EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02014R0906-20140904

Consolidated text: Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 906/2014 της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2014 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις δαπάνες για τη δημόσια παρέμβαση

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2014/906/2014-09-04

2014R0906 — EL — 04.09.2014 — 000.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 906/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 11ης Μαρτίου 2014

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις δαπάνες για τη δημόσια παρέμβαση

(ΕΕ L 255, 28.8.2014, p.1)


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 291, 7.10.2014, σ. 19  (906/2014)




▼B

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 906/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 11ης Μαρτίου 2014

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις δαπάνες για τη δημόσια παρέμβαση



Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου ( 1 ), και ιδίως το άρθρο 20 παράγραφοι 2 και 3.

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η χρηματοδότηση των μέτρων παρέμβασης που αποσκοπούν στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 εξασφαλίζεται από την Ένωση υπό τους όρους που καθορίζονται από τη γεωργική νομοθεσία του οικείου τομέα. Όσον αφορά τα μέτρα δημόσιας παρέμβασης, το χρηματοδοτούμενο ποσό από την Ένωση καθορίζεται από τους ετήσιους λογαριασμούς που τηρούν οι οργανισμοί πληρωμών.

(2)

Οι δαπάνες για τη δημόσια παρέμβαση είναι δυνατόν να διαφέρουν σημαντικά. Είναι συνεπώς αναγκαίο να διευκρινιστεί, για κάθε κατηγορία πράξεων, ποιες δαπάνες είναι επιλέξιμες για ενωσιακή χρηματοδότηση, και ιδίως υπό ποίους όρους μπορούν να καλύπτονται οι δαπάνες αυτές. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθοριστούν οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας και οι μέθοδοι υπολογισμού των επιλέξιμων δαπανών. Είναι ιδίως σκόπιμο να διευκρινιστεί περαιτέρω σε ποιες περιπτώσεις οι δαπάνες αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με βάση τα στοιχεία που όντως διαπιστώνονται από τους οργανισμούς πληρωμών ή σε κατ’ αποκοπή βάσεις, προσδιοριζόμενες από την Επιτροπή.

(3)

Για να μπορούν τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ να πραγματοποιούν ενοποίηση των δαπανών και των εξόδων τους σε εθνικό νόμισμα και σε ευρώ, με εναρμονισμένο τρόπο, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν οι όροι υπό τους οποίους καταχωρίζονται στους λογαριασμούς τους οι πράξεις δημόσιας αποθεματοποίησης, όπως και η εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος.

(4)

H αποτίμηση των ενεργειών που αφορούν τη δημόσια αποθεματοποίηση εξαρτάται επίσης από τη φύση των εν λόγω ενεργειών και από την εφαρμοστέα γεωργική νομοθεσία του οικείου τομέα. Είναι συνεπώς σκόπιμο να θεσπιστεί ένας γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η αξία των αγορών και των πωλήσεων ισούται με το άθροισμα των πληρωμών και των εισπράξεων που έχουν πραγματοποιηθεί ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν για τις υλικές ενέργειες, όπως και να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες και ιδιαίτερες περιπτώσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

(5)

Τα μέτρα του παρόντος κανονισμού αντικαθιστούν τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 884/2006 της Επιτροπής ( 2 ), ο οποίος καταργήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 907/2014 της Επιτροπής ( 3 ),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους όρους και κανόνες που εφαρμόζονται στη χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) των δαπανών σχετικά με τα μέτρα παρέμβασης που αφορούν τη δημόσια αποθεματοποίηση.

Άρθρο 2

Μέτρα παρέμβασης υπό τη μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης

Τα μέτρα παρέμβασης υπό μορφή δημόσιας αποθεματοποίησης μπορούν να περιλαμβάνουν τις πράξεις αγοράς, αποθεματοποίησης, μεταφοράς και μεταβίβασης των αποθεμάτων, καθώς και τις πωλήσεις και τους άλλους τρόπους διάθεσης γεωργικών προϊόντων υπό τους όρους που προβλέπονται στην ισχύουσα γεωργική νομοθεσία του οικείου τομέα και στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 3

Χρηματοδότηση των δαπανών παρέμβασης που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των ενεργειών δημόσιας αποθεματοποίησης

1.  Στο πλαίσιο των ενεργειών δημόσιας αποθεματοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 2, το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί δυνάμει της παρέμβασης, και εφόσον οι αντίστοιχες δαπάνες δεν έχουν καθοριστεί διαφορετικά στο πλαίσιο της γεωργικής νομοθεσίας του οικείου τομέα, τις ακόλουθες δαπάνες:

α) τα χρηματοοικονομικά έξοδα για τα κεφάλαια που διέθεσαν τα κράτη μέλη για την αγορά των προϊόντων, σύμφωνα με τους καθοριζόμενους στο παράρτημα I τρόπους υπολογισμού·

β) τις δαπάνες για τις υλικές ενέργειες που αποτελούν απόρροια της αγοράς, της πώλησης ή κάθε άλλης διάθεσης των προϊόντων (είσοδος, παραμονή και έξοδος των προϊόντων από τη δημόσια αποθεματοποίηση), που αναφέρονται στο παράρτημα II, με βάση τα ενιαία για την Ένωση κατ’ αποκοπή ποσά, υπολογιζόμενα σύμφωνα με τους καθοριζόμενους στο παράρτημα III τρόπους·

γ) τις δαπάνες για τις υλικές ενέργειες που δεν συνδέονται κατ’ ανάγκη με την αγορά, την πώληση και κάθε άλλη διάθεση των προϊόντων, με βάση κατ’ αποκοπή ποσά ή μη κατ’ αποκοπή ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις που καθορίζονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της γεωργικής νομοθεσίας του οικείου τομέα που αφορά τα εν λόγω προϊόντα και το παράρτημα IV·

δ) τις δαπάνες που προκύπτουν από τη μεταφορά εντός ή εκτός του εδάφους του κράτους μέλους ή από την εξαγωγή, με βάση κατ’ αποκοπή ποσά ή μη κατ’ αποκοπή ποσά, εφόσον εγκριθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 229 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4

ε) την απαξίωση των αποθεματοποιημένων προϊόντων, σύμφωνα με τους καθοριζόμενους στο παράρτημα V τρόπους υπολογισμού·

στ) τις διαφορές (κέρδη και ζημίες) μεταξύ της λογιστικής αξίας και της τιμής διάθεσης των προϊόντων ή τις διαφορές που προκύπτουν από άλλους παράγοντες.

2.  Για τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, τηρουμένων των ειδικών κανόνων και γενεσιουργών αιτίων που προβλέπονται στα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού ή στη γεωργική νομοθεσία, οι δαπάνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ) του παρόντος άρθρου και οι οποίες υπολογίζονται με βάση τα καθοριζόμενα σε ευρώ ποσά, καθώς και οι δαπάνες ή τα έσοδα που πραγματοποιούνται σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, μετατρέπονται, κατά περίπτωση, σε εθνικό νόμισμα ή σε ευρώ με βάση την τελευταία συναλλαγματική ισοτιμία που έχει καθορίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από τη λογιστική χρήση, στη διάρκεια της οποίας εγγράφηκαν στους λογαριασμούς του οργανισμού πληρωμών οι σχετικές ενέργειες.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως λογιστική χρήση νοείται η περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014.

Άρθρο 4

Αποτίμηση των ενεργειών δημόσιας αποθεματοποίησης

1.  Η αξία των αγορών και των πωλήσεων ισούται με το άθροισμα των πληρωμών ή των εισπράξεων που διενεργήθηκαν ή πρόκειται να διενεργηθούν για τις υλικές ενέργειες, εκτός από την περίπτωση των ειδικών διατάξεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και με την επιφύλαξη εκείνων που προβλέπονται:

α) στο παράρτημα VI, για τις ελλείπουσες ποσότητες·

β) στο παράρτημα VII, για τα υποβαθμισθέντα ή καταστραφέντα προϊόντα·

γ) στο παράρτημα VIII, για τα προϊόντα που εισήλθαν στο απόθεμα, των οποίων όμως απορρίφθηκε η ανάληψη.

2.  Ο προσδιορισμός της αξίας των αγορών γίνεται, για τις ποσότητες προϊόντων που εισέρχονται στο απόθεμα, με βάση την τιμή δημόσιας παρέμβασης, λαμβανομένων υπόψη των προσαυξήσεων, αυξήσεων και μειώσεων τιμών, ποσοστών επί τοις εκατό και συντελεστών που εφαρμόζονται στις τιμές δημόσιας παρέμβασης κατά την αγορά του προϊόντος, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στη γεωργική νομοθεσία του οικείου τομέα.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις και καταστάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VI και στο παράρτημα VII σημείo 2 στοιχεία α) και γ), οι προσαυξήσεις, αυξήσεις και μειώσεις τιμών, τα ποσοστά επί τοις εκατό και οι συντελεστές δεν λαμβάνονται υπόψη.

Η αξία των προϊόντων που έχουν υποβαθμιστεί ή έχουν καταστραφεί, είτε λόγω φυσικών καταστροφών είτε λόγω υπερβολικά μακράς περιόδου αποθήκευσης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα VII σημείο 2 του παρόντος κανονισμού, προσδιορίζεται με εκτελεστική πράξη της Επιτροπής. Η πράξη αυτή θεσπίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 229 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013.

3.  Με την επιφύλαξη του παραρτήματος V, η αξία των προϊόντων που διατίθενται και χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους είναι η τιμή δημόσιας παρέμβασης που ισχύει την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους. Για τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η λογιστική αξία των προϊόντων παρέμβασης μετατρέπεται στο εθνικό τους νόμισμα με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την 1η Οκτωβρίου του εν λόγω έτους.

Στην περίπτωση μεταφοράς προϊόντων παρέμβασης από ένα κράτος μέλος σε άλλο, το κράτος μέλος χορήγησης καταχωρίζει λογιστικά το προϊόν που παραδίδεται με μηδενική αξία και το κράτος μέλος παραλαβής καταχωρίζει αυτό στις εισπράξεις για τον μήνα εξόδου, στην τιμή που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

4.  Τα έξοδα που καταβάλλονται ή εισπράττονται για τις υλικές ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ), σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, κατά την αγορά των προϊόντων, εγγράφονται σε λογαριασμό ως δαπάνες ή έσοδα σχετικά με τα τεχνικά έξοδα, χωριστά από την τιμή αγοράς.

5.  Στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014, οι ποσότητες προϊόντων που παραμένουν στο απόθεμα στο τέλος της λογιστικής χρήσης και οι οποίες είναι προς μεταφορά στην επόμενη λογιστική χρήση, αποτιμώνται στη μέση λογιστική αξία τους (τιμή εκ μεταφοράς) που προσδιορίζεται βάσει του μηνιαίου λογαριασμού του τελευταίου μηνός της λογιστικής χρήσης.

6.  Οι εισερχόμενες στο απόθεμα ποσότητες που αποδεικνύεται ότι δεν πληρούν τους όρους της αποθεματοποίησης καταχωρίζονται λογιστικά ως πώληση κατά την έξοδό τους από το απόθεμα, στην τιμή στην οποία αγοράστηκαν.

Ωστόσο, εάν κατά την υλική έξοδο ενός προϊόντος πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του παραρτήματος VI στοιχείο β), η έξοδος του εμπορεύματος αποτελεί αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης με την Επιτροπή.

7.  Όταν ένας λογαριασμός εμφανίζει πιστωτικό υπόλοιπο, αυτό αφαιρείται από τις δαπάνες της τρέχουσας λογιστικής χρήσης.

8.  Σε περίπτωση μεταβολής των κατ’ αποκοπή ποσών, των προθεσμιών πληρωμής, των τόκων ή των λοιπών στοιχείων υπολογισμού μετά την πρώτη ημέρα ενός μηνός, τα νέα στοιχεία αρχίζουν να εφαρμόζονται στις υλικές ενέργειες του επομένου μηνός.

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ

[Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α)]

I.   ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

1. Για τον υπολογισμό των χρηματοοικονομικών εξόδων, με τα οποία επιβαρύνεται το ΕΓΤΕ για τα κεφάλαια που διέθεσαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της αγοράς προϊόντων στην παρέμβαση, καθορίζεται από την Επιτροπή ενιαίο επιτόκιο για την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 στην αρχή κάθε λογιστικής χρήσης. Αυτό το ενιαίο επιτόκιο αντιστοιχεί στον μέσο όρο των προθεσμιακών επιτοκίων Euribor, 3 και 12 μηνών, που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια περιόδου αναφοράς 6 μηνών η οποία πρόκειται καθοριστεί από την Επιτροπή, με αντίστοιχη στάθμισή τους κατά ένα τρίτο και κατά δύο τρίτα.

2. Για τον προσδιορισμό των εφαρμοστέων επιτοκίων για δεδομένη λογιστική χρήση, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, μετά από αίτησή της, το μέσο επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνθηκαν πραγματικά στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς που αναφέρεται στο σημείο 1, το αργότερο εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην εν λόγω αίτηση. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται με χρήση του εντύπου που διατίθεται στα κράτη μέλη από την Επιτροπή.

Ελλείψει κοινοποίησης από ένα κράτος μέλος υπό τη μορφή και εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνεται το εν λόγω κράτος μέλος θεωρείται ότι είναι 0 %.

Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δηλώσει ότι δεν είχε επιβαρυνθεί με δαπάνες για τόκους, διότι δεν είχε γεωργικά προϊόντα σε δημόσια αποθεματοποίηση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η Επιτροπή καθορίζει το εν λόγω επιτόκιο με βάση τον μέσο όρο των επιτοκίων αναφοράς στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου, προσαυξημένο κατά μία εκατοστιαία μονάδα. Τα εν λόγω επιτόκια αναφοράς είναι:

α) για τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ, το προσφερόμενο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού σε ευρώ τριμήνου (Euribor)·

β) για τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, το προσφερόμενο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού τριμήνου που ισχύει σε κάθε κράτος μέλος (IBOR).

Εάν τα επιτόκια αναφοράς ή τα επιτόκια Euribor ►C1  που αναφέρονται στο σημείο 1 ◄ δεν είναι όλα διαθέσιμα για όλη την περίοδο αναφοράς, χρησιμοποιούνται τα διαθέσιμα στη διάρκεια της περιόδου αυτής επιτόκια.

3. Για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το επιτόκιο που προσδιορίζεται με βάση ►C1  τις διατάξεις του σημείου 2 ◄ συγκρίνεται με το ενιαίο επιτόκιο που καθορίζεται με βάση ►C1  τις διατάξεις του σημείου 1. ◄ Το επιτόκιο που εφαρμόζεται για κάθε κράτος μέλος είναι το χαμηλότερο από τα δύο αυτά επιτόκια.

Τα επιτόκια τα οποία καθορίζονται με τον εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής που εκδίδεται βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 για κάθε λογιστική χρήση στρογγυλοποιούνται στο πρώτο δεκαδικό ψηφίο.

II.   ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ

1. Ο υπολογισμός των χρηματοοικονομικών εξόδων υποδιαιρείται σύμφωνα με τις περιόδους ισχύος των επιτοκίων που καθορίστηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με το μέρος I.

2. Τα χρηματοοικονομικά έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) υπολογίζονται με εφαρμογή του επιτοκίου του κράτους μέλους στη μέση αξία ανά τόνο προϊόντος που αποτέλεσε το αντικείμενο παρέμβασης, πολλαπλασιάζοντας στη συνέχεια το λαμβανόμενο αποτέλεσμα επί το μέσο απόθεμα της λογιστικής χρήσης.

H μέση αξία ανά τόνο προϊόντος υπολογίζεται διαιρώντας το άθροισμα των αξιών των αποθεματοποιημένων προϊόντων κατά την πρώτη ημέρα της λογιστικής χρήσης και των προϊόντων που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης αυτής, με το άθροισμα των ποσοτήτων αποθεματοποιημένων προϊόντων την πρώτη ημέρα της λογιστικής χρήσης και των προϊόντων που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης αυτής.

Το μέσο απόθεμα της χρήσης υπολογίζεται διαιρώντας το άθροισμα των αποθεμάτων στην αρχή κάθε μηνός και των αποθεμάτων στο τέλος κάθε μηνός, με το διπλάσιο του αριθμού των μηνών της λογιστικής χρήσης.

3. Στην περίπτωση προϊόντος για το οποίο έχει καθοριστεί συντελεστής απαξίωσης σύμφωνα με το παράρτημα V σημείο 1, η αξία των προϊόντων που αγοράστηκαν στη διάρκεια της λογιστικής χρήσης υπολογίζεται αφαιρώντας από την τιμή αγοράς το ποσό της απαξίωσης που προκύπτει από την εφαρμογή του εν λόγω συντελεστή.

4. Στην περίπτωση προϊόντος για το οποίο έχει προσδιοριστεί δεύτερη απαξίωση σύμφωνα με το παράρτημα V σημείο 3 δεύτερο εδάφιο, ο υπολογισμός του μέσου αποθέματος αποφασίζεται πριν από την ημερομηνία εφαρμογής κάθε απαξίωσης που λαμβάνεται υπόψη στη διαμόρφωση της μέσης αξίας.

5. Στην περίπτωση που, στους κανόνες που διέπουν τις κοινές οργανώσεις αγοράς, προβλέπεται ότι η πληρωμή του προϊόντος που αγόρασε ο οργανισμός πληρωμών είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο μετά τη λήξη ελάχιστης προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία ανάληψής του στην παρέμβαση, το υπολογιζόμενο μέσο απόθεμα μειώνεται στους λογαριασμούς κατά την ποσότητα που προκύπτει από τον εξής υπολογισμό:

image

όπου

Q

=

ποσότητες που αγοράστηκαν κατά τη διάρκεια της λογιστικής χρήσης,

N

=

αριθμός μηνών της ελάχιστης προθεσμίας για την πληρωμή.

Για τον υπολογισμό αυτό, η αναφερόμενη στους κανόνες ελάχιστη προθεσμία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως προθεσμία πληρωμής. Ένας μήνας θεωρείται ότι αποτελείται από 30 ημέρες. Κάθε τμήμα του μήνα ανώτερο των 15 ημερών θεωρείται ως ολόκληρος μήνας. Κάθε άλλο τμήμα ίσο ή κατώτερο των 15 ημερών δεν προσμετράται στον υπολογισμό αυτόν.

Στην περίπτωση που, αφού έχει πραγματοποιηθεί η μείωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, από τον υπολογισμό του μέσου αποθέματος προκύπτει, στο τέλος της λογιστικής χρήσης, αρνητικό αποτέλεσμα, το αρνητικό υπόλοιπο αφαιρείται από το υπολογιζόμενο για την επόμενη λογιστική χρήση μέσο απόθεμα.

III.   ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

1. Στην περίπτωση που, για την πώληση προϊόντος από τον οργανισμό πληρωμών, προβλέπεται, στους κανόνες που διέπουν τις κοινές οργανώσεις αγοράς ή στις διακηρύξεις δημοπρασιών βάσει προσφορών, ότι μπορεί να χορηγηθεί προθεσμία στον αγοραστή για την παραλαβή του προϊόντος μετά την πληρωμή του και, στην περίπτωση που η προθεσμία αυτή είναι ανώτερη των 30 ημερών, τα υπολογισθέντα σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους II χρηματοοικονομικά έξοδα μειώνονται στους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών κατά το ποσό που προκύπτει από τον εξής υπολογισμό:

image

όπου

V

=

ποσό που κατέβαλε ο αγοραστής,

J

=

αριθμός ημερών που μεσολαβούν μεταξύ της καταβολής του ποσού και της παραλαβής του προϊόντος, μείον 30,

i

=

το ισχύον για τη λογιστική χρήση επιτόκιο.

2. Στην περίπτωση των πωλήσεων γεωργικών προϊόντων από τους οργανισμούς πληρωμών εάν, κατ’ εφαρμογή ειδικών ενωσιακών κανονισμών, η πραγματική προθεσμία πληρωμής μετά την παραλαβή αυτών των προϊόντων υπερβαίνει τις 30 ημέρες, τα υπολογιζόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους II χρηματοοικονομικά έξοδα προσαυξάνονται στους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών κατά το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του εξής τύπου:

image

όπου

M

=

ποσό που οφείλει ο αγοραστής,

D

=

αριθμός των ημερών που διέρρευσαν μεταξύ της παραλαβής του προϊόντος και της καταβολής του ποσού, μείον 30,

i

=

το ισχύον για τη λογιστική χρήση επιτόκιο.

3. Στο τέλος κάθε λογιστικής χρήσης, τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 χρηματοοικονομικά έξοδα καταχωρίζονται στους λογαριασμούς του εν λόγω γεωργικού οικονομικού έτους για τον αριθμό των ημερών που προσμετρούνται μέχρι την ημερομηνία αυτή και, το εναπομένον μέρος τους καταχωρίζεται στους λογαριασμούς της επόμενης χρήσης.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΥΛΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤ’ ΑΠΟΚΟΠΗ ΠΟΣΑ

[Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)]

Τομέας των σιτηρών και του ρυζιού

I.   ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ

α) Διακίνηση των σιτηρών από το μέσο μεταφοράς μέχρι την κυψέλη αποθήκευσης (σιλό ή αποθηκευτικός θάλαμος) — πρώτη μεταφόρτωση·

β) ζύγιση·

γ) δειγματοληψία / αναλύσεις / διαπίστωση της ποιότητας.

II.   ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

α) Προβλεπόμενο στη σύμβαση μίσθωμα των κτιριακών εγκαταστάσεων·

β) έξοδα ασφάλισης [εκτός αν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α)]·

γ) έξοδα καταπολέμησης των παρασίτων που διασφαλίζουν την αρχική ποιότητα του προϊόντος στην αποθήκη [εκτός αν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α)]·

δ) ετήσια απογραφή [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)]·

ε) ενδεχόμενος εξαερισμός [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)].

III.   ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ

α) Ζύγιση των σιτηρών·

β) δειγματοληψία/αναλύσεις (εφόσον βαρύνουν την παρέμβαση)·

γ) φυσική έξοδος από τα αποθέματα και φόρτωση των σιτηρών στο πρώτο μέσο μεταφοράς.

Τομέας του βοείου κρέατος

I.   ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ, ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ (ΚΡΕΑΣ ΧΩΡΙΣ ΟΣΤΑ)

α) Έλεγχος της ποιότητας του κρέατος με οστά·

β) ζύγιση του κρέατος με οστά·

γ) εργασίες διακίνησης του προϊόντος·

δ) κόστος του συμβολαίου για την αφαίρεση των οστών, που συμπεριλαμβάνει:

i) την αρχική ψύξη,

ii) τη μεταφορά από την αποθήκη παρέμβασης προς το εργαστήριο τεμαχισμού (εκτός αν ο πωλητής παραδίδει το εμπόρευμα στο εργαστήριο τεμαχισμού),

iii) την αφαίρεση των οστών, ξάκρισμα, ζύγιση, συσκευασία και ταχεία κατάψυξη,

iv) την προσωρινή αποθεματοποίηση των τεμαχίων· φόρτωση, μεταφορά και εκ νέου ανάληψη του προϊόντος στην ψυκτική αποθήκη παρέμβασης,

v) τα έξοδα υλικού συσκευασίας: σάκοι πολυαιθυλενίου, χαρτοκιβώτια, βαμβακερά περικαλύμματα (stockinettes),

vi) την αξία των οστών, των τεμαχίων λίπους και άλλων καταλοίπων ξακρίσματος που έχουν αφεθεί στο εργαστήριο τεμαχισμού (έσοδα αφαιρούμενα από τις δαπάνες).

II.   ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

α) Προβλεπόμενο στη σύμβαση μίσθωμα των κτιριακών εγκαταστάσεων·

β) έξοδα ασφάλισης [εκτός αν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α)]·

γ) έλεγχος της θερμοκρασίας [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)]·

δ) ετήσια απογραφή [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)].

III.   ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ

α) Ζύγιση·

β) έλεγχος της ποιότητας (εφόσον βαρύνει την παρέμβαση)·

γ) διακίνηση του βοείου κρέατος από την ψυκτική αποθήκη μέχρι την αποβάθρα της αποθήκης αποθεματοποίησης.

Βούτυρο

I.   ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ

α) Διακίνηση του βουτύρου από το μέσο μεταφοράς μέχρι την είσοδο της κυψέλης αποθήκευσης·

β) ζύγιση και ταυτοποίηση των δεμάτων·

γ) δειγματοληψία/έλεγχος της ποιότητας·

δ) εναπόθεση στην ψυκτική αποθήκη και κατάψυξη·

ε) δεύτερη δειγματοληψία/έλεγχος της ποιότητας στη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου.

II.   ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

α) Προβλεπόμενο στη σύμβαση μίσθωμα των κτιριακών εγκαταστάσεων·

β) έξοδα ασφάλισης [εκτός αν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α)]·

γ) έλεγχος της θερμοκρασίας [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)]·

δ) ετήσια απογραφή [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)].

III.   ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ

α) Ζύγιση και ταυτοποίηση των δεμάτων·

β) διακίνηση του βουτύρου από το ψυγείο μέχρι την αποβάθρα της αποθήκης εάν το μέσο μεταφοράς είναι εμπορευματοκιβώτιο, ή φορτωμένο στην αποβάθρα της αποθήκης εάν το μέσο μεταφοράς είναι φορτηγό αυτοκίνητο ή σιδηροδρομικό βαγόνι.

IV.   ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΤΙΚΕΤΑΣ Ή ΕΙΔΙΚΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Εφόσον η σήμανση αυτή είναι υποχρεωτική βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας για τη διάθεση των προϊόντων.

Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

I.   ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ

α) Διακίνηση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη από το μέσο μεταφοράς μέχρι τον θάλαμο αποθήκευσης·

β) ζύγιση·

γ) δειγματοληψία/έλεγχος της ποιότητας·

δ) έλεγχος της σήμανσης και της συσκευασίας.

II.   ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

α) Προβλεπόμενο στη σύμβαση μίσθωμα των κτιριακών εγκαταστάσεων·

β) έξοδα ασφάλισης [εκτός αν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α)]·

γ) έλεγχος της θερμοκρασίας [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)]·

δ) ετήσια απογραφή [εκτός αν περιλαμβάνεται στο στοιχείο α)].

III.   ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ

α) Ζύγιση·

β) δειγματοληψία/έλεγχος του εμπορεύματος (εάν βαρύνει την παρέμβαση)·

γ) διακίνηση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη μέχρι την αποβάθρα της αποθήκης και φόρτωσή του, εξαιρουμένης της τακτοποίησης του φορτίου (στοιβασία), στο μεταφορικό μέσο, εφόσον πρόκειται για φορτηγό αυτοκίνητο ή για σιδηροδρομικό βαγόνι· διακίνηση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη μέχρι την αποβάθρα της αποθήκης, εφόσον πρόκειται για άλλο μέσο μεταφοράς, ιδίως εμπορευματοκιβώτιο.

IV.   ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΤΙΚΕΤΑΣ Ή ΕΙΔΙΚΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Εφόσον η σήμανση αυτή είναι υποχρεωτική βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας για τη διάθεση των προϊόντων.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΚΑΤ’ ΑΠΟΚΟΠΗ ΠΟΣΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ

[Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)]

I.   ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ ΚΑΤ’ ΑΠΟΚΟΠΗ ΠΟΣΑ

1. Τα ενιαία για την Ένωση κατ’ αποκοπή ποσά καθορίζονται ανά προϊόν με βάση τις χαμηλότερες δαπάνες που διαπιστώθηκαν στη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς η οποία αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους N και λήγει στις 30 Απριλίου του επόμενου έτους.

2. Ως «διαπιστωθείσες δαπάνες» νοούνται τα έξοδα διενέργειας των υλικών ενεργειών που αναφέρονται στο παράρτημα II, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς με βάση είτε την έκδοση χωριστών τιμολογίων για τις ενέργειες αυτές είτε την κατάρτιση σχετικής συμβάσεως που τις καλύπτει. Εάν, για δεδομένο προϊόν, υφίσταται απόθεμα κατά την περίοδο αναφοράς, αλλά δεν έχουν υπάρξει είτε είσοδοι είτε έξοδοι από αυτό, μπορούν εξίσου να χρησιμοποιηθούν οι δαπάνες αναφοράς που αναγράφονται στις συμβάσεις αποθεματοποίησης του προϊόντος αυτού.

Οι δαπάνες για ανάληψη του προϊόντος και εναποθήκευση (Ι) και για την έξοδο από τα αποθέματα (ΙΙΙ) δηλώνονται ανά τόνο προϊόντος για κάθε μεμονωμένη ενέργεια (α, β, γ, …), όπως ορίζεται στο παράρτημα II. Οι δαπάνες αποθεματοποίησης (ΙΙ) δηλώνονται ανά μήνα για κάθε τόνο που αποθεματοποιείται και για κάθε μεμονωμένη ενέργεια (α, β, γ), όπως ορίζεται στο παράρτημα II.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 10 Μαΐου, τις δαπάνες που αναφέρονται στο σημείο 2 σχετικά με τις αναφερόμενες στο παράρτημα II ενέργειες, οι οποίες διενεργήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Τα αναφερόμενα στο σημείο 1 κατ’ αποκοπή ποσά προσδιορίζονται σε ευρώ, με βάση το σταθμισμένο μέσο όρο των εν λόγω δαπανών που έχουν διαπιστωθεί κατά την περίοδο αναφοράς σε τέσσερα τουλάχιστον κράτη μέλη με τις χαμηλότερες δαπάνες για δεδομένη υλική ενέργεια, εφόσον τα κράτη αυτά αντιπροσωπεύουν το 33 % τουλάχιστον του συνολικού μέσου αποθέματος του εν λόγω προϊόντος κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Σε διαφορετική περίπτωση, συμπεριλαμβάνονται στη στάθμιση οι δαπάνες άλλων κρατών μελών, μέχρις ότου επιτευχθεί το ποσοστό του 33 % των αποθεματοποιημένων ποσοτήτων.

4. Εάν για δεδομένο προϊόν ο αριθμός των κρατών μελών που προβαίνουν σε δημόσια αποθεματοποίηση είναι κατώτερος των τεσσάρων, τα κατ’ αποκοπή ποσά για το προϊόν αυτό προσδιορίζονται με βάση τις διαπιστωθείσες στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δαπάνες. Ωστόσο, το τελικό κατ’ αποκοπή ποσό για το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί να διαφέρει από το ποσό που καθορίστηκε για το προηγούμενο έτος κατά περισσότερο από 2 %.

5. Εάν, για δεδομένο προϊόν ευρισκόμενο σε απόθεμα, οι δηλωθείσες από ορισμένο κράτος μέλος δαπάνες, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό που αναφέρεται στα σημεία 3 και 4, υπερβαίνουν το διπλάσιο του αριθμητικού μέσου των δαπανών που δηλώθηκαν για τον εν λόγω υπολογισμό από τα άλλα κράτη μέλη, οι δαπάνες αυτές ανάγονται στο επίπεδο του αριθμητικού μέσου.

6. Οι δαπάνες που χρησιμοποιούνται για τον προαναφερόμενο στα σημεία 3 και 4 υπολογισμό, σταθμίζονται σε συνάρτηση με τις αποθεματοποιημένες ποσότητες στα κράτη μέλη οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό.

7. Για τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, οι δηλωθείσες δαπάνες τους μετατρέπονται σε ευρώ, με βάση τη μέση ισοτιμία του νομίσματός τους κατά την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στο σημείο 1.

II.   ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Οι κατ’ αποκοπή δαπάνες εξόδου από τα αποθέματα είναι δυνατόν να προσαυξηθούν κατά ένα ποσό που υπολογίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος δηλώνει, για τη συνολική διάρκεια της λογιστικής χρήσης και για όλο το απόθεμα ενός προϊόντος, ότι παραιτείται από την εφαρμογή του ορίου ανοχής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014 και ότι εγγυάται την ποιότητα.

Η δήλωση αυτή απευθύνεται στην Επιτροπή και πρέπει να της περιέλθει πριν από την παραλαβή της πρώτης μηνιαίας δήλωσης των δαπανών της οικείας λογιστικής χρήσης, ή, στην περίπτωση που το προϊόν δεν ευρίσκεται στο απόθεμα παρέμβασης στην αρχή της χρήσης, το αργότερο εντός του μηνός που ακολουθεί την πρώτη είσοδο του προϊόντος αυτού στο απόθεμα.

Η προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο προσαύξηση υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό του ορίου αναφοράς του σχετικού προϊόντος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, επί το όριο ανοχής που καθορίζεται για το προϊόν αυτό στο παράρτημα IV του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014.

2. Για όλα τα προϊόντα σε απόθεμα, με εξαίρεση το βόειο κρέας, τα κατ’ αποκοπή ποσά που έχουν καθοριστεί για τις δαπάνες εισόδου και εξόδου από τις αποθήκες μειώνονται κατά τους ακόλουθους συντελεστές στην περίπτωση που δεν υπήρξε καμία διακίνηση των σχετικών ποσοτήτων.



Προϊόν

Είσοδος στο απόθεμα

Έξοδος από το απόθεμα

Σιτηρά

36,50 %

22,80 %

Ρύζι

17,50 %

0,30 %

Βούτυρο

25,90 %

22,20 %

Αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη

21,00 %

35,10 %

3. Η Επιτροπή δύναται να διατηρήσει τα ήδη καθορισθέντα για ορισμένο προϊόν κατ’ αποκοπή ποσά, εάν δεν υπήρξε ή δεν πρόκειται να υπάρξει δημόσια αποθεματοποίηση εντός της τρέχουσας λογιστικής χρήσης.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΥΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΒΟΕΙΟ ΚΡΕΑΣ

[Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ)]

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παραρτήματος VI και του παραρτήματος VII σημείο 2 στοιχεία α) και γ), η τιμή βάσης που λαμβάνεται υπόψη για το βόειο κρέας χωρίς οστά είναι το όριο αναφοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, επί τον συντελεστή 1,47.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΕ ΑΠΟΘΕΜΑ

[Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ε)]

1. Εάν, για δεδομένο προϊόν, οι προβλέψεις σχετικά με την τιμή πώλησης των αποθεματοποιημένων στο πλαίσιο της δημόσιας παρέμβασης προϊόντων είναι κατώτερες από την τιμή αγοράς τους, εφαρμόζεται, κατά την αγορά τους, ένα ποσοστό απαξίωσης, ονομαζόμενο «συντελεστής k». Το εκατοστιαίο αυτό ποσοστό καθορίζεται, για κάθε προϊόν, στην αρχή κάθε λογιστικής χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

2. Το ποσοστό απαξίωσης αντιστοιχεί, κατ’ ανώτατο όριο, προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της δυνάμενης να προβλεφθεί τιμής διάθεσης του συγκεκριμένου προϊόντος.

3. Η Επιτροπή δύναται κατά τον χρόνο αγοράς να περιορίσει την απαξίωση σε ένα κλάσμα του εκατοστιαίου ποσοστού που υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο 2. Το κλάσμα αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 70 % της απαξίωσης που αποφασίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 1.

Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή προβαίνει στον προσδιορισμό δεύτερης απαξίωσης στο τέλος κάθε λογιστικής χρήσης, σύμφωνα με την εκτιθέμενη στο σημείο 5 μέθοδο.

4. Στην περίπτωση των απαξιώσεων που αναφέρονται στο σημείο 3 δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή καθορίζει τα συνολικά ποσά απαξίωσης ανά προϊόν και ανά κράτος μέλος, πριν από την έναρξη της επόμενης λογιστικής χρήσης.

Προς τον σκοπό αυτό, η εκτιμώμενη τιμή πώλησης των προϊόντων σε απόθεμα συγκρίνεται με την εκτιμώμενη ανά προϊόν και ανά κράτος μέλος αξία εκ μεταφοράς. Οι διαφορές μεταξύ των εκτιμώμενων αξιών εκ μεταφοράς και των προβλεπόμενων τιμών πώλησης επί τις εκτιμώμενες στο τέλος της λογιστικής χρήσης ποσότητες σε απόθεμα, παράγουν τα συνολικά ποσά απαξίωσης ανά προϊόν και ανά ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

5. Η εκτίμηση των ποσοτήτων σε δημόσια αποθεματοποίηση και οι αξίες εκ μεταφοράς ανά προϊόν και ανά κράτος μέλος βασίζονται σε κοινοποίηση των κρατών μελών, αποστελλόμενη στην Επιτροπή το αργότερο στις 7 Σεπτεμβρίου του έτους N + 1 σχετικά με τα τηρούμενα σε απόθεμα προϊόντα στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, με μνεία των ακόλουθων στοιχείων:

 ποσότητες που αγοράστηκαν στη διάρκεια της περιόδου από 1ης Οκτωβρίου του έτους n έως την 31η Αυγούστου του έτους N + 1·

 υπάρχουσες στο απόθεμα ποσότητες στις 31 Αυγούστου του έτους N + 1·

 αξία, σε ευρώ, των προϊόντων σε απόθεμα στις 31 Αυγούστου του έτους N + 1·

 προβλέψεις για τις ποσότητες που θα υπάρχουν σε απόθεμα στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους N + 1·

 εκτιμήσεις για τις ποσότητες που θα αγοραστούν μεταξύ 1ης και 30ής Σεπτεμβρίου του έτους N + 1·

 εκτιμώμενη αξία, σε ευρώ, των αγορών μεταξύ 1ης και 30ής Σεπτεμβρίου του έτους N + 1.

6. Οι αξίες σε εθνικά νομίσματα, κοινοποιούμενες από τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, προκειμένου να υπολογιστεί η απαξίωση στο τέλος μιας λογιστικής χρήσης, μετατρέπονται σε ευρώ, εφαρμόζοντας τις ισοτιμίες που ισχύουν κατά τον χρόνο υπολογισμού των συνολικών ποσών της απαξίωσης στο τέλος της εν λόγω λογιστικής χρήσης.

7. Η Επιτροπή κοινοποιεί τα συνολικά ποσά της ανά προϊόν απαξίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ώστε να τους παράσχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν τα ποσά αυτά στην τελευταία μηνιαία δήλωση των δαπανών τους προς το ΕΓΤΕ για την οικεία λογιστική χρήση.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΕΙΠΟΥΣΩΝ ΠΟΣΟΤΗΤΩΝ

[Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)]

Τηρουμένων των ειδικών διατάξεων που αναφέρονται στο παράρτημα IV, η αξία των ελλειπουσών ποσοτήτων υπολογίζεται ως εξής:

α) Στις περιπτώσεις υπέρβασης των ορίων ανοχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 907/2014, όσον αφορά την αποθεματοποίηση ή τη μεταποίηση των προϊόντων, ή όταν μετά από κλοπές ή άλλες αναγνωρίσιμες αιτίες διαπιστώνεται ότι λείπουν ορισμένες ποσότητες, η αξία των ελλειπουσών ποσοτήτων υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τις ποσότητες αυτές επί το όριο αναφοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, το οποίο ισχύει για κάθε προϊόν, ανάλογα με τον ποιοτικό τύπο, την πρώτη ημέρα της λογιστικής χρήσης κατά την οποία σημειώνεται υπέρβαση των ορίων ανοχής ή διαπιστώνεται ότι λείπουν ορισμένες ποσότητες, προσαυξημένο κατά 5 %.

β) Στην περίπτωση που, την ημέρα που διαπιστώθηκαν οι ελλείπουσες ποσότητες, η μέση αγοραία τιμή για τον ποιοτικό τύπο στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιείται η αποθεματοποίηση είναι υψηλότερη του 105 % του βασικού ορίου αναφοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, οι αντισυμβαλλόμενοι επιστρέφουν στους οργανισμούς παρέμβασης την αγοραία τιμή που διαπιστώθηκε από το κράτος μέλος, προσαυξημένη κατά 5 %.

Τη μέση αγοραία τιμή προσδιορίζει το κράτος μέλος βασιζόμενο στα πληροφοριακά στοιχεία που κοινοποιεί τακτικά στην Επιτροπή.

Οι διαφορές μεταξύ των ποσών που εισπράχθηκαν βάσει της εφαρμογής της αγοραίας τιμής και των ποσών που καταχωρίστηκαν στη λογιστική του ΕΓΤΕ με την εφαρμογή του ορίου αναφοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, πιστώνονται στο ΕΓΤΕ στο τέλος της λογιστικής χρήσης, μαζί με τα λοιπά πιστωτικά στοιχεία.

γ) Στην περίπτωση που οι ελλείπουσες ποσότητες διαπιστώνονται μετά τη μετακίνηση ή μεταφορά των προϊόντων από μια αποθήκη παρέμβασης ή ένα σημείο αποθεματοποίησης που έχει ορίσει ο οργανισμός πληρωμών προς ένα άλλο σημείο, και εφόσον δεν έχει καθοριστεί συγκεκριμένη αξία από την ενωσιακή νομοθεσία του οικείου τομέα, η αξία αυτών των ελλειπουσών ποσοτήτων προσδιορίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α).




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΣΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΤΕΙ Ή ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ

[Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β)]

1. Τηρουμένων των ειδικών διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, ένα προϊόν θεωρείται ότι έχει υποβαθμιστεί όταν παύει να πληροί τους ποιοτικούς όρους που ίσχυαν κατά την αγορά του.

2. Η αξία των ποσοτήτων προϊόντων που έχουν υποβαθμιστεί ή καταστραφεί υπολογίζεται, ανάλογα με τη φύση των αιτιών, ως εξής:

α) σε περίπτωση τυχαίων ζημιογόνων γεγονότων και εφόσον ειδικές διατάξεις του παραρτήματος IV δεν ορίζουν άλλως, η αξία των προϊόντων υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό των σχετικών ποσοτήτων επί το βασικό όριο αναφοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, το οποίο ισχύει για τον ποιοτικό τύπο την πρώτη ημέρα της τρέχουσας λογιστικής χρήσης, μειωμένο κατά 5 %·

β) σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, η αξία των σχετικών ποσοτήτων καθορίζεται με εκτελεστική πράξη της Επιτροπής, εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο·

γ) στην περίπτωση κακών συνθηκών διατήρησης των προϊόντων, ιδίως λόγω ακατάλληλων μεθόδων αποθεματοποίησής τους, η αξία του προϊόντος καταχωρίζεται λογιστικά σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β) του παραρτήματος VI·

δ) στην περίπτωση υπερβολικά μακροχρόνιας αποθεματοποίησης, η λογιστική αξία του προϊόντος προσδιορίζεται κατά την προσφορά του προς πώληση με βάση την τιμή πώλησης, με εκτελεστική πράξη της Επιτροπής, εκδιδόμενη σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο.

Η απόφαση για την πώληση του προϊόντος λαμβάνεται σύμφωνα με τη γεωργική νομοθεσία που εφαρμόζεται για το σχετικό προϊόν. Τα έσοδα από την πώληση εγγράφονται σε λογαριασμό και καταλογίζονται στο μήνα εξόδου του προϊόντος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΥ ΕΙΣΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ, ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΜΩΣ Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ

[Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ)]

1. Τηρουμένων των ειδικών διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, τα έξοδα εισόδου, παραμονής, αποθεματοποίησης και χρηματοδότησης, που έχουν ήδη καταχωριστεί λογιστικά για καθεμιά από τις απορριφθείσες ποσότητες, αφαιρούνται και εγγράφονται σε χωριστό λογαριασμό, σύμφωνα με τα παρακάτω:

α) οι προς αφαίρεση δαπάνες εισόδου και εξόδου υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τις απορριφθείσες ποσότητες επί το άθροισμα των αντίστοιχων κατ’ αποκοπή ποσών που ισχύουν το μήνα της εξόδου·

β) οι προς αφαίρεση δαπάνες αποθεματοποίησης υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τις απορριφθείσες ποσότητες επί τον αριθμό των μηνών που διέρρευσαν μεταξύ της εισόδου και της εξόδου και επί το κατ’ αποκοπή ποσό που ισχύει τον μήνα της εξόδου·

γ) τα προς αφαίρεση χρηματοοικονομικά έξοδα υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τις απορριφθείσες ποσότητες επί τον αριθμό μηνών που διέρρευσαν μεταξύ της εισόδου και της εξόδου, αφαιρουμένου του αριθμού μηνών της προθεσμίας πληρωμής που ίσχυε κατά την είσοδο, επί το επιτόκιο χρηματοδότησης που ίσχυε τον μήνα της εξόδου, διαιρούμενο διά του δώδεκα, και επί τη μέση λογιστική αξία εκ μεταφοράς που ίσχυε στην αρχή της λογιστικής χρήσης ή επί τη μέση λογιστική αξία που ίσχυε τον πρώτο μήνα της δήλωσης, στην περίπτωση που δεν υπάρχει μέση λογιστική αξία εκ μεταφοράς.

2. Τα προβλεπόμενα στο σημείο 1 έξοδα καταχωρίζονται ως υλικές ενέργειες του μήνα εξόδου των προϊόντων.



( 1 ) ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 549.

( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 884/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη χρηματοδότηση των παρεμβάσεων του ΕΓΤΕ και τη λογιστική καταχώριση των ενεργειών δημόσιας αποθεματοποίησης από τους οργανισμούς πληρωμών των κρατών μελών (ΕΕ L 171 της 23.6.2006, σ. 35).

( 3 ) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 907/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (βλέπε σελ. 18 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

( 4 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

Top