EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02005R0183-20190726

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 2005, περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2005/183/2019-07-26

02005R0183 — EL — 26.07.2019 — 005.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 183/2005 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 12ης Ιανουαρίου 2005

περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 035 της 8.2.2005, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 219/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 11ης Μαρτίου 2009

  L 87

109

31.3.2009

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 225/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 15ης Μαρτίου 2012

  L 77

1

16.3.2012

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2015/1905 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 22ας Οκτωβρίου 2015

  L 278

5

23.10.2015

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/1243 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Ιουνίου 2019

  L 198

241

25.7.2019




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 183/2005 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 12ης Ιανουαρίου 2005

περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός ορίζει:

α) γενικούς κανόνες για την υγιεινή των ζωοτροφών·

β) όρους και κανόνες για την εξασφάλισηιχνηλασιμότητας των ζωοτροφών·

γ) όρους και ρυθμίσεις για εγγραφή και έγκριση επιχειρήσεων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται:

α) στις δραστηριότητες των υπευθύνων επιχειρήσεων ζωοτροφών σε όλα τα στάδια, από την πρωτογενή παραγωγή ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής, έως και τη διάθεση των ζωοτροφών στην αγορά·

β) στη σίτιση ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων·

γ) στις εισαγωγές και τις εξαγωγές ζωοτροφών από και προς τρίτες χώρες.

2.  Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α) στην ιδιωτική οικιακή παραγωγή ζωοτροφών:

i) για ζώα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων με σκοπό την ιδιωτική οικιακή κατανάλωση

και

ii) για ζώα που δεν εκτρέφονται με σκοπό την παραγωγή τροφίμων·

β) στη σίτιση ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων με σκοπό την ιδιωτική οικιακή κατανάλωση ή για τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων ( 1

γ) στη σίτισηζώων που δεν εκτρέφονται με σκοπό την παραγωγή τροφίμων·

δ) στην άμεση διάθεση μικρών ποσοτήτων πρωτογενούς παραγωγής ζωοτροφών σε τοπικό επίπεδο από τον παραγωγό σε τοπικά αγροκτήματα προς χρήση στα αγροκτήματα αυτά·

ε) στη λιανική πώληση τροφών για ζώα συντροφιάς.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες και οδηγίες που διέπουν τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στην παράγραφο 2. Οι εθνικοί αυτοί κανόνες και οδηγίες εξασφαλίζουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 σε συνδυασμό με τους ακόλουθους ειδικούς ορισμούς:

α) «υγιεινή των ζωοτροφών»: τα μέτρα και οι όροι που είναι αναγκαία για τον έλεγχο των πηγών κινδύνου και για την εξασφάλιση της καταλληλότητας μιας ζωοτροφής για κατανάλωση από τα ζώα, λαμβανομένης υπόψη της σκοπούμενης χρήσης τους·

β) «υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη να εξασφαλίζει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού στην επιχείρηση ζωοτροφών για την οποία είναι υπεύθυνος·

γ) «πρόσθετες ύλες ζωοτροφών»: ουσίες ή μικροοργανισμοί η χρήση των οποίων στη διατροφή των ζώων έχει εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων ( 2

δ) «επιχείρηση»: οποιαδήποτε μονάδα μιας επιχείρησης ζωοτροφών·

ε) «αρμόδια αρχή»: η αρχή ενός κράτους μέλους ή τρίτης χώρας η οποία έχει οριστεί να πραγματοποιεί επίσημους ελέγχους·

στ) «πρωτογενής παραγωγή ζωοτροφών»: η παραγωγή γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα της καλλιέργειας, της συγκομιδής, του αρμέγματος, της εκτροφής ζώων (πριν από τη σφαγή τους) ή της αλιείας που δίνουν αποκλειστικά προϊόντα τα οποία δεν υφίστανται καμία άλλη διεργασία μετά από τη συγκομιδή, τη συλλογή ή την αλίευσή τους, πέραν της απλής φυσικής επεξεργασίας.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 4

Γενικές υποχρεώσεις

1.  Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών εξασφαλίζουν ότι όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής υπό τον έλεγχό τους εκτελούνται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, την εθνική νομοθεσία που είναι συμβατή προς αυτήν καιτις ορθές πρακτικές, και ειδικότερα ότιπληρούν όλες τις σχετικές απαιτήσεις υγιεινής που θεσπίζει ο παρών κανονισμός.

2.  Κατά τη σίτιση ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων, οι γεωργοί λαμβάνουν μέτρα και υιοθετούν διαδικασίες για να διατηρείται ο κίνδυνος βιολογικής, χημικής και φυσικής μόλυνσης των ζωοτροφών, των ζώων και των ζωικών προϊόντων στο χαμηλότερο ευλόγως εφικτό επίπεδο.

Άρθρο 5

Ειδικές υποχρεώσεις

1.  Για τις εργασίες στο επίπεδο της πρωτογενούς παραγωγής ζωοτροφών και για τις ακόλουθες σχετικές εργασίες:

α) μεταφορά, αποθήκευση και χειρισμός των πρωτογενών προϊόντων στον τόπο παραγωγής·

β) εργασίες μεταφοράς για την παράδοση των πρωτογενών προϊόντων, από τον τόπο παραγωγής στην επιχείρηση·

γ) ανάμειξη ζωοτροφών για τις αποκλειστικές ανάγκες της οικείας εκμετάλλευσης χωρίς χρήση προσθέτων υλών ή προμειγμάτων πλην των προσθέτων υλών ενσίρωσης,

οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών τηρούν τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, όταν αυτές είναι σχετικές με τις διεξαγόμενες εργασίες.

2.  Για εργασίες πλην εκείνων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένης της ανάμειξης ζωοτροφών για τις αποκλειστικές ανάγκες των εκμεταλλεύσεών τους όταν χρησιμοποιούν πρόσθετες ύλες ή προμείγματα πρόσθετων υλών πλην των πρόσθετων υλών ενσίρωσης, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών τηρούν τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ όταν αυτές είναι σχετικές με τις διεξαγόμενες εργασίες.

3.  Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών:

α) τηρούν ειδικά μικροβιολογικά κριτήρια·

β) λαμβάνουν μέτρα ή υιοθετούν διαδικασίες που απαιτούνται για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

▼M4

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30α με σκοπό τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού καθορίζοντας τα κριτήρια και τους στόχους που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

▼B

4.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών μπορούν να χρησιμοποιούν τους οδηγούς που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ για να βοηθούνται στην τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

5.  Κατά τη σίτιση των ζώων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων, οι γεωργοί συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ.

6.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών και οι γεωργοί προμηθεύονται και χρησιμοποιούν ζωοτροφές μόνον από εγκαταστάσεις οι οποίες είναι εγγεγραμμένες ή/και έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 6

Σύστημα ανάλυσης κινδύνων και κρίσιμων σημείων ελέγχου (ΗΑCCP)

1.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών οι οποίοι διεξάγουν εργασίες πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, σχεδιάζουν, εφαρμόζουν και διατηρούν μόνιμη γραπτή διαδικασία ή διαδικασίες οι οποίες βασίζονται στις αρχές του ΗΑCCP.

2.  Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι οι ακόλουθες:

α) εντοπίζονται οι τυχόν κίνδύνοι οι οποίοι πρέπει να προλαμβάνονται, να εξαλείφονται ή να μειώνονται σε αποδεκτά επίπεδα·

β) εντοπίζονται τα κρίσιμα σημεία ελέγχου στο ή τα στάδια στα οποία ο έλεγχος είναι ουσιαστικής σημασίας για την πρόληψη ή την εξάλειψη ενός κινδύνου ή για τη μείωσή του σε αποδεκτά επίπεδα·

γ) καθορίζονται κρίσιμα όρια σε κρίσιμα σημεία ελέγχου με τα οποία χωρίζεται το αποδεκτό από το μη αποδεκτό όσον αφορά την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση των εντοπιζόμενων κινδύνων·

δ) καθορίζονται και εφαρμόζονται ουσιαστικές διαδικασίες παρακολούθησης στα κρίσιμα σημεία ελέγχου·

ε) καθορίζονται διορθωτικά μέτρα, όταν η παρακολούθηση υποδεικνύει ότι ένα κρίσιμο σημείο ελέγχου βρίσκεται εκτός ελέγχου·

στ) καθιερώνονται διαδικασίες για να εξακριβώνεται ότι τα μέτρα που περιγράφονται στα σημεία α) έως ε) είναι πλήρη καιλειτουργούν όντως. Οι διαδικασίες εξακρίβωσης εκτελούνται τακτικά·

ζ) καταρτίζονται έγγραφα και αρχεία ανάλογα με τη φύση και το μέγεθος των επιχειρήσεων ζωοτροφών για να αποδεικνύεται η πραγματική εφαρμογή των μέτρων που περιγράφονται στα στοιχεία α) έως στ).

3.  Όταν πραγματοποιούνται τροποποιήσεις σε προϊόν, σε διαδικασία ή σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της αποθήκευσης και της διανομής, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών επανεξετάζουν τη διαδικασία και επιφέρουν τις απαιτούμενες αλλαγές.

4.  Στο πλαίσιο του συστήματος διαδικασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών μπορούν να χρησιμοποιούν οδηγούς ορθής πρακτικής σε συνδυασμό με οδηγούς για την εφαρμογή των αρχών του HACCP, οι οποίοι καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20.

5.  Με τη διαδικασία του άρθρου 31 παράγραφος 2, είναι δυνατόν να λαμβάνονται μέτρα για τη διευκόλυνση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου, τα οποία να αφορούν και τις μικρές επιχειρήσεις.

Άρθρο 7

Έγγραφα σχετικά με το σύστημα HACCP

1.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών:

α) παρέχουν στην αρμόδια αρχή στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με το άρθρο 6 στη μορφή που καθορίζει η αρμόδια αρχή·

β) εξασφαλίζουν ότι τα έγγραφα που περιγράφουν τις διαδικασίες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 ενημερώνονται διαρκώς με τα πρόσφατα δεδομένα.

2.  Η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη της τη φύση και το μέγεθος των επιχειρήσεων ζωοτροφών κατά τον καθορισμό απαιτήσεων σχετικά με τη μορφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

3.  Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου μπορούν να θεσπίζονταιμε τη διαδικασία του άρθρου 31 παράγραφος 2. Οι λεπτομέρειες αυτές μπορούν να διευκολύνουν την εφαρμογή των αρχών του HACCP, που θεσπίζονται βάσει του κεφαλαίου ΙΙΙ, από ορισμένους υπευθύνους επιχειρήσεων ζωοτροφών με σκοπό τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφος 1.

Άρθρο 8

Οικονομικές εγγυήσεις

1.  Για να προετοιμάσει ένα ουσιαστικό σύστημα οικονομικών εγγυήσεων για τους υπευθύνους επιχειρήσεων ζωοτροφών, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για τις οικονομικές εγγυήσεις στον τομέα των ζωοτροφών μέχρι 8ης Φεβρουαρίου 2006. Εκτός από την εξέταση των ισχυουσών εθνικών νομικών διατάξεων, συστημάτων και πρακτικών σχετικά με την ευθύνη τον τομέα των ζωοτροφών και σε συναφείς τομείς η έκθεση θα συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από νομοθετικές προτάσεις για ένα τέτοιο εφικτό και εφαρμόσιμο σύστημα σε επίπεδο Κοινότητος. Οι εγγυήσεις αυτές θα πρέπει να προβλέπουν την κάλυψη του συνολικού κόστους για το οποίο θα μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ως άμεση συνέπεια απόσυρσης από την αγορά, επεξεργασίας ή/και καταστροφής ζωοτροφών, ζώων ή τροφίμων που παράχθηκαν με αυτές.

2.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών θα είναι υπεύθυνοι για οιαδήποτε παράβαση της σχετικής νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών, οι δε υπεύθυνοι επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 2, θα αποδεικνύουν ότι καλύπτονται από τις οικονομικές εγγυήσεις που απαιτούνται βάσει των κοινοτικών νομοθετικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 9

Επίσημοι έλεγχοι, κοινοποίηση και εγγραφή

1.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την οικεία κοινοτική νομοθεσία και την εθνική νομοθεσία που είναι συμβατή προς αυτήν.

2.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών:

α) κοινοποιούν στην κατάλληλη αρμόδια αρχή τις επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό τον έλεγχό τους σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της αποθήκευσης, της μεταφοράς ή της διανομής ζωοτροφών, σύμφωνα με τη μορφή που καθορίζει η αρμόδια αρχή με σκοπό την εγγραφή τους·

β) παρέχουν στην αρμόδια αρχή ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε επιχείρηση υπό τον έλεγχό τους όπως αναφέρεται στο στοιχείο α). Στην ενημέρωση αυτή, συμπεριλαμβάνεται η κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή οποιασδήποτε σημαντικής αλλαγής των δραστηριοτήτων, καθώς και η παύση λειτουργίας υφιστάμενων επιχειρήσεων.

3.  Η αρμόδια αρχή διατηρεί αρχείο ή αρχεία επιχειρήσεων.

Άρθρο 10

Έγκριση των επιχειρήσεων του κλάδου ζωοτροφών

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις υπό τον έλεγχό τους, που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό, εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή όταν:

1. οι επιχειρήσεις αυτές διεξάγουν μια από τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α) παρασκευάζουν ή/και διαθέτουν στην αγορά πρόσθετες ύλες ζωοτροφών που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 ή προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 82/471/ΕΟΚ και που αναφέρονται στο κεφάλαιο 1 του παραρτήματος ΙV του παρόντος κανονισμού·

β) παρασκευάζουν ή/και διαθέτουν στην αγορά προμείγματα που παρασκευάζονται με πρόσθετες ύλες ζωοτροφών που αναφέρονται στο κεφάλαιο 2 του παραρτήματος ΙV του παρόντος κανονισμού·

γ) παρασκευάζουν για διάθεση στην αγορά ή παράγουν για τις αποκλειστικές ανάγκες των εκμεταλλεύσεών τους, σύνθετες ζωοτροφές χρησιμοποιώντας πρόσθετες ύλες ζωοτροφών ή προμείγματα που περιέχουν πρόσθετες ύλες ζωοτροφών και που αναφέρονται στο κεφάλαιο 3 του παραρτήματος ΙV του παρόντος κανονισμού·

2. η έγκριση απαιτείται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η επιχείρηση,

ή

▼M4

3. η έγκριση απαιτείται δυνάμει κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού τον οποίο η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει σύμφωνα με το άρθρο 30α με σκοπό τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού.

▼B

Άρθρο 11

Προϋποθέσεις

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών δεν ενεργούν χωρίς:

α) την εγγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 9,

ή

β) την έγκριση, όταν απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 10.

Άρθρο 12

Πληροφορίες σχετικά με τους εθνικούς κανόνες έγκρισης

Τα κράτη μέλη που απαιτούν την έγκριση, δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 2, ορισμένων επιχειρήσεων που βρίσκονται στην επικράτειά τους ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες.

Άρθρο 13

Έγκριση επιχειρήσεων

1.  Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τις επιχειρήσεις μόνον όταν αποδεικνύεται, κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης πριν από την έναρξη οποιασδήποτε δραστηριότητας, ότι τηρούν τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.  Η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγεί έγκριση υπό όρους εάν, από την επιτόπου επίσκεψη, κρίνεται ότι η επιχείρηση ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις υποδομής και εξοπλισμού. Η αρμόδια αρχή χορηγεί πλήρη έγκριση μόνον εάν, από νέα επιτόπου επίσκεψη που διεξάγεται τρεις μήνες μετά από την έγκριση υπό όρους, κρίνεται ότι η επιχείρηση ανταποκρίνεται στις άλλες απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εάν έχει σημειωθεί σαφής πρόοδος αλλά η επιχείρηση εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται σε όλες αυτές τις απαιτήσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την ισχύ της υπό όρους έγκρισης. Ωστόσο, η υπό όρους έγκριση δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες συνολικά.

Άρθρο 14

Αναστολή της εγγραφής ή της έγκρισης

Η αρμόδια αρχή αναστέλλει προσωρινά την εγγραφή ή την έγκριση επιχείρησης για μία, περισσότερες ή όλες τις δραστηριότητές της όταν διαπιστώνεται ότι η επιχείρηση δεν τηρεί πλέον τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τις δραστηριότητες αυτές.

Η αναστολή αυτή ισχύει μέχρις ότου η επιχείρηση συμμορφωθεί εκ νέου με τις προϋποθέσεις αυτές. Όταν οι προϋποθέσεις αυτές δεν εκπληρωθούν εντός ενός έτους, εφαρμόζεται το άρθρο 15.

Άρθρο 15

Ανάκληση της εγγραφής ή της έγκρισης

Η αρμόδια αρχή ανακαλεί την εγγραφή ή την έγκριση επιχείρησης για μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητές της όταν:

α) η επιχείρηση παύσει μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητές της,

β) διαπιστώνεται ότι η επιχείρηση δεν συμμορφώθηκε με τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους,

γ) εντοπίζει σοβαρές ελλείψεις ή πρέπει να σταματά επανειλημμένα την παραγωγή επιχείρησης και ο υπεύθυνος της επιχείρησης ζωοτροφών δεν είναι σε θέση να παράσχει κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά τη μελλοντική παραγωγή.

Άρθρο 16

Τροποποιήσεις στην εγγραφή ή την έγκριση μιας επιχείρησης

Η αρμόδια αρχή τροποποιεί, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, την εγγραφή ή την έγκριση μιας επιχείρησης όταν η επιχείρηση αποδεικνύει την ικανότητά της να αναπτύξει πρόσθετες δραστηριότητες σε σχέση με τις δραστηριότητες για τις οποίες χορηγήθηκε η αρχική εγγραφή ή έγκριση ή δραστηριότητες που τις αντικαθιστούν.

Άρθρο 17

Εξαιρέσεις από τις επιτόπιες επισκέψεις

1.  Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση να διενεργούν επιτόπιες επισκέψεις, όπως προβλέπονται στο άρθρο 13, στις επιχειρήσεις ζωοτροφών οι οποίες απλώς εμπορεύονται τα προϊόντα χωρίς να τα κρατούν στις εγκαταστάσεις τους.

2.  Οι εν λόγω επιχειρήσεις ζωοτροφών υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή δήλωση, με μορφή που αποφασίζει η αρμόδια αρχή, με την οποία βεβαιώνουν ότι οι ζωοτροφές που διαθέτουν στην αγορά συμμορφώνονται με τους όρους του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 18

Μεταβατικά μέτρα

1.  Οι επιχειρήσεις και οι ενδιάμεσοι που εγκρίνονται ή/και εγγράφονται σύμφωνα με την οδηγία 95/69/ΕΚ μπορούν να συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους υπό τον όρο ότι υποβάλλουν, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2006, στην κατάλληλη αρμόδια αρχή, στην περιοχή της οποίας βρίσκονται οι εγκαταστάσεις τους, σχετική κοινοποίηση.

2.  Οι επιχειρήσεις και οι ενδιάμεσοι για τους οποίους δεν απαιτείται ούτε εγγραφή ούτε έγκριση σύμφωνα με την οδηγία 95/69/ΕΚ αλλά απαιτείται εγγραφήσύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορούν να συνεχίζουν τις δραστηριότητες τους υπό τον όρο ότι υποβάλλουν, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2006, στην κατάλληλη αρμόδια αρχή, στην περιοχή της οποίας βρίσκονται οι εγκαταστάσεις τους, αίτηση εγγραφής.

3.  Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2008 ο αιτών πρέπει να δηλώσει, με μορφή που αποφασίζει η αρμόδια αρχή, ότι τηρούνται οι όροι του παρόντος κανονισμού.

4.  Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα ήδη υφιστάμενα συστήματα για τη συλλογή δεδομένων και ζητούν από τον κοινοποιούντα ή τον αιτούντα να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες που αποδεικνύουν συμμόρφωση προς του όρους του παρόντος κανονισμού. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρούν αίτηση κατά την παράγραφο 2, την κοινοποίηση που πραγματοποιήθηκε βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004.

Άρθρο 19

Κατάλογος εγγεγραμμένων και εγκεκριμένων επιχειρήσεων

1.  Για κάθε δραστηριότητα, η αρμόδια αρχή καταχωρεί σε εθνικό κατάλογο ή καταλόγους τις επιχειρήσεις που έχει εγγράψεισύμφωνα με το άρθρο 9.

2.  Οι επιχειρήσεις που εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 13, καταχωρούνται σε εθνικό κατάλογο με ατομικό αριθμό αναγνώρισης.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ενημέρωση του καταλόγου επιχειρήσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και 2σύμφωνα με τις αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 14, 15 και 16 για την αναστολή, ανάκληση ή τροποποίηση της εγγραφής ήέγκρισης.

4.  Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρέπει να καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος V κεφάλαιο Ι.

5.  Ο αριθμός έγκρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τηρεί τη μορφή που καθορίζεται στο παράρτημα V κεφάλαιο ΙΙ.

6.  Η Επιτροπή ενοποιεί και δημοσιοποιεί το τμήμα των καταλόγων των κρατών μελών που περιλαμβάνει τον κατάλογο των επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2007 και στη συνέχεια τον ενοποιημένο κατάλογο το αργότερο έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους. Ο κατάλογος λαμβάνει υπόψη τις τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους.

7.  Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τον κατάλογο ή τους καταλόγους των επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΟΔΗΓΟΙ ΟΡΘΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Άρθρο 20

Κατάρτιση, διάδοση και χρήση των οδηγών

1.  Η Επιτροπήπροωθεί τη σύνταξη κοινοτικών οδηγών ορθών πρακτικών στον κλάδο των ζωοτροφών καθώς και για την εφαρμογή των αρχών του HACCP σύμφωνα με το άρθρο 22.

Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη προωθούν την κατάρτιση εθνικών οδηγών, σύμφωνα με το άρθρο 21.

2.  Οι αρμόδιες αρχές προωθούν τη διάδοση και τη χρήση των εθνικών και των κοινοτικών οδηγών.

3.  Ωστόσο, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών μπορούν να χρησιμοποιούν εθελοντικά τους οδηγούς αυτούς.

Άρθρο 21

Εθνικοί οδηγοί

1.  Όταν καταρτίζονται εθνικοί οδηγοί ορθής πρακτικής, οι οδηγοί αυτοί καταρτίζονται και διανέμονται από τον κλάδο των επιχειρήσεων ζωοτροφών:

α) σε διαβούλευση με εκπροσώπους των μερών, τα συμφέροντα των οποίων μπορεί να επηρεασθούν σημαντικά, όπως οι αρμόδιες αρχές και οι ομάδες χρηστών·

β) λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κωδίκων πρακτικής του Codex Alimentarius

και

γ) όταν αφορούν πρωτογενή παραγωγή ζωοτροφών, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο παράρτημα Ι.

2.  Τα κράτη μέλη αξιολογούν τους εθνικούς οδηγούς για να εξασφαλίσουν ότι:

α) καταρτίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β) το περιεχόμενό τους είναι δυνατό να εφαρμοστεί στους τομείς τους οποίους αφορούν

και

γ) είναι κατάλληλοι ως οδηγοί συμμόρφωσης με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 στους τομείς ή/και για τις ζωοτροφές που αφορούν.

3.  Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τους εθνικούς οδηγούς στην Επιτροπή.

4.  Η Επιτροπή θεσπίζει και εφαρμόζει σύστημα εγγραφής των οδηγών αυτών το οποίο θέτει στη διάθεση των κρατών μελών.

Άρθρο 22

Κοινοτικοί οδηγοί

1.  Πριν καταρτιστούν κοινοτικοί οδηγοί ορθών πρακτικών υγιεινής ή εφαρμογής των αρχών του HACCP, η Επιτροπή διαβουλεύεται με την επιτροπή του άρθρου 31 παράγραφος 1. Στόχος της διαβούλευσης είναι να εκτιμηθεί η ανάγκη έκδοσης των εν λόγω οδηγών, το πεδίο εφαρμογής και το θέμα τους.

2.  Κατά τη σύνταξη των κοινοτικών οδηγών η Επιτροπή μεριμνά ώστε να καταρτίζονται και να διαδίδονται:

α) σε διαβούλευση με τους κατάλληλους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού τομέα επιχειρήσεων ζωοτροφών καθώς και των άλλων ενδιαφερομένων, όπως είναι οι ενώσεις καταναλωτών·

β) σε συνεργασία με τα μέρη, τα συμφέροντα των οποίων μπορεί να επηρεαστούν σημαντικά, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών.

3.  Κατά την κατάρτιση και διάδοση των κοινοτικών οδηγών συνεκτιμώνται:

α) οι σχετικοί κώδικες πρακτικής του Codex Alimentarius

και

β) οι απαιτήσεις του παραρτήματος Ι, όταν οι οδηγοί αφορούν την πρωτογενή παραγωγή ζωοτροφών.

4.  Η επιτροπή του άρθρου 31 παράγραφος 1, αξιολογεί τα σχέδια κοινοτικών οδηγών για να εξασφαλίσει ότι:

α) καταρτίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3·

β) το περιεχόμενό τους είναι δυνατό να εφαρμοστεί σε όλη την Κοινότητα για τους τομείς τους οποίους αφορούν

και

γ) είναι κατάλληλοι ως οδηγοί συμμόρφωσης με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 στους τομείς ή/και για τις ζωοτροφές που αφορούν.

5.  Η Επιτροπή καλεί την επιτροπή του άρθρου 31 παράγραφος 1 να αναθεωρεί περιοδικά τους κοινοτικούς οδηγούς που καταρτίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε συνεργασία με τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Σκοπός της εν λόγω αναθεώρησης είναι να διασφαλιστεί ότι οι οδηγοί αυτοί εξακολουθούν να διατηρούν τη δυνατότητα εφαρμογής τους καθώς και για να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις.

6.  Οι τίτλοι και τα στοιχεία των κοινοτικών οδηγών που καταρτίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δημοσιεύονται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ

Άρθρο 23

Εισαγωγές

1.  Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών που εισάγουν ζωοτροφές από τρίτες χώρες εξασφαλίζουν ότι η εισαγωγή πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

α) η τρίτη χώρα αποστολής εμφαίνεται σε κατάλογο τρίτων χωρών από τις οποίες επιτρέπονται οι εισαγωγές ζωοτροφών, ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004·

β) η επιχείρηση αποστολής εμφαίνεται σε κατάλογο επιχειρήσεων από τις οποίες επιτρέπονται οι εισαγωγές ζωοτροφών, ο οποίος καταρτίζεται και ενημερώνεται από την τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004·

γ) οι ζωοτροφές έχουν παραχθείαπό την επιχείρηση αποστολής ή απόάλλη επιχείρηση η οποία εμφαίνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο β), ή στην Κοινότητα

και

δ) οι ζωοτροφές τηρούν:

i) τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και κάθε άλλη κοινοτική πράξη που θεσπίζει κανόνες για ζωοτροφές,

ή

ii) τους όρους που αναγνωρίζονται ως τουλάχιστον ισοδύναμοι από την Κοινότητα,

ή

iii) όταν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της χώρας εξαγωγής, τις απαιτήσεις που προβλέπονται στη σχετική συμφωνία.

2.  Είναι δυνατόν να εκδίδεται υπόδειγμα πιστοποιητικού εισαγωγής με τη διαδικασία του άρθρου 31 παράγραφος 2.

Άρθρο 24

Προσωρινά μέτρα

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 33 και μέχρις ότου καταρτιστούν οι κατάλογοι που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), εξακολουθούν να επιτρέπονται οι εισαγωγές υπό τους όρους του άρθρου 6 της οδηγίας 98/51/ΕΚ.

Άρθρο 25

Εξαγωγές

Οι ζωοτροφές, συμπεριλαμβανομένων των ζωοτροφών για ζώα που δεν εκτρέφονται για να παράγουν τρόφιμα, οι οποίες παράγονται στην Κοινότητα προκειμένου να διατεθούν στην αγορά τρίτων χωρών, πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26

Εκτελεστικά μέτρα

Εκτελεστικά μέτρα είναι δυνατόν να λαμβάνονται με τη διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφος 2.

▼M1

Άρθρο 27

Τροποποίηση των παραρτημάτων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ

Τα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ μπορούν να τροποποιούνται προκειμένου να ληφθούν υπόψη:

α) η ανάπτυξη κωδικών ορθής πρακτικής·

β) η πείρα που έχει αποκομιστεί από την εφαρμογή των συστημάτων που βασίζονται στο HACCP, σύμφωνα με το άρθρο 6·

γ) οι τεχνολογικές εξελίξεις·

δ) οι επιστημονικές συμβουλές, ιδίως η αξιολόγηση νέων κινδύνων·

ε) ο καθορισμός νέων στόχων σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών·

και

στ) η εξέλιξη των απαιτήσεων που αφορούν συγκεκριμένες εργασίες.

▼M4

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30α, για την τροποποίηση των παραρτημάτων I, ΙΙ και ΙΙΙ.

Άρθρο 28

Παρεκκλίσεις από τα παραρτήματα I, II και ΙΙΙ

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30α με σκοπό τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη χορήγηση παρεκκλίσεων από τα παραρτήματα I, II και ΙΙΙ, για ειδικούς λόγους, υπό τον όρο ότι οι παρεκκλίσεις αυτές δεν θίγουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

▼B

Άρθρο 29

Σύστημα ταχείας προειδοποίησης

Εφόσον συγκεκριμένη ζωοτροφή, συμπεριλαμβανομένων των ζωοτροφών για ζώα που δεν εκτρέφονται για την παραγωγή τροφίμων, παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των ζώων ή την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

Άρθρο 30

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για την παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η εκτέλεσή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή το αργότερο στις 8ης Φεβρουαρίου 2007, καθώς και χωρίς καθυστέρηση οποιεσδήποτε επακόλουθες τροποποιήσεις τις επηρεάζουν.

▼M4

Άρθρο 30α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 παράγραφος 3, το άρθρο 10 σημείο 3, το άρθρο 27 και το άρθρο 28 εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 26 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, στο άρθρο 10 σημείο 3), στο άρθρο 27 και στο άρθρο 28 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.  Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου ( 3 ).

5.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 3, του άρθρου 10 σημείο 3), του άρθρου 27 και του άρθρου 28 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

▼B

Άρθρο 31

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων (η οποία στο εξής αποκαλείται «επιτροπή»), που συστήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

2.  Όταν γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 32

Διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων

Η Επιτροπή διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και το οποίο θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο για τη δημόσια υγεία, και ιδίως πριν προτείνει κριτήρια ή στόχους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3.

Άρθρο 33

Κατάργηση

Από την 1η Ιανουαρίου 2006 καταργούνται οι παρακάτω οδηγίες, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών που αφορούν τις προθεσμίες μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο:

α) οδηγία 95/69/ΕΚ·

β) οδηγία 98/51/ΕΚ.

Άρθρο 34

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2006.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

ΜΕΡΟΣ Α

Απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις ζωοτροφών στο επίπεδο της πρωτογενούς παραγωγής ζωοτροφών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1

Ι.   Διατάξεις υγιεινής

1. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών στην πρωτογενή παραγωγή ζωοτροφών εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση και η εκτέλεση των δραστηριοτήτων τους γίνεται κατά τρόπο που να προλαμβάνονται, να εξαλείφονται ή να ελαχιστοποιούνται οι πηγές κινδύνου που δύνανται να θίξουν την ασφάλεια των ζωοτροφών.

2. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών εξασφαλίζουν, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ότι τα πρωτογενή προϊόντα που παράγονται, παρασκευάζονται, καθαρίζονται, συσκευάζονται, αποθηκεύονται και μεταφέρονται υπό την ευθύνη τους προστατεύονται κατά της μόλυνσης και της αλλοίωσης.

3. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών τηρούν τις υποχρεώσεις των σημείων 1 και 2 συμμορφούμενοι με τις κατάλληλες κοινοτικές και εθνικές νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο των πηγών κινδύνου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:

i) μέτρα για τον έλεγχο επικίνδυνων μολύνσεων, όπως αυτέςπου προέρχονται από τον αέρα, το έδαφος, το νερό, τα λιπάσματα, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, τα βιοκτόνα, και τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και από το χειρισμό και τη διάθεση των αποβλήτων

και

ii) μέτρα σχετικά με την υγεία των φυτών, την υγεία των ζώων και το περιβάλλον που έχουν επιπτώσεις για την ασφάλεια των ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των ζωονόσων και των ζωονοσογόνων παραγόντων.

4. Ανάλογα με την περίπτωση, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως δε:

α) για να διατηρούν καθαρές και, όταν κρίνεται αναγκαίο μετά τον καθαρισμό, να απολυμαίνουν καταλλήλως τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, τα δοχεία, τους κλωβούς και τα οχήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή, την παρασκευή, τη διαλογή, τη συσκευασία, την αποθήκευση και τη μεταφορά των ζωοτροφών·

β) για να εξασφαλίζουν, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, συνθήκες υγιεινής παραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης καθώς και καθαριότητας των ζωοτροφών·

γ) για να χρησιμοποιούν καθαρό νερό όπου είναι απαραίτητο για να αποτρέπονται οι επικίνδυνες μολύνσεις·

δ) για να προλαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού, τις επικίνδυνες μολύνσεις από ζώα και παράσιτα·

ε) να αποθηκεύουν και να χειρίζονται χωριστά και με ασφάλεια τα απόβλητα και τις επικίνδυνες ουσίες ώστε να προλαμβάνουν την επικίνδυνη μόλυνση·

στ) για να εξασφαλίζεται ότι τα υλικά συσκευασίας δεν αποτελούν πηγή επικίνδυνηςμόλυνσης των ζωοτροφών·

ζ) να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα των σχετικών αναλύσεων που πραγματοποιούνται σε δείγματα που λαμβάνονται από πρωτογενή προϊόντα ή άλλα δείγματα που έχουν σημασία για την ασφάλεια των ζωοτροφών.

ΙΙ.   Τήρηση αρχείων

1. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών τηρούν αρχείο σχετικά με τα μέτρα που θεσπίζουν για τον έλεγχο των πηγών κινδύνου με τον δέοντα τρόπο και για τη δέουσα περίοδο, σε συνάρτηση με τη φύση και το μέγεθος των επιχειρήσεων ζωοτροφών. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών πρέπει να διαθέτουν τις πληροφορίες που περιέχει το ανωτέρω αρχείο στην αρμόδια αρχή.

2. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών πρέπει ιδιαιτέρως να τηρούν αρχείο σχετικά με:

α) τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων·

β) τη χρήση γενετικώς τροποποιημένων σπόρων·

γ) οποιαδήποτε εμφάνιση επιβλαβών οργανισμών ή εκδήλωση ασθενειών που μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια των πρωτογενών προϊόντων·

δ) τα αποτελέσματα των αναλύσεων που ενδεχομένως πραγματοποιούνται σε δείγματα που λαμβάνονται από πρωτογενή προϊόντα ή σε άλλα δείγματα που λαμβάνονται για διαγνωστικούς σκοπούς, και που έχουν σημασία για την ασφάλεια των ζωοτροφών·

ε) την πηγή και την ποσότητα κάθε εισροής ζωοτροφών και τον προορισμό και την ποσότητα για κάθε εκροή ζωοτροφών.

3. Άλλα άτομα, όπως κτηνίατροι, γεωπόνοι και γεωτεχνικοί, μπορούν να επικουρούν τους υπευθύνους επιχειρήσεων ζωοτροφών στην τήρηση των μητρώων σχετικά με τις δραστηριότητες που διεξάγουν στις εκμεταλλεύσεις.

ΜΕΡΟΣ Β

Συστάσεις για οδηγούς ορθών πρακτικών

1. Όταν συντάσσονται οι εθνικοί και οι κοινοτικοί οδηγοί που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού περιέχουν καθοδήγηση όσον αφορά τις ορθές πρακτικές για τον έλεγχο των πηγών κινδύνου της πρωτογενούς παραγωγής ζωοτροφών.

2. Οι οδηγοί ορθών πρακτικών περιλαμβάνουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις πηγές κινδύνου που ενδέχεται να προκύψουν στην πρωτογενή παραγωγή ζωοτροφών και σχετικά με τις ενέργειες για τον έλεγχο των πηγών κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων μέτρων που καθορίζονται στην κοινοτική και την εθνική νομοθεσία ή στα εθνικά και κοινοτικά προγράμματα, όπως:

α) ο έλεγχος μόλυνσης όπως οι μυκοτοξίνες, τα βαρέα μέταλλα και τα ραδιενεργά υλικά·

β) η χρήση νερού, οργανικών αποβλήτων και λιπασμάτων·

γ) η ορθή και ενδεδειγμένη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων και η ιχνηλασιμότητά τους·

δ) η ορθή και ενδεδειγμένη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων και πρόσθετων υλών ζωοτροφών και η ιχνηλασιμότητά τους·

ε) η (παρασκευή, αποθήκευση και) ιχνηλασιμότητα των ζωοτροφών·

στ) η ορθή διάθεση των νεκρών ζώων, αποβλήτων και περιττωμάτων·

ζ) προστατευτικά μέτρα για να εμποδίζεται η εμφάνιση μεταδοτικών ασθενειών που μεταδίδονται στα ζώα από τις ζωοτροφές, και κάθε υποχρέωση ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής·

η) διαδικασίες, πρακτικές και μέθοδοι για να εξασφαλίζεται ότι η παραγωγή, η διακίνηση, η συσκευασία, η αποθήκευση και η μεταφορά των τροφίμων πραγματοποιείται υπό τις ενδεδειγμένες συνθήκες υγιεινής, συμπεριλαμβανομένου του αποτελεσματικού καθαρισμού και του ελέγχου των εντόμων και λοιπών επιβλαβών ζώων·

θ) λεπτομέρειες σχετικά με την τήρηση μητρώων.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΠΛΗΝ ΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΆΡΘΡΟ 5 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

▼M2

ΟΡΙΣΜΟΙ

Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) «παρτίδα» σημαίνει συγκεκριμένη ποσότητα ζωοτροφών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά όπως προέλευση, ποικιλία, είδος συσκευασίας, συσκευαστή, αποστολέα ή επισήμανση και, όταν πρόκειται για διαδικασία παραγωγής, μια μονάδα παραγωγής προερχομένη από μία εγκατάσταση παραγωγής που χρησιμοποιεί ενιαίες παραμέτρους παραγωγής ή μια σειρά τέτοιων μονάδων, όταν παράγονται σε συνεχή σειρά και αποθηκεύονται μαζί·

▼M3

β) «προϊόντα προερχόμενα από φυτικά έλαια» σημαίνει οποιοδήποτε προϊόν που προέρχεται από ακατέργαστα ή ανακτημένα φυτικά έλαια μέσω ελαιοχημικής επεξεργασίας ή επεξεργασίας βιοντίζελ ή απόσταξης, χημικού ή φυσικού ραφιναρίσματος, εκτός

 του ραφιναρισμένου ελαίου,

 των προϊόντων που προέρχονται από ραφιναρισμένο πετρέλαιο,

 των ζωοτροφικών πρόσθετων·

γ) «ανάμειξη λιπών» σημαίνει την παραγωγή σύνθετων ζωοτροφών ή, στην περίπτωση που όλα τα συστατικά ανήκουν στην ίδια εγγραφή στο ΜΕΡΟΣ Γ του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής ( 4 ), τα οποία προέρχονται από τα ίδια φυτικά ή ζωικά είδη, από πρώτες ύλες ζωοτροφών με την ανάμειξη ακατέργαστων ελαίων, ραφιναρισμένων ελαίων, ζωικών λιπών, ελαίων που ανακτώνται από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 ή προϊόντα που προέρχονται από αυτές τις ύλες για την παραγωγή ενός αναμεμειγμένου ελαίου ή λίπους, με εξαίρεση την

 την αποθήκευση μόνο διαδοχικών παρτίδων, και

 την αποκλειστική ανάμειξη ραφιναρισμένων ελαίων·

δ) «ραφιναρισμένα έλαια ή λίπη» έλαια ή λίπη που έχουν υποβληθεί σε διαδικασία ραφιναρίσματος, όπως αναφέρεται στο σημείο 53 του γλωσσαρίου μεθόδων που αναφέρονται στο μέρος B του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 68/2013.

▼B

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

1. Οι εγκαταστάσεις μεταποίησης και αποθήκευσης των ζωοτροφών, ο εξοπλισμός, τα δοχεία, οι κλωβοί, τα οχήματα και η σε αυτά εγγύς περιοχή διατηρούνται καθαροί και σε αυτούς εφαρμόζονται αποτελεσματικά προγράμματα ελέγχου των παρασίτων.

2. Η διαρρύθμιση, ο σχεδιασμός, η κατασκευή και οι διαστάσεις των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού:

α) επιτρέπουν τον κατάλληλο καθαρισμό ή/και απολύμανση·

β) επιτρέπουν να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό ο κίνδυνος σφάλματος καθώς και να αποφεύγονται οι μολύνσεις, οι αλληλομολύνσεις και εν γένει οι αρνητικές επιπτώσεις για την ασφάλεια και την ποιότητα των προϊόντων. Τα μηχανήματα που έρχονται σε επαφή με ζωοτροφές στεγνώνονται ύστερα από κάθε υγρό καθαρισμό.

3. Οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός που προορίζονται για εργασίες ανάμειξης ή/και παρασκευής ελέγχονται κατάλληλα και τακτικά, σύμφωνα με γραπτές διαδικασίες που προκαθορίζει ο παρασκευαστής των προϊόντων.

α) Όλοι οι ζυγοί και τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ζωοτροφών είναι κατάλληλοι για το φάσμα των βαρών ή των όγκων που μετρώνται και ελέγχονται τακτικά για την ακρίβειά τους.

β) Όλοι οι αναμείκτες που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ζωοτροφών είναι κατάλληλοι για το φάσμα των βαρών και των όγκων που αναμιγνύονται και διαθέτουν την ικανότητα παρασκευής των κατάλληλων ομοιογενών μειγμάτων και ομοιογενών αραιώσεων. Οι υπεύθυνοι αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα των αναμεικτών όσον αφορά την ομοιογένεια.

4. Οι εγκαταστάσεις πρέπει να διαθέτουν επαρκή φυσικό ή/και τεχνητό φωτισμό.

5. Οι αποχετευτικές εγκαταστάσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στον σκοπό για τον οποίο προορίζονται πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται με τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος μόλυνσης των ζωοτροφών.

6. Το νερό που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ζωοτροφών πρέπει να είναι κατάλληληςποιότητας για ζώα. Οι αγωγοί νερού πρέπει να είναι αδρανούς φύσης.

7. Τα λύματα αποχέτευσης, τα υγρά απόβλητα και τα όμβρια ύδατα διατίθενται κατά τρόπο που να μην επηρεάζονται ο εξοπλισμός καθώς και η ποιότητα των ζωοτροφών. Διενεργούνται έλεγχοι κατά της αλλοίωσης και της σκόνης για να προλαμβάνεται η εισβολή παράσιτων.

8. Τα παράθυρα και τα άλλα ανοίγματα πρέπει, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, να παρέχουν αντιπαρασιτική προστασία. Οι πόρτες πρέπει να είναι εφαρμοστές και να παρέχουν, όταν κλείνουν, αντιπαρασιτική προστασία.

9. Όπου κρίνεται απαραίτητο, ο σχεδιασμός, η κατασκευή και το φινίρισμα των οροφών, ψευδοροφών και ό,τι είναι στερεωμένο σε αυτές πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να μη συσσωρεύονται ρύποι και να περιορίζεται η συμπύκνωση υδρατμών, η ανάπτυξη ανεπιθύμητης μούχλας και η απόπτωση σωματιδίων που μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια και την ποιότητα των ζωοτροφών.

▼M2

10. Οι εγκαταστάσεις που διεξάγουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες για να διαθέσουν στην αγορά προϊόντα για χρήση σε ζωοτροφές υπόκεινται σε έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3:

α) μεταποίηση ακατέργαστου φυτικού λαδιού εκτός όσων υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 852/2004·

β) ελαιοχημική παραγωγή λιπαρών οξέων·

γ) παραγωγή βιοντίζελ·

δ) ανάμειξη λιπών.

▼B

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Οι επιχειρήσεις ζωοτροφών πρέπει να διαθέτουν επαρκές προσωπικό με τις ικανότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για την παρασκευή των σχετικών προϊόντων. Πρέπει να καταρτίζεται οργανόγραμμα που να καθορίζει τα προσόντα (π.χ. διπλώματα, επαγγελματική πείρα) και τις ευθύνες του εποπτικού προσωπικού και να διατίθεται στις αρμόδιες αρχές που έχουν την ευθύνη των επιθεωρήσεων. Όλο το προσωπικό πρέπει να ενημερώνεται με σαφήνεια και εγγράφως για τα καθήκοντα, τις ευθύνες και τις εξουσίες του, ιδιαίτερα κατά τη διενέργεια αλλαγών, κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η επιθυμητή ποιότητα των προϊόντων.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ

1. Ένα ειδικευμένο άτομο πρέπει να ορίζεται ως υπεύθυνος παραγωγής.

2. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών πρέπει να μεριμνούν ώστε τα διάφορα στάδια παραγωγής να εκτελούνται σύμφωνα με προκαθορισμένες γραπτές διαδικασίες και εντολές που έχουν ως σκοπό τον εντοπισμό, την εξακρίβωση και τον έλεγχο των κρίσιμων σημείων στη διαδικασία παρασκευής.

3. Πρέπει να λαμβάνονται τεχνικά ή οργανωτικά μέτρα για να αποφεύγονται ή να ελαχιστοποιούνται, ανάλογα με την περίπτωση, τυχόν αλληλομολύνσεις και σφάλματα. Πρέπει να υπάρχουν επαρκή και κατάλληλα μέσα για τη διενέργεια ελέγχων κατά την παρασκευή.

4. Η παρουσία απαγορευμένων ζωοτροφών, ανεπιθύμητων ουσιών και άλλων ακαθαρσιώνόσον αφορά την υγεία του ανθρώπου ή των ζώων παρακολουθείται, και καταστρώνονται κατάλληλες στρατηγικές ελέγχου για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων.

5. Τα απόβλητα και τα υλικά που δεν είναι κατάλληλα ως ζωοτροφέςπρέπει να απομονώνονται και να καθορίζονται. Τα τυχόν υλικά που παρουσιάζουν επικίνδυνα επίπεδα κτηνιατρικών φαρμάκων, προσμίξεων ή άλλους κινδύνους διατίθενται κατάλληλα και δεν χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές.

6. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν την πραγματική ιχνηλασιμότητα των προϊόντων.

▼M2

7. Οι εκμεταλλεύσεις ανάμειξης λιπών που διαθέτουν προϊόντα προοριζόμενα για ζωοτροφές στην αγορά διατηρούν όλα τα προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές διαχωρισμένα από τα προϊόντα που προορίζονται για άλλους σκοπούς, εκτός αν τα τελευταία συμμορφώνονται:

 με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και

 με το παράρτημα I της οδηγίας 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 5 ).

▼M3

8. Η επισήμανση των προϊόντων πρέπει να υποδεικνύει με σαφή τρόπο αν προορίζονται για ζωοτροφές ή για άλλους σκοπούς. Αν ο παραγωγός δηλώσει ότι μια συγκεκριμένη παρτίδα ενός προϊόντος δεν προορίζεται για χρήση σε ζωοτροφές ή τρόφιμα, αυτή η δήλωση δεν τροποποιείται αργότερα από έναν υπεύθυνο επιχείρησης σε μεταγενέστερο στάδιο της αλυσίδας.

9. Στην επισήμανση των πρώτων υλών ζωοτροφών σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 6 ), θα πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον υπάρχουν, οι ονομασίες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής.

▼B

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ

1. Όταν είναι αναγκαίο, ένα ειδικευμένο άτομο πρέπει να ορίζεται ως υπεύθυνος ελέγχου της ποιότητας.

2. Οι επιχειρήσεις ζωοτροφών οφείλουν, στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου της ποιότητας, να διαθέτουν πρόσβαση σε εργαστήρια με το κατάλληλο προσωπικό και εξοπλισμό.

3. Πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να υλοποιείται σχέδιο ελέγχου της ποιότητας που να περιλαμβάνει ιδίως τους ελέγχους στα κρίσιμα σημεία της διαδικασίας επεξεργασίας, διαδικασίες δειγματοληψίας και τη συχνότητά τους, τις μεθόδους ανάλυσης και τη συχνότητά τους, τη συμμόρφωση με τις προδιαγραφές - και τον προορισμό σε περίπτωση μη συμμόρφωσης - από τις μεταποιημένες πρώτες ύλες στα τελικά προϊόντα.

4. Ο παραγωγός πρέπει να τηρεί τεκμηρίωση σχετικά με τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται σε τελικά προϊόντα προκειμένου να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα. Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να τίθεται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για κατάλληλη χρονική περίοδο για τη χρήση των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Επιπλέον, από κάθε παρτίδα προϊόντων που παράγεται και διατίθεται στην αγορά ή από κάθε συγκεκριμένο τμήμα της παραγωγής (στην περίπτωση συνεχούς παραγωγής) πρέπει να λαμβάνονται δείγματα των συστατικών σε επαρκή ποσότητα με βάση διαδικασία που προκαθορίζεται από τον κατασκευαστή και να διατηρούνται για να εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα (σε τακτική βάση στην περίπτωση παρασκευής μόνο για τις ανάγκες του ίδιου του παρασκευαστή). Τα δείγματα πρέπει να σφραγίζονται και να φέρουν ετικέτα για να διευκολύνεται η αναγνώρισή τους, πρέπει δε να αποθηκεύονται υπό συνθήκες που να προλαμβάνουν τυχόν μη φυσιολογικές αλλοιώσεις της σύνθεσης του δείγματος ή νοθεία. Τα δείγματα πρέπει να τηρούνται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για κατάλληλο διάστημα, ανάλογα με τη χρήση για την οποία οι ζωοτροφές διατίθενται στην αγορά. Όσον αφορά τις ζωοτροφές για ζώα που δεν παράγουν τρόφιμα, ο παρασκευαστής των ζωοτροφών υποχρεούται να διατηρεί μόνον δείγματα του τελικού προϊόντος.

▼M3

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΔΙΟΞΙΝΩΝ ΣΕ ΕΛΑΙΑ, ΛΙΠΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

▼M2

1. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών που διαθέτουν στην αγορά λίπη, έλαια ή προϊόντα που προέρχονται από αυτές τις ύλες και που προορίζονται για χρήση σε ζωοτροφές, συμπεριλαμβανομένων των σύνθετων ζωοτροφών, αναλύουν αυτά τα προϊόντα σε διαπιστευμένα εργαστήρια για το σύνολο των διοξινών και των παρόμοιων με διοξίνες PCB, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 152/2009 της Επιτροπής ( 7 ).

▼M3

2. Για τη συμπλήρωση του συστήματος HACCP του υπευθύνου επιχείρησης ζωοτροφών, οι αναλύσεις που αναφέρονται στο σημείο 1 πραγματοποιούνται τουλάχιστον με τις παρακάτω συχνότητες (αν δεν διευκρινίζεται περαιτέρω, η παρτίδα προϊόντων που πρέπει να αναλυθεί δεν υπερβαίνει τους 1 000 τόνους):

α) υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών που επεξεργάζονται ακατέργαστα φυτικά λίπη και λάδια:

i) αναλύεται το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 λεκιθίνες,

 κόμμεα,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii) όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, λιπαρή πρώτη ύλη σαπωνοποιίας, χρησιμοποιημένα μέσα διηθήσεως, χρησιμοποιημένα αποχρωστικά χώματα και εισερχόμενες παρτίδες ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

β) υπεύθυνοι επιχείρησης ζωοτροφών που παράγουν ζωικά λίπη συμπεριλαμβανομένων των μεταποιητών ζωικών λιπών:

i) μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά 5 000 τόνους με τουλάχιστον μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά έτος ζωικού λίπους και προϊόντων που προέρχονται από αυτό που ανήκουν στο υλικό της κατηγορίας 3, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ) ή από εγκατάσταση εγκεκριμένη σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 9

γ) υπεύθυνοι επιχείρησης ζωοτροφών που παράγουν ιχθυέλαιο:

i) αναλύεται το 100 % των παρτίδων ιχθυελαίου, αν αυτό παράγεται από:

 προϊόντα που προέρχονται από ακατέργαστο ιχθυέλαιο εκτός του ραφιναρισμένου ιχθυελαίου,

 ιχθυότοπους χωρίς ιστορικό παρακολούθησης, απροσδιόριστης προέλευσης ή από τη Βαλτική θάλασσα,

 αλιευτικά παραπροϊόντα από εγκαταστάσεις που παράγουν ψάρια για κατανάλωση από τον άνθρωπο τα οποία δεν έχουν εγκριθεί από την ΕΕ,

 είδος προσφυγάκι ή ασπρόρεγγα menhaden·

ii) αναλύεται το 100 % των εξερχόμενων παρτίδων προϊόντων που προέρχονται από ιχθυέλαιο εκτός του ραφιναρισμένου ιχθυελαίου·

iii) μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά 2 000 τόνους, όταν πρόκειται για ιχθυέλαιο που δεν αναφέρεται στο σημείο i)·

iv) το ιχθυέλαιο που έχει απολυμανθεί από επίσημα εγκεκριμένη κατεργασία όπως αναφέρεται στο παράρτημα VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/786 της Επιτροπής ( 10 ) πρέπει να αναλύεται και να τεκμηριώνεται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

δ) ελαιοχημική βιομηχανία που διαθέτει ζωοτροφές στην αγορά:

i) το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ζωικών λιπών που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), τα έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και των αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων·

ii) το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

iii) ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, λιπαρά οξέα εστεροποιημένα με γλυκερίνη, μονο- και διγλυκερίδια λιπαρών οξέων, άλατα λιπαρών οξέων και εισερχόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

ε) βιομηχανία βιοντίζελ που διαθέτει ζωοτροφές στην αγορά:

i) το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ζωικών λιπών που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και των αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων·

ii) το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 λεκιθίνες,

 κόμμεα,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο iii)·

iii) όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, αποθέματα σαπουνιού και ακατέργαστο έλαιο κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

στ) εκμεταλλεύσεις ανάμειξης λιπών:

i) το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, αναμεμειγμένα λίπη και λάδια και προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 λεκιθίνες,

 κόμμεα,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii) όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

ή

iii) το 100 % των παρτίδων αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων που προορίζονται για ζωοτροφές.

Ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών πρέπει να δηλώνει στην αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου που πραγματοποιεί, ποια εναλλακτική διαδικασία επιλέγει·

ζ) παραγωγοί σύνθετων ζωοτροφών για ζώα παραγωγής τροφίμων, εκτός όσων αναφέρονται στο στοιχείο στ):

i) το 100 % των εισερχόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, αναμεμειγμένα λίπη και λάδια και προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 λεκιθίνες,

 κόμμεα,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii) όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό· μέσα διηθήσεως, λευκαντικά χώματα και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

iii) το 1 % των παρτίδων όσον αφορά την παραγόμενη σύνθετη ζωοτροφή που περιέχει τα προϊόντα που αναφέρονται στα σημεία i) και ii)·

▼M3

η) εισαγωγείς που διαθέτουν στην αγορά τις ακόλουθες ζωοτροφές:

i) το 100 % των εισαγόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη, ιχθυέλαια, έλαια και λίπη που ανακτήθηκαν από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων, αναμεμειγμένα λίπη και έλαια, τοκοφερόλες και οξική τοκοφερόλη που προέρχονται από φυτικά έλαια και τα προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

 γλυκερίνη,

 λεκιθίνες,

 κόμμεα,

 προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii) όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP.

▼M2

3. Αν μπορεί να καταδειχθεί ότι μια ομοιογενής αποστολή είναι μεγαλύτερη από το μέγιστο μέγεθος παρτίδας σύμφωνα με το σημείο 2 και ότι έχει γίνει δειγματοληψία σε αυτήν με αντιπροσωπευτικό τρόπο, τότε τα αποτελέσματα της ανάλυσης του δείγματος που λήφθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο θεωρούνται αποδεκτά.

▼M3

4. Όταν ένας υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών έχει αποδεικτικά στοιχεία ότι μια παρτίδα ενός προϊόντος ή όλα τα συστατικά μιας παρτίδας ενός προϊόντος που αναφέρεται στο σημείο 2 που εισέρχεται στην εγκατάστασή του έχει ήδη αναλυθεί σε προγενέστερο στάδιο παραγωγής, μεταποίησης ή διανομής, ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αναλύσει τη συγκεκριμένη παρτίδα.

5. Κάθε παρτίδα προϊόντων που αναλύθηκαν σύμφωνα με το σημείο 2 πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφες αποδείξεις ότι τα προϊόντα αυτά, ή όλα τα συστατικά του στοιχεία, έχουν αναλυθεί ή έχουν υποβληθεί για ανάλυση σε εγκεκριμένο εργαστήριο που αναφέρεται στο σημείο 1, πλην των παρτίδων των προϊόντων που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο α) σημείο ii), στοιχείο β) σημείο i), στοιχείο γ) σημείο iii), στοιχείο γ) σημείο iv), στοιχείο δ) περίπτωση iii), στοιχείο ε) σημείο iii), στοιχείο στ) σημείο ii), στοιχείο ζ) σημείο ii) και στοιχείο η) σημείο ii).

Η απόδειξη της ανάλυσης θα συνδέει αναμφισβήτητα την παράδοση και την παρτίδα ή τις παρτίδες που ελέγχθηκαν. Η σύνδεση αυτή πρέπει να περιγράφεται στο τεκμηριωμένο σύστημα ιχνηλασιμότητας στις εγκαταστάσεις του προμηθευτή. Ειδικότερα, όταν η παράδοση λαμβάνεται από περισσότερες από μία παρτίδες ή εξαρτήματα, τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να παρέχονται θα αποτελούν αποδείξεις για καθένα από τα συστατικά της παράδοσης. Στην περίπτωση όπου η δοκιμή εκτελείται σε απερχόμενο προϊόν, η απόδειξη ότι το προϊόν έχει αναλυθεί είναι η αναλυτική έκθεση.

Κάθε παράδοση προϊόντων, όπως αναφέρεται στα σημεία 2 στοιχείο β) σημείο i) ή στοιχείο γ) σημείο iii), συνοδεύεται από τεκμηρίωση ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα έχουν αναλυθεί ή ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των σημείων 2 στοιχείο β) σημείο i) ή στοιχείο γ) σημείο iii). Εφόσον απαιτείται, το πιστοποιητικό ανάλυσης που περιλαμβάνει την παρτίδες ή τις παρτίδες που παραδίδονται πρέπει να αποστέλλεται στον παραλήπτη, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει την ανάλυση από τα εγκεκριμένα εργαστήρια.

6. Αν όλες οι εισερχόμενες παρτίδες των προϊόντων που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο η) σημείο i) οι οποίες εισέρχονται σε μια διαδικασία παραγωγής έχουν αναλυθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού και αν μπορεί να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία παραγωγής, ο χειρισμός και η αποθήκευση δεν αυξάνουν τη μόλυνση με διοξίνες, ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών απαλλάσσεται από την υποχρέωση ανάλυσης του τελικού προϊόντος και αντίθετα το αναλύει σύμφωνα με το σύστημα HACCP.

▼M2

7. Όταν ένας υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών αναθέτει σε ένα εργαστήριο να πραγματοποιήσει μια ανάλυση, όπως αναφέρεται στο σημείο 1, πρέπει να δίνει εντολή στο εργαστήριο για την αναφορά των αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης ανάλυσης στην αρμόδια αρχή σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων διοξινών που καθορίζονται στα σημεία 1 και 2 του τμήματος V του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/32/ΕΚ.

Όταν ένας υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών αναθέτει την ανάλυση σε ένα εργαστήριο που βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος μέλος από αυτό του υπευθύνου επιχείρησης ζωοτροφών που έχει παραγγείλει την ανάλυση, ο υπεύθυνος επιχείρησης πρέπει να δίνει εντολή στο εργαστήριο για αναφορά στην αρμόδια αρχή του εργαστηρίου, η οποία πρέπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών.

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών πρέπει να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι σε περίπτωση ανάθεσης σε εργαστήριο που βρίσκεται σε τρίτη χώρα. Πρέπει να παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία ότι το εργαστήριο πραγματοποιεί την ανάλυση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 152/2009.

8. Οι απαιτήσεις ελέγχου διοξινών πρέπει να επανεξεταστούν έως τις 16 Μαρτίου 2014.

▼B

ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑ

1. Οι μεταποιημένες ζωοτροφές διαχωρίζονται από τις μη μεταποιημένες πρώτες ύλες ζωοτροφών και τις πρόσθετες ύλες για να αποφεύγονται αλληλομολύνσεις των μεταποιημένων ζωοτροφών. Χρησιμοποιούνται κατάλληλα υλικά συσκευασίας.

2. Οι ζωοτροφές αποθηκεύονται και μεταφέρονται στους κατάλληλους περιέκτες, αποθηκεύονται δε σε χώρους που σχεδιάζονται, προσαρμόζονται και συντηρούνται για να εξασφαλίζονται οι ορθές συνθήκες αποθήκευσης, στους οποίους έχουν πρόσβαση μόνον άτομα εξουσιοδοτημένα από τους υπευθύνους επιχειρήσεων ζωοτροφών.

3. Οι ζωοτροφές αποθηκεύονται και μεταφέρονται κατά τρόπο που να αναγνωρίζονται εύκολα για να αποφεύγεται τυχόν σύγχυση ή αλληλομολύνσεις και για να προλαμβάνεται η υποβάθμισή τους.

4. Οι περιέκτες και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά, την αποθήκευση, τη μετακίνηση, τη διαχείριση και τη ζύγιση των ζωοτροφών διατηρούνται καθαροί. Εισάγονται προγράμματα καθαρισμού, τα δε ίχνη απορρυπαντικών και απολυμαντικών περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό.

5. Κάθε αλλοίωση περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό και διατηρείται υπό έλεγχο για τη μείωση της εισβολής παράσιτων.

6. Εφόσον είναι απαραίτητο, οι θερμοκρασίες διατηρούνται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο για να αποφεύγονται συμπυκνώσεις υδρατμών και αλλοιώσεις.

▼M2

7. Τα δοχεία που προορίζονται για την αποθήκευση ή μεταφορά αναμεμειγμένων λιπών, ελαίων φυτικής προέλευσης ή προϊόντων που προέρχονται από αυτά και που προορίζονται για χρήση σε ζωοτροφές δεν χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ή αποθήκευση διαφορετικών από αυτά προϊόντων, εκτός αν τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις:

 του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και

 του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/32/ΕΚ.

Αυτά διατηρούνται διαχωρισμένα από οποιοδήποτε άλλο φορτίο όταν υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης.

Όποτε αυτή η χωριστή χρήση δεν είναι δυνατή, τα δοχεία καθαρίζονται αποτελεσματικά, ώστε να αφαιρείται κάθε ίχνος του προϊόντος, αν τα συγκεκριμένα δοχεία είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις:

 του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και

 του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/32/ΕΚ.

Τα ζωικά λίπη της κατηγορίας 3, όπως καθορίζονται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, τα οποία προορίζονται για χρήση σε ζωοτροφές, αποθηκεύονται και μεταφέρονται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.

▼B

ΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΕΙΩΝ

1. Όλοι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων όσων μόνον εμπορεύονται προϊόντα χωρίς να τα κρατούν στις εγκαταστάσεις τους, διατηρούν σε μητρώο αρχεία με στοιχεία που αφορούν την αγορά, την παραγωγή και τις πωλήσεις έτσι ώστε να είναι δυνατή η ουσιαστική ανίχνευση από την παραλαβή έως την παράδοση, συμπεριλαμβανομένηςτης εξαγωγής, έως τον τελικό προορισμό.

2. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών, εκτός από όσους μόνον εμπορεύονται προϊόντα χωρίς να τα κρατούν στις εγκαταστάσεις τους, διατηρούν σε μητρώο τα ακόλουθα έγγραφα:

α) Έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία παρασκευής και τους ελέγχους.

Οι επιχειρήσεις ζωοτροφών πρέπει να διαθέτουν σύστημα τεκμηρίωσης σχεδιασμένο έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος των κρίσιμων σημείων στη διαδικασία παρασκευής και για να καταρτίζεται και να εφαρμόζεται ένα σχέδιο ελέγχου της ποιότητας. Πρέπει να καταγράφουν τα αποτελέσματα από τους σχετικούς ελέγχους. Το σύνολο αυτό των εγγράφων πρέπει να διατηρείται έτσι, ώστε να μπορεί να ανιχνεύεται το ιστορικό παρασκευής κάθε παρτίδας προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και για να στοιχειοθετούνται τυχόν ευθύνες εάν προκύψουν καταγγελίες.

β) Έγγραφα σχετικά με την ιχνηλασιμότητα, ιδίως:

i) πρόσθετες ύλες ζωοτροφών:

 η φύση και η ποσότητα των παραγόμενων πρόσθετων υλών, οι αντίστοιχες ημερομηνίες παρασκευής και, ανάλογα με την περίπτωση, ο αριθμός της παρτίδας ή του συγκεκριμένου τμήματος της παραγωγής σε περίπτωση συνεχούς παρασκευής,

 όνομα και διεύθυνση της επιχείρησης παράδοσης των πρόσθετων υλών, η φύση και η ποσότητα των πρόσθετων υλών που διατίθενται και, ανάλογα με την περίπτωση, ο αριθμός της παρτίδας ή του συγκεκριμένου τμήματος της παραγωγής σε περίπτωση συνεχούς παρασκευής·

ii) προϊόντα που υπάγονται στην οδηγία 82/471/ΕΟΚ:

 η φύση και η ποσότητα των παραγόμενων προϊόντων, οι αντίστοιχες ημερομηνίες παρασκευής και, ανάλογα με την περίπτωση, ο αριθμός της παρτίδας ή του συγκεκριμένου τμήματος της παραγωγής σε περίπτωση συνεχούς παρασκευής,

 το όνομα και η διεύθυνση των επιχειρήσεων ή των χρηστών (επιχειρήσεις ή γεωργοί) στους οποίους διατίθενται τα προϊόντα αυτά καθώς και λεπτομέρειες της φύσης και της ποιότητας των παραδιδόμενων προϊόντων και, ανάλογα με την περίπτωση, ο αριθμός της παρτίδας ή του συγκεκριμένου τμήματος της παραγωγής σε περίπτωση συνεχούς παρασκευής·

iii) προμείγματα:

 το όνομα και η διεύθυνση των παρασκευαστών ή των προμηθευτών των πρόσθετων υλών, η φύση και η ποσότητα των χρησιμοποιούμενων πρόσθετων υλών και, ανάλογα με την περίπτωση, ο αριθμός της παρτίδας ή του συγκεκριμένου τμήματος της παραγωγής σε περίπτωση συνεχούς παρασκευής,

 η ημερομηνία παρασκευής του προμείγματος και ο αριθμός της παρτίδας, ανάλογα με την περίπτωση,

 το όνομα και η διεύθυνση της επιχείρησης στην οποία διατίθεται το πρόμειγμα, η ημερομηνία διάθεσης, η φύση και η ποσότητα του διατιθέμενου προμείγματος και ο αριθμός της παρτίδας, ανάλογα με την περίπτωση·

iv) σύνθετες ζωοτροφές/πρώτες ύλες ζωοτροφών:

 το όνομα και η διεύθυνση των παρασκευαστών ή των προμηθευτών πρόσθετων υλών/προμειγμάτων, η φύση και η ποσότητα των χρησιμοποιούμενων προμειγμάτων με τον αριθμό της παρτίδας, ανάλογα με την περίπτωση,

 το όνομα και η διεύθυνση των προμηθευτών των πρώτων υλών ζωοτροφών και συμπληρωματικών ζωοτροφών και η ημερομηνία παράδοσης,

 ο τύπος, η ποσότητα και η σύνθεση της σύνθετης ζωοτροφής.

 η φύση και η ποσότητα των παραγόμενων πρώτων υλών ζωοτροφών ή των σύνθετων ζωοτροφών, μαζί με την ημερομηνία παραγωγής και το όνομα και τη διεύθυνση του αγοραστή (π.χ. γεωργός, άλλοι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών).

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

1. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών εφαρμόζουν ένα σύστημα εγγραφής και επεξεργασίας των καταγγελιών.

2. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών καθιερώνουν, όπου αυτό αποδεικνύεται απαραίτητο, σύστημα για την ταχεία ανάκληση των προϊόντων από το δίκτυο διανομής, και καθορίζουν, με γραπτές διαδικασίες, τον προορισμό τυχόν ανακαλούμενων προϊόντων. Τα προϊόντα αυτά, προτού επιστρέψουν στην κυκλοφορία, πρέπει να υπόκεινται εκ νέου σε αξιολόγηση ελέγχου της ποιότητας.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΟΡΘΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΙΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

ΒΟΣΚΗΣΗ

Η βόσκηση σε βοσκότοπους και καλλιεργήσιμες εκτάσεις αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης για να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό η μόλυνση των τροφίμων ζωικής προέλευσης από τις φυσικές, βιολογικές ή χημικές πηγές κινδύνου.

Ανάλογα με την περίπτωση, τηρείται κατάλληλη περίοδος ανάπαυσης πριν επιτραπεί η βόσκηση ζώων σε βοσκότοπους, καλλιέργειες και υπολείμματα καλλιεργειών καθώς και μεταξύ των εναλλαγών βόσκησης, για να μειωθούν στο ελάχιστο οι βιολογικές αλληλομολύνσεις από κόπρο, όταν μπορεί να παρουσιαστεί το πρόβλημα αυτό, και για να εξασφαλίζεται ότι τηρούνται οι περίοδοι απόσυρσης για γεωργικές χημικές εφαρμογές.

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥΣ ΣΤΑΒΛΩΝ ΚΑΙ ΣΙΤΙΣΗΣ

Η μονάδα παραγωγής ζώων σχεδιάζεται έτσι ώστε να καθαρίζεταικαταλλήλως. Η μονάδα παραγωγής ζώων και ο εξοπλισμός σίτισης πρέπει νακαθαρίζονται πλήρως και τακτικά για να προλαμβάνεται οποιαδήποτε συσσώρευση πηγών κινδύνου. Τα χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό και την απολύμανση χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες και να αποθηκεύονται χωριστά από τις ζωοτροφές και τους χώρους σίτισης.

Εφαρμόζεται σύστημα ελέγχου των παρασίτων για να ελέγχεται η πρόσβαση τους στη μονάδα παραγωγής των ζώων ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό η δυνατότητα μόλυνσης των ζωοτροφών και της στρωμνής των μονάδων ζώων.

Τα κτίρια και ο εξοπλισμός σίτισης διατηρούνται καθαροί. Εφαρμόζονται συστήματα για την τακτική αφαίρεση του κόπρου, των αποβλήτων και άλλων πιθανών πηγών μόλυνσης των ζωοτροφών.

Οι ζωοτροφές και η στρωμνή που χρησιμοποιούνται στις μονάδες ζωικής παραγωγής αλλάζονταισυχνά και δεν επιτρέπεται να μουχλιάζουν.

ΣΙΤΙΣΗ

1.   Αποθήκευση

Οι ζωοτροφές αποθηκεύονται χωριστά από τα χημικά και άλλα προϊόντα που απαγορεύονται για ζωοτροφές. Οι χώροι αποθήκευσης και οι περιέκτες διατηρούνται καθαροί και στεγνοί, και εφαρμόζονται μέτρα καταπολέμησης των παρασίτων όπου αυτό είναι απαραίτητο. Οι χώροι αποθήκευσης και οι περιέκτες καθαρίζονται τακτικά για αποφεύγονται οι αλληλομολύνσεις.

Οι σπόροι αποθηκεύονται κατάλληλα και έτσι ώστε να αποτρέπεται η πρόσβαση των ζώων.

Οι φαρμακούχες και οι μη φαρμακούχες ζωοτροφές που προορίζονται για διαφορετικές κατηγορίες ή είδη ζώων αποθηκεύονται κατά τρόπο που να μειώνεται ο κίνδυνος σίτισης μη στοχοθετημένων ζώων.

2.   Διανομή

Το σύστημα διανομής των ζωοτροφών στις εκμεταλλεύσεις εξασφαλίζει ότι οι σωστές ζωοτροφές αποστέλλονται στο σωστό προορισμό. Κατά τη διανομή και τη σίτιση, οι ζωοτροφές αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης διαχείρισης έτσι ώστε να μην προκαλούνται βιολογικές μολύνσεις από μολυσμένους χώρους αποθήκευσης και εξοπλισμό. Οι μη φαρμακούχες ζωοτροφές πρέπει να αποτελούν αντικείμενο χωριστής διαχείρισης από τις φαρμακούχες ζωοτροφές για να προλαμβάνονται οι μολύνσεις.

Τα οχήματα μεταφοράς ζωοτροφών και ο εξοπλισμός σίτισης που χρησιμοποιούνται στο αγρόκτημα καθαρίζονται περιοδικά, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται για τη διάθεση και τη διανομή φαρμακούχων ζωοτροφών.

ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Το νερό, είτε χρησιμοποιείται για το πότισμα των ζώων είτε προορίζεται για την υδατοκαλλιέργεια, έχει την κατάλληλη ποιότητα για τα εκτρεφόμενα ζώα. Στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη ανησυχία κινδύνου μόλυνσης των ζώων ή των ζωικών προϊόντων από το νερό, λαμβάνονται μέτρα για την αξιολόγηση και την ελαχιστοποίηση των πηγών κινδύνου.

Ο εξοπλισμός σίτισης και ποτίσματος πρέπει να σχεδιάζεται, να κατασκευάζεται και να τοποθετείται έτσι ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι μόλυνσης της τροφής και του νερού. Τα συστήματα ποτίσματος καθαρίζονται και συντηρούνται τακτικά, όταν αυτό είναι δυνατόν.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Το άτομο που είναι υπεύθυνο για τη σίτιση και την ενασχόληση με τα ζώα διαθέτει τις κατάλληλες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Πρόσθετες ύλες που επιτρέπονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003:

 διατροφικές πρόσθετες ύλες: όλες οι πρόσθετες ύλες της ομάδας,

 ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες: όλες οι πρόσθετες ύλες της ομάδας,

 

 τεχνολογικές πρόσθετες ύλες:

 οι πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 1 στοιχείο β) («αντιοξειδωτικά») του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003: μόνον εκείνες για τις οποίες καθορίζεται μέγιστη περιεκτικότητα,

 αισθητικές πρώτες ύλες: οι πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 2 στοιχείο α) («χρωστικές ουσίες») του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003: καροτένια και ξανθοφύλλες.

Προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 82/471/ΕΟΚ:

 πρωτεΐνες που προέρχονται από μικροοργανισμούς που ανήκουν στην ομάδα των βακτηρίων, ζυμών, φυκών, κατώτερων μυκήτων: όλα τα προϊόντα αυτής της ομάδας (εκτός αυτών της υποομάδας 1.2.1),

 παραπροϊόντα από την παρασκευή αμινοξέων διά ζυμώσεως: όλα τα προϊόντα αυτής της ομάδας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Πρόσθετες ύλες που επιτρέπονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003:

 ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες: οι πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 4 στοιχείο δ) («άλλες ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες») του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003,

 

 αντιβιοτικά: όλες οι πρόσθετες ύλες,

 κοκκιδοστατικά και ιστομονοστατικά: όλες οι πρόσθετες ύλες,

 αυξητικοί παράγοντες: όλες οι πρόσθετες ύλες,

 διατροφικές πρόσθετες ύλες:

 

 πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 3 στοιχείο α) (βιταμίνες, προβιταμίνες και χημικώς προσδιορισμένες ουσίες παρόμοιου αποτελέσματος) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003: Α και D,

 πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 3 στοιχείο β) («ενώσεις ιχνοστοιχείων») του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003: Cu και Se.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πρόσθετες ύλες που επιτρέπονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003:

Ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες: οι πρόσθετες ύλες που καλύπτονται από το παράρτημα Ι σημείο 4 στοιχείο δ) («άλλες ζωοτεχνικές πρόσθετες ύλες») του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003

 αντιβιοτικά: όλες οι πρόσθετες ύλες,

 κοκκιδοστατικά και ιστομονοστατικά: όλες οι πρόσθετες ύλες,

 αυξητικοί παράγοντες: όλες οι πρόσθετες ύλες.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ



1

2

3

4

5

Ατομικός αριθμός αναγνώρισης

Δραστηριότητα

Όνομα ή επωνυμία της επιχείρησης (1)

Διεύθυνση (2)

Παρατηρήσεις

(1)   Όνομα ή επωνυμία των επιχειρήσεων ζωοτροφών.

(2)   Διεύθυνση των επιχειρήσεων ζωοτροφών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Ο ατομικός αριθμός αναγνώρισης πρέπει να έχει την ακόλουθη δομή:

1. το γράμμα «α» εάν η επιχείρηση ζωοτροφών είναι εγκεκριμένη·

2. τον κωδικό ISO του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται η επιχείρηση·

3. τον εθνικό αριθμό αναφοράς, με οκτώ το πολύ αλφαριθμητικούς χαρακτήρες.



( 1 ) ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1· διορθωτικό: ΕΕ L 226 της 25.6.2004, σ. 3.

( 2 ) ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29.

( 3 ) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

( 4 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 2013, για τον κατάλογο πρώτων υλών ζωοτροφών (ΕΕ L 29 της 30.1.2013, σ. 1).

( 5 ) ΕΕ L 140 της 30.5.2002, σ. 10.

( 6 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1).

( 7 ) ΕΕ L 54 της 26.2.2009, σ. 1.

( 8 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα) (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1).

( 9 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 55).

( 10 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/786 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2015, για τον καθορισμό κριτηρίων αποδοχής για τις μεθόδους αποτοξίνωσης που εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία προορίζονται για ζωοτροφές, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 125 της 21.5.2015, σ. 10).

Top