EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02014L0059-20200107

Consolidated text: Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/2020-01-07

02014L0059 — EL — 07.01.2020 — 004.005


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΟΔΗΓΙΑ 2014/59/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2017/1132 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 14ης Ιουνίου 2017

  L 169

46

30.6.2017

►M2

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2017/2399 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2017

  L 345

96

27.12.2017

►M3

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/879 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Μαΐου 2019

  L 150

296

7.6.2019

►M4

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/2162 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 27ης Νοεμβρίου 2019

  L 328

29

18.12.2019


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 283, 31.8.2020, σ.  2 (2019/879)




▼B

ΟΔΗΓΙΑ 2014/59/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΤΙΤΛΟΣ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των εξής οντοτήτων:

α) 

ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση·

β) 

χρηματοοικονομικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, όταν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας που αναφέρεται στο στοιχείο γ) ή δ), και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ) 

χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση·

δ) 

μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση·

ε) 

υποκαταστήματα ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα εκτός της Ένωσης, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των απαιτήσεων βάσει της παρούσας οδηγίας και όταν χρησιμοποιούν τα διάφορα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, καθώς και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη μετοχική δομή, τη νομική μορφή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος και το νομικό καθεστώς της οντότητας, τις διασυνδέσεις της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της, τη συμμετοχή της σε θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ) που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σε άλλα συνεργατικά συστήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν αυστηρότερους κανόνες ή πρόσθετους κανόνες πέραν αυτών που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και στις κατ’ εξουσιοδότηση ή στις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι οι κανόνες αυτοί έχουν γενική ισχύ και δεν αντίκεινται στην παρούσα οδηγία και στις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«εξυγίανση» : η εφαρμογή ενός εργαλείου εξυγίανσης ή ενός εργαλείου που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 9, προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης όπως ορίζονται στο άρθρο 31 παράγραφος 2·

2)

«ίδρυμα» : κάθε ίδρυμα που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

3)

«επιχείρηση επενδύσεων» : επιχείρηση επενδύσεων που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

4)

«χρηματοοικονομικό ίδρυμα» ή «χρηματοδοτικό ίδρυμα» : χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼M3

5)

ως «θυγατρική» : νοείται μία θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 7, 12, 17, 18, 45 έως 45ιγ, 59 έως 62, 91 και 92 της παρούσας οδηγίας στους ομίλους εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρου 45ε παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας·

5α)

ως «σημαντική θυγατρική» : νοείται μία σημαντική θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 135 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼B

6)

«μητρική επιχείρηση» : μητρική επιχείρηση που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 15) στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

7)

«ενοποιημένη βάση» : η βάση της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 47) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

8)

«θεσμικό σύστημα προστασίας» ή «ΘΣΠ» : ρύθμιση που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

9)

«χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» ή «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» : χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

10)

«μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» : μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

11)

«μεικτή εταιρεία συμμετοχών» : μεικτή εταιρεία συμμετοχών που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 22) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

12)

«μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» : μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 30) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

13)

«μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση» : μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 31) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

14)

«μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» : μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 32) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

15)

«μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση» : μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

16)

«στόχοι εξυγίανσης» : οι στόχοι εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 2·

17)

«υποκατάστημα» : κάθε υποκατάστημα που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

18)

«αρχή εξυγίανσης» : αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 3·

19)

«εργαλείο εξυγίανσης» : εργαλείο εξυγίανσης κατά την έννοια του άρθρου 37 παράγραφος 3·

20)

«εξουσία εξυγίανσης» : η εξουσία που ορίζεται στα άρθρα 63 έως 72·

21)

«αρμόδια αρχή» : η αρμόδια αρχή που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου ( 1

22)

«αρμόδια υπουργεία» : τα υπουργεία οικονομικών ή άλλα υπουργεία αρμόδια των κρατών μελών, τα οποία είναι αρμόδια για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες και τα οποία έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5·

23)

«ίδρυμα» : ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων·

24)

«διοικητικό όργανο» : διοικητικό όργανο, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

25)

«ανώτατα διοικητικά στελέχη» : ανώτατα διοικητικά στελέχη, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

26)

«όμιλος» : μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της·

27)

«διασυνοριακός όμιλος» : όμιλος με οντότητες ομίλου εγκατεστημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη·

28)

«έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» : κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ή οιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο που, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) ή ενός ομίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυμα ή η οντότητα αποτελεί μέρος·

29)

«επείγουσα στήριξη της ρευστότητας» : η παροχή από κεντρική τράπεζα χρήματος κεντρικής τράπεζας, ή οιαδήποτε άλλη στήριξη που μπορεί να επιφέρει αύξηση του χρήματος κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυο χρηματοδοτικό ίδρυμα ή έναν όμιλο φερέγγυων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νομισματική πολιτική·

30)

«συστημική κρίση» : η αποδιοργάνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγματική οικονομία. Όλες οι μορφές χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικές σε κάποιο βαθμό·

31)

«οντότητα του ομίλου» : ένα νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου·

32)

«σχέδιο ανάκαμψης» : σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται από ένα ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 5·

33)

«σχέδιο ανάκαμψης ομίλου» : σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 7·

34)

«σημαντικό υποκατάστημα» : υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής θα κρινόταν σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

35)

«κρίσιμες λειτουργίες» : οι δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, να οδηγήσει σε διαταραχή της παροχής ζωτικών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους του ιδρύματος ή του ομίλου, του μεριδίου του στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών του διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων του, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή λειτουργιών·

36)

«βασικοί επιχειρηματικοί τομείς» : οι επιχειρηματικοί τομείς και οι συναφείς υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για ένα ίδρυμα ή για έναν όμιλο του οποίου το ίδρυμα αποτελεί μέρος·

37)

«αρχή ενοποιημένης εποπτείας» : η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 41) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

38)

«ίδια κεφάλαια» : τα ίδια κεφάλαια, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 118) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

39)

«προϋποθέσεις εξυγίανσης» : οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1·

40)

«δράση εξυγίανσης» : η απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση ένα ίδρυμα ή μία οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), σύμφωνα με το άρθρο 32 ή το άρθρο 33, η εφαρμογή ενός εργαλείου εξυγίανσης ή η άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης·

41)

«σχέδιο εξυγίανσης» : σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 10·

42)

«εξυγίανση ομίλου» :

οιοδήποτε από τα εξής:

α) 

η ανάληψη δράσης εξυγίανσης στο επίπεδο μητρικής επιχείρησης ή ιδρύματος που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία, ή

β) 

ο συντονισμός της εφαρμογής εργαλείων εξυγίανσης και η άσκηση εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης όσον αφορά τις οντότητες ομίλου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης·

43)

«σχέδιο εξυγίανσης ομίλου» : σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13·

44)

«αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» : η αρχή εξυγίανσης στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

45)

«μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου» : σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 91·

46)

«σώμα εξυγίανσης» : σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 88 για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 88 παράγραφος 1·

47)

«κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» : η συλλογική πτωχευτική διαδικασία λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων και τον διορισμό εκκαθαριστή ή διαχειριστή, και η οποία συνήθως εφαρμόζεται σε ιδρύματα βάσει του εθνικού δικαίου και είτε είναι εξειδικευμένη για τα εν λόγω ιδρύματα είτε εφαρμόζεται γενικά σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο·

▼M2

48)

«χρεωστικά μέσα» :

i) 

για τους σκοπούς του άρθρου 63 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και ι), ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων· και

ii) 

για τους σκοπούς του άρθρου 108, οι ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών και μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή·

▼B

49)

«μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» : μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος, που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 28) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

50)

«μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση» : μητρικό ίδρυμα της ΕΕ, που ανταποκρίνεται στον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

51)

«απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» : οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 92 έως 98 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

52)

«σώμα εποπτείας» : σώμα εποπτών, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

53)

«πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις» : το πλαίσιο που έχει καθοριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 107, 108 και 109 της ΣΛΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις πράξεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 4 ή του άρθρου 109 της ΣΛΕΕ·

54)

«εκκαθάριση» : η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

55)

«εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων» : ο μηχανισμός για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από μια αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης σε έναν φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 42·

56)

«φορέας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» : νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 παράγραφος 2·

57)

«εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα» : ο μηχανισμός για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενός ιδρύματος που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 43·

58)

«εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων» : ο μηχανισμός για την εκτέλεση της μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης, σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 38·

59)

«μεταβατικό ίδρυμα» : νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 40 παράγραφος 2·

60)

«εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος» : ο μηχανισμός για τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ιδρύματος που τελεί υπό διαδικασία εξυγίανσης, σε μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 40·

61)

«μέσα ιδιοκτησίας» : μετοχές, άλλα μέσα που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, μέσα που είναι μετατρέψιμα σε ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, και μέσα που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

62)

«μέτοχοι» : μέτοχοι ή κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

63)

«εξουσίες μεταβίβασης» : οι εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) για τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων από ίδρυμα υπό εξυγίανση προς αποδέκτη·

64)

«κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» : ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος (CCP), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

65)

«παράγωγα» : τα παράγωγα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

66)

«εξουσίες απομείωσης και μετατροπής» : οι εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 και στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχεία ε) έως θ)·

67)

«εξασφαλισμένη υποχρέωση» : υποχρέωση όπου το δικαίωμα του πιστωτή για πληρωμή ή άλλης μορφής αντιστάθμισμα εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου·

68)

«μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» : κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους του άρθρου 28 παράγραφοι 1 έως 4, του άρθρου 29 παράγραφοι 1 έως 5 ή του άρθρου 31 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼M3

68α)

«κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» : το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼B

69)

«πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1» : κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους του άρθρου 52 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

70)

«συνολικό ποσό» : το συνολικό ποσό κατά το οποίο έχει εκτιμήσει η αρχή εξυγίανσης ότι πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι ►M3  υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ , σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1·

▼M3

71)

«υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού» : οι υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2·

71α)

«επιλέξιμες υποχρεώσεις» : υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού που πληρούν, ανάλογα με την περίπτωση, τους όρους του άρθρου 45β ή του άρθρου 45στ παράγραφος 2 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας, και τα μέσα της κατηγορίας 2 που πληρούν τους όρους του άρθρου 72α παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

71β)

«μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων» : τα μέσα που πληρούν όλους τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εκτός από το άρθρο 72β παράγραφοι 3 έως 5 του εν λόγω κανονισμού·

▼B

72)

«σύστημα εγγύησης των καταθέσεων» : σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

73)

«μέσα της κατηγορίας 2» : κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που πληρούν τους όρους του άρθρου 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

74)

«σχετικά κεφαλαιακά μέσα» : πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2, για τους σκοπούς του τίτλου IV κεφάλαιο IV τμήμα 5 και του τίτλου IV κεφάλαιο V·

75)

«συντελεστής μετατροπής» : ο συντελεστής που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης κατηγορίας, με αναφορά είτε σε ένα μόνον μέσο της εν λόγω κατηγορίας είτε σε μια συγκεκριμένη μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης·

76)

«θιγόμενος πιστωτής» : πιστωτής του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής με χρήση του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα·

77)

«θιγόμενος κάτοχος» : κάτοχος μέσων ιδιοκτησίας του οποίου τα μέσα ιδιοκτησίας ακυρώνονται μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο η)·

78)

«ενδεδειγμένη αρχή» : η αρχή του κράτους μέλους, η οποία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 61, που είναι αρμόδια, βάσει του εθνικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους, να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 3·

79)

«σχετικό μητρικό ίδρυμα» : μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, για το οποίο ή την οποία εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα·

80)

«αποδέκτης» : η οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση·

81)

«εργάσιμη ημέρα» : κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας στο οικείο κράτος μέλος·

82)

«δικαίωμα καταγγελίας» : το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), αλληλοσυμψηφισμού (set-off) ή συμψηφισμού των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης, ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει·

83)

«ίδρυμα υπό εξυγίανση» : ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, για το οποίο ή την οποία αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης·

▼M3

83α)

«οντότητα εξυγίανσης» :

α) 

νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 12, προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει μέτρα εξυγίανσης· ή

β) 

ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, για τον οποίο το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 10 της παρούσας οδηγίας προβλέπει δράση εξυγίανσης·

83β)

«όμιλος εξυγίανσης» :

α) 

οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που δεν αποτελούν:

i) 

οντότητες εξυγίανσης οι ίδιες ·

ii) 

θυγατρικές άλλων οντοτήτων εξυγίανσης· ή

iii) 

οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης και οι θυγατρικές τους· ή

β) 

πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό και ο ίδιος ο κεντρικός οργανισμός όταν τουλάχιστον ένα από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή ο κεντρικός οργανισμός είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους·

83γ)

«παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα» ή G-SII : ίδρυμα G-SII όπως ορίζεται στο σημείο 133) του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼B

84)

«θυγατρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση» : ίδρυμα το οποίο είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και είναι θυγατρικό ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας·

85)

«μητρική επιχείρηση της Ένωσης» : μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση·

86)

«ίδρυμα τρίτης χώρας» : οντότητα, της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα ενέπιπτε στον ορισμό του ιδρύματος·

87)

«μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας» : μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα·

88)

«διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα» : δράση βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της πτώχευσης ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τις δράσεις εξυγίανσης βάσει της παρούσας οδηγίας·

89)

«υποκατάστημα της Ένωσης» : υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας που βρίσκεται σε κράτος μέλος·

90)

«σχετική αρχή τρίτης χώρας» : αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα των αρχών εξυγίανσης ή των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία·

91)

«ρύθμιση χρηματοδότησης ομίλου» : η ρύθμιση ή οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης που προβλέπονται από το κράτος μέλος της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου·

92)

«συναλλαγή αντιστήριξης» : μια συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ δύο οντοτήτων του ομίλου για το σκοπό της μεταβίβασης, εν όλω ή εν μέρει, του κινδύνου που δημιουργείται από άλλη συναλλαγή που συνάπτεται μεταξύ μιας από αυτές τις οντότητες του ομίλου και ενός τρίτου μέρους·

93)

«ενδοομιλική εγγύηση» : σύμβαση με την οποία μια οντότητα του ομίλου εγγυάται για τις υποχρεώσεις άλλης οντότητας του ομίλου προς ένα τρίτο μέρος·

94)

«καλυπτόμενες καταθέσεις» : οι καλυπτόμενες καταθέσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 5 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

95)

«επιλέξιμες καταθέσεις» : οι επιλέξιμες καταθέσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 4 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

▼M4

96)

«καλυμμένο ομόλογο» : καλυμμένο ομόλογο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ) ή, όσον αφορά μέσο που εκδόθηκε πριν από τις 8 Ιουλίου 2022, ομόλογο όπως αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3 ), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής του·

▼B

97)

«συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων» : συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4

98)

«συμφωνία συμψηφισμού» : συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση (όπως ή όπου ορίζεται), επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των μερών, ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητές, ή να λήγουν και σε κάθε περίπτωση να μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανται από αυτήν και στις δύο περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των «ρητρών συμψηφισμού», κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) σημείο i) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, ή «συμψηφίζονται» σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο ια) της οδηγίας 98/26/ΕΚ·

99)

«συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού (set-off)» : συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μία με την άλλη·

100)

«χρηματοπιστωτική σύμβαση» :

περιλαμβάνει τις ακόλουθες συμβάσεις και συμφωνίες:

α) 

συμβάσεις τίτλων, όπου συμπεριλαμβάνονται:

i) 

συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός τίτλου, μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,

ii) 

δικαιώματα προαίρεσης επί ενός τίτλου ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων,

iii) 

συναλλαγή πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγή αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου τίτλου, ομάδας ή δείκτη τίτλων·

β) 

συμβάσεις βασικών εμπορευμάτων, όπου συμπεριλαμβάνονται:

i) 

συμβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων για μελλοντική παράδοση,

ii) 

δικαιώματα προαίρεσης επί ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων,

iii) 

συναλλαγές πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγές αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εμπορεύματος, ομάδας ή δείκτη·

γ) 

συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και προθεσμιακές συμβάσεις (forwards), όπου συμπεριλαμβάνονται συμβάσεις (εκτός από σύμβαση βασικών εμπορευμάτων) για αγορά, πώληση ή μεταβίβαση, σε μελλοντική ημερομηνία, βασικού εμπορεύματος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσεως, υπηρεσίας, δικαιώματος ή τόκου σε συγκεκριμένη τιμή·

δ) 

συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), όπου συμπεριλαμβάνονται:

i) 

συμβάσεις ανταλλαγής και δικαιώματα προαίρεσης που σχετίζονται με: επιτόκια· συμφωνίες άμεσης παράδοσης ή άλλες συμφωνίες συναλλάγματος· ανταλλαγή νομισμάτων· δείκτες μετοχών ή μετοχές· δείκτες χρέους ή χρέος· δείκτες βασικών εμπορευμάτων ή βασικά εμπορεύματα· το κλίμα, τις εκπομπές ρύπων ή τον πληθωρισμό,

ii) 

συμβάσεις ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου,

iii) 

κάθε συμφωνία ή συναλλαγή που είναι παρεμφερής με συμφωνία που αναφέρεται στα σημεία i) ή ii) και η οποία αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης στις αγορές συμβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων·

ε) 

διατραπεζικές συμφωνίες δανεισμού με διάρκεια δανεισμού τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο,

στ) 

γενικές συμφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συμβάσεις ή συμφωνίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε),

101)

«μέτρο πρόληψης κρίσεων» : η άσκηση εξουσιών για να κατευθυνθεί η αντιμετώπιση των ελλείψεων ή η εξάλειψη των εμποδίων προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 6, η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 17 ή 18, η εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27, ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή (επιτρόπου) σύμφωνα με το άρθρο 29, ή η άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 59·

102)

«μέτρο διαχείρισης κρίσεων» : δράση εξυγίανσης ή διορισμός ειδικού διαχειριστή (επιτρόπου) δυνάμει του άρθρου 35 ή ενός προσώπου δυνάμει του άρθρου 51 παράγραφος 2 ή του άρθρου 72 παράγραφος 1·

103)

«δυνατότητα ανάκαμψης» : η δυνατότητα ενός ιδρύματος να αποκαταστήσει τη χρηματοοικονομική του θέση μετά από σημαντική επιδείνωση·

104)

«καταθέτης» : ο καταθέτης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

105)

«επενδυτής» : ο επενδυτής κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 4 της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 5

106)

«ορισθείσα εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας» : η αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη Σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου με ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τη μακροπροληπτική εντολή των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3)·

107)

«πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» : πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται με βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής ( 6 ).

108)

«ρυθμιζόμενη αγορά» : ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

▼M3

109)

«συνδυασμένη απαίτηση ασφάλειας αποθέματος» : η συνδυασμένη απαίτηση ασφάλειας αποθέματος όπως ορίζεται στο σημείο 6 του άρθρου 128 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

▼B

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 115, προκειμένου να διευκρινίσει τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των δραστηριοτήτων, υπηρεσιών και πράξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σημείο 35) όσον αφορά τον ορισμό των «κρίσιμων λειτουργιών» και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των επιχειρηματικών τομέων και των συναφών υπηρεσιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σημείο 36) όσον αφορά τον ορισμό των «βασικών επιχειρηματικών τομέων».

Άρθρο 3

Ορισμός αρμόδιων αρχών για την εξυγίανση

1.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή, κατ’ εξαίρεση, περισσότερες αρχές εξυγίανσης οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες για την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης.

2.  Η αρχή εξυγίανσης είναι αρχή δημόσιας διοίκησης ή αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί εξουσίες δημόσιας διοίκησης.

3.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορεί να είναι εθνικές κεντρικές τράπεζες, αρμόδια υπουργεία ή άλλες δημόσιες διοικητικές αρχές ή αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί διοικητικές εξουσίες. Κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αρχή εξυγίανσης μπορεί να είναι οι αρμόδιες αρχές εποπτείας για τους σκοπούς του κανονισμού αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Εφαρμόζονται κατάλληλες διαρθρωτικές ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται η οργανωτική ανεξαρτησία και να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των λειτουργιών εποπτείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή άλλων λειτουργιών της σχετικής αρχής και των λειτουργιών των αρχών εξυγίανσης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη της ανταλλαγής πληροφοριών και των υποχρεώσεων συνεργασίας που προβλέπονται στην παράγραφο 4. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μεταξύ των αρμοδίων αρχών, εθνικών κεντρικών τραπεζών, αρμοδίων υπουργείων ή άλλων αρχών, υπάρχει οργανωτική ανεξαρτησία μεταξύ της λειτουργίας εξυγίανσης και της εποπτικής ή άλλων λειτουργιών της σχετικής αρχής.

Το προσωπικό που συμμετέχει στην επιτέλεση των λειτουργιών της αρχής εξυγίανσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας είναι διαρθρωτικά διαχωρισμένο και υπόκειται σε χωριστούς διαύλους αναφοράς από το προσωπικό που συμμετέχει στην εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή σχετίζονται με άλλες λειτουργίες της σχετικής αρχής.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη ή η αρχή εξυγίανσης θα υιοθετούν και θα δημοσιοποιούν κάθε αναγκαίο σχετικό εσωτερικό κανόνα, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που αφορούν το επαγγελματικό απόρρητο και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διάφορων λειτουργικών τομέων.

4.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρχές που ασκούν την εποπτεία και τις λειτουργίες εξυγίανσης και από τα πρόσωπα που ασκούν αυτά τα καθήκοντα εξ ονόματός τους να συνεργάζονται στενά κατά την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των αποφάσεων εξυγίανσης, τόσο όταν η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή είναι χωριστές οντότητες όσο και όταν τα καθήκοντα ασκούνται από την ίδια οντότητα.

5.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα μόνον υπουργείο το οποίο είναι υπεύθυνο για την άσκηση των λειτουργιών του αρμόδιου υπουργείου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

6.  Όταν η αρχή εξυγίανσης σε ένα κράτος μέλος δεν είναι το αρμόδιο υπουργείο, η αρχή ενημερώνει το αρμόδιο υπουργείο για τις αποφάσεις της δυνάμει της παρούσας οδηγίας και, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από το εθνικό δίκαιο, λαμβάνει την έγκρισή του πριν εφαρμόσει αποφάσεις που έχουν άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο ή συστημικές συνέπειες.

7.  Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές εξυγίανσης και την ΕΑΤ βάσει της παρούσας οδηγίας συνεκτιμούν τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της απόφασης σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται το ίδρυμα ή ο όμιλος και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κράτη μέλη. Οι αποφάσεις της ΕΑΤ εμπίπτουν στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε αρχή εξυγίανσης αναπτύσσει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους και την επιχειρησιακή ικανότητα να εφαρμόζει δράσεις εξυγίανσης και είναι σε θέση να ασκεί τις εξουσίες της με την ταχύτητα και την ευελιξία που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.

9.  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους και την επιχειρησιακή ικανότητα και παρακολουθεί την εφαρμογή της παραγράφου 8, μεταξύ άλλων με περιοδικές αξιολογήσεις από ομοτίμους.

10.  Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα κράτος μέλος ορίζει περισσότερες από μία αρχές για την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, προβαίνει σε κοινοποίηση προς την ΕΑΤ και την Επιτροπή με την οποία αιτιολογεί δεόντως την ενέργεια αυτή και επιμερίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες μεταξύ των εν λόγω αρχών, διασφαλίζει επαρκή συντονισμό μεταξύ τους και ορίζει μία και μόνη αρχή ως αρχή επικοινωνίας για τους σκοπούς της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών μελών.

11.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με την εθνική αρχή ή αρχές που έχουν οριστεί ως αρχές εξυγίανσης και την αρχή επικοινωνίας και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σχετικά με τις ειδικές λειτουργίες και αρμοδιότητές τους. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τον κατάλογο των εν λόγω αρχών εξυγίανσης και των αρχών επικοινωνίας.

12.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 85, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ευθύνη της αρχής εξυγίανσης, της αρμόδιας αρχής και του προσωπικού τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ



ΚΕΦΆΛΑΙΟ I

Σχεδιασμός της ανάκαμψης και της εξυγίανσης



Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 4

Απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένα ιδρύματα

1.  Έχοντας υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η πτώχευση ενός ιδρύματος, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, της μετοχικής δομής του, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, της συμμετοχής σε ΘΣΠ ή σε άλλα συνεργατικά συστήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και εάν η πτώχευσή του και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό φυσιολογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης να προσδιορίζουν:

α) 

το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης, που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 12·

β) 

την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, στο άρθρο 7 παράγραφος 5, στο άρθρο 10 παράγραφος 6 και στο άρθρο 13 παράγραφος 3·

γ) 

το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τα ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και στο άρθρο 12 παράγραφος 2, καθώς και στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος·

δ) 

το εύρος των λεπτομερειών για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 15 και 16 και στο τμήμα Γ του παραρτήματος.

2.  Οι αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρχές εξυγίανσης, πραγματοποιούν την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έπειτα από διαβούλευση, όποτε ενδείκνυται, με τις εθνικές αρχές μακροπροληπτικής εποπτείας.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση εφαρμογής απλουστευμένων υποχρεώσεων, οι αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν ανά πάσα στιγμή να επιβάλλουν πλήρεις, μη απλουστευμένες υποχρεώσεις.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων δεν επηρεάζει αφ’ εαυτής τις εξουσίες της αρμόδιας αρχής και, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων.

5.  Η ΕΑΤ, έως τις 3 Ιουλίου 2015, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να διευκρινίσει τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την εκτίμηση, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, των επιπτώσεων της πτώχευσης ενός ιδρύματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα και στις συνθήκες χρηματοδότησης.

6.  Λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 5, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2, για την εκτίμηση, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, των επιπτώσεων της πτώχευσης ενός ιδρύματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα και στις συνθήκες χρηματοδότησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2017.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν την ΕΑΤ με ποιον τρόπο εφήρμοσαν τις παραγράφους 1, 8, 9 και 10 στα ιδρύματα υπό τη δικαιοδοσία τους. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή έως την 31η Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1, 8, 9 και 10. Ειδικότερα, η εν λόγω έκθεση ταυτοποιεί τυχόν διαφορές στην εφαρμογή των παραγράφων 1, 8, 9 και 10 σε εθνικό επίπεδο.

8.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 9 και 10, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν:

α) 

από την εφαρμογή των απαιτήσεων των τμημάτων 2 και 3 του παρόντος κεφαλαίου τα ιδρύματα που συνδέονται με κεντρικό οργανισμό και εξαιρούνται πλήρως ή μερικώς από τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στο εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β) 

από την εφαρμογή των απαιτήσεων του τμήματος 2 τα ιδρύματα που είναι μέλη ενός ΘΣΠ.

9.  Όταν χορηγείται εξαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 8, τα κράτη μέλη:

α) 

εφαρμόζουν τις απαιτήσεις των τμημάτων 2 και 3 του παρόντος κεφαλαίου σε ενοποιημένη βάση στον κεντρικό οργανισμό και στα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β) 

απαιτούν από το ΘΣΠ να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του τμήματος 2 σε συνεργασία με καθένα από τα μέλη του στα οποία έχει χορηγηθεί εξαίρεση.

Για τον σκοπό αυτό, κάθε αναφορά σε όμιλο που γίνεται στα τμήματα 2 και 3 του παρόντος κεφαλαίου περιλαμβάνει έναν κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις θυγατρικές τους, και κάθε αναφορά σε μητρικές επιχειρήσεις ή ιδρύματα που υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με το άρθρο 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ περιλαμβάνει επίσης τον κεντρικό οργανισμό.

10.  Τα ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ή που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος ενός κράτους μέλους, καταρτίζουν δικά τους σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου και υπόκεινται σε ειδικά σχέδια εξυγίανσης σύμφωνα με το τμήμα 3.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι λειτουργίες ενός ιδρύματος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος του εν λόγω κράτους μέλους εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η συνολική αξία του ενεργητικού τους υπερβαίνει τα 30 000 000 000  EUR· ή

β) 

το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού τους ως προς το ΑΕΠ του κράτους μέλους εγκατάστασης υπερβαίνει το 20 %, εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού τους δεν υπερβαίνει τα 5 000 000 000  EUR.

11.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό ενιαίων μορφοτύπων, υποδειγμάτων και ορισμών σχετικά με τον προσδιορισμό και τη διαβίβαση πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές και αρχές εξυγίανσης στην ΕΑΤ για τους σκοπούς της παραγράφου 7, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



Τμήμα 2

Σχεδιασμός της ανάκαμψης

Άρθρο 5

Σχέδια ανάκαμψης

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε ίδρυμα, που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο ανάκαμψης, το οποίο προβλέπει, τα μέτρα που θα λάβει το ίδρυμα για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής του θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής του κατάστασης. Τα σχέδια ανάκαμψης θεωρούνται ρύθμιση διακυβέρνησης κατά την έννοια του άρθρου 74 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

2.  Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους τουλάχιστον ετησίως ή έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος, στις δραστηριότητές του ή στη χρηματοοικονομική του κατάσταση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά ή να απαιτήσει αλλαγή στο σχέδιο ανάκαμψης. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτούν από τα ιδρύματα να επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους σε συχνότερη βάση.

3.  Τα σχέδια ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε ή λήψη έκτακτης δημόσιας χρηματοοικονομικής στήριξης.

4.  Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, μια ανάλυση του πώς και πότε ένα ίδρυμα δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των όρων του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες και προσδιορίζουν τα περιουσιακά στοιχεία που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφαλίσεις.

5.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο τμήμα Α του παραρτήματος. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν να περιλαμβάνονται αυτές οι πρόσθετες πληροφορίες στα σχέδια ανάκαμψης.

Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν ενδεχόμενα μέτρα που μπορεί να λαμβάνει το ίδρυμα όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 27.

6.  Τα κράτη μέλη απαιτούν τα σχέδια ανάκαμψης να περιλαμβάνουν κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες για να διασφαλίζουν την έγκαιρη εφαρμογή των δράσεων ανάκαμψης, καθώς και ένα ευρύ φάσμα επιλογών ανάκαμψης. Τα κράτη μέλη απαιτούν τα σχέδια ανάκαμψης να λαμβάνουν υπόψη διάφορα σενάρια σοβαρών μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών δυσχερειών που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που επηρεάζουν ολόκληρο το σύστημα, πιέσεων που επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα και πιέσεων που επηρεάζουν το σύνολο του ομίλου.

7.  Έως τις 3 Ιουλίου 2015, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον περαιτέρω καθορισμό ενός φάσματος σεναρίων που πρόκειται να χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.  Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές είναι εξουσιοδοτημένες να ζητούν από τα ιδρύματα να διατηρούν λεπτομερή αρχεία χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες το ίδρυμα είναι συμβαλλόμενο μέρος.

9.  Το διοικητικό όργανο του ιδρύματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης πριν το υποβάλει στην αρμόδια αρχή.

10.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4, τις πληροφορίες τις οποίες πρέπει να περιλαμβάνει το σχέδιο ανάκαμψης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 6

Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα που υποχρεούνται να εκπονούν σχέδια ανάκαμψης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 και το άρθρο 7 παράγραφος 1, να υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ανάκαμψης στην αρμόδια αρχή προς εξέταση. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να αποδεικνύουν στην αρμόδια αρχή ότι τα σχέδια αυτά πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 2.

2.  Οι αρμόδιες αρχές, εντός έξι μηνών από την υποβολή κάθε σχεδίου και μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, εφόσον το σχέδιο αφορά το συγκεκριμένο υποκατάστημα, εξετάζουν τα εν λόγω σχέδια και αξιολογούν κατά πόσον κάθε σχέδιο ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 5, καθώς και τα ακόλουθα κριτήρια:

α) 

η εφαρμογή των ρυθμίσεων που προτείνονται στο σχέδιο είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών μέτρων που έλαβε ή σκοπεύει να λάβει το ίδρυμα·

β) 

το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις οικονομικής πίεσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατόν βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και άλλα ιδρύματα να εφαρμόσουν σχέδια ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου.

3.  Κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των σχεδίων ανάκαμψης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την καταλληλότητα της δομής του κεφαλαίου του ιδρύματος και της χρηματοδοτικής του δομής σε σχέση με τον βαθμό πολυπλοκότητας της οργανωτικής δομής και το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος.

4.  Η αρμόδια αρχή παρέχει το σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να εξετάσει το σχέδιο ανάκαμψης, προκειμένου να προσδιορίσει δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος και να υποβάλει συστάσεις στην αρμόδια αρχή σχετικά με τα θέματα αυτά.

5.  Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή του, κοινοποιεί στο ίδρυμα ή τη μητρική επιχείρηση του ομίλου την αξιολόγησή της και απαιτεί από αυτό να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, η οποία μπορεί να παραταθεί κατά ένα μήνα εφόσον το εγκρίνουν οι αρχές, αναθεωρημένο σχέδιο, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι εν λόγω ελλείψεις ή εμπόδια.

Η αρμόδια αρχή, πριν ζητήσει από ένα ίδρυμα να υποβάλει εκ νέου σχέδιο ανάκαμψης, παρέχει την ευκαιρία στο ίδρυμα να διατυπώσει τη γνώμη του για την απαίτηση αυτή.

Εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς στο αναθεωρημένο σχέδιο, μπορεί να συστήσει στο ίδρυμα να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο.

6.  Εάν το ίδρυμα δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης ή εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι το αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ελλείψεις και τα πιθανά εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω σύστασης για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο, η αρμόδια αρχή απαιτεί από το ίδρυμα να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης.

Εάν το ίδρυμα δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την αρμόδια αρχή προθεσμίας, ή εάν η αρμόδια αρχή εκτιμήσει ότι οι προτεινόμενες από το ίδρυμα δράσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια, η αρμόδια αρχή μπορεί να συστήσει στο ίδρυμα να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος.

Η αρμόδια αρχή μπορεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, να συστήσει στο ίδρυμα:

α) 

να μειώσει το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ρευστότητας·

β) 

να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων ανακεφαλαιοποίησης·

γ) 

να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δομή του ιδρύματος·

δ) 

να πραγματοποιήσει αλλαγές στη στρατηγική χρηματοδότησης, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών·

ε) 

να πραγματοποιηθούν αλλαγές στη δομή διακυβέρνησης του ιδρύματος.

Ο κατάλογος μέτρων που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα δυνάμει του εθνικού δικαίου.

7.  Όταν η αρμόδια αρχή απαιτεί από ένα ίδρυμα να λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 6, η απόφασή της σχετικά με τα μέτρα είναι αιτιολογημένη και αναλογική.

Η απόφαση κοινοποιείται γραπτώς στο ίδρυμα και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.

8.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όπου καθορίζονται τα ελάχιστα κριτήρια τα οποία πρέπει να αξιολογεί η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς της αξιολόγησης βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8 παράγραφος 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 7

Σχέδια ανάκαμψης ομίλου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης εκπονούν και υποβάλλουν στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου. Τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου συνίστανται σε σχέδιο ανάκαμψης για ολόκληρο τον όμιλο επικεφαλής του οποίου βρίσκεται η μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην. Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου προβλέπει μέτρα που ενδέχεται να εφαρμοστούν στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης της Ένωσης και σε κάθε θυγατρική.

2.  Σύμφωνα με το άρθρο 8, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν από τις θυγατρικές να εκπονήσουν και να υποβάλουν σχέδια ανάκαμψης σε ατομική βάση.

3.  Υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου:

α) 

στις οικείες αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 115 και 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

β) 

στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό στον οποίο τα σχέδια αφορούν το συγκεκριμένο υποκατάστημα·

γ) 

στη αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· και

δ) 

στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών.

4.  Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου έχει ως στόχο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση του ομίλου ως συνόλου ή οποιουδήποτε ιδρύματος του ομίλου, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή του συγκεκριμένου ιδρύματος, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου.

Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένη στην Ένωση και στο επίπεδο των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), καθώς των μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο των θυγατρικών και, όπου αυτό προβλέπεται σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, στο επίπεδο σημαντικών υποκαταστημάτων.

5.  Το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου, καθώς και κάθε σχέδιο που υλοποιείται για μια επιμέρους θυγατρική, περιλαμβάνει τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 5. Τα εν λόγω σχέδια περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, ρυθμίσεις για ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη, που υιοθετούνται με βάση συμφωνία για ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη, η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο III.

6.  Τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνουν σειρά επιλογών ανάκαμψης, όπου παρουσιάζονται οι ενέργειες για την αντιμετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 6.

Για κάθε ένα από τα σενάρια, το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει αν υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων ανάκαμψης εντός του ομίλου, καθώς και σε επίπεδο επιμέρους οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και αν υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων ή περιουσιακών στοιχείων εντός του ομίλου.

7.  Το διοικητικό όργανο της οντότητας που εκπονεί το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 1, αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου, πριν το υποβάλει στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Άρθρο 8

Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης ομίλου

1.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας εξετάζει, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 116α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τις αρμόδιες αρχές των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που αυτό αφορά το σημαντικό υποκατάστημα, το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και τα κριτήρια των άρθρων 6 και 7. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων ανάκαμψης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.

2.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές προσπαθούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με τα εξής:

α) 

την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου·

β) 

αν θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου· και

γ) 

την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 5 και 6.

Τα μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία βάσει του άρθρου 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.  Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, σχετικά με την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου ή σχετικά με οποιαδήποτε άλλα μέτρα που απαιτείται να λάβει η μητρική επιχείρηση της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 5 και 6, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τα ζητήματα αυτά. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει απόφαση συνεκτιμώντας τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την τετράμηνη περίοδο. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφαση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές.

Αν, κατά το τέλος της εν λόγω τετράμηνης προθεσμίας, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 7 έχει παραπέμψει θέμα που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας.

4.  Ελλείψει κοινής αποφάσεως μεταξύ των αρμόδιων αρχών εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, σχετικά με:

α) 

το αν θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία μιας αρμόδιας αρχής· και

β) 

την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 5 και 6·

κάθε αρμόδια αρχή αποφασίζει η ίδια επί του εν λόγω ζητήματος.

Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 7 στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρμόδια αρχή για τη θυγατρική αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για τη θυγατρική σε ατομικό επίπεδο.

5.  Οι άλλες αρμόδιες αρχές που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 4 μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου η οποία καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.

6.  Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή 5 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές ελλείψει κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα οικεία κράτη μέλη.

7.  Μετά από αίτημα αρμόδιας αρχής σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4, η ΕΑΤ μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές για την επίτευξη συμφωνίας βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1093/2010 σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 6 στοιχεία α), β) και δ).

Άρθρο 9

Δείκτες σχεδίου ανάκαμψης

1.  Για τους σκοπούς των άρθρων 5 έως 8, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν ώστε κάθε σχέδιο ανάκαμψης να περιλαμβάνει πλαίσιο δεικτών που καταρτίζεται από το ίδρυμα και προσδιορίζει τα σημεία στα οποία μπορούν να ληφθούν οι αναφερόμενες στο σχέδιο κατάλληλες δράσεις. Οι δείκτες αυτοί συμφωνούνται από τις αρμόδιες αρχές όταν προβαίνουν σε αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8. Οι δείκτες μπορεί να είναι ποιοτικής ή ποσοτικής φύσης, σχετιζόμενης με τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ιδρύματος, και θα είναι δυνατή η εύκολη παρακολούθησή τους. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα να εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών.

Παρά το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δύναται:

α) 

να αναλάβει δράση στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψής του σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι του σχετικού δείκτη, αλλά και όταν το διοικητικό όργανο του ιδρύματος το κρίνει σκόπιμο λόγω των συνθηκών· ή

β) 

να μην αναλάβει τέτοιου είδους δράση εάν το διοικητικό όργανο του ιδρύματος δεν το κρίνει σκόπιμο λόγω των συγκεκριμένων περιστάσεων.

Η απόφαση να αναληφθεί μια δράση που αναφέρεται στο σχέδιο ανάκαμψης ή η απόφαση να μην αναληφθεί η δράση αυτή πρέπει να κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση.

2.  Η ΕΑΤ, έως τις 3 Ιουλίου 2015, καταρτίζει, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν το κατώτατο όριο των ποιοτικών και των ποσοτικών δεικτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.



Τμήμα 3

Σχεδιασμός της εξυγίανσης

Άρθρο 10

Σχέδια εξυγίανσης

1.  Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου υποκείμενο σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες μπορεί να προβεί η αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση. Οι πληροφορίες της παραγράφου 7 στοιχείο α) τίθενται εν γνώσει του σχετικού ιδρύματος.

2.  Κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης εντοπίζει οποιαδήποτε σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και, όπου είναι αναγκαίο και αναλογικό, επισημαίνει τις σχετικές δράσεις μέσω των οποίων τα εμπόδια αυτά είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν, σύμφωνα με το κεφάλαιο II του παρόντος τίτλου.

3.  Το σχέδιο εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη σχετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων και την περίπτωση ότι η πτώχευση ενδέχεται να είναι ιδιοσυγκρασιακή ή να εμφανίζεται σε μια περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος. Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει τα ακόλουθα:

α) 

οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 100·

β) 

οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή

γ) 

οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.

4.  Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει μια ανάλυση του πώς και πότε ένα ίδρυμα δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των όρων του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως ασφάλειες.

5.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν από τα ιδρύματα να τις βοηθούν στην κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων.

6.  Τα σχέδια εξυγίανσης επανεξετάζονται, και επικαιροποιούνται κατά περίπτωση, τουλάχιστον ετησίως και έπειτα από κάθε ουσιαστική μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος ή στις επιχειρηματικές δραστηριότητές του ή στη χρηματοοικονομική του θέση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.

Για τον σκοπό της αναθεώρησης ή επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές επικοινωνούν αμέσως στις αρχές εξυγίανσης οποιαδήποτε αλλαγή η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή επικαιροποίηση.

▼M3

Η επανεξέταση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου διενεργείται μετά την υλοποίηση των δράσεων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 59.

Κατά τον ορισμό των προθεσμιών που αναφέρονται στα στοιχεία ιε) και ιστ) της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την προθεσμία συμμόρφωσης με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104β της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

▼B

7.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, στο σχέδιο εξυγίανσης παρουσιάζονται επιλογές για την εφαρμογή στο ίδρυμα των εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που αναφέρονται στον τίτλο IV. Το σχέδιο περιλαμβάνει, προσδιορίζοντας ποσοτικά όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό, τα εξής στοιχεία:

α) 

σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου·

β) 

σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών στο ίδρυμα, οι οποίες έχουν επέλθει μετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με την εξυγίανση·

γ) 

παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά και οικονομικά οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς, στον αναγκαίο βαθμό, από άλλες λειτουργίες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια σε περίπτωση πτώχευσης του ιδρύματος·

δ) 

εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου·

ε) 

λεπτομερή περιγραφή της εκτίμησης ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης, που διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 15·

στ) 

περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 17 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, τα οποία εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 15·

ζ) 

περιγραφή των διαδικασιών για τον προσδιορισμό της αξίας και της εμπορευσιμότητας των κρίσιμων λειτουργιών, των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος·

η) 

λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 είναι επικαιροποιημένες και στη διάθεση των αρχών εξυγίανσης, ανά πάσα στιγμή·

θ) 

επεξήγηση, από την αρχή εξυγίανσης, του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης, χωρίς να προϋποτίθεται οιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) 

οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, πέραν της χρήσης των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 100,

ii) 

οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή

iii) 

οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου·

ι) 

λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων στρατηγικών εξυγίανσης οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σύμφωνα με τα διάφορα πιθανά σενάρια, καθώς και τα εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση χρονοδιαγράμματα·

ια) 

περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων·

ιβ) 

περιγραφή των επιλογών για τη διατήρηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωμών και εκκαθάρισης και άλλων υποδομών και εκτίμηση της δυνατότητας μεταφοράς των θέσεων πελατών·

ιγ) 

ανάλυση του αντικτύπου που θα έχει το σχέδιο στους υπαλλήλους του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συναφών δαπανών, και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τα εθνικά συστήματα διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους, όπου ισχύουν·

ιδ) 

σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και με το κοινό·

▼M3

ιε) 

τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45ε και 45στ, καθώς και προθεσμία επίτευξης του εν λόγω επιπέδου, σύμφωνα με το άρθρο 45ιγ·

ιστ) 

στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το άρθρο 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, χρονοδιάγραμμα για συμμόρφωση της οντότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 45ιγ·

▼B

ιζ) 

περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών του ιδρύματος·

ιη) 

κατά περίπτωση, οποιαδήποτε γνώμη διατυπώνεται από το ίδρυμα σε σχέση με το σχέδιο εξυγίανσης.

8.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι εξουσιοδοτημένες να ζητούν από τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να τηρούν λεπτομερή αρχεία χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες το ίδρυμα είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να θέτει προθεσμία εντός της οποίας το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) οφείλει να είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτά τα αρχεία. Η ίδια προθεσμία ισχύει για όλα τα ιδρύματα και οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίζει διαφορετικές προθεσμίες για διαφορετικά είδη χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 100. Η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει την εξουσία της αρμόδιας αρχής για συγκέντρωση πληροφοριών.

9.  Η ΕΑΤ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία καθορίζεται περαιτέρω το περιεχόμενο του σχεδίου εξυγίανσης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 11

Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και της συνεργασίας από το ίδρυμα

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τα ιδρύματα:

α) 

να συνεργάζονται όσο χρειάζεται κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης·

β) 

να τους παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω της αρμόδιας αρχής, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης.

Συγκεκριμένα, οι αρχές εξυγίανσης να έχουν την εξουσία να απαιτούν, μεταξύ άλλων πληροφοριών, τις πληροφορίες και την ανάλυση που καθορίζονται στο τμήμα Β του παραρτήματος.

2.  Οι αρμόδιες αρχές στα σχετικά κράτη μέλη συνεργάζονται με τις αρχές εξυγίανσης, προκειμένου να επαληθεύουν αν είναι ήδη διαθέσιμες κάποιες ή όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εάν οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες, οι αρμόδιες αρχές τις παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης.

3.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τις διαδικασίες και ένα ελάχιστο σύνολο τυποποιημένων μορφότυπων και υποδειγμάτων για την παροχή των πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 12

Σχέδια εξυγίανσης ομίλου

▼M3

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και μετά από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης ομίλων. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προσδιορίζει μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά:

α) 

τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης·

β) 

τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση·

γ) 

τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)· και

δ) 

με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου VΙ, τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και είναι εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης.

Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης.

▼B

2.  Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 11.

3.  Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου:

▼M3

α) 

παρουσιάζει τις δράσεις εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν για τις οντότητες εξυγίανσης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3, και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων εξυγίανσης σε σχέση με τις άλλες οντότητες του ομίλου που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1, τη μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύματα·

αα) 

όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, παρουσιάζει δράσεις εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης κάθε ομίλου εξυγίανσης και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων ως προς αμφότερα τα ακόλουθα:

i) 

τις άλλες οντότητες του ομίλου που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

ii) 

άλλους ομίλους εξυγίανσης·

β) 

εξετάζει τον βαθμό στον οποίο τα εργαλεία εξυγίανσης μπορούν να εφαρμοστούν και οι εξουσίες εξυγίανσης να ασκηθούν κατά συντονισμένο τρόπο σε οντότητες εξυγίανσης εγκατεστημένες στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διευκόλυνση της αγοράς ολόκληρου του ομίλου από τρίτο μέρος, ή της αγοράς χωριστών επιχειρηματικών τομέων ή δραστηριοτήτων που παρέχονται από μια σειρά οντοτήτων του ομίλου, ή συγκεκριμένων οντοτήτων του ομίλου, ή ομίλων εξυγίανσης, και προσδιορίζει οποιαδήποτε δυνητικά εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση·

▼B

γ) 

όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει οντότητες που έχουν συσταθεί σε τρίτες χώρες, προσδιορίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της Ένωσης·

δ) 

προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση·

▼M3

ε) 

προσδιορίζει οποιεσδήποτε επιπλέον δράσεις δεν αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και τις οποίες οι σχετικές αρχές εξυγίανσης σκοπεύουν να αναλάβουν, σε σχέση με τις οντότητες εντός κάθε ομίλου εξυγίανσης·

▼B

στ) 

προσδιορίζει με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι δράσεις εξυγίανσης του ομίλου και, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν η χρηματοδοτική ρύθμιση, θέτει τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης για την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ των πηγών χρηματοδότησης στα διάφορα κράτη μέλη. Το σχέδιο δεν προϋποθέτει κανένα από τα ακόλουθα:

i) 

οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 100,

ii) 

οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή

iii) 

οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.

Οι αρχές αυτές ορίζονται βάσει δίκαιων και ισόρροπων κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, τις διατάξεις του άρθρου 107 παράγραφος 5 και τον αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

4.  Η εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρο 16 διεξάγεται ταυτόχρονα με την κατάρτιση και την ενημέρωση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου περιλαμβάνεται λεπτομερής περιγραφή της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 16.

5.  Το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν έχει δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο σε κανένα κράτος μέλος.

6.  Η ΕΑΤ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία καθορίζεται το περιεχόμενο του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τους διαφορετικούς επιχειρηματικούς μορφότυπους των ομίλων στην εσωτερική αγορά.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 13

Απαιτήσεις και διαδικασία για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου

1.  Οι μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 11. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ).

Υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο:

α) 

στην ΕΑΤ·

β) 

στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών·

γ) 

στις αρμόδιες αρχές των περιοχών δικαιοδοσίας όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα·

δ) 

στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 115 και 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· και

ε) 

στις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένες οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ).

Οι παρεχόμενες πληροφορίες από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προς τις αρχές εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης των κρατών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 115 και 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σημαντικό υποκατάστημα. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην ΕΑΤ περιλαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετική με τον ρόλο της ΕΑΤ όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου. Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά με θυγατρικές σε τρίτες χώρες, η αρχή εξυγίανσης του ομίλου δεν είναι υποχρεωμένη να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές χωρίς τη συναίνεση της οικείας εποπτικής αρχής ή της αρχής εξυγίανσης της τρίτης χώρας.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, σε σώματα εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών στις περιοχές δικαιοδοσίας κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταρτίζουν και διατηρούν σχέδια εξυγίανσης ομίλου. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δύνανται, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια και με την επιφύλαξη ότι τηρούν τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 98 της παρούσας οδηγίας, να ζητήσουν να συμμετάσχουν στην εκπόνηση και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου αρχές εξυγίανσης από τρίτες χώρες όπου ο όμιλος έχει εγκατεστημένες θυγατρικές ή χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 51 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται τουλάχιστον άπαξ ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, που δύναται να έχει σημαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.

4.  Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών.

▼M3

Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, ο προγραμματισμός των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο σημείο αα) του άρθρου 12 παράγραφος 3 συμπεριλαμβάνεται σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

▼B

Οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως της αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Ελλείψει κοινής απόφασης των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων μηνών, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει η ίδια την απόφαση όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου. Η απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις γνώμες και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών. Η απόφαση διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου, εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

6.   ►M3  Ελλείψει κοινής απόφασης των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων μηνών, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για μια θυγατρική και που διαφωνεί με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη δική της απόφαση και, όπου αρμόζει, προσδιορίζει την οντότητα εξυγίανσης και καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, ο οποίος αποτελείται από οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. Καθεμία από τις μεμονωμένες αποφάσεις των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν είναι πλήρως αιτιολογημένη, αναφέρει τους λόγους της διαφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και αρμόδιων αρχών. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης. ◄

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου, εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η σχετική αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της θυγατρικής.

7.  Οι άλλες αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 6 μπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου που καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.

8.  Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 7, και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις άλλες σχετικές αρχές εξυγίανσης.

9.  Σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου, κατ’ αίτηση μιας αρχής εξυγίανσης, η ΕΑΤ μπορεί να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, εκτός εάν οποιαδήποτε σχετική αρχή εξυγίανσης εκτιμήσει ότι το αντικείμενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες των κρατών μελών.

10.  Σε περίπτωση που λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 7, και που μια αρχή εξυγίανσης εκτιμά στο πλαίσιο της παραγράφου 9 ότι το αντικείμενο μιας διαφωνίας θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους μέλους της, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δρομολογεί μια επανεκτίμηση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Άρθρο 14

Διαβίβαση σχεδίων εξυγίανσης στις αρμόδιες αρχές

1.  Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

2.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές.



ΚΕΦΆΛΑΙΟ II

Δυνατότητα εξυγίανσης

Άρθρο 15

Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, να αξιολογούν τον βαθμό στον οποίο ένα ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 100·

β) 

οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα·

γ) 

οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.

Ένα ίδρυμα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί, εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο η αρχή εξυγίανσης είτε να το εκκαθαρίσει στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να το εξυγιάνει, εφαρμόζοντας στο ίδρυμα τα διάφορα εργαλεία και εξουσίες εξυγίανσης, μειώνοντας παράλληλα στον ελάχιστο δυνατό βαθμό οποιαδήποτε σημαντική δυσμενή συνέπεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το ίδρυμα, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος, ή άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από το ίδρυμα. Οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που κάποιο ίδρυμα θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.

2.  Για τους σκοπούς της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει, τουλάχιστον, τα θέματα που προσδιορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος.

3.  Η εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται από την αρχή εξυγίανσης ταυτόχρονα και για τους σκοπούς κατάρτισης και επικαιροποίησης του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 10.

4.  Η ΕΑΤ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όπου εξειδικεύονται τα θέματα προς εξέταση και τα κριτήρια για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων ή των ομίλων, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 16.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 16

Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, και μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις αρμόδιες αρχές των θυγατρικών αυτών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, αξιολογούν τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 100·

β) 

οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα·

γ) 

οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.

▼M3

Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί αν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να προβούν στην εκκαθάριση οντοτήτων του ομίλου υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο με την εφαρμογή εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης που αφορά οντότητες εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου, αποφεύγοντας παράλληλα στον μέγιστο δυνατό βαθμό οποιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι οντότητες του ομίλου ή τα υποκαταστήματα, ή άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης, ακόμη και σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική αστάθεια ή γεγονότα που αφορούν το σύνολο του συστήματος, με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελούνται από τις εν λόγω οντότητες του ομίλου, στην περίπτωση που αυτές μπορούν να διαχωριστούν εύκολα εγκαίρως είτε με άλλα μέσα.

Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενημερώνουν εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που ένας όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.

▼B

Η εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου εξετάζεται από τα σώματα εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 88.

2.  Για τους σκοπούς της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης εξετάζουν, τουλάχιστον, τα θέματα που εξειδικεύονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος.

3.  Η εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται ταυτόχρονα και για τους σκοπούς της κατάρτισης και της επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 12. Η εκτίμηση γίνεται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του άρθρου 13.

▼M3

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αξιολογούν τη δυνατότητα εξυγίανσης του κάθε ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πραγματοποιείται παράλληλα με την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου και διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του άρθρου 13.

Άρθρο 16α

Εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών

1.  Όταν μια οντότητα είναι σε κατάσταση κατά την οποία πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε μίας από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 141α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο α) του άρθρου 45 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας αυτής έχει την εξουσία, σύμφωνα τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, να απαγορεύσει σε μια οντότητα να διανέμει μεγαλύτερο ποσό από το μέγιστο διανεμητέο ποσό που συνδέεται με την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις («M-MDA») που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μέσω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

α) 

προβαίνει σε διανομή σε σχέση με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

β) 

δημιουργεί υποχρέωση καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής αν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η οντότητα δεν ικανοποιούσε τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας· ή

γ) 

προβαίνει σε πληρωμές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1.

Όταν μια οντότητα βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει αμέσως την αρχή εξυγίανσης σχετικά.

2.  Όταν συντρέχει η κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, εκτιμά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αν θα ασκήσει την εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) 

την αιτία, τη διάρκεια και την έκταση της μη εκπλήρωσης και τον αντίκτυπό της στη δυνατότητα εξυγίανσης·

β) 

την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της οντότητας και την πιθανότητα, στο εγγύς μέλλον, να πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ) 

την προοπτική ότι η οντότητα θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε εύλογο χρονικό διάστημα·

δ) 

όταν η οντότητα αδυνατεί να αντικαταστήσει υποχρεώσεις που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή ληκτότητας που προβλέπονται στα άρθρα 72β και 72γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στο άρθρο 45β ή στο άρθρο 45στ παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, εάν η αδυναμία είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσεως ή οφείλεται σε διατάραξη στο σύνολο της αγοράς·

ε) 

αν η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι το πλέον κατάλληλο και αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση της κατάστασης της οντότητας λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της τόσο στους όρους χρηματοδότησης όσο και στη δυνατότητα εξυγίανσης της οικείας οντότητας.

Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επανεκτίμηση για το εάν θα ασκήσει την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 εξουσία τουλάχιστον κάθε μήνα, εφόσον η οντότητα εξακολουθεί να βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι η οντότητα εξακολουθεί να βρίσκεται στην αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κατάσταση εννέα μήνες μετά την κοινοποίησή της από την οντότητα, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει, μετά από αξιολόγηση, ότι πληρούνται τουλάχιστον δύο από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η μη εκπλήρωση οφείλεται σε σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία οδηγεί σε εκτεταμένες πιέσεις που ασκούνται στη χρηματοπιστωτική αγορά σε διάφορα τμήματά της·

β) 

η διαταραχή του στοιχείου α) δεν επιφέρει μόνο την αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών των μέσων ιδίων κεφαλαίων και των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας ή αυξημένο κόστος για την οικονομική οντότητα, αλλά οδηγεί επίσης σε πλήρες ή μερικό κλείσιμο των αγορών που εμποδίζει την οντότητα να εκδώσει μέσα ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στις εν λόγω αγορές·

γ) 

το κλείσιμο της αγοράς που αναφέρεται στο στοιχείο β) δεν παρατηρείται μόνο για την οικεία οντότητα, αλλά και για διάφορες άλλες οντότητες·

δ) 

η διατάραξη του στοιχείου α) εμποδίζει την οικεία οντότητα από την έκδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων επαρκών για την αποκατάσταση της παράλειψης· ή

ε) 

η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 οδηγεί σε αρνητικές δευτερογενείς συνέπειες για μέρος του τραπεζικού τομέα, ως εκ τούτου υπονομεύοντας δυνητικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την απόφασή της και επεξηγεί γραπτώς την εκτίμησή της.

Κάθε μήνα η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επανεκτίμηση κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

4.  Το 'M-MDA' υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 με τον συντελεστή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 6. Το 'M-MDA' μειώνεται κατά οποιοδήποτε ποσό που προκύπτει από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στο στοιχείο α), β) ή γ) της παραγράφου 1.

5.  Το ποσό που πρέπει να πολλαπλασιαστεί σύμφωνα με την παράγραφο 4 αποτελείται από:

α) 

τυχόν ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μετά την αφαίρεση τυχόν διανομής των κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στο στοιχείο α), β) ή γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·

συν

β) 

τυχόν κέρδη τέλους χρήσεως που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την αφαίρεση τυχόν διανομής των κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στο στοιχείο α), β) ή γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·

μείον

γ) 

τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος εάν διατηρούνταν τα στοιχεία των στοιχείων α) και β) της παρούσας παραγράφου.

6.  Ο συντελεστής που αναφέρεται στην παράγραφο 4 καθορίζεται ως εξής:

α) 

όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0·

β) 

όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,2·

γ) 

όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του τρίτου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,4·

δ) 

όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί η οντότητα και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι 0,6.

Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής:

image

image

όπου Qn = ο αριθμός του σχετικού τεταρτημορίου.

▼B

Άρθρο 17

Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης

▼M3

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν, σύμφωνα με μια εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης οντότητας που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16, μια αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας, η εν λόγω αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί εγγράφως τη διαπίστωση αυτή στη σχετική οντότητα, στην αρμόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης της περιοχής δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.

▼B

2.  Η απαίτηση για τις αρχές εξυγίανσης να καταρτίσουν σχέδια εξυγίανσης και για τις σχετικές αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, του άρθρου 10 παράγραφος 1 και του άρθρου 13 παράγραφος 4 αντιστοίχως, αναστέλλεται ύστερα από την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή αποφασίσει περί αυτών σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

▼M3

3.  Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, η οντότητα προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση.

Η οντότητα, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η οντότητα συμμορφώνεται με το άρθρο 45ε ή 45στ της παρούσας οδηγίας και τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν ένα ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφείλεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α) 

η οντότητα πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν αυτή εξετάζεται επιπρόσθετα σε κάθε μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 141α παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν αυτή εξετάζεται επιπρόσθετα στις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, εφόσον υπολογίζονται σύμφωνα με το στοιχείο α) του άρθρου 45 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας· ή

β) 

η οντότητα δεν πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92α και 494 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας.

Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο.

Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα που προτείνονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το εν λόγω ουσιαστικό εμπόδιο.

4.  Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι τα μέτρα που προτείνει μια οντότητα σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν περιορίζουν ούτε εξαλείφουν αποτελεσματικά τα εν λόγω εμπόδια, ζητά από την οντότητα, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της αρμόδιας αρχής, να λάβει εναλλακτικά μέτρα για την επίτευξη του στόχου και κοινοποιεί εγγράφως τα εν λόγω μέτρα στην οντότητα, η οποία εντός ενός μηνός προτείνει σχέδιο συμμόρφωσης προς τα μέτρα αυτά.

Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, η αρχή εξυγίανσης τεκμηριώνει με ποιον τρόπο τα μέτρα που πρότεινε η οντότητα δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια στην εξυγίανση και ότι τα προταθέντα εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εμποδίων αυτών. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την απειλή που παρουσιάζουν τα εν λόγω εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και τον αντίκτυπο των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οντότητας, στη σταθερότητά της και στην ικανότητά της να συμβάλλει στην οικονομία.

▼B

5.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να λαμβάνουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:

α) 

να απαιτούν από το ►M3  οντότητα ◄ να αναθεωρήσει οποιεσδήποτε ενδοομιλικές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις, ή να επανεξετάσει την απουσία τους, ή να καταρτίσει συμφωνίες παροχής υπηρεσιών (είτε ενδοομιλικές είτε με τρίτα μέρη) για να καλύψει την επιτέλεση κρίσιμων λειτουργιών·

β) 

να απαιτούν από το ►M3  οντότητα ◄ να περιορίσει τα μέγιστα ατομικά και συνολικά ανοίγματά του·

γ) 

να επιβάλλουν απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης·

δ) 

να απαιτούν από το ►M3  οντότητα ◄ να εκχωρήσει συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία·

ε) 

να απαιτούν από το ►M3  οντότητα ◄ να περιορίσει ή να παύσει συγκεκριμένες υφιστάμενες ή προτεινόμενες δραστηριότητες·

στ) 

να περιορίζουν ή να αποτρέπουν την ανάπτυξη νέων ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων·

ζ) 

να απαιτούν αλλαγές στη νομική ή λειτουργική δομή του ιδρύματος ή οιασδήποτε οντότητας του ομίλου, η οποία βρίσκεται είτε άμεσα είτε έμμεσα υπό τον έλεγχό του, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατόν να διαχωριστούν νομικά και λειτουργικά από άλλες λειτουργίες, μέσω της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης·

η) 

να απαιτούν από ένα ►M3  οντότητα ◄ ή μία μητρική επιχείρηση να συστήσει μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση·

▼M3

ηα) 

να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας να υποβάλει σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή 45στ της παρούσας οδηγίας εκφραζόμενη ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45ε ή 45στ της παρούσας οδηγίας εκφραζόμενες ως ποσοστό του μέτρου του συνολικού ανοίγματος που αναφέρεται στα άρθρα 429 και 429α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

▼M3

θ) 

να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να εκδώσει επιλέξιμες υποχρεώσεις προκειμένου να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ·

ι) 

να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να λάβει άλλα μέτρα για την τήρηση της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ, και ειδικότερα να επιχειρήσει, μεταξύ άλλων, να επαναδιαπραγματευθεί οποιαδήποτε επιλέξιμη υποχρέωση, πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1 ή μέσο της κατηγορίας 2 που έχει εκδώσει, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης για απομείωση ή μετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης ή του εν λόγω μέσου θα είναι εφαρμοστέα σύμφωνα με το δίκαιο της περιοχής δικαιοδοσίας που διέπει αυτή την υποχρέωση ή το μέσο·

ι α) 

για τον σκοπό της εξασφάλισης της διαρκούς συμμόρφωσης με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, να απαιτούν από ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), να αλλάξει το προφίλ ληκτότητας:

i) 

των μέσων ιδίων κεφαλαίων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής, και

ii) 

των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 45β και στο άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο α)·

ια) 

στην περίπτωση που μια οντότητα είναι η θυγατρική μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών, να απαιτήσει από τη μεικτή εταιρεία συμμετοχών να ιδρύσει χωριστή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών για τον έλεγχο της οντότητας, εάν είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση της οντότητας και να αποφευχθεί η περίπτωση να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στο μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου από την εφαρμογή των εργαλείων και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που καθορίζονται στον τίτλο IV.

▼B

6.  Η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 4 πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) 

στηρίζεται σε αιτιολόγηση της εν λόγω εκτίμησης ή προσδιορισμού·

β) 

αναφέρει με ποιον τρόπο η εν λόγω εκτίμηση ή προσδιορισμός συμμορφώνεται με την απαίτηση περί αναλογικής εφαρμογής, που προβλέπεται στην παράγραφο 4· και

γ) 

μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άσκησης προσφυγής.

▼M3

7.  Πριν από τον προσδιορισμό οποιουδήποτε μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και, κατά περίπτωση, την ορισθείσα εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων στη συγκεκριμένη οντότητα, στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών μελών και της Ένωσης στο σύνολό της.

▼B

8.  Έως τις 3 Ιουλίου 2015, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, με τις οποίες προσδιορίζονται περαιτέρω λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 και τις περιστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί κάθε μέτρο.

Άρθρο 18

Εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης: αντιμετώπιση σε επίπεδο ομίλου

▼M3

1.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, κατόπιν διαβούλευσης με το σώμα εποπτείας και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας στις οποίες βρίσκονται σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα, εξετάζουν την εκτίμηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 16 στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης και προβαίνουν σε κάθε εύλογη ενέργεια, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 σε σχέση με όλες τις οντότητες εξυγίανσης και τις θυγατρικές τους, οι οποίες είναι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και αποτελούν μέρος του ομίλου.

2.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες τη διαβιβάζουν στις θυγατρικές που τελούν υπό την εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες βρίσκονται σημαντικά υποκαταστήματα. Η έκθεση συντάσσεται μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και αναλύει τα ουσιαστικά εμπόδια που παρεμβάλλονται στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο, και επίσης όσον αφορά ομίλους εξυγίανσης όποτε ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης. Η έκθεση εξετάζει τον αντίκτυπο στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου και προτείνει αναλογικά και στοχοθετημένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων.

Όταν ένα εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης του ομίλου οφείλεται στην κατάσταση οντότητας του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κοινοποιεί την εκτίμηση του εν λόγω εμποδίου στην μητρική επιχείρηση της Ένωσης, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης και τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών ιδρυμάτων της.

3.  Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η μητρική επιχείρηση της Ένωσης μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.

Όταν τα εμπόδια που προσδιορίζονται στην έκθεση οφείλονται στην κατάσταση οντότητας ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, η μητρική επιχείρηση της Ένωσης, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση της οντότητας ομίλου με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή 45στ της παρούσας οδηγίας εκφραζόμενες ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45ε και 45στ της παρούσας οδηγίας εκφραζόμενες ως ποσοστό του μέτρου του συνολικού ανοίγματος που αναφέρεται στα άρθρα 429 και 429α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο. Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσον με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το ουσιαστικό εμπόδιο.

4.  Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, την ΕΑΤ, τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την εκτίμηση των μέτρων που προτείνονται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, καθώς και τα μέτρα που απαιτούνται από τις αρχές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα εμπόδια, καθώς και λαμβάνουν υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος.

5.  Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης. Εάν η μητρική επιχείρηση της Ένωσης δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις, η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός μηνός από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο.

Η κοινή απόφαση σχετικά με το εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης που οφείλεται σε κατάσταση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο λαμβάνεται εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή παρατηρήσεων από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Η κοινή απόφαση είναι αιτιολογημένη και παρουσιάζεται σε έγγραφο το οποίο διαβιβάζεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, βάσει του άρθρου 31 δεύτερη παράγραφος στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 σε επίπεδο ομίλου.

Η απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης. Η απόφαση διαβιβάζεται στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Εάν, κατά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, κάποια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

6α.  Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης της οικείας οντότητας εξυγίανσης λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 σε επίπεδο ομίλου εξυγίανσης.

Η απόφαση που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης άλλων οντοτήτων του ιδίου ομίλου εξυγίανσης και της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Η απόφαση διαβιβάζεται στην οντότητα εξυγίανσης από τη σχετική αρχή εξυγίανσης.

Εάν, κατά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, μια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

7.  Ελλείψει κοινής απόφασης, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης λαμβάνουν οι ίδιες αποφάσεις σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να λάβουν οι θυγατρικές σε ατομικό επίπεδο σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4.

Η απόφαση αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης. Η απόφαση διαβιβάζεται στη σχετική θυγατρική και στην οντότητα εξυγίανσης της ίδιας ομάδας εξυγίανσης, στην αρχή εξυγίανσης της συγκεκριμένης οντότητας εξυγίανσης και, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Εάν, κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, κάποια αρχή εξυγίανσης έχει παραπέμψει ζήτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της σχετικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου ή αφού ληφθεί κοινή απόφαση. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της θυγατρικής.

▼B

8.  Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 6 αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις άλλες σχετικές αρχές εξυγίανσης.

9.  Ελλείψει κοινής απόφασης σχετικά με τη λήψη μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 5 στοιχείο ζ), η) ή ια), η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως της αρχής εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 6 ή 7 του παρόντος άρθρου, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως ορίζεται το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



ΚΕΦΆΛΑΙΟ III

Ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη

Άρθρο 19

Συμφωνία χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος ή ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) ή δ) και οι θυγατρικές της σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, οι οποίες είναι ιδρύματα ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα που καλύπτονται από την ενοποιημένη εποπτεία της μητρικής επιχείρησης, μπορούν να συνάπτουν συμφωνία παροχής χρηματοπιστωτικής στήριξης σε κάθε άλλο μέρος της συμφωνίας το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος κεφαλαίου.

2.  Το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στις ενδοομιλικές χρηματοπιστωτικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών χρηματοδότησης και της εφαρμογής συμφωνιών κεντρικής χρηματοδότησης, υπό την προϋπόθεση ότι κανένα από τα μέρη των συμφωνιών αυτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης.

3.  Η συμφωνία χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση:

α) 

για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου σε οιαδήποτε οντότητα του ομίλου αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές δυσκολίες εάν το ίδρυμα το αποφασίσει, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις πολιτικές του ομίλου, εφόσον αυτό δεν συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του ομίλου· ή

β) 

για την ανάπτυξη δραστηριότητας σε κράτος μέλος.

4.  Τα κράτη μέλη εξαλείφουν κάθε νομικό εμπόδιο της εθνικής νομοθεσίας στις συναλλαγές στήριξης εντός ομίλου οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς στις ενδοομιλικές συναλλαγές βάσει εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζει τις επιλογές που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που ενσωματώνει την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή που απαιτεί τον διαχωρισμό τμημάτων ενός ομίλου, ή δραστηριοτήτων που διεξάγονται εντός ενός ομίλου, για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

5.  Η συμφωνία χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου δύναται:

α) 

να καλύπτει μία ή περισσότερες θυγατρικές του ομίλου, και να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη από τη μητρική επιχείρηση προς θυγατρικές, από θυγατρικές προς τη μητρική επιχείρηση, μεταξύ θυγατρικών του ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασμού αυτών των οντοτήτων·

β) 

να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη με τη μορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασμό των εν λόγω μορφών χρηματοπιστωτικής στήριξης, σε μία ή περισσότερες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών μεταξύ του δικαιούχου της στήριξης και τρίτου μέρους.

6.  Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου, μια οντότητα του ομίλου συμφωνήσει να παράσχει χρηματοπιστωτική στήριξη σε άλλη οντότητα του ομίλου, η συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει αμοιβαία συμφωνία εκ μέρους της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη να παράσχει χρηματοπιστωτική στήριξη στην οντότητα του ομίλου που παρέχει τη στήριξη.

7.  Η συμφωνία χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου προσδιορίζει τις αρχές του υπολογισμού του ανταλλάγματος για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται δυνάμει της συμφωνίας. Οι αρχές αυτές περιλαμβάνουν την υποχρέωση το αντάλλαγμα να καθορίζεται κατά την παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης. Η συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων των αρχών υπολογισμού του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης και των λοιπών όρων της συμφωνίας, συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες αρχές:

α) 

κάθε μέρος πρέπει να ενεργεί ελεύθερα κατά τη σύναψη της συμφωνίας·

β) 

κατά τη σύναψη της συμφωνίας και τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, κάθε μέρος πρέπει να δρα προς το μέγιστο συμφέρον του, στο οποίο μπορεί να συγκαταλέγεται κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για ένα μέρος ως αποτέλεσμα της παροχής χρηματοπιστωτικής στήριξης·

γ) 

κάθε μέρος που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη πρέπει να έχει πλήρη γνώση των σχετικών πληροφοριών από τα μέρη που λαμβάνουν χρηματοπιστωτική στήριξη πριν από τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης·

δ) 

το αντάλλαγμα για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή του μέρους που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη βάσει του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όμιλο με το μέρος που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη και οι οποίες δεν είναι δημοσιοποιημένες στην αγορά· και

ε) 

οι αρχές υπολογισμού του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνουν υπόψη οιονδήποτε αναμενόμενο προσωρινό αντίκτυπο στις αγοραίες τιμές ο οποίος προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τον όμιλο.

8.  Η συμφωνία χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου μπορεί να συνάπτεται μόνον εφόσον, κατά τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, οι οικείες αρμόδιες αρχές εκτιμούν ότι κανένα από τα μέρη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση.

9.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε δικαίωμα, απαίτηση ή ενέργεια που προκύπτει από τη συμφωνία δύναται να ασκείται μόνον από τα μέρη της συμφωνίας χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου, εξαιρουμένων τρίτων μερών.

Άρθρο 20

Εξέταση της προτεινόμενης συμφωνίας από τις αρμόδιες αρχές και διαμεσολάβηση

1.  Το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην Ένωση υποβάλλει στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας αίτηση για έγκριση κάθε προτεινόμενης συμφωνίας χρηματοπιστωτικής στήριξης που προτείνεται βάσει του άρθρου 19. Η αίτηση περιλαμβάνει το κείμενο της προτεινόμενης συμφωνίας και προσδιορίζει τις οντότητες του ομίλου που προτείνονται ως συμβαλλόμενα μέρη.

2.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση στις αρμόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνεται ως συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση.

3.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, χορηγεί την άδεια εφόσον οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 23.

4.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, να απαγορεύει τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας εάν κρίνεται ότι δεν συνάδει με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης δυνάμει του άρθρου 23.

5.  Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της εφαρμογής της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης οιασδήποτε δημοσιονομικής συνέπειας, σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος, ως προς το αν οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις για χρηματοπιστωτική στήριξη που καθορίζονται στο άρθρο 23, εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας. Η κοινή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, το οποίο διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως μιας αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών εντός τεσσάρων μηνών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με την αίτηση. Η απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την τετράμηνη περίοδο. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές.

7.  Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει οιανδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

Άρθρο 21

Έγκριση της προτεινόμενης συμφωνίας από τους μετόχους

1.  Τα κράτη μέλη απαιτούν κάθε προτεινόμενη συμφωνία, για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από τις αρμόδιες αρχές, να υποβάλλεται προς έγκριση στους μετόχους κάθε οντότητας του ομίλου που προτίθεται να συνάψει τη συμφωνία. Στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία ισχύει μόνο για τα μέρη των οποίων οι μέτοχοι ενέκριναν τη συμφωνία σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Συμφωνία χρηματοπιστωτικής στήριξης του ομίλου είναι έγκυρη ως προς μια οντότητα του ομίλου μόνο εφόσον οι μέτοχοί της έχουν εξουσιοδοτήσει το διοικητικό όργανο της εν λόγω οντότητας του ομίλου να αποφασίσει ότι η οντότητα αυτή παρέχει ή λαμβάνει χρηματοπιστωτική στήριξη σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο και η εν λόγω έγκριση των μετόχων δεν έχει ανακληθεί.

3.  Το διοικητικό όργανο κάθε οντότητας που αποτελεί μέρος της συμφωνίας υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση στους μετόχους σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας και την εφαρμογή κάθε απόφασης που λαμβάνεται σύμφωνα με αυτήν.

Άρθρο 22

Διαβίβαση των συμφωνιών χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου στις αρχές εξυγίανσης

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν στις σχετικές αρχές εξυγίανσης τις συμφωνίες χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου που έχουν εγκρίνει και τυχόν αλλαγές σε αυτές.

Άρθρο 23

Προϋποθέσεις για τη χρηματοπιστωτική στήριξη ομίλου

1.  Η χρηματοπιστωτική στήριξη μπορεί να παρέχεται από οντότητα του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 19 μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η παρεχόμενη στήριξη αναμένεται ευλόγως να αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες της οντότητας του ομίλου η οποία τη λαμβάνει,

β) 

η παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης στοχεύει στη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ολόκληρου του ομίλου ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου και είναι προς το συμφέρον της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη·

γ) 

η χρηματοπιστωτική στήριξη παρέχεται υπό όρους, συμπεριλαμβανομένου ανταλλάγματος σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 7·

δ) 

αναμένεται ευλόγως, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει το διοικητικό όργανο της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη κατά τη στιγμή που λαμβάνεται η απόφαση παροχής της χρηματοπιστωτικής στήριξης, ότι το αντάλλαγμα για τη στήριξη θα καταβληθεί και, εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή δανείου, ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί από την οντότητα του ομίλου η οποία λαμβάνει τη στήριξη. Εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή εγγύησης ή υπό οιαδήποτε μορφή χρεογράφου, ο ίδιος όρος ισχύει για την υποχρέωση που προκύπτει για τον αποδέκτη, εάν η εγγύηση ή το χρεόγραφο εκτελεστούν·

ε) 

η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν θέτει σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη·

στ) 

η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη·

ζ) 

η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2013/36/ΕΚ όσον αφορά το κεφάλαιο ή τη ρευστότητα και με κάθε απαίτηση που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ, η δε παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν οδηγεί την οντότητα του ομίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση του ομίλου που παρέχει τη στήριξη·

η) 

η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, με τις απαιτήσεις περί μεγάλων ανοιγμάτων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε εθνικής νομοθεσίας προσφεύγει στις δυνατότητες που προβλέπονται σε αυτήν, η δε παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν οδηγεί την οντότητα του ομίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη στήριξη·

θ) 

η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν υπονομεύει τη δυνατότητα εξυγίανσης της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α), γ), ε) και θ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.  Έως τις 3 Ιανουαρίου 2016, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να προωθήσει τη σύγκλιση των πρακτικών όσον αφορά τη διευκρίνιση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 στοιχεία β), δ), στ), ζ) και η) του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 24

Απόφαση για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης

Η απόφαση παροχής ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης, στο πλαίσιο της συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και αναφέρει τον στόχο της προτεινόμενης χρηματοπιστωτικής στήριξης. Ειδικότερα, στην απόφαση εξηγείται πώς η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης είναι σύμφωνη με τους όρους του άρθρου 23 παράγραφος 1. Η απόφαση αποδοχής της ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης, στο πλαίσιο της συμφωνίας, λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο της οντότητας του ομίλου η οποία λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη.

Άρθρο 25

Δικαίωμα εναντίωσης των αρμόδιων αρχών

1.  Πριν από την παροχή στήριξης στο πλαίσιο συμφωνίας χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου, το διοικητικό όργανο μιας οντότητας του ομίλου η οποία σκοπεύει να παράσχει χρηματοπιστωτική στήριξη κοινοποιεί την πρόθεσή της:

α) 

στην αρμόδια αρχή της·

β) 

εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και γ), κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

γ) 

εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη· και

δ) 

στην ΕΑΤ.

Η σχετική κοινοποίηση περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 24 και τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης χρηματοπιστωτικής στήριξης, συμπεριλαμβανομένου αντιγράφου της συμφωνίας χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου.

2.  Εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους κοινοποίησης, η αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη μπορεί να συμφωνήσει για την παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης, ή να την απαγορεύσει ή περιορίσει εάν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι της χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου που θεσπίζονται στο άρθρο 23. Η απόφαση της αρμόδιας αρχής να απαγορεύσει ή να περιορίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη είναι αιτιολογημένη.

3.  Η απόφαση της αρμόδιας αρχής να χορηγήσει, να απαγορεύσει ή να περιορίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη κοινοποιείται πάραυτα:

α) 

στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

β) 

στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη· και

γ) 

στην ΕΑΤ.

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει πάραυτα τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.

4.  Εάν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την οντότητα του ομίλου που λαμβάνει στήριξη έχει αντιρρήσεις σχετικά με την απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού της χρηματοπιστωτικής στήριξης, δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ εντός δύο ημερών και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Εάν η αρμόδια αρχή δεν απαγορεύσει ούτε περιορίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 2, ή εάν συμφωνήσει πριν από το τέλος του χρονικού αυτού διαστήματος για την παροχή της εν λόγω στήριξης, η χρηματοπιστωτική στήριξη δύναται να παρασχεθεί σύμφωνα με τους όρους που έχουν υποβληθεί στην αρμόδια αρχή.

6.  Η απόφαση του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος που παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη διαβιβάζεται:

α) 

στην αρμόδια αρχή·

β) 

εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και γ), και κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας·

γ) 

εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη, και

δ) 

στην ΕΑΤ.

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει πάραυτα τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.

7.  Εάν η αρμόδια αρχή περιορίσει ή απαγορεύσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και εάν το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 5 μνημονεύει ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη, η αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου σε σχέση με την οποία περιορίζεται ή απαγορεύεται η στήριξη μπορεί να ζητήσει από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να δρομολογήσει μια επανεκτίμηση του σχεδίου ανάκαμψης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8 ή, σε περίπτωση που το σχέδιο ανάκαμψης καταρτίζεται σε ατομική βάση, να ζητήσει από την οντότητα του ομίλου να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης.

Άρθρο 26

Γνωστοποίηση

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οντότητες ομίλου δημοσιοποιούν κατά πόσον έχουν συνάψει συμφωνία χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 19 και ότι δημοσιοποιούν στο κοινό περιγραφή των γενικών όρων κάθε τέτοιας συμφωνίας και των επωνυμιών των οντοτήτων ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, και επικαιροποιούν τις εν λόγω πληροφορίες τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.

Εφαρμόζονται τα άρθρα 431 έως 434 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικεύσει τη μορφή και το περιεχόμενο της περιγραφής που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Άρθρο 27

Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης

1.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα παραβιάζει ή, λόγω, μεταξύ άλλων, μιας ταχέως επιδεινούμενης χρηματοπιστωτικής κατάστασης, στην οποία συμπεριλαμβάνονται επιδεινούμενη κατάσταση από πλευράς ρευστότητας και αυξανόμενο επίπεδο μόχλευσης, μη εξυπηρετούμενων δανείων ή συγκέντρωσης ανοιγμάτων, όπως η κατάσταση αυτή αποτιμάται βάσει ενός συνόλου ορίων ενεργοποίησης, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται για το ίδρυμα προσαυξημένο κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν στη διάθεσή τους, με την επιφύλαξη των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά περίπτωση, τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:

α) 

να απαιτήσουν από το διοικητικό όργανο του ιδρύματος να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης ή, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, να επικαιροποιήσει το σχέδιο ανάκαμψης αν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έγκαιρη παρέμβαση διαφέρουν από τις παραδοχές του αρχικού σχεδίου ανάκαμψης και να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα του επικαιροποιημένου σχεδίου εντός ορισμένης προθεσμίας και με στόχο να εξασφαλιστεί ότι δεν ισχύουν πια οι περιστάσεις που αναφέρονται στην εισαγωγική πρόταση·

β) 

να απαιτήσουν από το διοικητικό όργανο του ιδρύματος να εξετάσει την κατάσταση, να προσδιορίσει μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και να καταρτίσει πρόγραμμα δράσης για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων, καθώς και χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του·

γ) 

να απαιτήσουν από το διοικητικό όργανο του ιδρύματος να συγκαλέσει συνέλευση ή, εάν το διοικητικό όργανο δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, να συγκαλέσουν άμεσα συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος και, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να ορίσουν την ημερήσια διάταξη, καθώς και να απαιτήσουν την εξέταση ορισμένων αποφάσεων προς έγκριση από τους μετόχους·

δ) 

να απαιτήσουν να απομακρυνθεί ή να αντικατασταθεί ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού οργάνου ή ανώτατα διοικητικά στελέχη εάν τα εν λόγω πρόσωπα κριθούν ακατάλληλα να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή το άρθρο 9 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ε) 

να απαιτήσουν από το διοικητικό όργανο του ιδρύματος να καταρτίσει σχέδιο προς διαπραγμάτευση σχετικά με την αναδιάρθρωση του χρέους με έναν ή όλους τους πιστωτές του σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης, κατά περίπτωση·

στ) 

να απαιτήσουν την αναθεώρηση της επιχειρηματικής στρατηγικής του ιδρύματος·

ζ) 

να απαιτήσουν την εισαγωγή αλλαγών στις νομικές ή επιχειρησιακές δομές του ιδρύματος· και

η) 

να συγκεντρώσουν, μεταξύ άλλων με επιτόπιες επιθεωρήσεις, και να διαβιβάσουν στην αρχή εξυγίανσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την επικαιροποίηση του σχεδίου ανάκαμψης και να προετοιμάσουν την ενδεχόμενη εξυγίανση του ιδρύματος και την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 36.

2.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρχές εξυγίανσης όταν διαπιστώνουν ότι οι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 σε σχέση με ένα ίδρυμα, και στις εξουσίες των αρχών εξυγίανσης να περιλαμβάνεται η εξουσία να απαιτούν από το ίδρυμα έρθει σε επαφή με πιθανούς αγοραστές προκειμένου να προετοιμαστεί η εξυγίανση του ιδρύματος, υπό την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 και των διατάξεων περί εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 84.

3.  Για καθένα από τα μέτρα της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές θέτουν κατάλληλη προθεσμία για την υλοποίησή του και προκειμένου να είναι σε θέση η αρμόδια αρχή να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου.

4.  Έως τις 3 Ιουλίου 2015, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να προωθηθεί η συνεπής εφαρμογή της ενεργοποίησης για τη χρήση των μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

5.  Λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την πείρα που αποκτάται από την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει ένα ελάχιστο σύνολο ορίων ενεργοποίησης για τη χρησιμοποίηση των μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 28

Απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών και του διοικητικού οργάνου

Σε περίπτωση που υπάρχει σημαντική επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης ενός ιδρύματος ή σημειώνονται σοβαρές παραβάσεις νόμων ή κανονισμών ή των καταστατικών των ιδρυμάτων ή σοβαρές διοικητικές παρατυπίες, και τα άλλα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 27 δεν επαρκούν για να αντιστραφεί η εν λόγω επιδείνωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να απαιτήσουν την απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος, είτε εν συνόλω είτε σε ατομική βάση. Ο διορισμός των νέων ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του νέου διοικητικού οργάνου πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο και υπόκειται στην έγκριση ή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 29

Προσωρινός διαχειριστής

1.  Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει την αντικατάσταση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού οργάνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 28, ανεπαρκή για την επανόρθωση της κατάστασης, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να διορίσουν στο ίδρυμα έναν ή περισσότερους ειδικούς διαχειριστές (επιτρόπους). Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις, να διορίζουν οποιονδήποτε προσωρινό διαχειριστή προκειμένου είτε για να αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό όργανα του ιδρύματος είτε για να συνεργαστεί προσωρινά με το διοικητικό όργανο του ιδρύματος, απόφαση που η αρμόδια αρχή καθορίζει κατά τη στιγμή του διορισμού. Εάν η αρμόδια αρχή διορίσει προσωρινό διαχειριστή προκειμένου να συνεργαστεί με το διοικητικό όργανο του ιδρύματος, η αρμόδια αρχή διευκρινίζει περαιτέρω, κατά τη στιγμή του διορισμού, τον ρόλο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή, καθώς και κάθε απαίτηση έναντι του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος να ζητά τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεση του προσωρινού διαχειριστή πριν από τη λήψη ορισμένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισμένων δράσεων. Η αρμόδια αρχή οφείλει να δημοσιοποιεί τον διορισμό οποιουδήποτε προσωρινού διαχειριστή, εκτός εάν ο προσωρινός διαχειριστής δεν έχει αρμοδιότητα εκπροσώπησης του ιδρύματος. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι κάθε προσωρινός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται προκειμένου να ασκήσει τα καθήκοντά του και ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.

2.  Η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού του, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις. Οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος βάσει του καταστατικού του ιδρύματος και του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας του διαχειριστή να ασκεί ορισμένα ή όλα τα διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος. Οι εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή όσον αφορά το ίδρυμα συμμορφώνονται προς το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο.

3.  Ο ρόλος και τα καθήκοντα του προσωρινού διαχειριστή διευκρινίζονται από την αρμόδια αρχή κατά τη στιγμή του διορισμού και μπορούν να περιλαμβάνουν την επιβεβαίωση της χρηματοοικονομικής θέσης του ιδρύματος, τη διαχείριση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή μέρους των εν λόγω δραστηριοτήτων του ιδρύματος με σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής θέσης του ιδρύματος, και τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της υγιούς και συνετής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ιδρύματος. H αρμόδια αρχή διευκρινίζει τα όρια του ρόλου και των καθηκόντων του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για τον διορισμό και την απομάκρυνση κάθε προσωρινού διαχειριστή. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απομακρύνει έναν προσωρινό διαχειριστή ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο. Η αρμόδια αρχή μπορεί να τροποποιήσει τους όρους διορισμού ενός προσωρινού διαχειριστή ανά πάσα στιγμή, με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου.

5.  Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί ως προϋπόθεση την πρότερη συγκατάθεσή της για ορισμένες δράσεις του προσωρινού διαχειριστή. Η αρμόδια αρχή διευκρινίζει κάθε σχετική απαίτηση κατά τη στιγμή του διορισμού του προσωρινού διαχειριστή ή κατά τη στιγμή οιασδήποτε τροποποίησης των όρων διορισμού του προσωρινού διαχειριστή.

Σε κάθε περίπτωση, ο προσωρινός διαχειριστής δύναται να συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος και να διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνον με την πρότερη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής.

6.  Η αρμόδια αρχή δύναται να απαιτεί από τον προσωρινό διαχειριστή να συντάσσει εκθέσεις με θέμα τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του διορισμού του, ανά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από την αρμόδια αρχή και κατά τη λήξη της θητείας του.

7.  Ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή δεν υπερβαίνει σε διάρκεια το ένα έτος. Η εν λόγω περίοδος μπορεί κατ’ εξαίρεση να παραταθεί, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις διορισμού του προσωρινού διαχειριστή. Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη να αποφασίσει εάν οι συνθήκες επιτρέπουν την παραμονή του προσωρινού διαχειριστή και να δικαιολογήσει κάθε σχετική απόφαση στους μετόχους.

8.  Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή δεν θίγει τα δικαιώματα των μετόχων τα οποία προβλέπονται από το ενωσιακό ή το εθνικό εταιρικό δίκαιο.

9.  Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη κάθε προσωρινού διαχειριστή, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ειδικού διαχειριστή βάσει της παραγράφου 3.

10.  Ο προσωρινός διαχειριστής που διορίζεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται σκιώδης διευθυντής ή de facto διευθυντής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 30

Συντονισμός των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης και διορισμός προσωρινού διαχειριστή για τους ομίλους

1.  Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή απαιτήσεων βάσει του άρθρου 27 ή τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή βάσει του άρθρου 29 όσον αφορά μητρική επιχείρηση της Ένωσης, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με τις λοιπές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του σώματος εποπτείας.

2.  Μετά την εν λόγω ειδοποίηση και διαβούλευση, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 27 ή εάν θα διορίσει προσωρινό διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 29 ως προς τη σχετική μητρική επιχείρηση της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο των μέτρων αυτών στις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφαση στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας και στην ΕΑΤ.

3.  Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή απαιτήσεων βάσει του άρθρου 27 ή τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή βάσει του άρθρου 29 όσον αφορά θυγατρική μητρικής επιχείρησης της Ένωσης, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση και σκοπεύει να λάβει κάποιο μέτρο σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Κατά την παραλαβή της κοινοποίησης, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να εκτιμήσει τον πιθανό αντίκτυπο από την επιβολή απαιτήσεων δυνάμει του άρθρου 27 ή από τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 29 στο οικείο ίδρυμα, στον όμιλο ή σε οντότητες του ομίλου σε άλλα κράτη μέλη. Διαβιβάζει την εν λόγω εκτίμηση στην αρμόδια αρχή εντός τριών ημερών.

Μετά την εν λόγω κοινοποίηση και διαβούλευση, η αρμόδια αρχή αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 27 ή εάν θα διορίσει προσωρινό διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 29. Στην απόφαση συνεκτιμάται δεόντως οποιαδήποτε εκτίμηση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την απόφαση στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας και στην ΕΑΤ.

4.  Σε περίπτωση που περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές σκοπεύουν να διορίσουν προσωρινό διαχειριστή ή να εφαρμόσουν οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα του ίδιου ομίλου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές εξετάζουν εάν ενδείκνυται περισσότερο ο διορισμός του ίδιου προσωρινού διαχειριστή για όλες τις σχετικές οντότητες ή να συντονίσουν την εφαρμογή οποιωνδήποτε μέτρων του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα, ώστε να διευκολυνθούν τυχόν ενέργειες αποκατάστασης της χρηματοοικονομικής θέσης του σχετικού ιδρύματος. Η εκτίμηση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των υπόλοιπων σχετικών αρμοδίων αρχών. H κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η κοινή απόφαση είναι αιτιολογημένη και περιλαμβάνεται σε έγγραφο που παρέχει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων αρχών, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Ελλείψει κοινής αποφάσεως εντός πέντε ημερών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των θυγατρικών μπορούν να λάβουν μεμονωμένες αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή στα ιδρύματα για τα οποία είναι υπεύθυνες καθώς και σχετικά με την εφαρμογή οποιωνδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 27.

5.  Όταν σχετική αρμόδια αρχή δεν συμφωνεί με την απόφαση που έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 3, ή ελλείψει κοινής αποφάσεως σύμφωνα με την παράγραφο 4, η αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 6.

6.  Η ΕΑΤ μπορεί, κατ’ αίτηση οποιασδήποτε αρμόδια αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές που σκοπεύουν να εφαρμόσουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας σε σχέση με τα σημεία 4), 10), 11) και 19) του τμήματος A του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο εβ) της παρούσας οδηγίας να καταλήξουν σε συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Η απόφαση κάθε αρμόδιας αρχής είναι αιτιολογημένη. Η απόφαση λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών, οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την περίοδο διαβούλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 3 ή το χρονικό διάστημα πέντε ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 4, καθώς και τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της απόφασης στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα σχετικά κράτη μέλη. Οι αποφάσεις διαβιβάζονται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης και στις θυγατρικές από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, εάν, πριν από το τέλος της περιόδου διαβούλευσης που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου ή κατά το τέλος του χρονικού διαστήματος πέντε ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές αρμόδιες αρχές αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνουν δε τις αποφάσεις τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το πενθήμερο χρονικό διάστημα θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός τριών ημερών. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη του πενθημέρου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

8.  Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός τριών ημερών, εφαρμόζονται μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 3, ή την παράγραφο 4 τρίτο εδάφιο.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ



ΚΕΦΆΛΑΙΟ I

Στόχοι, προϋποθέσεις και γενικές αρχές

Άρθρο 31

Στόχοι της εξυγίανσης

1.  Όταν πρόκειται να εφαρμόσουν τα εργαλεία εξυγίανσης και να ασκήσουν τις εξουσίες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και επιλέγουν τα εργαλεία και τις εξουσίες που επιτυγχάνουν καλύτερα τους στόχους που αντιστοιχούν στις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.

2.  Οι στόχοι της εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι οι εξής:

α) 

να διασφαλιστεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών·

β) 

να αποφευχθούν σημαντικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσης, μεταξύ άλλων στις υποδομές της αγοράς, και με τη διατήρηση της πειθαρχίας στην αγορά·

γ) 

να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι, με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη·

δ) 

να προστατευθούν οι καταθέτες που καλύπτονται από την οδηγία 2014/49/ΕΕ και οι επενδυτές που καλύπτονται από την οδηγία 97/9/ΕΚ·

ε) 

να προστατευθούν τα κεφάλαια των πελατών και τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών.

Κατά την επιδίωξη των ανωτέρω στόχων, η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει το κόστος της εξυγίανσης και να την καταστροφή αξίας εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης.

3.  Υπό την επιφύλαξη των διαφόρων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σημασίας, και οι αρχές εξυγίανσης τους εξισορροπούν δεόντως ανάλογα με τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.

Άρθρο 32

Προϋποθέσεις για την εξυγίανση

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να αναλαμβάνουν δράση για την εξυγίανση ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) μόνο εφόσον η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η διαπίστωση ότι το ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει γίνεται από την αρμόδια αρχή ύστερα από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, ή, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων της παραγράφου 2, από την αρχή εξυγίανσης ύστερα από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή·

▼M3

β) 

λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, κανένα εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας (ΘΣΠ), ή εποπτική δράση, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 που έχει ληφθεί έναντι του ιδρύματος, δεν θα απέτρεπε την πτώχευση του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος·

▼B

γ) 

η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εκτός της αρμόδιας αρχής τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει βάσει του στοιχείου α) της παραγράφου 1 μπορεί να την κάνει και η αρχή εξυγίανσης μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, μόνο εάν οι βάσει της εθνικής νομοθεσίας αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, και ιδίως επαρκή πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, για να προβούν στη διαπίστωση αυτή. Η αρμόδια αρχή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία ζητά η αρχή εξυγίανσης για να τεκμηριώσει την εκτίμησή της.

3.  Η προηγούμενη λήψη μέτρων έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27 δεν αποτελεί προϋπόθεση για να αναληφθεί δράση εξυγίανσης.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), ένα ίδρυμα θεωρείται ότι τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) 

το ίδρυμα παραβιάζει ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις από τις οποίες εξαρτάται η διατήρηση της άδειας λειτουργίας, κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων διότι το ίδρυμα έχει υποστεί ή είναι πιθανόν να υποστεί ζημίες οι οποίες θα εξαντλήσουν σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων του·

β) 

τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος πρόκειται, στο εγγύς μέλλον, να υπολείπονται, των υποχρεώσεών του·

γ) 

το ίδρυμα δεν είναι σε θέση ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι το ίδρυμα δεν θα είναι σε θέση, στο εγγύς μέλλον, να εξοφλήσει τις οφειλές του ή να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν απαιτητές·

δ) 

απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη εκτός εάν, προκειμένου να αποτραπεί ή να αντιμετωπιστεί σοβαρή διαταραχή στην οικονομία ενός κράτους μέλους και να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λάβει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές:

i) 

κρατική εγγύηση για την κάλυψη διευκολύνσεων ρευστότητας που παρέχονται από κεντρικές τράπεζες σύμφωνα με τους όρους των κεντρικών τραπεζών,

ii) 

κρατική εγγύηση για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις, ή

iii) 

εισφορά ιδίων κεφαλαίων ή αγορά κεφαλαιακών μέσων σε τιμές και με όρους που δεν παρέχουν πλεονέκτημα υπέρ του ιδρύματος, εφόσον δεν υφίστανται ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στην παρούσα παράγραφο στοιχεία α), β) ή γ) ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στο άρθρο 59 παράγραφος 3 κατά τη στιγμή της χορήγησης της κρατικής στήριξης.

Σε καθεμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα σημεία i), ii) και iii) του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου, τα αναφερόμενα εγγυοδοτικά ή ισοδύναμα μέτρα περιορίζονται σε φερέγγυα ιδρύματα και υπόκεινται σε έγκριση δυνάμει του πλαισίου περί κρατικών ενισχύσεων στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά έχουν προληπτικό και προσωρινό χαρακτήρα, είναι αναλογικά ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής και δεν χρησιμοποιούνται για να καλυφθούν ζημίες που ήδη έχει υποστεί το ίδρυμα ή είναι πιθανό να υποστεί στο εγγύς μέλλον.

Τα μέτρα στήριξης του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ) σημείο iii) περιορίζονται στις εισφορές τις αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη κεφαλαίων που έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο εθνικό, ενωσιακό ή ενιαίου μηχανισμού εποπτείας (SSM), ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου ελέγχου εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της ΕΑΤ ή των εθνικών αρχών, κατά περίπτωση, με επιβεβαίωση από την αρμόδια αρχή.

Έως τις 3 Ιανουαρίου 2015, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με το είδος των προαναφερθεισών προσομοιώσεων, ελέγχων ή διερευνήσεων που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε τέτοια στήριξη.

Έως την 31η Δεκεμβρίου2015, η Επιτροπή επανεξετάζει κατά πόσον εξακολουθεί να χρειάζεται να επιτρέπονται τα μέτρα στήριξης του στοιχείου δ) σημείου iii) του πρώτου εδαφίου και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σε περίπτωση συνέχισης, και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εφόσον ενδείκνυται, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.

5.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, μια δράση εξυγίανσης αντιμετωπίζεται ως δράση δημόσιου συμφέροντος εάν είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης κατά το άρθρο 31, και αναλογική προς αυτούς, ενώ με την εκκαθάριση του ιδρύματος σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας οι εν λόγω στόχοι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνονταν στον ίδιο βαθμό.

6.  Η ΕΑΤ, έως τις 3 Ιουλίου 2015, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να προωθήσει τη σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας και εξυγίανσης όσον αφορά την ερμηνεία των διαφόρων περιστάσεων όπου το ίδρυμα θεωρείται ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή κινδυνεύει να πτωχεύσει.

▼M3

Άρθρο 32α

Προϋποθέσεις εξυγίανσης για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μονίμως συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναλάβουν δράση εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό οργανισμό και όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μονίμως συνδεδεμένα με αυτόν και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, όταν ο εν λόγω όμιλος εξυγίανσης, ως σύνολο, πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.

Άρθρο 32β

Διαδικασίες αφερεγγυότητας για τα ιδρύματα και οντότητες που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τίθεται υπό κανονική διαδικασία εκκαθάρισης σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρονται στο στοιχείο β), γ) ή δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1 για το οποίο ή την οποία η αρχή εξυγίανσης κρίνει μεν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), αλλά ότι η ανάληψη δράσης εξυγίανσης δεν θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον σύμφωνα με το στοιχείο γ) του άρθρου 32 παράγραφος 1.

▼B

Άρθρο 33

Προϋποθέσεις εξυγίανσης όσον αφορά χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εταιρείες συμμετοχών

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι χρηματοοικονομικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παράγραφος 1 τόσο ως προς το χρηματοοικονομικό ίδρυμα όσο και ως προς τη μητρική επιχείρηση που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία.

▼M3

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ), εφόσον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.

3.  Σε περίπτωση που τα θυγατρικά ιδρύματα μιας μεικτής εταιρείας συμμετοχών ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η ενδιάμεση χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών χαρακτηρίζεται ως οντότητα εξυγίανσης και τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου αναλαμβάνονται έναντι της ενδιάμεσης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης δεν αναλαμβάνουν δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της μεικτής εταιρείας συμμετοχών.

4.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και παρά το γεγονός ότι μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1, οι αρχές εξυγίανσης δύνανται να αναλάβουν δράση εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ), εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η οντότητα είναι οντότητα εξυγίανσης·

β) 

μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές της οντότητας οι οποίες είναι ιδρύματα αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1·

γ) 

τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις των θυγατρικών που αναφέρονται στο στοιχείο β) είναι τέτοιου είδους ώστε η πτώχευση των εν λόγω θυγατρικών να απειλεί τον όμιλο εξυγίανσης στο σύνολό του και να είναι αναγκαία δράση εξυγίανσης έναντι της οντότητας είτε για την εξυγίανση τέτοιου είδους θυγατρικών οι οποίες είναι ιδρύματα είτε για την εξυγίανση του σχετικού ομίλου εξυγίανσης ως συνόλου.

▼M3

Άρθρο 33α

Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες απαντούν έγκαιρα, διαθέτουν την εξουσία να αναστέλλουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από οποιαδήποτε σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

έχει διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή είναι πιθανό να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β) 

δεν υφίσταται άμεσα διαθέσιμο μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) που θα απέτρεπε την πτώχευση του ιδρύματος·

γ) 

η άσκηση της εξουσίας αναστολής κρίνεται αναγκαία για να αποφευχθεί η περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών του ιδρύματος ή της οντότητας· και

δ) 

η άσκηση της εξουσίας αναστολής είναι είτε:

i) 

αναγκαία προκειμένου να συναχθεί η διαπίστωση που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ)· είτε

ii) 

αναγκαία για την επιλογή των κατάλληλων δράσεων εξυγίανσης ή τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής ενός ή περισσοτέρων εργαλείων εξυγίανσης.

2.  Η εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:

α) 

συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ·

β) 

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού·

γ) 

Κεντρικών τραπεζών.

Οι αρχές εξυγίανσης καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Συγκεκριμένα, οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν προσεκτικά την καταλληλότητα της επέκτασης της αναστολής σε επιλέξιμες καταθέσεις σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 4) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, ιδίως σε καλυπτόμενες καταθέσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ασκείται εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις, οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές.

4.  Η περίοδος της αναστολής σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν υπερβαίνει το ελάχιστο χρονικό διάστημα το οποίο κρίνει αναγκαίο η αρχή εξυγίανσης για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ), και δεν διαρκεί δε σε καμία περίπτωση περισσότερο από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που δημοσιεύεται η κοινοποίηση αναστολής σύμφωνα με την παράγραφο 8 έως τα μεσάνυκτα της εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί μετά τη δημοσίευση αυτή στο κράτος μέλος της αρχής εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας.

Κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αναστολή παύει να ισχύει.

5.  Κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και τους υφιστάμενους εθνικούς κανόνες και τις εποπτικές και δικαστικές εξουσίες, για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των πιστωτών και της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν ιδίως υπόψη τους την ενδεχόμενη εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας στο ίδρυμα ή την οντότητα λόγω της διαπίστωσης του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και προβαίνουν στις ρυθμίσεις που κρίνουν κατάλληλες ώστε να εξασφαλίσουν τον κατάλληλο συντονισμό με τις εθνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές.

6.  Όταν οι απορρέουσες από σύμβαση υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης αναστέλλονται δυνάμει της παραγράφου 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης οποιωνδήποτε αντισυμβαλλομένων δυνάμει της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο χρονικό διάστημα.

7.  Μια υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης που θα ήταν απαιτητή κατά την περίοδο αναστολής είναι απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.

8.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν αμελλητί το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) όταν ασκούν την εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα πτωχεύει ή ενδέχεται να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) και πριν από τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση.

Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση της εντολής ή της πράξης με την οποία αναστέλλονται οι υποχρεώσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, καθώς και των όρων και της χρονικής διάρκειας της αναστολής με τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 83 παράγραφος 4.

9.  Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων που περιέχονται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών για την ανάθεση εξουσιών αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πριν από τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω ιδρύματα ή οντότητες πτωχεύουν ή ενδέχεται να πτωχεύσουν σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή εξουσιών αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων τα οποία πρόκειται να εκκαθαριστούν στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας και υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εξουσίες ασκούνται σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής, τη διάρκεια και τους όρους που προβλέπονται στη σχετική εθνική νομοθεσία. Οι όροι που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν θίγουν τους όρους που αφορούν αυτήν την εξουσία αναστολής των υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης.

10.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία να αναστέλλει υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης όσον αφορά ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί επίσης, κατά τη διάρκεια της εξαίρεσης, να ασκεί την εξουσία να:

α) 

περιορίζει τους ενέγγυους πιστωτές του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, στην οποία περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 70 παράγραφοι 2, 3 και 4· και

β) 

αναστέλλει τα δικαιώματα καταγγελίας οιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με το εν λόγω ίδρυμα ή την οντότητα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, στην οποία περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 71 παράγραφοι 2 έως 8.

11.  Σε περίπτωση που, μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα πτωχεύει ή ενδέχεται να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α), μια αρχή εξυγίανσης έχει ασκήσει την εξουσία αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης δυνάμει της παραγράφου 1 ή 10 του παρόντος άρθρου, και εφόσον στη συνέχεια αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης έναντι αυτού του ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες της δυνάμει του άρθρου 69 παράγραφος 1, του άρθρου 70 παράγραφος 1 ή του άρθρου 71 παράγραφος 1 όσον αφορά το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω οντότητα.

▼B

Άρθρο 34

Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν πρόκειται να εφαρμόσουν τα εργαλεία εξυγίανσης και να ασκήσουν τις εξουσίες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης να λαμβάνουν κάθε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η δράση εξυγίανσης λαμβάνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

α) 

οι μέτοχοι του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες·

β) 

οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν άλλως ρητώς ορίζει η παρούσα οδηγία·

γ) 

το διοικητικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος υπό εξυγίανση αντικαθίστανται, εκτός από περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραμονή του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών, εν όλω ή εν μέρει, όπως ενδείκνυται βάσει των περιστάσεων, κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης·

δ) 

το διοικητικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος υπό εξυγίανση παρέχουν κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης·

ε) 

τα φυσικά και νομικά πρόσωπα καθίστανται υπόλογα, υπό την επιφύλαξη του δικαίου του κράτους μέλους, βάσει του αστικού ή ποινικού δικαίου, για την ευθύνη που φέρουν για την πτώχευση του ιδρύματος·

στ) 

πλην αντιθέτου διατάξεως της παρούσας οδηγίας, οι πιστωτές της ιδίας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης·

ζ) 

κανένας πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 73 έως 75·

η) 

οι καλυπτόμενες καταθέσεις προστατεύονται πλήρως· και

θ) 

η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις διασφαλίσεις της παρούσας οδηγίας.

2.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα είναι οντότητα ομίλου, με την επιφύλαξη του άρθρου 31, οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης και ασκούν τις εξουσίες εξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στις λοιπές οντότητες του ομίλου και στο σύνολο του ομίλου, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, και ιδίως στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.

3.  Όταν πρόκειται να εφαρμόσουν τα εργαλεία εξυγίανσης και να ασκήσουν τις εξουσίες εξυγίανσης, τα κράτη μέλη φροντίζουν, ανάλογα με την περίπτωση, να συμμορφώνονται με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

4.  Όταν σε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος ή το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, το εν λόγω ίδρυμα ή η οντότητα θεωρείται ως υποκείμενο σε πτωχευτικές διαδικασίες ή ανάλογες διαδικασίες αφερεγγυότητας για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου ( 7 ).

5.  Κατά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης, όποτε ενδείκνυται, ενημερώνουν και ζητούν τη γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων.

6.  Οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν εργαλεία εξυγίανσης και ασκούν εξουσίες εξυγίανσης υπό την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα συμβούλια της εταιρείας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική.



ΚΕΦΆΛΑΙΟ II

Ειδική διαχείριση

Άρθρο 35

Ειδική διαχείριση

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να διορίσουν ειδικό διαχειριστή (επίτροπο) προς αντικατάσταση του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος υπό εξυγίανση. Οι αρχές εξυγίανσης γνωστοποιούν στο κοινό τον διορισμό του ειδικού διαχειριστή. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά του.

2.  Ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος. Ωστόσο, ο ειδικός διαχειριστής μπορεί να ασκεί τις εξουσίες αυτές μόνο υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης.

3.  Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προώθηση των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 και την εφαρμογή δράσεων εξυγίανσης σύμφωνα με την απόφαση της αρχής εξυγίανσης. Εν ανάγκη, το καθήκον αυτό υπερισχύει κάθε άλλου διοικητικού καθήκοντος σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος ή το εθνικό δίκαιο, όταν προκύπτει θέμα ασυμβίβαστου μεταξύ τους. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν αύξηση κεφαλαίου, αναδιοργάνωση της ιδιοκτησιακής δομής του ιδρύματος ή εξαγορές από ιδρύματα που είναι υγιή από χρηματοοικονομική και οργανωτική άποψη, σύμφωνα με τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV.

4.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να θέτουν όρια στη δράση του ειδικού διαχειριστή ή να προβάλλουν την απαίτηση να υπόκεινται ορισμένες δράσεις του στην προγενέστερη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν ανά πάσα στιγμή να απομακρύνουν τον ειδικό διαχειριστή από τα καθήκοντά του.

5.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον ειδικό διαχειριστή να καταρτίζει εκθέσεις για την αρχή εξυγίανσης η οποία τον διόρισε σχετικά με την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση του ιδρύματος και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ανά τακτά διαστήματα τα οποία ορίζονται από την αρχή εξυγίανσης, καθώς επίσης και κατά την έναρξη και τη λήξη της θητείας του.

6.  Ο ειδικός διαχειριστής διορίζεται για χρονική διάρκεια που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Η θητεία του μπορεί να ανανεωθεί, κατ’ εξαίρεση, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις για τον διορισμό ειδικού διαχειριστή.

7.  Εάν περισσότερες από μία αρχές εξυγίανσης σκοπεύουν να διορίσουν ειδικό διαχειριστή σε μια οντότητα συνδεδεμένη με όμιλο, εξετάζουν κατά πόσον θα ήταν προτιμότερο να διορίσουν τον ίδιο ειδικό διαχειριστή για όλες τις εμπλεκόμενες οντότητες, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή λύσεων για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας των οντοτήτων αυτών.

8.  Σε περίπτωση αφερεγγυότητας, και εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει τον διορισμό οργάνου διαχείρισης αφερεγγυότητας, η διαχείριση αυτή μπορεί να ανατίθεται σε ειδικό διαχειριστή, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο.



ΚΕΦΆΛΑΙΟ III

Αποτίμηση

Άρθρο 36

Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης

1.  Πριν αναλάβουν δράση εξυγίανσης ή ασκήσουν την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ , οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν τη διενέργεια δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) από πρόσωπο ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της αρχής εξυγίανσης, καθώς και από το ίδρυμα ή την οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ). Με την επιφύλαξη της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 85, όταν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου η αποτίμηση θεωρείται οριστική.

2.  Σε περίπτωση που η ανεξάρτητη αποτίμηση δυνάμει της παραγράφου 1 είναι αδύνατη, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να προβαίνουν σε προσωρινή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

3.  Στόχος της αποτίμησης είναι η εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης των άρθρων 32 και 33.

4.  Οι σκοποί της αποτίμησης είναι:

α) 

να διαπιστωθεί τεκμηριωμένα εάν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις εξυγίανσης ή οι προϋποθέσεις απομείωσης ή μετατροπής ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ ·

β) 

εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την ανάληψη κατάλληλης δράσης εξυγίανσης για το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

γ) 

όταν ασκείται η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ , να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της ακύρωσης ή της αραίωσης (dilution) των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, καθώς και σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των σχετικών ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ ·

δ) 

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των ►M3  υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ ·

ε) 

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος ή το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις ή τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση, καθώς και σχετικά με την αξία κάθε αντιτίμου που πρέπει να καταβληθεί στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, στους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

στ) 

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση περί περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή μετοχών ή λοιπών μέσων ιδιοκτησίας προς μεταβίβαση και να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη αντίληψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 38·

ζ) 

σε κάθε περίπτωση, να διασφαλισθεί ότι οιαδήποτε ζημία επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγμή της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης ή της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ .

5.  Με την επιφύλαξη του πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά περίπτωση, η αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές, μεταξύ άλλων ως προς τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και το μέγεθος των ζημιών. Η αποτίμηση δεν θεωρεί δεδομένη την ενδεχόμενη μελλοντική χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, ή επείγουσας στήριξης της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή οιασδήποτε στήριξης της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου προς το ίδρυμα ή την οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) από τη στιγμή που αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης ή ασκείται η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ . Επιπλέον, η αποτίμηση λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση που εφαρμοστεί εργαλείο εξυγίανσης:

α) 

η αρχή εξυγίανσης και οιαδήποτε χρηματοδοτική ρύθμιση δυνάμει του άρθρου 101 μπορεί να ανακτήσει κάθε εύλογη δαπάνη που δεόντως προέκυψε από το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 7·

β) 

η ρύθμιση χρηματοδότησης της εξυγίανσης μπορεί να περιλαμβάνει χρέωση τόκων ή προμηθειών για κάθε δάνειο ή εγγύηση που παρέχεται προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 101.

6.  Η αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 στοιχείο β), γ) ή δ):

α) 

ενημερωμένο ισολογισμό και έκθεση σχετικά με τη χρηματοοικονομική θέση του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β) 

ανάλυση και εκτίμηση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων·

γ) 

κατάλογο των εκκρεμών εντός και εκτός ισολογισμού υποχρεώσεων που εμφανίζονται στα βιβλία και στα αρχεία του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), με ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και των βαθμών προτεραιότητας βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου.

7.  Κατά περίπτωση, και προκειμένου να λαμβάνονται με εμπεριστατωμένο τρόπο οι αποφάσεις της παραγράφου 4 στοιχεία ε) και στ), οι πληροφορίες του στοιχείου β) της παραγράφου 6 μπορούν να συνοδεύονται από ανάλυση και εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) βάσει αγοραίας αξίας.

8.  Στην αποτίμηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύμφωνα με τον βαθμό προτεραιότητάς τους βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου, και εκτίμηση της μεταχείρισης που θα μπορούσε να αναμένεται για κάθε τάξη μετόχων και πιστωτών, εάν το ίδρυμα ή η οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) υφίστατο εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Η εκτίμηση αυτή δεν επηρεάζει την τήρηση της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, που εφαρμόζεται κατά την έννοια του άρθρου 74.

9.  Σε περίπτωση που, λόγω έκτακτων περιστάσεων, δεν είναι δυνατή η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των παραγράφων 6 και 8 ή ισχύει η παράγραφος 2, πραγματοποιείται προσωρινή αποτίμηση. Η προσωρινή αποτίμηση συνάδει με τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 και, στον βαθμό που ευλόγως το επιτρέπουν οι περιστάσεις, με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1, 6 και 8.

Η προσωρινή αποτίμηση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο περιλαμβάνει απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες, δεόντως αιτιολογημένο.

10.  Αποτίμηση που δεν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου θεωρείται προσωρινή, έως ότου διενεργηθεί από ανεξάρτητο πρόσωπο αποτίμηση η οποία να είναι απολύτως συμβατή με όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση διενεργείται το συντομότερο δυνατόν. Μπορεί να διενεργείται χωριστά από την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 74, ή ταυτόχρονα με εκείνη και από το ίδιο ανεξάρτητο πρόσωπο, αλλά είναι διαφορετική από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 74.

Οι σκοποί της εκ των υστέρων οριστικής αποτίμησης είναι:

α) 

να διασφαλιστεί ότι οιεσδήποτε ζημίες επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου παράγραφος 1 1 στοιχείο β), γ) ή δ) καταγράφονται πλήρως στα λογιστικά βιβλία του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β) 

να ληφθεί εμπεριστατωμένη απόφαση σχετικά με επανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή αύξηση της αξίας του καταβληθέντος αντιτίμου, σύμφωνα με την παράγραφο 11.

11.  Σε περίπτωση που από την εκ των υστέρων οριστική αποτίμηση προκύψει καθαρή αξία ενεργητικού του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) μεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίμησης της καθαρής αξίας ενεργητικού του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), η αρχή εξυγίανσης μπορεί:

α) 

να ασκήσει τις εξουσίες της και να αυξήσει την αξία των απαιτήσεων των πιστωτών ή των κατόχων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων που έχουν απομειωθεί στο πλαίσιο του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα·

β) 

να εισηγηθεί σε μεταβατικό ίδρυμα ή φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να καταβάλει προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση επιπλέον αντίτιμο για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, ή, ανάλογα με την περίπτωση, για τις μετοχές ή τα μέσα ιδιοκτησίας προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας.

12.  Παρά την παράγραφο 1, η προσωρινή αποτίμηση που διεξάγεται σύμφωνα με τις παραγράφους 9 και 10 αποτελεί έγκυρη βάση προκειμένου οι αρχές εξυγίανσης να προβούν σε ενέργειες εξυγίανσης, μεταξύ άλλων να αναλάβουν τον έλεγχο ενός ιδρύματος που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης, ή μιας οντότητας που αναφέρεται στο στοιχείο β), γ) ή δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1, ή να ασκήσουν την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ .

13.  Η αποτίμηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή εργαλείου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, ή της απόφασης για την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής ►M3  κεφαλαιακών μέσων κεφαλαιακά μέσα και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ . Η αποτίμηση αυτή καθεαυτή δεν υπόκειται σε χωριστό δικαίωμα προσφυγής αλλά μπορεί να αποτελεί αντικείμενο προσφυγής μόνο μαζί με την απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 85.

14.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα πρόσωπο είναι ανεξάρτητο από την αρχή εξυγίανσης και από το ίδρυμα ή την οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και για τους σκοπούς του άρθρου 74.

15.  Η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα ακόλουθα κριτήρια για τους σκοπούς των παραγράφων 1, 3 και 9 του παρόντος άρθρου και για τους σκοπούς του άρθρου 74:

α) 

τη μεθοδολογία για την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β) 

τον διαχωρισμό των αποτιμήσεων δυνάμει των άρθρων 36 και 74·

γ) 

τη μέθοδο υπολογισμού και συμπερίληψης του αποθέματος ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες στην προσωρινή αποτίμηση.

16.  Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 14 το αργότερο έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στις παραγράφους 14 και 15, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



ΚΕΦΆΛΑΙΟ IV

Εργαλεία εξυγίανσης



Τμήμα 1

Γενικές αρχές

Άρθρο 37

Γενικές αρχές των εργαλείων εξυγίανσης

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης σε ιδρύματα και σε οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) που πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις για εξυγίανση.

2.  Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εφαρμόσει ένα εργαλείο εξυγίανσης σε ίδρυμα ή σε οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και η εν λόγω δράση εξυγίανσης προκαλέσει ζημίες που επιβαρύνουν τους πιστωτές ή οδηγήσει σε μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης και μετατροπής ►M3  κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 59 ◄ σύμφωνα με το άρθρο 59 αμέσως πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του εργαλείου εξυγίανσης.

3.  Τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τα εξής:

α) 

το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων·

β) 

το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος·

γ) 

το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων·

δ) 

το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα.

4.  Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 5, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης είτε μεμονωμένα είτε υπό οιονδήποτε συνδυασμό.

5.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων μόνο σε συνδυασμό με άλλο εργαλείο εξυγίανσης.

6.  Όταν χρησιμοποιούνται μόνο τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου, και χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, το εναπομένον ίδρυμα ή η οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), από το οποίο ή την οποία έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις, εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκκαθάριση αυτή πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης του εν λόγω ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 65, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας του εναπομένοντος ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 34.

7.  Η αρχή εξυγίανσης και οιαδήποτε χρηματοδοτική ρύθμιση δυνάμει του άρθρου 101 μπορεί να ανακτά κάθε εύλογη δαπάνη που προέκυψε από την άσκηση των εργαλείων εξυγίανσης ή των εξουσιών ή των εργαλείων κρατικής χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης, με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:

α) 

υπό μορφή παρακράτησης από οιοδήποτε αντίτιμο καταβάλλεται από αποδέκτη προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή, ανάλογα με την περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

β) 

από το ίδρυμα υπό εξυγίανση, ως προνομιακός πιστωτής· ή

γ) 

από τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την περάτωση της λειτουργίας του μεταβατικού ιδρύματος ή του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ως προνομιακός πιστωτής.

8.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κανόνες του εθνικού πτωχευτικού δικαίου οι οποίοι άπτονται της ακυρωσίας και της κήρυξης του ανενεργού των επιβλαβών για το σύνολο των πιστωτών δικαιοπραξιών δεν εφαρμόζονται στις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση προς άλλη οντότητα δυνάμει της εφαρμογής εργαλείου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης ή της χρήσης εργαλείου κρατικής χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης.

9.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στις αρχές εξυγίανσης πρόσθετα εργαλεία και εξουσίες που μπορούν να ασκούνται όταν ένα ίδρυμα ή οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης, εφόσον:

α) 

όταν εφαρμόζονται σε διασυνοριακό όμιλο, οι εν λόγω πρόσθετες εξουσίες δεν θέτουν εμπόδια στην αποτελεσματική εξυγίανση του ομίλου· και

β) 

συνάδουν με τους στόχους της εξυγίανσης και με τις γενικές αρχές περί εξυγίανσης, όπως καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34.

10.  Στην εντελώς εξαιρετική περίπτωση συστημικής κρίσης, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναζητά χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρησιμοποιώντας τα δημόσια εργαλεία σταθεροποίησης των άρθρων 56 έως 58, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας, οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και οι κάτοχοι άλλων ►M3  υποχρεώσεων υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ έχουν συνεισφέρει, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο, στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό που ισοδυναμεί στο 8 % τουλάχιστον των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, μετρούμενων κατά τον χρόνο της δράσης εξυγίανσης σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36·

β) 

χορηγείται προηγούμενη και τελική έγκριση βάσει του πλαισίου περί κρατικών ενισχύσεων της Ένωσης.



Τμήμα 2

Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων

Άρθρο 38

Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να μεταβιβάζουν σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα:

α) 

μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα που τελεί υπό εξυγίανση·

β) 

όλα ή οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ιδρύματος υπό εξυγίανση.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 85, η μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του αγοραστή και χωρίς να τηρούνται διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 39.

2.  Μια μεταβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, και σύμφωνα με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

3.  Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο ώστε να εξασφαλίσουν εμπορικούς όρους για τη μεταβίβαση οι οποίοι συνάδουν με την αποτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 36, έχοντας υπόψη τις εκάστοτε περιστάσεις.

4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 37 παράγραφος 7, οιοδήποτε αντάλλαγμα καταβάλλεται από τον αγοραστή αποβαίνει προς όφελος:

α) 

των κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όταν η πώληση δραστηριοτήτων έχει πραγματοποιηθεί μέσω της μεταβίβασης από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή μέσων προς τον αγοραστή μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα υπό εξυγίανση·

β) 

του ιδρύματος υπό εξυγίανση, όταν η πώληση δραστηριοτήτων έχει πραγματοποιηθεί μέσω της μεταβίβασης προς τον αγοραστή ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

5.  Μετά την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία μεταβίβασης περισσότερο από μία φορά, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή, ανάλογα με την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

6.  Κατόπιν της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, με τη συγκατάθεση του αγοραστή, να ασκήσουν τις εξουσίες μεταβίβασης όσον αφορά περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί στον αγοραστή, προκειμένου να αναμεταβιβαστούν τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις στο ίδρυμα υπό εξυγίανση ή οι μετοχές ή τα λοιπά μέσα ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι υποχρεούνται να δεχθούν πίσω κάθε τέτοιο περιουσιακό στοιχείο, δικαίωμα ή υποχρέωση, ή μετοχή ή άλλο μέσο ιδιοκτησίας.

7.  Ένας αγοραστής διαθέτει τη δέουσα άδεια λειτουργίας προκειμένου να διεκπεραιώσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τις οποίες αναλαμβάνει όταν πραγματοποιείται η μεταβίβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν την έγκαιρη εξέταση της αίτησης χορήγησης της άδειας, σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.

8.  Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 22 έως 25 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, από την απαίτηση κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 26 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, από το άρθρο 10 παράγραφος 3, το άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2 και τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, καθώς και από την απαίτηση κοινοποίησης του άρθρου 11 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, σε περίπτωση που μια μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας δυνάμει της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα του είδους που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 11 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρμόδια αρχή του εν λόγω ιδρύματος πραγματοποιεί εγκαίρως την εκτίμηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων και δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης να επιτύχει τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.

9.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εάν η αρμόδια αρχή του εν λόγω ιδρύματος δεν έχει ολοκληρώσει την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 8 κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων από την αρχή εξυγίανσης, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

α) 

η εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή παράγει αμέσως έννομες συνέπειες·

β) 

κατά τη διάρκεια της περιόδου εκτίμησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο στ), τα δικαιώματα ψήφου του αγοραστή βάσει των εν λόγω μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας αναστέλλεται και εκχωρείται αποκλειστικά στην αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υποχρεούται να ασκεί τα σχετικά δικαιώματα ψήφου και δεν φέρει οιαδήποτε ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησης αυτών των δικαιωμάτων ψήφου·

γ) 

κατά τη διάρκεια της περιόδου εκτίμησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο στ), οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών σύμφωνα με τα άρθρα 66, 67 και 68 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν ισχύουν για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·

δ) 

αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εκτίμησης από την αρμόδια αρχή, η αρμόδια αρχή ειδοποιεί εγγράφως την αρχή εξυγίανσης και τον αγοραστή σχετικά με την εκ μέρους της έγκριση ή, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αντίθεση στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή·

ε) 

εάν η αρμόδια αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή, τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας θεωρείται πλήρως εκχωρηθέν στον αγοραστή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αγοραστής λαμβάνουν την εν λόγω ειδοποίηση περί έγκρισης από την αρμόδια αρχή·

στ) 

εάν η αρμόδια αρχή αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή:

i) 

τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο στοιχείο β), παραμένει σε πλήρη ισχύ·

ii) 

η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτήσει από τον αγοραστή να εκποιήσει αυτές τις μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας εντός περιόδου εκποίησης που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, αφού ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά· και

iii) 

εάν ο αγοραστής δεν ολοκληρώσει την εν λόγω εκποίηση εντός της περιόδου εκποίησης που έχει ορίσει η αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή, με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης, μπορεί να επιβάλει στον αγοραστή κυρώσεις και λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών βάσει των άρθρων 66, 67 και 68 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

10.  Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται δυνάμει του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII του τίτλου IV.

11.  Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ, ο αγοραστής θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα το οποίο ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

12.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο αγοραστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια, σε συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α) 

δεν εμποδίζεται η πρόσβαση επειδή ο αγοραστής δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση στα συστήματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο·

β) 

σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο, σύστημα αποζημίωσης επενδυτών ή σύστημα εγγύησης καταθέσεων, τα δικαιώματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και μπορεί να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του αγοραστή προς την αρχή εξυγίανσης.

13.  Με την επιφύλαξη του τίτλου IV κεφάλαιο VII, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

Άρθρο 39

Εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων: διαδικαστικές απαιτήσεις

1.  Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, όταν εφαρμόζει το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων σε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), η αρχή εξυγίανσης θέτει σε πώληση, ή προβαίνει σε ρυθμίσεις για τη θέση σε πώληση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που σκοπεύει να μεταφέρει η αρχή. Ομάδες δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων δύνανται να τεθούν σε πώληση χωριστά.

2.  Υπό την επιφύλαξη του πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, ανάλογα με την περίπτωση, η θέση σε πώληση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

α) 

είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη και δεν αλλοιώνει ουσιαστικά την εικόνα των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων, των μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που σκοπεύει να μεταφέρει η αρχή, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις, και ιδίως την ανάγκη να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

β) 

δεν ευνοεί αδικαιολόγητα κάποιους δυνητικούς αγοραστές ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους·

γ) 

δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων·

δ) 

δεν προσφέρει τυχόν αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικό αγοραστή·

ε) 

λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης·

στ) 

στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων.

Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, οι αρχές που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να αποκλείσει συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές.

Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της θέσης σε πώληση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας, που κανονικά θα απαιτείτο σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΚ) αριθ. 596/2014, μπορεί να καθυστερήσει σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 ή 5 της εν λόγω οδηγίας.

3.  Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων χωρίς να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις για τη θέση σε πώληση που καθορίζονται στην παράγραφο 1, όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και ειδικότερα εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

όταν θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την πτώχευση ή πιθανή πτώχευση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και

β) 

όταν θεωρεί ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ως προς την αντιμετώπιση της απειλής αυτής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο β).

4.  Η ΕΑΤ, έως τις 3 Ιουλίου 2015, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 προκειμένου να εξειδικεύσει τις πραγματικές περιστάσεις που συνιστούν ουσιαστική απειλή, και τα στοιχεία σχετικά την αποτελεσματικότητα του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων, που προβλέπεται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και β).



Τμήμα 3

Το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος

Άρθρο 40

Εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος

1.  Προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διατήρησης των βασικών λειτουργιών στο μεταβατικό ίδρυμα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να μεταβιβάζουν σε μεταβατικά ιδρύματα:

α) 

μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ένα ή περισσότερα ιδρύματα υπό εξυγίανση·

β) 

όλα ή ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση.

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 85, η μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων των ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή οιουδήποτε τρίτου μέρους εκτός του μεταβατικού ιδρύματος και χωρίς να τηρούνται οι διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων.

2.  Το μεταβατικό ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) 

ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, μεταξύ των οποίων μπορεί να συγκαταλέγεται η αρχή εξυγίανσης ή η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης·

β) 

δημιουργείται με σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισμένων ή όλων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός ή περισσότερων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση με με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρονται στο στοιχείο β), γ) ή δ) του άρθρου 1 παράγραφος 1, τη συνέχιση ορισμένων ή όλων των λειτουργιών, υπηρεσιών και δραστηριοτήτων τους.

Η εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν παρακωλύει την ικανότητα της αρχής εξυγίανσης να ελέγχει το μεταβατικό ίδρυμα.

3.  Όταν εφαρμόζει το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε η ολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται από το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή παρέχονται από άλλες πηγές.

4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 37 παράγραφος 7, κάθε αντάλλαγμα που καταβάλλεται από το μεταβατικό ίδρυμα αποβαίνει προς όφελος:

α) 

των κατόχων των μετοχών ή των μέσων ιδιοκτησίας, όταν η μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα πραγματοποιείται με τη μεταβίβαση, από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή μέσων, προς το μεταβατικό ίδρυμα μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα υπό εξυγίανση·

β) 

του ιδρύματος υπό εξυγίανση, όταν η μεταβίβαση προς το μεταβατικό ίδρυμα πραγματοποιείται με τη μεταβίβαση ορισμένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση προς το μεταβατικό ίδρυμα.

5.  Όταν εφαρμόζει το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία μεταβίβασης περισσότερο από μία φορά, προκειμένου να πραγματοποιεί συμπληρωματικές μεταβιβάσεις μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση ή, ανάλογα με την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση.

6.  Όταν εφαρμόζει το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:

α) 

να αναμεταβιβάζει δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα στο ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί κάτοχοι υποχρεούνται να δεχθούν πίσω κάθε σχετικό περιουσιακό στοιχείο, δικαίωμα ή υποχρέωση, ή μετοχή ή άλλο μέσο ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 7,

β) 

να μεταβιβάζει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα σε τρίτους.

7.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναμεταβιβάζουν μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα στο ίδρυμα υπό εξυγίανση εάν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α) 

η δυνατότητα να μπορούν να αναμεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις δηλώνεται ρητώς στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·

β) 

οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις όντως δεν εμπίπτουν, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις να εμπίπτουν, στις κατηγορίες μεταβιβαστέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που καθορίζονται στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση.

Κάθε τέτοια αναμεταβίβαση μπορεί να πραγματοποιείται εντός οιουδήποτε χρονικού διαστήματος και πληροί οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις που δηλώνονται στην εν λόγω πράξη για τον σχετικό σκοπό.

8.  Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή των αρχικών κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, αφενός, και του μεταβατικού ιδρύματος, αφετέρου, υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV κεφάλαιο VII.

9.  Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ, ένα μεταβατικό ίδρυμα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε τέτοιο δικαίωμα το οποίο ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

Για άλλους σκοπούς, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν το μεταβατικό ίδρυμα να θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και να έχει το μεταβατικό ίδρυμα τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

10.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το μεταβατικό ίδρυμα μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια, συστήματα αποζημίωσης επενδυτών και συστήματα εγγύησης καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.

Παρά το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α) 

δεν εμποδίζεται η πρόσβαση επειδή το μεταβατικό ίδρυμα δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για την πρόσβαση στα συστήματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο·

β) 

σε περίπτωση που το μεταβατικό ίδρυμα δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο, σύστημα αποζημίωσης επενδυτών ή σύστημα εγγύησης καταθέσεων, τα δικαιώματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και μπορεί να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του μεταβατικού ιδρύματος προς την αρχή εξυγίανσης.

11.  Με την επιφύλαξη του τίτλου IV κεφάλαιο VII, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μεταβατικό ίδρυμα, έναντι του διοικητικού οργάνου του ή έναντι των ανώτατων διοικητικών στελεχών του.

12.  Οι στόχοι του μεταβατικού ιδρύματος δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και το διοικητικό όργανο ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι αυτών των μετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκτός εάν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά την εθνική νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που θίγει άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν περαιτέρω την ευθύνη ενός μεταβατικού ιδρύματος και του διοικητικού του οργάνου ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών του, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 41

Λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το μεταβατικό ίδρυμα να λειτουργεί τηρουμένων των ακόλουθων απαιτήσεων:

α) 

το περιεχόμενο της συστατικής πράξης του μεταβατικού ιδρύματος εγκρίνεται από την αρχή εξυγίανσης·

β) 

με την επιφύλαξη της ιδιοκτησιακής δομής του μεταβατικού ιδρύματος, η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το διοικητικό όργανο του μεταβατικού ιδρύματος·

γ) 

η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και καθορίζει τις αρμοδιότητές τους·

δ) 

η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου του μεταβατικού ιδρύματος·

ε) 

το μεταβατικό ίδρυμα λαμβάνει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ, αναλόγως με την περίπτωση, και διαθέτει την αναγκαία άδεια, βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες που αποκτά δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 63 της παρούσας οδηγίας·

στ) 

το μεταβατικό ίδρυμα πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ, αναλόγως με την περίπτωση·

ζ) 

η λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος συνάδει προς το ενωσιακό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων, και η αρχή εξυγίανσης μπορεί να θέσει σχετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές του.

Παρά τις διατάξεις των στοιχείων ε) και στ) του πρώτου εδαφίου, και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, το μεταβατικό ίδρυμα μπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις των οδηγιών 2013/36/ΕΚ ή 2014/65/ΕΕ για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας του. Προς τον σκοπό αυτό, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτημα στην αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αποφασίσει να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, υποδεικνύει την περίοδο για την οποία το μεταβατικό ίδρυμα απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών.

2.  Υπό την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται σύμφωνα με τους ενωσιακούς ή τους εθνικούς κανόνες περί ανταγωνισμού, η διοίκηση του μεταβατικού ιδρύματος διευθύνει το μεταβατικό ίδρυμα με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση του ιδρύματος, ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ), και των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών του, σε έναν ή περισσότερους αγοραστές του ιδιωτικού τομέα, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες και εντός της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ή, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

3.  Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι το μεταβατικό ίδρυμα δεν αποτελεί πλέον μεταβατικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 2 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις προκύψει πρώτη:

α) 

το μεταβατικό ίδρυμα συγχωνεύεται με άλλη οντότητα·

β) 

το μεταβατικό ίδρυμα παύει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 40 παράγραφος 2·

γ) 

πώληση εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του μεταβατικού ιδρύματος σε τρίτο μέρος·

δ) 

λήξη της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5 ή, αναλόγως με την περίπτωση, στην παράγραφο 6·

ε) 

τα περιουσιακά στοιχεία του μεταβατικού ιδρύματος έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις του έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.

4.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει την πώληση του μεταβατικού ιδρύματος ή των περιουσιακών του στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, το μεταβατικό ίδρυμα ή τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία ή οι υποχρεώσεις τίθενται προς πώληση φανερά και με διαφανή τρόπο και ότι η πώληση δεν παρουσιάζει ουσιωδώς ανακριβή εικόνα τους ούτε ευνοεί ή διακρίνει αυθαίρετα μεταξύ δυνητικών αγοραστών.

Κάθε τέτοια πώληση πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και σύμφωνα με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

5.  Εάν δεν προκύψει κανένα από τα συμβάντα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β), γ) και ε), η αρχή εξυγίανσης περατώνει τη λειτουργία του μεταβατικού ιδρύματος το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση μετά το πέρας δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεταβίβαση από ίδρυμα υπό εξυγίανση δυνάμει του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος.

6.  Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 για μία ή περισσότερες μονοετείς περιόδους, όταν:

α) 

με την εν λόγω παράταση υποστηρίζονται τα αποτελέσματα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), β), γ) ή ε)· ή

β) 

η εν λόγω παράταση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών τραπεζικών ή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

7.  Κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 αιτιολογείται και περιλαμβάνει λεπτομερή αξιολόγηση της κατάστασης που δικαιολογεί την παράταση, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών και των προοπτικών της αγοράς.

8.  Σε περίπτωση που οι λειτουργίες του μεταβατικού ιδρύματος παύσουν υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία γ) ή δ), το μεταβατικό ίδρυμα εκκαθαρίζεται στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 37 παράγραφος 7, οι μέτοχοι του μεταβατικού ιδρύματος καρπώνονται τυχόν έσοδα από την περάτωση της λειτουργίας του μεταβατικού ιδρύματος.

9.  Σε περίπτωση που ένα μεταβατικό ίδρυμα χρησιμοποιείται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων περισσότερων του ενός ιδρυμάτων υπό εξυγίανση, η υποχρέωση της παραγράφου 8 αφορά τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί από κάθε ένα από τα ιδρύματα υπό εξυγίανση και όχι το ίδιο το μεταβατικό ίδρυμα.



Τμήμα 4

Το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων·

Άρθρο 42

Εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων

1.  Προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση ή ενός μεταβατικού ιδρύματος σε έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 85, η μεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων των ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή οιουδήποτε τρίτου μέρους πλην του μεταβατικού ιδρύματος και χωρίς να τηρούνται οι διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων.

2.  Για τους σκοπούς του εργαλείου διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, φορέας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι το νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ή ελέγχεται από μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται η αρχή εξυγίανσης ή η ρύθμιση χρηματοδότησης της εξυγίανσης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης·

β) 

έχει δημιουργηθεί με σκοπό να λάβει ορισμένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων ιδρυμάτων υπό εξυγίανση ή ενός μεταβατικού ιδρύματος.

3.  Ο φορέας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται σε αυτόν με σκοπό να μεγιστοποιήσει την αξία τους μέσω ενδεχόμενης πώλησης ή συντεταγμένης εκκαθάρισης.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων λειτουργεί τηρουμένων των ακόλουθων διατάξεων:

α) 

το περιεχόμενο της συστατικής πράξης του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων εγκρίνεται από την αρχή εξυγίανσης·

β) 

με την επιφύλαξη της ιδιοκτησιακής δομής του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το διοικητικό όργανο του φορέα·

γ) 

η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και καθορίζει τις σχετικές αρμοδιότητές τους·

δ) 

η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

5.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ασκούν την εξουσία που ορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μόνο εφόσον:

α) 

η κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι πιθανό να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές σε περίπτωση εκκαθάρισης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας·

β) 

η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος· ή

γ) 

η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από την εκκαθάριση.

6.  Όταν εφαρμόζουν το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων, οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν το αντίτιμο έναντι του οποίου μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις στον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 36 και σύμφωνα με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Η παρούσα παράγραφος δεν εμποδίζει το αντίτιμο να έχει την ονομαστική ή αρνητική αξία.

7.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 37 παράγραφος 7, το ίδρυμα υπό εξυγίανση καρπώνεται κάθε αντίτιμο που καταβάλλεται από τον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που αποκτώνται απευθείας από το ίδρυμα υπό εξυγίανση. Το αντίτιμο μπορεί να καταβάλλεται υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από τον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

8.  Σε περίπτωση που έχει εφαρμοστεί το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, ο φορέας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μπορεί, μετά την εφαρμογή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το μεταβατικό ίδρυμα.

9.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από το ίδρυμα υπό εξυγίανση σε έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναμεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων προς το ίδρυμα υπό εξυγίανση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 10.

Το ίδρυμα υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου κάθε τέτοιο περιουσιακό στοιχείο, δικαίωμα ή υποχρέωση.

10.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναμεταβιβάζουν δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις από τον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στο ίδρυμα υπό εξυγίανση σε μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α) 

όταν η δυνατότητα αναμεταβίβασης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων δηλώνεται ρητώς στην εντολή με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση·

β) 

όταν τα συγκεκριμένα δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες δικαιωμάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων που διευκρινίζονται στην εντολή με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης της εν λόγω εντολής.

Σε οιαδήποτε από τις περιπτώσεις των στοιχείων α) και β), η αναμεταβίβαση μπορεί να πραγματοποιείται εντός οιουδήποτε χρονικού διαστήματος και συνάδει με κάθε προϋπόθεση που ρητώς ορίζεται στη σχετική προς αυτόν τον σκοπό εντολή.

11.  Οι μεταβιβάσεις μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υπόκεινται στις διασφαλίσεις για τις μερικές μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες προβλέπονται στο κεφάλαιο VII του τίτλου IV.

12.  Με την επιφύλαξη του κεφαλαίου VII του τίτλου IV, οι μέτοχοι και οι πιστωτές του ιδρύματος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται στον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ούτε έναντι του διοικητικού οργάνου του ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών του.

13.  Οι στόχοι του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των μετόχων ή πιστωτών του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και το διοικητικό όργανο ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι αυτών των μετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκτός εάν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά την εθνική νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που θίγει άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη ενός φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και του διοικητικού οργάνου του ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών του, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

14.  Έως τις 3 Ιουλίου 2015, η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να προωθήσει τη σύγκλιση των πρακτικών εποπτείας και εξυγίανσης όσον αφορά τη διαπίστωση πότε, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων υπό κανονικές διαδικασίες πτώχευσης μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές.



Τμήμα 5

Το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα



Υποτμήμα 1

Στόχος και πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα

Άρθρο 43

Το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα

1.  Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τις εξουσίες εξυγίανσης που καθορίζονται στο άρθρο 63 παράγραφος 1.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης δύνανται να εφαρμόσουν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που προσδιορίζονται στο άρθρο 31, σύμφωνα με τις αρχές εξυγίανσης που ορίζει το άρθρο 34, για οποιονδήποτε από τους εξής σκοπούς:

α) 

για την ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύματος, ή μιας οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας, που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε βαθμό που να επιτρέπει την αποκατάσταση της δυνατότητας συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας (εφόσον οι εν λόγω προϋποθέσεις ισχύουν για την οντότητα), τη συνέχιση της διεκπεραίωσης των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΚ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ (όταν χορηγείται άδεια στην οντότητα δυνάμει των εν λόγω οδηγιών), καθώς και τη διατήρηση επαρκούς εμπιστοσύνης των αγορών στο ίδρυμα ή την οντότητα·

β) 

για τη μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο ή τη μείωση της αξίας των απαιτήσεων ή των χρεωστικών μέσων που μεταβιβάζονται:

i) 

σε μεταβατικό ίδρυμα, με σκοπό την παροχή κεφαλαίου για το εν λόγω μεταβατικό ίδρυμα, ή

ii) 

στο πλαίσιο εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων.

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου μόνον εφόσον ευλόγως διαφαίνεται ότι η εφαρμογή του εν λόγω εργαλείου, σε συνδυασμό με άλλα σχετικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων που απαιτείται βάσει του άρθρου 52, θα αποκαταστήσει τη χρηματοπιστωτική ευρωστία του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), επιτυγχάνοντας, επιπλέον, τους σχετικούς στόχους της εξυγίανσης.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν οποιοδήποτε από τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και γ), και το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σε όλα τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), τηρώντας τη νομική μορφή του σχετικού ιδρύματος ή της σχετικής οντότητας, ή μπορούν να τροποποιούν τη νομική μορφή.

Άρθρο 44

Πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις υποχρεώσεις ιδρύματος ή οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω εργαλείου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 του παρόντος άρθρου.

2.  Οι αρχές εξυγίανσης δεν ασκούν τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:

α) 

καλυπτόμενες καταθέσεις·

β) 

εξασφαλισμένες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων χρησιμοποιούμενων για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολόγων·

γ) 

κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή, από το ίδρυμα ή την οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας, περιουσιακών στοιχείων πελατών ή ρευστών των πελατών, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή ρευστών των πελατών που έχουν στην κατοχή τους για λογαριασμό ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 9009/65/ΕΚ, ή ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας·

δ) 

κάθε υποχρέωση που προκύπτει από σχέση καταπίστευσης μεταξύ του ιδρύματος ή της οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) (ως καταπιστευματοδόχου) και ενός άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας ή του αστικού δικαίου·

ε) 

υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών·

▼M3

στ) 

υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών, έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού·

▼B

ζ) 

υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:

i) 

εργαζόμενο, όσον αφορά δεδουλευμένο μισθό, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση·

ii) 

εμπορικό πιστωτή ή προμηθευτή, που συνδέεται με την παροχή στο ίδρυμα ή στην οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) αγαθών και υπηρεσιών, κρίσιμων για την καθημερινή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων·

iii) 

φορολογικές αρχές και αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο·

iv) 

συστήματα εγγύησης καταθέσεων τα οποία προκύπτουν από τις συνεισφορές που οφείλονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ·

▼M3

η) 

υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή οντότητες του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτές οι υποχρεώσεις κατατάσσονται κάτω από τις κοινές μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις σύμφωνα με τον σχετικό εθνικό νόμο που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ο οποίος ισχύει κατά την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο· σε περιπτώσεις όπου ισχύει η εν λόγω εξαίρεση, η αρχή εξυγίανσης της σχετικής θυγατρικής που δεν συνιστά οντότητα εξυγίανσης εκτιμά κατά πόσον το ποσό των στοιχείων που πληρούν το άρθρο 45στ παράγραφος 2 είναι επαρκές ώστε να στηριχθεί η εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

▼B

Το στοιχείο ζ) σημείο i) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλα τα εξασφαλισμένα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τη δέσμη κάλυψης καλυμμένων ομολόγων να μην επηρεάζονται, να παραμένουν διαχωρισμένα και να διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση. Ούτε η απαίτηση αυτή ούτε το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου εμποδίζουν τις αρχές εξυγίανσης, όπου ενδείκνυται, να ασκούν τις εξουσίες αυτές όσον αφορά οιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης ή υποχρέωσης για την οποία έχει ενεχυριαστεί εξασφάλιση που υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών στοιχείων, του ενεχύρου, του εμπράγματου δικαιώματος ή της εξασφάλισης που παρέχονται ως ασφάλεια.

Το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου δεν εμποδίζει τις αρχές εξυγίανσης, όπου ενδείκνυται, να ασκούν τις εξουσίες αυτές όσον αφορά κάθε ποσό κατάθεσης που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Με την επιφύλαξη των κανόνων περί μεγάλων ανοιγμάτων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων και ομίλων, οι αρχές εξυγίανσης περιορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας, τον βαθμό στον οποίο άλλα ιδρύματα κατέχουν ►M3  υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ , εκτός από τις υποχρεώσεις τις οποίες κατέχουν οντότητες που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου.

3.  Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν ή να εξαιρούν εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής όταν:

α) 

δεν είναι δυνατή η διάσωση με ίδια μέσα της συγκεκριμένης υποχρέωσης εντός εύλογου χρόνου, παρά τις καλόπιστες προσπάθειες των αρχών εξυγίανσης,

β) 

η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων κατά τρόπο που διατηρεί την ικανότητα του ιδρύματος υπό εξυγίανση να συνεχίζει τις κεντρικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές του,

γ) 

η εξαίρεση είναι αυστηρά αναγκαία και αναλογική προκειμένου να αποφευχθεί ευρεία μετάδοση, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η οποία θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών τους, κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην οικονομία ενός κράτους μέλους ή της Ένωσης, ή

δ) 

η εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε αυτές τις υποχρεώσεις θα προκαλέσει καταστροφή αξίας τέτοια ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές θα είναι μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα.

▼M3

Οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν προσεκτικά αν οι υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή οντότητες του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης και δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο η) του παρόντος άρθρου θα πρέπει να εξαιρεθούν ή να εξαιρεθούν μερικώς δυνάμει των στοιχείων α) έως δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης.

Όταν μια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει ή να εξαιρέσει εν μέρει μια υποχρέωση υποκείμενη σε αναδιάρθρωση παθητικού ή κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παρούσας παραγράφου, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού μπορεί να αυξηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, υπό τον όρο ότι το επίπεδο απομείωσης και μετατροπής που εφαρμόζεται σε άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού τηρεί την αρχή του άρθρου 34 παράγραφος 1 στοιχείο ζ).

4.  Όταν μια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει ή να εξαιρέσει εν μέρει μια υποχρέωση υποκείμενη σε αναδιάρθρωση παθητικού ή κατηγορία υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει του παρόντος άρθρου και οι ζημίες που θα προέκυπταν για τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν έχουν μετακυλιστεί πλήρως σε άλλους πιστωτές, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μπορεί να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ώστε να επιτύχει το ένα ή και τα δύο ακόλουθα:

α) 

να καλυφθούν τυχόν ζημίες που δεν απορροφήθηκαν από τις υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού και να μηδενισθεί η καθαρή αξία των στοιχείων ενεργητικού του υπό εξυγίανση ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α),

β) 

να αγοράσει μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή κεφαλαιακά μέσα του υπό εξυγίανση ιδρύματος, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β).

▼B

5.  Η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης προβαίνει στη συνεισφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 4 μόνον όταν:

α) 

οι μέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας και οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων ►M3  υποχρεώσεων υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό που αντιστοιχεί στο 8 % τουλάχιστον των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, μετρούμενων κατά τον χρόνο της δράσης εξυγίανσης σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, μέσω απομείωσης, μετατροπής ή με άλλο τρόπο· και

β) 

η συνεισφορά της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, μετρούμενων κατά τον χρόνο της δράσης εξυγίανσης σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36.

6.  Η συνεισφορά της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 μπορεί να χρηματοδοτηθεί με:

α) 

το διαθέσιμο στη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης ποσό που συγκεντρώθηκε μέσω συνεισφορών των ιδρυμάτων και των υποκαταστημάτων της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 6 και το άρθρο 103·

β) 

το ποσό που μπορεί να αντληθεί μέσω εκ των υστέρων εισφορών σύμφωνα με το άρθρο 104 εντός περιόδου τριών ετών· και

γ) 

σε περίπτωση που τα αναφερόμενα στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου ποσά δεν επαρκούν, ποσά που συγκεντρώνονται από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 105.

7.  Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης αφού προηγουμένως:

α) 

έχει καλυφθεί το όριο του 5 % που προβλέπεται στην παράγραφο 5· και

β) 

έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως όλες οι με εξασφαλισμένες, μη προνομιούχες υποχρεώσεις, πλην των επιλέξιμων καταθέσεων.

Ως εναλλακτική ή πρόσθετη λύση, όταν πληρούνται οι όροι του πρώτου εδαφίου, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε συνεισφορά από πόρους που συγκεντρώθηκαν μέσω εκ των προτέρων συνεισφορών σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 6 και το άρθρο 103 και οι οποίοι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμα.

8.  Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α) της παραγράφου 5, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μπορεί επίσης να προβεί σε συνεισφορά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 υπό τον όρο ότι:

α) 

η συνεισφορά στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 5 ισούται με ποσό τουλάχιστον ίσο με το 20 % των σταθμισμένων βάσει κινδύνου περιουσιακών στοιχείων του σχετικού ιδρύματος,

β) 

η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης του σχετικού κράτους μέλους έχει στη διάθεσή της, μέσω εκ των προτέρων συνεισφορών (μη συμπεριλαμβανομένων των συνεισφορών σε σύστημα εγγύησης των καταθέσεων) που συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 6και το άρθρο 103, ποσό το οποίο ισούται με το 3 % τουλάχιστον των καλυπτόμενων καταθέσεων όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, και

γ) 

το σχετικό ίδρυμα διαθέτει περιουσιακά στοιχεία με αξία μικρότερη των 900 δισεκατ. EUR σε ενοποιημένη βάση.

9.  Κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας βάσει της παραγράφου 3, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τα εξής:

α) 

την αρχή ότι οι ζημίες επιβαρύνουν πρωτίστως τους μετόχους και στη συνέχεια, γενικά, τους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος κατά σειρά προτεραιότητας·

β) 

το επίπεδο της ικανότητας απορρόφησης ζημιών που θα διατηρούσε το υπό εκκαθάριση ίδρυμα εάν είχε εξαιρεθεί η υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων· και

γ) 

την ανάγκη διατήρησης επαρκών πόρων για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης.

10.  Οι εξαιρέσεις δυνάμει της παραγράφου 3 μπορούν να εφαρμόζονται είτε προκειμένου να εξαιρεθεί εντελώς μια υποχρέωση από την απομείωση ή προκειμένου να περιοριστεί ο βαθμός απομείωσης που εφαρμόζεται στην εν λόγω υποχρέωση.

11.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 115, με σκοπό να διασαφηνίζονται οι περιπτώσεις που καθιστούν επιτακτική την εξαίρεση προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

12.  Πριν από την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την εξαίρεση υποχρέωσης δυνάμει της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης ειδοποιεί την Επιτροπή. Εάν η εξαίρεση απαιτεί συνεισφορά από τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης ή μια εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης δυνάμει των παραγράφων 4 έως 8, η Επιτροπή δύναται, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης, ή μεγαλύτερου διαστήματος κατόπιν συγκατάθεσης της αρχής εξυγίανσης, να απαγορεύσει ή να απαιτήσει τροποποιήσεις στην προτεινόμενη εξαίρεση εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς. Τα ανωτέρω ισχύουν χωρίς να θίγεται η εφαρμογή του πλαισίου της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή.

▼M3

Άρθρο 44α

Πώληση επιλέξιμων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης σε ιδιώτες πελάτες

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο πωλητής των επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το στοιχείο β) του άρθρου 72α παράγραφος 1 και τις παραγράφους 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω κανονισμού, μπορεί να πωλεί μόνο τις εν λόγω υποχρεώσεις σε ιδιώτη πελάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

ο πωλητής έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

β) 

ο πωλητής έχει πεισθεί, με βάση τον έλεγχο που αναφέρεται στο στοιχείο α), ότι οι επιλέξιμες υποχρεώσεις είναι κατάλληλες για τον εν λόγω ιδιώτη πελάτη·

γ) 

ο πωλητής τεκμηριώνει την καταλληλότητα σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι όροι που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως γ) του εν λόγω εδαφίου εφαρμόζονται σε πωλητές άλλων μέσων που χαρακτηρίζονται ως ίδια κεφάλαια ή υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού.

2.  Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων του εν λόγω ιδιώτη πελάτη δεν υπερβαίνει, κατά τον χρόνο της αγοράς, τις 500 000  EUR, ο πωλητής διασφαλίζει, με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται από τον ιδιώτη πελάτη σύμφωνα με την παράγραφο 3, ότι κατά τη στιγμή της αγοράς πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

το συνολικό ποσό που επενδύει ο ιδιώτης πελάτης δεν υπερβαίνει το 10 % του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων του εν λόγω πελάτη σε υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) 

το ποσό της αρχικής επένδυσης που επενδύθηκε σε ένα ή περισσότερα μέσα υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε τουλάχιστον 10 000  EUR.

3.  Ο ιδιώτης πελάτης παρέχει στον πωλητή ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων του ιδιώτη πελάτη, περιλαμβανομένων τυχόν επενδύσεων σε υποχρεώσεις, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων του ιδιώτη πελάτη περιλαμβάνει καταθέσεις μετρητών και χρηματοπιστωτικά μέσα, αποκλειομένων όμως των τυχόν χρηματοπιστωτικών μέσων που έχουν δοθεί ως ασφάλεια.

5.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 25 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και κατά παρέκκλιση από τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν ελάχιστο ονομαστικό ποσό τουλάχιστον 50 000  EUR για τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς και τις πρακτικές του οικείου κράτους μέλους, καθώς και τα υφιστάμενα μέτρα προστασίας των καταναλωτών εντός της δικαιοδοσίας του εν λόγω κράτους μέλους.

6.  Όταν η αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος και υπόκεινται στην απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε δεν υπερβαίνει τα 50 δισεκατομμύρια EUR, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί, κατά παρέκκλιση από τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου να εφαρμόζει μόνο την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

7.  Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν το παρόν άρθρο σε υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 που έχουν εκδοθεί πριν από τις 28 Δεκεμβρίου 2020.

▼B



Υποτμήμα 2

Ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

▼M3

Άρθρο 45

Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) πληρούν ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων όταν απαιτείται από το παρόν άρθρο και από τα άρθρα 45α έως 45θ και σύμφωνα με τα άρθρα αυτά.

2.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45γ παράγραφος 3, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, ως το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων και εκφράζεται ως ποσοστό:

α) 

του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

β) 

του μέτρου συνολικού ανοίγματος της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 429 και 429α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 45α

Απαλλαγή από την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Παρά το άρθρο 45, οι αρχές εξυγίανσης εξαιρούν από την απαίτηση του άρθρου 45 παράγραφος 1 τα ιδρύματα ενυπόθηκης πίστης που χρηματοδοτούνται από καλυμμένα ομόλογα τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται να δέχονται καταθέσεις, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

τα ιδρύματα αυτά εκκαθαρίζονται μέσω εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, ή μέσω άλλων διαδικασιών που προορίζονται για τα εν λόγω ιδρύματα και εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 38, 40 ή 42, και

β) 

οι εθνικές διαδικασίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές των εν λόγω ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση όσων κατέχουν καλυμμένα ομόλογα, υφίστανται ζημίες κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.

2.  Τα ιδρύματα που απαλλάσσονται από την υποχρέωση που προβλέπεται από το άρθρο 45 παράγραφος 1 δεν συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε παράγραφος 1.

Άρθρο 45β

Επιλέξιμες υποχρεώσεις για οντότητες εξυγίανσης

1.  Οι υποχρεώσεις συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων εξυγίανσης μόνον όταν πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στα ακόλουθα άρθρα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013:

α) 

άρθρο 72α·

β) 

άρθρο 72β, με εξαίρεση το στοιχείο δ) της παραγράφου 2· και

γ) 

άρθρο 72γ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όποτε η παρούσα οδηγία αναφέρεται στις απαιτήσεις του άρθρου 92α ή του άρθρου 92β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ως επιλέξιμες υποχρεώσεις για τον σκοπό των εν λόγω άρθρων νοούνται οι επιλέξιμες υποχρεώσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 72ια του εν λόγω κανονισμού και προσδιορίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο 5α του δεύτερου μέρους, τίτλος Ι του εν λόγω κανονισμού.

2.  Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από χρεωστικά μέσα με ενσωματωμένα παράγωγα, όπως δομημένα αξιόγραφα, που πληρούν τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, με εξαίρεση το άρθρο 72α παράγραφος 2 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνον εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

το βασικό ποσό της υποχρέωσης που προκύπτει από τον χρεωστικό τίτλο είναι γνωστό κατά τον χρόνο έκδοσης, είναι σταθερό ή αυξανόμενο και δεν επηρεάζεται από ένα ενσωματωμένο παράγωγο στοιχείο και το συνολικό ποσό της υποχρέωσης που προκύπτει από το χρεωστικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου του ενσωματωμένου παραγώγου, μπορεί να αποτιμάται καθημερινά με αναφορά σε μια ενεργή, ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης για ισοδύναμο μέσο χωρίς πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· ή

β) 

το χρεωστικό μέσο περιλαμβάνει συμβατική ρήτρα που ορίζει ότι η αξία της απαίτησης σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εκδότη και εξυγίανσης του εκδότη είναι σταθερή ή αυξανόμενη, και δεν υπερβαίνει το αρχικά καταβληθέν ποσό της υποχρέωσης.

Τα χρεωστικά μέσα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων παραγώγων τους, δεν υπόκεινται σε οιαδήποτε συμφωνία συμψηφισμού και η αποτίμησή τους δεν υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 49 παράγραφος 3.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνο για το τμήμα της υποχρέωσης που αντιστοιχεί στο βασικό ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) του εν λόγω εδαφίου ή στο σταθερό ή αυξανόμενο ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) του εν λόγω εδαφίου.

3.  Όταν οι υποχρεώσεις εκδίδονται από θυγατρική εγκατεστημένη στην Ένωση, η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης με την οντότητα εξυγίανσης σε υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης, οι υποχρεώσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της εν λόγω οντότητας εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο α)·

β) 

η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής έναντι των εν λόγω υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 ή το άρθρο 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης·

γ) 

οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν υπερβαίνουν ποσό το οποίο ισούται με το ποσό που αναφέρεται στο σημείο ii) μείον το ποσό που αναφέρεται στο σημείο i):

i) 

το άθροισμα των υποχρεώσεων που εκδίδονται στην οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και του ποσού των ιδίων κεφαλαίων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο β)·

ii) 

το ποσό που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 1.

4.  Με την επιφύλαξη της ελάχιστης απαίτησης του άρθρου 45γ παράγραφος 5 και του άρθρου 45δ παράγραφος 1 στοιχείο α), οι αρχές εξυγίανσης μεριμνούν ώστε τμήμα της απαίτησης του άρθρου 45ε ίσο με το 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, καλύπτεται από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SII ή οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 με ίδια κεφάλαια και επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή υποχρεώσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέψει την κάλυψη επιπέδου χαμηλότερου από το 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, αλλά υψηλότερου από το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του τύπου (1-(X1/X2)) x 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SII ή οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6, με ίδια κεφάλαια και επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης, ή υποχρεώσεις όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 72β παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπου, τηρουμένου του ορίου της αναλογίας της μείωσης που είναι δυνατή δυνάμει του άρθρου 72β παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού:

X1 = 3,5 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και
X2 = το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα του 18 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και του ποσού της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας.

Όταν, για τις οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5, η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου οδηγεί σε απαίτηση άνω του 27 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, για την οικεία οντότητα εξυγίανσης, το μέρος της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, η οποία καλύπτεται από ίδια κεφάλαια, επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σε ποσό ίσο προς το 27 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, εάν η αρχή εξυγίανσης έχει αξιολογήσει ότι:

α) 

η πρόσβαση στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης δεν λαμβάνεται υπόψη στο σχέδιο εξυγίανσης ως επιλογή για την εξυγίανση της εν λόγω οντότητας εξυγίανσης, και

β) 

όταν δεν εφαρμόζεται το στοιχείο α), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε επιτρέπει στην εν λόγω οντότητα εξυγίανσης να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 44 παράγραφος 5 ή παράγραφος 8, κατά περίπτωση.

Κατά την αξιολόγηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη τον κίνδυνο δυσανάλογης επίπτωσης στο επιχειρηματικό μοντέλο της οικείας οντότητα εξυγίανσης.

Για τις οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 6, το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται.

5.  Για τις οντότητες εξυγίανσης που δεν είναι ούτε G-SII ούτε οντότητες εξυγίανσης υποκείμενες στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 της παρούσας οδηγίας, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι τμήμα της απαίτησης του άρθρου 45ε της παρούσας οδηγίας είτε έως το 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, της οντότητας είτε έως το ποσό που προκύπτει από τον τύπο της παραγράφου 7, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο, καλύπτεται με ίδια κεφάλαια και επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης, ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου έχουν την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα στην εθνική διαδικασία αφερεγγυότητας με ορισμένες υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3·

β) 

υπάρχει κίνδυνος, μετά τη σχεδιαζόμενη εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σε υποχρεώσεις μη μειωμένης εξασφάλισης που δεν εξαιρούνται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3, οι πιστωτές απαιτήσεων που απορρέουν από τις εν λόγω υποχρεώσεις να υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

γ) 

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και άλλων υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης δεν υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για να εξασφαλιστεί ότι οι πιστωτές που αναφέρονται στο στοιχείο β) δεν υφίστανται ζημίες πάνω από το επίπεδο των ζημιών τις οποίες θα είχαν διαφορετικά υποστεί σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων η οποία περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που εξαιρούνται ή είναι ευλόγως πιθανό ότι θα εξαιρεθούν από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3 ανέρχεται σε άνω του 10 % της εν λόγω κατηγορίας, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί τον κίνδυνο που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

6.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 4, 5 και 7, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα περιλαμβάνονται στις συνολικές υποχρεώσεις εφόσον αναγνωρίζονται πλήρως τα δικαιώματα συμψηφισμού του αντισυμβαλλομένου.

Τα ίδια κεφάλαια της οντότητας εξυγίανσης που χρησιμοποιούνται για τη συμμόρφωση με την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας είναι επιλέξιμα για τη συμμόρφωση με την απαίτηση των παραγράφων 4, 5 και 7.

7.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε της παρούσας οδηγίας ικανοποιείται από οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SII ή που υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 της παρούσας οδηγίας με ίδια κεφάλαια, επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που το άθροισμα των εν λόγω ιδίων κεφαλαίων, μέσων και υποχρεώσεων, λόγω της υποχρέωσης της οντότητας εξυγίανσης να συμμορφώνεται με συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 και στο άρθρο 45ε της παρούσας οδηγίας, δεν υπερβαίνει το υψηλότερο μεταξύ:

α) 

8 % του συνόλου των υποχρεώσεων της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, ή,

β) 

του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του τύπου Ax2 +Bx2 +C, όπου A, B και C είναι τα ακόλουθα ποσά:

A = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
B = το ποσό που προκύπτει από την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·
C = το ποσό που προκύπτει από την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας.

8.  Οι αρχές εξυγίανσης μπορεί να ασκεί την εξουσία της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης που είναι G-SII ή υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 και πληρούν μία από τις προϋποθέσεις των στοιχείων α), β) ή γ) του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου έως το όριο του 30 % του συνόλου των οντοτήτων εξυγίανσης που είναι G-SII ή υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 και για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε:

Οι προϋποθέσεις θεωρούνται από τις αρχές εξυγίανσης ως εξής:

α) 

έχουν διαπιστωθεί ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης στην προηγούμενη εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης, και:

i) 

δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 5 εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η αρχή εξυγίανσης, ή

ii) 

τα διαπιστωθέντα ουσιαστικά εμπόδια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με καμία από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 5 και η άσκηση της εξουσίας της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου θα αντιστάθμιζε εν μέρει ή πλήρως τον αρνητικό αντίκτυπο των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης,

β) 

η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι είναι περιορισμένες η εφικτότητα και η αξιοπιστία της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της οντότητας, της αλληλεπίδρασης, της φύσης, του εύρους, του κινδύνου και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, του νομικού της καθεστώτος και της μετοχικής δομής, ή

γ) 

η απαίτηση του άρθρου 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η οντότητα εξυγίανσης που είναι G-SII ή που υπόκειται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 της παρούσας οδηγίας, καθόσον αφορά την επικινδυνότητα, συγκαταλέγεται στο ανώτερο 20 % των ιδρυμάτων για τα οποία η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση του άρθρου 45 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.

Για τους σκοπούς των ποσοστών που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης στρογγυλοποιεί στον πλησιέστερο ακέραιο τον αριθμό που προκύπτει από τον υπολογισμό.

Τα κράτη μέλη μπορούν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του εθνικού τραπεζικού τομέα τους, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του αριθμού των οντοτήτων εξυγίανσης που είναι G-SII ή υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6 για τις οποίες η εθνική αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, να ορίζουν το ποσοστό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο σε επίπεδο άνω του 30 %.

9.  Μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 ή 7.

Κατά τη λήψη των αποφάσεων αυτών, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη:

α) 

το βάθος της αγοράς για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και τα επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης της οντότητας εξυγίανσης την τιμολόγηση των εν λόγω μέσων, όπου υπάρχουν, και τον χρόνο που απαιτείται για την εκτέλεση κάθε πράξης που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την απόφαση.

β) 

το ποσό των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληροί όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη του ενός έτους από την ημερομηνία της απόφασης με σκοπό την ποσοτική προσαρμογή των απαιτήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 7 του παρόντος άρθρου·

γ) 

τη διαθεσιμότητα και το ποσό των μέσων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός από το στοιχείο δ) του άρθρου 72β παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού·

δ) 

αν είναι σημαντικό σε σύγκριση με τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και τα ίδια κεφάλαια της οντότητας εξυγίανσης το ποσό των υποχρεώσεων που εξαιρούνται από την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 ή το άρθρο 44 παράγραφος 3 και που, σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατατάσσονται σε ίση ή χαμηλότερη θέση από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις με την υψηλότερη κατάταξη. Εφόσον το ποσό των εξαιρούμενων υποχρεώσεων δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας εξυγίανσης, το εξαιρούμενο ποσό θεωρείται μη σημαντικό. Πάνω από το όριο αυτό, η σημασία των εξαιρούμενων υποχρεώσεων εκτιμάται από τις αρχές εξυγίανσης·

ε) 

το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης, καθώς τη σταθερότητα και την ικανότητά της να συνεισφέρει στην οικονομία· και

στ) 

τον αντίκτυπο του πιθανού κόστους αναδιάρθρωσης στην ανακεφαλαιοποίηση της οντότητας εξυγίανσης.

Άρθρο 45γ

Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

1.  Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:

α) 

την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι ο όμιλος εξυγίανσης μπορεί να εξυγιανθεί μέσω της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης αναφορικά με την οντότητα εξυγίανσης συμπεριλαμβανομένου, ενδεχομένως, του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στους στόχους εξυγίανσης·

β) 

την ανάγκη να διασφαλιστεί, σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις, ότι η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, διαθέτουν επαρκείς επιλέξιμες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση που εφαρμόζονταν σε αυτές το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα ή εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, αντιστοίχως, οι ζημίες θα μπορούσαν να απορροφηθούν και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, ο δείκτης μόχλευσης των σχετικών οντοτήτων μπορεί να αποκατασταθεί σε επίπεδο που είναι αναγκαίο προκειμένου να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

γ) 

την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι, εάν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων υποχρεώσεων ενδέχεται να εξαιρεθούν από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, ή μπορούν να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η οντότητα εξυγίανσης διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια και άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ζημίες θα μπορούσαν να απορροφηθούν και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, ο δείκτης μόχλευσης της οντότητας εξυγίανσης μπορεί να αποκατασταθεί σε επίπεδο που είναι αναγκαίο προκειμένου να είναι σε θέση να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

δ) 

το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο, το μοντέλο χρηματοδότησης και το προφίλ κινδύνου της οντότητας·

ε) 

τον βαθμό στον οποίον η πτώχευση της οντότητας θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μεταξύ άλλων, μέσω της μετάδοσης σε άλλα ιδρύματα ή οντότητες, λόγω της διασύνδεσης της οντότητας με άλλα ιδρύματα ή οντότητες ή με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

2.  Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η δράση εξυγίανσης πρέπει να αναλαμβάνεται ή η εξουσία απομείωσης και μετατροπής των οικείων κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 να ασκείται σύμφωνα με το σχετικό σενάριο εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 ισούται με ποσό ικανό να διασφαλίσει ότι:

α) 

οι ζημίες που αναμένεται να υποστεί η οντότητα απορροφώνται πλήρως («απορρόφηση ζημιών»)·

β) 

η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, ανακεφαλαιοποιούνται στο αναγκαίο επίπεδο ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας λειτουργίας και να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή ισοδύναμης νομοθετικής πράξης για ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος ('«ανακεφαλαιοποίηση»).

Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή στο πλαίσιο άλλων ισοδύναμων εθνικών διαδικασιών, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατά πόσον δικαιολογείται να περιοριστεί η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 για την εν λόγω οντότητα, ώστε να μην υπερβαίνει ένα ποσό το οποίο επαρκεί για την απορρόφηση των ζημιών σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου.

Η αξιολόγηση της αρχής εξυγίανσης περιλαμβάνει, ειδικότερα, αξιολόγηση του ορίου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο από την άποψη τυχόν αντικτύπου στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον κίνδυνο μετάδοσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

3.  Για τις οντότητες εξυγίανσης, το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο έχει ως εξής:

α) 

για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άθροισμα:

i) 

του ποσού των ζημιών που θα απορροφηθούν κατά την εξυγίανση, το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σχετικά με την οντότητα εξυγίανσης σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης ·και

ii) 

ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή του με την απαίτηση ως προς τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 καθώς και με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης· και

β) 

για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), το άθροισμα:

i) 

του ποσού των ζημιών που θα απορροφηθούν κατά την εξυγίανση, το οποίο αντιστοιχεί στην απαίτηση του δείκτη μόχλευσης της οντότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης· και

ii) 

ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στον όμιλο εξυγίανσης που προκύπτει από την εξυγίανση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή του με την απαίτηση ως προς τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό, διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δια του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό, διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, δια του μέτρου συνολικού ανοίγματος.

Κατά τον καθορισμό της συγκεκριμένης απαίτησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη της τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 10 και στο άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8.

Κατά τον καθορισμό των ποσών ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η αρχή εξυγίανσης:

α) 

χρησιμοποιεί τις πλέον πρόσφατες τιμές που έχουν αναφερθεί για το σχετικό συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο ή ποσό συνολικού ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης όπως προσαρμόζονται για τυχόν αλλαγές που προκύπτουν από δράσεις εξυγίανσης προβλεπόμενες στο σχέδιο εξυγίανσης· και

β) 

κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, προσαρμόζει προς τα κάτω ή προς τα πάνω το ποσό που αντιστοιχεί στην ισχύουσα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ προκειμένου να καθορίσει την απαίτηση που εφαρμόζεται στην οντότητα εξυγίανσης μετά την εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.

Η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να αυξήσει την απαίτηση που προβλέπεται στο στοιχείο α) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου με κατάλληλο ποσό, ώστε να εξασφαλίσει ότι, μετά την εξυγίανση, η οντότητα διατηρεί επαρκή εμπιστοσύνη της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Όταν εφαρμόζεται το έκτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο αυτό ισούται με την συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που εφαρμόζεται μετά τη χρήση των εργαλείων εξυγίανσης μείον το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) του σημείου 6 του άρθρου 128 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Το ποσό που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου προσαρμόζεται προς τα κάτω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι θα ήταν εφικτό και αξιόπιστο να οριστεί χαμηλότερο ποσό που θα επαρκούσε για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 2 και το άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8, μετά την εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης. Το ποσό αυτό προσαρμόζεται προς τα πάνω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι απαιτείται υψηλότερο ποσό για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών από το ίδρυμα ή την οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 1. παράγραφος 1, στοιχεία β), γ) και δ), όσο και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8 και το άρθρο 101 παράγραφος 2, για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν οι αρχές εξυγίανσης προκειμένου να εκτιμήσουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τις οντότητες εξυγίανσης σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης, όπου ο όμιλος εξυγίανσης δεν υπόκειται αυτός καθ' εαυτόν στις σχετικές απαιτήσεις δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Για τις οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και ανήκουν σε όμιλο εξυγίανσης με συνολικά στοιχεία ενεργητικού άνω των 100 δισεκατομμυρίων EUR, το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ισούται τουλάχιστον με:

α) 

13,5 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α) και

β) 

5 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο β).

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 45β, οι οντότητες εξυγίανσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου φθάνουν το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το οποίο ισούται με 13,5 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α) και με 5 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), με ίδια κεφάλαια, επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας.

6.  Μια αρχή εξυγίανσης δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου σε οντότητα εξυγίανσης που δεν υπόκειται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και το οποίο ανήκει σε όμιλο εξυγίανσης με συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάτω των 100 δισεκατομμυρίων EUR και, κατά την εκτίμηση της αρχής εξυγίανσης, είναι ευλόγως πιθανόν να δημιουργήσει συστημικό κίνδυνο σε περίπτωση πτώχευσής της.

Κατά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη:

α) 

την επικράτηση των καταθέσεων και την απουσία χρεωστικών τίτλων, στο μοντέλο χρηματοδότησης·

β) 

την περιορισμένη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές για τις επιλέξιμες υποχρεώσεις·

γ) 

το βαθμό στον οποίο η οντότητα εξυγίανσης βασίζεται σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για την εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε.

Η μη λήψη απόφασης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θίγει τυχόν απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 45β παράγραφος 5.

7.  Για τις οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο έχει ως εξής:

α) 

για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άθροισμα:

i) 

του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά την οντότητα · και

ii) 

ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή της με την απαίτηση σχετικά με τον συνολικό δείκτη κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσα οδηγίας ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης· και

β) 

για τους σκοπούς του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), το άθροισμα:

i) 

του ποσού των ζημιών προς απορρόφηση το οποίο αντιστοιχεί στην απαίτηση στην οποία υπόκειται η οντότητα σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

ii) 

ενός ποσού ανακεφαλαιοποίησης που επιτρέπει στην οντότητα να αποκαταστήσει τη συμμόρφωσή της με την απαίτηση ως προς τον δείκτη μόχλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό, διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δια του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο.

Για τους σκοπούς του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο β), η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό, διαιρώντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δια του μέτρου του συνολικού ανοίγματος.

Κατά τον καθορισμό της συγκεκριμένης απαίτησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη της τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 10 και στο άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8.

Κατά τον καθορισμό των ποσών ανακεφαλαιοποίησης που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια, η αρχή εξυγίανσης:

α) 

χρησιμοποιεί τις πλέον πρόσφατες τιμές που έχουν αναφερθεί για το σχετικό συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο ή ποσό συνολικού ανοίγματος όπως προσαρμόζονται για τυχόν αλλαγές που προκύπτουν από δράσεις προβλεπόμενες στο σχέδιο εξυγίανσης· και

β) 

κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, προσαρμόζει προς τα κάτω ή προς τα πάνω το ποσό που αντιστοιχεί στην ισχύουσα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, προκειμένου να καθορίσει την απαίτηση που εφαρμόζεται στη σχετική οντότητα μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης.

Η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να αυξήσει την απαίτηση που προβλέπεται στο στοιχείο α) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου με κατάλληλο ποσό, ώστε να εξασφαλίσει ότι, μετά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59, η οντότητα μπορεί να διατηρεί επαρκή εμπιστοσύνη της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Εφόσον εφαρμόζεται το έκτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το ποσό που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο που εφαρμόζεται μετά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας ή μετά την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης μείον το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) του σημείου 6 του άρθρου 128 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Το ποσό που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου προσαρμόζεται προς τα κάτω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι θα ήταν εφικτό και αξιόπιστο να οριστεί χαμηλότερο ποσό που θα επαρκούσε για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών από το ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) όσο και η πρόσβαση της σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 2 και το άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8, μετά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 59 ή την εξυγίανση του ομίλου εξυγίανσης. Το ποσό αυτό προσαρμόζεται προς τα πάνω εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι απαιτείται υψηλότερο ποσό για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη της αγοράς και για να διασφαλιστεί τόσο η συνεχής επιτέλεση κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών από το ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 όσο και η πρόσβαση της σε χρηματοδότηση, χωρίς προσφυγή σε έκτακτη χρηματοδοτική στήριξη, πλην των συνεισφορών από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφοι 5 και 8 και το άρθρο 101 παράγραφος 2 για κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

8.  Όταν η αρχή εξυγίανσης αναμένει ότι ορισμένες κατηγορίες επιλέξιμων υποχρεώσεων είναι ευλόγως πιθανό να εξαιρεθούν εν όλω ή εν μέρει από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 ή ενδέχεται να μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης, η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 πρέπει να ικανοποιείται με ίδια κεφάλαια ή άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις που επαρκούν για:

α) 

να καλυφθεί το ποσό των εξαιρούμενων υποχρεώσεων που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3·

β) 

να διασφαλιστεί ότι πληρούνται οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

9.  Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλλει ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τους λόγους αυτής της απόφασης, καθώς και την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του παρόντος άρθρου και επανεξετάζεται από την αρχή εξυγίανσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε να απηχεί οποιεσδήποτε μεταβολές στο επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

10.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 7 του παρόντος άρθρου, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την εφαρμογή από την αρμόδια αρχή των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στα κεφάλαια 1, 2 και 4 του τίτλου Ι του δέκατου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων που παραχωρούνται στις αρμόδιες αρχές από τον εν λόγω κανονισμό.

Άρθρο 45δ

Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οντότητες εξυγίανσης των G-SII και τις ενωσιακές σημαντικές θυγατρικές G-SII εκτός ΕΕ

1.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 μιας οντότητας εξυγίανσης η οποία αποτελεί G-SII ή μέρος μιας G-SII συνίσταται στα ακόλουθα:

α) 

τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92α και 494 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

β) 

κάθε συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης και αφορά συγκεκριμένα την οντότητα σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2.  Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 όσον αφορά μία ενωσιακή σημαντική θυγατρική G-SII εκτός ΕΕ συνίσταται στα εξής:

α) 

τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 92β και 494 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

β) 

κάθε συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει προσδιορισθεί από την αρχή εξυγίανσης ειδικά για την εν λόγω σημαντική θυγατρική σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, η οποία καλύπτεται από ίδια κεφάλαια και υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 45στ και 89 παράγραφος 2.

3.  Η αρχή εξυγίανσης επιβάλλει πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 και στο στοιχείο β) της παραγράφου 2 μόνον:

α) 

όταν η απαίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 ή στο στοιχείο α) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δεν επαρκεί για να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45γ· και

β) 

στον βαθμό που διασφαλίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45γ.

4.  Για τους σκοπούς του άρθρου 45η παράγραφος 2, σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στην ίδια G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης, οι σχετικές αρχές εξυγίανσης υπολογίζουν το ποσό που προβλέπεται στην παράγραφο 3:

α) 

για κάθε οντότητα εξυγίανσης,

β) 

για τη μητρική οντότητα της Ένωσης, σαν να ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης της G-SII.

5.  Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης να επιβάλει πρόσθετη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή στο στοιχείο β) της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τους λόγους αυτής της απόφασης, καθώς και την πλήρη αξιολόγηση των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και επανεξετάζεται από την αρχή εξυγίανσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ώστε να απηχεί οποιεσδήποτε μεταβολές στο επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και εφαρμόζεται στον όμιλο εξυγίανσης ή την ενωσιακή σημαντική θυγατρική G-SII εκτός ΕΕ.

Άρθρο 45ε

Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις σε οντότητες εξυγίανσης

1.  Οι οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 45β έως 45δ σε ενοποιημένη βάση στο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης.

2.  Η υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της οντότητας εξυγίανσης στο ενοποιημένο επίπεδο του ομίλου εξυγίανσης καθορίζεται από την οντότητα εξυγίανσης με βάση το άρθρο 45η, βάσει των απαιτήσεων που καθορίζονται στα άρθρα 45β έως 45δ και του κατά πόσον οι θυγατρικές τρίτης χώρας του ομίλου πρέπει να εξυγιαίνονται χωριστά σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης.

3.  Για τους ομίλους εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) στοιχείο β), η αρμόδια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού αλληλεγγύης και της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης, ποιες οντότητες του ομίλου εξυγίανσης απαιτείται να συμμορφώνονται με το άρθρο 45γ παράγραφος 3, το άρθρο 45γ παράγραφος 5 και το άρθρο 45δ παράγραφος 1, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται, στο σύνολό του, με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και με ποιον τρόπο οι οντότητες αυτές πρέπει να συμμορφώνονται βάσει του σχεδίου εξυγίανσης.

Άρθρο 45στ

Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης

1.  Τα ιδρύματα που είναι θυγατρικές μιας οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45γ σε μεμονωμένη βάση.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), η οποία είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης αλλά δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης.

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45γ και 45δ σε ενοποιημένη βάση.

Για τους ομίλους εξυγίανσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) στοιχείο β), τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, αλλά δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, και κεντρικός οργανισμός που δεν είναι ο ίδιος οντότητα εξυγίανσης, καθώς και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαίτηση δυνάμει του άρθρου 45ε παράγραφος 3, συμμορφώνονται με το άρθρο 45γ παράγραφος 7 σε μεμονωμένη βάση.

Η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1 μιας οντότητας που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45η και 89, κατά περίπτωση, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 45γ.

2.  Η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1 για οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος άρθρου ικανοποιείται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

α) 

υποχρεώσεις που:

i) 

εκδίδονται στην οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν τις υποχρεώσεις από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν άρθρο ή εκδίδονται σε υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτόν υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης·

ii) 

πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία β), γ), ια), ιβ) και ιγ), και το άρθρο 72β παράγραφοι 3 έως 5 του εν λόγω κανονισμού ·

iii) 

στην κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας κατατάσσονται κάτω από τις υποχρεώσεις που δεν πληρούν την προϋπόθεση του σημείου i) και δεν είναι επιλέξιμες για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων·

iv) 

υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62, με τρόπο που συνάδει με την στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, ιδίως χωρίς να επηρεάζουν τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης·

v) 

η απόκτηση της κυριότητας αυτών δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν άρθρο·

vi) 

οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν να αγοραστούν, εξοφληθούν, επαναγοραστούν ή αποπληρωθούν πρόωρα, αναλόγως, από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν άρθρο πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας, ενώ η οντότητα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη·

vii) 

οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν άρθρο·

viii) 

το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, επί των υποχρεώσεων δεν τροποποιείται βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν άρθρο ή της μητρικής της επιχείρησης·

β) 

ίδια κεφάλαια, ως εξής:

i) 

κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, και

ii) 

άλλα ίδια κεφάλαια τα οποία:

— 
εκδίδονται σε οντότητες που περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, ή
— 
εκδίδονται σε οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης.

3.  Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης μπορεί να παραιτηθεί από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου όσον αφορά τη συγκεκριμένη θυγατρική, όταν:

α) 

τόσο η θυγατρική όσο και η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

β) 

η οντότητα εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε·

γ) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από την οντότητα εξυγίανσης στη θυγατρική, για την οποία έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3, ιδίως όταν αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης για την οντότητα εξυγίανσης·

δ) 

η οντότητα εξυγίανσης πληροί τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι·

ε) 

οι διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου του κινδύνου της οντότητας εξυγίανσης καλύπτουν τη θυγατρική·

στ) 

η οντότητα εξυγίανσης κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απομακρύνει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

4.  Η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης μπορεί να παραιτηθεί από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου όσον αφορά τη συγκεκριμένη θυγατρική, όταν:

α) 

τόσο η θυγατρική όσο και η μητρική της επιχείρηση είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

β) 

η μητρική επιχείρηση πληροί σε ενοποιημένη βάση, στο εν λόγω κράτος μέλος, την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1·

γ) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση στη θυγατρική για την οποία έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3, ιδίως όταν οι δράσεις εξυγίανσης αναλαμβάνονται ή οι εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 ασκούνται σε σχέση με τη μητρική επιχείρηση·

δ) 

είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική, είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι·

ε) 

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική·

στ) 

η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

5.  Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης μιας θυγατρικής μπορεί να επιτρέψει την πλήρη ή μερική εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 με εγγύηση που παρέχεται από την οντότητα εξυγίανσης και πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

α) 

η εγγύηση χορηγείται για ποσό τουλάχιστον ισοδύναμο προς το ποσό της απαίτησης την οποία υποκαθιστά·

β) 

η εγγύηση ενεργοποιείται όταν η θυγατρική δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της ή άλλες υποχρεώσεις όταν καθίστανται απαιτητές ή όταν έχει γίνει διαπίστωση σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 3, όσον αφορά τη θυγατρική, ανάλογα με το ποιο είναι προγενέστερο·

γ) 

η εγγύηση είναι εξασφαλισμένη μέσω συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, για τουλάχιστον 50 % του ποσού της·

δ) 

οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν την εγγύηση πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 197 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι οποίες, ύστερα από επαρκώς συντηρητικές απομειώσεις, αρκούν για να καλύψουν το ποσό που εξασφαλίζεται όπως αναφέρεται στο στοιχείο γ)·

ε) 

οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν την εγγύηση είναι μη βεβαρημένες, και ιδίως δεν χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση για οποιαδήποτε άλλη εγγύηση·

στ) 

η εξασφάλιση έχει πραγματική ληκτότητα που πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνη που αναφέρεται στο άρθρο 72γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

ζ) 

δεν υπάρχουν νομικά, κανονιστικά ή λειτουργικά εμπόδια για τη μεταβίβαση της εξασφάλισης από την οντότητα εξυγίανσης στην οικεία θυγατρική, ακόμη και όταν αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης όσον αφορά την οντότητα εξυγίανσης.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ), κατ' αίτηση της αρχής εξυγίανσης, η οντότητα εξυγίανσης παρέχει ανεξάρτητη έγγραφη και τεκμηριωμένη νομική γνωμοδότηση ή αποδεικνύει ικανοποιητικά ότι δεν υπάρχουν νομικά, κανονιστικά ή λειτουργικά εμπόδια για τη μεταβίβαση της εξασφάλισης από την οντότητα εξυγίανσης στην οικεία θυγατρική.

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να αποσαφηνίσει περαιτέρω τις μεθόδους με τις οποίες αποφεύγεται μέσα αναγνωρισμένα για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα οποία έχουν αναληφθεί εμμέσως, εν μέρει ή πλήρως, από την οντότητα εξυγίανσης, να εμποδίζουν την ομαλή εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης. Οι εν λόγω μέθοδοι θα πρέπει ιδίως να εξασφαλίζουν ιδίως την κατάλληλη μεταφορά των ζημιών στην οντότητα εξυγίανσης και την κατάλληλη μεταφορά κεφαλαίου από την οντότητα εξυγίανσης στις οντότητες που συμμετέχουν στον όμιλο εξυγίανσης, αλλά δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης και να παρέχουν μηχανισμό για την αποφυγή του διπλού υπολογισμού των επιλέξιμων μέσων που αναγνωρίζονται για τον σκοπό του παρόντος άρθρου. Συνίστανται σε καθεστώς αφαιρέσεων ή άλλη εξίσου ισχυρή προσέγγιση και εξασφαλίζουν στις οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης αποτέλεσμα ισοδύναμο με εκείνο της πλήρους απευθείας ανάληψης από την οντότητα εξυγίανσης επιλέξιμων μέσων που αναγνωρίζονται για τον σκοπό του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 45ζ

Απαλλαγή για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

Η αρχή εξυγίανσης δύναται εν μέρει ή πλήρως να παραιτηθεί από την εφαρμογή του άρθρου 45στ ως προς κεντρικό οργανισμό ή πιστωτικό ίδρυμα που συνδέεται μόνιμα με κεντρικό οργανισμό, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

τα πιστωτικά ιδρύματα και ο κεντρικός οργανισμός υπόκεινται στην εποπτεία της ίδιας αρμόδιας αρχής, είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

β) 

οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες και εις ολόκληρον υποχρεώσεις ή οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού·

γ) 

η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, και τη φερεγγυότητα και ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων·

δ) 

σε περίπτωση απαλλαγής για πιστωτικό ίδρυμα μόνιμα συνδεδεμένο με κεντρικό οργανισμό, η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού εξουσιοδοτείται να εκδώσει οδηγίες προς τη διοίκηση των μόνιμα συνδεδεμένων ιδρυμάτων·

ε) 

ο σχετικός όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε παράγραφος 3· και

στ) 

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν σε περίπτωση εξυγίανσης.

Άρθρο 45η

Διαδικασία για τον καθορισμό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την πρώτη, και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές ομίλου εξυγίανσης που υπόκεινται στην αναφερόμενη στο άρθρο 45στ απαίτηση σε μεμονωμένη βάση καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με τα εξής:

α) 

το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης για κάθε οντότητα εξυγίανσης· και

β) 

το ποσό της απαίτησης που εφαρμόζεται σε μεμονωμένη βάση σε κάθε οντότητα ομίλου εξυγίανσης που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης.

Η κοινή απόφαση διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς το άρθρο 45ε και το άρθρο 45στ, είναι πλήρως αιτιολογημένη και παρέχεται:

α) 

στην οντότητα εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσής της·

β) 

στις οντότητες ομίλου εξυγίανσης οι οποίες δεν είναι οντότητες εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης των οντοτήτων αυτών·

γ) 

στην ενωσιακή μητρική επιχείρηση του ομίλου από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης, όταν η εν λόγω ενωσιακή μητρική επιχείρηση δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης από τον ίδιο όμιλο εξυγίανσης.

Η κοινή απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο μπορεί να προβλέπει ότι, σε συνοχή με τη στρατηγική εξυγίανσης και εφόσον δεν έχουν αγοραστεί από την οντότητα εξυγίανσης, άμεσα ή έμμεσα, επαρκή μέσα που πληρούν το άρθρο 45στ παράγραφος 2, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45γ παράγραφος 7 πληρούνται εν μέρει από τη θυγατρική σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 2 με μέσα που εκδίδονται σε οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές.

▼C1

2.  Σε περίπτωση που περισσότερες από μία οντότητες G-SII που ανήκουν στην ίδια G-SII είναι οντότητες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συζητούν και, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης της G-II, συμφωνούν όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 72ε του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τυχόν αναπροσαρμογή ώστε να ελαχιστοποιείται ή να εξαλείφεται η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 4 στοιχείο α) και στο άρθρο 12α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όσον αφορά τις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, και του αθροίσματος των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 12α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Η εν λόγω προσαρμογή μπορεί να εφαρμοστεί υπό τους ακόλουθους όρους:

α) 

η προσαρμογή μπορεί να εφαρμοστεί για διαφορές στον υπολογισμό των συνολικών ποσών έκθεσης σε κίνδυνο, μεταξύ των οικείων κρατών μελών, προσαρμόζοντας το επίπεδο της απαίτησης·

β) 

η προσαρμογή δεν εφαρμόζεται για την εξάλειψη των διαφορών που προκύπτουν από ανοίγματα μεταξύ ομίλων εξυγίανσης.

Το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 4 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας και στο άρθρο 12α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όσον αφορά τις επιμέρους οντότητες εξυγίανσης, δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 45δ παράγραφος 4 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας και στο άρθρο 12α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

▼M3

3.  Ελλείψει τέτοιου είδους κοινής απόφασης εντός τεσσάρων μηνών, λαμβάνεται απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 6.

4.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με ενοποιημένη απαίτηση ομίλου εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε, λαμβάνεται απόφαση για την απαίτηση αυτή από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αφού ληφθούν δεόντως υπόψη:

α) 

η αξιολόγηση οντοτήτων του ομίλου εξυγίανσης που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, η οποία διενεργείται από τις οικείες αρχές εξυγίανσης ·

β) 

η γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εξυγίανσης έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ.

Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης.

5.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45στ και εφαρμόζεται σε οιαδήποτε οντότητα ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, η απόφαση λαμβάνεται από τις αρχές εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

οι απόψεις και οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν γραπτώς από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη, και

β) 

εάν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου είναι διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης οι απόψεις και οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν γραπτώς από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη.

Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρμόδιες για τις θυγατρικές σε μεμονωμένη βάση αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνουν δε την απόφασή τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η απόφαση της ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Η τετράμηνη περίοδος θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.

Η αρχή εξυγίανσης της οντότητας εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν παραπέμπει το θέμα στην ΕΑΤ για δεσμευτική διαμεσολάβηση, εφόσον το επίπεδο που έχει καθορίσει η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής:

α) 

είναι εντός του 2 % του υπολογιζόμενου σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ποσού συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε· και

β) 

είναι σύμφωνο με το άρθρο 45γ παράγραφος 7.

Ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός από την παραπομπή του ζητήματος, εφαρμόζονται οι αποφάσεις των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών.

Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαμβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.

6.  Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων μηνών λόγω διαφωνίας σχετικά με το επίπεδο της ενοποιημένης απαίτησης του ομίλου εξυγίανσης και το επίπεδο της απαίτησης που πρέπει να εφαρμόζεται στις οντότητες του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση, ισχύουν τα ακόλουθα:

α) 

λαμβάνεται απόφαση σχετικά με το επίπεδο της απαίτησης που πρέπει να εφαρμόζεται στις θυγατρικές του ομίλου εξυγίανσης σε μεμονωμένη βάση σύμφωνα με την παράγραφο 5·

β) 

λαμβάνεται απόφαση για το επίπεδο της ενοποιημένης απαίτησης του ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.  Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 ελλείψει κοινής απόφασης είναι δεσμευτικές για τις οικείες αρχές εξυγίανσης.

Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαμβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.

8.  Οι αρχές εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές, απαιτούν από τις οντότητες να πληρούν την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 και προβαίνουν σε σχετική εξακρίβωση, λαμβάνουν δε οποιαδήποτε απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο εκ παραλλήλου με την κατάρτιση και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης.

Άρθρο 45θ

Εποπτική αναφορά και δημοσιοποίηση της απαίτησης

1.  Οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και υπόκεινται στην απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 υποβάλλουν έκθεση στις αρμόδιες αρχές και αρχές εξυγίανσης σχετικά με τα ακόλουθα:

α) 

τα ποσά των ιδίων κεφαλαίων που, κατά περίπτωση, πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 45στ παράγραφος 2 στοιχείο β) της παρούσας οδηγίας, καθώς και των ποσών των επιλέξιμων υποχρεώσεων και την έκφραση των ποσών αυτών σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, μετά από οποιεσδήποτε εφαρμοστέες αφαιρέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 72ε έως 72ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β) 

τα ποσά άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων·

γ) 

για τα στοιχεία που αναφέρονται στα σημεία α) και β):

i) 

τη σύνθεσή τους, συμπεριλαμβανομένου του προφίλ ληκτότητας,

ii) 

την κατάταξή τους σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, και

iii) 

το εάν διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας και, στην περίπτωση αυτή, ποιας τρίτης χώρας και το εάν περιέχουν τους συμβατικούς όρους που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχεία ιστ) και ιζ) και στο άρθρο 63 στοιχεία ιδ) και ιε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Η υποχρέωση αναφοράς για τα ποσά άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε οντότητες που, κατά την ημερομηνία αυτή της αναφοράς αυτής, κατέχουν ποσά ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, που ανέρχονται σε τουλάχιστον 150 % της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

2.  Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 οντότητες υποβάλλουν:

α) 

τουλάχιστον σε εξαμηνιαία βάση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1, και

β) 

τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 1.

Ωστόσο, εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 οντότητες υποβάλλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συχνότερα.

4.  Οι παράγραφοι 1 και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις οντότητες των οποίων το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα πρόκειται να εκκαθαριστεί σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται τα ενιαία υποδείγματα για την υποβολή των εκθέσεων, οι οδηγίες και η μεθοδολογία για τον τρόπο χρήσης των εν λόγω υποδειγμάτων, η συχνότητα και οι ημερομηνίες υποβολής εκθέσεων, οι ορισμοί και οι λύσεις ΤΠ για την υποβολή εποπτικών εκθέσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

Τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προσδιορίζουν έναν τυποποιημένο τρόπο παροχής πληροφοριών για την κατάταξη των στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1 προς εφαρμογή σε εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σε κάθε κράτος μέλος.

Για τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας που υπόκεινται στο άρθρο 92α και το άρθρο 92β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αυτά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται, όπου αρμόζει, με τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 99 του εν λόγω κανονισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των ενιαίων μορφότυπων δημοσιοποίησης, της συχνότητας και των συναφών οδηγιών σύμφωνα με τις οποίες γίνονται οι δημοσιοποιήσεις που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 3.

Οι εν λόγω ενιαίοι μορφότυποι δημοσιοποίησης μεταφέρουν επαρκώς αναλυτικές και συγκρίσιμες πληροφορίες προκειμένου να αξιολογείται το προφίλ κινδύνου των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, καθώς και τον βαθμό συμμόρφωσής τους με την εφαρμοστέα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ. Οι μορφότυποι δημοσιοποίησης είναι σε μορφή πίνακα, όπου αρμόζει.

Για τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας που υπόκεινται στο άρθρο 92α και το άρθρο 92β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αυτά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται, όπου αρμόζει, με τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 434α του εν λόγω κανονισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Όταν έχουν εφαρμοστεί δράσεις εξυγίανσης ή έχει ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 59, οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 εφαρμόζονται από τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή του άρθρου 45στ κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 45ιγ.

Άρθρο 45ι

Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ

1.  Οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν οριστεί για κάθε οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία τους.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται τα ενιαία υποδείγματα για την υποβολή των εκθέσεων, οι οδηγίες και η μεθοδολογία για τον τρόπο χρήσης των εν λόγω υποδειγμάτων, η συχνότητα και οι ημερομηνίες υποβολής εκθέσεων, οι ορισμοί και οι λύσεις ΤΠ σχετικά με τον εντοπισμό και τη μετάδοση στην ΕΑΤ πληροφοριών από τις αρχές εξυγίανσης, κατόπιν συντονισμού με τις αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 45ια

Παραβιάσεις της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.  Οποιαδήποτε παραβίαση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ αντιμετωπίζεται από τις αρμόδιες αρχές με βάση τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

α) 

εξουσίες για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18·

β) 

εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 16α·

γ) 

μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

δ) 

μέτρα έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 27·

ε) 

διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα σύμφωνα με τα άρθρα 110 και 111.

Οι σχετικές αρχές δύνανται επίσης να διενεργούν αξιολόγηση του κατά πόσον το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, σύμφωνα με το άρθρο 32, 32α ή το άρθρο 33 κατά περίπτωση.

2.  Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης διαβουλεύονται μεταξύ τους, κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 45ιβ

Υποβολή εκθέσεων

1.  Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης, υποβάλλει ετησίως έκθεση στην Επιτροπή, παρέχοντας εκτιμήσεις για τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) 

πώς έχει εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ και ειδικότερα κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις στα επίπεδα που ορίστηκαν για συγκρίσιμες οντότητες σε όλα τα κράτη μέλη·

β) 

πώς έχει ασκηθεί η εξουσία που αναφέρεται στο άρθρο 45β παράγραφοι 4, 5 και 7 από τις αρχές εξυγίανσης και κατά πόσον υπήρξαν αποκλίσεις κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής μεταξύ των κρατών μελών·

γ) 

το συνολικό επίπεδο και τη σύνθεση των επιλέξιμων υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων και οντοτήτων, τα ποσά των μέσων που εκδίδονται κατά τη σχετική περίοδο και τα συμπληρωματικά ποσά που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις.

2.  Επιπλέον της ετήσιας έκθεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΤ υποβάλλει ανά τριετία έκθεση στην Επιτροπή με την οποία αξιολογεί τα εξής:

α) 

τον αντίκτυπο της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις και κάθε προτεινόμενου εναρμονισμένου επιπέδου της ελάχιστης απαίτησης όσον αφορά τα ακόλουθα:

i) 

τις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικά και, ειδικότερα, τις αγορές μη εξασφαλισμένων χρεωστικών τίτλων και παραγώγων·

ii) 

τα επιχειρηματικά μοντέλα και τη διάρθρωση του ισολογισμού των ιδρυμάτων, ιδίως δε το χρηματοδοτικό προφίλ και τη χρηματοδοτική στρατηγική των ιδρυμάτων, καθώς και τη νομική και λειτουργική δομή των ομίλων·

iii) 

την κερδοφορία των ιδρυμάτων, και ιδίως το κόστος της χρηματοδότησης·

iv) 

τη μεταφορά των ανοιγμάτων σε οντότητες που δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία·

v) 

την οικονομική καινοτομία·

vi) 

την επικράτηση μέσων ίδιων κεφαλαίων και επιλέξιμων μέσων μειωμένης εξασφάλισης καθώς και τη φύση και την εμπορευσιμότητα των μέσων αυτών·

vii) 

τη συμπεριφορά των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στοιχεία β), γ) και δ)·

viii) 

το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ)·

ix) 

τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν τα ιδρύματα ή οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις ελάχιστες απαιτήσεις, και ιδίως τον βαθμό συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις αυτές με απομόχλευση, έκδοση μακροπρόθεσμων χρεωστικών τίτλων και άντληση κεφαλαίων· και

x) 

το επίπεδο δανεισμού από ιδρύματα, με ιδιαίτερη έμφαση στη δανειοδότηση πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τοπικών αρχών, περιφερειακών κυβερνήσεων και φορέων του δημόσιου τομέα, καθώς και τη χρηματοδότηση του εμπορίου, συμπεριλαμβανομένης της δανειοδότησης στο πλαίσιο δημόσιων προγραμμάτων ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων·

β) 

την αλληλεπίδραση των ελάχιστων απαιτήσεων με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, τον συντελεστή μόχλευσης και τις απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ·

γ) 

την ικανότητα των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) να αντλούν αυτοτελώς κεφάλαια ή χρηματοδότηση από τις αγορές προκειμένου να συμμορφωθούν προς οποιεσδήποτε προτεινόμενες εναρμονισμένες ελάχιστες απαιτήσεις.

3.  Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 διαβιβάζεται στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του τελευταίου έτους που καλύπτεται από την έκθεση. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους που έπεται της ημερομηνίας εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καλύπτει τρία ημερολογιακά έτη και υποβάλλεται στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του τελευταίου έτους που καλύπτεται από την έκθεση. Η πρώτη έκθεση θα υποβληθεί στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022.

Άρθρο 45ιγ

Μεταβατικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις μετά την εξυγίανση

1.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 45 παράγραφος 1, οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο για τη συμμόρφωση ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) και δ) με τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή με απαίτηση λόγω της εφαρμογής του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, κατά περίπτωση. Η προθεσμία για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων και των οντοτήτων με τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή με απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7 είναι η 1η Ιανουαρίου 2024.

Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει ενδιάμεσα επίπεδα στόχων για τις απαιτήσεις των άρθρων 45ε ή 45στ ή για απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, κατά περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχουν επιτύχει έως την 1η Ιανουαρίου 2022 τα ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ). Τα επίπεδα ενδιάμεσου στόχου διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων προς την επίτευξη της απαίτησης.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ορίσει μεταβατική περίοδο που να λήγει μετά από την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν αυτό αιτιολογείται δεόντως και θεωρείται σκόπιμο με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 7, λαμβανομένων υπόψη των εξής:

α) 

της εξέλιξης της οικονομικής κατάστασης της οντότητας·

β) 

της προοπτικής ότι η οντότητα θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 45εή 45στ ή με απαίτηση λόγω της εφαρμογής του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7 σε εύλογο χρονικό διάστημα· και

γ) 

του κατά πόσον η οντότητα είναι σε θέση να αντικαταστήσει υποχρεώσεις που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή ληκτότητας που προβλέπονται στα άρθρα 72β και 72γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και στο άρθρο 45β ή το άρθρο 45στ παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, και, αν αυτό δεν συμβαίνει, του κατά πόσον η αδυναμία αυτή είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσεως ή οφείλεται σε διατάραξη στο σύνολο της αγοράς.

2.  Η προθεσμία για τη συμμόρφωση οντοτήτων με το ελάχιστο επίπεδο των απαιτήσεων του άρθρου 45γ παράγραφοι 5 και 6 είναι η 1η Ιανουαρίου 2022.

3.  Τα ελάχιστα επίπεδα των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 45γ παράγραφοι 5 και 6 δεν ισχύουν εντός των δύο ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία:

α) 

η οντότητα εξυγίανσης έχει εφαρμόσει το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα· ή

β) 

η οντότητα εξυγίανσης έχει εφαρμόσει εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β), μέσω του οποίου κεφαλαιακά μέσα και άλλες υποχρεώσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε κοινές μετοχές της κατηγορίας 1 ή έχει ασκηθεί εξουσία απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 59 σε σχέση με αυτή την οντότητα εξυγίανσης, προκειμένου να ανακεφαλαιοποιηθεί η οντότητα εξυγίανσης χωρίς χρήση εργαλείων εξυγίανσης.

4.  Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφοι 4 και 7, καθώς και στο άρθρο 45γ παράγραφοι 5 και 6, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται εντός της περιόδου των τριών ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης ή ο όμιλος του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι μέλος χαρακτηρίστηκαν ως GSII, ή η οντότητα εξυγίανσης περιέρχεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 45γ παράγραφοι 5 ή 6.

5.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 45 παράγραφος 1, οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 4ετ ή 45στ ή με απαίτηση λόγω της εφαρμογής του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, κατά περίπτωση, ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) στα οποία έχουν εφαρμοστεί εργαλεία εξυγίανσης ή η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59.

6.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 5, οι αρχές εξυγίανσης κοινοποιούν στο ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) προγραμματισμένη ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για κάθε δωδεκάμηνη περίοδο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, προκειμένου να διευκολύνεται η βαθμιαία αύξηση της ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της οντότητας. Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις ισοδυναμεί με το ποσό που καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, του άρθρου 45γ παράγραφος 5 ή 6, του άρθρου 45σε ή του άρθρου 45στ, κατά περίπτωση.

7.  Κατά τον καθορισμό των μεταβατικών περιόδων, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη:

α) 

την επικράτηση των καταθέσεων και την απουσία χρεωστικών τίτλων στο μοντέλο χρηματοδότησης·

β) 

την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές για τις επιλέξιμες υποχρεώσεις·

γ) 

τον βαθμό στον οποίο η οντότητα εξυγίανσης χρησιμοποιεί κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για την εκπλήρωση της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45ε.

8.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι αρχές εξυγίανσης δεν κωλύονται να αναθεωρήσουν εν συνεχεία είτε τη μεταβατική περίοδο είτε οποιαδήποτε προγραμματισμένη ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις γνωστοποιείται δυνάμει της παραγράφου 6.

▼B



Υποτμήμα 3

Εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα

Άρθρο 46

Εκτίμηση του ποσού διάσωσης με ίδια μέσα

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν εφαρμόζουν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, οι αρχές εξυγίανσης να προβαίνουν σε εκτίμηση βάσει αποτίμησης σύμφωνης με το άρθρο 36 του συνόλου:

α) 

κατά περίπτωση, του ποσού κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν οι επιλέξιμες απαιτήσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι μηδενική· και

β) 

κατά περίπτωση, του ποσού κατά το οποίο οι ►M3  υποχρεώσεων υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού ◄ πρέπει να μετατραπούν σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών τη