Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02003L0025-20230604

Consolidated text: Οδηγία 2003/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2003/25/2023-06-04

02003L0025 — EL — 04.06.2023 — 004.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΟΔΗΓΙΑ 2003/25/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 14ης Απριλίου 2003

σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ. 22)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΟΔΗΓΙΑ 2005/12/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ  της 18ης Φεβρουαρίου 2005

  L 48

19

19.2.2005

 M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1137/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 22ας Οκτωβρίου 2008

  L 311

1

21.11.2008

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/1243 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 20ής Ιουνίου 2019

  L 198

241

25.7.2019

►M4

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2023/946 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 10ης Μαΐου 2023

  L 128

1

15.5.2023




▼B

ΟΔΗΓΙΑ 2003/25/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 14ης Απριλίου 2003

σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η καθιέρωση ενιαίου επιπέδου ειδικών απαιτήσεων ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro), οι οποίες θα βελτιώσουν την επιβιωσιμότητα σκαφών αυτού του τύπου σε περίπτωση βλάβης κατόπιν συγκρούσεως και θα παρέχουν υψηλό επίπεδο ασφαλείας για τους επιβάτες και το πλήρωμα.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για το σκοπό της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α) 

«επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)», το πλοίο το οποίο μεταφέρει περισσότερους από δώδεκα επιβάτες και διαθέτει χώρους στους οποίους εισέρχονται και εξέρχονται απ' ευθείας τα μεταφερόμενα οχήματα, ή χώρους ειδικής κατηγορίας, όπως ορίζονται από τον κανονισμό ΙΙ-2/3 της σύμβασης SOLAS, όπως έχει τροποποιηθεί·

▼M4

β) 

«υπάρχον επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)», το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο του οποίου έχει τοποθετηθεί η τρόπιδα ή το οποίο βρίσκεται σε ανάλογο στάδιο κατασκευής πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2024· ως ανάλογο στάδιο κατασκευής νοείται το στάδιο κατά το οποίο:

i) 

αρχίζει η ναυπήγηση που προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο πλοίο· και

ii) 

έχει αρχίσει η συναρμολόγηση του εν λόγω πλοίου, που αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 50 τόνους ή στο 1 % της εκτιμώμενης μάζας του δομικού υλικού, οποιοδήποτε εκ των δύο μεγεθών είναι μικρότερο·

γ) 

«νέο επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)», το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro) το οποίο δεν είναι υπάρχον επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)·

▼B

δ) 

«επιβάτης», κάθε άτομο εκτός από τον πλοίαρχο και τα μέλη του πληρώματος ή άλλα άτομα που απασχολούνται ή έχουν προσληφθεί υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στο πλοίο για τις ανάγκες του εν λόγω πλοίου, και εκτός από τα παιδιά που δεν έχουν συμπληρώσει ηλικία ενός έτους·

▼M4

ε) 

«σύμβαση SOLAS», η διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα του 1974 και οι ισχύουσες τροποποιήσεις της·

▼M4

εα) 

«SOLAS 90», η διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα του 1974, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση MSC.117(74)·

εβ) 

«SOLAS 2009», η διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα του 1974, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση MSC.216(82)·

εγ) 

«SOLAS 2020», η διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα του 1974, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση MSC.421(98)·

▼M4

στ) 

«τακτικό δρομολόγιο», σειρά διαπλεύσεων επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου (ro-ro), οι οποίες εκτελούνται κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετείται η συγκοινωνία μεταξύ των ίδιων δύο ή περισσοτέρων λιμένων, ή σειρά δρομολογίων από και προς τον ίδιο λιμένα χωρίς ενδιάμεσες προσεγγίσεις, είτε:

i) 

σύμφωνα με δημοσιευμένο πρόγραμμα· είτε

ii) 

με διαδρομές τόσο τακτικές ή συχνές, ώστε να αποτελούν εμφανώς συστηματική σειρά·

▼B

ζ) 

«συμφωνία της Στοκχόλμης», η συμφωνία που συνήφθη στη Στοκχόλμη, στις 28 Φεβρουαρίου 1996, κατ' εφαρμογή του ψηφίσματος 14 «Περιφερειακές συμφωνίες σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία» της διάσκεψης της SOLAS του 95, που εγκρίθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1995·

η) 

«αρχή του κράτους της σημαίας», οι αρμόδιες αρχές του κράτους του οποίου τη σημαία δικαιούται να φέρει το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο·

▼M4

θ) 

«κράτος λιμένα», το κράτος μέλος προς ή από τους λιμένες του οποίου εκτελεί τακτικό δρομολόγιο ένα επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)·

▼B

ι) 

«διεθνής πλους», ο θαλάσσιος πλους από λιμένα κράτους μέλους προς λιμένα εκτός αυτού του κράτους μέλους, ή αντιστρόφως·

▼M4

ια) 

«ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας», όταν χρησιμοποιείται ως κοινός όρος, οι απαιτήσεις ευστάθειας που αναφέρονται στο άρθρο 6·

▼B

ιβ) 

«σημαντικό ύψος κύματος» («hs»), ο μέσος όρος του υψηλότερου ενός τρίτου των υψών κύματος που παρατηρούνται σε μια δεδομένη χρονική περίοδο·

ιγ) 

«απομένον ύψος εξάλων», («fr») η ελάχιστη απόσταση μεταξύ του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία και της τελικής ισάλου γραμμής στο σημείο της ζημίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιπρόσθετη επίδραση των θαλάσσιων υδάτων που έχουν συσσωρευθεί στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία·

▼M4

ιδ) 

«εταιρεία», ο πλοιοκτήτης του επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου (ro-ro) ή κάθε άλλος οργανισμός ή πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής ή ο ναυλωτής πλοίου άνευ μόνιμου πληρώματος, που έχει αναλάβει από τον πλοιοκτήτη την ευθύνη για την εκτέλεση δρομολογίων από το επιβατηγό πλοίο.

▼B

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.  
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία που εκτελούν τακτικό δρομολόγιο από και προς λιμένα κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της σημαίας τους, όταν εκτελούν διεθνείς πλόες.

▼M4

2.  
Κάθε κράτος μέλος, υπό την ιδιότητά του ως κράτους λιμένα, εξασφαλίζει ότι τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που φέρουν τη σημαία κράτους που δεν είναι κράτος μέλος, πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, πριν αρχίσουν να εκτελούν πλόες σε τακτικό δρομολόγιο από ή προς λιμένες του εν λόγω κράτους μέλους, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2017/2110 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 ).

▼M4

3.  
Τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν θαλάσσιους λιμένες ούτε επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που φέρουν τη σημαία τους και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, δύνανται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, με εξαίρεση την υποχρέωση που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο.

Όσα κράτη μέλη προτίθενται να επωφεληθούν από μια τέτοια παρέκκλιση κοινοποιούν στην Επιτροπή έως τις 5 Δεκεμβρίου 2024 εάν πληρούνται οι συνθήκες, και ενημερώνουν την Επιτροπή για τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές. Τα εν λόγω κράτη μέλη δύνανται να μην επιτρέπουν σε επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας να φέρουν τη σημαία τους έως ότου μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο και εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία.

▼M4

Άρθρο 4

Σημαντικά ύψη κύματος

Για την εφαρμογή των ειδικών απαιτήσεων ευστάθειας που παρατίθενται στο τμήμα Α του παραρτήματος I, χρησιμοποιούνται τα σημαντικά ύψη κύματος (hS), με σκοπό να προσδιοριστεί το ύψος των υδάτων στο κατάστρωμα οχημάτων. Τα αριθμητικά στοιχεία για τα σημαντικά ύψη κύματος είναι εκείνα για τα οποία η πιθανότητα υπέρβασης είναι μικρότερη του 10 % επί ετησίας βάσεως.

▼B

Άρθρο 5

Θαλάσσιες περιοχές

▼M4

1.  
Τα κράτη λιμένα καταρτίζουν και τηρούν ενημερωμένο κατάλογο των θαλασσίων περιοχών όπου τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) εκτελούν τακτικά δρομολόγια από και προς τους λιμένες τους, με τις αντίστοιχες τιμές σημαντικών υψών κύματος σε αυτές τις περιοχές.

▼B

2.  
Οι θαλάσσιες περιοχές και οι τιμές σημαντικού ύψους κύματος που πρόκειται να εφαρμόζονται στις περιοχές αυτές καθορίζονται με συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών ή, όποτε αυτό είναι πρόσφορο και δυνατόν, μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών και στα δύο άκρα της διαδρομής. Σε περίπτωση που η διαδρομή του πλοίου διασχίζει περισσότερες της μιας θαλάσσιες περιοχές, το πλοίο πρέπει να πληροί τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για την υψηλότερη τιμή σημαντικού ύψους κύματος που έχει επισημανθεί για τις περιοχές αυτές.

▼M4

3.  
Ο κατάλογος δημοσιεύεται σε δημόσια βάση δεδομένων, διαθέσιμη στον ιστότοπο της αρμόδιας ναυτιλιακής αρχής. Η θέση των πληροφοριών αυτών, καθώς και τυχόν ενημερώσεις του καταλόγου και η αιτιολόγησή τους κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

Άρθρο 6

Ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας

1.  
Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 2009/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ), τα νέα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που έχουν πιστοποιηθεί για τη μεταφορά περισσότερων από 1 350 επιβαινόντων πρέπει να πληρούν τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που ορίζονται στο κεφάλαιο II-1, μέρος Β της SOLAS 2020.
2.  

Κατ’ επιλογή της εταιρείας, τα νέα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που έχουν πιστοποιηθεί για τη μεταφορά 1 350  ή λιγότερων επιβαινόντων συμμορφώνονται με:

α) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α της παρούσας οδηγίας, ή με

β) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Β της παρούσας οδηγίας.

Για κάθε τέτοιο πλοίο, η αρχή του κράτους της σημαίας κοινοποιεί στην Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού που αναφέρεται στο άρθρο 8, την επιλογή της δυνατότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και περιλαμβάνει στην κοινοποίηση αυτή τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα III.

3.  
Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται στο παράρτημα II εφόσον αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τον σχεδιασμό του εξεταζόμενου πλοίου.
4.  

Κατ’ επιλογή της εταιρείας, τα υπάρχοντα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που έχουν πιστοποιηθεί για τη μεταφορά περισσότερων από 1 350 επιβαινόντων και που δρομολογούνται από την εταιρεία σε τακτικά δρομολόγια προς ή από λιμένα κράτους μέλους μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2024, και τα οποία δεν είχαν πιστοποιηθεί ποτέ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, συμμορφώνονται με:

α) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο κεφάλαιο II-1, μέρος Β της SOLAS 2020· ή

β) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α της παρούσας οδηγίας, επιπλέον εκείνων που έχουν θεσπιστεί στο κεφάλαιο II-1, μέρος Β της SOLAS 2009.

Οι εφαρμοζόμενες απαιτήσεις ευστάθειας σημειώνονται στο πιστοποιητικό του πλοίου που απαιτείται βάσει του άρθρου 8.

5.  

Κατ’ επιλογή της εταιρείας, τα υπάρχοντα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που έχουν πιστοποιηθεί για τη μεταφορά 1 350  ή λιγότερων επιβαινόντων και που δρομολογούνται από την εταιρεία σε τακτικά δρομολόγια προς ή από λιμένα κράτους μέλους μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2024, και τα οποία δεν είχαν πιστοποιηθεί ποτέ σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, συμμορφώνονται με:

α) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α της παρούσας οδηγίας· ή

β) 

τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Β της παρούσας οδηγίας.

Οι εφαρμοζόμενες απαιτήσεις ευστάθειας σημειώνονται στο πιστοποιητικό του πλοίου που αναφέρεται στο άρθρο 8.

6.  
Τα υπάρχοντα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) τα οποία εκτελούσαν τακτικά δρομολόγια προς ή από λιμένα κράτους μέλους έως τις 5 Δεκεμβρίου 2024 συνεχίζουν να συμμορφώνονται με τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στην έκδοση του παραρτήματος I που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας (ΕΕ) 2023/946 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3 ).

▼M4 —————

▼M4

Άρθρο 8

Πιστοποιητικά

1.  
Όλα τα νέα και τα υπάρχοντα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους απαιτείται να φέρουν πιστοποιητικό το οποίο να επιβεβαιώνει τη συμμόρφωσή τους με τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που αναφέρονται στο άρθρο 6.

Τα πιστοποιητικά εκδίδονται από την αρχή του κράτους της σημαίας και είναι δυνατόν να συνδυάζονται με άλλα σχετικά πιστοποιητικά. Για τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που πληρούν τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α, το πιστοποιητικό αναφέρει μέχρι ποιο σημαντικό ύψος κύματος το πλοίο είναι σε θέση να πληροί τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας.

Το πιστοποιητικό αυτό παραμένει σε ισχύ καθ’ όσο χρονικό διάστημα το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro) εκτελεί δρομολόγια σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από ίσο ή μικρότερο σημαντικό ύψος κύματος.

2.  
Κάθε κράτος μέλος, υπό την ιδιότητα του κράτους λιμένα, αναγνωρίζει τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
3.  
Κάθε κράτος μέλος, υπό την ιδιότητά του ως κράτους λιμένα, δέχεται τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από τρίτη χώρα, και τα οποία πιστοποιούν ότι το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro) πληροί τις ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 9

Εποχική και άλλη βραχείας διάρκειας δρομολόγηση

1.  
Εάν μια εταιρεία που εκτελεί τακτικό δρομολόγιο επί ετησίας βάσεως, επιθυμεί να εισαγάγει επιπρόσθετα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) για να εκτελούν δρομολόγια σε αυτή τη γραμμή για βραχύτερη χρονική περίοδο, το γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους ή των κρατών λιμένα το αργότερο ένα μήνα πριν τα πλοία αυτά δρομολογηθούν στην εν λόγω γραμμή.
2.  
Στις περιπτώσεις, ωστόσο, κατά τις οποίες, μετά από απρόβλεπτα περιστατικά, πρέπει να δρομολογηθεί σύντομα ένα επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro) σε αντικατάσταση άλλου προκειμένου να συνεχισθεί η εξυπηρέτηση της γραμμής, εφαρμόζονται το άρθρο 4, παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/2110 και το σημείο 1.3 του παραρτήματος XVII της οδηγίας 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4 ), αντί της απαίτησης κοινοποίησης της παραγράφου 1.
3.  
Αν μια εταιρεία επιθυμεί να εκτελεί εποχικό τακτικό δρομολόγιο για βραχύτερη χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες τον χρόνο, το γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους ή των κρατών λιμένα, το αργότερο τρεις μήνες πριν από την εν λόγω δρομολόγηση.
4.  
Για τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που συμμορφώνονται με τις ειδικές απαιτήσεις του παραρτήματος I, τμήμα Α, όταν η δρομολόγηση κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες χαμηλότερου σημαντικού ύψους κύματος από εκείνες που έχουν καθοριστεί για την ίδια θαλάσσια περιοχή για δρομολόγηση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, η αρμόδια αρχή μπορεί, προκειμένου να καθορίσει το ύψος των υδάτων στο κατάστρωμα για την εφαρμογή των ειδικών απαιτήσεων ευστάθειας, που παρατίθενται στο παράρτημα I, τμήμα Α, να χρησιμοποιήσει την τιμή του σημαντικού ύψους κύματος που εφαρμόζεται για τη βραχύτερη περίοδο. Η τιμή του σημαντικού ύψους κύματος που εφαρμόζεται για τη βραχύτερη αυτή χρονική περίοδο συμφωνείται μεταξύ των κρατών μελών ή, όταν είναι πρόσφορο και δυνατόν, μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών και στα δύο άκρα της διαδρομής.
5.  
Κατόπιν συμφωνίας της αρμόδιας αρχής του κράτους ή των κρατών λιμένα για δρομολόγηση κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, το επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro) που εκτελεί τα εν λόγω δρομολόγια απαιτείται να φέρει πιστοποιητικό το οποίο να επιβεβαιώνει τη συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

▼M3

Άρθρο 10

Τροποποίηση των παραρτημάτων

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10α, για την τροποποίηση των παραρτημάτων, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, ιδίως στον ΔΝΟ, και να βελτιώνεται η αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας, υπό το πρίσμα της εμπειρίας και της τεχνολογικής προόδου.

▼M3

Άρθρο 10α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  
Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
2.  
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 10 εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 26 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.
3.  
Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 10 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.  
Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου ( 5 ).
5.  
Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6.  
Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 10 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

▼M3 —————

▼B

Άρθρο 12

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για την παράβαση των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμογή των κυρώσεων αυτών. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

Άρθρο 13

Εφαρμογή

Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν τις 17 Νοεμβρίου 2004. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

▼M4

Άρθρο 13α

Επανεξέταση

Η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 5 Ιουνίου 2033. Οι πληροφορίες που βασίζονται στις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2 καθίστανται διαθέσιμες σε ανώνυμη μορφή.

▼B

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 15

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΟΧΗΜΑΤΑΓΩΓΑ ΠΛΟΙΑ (RO-RO)

που αναφέρονται στο άρθρο 6

▼M4

Τμήμα A

Για τους σκοπούς του τμήματος Α, οι παραπομπές στους κανονισμούς της σύμβασης SOLAS νοούνται ως παραπομπές στους εν λόγω κανονισμούς όπως εφαρμόζονται στο πλαίσιο της SOLAS 90.

1.

▼M4

Επιπλέον των απαιτήσεων του κανονισμού II-1/Β/8 της σύμβασης SOLAS σχετικά με τη στεγανή υποδιαίρεση και την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης, πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος τμήματος.

▼B

1.1.

Πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις του κανονισμού II-1/Β/8.2.3, όταν λαμβάνεται υπόψη η επίδραση μιας υποθετικής ποσότητας θαλάσσιου ύδατος, η οποία θεωρείται ότι έχει συγκεντρωθεί στο πρώτο κατάστρωμα άνωθεν της σχεδιασθείσας ισάλου γραμμής του χώρου φορτίου ro-ro ή του χώρου φορτίου ειδικής κατηγορίας, όπως ορίζεται στον κανονισμό II-2/3, που θεωρείται ότι έχει υποστεί ζημία (στο εξής καλούμενο «το κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία»). Οι λοιπές απαιτήσεις του κανονισμού II-1/Β/8 δεν χρειάζεται να πληρούνται, σε περίπτωση εφαρμογής του προτύπου ευστάθειας που περιλαμβάνεται στο παρόν παράρτημα. Η ποσότητα θαλάσσιου ύδατος που υποτίθεται ότι έχει συγκεντρωθεί υπολογίζεται με βάση μια επιφάνεια ύδατος που έχει σταθερό ύψος άνωθεν:

α) 

του κατωτέρου σημείου της άκρης του καταστρώματος του διαμερίσματος του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία· ή

β) 

εάν έχει βυθιστεί η άκρη του καταστρώματος του διαμερίσματος που έχει υποστεί ζημία, τότε ο υπολογισμός βασίζεται σε σταθερό ύψος άνωθεν της επιφανείας ηρεμίας του ύδατος σε όλες τις γωνίες κλίσεως και διαγωγής·

ως ακολούθως:

0,5 m, εάν το απομένον ύψος εξάλων (fr) είναι ίσο ή μικρότερο από 0,3 m·
0,0 m, εάν το απομένον ύψος εξάλων (fr) είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 2,0 m·
οι ενδιάμεσες τιμές πρόκειται να προσδιορίζονται με γραμμική παρεμβολή, εάν το απομένον ύψος εξάλων (fr) είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 0,3 m, αλλά μικρότερο από 2,0 m,

όπου το απομένον ύψος εξάλων (fr) είναι η ελάχιστη απόσταση μεταξύ του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία και της τελικής ισάλου γραμμής στο σημείο της ζημίας, σε περίπτωση εκτίμησης της ζημίας χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του όγκου των υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία.

1.2.

Εάν έχει εγκατασταθεί σύστημα αποστράγγισης υψηλής αποτελεσματικότητας, η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να επιτρέπει μείωση του ύψους της επιφάνειας του ύδατος.

1.3.

Για πλοία σε γεωγραφικώς καθορισμένες περιορισμένες περιοχές εκτέλεσης δρομολογίων, η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να μειώνει το ύψος της επιφάνειας του ύδατος, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το σημείο 1.1, αντικαθιστώντας το εν λόγω ύψος της επιφάνειας του ύδατος από τα εξής:

1.3.1. 

0,0 m, εάν το σημαντικό ύψος κύματος (hs) που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη περιοχή είναι ίσο ή μικρότερο από 1,5 m·

1.3.2. 

η τιμή καθορίζεται σύμφωνα με το σημείο 1.1, εάν το σημαντικό ύψος κύματος (hs) που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη περιοχή είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 4,0 m·

1.3.3. 

οι ενδιάμεσες τιμές πρόκειται να προσδιορίζονται με γραμμική παρεμβολή, εάν το σημαντικό ύψος κύματος (hs) που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη περιοχή είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 1,5 m, αλλά μικρότερο από 4,0 m·

υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.3.4. 

η αρχή του κράτους της σημαίας έχει πεισθεί ότι η καθορισμένη περιοχή χαρακτηρίζεται από σημαντικό ύψος κύματος (hs) για το οποίο η πιθανότητα υπέρβασης είναι μικρότερη του 10 % και

1.3.5. 

έχουν καταγραφεί στα πιστοποιητικά η περιοχή εκτέλεσης δρομολογίων και, εάν ισχύει, το μέρος του έτους για το οποίο έχει καθοριστεί μια ορισμένη τιμή σημαντικού ύψους κύματος (hs).

1.4.

Εναλλακτικά προς τις απαιτήσεις των σημείων 1.1 ή 1.3, η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να απαλλάσσει από την εφαρμογή των απαιτήσεων των σημείων 1.1 ή 1.3 και να δέχεται αποδεικτικά στοιχεία, βάσει των δοκιμών μοντέλου, οι οποίες διεξάγονται για συγκεκριμένο πλοίο σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής μοντέλου που παρατίθεται στο προσάρτημα, με τα οποία αποδεικνύεται ότι το πλοίο δεν θα ανατραπεί, με την υποτιθέμενη έκταση ζημίας, όπως προβλέπεται στον κανονισμό II-1/Β/8.4 της SOLAS στη θεωρούμενη χείριστη θέση κατά το σημείο 1.1, σε θαλασσοταραχή με ακανόνιστα κύματα και

1.5.

καταγράφονται στα πιστοποιητικά του πλοίου μνεία της αποδοχής των αποτελεσμάτων της δοκιμής μοντέλου, ως ισοδύναμων με τη συμμόρφωση προς τα σημεία 1.1 ή 1.3, και η τιμή του σημαντικού ύψους κύματος (hs) που χρησιμοποιήθηκε στις δοκιμές μοντέλου.

1.6.

Οι διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται στον πλοίαρχο, σύμφωνα με τους κανονισμούς της SOLAS II-1/Β/8.7.1 και II-1/Β/8.7.2, όπως καταρτίστηκαν για τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς II-1/Β/8.2.3 έως II-1/Β/8.2.3.4, εφαρμόζονται ως έχουν για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία που εγκρίνονται σύμφωνα με τις παρούσες απαιτήσεις.

2.

Για να εκτιμηθεί η επίδραση του όγκου των θαλασσίων υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία, κατά την παράγραφο 1, κατισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

2.1.

Ένα εγκάρσιο ή διάμηκες διάφραγμα θεωρείται άθικτο, εάν όλα τα μέρη του ευρίσκονται εσωτερικώς κατακορύφων επιφανειών σε αμφότερες τις πλευρές του πλοίου, σε απόσταση από τα ελάσματα του εξωτερικού περιβλήματος ίση με το ένα πέμπτο του πλάτους του πλοίου, όπως ορίζεται στον κανονισμό II-1/2, μετρώμενη καθέτως προς τον άξονα του πλοίου στο ύψος της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής της υποδιαιρέσεως.

2.2.

Σε περιπτώσεις που η δομή του κύτους του πλοίου έχει διαπλατυνθεί εν μέρει, για λόγους συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, πρέπει να χρησιμοποιείται απ' αρχής μέχρι τέλους η προκύπτουσα αύξηση της τιμής του ενός πέμπτου του πλάτους του πλοίου, αλλά δεν είναι καθοριστική για τη θέση των υφισταμένων διόδων των διαφραγμάτων, συστημάτων σωληνώσεων κ.λπ., που είχαν εγκριθεί πριν από τη διαπλάτυνση του πλοίου.

▼M1

2.3.

H στεγανότητα των εγκάρσιων ή διαμήκων διαφραγμάτων, τα οποία κρίνονται αποτελεσματικά για τη συγκράτηση των θαλάσσιων υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο σχετικό διαμέρισμα στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία, πρέπει να είναι ανάλογη με το σύστημα αποστράγγισης και να δύναται να υφίσταται υδροστατική πίεση σύμφωνη με τα αποτελέσματα του υπολογισμού της ζημίας. Τα εν λόγω διαφράγματα πρέπει να έχουν ύψος τουλάχιστον 4 μέτρα, εκτός εάν το ύψος του ύδατος είναι χαμηλότερο από 0,5 μέτρα. Στις περιπτώσεις αυτές, το ύψος του διαφράγματος μπορεί να υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Bh = 8hw
όπου:
Bh είναι το ύψος του διαφράγματος,
και hw είναι το ύψος του ύδατος.

Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, το ελάχιστο ύψος του διαφράγματος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 2,3 μέτρα. Ωστόσο, στην περίπτωση πλοίου με αναρτημένα καταστρώματα οχημάτων, το ελάχιστο ύψος του διαφράγματος δεν πρέπει να είναι μικρότερο από το ύψος που μετράται έως το κάτω μέρος του αναρτημένου καταστρώματος, όταν είναι κατεβασμένο.

▼B

2.4.

Για ειδικές διευθετήσεις, όπως, π.χ., αναρτημένα καταστρώματα που καταλαμβάνουν όλο το πλάτος και ευρέα πλευρικά περιβλήματα, μπορούν να γίνουν δεκτά και άλλα ύψη διαφραγμάτων, με βάση λεπτομερείς δοκιμές μοντέλου.

2.5.

Η επίδραση του όγκου των θαλασσίων υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί δεν χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη για οποιοδήποτε διαμέρισμα του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία, υπό τον όρο ότι το εν λόγω διαμέρισμα διαθέτει, σε κάθε πλευρά του καταστρώματος, θυρίδες εκροής κατανεμημένες ομοιόμορφα κατά μήκος των πλευρών του διαμερίσματος, που είναι σύμφωνες με τα ακολουθα:

2.5.1. 

A ≥ 0.3 l

όπου A είναι η συνολική επιφάνεια των θυρίδων εκροής σε κάθε πλευρά του καταστρώματος, σε m2 και l είναι το μήκος του διαμερίσματος σε m·

2.5.2. 

το πλοίο διατηρεί απομένον ύψος εξάλων τουλάχιστον 1,0 m, σε συνθήκες χείριστης ζημίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση του υποθετικού όγκου υδάτων στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία·

2.5.3. 

οι υπόψη θυρίδες εκροής ευρίσκονται μέχρι ύψους 0,6 m άνωθεν του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία, το δε κατώτερο άκρο των θυρίδων ευρίσκεται σε απόσταση το πολύ 2 cm άνωθεν του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία και

2.5.4. 

οι εν λόγω θυρίδες εκροής διαθέτουν διατάξεις κλεισίματος ή πτερύγια, ούτως ώστε να εμποδίζεται η είσοδος υδάτων στο κατάστρωμα οχημάτων, ενώ να είναι δυνατή η αποστράγγιση υδάτων που ενδέχεται να συγκεντρωθούν στο κατάστρωμα οχημάτων.

2.6.

Όταν ένα διάφραγμα άνωθεν του καταστρώματος οχημάτων θεωρείται ότι έχει υποστεί ζημία, τότε και τα δύο διαμερίσματα που γειτνιάζουν με το διάφραγμα θεωρείται ότι έχουν κατακλυσθεί μέχρι το ίδιο ύψος επιφάνειας ύδατος όπως υπολογίζεται στα σημεία 1.1 ή 1.3 ανωτέρω.

3.

Για τον προσδιορισμό του σημαντικού ύψους κύματος, χρησιμοποιούνται τα ύψη κύματος που αναγράφονται στους χάρτες ή στον κατάλογο των θαλάσσιων περιοχών, που καταρτίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας οδηγίας.

▼M4

3.1.

Για πλοία τα οποία πρόκειται να δρομολογηθούν μόνο για βραχύτερη χρονική περίοδο, κατά την έννοια του άρθρου 9, τα κράτη λιμένα που περιλαμβάνονται στη διαδρομή συμφωνούν το εφαρμοστέο σημαντικό ύψος κύματος.

▼B

4.

Οι δοκιμές μοντέλου διεξάγονται σύμφωνα με το προσάρτημα.

▼M4

Τμήμα Β

Πρέπει να πληρούνται οι απαιτήσεις του κεφαλαίου II-1, μέρος Β της SOLAS 2020. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από τον κανονισμό II-1/B/6.2.3 της SOLAS 2020, ο απαιτούμενος δείκτης υποδιαίρεσης R καθορίζεται ως εξής:



Επιβαίνοντες (N)

Δείκτης υποδιαίρεσης (R)

N < 1 000

R = 0,000088 *N 0,7488

1 000 ≤ N ≤ 1 350

R = 0,0369 * ln (N 89,048 ) 0,579

όπου:

Ν0025

=

συνολικός αριθμός επιβαινόντων.

▼M1




Προσάρτημα

Μέθοδος δοκιμής μοντέλου

1.   Στόχοι

Η παρούσα αναθεωρημένη μέθοδος δοκιμής μοντέλου αποτελεί αναθεώρηση της μεθόδου που περιγράφεται στο προσάρτημα του παραρτήματος της απόφασης 14 της διάσκεψης SOLAS του 1995. Από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας της Στοκχόλμης, πραγματοποιήθηκε ένας αριθμός δοκιμών μοντέλου σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής που ίσχυε προηγουμένως. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών αυτών, εντοπίστηκε ένας αριθμός δυνατοτήτων βελτίωσης των διαδικασιών. Η νέα αυτή μέθοδος δοκιμής μοντέλου έχει ως στόχο να συμπεριλάβει τις βελτιώσεις αυτές και, μαζί με τις προσαρτημένες κατευθυντήριες σημειώσεις, να παράσχει μια περισσότερο αξιόπιστη διαδικασία για την αξιολόγηση της επιβιωσιμότητας ενός επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου ro-ro που έχει υποστεί ζημία στη θάλασσα. Στις δοκιμές που προβλέπονται στο σημείο 1.4 των απαιτήσεων ευστάθειας που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, το πλοίο πρέπει να είναι σε θέση να ανθίσταται, στην περίπτωση χείριστης ζημίας, στις θαλάσσιες συνθήκες που καθορίζονται στο σημείο 4 κατωτέρω.

2.   Ορισμοί



LBP

= μήκος μεταξύ των καθέτων

HS

= αντιπροσωπευτικό ύψος κύματος

B

= πλάτος επί των νομέων

TP

= περίοδος αιχμής

TZ

= μέση περίοδος μηδενικού επιπέδου

3.   Μοντέλο πλοίου

3.1.

Το μοντέλο πρέπει να αποτελεί αντίγραφο του πραγματικού πλοίου, τόσο από απόψεως της εξωτερικής διάταξης όσο και της εσωτερικής διαμόρφωσης, ιδίως όσον αφορά όλους τους χώρους που έχουν υποστεί ζημία και έχουν επίδραση στη διαδικασία κατάκλυσης και σάρωσης από τα ύδατα. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται βύθισμα, κλίση, διαγωγή καθώς και περιοριστικό λειτουργικό ύψος στο κέντρο βάρους άνωθεν της τρόπιδας (KG) που να αντιστοιχεί στη χείριστη ζημία ενός σκάφους που βρίσκεται σε ανέπαφη κατάσταση. Επιπροσθέτως, η περίπτωση (περιπτώσεις) δοκιμών που πρέπει να εξεταστούν, θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν τη χείριστη ζημία που ορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό SOLAS II-1/8.2.3.2 (SOLAS 90) όσον αφορά τη συνολική επιφάνεια που βρίσκεται κάτω από τη θετική καμπύλη ύψους στο κέντρο βάρους άνωθεν της τρόπιδας (GZ), ενώ η κεντρική γραμμή του ανοίγματος της ζημίας θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην ακόλουθη ακτίνα:

3.1.1.

± 35 % της τιμής LBP από το μέσο του πλοίου·

3.1.2.

μια πρόσθετη δοκιμή θα απαιτηθεί για τη χείριστη ζημία εντός ακτίνας ± 10 % της τιμής LBP από το μέσο του πλοίου εάν η ζημία που αναφέρεται στο σημείο 1 βρίσκεται εκτός ακτίνας ± 10 % της τιμής LBP από το μέσο του πλοίου.

3.2.

Το μοντέλο θα πρέπει να πληροί τα ακόλουθα:

3.2.1.

το μήκος μεταξύ των καθέτων (LBP) πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία μέτρα, ή να αντιστοιχεί σε κλίμακα μοντέλου 1:40, οποιοδήποτε από τα δύο είναι μεγαλύτερο, ενώ η κάθετη απόσταση μέχρι 3 τουλάχιστον πρότυπα ύψη υπερκατασκευής άνωθεν του καταστρώματος στεγανών (καταστρώματος εξάλων)·

3.2.2.

το πάχος του κύτους των κατακλυσθέντων χώρων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 4 mm·

3.2.3.

τόσο υπό συνθήκες ανέπαφου πλοίου όσο και πλοίου που έχει υποστεί ζημία, το μοντέλο θα πρέπει να πληροί τα σωστά σημεία εκτοπίσματος και βυθίσματος (TA, TM, TF, στην αριστερή και στη δεξιά πλευρά) με μέγιστη ανοχή σε οποιοδήποτε σημείο βυθίσματος + 2 mm. Τα σημεία βυθίσματος στην πλώρη και στην πρύμνη θα πρέπει να βρίσκονται όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς τα σημεία FP και ΑΡ·

3.2.4.

όλα τα διαμερίσματα που έχουν υποστεί ζημία και οι χώροι ro-ro θα πρέπει να είναι κατασκευασμένα με τις σωστές διαπερατότητες (πραγματικές τιμές και κατανομές) που να διασφαλίζουν τη σωστή αντιπροσώπευση της μάζας του ύδατος κατάκλυσης και της διανομής της μάζας·

3.2.5.

τα χαρακτηριστικά κίνησης πρέπει να αναπαράγουν κατάλληλα το πρότυπο του πραγματικού πλοίου και πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην ανοχή GM σε κατάσταση ανέπαφου πλοίου καθώς και τις ακτίνες περιστροφής σε κινήσεις διατοίχισης και προνευστασμού. Η μέτρηση και των δύο ακτίνων θα πρέπει να πραγματοποιείται στον αέρα και πρέπει να κυμαίνεται από 0,35B έως 0,4B για την κίνηση διατοίχισης και μεταξύ 0,2LOA έως 0,25LOA για την κίνηση προνευστασμού·

3.2.6.

τα κύρια χαρακτηριστικά του σχεδίου, όπως τα στεγανά διαφράγματα, οι αεραγωγοί, κ.λπ., άνωθεν και κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών που μπορούν να υποστούν ασύμμετρη κατάκλυση, πρέπει να αναπαράγονται κατάλληλα στο μοντέλο, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αντιπροσωπεύουν την πραγματική κατάσταση. Οι διατάξεις αερισμού και εγκάρσιας (αντισταθμιστικής) κατάκλυσης θα πρέπει να κατασκευάζονται με ελάχιστη διατομή 500 mm2·

3.2.7.

το σχήμα του ανοίγματος της ζημίας πρέπει να έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1) 

τραπεζοειδής κατατομή με πλευρά η οποία παρουσιάζει κλίση 15o προς την κάθετη και το πλάτος στην ίσαλο γραμμή σχεδίασης καθορισμένο σύμφωνα με τον κανονισμό SOLAS II-1/8.4.1·

2) 

ισοσκελής τριγωνική κατατομή στο οριζόντιο επίπεδο, με ύψος ίσο προς B/5 σύμφωνα με τον κανονισμό SOLAS II-1/8.4.2. Εάν τοποθετηθούν πλευρικά περιβλήματα εντός του B/5, το μήκος που έχει υποστεί ζημία στα πλευρικά περιβλήματα δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 25 mm·

3) 

με την επιφύλαξη των διατάξεων των σημείων 3.2.7.1 και 3.2.7.2 ανωτέρω, θα πρέπει να κατακλύζονται στις δοκιμές μοντέλου όλα τα διαμερίσματα που θεωρούνται ότι έχουν υποστεί ζημία κατά τον υπολογισμό των χειρίστων περιπτώσεων ζημιών που αναφέρονται στο σημείο 3.1.

3.3.

Το μοντέλο σε κατάσταση ισορροπίας υπό συνθήκες κατάκλυσης θα πρέπει να υφίσταται κλίση κατά μια πρόσθετη γωνία που να αντιστοιχεί προς εκείνη που προκαλείται από την ροπή κλίσης Mh = max (Mpass· Mlaunch)-Mwind, αλλά σε καμία περίπτωση η τελική κλίση δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη από 1o προς την κατεύθυνση της ζημίας. Οι τιμές Mpass, Mlaunch and Mwind είναι τιμές που προσδιορίζονται στον κανονισμό SOLAS II-1/8.2.3.4. Για τα υπάρχοντα πλοία, η γωνία αυτή μπορεί να ληφθεί ως 1o.

4.   Διαδικασία πειραμάτων

4.1.

Το μοντέλο θα πρέπει να υποβάλλεται σε θαλασσοταραχή με μακροκόρυφα ακανόνιστα κύματα, όπως ορίζονται στο φάσμα JONSWAP, με αντιπροσωπευτικό ύψος κύματος HS, αυξητικό συντελεστή αιχμής γ = 3,3 και περίοδο αιχμής
image . Η τιμή HS αντιπροσωπεύει το αντιπροσωπευτικό ύψος κύματος για την περιοχή πλεύσης, για το οποίο δεν υπάρχει πιθανότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από 10 % σε ετήσια βάση, αλλά που περιορίζεται σε μέγιστο ύψος 4 μέτρων.

Επιπροσθέτως,

4.1.1.

το πλάτος της δεξαμενής θα πρέπει να είναι επαρκές προκειμένου να αποφεύγεται η επαφή ή άλλη αλληλεπίδραση με τις πλευρές της δεξαμενής, και συνιστάται να μην είναι λιγότερο από την τιμή LBP + δύο μέτρα·

4.1.2.

το βάθος της δεξαμενής θα πρέπει να είναι επαρκές για την κατάλληλη αναπαραγωγή του μοντέλου, αλλά να μην είναι μικρότερο από ένα μέτρο·

4.1.3.

για τη χρήση ενός αντιπροσωπευτικού κύματος, θα πρέπει να διενεργούνται μετρήσεις πριν από τη δοκιμή σε τρεις διαφορετικές θέσεις μετατόπισης·

4.1.4.

ο πλησιέστερος στη διάταξη δημιουργίας κυμάτων αισθητήρας κύματος θα πρέπει να βρίσκεται στη θέση στην οποία έχει τοποθετηθεί το μοντέλο κατά την έναρξη της δοκιμής·

4.1.5.

οι μεταβολές των τιμών HS και TP θα πρέπει να βρίσκονται εντός ± 5 % για τις τρεις θέσεις και

4.1.6.

κατά τη διάρκεια των δοκιμών, για σκοπούς έγκρισης, θα πρέπει να επιτρέπεται ανοχή + 2,5 % της τιμής HS, ± 2,5 % της τιμής TP και ± 5 % της τιμής TZ όσον αφορά τον αισθητήρα που είναι πλησιέστερος προς τη διάταξη δημιουργίας κυμάτων.

4.2.

Το μοντέλο θα πρέπει να παρασύρεται ελεύθερα και να είναι τοποθετημένο εγκάρσια προς τα κύματα (κατεύθυνση 90o) με την οπή της ζημίας να έχει κατεύθυνση προς τα επερχόμενα κύματα και να μην υπάρχει μόνιμο σύστημα πρόσδεσης στο χρησιμοποιούμενο μοντέλο. Για τη διατήρηση κατεύθυνσης εγκάρσιας προς τα κύματα 90o περίπου κατά τη διάρκεια της δοκιμής του μοντέλου, θα πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις:

4.2.1.

τα σχοινία ελέγχου της κατεύθυνσης, τα οποία χρησιμεύουν για ήσσονος σημασίας προσαρμογές, θα πρέπει να βρίσκονται στην κεντρική γραμμή της πλώρης και της πρύμνης, κατά συμμετρικό τρόπο και σε ένα επίπεδο μεταξύ της θέσης της τιμής KG και της ισάλου γραμμής που έχει υποστεί ζημία και

4.2.2.

η ταχύτητα έλξης θα πρέπει να είναι ίση με την πραγματική ταχύτητα με την οποία παρασύρεται το μοντέλο, με προσαρμογές της ταχύτητας εφόσον είναι αναγκαίο.

4.3.

Θα πρέπει να διεξαχθούν δέκα τουλάχιστον πειράματα. Η περίοδος δοκιμής για κάθε πείραμα θα πρέπει να έχει διάρκεια τέτοια ώστε να επιτυγχάνεται κατάσταση ακινησίας, αλλά όχι λιγότερο από 30 πρώτα λεπτά σε πλήρη κλίμακα. Για κάθε πείραμα θα πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετική αλληλουχία κυμάτων.

5.   Κριτήρια επιβιωσιμότητας

Το μοντέλο θα πρέπει να θεωρείται ότι επιβιώνει εάν επιτυγχάνεται κατάσταση ακινησίας για τις διαδοχικές δοκιμές που απαιτούνται στην παράγραφο 4.3. Το μοντέλο θα πρέπει να θεωρείται ότι ανατρέπεται εάν προκύπτουν γωνίες διατοίχισης μεγαλύτερες από 30o προς τον κάθετο άξονα ή σταθερή (μέση) κλίση μεγαλύτερη από 20 o για περίοδο μεγαλύτερη από τρία πρώτα λεπτά πλήρους κλίμακας, ακόμη και αν έχει επιτευχθεί κατάσταση ακινησίας.

6.   Τεκμηρίωση δοκιμής

6.1.

Το πρόγραμμα δοκιμής μοντέλου θα πρέπει να εγκρίνεται εκ των προτέρων από τις αρχές.

6.2.

Οι δοκιμές θα πρέπει να τεκμηριώνονται με έκθεση καθώς και μαγνητοσκόπηση ή άλλα οπτικά μέσα που περιέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες για το μοντέλο και τα αποτελέσματα της δοκιμής, τα οποία εγκρίνονται από τις αρχές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, κατ’ ελάχιστο όριο, τα θεωρητικά και καταμετρηθέντα φάσματα κύματος καθώς και στατιστικές (HS, TP, TZ) του ύψους του κύματος σε τρεις διαφορετικές θέσεις της δεξαμενής για μια αντιπροσωπευτική δοκιμή, και όσον αφορά τις δοκιμές με το μοντέλο, οι χρονοσειρές των βασικών στατιστικών του καταμετρηθέντος ύψους κύματος πλησίον της διάταξης δημιουργίας κυμάτων καθώς και οι καταγραφές των κινήσεων διατοίχισης, κάθετης ταλάντωσης και προνευστασμού, καθώς και της ταχύτητας με την οποία παρασύρεται το σκάφος.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3

ΜΕΡΟΣ I

ΕΦΑΡΜΟΓΗ

▼M4

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές χρησιμοποιούνται από τις εθνικές αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των ειδικών απαιτήσεων ευστάθειας που καθορίζονται στο παράρτημα I, τμήμα Α, εφόσον είναι εφικτό και συμβατό με τον σχεδιασμό του εξεταζόμενου πλοίου. Οι αριθμοί των παραγράφων που παρατίθενται κατωτέρω αντιστοιχούν στους αριθμούς των παραγράφων του παραρτήματος I, μέρος Α.

▼B

Σημείο 1

Ως πρώτο βήμα, όλα τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας πρέπει να συμμορφώνονται με το πρότυπο απομένουσας ευστάθειας της SOLAS 90, καθόσον εφαρμόζεται σε όλα τα επιβατηγά πλοία με ημερομηνία κατασκευής την ή μετά την 29η Απριλίου 1990. Η εφαρμογή αυτής της απαίτησης είναι αυτή που καθορίζει το απομένον ύψος εξάλων (fr), που χρειάζεται για τους απαιτούμενους υπολογισμούς βάσει του σημείου 1.1.

Σημείο 1.1.

1. Η παρούσα παράγραφος αφορά την περίπτωση υποθετικής ποσότητας υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα στεγανών (ro-ro). Τα ύδατα θεωρείται ότι έχουν εισέλθει στο κατάστρωμα μέσω ανοίγματος κατόπιν ζημίας. Βάσει της παρούσας παραγράφου το πλοίο, απαιτείται να πληροί περαιτέρω, επιπλέον της εκπλήρωσης στο ακέραιο των απαιτήσεων του προτύπου της SOLAS 90, εκείνο το μέρος των κριτηρίων της SOLAS 90 που περιλαμβάνονται στα σημεία 2.3 έως 2.3.4 του κανονισμού II-1/Β/8, με την καθοριζόμενη ποσότητα υδάτων στο κατάστρωμα. Για τον υπολογισμό αυτόν, δεν χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη άλλες απαιτήσεις του κανονισμού II-1/Β/8. Παραδείγματος χάρη, το πλοίο δεν χρειάζεται, για τον υπολογισμό αυτόν, να πληροί τις απαιτήσεις για τις γωνίες ισορροπίας ή τη μη βύθιση της γραμμής ορίου βυθίσεως.

2. Η συγκεντρωμένη ποσότητα ύδατος προστίθεται ως υγρό φορτίο με μία κοινή επιφάνεια στο εσωτερικό όλων των διαμερισμάτων που θεωρούνται κατακλυσμένα στο κατάστρωμα οχημάτων. Το ύψος (hw) των υδάτων στο κατάστρωμα εξαρτάται από το απομένον ύψος εξάλων (fr) μετά τη ζημία και μετρείται στη θέση της ζημίας (βλέπε σχήμα 1). Το απομένον ύψος εξάλων είναι η ελάχιστη απόσταση μεταξύ του καταστρώματος οχημάτων που έχει υποστεί ζημία και της τελικής ισάλου γραμμής (κατόπιν μέτρων εξισορρόπησης, σε περίπτωση που τυχόν έχουν ληφθεί) στο σημείο της υποτιθέμενης ζημίας, μετά την εξέταση όλων των πιθανών σεναρίων ζημίας, για να εκτιμηθεί η συμμόρφωση με το πρότυπο της SOLAS 90, όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 1 του παραρτήματος Ι. Κατά τον υπολογισμό του fr, δεν πρέπει να λαμβάνεται καθόλου υπόψη η επίδραση του υποθετικού όγκου των υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία.

3. Εάν το fr είναι 2,0 m ή περισσότερο, θεωρείται ότι δεν έχουν συγκεντρωθεί ύδατα στο κατάστρωμα οχημάτων. Εάν το fr είναι 0,3 m ή λιγότερο, τότε το ύψος hw θεωρείται ότι είναι 0,5 m. Τα ενδιάμεσα ύψη ύδατος εξάγονται με γραμμική παρεμβολή (βλέπε σχήμα 2).

Σημείο 1.2.

Τα μέσα αποστράγγισης υδάτων μπορούν να θεωρούνται αποτελεσματικά μόνον αν τα εν λόγω μέσα έχουν την ικανότητα να αποτρέπουν τη συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων ύδατος στο κατάστρωμα, ήτοι πολλών χιλιάδων τόνων ανά ώρα, το οποίο υπολείπεται κατά πολύ της δυναμικότητας που ήταν εγκατεστημένη κατά τον χρόνο της έγκρισης των κανονισμών αυτών. Στο μέλλον, μπορεί να αναπτυχθούν και να εγκριθούν τέτοια συστήματα αποστράγγισης υψηλής αποτελεσματικότητας (με βάση κατευθυντήριες γραμμές που πρόκειται να καταρτιστούν από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό).

Σημείο 1.3.

1. Η ποσότητα υδάτων που θεωρείται ότι έχει συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα δύναται, επιπλέον τυχόν μείωσης σύμφωνα με το σημείο 1.1, να μειώνεται σε περίπτωση δρομολόγησης σε γεωγραφικώς καθορισμένες περιορισμένες περιοχές. Οι περιοχές αυτές καθορίζονται ανάλογα με το σημαντικό ύψος κύματος (hs) που χαρακτηρίζει την περιοχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παρούσας οδηγίας.

2. Εάν το σημαντικό ύψος κύματος (hs), στη συγκεκριμένη περιοχή, είναι 1,5 m ή λιγότερο, θεωρείται ότι δεν έχει συγκεντρωθεί επιπλέον ποσότητα υδάτων στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία. Εάν το σημαντικό ύψος κύματος, στη συγκεκριμένη περιοχή, είναι 4,0 m ή περισσότερο, τότε το ύψος των υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί είναι η τιμή που υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο 1.1. Οι ενδιάμεσες τιμές πρόκειται να προσδιορίζονται με γραμμική παρεμβολή (βλέπε σχήμα 3).

3. Το ύψος hw διατηρείται σταθερό, επομένως η ποσότητα προστιθεμένου ύδατος είναι μεταβλητή, καθώς εξαρτάται από τη γωνία κλίσης και από το κατά πόσον, σε τυχόν συγκεκριμένη γωνία κλίσης, η άκρη του καταστρώματος είναι βυθισμένη ή όχι (βλέπε σχήμα 4). Να σημειωθεί ότι η υποθετική διαχωρητότητα των χώρων του καταστρώματος οχημάτων πρέπει να θεωρείται ότι είναι 90 % (σχετικό MSC/εγκύκλ. 649), ενώ οι διαχωρητότητες άλλων χώρων που θεωρείται ότι έχουν κατακλυσθεί πρέπει να είναι εκείνες που προβλέπονται στη σύμβαση SOLAS.

4. Εάν οι υπολογισμοί για την απόδειξη της συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία αφορούν σημαντικό ύψος κύματος μικρότερο από 4,0 m, αυτό το περιορισμένο σημαντικό ύψος κύματος πρέπει να καταγράφεται στο πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου του σκάφους.

Σημείο 1.4./1.5.

Εναλλακτικά προς τη συμμόρφωση με τις νέες απαιτήσεις ευστάθειας των σημείων 1.1 ή 1.3, μια αρχή δύναται να δέχεται απόδειξη της συμμόρφωσης μέσω δοκιμών μοντέλου. Οι απαιτήσεις για τη δοκιμή μοντέλου αναπτύσσονται λεπτομερώς στο προσάρτημα του παραρτήματος Ι. Στο μέρος ΙΙ του παρόντος παραρτήματος περιλαμβάνονται κατευθυντήριες οδηγίες για τις δοκιμές μοντέλου.

Σημείο 1.6.

Η περιοριστική λειτουργική καμπύλη (ή καμπύλες) (KG ή GM) του προτύπου της SOLAS 90, που εξάγεται κατά σύμβαση, μπορεί να μην συνεχίζει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου θεωρείται ότι υπάρχουν «ύδατα στο κατάστρωμα», σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, και μπορεί να χρειάζεται να προσδιοριστεί αναθεωρημένη περιοριστική καμπύλη (ή καμπύλες), που να λαμβάνει υπόψη την επίδραση αυτών των επιπλέον υδάτων. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να διεξάγονται επαρκείς υπολογισμοί, που να αντιστοιχούν σε επαρκή αριθμό λειτουργικών βυθισμάτων και διαγωγών.

Σημείωση: Αναθεωρημένες περιοριστικές λειτουργικές καμπύλες KG/GM μπορούν να εξάγονται με επανάληψη, όπου το ελάχιστο πλεονάζον GM, που προκύπτει από τους υπολογισμούς ευστάθειας κατόπιν ζημίας με ύδατα στο κατάστρωμα, προστίθεται στην τιμή KG (ή αφαιρείται από το GM) που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των υψών εξάλων που έχουν υποστεί ζημία (fr), από τα οποία εξαρτώνται οι ποσότητες υδάτων στο κατάστρωμα, και αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρις ότου καταστεί αμελητέο το πλεονάζον GM.

Αναμένεται ότι οι εκμεταλλευόμενοι τα πλοία θα αρχίσουν την επανάληψη αυτή, με το μέγιστο KG/ελάχιστο GM που μπορεί εύλογα να διατηρηθεί σε συνθήκες λειτουργίας και θα επιδιώξουν να μεταβάλουν την προκύπτουσα διαμόρφωση στεγανών του καταστρώματος, ώστε να ελαχιστοποιήσουν το πλεονάζον GM, που εξάγεται από τους υπολογισμούς ευστάθειας κατόπιν ζημίας με ύδατα στο κατάστρωμα.

Σημείο 2.1.

Όσον αφορά τις συμβατικές απαιτήσεις της SOLAS σε περίπτωση βλάβης, τα στεγανά διαφράγματα στο εσωτερικό της γραμμής B/5 θεωρούνται άθικτα στην περίπτωση πλευρικής ζημίας κατόπιν συγκρούσεως.

Σημείο 2.2.

Εάν το πλοίο είναι εφοδιασμένο με πλευρικά δομικά πτερύγια ευστάθειας, για λόγους συμμόρφωσης προς τον κανονισμό ΙΙ-1/Β/8, με συνέπεια αύξηση του πλάτους (B) του πλοίου, και άρα της απόστασης B/5 του πλοίου από την πλευρά του, η εν λόγω μετασκευή δεν συνιστά λόγο για την μετατόπιση τυχόν υπαρχόντων δομικών μερών ή τυχόν υφισταμένων διόδων των κύριων εγκάρσιων στεγανών διαφραγμάτων κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών (βλέπε σχήμα 5).

Σημείο 2.3.

1. Τα εγκάρσια ή διαμήκη στεγανά διαφράγματα/φράγματα, με τα οποία είναι εφοδιασμένο το πλοίο και λαμβάνονται υπόψη για τον περιορισμό της κίνησης των υδάτων που θεωρείται ότι έχουν συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα οχημάτων που έχει υποστεί ζημία, δεν χρειάζεται να είναι απολύτως «υδατοστεγή». Μπορούν να επιτρέπονται μικρές ποσότητες διαρροής, υπό τον όρο ότι τα προβλεπόμενα μέτρα αποστράγγισης είναι σε θέση να αποτρέψουν συγκέντρωση υδάτων στην «άλλη πλευρά» του διαφράγματος/φράγματος. Σε περιπτώσεις όπου οι ευδιαίοι δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν, λόγω απώλειας θετικής διαφοράς των επιπέδων ύδατος, πρέπει να προβλέπονται άλλα μέσα παθητικής αποστράγγισης.

2. Το ύψος (Bh) των εγκάρσιων και διαμήκων διαφραγμάτων/φραγμάτων δεν πρέπει να είναι μικρότερο από (8 × hw) μέτρα, όπου hw είναι το ύψος των συσσωρευμένων υδάτων, όπως υπολογίζεται με τη χρήση του απομένοντος ύψους εξάλων και του σημαντικού ύψους κύματος (όπως αναφέρεται στα σημεία 1.1 και 1.3). Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, το ύψος του διαφράγματος/φράγματος δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το μεγαλύτερο εκ των κατωτέρω:

α) 

2,2 μέτρα· ή

β) 

το ύψος μεταξύ του καταστρώματος στεγανών και του κατωτέρου σημείου του κάτω μέρους της δομής των ενδιάμεσων ή αναρτημένων καταστρωμάτων οχημάτων, όταν είναι κατεβασμένα. Να σημειωθεί ότι τυχόν κενά μεταξύ της άνω άκρης του διαφράγματος και του κάτω μέρους του περιβλήματος πρέπει να είναι «επενδεδυμένα», κατά την εγκάρσια ή διαμήκη διεύθυνση, αναλόγως (βλέπε σχήμα 6).

Μπορούν να γίνουν δεκτά διαφράγματα/φράγματα με ύψος μικρότερο από το καθοριζόμενο ανωτέρω, εάν διεξαχθούν δοκιμές μοντέλου, σύμφωνα με το μέρος II του παρόντος παραρτήματος, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι με το εναλλακτικό σχέδιο εξασφαλίζεται κατάλληλο πρότυπο επιβιωσιμότητας. Πρέπει να δίδεται προσοχή, όταν καθορίζεται το ύψος του διαφράγματος/φράγματος, ούτως ώστε το ύψος να είναι επίσης επαρκές για την αποφυγή προοδευτικής κατάκλυσης, εντός του απαιτουμένου φάσματος ευστάθειας. Το φάσμα αυτό δεν πρέπει να επηρεάζεται από τις δοκιμές μοντέλου.

Σημείωση: Το φάσμα μπορεί να μειώνεται σε 10 μοίρες, υπό τον όρο ότι αυξάνεται η αντίστοιχη περιοχή κάτωθεν της καμπύλης (όπως αναφέρεται στο MSC 64/22).

Σημείο 2.5.1.

Η περιοχή «A» αφορά μόνιμα ανοίγματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή «θυρίδων εκροής» δεν είναι κατάλληλη για πλοία για τα οποία απαιτείται πλευστότητα ολόκληρης ή μέρους της υπερκατασκευής, ώστε να πληρούνται τα κριτήρια. Οι θυρίδες εκροής απαιτείται να είναι εφοδιασμένες με πτερύγια κλεισίματος, ούτως ώστε να εμποδίζεται η είσοδος υδάτων, αλλά να είναι δυνατή η αποστράγγιση του νερού.

Τα πτερύγια αυτά δεν πρέπει να βασίζονται σε ενεργά μέσα. Πρέπει να λειτουργούν με ίδια μέσα και πρέπει να αποδεικνύεται ότι δεν περιορίζουν την εκροή σε σημαντικό βαθμό. Τυχόν σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητας πρέπει να αντισταθμίζεται με την προσθήκη επιπλέον ανοιγμάτων, ώστε να διατηρείται η απαιτούμενη περιοχή.

Σημείο 2.5.2.

Για να θεωρούνται αποτελεσματικές οι θυρίδες εκροής, η ελάχιστη απόσταση από το κατώτερο άκρο της θυρίδας εκροής μέχρι την ίσαλο γραμμή στο σημείο της ζημίας πρέπει να είναι τουλάχιστον 1,0 m. Για τον υπολογισμό της ελάχιστης απόστασης, δεν λαμβάνεται υπόψη η επίδραση τυχόν επιπλέον υδάτων στο κατάστρωμα (βλέπε σχήμα 7).

Σημείο 2.5.3.

Οι θυρίδες εκροής πρέπει να είναι τοποθετημένες όσο το δυνατόν χαμηλότερα στο πλευρικό παραπέτο ή στο εξωτερικό περίβλημα. Το κατώτερο άκρο του ανοίγματος της θυρίδας εκροής δεν πρέπει να βρίσκεται υψηλότερα από 2 cm άνωθεν του καταστρώματος στεγανών και το ανώτερο άκρο του ανοίγματος όχι υψηλότερα από 0,6 m (βλέπε σχήμα 8).

Σημείωση: Οι χώροι για τους οποίους εφαρμόζεται η παράγραφος 2.5, ήτοι εκείνοι οι χώροι που είναι εφοδιασμένοι με θυρίδες εκροής ή παρόμοια ανοίγματα, δεν συμπεριλαμβάνονται στους άθικτους χώρους για την παραγωγή των καμπυλών ευστάθειας σε άθικτη κατάσταση και σε περίπτωση βλάβης.

Σημείο 2.6.

1. Η συμβατική έκταση της ζημίας πρέπει να λαμβάνεται κατά το μήκος του πλοίου. Ανάλογα με το πρότυπο υποδιαίρεσης, η ζημία μπορεί να μην έχει επίδραση σε κανένα διάφραγμα ή μπορεί να έχει επίδραση μόνον σε ένα διάφραγμα κάτωθεν του καταστρώματος στεγανών ή μόνον σε ένα διάφραγμα άνωθεν του καταστρώματος στεγανών ή σε διάφορους συνδυασμούς.

2. Όλα τα εγκάρσια και διαμήκη διαφράγματα, τα οποία συγκρατούν την υποθετική συγκεντρωμένη ποσότητα υδάτων, πρέπει να είναι τοποθετημένα και ασφαλισμένα ανά πάσα στιγμή όταν πλέει το πλοίο.

3. Σε εκείνες τις περιπτώσεις που το εγκάρσιο διάφραγμα/φράγμα έχει υποστεί ζημία, τα συγκεντρωμένα ύδατα στο κατάστρωμα έχουν κοινό επίπεδο επιφανείας και στις δύο πλευρές του διαφράγματος/φράγματος που έχει υποστεί ζημία, στο ύψος hw (βλέπε σχήμα 9).

▼M1

ΜΕΡΟΣ II

ΔΟΚΙΜΗ ΜΟΝΤΕΛΟΥ

Σκοπός των κατευθυντήριων αυτών γραμμών είναι να διασφαλιστεί η ομοιομορφία των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή και την επαλήθευση του μοντέλου καθώς επίσης και για την διενέργεια και τις αναλύσεις των δοκιμών μοντέλου.

Τα περιεχόμενα των σημείων 1 και 2 του προσαρτήματος του παραρτήματος Ι θεωρούνται αυτεξήγητα.

Σημείο 3 — Μοντέλο πλοίου

3.1.

Το υλικό κατασκευής του μοντέλου δεν παίζει σημαντικό ρόλο, υπό τον όρο ότι το μοντέλο τόσο σε ανέπαφη κατάσταση όσο και μετά την ζημία πρέπει να συνεχίζει να είναι αρκετά ισχυρό έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι οι υδροστατικές ιδιότητές του να είναι ίδιες με εκείνες του πραγματικού πλοίου καθώς επίσης και ότι η αντίδραση στην κάμψη του κύτους έναντι των κυμάτων να είναι αμελητέα.

Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί η όσο το δυνατόν ακριβέστερη αναπαράσταση των διαμερισμάτων που έχουν υποστεί ζημία προκειμένου να διασφαλιστεί η ύπαρξη του σωστού όγκου ύδατος κατάκλυσης.

Δεδομένου ότι εισροή ύδατος (ακόμη και σε μικρές ποσότητες) στα ανέπαφα τμήματα του μοντέλου επηρεάζει τη συμπεριφορά του, πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρχει τέτοιου είδους εισροή.

Σε δοκιμές μοντέλου που αφορούν τις χείριστες ζημίες SOLAS πλησίον των άκρων του πλοίου παρατηρήθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η σταδιακή κατάκλυση λόγω της τάσης του ύδατος επί του καταστρώματος να συσσωρεύεται πλησίον του ανοίγματος της ζημίας και από εκεί να εκρέει. Δεδομένου ότι τέτοιου είδους μοντέλα μπορούσαν να επιβιώνουν υπό συνθήκες μεγάλης θαλασσοταραχής, ενώ υφίσταντο ανατροπή σε συνθήκες μικρότερης θαλασσοταραχής με λιγότερο επιβλαβείς μακράν των άκρων ζημίες SOLAS, θεσπίστηκε το όριο ±35 % για την παρεμπόδισή του φαινομένου αυτού.

Εκτεταμένη έρευνα που διεξάχθηκε για τον σκοπό της ανάπτυξης κατάλληλων κριτηρίων για νέα σκάφη έχει δείξει ότι εκτός από την τιμή GM και τα έξαλα, για την επιβιωσιμότητα των επιβατηγών πλοίων, σημαντικό ρόλο παίζουν και η έκταση κάτω από την καμπύλη της απομένουσας ευστάθειας. Κατά συνέπεια, για τον καθορισμό της χειρίστης ζημίας SOLAS προκειμένου να τηρηθεί η απαίτηση του σημείου 3.1, ως χειριστή ζημία πρέπει να θεωρείται εκείνη η οποία παρουσιάζει τη μικρότερη έκταση κάτω από την καμπύλη απομένουσας ευστάθειας.

3.2.

Χαρακτηριστικά του μοντέλου

3.2.1.

Αναγνωρίζοντας ότι οι επιπτώσεις κλίμακας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά ενός μοντέλου κατά τη διάρκεια των δοκιμών, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι επιπτώσεις αυτές ελαχιστοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότερο. Το μοντέλο θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες των διαμερισμάτων που έχουν υποστεί ζημία κατασκευάζονται ευκολότερα σε μεγαλύτερα μοντέλα και μειώνονται οι επιπτώσεις κλίμακας. Ως εκ τούτου, το μήκος του μοντέλου απαιτείται να μην είναι μικρότερο από εκείνο που αντιστοιχεί σε κλίμακα 1:40 ή 3 μέτρα, οποιοδήποτε μήκος είναι μεγαλύτερο.

Έχει διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των δοκιμών ότι η κάθετη διάσταση του μοντέλου μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα σε περίπτωση που πραγματοποιείται δυναμική δοκιμή. Ως εκ τούτου, απαιτείται η αναπαραγωγή του πλοίου σε τρία τουλάχιστον πρότυπα ύψη υπερκατασκευής πάνω από το κατάστρωμα διαφράγματος (κατάστρωμα εξάλων) έτσι ώστε τα αλλεπάλληλα κύματα να μην περνούν πάνω από το μοντέλο.

3.2.2.

Το μοντέλο στο σημείο των υποτιθέμενων ζημιών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν λεπτότερο προκειμένου να διασφαλίζει την επαρκή αντιπροσώπευση της ποσότητας ύδατος κατάκλυσης και του κέντρου βαρύτητάς του. Το πάχος του κύτους δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4 mm. Αναγνωρίζεται ότι ίσως να μην είναι δυνατή με αρκετή λεπτομέρεια η κατασκευή του κύτους του μοντέλου και των στοιχείων της κύριας και δευτερεύουσας υποδιαίρεσης στο σημείο της ζημίας, και λόγω των κατασκευαστικών αυτών περιορισμών ίσως να μην είναι δυνατός ο επακριβής υπολογισμός της υποτιθέμενης διαπερατότητας του χώρου.

3.2.3.

Είναι σημαντικό να μην επαληθεύονται μόνο τα βυθίσματα σε κατάσταση ανέπαφου πλοίου, αλλά και να μετρώνται επίσης επακριβώς τα βυθίσματα του μοντέλου που έχει υποστεί ζημία προκειμένου να συσχετιστούν με εκείνα που προκύπτουν από τον υπολογισμό της ευστάθειας μετά από την επέλευση της ζημίας. Για πρακτικούς λόγους, γίνεται αποδεκτή ανοχή + 2 mm για οποιοδήποτε βύθισμα.

3.2.4.

Μετά την μέτρηση των βυθισμάτων μετά την επέλευση της ζημίας, είναι δυνατό να θεωρηθεί αναγκαίο να πραγματοποιηθούν προσαρμογές στην διαπερατότητα του διαμερίσματος που έχει υποστεί ζημία είτε με την εισαγωγή ανέπαφων όγκων είτε με την προσθήκη βαρών. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η επακριβής αναπαράσταση του κέντρου βαρύτητας του ύδατος κατάκλυσης. Στην περίπτωση αυτή, οποιεσδήποτε πραγματοποιούμενες προσαρμογές, πρέπει να σφάλουν προς την πλευρά της ασφάλειας.

Εάν απαιτείται η τοποθέτηση φραγμάτων στο κατάστρωμα του μοντέλου και τα φράγματα έχουν ύψος μικρότερο από το ύψος διαφράγματος που αναφέρεται κατωτέρω, το μοντέλο πρέπει να εξοπλιστεί με εσωτερικό κύκλωμα τηλεόρασης έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθηθεί οποιοδήποτε «πλατάγισμα» των κυμάτων και οποιαδήποτε συσσώρευση ύδατος στην περιοχή του καταστρώματος που δεν έχει υποστεί ζημία. Στην περίπτωση αυτή, μεταξύ των τεκμηρίων δοκιμής απαιτείται μαγνητοσκόπηση του συμβάντος.

Το ύψος των εγκάρσιων ή διαμήκων διαφραγμάτων τα οποία πρέπει να θεωρούνται αποτελεσματικά για τον περιορισμό του υποτιθέμενου συσσωρευμένου θαλάσσιου ύδατος στο σχετικό διαμέρισμα του καταστρώματος ro-ro που έχει υποστεί ζημία, θα πρέπει να ανέρχεται σε 4 μέτρα τουλάχιστον, εκτός εάν το ύψος του ύδατος είναι μικρότερο από 0,5 μέτρα. Στις περιπτώσεις αυτές, το ύψος του διαφράγματος μπορεί να υπολογίζεται σύμφωνα με τον εξής τύπο:

Bh = 8hw
όπου Bh είναι το ύψος του διαφράγματος και
hw είναι το ύψος του ύδατος.

Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, το ελάχιστο ύψος του διαφράγματος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 2,2 μέτρα. Ωστόσο, στην περίπτωση πλοίου με αναρτημένα καταστρώματα οχημάτων, το ελάχιστο ύψος του διαφράγματος δεν πρέπει να είναι μικρότερο από το ύψος της κάτω πλευράς του αναρτημένου καταστρώματος αυτοκινήτων σε κατεβασμένη θέση.

3.2.5.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα χαρακτηριστικά κίνησης του μοντέλου αντιπροσωπεύουν εκείνα του πραγματικού πλοίου, είναι σημαντικό για το μοντέλο να υποστεί κλίση και διατοίχιση σε ανέπαφη κατάσταση έτσι ώστε να ελεγχθεί η τιμή GM καθώς και η κατανομή της μάζας. Η κατανομή της μάζας θα πρέπει να μετρηθεί στον αέρα. Η εγκάρσια ακτίνα περιστροφής του πραγματικού πλοίου θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 0,35B και 0,4B και η διαμήκης ακτίνα περιστροφής θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 0,2L και 0,25L.

Σημείωση: Ενώ μπορεί να γίνει αποδεκτή η κλίση και ο διατοιχισμός του μοντέλου σε κατάσταση ζημίας με στόχο την επαλήθευση της καμπύλης της εναπομένουσας ευστάθειας, οι δοκιμές αυτές δεν πρέπει να υποκαθιστούν τις δοκιμές του μοντέλου σε ανέπαφη κατάσταση.

3.2.6.

Θεωρείται ότι οι εξαεριστήρες του διαμερίσματος του πραγματικού πλοίου που έχει υποστεί ζημία επαρκούν για την απρόσκοπτη κατάκλυση και κίνηση των υδάτων κατάκλυσης. Ωστόσο, κατά την προσπάθεια σμίκρυνσης υπό κλίμακα των διαρυθμίσεων των εξαεριστήρων του πραγματικού πλοίου, μπορεί να προκληθούν στο μοντέλο ανεπιθύμητες επιδράσεις λόγω κλίμακος. Για να εξασφαλιστεί η αποφυγή τέτοιων επιπτώσεων, συνιστάται να κατασκευαστούν οι διαρρυθμίσεις εξαεριστήρων σε μεγαλύτερη κλίμακα από εκείνη του μοντέλου, φροντίζοντας ταυτόχρονα το γεγονός αυτό να μην επηρεάζει τη ροή των υδάτων στο κατάστρωμα οχημάτων.

3.2.7.

Θεωρείται ότι είναι κατάλληλο να ληφθεί υπόψη ένα σχήμα ζημίας που να είναι αντιπροσωπευτικό της εγκάρσιας τομής του πλοίου στην περιοχή της πλώρης. Η γωνία 15° στηρίζεται σε μελέτη της εγκάρσιας τομής σε απόσταση B/5 από την πλώρη για μια αντιπροσωπευτική επιλογή σκαφών διαφορετικών τύπων και μεγεθών.

Η ισοσκελής τριγωνική κατανομή του πρισματικού σχήματος της ζημίας είναι εκείνη που αντιστοιχεί στην έμφορτο ίσαλο γραμμή.

Επιπλέον, σε περιπτώσεις όπου έχουν τοποθετηθεί πλευρικά περιβλήματα πλάτους μικρότερου από Β/5 και για να αποφεύγονται πιθανές επιδράσεις λόγω κλίμακας, το μήκος της ζημίας στη θέση των πλευρικών περιβλημάτων δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από 25 mm.

3.3.

Στην αρχική μέθοδο δοκιμής μοντέλου της απόφασης 14 της διάσκεψης της SOLAS 1995, δεν εξετάστηκε η επίπτωση της κλίσης που προκαλείται από τη μέγιστη ροπή που προκύπτει από οποιοδήποτε συνωστισμό επιβατών, καθέλκυση σωστικής λέμβου, άνεμο ή περιστροφή, παρά το γεγονός ότι η επίπτωση αυτή αποτελούσε μέρος της SOLAS. Αποτελέσματα έρευνας έχουν δείξει, ωστόσο, ότι θα ήταν συνετό να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις αυτές και να διατηρηθεί ελάχιστη κλίση 1° προς την πλευρά τη ζημίας για πρακτικούς σκοπούς. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θεωρήθηκε σημαντικό να ληφθεί υπόψη η κλίση που οφείλεται σε περιστροφή.

3.4.

Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει περιθώριο του ύψους GM σε πραγματικές συνθήκες φόρτωσης σε σύγκριση προς την περιοριστική καμπύλη ύψους GM (που απορρέει από τη SOLAS 90), οι αρχές μπορούν να δεχθούν να ληφθεί υπόψη στη δοκιμή μοντέλου. Στις περιπτώσεις αυτές, η περιοριστική καμπύλη ύψους GM πρέπει να υποστεί τροποποίηση. Η προσαρμογή αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί ως εξής:

image

d = dS-0,6 (dS-dLS)

όπου: dS είναι το βύθισμα υποδιαίρεσης και dLS είναι το βύθισμα άφορτου πλοίου.

Η προσαρμοσμένη καμπύλη είναι μια ευθεία γραμμή μεταξύ του ύψους GM που χρησιμοποιείται στη δοκιμή μοντέλου στο βύθισμα υποδιαίρεσης και της τομής της αρχικής καμπύλης SOLAS 90 και του βυθίσματος d.

Σημείο 4 — Διαδικασία πειραμάτων

4.1.   Φάσματα κύματος

Πρέπει να χρησιμοποιείται το φάσμα JONSWAP εφόσον περιγράφει καταστάσεις θαλάσσης που προσδιορίζονται ανάλογα με το ανάπτυγμα του κύματος και τη διάρκειά του, οι οποίες αντιστοιχούν στην πλειονότητα των συνθηκών παγκοσμίως. Από την άποψη αυτή, είναι σημαντικό όχι μόνο να επαληθεύεται η περίοδος αιχμής της αλληλουχίας των κυμάτων αλλά και να είναι ορθή η μέση περίοδος μηδενικού επιπέδου.

Για κάθε δοκιμή, απαιτείται η καταγραφή και η τεκμηρίωση του φάσματος κύματος. Οι μετρήσεις για την εν λόγω καταγραφή πρέπει να πραγματοποιούνται με τη βοήθεια του αισθητήρα που βρίσκεται πλησιέστερα στη διάταξη δημιουργίας κυμάτων.

Το μοντέλο απαιτείται επίσης να διαθέτει όργανα έτσι ώστε να παρακολουθούνται και να καταγράφονται, καθόλη τη διάρκεια της δοκιμής, οι κινήσεις του (διατοίχιση, κάθετη ταλάντωση και προνευστασμός), καθώς επίσης και η στάση του (κλίση, βύθιση και διαγωγή).

Έχει διαπιστωθεί ότι δεν είναι πρακτικό να καθορίζονται απόλυτα όρια για αντιπροσωπευτικά ύψη κυμάτων, περιόδους αιχμής και μέσες περιόδους μηδενικού επιπέδου των φασμάτων κύματος του μοντέλου. Ως εκ τούτου, έχει θεσπιστεί ένα αποδεκτό περιθώριο.

4.2.

Για την αποφυγή της παρεμβολής του συστήματος πρόσδεσης με τη δυναμική του πλοίου, η διάταξη έλξης (στην οποία είναι συνδεδεμένο το σύστημα πρόσδεσης) θα πρέπει να ακολουθεί το μοντέλο στην πραγματική ταχύτητα με την οποία παρασύρεται. Σε κατάσταση θαλάσσης με ακανόνιστα κύματα, η ταχύτητα με την οποία παρασύρεται δεν θα είναι σταθερή· μια σταθερή ταχύτητα της διάταξης έλξης θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή συχνότητα, ταλαντώσεις μετακίνησης μεγάλου εύρους, οι οποίες είναι δυνατό να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του μοντέλου.

4.3.

Ένας επαρκής αριθμός δοκιμών με διαφορετικές αλληλουχίες κυμάτων είναι αναγκαίος για τη διασφάλιση της στατιστικής αξιοπιστίας, δηλαδή ο στόχος είναι να καθοριστεί με υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης ότι ένα ανασφαλές πλοίο θα ανατραπεί υπό επιλεγμένες συνθήκες. Ένας ελάχιστος αριθμός δέκα δοκιμών θεωρείται ότι παρέχει εύλογο επίπεδο αξιοπιστίας.

Σημείο 5 — Κριτήρια επιβιωσιμότητας

Τα περιεχόμενα της παραγράφου αυτής θεωρούνται αυτονόητα.

Σημείο 6 — Έγκριση δοκιμής

Τα ακόλουθα έγγραφα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση προς την αρμόδια αρχή:

α) 

υπολογισμοί ευστάθειας σε περίπτωση ζημίας για τη χειρίστη ζημία σύμφωνα με τη SOLAS καθώς και στο μέσο του πλοίου (εφόσον είναι διαφορετικοί)·

β) 

σχέδιο του μοντέλου με τη γενική διαρρύθμιση, μαζί με λεπτομέρειες κατασκευής και εξοπλισμού με όργανα·

γ) 

δοκιμή κλίσης και μετρήσεις των ακτίνων περιστροφής·

δ) 

ονομαστικά και καταμετρηθέντα φάσματα κύματος (σε τρεις διαφορετικές θέσεις για την αντιπροσωπευτική δοκιμή και για τις δοκιμές με το μοντέλο από τον αισθητήρα που βρίσκεται πλησιέστερα προς τη διάταξη δημιουργίας κυμάτων)·

ε) 

αντιπροσωπευτική καταγραφή των κινήσεων, της συμπεριφοράς και της μετατόπισης του μοντέλου·

στ) 

σχετικές βιντεοσκοπημένες εγγραφές.

Σημείωση:

Σε όλες τις δοκιμές, πρέπει να παρίσταται η αρμόδια αρχή.

▼M4




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

Δεδομένα που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2:

I. 

Γενικά δεδομένα

1) 

Εφαρμοστέες απαιτήσεις ευστάθειας: τμήμα Α ή τμήμα Β του παραρτήματος I

2) 

Αριθμός ταυτοποίησης πλοίου (αριθμός ΔΝΟ, διακριτικός αριθμός)

3) 

Κύρια χαρακτηριστικά

4) 

Σχέδιο γενικής διάταξης

5) 

Αριθμός επιβαινόντων

6) 

Ολική χωρητικότητα (GT)

7) 

Το πλοίο είναι αμφίδρομο: Ναι/Όχι

8) 

Το πλοίο έχει μακρύ κατώτερο χώρο φορτίου: Ναι/Όχι

II. 

Ειδικά δεδομένα — για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που υπόκεινται στις απαιτήσεις ευστάθειας στο πλαίσιο πιθανοθεωρητικής προσέγγισης της σύμβασης SOLAS

1) 

dl, dp, ds·

2) 

R — απαιτούμενος δείκτης·

3) 

σχέδιο διάταξης (σχέδιο υδατοστεγούς ακεραιότητας) για τα επιμέρους διαμερίσματα με όλα τα σημεία εσωτερικών και εξωτερικών ανοιγμάτων συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων επιμέρους διαμερισμάτων τους, και χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση των χώρων, όπως το σχέδιο γενικής διάταξης και το σχέδιο δεξαμενών· πρέπει να περιλαμβάνονται τα όρια διαμήκους, εγκάρσιας και κατακόρυφης υποδιαίρεσης, ( 6

4) 

επιτευχθείς δείκτης υποδιαίρεσης Α με συνοπτικό πίνακα όλων των συμβολών για όλες τις ζώνες που υπέστησαν ζημία ( 7 ), με χωριστή στήλη με τον δείκτη υποδιαίρεσης που μπορεί να επιτευχθεί (w*p*v)·

5) 

για περιπτώσεις ζημίας στις ζώνες 1 και 2, το ποσοστό των περιπτώσεων ζημίας που δεν διερευνήθηκαν [δηλαδή περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνονται στον συντελεστή (w*p*v)], όπου s = 0, s = 1 και 0 < s < 1·

6) 

για περιπτώσεις ζημίας στις ζώνες 1 και 2, το ποσοστό των περιπτώσεων ζημίας που αφορούν χώρους οχημάτων (ro-ro) που δεν διερευνήθηκαν [δηλαδή περιπτώσεις που δεν περιλαμβάνονται στον συντελεστή (w*p*v)], όπου s = 0, s = 1 και 0 < s < 1·

7) 

για κάθε ζημία που συμβάλλει στον δείκτη υποδιαίρεσης Α που έχει επιτευχθεί, προσδιορισμός των κατακλυσθέντων χώρων, της συμβάλλουσας τιμής και του συντελεστή «s» ( 8

8) 

χαρακτηριστικά μη συμβαλλουσών ζημιών (s = 0 και p > 0) για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) εξοπλισμένα με μακρύ κατώτερο χώρο φορτίου, συμπεριλαμβανομένων όλων των λεπτομερειών των υπολογιζόμενων συντελεστών ( 9 ).

III. 

Ειδικά δεδομένα — για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) που εφαρμόζουν το παράρτημα I, τμήμα Α

1) 

Μέθοδος συμμόρφωσης:

— 
δοκιμές μοντέλου
— 
υπολογισμοί

Αναφέρετε αν οι υπολογισμοί των υδάτων στο κατάστρωμα έχουν αποφευχθεί λόγω, π.χ., του εναπομείναντος ύψους εξάλων άνω των 2,0 m σε όλες τις περιπτώσεις ζημίας: Ναι/Όχι

2) 

Σημαντικό ύψος κύματος σύμφωνα με την οδηγία 2003/25/ΕΚ.



( 1 ) Οδηγία (ΕΕ) 2017/2110 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με σύστημα επιθεωρήσεων για την ασφαλή εκτέλεση των τακτικών δρομολογίων με επιβατηγά πλοία ro-ro και ταχύπλοα επιβατηγά σκάφη και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/16/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 1999/35/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 315 της 30.11.2017, σ. 61).

( 2 ) Οδηγία 2009/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία (ΕΕ L 163 της 25.6.2009, σ. 1).

( 3 ) Οδηγία (ΕΕ) 2023/946 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/25/ΕΚ όσον αφορά τη συμπερίληψη βελτιωμένων απαιτήσεων ευστάθειας και την εναρμόνιση της εν λόγω οδηγίας με τις απαιτήσεις ευστάθειας που ορίζονται από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΕΕ L 128 της 15.5.2023, σ. 1).

( 4 ) Οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 57).

( 5 )  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

( 6 ) Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να υποβάλλεται στις αρχές σύμφωνα με το σημείο 2.2 του προσαρτήματος της απόφασης MSC.429(98) του ΔΝΟ.

( 7 ) Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να υποβάλλεται στις αρχές σύμφωνα με το σημείο 2.3.1 του προσαρτήματος της απόφασης MSC.429(98) του ΔΝΟ.

( 8 ) Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να υποβάλλεται στις αρχές σύμφωνα με το σημείο 2.3.1 του προσαρτήματος της απόφασης MSC.429(98) του ΔΝΟ.

( 9 ) Η τεκμηρίωση αυτή πρέπει να υποβάλλεται στις αρχές σύμφωνα με το σημείο 2.3.1 του προσαρτήματος της απόφασης MSC.429(98) του ΔΝΟ.

Top