχετιζόμενες με τα έσοδα που προέρχονται από το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, το οποίο συστάθηκε με το πρωτόκολλο αριθ. 37 σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες από τη λήξη της Συνθήκης για την ΕΚΑΧ και με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ·

γ) τόκοι από καταθέσεις και πρόστιμα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου ( 5

δ) έσοδα αντιστοιχούντα σε συγκεκριμένο προορισμό, όπως τα έσοδα ιδρυμάτων, οι επιχορηγήσεις, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα, περιλαμβανομένων των εσόδων κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης που διατίθενται για ειδικό προορισμό·

ε) χρηματοδοτικές συνεισφορές σε δραστηριότητες της Ένωσης από τρίτες χώρες ή από οργανισμούς διαφορετικούς από εκείνους που έχουν δημιουργηθεί βάσει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης Ευρατόμ·

στ) εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3, στον βαθμό που έχουν συμπληρωματικό ρόλο σε σχέση με τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο·

ζ) έσοδα από τις δραστηριότητες ανταγωνιστικού χαρακτήρα που ασκούνται από το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC), οι οποίες μπορεί να συνίστανται σε:

i) διαδικασίες επιχορήγησης και ανάθεσης προμηθειών στις οποίες συμμετέχει το JRC·

ii) δραστηριότητες που διεξάγει το JRC για λογαριασμό τρίτων·

iii) δραστηριότητες στο πλαίσιο διοικητικής συμφωνίας με άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 59, για την παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης.

3.  Τα ακόλουθα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α) έσοδα που προέρχονται από τρίτους για προμήθειες, παροχή υπηρεσιών ή εργασίες που εκτελούνται για λογαριασμό τους·

β) έσοδα που προέρχονται από επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με το άρθρο 101·

γ) εισπράξεις από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών και από την εκτέλεση εργασιών υπέρ των λοιπών διευθύνσεων ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, θεσμικών οργάνων ή άλλων οργανισμών της Ένωσης, συμπεριλαμβανόμενων των αποζημιώσεων αποστολής που καταβάλλονται για λογαριασμό των λοιπών θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και επιστρέφονται εν συνεχεία από αυτά·

δ) εισπράξεις αποζημιώσεων από ασφαλίσεις·

ε) έσοδα από εκμισθώσεις και από την πώληση κτιρίων και γαιών·

στ) επιστροφές σε χρηματοδοτικά μέσα ή ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ σύμφωνα με το άρθρο 209 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο·

ζ) έσοδα από μεταγενέστερες επιστροφές φόρων σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

4.  Τα έσοδα για ειδικό προορισμό μετατίθενται σε επόμενα έτη και αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς εντός του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχεία β) και γ) και του άρθρου 32.

5.  Η βασική πράξη μπορεί να καθορίζει ότι τα προβλεπόμενα από αυτήν έσοδα προορίζονται για ειδικές δαπάνες. Εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά στη βασική πράξη, αυτά τα έσοδα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

6.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει γραμμές για την εγγραφή εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό και εσωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό, με αναφορά του ποσού όποτε αυτό είναι δυνατόν.

Άρθρο 22

Δομή υποδοχής των εσόδων για ειδικό προορισμό και άνοιγμα των αντίστοιχων πιστώσεων

1.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24, η δομή υποδοχής στον προϋπολογισμό των εσόδων για ειδικό προορισμό περιλαμβάνει:

α) στην κατάσταση εσόδων του τμήματος κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης μια γραμμή που προορίζεται για την εγγραφή του ποσού αυτών των εσόδων·

β) στην κατάσταση δαπανών, παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανόμενων των γενικών παρατηρήσεων, όπου αναφέρονται οι γραμμές προϋπολογισμού στις οποίες είναι δυνατόν να εγγραφούν οι διαθέσιμες πιστώσεις που αντιστοιχούν στα έσοδα για ειδικό προορισμό.

Στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, πραγματοποιείται ενδεικτική εγγραφή «προς υπόμνηση» (pro memoria), η δε εκτίμηση για τα έσοδα περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις προς ενημέρωση.

2.  Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν στα έσοδα για ειδικό προορισμό διατίθενται αυτομάτως, τόσο ως πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων όσο και ως πιστώσεις πληρωμών, όταν εισπραχθεί το έσοδο από το θεσμικό όργανο της Ένωσης, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο α) για τις χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών και όταν η συμφωνία συνεισφοράς εκφράζεται σε ευρώ, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων μπορούν να διατεθούν μόλις το κράτος μέλος υπογράψει τη συμφωνία συνεισφοράς·

β) στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) και στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία i) και iii), οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καθίστανται διαθέσιμες ήδη από την πρόβλεψη της δημιουργούμενης απαίτησης·

γ) στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο γ), η εγγραφή των ποσών στην κατάσταση εσόδων οδηγεί στο άνοιγμα, σε γραμμή της κατάστασης δαπανών, πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών.

Οι πιστώσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) εκτελούνται σύμφωνα με το άρθρο 20.

3.  Οι προβλέψεις απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχεία β) και ζ) διαβιβάζονται στον υπόλογο με σκοπό την καταχώρισή τους.

Άρθρο 23

Συνεισφορές των κρατών μελών για ερευνητικά προγράμματα

1.  Οι συνεισφορές των κρατών μελών για τη χρηματοδότηση ορισμένων συμπληρωματικών ερευνητικών προγραμμάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014, καταβάλλονται ως εξής:

α) τα επτά δωδεκατημόρια του ποσού που εγγράφεται στον προϋπολογισμό καταβάλλονται έως τις 31 Ιανουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους·

β) τα υπόλοιπα πέντε δωδεκατημόρια καταβάλλονται έως τις 15 Ιουλίου του τρέχοντος οικονομικού έτους.

2.  Όταν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά πριν από την αρχή του οικονομικού έτους, οι συνεισφορές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πραγματοποιούνται βάσει του ποσού που εμφαίνεται στον προϋπολογισμό του προηγούμενου οικονομικού έτους.

3.  Κάθε συνεισφορά ή κάθε συμπληρωματική καταβολή που οφείλεται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του προϋπολογισμού πρέπει να εγγράφεται στον ή στους λογαριασμούς της Επιτροπής εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών από την πρόσκληση προς καταβολή.

4.  Οι πραγματοποιούμενες καταβολές εγγράφονται στον λογαριασμό που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 και υπόκεινται στους όρους που διατυπώνονται στον εν λόγω κανονισμό.

Άρθρο 24

Έσοδα για ειδικό προορισμό που προκύπτουν από τη συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης

1.  Η δομή υποδοχής στον προϋπολογισμό των εσόδων από τη συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης είναι η ακόλουθη:

α) στην κατάσταση εσόδων, ανοίγεται γραμμή προϋπολογισμού «προς υπόμνηση» που προορίζεται για την εγγραφή του συνολικού ποσού της συμμετοχής έκαστου κράτους ΕΖΕΣ για το οικονομικό έτος·

β) στην κατάσταση δαπανών, ένα παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προϋπολογισμού, περιλαμβάνει το σύνολο των γραμμών προϋπολογισμού που αφορούν τις ενωσιακές δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν τα κράτη ΕΖΕΣ, και συμπεριλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό της συμμετοχής έκαστου κράτους ΕΖΕΣ.

2.  Δυνάμει του άρθρου 82 της συμφωνίας ΕΟΧ, τα σχετικά με την ετήσια συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ ποσά, όπως αυτά επιβεβαιώνονται στην Επιτροπή από τη Μεικτή Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου αριθ. 32 που προσαρτάται στη συμφωνία ΕΟΧ, οδηγούν στο πλήρες άνοιγμα, από την αρχή του οικονομικού έτους, των αντίστοιχων πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεων πληρωμών.

3.  Η χρήση των εσόδων των προερχόμενων από τη χρηματοδοτική συνεισφορά των κρατών ΕΖΕΣ παρακολουθείται χωριστά.

Άρθρο 25

Παροχές από χαριστική αιτία

1.  Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να αποδεχθούν κάθε παροχή από χαριστική αιτία υπέρ της Ένωσης, όπως έσοδα από ιδρύματα, επιχορηγήσεις, καθώς και δωρεές και κληροδοτήματα.

2.  Η αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία αξίας 50 000  EUR και άνω που συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση, περιλαμβανομένου του κόστους παρακολούθησης, η οποία υπερβαίνει το 10 % της αξίας της εκάστοτε παροχής από χαριστική αιτία, υπόκειται στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενεργούν σχετικά εντός δύο μηνών από τη λήψη αιτήματος τέτοιας έγκρισης των ενδιαφερόμενων θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν διατυπωθεί αντίρρηση, τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης αποφασίζουν οριστικά επί της αποδοχής των παροχών. Τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο αίτημά τους προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επεξηγούν τις χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία προς την Ένωση.

Άρθρο 26

Εταιρικές χορηγίες

1.  Ως «εταιρική χορηγία» νοείται συμφωνία με την οποία ένα νομικό πρόσωπο υποστηρίζει σε είδος μια εκδήλωση ή μια δραστηριότητα για σκοπούς προώθησης ή στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

2.  Με βάση ειδικούς εσωτερικούς κανόνες, οι οποίοι δημοσιεύονται στους αντίστοιχους ιστοτόπους τους, τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης μπορούν, κατ’ εξαίρεση να αποδέχονται εταιρικές χορηγίες σε είδος υπό την προϋπόθεση ότι:

α) γίνονται δεόντως σεβαστές οι αρχές της μη διακριτικής μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας για την αποδοχή εταιρικών χορηγιών·

β) συμβάλουν στη θετική εικόνα της Ένωσης και συνδέονται άμεσα με τον κεντρικό στόχο μιας εκδήλωσης ή μιας ενέργειας·

γ) δεν ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων ούτε αφορούν εκδηλώσεις αποκλειστικά κοινωνικού χαρακτήρα·

δ) η εκδήλωση ή δραστηριότητα δεν χρηματοδοτείται αποκλειστικά μέσω εταιρικών χορηγιών·

ε) η υπηρεσία που παρέχεται ως ανταπόδοση της εταιρικής χορηγίας περιορίζεται στη δημόσια προβολή του εμπορικού σήματος ή της επωνυμίας του χορηγού·

στ) οι χορηγοί δεν βρίσκονται, κατά τον χρόνο της διαδικασίας χορηγίας, σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 και στο άρθρο 141 παράγραφος 1 και δεν είναι καταχωρισμένοι ως αποκλεισμένοι στη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 1.

3.  Όταν η αξία της εταιρικής χορηγίας υπερβαίνει το ποσό των 5 000  EUR, ο χορηγός καταχωρίζεται σε δημόσιο μητρώο, που περιλαμβάνει πληροφορίες για το είδος της εκδήλωσης ή της δραστηριότητας που επιχορηγείται.

Άρθρο 27

Κανόνες για τις περικοπές και για τις προσαρμογές συναλλαγματικών ισοτιμιών

1.  Από τα ποσά των αιτήσεων πληρωμής μπορούν να γίνονται οι ακόλουθες περικοπές, και στη συνέχεια να εκδίδονται εντάλματα πληρωμής για το καθαρό ποσό:

α) ποινές που επιβάλλονται στα μέρη των συμβάσεων και στους δικαιούχους επιχορηγήσεων·

β) προεξοφλήσεις, επιστροφές και εκπτώσεις σε επιμέρους τιμολόγια και παραστατικά εξόδων·

γ) τόκοι από την πληρωμή προχρηματοδοτήσεων·

δ) προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.

Οι προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου μπορούν να γίνουν με άμεση περικοπή του ποσού νέας ενδιάμεσης πληρωμής ή πληρωμής υπολοίπου υπέρ του ίδιου προσώπου, πραγματοποιούμενης στο πλαίσιο του κεφαλαίου, του άρθρου και του οικονομικού έτους που επιβαρύνθηκαν με το αχρεωστήτως καταβληθέν.

Στις περικοπές που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται οι λογιστικοί κανόνες της Ένωσης.

2.  Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται προς την Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τα κράτη μέλη δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί Προνομίων και Ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επισυνάπτεται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, καταλογίζεται στον προϋπολογισμό κατά το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων.

3.  Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται στην Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τρίτες χώρες δυνάμει των σχετικών συμβάσεων, μπορεί να καταλογισθεί στον προϋπολογισμό για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ποσά:

α) το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων·

β) το ποσό που περιλαμβάνει τις φορολογικές επιβαρύνσεις.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η επακόλουθη επιστροφή φορολογικών επιβαρύνσεων λαμβάνεται υπόψη ως εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

4.  Μπορούν να γίνονται προσαρμογές της για τις συναλλαγματικές διαφορές που καταγράφονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Το τελικό αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, εντάσσεται στο υπόλοιπο του οικονομικού έτους.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Αρχή της ειδικότητας

Άρθρο 28

Γενικές διατάξεις

1.  Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τίτλους και κεφάλαια. Τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις.

2.  Η Επιτροπή και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να πραγματοποιούν μεταφορές πιστώσεων εντός του προϋπολογισμού υπό τους ειδικούς όρους που θεσπίζονται στα άρθρα 29 έως 32.

Πιστώσεις μπορούν να μεταφερθούν μόνο σε γραμμές του προϋπολογισμού για τις οποίες ο προϋπολογισμός επιτρέπει τη διάθεση πιστώσεων ή οι οποίες φέρουν την ένδειξη «προς υπόμνηση».

Τα όρια που αναφέρονται στα άρθρα 29, 30 και 31 υπολογίζονται κατά την υποβολή της αίτησης μεταφοράς πιστώσεων και με αναφορά στις πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των διορθωτικών προϋπολογισμών.

Το ποσό που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ορίων που αναφέρονται στα άρθρα 29, 30 και 31 είναι το άθροισμα των μεταφορών πιστώσεων που θα πραγματοποιηθούν στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία γίνονται οι μεταφορές πιστώσεων, αναπροσαρμοζόμενο για προγενέστερες μεταφορές πιστώσεων. Το ποσό που αντιστοιχεί στις μεταφορές πιστώσεων που πραγματοποιούνται αυτόνομα από την Επιτροπή ή από το άλλο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης χωρίς απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν λαμβάνεται υπόψη.

Οι προτάσεις μεταφοράς πιστώσεων και όλες οι πληροφορίες που προορίζονται για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και αφορούν τις μεταφορές πιστώσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29, 30 και 31 συνοδεύονται από ενδεδειγμένα και λεπτομερή δικαιολογητικά τα οποία παρουσιάζουν τις πιο πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες για την εκτέλεση των πιστώσεων και τις προβλέψεις αναγκών μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, τόσο για τις γραμμές του προϋπολογισμού που θα ενισχυθούν όσο και για τις γραμμές από τις οποίες γίνεται ανάληψη πιστώσεων.

Άρθρο 29

Μεταφορές από θεσμικά όργανα της Ένωσης εκτός της Επιτροπής

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, σε μεταφορές πιστώσεων:

α) από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του εκάστοτε οικονομικού έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

β) από κεφάλαιο σε κεφάλαιο χωρίς όριο.

2.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1, το θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις του. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένοι λόγοι είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 31.

3.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, μεταφορές από τίτλο σε τίτλο πέραν του ορίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. Οι μεταφορές αυτές υπόκεινται στη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 31.

4.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, να πραγματοποιεί μεταφορές εντός άρθρων χωρίς να προαπαιτείται ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 30

Μεταφορές από την Επιτροπή

1.  Η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, αυτόνομα:

α) σε μεταφορά πιστώσεων στο εσωτερικό κάθε κεφαλαίου·

β) όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού και διοικητικής λειτουργίας οι οποίες είναι κοινές για περισσότερους από έναν τίτλους, σε μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά και με μέγιστο όριο το 30 % των πιστώσεων του εκάστοτε έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού προς την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

γ) όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες, σε μεταφορά πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων στο εσωτερικό του ίδιου τίτλου με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του οικονομικού έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

δ) όσον αφορά τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης που εκτελούνται από το JRC, στο εσωτερικό του τίτλου του προϋπολογισμού του αναφερόμενου στον τομέα πολιτικής «Άμεση έρευνα», σε μεταφορές πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων με όριο το 15 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

ε) Όσον αφορά την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, σε μεταφορές επιχειρησιακών πιστώσεων από έναν τίτλο σε άλλο, υπό την προϋπόθεση ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.

στ) όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες των ταμείων η εκτέλεση των οποίων ασκείται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, με εξαίρεση το ΕΓΤΕ, σε μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, υπό τον όρο ότι οι σχετικές πιστώσεις προορίζονται για τον ίδιο στόχο, κατά την έννοια του κανονισμού με τον οποίο θεσπίζεται το σχετικό ταμείο, ή για δαπάνες τεχνικής βοήθειας·

ζ) σε μεταφορά πιστώσεων από τη θέση ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ στη θέση άλλης ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ στις εξαιρετικές περιπτώσεις που οι προβλεπόμενοι πόροι στο κοινό ταμείο προβλέψεων της δεύτερης δεν επαρκούν για την εκτέλεση εγγύησης που έχει καταπέσει και με την επιφύλαξη της μετέπειτα αποκατάστασης του μεταφερόμενου ποσού σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 4.

Οι δαπάνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου καλύπτουν, για κάθε τομέα πολιτικής, τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 4.

Οσάκις η Επιτροπή μεταφέρει πιστώσεις του ΕΓΤΕ δυνάμει του πρώτου εδαφίου μετά τις 31 Δεκεμβρίου, εκδίδει τη σχετική απόφαση έως τις 31 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασής της για τις μεταφορές αυτές.

Τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις της. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένες ενστάσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 31.

Κατά παρέκκλιση από το τέταρτο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών του οικονομικού έτους, να μεταφέρει αυτόνομα πιστώσεις σχετικά με δαπάνες προσωπικού, εξωτερικού προσωπικού και λοιπών υπαλλήλων από έναν τίτλο σε άλλον, με συνολικό όριο το 5 % των πιστώσεων αυτού του έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασής της για τις μεταφορές αυτές.

2.  Η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, να αποφασίζει για τις ακόλουθες μεταφορές πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει πάραυτα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφασή της:

α) μεταφορά πιστώσεων από τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις» που αναφέρεται στο άρθρο 49 του παρόντος κανονισμού, όταν ο μόνος όρος για την αποδέσμευση του αποθεματικού συνίσταται στην έκδοση βασικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 294 ΣΛΕΕ·

β) σε δεόντως αιτιολογημένες έκτακτες περιπτώσεις, όπως διεθνείς ανθρωπιστικές καταστροφές και κρίσεις που συμβαίνουν μετά την 1η Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους, μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων του εν λόγω έτους, οι οποίες είναι ακόμη διαθέσιμες στους τίτλους που υπάγονται στον τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που είναι αφιερωμένος στην εξωτερική δράση της Ένωσης, στους τίτλους που αφορούν τη διαχείριση κρίσεων και τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

Άρθρο 31

Προτάσεις για μεταφορές που υποβάλλονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης υποβάλλει τις περί μεταφορών προτάσεις του ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2.  Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων πληρωμών στα ταμεία που διοικούνται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, εξαιρουμένου του ΕΓΤΕ, έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η μεταφορά πιστώσεων πληρωμών μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε θέση του προϋπολογισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες.

Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν εγκρίνουν τη μεταφορά ή την εγκρίνουν μόνο εν μέρει, το αντίστοιχο μέρος της δαπάνης που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 στοιχείο β) καταλογίζεται στις πιστώσεις πληρωμών του επόμενου οικονομικού έτους.

3.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές πιστώσεων υπό τους όρους σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 8.

4.  Εκτός επειγουσών περιπτώσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το τελευταίο με ειδική πλειοψηφία, αποφασίζουν επί έκαστης πρότασης μεταφοράς εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της από αμφότερα. Σε επείγουσες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν εντός τριών εβδομάδων από την παραλαβή της πρότασης.

5.  Οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε μεταφορά πιστώσεων του ΕΓΤΕ δυνάμει του παρόντος άρθρου, υποβάλει προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες.

6.  Μια πρόταση μεταφοράς πιστώσεων είναι ή θεωρείται εγκριθείσα, εάν εντός της περιόδου των έξι εβδομάδων συμβεί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την εγκρίνουν·

β) την εγκρίνει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο και το άλλο θεσμικό όργανο δεν λαμβάνει θέση·

γ) ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου ούτε το Συμβούλιο λαμβάνουν απόφαση για τροποποίηση ή απόρριψη της πρότασης μεταφοράς.

7.  Εκτός εάν άλλως ζητήσει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) η μεταφορά αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία γίνεται η μεταφορά και δεν υπερβαίνει το ποσό των 5 000 000  EUR·

β) η μεταφορά αφορά αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών και το συνολικό ποσό της μεταφοράς δεν υπερβαίνει τα 100 000 000  EUR.

8.  Εάν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο έχει τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς πιστώσεων ενώ το άλλο θεσμικό όργανο την έχει εγκρίνει ή δεν λαμβάνει θέση, ή σε περίπτωση που τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς, θεωρείται ως εγκριθέν το μικρότερο εκ των δύο ποσών, εκτός εάν το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης αποσύρει την πρόταση μεταφοράς.

Άρθρο 32

Μεταφορές που υπάγονται σε ειδικές διατάξεις

1.  Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα για ειδικό προορισμό μπορούν να αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς πιστώσεων μόνον εφόσον τα έσοδα αυτά διατηρούν τον προορισμό τους.

2.  Οι αποφάσεις περί μεταφοράς πιστώσεων προς χρήση του αποθεματικού έκτακτης βοήθειας λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 31 παράγραφοι 3 και 4. Ωστόσο, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να συμφωνήσουν με την πρόταση της Επιτροπής και δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί κοινή θέση όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του αποθεματικού αυτού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν λαμβάνουν θέση σχετικά με την εν λόγω πρόταση.

Οι προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων από το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας συνοδεύονται από ενδεδειγμένα και λεπτομερή δικαιολογητικά τα οποία παρέχουν:

α) τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για την εκτέλεση των πιστώσεων και τις προβλέψεις αναγκών μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, για τις γραμμές του προϋπολογισμού που θα ενισχυθούν·

β) ανάλυση των δυνατοτήτων ανακατανομής των πιστώσεων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και επιδόσεις

Άρθρο 33

Επιδόσεις και οι αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας

1.  Οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ως εκ τούτου εκτελούνται τηρώντας τις ακόλουθες αρχές:

α) την αρχή της οικονομίας, η οποία ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του καθίστανται εγκαίρως διαθέσιμα, στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή·

β) την αρχή της αποδοτικότητας, η οποία αφορά την καλύτερη δυνατή σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων, αναληφθεισών δραστηριοτήτων και επίτευξης στόχων·

γ) την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία αφορά τον βαθμό επίτευξης των επιδιωκόμενων στόχων μέσω των δραστηριοτήτων που αναλήφθηκαν.

2.  Στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η χρήση των πιστώσεων επικεντρώνεται στις επιδόσεις και για τον σκοπό αυτόν:

α) οι στόχοι για τα προγράμματα και τις δραστηριότητες καθορίζονται εκ των προτέρων·

β) η πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων παρακολουθείται βάσει δεικτών επίδοσης·

γ) υποβάλλονται εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο και τα προβλήματα επίτευξης των στόχων, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο η) και το άρθρο 247 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

3.  Καθορίζονται στόχοι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, συναφείς και χρονικά προσδιορισμένοι, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και δείκτες συναφείς, αποδεκτοί, αξιόπιστοι, εύχρηστοι και εύρωστοι όπου αρμόζει.

Άρθρο 34

Αξιολογήσεις

1.  Τα προγράμματα και οι δραστηριότητες που συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες υποβάλλονται σε εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις («αξιολόγηση»), οι οποίες είναι αναλογικές προς τους στόχους και τη δαπάνη.

2.  Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις, οι οποίες υποστηρίζουν την εκπόνηση προγραμμάτων και δραστηριοτήτων βασίζονται σε επαρκή στοιχεία, για τις επιδόσεις σχετικών προγραμμάτων ή δραστηριοτήτων και προσδιορίζουν και αναλύουν τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, την προστιθέμενη αξία από τη συμμετοχή της Ένωσης, τους στόχους, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα των διαφόρων επιλογών και τις διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης.

Για μεγάλα προγράμματα ή δραστηριότητες που αναμένεται να έχουν σημαντικό οικονομικό, περιβαλλοντικό ή κοινωνικό αντίκτυπο, η εκ των προτέρων αξιολόγηση δύναται να λαμβάνει τη μορφή εκτίμησης επιπτώσεων, που, συμπληρωματικά προς τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, αναλύει τις διάφορες εναλλακτικές όσον αφορά τις μεθόδους υλοποίησης.

3.  Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις εκτιμούν την επίδοση του προγράμματος ή της δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων πτυχών όπως η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα, η συνεκτικότητα, η συνάφεια και η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις βασίζονται στις πληροφορίες που παράγονται από τις διαδικασίες παρακολούθησης και στους δείκτες που έχουν καθοριστεί για την οικεία ενέργεια. Διενεργούνται τουλάχιστον άπαξ κατά τη διάρκεια κάθε πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και ει δυνατόν αρκετά εγκαίρως ώστε οι διαπιστώσεις να μπορούν να ληφθούν υπόψη σε εκ των προτέρων αξιολογήσεις ή εκτιμήσεις επιπτώσεων κατά την προπαρασκευή συναφών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων.

Άρθρο 35

Υποχρεωτικό δημοσιονομικό δελτίο

1.  Κάθε πρόταση ή πρωτοβουλία υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή από την Επιτροπή, από τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας («Ύπατος Εκπρόσωπος») ή από κράτος μέλος, και δυνάμενη να έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των μεταβολών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο στο οποίο φαίνονται οι εκτιμήσεις για τις πιστώσεις πληρωμών και αναλήψεων υποχρεώσεων, από αξιολόγηση των διαφορετικών διαθέσιμων δημοσιονομικών επιλογών και από την εκ των προτέρων αξιολόγηση ή εκτίμηση επιπτώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 34.

Κάθε τροποποίηση πρότασης ή πρωτοβουλίας υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή και δυνάμενη να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των μεταβολών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο, το οποίο καταρτίζεται από το θεσμικό όργανο της Ένωσης που προτείνει την τροποποίηση.

Το δημοσιονομικό δελτίο περιλαμβάνει τα απαραίτητα δημοσιονομικά και οικονομικά στοιχεία για την εκτίμηση, από τη νομοθετική αρχή, της ανάγκης παρέμβασης εκ μέρους της Ένωσης. Το δημοσιονομικό δελτίο παρέχει χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά τη συνοχή με άλλες δραστηριότητες της Ένωσης, καθώς και σχετικά με ενδεχόμενες συνέργειες.

Όταν πρόκειται για πολυετείς ενέργειες, το δημοσιονομικό δελτίο περιλαμβάνει το προβλέψιμο χρονοδιάγραμμα των ετήσιων αναγκών σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών και σε προσωπικό, περιλαμβανομένου του εξωτερικού προσωπικού, καθώς και αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο μεσοπρόθεσμο και, όπου είναι δυνατό, μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό πεδίο.

2.  Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, η Επιτροπή παρέχει τις ενδεδειγμένες πληροφορίες που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ της εξέλιξης των αναγκών σε πιστώσεις και των αρχικών προβλέψεων που εμφαίνονται στα δημοσιονομικά δελτία, σε συνάρτηση με την πρόοδο των συζητήσεων σχετικά με την πρόταση ή πρωτοβουλία που υποβάλλεται στη νομοθετική αρχή.

3.  Για τη μείωση του κινδύνου απάτης, παρατυπιών και μη επίτευξης των στόχων, το δημοσιονομικό δελτίο παρέχει στοιχεία για το σύστημα εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζεται, εκτίμηση του κόστους και των οφελών από τους ελέγχους που συνεπάγονται αυτά τα συστήματα και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος, καθώς και στοιχεία για τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα μέτρα πρόληψης της απάτης και προστασίας.

Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη την πιθανή κλίμακα και τον τύπο των σφαλμάτων, καθώς επίσης τις ειδικές συνθήκες του συγκεκριμένου τομέα πολιτικής και τους εφαρμοστέους κανόνες.

4.  Κατά την υποβολή αναθεωρημένων ή νέων προτάσεων δαπανών, η Επιτροπή εκτιμά το κόστος και τα οφέλη των συστημάτων ελέγχου, καθώς και το αναμενόμενο επίπεδο του κινδύνου σφάλματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 36

Εσωτερικός έλεγχος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.  Στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ο προϋπολογισμός εκτελείται σύμφωνα με τον αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο ο οποίος αρμόζει σε κάθε μέθοδο εκτέλεσης, και σύμφωνα με τους οικείους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

►C2

 

Για τους σκοπούς της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, ο εσωτερικός έλεγχος εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης και αποσκοπεί στην παροχή εύλογης βεβαιότητας ως προς την επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

 ◄

α) αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων·

β) αξιοπιστία των εκθέσεων·

γ) διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και ενημέρωση·

δ) πρόληψη, εντοπισμός, διόρθωση και συνέχεια που δίνεται στις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών·

ε) επαρκής διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, λαμβανομένου υπόψη του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων καθώς και της φύσης των σχετικών πληρωμών.

3.  Ο αποτελεσματικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α) διαχωρισμό των καθηκόντων·

β) κατάλληλη στρατηγική διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, η οποία συμπεριλαμβάνει έλεγχο σε επίπεδο αποδέκτη·

γ) αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων·

δ) κατάλληλες διαδρομές ελέγχου και ακεραιότητα των δεδομένων στα συστήματα πληροφορικής·

ε) διαδικασίες παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας·

στ) διαδικασίες επακολούθησης για τις εντοπιζόμενες αδυναμίες και τις εξαιρέσεις των εσωτερικών ελέγχων·

ζ) περιοδικές αξιολογήσεις της υγιούς λειτουργίας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

4.  Ο αποδοτικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στα ακόλουθα στοιχεία:

α) εφαρμογή κατάλληλης στρατηγικής διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, σε πλαίσιο συντονισμού μεταξύ των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου·

β) δυνατότητα πρόσβασης όλων των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου στα αποτελέσματα των ελέγχων·

γ) στήριξη, όπου είναι σκόπιμο, σε διαχειριστικές δηλώσεις των εμπλεκομένων στην εκτέλεση του προϋπολογισμού και σε ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις λογιστικού ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι η ποιότητα των υποκείμενων εργασιών είναι επαρκής και αποδεκτή και ότι εκτελέστηκαν σύμφωνα με τα συμφωνημένα πρότυπα·

δ) έγκαιρη εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανόμενης, όπου είναι σκόπιμο, της επιβολής αποτρεπτικών ποινών·

ε) σαφή και αδιαμφισβήτητη νομοθεσία ως βάση των οικείων πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων βασικών πράξεων περί των στοιχείων του εσωτερικού ελέγχου·

στ) εξάλειψη των πολλαπλών ελέγχων·

ζ) βελτίωση του λόγου κόστους - οφέλους των ελέγχων.

5.  Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, το επίπεδο σφάλματος είναι σταθερά υψηλό, η Επιτροπή εντοπίζει τις αδυναμίες στα συστήματα ελέγχου, αναλύει το κόστος και τα οφέλη των ενδεχόμενων διορθωτικών μέτρων και λαμβάνει ή προτείνει κατάλληλα μέτρα, όπως η απλοποίηση των ισχυουσών διατάξεων, η βελτίωση των συστημάτων ελέγχου και ο ανασχεδιασμός του προγράμματος ή των συστημάτων εκτέλεσης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 37

Δημοσίευση λογαριασμών και προϋπολογισμών

1.  Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται, εκτελείται και αποτελεί αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας.

2.  Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μεριμνά για τη δημοσίευση του προϋπολογισμού και των διορθωτικών προϋπολογισμών, ως αυτοί έχουν οριστικά εγκριθεί, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι προϋπολογισμοί δημοσιεύονται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία κηρύσσονται οριστικά εγκριθέντες.

Εν αναμονή της επίσημης δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημοσιεύονται σε όλες τις γλώσσες στον δικτυακό τόπο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, τα οριστικά λεπτομερή αριθμητικά στοιχεία του προϋπολογισμού, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων εβδομάδων από την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

Οι ενοποιημένοι ετήσιοι λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον δικτυακό τόπο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Άρθρο 38

Δημοσίευση πληροφοριών περί των αποδεκτών και άλλων πληροφοριών

1.  Η Επιτροπή διαθέτει, εγκαίρως και με τον κατάλληλο τρόπο, πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες κονδυλίων που χρηματοδοτήθηκαν από τον προϋπολογισμό, όταν ο προϋπολογισμός εκτελείται από αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ισχύει και για τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1.

2.  Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4, οι ακόλουθες πληροφορίες δημοσιεύονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας, ιδίως όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α) το όνομα του αποδέκτη·

β) ο τόπος του αποδέκτη, ήτοι:

i) η διεύθυνση του αποδέκτη όταν ο αποδέκτης είναι νομικό πρόσωπο·

ii) η περιφέρεια σε επίπεδο NUTS 2 του αποδέκτη όταν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο·

γ) το ποσό για το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση·

δ) η φύση και ο σκοπός του μέτρου.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δημοσιεύονται μόνο για βραβεία που απονέμονται, επιχορηγήσεις και συμβάσεις που ανατίθενται κατόπιν διαγωνισμών, διαδικασιών επιχορήγησης ή διαδικασιών προμηθειών, καθώς και για εμπειρογνώμονες επιλεγμένους σύμφωνα με το άρθρο 237 παράγραφος 2.

3.  Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο πληροφορίες δεν δημοσιεύονται για:

α) στήριξη για εκπαίδευση που καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα και άλλη άμεση στήριξη η οποία καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα που τη χρειάζονται επιτακτικά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 191 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

β) συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας οι οποίες ανατίθενται σε εμπειρογνώμονες που επιλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 237 παράγραφος 2, καθώς και συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας κάτω του ποσού που αναφέρεται στο σημείο 14.4 του παραρτήματος I·

γ) χρηματοδοτική στήριξη που παρέχεται μέσω χρηματοδοτικών μέσων για ποσό κάτω των 500 000  EUR·

δ) περιπτώσεις στις οποίες η αποκάλυψη των εν λόγω δεδομένων θα έθετε σε κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των οικείων προσώπων ή οντοτήτων, όπως κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή εάν θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των αποδεκτών.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) οι πληροφορίες που διατίθενται περιορίζονται σε στατιστικά στοιχεία, παρουσιαζόμενα συγκεντρωτικά με βάση σχετικά κριτήρια, όπως η γεωγραφική κατάσταση, η οικονομική τυπολογία των αποδεκτών, το είδος της χορηγούμενης στήριξης και ο τομέας πολιτικής της Ένωσης στο πλαίσιο του οποίου χορηγείται η στήριξη.

Όταν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο βασίζεται σε κατάλληλα κριτήρια, όπως η συχνότητα ή το είδος του μέτρου και τα ποσά προς πληρωμή.

4.  Τα πρόσωπα ή οι οντότητες που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) δημοσιεύουν πληροφορίες για τους αποδέκτες σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες τους, εφόσον αυτοί οι κανόνες θεωρούνται ισοδύναμοι κατόπιν της αξιολόγησης που πραγματοποιείται από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 154 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπόκειται σε διασφαλίσεις ισοδύναμες με αυτές που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

Οι οργανισμοί που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3 δημοσιεύουν πληροφορίες σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Οι εν λόγω ειδικοί τομεακοί κανόνες μπορούν, σύμφωνα με την οικεία νομική βάση, να παρεκκλίνουν από τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ιδίως για τη δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν αυτό δικαιολογείται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του σχετικού τομέα.

5.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση για τα κονδύλια.

Οι δικτυακοί τόποι των θεσμικών οργάνων της Ένωσης περιλαμβάνουν παραπομπή στη διεύθυνση του δικτυακού τόπου όπου παρατίθενται οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον αυτές δεν δημοσιεύονται απευθείας σε ειδικό προς τούτο δικτυακό τόπο του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Η Επιτροπή διαθέτει, εγκαίρως και με τον κατάλληλο τρόπο, πληροφορίες σχετικά με τον ειδικό δικτυακό τόπο, περιλαμβανομένης της αναφοράς της διεύθυνσής του, όπου μπορούν να αναζητηθούν οι πληροφορίες που παρέχονται από τα πρόσωπα, τις οντότητες ή τους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

6.  Σε περίπτωση δημοσίευσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι πληροφορίες διαγράφονται δύο έτη μετά την περάτωση του οικονομικού έτους κατά το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση για τα κονδύλια. Αυτό ισχύει και για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νομικών προσώπων των οποίων το επίσημο όνομα προσδιορίζει ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.



ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

Άρθρο 39

Κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης πλην της Επιτροπής συντάσσει κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών του, την οποία διαβιβάζει στην Επιτροπή και συγχρόνως, προς ενημέρωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πριν από την 1η Ιουλίου εκάστου έτους.

2.  Ο Ύπατος Εκπρόσωπος προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα μέλη της Επιτροπής που είναι υπεύθυνα για την αναπτυξιακή πολιτική, την πολιτική γειτονίας, τη διεθνή συνεργασία, την ανθρωπιστική βοήθεια και την αντιμετώπιση κρίσεων, όσον αφορά τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

3.  Η Επιτροπή συντάσσει τη δική της κατάσταση προβλέψεων, την οποία διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αμέσως μετά την έγκρισή της. Κατά την κατάρτιση της οικείας κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 40.

Άρθρο 40

Εκτιμώμενος προϋπολογισμός της Ένωσης των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 70

Έως τις 31 Ιανουαρίου εκάστου έτους, κάθε οργανισμός της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 διαβιβάζει στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συστατική του πράξη, το σχέδιο του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του, που περιέχει τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό του και τον αντίστοιχο σχεδιασμό των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων.

Άρθρο 41

Σχέδιο προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή καταθέτει πρόταση που περιέχει το σχέδιο προϋπολογισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Τη διαβιβάζει επίσης, προς ενημέρωση, στα εθνικά κοινοβούλια.

Το σχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει γενική συνοπτική κατάσταση των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης και συγκεντρώνει τις καταστάσεις προβλέψεων που αναφέρονται στο άρθρο 39. Μπορεί επίσης να περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες έχουν προβεί τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

Το σχέδιο προϋπολογισμού ακολουθεί τη διάρθρωση και την παρουσίαση που καθορίζονται στα άρθρα 47 έως 52.

Πριν από κάθε τμήμα του σχεδίου προϋπολογισμού παρατίθεται εισαγωγή συντασσόμενη από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης.

Η Επιτροπή συντάσσει τη γενική εισαγωγή του σχεδίου προϋπολογισμού. Η γενική εισαγωγή περιλαμβάνει δημοσιονομικούς πίνακες που καλύπτουν τα κυριότερα στοιχεία ανά τίτλους και αιτιολογήσεις για τις μεταβολές των πιστώσεων από ένα οικονομικό έτος στο επόμενο ανά κατηγορίες δαπανών του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

2.  Προκειμένου να υπάρχουν ακριβέστερες και πιο αξιόπιστες προβλέψεις όσον αφορά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της ισχύουσας νομοθεσίας και των εκκρεμών νομοθετικών προτάσεων, η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού ενδεικτικό δημοσιονομικό προγραμματισμό για τα επόμενα έτη, ο οποίος διαρθρώνεται ανά κατηγορία δαπανών, ανά τομέα πολιτικής και ανά γραμμή του προϋπολογισμού. Ο πλήρης δημοσιονομικός προγραμματισμός καλύπτει τις κατηγορίες δαπανών που καλύπτονται από το σημείο 30 της Διοργανικής Συμφωνίας της 2ας Δεκεμβρίου 2013 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ( 6 ). Συνοπτικά στοιχεία παρέχονται για τις κατηγορίες δαπανών που δεν καλύπτονται από το σημείο 30 της Διοργανικής Συμφωνίας.

Ο δημοσιονομικός προγραμματισμός αναπροσαρμόζεται μετά την έγκριση του προϋπολογισμού, ώστε να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα της διαδικασίας του προϋπολογισμού και κάθε άλλη σχετική απόφαση.

3.  Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού:

α) συγκριτικό πίνακα που περιλαμβάνει το σχέδιο προϋπολογισμού για τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τις αρχικές δημοσιονομικές προβλέψεις των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης όπως διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή καθώς επίσης, κατά περίπτωση, έγγραφο που παρουσιάζει τους λόγους για τους οποίους το σχέδιο προϋπολογισμού περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες που κατήρτισαν τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης·

β) κάθε έγγραφο εργασίας που κρίνει χρήσιμο σε σχέση με τους πίνακες προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, στο οποίο παρουσιάζονται ο τελευταίος εγκεκριμένος πίνακας προσωπικού παράλληλα με:

i) όλο το προσωπικό που απασχολείται από την Ένωση, ανά τύπο σύμβασης·

ii) δήλωση σχετικά με την πολιτική για τις θέσεις υπαλλήλων και το εξωτερικό προσωπικό, και για την ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων·

iii) τον αριθμό των θέσεων που καλύφθηκαν έως την τελευταία ημέρα του έτους που προηγείται του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού και τον ετήσιο μέσο όρο των ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης που καλύφθηκαν σε ετήσιο μέσο όρο για το ίδιο προηγούμενο έτος, αναφέροντας την κατανομή τους ανά βαθμό, ανά φύλο και ανά διοικητική μονάδα·

iv) κατάσταση με την κατανομή των θέσεων ανά τομέα πολιτικής·

v) για κάθε κατηγορία εξωτερικού προσωπικού, τον αρχικό εκτιμώμενο αριθμό ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης βάσει των εγκεκριμένων πιστώσεων, καθώς και τον αριθμό των προσώπων που έχουν καταλάβει πράγματι θέσεις στις αρχές του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού, με την κατανομή τους ανά ομάδα καθηκόντων και, ενδεχομένως, ανά βαθμό·

γ) για τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71, έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται τα έσοδα και οι δαπάνες, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) του παρόντος εδαφίου·

δ) έγγραφο εργασίας σχετικά με την προβλεπόμενη εκτέλεση των πιστώσεων του οικονομικού έτους και τις εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων·

ε) όσον αφορά τις πιστώσεις για τη διοίκηση, έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται οι διοικητικές δαπάνες προς εκτέλεση από την Επιτροπή στο οικείο τμήμα του προϋπολογισμού·

στ) έγγραφο εργασίας με αντικείμενο τα δοκιμαστικά σχέδια και τις προπαρασκευαστικές ενέργειες στο οποίο θα περιλαμβάνονται επίσης αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και η προτεινόμενη συνέχεια που δίνεται·

ζ) όσον αφορά τη χρηματοδότηση διεθνών οργανισμών, έγγραφο εργασίας που περιέχει:

i) κατάσταση όλων των συνεισφορών, με κατανομή ανά πρόγραμμα ή ταμείο της Ένωσης και ανά διεθνή οργανισμό·

ii) παρουσίαση των λόγων για τους οποίους ήταν αποτελεσματικότερο να χρηματοδοτήσει η Ένωση τους συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς από το να δράσει απευθείας·

η) δηλώσεις προγράμματος ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο που να περιέχει τα εξής:

i) αναφορά των πολιτικών και των στόχων της Ένωσης στους οποίους προσδοκάται ότι θα συμβάλει το πρόγραμμα·

ii) σαφές σκεπτικό για παρέμβαση σε επίπεδο Ένωσης, τηρουμένης μεταξύ άλλων της αρχής της επικουρικότητας·

iii) πρόοδο σχετικά με την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 33·

iv) πλήρη αιτιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης κόστους-ωφέλειας για τις προτεινόμενες αλλαγές όσον αφορά το ύψος των πιστώσεων·

v) πληροφορίες για τον ρυθμό εκτέλεσης του προγράμματος κατά το τρέχον και το προηγούμενο οικονομικό έτος·

θ) συνοπτική κατάσταση με το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών, όπου συνοψίζονται ανά πρόγραμμα και ανά τομέα οι πληρωμές που πρέπει να γίνουν κατά τα επόμενα οικονομικά έτη για να εκπληρωθούν οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που έχουν προταθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού κατά τη διάρκεια προηγούμενων οικονομικών ετών.

Για τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που χρησιμοποιούν χρηματοδοτικά μέσα, οι σχετικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·

4.  Όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί χρηματοδοτικά μέσα, επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας στο οποίο αναφέρει, για κάθε χρηματοδοτικό μέσο, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) αναφορά στο χρηματοδοτικό μέσο και στη βασική πράξη του, μαζί με γενική περιγραφή του μέσου, τον αντίκτυπό του στον προϋπολογισμό, τη διάρκειά του και την προστιθέμενη αξία της συνεισφοράς της Ένωσης·

β) τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στην υλοποίηση, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή του άρθρου 155 παράγραφος 2·

γ) τη συμβολή του χρηματοδοτικού μέσου στην επίτευξη των στόχων του συγκεκριμένου προγράμματος όπως υπολογίζεται βάσει καθορισμένων δεικτών, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τη γεωγραφική διαφοροποίηση·

δ) τις σχεδιαζόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του επιδιωκόμενου μεγέθους με βάση το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μόχλευσης και το αναμενόμενο ιδιωτικό κεφάλαιο που θα κινητοποιηθεί ή, όταν αυτά δεν υπάρχουν, το αποτέλεσμα μόχλευσης που προκύπτει από τα υπάρχοντα χρηματοδοτικά μέσα·

ε) τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις σχετικές πράξεις και τις συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις και πληρωμές από τον προϋπολογισμό·

στ) τη μέση διάρκεια ανάμεσα στη δημοσιονομική δέσμευση για τα χρηματοδοτικά μέσα και τις νομικές δεσμεύσεις για επιμέρους σχέδια υπό μορφή ιδίων κεφαλαίων ή χρέους, όταν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τα τρία έτη·

ζ) τα έσοδα και τις επιστροφές βάσει του άρθρου 209 παράγραφος 3, παρουσιαζόμενα χωριστά, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης της χρήσης τους·

η) την αξία των επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου, όσον αφορά τα προηγούμενα έτη·

θ) το συνολικό ποσό προβλέψεων για κινδύνους και υποχρεώσεις, καθώς και κάθε πληροφορία σχετικά με την έκθεση της Ένωσης σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδεχομένων υποχρεώσεων·

ι) απομειώσεις της αξίας περιουσιακών στοιχείων και εγγυήσεις που κατέπεσαν, αμφότερες για το προηγούμενο έτος, και τα αντίστοιχα σωρευτικά ποσά·

ια) την απόδοση του χρηματοδοτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν, της επιδιωκόμενης και της επιτευχθείσας μόχλευσης και του πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος καθώς και το ύψος των ιδιωτικών κεφαλαίων που κινητοποιήθηκαν·

ιβ) τους προβλεπόμενους πόρους στο ►C2  κοινό ταμείο προβλέψεων ◄ και, κατά περίπτωση, το υπόλοιπο στον καταπιστευματικό λογαριασμό.

Το έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει επίσης επισκόπηση των διοικητικών δαπανών που απορρέουν από τέλη διαχείρισης και άλλες χρηματοοικονομικές και λειτουργικές επιβαρύνσεις που καταβάλλονται για τη διαχείριση χρηματοδοτικών μέσων, συνολικά και ανά φορέα διαχείρισης, καθώς και ανά χρηματοδοτικό μέσο που τελεί υπό διαχείριση.

Η Επιτροπή εξηγεί τους λόγους για τη διάρκεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο στ) και παρουσιάζει, κατά περίπτωση, ένα σχέδιο δράσης για τη μείωση της διάρκειας στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής.

Στο έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συνοψίζονται σε σαφή και συνοπτικό πίνακα πληροφορίες ανά χρηματοδοτικό μέσο.

5.  Όταν η Ένωση έχει συστήσει ►C2  δημοσιονομική εγγύηση ◄ , η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται, για κάθε ►C2  δημοσιονομική εγγύηση ◄ και για το ►C2  κοινό ταμείο προβλέψεων ◄ οι ακόλουθες πληροφορίες:

α) αναφορά στη ►C2  δημοσιονομική εγγύηση ◄ και στη βασική πράξη της, μαζί με γενική περιγραφή της δημοσιονομικής εγγύησης, τον αντίκτυπό της στις δημοσιονομικές υποχρεώσεις του προϋπολογισμού, τη διάρκειά της και την προστιθέμενη αξία της στήριξης της Ένωσης·

β) τους αντισυμβαλλόμενους της ►C2  δημοσιονομικής ◄ εγγύησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή του άρθρου 155 παράγραφος 2·

γ) τη συμβολή της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ στην επίτευξη των στόχων της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ όπως υπολογίζεται βάσει των καθορισμένων δεικτών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της γεωγραφικής διαφοροποίησης και της κινητοποίησης πόρων του ιδιωτικού τομέα·

δ) συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με τις πράξεις που καλύπτει η δημοσιονομική εγγύηση ανά τομείς, ανά χώρες και ανά μέσα, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των χαρτοφυλακίων και της συνδυασμένης στήριξης με άλλες ενέργειες της Ένωσης·

ε) το ποσό που μεταφέρεται στους αποδέκτες, καθώς και εκτίμηση της μόχλευσης που επιτυγχάνεται από τα έργα που υποστηρίζονται στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εγγύησης·

στ) συγκεντρωτικές πληροφορίες κατά τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται στο στοιχείο δ) σχετικά με τις καταπτώσεις της δημοσιονομικής εγγύησης, τις ζημίες, τις αποδόσεις, τα ανακτηθέντα ποσά και άλλες εισπραχθείσες πληρωμές·

ζ) πληροφορίες σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση, τις επιδόσεις και τον κίνδυνο του κοινού ταμείου προβλέψεων στο τέλος του προηγούμενου ημερολογιακού έτους·

η) τον πραγματικό συντελεστή πρόβλεψης του κοινού ταμείου προβλέψεων και, κατά περίπτωση, τις επακόλουθες πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 4·

θ) οι χρηματοδοτικές ροές στο ►C2  κοινό ταμείο προβλέψεων ◄ κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους καθώς και οι σημαντικές συναλλαγές και κάθε σχετική πληροφορία σχετικά με την έκθεση της Ένωσης σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους·

ι) δυνάμει του άρθρου 210 παράγραφος 3, εκτίμηση της βιωσιμότητας των ενδεχόμενων υποχρεώσεων που συνεπάγονται για τον προϋπολογισμό οι δημοσιονομικές εγγυήσεις ή η χρηματοδοτική βοήθεια.

6.  Όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης για εξωτερικές δράσεις, επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού λεπτομερές έγγραφο εργασίας σχετικά με τις δραστηριότητες που στηρίζονται από αυτά τα καταπιστευματικά ταμεία, το οποίο καλύπτει μεταξύ άλλων:

α) την εκτέλεσή τους, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων στοιχεία για τις ρυθμίσεις παρακολούθησης που συμφωνούνται με τις οντότητες που εκτελούν καταπιστευματικά κονδύλια·

β) τα έξοδα διαχείρισής τους·

γ) τις συνεισφορές εκ μέρους άλλων δωρητών εκτός της Ένωσης·

δ) προκαταρκτική εκτίμηση των επιδόσεών τους με βάσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 234 παράγραφος 3·

ε) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι δραστηριότητές τους συνέβαλαν στην επίτευξη των στόχων που ορίζονται στη βασική πράξη του μέσου από το οποίο χορηγήθηκε η συνεισφορά της Ένωσης στο καταπιστευματικό ταμείο.

7.  Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού κατάλογο των αποφάσεών της περί επιβολής προστίμων στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού και το ποσό κάθε επιβληθέντος προστίμου, μαζί με πληροφορίες σχετικά με το αν τα πρόστιμα κατέστησαν οριστικά ή αν είναι ή μπορούν ακόμη να γίνουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες για την ημερομηνία κατά την οποία κάθε πρόστιμο αναμένεται να καταστεί οριστικό.

8.  Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας το οποίο αναφέρει, για κάθε γραμμή του προϋπολογισμού που λαμβάνει εσωτερικά ή εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α) το εκτιμώμενο ποσό των εν λόγω εσόδων που πρόκειται να ληφθούν·

β) το εκτιμώμενο ποσό των εν λόγω εσόδων που μεταφέρθηκαν από προηγούμενα έτη.

9.  Η Επιτροπή επισυνάπτει επίσης στο σχέδιο προϋπολογισμού κάθε πρόσθετο έγγραφο εργασίας που θεωρεί χρήσιμο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ώστε να αξιολογήσουν τα αιτήματα ως προς τον προϋπολογισμό.

10.  Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 της απόφασης 2010/427/ΕΕ του Συμβουλίου ( 7 ), η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, μαζί με το σχέδιο προϋπολογισμού, ένα έγγραφο εργασίας στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά:

α) όλες οι διοικητικές και επιχειρησιακές δαπάνες που σχετίζονται με τις εξωτερικές ενέργειες της Ένωσης, περιλαμβανομένης της ΚΕΠΠΑ και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, και χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

β) οι γενικές διοικητικές δαπάνες της ΕΥΕΔ για το προηγούμενο έτος με αναλυτική παρουσίαση σε δαπάνες ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης και σε δαπάνες για την κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ· μαζί με τις επιχειρησιακές δαπάνες κατανεμημένες ανά γεωγραφική περιοχή (περιφέρειες, χώρες), ανά θεματικό τομέα, ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης και ανά αποστολή.

11.  Επίσης, το έγγραφο εργασίας της παραγράφου 10:

α) εμφανίζει τον αριθμό των θέσεων σε έκαστο βαθμό και εκάστη κατηγορία και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων, συμπεριλαμβανομένων των επί συμβάσει και των τοπικών υπαλλήλων, που εγκρίνονται εντός των ορίων των πιστώσεων σε εκάστη αντιπροσωπεία της Ένωσης καθώς επίσης και στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ·

β) εμφανίζει, σε σύγκριση με το προηγούμενο οικονομικό έτος, οποιαδήποτε αύξηση ή μείωση θέσεων ανά βαθμό και κατηγορία στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ και στο σύνολο των αντιπροσωπειών της Ένωσης·

γ) εμφανίζει τον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το οικονομικό έτος και για το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και τον αριθμό των θέσεων που καταλαμβάνουν διπλωμάτες αποσπασμένοι από τα κράτη μέλη και υπάλληλοι της Ένωσης·

δ) παρέχει λεπτομερή εικόνα όλου του προσωπικού που είναι τοποθετημένο στις αντιπροσωπείες της Ένωσης κατά τον χρόνο υποβολής του σχεδίου προϋπολογισμού, με ανάλυση κατά γεωγραφική περιοχή, φύλο, επιμέρους χώρα και αποστολή, διακρίνοντας ανάμεσα σε θέσεις του πίνακα προσωπικού, επί συμβάσει προσωπικού, τοπικών υπαλλήλων και εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών σε απόσπαση, και με τις πιστώσεις που έχουν ζητηθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού για άλλου είδους προσωπικό, με αντίστοιχες εκτιμήσεις όσον αφορά το ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης προσωπικό που μπορεί να απασχοληθεί βάσει των πιστώσεων που έχουν ζητηθεί.

Άρθρο 42

Διορθωτική επιστολή στο σχέδιο προϋπολογισμού

Με βάση νέα στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά την κατάρτιση του σχεδίου προϋπολογισμού, η Επιτροπή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτημα των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά το αντίστοιχο τμήμα τους, να υποβάλλει συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μία ή πλείονες διορθωτικές επιστολές στο σχέδιο του προϋπολογισμού, πριν από τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνεται διορθωτική επιστολή με αναπροσαρμογή των εκτιμώμενων προβλέψεων δαπανών στον γεωργικό τομέα.

Άρθρο 43

Υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από την έγκριση του προϋπολογισμού

1.  Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε οριστικά σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 314 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.

2.  Η διαπίστωση της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού συνεπάγεται, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους ή από την ημερομηνία διαπίστωσης της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού εάν αυτή είναι μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου, την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να αποδίδει στην Ένωση τα οφειλόμενα ποσά υπό τους όρους που καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

Άρθρο 44

Σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών

1.  Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών, με βασικό γνώμονα τα έσοδα:

α) για να εγγραφεί στον προϋπολογισμό το υπόλοιπο του προηγούμενου οικονομικού έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18·

β) για να αναθεωρηθεί η πρόβλεψη των ιδίων πόρων βάσει επικαιροποιημένων οικονομικών προβλέψεων·

γ) για να επικαιροποιηθεί η αναθεωρημένη πρόβλεψη των ιδίων πόρων και άλλων εσόδων, καθώς και για να αναπροσαρμοστεί η διαθεσιμότητα και οι ανάγκες σε πιστώσεις πληρωμών.

Σε περίπτωση αναπόφευκτων, εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων, ιδίως ενόψει της κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών με βασικό γνώμονα τις δαπάνες.

2.  Οι αιτήσεις διορθωτικών προϋπολογισμών που υποβάλλονται από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης πλην της Επιτροπής, όταν συντρέχουν οι ίδιες περιστάσεις με εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

Πριν από την υποβολή σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή και τα άλλα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης εξετάζουν τη δυνατότητα ανακατανομής των σχετικών πιστώσεων, λαμβανομένης ιδίως υπόψη τυχόν αναμενόμενης υστέρησης στην απορρόφηση των πιστώσεων.

Το άρθρο 43 εφαρμόζεται στους διορθωτικούς προϋπολογισμούς. Οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί τεκμηριώνονται με παραπομπή στον προϋπολογισμό του οποίου τροποποιούν τις προβλέψεις.

3.  Εκτός αν συντρέχουν δεόντως τεκμηριωμένες έκτακτες περιστάσεις ή σε περίπτωση κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οποίο μπορεί να υποβληθεί σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού οποτεδήποτε μέσα στο έτος, η Επιτροπή υποβάλλει τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών της ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου οικονομικού έτους. Μπορεί να επισυνάπτει γνώμη σχετικά με τις αιτήσεις διορθωτικών προϋπολογισμών που προέρχονται από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

4.  Τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών συνοδεύονται από αιτιολογήσεις και από τις πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του προηγούμενου και του τρέχοντος οικονομικού έτους οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά τον χρόνο κατάρτισής τους.

Άρθρο 45

Έγκαιρη διαβίβαση καταστάσεων προβλέψεων και σχεδίων προϋπολογισμών

Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να συμφωνήσουν να επισπεύσουν ορισμένες ημερομηνίες σχετικά με τη διαβίβαση των καταστάσεων προβλέψεων, καθώς και σχετικά με την έγκριση και τη διαβίβαση του σχεδίου προϋπολογισμού. Ωστόσο, αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σύντμηση ή την παράταση των προβλεπομένων περιόδων εξέτασης αυτών των κειμένων, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διάρθρωση και παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 46

Διάρθρωση του προϋπολογισμού

Ο προϋπολογισμός συνίσταται στα ακόλουθα στοιχεία:

α) γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών·

β) χωριστά τμήματα για κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο που εγγράφονται στο ίδιο τμήμα του προϋπολογισμού, υποδιαιρούμενα σε καταστάσεις εσόδων και δαπανών.

Άρθρο 47

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

1.  Τα έσοδα της Επιτροπής καθώς και τα έσοδα και οι δαπάνες των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης ταξινομούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και θέσεις ανάλογα με τη φύση τους ή τον προορισμό τους.

2.  Η κατάσταση δαπανών του τμήματος του προϋπολογισμού για την Επιτροπή παρουσιάζεται σύμφωνα με ονοματολογία που εγκρίνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και που περιλαμβάνει ταξινόμηση ανά προορισμό της δαπάνης.

Κάθε τίτλος αντιστοιχεί σε έναν τομέα πολιτικής και κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί, κατά κανόνα, σε ένα πρόγραμμα ή σε μία δραστηριότητα.

Κάθε τίτλος μπορεί να περιλαμβάνει επιχειρησιακές πιστώσεις και διοικητικές πιστώσεις. Στο πλαίσιο του ίδιου τίτλου, οι διοικητικές πιστώσεις συγκεντρώνονται σε ένα και μόνο κεφάλαιο.

Η ονοματολογία του προϋπολογισμού είναι σύμφωνη με τις αρχές της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας. Εξασφαλίζει τη σαφήνεια και τη διαφάνεια που απαιτούνται για τη δημοσιονομική διαδικασία, διευκολύνοντας τον προσδιορισμό των κύριων στόχων που τίθενται στις σχετικές νομικές βάσεις, επιτρέποντας την πραγματοποίηση επιλογών μεταξύ των πολιτικών προτεραιοτήτων και καθιστώντας δυνατή την αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή.

3.  Η Επιτροπή δύναται να αιτηθεί την πρόσθεση της ένδειξης «προς υπόμνηση» σε οποιαδήποτε εγγραφή χωρίς εγκεκριμένες πιστώσεις. Το αίτημα αυτό εγκρίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 31.

4.  Όταν παρουσιάζονται ανά προορισμό, οι διοικητικές πιστώσεις των επιμέρους τίτλων ταξινομούνται ως εξής:

α) δαπάνες σχετικές με το προσωπικό που είναι εγκεκριμένο στον πίνακα προσωπικού, που περιλαμβάνουν ένα ποσό πιστώσεων και έναν αριθμό θέσεων του πίνακα προσωπικού οι οποίες αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες δαπάνες·

β) δαπάνες για εξωτερικό προσωπικό και άλλες δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και χρηματοδοτούνται από τον τομέα «διοίκηση» του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου·

γ) δαπάνες σχετικές με τα κτίρια και άλλες συναφείς δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων του καθαρισμού και της συντήρησης, των μισθώσεων, των τηλεπικοινωνιών, του νερού, του φωταερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος·

δ) δαπάνες για εξωτερικό προσωπικό και τεχνική βοήθεια που συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση των προγραμμάτων.

Οι διοικητικές δαπάνες της Επιτροπής των οποίων ο τύπος είναι κοινός για περισσότερους από έναν τίτλους παρουσιάζονται επίσης σε χωριστή συνοπτική κατάσταση με ταξινόμηση ανά τύπο.

Άρθρο 48

Αρνητικά έσοδα

1.  Ο προϋπολογισμός δεν περιλαμβάνει αρνητικά έσοδα, εκτός εάν αυτά προέρχονται συνολικά από αρνητικό τοκισμό καταθέσεων.

2.  Οι ίδιοι πόροι που εισπράττονται κατ’ εφαρμογήν της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ αποτελούν καθαρά ποσά και παρουσιάζονται ως καθαρά ποσά στη συνοπτική κατάσταση εσόδων του προϋπολογισμού.

Άρθρο 49

Προσωρινές πιστώσεις

1.  Κάθε τμήμα του προϋπολογισμού μπορεί να περιλαμβάνει έναν τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Στον τίτλο αυτό εγγράφονται πιστώσεις σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) απουσία βασικής πράξης για τη σχετική ενέργεια κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού·

β) αβεβαιότητα, που θεμελιώνεται σε σοβαρούς λόγους, σχετικά με την επάρκεια των πιστώσεων ή τη δυνατότητα εκτέλεσης, υπό συνθήκες σύμφωνες με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, των πιστώσεων που είναι εγγεγραμμένες στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού.

Οι πιστώσεις του τίτλου αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μετά από μεταφορές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, εφόσον η έκδοση της βασικής πράξης υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 294 ΣΛΕΕ, και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 31 του παρόντος κανονισμού σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

2.  Σε περίπτωση σοβαρών δυσχερειών εκτέλεσης, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, να προτείνει μεταφορά πιστώσεων προς τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές αυτές υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 31.

Άρθρο 50

Αρνητικό αποθεματικό

Το τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή μπορεί να περιλαμβάνει «αρνητικό αποθεματικό», με ανώτατο ύψος 200 000 000  EUR. Το αποθεματικό αυτό, που εγγράφεται σε χωριστό τίτλο, περιλαμβάνει αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών.

Η χρησιμοποίηση αυτού του αποθεματικού πραγματοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφοράς πιστώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 και 31.

Άρθρο 51

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

1.  Το τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή περιλαμβάνει αποθεματικό για έκτακτη βοήθεια προς τρίτες χώρες.

2.  Το αποθεματικό στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 χρησιμοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφορών σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 και 32.

Άρθρο 52

Παρουσίαση του προϋπολογισμού

1.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει

α) τη γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών:

i) τις προβλέψεις εσόδων της Ένωσης για το τρέχον οικονομικό έτος («έτος ν»)·

ii) τις προβλέψεις εσόδων του προηγούμενου οικονομικού έτους και τα έσοδα του οικονομικού έτους ν-2·

iii) τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το έτος ν·

iv) τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το προηγούμενο οικονομικό έτος·

v) τις αναληφθείσες δαπάνες και τις πληρωθείσες δαπάνες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ν-2, τις δε τελευταίες εκπεφρασμένες επίσης ως ποσοστό του προϋπολογισμού του έτους ν·

vi) τις ενδεδειγμένες παρατηρήσεις για κάθε υποδιαίρεση, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 47 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών της βασικής πράξης, εφόσον υπάρχει, καθώς και τις ενδεδειγμένες επεξηγήσεις σχετικά με τη φύση και τον προορισμό των πιστώσεων·

β) σε κάθε τμήμα, τα έσοδα και τις δαπάνες ακολουθώντας την ίδια διάρθρωση όπως και στο στοιχείο α)·

γ) όσον αφορά το προσωπικό:

i) πίνακα προσωπικού που ορίζει, για κάθε τμήμα, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό, σε κάθε κατηγορία και κάθε υπηρεσία, και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

ii) πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης για τις άμεσες δράσεις και πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις ίδιες πιστώσεις για τις έμμεσες δράσεις· οι πίνακες κατανέμονται ανά κατηγορία και βαθμό, με διάκριση μεταξύ μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

iii) πίνακα προσωπικού που καθορίζει, για κάθε οργανισμό της ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 ο οποίος λαμβάνει συνεισφορά από τον προϋπολογισμό, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό και ανά κατηγορία. Στους πίνακες προσωπικού αναγράφεται, δίπλα στον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το σχετικό οικονομικό έτος, ο αριθμός των εγκεκριμένων θέσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Το προσωπικό του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ εμφαίνεται χωριστά στο πλαίσιο του πίνακα προσωπικού της Επιτροπής.

δ) όσον αφορά τη χρηματοδοτική συνδρομή και τις ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ :

i) στη γενική κατάσταση εσόδων, τις αντίστοιχες με τις εν λόγω πράξεις γραμμές του προϋπολογισμού, που προορίζονται να δεχθούν τις ενδεχόμενες επιστροφές των καταρχάς αθετούντων αποδεκτών. Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» (pro memoria) και παρατίθενται οι κατάλληλες παρατηρήσεις·

ii) στο τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή:

 τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ , σε σχέση με τις εν λόγω πράξεις. Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» εφόσον δεν έχει προκύψει καμία πραγματική επιβάρυνση η οποία πρέπει να καλυφθεί από οριστικούς πόρους·

 τις παρατηρήσεις που αναφέρουν τη βασική πράξη και τον όγκο των προβλεπόμενων πράξεων, τη διάρκεια, καθώς και την οικονομική εγγύηση την οποία παρέχει η Ένωση για την εκτέλεση των πράξεων αυτών·

iii) σε έγγραφο συνημμένο στο τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή, ως ένδειξη συν τοις άλλοις των αντίστοιχων κινδύνων:

 τις τρέχουσες πράξεις σε κεφάλαιο και τη διαχείριση του χρέους·

 τις πράξεις σε κεφάλαιο και τη διαχείριση του χρέους για το έτος ν·

ε) όσον αφορά χρηματοδοτικά μέσα που συστήνονται χωρίς βασική πράξη:

i) τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις σχετικές πράξεις·

ii) γενική περιγραφή των χρηματοδοτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς τους και του αντικτύπου τους στον προϋπολογισμό·

iii) τις σχεδιαζόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του επιδιωκόμενου μεγέθους με βάση το αναμενόμενο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και αποτέλεσμα μόχλευσης·

στ) όσον αφορά τα κονδύλια που εκτελούνται από πρόσωπα ή οντότητες σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ):

i) μνεία της βασικής πράξης του σχετικού προγράμματος·

ii) τις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού·

iii) γενική περιγραφή της ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και του αντικτύπου της στον προϋπολογισμό·

ζ) το συνολικό ποσό δαπανών της ΚΕΠΠΑ που εγγράφεται σε κεφάλαιο του προϋπολογισμού με τίτλο «ΚΕΠΠΑ» και ειδικά άρθρα, που καλύπτουν τις δαπάνες ΚΕΠΠΑ και περιλαμβάνουν ειδικές γραμμές του προϋπολογισμού οι οποίες προσδιορίζουν τουλάχιστον τις επιμέρους μείζονες αποστολές.

2.  Εκτός από τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να επισυνάπτουν και οποιοδήποτε άλλο συναφές έγγραφο στον προϋπολογισμό.

Άρθρο 53

Κανόνες για τον πίνακα προσωπικού

1.  Οι πίνακες προσωπικού που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο γ) συνιστούν επιτακτικό όριο για κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης. Κανένας διορισμός δεν πραγματοποιείται καθ’ υπέρβαση αυτού του ορίου.

Ωστόσο, κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μπορεί να τροποποιεί τους οικείους πίνακες προσωπικού μέχρι ποσοστού 10 % των εγκεκριμένων θέσεων, εξαιρουμένων των βαθμών AD 14, AD 15 και AD 16, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) να μη θίγεται ο όγκος των πιστώσεων προσωπικού που αντιστοιχούν σε ολόκληρο το οικονομικό έτος·

β) να μην υπάρχει υπέρβαση του ορίου του συνολικού αριθμού των εγκεκριμένων θέσεων ανά πίνακα προσωπικού·

γ) το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Ένωσης να έχει συμμετάσχει σε συγκριτική αξιολόγηση επιδόσεων μαζί με άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, στα πρότυπα της ανάλυσης προσωπικού που ξεκίνησε η Επιτροπή.

Τρεις εβδομάδες πριν από τη διενέργεια των τροποποιήσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, το θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις προθέσεις του. Σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλει δεόντως αιτιολογημένες ενστάσεις μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία, το θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν πραγματοποιεί τις τροποποιήσεις και εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 44.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, οι περιπτώσεις άσκησης δραστηριότητας κατά μερική απασχόληση που έχουν εγκριθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μπορούν να αντισταθμίζονται με άλλους διορισμούς.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δημοσιονομική πειθαρχία

Άρθρο 54

Συμμόρφωση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και την απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται τηρουμένων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Άρθρο 55

Συμμόρφωση των πράξεων της Ένωσης με τον προϋπολογισμό

Εφόσον η εφαρμογή μιας πράξης της Ένωσης συνεπάγεται υπέρβαση των διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού, η οικονομική υλοποίηση της εν λόγω πράξης δεν είναι δυνατή παρά μετά από ανάλογη τροποποίηση του προϋπολογισμού.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 56

Εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

1.  Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά τα έσοδα και τις δαπάνες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με δική της ευθύνη και εντός του ορίου των πιστώσεων που έχουν διατεθεί.

2.  Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να χρησιμοποιούνται οι πιστώσεις σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Άρθρο 57

Πληροφορίες σχετικά με τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ελεγκτικούς σκοπούς

Σε κάθε διαδικασία που προκηρύσσεται για την επιχορήγηση, την απονομή βραβείων ή την ανάθεση προμηθειών υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης οι δυνητικοί δικαιούχοι, υποψήφιοι, προσφέροντες και συμμετέχοντες ενημερώνονται, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 ότι, για λόγους προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τους ενδέχεται να διαβιβασθούν σε υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), καθώς και μεταξύ των διατακτών της Επιτροπής, των εκτελεστικών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 69 του παρόντος κανονισμού και των οργανισμών της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 58

Βασική πράξη και εξαιρέσεις

1.  Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό για κάθε ενέργεια της Ένωσης εκτελούνται μόνον αν εκδοθεί εκ των προτέρων βασική πράξη.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3, 4 και 5, οι ακόλουθες πιστώσεις μπορούν να εκτελούνται χωρίς βασική πράξη, εφόσον οι ενέργειες για των οποίων τη χρηματοδότηση προορίζονται εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Ένωσης:

α) οι πιστώσεις που αφορούν δοκιμαστικά σχέδια πειραματικού χαρακτήρα με σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας υλοποίησης και της χρησιμότητας μιας ενέργειας·

β) οι πιστώσεις για προπαρασκευαστικές ενέργειες στους τομείς της εφαρμογής της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, με σκοπό την προετοιμασία προτάσεων για την έγκριση μελλοντικών ενεργειών·

γ) οι πιστώσεις για προπαρασκευαστικά μέτρα στον τομέα του τίτλου V της ΣΕΕ·

δ) οι πιστώσεις για κατ’ αποκοπή ενέργειες ή για ενέργειες αόριστης διάρκειας, οι οποίες αναλαμβάνονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο των καθηκόντων που απορρέουν από τα προνόμιά της σε θεσμικό επίπεδο δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, πέραν του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας στο οποίο αναφέρεται το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου και δυνάμει των συγκεκριμένων εξουσιών που της ανατίθενται απευθείας από τα άρθρα 154, 156, 159 και 160 ΣΛΕΕ, το άρθρο 168 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 171 παράγραφος 2 και το άρθρο 173 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 175 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, το άρθρο 181 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 190 ΣΛΕΕ και το άρθρο 210 παράγραφος 2 και το άρθρο 214 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 70 και 77 έως 85 της Συνθήκης Ευρατόμ·

ε) οι πιστώσεις για τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στο πλαίσιο της διοικητικής τους αυτονομίας.

3.  Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνο επί δύο διαδοχικά οικονομικά έτη. Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τα δοκιμαστικά σχέδια δεν υπερβαίνει τα 40 000 000  EUR ανά οικονομικό έτος.

4.  Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ακολουθούν συνεπή προσέγγιση και μπορούν να λαμβάνουν διάφορες μορφές. Οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνον επί τρία διαδοχικά οικονομικά έτη το πολύ. Η διαδικασία έκδοσης της οικείας βασικής πράξης ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του τρίτου οικονομικού έτους. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων αντιστοιχούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προπαρασκευαστικής ενέργειας όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητες, τους επιδιωκόμενους στόχους και τους αποδέκτες. Ως εκ τούτου, το ποσό των συμφωνημένων πιστώσεων δεν αντιστοιχεί σε στο ποσό εκείνων που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση της οριστικής ενέργειας.

Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τις νέες προπαρασκευαστικές ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) δεν υπερβαίνει τα 50 000 000  EUR ανά οικονομικό έτος και το συνολικό ποσό των πιστώσεων που δεσμεύονται πράγματι για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες δεν υπερβαίνει τα 100 000 000  EUR.

5.  Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ), τα προπαρασκευαστικά μέτρα περιορίζονται χρονικά και προορίζονται για τον προσδιορισμό των συνθηκών δράσης της Ένωσης για την υλοποίηση των στόχων της ΚΕΠΠΑ και για την έκδοση των αναγκαίων νομικών πράξεων.

Για τους σκοπούς των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης, προπαρασκευαστικά μέτρα σχεδιάζονται, μεταξύ άλλων, για την αξιολόγηση των επιχειρησιακών απαιτήσεων, για την εξασφάλιση ταχείας αρχικής χρησιμοποίησης των πόρων και για την εγκαθίδρυση των επιτόπιων συνθηκών για την έναρξη της εκάστοτε επιχείρησης. Τα προπαρασκευαστικά μέτρα αποφασίζονται από το Συμβούλιο έπειτα από πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου.

Για τη διασφάλιση της ταχείας εφαρμογής των προπαρασκευαστικών μέτρων, ο Ύπατος Εκπρόσωπος ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν σχετικά με την πρόθεση του Συμβουλίου να δρομολογήσει προπαρασκευαστικό μέτρο και ιδίως για τους πόρους που εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν προς τον σκοπό αυτόν. Η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ταχεία εκταμίευση των πόρων.

Η χρηματοδότηση μέτρων τα οποία εγκρίνει το Συμβούλιο για την προπαρασκευή των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης βάσει του τίτλου V της ΣΕΕ, καλύπτει τις πρόσθετες δαπάνες που απορρέουν άμεσα από συγκεκριμένη επιτόπια ανάπτυξη αποστολής ή ομάδας στην οποία συμμετέχει, μεταξύ άλλων, προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (που περιλαμβάνει ασφάλιση υψηλού κινδύνου, έξοδα ταξιδίου και διαμονής και ημερήσιες αποζημιώσεις).

Άρθρο 59

Εκτέλεση του προϋπολογισμού από άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης πλην της Επιτροπής

1.  Η Επιτροπή αναγνωρίζει στα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης τις αρμοδιότητες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που τους αντιστοιχούν.

2.  Με σκοπό τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των πιστώσεών τους, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να συνάπτουν μεταξύ τους συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης καθορίζοντας τους όρους που διέπουν την παροχή υπηρεσιών, την προμήθεια αγαθών, την εκτέλεση έργων ή συμβάσεων ακινήτων.

Οι συμφωνίες αυτές επιτρέπουν τη μεταφορά των πιστώσεων ή την επιστροφή των δαπανών που προκύπτουν από την εκτέλεσή τους.

3.  Οι συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι επίσης δυνατό να συμφωνούνται μεταξύ τμημάτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, οργανισμών της Ένωσης, ευρωπαϊκών υπηρεσιών, οντοτήτων ή προσώπων στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και του Γραφείου του γενικού γραμματέα του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Η Επιτροπή και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις συμφωνίες επιπέδου υπηρεσιών που συνάπτουν με άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

Άρθρο 60

Ανάθεση αρμοδιοτήτων ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή και καθένα από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν, στο πλαίσιο των υπηρεσιών τους, να αναθέτουν τις αρμοδιότητές τους ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και στους εσωτερικούς κανονισμούς τους, και εντός των ορίων που καθορίζουν στην εκάστοτε πράξη ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Οι εξουσιοδοτούμενοι ενεργούν εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται ρητά.

2.  Επιπλέον της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τις αρμοδιότητές της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού όσον αφορά τις επιχειρησιακές πιστώσεις του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχιση των δραστηριοτήτων κατά την απουσία τους, στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες ανατίθενται με την επιφύλαξη της ευθύνης των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Όταν η απουσία των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες, η Επιτροπή αναθεωρεί την απόφασή της για την ανάθεση των αρμοδιοτήτων της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης, και οι αναπληρωτές τους κατά την απουσία των πρώτων, ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες της Επιτροπής, εφαρμόζουν τους κανόνες της Επιτροπής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και υπόκεινται στα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες υποχρεώσεις και στις ίδιες ευθύνες όπως κάθε άλλος δευτερεύων διατάκτης της Επιτροπής.

Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, ο Ύπατος Εκπρόσωπος λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αντιπροσωπειών της Ένωσης και των υπηρεσιών της Επιτροπής.

3.  Η ΕΥΕΔ μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναθέτει τις αρμοδιότητές της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού όσον αφορά τις διοικητικές πιστώσεις του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού σε υπαλλήλους της Επιτροπής της αντιπροσωπείας της Ένωσης όποτε αυτό απαιτείται προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχεια στη διοίκηση των εν λόγω αντιπροσωπειών απουσία του αρμόδιου διατάκτη της ΕΥΕΔ από τη χώρα όπου εδρεύει η αντιπροσωπεία του/της. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες υπάλληλοι της Επιτροπής στις αντιπροσωπείες της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες της ΕΥΕΔ, εφαρμόζουν τους κανόνες της ΕΥΕΔ για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και υπόκεινται στα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες υποχρεώσεις και στις ίδιες ευθύνες όπως κάθε άλλος δευτερεύων διατάκτης της ΕΥΕΔ.

Η ΕΥΕΔ μπορεί να ανακαλέσει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Άρθρο 61

Σύγκρουση συμφερόντων

1.  Απαγορεύεται σε όλους τους δημοσιονομικούς παράγοντες κατά την έννοια του κεφαλαίου 4 του παρόντος Τίτλου και σε κάθε άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αρχών σε οποιοδήποτε επίπεδο, το οποίο εμπλέκεται στη δημοσιονομική εφαρμογή υπό καθεστώς άμεσης, έμμεσης ή επιμερισμένης διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προπαρασκευαστικών πράξεων, και στον λογιστικό ή άλλο έλεγχο, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια από την οποία θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της Ένωσης. Λαμβάνουν επίσης τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων στα καθήκοντα για τα οποία είναι αρμόδιοι και για την αντιμετώπιση καταστάσεων που μπορεί αντικειμενικά να εκληφθούν ως σύγκρουση συμφερόντων.

2.  Όταν υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων με τη συμμετοχή μέλους του προσωπικού εθνικής αρχής, το εν λόγω πρόσωπο παραπέμπει το ζήτημα στον ιεραρχικά ανώτερό του. Όταν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος για προσωπικό που καλύπτεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, το εν λόγω πρόσωπο παραπέμπει το ζήτημα στον αρμόδιο κύριο διατάκτη. Ο αρμόδιος ιεραρχικά ανώτερος ή ο κύριος διατάκτης βεβαιώνουν εγγράφως εάν έχει διαπιστωθεί ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν διαπιστωθεί ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή η αρμόδια εθνική αρχή διασφαλίζουν ότι το εν λόγω πρόσωπο παύει κάθε δραστηριότητα στο θέμα αυτό. Ο αρμόδιος κύριος διατάκτης ή η ενδιαφερόμενη εθνική αρχή εξασφαλίζουν ότι κάθε περαιτέρω ενδεδειγμένη ενέργεια αναλαμβάνεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται όταν η αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων δημοσιονομικού παράγοντα ή άλλου προσώπου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπονομεύεται από οικογενειακούς ή συναισθηματικούς λόγους ή από πολιτικούς ή εθνικούς δεσμούς, από οικονομικό συμφέρον ή από οποιοδήποτε άλλο άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Μέθοδοι εκτέλεσης

Άρθρο 62

Μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α) άμεσα («άμεση διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 125 έως 153, από τα τμήματά της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης που εργάζεται υπό τον αντίστοιχο επικεφαλής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2, ή μέσω εκτελεστικών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 69·

β) υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης με τα κράτη μέλη («επιμερισμένη διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 63 και στα άρθρα 125 έως 129·

γ) έμμεσα («έμμεση διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 125 έως 149 και στα άρθρα 154 έως 159, όταν αυτό προβλέπεται από τη βασική πράξη ή στις περιπτώσεις του άρθρου 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ), μέσω της ανάθεσης καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

i) σε τρίτες χώρες ή τις οντότητες που έχουν αυτές ορίσει·

ii) σε διεθνείς οργανισμούς ή εξειδικευμένους οργανισμούς αυτών, κατά την έννοια του άρθρου 156·

iii) στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») ή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων («ΕΤΕ»), ή τόσο στη μεν όσο και στο δε όταν ενεργούν από κοινού ως όμιλος («όμιλος ΕΤΕπ»)·

iv) στους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71·

v) οργανισμούς δημοσίου δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οργανισμοί των κρατών μελών·

vi) οντότητες ιδιωτικού δικαίου επιφορτισμένες με δημόσια υπηρεσία, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οργανισμοί των κρατών μελών, στο βαθμό που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις·

vii) οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις·

viii) οργανισμούς ή πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και οι οποίοι/τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη.

Όσον αφορά το στοιχείο γ) σημείο vi) του πρώτου εδαφίου, το ποσό των απαιτούμενων οικονομικών εγγυήσεων μπορεί να ορίζεται στη σχετική βασική πράξη και να περιορίζεται στο ανώτατο ποσό της συνεισφοράς της Ένωσης στον σχετικό. Σε περίπτωση πλειόνων εγγυητών, η κατανομή του ποσού της συνολικής ευθύνης που πρέπει να καλύπτεται από τις εγγυήσεις προσδιορίζεται στη συμφωνία συνεισφοράς, η οποία μπορεί να προβλέπει ότι η ευθύνη κάθε εγγυητή είναι ανάλογη προς το μερίδιο της αντίστοιχης συνεισφοράς του στην οντότητα.

2.  Για τους σκοπούς της άμεσης διαχείρισης, η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μέσα που αναφέρονται στους τίτλους VII, VIII, IX, X και XII.

Για τους σκοπούς της επιμερισμένης διαχείρισης, τα μέσα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι αυτά που προβλέπονται στους τομεακούς κανόνες.

Για τους σκοπούς της έμμεσης διαχείρισης, η Επιτροπή εφαρμόζει τον τίτλο VI και, στην περίπτωση των χρηματοδοτικών μέσων και των ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ , τους τίτλους VI και X. Οι οντότητες εκτέλεσης εφαρμόζουν τα μέσα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που ορίζονται στην οικεία συμφωνία συνεισφοράς.

3.  Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 317 ΣΛΕΕ και δεν αναθέτει τα εν λόγω καθήκοντα σε τρίτους, όταν τα εν λόγω καθήκοντα χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό διακριτικής ευχέρειας που συνεπάγεται πολιτικές επιλογές.

Η Επιτροπή δεν προβαίνει, μέσω συμβάσεων σύμφωνα με τον Τίτλο VII του παρόντος κανονισμού, σε εξωτερική ανάθεση καθηκόντων που συνεπάγονται άσκηση δημόσιας εξουσίας και χρήση διακριτικής ευχέρειας.

Άρθρο 63

Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

1.  Όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, τα καθήκοντα σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ανατίθενται στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη τηρούν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας και της μη εφαρμογής διακρίσεων και εξασφαλίζουν την προβολή της δράσης της Ένωσης όποτε διαχειρίζονται ενωσιακά κονδύλια. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους όσον αφορά τους λογιστικούς και άλλους ελέγχους και αναλαμβάνουν τις απορρέουσες ευθύνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ορίζονται συμπληρωματικές διατάξεις σε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

2.  Κατά την εκτέλεση καθηκόντων που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και συγκεκριμένα:

α) εξασφαλίζουν ότι οι ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό εκτελούνται με ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο και σύμφωνα με τους εφαρμοστέους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

β) ορίζουν οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση και τον έλεγχο των κονδυλίων της Ένωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και εποπτεύουν τους εν λόγω οργανισμούς·

γ) προλαμβάνουν, εντοπίζουν και διορθώνουν τις περιπτώσεις παρατυπιών και απάτης·

δ) συνεργάζονται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς τομεακούς κανόνες, με την Επιτροπή, την OLAF, το Ελεγκτικό Συνέδριο και, ως προς τα συμμετέχοντα κράτη μέλη με ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου ( 8 ), με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO).

Προκειμένου να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, τα κράτη μέλη, με παράλληλη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των σχετικών ειδικών τομεακών κανόνων, διενεργούν εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, καθώς και, όπου αρμόζει, επιτόπιους ελέγχους σε αντιπροσωπευτικά και/ή βάσει κινδύνου δείγματα πράξεων. Ακόμη, τα κράτη μέλη ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και, όπου είναι απαραίτητο, κινούν τις σχετικές νομικές διαδικασίες.

Τα κράτη μέλη επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις στους αποδέκτες, όποτε αυτό προβλέπεται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες ή σε ειδικές διατάξεις στην εθνική νομοθεσία.

Στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου στην οποία προβαίνει, και σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες, η Επιτροπή παρακολουθεί τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Κατά τους λογιστικούς ελέγχους της, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και λαμβάνει υπόψη το επίπεδο του εκτιμώμενου κινδύνου σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

3.  Σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που καθορίζονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη, αποφασίζοντας στο κατάλληλο επίπεδο, ορίζουν οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση και τον έλεγχο των πόρων της Ένωσης. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν επίσης να εκτελούν καθήκοντα που δεν συνδέονται με τη διαχείριση των κονδυλίων της Ένωσης και μπορούν να αναθέτουν ορισμένα από τα καθήκοντά τους σε άλλους οργανισμούς.

Όταν αποφασίζουν για τον ορισμό των οργανισμών, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την απόφασή τους στο κατά πόσον τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου είναι ουσιωδώς ίδια με τα ήδη υπάρχοντα για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού και κατά πόσον λειτούργησαν αποτελεσματικά.

Εάν τα αποτελέσματα των λογιστικών και λοιπών ελέγχων δείχνουν ότι οι ορισθέντες οργανισμοί δεν συμμορφώνονται πλέον προς τα κριτήρια που τίθενται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη διόρθωση των ανεπαρκειών στην εκτέλεση των καθηκόντων αυτών των οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της λήξης της ανάθεσης καθηκόντων σε αυτούς σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Οι ειδικοί τομεακοί κανόνες καθορίζουν τον ρόλο της Επιτροπής στη διαδικασία που εκτίθεται στην παρούσα παράγραφο.

4.  Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί:

α) καθορίζουν αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα εσωτερικών ελέγχων και διασφαλίζουν τη λειτουργία του·

β) χρησιμοποιούν λογιστικό σύστημα που παρέχει εγκαίρως ακριβή, πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία·

γ) παρέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει των παραγράφων 5, 6 και 7·

δ) εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφοι 2 έως 6, την εκ των υστέρων δημοσίευση.

Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συμμορφώνεται προς τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

5.  Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί παρέχουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, τα ακόλουθα:

α) τους λογαριασμούς τους, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς βάσει των ειδικών τομεακών κανόνων, σχετικά με τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τις οποίες υπέβαλαν στην Επιτροπή για επιστροφή·

β) ετήσια σύνοψη των τελικών εκθέσεων λογιστικού ελέγχου και των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης της φύσης και έκτασης των σφαλμάτων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα συστήματα καθώς και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν.

6.  Οι λογαριασμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο α) περιλαμβάνουν την προχρηματοδότηση και τα ποσά για τα οποία έχει κινηθεί ή έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάκτησης. Οι λογαριασμοί συνοδεύονται από διαχειριστική δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται ότι, κατά την άποψη των αρμοδίων για τη διαχείριση των κονδυλίων:

α) τα στοιχεία παρουσιάζονται με τον κατάλληλο τρόπο και είναι πλήρη και ακριβή·

β) οι δαπάνες χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν, βάσει των ειδικών τομεακών κανόνων·

γ) τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων·

7.  Οι αναφερόμενοι στο στοιχείο α) της παραγράφου 5 λογαριασμοί και η αναφερόμενη στο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου σύνοψη συνοδεύονται από γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού οργανισμού, η οποία έχει συνταχθεί βάσει των διεθνώς αποδεκτών προτύπων λογιστικού ελέγχου. Η εν λόγω γνώμη διευκρινίζει κατά πόσον οι λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα, κατά πόσον οι δαπάνες για τις οποίες έχει ζητηθεί επιστροφή από την Επιτροπή είναι νόμιμες και κανονικές και κατά πόσον τα συστήματα ελέγχου που τέθηκαν σε εφαρμογή λειτουργούν εύρυθμα. Η γνώμη αναφέρει επίσης κατά πόσον οι ελεγκτικές εργασίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στη διαχειριστική δήλωση της παραγράφου 6.

Η προθεσμία της 15ης Φεβρουαρίου που ορίζεται στην παράγραφο 5 μπορεί να επεκτείνεται κατ’ εξαίρεση από την Επιτροπή έως την 1η Μαρτίου, κατόπιν ειδοποίησης ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Τα κράτη μέλη μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 και στην παρούσα παράγραφο.

Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή δηλώσεις, υπογεγραμμένες στο κατάλληλο επίπεδο, σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 και στην παρούσα παράγραφο.

8.  Προκειμένου να εξασφαλίζεται η χρησιμοποίηση των πόρων της Ένωσης σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, η Επιτροπή:

α) εφαρμόζει διαδικασίες για την εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών των ορισθέντων οργανισμών, οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και ειλικρινείς·

β) εξαιρεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις δαπάνες για τις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί εκταμιεύσεις κατά παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας·

γ) διακόπτει τις προθεσμίες πληρωμών ή αναστέλλει τις πληρωμές όταν αυτό προβλέπεται από τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Η Επιτροπή αποφασίζει την ολική ή μερική άρση της διακοπής των προθεσμιών πληρωμών ή της αναστολής των πληρωμών μετά την υποβολή παρατηρήσεων του κράτους μέλους και μόλις αυτό λάβει τα αναγκαία μέτρα. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του άρθρου 74 παράγραφος 9 αναφέρεται σε όλες τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου.

9.  Στους ειδικούς τομεακούς κανόνες λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των προγραμμάτων Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, ιδιαίτερα σε σχέση με το περιεχόμενο της διαχειριστικής δήλωσης, τη διαδικασία της παραγράφου 3 και την ελεγκτική λειτουργία.

10.  Η Επιτροπή καταρτίζει μητρώο των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση, την πιστοποίηση και τον έλεγχο με βάση τους εκάστοτε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

11.  Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τους πόρους που διατίθενται σε αυτά υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης σε συνδυασμό με πράξεις και μέσα στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017 σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στους σχετικούς ειδικούς τομεακούς κανόνες.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμοί της Ένωσης



Τμήμα 1

Ευρωπαϊκές υπηρεσίες

Άρθρο 64

Πεδίο αρμοδιοτήτων των ευρωπαϊκών υπηρεσιών

1.  Πριν από τη σύσταση νέας ευρωπαϊκής υπηρεσίας, η Επιτροπή διενεργεί μελέτη κόστους ωφέλειας και εκτίμηση των σχετικών κινδύνων, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής και προτείνει την εγγραφή των απαιτούμενων πιστώσεων σε παράρτημα του τμήματος στον προϋπολογισμό που αφορά την Επιτροπή.

2.  Στο πλαίσιο του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες:

α) εκτελούν τα υποχρεωτικά καθήκοντα που προβλέπονται στην πράξη σύστασής τους ή σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης·

β) είναι δυνατό, σύμφωνα με το άρθρο 66, να εκτελούν μη υποχρεωτικά καθήκοντα τα οποία εγκρίνονται από τη διευθύνουσα επιτροπή της εκάστοτε υπηρεσίας μετά από εξέταση του κόστους-ωφελειών και των σχετικών κινδύνων για τα εμπλεκόμενα μέρη.

3.  Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στη λειτουργία της OLAF, με εξαίρεση την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 66 και το άρθρο 67 παράγραφοι 1, 2 και 3.

4.  Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο κεφάλαιο 8 του παρόντος τίτλου.

Άρθρο 65

Πιστώσεις όσον αφορά τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες

1.  Οι πιστώσεις που εγκρίνονται για την εκτέλεση των υποχρεωτικών καθηκόντων κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας εγγράφονται σε ειδική γραμμή του προϋπολογισμού εντός του τμήματος του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή και εμφανίζονται λεπτομερώς σε παράρτημα του τμήματος αυτού.

Το παράρτημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο παρουσιάζεται με τη μορφή κατάστασης εσόδων και δαπανών, υποδιαιρούμενης κατά τον ίδιο τρόπο όπως και τα τμήματα του προϋπολογισμού.

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στο εν λόγω παράρτημα:

α) καλύπτουν το σύνολο των οικονομικών αναγκών κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας κατά την εκτέλεση των υποχρεωτικών καθηκόντων που προβλέπονται στην πράξη σύστασής της ή σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης·

β) είναι δυνατό να καλύπτουν τις οικονομικές ανάγκες μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας κατά την εκτέλεση καθηκόντων τα οποία έχουν ζητηθεί από θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης, άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμούς που έχουν συσταθεί από τις Συνθήκες ή στο πλαίσιο των Συνθηκών και τα οποία εγκρίνονται από την πράξη σύστασης της υπηρεσίας.

2.  Σε ό,τι αφορά τις πιστώσεις που εγγράφονται στο παράρτημα για καθεμιά από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες, η Επιτροπή αναθέτει τις εξουσίες διατάκτη στον διευθυντή της εκάστοτε ευρωπαϊκής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73.

3.  Ο πίνακας προσωπικού κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας επισυνάπτεται στον πίνακα προσωπικού της Επιτροπής.

4.  Ο διευθυντής κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας αποφασίζει τις μεταφορές πιστώσεων στο εσωτερικό του παραρτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 66

Μη υποχρεωτικά καθήκοντα

1.  Όσον αφορά τα μη υποχρεωτικά καθήκοντα μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας στα οποία αναφέρεται το άρθρο 64 παράγραφος 2 στοιχείο β), είναι δυνατή:

α) η ανάθεση εξουσιών στον διευθυντή της υπηρεσίας από θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης και άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την ανάθεση των εξουσιών του διατάκτη σε σχέση με πιστώσεις που εγγράφονται στο οικείο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία·

β) η σύναψη από την υπηρεσία ειδικών συμφωνιών επιπέδου εξυπηρέτησης με θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης, άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες ή τρίτους.

2.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι οργανισμοί της Ένωσης και οι άλλες σχετικές ευρωπαϊκές υπηρεσίες καθορίζουν τα όρια και τους όρους της ανάθεσης εξουσιών. Η ανάθεση αυτή συνομολογείται σύμφωνα με την πράξη σύστασης της ευρωπαϊκής υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τους όρους και τις λεπτομέρειες της εν λόγω ανάθεσης.

3.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ο διευθυντής της ευρωπαϊκής υπηρεσίας εκδίδει, σύμφωνα με την πράξη σύστασης της υπηρεσίας, τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων, την επιστροφή των πραγματοποιηθεισών δαπανών και την τήρηση των αντίστοιχων λογιστικών στοιχείων. Η ευρωπαϊκή υπηρεσία υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με το αποτέλεσμα των εν λόγω λογιστικών στοιχείων προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τους οργανισμούς της Ένωσης και τις άλλες σχετικές ευρωπαϊκές υπηρεσίες.

Άρθρο 67

Λογιστικά στοιχεία των ευρωπαϊκών υπηρεσιών

1.  Κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία τηρεί λογιστικά στοιχεία των δαπανών της, τα οποία επιτρέπουν τον καθορισμό της αναλογίας των υπηρεσιών που παρέχονται σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία. Ο διευθυντής της εκάστοτε υπηρεσίας καθορίζει, μετά την έγκρισή τους από τη διευθύνουσα επιτροπή, τα κριτήρια στα οποία βασίζεται η τήρηση λογιστικών στοιχείων.

2.  Οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στην ειδική γραμμή του προϋπολογισμού, στην οποία εγγράφονται οι συνολικές πιστώσεις για κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία στην οποία έχουν ανατεθεί εξουσίες διατάκτη σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχείο α), εμφανίζουν εκτίμηση του κόστους των υπηρεσιών που παρέχει η εν λόγω υπηρεσία σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στα λογιστικά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία στην οποία έχουν ανατεθεί εξουσίες διατάκτη σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχείο α) κοινοποιεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης ή άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες τα αποτελέσματα των λογιστικών στοιχείων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.  Τα λογιστικά στοιχεία κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των λογαριασμών της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 241.

5.  Ο υπόλογος της Επιτροπής, μετά από πρόταση της διευθύνουσας επιτροπής της σχετικής ευρωπαϊκής υπηρεσίας, μπορεί να εκχωρήσει σε μέλος του προσωπικού της ευρωπαϊκής υπηρεσίας αυτής ορισμένες από τις αρμοδιότητές του υπόλογου σχετικά με την είσπραξη εσόδων και την πληρωμή δαπανών που πραγματοποιούνται απευθείας από τη σχετική ευρωπαϊκή υπηρεσία.

6.  Για τις ίδιες ταμειακές ανάγκες της ευρωπαϊκής υπηρεσίας, είναι δυνατό να ανοίγονται από την Επιτροπή στο όνομα της υπηρεσίας αυτής, τραπεζικοί λογαριασμοί ή τρεχούμενοι ταχυδρομικοί λογαριασμοί, μετά από πρόταση της διευθύνουσας επιτροπής της υπηρεσίας αυτής. Το ετήσιο ταμειακό υπόλοιπο συμφωνείται και τακτοποιείται μεταξύ της σχετικής ευρωπαϊκής υπηρεσίας και της Επιτροπής κατά τη λήξη του οικονομικού έτους.



Τμήμα 2

Οργανισμοί και φορείς της Ένωσης

Άρθρο 68

Εφαρμοσιμότητα στον Οργανισμό Εφοδιασμού της Ευρατόμ

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ.

Άρθρο 69

Εκτελεστικοί οργανισμοί

1.  Η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει εξουσίες σε εκτελεστικούς οργανισμούς για την εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, ενός προγράμματος ή σχεδίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμαστικών σχεδίων και των προπαρασκευαστικών ενεργειών και της εκτέλεσης διοικητικών δαπανών, για λογαριασμό της Επιτροπής και με δική της ευθύνη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 58/2003 ( 9 ). Οι εκτελεστικοί οργανισμοί συνιστώνται με απόφαση της Επιτροπής και έχουν νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο της Ένωσης. Τους χορηγείται ετήσια συνεισφορά.

2.  Οι διευθυντές των εκτελεστικών οργανισμών ενεργούν ως κύριοι διατάκτες όσον αφορά την εκτέλεση των επιχειρησιακών πιστώσεων που αφορούν τα προγράμματα της Ένωσης των οποίων η διαχείριση τους έχει ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει.

3.  Η διευθύνουσα επιτροπή του εκτελεστικού οργανισμού δύναται να συμφωνήσει με την Επιτροπή ότι ο υπόλογος της Επιτροπής θα ενεργεί επίσης ως υπόλογος του σχετικού εκτελεστικού οργανισμού. Η διευθύνουσα επιτροπή δύναται επίσης να εκχωρήσει στον υπόλογο της Επιτροπής μέρος των καθηκόντων του υπόλογου του σχετικού εκτελεστικού οργανισμού συνεκτιμώντας το κόστος και τις ωφέλειες. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, γίνονται οι απαιτούμενες ρυθμίσεις ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

Άρθρο 70

Οργανισμοί που συστήνονται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 269 του παρόντος κανονισμού για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο για τους οργανισμούς που συστήνονται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και οι οποίοι διαθέτουν νομική προσωπικότητα και λαμβάνουν συνεισφορές από τον προϋπολογισμό.

2.  Ο δημοσιονομικός κανονισμός-πλαίσιο βασίζεται στις αρχές και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Οι δημοσιονομικοί κανόνες των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αποκλίνουν από τον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο μόνον όταν το επιβάλλουν οι ειδικές ανάγκες τους και εφόσον υπάρχει προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής.

4.  Η απαλλαγή για την εκτέλεση των προϋπολογισμών των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χορηγείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν συστάσεως του Συμβουλίου. Οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνεργάζονται πλήρως με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής και παρέχουν, οσάκις συντρέχει λόγος, τις τυχόν πρόσθετες απαραίτητες πληροφορίες, μεταξύ άλλων και μέσω παρουσίας σε συνεδριάσεις των σχετικών οργανισμών.

5.  Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ασκεί έναντι των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τις ίδιες αρμοδιότητες με εκείνες που του ανατίθενται σε σχέση με την Επιτροπή.

6.  Ένας ανεξάρτητος εξωτερικός ελεγκτής επαληθεύει ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί καθενός των οργανισμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απεικονίζουν πιστά τα έσοδα, τις δαπάνες και τη χρηματοοικονομική θέση τους, πριν από την ενσωμάτωση των λογαριασμών αυτών στους ενοποιημένους οριστικούς λογαριασμούς της Επιτροπής. Με την επιφύλαξη διαφορετικής διάταξης στη σχετική βασική πράξη, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταρτίζει ειδική ετήσια έκθεση για κάθε οργανισμό, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 287 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο της κατάρτισης της εν λόγω έκθεσής, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τις ελεγκτικές εργασίες του ανεξάρτητου εξωτερικού ελεγκτή και τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει των διαπιστώσεών του.

7.  Όλες οι πτυχές των ανεξάρτητων εξωτερικών ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 6, συμπεριλαμβανομένων των διαπιστώσεων στην έκθεση, παραμένουν υπό την πλήρη ευθύνη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 71

Συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Οι οργανισμοί που έχουν νομική προσωπικότητα, οι οποίοι έχουν ιδρυθεί με βασική πράξη και στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θεσπίζουν τους δικούς τους δημοσιονομικούς τους κανόνες.

Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν σειρά αρχών αναγκαίων για την εξασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των πόρων της Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 269 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με πρότυπο δημοσιονομικό κανονισμό για οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ο οποίος θα καθορίζει τις αναγκαίες αρχές για την εξασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της Ένωσης και θα βασίζεται στο άρθρο 154.

Οι δημοσιονομικοί κανόνες των οργανισμών που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να αποκλίνουν από τον πρότυπο δημοσιονομικό κανονισμό μόνον όταν το επιβάλλουν οι ειδικές ανάγκες τους και υπό τον όρο προηγούμενης σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής.

Το άρθρο 70 παράγραφοι 4 έως 7 εφαρμόζονται στους οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Δημοσιονομικοί παράγοντες



Τμήμα 1

Αρχή του διαχωρισμού των καθηκόντων

Άρθρο 72

Διαχωρισμός των καθηκόντων

1.  Τα καθήκοντα του διατάκτη και του υπολόγου είναι διαχωρισμένα και ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

2.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης θέτει στη διάθεση κάθε δημοσιονομικού παράγοντα τους αναγκαίους πόρους για την εκπλήρωση της αποστολής του/της καθώς και χάρτη αποστολής που περιγράφει λεπτομερώς τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του/της.



Τμήμα 2

Διατάκτης

Άρθρο 73

Διατάκτης

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ασκεί καθήκοντα διατάκτη.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, με τον όρο «προσωπικό» νοούνται τα πρόσωπα που υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

3.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης αναθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του, αρμοδιότητες διατάκτη σε προσωπικό στο ενδεδειγμένο επίπεδο. Κάθε θεσμικό όργανο καθορίζει στους εσωτερικούς διοικητικούς κανόνες του το προσωπικό στο οποίο αναθέτει τις αρμοδιότητες αυτές, την έκταση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων και τη δυνατότητα των εξουσιοδοτουμένων να αναθέτουν περαιτέρω τις αρμοδιότητές τους.

4.  Οι κύριες και δευτερεύουσες αναθέσεις αρμοδιοτήτων διατάκτη πραγματοποιούνται μόνο σε προσωπικό.

5.   ►C2  Ο αρμόδιος διατάκτης ενεργεί εντός των ορίων που καθορίζονται από την πράξη κύριας ή δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων. ◄ Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επικουρείται από ένα ή περισσότερα μέλη προσωπικού επιφορτισμένα να πραγματοποιούν, υπό την ευθύνη του, ορισμένες πράξεις αναγκαίες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και για την εξαγωγή των δημοσιονομικών και διαχειριστικών πληροφοριών.

6.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης και κάθε οργανισμός της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τον διατάκτη της Επιτροπής εντός δύο εβδομάδων για την ανάληψη και παύση των καθηκόντων των κυρίων διατακτών, των εσωτερικών ελεγκτών και των υπολόγων, καθώς και για εσωτερικούς κανόνες που εγκρίνει σε σχέση με δημοσιονομικά θέματα.

7.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις αποφάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων και για τον διορισμό υπολόγων πάγιων προκαταβολών δυνάμει των άρθρων 79 και 88.

Άρθρο 74

Εξουσίες και καθήκοντα του διατάκτη

1.  Ο διατάκτης είναι υπεύθυνος στα σχετικά θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείριση, μεταξύ άλλων μέσω της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις, και για τη διασφάλιση της νομιμότητας, της κανονικότητας και της ίσης μεταχείρισης των αποδεκτών.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με το άρθρο 36 και τις ελάχιστες προδιαγραφές που θεσπίζει καθένα από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, δημιουργεί την οργανωτική δομή καθώς και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η δημιουργία της δομής και των συστημάτων υποστηρίζεται από συνολική ανάλυση κινδύνου, η οποία λαμβάνει υπόψη την απόδοση ως προς το κόστος και θέματα επιδόσεων.

3.  Για την εκτέλεση των δαπανών, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομικές και σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής και διενεργεί προκαταρκτικές πράξεις για την εκτέλεση των πιστώσεων.

4.  Για την εκτέλεση των εσόδων, ο αρμόδιος διατάκτης καταρτίζει τις προβλέψεις απαιτήσεων, βεβαιώνει τα δικαιώματα είσπραξης και εκδίδει τα εντάλματα είσπραξης. Όπου αρμόζει, ο αρμόδιος διατάκτης παραιτείται από ήδη βεβαιωμένες απαιτήσεις.

5.  Προκειμένου να αποφεύγονται σφάλματα και παρατυπίες πριν από την έγκριση των πράξεων και να μετριάζονται οι κίνδυνοι μη επίτευξης των στόχων, κάθε πράξη υπόκειται τουλάχιστον σε εκ των προτέρων έλεγχο σε σχέση με τις επιχειρησιακές και οικονομικές πτυχές της πράξης, με βάση πολυετή στρατηγική ελέγχου η οποία λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο.

Η συχνότητα και η ένταση των εκ των προτέρων ελέγχων καθορίζονται από τον αρμόδιο διατάκτη με βάση τα αποτελέσματα προγενέστερων ελέγχων καθώς και εκτιμήσεις σχετικά με τον κίνδυνο και την απόδοση ως προς το κόστος, με βάση τη δική του ανάλυση κινδύνου. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο διατάκτης που είναι αρμόδιος για την εκκαθάριση των σχετικών πράξεων ζητεί, ως μέρος του εκ των προτέρων ελέγχου, συμπληρωματικές πληροφορίες ή προβαίνει σε επιτόπιο έλεγχο, ώστε να εξασφαλίσει εύλογη βεβαιότητα.

Για μια δεδομένη πράξη, το προσωπικό που διενεργεί την επαλήθευση είναι διαφορετικό από το προσωπικό που κίνησε τη διαδικασία. Το προσωπικό που διενεργεί την επαλήθευση δεν υπάγεται ιεραρχικά στο προσωπικό που κίνησε τη διαδικασία.

6.  Ο κύριος διατάκτης μπορεί να καθιερώσει εκ των υστέρων ελέγχους προκειμένου να εντοπίσει και να διορθώσει σφάλματα και παρατυπίες σε πράξεις που έχουν ήδη εγκριθεί. Οι εν λόγω έλεγχοι μπορούν να διοργανώνονται δειγματοληπτικά βάσει ανάλυσης κινδύνου και λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα προγενέστερων ελέγχων καθώς και εκτιμήσεις σχετικά με την απόδοση ως προς το κόστος και τις επιδόσεις.

Οι εκ των υστέρων έλεγχοι διενεργούνται από προσωπικό άλλο από εκείνο το οποίο είναι αρμόδιο για τους εκ των προτέρων ελέγχους. Το αρμόδιο προσωπικό για τους εκ των υστέρων ελέγχους δεν υπάγεται ιεραρχικά στο προσωπικό που είναι αρμόδιο για τους εκ των προτέρων ελέγχους.

Οι κανόνες και οι λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένων των χρονικών πλαισίων, για τη διενέργεια των λογιστικών ελέγχων των δικαιούχων είναι σαφείς, συνεπείς και διαφανείς και τίθενται υπόψη των δικαιούχων κατά τον χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας επιχορήγησης.

7.  Ο αρμόδιος διατάκτης και το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού έχουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα.

Σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, ο κύριος διατάκτης μεριμνά ώστε:

α) να παρέχονται στους δευτερεύοντες διατάκτες και στο προσωπικό τους τακτικά επικαιροποιημένες και κατάλληλες πληροφορίες και κατάρτιση σχετικά με τα πρότυπα ελέγχου και τις διαθέσιμες για τον σκοπό αυτό μεθόδους και τεχνικές·

β) να λαμβάνονται μέτρα, όπου χρειάζεται, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής λειτουργίας των συστημάτων ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 2.

8.  Εάν μέλος προσωπικού που συμμετέχει στη δημοσιονομική διαχείριση και στον έλεγχο των πράξεων θεωρήσει ότι μια απόφαση, την οποία η προϊσταμένη του αρχή τού επιβάλλει να εκτελέσει ή να αποδεχθεί, είναι παράτυπη ή αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή την επαγγελματική δεοντολογία που υποχρεούται να τηρεί, το επισημαίνει στον ιεραρχικά ανώτερό του. Εάν το μέλος προσωπικού το πράξει εγγράφως, ο ιεραρχικά ανώτερος απαντά εγγράφως. Εάν ο ιεραρχικά ανώτερος δεν προβεί σε σχετικές ενέργειες, ή επιβεβαιώσει την αρχική απόφαση ή οδηγία, και το μέλος προσωπικού πιστεύει ότι η επιβεβαίωση αυτή δεν αποτελεί εύλογη απάντηση στον προβληματισμό του, ενημερώνει εγγράφως τον κύριο διατάκτη. Εάν ο τελευταίος δεν απαντήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της περίπτωσης, και οπωσδήποτε εντός ενός μηνός, το μέλος προσωπικού ενημερώνει εγγράφως τη σχετική επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143.

Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που μπορεί να πλήττει τα συμφέροντα της Ένωσης, τα μέλη προσωπικού ενημερώνουν τις αρχές και υπηρεσίες που ορίζονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης καθώς και από τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που αφορούν τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών για την καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Οι συμβάσεις με εξωτερικούς ελεγκτές που πραγματοποιούν ελέγχους της οικονομικής διαχείρισης της Ένωσης προβλέπουν την υποχρέωση του εξωτερικού ελεγκτή να ενημερώνει τον κύριο διατάκτη για κάθε υπόνοια παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης.

9.  Ο κύριος διατάκτης προβαίνει, προς το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, σε απολογισμό της άσκησης των καθηκόντων του, με τη μορφή ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων η οποία περιλαμβάνει δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων, δηλώνοντας ότι, εκτός εάν ορίζεται άλλως σε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις σχετικές με συγκεκριμένους τομείς εσόδων και δαπανών, αποκομίζει εύλογη βεβαιότητα ότι:

α) τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση παρέχουν αληθή και ακριβή εικόνα·

β) οι πόροι που χορηγήθηκαν για τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην έκθεση χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό τους και με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης· και

γ) οι θεσπισθείσες διαδικασίες ελέγχου παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες πράξεις, με σχέση με τους στόχους και τα θέματα επιδόσεων που ορίζονται στα στρατηγικά σχέδια, τους συναφείς με τις πράξεις κινδύνους, τη χρησιμοποίηση των παρεχόμενων πόρων και την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει επίσης συνολική εκτίμηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων και πληροφορίες σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι εγκριθείσες επιχειρησιακές δαπάνες συμβάλλουν στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ένωσης και δημιουργούν προστιθέμενη αξία σε επίπεδο Ένωσης. Η Επιτροπή εκπονεί σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων για το προηγούμενο έτος.

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των διατακτών για το οικονομικό έτος και, κατά περίπτωση, των κύριων διατακτών των θεσμικών οργάνων και των λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης δημοσιεύονται έως την 1η Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους στον δικτυακό τόπο του αντίστοιχου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης κατά τρόπο εύκολα προσβάσιμο, με την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένων εκτιμήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας.

10.  Οι κύριοι διατάκτες καταγράφουν, για κάθε οικονομικό έτος, τις συμβάσεις που συνάπτονται μέσω των διαδικασιών με διαπραγμάτευση σύμφωνα με τα στοιχεία α) έως στ) του σημείου 11.1 και του σημείου 39 του παραρτήματος I. Αν η αναλογία των διαδικασιών με διαπραγμάτευση, σε σχέση με τον αριθμό των συμβάσεων που ανατέθηκαν από τον ίδιο κύριο διατάκτη, αυξάνεται σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα οικονομικά έτη, ή αν αυτή η αναλογία είναι σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο που καταγράφηκε στο επίπεδο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, ο αρμόδιος διατάκτης συντάσσει έκθεση προς το εν λόγω θεσμικό όργανο της Ένωσης εκθέτοντας τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβε για να αναστρέψει αυτή την τάση. Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση. Στην περίπτωση της Επιτροπής, η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στη σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 75

Τήρηση δικαιολογητικών εγγράφων από τους διατάκτες

Ο διατάκτης διαμορφώνει συστήματα τήρησης, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, των αυθεντικών δικαιολογητικών εγγράφων που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Τα έγγραφα αυτά τηρούνται για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, τα έγγραφα που αφορούν πράξεις, διατηρούνται οπωσδήποτε μέχρι το τέλος του έτους που ακολουθεί το έτος οριστικού κλεισίματος αυτών των πράξεων.

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε δικαιολογητικά έγγραφα, διαγράφονται, όπου είναι δυνατό, εφόσον δεν είναι απαραίτητα για τη χορήγηση απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τον εσωτερικό και τον λογιστικό έλεγχο. Όσον αφορά τη φύλαξη των δεδομένων κίνησης, εφαρμόζεται το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 76

Εξουσίες και καθήκοντα των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης

1.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2, εξαρτώνται από την Επιτροπή ως το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης για τον καθορισμό, την άσκηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους ως δευτερευόντων διατακτών και συνεργάζονται στενά με την Επιτροπή για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων, ώστε να εξασφαλίζονται κυρίως η νομιμότητα και η κανονικότητα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης κατά τη διαχείριση των πόρων και η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Υπόκεινται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής και στον χάρτη της Επιτροπής για την εκτέλεση των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση. Μπορούν να επικουρούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από το προσωπικό της Επιτροπής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Για τον σκοπό αυτό, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα προς αποφυγή κάθε κατάστασης η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητα της Επιτροπής να φέρει ευθύνη όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού που τους έχει ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση, καθώς και κάθε σύγκρουσης προτεραιοτήτων που πιθανώς θα έχει αντίκτυπο στην εκτέλεση των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση.

Αν προκύψει κατάσταση ή σύγκρουση του τύπου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενημερώνουν αμελλητί τους αρμόδιους Γενικούς Διευθυντές της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ. Οι εν λόγω Γενικοί Διευθυντές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξομάλυνση της κατάστασης.

2.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης βρεθούν στη θέση που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 8, παραπέμπουν το ζήτημα στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, ενημερώνουν τις αρχές και τις υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

3.  Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης που ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2 προβαίνουν σε αναφορά στον κύριο διατάκτη τους, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να ενσωματώσει τις εκθέσεις τους στη δική του ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9. Οι εκθέσεις που υποβάλλουν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης περιλαμβάνουν πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και για τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση, και παρέχουν τη δήλωση αξιοπιστίας του άρθρου 92 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο. Οι εκθέσεις αυτές προσαρτώνται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του αρμόδιου κύριου διατάκτη και τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου λαμβανομένου δεόντως υπόψη, όπου κρίνεται σκόπιμο, του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης συνεργάζονται πλήρως με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στη διαδικασία για τη χορήγηση απαλλαγής και παρέχουν, οσάκις συντρέχει λόγος, κάθε απαιτούμενη πρόσθετη πληροφορία. Επ’ αυτού μπορεί να τους ζητηθεί να παρευρίσκονται σε συνεδριάσεις των σχετικών φορέων και να συνδράμουν τον αρμόδιο κύριο διατάκτη.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης οι οποίοι ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2 ανταποκρίνονται σε κάθε αίτημα του κύριου διατάκτη της Επιτροπής, εάν τους το ζητήσει η Επιτροπή ή, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής, εάν τους το ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι η δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης δεν αποβαίνει εις βάρος της διαδικασίας για τη χορήγηση απαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ.

4.  Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης όταν ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σε περίπτωση απουσίας των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.



Τμήμα 3

Υπόλογος

Άρθρο 77

Εξουσίες και καθήκοντα του υπολόγου

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διορίζει έναν υπόλογο, ο οποίος αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του εν λόγω θεσμικού οργάνου:

α) την ορθή εκτέλεση των πληρωμών, την είσπραξη των εσόδων και των βεβαιωμένων απαιτήσεων·

β) την κατάρτιση και παρουσίαση των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο XIII·

γ) την τήρηση λογαριασμών σύμφωνα με τα άρθρα 82 και 84·

δ) τον καθορισμό των λογιστικών κανόνων και διαδικασιών και του λογιστικού σχεδίου σύμφωνα με τα άρθρα 80 έως 84·

ε) τον καθορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που καθορίζονται από το διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση των λογιστικών πληροφοριών·

στ) τη διαχείριση του ταμείου.

Όσον αφορά τα καθήκοντα που αναφέρονται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου, ανατίθεται στον υπόλογο η εξουσία να εξακριβώνει ανά πάσα στιγμή την τήρηση των κριτηρίων επικύρωσης.

2.  Οι αρμοδιότητες του υπολόγου της ΕΥΕΔ αφορούν μόνο το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την ΕΥΕΔ, όπως εκτελείται από την ΕΥΕΔ. Ο υπόλογος της Επιτροπής παραμένει υπεύθυνος για ολόκληρο το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών πράξεων που αφορούν πιστώσεις των οποίων έγινε δευτερεύουσα ανάθεση στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Ο υπόλογος της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως υπόλογος της ΕΥΕΔ όσον αφορά την εκτέλεση του τμήματος του προϋπολογισμού που αφορά την ΕΥΕΔ.

Άρθρο 78

Διορισμός και παύση καθηκόντων του υπολόγου

1.  Ο υπόλογος διορίζεται από κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης μεταξύ των υπαλλήλων που υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Ο υπόλογος επιλέγεται από το όργανο της Ένωσης βάσει των ιδιαίτερων προσόντων του, τα οποία πιστοποιούνται με τίτλους ή με ισοδύναμη επαγγελματική εμπειρία.

2.  Δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης δύνανται να διορίσουν τον ίδιο υπόλογο.

Στην περίπτωση αυτή, προβαίνουν στις απαιτούμενες ρυθμίσεις ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

3.  Σε περίπτωση παύσης των καθηκόντων του υπολόγου, συντάσσεται αμελλητί ισοζύγιο του καθολικού.

4.  Το ισοζύγιο του καθολικού διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό διαβιβαστικό, στον νέο υπόλογο από τον αποχωρούντα υπόλογο ή, εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, από υπάλληλο της υπηρεσίας του.

Ο νέος υπόλογος υπογράφει το ισοζύγιο του καθολικού προς αποδοχή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία διαβίβασης, είναι δε δυνατόν να διατυπώσει επιφυλάξεις.

Το διαβιβαστικό περιέχει το υπόλοιπο του ισοζυγίου του καθολικού και τις τυχόν επιφυλάξεις.

Άρθρο 79

Εξουσίες που μπορούν να ανατεθούν από τον υπόλογο

Ο υπόλογος μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να αναθέτει ορισμένα καθήκοντα σε υφισταμένους του και σε υπολόγους πάγιων προκαταβολών που έχουν διοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1.

Η πράξη ανάθεσης ορίζει τα καθήκοντα αυτά.

Άρθρο 80

Λογιστικοί κανόνες

1.  Οι λογιστικοί κανόνες που πρέπει να εφαρμόζουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου βασίζονται στα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα. Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονται από τον υπόλογο της Επιτροπής κατόπιν διαβούλευσης με τους υπολόγους των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των ευρωπαϊκών υπηρεσιών και των οργανισμών της Ένωσης.

2.  Ο υπόλογος μπορεί να παρεκκλίνει από τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για να παρέχεται ακριβής εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, των επιβαρύνσεων, των εσόδων και των ταμειακών ροών. Όταν ένας λογιστικός κανόνας αποκλίνει ουσιωδώς από τα σχετικά πρότυπα, αυτό αναφέρεται και αιτιολογείται στις σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων.

3.  Οι λογιστικοί κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζουν τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων, καθώς και τις λογιστικές αρχές στις οποίες θεμελιώνεται η λογιστική.

4.  Οι καταστάσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 241 είναι σύμφωνη με τις δημοσιονομικές αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Παρέχει λεπτομερή καταγραφή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Καταγράφει και αποδίδει με ακρίβεια όλες τις προβλεπόμενες στον παρόντα τίτλο πράξεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

Άρθρο 81

Οργάνωση της λογιστικής

1.  Ο υπόλογος κάθε θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης συντάσσει και τηρεί ενήμερα έγγραφα που περιγράφουν την οργάνωση της λογιστικής και τις λογιστικές διαδικασίες του οικείου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.

2.  Τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται σε μηχανογραφικό σύστημα ανάλογα με την οικονομική φύση της πράξης, ως τρέχοντα έσοδα ή τρέχουσες δαπάνες, ή ως κεφάλαιο.

Άρθρο 82

Τήρηση της λογιστικής

1.  Ο υπόλογος της Επιτροπής είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση των εναρμονισμένων λογιστικών σχεδίων που εφαρμόζονται από όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου.

2.  Οι υπόλογοι λαμβάνουν από τους διατάκτες όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση λογαριασμών που να παρέχουν ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Οι διατάκτες εγγυώνται την αξιοπιστία αυτών των πληροφοριών.

3.  Πριν εγκριθούν οι λογαριασμοί από το οικείο θεσμικό όργανο ή άλλον οργανισμό της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70, ο υπόλογος τους υπογράφει, πιστοποιώντας κατά τον τρόπο αυτό ότι μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί παρέχουν ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης του οργάνου ή του οργανισμού της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70.

Προς τούτο, ο υπόλογος βεβαιώνεται ότι οι λογαριασμοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες του άρθρου 80 και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 77 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) λογιστικές διαδικασίες, και ότι όλα τα έσοδα και οι δαπάνες έχουν εγγραφεί στους λογαριασμούς αυτούς.

4.  Ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με τους κανόνες που εκδίδει ο υπόλογος, διαβιβάζει στον υπόλογο τις δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του υπόλογου.

Ο υπόλογος ενημερώνεται από τον διατάκτη, τακτικά και τουλάχιστον για τους σκοπούς του κλεισίματος των λογαριασμών, όσον αφορά τα σχετικά χρηματοοικονομικά στοιχεία των καταπιστευματικών τραπεζικών λογαριασμών με σκοπό η χρήση των κονδυλίων της Ένωσης να αποτυπώνεται στους λογαριασμούς της Ένωσης.

Οι διατάκτες παραμένουν πλήρως υπεύθυνοι για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων που διαχειρίζονται, για τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχό τους, καθώς και για την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον υπόλογο.

5.  Ο αρμόδιος διατάκτης γνωστοποιεί στον υπόλογο όλες τις εξελίξεις ή σημαντικές τροποποιήσεις ενός συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης, ενός συστήματος απογραφής ή ενός συστήματος αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, εφόσον αυτό παρέχει στοιχεία για τους λογαριασμούς του θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή χρησιμοποιείται για την τεκμηρίωση δεδομένων των λογαριασμών αυτών, ούτως ώστε ο υπόλογος να είναι σε θέση να επαληθεύσει την τήρηση των κριτηρίων επικύρωσης.

Ανά πάσα στιγμή, ο υπόλογος δύναται να επανεξετάσει ένα σύστημα δημοσιονομικής διαχείρισης που έχει ήδη επικυρωθεί και να ζητήσει από τον αρμόδιο διατάκτη να καταρτίσει πρόγραμμα δράσης προκειμένου να διορθωθούν, εν ευθέτω χρόνω, ενδεχόμενες αδυναμίες.

Ο διατάκτης είναι υπεύθυνος για την πληρότητα των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον υπόλογο.

6.  Ο υπόλογος έχει την εξουσία να ελέγχει τα λαμβανόμενα στοιχεία, καθώς και να πραγματοποιεί τυχόν περαιτέρω ελέγχους που κρίνει αναγκαίους πριν από την υπογραφή των λογαριασμών.

Ο υπόλογος, εάν απαιτείται, διατυπώνει επιφυλάξεις και εξηγεί επακριβώς τη φύση και την έκταση των επιφυλάξεων αυτών.

7.  Η λογιστική των θεσμικών οργάνων της Ένωσης είναι το σύστημα οργάνωσης των δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριών που επιτρέπει την εγγραφή, ταξινόμηση και καταχώριση αριθμητικών δεδομένων.

8.  Το λογιστικό σύστημα αποτελείται από τη γενική λογιστική και τη λογιστική του προϋπολογισμού. Και οι δύο αυτές μορφές λογιστικής τηρούνται σε ευρώ και ανά ημερολογιακό έτος.

9.  Ο κύριος διατάκτης μπορεί επίσης να τηρεί αναλυτική λογιστική της διαχείρισης.

10.  Τα δικαιολογητικά έγγραφα που αφορούν τη λογιστική και την κατάρτιση των λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 241 τηρούνται για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα.

Ωστόσο, τα έγγραφα που αφορούν πράξεις οι οποίες δεν έχουν κλείσει οριστικά, τηρούνται έως το τέλος του έτους που ακολουθεί το έτος κλεισίματος αυτών των πράξεων. Όσον αφορά τη φύλαξη των δεδομένων κίνησης, εφαρμόζεται το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης αποφασίζει σε ποια υπηρεσία θα διατηρούνται τα δικαιολογητικά έγγραφα.

Άρθρο 83

Περιεχόμενο και τήρηση της λογιστικής του προϋπολογισμού

1.  Στη λογιστική του προϋπολογισμού καταχωρίζονται για κάθε υποδιαίρεσή του:

α) όσον αφορά τις δαπάνες:

i) οι εγκεκριμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι πιστώσεις των διορθωτικών προϋπολογισμών, οι εκ μεταφοράς πιστώσεις, οι πιστώσεις που καθίστανται διαθέσιμες μετά την είσπραξη εσόδων με συγκεκριμένο προορισμό, οι πιστώσεις που προκύπτουν από μεταφορές και το άθροισμα των πιστώσεων που καθίστανται έτσι διαθέσιμες,

ii) οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και οι πιστώσεις πληρωμών του οικονομικού έτους,

β) όσον αφορά τα έσοδα:

i) οι προβλέψεις του αρχικού προϋπολογισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι προβλέψεις των διορθωτικών προϋπολογισμών, τα έσοδα με συγκεκριμένο προορισμό και το άθροισμα των υπολογιζόμενων εσόδων,

ii) τα βεβαιωμένα δικαιώματα είσπραξης και οι εισπράξεις του οικονομικού έτους,

γ) οι αναλήψεις υποχρεώσεων που απομένουν προς πληρωμή και τα έσοδα που απομένουν προς είσπραξη, εκ μεταφοράς από προγενέστερα οικονομικά έτη.

Οι πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων και οι πιστώσεις πληρωμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) καταχωρίζονται και παρακολουθούνται χωριστά.

2.  Η λογιστική του προϋπολογισμού επιτρέπει τη χωριστή παρακολούθηση:

α) της χρησιμοποίησης των μεταφερόμενων πιστώσεων και των πιστώσεων του οικονομικού έτους,

β) της εκκαθάρισης των υποχρεώσεων που μένουν προς εκκαθάριση.

Όσον αφορά τα έσοδα, παρακολουθούνται χωριστά οι προς είσπραξη απαιτήσεις προγενέστερων οικονομικών ετών.

Άρθρο 84

Γενική λογιστική

1.  Η γενική λογιστική καταγράφει χρονολογικά, σύμφωνα με τη διπλογραφική μέθοδο, τα γεγονότα και τις πράξεις που επηρεάζουν την οικονομική, δημοσιονομική και περιουσιακή κατάσταση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των οργανισμών που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου.

2.  Τα υπόλοιπα και οι διάφορες κινήσεις ανά λογαριασμό εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία.

3.  Κάθε λογιστική εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών διορθώσεων, στηρίζεται σε δικαιολογητικά στα οποία παραπέμπει.

4.  Το λογιστικό σύστημα επιτρέπει να φαίνεται σαφής διαδρομή ελέγχου όλων των λογιστικών εγγραφών.

Άρθρο 85

Τραπεζικοί λογαριασμοί

1.  Για τις ανάγκες της ταμειακής διαχείρισης, ο υπόλογος μπορεί να ανοίγει ο ίδιος λογαριασμούς, εξ ονόματος του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, ή να δίνει εντολή για το άνοιγμα τέτοιων λογαριασμών. Ο υπόλογος είναι επίσης υπεύθυνος για το κλείσιμο ή για την εξασφάλιση του κλεισίματος των λογαριασμών αυτών.

2.  Οι όροι ανοίγματος, τήρησης και χρησιμοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών προβλέπουν, σε συνάρτηση με τις ανάγκες εσωτερικού ελέγχου, για τις επιταγές, τα εντάλματα εμβάσματος και κάθε άλλη τραπεζική πράξη, την υπογραφή ενός ή περισσότερων δεόντως εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων. Οι οδηγίες υπογράφονται από δύο τουλάχιστον δεόντως εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους ή από τον υπόλογο.

3.  Στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός προγράμματος ή ενέργειας, μπορούν να ανοιχθούν καταπιστευματικοί λογαριασμοί εκ μέρους της Επιτροπής προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαχείρισή τους από οντότητα βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) ή vi).

Οι λογαριασμοί αυτοί ανοίγονται υπό την ευθύνη του διατάκτη που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του προγράμματος ή της ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με τον υπόλογο της Επιτροπής.

Η διαχείριση των λογαριασμών αυτών διενεργείται υπ’ ευθύνη του διατάκτη.

4.  Ο υπόλογος της Επιτροπής καθορίζει κανόνες για το άνοιγμα, τη διαχείριση και το κλείσιμο των καταπιστευματικών λογαριασμών καθώς και για τη χρήση τους.

Άρθρο 86

Διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων

1.  Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος είναι ο μόνος εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται ταμειακά ποσά και ισοδύναμά τους. Ο υπόλογος είναι δε υπεύθυνος για τη φύλαξή τους.

2.  Ο υπόλογος μεριμνά ώστε το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης να έχει στη διάθεσή του επαρκή χρηματικά ποσά για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών που απορρέουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου και θεσπίζει διαδικασίες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κανένα υπόλοιπο των λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σύμφωνα με τα άρθρα 85 παράγραφος 1 και 89 παράγραφος 3 δεν είναι χρεωστικό.

3.  Οι πληρωμές πραγματοποιούνται με μεταφορά τραπεζικής πίστωσης, με επιταγή ή από λογαριασμούς παγίων προκαταβολών ή, εάν έχει εγκριθεί συγκεκριμένα από τον υπόλογο, με χρεωστική κάρτα, με άμεση χρέωση ή με άλλο μέσο πληρωμής, σύμφωνα με τους κανόνες που έχει καθορίσει ο υπόλογος.

Προτού αναλάβει δέσμευση έναντι τρίτου, ο διατάκτης επιβεβαιώνει την ταυτότητα του δικαιούχου, εξακριβώνει τα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής του δικαιούχου και τα εγγράφει σε κοινό αρχείο ανά θεσμικό όργανο της Ένωσης για το οποίο είναι υπεύθυνος/η με στόχο τη διασφάλιση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ορθής εκτέλεσης των πληρωμών.

Ο υπόλογος είναι δυνατόν να πραγματοποιεί πληρωμές μόνον εφόσον τα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής του δικαιούχου έχουν προηγουμένως εγγραφεί σε κοινό αρχείο ανά θεσμικό όργανο της Ένωσης για το οποίο είναι υπεύθυνος ο υπόλογος.

Οι διατάκτες ενημερώνουν τον υπόλογο για κάθε μεταβολή στα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής η οποία τους γνωστοποιείται από τον δικαιούχο και επαληθεύουν ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα πριν από την έγκριση της πληρωμής.

Άρθρο 87

Απογραφή περιουσιακών στοιχείων

1.  Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης ή οι φορείς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου τηρούν κατά ποσότητα και κατ’ αξία, σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται από τον υπόλογο της Επιτροπής, βιβλία απογραφής όλων των ενσώματων, ασώματων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν περιουσία της Ένωσης.

Επαληθεύουν επίσης ότι οι εγγραφές στα αντίστοιχα βιβλία απογραφής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Εγγράφονται στο βιβλίο απογραφής και καταχωρίζονται στους λογαριασμούς παγίων περιουσιακών στοιχείων όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αγοράζονται για περίοδο χρήσης μεγαλύτερη του έτους, δεν είναι αναλώσιμα και των οποίων η τιμή κτήσης ή η τιμή κόστους υπερβαίνει την τιμή που υποδεικνύεται στις λογιστικές διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 77.

2.  Οι πωλήσεις υλικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης δημοσιότητας.

3.  Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης ή οι φορείς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου θεσπίζουν, το καθένα σε ό,τι το αφορά, τις διατάξεις που διέπουν τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα βιβλία απογραφής τους, και προσδιορίζουν τις διοικητικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για το ως άνω σύστημα απογραφής.



Τμήμα 4

Υπόλογος πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 88

Πάγιες προκαταβολές

1.  Οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να συνιστώνται για την πληρωμή δαπανών, όταν οι πράξεις πληρωμών μέσω διαδικασιών του προϋπολογισμού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατες ή αναποτελεσματικές, λόγω του περιορισμένου ύψους των ποσών προς πληρωμή. Οι πάγιες προκαταβολές είναι επίσης δυνατόν να συνιστώνται για την είσπραξη εσόδων, πλην των ιδίων πόρων.

Στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, πάγιες προκαταβολές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση πληρωμών περιορισμένου ύψους, μέσω διαδικασιών του προϋπολογισμού, εάν η χρήση αυτή κρίνεται αποτελεσματική και αποδοτική βάσει των τοπικών απαιτήσεων.

Το μέγιστο ποσό που είναι δυνατόν να καταβληθεί από τον υπόλογο πάγιων προκαταβολών, όταν είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον ή αναποτελεσματικό να πραγματοποιηθεί η πληρωμή μέσω διαδικασίας του προϋπολογισμού, καθορίζεται από τον υπόλογο και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα 60 000  EUR για καθεμία δαπάνη.

Ωστόσο, στον τομέα της βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και της ανθρωπιστικής βοήθειας οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμό ως προς το ύψος τους, τηρουμένου όμως του επιπέδου των πιστώσεων που έχουν εγγράψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην αντίστοιχη γραμμή του προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος και σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες της Επιτροπής.

2.  Στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, συστήνονται πάγιες προκαταβολές για την πληρωμή δαπανών τόσο από το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή όσο και από αυτό που αφορά την ΕΥΕΔ, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης ιχνηλασιμότητα των δαπανών.

Άρθρο 89

Σύσταση και διαχείριση πάγιων προκαταβολών

1.  Η σύσταση πάγιας προκαταβολής και ο διορισμός υπολόγου παγίων προκαταβολών αποτελούν αντικείμενο απόφασης του υπολόγου του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, βάσει δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη. Η απόφαση αυτή υπενθυμίζει τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του υπολόγου παγίων προκαταβολών και του διατάκτη.

Οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών επιλέγονται μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων ή, εφόσον απαιτείται και μόνο σε δεόντως τεκμηριωμένες περιπτώσεις, μεταξύ των μελών του λοιπού προσωπικού ή, σύμφωνα με τους όρους που θέτουν οι εσωτερικοί κανόνες της Επιτροπής, μεταξύ του προσωπικού που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας υπό την προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις απασχόλησής τους εγγυώνται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας σε επίπεδο ευθύνης με εκείνο που εφαρμόζεται για το προσωπικό δυνάμει του άρθρου 95. Οι υπόλογοι επιλέγονται βάσει των ιδιαίτερων γνώσεων, ικανοτήτων και προσόντων τους που πιστοποιούνται με τίτλους ή κατάλληλη επαγγελματική εμπειρία ή μετά από κατάλληλο πρόγραμμα κατάρτισης.

2.  Στις προτάσεις απόφασης περί σύστασης πάγιας προκαταβολής, ο αρμόδιος διατάκτης μεριμνά ώστε:

α) να χρησιμοποιείται κατά προτεραιότητα η οδός του προϋπολογισμού όταν υπάρχει πρόσβαση στο κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα λογιστικής·

β) να μην γίνεται προσφυγή στις πάγιες προκαταβολές παρά μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Στις αποφάσεις του για σύσταση πάγιας προκαταβολής, ο υπόλογος προσδιορίζει τους όρους λειτουργίας και τις προϋποθέσεις για προσφυγή στην πάγια προκαταβολή.

Η τροποποίηση των όρων λειτουργίας πάγιας προκαταβολής αποτελεί επίσης αντικείμενο απόφασης του υπολόγου κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη.

3.  Οι τραπεζικοί λογαριασμοί για την πάγια προκαταβολή ανοίγονται και παρακολουθούνται από τον υπόλογο, ο οποίος εγκρίνει επίσης τις εξουσιοδοτημένες υπογραφές που μπορούν να χρησιμοποιούνται για αυτούς με βάση δεόντως αιτιολογημένη πρόταση του διατάκτη.

4.  Οι πάγιες προκαταβολές τροφοδοτούνται από τον υπόλογο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης και τίθενται υπό την ευθύνη των υπολόγων πάγιων προκαταβολών.

5.  Οι διενεργούμενες πληρωμές ακολουθούνται από επίσημες αποφάσεις τελικής εκκαθάρισης ή από εντάλματα πληρωμής για τακτοποίηση υπογραφόμενα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Οι πράξεις της πάγιας προκαταβολής τακτοποιούνται από τον διατάκτη έως το τέλος του επόμενου μηνός, προκειμένου να διασφαλίζεται η προσέγγιση μεταξύ λογιστικού και τραπεζικού υπολοίπου.

6.  Ο υπόλογος διενεργεί ο ίδιος επαληθεύσεις, ή τις αναθέτει σε ειδικά εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό μέλος του προσωπικού των υπηρεσιών του ή των υπηρεσιών του διατάκτη. Οι εν λόγω επαληθεύσεις διενεργούνται κατά κανόνα επιτόπου και, όποτε απαιτείται, αιφνιδιαστικά, ώστε να επαληθεύεται η ύπαρξη των χρηματικών ποσών που έχουν ανατεθεί στους υπολόγους παγίων προκαταβολών, η τήρηση της λογιστικής και η τακτοποίηση των πράξεων παγίων προκαταβολών εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Ο υπόλογος ανακοινώνει στον αρμόδιο διατάκτη τα αποτελέσματα των επαληθεύσεών του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων



Τμήμα 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 90

Ανάκληση ανάθεσης αρμοδιοτήτων και αναστολή καθηκόντων δημοσιονομικών παραγόντων

1.  Η κύρια ή η δευτερεύουσα ανάθεση αρμοδιοτήτων μπορεί να αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή, προσωρινά ή οριστικά, από τους κύριους και τους δευτερεύοντες διατάκτες, από την αρχή που τους διόρισε.

2.  Οι υπόλογοι ή οι υπόλογοι πάγιων προκαταβολών, ή αμφότεροι, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν από τα καθήκοντά τους, προσωρινά ή οριστικά, από την αρχή που τους διόρισε.

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 τελούν υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων που λαμβάνονται όσον αφορά τους δημοσιονομικούς παράγοντες που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους.

Άρθρο 91

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων για παράνομη δραστηριότητα, απάτη ή δωροδοκία

1.  Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν προδικάζουν την ποινική ευθύνη που είναι δυνατόν να υπέχουν οι υπάλληλοι στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 90, σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας εθνικής νομοθεσίας και με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και καταπολέμησης του χρηματισμού των υπαλλήλων της Ένωσης ή των κρατών μελών.

2.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 92, 94 και 95 του παρόντος κανονισμού, κάθε αρμόδιος διατάκτης, υπόλογος ή υπόλογος πάγιων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική και χρηματική ευθύνη, υπό τους όρους που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή για το προσωπικό που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα των δραστηριοτήτων βοήθειας διαχείρισης κρίσεων και ανθρωπιστικής βοήθειας όπως αναφέρεται στο άρθρο 89 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού στις αντίστοιχες συμβάσεις απασχόλησης. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, επιλαμβάνονται του θέματος οι αρχές και υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία, και ειδικότερα η OLAF.



Τμήμα 2

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους αρμόδιους διατάκτες

Άρθρο 92

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους διατάκτες

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης υπέχει ευθύνη προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.  Η απαίτηση προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης ισχύει ιδίως εφόσον ο αρμόδιος διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμελείας του:

α) βεβαιώνει δικαιώματα είσπραξης ή εκδίδει εντάλματα είσπραξης, αναλαμβάνει δαπάνη ή υπογράφει ένταλμα πληρωμής χωρίς να τηρήσει τον παρόντα κανονισμό·

β) παραλείπει να συντάξει έγγραφο βεβαίωσης οφειλής, αμελεί να εκδώσει ένταλμα είσπραξης ή καθυστερεί την έκδοσή του ή την έκδοση εντάλματος πληρωμής, εκθέτοντας έτσι το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης στην άσκηση αστικών αγωγών εκ μέρους τρίτων.

3.  Όταν κύριος ή δευτερεύων διατάκτης θεωρεί ότι μια δεσμευτική εντολή που του χορηγείται είναι παράτυπη ή αντιβαίνει προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως επειδή η εκτέλεσή της είναι ασυμβίβαστη με το επίπεδο των πόρων που του έχουν διατεθεί, ενημερώνει εγγράφως σχετικά με το γεγονός αυτό την αρχή από την οποία έλαβε την κύρια ή τη δευτερεύουσα ανάθεση αρμοδιοτήτων. Εάν η εντολή αυτή επιβεβαιωθεί εγγράφως και η επιβεβαίωση ληφθεί εγκαίρως και είναι επαρκώς σαφής, υπό την έννοια ότι αναφέρεται ρητά στα σημεία που έχει αμφισβητήσει ο κύριος ή ο δευτερεύων διατάκτης, αυτός απαλλάσσεται από την ευθύνη του. Εκτελεί την εντολή, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή συνιστά παραβίαση των σχετικών κανόνων ασφαλείας.

Εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία σε περιπτώσεις στις οποίες ο διατάκτης θεωρεί ότι μια απόφαση που εμπίπτει στις αρμοδιότητές του είναι παράτυπη ή αντιβαίνει προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή όταν ο διατάκτης πληροφορείται, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης δεσμευτικής εντολής που του χορηγείται, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια τέτοια κατάσταση.

Οι εντολές που επιβεβαιώνονται υπό τους όρους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο καταγράφονται από τον αρμόδιο κύριο διατάκτη και αναφέρονται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του.

4.  Στην περίπτωση δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία του, ο κύριος διατάκτης συνεχίζει να είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την επιλογή του δευτερεύοντος διατάκτη.

5.  Κατά τη δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και στους αναπληρωτές τους, ο κύριος διατάκτης είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό των συστημάτων διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους. Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης είναι υπεύθυνοι για την κατάλληλη δημιουργία και λειτουργία των συστημάτων αυτών, σύμφωνα με τις οδηγίες του κύριου διατάκτη, καθώς και για τη διαχείριση των κεφαλαίων και των πράξεων που εκτελούν εντός των αντιπροσωπειών της Ένωσης υπό την ευθύνη τους. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, πρέπει να ολοκληρώνουν ειδικές σειρές μαθημάτων κατάρτισης για τα καθήκοντα και τις ευθύνες των διατακτών και για την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 3 έκθεση σχετικά με τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Κάθε χρόνο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν στον κύριο διατάκτη της Επιτροπής δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τα συστήματα εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και σχετικά με τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση και τα αποτελέσματα αυτών, για να μπορέσει ο διατάκτης να υποβάλει τη δική του δήλωση αξιοπιστίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης όταν ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες κατά την απουσία των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Άρθρο 93

Αντιμετώπιση δημοσιονομικών παρατυπιών που διαπράττονται από μέλος του προσωπικού

1.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών της OLAF και της διοικητικής αυτονομίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των οργανισμών της Ένωσης, των Ευρωπαϊκών γραφείων ή φορέων ή προσώπων επιφορτισμένων με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ σε ό,τι αφορά τα μέλη του προσωπικού τους και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, κάθε παράβαση διάταξης του παρόντος κανονισμού ή διάταξης που αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση ή τον έλεγχο πράξεων και η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη μέλους του προσωπικού παραπέμπεται για υποβολή γνώμης στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143 από:

α) την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που είναι υπεύθυνη για τα πειθαρχικά ζητήματα·

β) τον αρμόδιο διατάκτη, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και, κατά την απουσία τους, των αναπληρωτών τους οι οποίοι ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2.

Όταν η επιτροπή ενημερώνεται για ένα ζήτημα απευθείας από μέλος του προσωπικού, διαβιβάζει τον φάκελο στην οικεία αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του θεσμικού οργάνου, οργανισμού της Ένωσης, ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου και ενημερώνει σχετικά το μέλος του προσωπικού. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής για την υπόθεση.

2.  Η αίτηση για γνωμοδότηση της επιτροπής σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 συνοδεύεται από περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και της πράξης ή παράλειψης που η επιτροπή καλείται να αξιολογήσει, καθώς και από σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων για κάθε έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί. Όποτε είναι δυνατόν, οι πληροφορίες προσκομίζονται σε ανώνυμη μορφή.

Πριν από την υποβολή αιτήματος ή τυχόν πρόσθετων πληροφοριών προς την επιτροπή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή ο διατάκτης, ανάλογα με την περίπτωση, παρέχει στο εμπλεκόμενο μέλος του προσωπικού την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αφού κοινοποιήσει σε αυτό τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στον βαθμό που η κοινοποίηση αυτή δεν θίγει σοβαρά τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

3.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143 είναι αρμόδια να αξιολογήσει κατά πόσον, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν σε αυτήν σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τυχόν πρόσθετων πληροφοριών που έχουν ληφθεί, υπήρξε δημοσιονομική παρατυπία. Βάσει της γνώμης της επιτροπής, το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμός της Ένωσης, ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμός ή πρόσωπο αποφασίζει σχετικά με τις ενδεδειγμένες περαιτέρω ενέργειες, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Αν η επιτροπή εντοπίσει συστημικά προβλήματα, απευθύνει σύσταση στον διατάκτη και στον κύριο διατάκτη, εκτός εάν ο τελευταίος είναι το εμπλεκόμενο μέλος του προσωπικού, καθώς και στον εσωτερικό ελεγκτή.

4.  Όταν εκδίδει τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η επιτροπή απαρτίζεται από τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 143 παράγραφος 2, καθώς και από τα ακόλουθα τρία επιπλέον μέλη, τα οποία διορίζονται αφού ληφθεί υπόψη η ανάγκη αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων:

α) έναν εκπρόσωπο της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που είναι υπεύθυνη για τα πειθαρχικά ζητήματα στο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, στον οργανισμό της Ένωσης, στο ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμό ή πρόσωπο·

β) ένα μέλος που διορίζεται από την επιτροπή προσωπικού του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, οργανισμού της Ένωσης, ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου·

γ) ένα μέλος της Νομικής Υπηρεσίας του θεσμικού οργάνου της Ένωσης που απασχολεί το ενδιαφερόμενο μέλος του προσωπικού.

Όταν η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, του οικείου οργανισμού της Ένωσης, του οικείου ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου.

5.  Η επιτροπή δεν έχει εξουσίες έρευνας. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι οργανισμοί της Ένωσης, το οικείο ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμός ή πρόσωπο συνεργάζονται με την επιτροπή, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι αυτή διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να διατυπώσει τη γνώμη της.

6.  Εάν η επιτροπή θεωρεί ότι η υπόθεση είναι αρμοδιότητας της OLAF, διαβιβάζει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, τον φάκελο της υπόθεσης αμελλητί στην οικεία αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ενημερώνει αμέσως την OLAF σχετικά.

7.  Τα κράτη μέλη στηρίζουν πλήρως την Ένωση στη διεκδίκηση επανόρθωσης, δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εις βάρος έκτακτου προσωπικού για το οποίο ισχύει το άρθρο 2 στοιχείο ε) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



Τμήμα 3

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους και τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 94

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους

Ο υπόλογος, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, υπέχει πειθαρχική ή χρηματική ευθύνη. Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του:

α) η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β) η αδικαιολόγητη μεταβολή τραπεζικών λογαριασμών ή τρεχούμενων ταχυδρομικών λογαριασμών·

γ) η διενέργεια εισπράξεων ή πληρωμών που δεν είναι σύμφωνες με τα αντίστοιχα εντάλματα είσπραξης ή πληρωμής·

δ) η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.

Άρθρο 95

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του υπολόγου πάγιων προκαταβολών:

α) η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β) η αδυναμία αιτιολόγησης με κανονικά παραστατικά των πληρωμών που πραγματοποιεί·

γ) η διενέργεια πληρωμών σε άλλους πέραν όσων τις δικαιούνται·

δ) η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Πράξεις εσόδων



Τμήμα 1

Απόδοση των ιδίων πόρων

Άρθρο 96

Ίδιοι πόροι

1.  Τα έσοδα που δημιουργούνται από τους ιδίους πόρους, όπως αναφέρονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ εγγράφονται στον προϋπολογισμό και εκφράζονται σε ευρώ. Η απόδοσή των αντίστοιχων ίδιων πόρων πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

2.  Ο διατάκτης καταρτίζει χρονοδιάγραμμα προβλέψεων της απόδοσης, στην Επιτροπή, των ιδίων πόρων που καθορίζονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Η βεβαίωση και η είσπραξη των ιδίων πόρων πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη ρύθμιση που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή της εν λόγω απόφασης.

Για λογιστικούς σκοπούς, ο αρμόδιος διατάκτης εκδίδει ένταλμα είσπραξης για τις πιστώσεις και τις χρεώσεις στον λογαριασμό για τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.



Τμήμα 2

Πρόβλεψη απαιτήσεων

Άρθρο 97

Πρόβλεψη απαιτήσεων

1.  Όταν ο αρμόδιος διατάκτης διαθέτει επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με κάθε μέτρο ή κατάσταση που μπορεί να δημιουργήσει απαίτηση της Ένωσης, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε πρόβλεψη της απαίτησης.

2.  Η πρόβλεψη της απαίτησης προσαρμόζεται από τον αρμόδιο διατάκτη μόλις υποπέσει στην αντίληψή του τροποποίηση του μέτρου ή αλλαγή της κατάστασης που οδήγησε στην πρόβλεψη της απαίτησης.

Κατά την έκδοση εντάλματος είσπραξης για μέτρο ή κατάσταση που είχε οδηγήσει προηγουμένως σε πρόβλεψη απαίτησης, η οικεία πρόβλεψη προσαρμόζεται ανάλογα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Εάν το ένταλμα είσπραξης εκδοθεί για το ίδιο ποσό με την αρχική πρόβλεψη της απαίτησης, η πρόβλεψη αυτή μηδενίζεται.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ίδιοι πόροι που προσδιορίζονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ και οι οποίοι καταβάλλονται κατά τακτά διαστήματα από τα κράτη μέλη δεν αποτελούν το αντικείμενο πρόβλεψης απαίτησης πριν από την απόδοση στην Επιτροπή των αντίστοιχων ποσών από τα κράτη μέλη. Αποτελούν αντικείμενο εντάλματος είσπραξης εκδιδόμενου από τον αρμόδιο διατάκτη.



Τμήμα 3

Βεβαίωση απαιτήσεων

Άρθρο 98

Βεβαίωση απαιτήσεων

1.  Για τη βεβαίωση μιας απαίτησης, ο αρμόδιος διατάκτης:

α) επαληθεύει την ύπαρξη οφειλής·

β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την πραγματική υπόσταση και το ποσό της οφειλής· και

γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή.

Η βεβαίωση απαίτησης συνιστά αναγνώριση του δικαιώματος της Ένωσης έναντι ενός οφειλέτη και σύσταση δικαιώματος απαίτησης από τον οφειλέτη να προβεί στην εξόφληση της οφειλής του.

2.  Κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης με το οποίο ο υπεύθυνος διατάκτης δίνει εντολή στον υπόλογο να εισπράξει το ποσό. Ακολουθείται από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες κινείται διαδικασία παραίτησης άμεσα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4. Το ένταλμα είσπραξης και το χρεωστικό σημείωμα εκδίδονται αμφότερα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Ο διατάκτης αποστέλλει το χρεωστικό σημείωμα αμέσως μετά τη βεβαίωση της απαίτησης και το αργότερο εντός διαστήματος πέντε ετών από τη χρονική στιγμή κατά την οποία το θεσμικό όργανο της Ένωσης ήταν, υπό κανονικές συνθήκες, σε θέση να απαιτήσει την εξόφληση της οφειλής. Το εν λόγω διάστημα δεν ισχύει για τις περιπτώσεις στις οποίες ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνει ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από το θεσμικό όργανο της Ένωσης, η καθυστέρηση στην ανάληψη ενεργειών προκλήθηκε από πράξεις του οφειλέτη.

3.  Προκειμένου να βεβαιώσει απαίτηση, ο αρμόδιος διατάκτης διασφαλίζει ότι:

α) η απαίτηση είναι συγκεκριμένη, δηλαδή ότι δεν συνοδεύεται από όρους·

β) η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, προσδιορισμένη σε χρήμα και με ακρίβεια·

γ) η απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη και δεν π υπόκειται σε προθεσμία·

δ) ο προσδιορισμός του οφειλέτη είναι ακριβής·

ε) ο καταλογισμός στον προϋπολογισμό των προς είσπραξη ποσών είναι ορθός·

στ) τα δικαιολογητικά έγγραφα είναι εντάξει· και

ζ) τηρείται η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 101 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) ή β).

4.  Με το χρεωστικό σημείωμα πληροφορείται ο οφειλέτης ότι:

α) η Ένωση βεβαίωσε την απαίτηση αυτή·

β) εάν η εξόφληση της οφειλής πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο χρεωστικό σημείωμα, δεν οφείλεται τόκος υπερημερίας·

γ) η μη καταβολή οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) του παρόντος εδαφίου, γεννά τόκους με το επιτόκιο το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 99, και με την επιφύλαξη τυχόν εφαρμογής ειδικών κανονιστικών διατάξεων·

δ) σε περίπτωση μη καταβολής οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β), το αντίστοιχο θεσμικό όργανο της Ένωσης πραγματοποιεί την είσπραξη της οφειλής είτε με συμψηφισμό είτε με κατάπτωση τυχόν εγγύησης που έχει κατατεθεί εκ των προτέρων·

ε) ο υπόλογος είναι δυνατόν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να πραγματοποιήσει την είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) οσάκις τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης διότι έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Ένωση ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο οφειλέτης για τους λόγους και την ημερομηνία της είσπραξης με συμψηφισμό·

στ) αν μετά το πέρας των σταδίων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) της παρούσας παραγράφου δεν επιτευχθεί η πλήρης είσπραξη, το θεσμικό όργανο της Ένωσης προβαίνει στην είσπραξη με αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου που θα αποκτήσει, είτε σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 2, είτε διά της δικαστικής οδού.

Στις περιπτώσεις που, μετά από επαλήθευση των στοιχείων του οφειλέτη ή με βάση άλλες συναφείς πληροφορίες που είναι γνωστές τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι σαφές ότι η οφειλή εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 101 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) ή β), ή ότι το χρεωστικό σημείωμα δεν έχει αποσταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο διατάκτης, αφού βεβαιώσει την απαίτηση, αποφασίζει να προχωρήσει κατευθείαν στην παραίτηση σύμφωνα με το άρθρο 101 χωρίς αποστολή χρεωστικού σημειώματος, σε συμφωνία με τον υπόλογο.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο διατάκτης εκτυπώνει το χρεωστικό σημείωμα και το αποστέλλει στον οφειλέτη. Ο υπόλογος ενημερώνεται σχετικά με την αποστολή του χρεωστικού σημειώματος μέσω του κεντρικού συστήματος χρηματοπιστωτικών πληροφοριών.

5.  Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ανακτώνται.

Άρθρο 99

Τόκοι υπερημερίας

1.  Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων που απορρέουν από την εφαρμογή ειδικών κανονισμών, κάθε απαίτηση που δεν έχει καταβληθεί κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) αποφέρει τόκους σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.  Με εξαίρεση την περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, επί των απαιτήσεων που δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία, προσαυξημένο κατά:

α) οκτώ εκατοστιαίες μονάδες όταν το γενεσιουργό αίτιο της απαίτησης είναι σύμβαση αγαθών ή σύμβαση υπηρεσιών,

β) τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

3.  Οι τόκοι υπολογίζονται από την ημερολογιακή ημέρα που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), έως την ημερολογιακή ημέρα κατά την οποία εξοφλείται πλήρως η οφειλή.

Το ένταλμα είσπραξης που αντιστοιχεί στο ποσό των τόκων υπερημερίας εκδίδεται όταν πράγματι εισπραχθούν οι τόκοι αυτοί.

4.  Στην περίπτωση των προστίμων ή άλλων κυρώσεων, επί των απαιτήσεων που δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εγκρίθηκε η απόφαση επιβολής προστίμου ή άλλης κύρωσης, προσαυξημένο κατά:

α) μιάμιση εκατοστιαία μονάδα όταν ο οφειλέτης καταθέτει χρηματική εγγύηση αποδεκτή από τον υπόλογο αντί πληρωμής·

β) τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Εάν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, αυξήσει το ποσό ενός προστίμου ή άλλης ποινής, ο τόκος επί του ποσού της αύξησης προσμετράται από την ημερομηνία της απόφασης του Δικαστηρίου.

5.  Στις περιπτώσεις στις οποίες το συνολικό επιτόκιο είναι αρνητικό ορίζεται σε μηδέν τοις εκατό.



Τμήμα 4

Εντολή είσπραξης

Άρθρο 100

Εντολή είσπραξης

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης, με την έκδοση εντάλματος είσπραξης, παραγγέλλει στον υπόλογο, να εισπράξει απαίτηση την οποία ο αρμόδιος διατάκτης έχει βεβαιώσει («εντολή είσπραξης»).

2.  Ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης μπορεί να διατυπώσει επίσημα τη βεβαίωση απαίτησης εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών μελών, σε απόφαση που αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ.

Εάν το απαιτεί η αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να ζητούν από την Επιτροπή να εκδώσει μια τέτοια εκτελεστή απόφαση υπέρ τους για απαιτήσεις που προκύπτουν σε σχέση με υπαλλήλους ή σε σχέση με μέλη ή πρώην μέλη θεσμικού οργάνου της Ένωσης, εφόσον τα εν λόγω θεσμικά όργανα έχουν συμφωνήσει με την Επιτροπή επί των πρακτικών λεπτομερειών για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Οι εξαιρετικές περιστάσεις αυτές λογίζεται ότι συντρέχουν όταν δεν διαφαίνεται πιθανότητα εκούσιας πληρωμής και είσπραξης της οφειλής με συμψηφισμό από το θεσμικό όργανο της Ένωσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 101 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραίτηση από την είσπραξη της οφειλής δυνάμει του άρθρου 101 παράγραφοι 2 και 3. Σε όλες τις περιπτώσεις, η εκτελεστή απόφαση προσδιορίζει ότι τα ποσά των απαιτήσεων εγγράφονται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αντιστοιχεί στο σχετικό θεσμικό όργανο της Ένωσης, το οποίο και ενεργεί ως διατάκτης. Τα έσοδα εγγράφονται ως γενικά έσοδα, εκτός εάν συνιστούν έσοδα ειδικού προορισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 3.

Το αιτούν θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει την Επιτροπή για οιοδήποτε γεγονός ενδέχεται να τροποποιήσει την είσπραξη και παρεμβαίνει υπέρ της Επιτροπής σε περίπτωση προσφυγής κατά της εκτελεστής απόφασης.



Τμήμα 5

Είσπραξη

Άρθρο 101

Κανόνες περί είσπραξης

1.  Ο υπόλογος αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενταλμάτων είσπραξης των απαιτήσεων που έχουν εκδοθεί κατά τα δέοντα από τον αρμόδιο διατάκτη. Ο υπόλογος επιδεικνύει επιμέλεια για την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων της Ένωσης και μεριμνά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της.

Η μερική εξόφληση εκ μέρους οφειλέτη για τον οποίο έχουν εκδοθεί διάφορα εντάλματα είσπραξης καλύπτει πρώτα την παλαιότερη απαίτηση κατ’ αυτού εκτός εάν ο οφειλέτης ορίσει άλλως. Τυχόν μερικές εξοφλήσεις καλύπτουν πρώτα τους τόκους.

Ο υπόλογος εισπράττει τα οφειλόμενα στον προϋπολογισμό ποσά συμψηφίζοντάς τα σύμφωνα με το άρθρο 102.

2.  Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν το προβλέψιμο κόστος της είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της προς είσπραξη απαίτησης και η παραίτηση δεν θα έθιγε την εικόνα της Ένωσης·

β) όταν είναι αδύνατη η είσπραξη της απαίτησης λόγω της παλαιότητάς της, της καθυστέρησης στην αποστολή του χρεωστικού σημειώματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 παράγραφος 2, της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ή άλλων διαδικασιών αφερεγγυότητας·

γ) όταν η είσπραξη θίγει την αρχή της αναλογικότητας.

Όταν ο αρμόδιος διατάκτης προτίθεται να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, μεριμνά ώστε η παραίτηση να είναι κανονική και σύμφωνη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της αναλογικότητας. Η απόφαση παραίτησης από την είσπραξη είναι αιτιολογημένη. Ο διατάκτης δύναται να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα για την απόφαση σχετικά με την εν λόγω παραίτηση.

3.  Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ο αρμόδιος διατάκτης ενεργεί σύμφωνα με τις προκαθορισμένες διαδικασίες που ισχύουν σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης και εφαρμόζει τα ακόλουθα κριτήρια που είναι υποχρεωτικά και ισχύουν σε κάθε περίσταση:

α) τα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παρατυπίας που οδήγησε στη βεβαίωση απαίτησης (απάτη, υποτροπή, πρόθεση, επιμέλεια, καλή πίστη, πρόδηλο σφάλμα)·

β) τον αντίκτυπο που θα είχε η παραίτηση από την είσπραξη της απαίτησης στη λειτουργία της Ένωσης και στα οικονομικά της συμφέροντα (ποσό που αφορά η απαίτηση, κίνδυνος δημιουργίας προηγουμένου, υπονόμευση των κανόνων δικαίου).

4.  Αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης, ο αρμόδιος διατάκτης λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόσθετα κριτήρια:

α) την ενδεχόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα συνεπαγόταν η παραίτηση από την είσπραξη της απαίτησης·

β) την οικονομική και κοινωνική ζημία που θα προέκυπτε από την πλήρη είσπραξη της απαίτησης.

5.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διαβιβάζει κάθε έτος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τις παραιτήσεις στις οποίες προβαίνει το εν λόγω θεσμικό όργανο της Ένωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Οι πληροφορίες σχετικά με τις παραιτήσεις κάτω των 60 000  EUR θα παρέχονται υπό τη μορφή συνολικού ποσού. Στην περίπτωση της Επιτροπής, η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην περίληψη των ετήσιων εκθέσεων πεπραγμένων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9.

6.  Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να ακυρώσει βεβαιωθείσα απαίτηση εν όλω ή εν μέρει. Η μερική ακύρωση βεβαιωθείσας απαίτησης δεν συνεπάγεται παραίτηση από την υπόλοιπη βεβαιωθείσα απαίτηση της Ένωσης.

Σε περίπτωση σφάλματος, ο αρμόδιος διατάκτης ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει τη βεβαιωθείσα απαίτηση και παρέχει κατάλληλη αιτιολόγηση.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ορίζει στους εσωτερικούς κανόνες του τους όρους και τη διαδικασία για την παραχώρηση της εξουσίας ακύρωσης βεβαιωθείσας απαίτησης.

7.  Τα κράτη μέλη έχουν πρωταρχική αρμοδιότητα για τη διενέργεια λογιστικών και λοιπών ελέγχων και για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Κατά το μέτρο που τα κράτη μέλη εντοπίζουν και διορθώνουν παρατυπίες για ίδιο λογαριασμό, εξαιρούνται από τις δημοσιονομικές διορθώσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή σε σχέση με τις συγκεκριμένες παρατυπίες.

8.  Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις για τα κράτη μέλη προκειμένου να αποκλείσει δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται κατά παράβαση της νομοθεσίας από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Η Επιτροπή βασίζει τις δημοσιονομικές της διορθώσεις στον εντοπισμό αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και στις επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό. ►C2  Εάν αυτά τα ποσά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, η Επιτροπή δύναται να εφαρμόζει διορθώσεις κατά παρέκταση ή βάσει ενιαίου συντελεστή, σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες. ◄

Όταν αποφασίζει σχετικά με το ποσό της δημοσιονομικής διόρθωσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης της εφαρμοστέας νομοθεσίας και τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένων των ελλείψεων στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου.

Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό δημοσιονομικών διορθώσεων και η διαδικασία που ακολουθείται είναι δυνατόν να θεσπίζονται στο πλαίσιο των ειδικών τομεακών κανόνων.

9.   ►C2  Η μεθοδολογία για την εφαρμογή διορθώσεων κατά παρέκταση ή βάσει ενιαίου συντελεστή θεσπίζεται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες και με στόχο να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. ◄

Άρθρο 102

Είσπραξη με συμψηφισμό

1.  Όταν ο οφειλέτης έχει έναντι της Ένωσης ή του εκτελεστικού οργανισμού, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, απαίτηση βεβαία σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 98 παράγραφος 3 στοιχείο α), η οποία ανέρχεται σε συγκεκριμένο ποσό, είναι απαιτητή, και αναφέρεται σε ποσό προκύπτον από ένταλμα πληρωμής, ο υπόλογος εισπράττει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα βεβαιωμένα προς είσπραξη ποσά με συμψηφισμό.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι αναγκαία η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και όταν ο υπόλογος έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Ένωση ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, ο υπόλογος δύναται να εισπράττει το ποσό αυτό με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Ο υπόλογος δύναται επίσης να προβαίνει σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εφόσον συμφωνήσει ο οφειλέτης.

2.  Προτού προβεί σε οποιαδήποτε είσπραξη κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο υπόλογος συμβουλεύεται τον αρμόδιο διατάκτη και ενημερώνει τους εμπλεκόμενους οφειλέτες, εκτός των άλλων για τα μέσα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 133.

Όταν οφειλέτης είναι εθνική αρχή ή διοικητική οντότητα κράτους μέλους, ο υπόλογος ενημερώνει επίσης το οικείο κράτος μέλος σχετικά με την πρόθεσή του να προσφύγει σε είσπραξη μέσω συμψηφισμού τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν προβεί σε αυτό. Ωστόσο, σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος ή την εμπλεκόμενη διοικητική οντότητα, ο υπόλογος δύναται να προβεί σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν εκπνεύσει η εν λόγω προθεσμία.

3.  Ο συμψηφισμός κατά την παράγραφο 1 έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πληρωμή και απαλλάσσει την Ένωση από το ποσό της οφειλής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους οφειλόμενους τόκους.

Άρθρο 103

Διαδικασία είσπραξης ελλείψει εκούσιας πληρωμής

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, και εφόσον δεν εισπραχθεί ολόκληρο το ποσό εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ο υπόλογος ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο διατάκτη και κινεί αμελλητί τη διαδικασία είσπραξης με κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανόμενης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ανάκτησης με εκτέλεση τυχόν εγγύησης που έχει συσταθεί εκ των προτέρων.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, όταν δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο τρόπος είσπραξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και ο οφειλέτης δεν κατέβαλε την πληρωμή ανταποκρινόμενος στην επιστολή οχλήσεως που του απηύθυνε ο υπόλογος, ο τελευταίος προβαίνει στην είσπραξη με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης περί ανάκτησης είτε βάσει του άρθρου 100 παράγραφος 2 είτε με ένδικο βοήθημα.

Άρθρο 104

Παράταση προθεσμιών πληρωμής

Πρόσθετη προθεσμία για την πληρωμή μπορεί να χορηγηθεί από τον υπόλογο, σε συνεννόηση με τον αρμόδιο διατάκτη, μόνο μετά από γραπτό, δεόντως αιτιολογημένο αίτημα του οφειλέτη και υπό τους ακόλουθους όρους:

α) ο οφειλέτης δεσμεύεται να καταβάλλει τόκους με το επιτόκιο που καθορίζεται στο άρθρο 99 για ολόκληρη την πρόσθετη περίοδο που του παραχωρείται, με αφετηρία την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

β) προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα της Ένωσης, ο οφειλέτης συστήνει χρηματική εγγύηση, αποδεκτή από τον υπόλογο του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, η οποία καλύπτει την οφειλή που δεν έχει εισπραχθεί ακόμη ως προς το κεφάλαιο και ως προς τους τόκους.

Η εγγύηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της πρώτης παραγράφου δύναται να αντικατασταθεί από προσωπική και εις ολόκληρον εγγύηση τρίτου την οποία εγκρίνει ο υπόλογος του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, ο υπόλογος δύναται να παράσχει απαλλαγή από την υποχρέωση σύστασης εγγύησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της πρώτης παραγράφου, εφόσον κρίνει ότι ο οφειλέτης είναι μεν πρόθυμος και μπορεί να καταβάλει την πληρωμή εντός της παραταθείσας προθεσμίας πλην όμως δεν είναι σε θέση να προβεί στη σύσταση της εν λόγω εγγύησης και βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής δυσχέρειας.

Άρθρο 105

Προθεσμία παραγραφής

1.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων ειδικών κανονισμών και της εφαρμογής της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, οι απαιτήσεις της Ένωσης έναντι τρίτων, καθώς και οι απαιτήσεις τρίτων έναντι της Ένωσης υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

2.  Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων της Ένωσης έναντι τρίτων αρχίζει να υπολογίζεται από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων τρίτων έναντι της Ένωσης αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η εξόφληση της απαίτησης καθίσταται απαιτητή σύμφωνα με την αντίστοιχη νομική δέσμευση.

3.  Η περίοδος παραγραφής των απαιτήσεων της Ένωσης έναντι τρίτων διακόπτεται με οποιαδήποτε πράξη θεσμικού οργάνου ή κράτους μέλους της Ένωσης που ενεργεί αιτήσει θεσμικού οργάνου της Ένωσης, η οποία κοινοποιείται στον τρίτο με σκοπό την είσπραξη της οφειλής.

Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων τρίτων έναντι της Ένωσης διακόπτεται με οποιαδήποτε πράξη κοινοποιούμενη στην Ένωση από πιστωτή ή εξ ονόματος πιστωτή με σκοπό την είσπραξη της οφειλής.

4.  Την επομένη της διακοπής κατά την παράγραφο 3 αρχίζει να ισχύει νέα προθεσμία παραγραφής πέντε ετών.

5.  Οποιαδήποτε δικαστική προσφυγή σχετική με απαίτηση κατά την παράγραφο 2, συμπεριλαμβανόμενων των προσφυγών ενώπιον δικαστηρίου το οποίο στη συνέχεια δηλώνει αναρμόδιο, διακόπτει την προθεσμία παραγραφής. Η νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει μόνον αφότου εκδοθεί απόφαση με ισχύ δεδικασμένου ή επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των ίδιων μερών και για την ίδια υπόθεση.

6.  Όταν ο υπόλογος παραχωρεί στον οφειλέτη επιπλέον προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 104, τούτο θεωρείται ότι συνιστά διακοπή της προθεσμίας παραγραφής. Η νέα πενταετής περίοδος παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την επομένη της εκπνοής της παράτασης της προθεσμίας πληρωμής.

7.  Οι απαιτήσεις της Ένωσης δεν εισπράττονται μετά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 6.

Άρθρο 106

Εθνική μεταχείριση των απαιτήσεων της Ένωσης

Σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις της Ένωσης έχουν την ίδια προτιμησιακή μεταχείριση με τις ανάλογες απαιτήσεις δημόσιων φορέων στα κράτη μέλη όπου διεξάγεται η διαδικασία αφερεγγυότητας.

Άρθρο 107

Πρόστιμα, λοιπές χρηματικές ποινές, κυρώσεις και παραγόμενοι τόκοι που επιβάλλονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης

1.  Τα ποσά που εισπράττονται ως πρόστιμα, λοιπές χρηματικές ποινές και κυρώσεις, και κάθε παραγόμενος τόκος ή άλλα έσοδα που δημιουργούνται από αυτά δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό ενόσω οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται είναι ή μπορούν ακόμη να γίνουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγγράφονται στον προϋπολογισμό όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων. Σε δεόντως αιτιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις ή αν εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα μετά την 1η Σεπτεμβρίου του εκάστοτε οικονομικού έτους, τα ποσά μπορούν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους.

Τα ποσά που πρέπει, σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιστραφούν στην οντότητα που τα έχει καταβάλει δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

3.  Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις αποφάσεις εκκαθάρισης λογαριασμών ή δημοσιονομικών διορθώσεων.

Άρθρο 108

Ανάκτηση προστίμων, άλλων χρηματικών ποινών ή κυρώσεων που επιβλήθηκαν από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης

1.  Όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης θεσμικού οργάνου της Ένωσης με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, άλλη χρηματική ποινή ή κύρωση δυνάμει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης Ευρατόμ, και έως ότου εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα, ο οφειλέτης είτε εξοφλεί προσωρινά τα σχετικά ποσά καταβάλλοντάς τα στον τραπεζικό λογαριασμό που ορίζει ο υπόλογος της Επιτροπής είτε καταθέτει αποδεκτή για τον υπόλογο της Επιτροπής χρηματική εγγύηση. Η εγγύηση είναι ανεξάρτητη από την υποχρέωση καταβολής του προστίμου, της άλλης ποινής ή κύρωσης και μπορεί να εκτελεσθεί κατόπιν αιτήσεως. Καλύπτει την απαίτηση ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο και τους τόκους που υπολογίζονται κατά το άρθρο 99 παράγραφος 4.

2.  Η Επιτροπή ασφαλίζει τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά επενδύοντάς τα σε χρηματοπιστωτικά στοιχεία και με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζει ασφάλεια και ρευστότητα σε σχέση με τα εν λόγω ποσά επιδιώκοντας συγχρόνως θετική απόδοση.

3.  Αφού εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα και εφόσον το πρόστιμο, η χρηματική ποινή ή η κύρωση επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν η απόφαση επιβολής τέτοιου προστίμου, χρηματικής ποινής ή κύρωσης δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνεται ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά και οι αποδόσεις αυτών εγγράφονται στον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 2·

β) εφόσον έχει συσταθεί χρηματοοικονομική εγγύηση, αυτή καταπίπτει και τα σχετικά ποσά εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

Εφόσον το ποσό του προστίμου, της χρηματικής ποινής ή της κύρωσης έχει αυξηθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου έως του ποσού της αρχικής απόφασης του θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή, κατά περίπτωση, του ποσού που ορίζεται σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας. Ο υπόλογος της Επιτροπής προβαίνει στην είσπραξη του ποσού που αντιστοιχεί στην αύξηση και τους οφειλόμενους τόκους κατά το άρθρο 99 παράγραφος 4, τα οποία εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

4.  Αφού εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα και εφόσον το πρόστιμο, άλλη χρηματική ποινή ή η κύρωση έχει ακυρωθεί ή το ύψος έχει μειωθεί, λαμβάνεται ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά ή σε περίπτωση μείωσης, το αντίστοιχο μέρος αυτών συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιστροφών επιστρέφονται στον εμπλεκόμενο τρίτο·

β) σε περίπτωση που έχει συσταθεί χρηματοοικονομική εγγύηση, αυτή αποδεσμεύεται αναλόγως.

Στις περιπτώσεις του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, όταν η συνολική απόδοση του προσωρινώς εισπραχθέντος ποσού υπήρξε αρνητική, η υποστείσα ζημία αφαιρείται από το ποσό που πρέπει να επιστραφεί.

Άρθρο 109

Αντισταθμιστικοί τόκοι

Με την επιφύλαξη των άρθρων 99 παράγραφος 2 και 116 παράγραφος 5 και για περιπτώσεις εκτός των προστίμων, των χρηματικών ποινών και των κυρώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 107 και 108, για τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ως αποτέλεσμα φιλικού διακανονισμού, ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τις κύριες πράξεις της επαναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την πρώτη ημερολογιακή ημέρα κάθε μήνα. Το επιτόκιο δεν είναι αρνητικό. Το επιτόκιο υπολογίζεται από την ημερομηνία πληρωμής του ποσού που πρέπει να επιστραφεί έως την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητή η επιστροφή.

Στις περιπτώσεις στις οποίες το συνολικό επιτόκιο είναι αρνητικό, ορίζεται σε μηδέν τοις εκατό.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Πράξεις δαπανών

Άρθρο 110

Αποφάσεις χρηματοδότησης

1.  Της δημοσιονομικής δέσμευσης προηγείται απόφαση χρηματοδότησης που εκδίδεται από το θεσμικό όργανο της Ένωσης ή από την αρχή την οποία εξουσιοδοτεί το θεσμικό όργανο της Ένωσης. Οι αποφάσεις χρηματοδότησης είναι ετήσιες ή πολυετείς.

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στην περίπτωση των πιστώσεων για τη λειτουργία κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης στο πλαίσιο της διοικητικής του αυτονομίας, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο ε) μπορούν να εκτελεσθούν χωρίς βασική πράξη, των δαπανών διοικητικής υποστήριξης και των συνεισφορών των οργανισμών της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71.

2.  Η απόφαση χρηματοδότησης συνιστά ταυτόχρονα το ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα εργασίας και εγκρίνεται, κατά περίπτωση, το ταχύτερο δυνατό μετά την έγκριση του σχεδίου προϋπολογισμού και, καταρχήν, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του έτους εκτέλεσης. Αν η σχετική βασική πράξη προβλέπει ειδικούς όρους για την έγκριση απόφασης χρηματοδότησης ή προγράμματος εργασίας ή αμφοτέρων, οι εν λόγω όροι εφαρμόζονται στο μέρος της απόφασης χρηματοδότησης που αποτελούν το πρόγραμμα εργασίας, σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της εν λόγω βασικής πράξης. Το μέρος που αποτελεί το πρόγραμμα εργασίας δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης αμέσως μετά την έγκρισή του και πριν την εκτέλεσή του. Η απόφαση χρηματοδότησης ορίζει το συνολικό ποσό που καλύπτει και περιλαμβάνει περιγραφή των ενεργειών που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν. Ορίζει ειδικά:

α) τη βασική πράξη και τη γραμμή του προϋπολογισμού·

β) τους επιδιωκόμενους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα·

γ) τις μεθόδους εφαρμογής·

δ) τυχόν επιπλέον πληροφορίες που απαιτούνται από τη βασική πράξη για το πρόγραμμα εργασίας.

3.  Επιπροσθέτως με τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η απόφαση χρηματοδότησης ορίζει τα ακόλουθα:

α) για τις επιχορηγήσεις: το είδος των αιτούντων στους οποίους στοχεύει η πρόσκληση υποβολής προτάσεων ή η απευθείας ανάθεση· το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για επιχορηγήσεις·

β) για τις δημόσιες προμήθειες: το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για τις δημόσιες προμήθειες·

γ) για τις συνεισφορές σε καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 234, τις πιστώσεις που διατίθενται για το καταπιστευματικό ταμείο στη διάρκεια του έτους καθώς και τα ποσά που προγραμματίζονται για τη διάρκειά του από τον προϋπολογισμό καθώς και από άλλους δωρητές·

δ) για τα βραβεία: το είδος των συμμετεχόντων στο οποίο στοχεύει ο διαγωνισμός, το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για τον διαγωνισμό και ειδική αναφορά στα βραβεία μοναδιαίας αξίας 1 000 000  EUR και άνω·

ε) για τα χρηματοδοτικά μέσα: το ποσό που διατίθεται στο χρηματοδοτικό μέσο·

στ) σε περίπτωση έμμεσης διαχείρισης: το πρόσωπο ή την οντότητα που συμμετέχει στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ή τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την επιλογή του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω οντότητας·

ζ) για τις συνεισφορές σε συνδυαστικούς μηχανισμούς ή σε πλατφόρμες: το ποσό που διατίθεται στον συνδυαστικό μηχανισμό ή την πλατφόρμα και τον κατάλογο των οντοτήτων που συμμετέχουν στον συνδυαστικό μηχανισμό ή την πλατφόρμα·

η) για τις ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ : το ποσό της ετήσιας πρόβλεψης και, κατά περίπτωση, το ποσό της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ που αποδεσμεύεται.

4.  Ο κύριος διατάκτης δύναται να προσθέτει όποιες συμπληρωματικές πληροφορίες κρίνει κατάλληλες είτε στην αντίστοιχη απόφαση χρηματοδότησης που συνιστά το πρόγραμμα εργασίας είτε σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Μια απόφαση πολυετούς χρηματοδότησης είναι συμβατή με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 41 παράγραφος 2 και καθιστά σαφές ότι η εφαρμογή της απόφασης εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα δημοσιονομικών πιστώσεων για τα αντίστοιχα οικονομικά έτη μετά την έγκριση του προϋπολογισμού ή όπως προβλέπεται στο σύστημα των προσωρινών δωδεκατημορίων.

5.  Με την επιφύλαξη ειδικής διάταξης της βασικής πράξης, κάθε ουσιώδης μεταβολή σε απόφαση χρηματοδότησης που έχει ήδη εκδοθεί ακολουθεί την ίδια διαδικασία με την αρχική απόφαση.

Άρθρο 111

Πράξεις δαπανών

1.  Κάθε δαπάνη αποτελεί αντικείμενο ανάληψης, εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής.

Κατά την εκπνοή των περιόδων που αναφέρονται στο άρθρο 114, το μη εκτελεσθέν υπόλοιπο αυτών των δημοσιονομικών δεσμεύσεων αποδεσμεύεται.

Κατά την εκτέλεση των πράξεων, ο αρμόδιος διατάκτης μεριμνά ώστε οι δαπάνες να συμμορφώνονται με τις Συνθήκες, τον προϋπολογισμό, τον παρόντα κανονισμό και με τις λοιπές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει των Συνθηκών, καθώς και με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

2.  Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις και οι νομικές δεσμεύσεις εγκρίνονται από τον ίδιο διατάκτη, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Ειδικότερα, στον τομέα της βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας, οι νομικές δεσμεύσεις είναι δυνατό να υπογράφονται από τους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ή, όταν αυτοί απουσιάζουν, από τους αναπληρωτές τους, βάσει των εντολών του αρμόδιου διατάκτη της Επιτροπής, ο οποίος παραμένει, ωστόσο, πλήρως υπεύθυνος για την υποκείμενη πράξη. Το προσωπικό που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα της βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας δύναται να υπογράφει νομικές δεσμεύσεις που συνδέονται με πληρωμές που εκτελούνται από πάγιες προκαταβολές, αξίας έως 2 500  EUR.

Ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομική δέσμευση πριν αναλάβει νομική δέσμευση έναντι τρίτων ή πριν μεταφέρει κεφάλαια σε καταπιστευματικό ταμείο της Ένωσης βάσει του άρθρου 234.

Το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται:

α) στις νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται μετά την κήρυξη καταστάσεως κρίσεως στο πλαίσιο σχεδίων για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ακολουθεί η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο όργανο της Ένωσης στο πλαίσιο της διοικητικής αυτονομίας τους·

β) στην περίπτωση επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας, επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας και βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων, αν η αποτελεσματικότητα της παρέμβασης της Ένωσης απαιτεί την άμεση ανάληψη νομικής δέσμευσης έναντι τρίτων και εάν δεν είναι δυνατός ο εκ των προτέρων καταλογισμός της ατομικής δημοσιονομικής δέσμευσης.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο στοιχείο β), η δημοσιονομική δέσμευση καταλογίζεται αμέσως μετά την ανάληψη νομικής δέσμευσης έναντι τρίτων.

3.  Ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε εκκαθάριση δαπάνης αποδεχόμενος ότι μια δαπάνη επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, έχοντας προηγουμένως ελέγξει τα δικαιολογητικά έγγραφα που πιστοποιούν τα δικαιώματα του πιστωτή σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη νομική δέσμευση, εφόσον υπάρχει νομική δέσμευση. Για τον εν λόγω σκοπό, ο αρμόδιος διατάκτης:

α) επαληθεύει την ύπαρξη των δικαιωμάτων είσπραξης του πιστωτή·

β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την ύπαρξη και το ποσό της απαίτησης με την ένδειξη «βεβαιώνεται η ακρίβεια»·

γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η απαίτηση καθίσταται απαιτητή.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, η εκκαθάριση δαπάνης εφαρμόζεται επίσης στις ενδιάμεσες και τελικές εκθέσεις που δεν συνδέονται με αίτηση πληρωμής· σε αυτές τις περιπτώσεις, οι συνέπειες αφορούν το λογιστικό σύστημα μόνο σε επίπεδο γενικής λογιστικής.

4.  Η απόφαση εκκαθάρισης εκφράζεται μέσω ηλεκτρονικά ασφαλούς υπογραφής, σύμφωνα με το άρθρο 146, από τον αρμόδιο διατάκτη ή από τεχνικά αρμόδιο μέλος του προσωπικού, δεόντως εξουσιοδοτημένο με επίσημη απόφαση του αρμόδιου διατάκτη ή, κατ’ εξαίρεση, για τα μη μηχανογραφημένα έγγραφα, με σφραγίδα η οποία περιλαμβάνει την εν λόγω υπογραφή.

Με την ένδειξη «βεβαιώνεται η ακρίβεια» ο αρμόδιος διατάκτης ή τεχνικά αρμόδιο μέλος του προσωπικού, δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον αρμόδιο διατάκτη, πιστοποιεί:

α) για προχρηματοδοτήσεις: ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στη νομική δέσμευση για την πληρωμή της προχρηματοδότησης·

β) για τις ενδιάμεσες πληρωμές και τις πληρωμές υπολοίπου σε συμβάσεις: ότι οι προβλεπόμενες στη σύμβαση υπηρεσίες έχουν όντως παρασχεθεί, τα αγαθά έχουν όντως παραδοθεί, ή οι εργασίες έχουν όντως εκτελεστεί·

γ) για τις ενδιάμεσες πληρωμές και τις πληρωμές υπολοίπου σε επιχορηγήσεις: ότι η ενέργεια ή το πρόγραμμα εργασίας που εκτελεί ο δικαιούχος συμφωνούν καθ’ όλα με τη σύμβαση ή απόφαση επιχορήγησης, καθώς επίσης, κατά περίπτωση, ότι οι δαπάνες που δήλωσε ο δικαιούχος είναι επιλέξιμες.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) οι εκτιμήσεις κόστους δεν θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο άρθρο 186 παράγραφος 3. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται επίσης στις ενδιάμεσες και τελικές εκθέσεις που δεν συνδέονται με αίτηση πληρωμής.

5.  Προκειμένου να επιτρέψει τη δαπάνη, ο αρμόδιος διατάκτης, αφού προηγουμένως επαληθεύσει ότι οι πιστώσεις είναι διαθέσιμες, εκδίδει εντολή πληρωμής με την οποία ζητά από τον υπόλογο να καταβάλει το ποσό της δαπάνης που έχει ήδη εκκαθαριστεί.

Οσάκις πραγματοποιούνται περιοδικές πληρωμές για παρεχόμενες υπηρεσίες, περιλαμβανομένης της εκμίσθωσης, ή παραδιδόμενα αγαθά, ο διατάκτης δύναται, υπό την αίρεση της ανάλυσης κινδύνων που πραγματοποιεί, να διατάξει την εφαρμογή συστήματος άμεσης χρέωσης από πάγια προκαταβολή. Η διαταγή εφαρμογής τέτοιου συστήματος μπορεί επίσης να γίνει με ρητή εξουσιοδότηση του υπολόγου, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 3.

Άρθρο 112

Είδη δημοσιονομικών δεσμεύσεων

1.  Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις κατατάσσονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) ατομικές: όταν ο αποδέκτης και το ποσό της δαπάνης έχουν προσδιορισθεί·

β) συνολικές: όταν τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της ατομικής δέσμευσης δεν έχει προσδιορισθεί·

γ) προσωρινές: για την κάλυψη των τρεχουσών διαχειριστικών δαπανών του ΕΓΤΕ όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 ή τρεχουσών διαχειριστικών δαπανών στις περιπτώσεις όπου είτε το ποσό είτε οι τελικοί αποδέκτες δεν έχουν προσδιορισθεί οριστικά.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, στοιχείο γ), οι τρέχουσες διοικητικές δαπάνες που σχετίζονται με τις αντιπροσωπείες και τα γραφεία της Ένωσης μπορούν επίσης να καλύπτονται από προσωρινές δεσμεύσεις προϋπολογισμού όταν το ποσό και ο τελικός αποδέκτης έχουν προσδιορισθεί.

2.  Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις για την ανάληψη ενεργειών των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη μπορούν να κατανέμονται σε περισσότερα οικονομικά έτη με ετήσιες δόσεις, μόνον όταν αυτό προβλέπεται από τη βασική πράξη ή όταν αφορούν διοικητικές δαπάνες.

3.  Η συνολική δημοσιονομική δέσμευση πραγματοποιείται βάσει απόφασης χρηματοδότησης.

Η συνολική δημοσιονομική δέσμευση πραγματοποιείται το αργότερο πριν από τη λήψη της απόφασης για τους αποδέκτες και τα ποσά και, όταν η εκτέλεση των σχετικών πιστώσεων συνεπάγεται την έγκριση προγράμματος εργασίας, το νωρίτερο μετά την έγκριση του εν λόγω προγράμματος.

4.  Η συνολική δημοσιονομική δέσμευση υλοποιείται είτε με τη σύναψη συμφωνίας χρηματοδότησης, η οποία προβλέπει τη μεταγενέστερη σύναψη μιας ή περισσότερων νομικών δεσμεύσεων, είτε με την ανάληψη μιας ή περισσότερων νομικών δεσμεύσεων.

Οι χρηματοδοτικές συμβάσεις, οι οποίες υπάγονται στον τομέα της άμεσης χρηματοδοτικής βοήθειας προς τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής στήριξης, και οι οποίες αποτελούν νομικές δεσμεύσεις, μπορούν να οδηγούν σε πληρωμές χωρίς ανάληψη άλλων νομικών δεσμεύσεων.

Στην περίπτωση που η συνολική δημοσιονομική δέσμευση υλοποιείται με τη σύναψη χρηματοδοτικής σύμβασης, η παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται.

5.  Η έγκριση καθεμιάς από τις ατομικές νομικές δεσμεύσεις σε συνέχεια συνολικής δημοσιονομικής δέσμευσης εγγράφεται, πριν από την υπογραφή της, από τον αρμόδιο διατάκτη στην κεντρική λογιστική του προϋπολογισμού με καταλογισμό στη συνολική δημοσιονομική δέσμευση.

6.  Οι προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις υλοποιούνται με την ανάληψη μίας ή περισσότερων νομικών δεσμεύσεων που παρέχουν το δικαίωμα για μεταγενέστερες πληρωμές. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που συνδέονται με δαπάνες διαχείρισης του προσωπικού, δαπάνες μελών ή πρώην μελών θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή με δαπάνες επικοινωνίας στις οποίες υποβάλλονται τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την κάλυψη της επικαιρότητας της Ένωσης, ή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο σημείο 14.5 του παραρτήματος I, είναι δυνατό να υλοποιούνται απευθείας με πληρωμές χωρίς την ανάληψη προηγούμενων νομικών δεσμεύσεων.

Άρθρο 113

Δεσμεύσεις κονδυλίων για πιστώσεις του ΕΓΤΕ

1.  Για κάθε οικονομικό έτος, οι πιστώσεις του ΕΓΤΕ περιλαμβάνουν μη διαχωριζόμενες πιστώσεις για τα έξοδα σχετικά με μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013. Οι δαπάνες που σχετίζονται με τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, με την εξαίρεση των μέτρων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο μη επιχειρησιακής τεχνικής βοήθειας και των συνεισφορών σε εκτελεστικούς οργανισμούς, καλύπτονται με διαχωριζόμενες πιστώσεις.

2.  Οι αποφάσεις της Επιτροπής που καθορίζουν τα ποσά των επιστροφών για τις σχετικές με το ΕΓΤΕ δαπάνες των κρατών μελών συνιστούν συνολικές προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις, οι οποίες δεν υπερβαίνουν το συνολικό ύψος των πιστώσεων στον προϋπολογισμό που εγγράφονται για το ΕΓΤΕ.

3.  Οι συνολικές προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις για το ΕΓΤΕ που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους και δεν καταλήγουν, πριν από την 1η Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, σε δεσμεύσεις με λεπτομερή εγγραφή σε γραμμές του προϋπολογισμού, ακυρώνονται στο πλαίσιο του εν λόγω οικονομικού έτους.

4.  Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις αρχές και τους οργανισμούς που αναφέρονται στους κανόνες σχετικά με το ΕΓΤΕ υπόκεινται, εντός δύο μηνών από την παραλαβή των καταστάσεων που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, σε δέσμευση ανά κεφάλαιο, άρθρο και θέση. Τέτοιες δεσμεύσεις είναι δυνατές και μετά την προθεσμία αυτή των δύο μηνών, οσάκις είναι αναγκαία μια διαδικασία μεταφοράς πιστώσεων αναφερόμενη στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού. Με την εξαίρεση των περιπτώσεων όπου δεν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πληρωμές από τα κράτη μέλη, ή οσάκις η επιλεξιμότητα τίθεται εν αμφιβόλω, τα ποσά καταλογίζονται ως πληρωμές εντός της ίδιας δίμηνης προθεσμίας.

Οι δεσμεύσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου αφαιρούνται από τις συνολικές προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

5.  Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της εξέτασης και αποδοχής των λογαριασμών.

Άρθρο 114

Προθεσμίες για την υποβολή δεσμεύσεων

1.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 111 παράγραφος 2 και 264 παράγραφος 3, οι νομικές δεσμεύσεις που αφορούν ατομικές ή προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις αναλαμβάνονται πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του έτους ν, το οποίο ορίζεται ως το έτος εντός του οποίου έγινε η δημοσιονομική δέσμευση.

2.  Οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις καλύπτουν το συνολικό κόστος των αντίστοιχων νομικών δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους ν+1.

Στις περιπτώσεις όπου η συνολική δημοσιονομική δέσμευση οδηγεί στην απονομή βραβείου το οποίο αναφέρεται στον τίτλο IX, η νομική δέσμευση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 207 παράγραφος 4 αναλαμβάνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου του έτους ν+3.

Όσον αφορά τις εξωτερικές ενέργειες, στις περιπτώσεις όπου η συνολική δημοσιονομική δέσμευση οδηγεί στη σύναψη συμφωνίας χρηματοδότησης με τρίτη χώρα, οι συμφωνίες χρηματοδότησης συνάπτονται έως τις 31 Δεκεμβρίου του έτους ν+1. Σε αυτή την περίπτωση, η συνολική δημοσιονομική δέσμευση καλύπτει το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που υλοποιούν τη συναφθείσα συμφωνία χρηματοδότησης εντός περιόδου τριών ετών από την ημερομηνία σύναψης της χρηματοδοτικής συμφωνίας.

Ωστόσο, στις ακόλουθες περιπτώσεις η συνολική δημοσιονομική δέσμευση καλύπτει το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως το πέρας της περιόδου υλοποίησης της συμφωνίας χρηματοδότησης:

α) ενέργειες πολλαπλών δωρητών·

β) συνδυαστικές πράξεις·

γ) νομικές δεσμεύσεις που αφορούν τον λογιστικό έλεγχο και την αξιολόγηση·

δ) στις ακόλουθες εξαιρετικές περιστάσεις:

i) τροποποιήσεις των νομικών δεσμεύσεων που έχουν ήδη αναληφθεί·

ii) νομικές δεσμεύσεις που πρόκειται να αναληφθούν μετά την πρόωρη λήξη υφιστάμενης νομικής δέσμευσης·

iii) αλλαγές του φορέα υλοποίησης.

3.  Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 δεν ισχύουν για τα ακόλουθα πολυετή προγράμματα που υλοποιούνται μέσω τμηματικών δεσμεύσεων:

α) τον μηχανισμό προενταξιακής βοήθειας που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 231/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 10

β) τον μηχανισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονία που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 232/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 11 ).

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι πιστώσεις αποδεσμεύονται αυτομάτως από την Επιτροπή σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες.

4.  Οι ατομικές και οι προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις για ενέργειες των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη περιλαμβάνουν, εκτός εάν πρόκειται για δαπάνες προσωπικού, καταληκτική ημερομηνία εκτέλεσης που καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους των νομικών δεσμεύσεων στις οποίες παραπέμπουν και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

5.  Τυχόν τμήματα δημοσιονομικών δεσμεύσεων που δεν έχουν εκτελεσθεί με πληρωμές έξι μήνες μετά την καταληκτική ημερομηνία για εκτέλεση αποτελούν αντικείμενο αποδέσμευσης.

6.  Το ποσό δημοσιονομικής δέσμευσης για την οποία δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή κατά την έννοια του άρθρου 115 επί διάστημα δύο ετών μετά τη θέση σε ισχύ της νομικής δέσμευσης, αποδεσμεύεται, εκτός αν το ποσό αυτό σχετίζεται με υποθέσεις που τελούν υπό εξέταση ενώπιον δικαστηρίων ή διαιτητικών φορέων, στις οποίες η νομική δέσμευση έχει τη μορφή συμφωνίας χρηματοδότησης με τρίτη χώρα, ή σε περίπτωση ύπαρξης ειδικών διατάξεων σε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Άρθρο 115

Είδη πληρωμών

1.  Η πληρωμή των δαπανών πραγματοποιείται από τον υπόλογο εντός του ορίου των διαθέσιμων χρηματικών ποσών.

2.  Η πληρωμή στηρίζεται στην απόδειξη ότι η αντίστοιχη ενέργεια είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της σύμβασης, της συμφωνίας ή της βασικής πράξης και καλύπτει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες πράξεις:

α) πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών·

β) πληρωμή των οφειλόμενων ποσών με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

i) προχρηματοδότηση η οποία παρέχει χρηματικό απόθεμα που μπορεί να κατατμηθεί σε καταβολές σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης· τέτοιο ποσό προχρηματοδότησης πληρώνεται είτε βάσει της σύμβασης, της συμφωνίας ή της βασικής πράξης, είτε βάσει δικαιολογητικών εγγράφων που επιτρέπουν να εξακριβώνεται η συμμόρφωση προς τους όρους της οικείας σύμβασης ή συμφωνίας·

ii) μία ή περισσότερες ενδιάμεσες πληρωμές ως αντάλλαγμα μερικής εκτέλεσης της ενέργειας ή μερικής εκτέλεσης της σύμβασης ή συμφωνίας που μπορεί να εκκαθαρίζει εν όλω ή εν μέρει την προχρηματοδότηση, με την επιφύλαξη της βασικής πράξης·

iii) μία πληρωμή του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών όταν η ενέργεια έχει εκτελεστεί πλήρως ή η σύμβαση ή η συμφωνία έχει εκτελεστεί πλήρως·

γ) καταβολή πρόβλεψης στο ►C2  κοινό ταμείο προβλέψεων ◄ που συστήνεται δυνάμει του άρθρου 212.

Η πληρωμή του υπολοίπου εκκαθαρίζει όλες τις προηγηθείσες πληρωμές. Εκδίδεται ένταλμα είσπραξης για την ανάκτηση μη χρησιμοποιηθέντων ποσών.

3.  Η λογιστική του προϋπολογισμού διακρίνει τα διάφορα είδη πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά τον χρόνο της εκτέλεσης κάθε πληρωμής.

4.  Οι λογιστικοί κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 80 περιλαμβάνουν τους κανόνες για την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων στους λογαριασμούς και για τη βεβαίωση της επιλεξιμότητας των δαπανών.

5.  Οι πληρωμές προχρηματοδότησης αποτελούν αντικείμενο τακτικής εκκαθάρισης από τον αρμόδιο διατάκτη, ανάλογα με την οικονομική φύση του σχεδίου και το αργότερο κατά τη λήξη του. Η εκκαθάριση διενεργείται με βάση στοιχεία για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες ή την επιβεβαίωση για την εκπλήρωση των όρων πληρωμής σύμφωνα με άρθρο 125 μετά την εκκαθάριση που διενεργεί ο διατάκτης σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 3.

Όσον αφορά τις συμφωνίες επιχορήγησης, τις συμβάσεις ή τις συμφωνίες συνεισφοράς αξίας άνω των 5 000 000  EUR, στο τέλος κάθε έτους διατίθενται στον διατάκτη τουλάχιστον οι πληροφορίες που απαιτούνται για τον υπολογισμό μιας εύλογης εκτίμησης των δαπανών. Αυτές οι πληροφορίες δεν χρησιμοποιούνται για την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων, μπορούν ωστόσο να χρησιμοποιηθούν από τον διατάκτη και τον υπόλογο για την τήρηση του άρθρου 82 παράγραφος 2.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, περιλαμβάνονται κατάλληλες διατάξεις στις ισχύουσες νομικές δεσμεύσεις.

Άρθρο 116

Προθεσμίες πληρωμής

1.  Οι προθεσμίες για την πραγματοποίηση των πληρωμών είναι οι εξής:

α) 90 ημερολογιακές ημέρες για τις συμφωνίες συνεισφοράς, τις συμβάσεις και τις συμφωνίες επιχορήγησης για τεχνικές υπηρεσίες ή ενέργειες που είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκο να αξιολογηθούν και για τις οποίες η πληρωμή υπόκειται σε έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού·

β) 60 ημερολογιακές ημέρες για όλες τις άλλες συμφωνίες συνεισφοράς, συμβάσεις και συμφωνίες επιχορήγησης για τις οποίες η πληρωμή υπόκειται σε έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού·

γ) 30 ημερολογιακές ημέρες για όλες τις άλλες συμφωνίες συνεισφοράς, συμβάσεις και συμφωνίες επιχορήγησης.

2.  Τα χρονικά πλαίσια για την καταβολή των πληρωμών νοούνται ότι περιλαμβάνουν την εκκαθάριση, την εντολή πληρωμής και την πληρωμή των δαπανών.

Αρχίζουν να υπολογίζονται από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης πληρωμής.

3.  Μια αίτηση πληρωμής καταχωρίζεται το ταχύτερο δυνατόν από την εξουσιοδοτημένη υπηρεσία του αρμόδιου διατάκτη, και ως ημερομηνία παραλαβής της θεωρείται η ημερομηνία καταχώρισής της.

Ως ημερομηνία πληρωμής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία χρεώνεται ο λογαριασμός του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Μια αίτηση πληρωμής περιλαμβάνει τα ακόλουθα ουσιώδη στοιχεία:

α) τα στοιχεία ταυτότητας του πιστωτή·

β) το ποσό·

γ) το νόμισμα·

δ) την ημερομηνία.

Σε περίπτωση μη αναγραφής ενός τουλάχιστον από τα ουσιώδη στοιχεία, η αίτηση πληρωμής απορρίπτεται.

Ο πιστωτής ενημερώνεται γραπτώς για την απόρριψη και για τους λόγους της απόρριψης το ταχύτερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης πληρωμής.

4.  Η προθεσμία πληρωμής μπορεί να ανασταλεί από τον αρμόδιο διατάκτη εάν:

α) δεν οφείλεται το ποσό της αίτησης πληρωμής· ή

β) δεν έχουν προσκομισθεί τα ενδεδειγμένα δικαιολογητικά.

Αν περιέλθουν σε γνώση του αρμόδιου διατάκτη πληροφορίες που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την επιλεξιμότητα των δαπανών που εμφαίνονται σε αίτηση πληρωμής, ο διατάκτης δύναται να αναστείλει την προθεσμία πληρωμής με σκοπό να επαληθεύσει, μεταξύ άλλων διενεργώντας επιτόπιους ελέγχους, ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες. Η παρέλευση του υπολειπόμενου χρόνου για την πληρωμή αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία παραλαβής των ζητούμενων πληροφοριών ή των αναθεωρημένων εγγράφων ή διενέργειας της αναγκαίας περαιτέρω επαλήθευσης, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων.

Οι ενδιαφερόμενοι πιστωτές ενημερώνονται εγγράφως για τους λόγους της αναστολής αυτής.

5.  Εκτός από την περίπτωση των κρατών μελών, της ΕΤΕπ και του ΕΤΕ, κατά την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ο πιστωτής δικαιούται τόκους υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα επιτόκια είναι εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 99 παράγραφος 2·

β) οι τόκοι οφείλονται για το χρονικό διάστημα από την ημερολογιακή ημέρα που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας πληρωμής που ορίζεται στην παράγραφο 1 μέχρι και την ημέρα πληρωμής.

Ωστόσο, σε περίπτωση που οι τόκοι που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου δεν υπερβαίνουν τα 200 EUR, καταβάλλονται στον πιστωτή μόνον εφόσον αυτός υποβάλει σχετική αίτηση εντός δύο μηνών από τη λήψη της καθυστερημένης πληρωμής.

6.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την τήρηση και την αναστολή των προθεσμιών που καθορίζονται στις παραγράφους 1 ως 4 του παρόντος άρθρου. Η έκθεση της Επιτροπής επισυνάπτεται στη σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 74 παράγραφος 9.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Εσωτερικός ελεγκτής

Άρθρο 117

Διορισμός του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ορίζει καθήκοντα εσωτερικού ελέγχου που ασκούνται σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα. Ο εσωτερικός ελεγκτής, που διορίζεται από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, υπέχει ευθύνη έναντι αυτού όσον αφορά την επαλήθευση της εύρυθμης λειτουργίας των συστημάτων και των διαδικασιών εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν μπορεί να είναι ούτε διατάκτης ούτε υπόλογος.

2.  Για τους σκοπούς του εσωτερικού ελέγχου της ΕΥΕΔ, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης που ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2, υπόκεινται στις ελεγκτικές εξουσίες του εσωτερικού ελεγκτή της Επιτροπής όσον αφορά τα καθήκοντα δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση.

Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως εσωτερικός ελεγκτής της ΕΥΕΔ όσον αφορά την εκτέλεση του τμήματος του προϋπολογισμού σχετικά με την ΕΥΕΔ.

3.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διορίζει τον εσωτερικό ελεγκτή του σύμφωνα με κανόνες προσαρμοσμένους στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του. Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τον διορισμό του εσωτερικού ελεγκτή του.

4.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ορίζει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες του, το πεδίο αποστολής του εσωτερικού ελεγκτή του και θεσπίζει λεπτομερώς τους στόχους και τις διαδικασίες άσκησης του έργου του εσωτερικού ελέγχου, τηρώντας τα ισχύοντα διεθνή πρότυπα στον τομέα του εσωτερικού ελέγχου.

5.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης δύναται να διορίζει ως εσωτερικό ελεγκτή, λόγω των ιδιαίτερων προσόντων του, μόνιμο υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού διεπόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, επιλεγόμενο μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών.

6.  Όταν δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα της Ένωσης διορίζουν τον ίδιο εσωτερικό ελεγκτή, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε η επίκληση της ευθύνης του εσωτερικού ελεγκτή να γίνεται υπό τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 121.

7.  Όταν παύουν τα καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή του, κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 118

Αρμοδιότητες και καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Ο εσωτερικός ελεγκτής συμβουλεύει το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων, διατυπώνοντας ανεξάρτητα τη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και εκδίδοντας συστάσεις για τη βελτίωση των όρων εκτέλεσης των πράξεων και για την προώθηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Ο εσωτερικός ελεγκτής είναι ιδίως επιφορτισμένος:

α) με την εκτίμηση της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και της απόδοσης των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση της εκάστοτε πολιτικής, των προγραμμάτων και των ενεργειών σε σχέση με τους αντίστοιχους κινδύνους τους·

β) με την αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού και λογιστικού ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

2.  Ο εσωτερικός ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του ως προς όλες τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης. Διαθέτει πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων του, εν ανάγκη και επιτόπου, τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε τρίτες χώρες.

Ο εσωτερικός ελεγκτής λαμβάνει υπόψη του την ετήσια έκθεση των διατακτών και κάθε άλλη διαθέσιμη πληροφορία.

3.  Ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης έκθεση σχετικά με τις διαπιστώσεις και τις συστάσεις του. Το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης εξασφαλίζει την παρακολούθηση των συστάσεων που προκύπτουν από τους ελέγχους.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εξετάζει αν οι συστάσεις που διατυπώθηκαν στις εκθέσεις του εσωτερικού ελεγκτή του μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής ορθών πρακτικών με τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

4.  Ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου η οποία αναφέρει τον αριθμό και τον τύπο των διεξαχθέντων εσωτερικών ελέγχων, τις βασικές διατυπωθείσες συστάσεις και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις αυτές.

Αυτή η ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου μνημονεύει τυχόν συστημικά προβλήματα που διαπιστώνονται από την επιτροπή που συστήνεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 143, όταν υποβάλει τη γνώμη που ορίζεται στο άρθρο 93.

5.  Ο εσωτερικός ελεγκτής, κατά την εκπόνηση της έκθεσής του, επικεντρώνεται ιδίως στη συνολική συμμόρφωση με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και των επιχορηγήσεων και εξασφαλίζει ότι έχουν ληφθεί κατάλληλα μέτρα για τη σταθερή βελτίωση και ενίσχυση της εφαρμογής τους.

6.  Κάθε χρόνο η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής και σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ, διαβιβάζει κατόπιν σχετικού αιτήματος την ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.

7.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης καθιστά διαθέσιμα τα στοιχεία επικοινωνίας του εσωτερικού ελεγκτή του σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει σε πράξεις δαπανών, για τους σκοπούς της εμπιστευτικής επικοινωνίας με τον εσωτερικό ελεγκτή.

8.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης συντάσσει κάθε έτος έκθεση στην οποία περιέχεται περίληψη του αριθμού και του τύπου των εσωτερικών ελέγχων που έχουν διεξαχθεί, συνοπτική παρουσίαση των συστάσεων που διατυπώθηκαν και της συνέχειας που δόθηκε στις συστάσεις αυτές και διαβιβάζει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όπως προβλέπεται στο άρθρο 247.

9.  Οι εκθέσεις και οι διαπιστώσεις του εσωτερικού ελεγκτή, καθώς και η έκθεση του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, καθίστανται προσιτές στο κοινό μόνο μετά την επικύρωση από τον εσωτερικό ελεγκτή των ενεργειών που αναλαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν τους.

10.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης θέτει στη διάθεση του εσωτερικού ελεγκτή του τους αναγκαίους πόρους για την ορθή διεκπεραίωση του έργου εσωτερικού ελέγχου, καθώς και χάρτη αποστολής που περιγράφει λεπτομερώς τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εσωτερικού ελεγκτή του.

Άρθρο 119

Πρόγραμμα εργασίας του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Ο εσωτερικός ελεγκτής καταρτίζει το πρόγραμμα εργασίας και το υποβάλλει στο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης.

2.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης δύναται να ζητεί από τον εσωτερικό ελεγκτή του να διενεργεί ελέγχους που δεν μνημονεύονται στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 120

Ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Ο εσωτερικός ελεγκτής απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας κατά τη διενέργεια των ελέγχων. Το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης προβλέπει ειδικούς κανόνες που ισχύουν για τον εσωτερικό ελεγκτή, οι οποίοι εξασφαλίζουν την πλήρη ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του και καθορίζουν την ευθύνη του εσωτερικού ελεγκτή.

2.  Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν λαμβάνει εντολές ούτε να περιορίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία του ανατίθενται με τον διορισμό δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

3.  Εάν ο εσωτερικός ελεγκτής είναι μέλος του προσωπικού, ασκεί τα αποκλειστικά του καθήκοντα λογιστικού ελέγχου με πλήρη ανεξαρτησία και υπέχει ευθύνη υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 121

Ευθύνη του εσωτερικού ελεγκτή

Μόνο κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης δύναται να ενεργήσει με σκοπό να αποδοθεί ευθύνη στον εσωτερικό ελεγκτή του, ως μέλους του προσωπικού, υπό τους όρους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση για την έναρξη έρευνας. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης δύναται να αναθέσει την έρευνα, υπό την άμεση ευθύνη του, σε έναν ή περισσότερους υπαλλήλους βαθμού τουλάχιστον ίσου προς το βαθμό του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου. Κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλεται σε ακρόαση.

Η έκθεση που συντάσσεται μετά την έρευνα κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος υποβάλλεται στη συνέχεια σε ακρόαση από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης σε σχέση με αυτή την έκθεση.

Βάσει της έκθεσης και της ακρόασης, το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης εκδίδει είτε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία περαιώνεται η διαδικασία είτε αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 86, καθώς και με το παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι αποφάσεις που επιβάλλουν πειθαρχικά μέτρα ή χρηματικές ποινές κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο και στα λοιπά θεσμικά όργανα της Ένωσης και στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς ενημέρωση.

Οι αποφάσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής του ενδιαφερομένου ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 122

Προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την επιφύλαξη των ενδίκων βοηθημάτων που παρέχονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, ο εσωτερικός ελεγκτής δύναται να ασκήσει άμεση προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά κάθε πράξης που αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ως εσωτερικού ελεγκτή. Ασκεί την προσφυγή αυτή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερολογιακή ημέρα από την οποία έλαβε γνώση της σχετικής πράξης.

Τέτοιου είδους προσφυγές εξετάζονται και κρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 5 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 123

Επιτροπές προόδου εσωτερικών ελέγχων

1.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ορίζει επιτροπή προόδου εσωτερικού ελέγχου η οποία έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή, να παρακολουθεί την ποιότητα του έργου του εσωτερικού ελέγχου και να εξασφαλίζει ότι οι συστάσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού ελέγχου λαμβάνονται δεόντως υπόψη και παρακολουθούνται από τις υπηρεσίες του.

2.  Η σύνθεση της επιτροπής προόδου εσωτερικού ελέγχου αποφασίζεται από κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης λαμβάνοντας υπόψη την οργανωσιακή αυτονομία του και τη σημασία της παροχής συμβουλών από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.



ΤΙΤΛΟΣ V

ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κανόνες που εφαρμόζονται στην άμεση, έμμεση και επιμερισμένη διαχείριση

Άρθρο 124

Πεδίο εφαρμογής

Με την επιφύλαξη του άρθρου 138, οι αναφορές του παρόντος τίτλου σε νομικές δεσμεύσεις νοούνται ως αναφορές σε νομικές δεσμεύσεις, συμβάσεις-πλαίσια και χρηματοδοτικές συμφωνίες-πλαίσια εταιρικής σχέσης.

Άρθρο 125

Μορφές της συνεισφοράς της Ένωσης

1.  Οι συνεισφορές της Ένωσης στο πλαίσιο της άμεσης, επιμερισμένης και έμμεσης διαχείρισης συμβάλλουν στην επίτευξη ενός στόχου πολιτικής της Ένωσης και καθορισμένων αποτελεσμάτων και μπορούν να λάβουν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές:

α) χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με τις δαπάνες των σχετικών πράξεων και βασίζεται:

i) στην εκπλήρωση όρων που προβλέπονται στους τομεακούς κανόνες ή σε αποφάσεις της Επιτροπής· ή

ii) στην επίτευξη αποτελεσμάτων τα οποία μετρώνται στη βάση προκαθορισμένων οροσήμων ή βάσει δεικτών επίδοσης·

β) χρηματική απόδοση πραγματοποιηθέντων επιλέξιμων δαπανών·

γ) μοναδιαίο κόστος, το οποίο καλύπτει όλες ή ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων δαπανών, οι οποίες προσδιορίζονται με σαφήνεια εκ των προτέρων με την αναφορά ποσού ανά μονάδα·

δ) κατ’ αποκοπή ποσά, τα οποία καλύπτουν συνολικά όλες ή ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων δαπανών που προσδιορίζονται με σαφήνεια εκ των προτέρων·

ε) χρηματοδότηση με ενιαίο συντελεστή η οποία καλύπτει συγκεκριμένες κατηγορίες επιλέξιμων δαπανών που προσδιορίζονται με σαφήνεια εκ των προτέρων, με την εφαρμογή ποσοστού·

στ) συνδυασμό των μορφών στις οποίες αναφέρονται τα στοιχεία α) έως ε).

Οι συνεισφορές της Ένωσης σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, στο πλαίσιο της άμεσης και της έμμεσης διαχείρισης, καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 181,τους τομεακούς κανόνες ή απόφαση της Επιτροπής και, στην επιμερισμένη διαχείριση, σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες. Οι συνεισφορές της Ένωσης σύμφωνα με τα στοιχεία γ), δ) και ε) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, στο πλαίσιο της άμεσης και της έμμεσης διαχείρισης, καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 181 ή τους τομεακούς κανόνες και, στην επιμερισμένη διαχείριση, σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες.

2.  Κατά τον καθορισμό της ενδεδειγμένης μορφής μιας συνεισφοράς, λαμβάνονται υπόψη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα συμφέροντα των δυνητικών δικαιούχων και οι λογιστικές μέθοδοι.

3.  Ο αρμόδιος διατάκτης συντάσσει έκθεση σχετικά με τη χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με τις δαπάνες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και στ) στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων του άρθρου 74 παράγραφος 9.

Άρθρο 126

Διασταύρωση στοιχείων για αξιολογήσεις

Η Επιτροπή μπορεί να βασίζεται, εξολοκλήρου ή εν μέρει στις αξιολογήσεις που έχουν ήδη διενεργηθεί από την ίδια ή από άλλες οντότητες, όπως οι δωρητές, εφόσον οι εν λόγω αξιολογήσεις διενεργήθηκαν σύμφωνα με όρους ισοδύναμους με εκείνους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό για την εφαρμοζόμενη μέθοδο εκτέλεσης. Προς τούτο, η Επιτροπή προωθεί την αναγνώριση διεθνώς αποδεκτών προτύπων ή διεθνών βέλτιστων πρακτικών.

Άρθρο 127

Διασταύρωση στοιχείων για ελέγχους

Με την επιφύλαξη των υφισταμένων δυνατοτήτων για τη διενέργεια περαιτέρω ελέγχων, όταν έχει διενεργηθεί έλεγχος βάσει διεθνώς αποδεκτών ελεγκτικών προτύπων που παρέχουν εύλογη βεβαιότητα από ανεξάρτητο ελεγκτή επί των οικονομικών καταστάσεων και εκθέσεων που περιγράφουν τη χρήση της συνεισφοράς της Ένωσης, ο εν λόγω έλεγχος αποτελεί τη βάση της συνολικής εξασφάλισης, όπως προσδιορίζεται περαιτέρω, κατά περίπτωση, στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται επαρκώς η ανεξαρτησία και οι ικανότητες του ελεγκτή. Για τον σκοπό αυτό, η έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτή και η σχετική με τον έλεγχο τεκμηρίωση τίθενται, κατόπιν αιτήσεως, στη διάθεση, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των ελεγκτικών αρχών των κρατών μελών.

Άρθρο 128

Χρήση των ήδη διαθέσιμων πληροφοριών

Προκειμένου να αποφεύγεται η υποβολή ερωτημάτων περισσότερες από μία φορές για τις ίδιες πληροφορίες σε πρόσωπα και οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης, οι πληροφορίες που είναι ήδη διαθέσιμες στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τις διαχειριστικές αρχές ή τους λοιπούς φορείς και τις λοιπές οντότητες που εκτελούν τον προϋπολογισμό χρησιμοποιούνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Άρθρο 129

Συνεργασία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

1.  Πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης συνεργάζονται πλήρως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και παρέχουν, ως προϋπόθεση για την καταβολή των κονδυλίων, τα αναγκαία δικαιώματα και την πρόσβαση που απαιτείται στον αρμόδιο διατάκτη, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, στην OLAF, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και, κατά περίπτωση, στις οικείες εθνικές αρχές, ώστε να μπορούν να ασκήσουν πλήρως τις αρμοδιότητές τους. Στην περίπτωση της OLAF, στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνεται το δικαίωμα διενέργειας ερευνών, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 12 ).

2.  Πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης στο πλαίσιο άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης συναινούν εγγράφως στην εκχώρηση των αναγκαίων δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και μεριμνούν ώστε τυχόν τρίτοι που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης να εκχωρούν ισοδύναμα δικαιώματα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κανόνες που εφαρμόζονται στην άμεση και έμμεση διαχείριση



Τμήμα 1

Κανόνες για τις διαδικασίες και τη διαχείριση

Άρθρο 130

Χρηματοδοτικές εταιρικές σχέσεις-πλαίσιο

1.  Η Επιτροπή δύναται να συνάπτει χρηματοδοτικές συμφωνίες-πλαίσιο εταιρικής σχέσης για μακροπρόθεσμη συνεργασία με πρόσωπα ή οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ή με δικαιούχους. Με την επιφύλαξη του στοιχείου γ) της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, οι χρηματοδοτικές συμφωνίες-πλαίσιο εταιρικής σχέσης επανεξετάζονται τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια κάθε πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών είναι δυνατό να υπογράφονται συμφωνίες συνεισφοράς ή συμφωνίες επιχορήγησης.

2.   ►C2  Σκοπός μίας χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης είναι να διευκολύνει την επίτευξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης μέσω της σταθεροποίησης των συμβατικών όρων της συνεργασίας. ◄ Η χρηματοδοτική συμφωνία-πλαίσιο εταιρικής σχέσης καθορίζει τις μορφές χρηματοδοτικής συνεργασίας και περιλαμβάνει υποχρέωση να προβλέπονται, στις ειδικές συμφωνίες που υπογράφονται βάσει της χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου, ρυθμίσεις για την παρακολούθηση της επίτευξης συγκεκριμένων στόχων. Αυτές οι συμφωνίες αναφέρουν επίσης, βάσει των αποτελεσμάτων της εκ των προτέρων αξιολόγησης, κατά πόσον η Επιτροπή δύναται να βασίζεται στα συστήματα και στις διαδικασίες των προσώπων και οντοτήτων που εκτελούν κονδύλια της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ή των δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών ελέγχου.

3.  Με στόχο τη βελτιστοποίηση της σχέσης κόστους-ωφέλειας των ελέγχων και τη διευκόλυνση του συντονισμού, του ελέγχου και της επαλήθευσης, είναι δυνατή η σύναψη συμφωνιών με πρόσωπα και οντότητες που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ή με δικαιούχους. Οι συμφωνίες αυτές δεν θίγουν τις διατάξεις των άρθρων 127 και 129.

4.  Στην περίπτωση των χρηματοδοτικών εταιρικών σχέσεων-πλαίσιο που υλοποιούνται μέσω επιμέρους επιχορηγήσεων:

α) η χρηματοδοτική συμφωνία-πλαίσιο ορίζει, πέραν της παραγράφου 2:

i) τη φύση των προβλεπόμενων εργασιών ή προγραμμάτων εργασίας·

ii) τη διαδικασία για τη χορήγηση των επιμέρους επιχορηγήσεων, σύμφωνα με τις αρχές και τους διαδικαστικούς κανόνες στον τίτλο VIII·

▼C2

β) οι διατάξεις της χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης και της συμφωνίας επιμέρους επιχορήγησης συμμορφώνονται, ως σύνολο, με τις απαιτήσεις του άρθρου 201·

γ) η διάρκεια της χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη με εξαίρεση δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι οποίες προσδιορίζονται με σαφήνεια στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9·

▼B

δ) η χρηματοδοτική εταιρική σχέση-πλαίσιο εφαρμόζεται σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των αιτούντων·

ε) η χρηματοδοτική εταιρική σχέση-πλαίσιο λογίζεται ως επιχορήγηση όσον αφορά τον προγραμματισμό, την εκ των προτέρων δημοσίευση και τη χορήγηση·

στ) οι επιμέρους επιχορηγήσεις που βασίζονται σε μια τέτοια χρηματοδοτική συμφωνία-πλαίσιο εταιρική σχέση υπόκεινται στις διαδικασίες εκ των υστέρων δημοσίευσης που καθορίζονται στο άρθρο 38.

5.  Η χρηματοδοτική συμφωνία-πλαίσιο εταιρικής σχέσης που υλοποιείται μέσω ειδικών επιχορηγήσεων μπορεί να προβλέπει ότι χρησιμοποιούνται ως βάση τα συστήματα και οι διαδικασίες του δικαιούχου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, όταν τα εν λόγω συστήματα και διαδικασίες έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφοι 2, 3 και 4. Σε αυτή την περίπτωση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 196 παράγραφος 1 στοιχείο δ). Στις περιπτώσεις όπου οι διαδικασίες του δικαιούχου για παροχή χρηματοδότησης σε τρίτους βάσει του άρθρου 154 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) έχουν αξιολογηθεί θετικά από την Επιτροπή, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 204 και 205.

6.   ►C2  Στην περίπτωση χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης που υλοποιείται μέσω ειδικών επιχορηγήσεων, ο έλεγχος της χρηματοδοτικής και επιχειρησιακής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 198 διενεργείται πριν από την υπογραφή της χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης. ◄ Η Επιτροπή δύναται να βασίζεται σε ισοδύναμους ελέγχους της χρηματοοικονομικής και της επιχειρησιακής ικανότητας που έχουν διενεργηθεί από άλλους δωρητές.

7.   ►C2  Στην περίπτωση των χρηματοδοτικών συμφωνιών-πλαισίων εταιρικής σχέσης που υλοποιούνται μέσω συμφωνιών συνεισφοράς, οι διατάξεις της χρηματοδοτικής συμφωνίας-πλαισίου εταιρικής σχέσης και της συμφωνίας συνεισφοράς συμμορφώνονται, ως σύνολο, με το άρθρο 129 και το άρθρο 155 παράγραφος 6. ◄

Άρθρο 131

Αναστολή, ακύρωση και μείωση

1.  Σε περίπτωση παρατυπιών ή απάτης κατά τη διαδικασία χορήγησης, ο αρμόδιος διατάκτης αναστέλλει τη διαδικασία και δύναται να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο, συμπεριλαμβανόμενης της ακύρωσης της διαδικασίας. Ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει αμέσως την OLAF όταν υπάρχουν υπόνοιες για απάτη.

2.  Εάν, μετά τη χορήγηση, διαπιστωθεί ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης διαπράχθηκαν παρατυπίες ή απάτη, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται:

α) να αρνηθεί να αναλάβει τη νομική δέσμευση ή να ακυρώσει την απονομή βραβείου·

β) να αναστείλει τις πληρωμές·

γ) να αναστείλει την εκτέλεση της νομικής δέσμευσης·

δ) κατά περίπτωση, να λύσει τη νομική δέσμευση συνολικά ή εν μέρει σε σχέση με έναν ή περισσότερους αποδέκτες.

3.  Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να αναστείλει τις πληρωμές ή την εκτέλεση της νομικής δέσμευσης σε περίπτωση που:

α) διαπιστωθεί ότι κατά την εκτέλεση της νομικής δέσμευσης διαπράχθηκαν παρατυπίες, απάτη ή αθέτηση υποχρεώσεων·

β) πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσο συνέβησαν πράγματι οι εικαζόμενες παρατυπίες, απάτη ή αθέτηση υποχρεώσεων·

γ) οι παρατυπίες, η απάτη ή η αθέτηση υποχρεώσεων θέτουν υπό αμφισβήτηση της αξιοπιστία ή την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου προσώπου ή οντότητας που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ή τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.

Εάν δεν επιβεβαιωθεί η ύπαρξη των εικαζόμενων παρατυπιών, απάτης ή αθέτησης υποχρεώσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η εκτέλεση ή οι πληρωμές αποκαθίστανται το ταχύτερο δυνατό.

Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να ακυρώσει τη νομική δέσμευση συνολικά ή σε σχέση με έναν ή περισσότερους αποδέκτες στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και γ).

4.  Εκτός των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή 3, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να μειώσει την επιχορήγηση, το βραβείο, τη συνεισφορά στο πλαίσιο της συμφωνίας συνεισφοράς ή την τιμή στο πλαίσιο σύμβασης σε βαθμό ανάλογο με τη σοβαρότητα των παρατυπιών, της απάτης ή της αθέτησης υποχρεώσεων, μεταξύ άλλων και σε περιπτώσεις όπου οι σχετικές δραστηριότητες δεν έχουν υλοποιηθεί ή υλοποιήθηκαν ανεπαρκώς, ελλιπώς ή καθ’ υπέρβαση των προθεσμιών.

Στην περίπτωση των χρηματοδοτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να μειώσει τη συνεισφορά κατ’ αναλογία αν τα επιτευχθέντα αποτελέσματα κρίνονται ανεπαρκή, ελλιπή ή καθ’ υπέρβαση των προθεσμιών ή αν δεν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις.

5.  Η παράγραφος 2 στοιχεία β), γ) και δ) και η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζονται στους αιτούντες σε διαγωνισμούς για βραβεία.

Άρθρο 132

Τήρηση αρχείων

1.  Οι αποδέκτες τηρούν αρχεία και δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων στατιστικών καταγραφών και άλλα αρχεία σε σχέση με τη χρηματοδότηση, καθώς και αρχεία και έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή, επί πενταετία μετά την πληρωμή του υπολοίπου ή, ελλείψει τέτοιας πληρωμής, μετά τη συναλλαγή. Η περίοδος αυτή περιορίζεται σε τρία έτη όταν η χρηματοδότηση αφορά ποσό μικρότερο ή ίσο των 60 000  EUR.

2.  Τα αρχεία και τα έγγραφα που σχετίζονται με λογιστικούς ελέγχους, προσφυγές, αντιδικίες ή επιδίωξη ικανοποίησης αξιώσεων σε σχέση με τη νομική δέσμευση ή με έρευνες της OLAF διατηρούνται μέχρι την οριστική διευθέτηση των εν λόγω ελέγχων, προσφυγών, αντιδικιών, επιδίωξης ικανοποίησης αξιώσεων ή ερευνών. Στην περίπτωση των αρχείων και των εγγράφων που αφορούν έρευνες της OLAF, η υποχρέωση τήρησης ισχύει εφόσον οι έρευνες αυτές κοινοποιηθούν στον αποδέκτη.

3.  Τα αρχεία και τα έγγραφα διατηρούνται υπό τη μορφή είτε πρωτοτύπων είτε επικυρωμένων αντιγράφων των πρωτοτύπων, ή σε κοινώς αποδεκτούς φορείς δεδομένων, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών εκδόσεων των πρωτότυπων εγγράφων ή εγγράφων που υπάρχουν μόνο σε ηλεκτρονική μορφή. Όπου είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, δεν απαιτούνται πρωτότυπα εφόσον τα έγγραφα πληρούν τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις για να θεωρούνται ισότιμα αντίγραφα των πρωτοτύπων και αξιόπιστα σε περίπτωση ελέγχου.

Άρθρο 133

Διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης και μέσα προσφυγής

1.  Πριν από την έγκριση μέτρου το οποίο βλάπτει τα δικαιώματα συμμετέχοντα ή αποδέκτη, ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνεται ότι ο συμμετέχων ή ο αποδέκτης είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

2.  Εάν μέτρο ενός διατάκτη επιδρά δυσμενώς στα δικαιώματα ενός συμμετέχοντα ή αποδέκτη, η πράξη θέσπισης του μέτρου περιέχει επισήμανση των διαθέσιμων μέσων διοικητικής και/ή δικαστικής προσφυγής για την αμφισβήτησή του.

Άρθρο 134

►C2  Επιδοτήσεις επιτοκίου ◄ και ►C2  επιδοτήσεις τελών εγγύησης ◄

1.  Οι ►C2  επιδοτήσεις επιτοκίου ◄ και οι επιδοτήσεις των τελών εγγύησης παρέχονται σύμφωνα με τον τίτλο X στις περιπτώσεις στις οποίες συνδυάζονται σε ενιαίο μέτρο με χρηματοδοτικά μέσα.

2.  Στις περιπτώσεις στις οποίες οι ►C2  επιδοτήσεις επιτοκίου ◄ και οι επιδοτήσεις των τελών εγγύησης δεν συνδυάζονται σε ενιαίο μέτρο με χρηματοδοτικά μέσα είναι δυνατόν να παρέχονται σύμφωνα με τον τίτλο VI ή VIII.



Τμήμα 2

Σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού

Άρθρο 135

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του εντοπισμού των κινδύνων, του αποκλεισμού και της επιβολής χρηματικών ποινών

1.  Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Επιτροπή δημιουργεί και θέτει σε λειτουργία ένα σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού.

Σκοπός του συστήματος αυτού είναι να διευκολύνει:

α) τον έγκαιρο εντοπισμό προσώπων ή οντοτήτων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, που αποτελούν απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης·

β) τον αποκλεισμό προσώπων ή οντοτήτων, που αναφέρονται στην παράγραφο 2, που εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 136 παράγραφος 1·

γ) την επιβολή χρηματικής ποινής σε αποδέκτες σύμφωνα με το άρθρο 138.

2.  Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού εφαρμόζεται σε:

α) συμμετέχοντες και αποδέκτες·

β) οντότητες στην ικανότητα των οποίων προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή προσφέρων ή οι υπεργολάβοι ενός αναδόχου·

γ) πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και του άρθρου 154 παράγραφος 4 με βάση τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 155 παράγραφος 6·

δ) πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης στο πλαίσιο χρηματοδοτικών μέσων που εκτελούνται κατ’ εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

ε) συμμετέχοντες ή αποδέκτες στους οποίους οντότητες επιφορτισμένες με την εκτέλεση του προϋπολογισμού δυνάμει του άρθρου 63 έχουν, με βάση τις πληροφορίες που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, παράσχει πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 142 παράγραφος 2 στοιχείο δ)·

στ) χορηγούς που αναφέρονται στο άρθρο 26.

3.  Η απόφαση για την καταχώριση πληροφοριών έγκαιρου εντοπισμού για τους κινδύνους που αναφέρονται στο στοιχείο α) του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για τον αποκλεισμό προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και/ή την επιβολή χρηματικής ποινής σε αποδέκτη λαμβάνεται από τον αρμόδιο διατάκτη. Οι πληροφορίες που σχετίζονται με τις αποφάσεις αυτές καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 1. Όταν λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις με βάση το άρθρο 136 παράγραφος 4, στις πληροφορίες που καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων περιλαμβάνονται οι πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφος.

4.  Η απόφαση αποκλεισμού προσώπων ή οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ή επιβολής χρηματικών ποινών σε αποδέκτη βασίζεται σε οριστική δικαστική απόφαση ή, στις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1, σε οριστική διοικητική απόφαση, ή σε προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό από την επιτροπή του άρθρου 143 στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 προκειμένου να εξασφαλιστεί η κεντρική αξιολόγηση των καταστάσεων αυτών. Στις περιπτώσεις του άρθρου 141 παράγραφος 1, ο αρμόδιος διατάκτης απορρίπτει τον συμμετέχοντα από συγκεκριμένη διαδικασία χορήγησης.

▼C2

Με την επιφύλαξη του άρθρου 136 παράγραφος 5, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να λάβει απόφαση αποκλεισμού ενός συμμετέχοντα ή αποδέκτη και/ή επιβολής χρηματικής ποινής σε αποδέκτη και απόφαση για τη δημοσίευση των σχετικών πληροφοριών, με βάση προκαταρκτικό χαρακτηρισμό που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 2, μόνο αφότου λάβει σύσταση από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143.

▼B

Άρθρο 136

Κριτήρια αποκλεισμού και αποφάσεις αποκλεισμού

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης αποκλείει πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 από τη συμμετοχή στις διαδικασίες χορήγησης που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό ή στις διαδικασίες επιλογής για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ή οντότητα βρίσκεται σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις αποκλεισμού:

α) το πρόσωπο ή η οντότητα κηρύσσει χρεοκοπία, υπόκειται σε διαδικασία αφερεγγυότητας ή παύσης δραστηριοτήτων, τα περιουσιακά του στοιχεία τελούν υπό αναγκαστική διαχείριση από εκκαθαριστή ή από δικαστήριο, όταν είναι σε συμβιβασμό με τους πιστωτές, όταν έχουν ανασταλεί οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες ή όταν βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση λόγω ανάλογης διαδικασίας προβλεπόμενης σε ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο·

β) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι το πρόσωπο ή η οντότητα έχει αθετήσει υποχρεώσεις όσον αφορά την καταβολή φόρων ή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης με βάση το ισχύον δίκαιο·

γ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι το πρόσωπο ή η οντότητα έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα παραβιάζοντας τις εφαρμοστέες νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή πρότυπα δεοντολογίας του επαγγελματικού κλάδου στον οποίο ανήκει ή έχοντας επιδείξει επιζήμια συμπεριφορά που έχει αντίκτυπο στην επαγγελματική αξιοπιστία του προσώπου ή της οντότητας, όταν η συμπεριφορά αυτή είναι δηλωτική πρόθεσης διαπράξεως παραπτώματος ή βαριάς αμέλειας, και δη, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i) εκ δόλου ή εξ αμελείας παροχή ψευδών στοιχείων στο πλαίσιο της υποχρέωσης υποβολής των πληροφοριών που απαιτούνται για την επαλήθευση της απουσίας λόγων αποκλεισμού ή την πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας ή επιλογής ή στο πλαίσιο εκτέλεσης νομικής δέσμευσης·

ii) σύναψη συμφωνίας με άλλα πρόσωπα ή οντότητες με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού·

iii) παραβίαση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

iv) απόπειρα επηρεασμού των αποφάσεων του αρμόδιου διατάκτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορήγησης·

v) απόπειρα κτήσης εμπιστευτικών πληροφοριών που ενδέχεται να αποφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα κατά τη διαδικασία χορήγησης·

δ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική απόφαση ότι το πρόσωπο ή η οντότητα έχει διαπράξει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις:

i) απάτη κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 13 ) και του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία θεσπίστηκε με πράξη του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995 ( 14

ii) δωροδοκία, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 ή ενεργητική δωροδοκία κατά την έννοια του άρθρου 3 της σύμβασης περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θεσπίσθηκε με πράξη του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 ( 15 ), ή πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαισίου αριθ. 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 16 ), ή δωροδοκία όπως ορίζεται σε άλλη εφαρμοστέα νομοθεσία·

iii) πράξεις που σχετίζονται με εγκληματική οργάνωση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 της απόφασης-πλαισίου 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 17

iv) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφοι 3, 4 και 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 18

v) τρομοκρατικά εγκλήματα ή εγκλήματα συνδεόμενα με τρομοκρατικές δραστηριότητες, όπως ορίζονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 1 και 3 της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 19 ), ή ηθική αυτουργία, συνέργεια ή απόπειρα διάπραξης των ανωτέρω εγκλημάτων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 αυτής·

vi) παιδική εργασία ή άλλες αξιόποινες πράξεις που σχετίζονται με την εμπορία ανθρώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 της οδηγίας 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 20

ε) έχουν σημειωθεί σοβαρές παραλείψεις του προσώπου ή της οντότητας όσον αφορά τη συμμόρφωση προς βασικές υποχρεώσεις κατά την εκτέλεση νομικών δεσμεύσεων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα:

i) την πρόωρη καταγγελία της νομικής δέσμευσης·

ii) την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων ή άλλων συμβατικών κυρώσεων· ή

iii) την αποκάλυψη από διατάκτη, την OLAF ή το Ελεγκτικό Συνέδριο κατόπιν λογιστικών ή άλλων ελέγχων ή ερευνών·

στ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι το πρόσωπο ή η οντότητα έχει διαπράξει παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου ( 21

ζ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι το πρόσωπο ή η οντότητα έχει δημιουργήσει οντότητα υπαγόμενη σε διαφορετική δικαιοδοσία με σκοπό την καταστρατήγηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το φορολογικό ή το κοινωνικό δίκαιο, ή οποιωνδήποτε άλλων νομικών υποχρεώσεων, στην περιοχή δικαιοδοσίας της οικείας καταστατικής έδρας, κεντρικής διοίκησης ή κύριας εγκατάστασης.

η) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι έχει δημιουργηθεί οντότητα με τον σκοπό που αναφέρεται στο στοιχείο ζ).

2.  Αν δεν υπάρχει οριστική δικαστική ή, κατά περίπτωση, διοικητική απόφαση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ), στ), ζ) και η) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ή στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο αρμόδιος διατάκτης αποκλείει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 με βάση τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς που προβλέπεται στα εν λόγω στοιχεία, έχοντας υπόψη διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά ή άλλα πορίσματα που περιλαμβάνονται στη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143.

Ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν προδικάζει την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του προσώπου ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ο αρμόδιος διατάκτης επανεξετάζει την απόφασή του να αποκλείσει το πρόσωπο ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 και/ή να επιβάλει χρηματική ποινή σε αποδέκτη αμέσως μετά την κοινοποίηση της οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης. Όταν η διάρκεια του αποκλεισμού δεν προσδιορίζεται στην οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση, την προσδιορίζει ο αρμόδιος διατάκτης με βάση διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά και πορίσματα και έχοντας υπόψη τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143.

Εφόσον στην εν λόγω οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση διαπιστώνεται ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναφέρονται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 δεν είναι υπαίτια της συμπεριφοράς την οποία αφορούσε ο προκαταρκτικός νομικός χαρακτηρισμός, βάσει της οποίας το εν λόγω πρόσωπο ή η εν λόγω οντότητα αποκλείσθηκαν, ο αρμόδιος διατάκτης θέτει αμέσως τέλος στον αποκλεισμό και/ή επιστρέφει, ανάλογα με την περίπτωση, την επιβληθείσα χρηματική ποινή.

Στα πραγματικά περιστατικά και τα πορίσματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνονται ιδίως:

α) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται στο πλαίσιο λογιστικών ελέγχων ή ερευνών που διενεργούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για εκείνα τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την OLAFή την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, ή στο πλαίσιο κάθε άλλης εξέτασης, ελέγχου ή επιθεώρησης που διενεργείται με ευθύνη του διατάκτη·

β) μη οριστικές διοικητικές αποφάσεις οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν πειθαρχικά μέτρα που έλαβε η αρμόδια εποπτική αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την επαλήθευση της εφαρμογής των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας·

γ) πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρονται αποφάσεις προσώπων και οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

δ) πληροφορίες που μεταδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 142 παράγραφος 2 στοιχείο δ) από φορείς που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης σύμφωνα με το στοιχείο β) του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο·

ε) αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης ή αποφάσεις αρμόδιας εθνικής αρχής σχετικά με την παράβαση του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού.

3.  Κάθε απόφαση του αρμόδιου διατάκτη η οποία έχει ληφθεί δυνάμει των άρθρων 135 έως 142 ή, κατά περίπτωση, κάθε σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143 λαμβάνεται με τρόπο ώστε να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:

α) τη σοβαρότητα της περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του αντίκτυπου στα οικονομικά συμφέροντα και την εικόνα της Ένωσης·

β) τον χρόνο που έχει παρέλθει από την επίμαχη συμπεριφορά·

γ) τη διάρκεια και την επανάληψη της συμπεριφοράς·

δ) τον εκούσιο χαρακτήρα της συμπεριφοράς ή τον βαθμό αμέλειας που επιδείχθηκε·

ε) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, κατά πόσον διακυβεύεται μικρό ποσό·

στ) κάθε άλλη ελαφρυντική περίσταση, όπως:

i) ο βαθμός συνεργασίας του ενεχόμενου προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 με την οικεία αρμόδια αρχή και η συμβολή του εν λόγω προσώπου ή οντότητας στην έρευνα όπως την αναγνωρίζει ο αρμόδιος διατάκτης, ή

ii) η γνωστοποίηση της περίπτωσης αποκλεισμού μέσω της δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 137 παράγραφος 1.

4.  Ο αρμόδιος διατάκτης αποκλείει το πρόσωπο ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 σε περίπτωση που:

α) φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι μέλος του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του προσώπου ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2, ή που έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου αναφορικά με το εν λόγω πρόσωπο ή την εν λόγω οντότητα, εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) έως η) του παρόντος άρθρου περιπτώσεις·

β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 στοιχεία α) ή β) του παρόντος άρθρου περιπτώσεις·

γ) φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι καίριας σημασίας για την ανάθεση ή για την εκτέλεση της νομικής δέσμευσης εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) έως η) περιπτώσεις.

5.  Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να αποκλείσει προσωρινά πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 χωρίς προηγούμενη σύσταση από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143, αν η συμμετοχή τους σε διαδικασία χορήγησης ή η επιλογή τους για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης θα συνιστούσε σοβαρή και άμεση απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο αρμόδιος διατάκτης παραπέμπει αμέσως την υπόθεση στην επιτροπή του άρθρου 143 και λαμβάνει οριστική απόφαση το αργότερο 14 ημέρες μετά την παραλαβή της σύστασης από την επιτροπή.

6.  Ο αρμόδιος διατάκτης, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143, δεν αποκλείει πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 από τη συμμετοχή σε διαδικασία χορήγησης ή από την επιλογή για την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης όταν:

α) το πρόσωπο ή η οντότητα έχει λάβει διορθωτικά μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου τα οποία είναι επαρκή για να αποδείξουν την αξιοπιστία του/της. Τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση του στοιχείου δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·

β) είναι απολύτως απαραίτητο να διασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα και εν αναμονή της λήψεως των διορθωτικών μέτρων της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου·

γ) ένας τέτοιος αποκλεισμός είναι δυσανάλογος σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

Επιπροσθέτως, το στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αγοράς αγαθών υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, είτε από έναν προμηθευτή που παύει οριστικά τις εμπορικές του δραστηριότητες είτε από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμβιβασμού με τους πιστωτές ή ανάλογης διαδικασίας βάσει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου.

Στις περιπτώσεις μη αποκλεισμού που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο αρμόδιος διατάκτης διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους δεν απέκλεισε το πρόσωπο ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 και ενημερώνει σχετικά την επιτροπή του άρθρου 143.

7.  Τα διορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 περιλαμβάνουν ιδίως:

α) μέτρα για να εντοπισθούν τα αίτια των καταστάσεων που συνεπάγονται αποκλεισμό, και συγκεκριμένα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα καθώς και μέτρα σε επίπεδο προσωπικού εντός του οικείου επιχειρηματικού τομέα ή τομέα δραστηριοτήτων του προσώπου ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2, κατάλληλα για τη διόρθωση της συμπεριφοράς και την πρόληψη της επανεμφάνισής της·

β) αποδείξεις για το ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 έλαβε μέτρα για την αντιστάθμιση ή αποκατάσταση της ζημίας ή της βλάβης που προκάλεσαν στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης τα υποκείμενα περιστατικά που επέφεραν την κατάσταση αποκλεισμού·

γ) αποδείξεις ότι το πρόσωπο ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 κατέβαλε την ποινή που επιβλήθηκε από αρμόδια αρχή ή τυχόν φόρους ή εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ή ότι εγγυήθηκε την καταβολή τους.

8.  Ο αρμόδιος διατάκτης, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την αναθεωρημένη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143, επανεξετάζει, χωρίς καθυστέρηση, την απόφασή του να αποκλείσει πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω προσώπου ή οντότητας, σε περιπτώσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο ή οντότητα έχει λάβει επαρκή διορθωτικά μέτρα που αποδεικνύουν την αξιοπιστία του/της ή έχει παράσχει νέα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν υφίσταται πλέον.

9.  Στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο β) του άρθρου 135 παράγραφος 2, ο αρμόδιος διατάκτης απαιτεί από τον υποψήφιο ή τον προσφέροντα να αντικαταστήσει την οντότητα ή τον υπεργολάβο στην ιδιότητά της οποίας ή του οποίου προτίθεται να στηριχθεί και που ευρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 137

Δήλωση σχετικά με την απουσία περίπτωσης αποκλεισμού και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία

1.  Οι συμμετέχοντες δηλώνουν αν εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 136 παράγραφος 1 και του άρθρου 141 παράγραφος 1 και, κατά περίπτωση, αν έχουν λάβει διορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

Οι συμμετέχοντες δηλώνουν επίσης αν τα κάτωθι πρόσωπα ή οντότητες εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού του άρθρου 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως η):

α) φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του συμμετέχοντος ή έχουν εξουσία εκπροσώπησης, λήψεως αποφάσεων ή ελέγχου όσον αφορά τον εν λόγω συμμετέχοντα·

β) πραγματικοί δικαιούχοι του συμμετέχοντος, κατά τα οριζόμενα στο σημείο 6) του άρθρου 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Ο συμμετέχων ή ο αποδέκτης ενημερώνουν τον αρμόδιο διατάκτη αμελλητί σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή των καταστάσεων που έχουν δηλωθεί.

Όποτε κρίνεται σκόπιμο, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων καταθέτουν δηλώσεις όμοιες με αυτές που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο υπογεγραμμένες από υπεργολάβο ή άλλη οντότητα στην ικανότητα της οποίας προτίθενται να βασιστούν, ανάλογα με την περίπτωση.

Ο αρμόδιος διατάκτης δεν ζητεί τις δηλώσεις που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, όταν οι δηλώσεις αυτές έχουν ήδη υποβληθεί για τους σκοπούς άλλης διαδικασίας ανάθεσης/χορήγησης/απονομής, υπό τον όρο ότι η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη και ότι το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία έκδοσης των δηλώσεων δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να άρει την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις βάσει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου για συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας κάτω του ποσού που αναφέρεται στο σημείο 14.4 του παραρτήματος I.

2.  Εάν το ζητεί ο αρμόδιος διατάκτης και εφόσον είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της διαδικασίας, ο συμμετέχων, ο υπεργολάβος ή η οντότητα στην ικανότητα της οποίας προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή ο προσφέρων, παρέχει:

α) κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1·

β) πληροφορίες σχετικά με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του συμμετέχοντα ή έχουν εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου όσον αφορά τον εν λόγω συμμετέχοντα, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων και των οντοτήτων που ανήκουν στη δομή ιδιοκτησίας και ελέγχου και των πραγματικών δικαιούχων, και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι κανένα από τα εν λόγω πρόσωπα δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως στ).

γ) κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν απεριόριστη ευθύνη για τις οφειλές του εν λόγω συμμετέχοντα δεν εμπίπτουν σε περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α) ή β).

3.  Όπου αρμόζει και σε συμμόρφωση με το εθνικό δίκαιο, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να αποδέχεται ως επαρκή απόδειξη ότι ένας συμμετέχων ή μια οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), δ), στ), ζ) και η) πρόσφατο απόσπασμα ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμο έγγραφο πρόσφατα εκδοθέν από δικαστική ή διοικητική αρχή της χώρας εγκατάστασής του, από το οποίο να προκύπτει ότι ικανοποιούνται οι ως άνω απαιτήσεις.

Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να αποδέχεται ως επαρκή απόδειξη ότι ένας συμμετέχων ή μια οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εμπίπτει στην περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), πρόσφατο πιστοποιητικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή της χώρας εγκατάστασης. Όταν τέτοιοι τύποι πιστοποιητικών δεν εκδίδονται στη χώρα εγκατάστασης, ο συμμετέχων μπορεί να υποβάλει ένορκη δήλωση ενώπιον δικαστικής αρχής ή συμβολαιογράφου ή, ελλείψει αυτής, επίσημη δήλωση ενώπιον διοικητικής αρχής ή αρμόδιου επαγγελματικού φορέα στη χώρα εγκατάστασής του.

4.  Ο αρμόδιος διατάκτης αίρει την υποχρέωση συμμετέχοντος ή οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 να υποβάλει τα αποδεικτικά στοιχεία των παραγράφων 2 και 3:

α) αν μπορεί να έχει δωρεάν πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία σε εθνική βάση δεδομένων·

β) αν τα εν λόγω στοιχεία έχουν ήδη υποβληθεί για τους σκοπούς άλλης διαδικασίας, και υπό τον όρο ότι τα υποβληθέντα έγγραφα συνεχίζουν να είναι έγκυρα και ότι το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία έκδοσης των εγγράφων δεν υπερβαίνει το ένα έτος·

γ) αν αναγνωρίσει ότι υφίσταται υλική αδυναμία κατάθεσης των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.

5.  Οι παράγραφοι 1 έως 4 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε πρόσωπα και οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ή σε οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71.

Όσον αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες απολύτως ισοδύναμοι/ες με τους/τις αναφερόμενους/ες στο άρθρο 154 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), οι τελικοί αποδέκτες και οι ενδιάμεσοι φορείς παρέχουν στο πρόσωπο ή στην οντότητα που συμμετέχει στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) υπογεγραμμένη υπεύθυνη δήλωση ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), ζ) και η) ή στο άρθρο 141 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) ούτε σε περίπτωση η οποία θεωρείται ισοδύναμη μετά την αξιολόγηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφος 4·

Στις περιπτώσεις που, κατ’ εξαίρεση, τα χρηματοδοτικά μέσα εκτελούνται σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), οι τελικοί αποδέκτες παρέχουν στους ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης υπογεγραμμένη υπεύθυνη δήλωση ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), ζ) και η) ή στο άρθρο 141 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ).

Άρθρο 138

Χρηματικές ποινές

1.  Προκειμένου να εξασφαλισθεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143, να επιβάλει χρηματική ποινή σε αποδέκτη με τον οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση και ο οποίος εμπίπτει σε περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ), ε) ή στ).

Όσον αφορά τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως στ), η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί ως εναλλακτική λύση στην απόφαση αποκλεισμού ενός αποδέκτη, εφόσον ο αποκλεισμός αυτός θα ήταν δυσανάλογος βάσει των κριτηρίων του άρθρου 136 παράγραφος 3.

Όσον αφορά τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ), και ε), η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί επιπροσθέτως του αποκλεισμού στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λόγω της συστηματικής και επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς που επιδεικνύει ο αποδέκτης με πρόθεση να αποκτήσει πόρους της Ένωσης με αθέμιτο τρόπο.

Ανεξαρτήτως του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, δεν επιβάλλεται χρηματική ποινή σε αποδέκτη που, σύμφωνα με το άρθρο 137, έχει δηλώσει ότι εμπίπτει σε περίπτωση αποκλεισμού.

2.  Το ποσόν της χρηματικής ποινής δεν υπερβαίνει το 10 % της συνολικής αξίας της νομικής δέσμευσης. Σε περίπτωση συμφωνίας επιχορήγησης η οποία υπογράφεται με περισσότερους δικαιούχους, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % του ποσού επιχορήγησης που δικαιούται ο δικαιούχος σύμφωνα με τη συμφωνία επιχορήγησης.

Άρθρο 139

Διάρκεια του αποκλεισμού και προθεσμία παραγραφής

1.  Η διάρκεια του αποκλεισμού δεν υπερβαίνει:

α) τη διάρκεια που τυχόν καθορίζεται στην οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση κράτους μέλους·

β) σε περίπτωση απουσίας οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης:

i) τα πέντε έτη για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

ii) τα τρία έτη για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και ε) έως η).

Πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 αποκλείεται εφόσον εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β).

2.  H προθεσμία παραγραφής για τον αποκλεισμό και/ή την επιβολή χρηματικών ποινών σε πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 ανέρχεται σε πέντε έτη και υπολογίζεται με αφετηρία οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α) την ημερομηνία της συμπεριφοράς εκ της οποίας συνεπάγεται ο αποκλεισμός ή, σε περίπτωση συνεχιζόμενων ή επαναλαμβανόμενων πράξεων, την ημερομηνία διακοπής της συμπεριφοράς, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) και ζ) και η)·

β) την ημερομηνία της οριστικής απόφασης εθνικού δικαστηρίου ή της οριστικής διοικητικής απόφασης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ), δ), ζ) και η).

H προθεσμία παραγραφής διακόπτεται με πράξη εθνικής αρχής, της Επιτροπής, της OLAF, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τα συμμετέχοντα στην ενισχυμένη συνεργασία κράτη μέλη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, της επιτροπής του άρθρου 143 του παρόντος κανονισμού ή οιασδήποτε οντότητας συμμετέχει στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, αν μια τέτοια πράξη κοινοποιηθεί στο πρόσωπο ή στην οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και σχετίζεται με έρευνες ή με δικαστικές διαδικασίες. Νέα προθεσμία παραγραφής αρχίζει να ισχύει την επομένη της διακοπής.

Για τους σκοπούς του άρθρου 136 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του παρόντος κανονισμού, η εφαρμοζόμενη προθεσμία παραγραφής για τον αποκλεισμό προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και/ή για την επιβολή χρηματικών ποινών σε αποδέκτη είναι εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95.

Όταν η συμπεριφορά του εμπλεκόμενου προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού εμπίπτει σε διάφορες περιπτώσεις του άρθρου 136 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ισχύει η προθεσμία παραγραφής που εφαρμόζεται για την πλέον σοβαρή από αυτές τις περιπτώσεις.

Άρθρο 140

Δημοσίευση αποκλεισμού και χρηματικών ποινών

1.  Με στόχο, εφόσον απαιτείται, την ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του αποκλεισμού και/ή της επιβολής χρηματικής ποινής, η Επιτροπή δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της, με την επιφύλαξη της απόφασης του αρμόδιου διατάκτη, τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον αποκλεισμό και, κατά περίπτωση, την επιβολή χρηματικής ποινής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως η):

α) το όνομα/επωνυμία του εμπλεκόμενου προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2·

β) την περίπτωση αποκλεισμού·

γ) τη διάρκεια του αποκλεισμού και/ή το ποσόν της χρηματικής ποινής.

Στις περιπτώσεις όπου η απόφαση σχετικά με τον αποκλεισμό και/ή τη χρηματική ποινή λαμβάνεται βάσει προκαταρκτικού νομικού χαρακτηρισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 2, η δημοσίευση αναφέρει ότι δεν υπάρχει οριστική δικαστική ή, κατά περίπτωση, διοικητική απόφαση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες σχετικά με τυχόν προσφυγές, το καθεστώς τους και την έκβασή τους, καθώς και οιαδήποτε αναθεωρημένη απόφαση του αρμόδιου διατάκτη, δημοσιεύονται χωρίς καθυστέρηση. Όταν έχει επιβληθεί χρηματική ποινή, η δημοσίευση αναφέρει επίσης εάν το ποσόν της χρηματικής ποινής έχει ήδη καταβληθεί.

Η απόφαση δημοσίευσης των πληροφοριών λαμβάνεται από τον αρμόδιο διατάκτη είτε μετά τη σχετική οριστική δικαστική ή, κατά περίπτωση, διοικητική απόφαση, είτε μετά τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143, ανάλογα με την περίπτωση. Η εν λόγω απόφαση αρχίζει να ισχύει μετά την παρέλευση τριμήνου από την κοινοποίησή της στο πρόσωπο ή στην οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2.

Οι δημοσιευμένες πληροφορίες αφαιρούνται μόλις λήξει ο αποκλεισμός. Στην περίπτωση χρηματικής ποινής, η δημοσίευση αφαιρείται μετά την παρέλευση εξαμήνου από την καταβολή της εν λόγω ποινής.

Όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού για τα δικαιώματά του σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες προστασίας των δεδομένων και για τις υπάρχουσες διαδικασίες άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων.

2.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν δημοσιεύονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας μιας έρευνας ή εθνικών δικαστικών διαδικασιών·

β) εάν η δημοσίευση θα προκαλούσε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στο εμπλεκόμενο πρόσωπο ή στην οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 ή θα ήταν κατ’ άλλον τρόπο δυσανάλογη βάσει των κριτηρίων αναλογικότητας του άρθρου 136 παράγραφος 3 και έχοντας υπόψη το ποσό της χρηματικής ποινής·

γ) όταν αφορούν φυσικό πρόσωπο, εκτός εάν η δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων, από τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς ή τις συνέπειές της για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση δημοσίευσης των πληροφοριών λαμβάνεται αφού συνεκτιμηθούν δεόντως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και τα άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 141

Απόρριψη από διαδικασία ανάθεσης/χορήγησης/απονομής

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης απορρίπτει από μια διαδικασία ανάθεσης/χορήγησης/απονομής έναν συμμετέχοντα ο οποίος:

α) εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 136·

β) έχει υποβάλει ψευδή στοιχεία στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που απαιτούνται ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία ή δεν έχει παράσχει αυτές τις πληροφορίες·

γ) είχε προηγουμένως συμμετάσχει στη σύνταξη εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία ανάθεσης/χορήγησης/απονομής, εφόσον αυτό συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένης ανεπανόρθωτης στρέβλωσης του ανταγωνισμού.

Ο αρμόδιος διατάκτης γνωστοποιεί στους λοιπούς συμμετέχοντες στη διαδικασία ανάθεσης/χορήγησης/απονομής τις σχετικές πληροφορίες που ανταλλάχθηκαν στο πλαίσιο ή ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του συμμετέχοντος στην προετοιμασία της διαδικασίας χορήγησης όπως αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου. Πριν από οποιαδήποτε τέτοια απόρριψη, παρέχεται η ευκαιρία στον συμμετέχοντα να αποδείξει ότι η συμμετοχή του στην προετοιμασία της διαδικασίας ανάθεσης/χορήγησης/απονομής δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

2.  Εφαρμόζεται το άρθρο 133 παράγραφος 1, εκτός εάν η απόρριψη έχει αιτιολογηθεί σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου με απόφαση σχετικά με τον αποκλεισμό του συμμετέχοντος, μετά από εξέταση των παρατηρήσεών του.

Άρθρο 142

Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού

1.  Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 135 συγκεντρώνονται σε βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε από την Επιτροπή («η βάση δεδομένων») και η διαχείρισή τους διασφαλίζει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Οι πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις έγκαιρου εντοπισμού, τις περιπτώσεις αποκλεισμού και/ή επιβολής χρηματικών ποινών καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων από τον αρμόδιο διατάκτη αφού ενημερωθεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2. Η κοινοποίηση αυτή μπορεί να αναβληθεί σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν υπάρχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τη διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα μιας έρευνας ή εθνικής δικαστικής διαδικασίας, έως ότου οι λόγοι αυτοί παύσουν να υφίστανται.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, ενημερώνει κάθε πρόσωπο ή οντότητα που υπόκειται στο σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2, για τα δεδομένα που αποθηκεύονται στη βάση δεδομένων σχετικά με το εν λόγω πρόσωπο ή την εν λόγω οντότητα.

Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην εν λόγω βάση δεδομένων επικαιροποιούνται, κατά περίπτωση, μετά από διόρθωση, διαγραφή ή οιαδήποτε άλλη τροποποίηση των δεδομένων. Δημοσιεύονται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 140.

2.  Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά και πορίσματα που προβλέπονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο και στη διαβίβαση πληροφοριών στην Επιτροπή, συγκεκριμένα, από:

α) την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, για τα συμμετέχοντα σε ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 κράτη μέλη, ή την OLAFσύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, όταν περατωθείσα ή τρέχουσα έρευνα καταδεικνύει ότι θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να ληφθούν προληπτικά μέτρα ή να αναληφθούν δράσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, στο πλαίσιο των οποίων πρέπει να συνεκτιμώνται δεόντως ο σεβασμός των διαδικαστικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων και η προστασία των καταγγελλόντων·

β) διατάκτη της Επιτροπής, ευρωπαϊκής υπηρεσίας που έχει συσταθεί από την Επιτροπή ή εκτελεστικού οργανισμού·

γ) θεσμικό όργανο της Ένωσης, ευρωπαϊκή υπηρεσία, οργανισμό εκτός των αναφερόμενων στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, ή φορέα ή πρόσωπο που έχει επιφορτιστεί με την εκτέλεση ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ·

δ) οντότητες που εκτελούν τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 63, σε περιπτώσεις εντοπισθείσας απάτης και/ή παρατυπίας και στο πλαίσιο της συνέχειας που δίνεται σε αυτές, όταν η διαβίβαση πληροφοριών απαιτείται από ειδικούς τομεακούς κανόνες·

ε) πρόσωπα ή οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), σε περιπτώσεις εντοπισθείσας απάτης και/ή παρατυπίας και στο πλαίσιο της συνέχειας που δίνεται σε αυτές.

3.  Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να υποβληθούν πληροφορίες σύμφωνα με ειδικούς τομεακούς κανόνες, οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν:

α) την ταυτοποίηση του εμπλεκόμενου προσώπου ή οντότητας·

β) περίληψη των κινδύνων που εντοπίσθηκαν ή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών·

γ) πληροφορίες που ενδεχομένως θα βοηθήσουν τον διατάκτη στη διεξαγωγή της επαλήθευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ή στη λήψη απόφασης περί αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 ή 2, ή στη λήψη απόφασης για την επιβολή χρηματικής ποινής σύμφωνα με το άρθρο 138·

δ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τυχόν ειδικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να διασφαλιστεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των διαβιβαζόμενων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων με σκοπό την προστασία της έρευνας ή της εθνικής δικαστικής διαδικασίας.

4.  Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στους διατάκτες της καθώς και στους διατάκτες των εκτελεστικών οργανισμών της, σε όλα τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης, τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμούς μέσω της βάσης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1, προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να διεξαγάγουν την απαιτούμενη επαλήθευση όσον αφορά τις εν εξελίξει διαδικασίες ανάθεσης/χορήγησης/απονομής και τις υπάρχουσες νομικές δεσμεύσεις.

Κατά τη διενέργεια της επαλήθευσης αυτής, ο αρμόδιος διατάκτης ασκεί τις αρμοδιότητές του που καθορίζονται στο άρθρο 74, και δεν υπερβαίνει τα προβλεπόμενα στους όρους και τις προϋποθέσεις της διαδικασίας ανάθεσης/χορήγησης/απονομής και στις συμβατικές διατάξεις.

Η περίοδος διατήρησης των πληροφοριών σχετικά με τον έγκαιρο εντοπισμό που διαβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο αρμόδιος διατάκτης απευθυνθεί στην επιτροπή με αίτημα να εκδώσει σύσταση σε υπόθεση που αφορά αποκλεισμό ή επιβολή χρηματικών ποινών, η περίοδος διατήρησης μπορεί να παραταθεί μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο αρμόδιος διατάκτης θα έχει λάβει απόφαση.

5.  Η Επιτροπή επιτρέπει την πρόσβαση όλων των προσώπων και φορέων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 62 στις πληροφορίες που αφορούν αποφάσεις αποκλεισμού δυνάμει του άρθρου 136, ώστε να μπορούν να επαληθεύουν αν υπάρχει αποκλεισμός στο σύστημα, με σκοπό να λαμβάνονται οι πληροφορίες αυτές υπόψη, κατά περίπτωση και με δική τους ευθύνη, κατά την ανάθεση συμβάσεων στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

6.  Στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή παρέχει συγκεντρωτικές πληροφορίες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τους αρμόδιους διατάκτες δυνάμει των άρθρων 135 έως 142 του παρόντος κανονισμού. Στην εν λόγω έκθεση παρέχονται επίσης περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τους αρμόδιους διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 140 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, καθώς και με τις αποφάσεις των αρμόδιων διατακτών να αποκλίνουν από τη σύσταση της επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 143 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου παρέχονται με τη δέουσα συνεκτίμηση των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και, ιδίως, δεν επιτρέπουν την ταυτοποίηση του ενδιαφερόμενου προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2.

Άρθρο 143

Επιτροπή

1.  Η επιτροπή συγκαλείται κατόπιν αιτήματος διατάκτη οποιουδήποτε θεσμικού οργάνου της Ένωσης, άλλου οργάνου της Ένωσης, ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου επιφορτισμένου με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ.

2.  Η επιτροπή αποτελείται από:

α) μόνιμο ανεξάρτητο πρόεδρο ανωτέρου επιπέδου που διορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

β) δύο μόνιμους εκπροσώπους της Επιτροπής ως ιδιοκτήτη του συστήματος πρόωρης διαπίστωσης και αποκλεισμού, οι οποίοι θα διατυπώνουν κοινή θέση· και

γ) έναν εκπρόσωπο του αιτούντος διατάκτη.

►C2  Η σύνθεση της επιτροπής εξασφαλίζει την κατάλληλη νομική και τεχνική εμπειρογνωσία. ◄ Η επιτροπή επικουρείται από μόνιμη γραμματεία η οποία παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξασφαλίζει τη διαρκή διοικητική λειτουργία της επιτροπής.

3.  Ο πρόεδρος επιλέγεται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή πρώην υπαλλήλων με βαθμό τουλάχιστον γενικού διευθυντή σε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός από την Επιτροπή. Επιλέγεται με βάση τα προσωπικά και επαγγελματικά του/της προσόντα, εκτεταμένη εμπειρία σε νομικά και οικονομικά θέματα και αποδεδειγμένη ικανότητα, ανεξαρτησία και ακεραιότητα. Η θητεία του είναι πενταετής και δεν είναι ανανεώσιμη. Ο πρόεδρος διορίζεται ως ειδικός σύμβουλος κατά την έννοια του άρθρου 5 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος προεδρεύει σε όλες τις συνεδριάσεις της επιτροπής. Ασκεί αμερόληπτα τα καθήκοντά του. Δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των καθηκόντων του ως προέδρου και άλλων επισήμων καθηκόντων.

4.  Ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

5.  Η επιτροπή σέβεται το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 να υποβάλει παρατηρήσεις επί των πραγματικών περιστατικών ή των πορισμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 και σχετικά με τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό πριν από την έκδοση των συστάσεών της. Το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων μπορεί να αναβληθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν υπάρχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τη διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα μιας έρευνας ή εθνικής δικαστικής διαδικασίας, έως ότου οι λόγοι αυτοί παύσουν να υφίστανται.

6.  Η σύσταση της επιτροπής για τον αποκλεισμό και/ή την επιβολή χρηματικής ποινής περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τα πραγματικά περιστατικά ή τα πορίσματα, που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό τους·

β) εκτίμηση της ανάγκης επιβολής χρηματικής ποινής και του σχετικού ποσού·

γ) εκτίμηση της ανάγκης αποκλεισμού του προσώπου ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 και, στην περίπτωση αυτή, της προτεινόμενης διάρκειας του αποκλεισμού·

δ) εκτίμηση της ανάγκης δημοσίευσης των πληροφοριών που αφορούν το πρόσωπο ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 στα οποία έχει επιβληθεί αποκλεισμός και/ή χρηματική ποινή·

ε) αξιολόγηση των διορθωτικών μέτρων που ενδεχομένως έλαβε το πρόσωπο ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2.

Όταν ο αρμόδιος διατάκτης προτίθεται να λάβει αυστηρότερη απόφαση από αυτήν που έχει συστήσει η επιτροπή, διασφαλίζει ότι μία τέτοια απόφαση λαμβάνεται με τη δέουσα τήρηση του δικαιώματος ακρόασης και των κανόνων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Εάν ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίσει να αποκλίνει από τη σύσταση της επιτροπής, αιτιολογεί την απόφασή του ενώπιον της επιτροπής.

7.  Η επιτροπή αναθεωρεί τη σύστασή της κατά τη διάρκεια της περιόδου αποκλεισμού κατόπιν αιτήματος του αρμόδιου διατάκτη στις περιπτώσεις του άρθρου 136 παράγραφος 8 ή μετά την κοινοποίηση οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης στην οποία καθορίζονται οι λόγοι αποκλεισμού όταν η εν λόγω απόφαση δεν ορίζει τη διάρκεια του αποκλεισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.

8.  Η επιτροπή κοινοποιεί αμέσως την αναθεωρημένη σύσταση στον αιτούντα διατάκτη, ο οποίος εν συνεχεία επανεξετάζει την απόφασή του.

9.  Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση απόφασης με την οποία ο διατάκτης αποκλείει πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 135 παράγραφος 2 και/ή επιβάλλει χρηματική ποινή σε αποδέκτη, μεταξύ άλλων αίροντας τον αποκλεισμό, μειώνοντας ή αυξάνοντας τη διάρκειά του και/ή ακυρώνοντας, μειώνοντας ή αυξάνοντας την επιβληθείσα χρηματική ποινή. Το άρθρο 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 58/2003 δεν ισχύει όταν η απόφαση του διατάκτη για αποκλεισμό ή επιβολή χρηματικής ποινής λαμβάνεται με βάση σύσταση της επιτροπής.

Άρθρο 144

Λειτουργία της βάσης δεδομένων για το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού

1.  Οι πληροφορίες που ζητούνται από τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 142 παράγραφος 2 στοιχείο δ) διαβιβάζονται μόνο μέσω ου αυτοματοποιημένου συστήματος πληροφοριών που έχει θέσει σε εφαρμογή η Επιτροπή και το οποίο χρησιμοποιείται επί του παρόντος για την αναφορά των περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας («σύστημα διαχείρισης παρατυπιών»), σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

2.  Κατά τη χρήση των δεδομένων που λαμβάνονται μέσω του συστήματος διαχείρισης παρατυπιών λαμβάνεται υπόψη το καθεστώς της εθνικής διαδικασίας που ίσχυε κατά τον χρόνο της υποβολής των πληροφοριών. Η χρήση αυτή προϋποθέτει πρότερη διαβούλευση με το κράτος μέλος που υπέβαλε τα εν λόγω δεδομένα μέσω του συστήματος διαχείρισης παρατυπιών.

Άρθρο 145

Εξαιρέσεις που ισχύουν για το Κοινό Κέντρο Ερευνών

Τα άρθρα 135 έως 144 δεν ισχύουν για το JRC.



Τμήμα 3

Συστήματα πληροφορικής και ηλεκτρονική διακυβέρνηση

Άρθρο 146

Ηλεκτρονική διαχείριση των πράξεων

1.  Σε περίπτωση διαχείρισης των πράξεων εσόδων και δαπανών ή των ανταλλαγών εγγράφων με συστήματα πληροφορικής, οι υπογραφές μπορούν να τίθενται με μηχανοργανωμένη ή ηλεκτρονική διαδικασία που επιτρέπει την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του υπογράφοντος. Στα εν λόγω συστήματα πληροφορικής περιλαμβάνεται πλήρης και επικαιροποιημένη περιγραφή του συστήματος που ορίζει το περιεχόμενο όλων των πεδίων δεδομένων, διευκρινίζοντας τον τρόπο επεξεργασίας κάθε μεμονωμένης πράξης και εκθέτοντας λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα διασφαλίζει την τήρηση πλήρους διαδρομής λογιστικού ελέγχου για κάθε πράξη.

2.  Με την επιφύλαξη της προηγούμενης συμφωνίας των ενδιαφερόμενων θεσμικών οργάνων και κρατών μελών της Ένωσης, η διαβίβαση εγγράφων μεταξύ τους μπορεί να γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 147

Ηλεκτρονική διακυβέρνηση

1.  Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι εκτελεστικοί οργανισμοί και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 καθιερώνουν και εφαρμόζουν ενιαία πρότυπα για την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών με τους συμμετέχοντες. Ειδικότερα, σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, λύσεις για την υποβολή, αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που υποβάλλονται στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάθεσης/χορήγησης/απονομής και, για τον σκοπό αυτό, δημιουργούν έναν ενιαίο «χώρο ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων» για τους συμμετέχοντες. Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται στο ζήτημα αυτό.

2.  Σε περίπτωση επιμερισμένης διαχείρισης, όλες οι επίσημες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής πραγματοποιούνται με τα μέσα που υποδεικνύονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν τη διαλειτουργικότητα των δεδομένων που συλλέγονται ή λαμβάνονται και διαβιβάζονται στο πλαίσιο της διαχείρισης του προϋπολογισμού.

Άρθρο 148

Ηλεκτρονικά συστήματα ανταλλαγής

1.  Όλες οι ανταλλαγές με αποδέκτες, συμπεριλαμβανομένης της ανάληψης νομικών δεσμεύσεων και κάθε σχετικής τροποποίησης, μπορούν να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά συστήματα ανταλλαγής.

2.  Τα ηλεκτρονικά συστήματα ανταλλαγής πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) μόνον εξουσιοδοτημένα πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση στο σύστημα και στα έγγραφα που διαβιβάζονται μέσω αυτού·

β) μόνον εξουσιοδοτημένα πρόσωπα μπορούν να υπογράψουν ή να διαβιβάσουν ηλεκτρονικά ένα έγγραφο μέσω του συστήματος·

γ) τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα προσδιορίζονται μέσω του συστήματος με προκαθορισμένους τρόπους·

δ) η ώρα και η ημερομηνία της ηλεκτρονικής συναλλαγής προσδιορίζεται επακριβώς·

ε) διαφυλάσσεται η ακεραιότητα των εγγράφων·

στ) διαφυλάσσεται η διαθεσιμότητα των εγγράφων·

ζ) όποτε συντρέχει περίπτωση, διαφυλάσσεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των εγγράφων·

η) εξασφαλίζεται η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

3.  Τα δεδομένα που αποστέλλονται ή λαμβάνονται μέσω ενός τέτοιου συστήματος χαίρουν του νομικού τεκμηρίου της ακεραιότητας των δεδομένων και της ακρίβειας της ημερομηνίας και ώρας αποστολής ή λήψης των δεδομένων που δηλώνονται από το σύστημα.

Κάθε έγγραφο που αποστέλλεται ή κοινοποιείται μέσω ενός τέτοιου συστήματος θεωρείται ως ισοδύναμο έντυπου εγγράφου, γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο σε νομικές διαδικασίες, θεωρείται πρωτότυπο και χαίρει του νομικού τεκμηρίου γνησιότητας και ακεραιότητας, υπό την προϋπόθεση ότι το έγγραφο δεν περιέχει δυναμικά χαρακτηριστικά, ικανά να το αλλάξουν αυτόματα.

Οι ηλεκτρονικές υπογραφές που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2 έχουν ισοδύναμη νομική ισχύ με ιδιόχειρες υπογραφές.

Άρθρο 149

Υποβολή εγγράφων αίτησης

1.  Οι κανόνες υποβολής των εγγράφων αίτησης καθορίζονται από τον αρμόδιο διατάκτη, ο οποίος μπορεί να επιλέξει έναν αποκλειστικό για την περίπτωση τρόπο υποβολής.

Τα επιλεγόμενα μέσα επικοινωνίας πρέπει να είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζουν τη γνησιότητα του ανταγωνισμού και την εκπλήρωση των ακόλουθων προϋποθέσεων:

α) κάθε υποβαλλόμενο έγγραφο περιέχει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για την αξιολόγησή του·

β) διαφυλάσσεται η ακεραιότητα των δεδομένων·

γ) διαφυλάσσεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των εγγράφων αίτησης·

δ) κατοχυρώνεται η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει, με πρόσφορα μέσα και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 147 παράγραφος 1, ότι οι συμμετέχοντες μπορούν να υποβάλλουν τα έγγραφα αίτησης και τυχόν συνοδευτικά στοιχεία σε ηλεκτρονική μορφή. Κάθε σύστημα ηλεκτρονικής επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για την υποστήριξη των επικοινωνιών και των ανταλλαγών πληροφοριών δεν εισάγει διακρίσεις, είναι γενικά διαθέσιμο και διαλειτουργικό με προϊόντα τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται ευρέως και δεν περιορίζει την πρόσβαση των συμμετεχόντων στη διαδικασία ανάθεσης/χορήγησης/απονομής.

Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικές εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

3.  Τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των εγγράφων αίτησης εξασφαλίζουν, μέσω τεχνικών μέσων και κατάλληλων διαδικασιών, ότι:

α) η ταυτότητα του συμμετέχοντος μπορεί να πιστοποιηθεί με βεβαιότητα·

β) μπορεί να καθορισθεί με ακρίβεια η ώρα και η ημερομηνία παραλαβής των εγγράφων αίτησης·

γ) μόνον εξουσιοδοτημένα πρόσωπα έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που διαβιβάζονται και μπορούν να καθορίζουν ή να τροποποιούν τις ημερομηνίες αποσφράγισης των εγγράφων αίτησης·

δ) κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας ανάθεσης/χορήγησης/απονομής μόνον εξουσιοδοτημένα πρόσωπα έχουν πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που υποβάλλονται και μπορούν να παρέχουν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά όπως απαιτείται για τη διαδικασία·

ε) εξασφαλίζεται ευλόγως ότι κάθε προσπάθεια παραβίασης οποιουδήποτε από τους όρους που ορίζονται στα σημεία α) έως δ) είναι δυνατό να ανιχνευθεί.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις αξίας μικρότερης των προκαθορισμένων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1.

4.  Όταν ο αρμόδιος διατάκτης επιτρέπει την υποβολή εγγράφων αίτησης με ηλεκτρονικά μέσα, τα ηλεκτρονικά έγγραφα που υποβάλλονται με αυτού του είδους συστήματα θεωρούνται πρωτότυπα.

5.  Όταν η υποβολή γίνεται με επιστολή, οι συμμετέχοντες δύνανται να επιλέξουν να υποβάλουν τα έγγραφα αίτησης:

α) ταχυδρομικώς ή με υπηρεσία ταχυμεταφοράς, οπότε ως αποδεικτικό στοιχείο λαμβάνεται η ταχυδρομική σφραγίδα ή η ημερομηνία της απόδειξης κατάθεσης·

β) με ιδιόχειρη παράδοση στα γραφεία του αρμόδιου διατάκτη από τον συμμετέχοντα αυτοπροσώπως ή μέσω εκπροσώπου του, οπότε ως αποδεικτικό στοιχείο θεωρείται η απόδειξη παραλαβής.

6.  Με την υποβολή των εγγράφων αίτησης, οι συμμετέχοντες δέχονται να λάβουν κοινοποίηση του αποτελέσματος της διαδικασίας με ηλεκτρονικά μέσα.

7.  Οι παράγραφοι 1 έως 6 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην επιλογή προσώπων ή οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Κανόνες που εφαρμόζονται στην άμεση διαχείριση

Άρθρο 150

Επιτροπή αξιολόγησης

1.  Τα έγγραφα αίτησης αξιολογούνται από επιτροπή αξιολόγησης.

2.  Η επιτροπή αξιολόγησης διορίζεται από τον αρμόδιο διατάκτη.

Η επιτροπή αξιολόγησης συγκροτείται από τρία τουλάχιστον πρόσωπα.

3.  Τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης που αξιολογούν τις αιτήσεις επιχορήγησης ή τις προσφορές ανήκουν σε δύο τουλάχιστον οργανικές οντότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ή οργανισμών της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 68, 70 και 71 χωρίς μεταξύ τους ιεραρχική σχέση, και από τα οποία τουλάχιστον το ένα δεν υπάγεται στον αρμόδιο διατάκτη. Όταν αντιπροσωπείες και τοπικές διοικητικές μονάδες εκτός της Ένωσης, όπως μια αντιπροσωπεία, μια υπηρεσία ή ένα παράρτημα υπηρεσίας της Ένωσης σε τρίτη χώρα και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 68, 70 και 71 δεν έχουν διακριτές οντότητες, δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση ύπαρξης οργανικών οντοτήτων χωρίς ιεραρχική σχέση μεταξύ τους.

Εξωτερικοί εμπειρογνώμονες είναι δυνατό να συνδράμουν την επιτροπή αξιολόγησης στο έργο της μετά από σχετική απόφαση του αρμόδιου διατάκτη.

Εάν το προβλέπει η βασική πράξη, μέλη της επιτροπής αξιολόγησης μπορούν να είναι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες.

4.  Τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης που αξιολογούν τις αιτήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμό για βραβεία μπορεί να είναι πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 ή εξωτερικοί εμπειρογνώμονες.

5.  Τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης και οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες συμμορφώνονται με το άρθρο 61.

Άρθρο 151

Αποσαφήνιση και διόρθωση των εγγράφων αίτησης

Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να διορθώνει προφανή λάθη εκ παραδρομής στα έγγραφα αίτησης μετά από επιβεβαίωση της σκοπούμενης διόρθωσης από τον συμμετέχοντα.

Εάν ένας συμμετέχων παραλείψει να υποβάλει στοιχεία ή να διαβιβάσει δηλώσεις, η επιτροπή αξιολόγησης ή, κατά περίπτωση, ο αρμόδιος διατάκτης καλούν, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τον συμμετέχοντα να διαβιβάσει τις ελλείπουσες πληροφορίες ή να αποσαφηνίσει τα δικαιολογητικά έγγραφα.

Οι εν λόγω πληροφορίες, η αποσαφήνιση ή η επιβεβαίωση δεν επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές στα έγγραφα αίτησης.

Άρθρο 152

Εγγυήσεις

1.  Με εξαίρεση τις συμβάσεις και τις επιχορηγήσεις η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τις 60 000  EUR, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί, εάν αυτό είναι αναλογικό και με την επιφύλαξη της ανάλυσης κινδύνου του αρμόδιου διατάκτη, να απαιτήσει κατάθεση εγγύησης:

α) από αναδόχους ή δικαιούχους με σκοπό τον περιορισμό των χρηματοοικονομικών κινδύνων που συνδέονται με την καταβολή προχρηματοδότησης («εγγύηση για προχρηματοδοτήσεις»)·

β) από αναδόχους με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων στην περίπτωση έργων, αγαθών ή σύνθετων υπηρεσιών («εγγύηση καλής εκτέλεσης»)·

γ) από αναδόχους με σκοπό τη διασφάλιση της πλήρους εκτέλεσης της σύμβασης κατά τη διάρκεια της περιόδου ευθύνης που προβλέπει η σύμβαση («εγγύηση μέσω παρακράτησης αμοιβής»).

Το JRC απαλλάσσεται της υποχρέωσης σύστασης εγγυήσεων.

Ως εναλλακτική λύση στην απαίτηση εγγύησης για προχρηματοδοτήσεις, στην περίπτωση των επιχορηγήσεων, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αποφασίσει να υποδιαιρέσει την πληρωμή σε δόσεις.

2.  Ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίζει αν η εγγύηση αναγράφει τα ποσά σε ευρώ ή στο νόμισμα της σύμβασης ή της συμφωνίας επιχορήγησης.

3.  Η εγγύηση παρέχεται από τραπεζικό ή εξουσιοδοτημένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει εγκριθεί από τον αρμόδιο διατάκτη.

Κατόπιν αιτήματος του αναδόχου ή του δικαιούχου και υπό την προϋπόθεση ότι συναινεί ο αρμόδιος διατάκτης:

α) οι εγγυήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 αντικαθίσταται με από κοινού και εις ολόκληρον εγγύηση του αναδόχου ή του δικαιούχου και ενός τρίτου προσώπου·

β) η εγγύηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 αντικαθίσταται με από κοινού ανέκκλητη και άνευ όρων εγγύηση των δικαιούχων που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην ίδια συμφωνία επιχορήγησης.

4.  Σκοπός της εγγύησης είναι να καταστήσει την τράπεζα, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή τον τρίτο ανέκκλητους και αλληλέγγυους εγγυητές, ή εγγυητές σε πρώτη ζήτηση, της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αναδόχου ή του δικαιούχου.

5.  Εάν, κατά την εκτέλεση της σύμβασης ή της συμφωνίας επιχορήγησης, ο αρμόδιος διατάκτης διαπιστώσει ότι ένας εγγυητής δεν έχει ή δεν έχει πλέον εξουσιοδότηση να συνάπτει εγγυήσεις σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, ζητεί από τον ανάδοχο ή τον δικαιούχο να αντικαταστήσει την εγγύηση που παρείχε ο εν λόγω εγγυητής.

Άρθρο153

Εγγύηση για προχρηματοδότηση

1.  Το ποσό της εγγύησης για προχρηματοδότηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της προχρηματοδότησης και πρέπει να ισχύει για περίοδο επαρκή ώστε να είναι δυνατή η ενεργοποίησή της.

2.  Η εγγύηση για προχρηματοδότηση αποδεσμεύεται όταν και εφόσον η προχρηματοδότηση αφαιρείται από τις ενδιάμεσες πληρωμές ή τις πληρωμές υπολοίπου προς τον ανάδοχο ή τον δικαιούχο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή τους όρους της συμφωνίας επιχορήγησης.



ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΜΜΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Άρθρο 154

Έμμεση διαχείριση

1.  Η επιλογή των προσώπων και των οντοτήτων που επιφορτίζονται με καθήκοντα εκτέλεσης κονδυλίων της Ένωσης ή ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) είναι διαφανής, δικαιολογείται από τη φύση της ενέργειας και δεν οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων. Για τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημεία ii), v), vi) και vii), η επιλογή λαμβάνει δεόντως υπόψη τη χρηματοδοτική και επιχειρησιακή ικανότητα των οικείων οντοτήτων.

Εάν το πρόσωπο ή η οντότητα προσδιορίζεται σε βασική πράξη, το δημοσιονομικό δελτίο του άρθρου 35 περιλαμβάνει αιτιολόγηση για την επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου ή της συγκεκριμένης οντότητας.

►C2  Στην περίπτωση εκτέλεσης μέσω δικτύου, η οποία συνεπάγεται τον ορισμό τουλάχιστον ενός οργανισμού ή μιας οντότητας ανά κράτος μέλος ή ενδιαφερόμενη χώρα, ο ορισμός αυτός γίνεται από το κράτος μέλος ή την ενδιαφερόμενη χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις της βασικής πράξης. ◄ Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή ορίζει αυτούς τους οργανισμούς και οντότητες σε συμφωνία με τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες.

2.  Τα πρόσωπα και οι οντότητες που επιφορτίζονται με καθήκοντα εκτέλεσης κονδυλίων της Ένωσης ή ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) τηρούν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας, της μη εφαρμογής διακρίσεων και της προβολής της δράσης της Ένωσης. Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή συνάπτει χρηματοδοτικές συμφωνίες-πλαίσια εταιρικής σχέσης σύμφωνα με το άρθρο 130, αυτές οι αρχές περιγράφονται αναλυτικότερα στις εν λόγω συμφωνίες.

3.  Πριν από την υπογραφή συμφωνιών συνεισφοράς, συμφωνιών χρηματοδότησης ή συμβάσεων εγγύησης, η Επιτροπή εξασφαλίζει επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ισοδύναμο με αυτό που προβλέπεται κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α). Η Επιτροπή το επιτυγχάνει αυτό με την αξιολόγηση των συστημάτων, κανόνων και διαδικασιών των προσώπων και των οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης εάν προτίθεται να βασιστεί σε τέτοιου είδους συστήματα, κανόνες και διαδικασίες για την υλοποίηση της ενέργειας, ή με την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων εποπτείας σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

4.  Η Επιτροπή αξιολογεί με βάση την αρχή της αναλογικότητας και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση της ενέργειας και των ενεχόμενων χρηματοοικονομικών κινδύνων, κατά πόσο τα πρόσωπα και οι οντότητες που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ):

α) θεσπίζουν και διασφαλίζουν τη λειτουργία αποτελεσματικού και αποδοτικού συστήματος εσωτερικού ελέγχου με βάση τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές το οποίο μπορεί ιδίως να προλαμβάνει, να εντοπίζει και να διορθώνει παρατυπίες και περιπτώσεις απάτης·

β) χρησιμοποιούν λογιστικό σύστημα που παρέχει εγκαίρως ακριβή, πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία·

γ) υπόκεινται σε ανεξάρτητο εξωτερικό λογιστικό έλεγχο, που διενεργείται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα από ελεγκτικό φορέα λειτουργικά ανεξάρτητο από το οικείο πρόσωπο ή την οικεία οντότητα·

δ) εφαρμόζουν τους κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες για την παροχή χρηματοδότησης σε τρίτους, όπου συμπεριλαμβάνονται διαφανείς, αμερόληπτες αποτελεσματικές και ουσιαστικές διαδικασίες ελέγχου, κανόνες για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και κανόνες αποκλεισμού της πρόσβασης σε χρηματοδότηση·

ε) δημοσιοποιούν κατάλληλες πληροφορίες για τους αποδέκτες τους, οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 38·

στ) διασφαλίζουν προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ισοδύναμη με την προβλεπόμενη δυνάμει του άρθρου 5.

Επιπλέον, σε συμφωνία με τα πρόσωπα ή τις οντότητες, η Επιτροπή δύναται να αξιολογεί άλλους κανόνες και διαδικασίες όπως οι λογιστικές πρακτικές των προσώπων ή οντοτήτων όσον αφορά τις διοικητικές δαπάνες. Με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να βασιστεί στους εν λόγω κανόνες και διαδικασίες.

Τα πρόσωπα ή οι οντότητες που έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την Επιτροπή για οποιαδήποτε ουσιώδη τροποποίηση στα συστήματα, τους κανόνες, ή τις διαδικασίες τους η οποία θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στην αξιοπιστία της αξιολόγησης της Επιτροπής.

5.  Όταν τα οικεία πρόσωπα ή οντότητες πληρούν μόνον εν μέρει την παράγραφο 4, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα εποπτείας τα οποία διασφαλίζουν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Τα μέτρα εξειδικεύονται στις αντίστοιχες συμφωνίες. Πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε τέτοια μέτρα τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου κατόπιν αιτήματός τους.

6.  Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να μην απαιτήσει εκ των προτέρων αξιολόγηση όπως αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4:

α) για τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 και για οργανισμούς ή πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο viii) που έχουν θεσπίσει δημοσιονομικούς κανόνες με προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής·

β) για τρίτες χώρες ή για τους οργανισμούς που ορίζονται από αυτές, στον βαθμό που η Επιτροπή διατηρεί ευθύνες δημοσιονομικής διαχείρισης οι οποίες εγγυώνται επαρκή προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· ή

γ) για τις διαδικασίες που απαιτούνται ειδικά από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των δικών της διαδικασιών και εκείνων που ορίζονται σε βασικές πράξεις.

7.  Εάν τα συστήματα, οι κανόνες ή οι διαδικασίες των προσώπων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) αξιολογηθούν ως κατάλληλα, οι συνεισφορές της Ένωσης στα εν λόγω πρόσωπα ή οντότητες μπορούν να υλοποιούνται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο. Όταν τα εν λόγω πρόσωπα ή οντότητες συμμετέχουν σε πρόσκληση υποβολής προτάσεων, συμμορφώνονται με τους κανόνες της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων που περιλαμβάνονται στον τίτλο VIII. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο διατάκτης δύναται να αποφασίσει να υπογράψει συμφωνία συνεισφοράς ή συμφωνία χρηματοδότησης αντί για συμφωνία επιχορήγησης.

Άρθρο 155

Εκτέλεση των ενωσιακών κονδυλίων και δημοσιονομικές εγγυήσεις

1.  Τα πρόσωπα και οι οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης ή ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ υποβάλλουν στην Επιτροπή:

α) έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των κονδυλίων της Ένωσης ή της ►C2  δημοσιονομικής εγγύησης ◄ , συμπεριλαμβανομένης της εκπλήρωσης των όρων ή της επίτευξης των αποτελεσμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

β) όταν η συνεισφορά χρησιμοποιείται για την επιστροφή δαπανών, τα λογιστικά στοιχεία που τηρούν για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες·

γ) διαχειριστική δήλωση με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) και, κατά περίπτωση, στο στοιχείο β) η οποία βεβαιώνει ότι:

i) τα στοιχεία παρουσιάζονται με τον κατάλληλο τρόπο και είναι πλήρη και ακριβή·

ii) τα κονδύλια της Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν για τον προβλεπόμενο σκοπό τους, όπως ορίζεται στις συμφωνίες συνεισφοράς, τις συμφωνίες χρηματοδότησης ή τις συμβάσεις εγγύησης, ή, κατά περίπτωση, στους συναφείς ειδικούς τομεακούς κανόνες·

iii) τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων·

δ) σύνοψη των τελικών εκθέσεων λογιστικού ελέγχου και των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης της φύσης και έκτασης των σφαλμάτων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα συστήματα καθώς και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν.

Σε περίπτωση διασταύρωσης στοιχείων για ελέγχους σύμφωνα με το άρθρο 127, η σύνοψη που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο στοιχείο δ) πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει όλη τη σχετική με τον έλεγχο τεκμηρίωση στην οποία βασίζεται η διασταύρωση.

Σε περιπτώσεις ενεργειών που ολοκληρώνονται προ του τέλους του σχετικού οικονομικού έτους, η τελική έκθεση σχετικά με την ενέργεια μπορεί να αντικαταστήσει τη διαχειριστική δήλωση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, εφόσον υποβληθεί πριν από την 15η Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

Τα έγγραφα του πρώτου εδαφίου συνοδεύονται από γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα, η οποία έχει συνταχθεί σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα. Η εν λόγω γνώμη διαπιστώνει κατά πόσο τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου λειτουργούν εύρυθμα και είναι αποδοτικά ως προς το κόστος και κατά πόσον οι υποκείμενες πράξεις είναι νόμιμες και κανονικές. Η γνώμη αναφέρει επίσης κατά πόσον οι ελεγκτικές εργασίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στη διαχειριστική δήλωση του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου. Απουσία τέτοιας γνώμης, ο διατάκτης δύναται να αναζητήσει ισοδύναμο επίπεδο βεβαιότητας προσφεύγοντας σε άλλα ανεξάρτητα μέσα.

Τα έγγραφα του πρώτου εδαφίου παρέχονται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η γνώμη που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο παρέχεται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 15 Μαρτίου του εν λόγω έτους.

Οι υποχρεώσεις της παρούσας παραγράφου δεν θίγουν τις συμφωνίες που συνάπτονται με την ΕΤΕπ, το ΕΤΕ, οργανισμούς των κρατών μελών, διεθνείς οργανισμούς και τρίτες χώρες. Όσον αφορά τη διαχειριστική δήλωση, οι συμφωνίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον την υποχρέωση των εν λόγω οντοτήτων να υποβάλλουν στην Επιτροπή ετησίως δήλωση ότι, κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους, τα κονδύλια της Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν και καταχωρίστηκαν λογιστικά σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφοι 3 και 4 και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται σε τέτοιου είδους συμφωνίες. Η δήλωση αυτή είναι δυνατό να συμπεριληφθεί στην τελική έκθεση αν η υλοποιούμενη ενέργεια έχει διάρκεια που δεν υπερβαίνει τους 18 μήνες.

2.  Κατά την εκτέλεση ενωσιακών κονδυλίων, τα πρόσωπα και οι οντότητες:

α) συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης και τα συμφωνηθέντα διεθνή και ενωσιακά πρότυπα και, ως εκ τούτου, δεν στηρίζουν ενέργειες που συμβάλλουν στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τη φοροαποφυγή, τη φορολογική απάτη ή τη φοροδιαφυγή·

β) κατά την εκτέλεση χρηματοδοτικών μέσων και ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ , σύμφωνα με τον τίτλο X, δεν πραγματοποιούν νέες πράξεις ούτε ανανεώνουν πράξεις με οντότητες συσταθείσες ή εγκατεστημένες σε περιοχές δικαιοδοσίας οι οποίες έχουν καταχωρισθεί στο πλαίσιο της σχετικής πολιτικής της Ένωσης για τις μη συνεργάσιμες περιοχές δικαιοδοσίας ή έχουν χαρακτηριστεί ως τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ή οι οποίες δεν συμμορφώνονται αποτελεσματικά με τα ενωσιακά ή τα διεθνώς συμφωνημένα φορολογικά πρότυπα όσον αφορά τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών.

Οι οντότητες μπορούν να παρεκκλίνουν από το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου μόνον εφόσον η ενέργεια εκτελείται υλικά σε μία από τις εν λόγω περιοχές δικαιοδοσίας και δεν ενέχει καμία ένδειξη ότι η σχετική πράξη εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου.

Κατά τη σύναψη συμφωνιών με ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης, οι οντότητες που εκτελούν χρηματοδοτικά μέσα και ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ σύμφωνα με τον τίτλο X μεταφέρουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο στο σώμα των σχετικών συμφωνιών και ζητούν από τους ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με την τήρησή τους.

3.  Κατά την εκτέλεση χρηματοδοτικών μέσων και ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ σύμφωνα με τον τίτλο X, τα πρόσωπα και οι οντότητες εφαρμόζουν τις αρχές και τα πρότυπα του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και, ιδίως, τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 22 ) και την οδηγία (ΕΕ) 2015/849. Εξαρτούν τη χρηματοδότηση στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού από τη γνωστοποίηση των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και δημοσιεύουν στοιχεία ανά χώρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 23 ).

4.  Η Επιτροπή επαληθεύει ότι τα κονδύλια της Ένωσης ή οι ►C2  δημοσιονομικές εγγυήσεις ◄ χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις σχετικές συμφωνίες. ►C2  Στις περιπτώσεις όπου οι δαπάνες ενός προσώπου ή μιας οντότητας επιστρέφονται βάσει απλουστευμένης επιλογής κόστους σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία γ), δ) και ε), το άρθρο 181 παράγραφοι 1 έως 5 και τα άρθρα 182 έως 185 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών. ◄ Στις περιπτώσεις που τα κονδύλια της Ένωσης ή η ►C2  δημοσιονομική εγγύηση ◄ χρησιμοποιήθηκαν κατά παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στις αντίστοιχες συμφωνίες, εφαρμόζεται το άρθρο 131.

5.  Στις ενέργειες που χρηματοδοτούνται από πολλαπλούς δωρητές, όταν η συνεισφορά της Ένωσης χρησιμοποιείται για την επιστροφή εξόδων, η διαδικασία που θεσπίζεται στην παράγραφο 4 συνίσταται στην επαλήθευση ότι ποσό που αντιστοιχεί σε εκείνο το οποίο κατέβαλε η Επιτροπή για την υπόψη ενέργεια έχει χρησιμοποιηθεί από το πρόσωπο ή την οντότητα σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην αντίστοιχη συμφωνία επιχορήγησης, συμφωνία συνεισφοράς ή συμφωνία χρηματοδότησης.

6.  Οι συμφωνίες συνεισφοράς, οι συμφωνίες χρηματοδότησης και οι συμβάσεις εγγύησης ορίζουν με σαφήνεια τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του προσώπου ή της οντότητας που εκτελεί κονδύλια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που θεσπίζονται στο άρθρο 129 και τους όρους πληρωμής της συνεισφοράς. Επίσης, οι εν λόγω συμφωνίες, όπου συντρέχει λόγος, ορίζουν την από κοινού συμφωνηθείσα αμοιβή η οποία είναι ανάλογη των συνθηκών βάσει των οποίων υλοποιούνται οι ενέργειες, λαμβανομένων δεόντως υπόψη τυχόν περιστάσεων κρίσης και ευθραυστότητας, και, όπου αρμόζει, βασίζεται στις επιδόσεις. Οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνουν επίσης τους κανόνες λογοδοσίας στην Επιτροπή σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων, τα αναμενόμενα αποτελέσματα συμπεριλαμβανομένων δεικτών για τη μέτρηση των επιδόσεων, και την υποχρέωση των προσώπων ή των οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης να ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών, καθώς και με τη συνέχεια που τους δίνεται.

7.  Όλες οι συμφωνίες συνεισφοράς, οι συμφωνίες χρηματοδότησης και οι συμβάσεις εγγύησης τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όποτε ζητηθεί.

8.  Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις συνεισφορές της Ένωσης προς οργανισμούς της Ένωσης που υπάγονται σε χωριστή διαδικασία απαλλαγής σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 71, με την εξαίρεση των ενδεχόμενων ειδικών συμφωνιών συνεισφοράς.

Άρθρο 156

Έμμεση διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς

1.  Η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο ii), να εκτελεί τον προϋπολογισμό έμμεσα με διεθνείς οργανισμούς δημόσιου διεθνούς δικαίου που έχουν συσταθεί με διεθνείς συμφωνίες («διεθνείς οργανισμοί») και με εξειδικευμένους οργανισμούς που έχουν συσταθεί από τους προαναφερόμενους οργανισμούς. Οι συμφωνίες αυτές διαβιβάζονται στην Επιτροπή ως μέρος της αξιολόγησης που διενεργείται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφος 3.

2.  Οι ακόλουθοι οργανισμοί εξομοιώνονται με διεθνείς οργανισμούς:

α) η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού·

β) η Διεθνής Ομοσπονδία Εθνικών Εταιρειών του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου.

3.  Η Επιτροπή δύναται να λάβει δεόντως αιτιολογημένη απόφαση για την εξομοίωση μη κερδοσκοπικού οργανισμού με διεθνή οργανισμό, υπό τον όρο ότι πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) έχει νομική προσωπικότητα και αυτόνομα όργανα διακυβέρνησης·

β) έχει συσταθεί για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων γενικού διεθνούς ενδιαφέροντος·

γ) τουλάχιστον έξι κράτη μέλη συμμετέχουν στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό·

δ) παρέχει επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις·

ε) λειτουργεί βάσει μόνιμης δομής και σύμφωνα με συστήματα, κανόνες και διαδικασίες που μπορούν να αξιολογηθούν με βάση το άρθρο 154 παράγραφος 3.

4.  Στις περιπτώσεις που οι διεθνείς οργανισμοί εκτελούν κονδύλια υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης, εφαρμόζονται οι συμφωνίες επαλήθευσης που έχουν συναφθεί με τους οργανισμούς αυτούς.

Άρθρο 157

Έμμεση διαχείριση με οργανισμούς των κρατών μελών

1.  Η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημεία v) και vi) να εκτελεί τον προϋπολογισμό έμμεσα με οργανισμούς των κρατών μελών.

2.  Όποτε η Επιτροπή εκτελεί έμμεσα τον προϋπολογισμό με οργανισμούς των κρατών μελών, βασίζεται στα συστήματα, τους κανόνες και τις διαδικασίες των εν λόγω οργανισμών, που έχουν αξιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφοι 3 και 4.

3.  Οι χρηματοδοτικές συμφωνίες-πλαίσια εταιρικής σχέσης που συνάπτονται με οργανισμούς των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 130 προσδιορίζουν περαιτέρω την έκταση και τις λεπτομέρειες της διασταύρωσης στοιχείων για τα συστήματα, τους κανόνες και τις διαδικασίες των οργανισμών των κρατών μελών και είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διατάξεις για τη διασταύρωση στοιχείων για αξιολογήσεις και ελέγχους όπως αναφέρεται στα άρθρα 126 και 127.

Άρθρο 158

Έμμεση διαχείριση με τρίτες χώρες

1.  Η Επιτροπή δύναται να εκτελεί τον προϋπολογισμό έμμεσα με τρίτη χώρα ή με τις οντότητες που η εν λόγω χώρα έχει ορίσει όπως αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο i) με τη σύναψη συμφωνίας χρηματοδότησης στην οποία περιγράφεται η παρέμβαση της Ένωσης στην τρίτη χώρα και ορίζεται η μέθοδος εκτέλεσης για κάθε τμήμα της ενέργειας.

2.  Για το τμήμα της ενέργειας που υλοποιείται έμμεσα με την τρίτη χώρα ή τις οντότητες που εκείνη έχει ορίσει, η συμφωνία χρηματοδότησης, εκτός των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 155 παράγραφος 5, ορίζει με σαφήνεια τους ρόλους και τις ευθύνες της τρίτης χώρας και της Επιτροπής στην εκτέλεση των κονδυλίων. Η συμφωνία χρηματοδότησης καθορίζει επίσης τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται από την τρίτη χώρα κατά την εκτέλεση των κονδυλίων της Ένωσης.

Άρθρο 159

Συνδυαστικές πράξεις

1.  Τις συνδυαστικές πράξεις διαχειρίζεται είτε η Επιτροπή είτε πρόσωπα ή οντότητες που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

2.  Στην περίπτωση που εκτελούνται χρηματοδοτικά μέσα και ►C2  δημοσιονομικών εγγυήσεων ◄ στο πλαίσιο συνδυαστικού μηχανισμού ή πλατφόρμας, εφαρμόζεται ο τίτλος X.

3.  Για τα χρηματοδοτικά μέσα και τις δημοσιονομικές εγγυήσεις που εκτελούνται στο πλαίσιο συνδυαστικών μηχανισμών ή πλατφορμών, θεωρείται ότι υπάρχει συμμόρφωση με το άρθρο 209 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο η) εάν διενεργηθεί εκ των προτέρων αξιολόγηση πριν από τη δημιουργία του εν λόγω συνδυαστικού μηχανισμού ή πλατφόρμας.

4.  Εκπονούνται ετήσιες εκθέσεις δυνάμει του άρθρου 249 στο επίπεδο του συνδυαστικού μηχανισμού ή της πλατφόρμας, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη όλα τα χρηματοδοτικά μέσα και τις δημοσιονομικές εγγυήσεις που υπάγονται στον μηχανισμό ή την πλατφόρμα και ορίζουν σαφώς τους διαφορετικούς τύπους χρηματοδοτικής στήριξης εντός του μηχανισμού ή της πλατφόρμας.



ΤΙΤΛΟΣ VII

ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 160

Αρχές που εφαρμόζονται στις συμβάσεις και πεδίο εφαρμογής

1.  Όλες οι συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης.

2.  Όλες οι συμβάσεις ανατίθενται με την ευρύτερη δυνατή διαδικασία ανταγωνισμού, εκτός αν γίνει χρήση της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 164 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

Το εκτιμώμενο ύψος μιας σύμβασης δεν ορίζεται με πρόθεση καταστρατήγησης των εφαρμοστέων κανόνων ούτε επιτρέπεται η κατάτμηση μιας σύμβασης για τον ίδιο σκοπό.

Η αναθέτουσα αρχή υποδιαιρεί τη σύμβαση σε παρτίδες, εφόσον είναι σκόπιμο, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ευρεία βάση του ανταγωνισμού.

3.  Οι αναθέτουσες αρχές δεν χρησιμοποιούν τις συμβάσεις-πλαίσια κατά τρόπο καταχρηστικό ή με στόχο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.

4.  Το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) μπορεί να δέχεται χρηματοδοτήσεις καταλογιζόμενες σε πιστώσεις εκτός των πιστώσεων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε διαδικασίες προμηθειών χρηματοδοτούμενες, εν όλω ή εν μέρει, από τον προϋπολογισμό.

5.  Οι κανόνες σχετικά με τις προμήθειες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες του JRC για λογαριασμό τρίτων, με εξαίρεση τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 161

Παράρτημα για τις προμήθειες και την εξουσιοδότηση

Αναλυτικοί κανόνες σχετικά με τις προμήθειες παρατίθενται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, όταν αναθέτουν συμβάσεις για ίδιο λογαριασμό, εφαρμόζουν τα ίδια πρότυπα με αυτά που ισχύουν για τις αναθέτουσες αρχές που καλύπτονται από τις οδηγίες 2014/23/ΕΕ και 2014/24/ΕΕ, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 269 του παρόντος κανονισμού για την τροποποίηση του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να το ευθυγραμμίσει το εν λόγω παράρτημα με τις τροποποιήσεις των εν λόγω οδηγιών και να εισαγάγει σχετικές τεχνικές προσαρμογές.

Άρθρο 162

Μικτές συμβάσεις και κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις

1.  Οι μεικτές συμβάσεις με αντικείμενο δύο ή περισσότερα είδη προμηθειών (έργα, αγαθά ή υπηρεσίες) ή παραχωρήσεων (έργα ή υπηρεσίες) ή με αντικείμενο τόσο προμήθειες όσο και παραχωρήσεις, ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το είδος προμηθειών που αντιστοιχεί στο κύριο αντικείμενο της σχετικής σύμβασης.

2.  Σε περίπτωση μεικτών συμβάσεων που συνίστανται σε προμήθεια αγαθών και παροχή υπηρεσιών, το κύριο αντικείμενο προσδιορίζεται μέσω σύγκρισης των αξιών των αντίστοιχων αγαθών ή υπηρεσιών.

Οι συμβάσεις που καλύπτουν μόνο ένα είδος προμηθειών (έργα, αγαθά ή υπηρεσίες) και οι συμβάσεις παραχώρησης (έργων ή υπηρεσιών) ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις οικείες δημόσιες συμβάσεις.

3.  Ο παρών τίτλος δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις τεχνικής βοήθειας που συνάπτονται με την ΕΤΕπ ή το ΕΤΕ.

4.  Κάθε αναφορά σε ονοματολογίες στο πλαίσιο προμηθειών γίνεται με βάση το «κοινό λεξιλόγιο για τις δημόσιες συμβάσεις (ΚΛΔΕ)», που περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2195/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 24 ).

Άρθρο 163

Μέτρα δημοσιότητας

1.  Για διαδικασίες ύψους ίσου ή μεγαλύτερου από τα προκαθορισμένα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 178, η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

α) προκήρυξη για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας, εκτός από την περίπτωση της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 164 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β) γνωστοποίηση ανάθεσης σύμβασης με τα αποτελέσματα της διαδικασίας.

2.  Οι διαδικασίες ύψους χαμηλότερου από τα προκαθορισμένα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1 ή το άρθρο 178 δημοσιοποιούνται με τα κατάλληλα μέσα.

3.  Επιτρέπεται η μη δημοσίευση ορισμένων πληροφοριών για την ανάθεση σύμβασης αν η δημοσίευσή τους θα εμπόδιζε την εφαρμογή της νομοθεσίας ή θα ήταν κατ’ άλλον τρόπο αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον, θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα οικονομικών φορέων ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Άρθρο 164

Διαδικασίες προμηθειών

1.  Οι διαδικασίες προμηθειών για την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης ή δημοσίων συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων-πλαισίων, λαμβάνουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

α) ανοικτή διαδικασία·

β) κλειστή διαδικασία, μεταξύ άλλων μέσω ενός δυναμικού συστήματος αγορών·

γ) διαγωνισμός μελετών·

δ) διαδικασία με διαπραγμάτευση, μεταξύ άλλων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση·

ε) ανταγωνιστικός διάλογος·

στ) ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση·

ζ) σύμπραξη καινοτομίας·

η) διαδικασίες μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.

2.  Στις ανοικτές διαδικασίες, κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει προσφορά.

3.  Στις κλειστές διαδικασίες, στους ανταγωνιστικούς διαλόγους, στις ανταγωνιστικές διαδικασίες με διαπραγμάτευση και στις συμπράξεις καινοτομίας οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει αίτηση συμμετοχής παρέχοντας τις πληροφορίες που ζητούνται από την αναθέτουσα αρχή. Η αναθέτουσα αρχή καλεί όλους τους υποψήφιους που πληρούν τα κριτήρια επιλογής και οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 136 παράγραφος 1 και 141 παράγραφος 1 να υποβάλουν προσφορά.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να περιορίζει τον αριθμό των υποψηφίων που θα κληθούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία βάσει αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής που δεν επιφέρουν διακρίσεις και τα οποία αναφέρονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Καλείται επαρκής αριθμός υποψηφίων για την εξασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού.

4.  Σε όλες τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, η αναθέτουσα αρχή διαπραγματεύεται με τους προσφέροντες τις αρχικές και τυχόν μεταγενέστερες προσφορές ή μέρη αυτών, εκτός από τις τελικές προσφορές τους, με στόχο να βελτιωθεί το περιεχόμενό τους. Οι ελάχιστες απαιτήσεις και τα κριτήρια που καθορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση.

Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν συμβάσεις με βάση την αρχική προσφορά χωρίς διαπραγμάτευση, εφόσον έχουν αναφέρει στα έγγραφα της προμήθειας ότι διατηρούν τη δυνατότητα να το πράξουν.

5.  Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί:

α) ανοικτή ή κλειστή διαδικασία για κάθε αγορά·

β) τις διαδικασίες μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συμβάσεις ύψους χαμηλότερου των προκαθορισμένων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1, προκειμένου να προεπιλεγούν οι υποψήφιοι που θα κληθούν να υποβάλουν προσφορά κατά τις μελλοντικές κλειστές προσκλήσεις για υποβολή προσφορών ή προκειμένου να καταρτισθεί κατάλογος πωλητών που θα κληθούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής ή προσφορές·

γ) τον διαγωνισμό μελετών για την εξασφάλιση μελέτης ή σχεδίου που επιλέγεται από κριτική επιτροπή κατόπιν διαγωνισμού·

δ) τη σύμπραξη καινοτομίας για την ανάπτυξη καινοτόμου προϊόντος, υπηρεσίας ή καινοτόμων έργων και για την επακόλουθη αγορά των αγαθών, υπηρεσιών ή έργων που προκύπτουν·

ε) την ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση ή τον ανταγωνιστικό διάλογο για τις συμβάσεις παραχώρησης, για τις συμβάσεις υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα XIV της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, στις περιπτώσεις όπου υποβλήθηκαν μόνον αντικανονικές ή απαράδεκτες προσφορές στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η αρχική διαδικασία, και για τις περιπτώσεις όπου τούτο δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τη φύση ή την πολυπλοκότητα του αντικειμένου της σύμβασης ή με την ειδική φύση της σύμβασης, κατά τα οριζόμενα λεπτομερέστερα στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού·

στ) τη διαδικασία με διαπραγμάτευση για συμβάσεις ύψους χαμηλότερου από τα προκαθορισμένα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1 ή, τη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, για συγκεκριμένα είδη αγορών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ ή υπό σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, όπως ορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

6.  Ένα δυναμικό σύστημα αγορών παραμένει ανοικτό καθ’ όλη τη διάρκειά του για οποιονδήποτε οικονομικό φορέα πληροί τα κριτήρια επιλογής.

Η αναθέτουσα αρχή ακολουθεί τους κανόνες της κλειστής διαδικασίας για προμήθειες μέσω ενός δυναμικού συστήματος αγορών.

Άρθρο 165

Διοργανικές προμήθειες και ομαδοποιημένες προμήθειες

1.  Οσάκις μια σύμβαση ή σύμβαση-πλαίσιο ενδιαφέρει δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα της Ένωσης, εκτελεστικούς οργανισμούς ή οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71, και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να επιτευχθεί αυξημένη αποδοτικότητα, οι οικείες αναθέτουσες αρχές μπορούν να διεξάγουν τη διαδικασία ανάθεσης και τη διαχείριση της επακόλουθης σύμβασης ή σύμβασης-πλαισίου σε διοργανική βάση υπό την ηγεσία μιας από τις αναθέτουσες αρχές.

Οι φορείς και τα πρόσωπα που έχουν επιφορτιστεί με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ βάσει του Τίτλου V της ΣΕΕ, καθώς και το Γραφείο του γενικού γραμματέα του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων μπορούν επίσης να συμμετέχουν στις διοργανικές διαδικασίες ανάθεσης

Οι όροι της σύμβασης-πλαισίου εφαρμόζονται μόνον μεταξύ των αναθετουσών αρχών οι οποίες έχουν οριστεί για τον σκοπό αυτόν στα έγγραφα της προμήθειας και των οικονομικών φορέων που αποτελούν μέρη της σύμβασης-πλαισίου.

2.  Οσάκις απαιτείται σύμβαση ή σύμβαση-πλαίσιο για την υλοποίηση κοινής ενέργειας από θεσμικό όργανο της Ένωσης και μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές κράτους μέλους, η διαδικασία προμηθειών μπορεί να διενεργηθεί από κοινού από το θεσμικό όργανο της Ένωσης και τις αναθέτουσες αρχές.

Οι ομαδοποιημένες προμήθειες είναι δυνατές με τα κράτη ΕΖΕΣ καθώς και με χώρες υποψήφιες για προσχώρηση στην Ένωση, εφόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά σε διμερή ή πολυμερή συνθήκη.

Οι διαδικαστικές διατάξεις που ισχύουν για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εφαρμόζονται στις ομαδοποιημένες προμήθειες.

Οσάκις το μερίδιο που αναλαμβάνει ή διαχειρίζεται η αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους επί του συνολικού εκτιμώμενου ύψους της σύμβασης ισούται με το 50 % ή το υπερβαίνει ή σε άλλες δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, το θεσμικό όργανο της Ένωσης είναι δυνατόν να αποφασίσει ότι ισχύουν στις ομαδοποιημένες προμήθειες οι διαδικαστικοί κανόνες που εφαρμόζονται στην αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους, αρκεί οι εν λόγω κανόνες να μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι με αυτούς που εφαρμόζει το θεσμικό όργανο της Ένωσης.

Το θεσμικό όργανο της Ένωσης και η αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους, κράτους ΕΖΕΣ ή υποψήφιας για προσχώρηση στην Ένωση χώρας, που έχει σχέση με τις ομαδοποιημένες προμήθειες συμφωνούν ιδίως επί των λεπτομερών πρακτικών ρυθμίσεων για την αξιολόγηση των αιτήσεων συμμετοχής ή των προσφορών, την ανάθεση της σύμβασης, το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο και το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση διαφορών.

Άρθρο 166

Προετοιμασία της διαδικασίας προμηθειών

1.  Πριν από την έναρξη διαδικασίας προμηθειών, η αναθέτουσα αρχή δύναται να διεξάγει προκαταρκτική διαβούλευση της αγοράς με σκοπό την προετοιμασία της διαδικασίας.

2.  Στα έγγραφα της προμήθειας, η αναθέτουσα αρχή καθορίζει το αντικείμενο της προμήθειας, περιγράφοντας τις ανάγκες της και τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τα προς αγοράν έργα, αγαθά ή υπηρεσίες και προσδιορίζει τα εφαρμοστέα κριτήρια αποκλεισμού, επιλογής και ανάθεσης. Επίσης, η αναθέτουσα αρχή υποδεικνύει τα στοιχεία που καθορίζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν όλες οι προσφορές. Μεταξύ των ελάχιστων προϋποθέσεων περιλαμβάνεται η συμμόρφωση προς τις ισχύουσες υποχρεώσεις περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας οι οποίες έχουν θεσπιστεί δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, του εθνικού δικαίου, συλλογικών συμβάσεων ή των ισχυουσών διεθνών κοινωνικών και περιβαλλοντικών συμβάσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα X της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

Άρθρο 167

Ανάθεση συμβάσεων

1.  Οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων ανάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αναθέτουσα αρχή έχει επαληθεύσει ότι:

α) η προσφορά ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας·

β) ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δεν έχει αποκλεισθεί δυνάμει του άρθρου 136 ή απορριφθεί δυνάμει του άρθρου 141·

γ) ο υποψήφιος ή ο προσφέρων πληροί τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας και δεν βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων η οποία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εκτέλεση της σύμβασης.

2.  Η αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα κριτήρια επιλογής για την αξιολόγηση της ικανότητας του υποψηφίου ή του προσφέροντος. Τα κριτήρια επιλογής αφορούν μόνο τη νομική και κανονιστική ικανότητα για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, την οικονομική και χρηματοδοτική ικανότητα και την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα. Τεκμαίρεται ότι το JRC πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τη χρηματοδοτική του ικανότητα.

3.  Η αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα κριτήρια ανάθεσης για την αξιολόγηση των προσφορών.

4.  Η αναθέτουσα αρχή βασίζει την ανάθεση συμβάσεων στην επιλογή της πιο συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, που συνίσταται σε μία από τις τρεις μεθόδους ανάθεσης: χαμηλότερη τιμή, χαμηλότερο κόστος ή καλύτερη αναλογία τιμής-ποιότητας.

Για τη μέθοδο του χαμηλότερου κόστους, η αναθέτουσα αρχή χρησιμοποιεί μια προσέγγιση κόστους-αποδοτικότητας, συμπεριλαμβανομένης της κοστολόγησης κύκλου ζωής.

Για την καλύτερη αναλογία τιμής-ποιότητας, η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει υπόψη την τιμή ή το κόστος και άλλα ποιοτικά κριτήρια που συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης.

Άρθρο 168

Υποβολή, ηλεκτρονική επικοινωνία και αξιολόγηση

1.  Η αναθέτουσα αρχή καθορίζει προθεσμίες παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής σύμφωνα με το σημείο 24 του παραρτήματος I και συνεκτιμά τον σύνθετο χαρακτήρα της αγοράς, παρέχοντας στους οικονομικούς φορείς επαρκές χρονικό περιθώριο για την κατάρτιση των προσφορών.

2.  Εφόσον το κρίνει ενδεδειγμένο και αναλογικό, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτεί από τους προσφέροντες να καταθέτουν εγγύηση, ώστε να έχει την εξασφάλιση ότι οι υποβληθείσες προσφορές δεν θα αποσυρθούν πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Η απαιτούμενη εγγύηση αντιπροσωπεύει 1 έως 2 % του συνολικού εκτιμώμενου ύψους της σύμβασης.

Η αναθέτουσα αρχή αποδεσμεύει τις εγγυήσεις:

α) για τους προσφέροντες ή τις προσφορές που απορρίφθηκαν, όπως αναφέρεται στο σημείο 30.2 στοιχείο β) ή γ) του παραρτήματος I μετά την παροχή ενημέρωσης για το αποτέλεσμα της διαδικασίας·

β) για τους προσφέροντες που έχουν καταταχθεί όπως αναφέρεται στο σημείο 30.2 στοιχείο ε) του παραρτήματος I, μετά την υπογραφή της σύμβασης.

3.  Η αναθέτουσα αρχή αποσφραγίζει όλες τις αιτήσεις συμμετοχής και τις προσφορές. Ωστόσο, απορρίπτει:

α) τις αιτήσεις συμμετοχής και τις προσφορές που δεν τηρούν τις προθεσμίες παραλαβής χωρίς να τις αποσφραγίσει·

β) τις προσφορές που είναι ήδη αποσφραγισμένες όταν λαμβάνονται, χωρίς να εξετάσει το περιεχόμενό τους.

4.  Η αναθέτουσα αρχή αξιολογεί όλες τις αιτήσεις συμμετοχής ή τις προσφορές που δεν απορρίφθηκαν κατά την εναρκτήρια φάση που ορίζεται στην παράγραφο 3, με βάση τα κριτήρια που προσδιορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας με σκοπό την ανάθεση της σύμβασης ή τη διεξαγωγή ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

5.  Ο διατάκτης δύναται να άρει την υποχρέωση σύστασης επιτροπής αξιολόγησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 150 παράγραφος 2, στις εξής περιπτώσεις:

α) το ύψος της σύμβασης είναι μικρότερο των προκαθορισμένων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1·

β) βάσει ανάλυσης κινδύνου για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ), ε) και στ) σημεία i) και iii) και στο στοιχείο η) του δεύτερου εδαφίου του σημείου 11.1 του παραρτήματος I·

γ) βάσει ανάλυσης κινδύνου κατά τη ►C2  διεξαγωγή νέου διαγωνισμού ◄ στο πλαίσιο σύμβασης-πλαισίου·

δ) για διαδικασίες στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών ύψους μικρότερου ή ίσου των 20 000  EUR.

6.  Οι αιτήσεις συμμετοχής και οι προσφορές που δεν πληρούν όλες τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας απορρίπτονται.

Άρθρο 169

Επαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προμηθειών

1.  Πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής ή προσφορών, η αναθέτουσα αρχή δύναται να γνωστοποιήσει πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με τα έγγραφα της προμήθειας αν διαπιστώσει την ύπαρξη σφάλματος ή παράλειψης στο κείμενο ή μετά από αίτημα υποψηφίων ή προσφερόντων. Οι παρεχόμενες πληροφορίες κοινολογούνται σε όλους τους υποψηφίους ή τους προσφέροντες.

2.  Μετά την παρέλευση της προθεσμίας για παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής ή των προσφορών, σε κάθε περίπτωση στην οποία έχει πραγματοποιηθεί επικοινωνία, καθώς και στις δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει πραγματοποιηθεί επικοινωνία όπως προβλέπεται στο άρθρο 151, καταγράφεται σχετική μνεία στον φάκελο της διαδικασίας προμηθειών.

Άρθρο 170

Απόφαση ανάθεσης και ενημέρωση των υποψηφίων ή των προσφερόντων

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίζει σε ποιον θα ανατεθεί η σύμβαση, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης που ορίζονται στα έγγραφα της προμήθειας.

2.  Η αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε όλους τους υποψηφίους ή προσφέροντες τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητας ή της προσφοράς τους καθώς και τη διάρκεια των περιόδων αναμονής που αναφέρεται στο άρθρο 175 παράγραφος 2 και στο άρθρο 178 παράγραφος 1.

Για την ανάθεση ειδικών συμβάσεων δυνάμει σύμβασης-πλαισίου με ►C2  διεξαγωγή νέου διαγωνισμού ◄ , η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει τους προσφέροντες σχετικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης.

3.  Η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει κάθε προσφέροντα που δεν βρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού που αναφέρεται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 και που δεν απορρίπτεται βάσει του άρθρου 141, του οποίου η προσφορά είναι σύμφωνη με τα έγγραφα της προμήθειας και ο οποίος υποβάλλει εγγράφως αίτημα να ενημερωθεί για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το ονοματεπώνυμο του προσφέροντα, ή των προσφερόντων στην περίπτωση σύμβασης-πλαισίου, στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση και, εκτός από την περίπτωση ειδικής σύμβασης δυνάμει σύμβασης-πλαισίου με ►C2  διεξαγωγή νέου διαγωνισμού ◄ , τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, το αντίτιμο που κατεβλήθη ή το ύψος της σύμβασης, ανάλογα με την περίπτωση·

β) την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και του διαλόγου με τους προσφέροντες.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, ωστόσο, να αποφασίσει να μην αποκαλύψει ορισμένες πληροφορίες, εάν η δημοσιοποίησή τους θα εμπόδιζε την επιβολή του νόμου, θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα οικονομικών φορέων ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Άρθρο 171

Ακύρωση της διαδικασίας προμηθειών

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, πριν από την υπογραφή της σύμβασης, να ακυρώσει τη διαδικασία προμηθειών, χωρίς δυνατότητα των υποψηφίων ή των προσφερόντων να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση.

Η σχετική απόφαση αιτιολογείται και γνωστοποιείται στους υποψηφίους ή τους προσφέροντες το ταχύτερο δυνατόν.

Άρθρο 172

Εκτέλεση και τροποποιήσεις της σύμβασης

1.  Η εκτέλεση της σύμβασης δεν αρχίζει πριν από την υπογραφή της.

2.  Η αναθέτουσα αρχή δύναται να τροποποιήσει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο χωρίς διαδικασία προμηθειών μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 και υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της σύμβασης ή της σύμβασης-πλαισίου.

3.  Μια σύμβαση, σύμβαση-πλαίσιο ή ►C2  ειδική σύμβαση ◄ υπό σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς νέα διαδικασία προμηθειών σε οιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) για πρόσθετα έργα, αγαθά ή υπηρεσίες του αρχικού αναδόχου που έχουν καταστεί αναγκαία και δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση προμηθειών και εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) δεν μπορεί να γίνει αλλαγή αναδόχου για τεχνικούς λόγους που αφορούν τις απαιτήσεις εναλλαξιμότητας ή διαλειτουργικότητας με τον εξοπλισμό, τις υπηρεσίες ή τις εγκαταστάσεις που υπάρχουν·

ii) η αλλαγή αναδόχου θα συνεπαγόταν σημαντική επανάληψη δαπανών για την αναθέτουσα αρχή·

iii) οιαδήποτε αύξηση της τιμής, συμπεριλαμβανομένης της καθαρής σωρευτικής αξίας των διαδοχικών τροποποιήσεων, δεν υπερβαίνει το 50 % του αρχικού ύψους της σύμβασης·

β) όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε λόγω περιστάσεων που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από μια επιμελή αναθέτουσα αρχή,

ii) οιαδήποτε αύξηση της τιμής δεν υπερβαίνει το 50 % του αρχικού ύψους της σύμβασης·

γ) όταν το ύψος της τροποποίησης είναι χαμηλότερο των ακόλουθων ορίων:

i) των προκαθορισμένων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1 και στο σημείο 38 του παραρτήματος I στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών και ισχύουν τη στιγμή της τροποποίησης· και

ii) του 10 % του αρχικού ύψους της σύμβασης όσον αφορά τις συμβάσεις δημόσιων υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών και τις συμβάσεις παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών και του 15 % του αρχικού ύψους της σύμβασης όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων·

δ) όταν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) οι ελάχιστες απαιτήσεις της αρχικής διαδικασίας προμηθειών δεν αλλάζουν,

ii) κάθε επακόλουθη μεταβολή του ύψους είναι σύμφωνη με τους όρους που θεσπίζονται στο στοιχείο γ) του παρόντος εδαφίου, εκτός αν η εν λόγω μεταβολή του ύψους απορρέει από την αυστηρή εφαρμογή των εγγράφων της σύμβασης ή των συμβατικών διατάξεων.

Στο αρχικό ύψος της σύμβασης δεν λαμβάνονται υπόψη οι αναθεωρήσεις των τιμών.

H καθαρή σωρευτική αξία διαφόρων διαδοχικών τροποποιήσεων σύμφωνα με το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου δεν υπερβαίνει τα προκαθορισμένα όρια που αναφέρονται σε αυτό.

H αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα εκ των υστέρων μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 163.

Άρθρο 173

Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης και εγγυήσεις μέσω παρακράτησης αμοιβής

1.  Η εγγύηση καλής εκτέλεσης ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο στο 10 % της συνολικής αξίας της σύμβασης.

Αποδεσμεύεται πλήρως μετά την οριστική παραλαβή των έργων, των αγαθών ή των σύνθετων υπηρεσιών, εντός των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 116 παράγραφος 1 και η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στη σύμβαση. Η εγγύηση μπορεί να αποδεσμευτεί εν μέρει ή πλήρως, μετά την προσωρινή παραλαβή των έργων, των αγαθών και των σύνθετων υπηρεσιών.

2.  Είναι δυνατόν να συσταθεί εγγύηση μέσω παρακράτησης αμοιβής ίση με το 10 % της συνολικής αξίας της σύμβασης με παρακρατήσεις από τις ενδιάμεσες πληρωμές κατά την καταβολή τους ή με παρακράτηση από την τελική πληρωμή.

Η αναθέτουσα αρχή καθορίζει το ποσό της εγγύησης μέσω παρακράτησης αμοιβής το οποίο είναι ανάλογο των κινδύνων που έχουν προσδιοριστεί σε σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και των συνήθων εμπορικών όρων που ισχύουν στον οικείο τομέα.

Η εγγύηση μέσω παρακράτησης αμοιβής δεν χρησιμοποιείται σε σύμβαση στην οποία έχει ζητηθεί εγγύηση καλής εκτέλεσης η οποία δεν έχει αποδεσμευτεί.

3.  Με την επιφύλαξη της έγκρισης της αναθέτουσας αρχής, ο ανάδοχος μπορεί να ζητήσει να αντικατασταθεί η εγγύηση μέσω παρακράτησης αμοιβής με άλλου τύπου εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 152.

4.  Η αναθέτουσα αρχή αποδεσμεύει πλήρως την εγγύηση μέσω παρακράτησης αμοιβής μετά τη λήξη της περιόδου ευθύνης που προβλέπει η σύμβαση, εντός των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 116 παράγραφος 1 και η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στη σύμβαση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διατάξεις εφαρμοζόμενες στις συμβάσεις που συνάπτονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για ίδιο λογαριασμό

Άρθρο 174

Η αναθέτουσα αρχή

1.   ►C2  Τα θεσμικά όργανα, οι εκτελεστικοί οργανισμοί και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 θεωρούνται αναθέτουσες αρχές για τις συμβάσεις που αναθέτουν για ίδιο λογαριασμό, εκτός αν πρόκειται για αγορά από κεντρική αρχή προμηθειών. ◄ Οι υπηρεσίες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης δεν θεωρούνται αναθέτουσες αρχές όταν συνάπτουν συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης μεταξύ τους.

Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που θεωρούνται αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο μπορούν να αναθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 60, τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της αναθέτουσας αρχής.

2.  Κάθε κύριος ή δευτερεύων διατάκτης σε καθένα από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εκτιμά αν τα προκαθορισμένα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 175 παράγραφος 1 έχουν καλυφθεί.

Άρθρο 175

Εφαρμοστέα όρια και περίοδος αναμονής

1.  Για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης, η αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 4 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2014/24/ΕΕ κατά την επιλογή διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 164 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Από εν λόγω όρια εξαρτώνται τα μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 163 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού.

2.  Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των όρων που προσδιορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, σε περίπτωση συμβάσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αναθέτουσα αρχή δεν υπογράφει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο με τον επιτυχόντα προσφέροντα πριν από την παρέλευση περιόδου αναμονής.

3.  Η περίοδος αναμονής έχει διάρκεια 10 ημερών εάν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, και 15 ημερών εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα.

Άρθρο 176

Κανόνες σχετικά με την πρόσβαση διαδικασίες προμηθειών

1.  Η συμμετοχή σε διαδικασίες προμηθειών είναι ανοικτή επί ίσοις όροις σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα η οποία έχει συνάψει ειδική συμφωνία με την Ένωση στον τομέα των προμηθειών, υπό τους όρους που προβλέπονται στην εν λόγω συμφωνία. Είναι επίσης ανοικτή στους διεθνείς οργανισμούς.

2.  Για τον σκοπό του άρθρου 160 παράγραφος 4, το JRC θεωρείται ως νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος.

Άρθρο 177

Κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις δημόσιες προμήθειες

Στην περίπτωση εφαρμογής της πολυμερούς συμφωνίας περί δημοσίων συμβάσεων προμηθειών η οποία έχει συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η διαδικασία προμηθειών είναι επίσης ανοικτή σε οικονομικούς φορείς εγκατεστημένους στα κράτη που έχουν επικυρώσει την εν λόγω συμφωνία, υπό τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία αυτή.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Διατάξεις που εφαρμόζονται για τις προμήθειες στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών

Άρθρο 178

Προμήθειες για τις εξωτερικές ενέργειες

1.  Οι γενικές διατάξεις περί προμηθειών όπως του αναφέρονται στο κεφάλαιο 1 του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις συμβάσεις που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με τις λεπτομέρειες ανάθεσης των εξωτερικών συμβάσεων που ορίζονται στο κεφάλαιο 3 στο παράρτημα I. Τα άρθρα 174 έως 177 δεν εφαρμόζονται στις προμήθειες που καλύπτονται στο παρόν κεφάλαιο.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των όρων που προσδιορίζονται στο παράρτημα I, η αναθέτουσα αρχή δεν υπογράφει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο με τον επιτυχόντα προσφέροντα πριν από την παρέλευση περιόδου αναμονής. Η περίοδος αναμονής έχει διάρκεια 10 ημερών εάν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, και 15 ημερών εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα.

Το άρθρο 163, το άρθρο 164 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται μόνο για αξίες άνω των:

α) 300 000  EUR, για τις συμβάσεις υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών·

β) 5 000 000  EUR, για τις συμβάσεις έργων.

2.  Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται:

α) σε προμήθειες όπου η Επιτροπή δεν αναθέτει συμβάσεις για ίδιο λογαριασμό·

β) σε προμήθειες που συνάπτονται από πρόσωπα ή οντότητες που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), όπου προβλέπεται στη συμφωνία συνεισφοράς ή χρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 154.

3.  Οι διαδικασίες προμηθειών προβλέπονται στις συμφωνίες χρηματοδότησης στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 158.

4.  Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται σε ενέργειες που προβλέπονται από τομεακές βασικές πράξεις οι οποίες αφορούν την παροχή βοήθειας για τη διαχείριση ανθρωπιστικών κρίσεων, τις επιχειρήσεις πολιτικής προστασίας και τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

Άρθρο 179

Κανόνες σχετικά με την πρόσβαση σε διαδικασίες προμηθειών στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών

1.  Η συμμετοχή σε διαδικασίες προμηθειών είναι ανοικτή επί ίσοις όροις σε όλα τα πρόσωπα εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών, καθώς και σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σύμφωνα με τις συγκεκριμένες διατάξεις οι οποίες προβλέπονται στις βασικές πράξεις που διέπουν τον εκάστοτε τομέα συνεργασίας. Είναι επίσης ανοικτή στους διεθνείς οργανισμούς.

2.  Είναι δυνατόν να επιτραπεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις και με τη δέουσα αιτιολόγηση από μέρους του αρμοδίου διατάκτη, η συμμετοχή σε προσκλήσεις υποβολής προσφορών υπηκόων τρίτων χωρών, διαφορετικών από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Όποτε ισχύει συμφωνία σχετικά με το άνοιγμα των αγορών προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών στην οποία συμμετέχει η Ένωση, οι διαδικασίες προμηθειών για συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό είναι επίσης ανοικτές σε φυσικά και νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, υπό τους όρους που ορίζονται στην εν λόγω συμφωνία.



ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Πεδίο εφαρμογής και μορφή των επιχορηγήσεων

Άρθρο 180

Πεδίο εφαρμογής και μορφή των επιχορηγήσεων

1.  Ο παρών τίτλος αφορά τις επιχορηγήσεις που χορηγούνται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης.

2.  Οι επιχορηγήσεις μπορούν να πραγματοποιούνται με σκοπό να χρηματοδοτηθεί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) ενέργεια προοριζόμενη να προωθήσει την υλοποίηση ενός στόχου της Ένωσης («επιχορηγήσεις ενέργειας»)·

β) η λειτουργία οργανισμού ο οποίος επιδιώκει στόχο που εντάσσεται σε πολιτική της Ένωσης και την υποστηρίζει («επιχορηγήσεις λειτουργίας»).

Η επιχορήγηση λειτουργίας λαμβάνει τη μορφή χρηματοδοτικής συνεισφοράς στο πρόγραμμα εργασίας του οργανισμού όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) πρώτο εδάφιο.

3.  Οι επιχορηγήσεις είναι δυνατόν να λάβουν μία από τις μορφές που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1.

Όταν η επιχορήγηση λαμβάνει τη μορφή χρηματοδότησης που δεν συνδέεται με δαπάνες κατά το στοιχείο α) του άρθρου 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο:

α) οι διατάξεις του παρόντος τίτλου, ειδικότερα, των άρθρων 182, 184 και 185, του άρθρου 186 παράγραφοι 2 έως 4, του άρθρου 190, του άρθρου 191 παράγραφος 3 και του άρθρου 203 παράγραφος 4 που σχετίζονται με την επιλεξιμότητα και την επαλήθευση δαπανών δεν εφαρμόζονται,

β) όσον αφορά το άρθρο 181, εφαρμόζονται μόνον η διαδικασία και οι απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και δ) και δεύτερο εδάφιο, και στην παράγραφο 5, του εν λόγω άρθρου.

4.  Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης μπορεί να αναθέτει δημόσιες συμβάσεις ν ή να επιχορηγεί για δραστηριότητες επικοινωνίας. Η επιχορήγηση είναι δυνατή στις περιπτώσεις που η χρήση προμηθειών δεν ενδείκνυται λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων.

5.  Το JRC μπορεί να δέχεται χρηματοδοτήσεις καταλογιζόμενες σε πιστώσεις εκτός των πιστώσεων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε διαδικασίες επιχορήγησης χρηματοδοτούμενες, εν όλω ή εν μέρει, από τον προϋπολογισμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ισχύει το άρθρο 198 παράγραφος 4, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ικανότητα, ούτε το άρθρο 196 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ).

Άρθρο 181

Χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες και ενιαίο συντελεστή

1.  Όταν η επιχορήγηση λαμβάνει τη μορφή χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή ενιαίο συντελεστή όπως αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία γ), δ) ή ε) εφαρμόζεται ο παρών τίτλος, με την εξαίρεση των διατάξεων ή τμημάτων των διατάξεων που σχετίζονται με την επαλήθευση των επιλέξιμων δαπανών που όντως πραγματοποιήθηκαν.

2.  Όταν είναι δυνατό και ενδεδειγμένο, τα κατ’ αποκοπή ποσά, οι μοναδιαίες δαπάνες ή οι ενιαίοι συντελεστές καθορίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η καταβολή τους να επιτρέπεται μόλις επιτευχθούν συγκεκριμένες επιδόσεις και/ή αποτελέσματα.

3.  Εκτός αν προβλέπεται άλλως στη βασική πράξη, η χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή ενιαίο συντελεστή εγκρίνεται με απόφαση του αρμόδιου διατάκτη, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

4.  Η απόφαση έγκρισης περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  ►C2  τεκμηρίωση της καταλληλότητας των συγκεκριμένων μορφών χρηματοδότησης σε σχέση με τη φύση των στηριζόμενων ενεργειών ή προγραμμάτων εργασίας, καθώς και σε σχέση με τον κίνδυνο παρατυπιών και απάτης και το κόστος ελέγχου· ◄

β) προσδιορισμό του κόστους ή των κατηγοριών κόστους που καλύπτονται από χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή, που κρίνονται επιλέξιμα κατά τα στοιχεία γ), ε) και στ) του άρθρου 186 παράγραφος 3 και το άρθρο 186 παράγραφος 4 και εξαιρουμένων των μη επιλέξιμων δαπανών σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της Ένωσης·

γ) περιγραφή των μεθόδων προσδιορισμού της χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή. Οι εν λόγω μέθοδοι βασίζονται σε ένα από τα ακόλουθα στοιχεία:

i) στατιστικά στοιχεία, παρόμοια αντικειμενικά μέσα ή κρίση εμπειρογνώμονα που παρέχεται από εσωτερικά διαθέσιμους εμπειρογνώμονες ή διατίθεται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες· ή

ii) προσέγγιση ανά δικαιούχο, βασιζόμενη στο πιστοποιημένο ή ελέγξιμο ιστορικό του δικαιούχου ή στις συνήθεις πρακτικές του όσον αφορά την κοστολόγηση·

δ) όπου είναι δυνατό, τους βασικούς όρους για την αποδέσμευση της πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επίτευξης απόδοσης και/ή αποτελεσμάτων·

ε) στις περιπτώσεις που τα κατ’ αποκοπή ποσά, οι μοναδιαίες δαπάνες και οι ενιαίοι συντελεστές δεν βασίζονται στην επίτευξη απόδοσης και/ή αποτελεσμάτων, παράθεση των λόγων για τους οποίους δεν είναι εφικτή ή ενδεδειγμένη μια προσέγγιση με γνώμονα την απόδοση και/ή τα αποτελέσματα.

Οι αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) μέθοδοι διασφαλίζουν:

α) τον σεβασμό της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως δε το ενδεδειγμένο των αντίστοιχων ποσών σε ό,τι αφορά την απόδοση και/ή τα αποτελέσματα που απαιτούνται, λαμβάνοντας υπόψη τα έσοδα που προβλέπεται ότι θα προκύψουν από τις ενέργειες ή τα προγράμματα εργασίας·

β) λελογισμένη συμμόρφωση με τις αρχές της συγχρηματοδότησης και της αποφυγής της διπλής χρηματοδότησης.

5.  Η απόφαση έγκρισης ισχύει για τη διάρκεια του προγράμματος ή των προγραμμάτων εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στην εν λόγω απόφαση.

Η απόφαση έγκρισης είναι δυνατό να καλύπτει τη χρήση κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών ή ενιαίων συντελεστών που ισχύει για περισσότερα του ενός συγκεκριμένα χρηματοδοτικά προγράμματα, όταν η φύση των δραστηριοτήτων ή των δαπανών επιτρέπει μια κοινή προσέγγιση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση έγκρισης μπορεί να εκδοθεί από:

α) τους αρμόδιους διατάκτες όταν όλες οι σχετικές δραστηριότητες εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους·

β) την Επιτροπή όταν αυτό κρίνεται ενδεδειγμένο με βάση τη φύση των δραστηριοτήτων ή των δαπανών ή με βάση τον αριθμό των εμπλεκόμενων διατακτών.

6.  Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επιτρέπει ή να επιβάλλει, υπό μορφή ενιαίων συντελεστών, τη χρηματοδότηση των έμμεσων δαπανών του δικαιούχου με ανώτατο όριο το 7 % των συνολικών επιλέξιμων άμεσων δαπανών της ενέργειας. Είναι δυνατή η έγκριση υψηλότερου ενιαίου συντελεστή με αιτιολογημένη απόφαση της Επιτροπής. Ο αρμόδιος διατάκτης αναφέρει στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9 κάθε τέτοια απόφαση που έχει ληφθεί, τον ενιαίο συντελεστή που έχει εγκριθεί και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση αυτή.

7.  Οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ και άλλα μη μισθοδοτούμενα φυσικά πρόσωπα μπορούν να δηλώνουν επιλέξιμες δαπάνες προσωπικού για την εργασία που εκτελούν οι ίδιοι στο πλαίσιο ενέργειας ή προγράμματος εργασίας, βάσει μοναδιαίων δαπανών που εγκρίνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6.

8.  Οι δικαιούχοι μπορούν να δηλώνουν δαπάνες προσωπικού για την εργασία που εκτελούν εθελοντές στο πλαίσιο ενέργειας ή προγράμματος εργασίας, βάσει μοναδιαίων δαπανών που εγκρίνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6.

Άρθρο 182

Ενιαία κατ’ αποκοπή ποσά

1.  Ένα κατ’ αποκοπή ποσό όπως αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) είναι δυνατό να καλύπτει το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών μιας ενέργειας ή ενός προγράμματος εργασίας («ενιαίο κατ’ αποκοπή ποσό»).

2.  Σύμφωνα με το άρθρο 181 παράγραφος 4, τα ενιαία κατ’ αποκοπή ποσά είναι δυνατό να καθορίζονται με βάση τον κατ’ εκτίμηση προϋπολογισμό της δράσης ή του προγράμματος εργασίας. Ο εν λόγω κατ’ εκτίμηση προϋπολογισμός συμμορφώνεται με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. Η συμμόρφωση με αυτές τις αρχές ελέγχεται εκ των προτέρων κατά την αξιολόγηση της αίτησης επιχορήγησης.

3.  Κατά την έγκριση των ενιαίων κατ’ αποκοπή ποσών ο αρμόδιος διατάκτης συμμορφώνεται με το άρθρο 181.

Άρθρο 183

Επαληθεύσεις και έλεγχοι σε δικαιούχους σε σχέση με πληρωμές με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης ελέγχει, το αργότερο πριν από την πληρωμή του υπολοίπου, την εκπλήρωση των όρων που αποδεσμεύουν την πληρωμή με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της επίτευξης απόδοσης και/ή αποτελεσμάτων. Επιπροσθέτως, η εκπλήρωση των όρων αυτών μπορεί να υπόκειται σε εκ των υστέρων ελέγχους.

Το ύψος της χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή που καθορίζεται εκ των προτέρων με εφαρμογή της εγκριθείσας από τον αρμόδιο διατάκτη ή την Επιτροπή μεθόδου βάσει του άρθρου 181 δεν αμφισβητείται με εκ των υστέρων ελέγχους. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος του αρμόδιου διατάκτη να επαληθεύσει ότι πληρούνται οι αναφερόμενοι στο πρώτο εδάφιο όροι της παρούσας παραγράφου που αποδεσμεύουν την πληρωμή και να μειώσει το ποσό της επιχορήγησης σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφος 4, σε περίπτωση που οι εν λόγω όροι δεν πληρούνται ή σε περίπτωση παρατυπίας, απάτης ή αθέτησης άλλων υποχρεώσεων. Όταν η χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές κοστολόγησης του δικαιούχου, εφαρμόζεται το άρθρο 185 παράγραφος 2.

2.  Η συχνότητα και το πεδίο των επαληθεύσεων και των ελέγχων μπορεί να εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη φύση της δράσης ή τον δικαιούχο, περιλαμβανομένων προηγούμενων παρατυπιών ή απάτης που έχουν καταλογιστεί στον εν λόγω δικαιούχο.

3.  Οι όροι που αποδεσμεύουν την πληρωμή με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή δεν απαιτούν υποβολή στοιχείων σχετικά με τις δαπάνες τις οποίες όντως πραγματοποίησε ο δικαιούχος.

4.  Η πληρωμή της επιχορήγησης βάσει χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή με ενιαίο συντελεστή δεν θίγει το δικαίωμα πρόσβασης στα λογιστικά βιβλία των δικαιούχων για τους σκοπούς που αναφέρονται στα άρθρα 129 και 184.