EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 01998L0070-20151005

Consolidated text: Οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1998/70/2015-10-05

1998L0070 — EL — 05.10.2015 — 007.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΟΔΗΓΊΑ 98/70/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 13ης Οκτωβρίου 1998

σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

 M1

ΟΔΗΓΊΑ 2000/71/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ, Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 7ης Νοεμβρίου 2000

  L 287

46

14.11.2000

►M2

ΟΔΗΓΊΑ 2003/17/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ, Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 3ης Μαρτίου 2003

  L 76

10

22.3.2003

 M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003

  L 284

1

31.10.2003

►M4

ΟΔΗΓΊΑ 2009/30/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ, Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 23ης Απριλίου 2009

  L 140

88

5.6.2009

►M5

ΟΔΗΓΊΑ 2011/63/ΕΕ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ, της 1ης Ιουνίου 2011

  L 147

15

2.6.2011

►M6

ΟΔΗΓΊΑ 2014/77/ΕΕ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ, Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 10ης Ιουνίου 2014

  L 170

62

11.6.2014

►M7

ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2015/1513 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ της 9ης Σεπτεμβρίου 2015

  L 239

1

15.9.2015


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 116, 7.5.2015, σ.  25 (2009/30/ΕΚ)




▼B

ΟΔΗΓΊΑ 98/70/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 13ης Οκτωβρίου 1998

σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου



ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100 Α,

την πρόταση της Επιτροπής ( 1 ),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ( 2 ),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 189 Β της συνθήκης ( 3 ), υπό το πρίσμα του κοινού σχεδίου που εγκρίθηκε στις 29 Ιουνίου 1998 από την επιτροπή συνδιαλλαγής,

Εκτιμώντας:

(1)

ότι οι ανομοιότητες στη νομοθεσία ή τα διοικητικά μέτρα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη σχετικά με τις προδιαγραφές των συμβατικών και εναλλακτικών καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης και με κινητήρα ανάφλεξης με συμπίεση δημιουργούν εμπόδια στις συναλλαγές στην Κοινότητα και μπορεί να έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ανταγωνιστικότητα, σε διεθνές επίπεδο, της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας και του τομέα των διυλιστηρίων· ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 Β της συνθήκης, φαίνεται απαραίτητο να υπάρξει προσέγγιση των νομοθεσιών σε αυτόν τον τομέα·

(2)

ότι το άρθρο 100 Α παράγραφος 3 της συνθήκης προβλέπει ότι οι προτάσεις της Επιτροπής που στοχεύουν στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και αφορούν, μεταξύ άλλων, την υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος, βασίζονται σε υψηλό επίπεδο προστασίας·

(3)

ότι οι πρωτογενείς αέριοι ρύποι, όπως είναι τα οξείδια του αζώτου, οι άκαυτοι υδρογονάνθρακες, τα αιωρούμενα σωματίδια, το μονοξείδιο του άνθρακα, το βενζόλιο καθώς και άλλα τοξικά καυσαέρια που συμβάλλουν στη δημιουργία δευτερογενών ρύπων, όπως το όζον, εκπέμπονται σε σημαντικές ποσότητες μέσω των καυσαερίων και των αερίων εξάτμισης των μηχανοκινήτων οχημάτων, εκθέτοντας σε ιδιαίτερο κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα·

(4)

ότι, παρά την αυξανόμενη αυστηρότητα των οριακών τιμών για τις επιτρεπόμενες εκπομπές οχημάτων που ορίζει η οδηγία 70/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 4 ) και η οδηγία 88/77/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 5 ), είναι απαραίτητα περαιτέρω μέτρα για να μειωθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλείται από τα οχήματα και άλλες πηγές ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητική ποιότητα αέρα·

(5)

ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 94/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 6 ), εισάγει μια νέα προσέγγιση όσον αφορά τις πολιτικές μείωσης των εκπομπών για το έτος 2000 και μετά, και απαιτεί από την Επιτροπή να εξετάσει, μεταξύ άλλων, τη συμβολή που θα μπορούσαν να έχουν στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης οι βελτίωσεις της ποιότητας της βενζίνης, του ντίζελ και άλλων καυσίμων·

(6)

ότι, επιπλέον της αρχικής φάσης προδιαγραφών για τα καύσιμα που αρχίζει το έτος 2000, πρέπει να προβλεφθεί δεύτερη φάση, που θα τεθεί σε ισχύ το 2005, για να δοθεί η δυνατότητα στη βιομηχανία να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες επενδύσεις για την προσαρμογή των σχεδίων παραγωγής της·

(7)

ότι διατίθενται ήδη στην αγορά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας βενζίνη και ντίζελ που πληρούν τις προδιαγραφές οι οποίες παρατίθενται στα παραρτήματα I, II, III και IV·

(8)

ότι το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Auto-Oil, οι λεπτομέρειες του οποίου περιγράφονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μελλοντική στρατηγική για τον έλεγχο των ατμοσφαιρικών εκπομπών των οδικών μεταφορών, παρέχει την επιστημονική, τεχνική και οικονομική βάση για την εισαγωγή σε κοινοτικό επίπεδο νέων περιβαλλοντικών προδιαγραφών καυσίμων για τη βενζίνη και το ντίζελ·

(9)

ότι η θέσπιση περιβαλλοντικών προδιαγραφών για τη βενζίνη και το ντίζελ αποτελεί σημαντικό στοιχείο της αποδοτικής από πλευράς κόστους δέσμης πανευρωπαϊκών και εθνικών/περιφερειακών/τοπικών μέτρων που θα πρέπει να εφαρμοστεί, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και την ωφέλεια κάθε δράσης·

(10)

ότι η εφαρμογή ενός συνδυασμού πανευρωπαϊκών και εθνικών/περιφερειακών/τοπικών μέτρων για τη μείωση των εκπομπών των οχημάτων αποτελεί μέρος της γενικής στρατηγικής της Επιτροπής για τη μείωση των εκπομπών αερίων από κινητές και στάσιμες πηγές κατά τρόπο ισορροπημένο που ανταποκρίνεται στα κριτήρια κόστους-ωφελείας·

(11)

ότι είναι απαραίτητο να επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα μια μείωση, ιδίως στις αστικές περιοχές, των εκπομπών ρύπων από οχήματα, συμπεριλαμβανομένων των πρωτογενών ρύπων, όπως οι άκαυστοι υδρογονάνθρακες και το μονοξείδιο του άνθρακα, των δευτερογενών ρύπων, όπως το όζον, των τοξικών εκπομπών όπως το βενζόλιο, καθώς και των εκπομπών σωματιδίων· ότι η μείωση των εκπομπών ρύπων από οχήματα στις αστικές περιοχές, μπορεί να επιτευχθεί αμέσως στα οχήματα με μηχανές θετικής ανάφλεξης μέσω αλλαγών στη σύνθεση των καυσίμων·

(12)

ότι η ανάμειξη οξυγόνου και η σημαντική μείωση αρωματικών ενώσεων, ολεφινών, βενζολίου και θείου μπορούν να επιτρέψουν τη λήψη καυσίμων καλύτερης ποιότητας από άποψη ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα·

(13)

ότι οι διατάξεις της οδηγίας 92/81/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα πετρελαιοειδή ( 7 ), και ιδίως του άρθρου 8 παράγραφος 4, αποθαρρύνουν και είναι δυνατόν να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν διαφοροποίηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης προκειμένου να ενθαρρύνουν τα καύσιμα ποιότητας ανώτερης από εκείνη που απαιτούν οι κοινοτικές προδιαγραφές·

(14)

ότι η επιβολή από τα κράτη μέλη διαφοροποιημένων ειδικών φόρων κατανάλωσης είναι δυνατόν να ενθαρρύνει την εισαγωγή περισσότερο προηγμένων καυσίμων σύμφωνα με τις εθνικές προτεραιότητες, δυνατότητες και απαιτήσεις·

(15)

ότι η Επιτροπή υπέβαλε μια πρόταση οδηγίας σχετικά με τα ενεργειακά προϊόντα· ότι σκοπός αυτής της πρότασης είναι, μεταξύ άλλων, να επιτρέψει στα κράτη μέλη να κάνουν πιο ενεργό χρήση φορολογικών κινήτρων, μέσω συστήματος διαφοροποιημένων ειδικών φόρων κατανάλωσης, προκειμένου να διευκολυνθεί η εισαγωγή περισσότερο προηγμένων καυσίμων·

(16)

ότι γενικώς σπανίζουν οι προδιαγραφές καυσίμων που στοχεύουν στη μείωση των εκπομπών τόσο καυσαερίων όσο και αερίων εξάτμισης·

(17)

ότι η ρύπανση της ατμόσφαιρας από το μόλυβδο που εκλύεται κατά την καύση μολυβδούχου βενζίνης αποτελεί κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον· ότι αποτελεί μεγάλο βήμα προς τα εμπρός το γεγονός ότι έως το 2000 όλα σχεδόν τα βενζινοκίνητα οδικά οχήματα θα μπορούν να χρησιμοποιούν αμόλυβδη βενζίνη και ότι, συνεπώς, ενδείκνυται ο αυστηρός περιορισμός της εμπορίας μολυβδούχου βενζίνης·

(18)

ότι η ανάγκη για μείωση των εκπομπών των οχημάτων και η διαθεσιμότητα της απαραίτητης τεχνολογίας διύλισης, δικαιολογούν τη θέσπιση περιβαλλοντικών προδιαγραφών καυσίμων για την εμπορία […] αμόλυβδης βενζίνης και ντίζελ·

(19)

ότι είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η καθιέρωση δύο τύπων καυσίμων ντίζελ και βενζίνης, από τους οποίους ένα ντίζελ καλύτερης ποιότητας και μια βενζίνη καλύτερης ποιότητας· ότι είναι σκόπιμο αυτό το ντίζελ ή η βενζίνη ανώτερης ποιότητας να αντικαταστήσει στην αγορά ως το 2005 το ντίζελ ή τη βενζίνη χαμηλότερης ποιότητας· ότι θα πρέπει ωστόσο να προβλεφθεί ότι αυτή η αντικατάσταση μπορεί να καθυστερήσει, όταν η εφαρμογή της ημερομηνίας του 2005 σε ένα κράτος μέλος θα δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες προκειμένου να υλοποιήσουν οι βιομηχανίες του τις απαραίτητες μετατροπές στις εγκαταστάσεις παραγωγής·

(20)

ότι, για την προστασία της ανθρώπινης υγείας ή/και του περιβάλλοντος σε συγκεκριμένες αστικές περιοχές ή σε συγκεκριμένες οικολογικά ευαίσθητες περιοχές με ειδικά προβλήματα ποιότητας του αέρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στην παρούσα οδηγία, να απαιτούν ότι τα καύσιμα μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον συμμορφούνται με αυστηρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές από εκείνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία· ότι αυτή η διαδικασία συνιστά παρέκκλιση από τη διαδικασία πληροφόρησης που ορίζεται στην οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ( 8

(21)

ότι, για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς τα πρότυπα ποιότητας των καυσίμων που απαιτούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να εισάγουν συστήματα παρακολούθησης· ότι τα συστήματα αυτά παρακολούθησης θα πρέπει να βασίζονται σε κοινές διαδικασίες για δειγματοληψία και δοκιμή· ότι οι συλλεγόμενες από τα κράτη μέλη πληροφορίες για την ποιότητα των καυσίμων θα πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή σε ενιαίο έντυπο·

(22)

ότι, βάσει συνεκτικής αξιολόγησης, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει πρόταση που θα συμπληρώνει τις υποχρεωτικές προδιαγραφές για τη βενζίνη και το ντίζελ οι οποίες αναφέρονται στα παραρτήματα III και IV που θα εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2005· […] ότι η πρόταση της Επιτροπής μπορεί, εάν χρειαστεί, να θεσπίσει επίσης περιβαλλοντικές προδιαγραφές και για άλλους τύπους καυσίμων, όπως το υγραέριο, το φυσικό αέριο και τα βιοκαύσιμα· ότι υπάρχουν στόλοι επιχειρηματικών οχημάτων (λεωφορεία, ταξί, οχήματα εμπορικής χρήσεως), που είναι υπεύθυνα σε μεγάλο βαθμό για την αστική ρύπανση και τα οποία θα μπορούσαν κατά τρόπο επωφελή να υπαχθούν σε ειδικές προδιαγραφές·

(23)

ότι η περαιτέρω ανάπτυξη μεθόδων αναφοράς για την μέτρηση των προδιαγραφών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία μπορεί να είναι επιθυμητή, λαμβανομένης υπόψη της επιστημονικής και τεχνικής προόδου· ότι, για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την προσαρμογή των παραρτημάτων της παρούσας οδηγίας στην τεχνική πρόοδο·

(24)

ότι η οδηγία 85/210/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την περιεκτικότητα της βενζίνης σε μόλυβδο ( 9 ), η οδηγία 85/536/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 1985, για την εξοικονόμηση αργού πετρελαίου με τη χρήση συστατικών υποκατάστατων καυσίμων ( 10 ), και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1993, σχετικά με τη περιεκτικότητα ορισμένων υγρών καυσίμων σε θείο ( 11 ), θα πρέπει κατά συνέπεια να καταργηθούν·

(25)

ότι, στα μεταβατικά μέτρα για την Αυστρία που αναφέρονται στο άρθρο 69 της πράξης προσχώρησης του 1994, περιλαμβάνεται το άρθρο 7 της οδηγίας 85/210/ΕΟΚ· ότι η εφαρμογή του μεταβατικού αυτού μέτρου θα πρέπει, για ειδικούς λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, να παραταθεί έως την 1η Ιανουαρίου 2000·

(26)

ότι, στις 20 Δεκεμβρίου 1994, συνήφθη ένα modus vivendi μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς τα εκτελεστικά μέτρα των πράξεων που θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 189 Β της συνθήκης ( 12 ),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:



▼M4

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία καθορίζει, όσον αφορά τα οδικά οχήματα και τα μη οδικά κινητά μηχανήματα (συμπεριλαμβανομένων των σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας όταν δεν βρίσκονται στη θάλασσα), τους γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και τα σκάφη αναψυχής όταν δεν βρίσκονται στη θάλασσα:

▼C1

α) για λόγους προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, τεχνικές προδιαγραφές για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης και για κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση, λαμβανομένων υπόψη των τεχνικών απαιτήσεων των κινητήρων αυτών, και

▼M4

β) στόχο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής.

▼M2

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1. «Βενζίνη», οποιοδήποτε πτητικό πετρελαιοειδές προοριζόμενο για τη λειτουργία κινητήρων εσωτερικής καύσης, με επιβαλλόμενη ανάφλεξη για την προώθηση των οχημάτων, το οποίο εμπίπτει στους κωδικούς ΣΟ 2710 11 41 , 2710 11 45 , 2710 11 49 , 2710 11 51 και 2710 11 59  ( 13 ).

2. «Ντίζελ», πετρέλαια εσωτερικής καύσης που εμπίπτουν στον κωδικό ΣΟ 2710 19 41  (13)  και χρησιμοποιούνται για αυτοπροωθούμενα οχήματα, όπως αναφέρονται στις οδηγίες 70/220/ΕΟΚ και 88/77/ΕΟΚ.

▼M4

3. «Πετρέλαια εσωτερικής καύσης που προορίζονται για χρήση από κινητά μη οδικά μηχανήματα (συμπεριλαμβανομένων των σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας), γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής», οποιοδήποτε υγρό προερχόμενο από το πετρέλαιο που εμπίπτει στους κωδικούς ΣΟ 2710 19 41 και 2710 19 45  ( 14 ) προορίζεται για χρήση σε κινητήρες αναφερόμενους στις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/25/ΕΚ ( 15 ), 97/68/ΕΚ ( 16 ) και 2000/25/ΕΚ ( 17 ).

▼M2

4. «Εξόχως απόκεντρες περιοχές», η Γαλλία σε ό,τι αφορά τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα, η Πορτογαλία σε ό,τι αφορά τις Αζόρες και τη Μαδέρα και η Ισπανία σε ό,τι αφορά τις Καναρίους Νήσους.

▼M4

5. «Κράτη μέλη με χαμηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος», Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Λεττονία, Λιθουανία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

6. «Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής», όλες οι καθαρές τιμές εκπομπών CO2, CH4 και N2O που μπορούν να αποδοθούν στα καύσιμα (περιλαμβανομένων τυχόν συστατικών ανάμειξης) ή στην παρεχόμενη ενέργεια. Σε αυτές περιλαμβάνονται όλα τα σχετικά στάδια, από τη λήψη ή την καλλιέργεια, περιλαμβανομένων των αλλαγών στη χρήση γης, έως τις μεταφορές και τη διανομή, την επεξεργασία και την καύση, ανεξάρτητα από το στάδιο κατά το οποίο παράγονται.

7. «Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά μονάδα ενέργειας», η συνολική μάζα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ισοδύναμων με CO2 που συνδέονται με το καύσιμο ή με την παρεχόμενη ενέργεια, διαιρούμενη διά του συνολικού ενεργειακού περιεχομένου του καυσίμου ή της παρεχόμενης ενέργειας (το καύσιμο εκπεφρασμένο στη χαμηλή θερμογόνο δύναμή του).

8. «Προμηθευτής», ο φορέας που είναι υπεύθυνος για τη διέλευση των καυσίμων από σημείο επιβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, εάν δεν οφείλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης, κάθε άλλος σχετικός φορέας που έχει ορισθεί από κράτος μέλος.

9. «Βιοκαύσιμα», ο όρος έχει την ίδια σημασία με αυτόν της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ( 18 ).

▼M7

10. «Ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης» σημαίνει υγρά ή αέρια καύσιμα πλην των βιοκαυσίμων το ενεργειακό περιεχόμενο των οποίων προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της βιομάζας, και τα οποία χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

11. «Αμυλούχα φυτά» είναι τα φυτά στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως τα σιτηρά (ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται μόνο ο σπόρος ή ολόκληρο το φυτό, όπως στην περίπτωση του χλωρού αραβοσίτου), οι κόνδυλοι και τα ριζώματα (όπως οι πατάτες, το κολοκάσι, οι γλυκοπατάτες, η μανιόκα και η διοσκουρέα), καθώς και οι βολβοί (όπως η κολοκασία η εδώδιμος και το ξανθόσωμα το βελόφυλλο).

12. «Βιοκαύσιμα χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης» είναι τα βιοκαύσιμα των οποίων οι πρώτες ύλες παράχθηκαν στο πλαίσιο συστημάτων που μειώνουν τον εκτοπισμό της παραγωγής για άλλους σκοπούς εκτός της παραγωγής βιοκαυσίμων και παρήχθησαν σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας για βιοκαύσιμα που θεσπίζονται στο άρθρο 7β.

13. «Κατάλοιπο μεταποίησης» είναι η ουσία που δεν αποτελεί το τελικό προϊόν ή τα τελικά προϊόντα την παραγωγή των οποίων επιδιώκει άμεσα η διεργασία παραγωγής· δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο της διεργασίας παραγωγής και η διεργασία αυτή δεν έχει τροποποιηθεί σκόπιμα με στόχο την παραγωγή του.

14. «Κατάλοιπα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία» είναι τα κατάλοιπα που δημιουργούνται άμεσα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία· δεν περιλαμβάνονται τα κατάλοιπα από συναφείς βιομηχανίες ή μεταποίηση.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 3

Βενζίνη

1.  Από την 1η Ιανουαρίου 2000 το αργότερο, τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εμπορία της μολυβδούχου βενζίνης στο έδαφός τους.

▼M4

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η βενζίνη μπορεί να διατίθεται στην αγορά, στο έδαφός τους, μόνο εάν πληροί τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα I.

Πάντως, τα κράτη μέλη μπορούν όσον αφορά τις εξόχως απόκεντρες περιοχές να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις για την καθιέρωση βενζίνης με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της παρούσας διάταξης ενημερώνουν την Επιτροπή αναλόγως.

3.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να εξασφαλίζουν τη διάθεση στην αγορά βενζίνης με μεγίστη περιεκτικότητα σε οξυγόνο 2,7 % και μέγιστη περιεκτικότητα σε αιθανόλη 5 % έως το 2013 και μπορούν να απαιτούν τη διάθεση στην αγορά αυτής της βενζίνης για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εάν το κρίνουν απαραίτητο. Εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα της βενζίνης σε βιοκαύσιμα και, ειδικότερα, την ενδεδειγμένη χρήση των διαφόρων μειγμάτων βενζίνης.

4.  Τα κράτη μέλη όπου οι θερινές θερμοκρασίες περιβάλλοντος είναι χαμηλές μπορούν, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά κατά τη θερινή περίοδο βενζίνης με μέγιστη τάση ατμών 70 kPa.

Τα κράτη μέλη στα οποία δεν εφαρμόζεται η παρέκκλιση που εμφαίνεται στο πρώτο εδάφιο, μπορούν, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά κατά τη θερινή περίοδο βενζίνης που περιέχει αιθανόλη με μέγιστη τάση ατμών 60 kPa και επιπροσθέτως την επιτρεπόμενη απόκλιση της τάσης ατμών που προσδιορίζεται στο παράρτημα III, υπό τον όρο ότι η χρησιμοποιούμενη αιθανόλη είναι βιοκαύσιμο.

5.  Όταν τα κράτη επιθυμούν να εφαρμόσουν είτε τη μία είτε την άλλη παρέκκλιση που προβλέπονται στην παράγραφο 4, κοινοποιούν την πρόθεσή τους στην Επιτροπή και παρέχουν κάθε σχετική πληροφορία. Η Επιτροπή αξιολογεί τη σκοπιμότητα και τη διάρκεια της παρέκκλισης λαμβάνοντας υπόψη αμφότερα τα ακόλουθα:

α) την αποφυγή κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων που απορρέουν από την υψηλότερη τάση των ατμών, περιλαμβανομένων των χρονικά περιορισμένων αναγκών τεχνικής προσαρμογής· και

β) τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία από την υψηλότερη τάση ατμών και, ειδικότερα, τον αντίκτυπο στη συμμόρφωση προς την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ποιότητα του αέρα, τόσο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος όσο και στα άλλα κράτη μέλη.

Εάν η αξιολόγηση της Επιτροπής δείξει ότι η παρέκκλιση θα καταλήξει σε απουσία συμμόρφωσης προς την κοινοτική νομοθεσία για την ποιότητα του αέρα ή την ατμοσφαιρική ρύπανση, περιλαμβανομένων των σχετικών οριακών τιμών και ανώτατων ορίων εκπομπών, η εφαρμογή απορρίπτεται. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τις σχετικές τιμές στόχους.

Εάν η Επιτροπή δεν διατυπώσει αντιρρήσεις εντός έξι μηνών από την παραλαβή όλων των σχετικών πληροφοριών, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει την παρέκκλιση που ζήτησε.

6.  Παρά την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την εμπορία μολυβδούχου βενζίνης περιεκτικότητας σε μόλυβδο κάτω των 0,15 g/l, σε μικρές ποσότητες που να μην υπερβαίνουν το 0,03 % των συνολικών πωλήσεων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από παλαιά χαρακτηριστικού τύπου οχήματα και να διατεθούν μέσω ομάδων ειδικών συμφερόντων.

▼M4 —————

▼M4

Άρθρο 4

Καύσιμο ντίζελ

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το καύσιμο ντίζελ να μπορεί να διατίθεται στην αγορά στο έδαφός τους, μόνο εάν πληροί τις προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα II.

Παρά τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά ντίζελ με περιεκτικότητα σε μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων (FAME) μεγαλύτερη από 7 %.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή της δέουσας πληροφόρησης στους καταναλωτές όσον αφορά την περιεκτικότητα του καυσίμου ντίζελ σε βιοκαύσιμα, ιδίως σε FAME.

2.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, από 1ης Ιανουαρίου 2008 το αργότερο, τα πετρέλαια εσωτερικής καύσης που προορίζονται για χρήση σε μη οδικά κινητά μηχανήματα (περιλαμβανομένων των πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας), γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και για σκάφη αναψυχής να μπορούν να διατίθενται στην αγορά στο έδαφός τους μόνον εάν η περιεκτικότητα σε θείο αυτού πετρελαίου εσωτερικής καύσης δεν υπερβαίνει τα 1 000 mg/kg. Από 1ης Ιανουαρίου 2011, η μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε θείο αυτών των πετρελαίων εσωτερικής καύσης είναι 10 mg/kg. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα υγρά καύσιμα πλην αυτών των πετρελαίων εσωτερικής καύσης να μπορούν να χρησιμοποιούνται σε πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και σκάφη αναψυχής μόνον εάν η περιεκτικότητά τους σε θείο δεν υπερβαίνει τη μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα του πετρελαίου εσωτερικής καύσης.

Πάντως, για να ληφθεί υπόψη η ρύπανση ήσσονος σημασίας στην αλυσίδα εφοδιασμού, τα κράτη μέλη μπορούν, από 1ης Ιανουαρίου 2011, να επιτρέπουν το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που προορίζεται για χρήση σε μη οδικά κινητά μηχανήματα (περιλαμβανομένων των σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας), γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής να περιέχει μέχρι 20 mg/kg θείου στο σημείο τελικής διανομής στους τελικούς χρήστες. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν τη συνέχιση της διάθεσης στην αγορά έως την 31η Δεκεμβρίου 2011 πετρελαίου εσωτερικής καύσης που περιέχει θείο μέχρι 1 000 mg/kg για σιδηροδρομικά οχήματα και γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες, υπό τον όρον ότι μπορούν να διασφαλίσουν ότι δεν θα τεθεί εν κινδύνω η σωστή λειτουργία των συστημάτων ελέγχου των εκπομπών.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν όσον αφορά τις εξόχως απόκεντρες περιοχές να θεσπίσουν ειδική διάταξη για την καθιέρωση καυσίμου ντίζελ με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της παρούσας διάταξης ενημερώνουν την Επιτροπή αναλόγως.

4.  Για τα κράτη μέλη με δριμύ χειμώνα, το μέγιστο σημείο απόσταξης 65 % στους 250 °C για καύσιμα ντίζελ και πετρέλαια εσωτερικής καύσης μπορεί να αντικατασταθεί από μέγιστο σημείο απόσταξης 10 % (vol/vol) στους 180 °C.

▼B

Άρθρο 5

Ελεύθερη κυκλοφορία

Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει, να περιορίσει ή να αποτρέψει τη διάθεση στην αγορά των καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας […].

Άρθρο 6

Εμπορία καυσίμων με αυστηρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές

▼M2

1.  Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 3, 4 και 5, και σύμφωνα με το άρθρο 95 παράγραφος 10 της συνθήκης, κάθε κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει μέτρα με τα οποία να απαιτεί σε ειδικές περιοχές, εντός της επικράτειάς του, τα καύσιμα να μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον πληρούν περιβαλλοντικές προδιαγραφές αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία για το σύνολο ή μέρος του στόλου οχημάτων προκειμένου να προστατεύουν την υγεία του πληθυσμού σε συγκεκριμένο οικισμό ή το περιβάλλον σε συγκεκριμένη περιοχή του εν λόγω κράτους μέλους που είναι οικολογικά ή περιβαλλοντικά ευαίσθητη, εάν η ατμοσφαιρική ρύπανση ή η ρύπανση των υπογείων υδάτων αποτελεί ή μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα αποτελέσει, σοβαρό και επαναλαμβανόμενο πρόβλημα για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον.

▼B

2.  Κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να υποβάλει εκ των προτέρων το αίτημα αυτό στην Επιτροπή, συνοδευόμενο από τη σχετική αιτιολόγηση. Η αιτιολόγηση θα περιλαμβάνει αποδείξεις ότι η παρέκκλιση τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα διακόψει την ελεύθερη διακίνηση προσώπων και αγαθών.

▼M2

3.  Τα εν λόγω κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τα σχετικά περιβαλλοντικά στοιχεία για τον εν λόγω οικισμό ή περιοχή καθώς και τις προβλεπόμενες επιπτώσεις των προτεινόμενων μέτρων στο περιβάλλον.

▼B

4.  Η Επιτροπή παρέχει τις πληροφορίες αυτές στα άλλα κράτη μέλη χωρίς καθυστέρηση.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το αίτημα και την αιτιολόγησή του εντός δύο μηνών, από την ημερομηνία της διαβίβασης των πληροφοριών από την Επιτροπή.

6.  Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με το αίτημα των κρατών μελών εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία τα κράτη μέλη υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις των κρατών μελών, κοινοποιεί την απόφασή της στα κράτη μέλη και ταυτόχρονα ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

▼M2 —————

▼B

Άρθρο 7

Αλλαγή στον εφοδιασμό σε αργό πετρέλαιο

Εάν, λόγω εκτάκτων γεγονότων, μια αιφνίδια αλλαγή στον εφοδιασμό σε αργό πετρέλαιο ή προϊόντα πετρελαίου καταστήσει δυσχερές για τα διυλιστήρια ενός κράτους μέλους να εφαρμόσουν τις απαιτήσεις για τις προδιαγραφές καυσίμων που ορίζουν τα άρθρα 3 και 4, το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά. Η Επιτροπή, αφού ενημερώσει τα άλλα κράτη μέλη, μπορεί να επιτρέψει υψηλότερες οριακές τιμές σε αυτό το κράτος μέλος, για ένα ή περισσότερα συστατικά καυσίμων, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Η Επιτροπή κοινοποιεί την απόφασή της στα κράτη μέλη και ενημερώνει σχετικά με την απόφασή της το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Κάθε κράτος μέλος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Συμβούλιο κατά της απόφασης της Επιτροπής εντός ενός μηνός από την κοινοποίησή της.

Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από αυτή την προσφυγή.

▼M4

Άρθρο 7α

Μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τον προμηθευτή ή τους προμηθευτές που είναι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση και υποβολή δεδομένων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από τα παρεχόμενα καύσιμα και ενέργεια. Στην περίπτωση παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας για χρήση σε οδικά οχήματα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι αυτοί οι πάροχοι μπορούν να επιλέγουν να συμβάλλουν στην υποχρέωση μείωσης των εκπομπών που ορίζεται στην παράγραφο 2, εάν μπορούν να αποδείξουν ότι μπορούν να μετρούν και παρακολουθούν καταλλήλως την παρεχόμενη ηλεκτρική ενέργεια για χρήση σε αυτά τα οχήματα.

▼M7

Όσον αφορά τους προμηθευτές βιοκαυσίμων που προορίζονται για χρήση στις αερομεταφορές, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους προμηθευτές αυτούς να επιλέγουν κατά πόσον θα συμβάλουν στην υποχρέωση μείωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εφόσον τα εν λόγω βιοκαύσιμα πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στο άρθρο 7β.

▼M4

Από 1ης Ιανουαρίου 2011, οι προμηθευτές υποβάλλουν έκθεση ετησίως, στην αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος, για την ένταση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των καυσίμων και της ενέργειας που προμηθεύουν εντός κάθε κράτους μέλους, παρέχοντας τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τον συνολικό όγκο κάθε τύπου παρεχόμενου καυσίμου ή ενέργειας, αναφέροντας τον τόπο αγοράς και την προέλευσή του· και

β) τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των καυσίμων ανά μονάδα ενέργειας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις υπόκειται σε επαλήθευση.

Η Επιτροπή καταρτίζει, κατά περίπτωση, κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου.

2.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να μειώσουν όσο το δυνατόν πιο σταδιακά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από το παρεχόμενο καύσιμο ή ενέργεια κατά 10 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, σε σύγκριση με το βασικό πρότυπο καυσίμου που εμφαίνεται στην παράγραφο 5 στοιχείο β). Η μείωση αυτή συνίσταται σε:

α) 6 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τους προμηθευτές όσον αφορά αυτή τη μείωση να συμμορφωθούν προς τους ακόλουθους ενδιάμεσους στόχους: 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 και 4 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017·

β) επιπρόσθετο ενδεικτικό στόχο 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, με την επιφύλαξη του άρθρου 9, παράγραφος 1 στοιχείο η), που θα επιτευχθεί μέσω μιας ή αμφοτέρων των κάτωθι μεθόδων:

i) παροχή ενέργειας για μεταφορές προς χρήση σε οιοδήποτε τύπο οδικού οχήματος ή μη οδικού κινητού μηχανήματος (περιλαμβανομένων των πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας), σε γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής·

ii) χρήση οιασδήποτε τεχνολογίας (περιλαμβανομένης της τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης του άνθρακα) ικανής να μειώσει τις ανά μονάδα ενέργειας εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής του καυσίμου ή της παρεχόμενη ενέργεια·

γ) επιπρόσθετο ενδεικτικό στόχο 2 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο θ), που θα επιτευχθεί μέσω των πιστωτικών μορίων τα οποία αγοράζονται διά του μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης του πρωτοκόλλου του Κιότο, δυνάμει των όρων που τίθενται στην οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας ( 19 ), για μειώσεις στον τομέα της προμήθειας καυσίμων.

▼M7

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι το μέγιστο μερίδιο βιοκαυσίμων που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά και από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τον στόχο, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, δεν υπερβαίνει τη μέγιστη συμβολή που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

▼M4

3.  Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στον κύκλο ζωής από βιοκαύσιμα υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7δ. Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής άλλων καυσίμων και ενέργειας υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μια ομάδα προμηθευτών μπορεί να επιλέξει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις μείωσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 από κοινού. Στην περίπτωση αυτή θεωρούνται ένας και μόνον προμηθευτής για τους σκοπούς της παραγράφου 2.

▼M7

5.  Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 11 παράγραφος 3 προκειμένου να εκθέσει λεπτομερείς κανόνες για ενιαία εφαρμογή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου από τα κράτη μέλη.

▼M7

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 2017 κατ' εξουσιοδότηση πράξεις προκειμένου να ορίσει προκαθορισμένες τιμές για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, όταν τέτοιες τιμές δεν έχουν ήδη οριστεί πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015, σε σχέση με:

α) καύσιμα κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης τα οποία έχουν υγρή ή αέρια μορφή·

β) δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα και χρήση στις μεταφορές.

7.  Στο πλαίσιο της υποβολής εκθέσεων δυνάμει της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι προμηθευτές καυσίμων υποβάλλουν ετησίως έκθεση στην ορισθείσα από το κράτος μέλος αρχή σχετικά με τις οδούς παραγωγής των βιοκαυσίμων, τον όγκο των βιοκαυσίμων που προέρχονται από τις πρώτες ύλες όπως είναι ταξινομημένες στο παράρτημα V μέρος Α και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής των καυσίμων ανά μονάδα ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέσων τιμών των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης από τα βιοκαύσιμα. Τα κράτη μέλη αναφέρουν τα δεδομένα αυτά στην Επιτροπή.

▼M4

Άρθρο 7β

Κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα

1.  Ασχέτως εάν οι πρώτες ύλες καλλιεργήθηκαν εντός ή εκτός του εδάφους της Κοινότητας, η ενέργεια από βιοκαύσιμα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 7α μόνο εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.

Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 7α, τα βιοκαύσιμα που παράγονται από απόβλητα και κατάλοιπα, πλην των καταλοίπων της γεωργίας, των υδατοκαλλιεργειών, της αλιείας και της δασοκομίας, χρειάζεται να πληρούν μόνον τα κριτήρια της αειφορίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

▼M7

2.  Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 είναι τουλάχιστον 60 % για βιοκαύσιμα παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά τις 5 Οκτωβρίου 2015. Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι «σε λειτουργία» αν έχει διεξαχθεί πραγματική παραγωγή βιοκαυσίμων.

Στην περίπτωση εγκαταστάσεων που βρίσκονταν σε λειτουργία κατά ή πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, με τα βιοκαύσιμα επιτυγχάνεται μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 35 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και κατά τουλάχιστον 50 % από την 1η Ιανουαρίου 2018.

Η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7δ παράγραφος 1.

▼M4

3.  Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο του 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως του εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν το χαρακτηρισμό:

α) πρωτογενή δάση και άλλες δασωμένες εκτάσεις, ήτοι δάση και άλλες δασωμένες εκτάσεις γηγενών ειδών, εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες·

β) ζώνες που έχουν κηρυχθεί προστατευόμενες:

i) εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή με σκοπό την προστασία της φύσης· ή

ii) ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών που αναγνωρίζονται από διεθνείς συμφωνίες ή συμπεριλαμβάνονται σε καταλόγους καταρτισμένους από διακυβερνητικούς οργανισμούς ή από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7γ παράγραφος 4,

εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους σκοπούς αυτούς·

γ) λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι:

i) φυσικοί λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες· ή

ii) μη φυσικοί λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων.

▼M7 —————

▼M4

4.  Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη υψηλών αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εδάφη που είχαν τον Ιανουάριο του 2008, αλλά δεν έχουν πλέον, έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς:

α) υγροβιότοποι, δηλαδή εδάφη καλυπτόμενα ή κορεσμένα από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους·

β) συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν τα όρια αυτά επιτόπου·

γ) γη έκτασης άνω του 1 εκταρίου με δέντρα ύψους άνω των 5 μέτρων και συγκόμωση μεταξύ 10 % και 30 %, ή με δέντρα ικανά να φτάσουν τα όρια αυτά επιτοπίως, εκτός εάν τεκμηριώνεται με στοιχεία ότι το απόθεμα άνθρακα της περιοχής πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοιο ώστε, όταν εφαρμοστεί η μεθοδολογία του μέρους Γ του παραρτήματος IV, θα πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται εάν, κατά τον χρόνο λήψης των πρώτων υλών, το έδαφος είχε τον ίδιο χαρακτηρισμό με εκείνον που είχε τον Ιανουάριο του 2008.

5.  Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη που τον Ιανουάριο του 2008 ήταν τυρφώνες, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι η καλλιέργεια και συγκομιδή αυτής της πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποστράγγιση εδάφους που προηγουμένως δεν αποστραγγιζόταν.

6.  Οι γεωργικές πρώτες ύλες που καλλιεργούνται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 7α, πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που προβλέπονται στις διατάξεις υπό τον τίτλο «Περιβάλλον», στο μέρος Α του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς ( 20 ) και στο σημείο 9 του παραρτήματος ΙΙ του ίδιου κανονισμού και σύμφωνα με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

7.  Η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τόσο για τρίτες χώρες όσο και για κράτη μέλη που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, σχετικά με τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας των παραγράφων 2 έως 5, και για την προστασία του εδάφους, των υδάτων και του αέρα. Η πρώτη έκθεση θα υποβληθεί το 2012.

Ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση που θα αφορά τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιοκαυσίμων στην κοινωνική βιωσιμότητα εντός της Κοινότητας και σε τρίτες χώρες με αυξημένη ζήτηση βιοκαυσίμων, τον αντίκτυπο της πολιτικής βιοκαυσίμων της ΕΕ στη διαθεσιμότητα τροφίμων σε προσιτές τιμές, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, και γενικότερα αναπτυξιακά ζητήματα. Οι εκθέσεις θα αναφέρονται στην τήρηση των δικαιωμάτων χρήσης της γης. Οι εκθέσεις θα αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η χώρα αυτή έχει επικυρώσει και εφαρμόζει καθεμιά από τις ακόλουθες συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας:

 σύμβαση περί της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας (αριθ. 29),

 σύμβαση περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας συνδικαλιστικού δικαιώματος (αριθ. 87),

 σύμβαση περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως (αριθ. 98),

 σύμβαση περί ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας (αριθ. 100),

 σύμβαση για την κατάργηση της αναγκαστικής εργασίας (αριθ. 105),

 σύμβαση για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα (αριθ. 111),

 σύμβαση περί του κατωτάτου ορίου ηλικίας εισόδου εις την απασχόληση (αριθ. 138),

 σύμβαση για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους (αριθ. 182).

Οι εκθέσεις θα αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η χώρα αυτή έχει επικυρώσει και εφαρμόζει καθεμιά από τις ακόλουθες Συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας:

 το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια·

 τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση.

Η πρώτη έκθεση θα υποβληθεί το 2012. Ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει διορθωτικές ενέργειες, ιδίως εάν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων έχει σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή των τροφίμων.

8.  Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να λάβουν υπόψη, επικαλούμενα άλλους λόγους αειφορίας, τα βιοκαύσιμα που παράγονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 7γ

Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα

1.  Όταν τα βιοκαύσιμα πρέπει να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 7α, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να αποδεικνύουν ότι έχουν τηρηθεί τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 7β παράγραφοι 2 έως 5. Για τον σκοπό αυτό απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας το οποίο:

α) επιτρέπει να αναμειγνύονται παρτίδες πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας·

β) απαιτεί οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας και τα μεγέθη των παρτίδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) να αποδίδονται επίσης στο μείγμα· και

γ) προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα.

2.  Το 2010 και το 2012, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της μεθόδου επαλήθευσης ισοζυγίου μάζας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 και σχετικά με τις δυνατότητες έγκρισης της χρήσης άλλων μεθόδων επαλήθευσης για ορισμένους ή όλους τους τύπους πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων. Στην εκτίμησή της, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη μεθόδους επαλήθευσης σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας δεν αποδίδονται αναγκαστικά σε συγκεκριμένες παρτίδες ή μείγματα. Στην εν λόγω εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη, αφενός μεν, να διατηρούνται η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα του συστήματος επαλήθευσης, αφετέρου δε, να μην επιβαρύνονται υπερβολικά οι οικονομικοί φορείς. Ανάλογα με την περίπτωση, η έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για έγκριση άλλων μεθόδων επαλήθευσης.

3.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες και θέτουν στη διάθεση του κράτους μέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση των πληροφοριών. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να εξασφαλίζουν κατάλληλο επίπεδο ανεξάρτητου ελέγχου των υποβαλλόμενων πληροφοριών, και να παρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη διενέργεια του ελέγχου αυτού. Με τον έλεγχο επαληθεύεται ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς είναι ακριβή, αξιόπιστα και δεν επιδέχονται απάτη. Αξιολογούνται η συχνότητα και η μεθοδολογία των δειγματοληψιών και η ορθότητα των δεδομένων.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνουν ιδίως πληροφορίες για τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 7β παράγραφοι 2 έως 5, κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, καθώς και κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο7β παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

▼M7

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 11 παράγραφος 3, για την κατάρτιση του καταλόγου των κατάλληλων και συναφών πληροφοριών που αναφέρονται στα δύο πρώτα εδάφια της παρούσας παραγράφου. Η Επιτροπή μεριμνά, ιδίως, ώστε η παροχή των πληροφοριών αυτών να μη συνιστά υπερβολικό διοικητικό φόρτο για τους οικονομικούς φορείς εν γένει ή ειδικότερα για τους μικροκαλλιεργητές, τις οργανώσεις παραγωγών και τους συνεταιρισμούς.

▼M4

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν άσχετα αν τα βιοκαύσιμα παράγονται εντός της Κοινότητας ή εισάγονται.

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν συνολικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην Επιτροπή, η οποία τις δημοσιεύει στην πλατφόρμα διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 24 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ συνοπτικά τηρώντας το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

4.  Η Κοινότητα επιδιώκει τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις για κριτήρια αειφορίας που αντιστοιχούν προς τα κριτήρια της παρούσας οδηγίας. Όταν η Κοινότητα συνάπτει συμφωνίες αυτού του είδους που περιλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες καλύπτουν τα θέματα τα οποία καλύπτονται από τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 7β παράγραφοι 2 έως 5, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι οι συμφωνίες αυτές αποδεικνύουν ότι τα βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες καλλιεργούμενες στις χώρες αυτές πληρούν τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας. Κατά τη σύναψη των συμφωνιών αυτών, αποδίδεται η επιβαλλόμενη προσοχή στα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση των εκτάσεων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, τις έμμεσες μεταβολές της χρήσης της γης, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, καθώς και στα στοιχεία του άρθρου 7β παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εθελοντικά εθνικά ή διεθνή συστήματα που καθορίζουν πρότυπα για την παραγωγή προϊόντων βιομάζας περιέχουν ακριβή δεδομένα για τους σκοπούς του άρθρου 7β παράγραφος 2 ή αποδεικνύουν ότι οι παρτίδες βιοκαυσίμων πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που προβλέπονται στο άρθρο 7β παράγραφοι 3 έως 5. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα συστήματα αυτά περιέχουν ακριβή στοιχεία όσον αφορά τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση των εκτάσεων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αναγνωρίζει ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, που αναγνωρίζονται από διεθνείς συμφωνίες ή συμπεριλαμβάνονται σε καταλόγους καταρτισμένους από διακυβερνητικούς οργανισμούς ή από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων για τους σκοπούς του άρθρου 7β παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii).

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εθελοντικά εθνικά ή διεθνή συστήματα μέτρησης της μείωσης των αερίων θερμοκηπίου περιέχουν ακριβή δεδομένα για τους σκοπούς του άρθρου 7β παράγραφος 2.

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εδάφη που περιλαμβάνονται σε εθνικό ή περιφερειακό σχέδιο για τη μετατροπή σοβαρά υποβαθμισμένων ή έντονα μολυσμένων εδαφών υπάγονται στα κριτήρια που αναφέρονται στο σημείο 9 του μέρους Γ του παραρτήματος IV.

5.  Η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μόνον εάν η συγκεκριμένη συμφωνία ή το συγκεκριμένο σύστημα πληροί κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου. Στην περίπτωση των συστημάτων μέτρησης της μείωσης των αερίων θερμοκηπίου, τα συστήματα αυτά πρέπει επίσης να πληρούν τις μεθοδολογικές απαιτήσεις του παραρτήματος IV. Στην περίπτωση των ζωνών με υψηλή αξία από άποψη βιοποικιλότητας που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο ii), οι κατάλογοι των ζωνών αυτών πρέπει να πληρούν κατάλληλα πρότυπα αντικειμενικότητας και συνέπειας με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και να προβλέπουν τις δέουσες διαδικασίες προσφυγής.

▼M7

Τα εθελοντικά συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 («εθελοντικά συστήματα») δημοσιεύουν τακτικά και τουλάχιστον ετησίως κατάλογο των οργανισμών πιστοποίησης που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια ανεξάρτητου ελέγχου με μνεία του φορέα ή της εθνικής δημόσιας αρχής που ενέκρινε τον κάθε οργανισμό πιστοποίησης και ευθύνεται για την παρακολούθησή του.

Ειδικότερα για την αποτροπή περιπτώσεων απάτης, η Επιτροπή μπορεί, βάσει ανάλυσης κινδύνου ή των εκθέσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, να προσδιορίζει τις λεπτομερείς προδιαγραφές για τη διενέργεια του ανεξάρτητου ελέγχου και να απαιτεί την εφαρμογή αυτών των προδιαγραφών από όλα τα εθελοντικά συστήματα. Αυτό γίνεται με την έκδοση εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3. Οι πράξεις αυτές ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή των προδιαγραφών από τα εθελοντικά συστήματα. Η Επιτροπή μπορεί να καταργεί αποφάσεις για την αναγνώριση εθελοντικών συστημάτων σε περίπτωση που τα εν λόγω συστήματα δεν εφαρμόζουν τις εν λόγω προδιαγραφές εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

▼M7

6.  Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3. Η διάρκεια ισχύος των αποφάσεων αυτών δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Η Επιτροπή απαιτεί από κάθε εθελοντικό σύστημα, ως προς το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει της παραγράφου 4, να υποβάλει στην Επιτροπή έως τις 6 Οκτωβρίου 2016, εν συνεχεία δε έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, έκθεση που να καλύπτει όλα τα στοιχεία που προσδιορίζονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Η έκθεση κατά κανόνα καλύπτει το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η πρώτη έκθεση καλύπτει τουλάχιστον έξι μήνες από τις 9 Σεπτεμβρίου 2015. Η απαίτηση υποβολής έκθεσης ισχύει μόνο για τα εθελοντικά συστήματα τα οποία ήδη λειτουργούν επί τουλάχιστον δωδεκάμηνο.

Έως τις 6 Απριλίου 2017, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση στην οποία αναλύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, επανεξετάζει την εκτέλεση των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ή τη λειτουργία των εθελοντικών συστημάτων για τα οποία εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο και καθορίζει βέλτιστες πρακτικές. Η έκθεση βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες πληροφορίες, μεταξύ άλλων κατόπιν διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερομένους, και στην πρακτική πείρα που αποκτήθηκε από την εκτέλεση των σχετικών συμφωνιών ή τη λειτουργία των σχετικών συστημάτων. Στην έκθεση αναλύονται τα ακόλουθα:

γενικά:

α) η ανεξαρτησία, ο τρόπος διεξαγωγής και η συχνότητα των ελέγχων, σε σχέση τόσο με το τι δηλώνεται όσον αφορά τις εν λόγω πτυχές στα έγγραφα του συστήματος, κατά τη χρονική στιγμή της έγκρισης του σχετικού συστήματος από την Επιτροπή, όσο και με τις βέλτιστες πρακτικές της βιομηχανίας·

β) η διαθεσιμότητα και η πείρα και η διαφάνεια στην εφαρμογή των μεθόδων εντοπισμού και αντιμετώπισης περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντιμετώπιση περιπτώσεων ή ισχυρισμών περί σοβαρών παραπτωμάτων από μέλη του συστήματος·

γ) η διαφάνεια, σε σχέση κυρίως με τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύστημα, τη διαθεσιμότητα των μεταφράσεων στις επίσημες γλώσσες των χωρών και των περιφερειών από τις οποίες προέρχονται οι πρώτες ύλες, τη δυνατότητα πρόσβασης στον κατάλογο των πιστοποιημένων φορέων και στα σχετικά πιστοποιητικά, καθώς και τη δυνατότητα πρόσβασης στις εκθέσεις του ελεγκτή·

δ) η συμμετοχή των ενδιαφερομένων, ιδίως όσον αφορά τη διαβούλευση με τις αυτόχθονες και τοπικές κοινότητες πριν από τη λήψη των αποφάσεων κατά τη διάρκεια της κατάρτισης και της επανεξέτασης του συστήματος, καθώς και κατά τη διάρκεια των ελέγχων, και η ανταπόκριση στις παρεμβάσεις τους·

ε) η γενικότερη ευρωστία του συστήματος, κυρίως υπό το πρίσμα κανόνων διαπίστευσης, τα προσόντα και η ανεξαρτησία των ελεγκτών και των οικείων φορέων του συστήματος·

στ) οι εμπορικές ανανεώσεις του συστήματος, η ποσότητα των πρώτων υλών και των βιοκαυσίμων που έχουν πιστοποιηθεί, ανά χώρα προέλευσης και είδος, ο αριθμός των συμμετεχόντων·

ζ) η ευχερής και αποτελεσματική εφαρμογή συστήματος εντοπισμού των τεκμηρίων συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας που το σύστημα παρέχει στο μέλος ή στα μέλη του, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα έχει σκοπό να λειτουργεί ως μέσο πρόληψης της απάτης, με επίκεντρο, ιδίως, τον εντοπισμό, την αντιμετώπιση και την παρακολούθηση περιπτώσεων κατά τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες απάτης ή άλλων παρατυπιών και, κατά περίπτωση, ο αριθμός διαπιστωμένων περιπτώσεων απάτης ή παρατυπίας·

και ειδικότερα:

η) δυνατότητα εξουσιοδότησης φορέων να εγκρίνουν και να εποπτεύουν οργανισμούς πιστοποίησης·

θ) κριτήρια έγκρισης ή διαπίστευσης οργανισμών πιστοποίησης·

ι) κανόνες για τη διεξαγωγή της εποπτείας των οργανισμών πιστοποίησης·

ια) τρόπους διευκόλυνσης ή βελτίωσης της προώθησης της βέλτιστης πρακτικής.

Κάθε κράτος μέλος μπορεί να κοινοποιήσει το εθνικό σύστημά του στην Επιτροπή. Η Επιτροπή εκτιμά κατά προτεραιότητα το σύστημα αυτό. Η απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωση ενός τέτοιου συστήματος που έχει υποβληθεί σύμφωνα με τους όρους της παρούσας οδηγίας εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3, ώστε να διευκολυνθεί η αμοιβαία διμερής και πολυμερής αναγνώριση των συστημάτων για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας των βιοκαυσίμων. Όταν η απόφαση είναι θετική, τα συστήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν παρακωλύουν την αμοιβαία αναγνώριση με το σύστημα του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όσον αφορά την επαλήθευση συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας όπως ορίζονται στο άρθρο 7β παράγραφοι 2 έως 5.

▼M4

7.  Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας ή συστήματος για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4, στο βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, το κράτος μέλος δεν απαιτεί από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 7β παράγραφοι 2 έως 5, ή τις πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

▼M7

8.  Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή εξετάζει την εφαρμογή του άρθρου 7β σε σχέση με πηγή βιοκαυσίμου και, εντός έξι μηνών από την παραλαβή αιτήσεως και σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 3, αποφασίζει εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δύναται να λάβει υπόψη τα βιοκαύσιμα που προέρχονται από τη συγκεκριμένη πηγή για τους σκοπούς του άρθρου 7α.

▼M4

9.  Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με:

α) την αποτελεσματικότητα του συστήματος που εφαρμόζεται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια αειφορίας· και

β) τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα θέσπισης υποχρεωτικών απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία του αέρα, του εδάφους ή του νερού, λαμβάνοντας υπόψη τα τελευταία επιστημονικά στοιχεία και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.

Η Επιτροπή προτείνει εν ανάγκη διορθωτικά μέτρα.

Άρθρο 7δ

Υπολογισμός του κύκλου ζωής των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από βιοκαύσιμα

1.  Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κύκλου ζωής από βιοκαύσιμα, για τους σκοπούς του άρθρου 7α και του άρθρου 7β παράγραφος 2, υπολογίζονται ως εξής:

α) εάν στο μέρος Α ή Β του παραρτήματος IV προβλέπεται προκαθορισμένη τιμή για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την οδό παραγωγής του βιοκαυσίμου και εάν η τιμή el για τα βιοκαύσιμα αυτά, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο 7 του μέρους Γ του παραρτήματος IV είναι ίση ή μικρότερη από το μηδέν, χρησιμοποιώντας αυτή την προκαθορισμένη τιμή·

β) χρησιμοποιώντας μια πραγματική τιμή η οποία υπολογίζεται με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο μέρος Γ του παραρτήματος IV· ή

γ) χρησιμοποιώντας μια τιμή που υπολογίζεται ως το άθροισμα των παραγόντων του τύπου ο οποίος αναφέρεται στο σημείο 1 του μέρους Γ του παραρτήματος IV, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του μέρους Δ ή Ε του παραρτήματος IV για ορισμένους παράγοντες και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του μέρους Γ του παραρτήματος IV, για όλους τους άλλους παράγοντες.

2.  Το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου 2010, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση η οποία περιλαμβάνει κατάλογο των ζωνών της επικράτειάς τους που ταξινομούνται στο επίπεδο 2 της στατιστικής ονοματολογίας των εδαφικών μονάδων (εφεξής «NUTS») ή σε αναλυτικότερο επίπεδο NUTS σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) ( 21 ), όπου οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών αναμένεται να είναι χαμηλότερες ή ίσες προς τις εκπομπές που κοινοποιούνται βάσει του τίτλου «Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για καλλιέργεια» του μέρους Δ του παραρτήματος ΙV της παρούσας οδηγίας, η οποία συνοδεύεται από περιγραφή της μεθόδου και των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτισή του. Η εν λόγω μέθοδος λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το κλίμα και την αναμενόμενη απόδοση πρώτων υλών.

▼M7

3.  Οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή με τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην περίπτωση των κρατών μελών και, στην περίπτωση εδαφών εκτός της Ένωσης, με εκθέσεις ισοδύναμες προς τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 οι οποίες καταρτίζονται από τους αρμόδιους φορείς.

4.  Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει με εκτελεστική πράξη, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3, ότι οι εκθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν, για τους σκοπούς του άρθρου 7β παράγραφος 2, ακριβή δεδομένα για τις μετρήσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που σχετίζονται με την καλλιέργεια των πρώτων υλών για βιοκαύσιμα οι οποίες είναι τυπικές της παραγωγής στις εν λόγω περιοχές.

5.  Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 το αργότερο και εν συνεχεία ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει και δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τις εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές που παρατίθενται στο παράρτημα IV μέρη Β και Ε, με έμφαση στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στις μεταφορές και τη μεταποιητική βιομηχανία.

Αν στις εν λόγω εκθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταδεικνύεται ότι οι εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές που παρατίθενται στο παράρτημα IV μέρη Β και Ε ενδέχεται να χρειαστεί να αναπροσαρμοστούν βάσει των πλέον πρόσφατων επιστημονικών στοιχείων, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

▼M7 —————

▼M7

7.  Η Επιτροπή επανεξετάζει διαρκώς το παράρτημα IV, αποβλέποντας, όπου αιτιολογείται, στην προσθήκη τιμών για περαιτέρω οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων για τις ίδιες ή για άλλες πρώτες ύλες. Κατά την εν λόγω επανεξέταση συνεκτιμάται η τροποποίηση της μεθοδολογίας στο παράρτημα IV μέρος Γ, ιδιαίτερα όσον αφορά:

 τη μέθοδο καταγραφής των αποβλήτων και καταλοίπων,

 τη μέθοδο καταγραφής των παραπροϊόντων,

 τη μέθοδο εκτίμησης της συμπαραγωγής, και

 το καθεστώς που αναγνωρίζεται στα κατάλοιπα γεωργικής καλλιέργειας ως παραπροϊόντα.

Οι προκαθορισμένες τιμές για το βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη επανεξετάζονται το συντομότερο δυνατόν. Σε περίπτωση που μετά την επανεξέταση η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται προσθήκες στο παράρτημα IV, δύναται να εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10α για την προσθήκη, αλλά όχι για την αφαίρεση ή την τροποποίηση, εκτιμώμενων τυπικών και προκαθορισμένων τιμών στο παράρτημα IV μέρη Α, Β, Δ και Ε για τις οδούς βιοκαυσίμων για τις οποίες δεν προβλέπονται ακόμη συγκεκριμένες τιμές στο εν λόγω παράρτημα.

▼M4

Για οποιαδήποτε τροποποίηση του καταλόγου των προκαθορισμένων τιμών του παραρτήματος IV ή για οποιαδήποτε προσθήκη στον κατάλογο αυτόν, τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) όταν η συμβολή ενός παράγοντα στις συνολικές εκπομπές είναι μικρή, ή όταν υπάρχει περιορισμένη διακύμανση, ή όταν το κόστος ή η δυσχέρεια καθορισμού των πραγματικών τιμών είναι υψηλά, οι προκαθορισμένες τιμές είναι οι τυπικές τιμές των κανονικών διαδικασιών παραγωγής·

β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι προκαθορισμένες τιμές είναι συντηρητικές σε σύγκριση με τις κανονικές διαδικασίες παραγωγής.

▼M7

8.  Όπου απαιτείται προκειμένου να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του παραρτήματος IV μέρος Γ σημείο 9, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες διευκρινίζονται λεπτομερώς οι τεχνικές προδιαγραφές και οι ορισμοί. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3.

▼M4

Άρθρο 7ε

Εκτελεστικά μέτρα και εκθέσεις σε σχέση με την αειφορία των βιοκαυσίμων

1.  Τα εκτελεστικά μέτρα του άρθρου 7β παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 7γ παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 7γ παράγραφος 6, του άρθρου 7γ παράγραφος 8, του άρθρου 7δ παράγραφος 5, του άρθρου 7δ παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο και του άρθρου 7δ παράγραφος 8 της παρούσας οδηγίας λαμβάνουν επίσης πλήρως υπόψη τους σκοπούς της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

▼M7

2.  Οι εκθέσεις της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο που αναφέρονται στο άρθρο 7β παράγραφος 7, στο άρθρο 7γ παράγραφος 2, στο άρθρο 7γ παράγραφος 9 και στο άρθρο 7δ παράγραφοι 4 και 5, καθώς και οι εκθέσεις και πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7γ παράγραφος 3 πρώτο και πέμπτο εδάφιο και το άρθρο 7δ παράγραφος 2, εκπονούνται και διαβιβάζονται για τους σκοπούς τόσο της οδηγίας 2009/28/ΕΚ, όσο και της παρούσας οδηγίας.

▼M2

Άρθρο 8

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης και υποβολή εκθέσεων

▼M7

1.  Τα κράτη μέλη παρακολουθούν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 3 και 4, όσον αφορά τη βενζίνη και το ντίζελ, με βάση τις αναλυτικές μεθόδους που αναφέρονται στα παραρτήματα I και II αντιστοίχως.

▼M2

2.  Τα κράτη μέλη καθιερώνουν σύστημα παρακολούθησης της ποιότητας των καυσίμων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του σχετικού ευρωπαϊκού προτύπου. Η χρήση εναλλακτικού συστήματος παρακολούθησης της ποιότητας των καυσίμων μπορεί να επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι ένα τέτοιο σύστημα εξασφαλίζει εξίσου αξιόπιστα αποτελέσματα.

▼M7

3.  Έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τα εθνικά δεδομένα ποιότητας καυσίμων για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η Επιτροπή καθορίζει κοινό μορφότυπο για την υποβολή περιλήψεων των εθνικών δεδομένων ποιότητας των καυσίμων, με εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11 παράγραφος 3. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται πριν από τις 30 Ιουνίου 2002. Από την 1η Ιανουαρίου 2004, ο μορφότυπος της εν λόγω έκθεσης είναι σύμφωνος με εκείνον που περιγράφεται στο σχετικό ευρωπαϊκό πρότυπο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη αναφέρουν τον συνολικό όγκο των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ που διατέθηκαν στην αγορά, στην επικράτειά τους, καθώς και τον όγκο καυσίμων αμόλυβδης βενζίνης και ντίζελ με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg. Επιπλέον, τα κράτη μέλη αναφέρουν ετησίως τη διαθεσιμότητα, σε κατάλληλη γεωγραφική ισοκατανομή, των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg τα οποία διατίθενται στην αγορά στην επικράτειά τους.

▼M2

4.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 διατίθενται έγκαιρα με κατάλληλα μέσα. Η Επιτροπή δημοσιεύει κάθε χρόνο, και για πρώτη φορά το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003, έκθεση σχετικά με την τρέχουσα ποιότητα των καυσίμων στα διάφορα κράτη μέλη και τη γεωγραφική κάλυψη των καυσίμων με μέγιστη περιεκτικότητα σε θείο 10 mg/kg, με στόχο να προσφέρει μια επανασκόπηση των δεδομένων ποιότητας των καυσίμων στα διάφορα κράτη μέλη.

▼M4

Άρθρο 8α

Μεταλλικά πρόσθετα

1.  Η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον από τη χρήση μεταλλικών προσθέτων σε καύσιμα και αναπτύσσει για τον σκοπό αυτό μεθοδολογία δοκιμών. Υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

2.  Εν αναμονή της ανάπτυξης της μεθοδολογίας δοκιμών που εμφαίνεται στην παράγραφο 1, η παρουσία της πρόσθετης μεταλλικής ουσίας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο — τρικαρβονυλικό μαγγάνιο (ΜΜΤ) στα καύσιμα περιορίζεται σε 6 mg μαγγάνιο ανά λίτρο από 1ης Ιανουαρίου 2011. Το όριο καθορίζεται σε 2 mg μαγγάνιο ανά λίτρο από 1ης Ιανουαρίου 2014.

▼M7

3.  Ανάλογα με την εκτίμηση μέσω της μεθοδολογίας δοκιμών της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να αναθεωρούν το όριο της περιεκτικότητας των καυσίμων σε MMT (μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο-τρικαρβονυλικό μαγγάνιο) που διευκρινίζεται στην παράγραφο 2, βάσει νομοθετικής πρότασης της Επιτροπής.

▼M4

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τοποθετείται επιγραφή που αφορά την περιεκτικότητα του καυσίμου σε μεταλλικό πρόσθετο σε όλα τα σημεία στα οποία διατίθεται στους καταναλωτές καύσιμο με μεταλλικό πρόσθετο.

5.  Η επιγραφή περιέχει το ακόλουθο κείμενο: «Περιέχει μεταλλικά πρόσθετα».

6.  Η επιγραφή τοποθετείται στο μέρος στο οποίο παρέχονται πληροφορίες για τον τύπο του καυσίμου, σε σαφώς ορατή θέση. Το μέγεθος της επιγραφής και των στοιχείων επ’ αυτής είναι αρκετά μεγάλο ώστε αυτή να είναι ευδιάκριτη και ευανάγνωστη.

▼M4

Άρθρο 9

Υποβολή εκθέσεων

1.  Η Επιτροπή υποβάλλει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και εν συνεχεία ανά τριετία, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον τούτο είναι σκόπιμο, από πρόταση τροποποίησης της οδηγίας. Η έκθεση πραγματεύεται ιδίως τα ακόλουθα:

α) τη χρήση και εξέλιξη της τεχνολογίας αυτοκινήτων και, ειδικότερα, τη σκοπιμότητα της αύξησης της μέγιστης επιτρεπόμενης περιεκτικότητας της βενζίνης και του ντίζελ σε βιοκαύσιμα και την ανάγκη για επανεξέταση της ημερομηνίας που εμφαίνεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3·

β) την κοινοτική πολιτική σχετικά με τις εκπομπές CO2 από τα οχήματα για τις οδικές μεταφορές·

γ) τη δυνατότητα εφαρμογής των απαιτήσεων του παραρτήματος II και ειδικότερα την οριακή τιμή για τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, σε κινητά μη οδικά μηχανήματα (συμπεριλαμβανομένων των σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας), γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής·

δ) την αύξηση της χρήσης απορρυπαντικών στα καύσιμα·

ε) τη χρήση μεταλλικών προσθέτων άλλων εκτός από το MMT στα καύσιμα·

στ) τη συνολική ποσότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται στη βενζίνη και το ντίζελ λαμβάνοντας υπόψη τη νομοθεσία της ΕΕ για το περιβάλλον συμπεριλαμβανομένων των στόχων της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων ( 22 ) και των θυγατρικών οδηγιών της·

ζ) τις συνέπειες του στόχου μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου που ορίζεται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών·

η) τη δυνητική ανάγκη για προσαρμογές στο άρθρο 2 παράγραφοι 6 και 7 και στο άρθρο 7α παράγραφος 2 στοιχείο β) με σκοπό να αξιολογηθεί η δυνατή συμβολή στην υλοποίηση του στόχου μείωσης των αερίων θερμοκηπίου μέχρι 10 % έως το 2020. Αυτές οι σκέψεις βασίζονται στο δυναμικό για μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής από καύσιμα και ενέργεια εντός της Κοινότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη οιεσδήποτε εξελίξεις στους τομείς των ασφαλών για το περιβάλλον τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης του άνθρακα και των ηλεκτρικών οδικών οχημάτων καθώς και τη σχέση κόστους αποτελεσματικότητας των μέσων μείωσης αυτών των εκπομπών, όπως εμφαίνεται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 στοιχείο β)·

θ) τη δυνατότητα εισαγωγής επιπρόσθετων μέτρων για τους προμηθευτές με σκοπό να μειώσουν κατά 2 % τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας, σε σύγκριση με το βασικό πρότυπο καυσίμου που εμφαίνεται στο άρθρο 7α παράγραφος 5 στοιχείο β), μέσω της χρήσης των πιστωτικών μορίων του μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης του πρωτοκόλλου του Κιότο δυνάμει των όρων που ορίζονται στην οδηγία 2003/87/ΕΚ, με σκοπό να αξιολογηθεί περαιτέρω η δυνατή συμβολή στην υλοποίηση του στόχου μείωσης των αερίων θερμοκηπίου μέχρι 10 % έως το 2020, όπως εμφαίνεται στο άρθρο 7α παράγραφος 2 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας·

ι) επικαιροποιημένη ανάλυση κόστους ωφελείας και αντικτύπου της μείωσης της επιτρεπόμενης μέγιστης τάσης ατμών για τη βενζίνη κάτω των 60 kPa για τη θερινή περίοδο·

▼M7

ια) τις οδούς παραγωγής και τον όγκο των βιοκαυσίμων που καταναλίσκονται στην Ένωση, καθώς και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των καυσίμων ανά μονάδα ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέσων τιμών των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και του σχετικού εύρους που προκύπτει από την ανάλυση ευαισθησίας όπως περιγράφονται στο παράρτημα V. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τα δεδομένα που αφορούν τις προσωρινές μέσες τιμές των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και το σχετικό εύρος που προκύπτει από την ανάλυση ευαισθησίας.

▼M4

2.  Το αργότερο το 2014, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση του στόχου μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για το 2020 που εμφαίνεται στο άρθρο 7α, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να υπάρχει συνέπεια ανάμεσα σε αυτόν τον στόχο και τον στόχο του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ, όσον αφορά το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές, με γνώμονα τις εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 8 και 9 της εν λόγω οδηγίας.

Ανάλογα με την περίπτωση, η έκθεση της Επιτροπής συνοδεύεται από πρόταση για τροποποίηση του στόχου.

▼M2

Άρθρο 9α

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παραβίασης των εθνικών διατάξεων που εκδίδονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Οι καθοριζόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

▼B

Άρθρο 10

▼M7

Διαδικασία για την προσαρμογή των επιτρεπόμενων αναλυτικών μεθόδων και των επιτρεπόμενων αποκλίσεων της τάσης ατμών

1.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 10α εφόσον απαιτείται για την προσαρμογή των επιτρεπόμενων αναλυτικών μεθόδων προκειμένου να διασφαλίζεται η συνοχή με τυχόν αναθεώρηση των ευρωπαϊκών προτύπων που αναφέρονται στο παράρτημα I ή II. Στην Επιτροπή ανατίθεται επίσης η αρμοδιότητα έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, δυνάμει του άρθρου 10α, για την προσαρμογή των επιτρεπόμενων αποκλίσεων της τάσης ατμών σε kPa όσον αφορά την περιεκτικότητα της βενζίνης σε αιθανόλη, που ορίζεται στο παράρτημα III, εντός του ορίου που διευκρινίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο. Οι εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δεν επηρεάζουν τις παρεκκλίσεις που επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4.

▼B

2.  Η προσαρμογή αυτή δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση ή έμμεση τροποποίηση των οριακών τιμών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία ή αλλαγή των ημερομηνιών από τις οποίες εφαρμόζονται.

▼M7

Άρθρο 10α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Η εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 7α παράγραφος 6, στο άρθρο 7δ παράγραφος 7 και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 5 Οκτωβρίου 2015.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 7α παράγραφος 6, στο άρθρο 7δ παράγραφος 7 και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση της αρμοδιότητας που καθορίζεται στη συγκεκριμένη απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία η οποία καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των ήδη ισχυουσών κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

4.  Αμέσως μετά την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.  Κατ' εξουσιοδότηση πράξη η οποία έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 7α παράγραφος 6, το άρθρο 7δ παράγραφος 7 και το άρθρο 10 παράγραφος 1 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν έχουν εκφρασθεί αντιρρήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την προς τα όργανα αυτά κοινοποίηση της πράξης ή εφόσον, πριν από την εκπνοή της εν λόγω περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να εκφράσουν αντίρρηση. Η εν λόγω περίοδος παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

▼M7

Άρθρο 11

Διαδικασία επιτροπής

1.  Εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή ποιότητας καυσίμου. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 23 ).

2.  Για ζητήματα που σχετίζονται με την αειφορία των βιοκαυσίμων δυνάμει των άρθρων 7β, 7γ και 7δ, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων και των βιορευστών που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.  Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Στις περιπτώσεις που οι επιτροπές δεν εκφέρουν γνώμη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

▼B

Άρθρο 12

Κατάργηση και τροποποίηση των οδηγιών σχετικά με την ποιότητα καυσίμων για τη βενζίνη και το ντίζελ

1.  Οι οδηγίες 85/210/ΕΟΚ, 85/536/ΕΟΚ και 87/441/ΕΟΚ καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2000.

2.  Η οδηγία 93/12/ΕΟΚ τροποποιείται διά της διαγραφής του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 2 παράγραφος 1 από την 1η Ιανουαρίου 2000.

Άρθρο 13

Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία έως την 1 Ιουλίου 1999 του αργότερο. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2000.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος της οδηγίας

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 16

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

▼M4




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΧΗΜΑΤΑ ΜΕ ΚΙΝΗΤΗΡΕΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΝΑΦΛΕΞΗΣ

Τύπος: Βενζίνη



Παράμετρος (1)

Μονάδα

Όρια (2)

Ελάχιστο

Μέγιστο

Αριθμός οκτανίου research

 

95 (3)

Αριθμός οκτανίου κινητήρα

 

85

Τάση ατμών, θερινή περίοδος (4)

kPa

60,0 (5)

Απόσταξη:

 

 

 

— απόσταγμα στους 100 °C

% v/v

46,0

— απόσταγμα στους 150 °C

% v/v

75,0

Ανάλυση υδρογονανθράκων:

 

 

 

— ολεφίνες

% v/v

18,0

— αρωματικοί

% v/v

35,0

— βενζόλιο

% v/v

1,0

Περιεκτικότητα σε οξυγόνο

% m/m

 

3,7

Οξυγονούχες ουσίες:

 

 

 

— μεθανόλη

% v/v

 

3,0

— αιθανόλη (μπορεί να χρειάζεται η προσθήκη σταθεροποιητών)

% v/v

 

10,0

— ισοπροπυλική αλκοόλη

% v/v

12,0

— τριτοταγής βουτυλική αλκοόλη

% v/v

15,0

— ισοβουτυλική αλκοόλη

% v/v

15,0

— αιθέρες με 5 ή περισσότερα άτομα άνθρακα ανά μόριο

% v/v

22,0

— άλλες οξυγονούχες ουσίες (6)

% v/v

15,0

Περιεκτικότητα σε θείο

mg/kg

10,0

Περιεκτικότητα σε μόλυβδο

g/l

0,005

(1)    ►M6   ◄

(2)   Οι τιμές που αναφέρονται στην προδιαγραφή είναι «αληθείς τιμές». Κατά τον καθορισμό των οριακών τιμών τους, εφαρμόστηκαν οι όροι του διεθνούς προτύπου EN ISO 4259 «Προϊόντα πετρελαίου — Προσδιορισμός και εφαρμογή των δεδομένων ακριβείας σε σχέση με τις μεθόδους δοκιμών», ενώ στον καθορισμό ελάχιστης τιμής έχει ληφθεί υπόψη μια ελάχιστη διαφορά 2 R άνω του μηδενός (R = αναπαραγωγιμότητα). Τα αποτελέσματα των μεμονωμένων μετρήσεων ερμηνεύονται βάσει των κριτηρίων που περιγράφονται στο EN ISO 4259:2006.

(3)   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να επιτρέψουν τη διάθεση στην αγορά αμόλυβδης βενζίνης με ελάχιστο αριθμό οκτανίου κινητήρα (MON) 81 και ελάχιστο αριθμό οκτανίου research (RON) 91.

(4)   Η θερινή περίοδος αρχίζει το αργότερο την 1η Μαΐου και λήγει το νωρίτερο στις 30 Σεπτεμβρίου. Για τα κράτη μέλη με χαμηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος κατά το θέρος, η θερινή περίοδος αρχίζει το αργότερο την 1η Ιουνίου και λήγει το νωρίτερο στις 31 Αυγούστου.

(5)   Στην περίπτωση κρατών μελών με χαμηλές θερμοκρασίες περιβάλλοντος κατά το θέρος και για τα οποία ισχύει παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 4 και 5, η μέγιστη τάση ατμών είναι 70 kPa. Στην περίπτωση των κρατών μελών για τα οποία ισχύει παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 4 και 5 για τη βενζίνη που περιέχει αιθανόλη, η μέγιστη τάση ατμών είναι 60 kPa συν την απόκλιση τάσης ατμών που προσδιορίζεται στο παράρτημα III.

(6)    ►M6   ◄




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΓΙΑ ΟΧΗΜΑΤΑ ΜΕ ΚΙΝΗΤΗΡΕΣ ΑΝΑΦΛΕΞΗΣ ΜΕ ΣΥΜΠΙΕΣΗ

Τύπος: Ντίζελ



Παράμετρος (1)

Μονάδα

Όρια (2)

Ελάχιστο

Μέγιστο

Αριθμός κετανίου

 

51,0

Πυκνότητα στους 15 °C

Kg/m (3)

845,0

Απόσταξη:

 

 

 

— 95 % v/v ανάκτηση στους:

°C

360,0

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες

% m/m

8,0

Περιεκτικότητα σε θείο

Mg/kg

10,0

Περιεκτικότητα σε FAME — EN 14078

% v/v

7,0 (3)

(1)    ►M6   ◄

(2)   Οι τιμές που αναφέρονται στην προδιαγραφή είναι «αληθείς τιμές». Κατά τον καθορισμό των οριακών τιμών τους, εφαρμόστηκαν οι όροι του διεθνούς προτύπου EN ISO 4259 «Προϊόντα πετρελαίου — Προσδιορισμός και εφαρμογή των δεδομένων ακριβείας σε σχέση με τις μεθόδους δοκιμών», ενώ στον καθορισμό ελάχιστης τιμής έχει ληφθεί υπόψη μια ελάχιστη διαφορά 2 R άνω του μηδενός (R = αναπαραγωγιμότητα). Τα αποτελέσματα των μεμονωμένων μετρήσεων ερμηνεύονται βάσει των κριτηρίων που περιγράφονται στο EN ISO 4259:2006.

(3)   Το FAME συμμορφώνεται προς το EN 14214.

▼M5




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III



ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΗ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΤΗΣ ΤΑΣΗΣ ΑΤΜΩΝ ΣΕ ΒΕΝΖΙΝΗ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΒΙΟΑΙΘΑΝΟΛΗ

Περιεχόμενο βιοαιθανόλης (% v/v)

Επιτρεπόμενη απόκλιση της τάσης ατμών (kPa) (1)

0

0

1

3,7

2

6,0

3

7,2

4

7,8

5

8,0

6

8,0

7

7,9

8

7,9

9

7,8

10

7,8

(1)   Οι τιμές που αναφέρονται στην προδιαγραφή είναι «αληθείς τιμές». Κατά τον καθορισμό των οριακών τιμών τους, εφαρμόστηκαν οι όροι του προτύπου EN ISO 4259:2006 «Προϊόντα πετρελαίου – Καθορισμός και εφαρμογή δεδομένων ακριβείας σε σχέση με τις μεθόδους δοκιμής», ενώ στον καθορισμό ελάχιστης τιμής, ελήφθη υπόψη ελάχιστη διαφορά 2R πάνω από το μηδέν (R = αναπαραγωγιμότητα). Τα αποτελέσματα μεμονωμένων μετρήσεων ερμηνεύονται βάσει των κριτηρίων του προτύπου EN ISO 4259:2006.

Η επιτρεπόμενη απόκλιση της τάσης ατμών για ενδιάμεση περιεκτικότητα βιοαιθανόλης μεταξύ των παραπάνω τιμών καθορίζεται με παρεμβολή ευθείας γραμμής μεταξύ της αμέσως μεγαλύτερης και της αμέσως μικρότερης τιμής του περιεχομένου βιοαιθανόλης σε σχέση με τη μέση τιμή.

▼M4




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΑΠΟ ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ

Α.   Τυπικές και προκαθορισμένες τιμές για τα βιοκαύσιμα τα οποία παράγονται χωρίς καθαρές εκπομπές άνθρακα λόγω αλλαγών στη χρήση γης



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Προκαθορισμένες τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Αιθανόλη ζαχαρότευτλων

61 %

52 %

Αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

32 %

16 %

Αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

32 %

16 %

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

45 %

34 %

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

53 %

47 %

Αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

69 %

69 %

Αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

56 %

49 %

Αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

71 %

71 %

Το ποσοστό ΕΤΒΕ (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρα) που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Το ποσοστό ΤΑΕΕ (τριταμυλαιθυλαιθέρα) που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Βιοντίζελ κράμβης

45 %

38 %

Βιοντίζελ ηλίανθου

58 %

51 %

Βιοντίζελ σπόρων σόγιας

40 %

31 %

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

36 %

19 %

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

62 %

56 %

Βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά ή ζωικά έλαια (1)

88 %

83 %

Υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

51 %

47 %

Υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

65 %

62 %

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

40 %

26 %

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

68 %

65 %

Καθαρό κραμβέλαιο

58 %

57 %

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

80 %

73 %

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

84 %

81 %

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

86 %

82 %

(1)   Δεν περιλαμβάνονται τα ζωικά λίπη που παράγονται από ζωικά υποπροϊόντα τα οποία ταξινομούνται ως υλικό κατηγορίας 3 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 2002, για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο (2)

(2)   ΕΕ L 273 της 10.10.2002, σ. 1.

B.   Εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές για τα μελλοντικά βιοκαύσιμα –ανύπαρκτα ή υπάρχοντα μόνο σε αμελητέες ποσότητες στην αγορά τον Ιανουάριο του 2008– που παράγονται χωρίς καθαρές εκπομπές άνθρακα λόγω αλλαγών στη χρήση γης



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Προκαθορισμένες τιμές μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

Αιθανόλη από άχυρο σίτου

87 %

85 %

Αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

80 %

74 %

Αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

76 %

70 %

Ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

95 %

95 %

Ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

93 %

93 %

ΔΜΕ (διμεθυλαιθέρας) από απόβλητα ξύλου

95 %

95 %

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

92 %

92 %

Μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

94 %

94 %

Μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

91 %

91 %

Το ποσοστό ΜΤΒΕ (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρα) που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Γ.   Μεθοδολογία

1.

Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στην παραγωγή και χρήση βιοκαυσίμων υπολογίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

E = eec + el + ep + etd + eu esca eccs eccr eee

όπου:

E

=

συνολικές εκπομπές από τη χρήση του καυσίμου·

eec

=

εκπομπές από τη λήψη ή την καλλιέργεια των πρώτων υλών·

el

=

ετήσιες εκπομπές από την τροποποίηση των αποθεμάτων άνθρακα που οφείλονται σε αλλαγή της χρήσης γης·

ep

=

εκπομπές από την επεξεργασία·

etd

=

εκπομπές από τη μεταφορά και διανομή·

eu

=

εκπομπές από το χρησιμοποιούμενο καύσιμο·

esca

=

μείωση εκπομπών μέσω σώρευσης άνθρακα στο έδαφος χάρη στην καλύτερη γεωργική διαχείριση·

eccs

=

μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και παγίδευσης του άνθρακα·

eccr

=

μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και αντικατάστασης του άνθρακα· και

eee

=

μείωση εκπομπών λόγω πλεονάζουσας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας.

Οι εκπομπές από την κατασκευή των μηχανημάτων και εξοπλισμού δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.

Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στη χρήση των καυσίμων (E) εκφράζονται σε γραμμάρια ισοδυνάμου CO2 ανά MJ καυσίμου, gCO2eq/MJ.

3.

Κατά παρέκκλιση από το σημείο 2, οι τιμές που εκφράζονται σε gCO2eq/MJ μπορούν να αναπροσαρμόζονται ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεταξύ καυσίμων όσον αφορά το παραγόμενο ωφέλιμο έργο, εκφραζόμενο σε km/MJ. Οι προσαρμογές αυτές επιτρέπονται μόνον εφόσον αποδεικνύονται οι διαφορές ως προς το παραγόμενο ωφέλιμο έργο.

4.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλεται στα βιοκαύσιμα υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

ΜΕΙΩΣΗ = (EF EB )/EF

όπου:

EB

=

συνολικές εκπομπές από το βιοκαύσιμο· και

EF

=

συνολικές εκπομπές από το αντικαθιστάμενο ορυκτό καύσιμο.

5.

Τα αέρια θερμοκηπίου που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του σημείου 1 είναι τα εξής: CO2, N2O και CH4. Για τον υπολογισμό της ισοδυναμίας CO2, στα αέρια αυτά αποδίδονται οι ακόλουθες τιμές:

CO2

:

1

N2O

:

296

CH4

:

23

6.

Στις εκπομπές από τη λήψη ή την καλλιέργεια των πρώτων υλών (e ec) συμπεριλαμβάνονται οι εκπομπές από την ίδια τη διαδικασία εξόρυξης ή τη διαδικασία καλλιέργειας, από τη συλλογή των πρώτων υλών, από τα απόβλητα και τις διαρροές, και από την παραγωγή των χημικών ουσιών ή προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τη λήψη και καλλιέργεια. Δεν λαμβάνεται υπόψη η δέσμευση του CO2 κατά την καλλιέργεια των πρώτων υλών. Αφαιρούνται οι πιστοποιημένες μειώσεις εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λόγω καύσης αερίου στους πυρσούς ασφαλείας των ανά τον κόσμο εγκαταστάσεων πετρελαίου. Για τις εκτιμήσεις των εκπομπών από τις καλλιέργειες πρώτων υλών μπορούν να χρησιμοποιούνται μέσοι όροι υπολογιζόμενοι για γεωγραφικές ζώνες μικρότερες από εκείνες που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των προκαθορισμένων τιμών, εάν δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν πραγματικές τιμές.

▼M7

7.

Οι ετήσιες εκπομπές από τη μεταβολή των αποθεμάτων άνθρακα λόγω αλλαγής της χρήσης γης, el, υπολογίζονται με ισομερή διαίρεση των συνολικών εκπομπών μιας εικοσαετίας. Για τον υπολογισμό αυτών των εκπομπών, εφαρμόζεται ο ακόλουθος τύπος:

el = (CSR – CSA) × 3,664 × 1/20 × 1/P – eB , ( 24 )

όπου

el

=

ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη μεταβολή των αποθεμάτων άνθρακα λόγω αλλαγής της χρήσης γης [μετρούμενες σε μάζα (γραμμάρια) ισοδυνάμου CO2 ανά μονάδα ενέργειας παραγόμενης από βιοκαύσιμο (megajoule)]. Οι «καλλιεργήσιμες εκτάσεις» ( 25 ) και οι «πολυετείς καλλιέργειες» ( 26 ) θεωρούνται ως μία χρήση γης,

CSR

=

απόθεμα άνθρακα ανά μονάδα επιφάνειας συνδεόμενο με τη χρήση γης αναφοράς [μετρούμενο ως μάζα (τόνοι) άνθρακα ανά μονάδα επιφάνειας, συμπεριλαμβανομένων του εδάφους και της βλάστησης]. Η χρήση γης αναφοράς είναι η χρήση γης τον Ιανουάριο του 2008 ή 20 έτη πριν από τη λήψη των πρώτων υλών, όποια είναι η μεταγενέστερη ημερομηνία,

CSA

=

απόθεμα άνθρακα ανά μονάδα επιφάνειας συνδεόμενο με την πραγματική χρήση γης [μετρούμενο ως μάζα (τόνοι) άνθρακα ανά μονάδα επιφάνειας, συμπεριλαμβανομένων του εδάφους και της βλάστησης]. Όταν το απόθεμα άνθρακα συσσωρεύεται επί περισσότερα του ενός έτη, η τιμή του CSA είναι το υπολογιζόμενο απόθεμα ανά μονάδα επιφάνειας μετά από 20 έτη ή όταν η καλλιέργεια ωριμάσει, όποια ημερομηνία προηγείται,

P

=

παραγωγικότητα της καλλιέργειας (μετρούμενη ως ενέργεια παραγόμενη από βιοκαύσιμα ανά μονάδα επιφάνειας ετησίως) και

eB

=

προσαύξηση 29 gCO2eq/MJ για τα βιοκαύσιμα των οποίων η βιομάζα προέρχεται από αποκατεστημένα υποβαθμισμένα εδάφη υπό τους όρους του σημείου 8.

▼M4

8.

Η προσαύξηση 29 gCO2eq/MJ αναγνωρίζεται εφόσον διατεθούν στοιχεία ότι τα εδάφη:

α) δεν χρησιμοποιούνταν για γεωργικούς ή οιουσδήποτε άλλους σκοπούς τον Ιανουάριο 2008· και

β) εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i) ήταν είτε σοβαρά υποβαθμισμένα, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν για γεωργικούς σκοπούς·

ii) είτε έντονα μολυσμένα.

Η προσαύξηση 29 gCO2eq/MJ εφαρμόζεται επί δέκα το πολύ έτη από την ημερομηνία μετατροπής των εδαφών σε γεωργική εκμετάλλευση, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζονται τακτική αύξηση του αποθέματος άνθρακα και μείωση της διάβρωσης των σοβαρά υποβαθμισμένων εδαφών της περίπτωσης i) και, στην περίπτωση των μολυσμένων εδαφών της περίπτωσης ii), μείωση της μόλυνσης.

9.

Οι κατηγορίες του σημείου 8β) ορίζονται ως εξής:

α) ως «σοβαρά υποβαθμισμένα εδάφη» νοούνται τα εδάφη των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια σημαντικής περιόδου ή των οποίων η περιεκτικότητα σε οργανικές ύλες είναι ιδιαίτερα χαμηλή και τα οποία είναι σοβαρά διαβρωμένα·

β) ως «σημαντικά μολυσμένα εδάφη» νοούνται τα εδάφη που δεν προσφέρονται για την παραγωγή τροφίμων ή ζωοτροφών λόγω του επιπέδου μόλυνσης.

Συμπεριλαμβάνονται τα εδάφη για τα οποία η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 7γ παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο.

10.

Ο οδηγός που εγκρίνεται σύμφωνα με το σημείο 10 του μέρους Γ του παραρτήματος V της οδηγίας 2009/28/ΕΚ χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των αποθεμάτων άνθρακα των εδαφών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

11.

Στις εκπομπές από την επεξεργασία (ep ) περιλαμβάνονται οι εκπομπές από την ίδια τη διαδικασία επεξεργασίας, από τα απόβλητα και τις διαρροές, και από την παραγωγή των χημικών ουσιών ή προϊόντων που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία.

Για τον υπολογισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μη παραγόμενης στη μονάδα παραγωγής καυσίμου, η ένταση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παραγωγής και διανομής αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας λογίζεται ως ίση προς τη μέση ένταση εκπομπών της παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας σε μια δεδομένη περιφέρεια. Κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα αυτό οι παραγωγοί μπορούν να χρησιμοποιούν μια μέση τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από έναν σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, εφόσον ο σταθμός αυτός δεν είναι συνδεδεμένος με το δίκτυο ηλεκτροδότησης.

12.

Στις εκπομπές από τη μεταφορά και διανομή (etd ) συμπεριλαμβάνονται οι εκπομπές από τη μεταφορά και αποθήκευση πρώτων υλών και ημιτελών υλικών και από την αποθήκευση και διανομή τελικών υλικών. Το παρόν σημείο δεν καλύπτει τις εκπομπές από τις δραστηριότητες μεταφοράς και διανομής οι οποίες λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του σημείου 6.

13.

Οι εκπομπές από το χρησιμοποιούμενο καύσιμο (eu ) λογίζονται ως μηδενικές για τα βιοκαύσιμα.

14.

Η μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και παγίδευσης του άνθρακα (eccs ) περιορίζεται στις εκπομπές που αποφεύγονται χάρη στη δέσμευση και την παγίδευση του εκπεμπόμενου CO2 που συνδέεται άμεσα με την εξόρυξη, τη μεταφορά, την επεξεργασία και τη διανομή του καυσίμου.

15.

Η μείωση εκπομπών μέσω δέσμευσης και υποκατάστασης του άνθρακα (eccr ) περιορίζεται στις εκπομπές που αποφεύγονται χάρη στη δέσμευση του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και που χρησιμοποιείται προς υποκατάσταση του ορυκτής προέλευσης CO2 που χρησιμοποιείται σε εμπορικά προϊόντα και υπηρεσίες.

16.

Η μείωση εκπομπών λόγω πλεονάζουσας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους σταθμούς συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας (eee ) λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από συστήματα παραγωγής καυσίμου που χρησιμοποιούν συμπαραγωγή εκτός εάν το καύσιμο που χρησιμοποιείται για τη συμπαραγωγή είναι παραπροϊόν άλλο πλην υπολείμματος γεωργικής καλλιέργειας. Για τον υπολογισμό αυτής της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας, το μέγεθος της μονάδας συμπαραγωγής λογίζεται ως το ελάχιστο απαιτούμενο για την παροχή, από τη μονάδα συμπαραγωγής, της θερμότητας που χρειάζεται για την παραγωγή του καυσίμου. Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που συνδέεται με αυτή την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια λογίζεται ως ίση προς την ποσότητα αερίων θερμοκηπίου που θα εκπέμπονταν εάν ίση ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας παραγόταν σε σταθμό ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιεί το ίδιο καύσιμο με τη μονάδα συμπαραγωγής.

17.

Όταν μια διεργασία παραγωγής καυσίμου παράγει, σε συνδυασμό, το καύσιμο για το οποίο υπολογίζονται οι εκπομπές και ένα ή περισσότερα άλλα προϊόντα («παραπροϊόντα»), οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου διαιρούνται μεταξύ του καυσίμου ή του ενδιάμεσου προϊόντος του και των παραπροϊόντων του κατ’ αναλογία προς το ενεργειακό τους περιεχόμενο (που προσδιορίζεται από την κατώτερη θερμογόνο δύναμη στην περίπτωση παραπροϊόντων διαφορετικών από την ηλεκτρική ενέργεια).

18.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 17, οι προς διαίρεση εκπομπές είναι eec + el , τα κλάσματα εκπομπών ep , etd και eee που παράγονται κατά τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και το στάδιο παραγωγής παραπροϊόντος. Εάν ο καταλογισμός εκπομπών σε παραπροϊόντα έχει γίνει σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας στο πλαίσιο του κύκλου ζωής, το κλάσμα των εκπομπών που αποδίδονται κατά το τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας στο ενδιάμεσο καύσιμο προϊόν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν, αντί του συνόλου των εκπομπών αυτών.

Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπροϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 16, με εξαίρεση τα κατάλοιπα γεωργικής καλλιέργειας (π.χ. άχυρο, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου, φλοιοί, σπάδικες αραβοσίτου και κελύφη καρπών). Για τους σκοπούς του ίδιου υπολογισμού, τα παραπροϊόντα που έχουν αρνητικό ενεργειακό περιεχόμενο λογίζονται ως έχοντα μηδενικό ενεργειακό περιεχόμενο.

Τα απόβλητα, τα υπολείμματα γεωργικής καλλιέργειας, όπως άχυρο, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου, φλοιοί, σπάδικες αραβοσίτου και κελύφη καρπών και τα κατάλοιπα επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ακαθάριστης γλυκερίνης (ήτοι, μη διυλισμένης γλυκερίνης), λογίζεται ότι έχουν μηδενικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής τους μέχρι τη διαδικασία συλλογής τους.

Στην περίπτωση των καυσίμων που παράγονται σε διυλιστήρια, η μονάδα ανάλυσης για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 17 είναι το διυλιστήριο.

19.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο σημείο 4, οι εκπομπές από το ορυκτό καύσιμο σύγκρισης (EF ) είναι οι πιο πρόσφατες διαθέσιμες πραγματικές μέσες εκπομπές από το ορυκτό μέρος της βενζίνης και του ντίζελ που καταναλώνονται στην Κοινότητα, όπως κοινοποιούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Εάν δεν υπάρχουν τα δεδομένα αυτά, χρησιμοποιείται η τιμή 83,8 gCO2eq/MJ.

Δ.   Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για τα βιοκαύσιμα

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για καλλιέργεια: «e ec» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη ζαχαρότευτλων

12

12

Αιθανόλη σίτου

23

23

Αιθανόλη αραβοσίτου, παραγόμενη στην Κοινότητα

20

20

Αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

14

14

Το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Βιοντίζελ κράμβης

29

29

Βιοντίζελ ηλίανθου

18

18

Βιοντίζελ σπόρων σόγιας

19

19

Βιοντίζελ φοινικέλαιου

14

14

Βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη (1)

0

0

Υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

30

30

Υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

18

18

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο

15

15

Καθαρό κραμβέλαιο

30

30

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

0

0

(1)   Δεν περιλαμβάνονται τα ζωικά λίπη που παράγονται από ζωικά υποπροϊόντα τα οποία ταξινομούνται ως υλικό κατηγορίας 3 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1774/2002.

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας): «e pe ee» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη ζαχαρότευτλων

19

26

Αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

32

45

Αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

32

45

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

21

30

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

14

19

Αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

1

1

Αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

15

21

Αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

1

1

Το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Βιοντίζελ κράμβης

16

22

Βιοντίζελ ηλίανθου

16

22

Βιοντίζελ σπόρων σόγιας

18

26

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

35

49

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

13

18

Βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

9

13

Υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

10

13

Υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

10

13

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

30

42

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

7

9

Καθαρό κραμβέλαιο

4

5

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

14

20

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

8

11

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

8

11

Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για μεταφορά και διανομή: «e td» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη ζαχαρότευτλων

2

2

Αιθανόλη σίτου

2

2

Αιθανόλη αραβοσίτου, παραγόμενη στην Κοινότητα

2

2

Αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

9

9

Το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Βιοντίζελ κράμβης

1

1

Βιοντίζελ ηλίανθου

1

1

Βιοντίζελ σπόρων σόγιας

13

13

Βιοντίζελ φοινικέλαιου

5

5

Βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

1

1

Υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

1

1

Υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

1

1

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο

5

5

Καθαρό κραμβέλαιο

1

1

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

3

3

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

5

5

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

4

4

Σύνολο για καλλιέργεια, επεξεργασία, μεταφορά και διανομή



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη ζαχαρότευτλων

33

40

Αιθανόλη σίτου (δεν διευκρινίζεται το καύσιμο διεργασίας)

57

70

Αιθανόλη σίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

57

70

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

46

55

Αιθανόλη σίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

39

44

Αιθανόλη σίτου (με χρήση άχυρου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ)

26

26

Αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ), παραγόμενη στην Κοινότητα

37

43

Αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

24

24

Το ποσοστό ΕΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Το ποσοστό ΤΑΕΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

Βιοντίζελ κράμβης

46

52

Βιοντίζελ ηλίανθου

35

41

Βιοντίζελ σπόρων σόγιας

50

58

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

54

68

Βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

32

37

Βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη

10

14

Υδρογονοκατεργασμένο κραμβέλαιο

41

44

Υδρογονοκατεργασμένο ηλιέλαιο

29

32

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (δεν διευκρινίζεται η μέθοδος επεξεργασίας)

50

62

Υδρογονοκατεργασμένο φυτικό έλαιο από φοινικέλαιο (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

27

29

Καθαρό κραμβέλαιο

35

36

Βιοαέριο από αστικά οργανικά απόβλητα, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

17

23

Βιοαέριο από υγρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

13

16

Βιοαέριο από ξηρή ζωική κοπριά, ως συμπιεσμένο φυσικό αέριο

12

15

E.   Εκτιμώμενες αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για τα μελλοντικά βιοκαύσιμα που ήταν ανύπαρκτα ή υπήρχαν μόνο σε αμελητέες ποσότητες στην αγορά τον Ιανουάριο του 2008

Αναλυτικές τιμές για την καλλιέργεια: «e ec» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη από άχυρο σίτου

3

3

Αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

1

1

Αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

6

6

Ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

1

1

Ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

4

4

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

1

1

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

5

5

Μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

1

1

Μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

5

5

Το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Αναλυτικές τιμές για την επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας): «e pe ee» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη από άχυρο σίτου

5

7

Αιθανόλη από ξύλο

12

17

Ντίζελ Fischer-Tropsch από ξύλο

0

0

ΔΜΕ από ξύλο

0

0

Μεθανόλη από ξύλο

0

0

Το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Αναλυτικές τιμές για τη μεταφορά και τη διανομή: «e td» όπως ορίζεται στο μέρος Γ του παρόντος παραρτήματος



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη από άχυρο σίτου

2

2

Αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

4

4

Αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

Ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

3

3

Ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

4

4

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

Μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

4

4

Μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

2

2

Το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

Σύνολο για την καλλιέργεια, την επεξεργασία, τη μεταφορά και τη διανομή



Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Προκαθορισμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου

(gCO2eq/MJ)

Αιθανόλη από άχυρο σίτου

11

13

Αιθανόλη από απόβλητα ξύλου

17

22

Αιθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

20

25

Ντίζελ Fischer-Tropsch από απόβλητα ξύλου

4

4

Ντίζελ Fischer-Tropsch από ξυλεία καλλιέργειας

6

6

ΔΜΕ από απόβλητα ξύλου

5

5

ΔΜΕ από ξυλεία καλλιέργειας

7

7

Μεθανόλη από απόβλητα ξύλου

5

5

Μεθανόλη από ξυλεία καλλιέργειας

7

7

Το ποσοστό ΜΤΒΕ που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής μεθανόλης

▼M7




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Μέρος Α. Προσωρινές εκτιμώμενες εκπομπές λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης από βιοκαύσιμα (gCO2eq/MJ) ( 27 )



Ομάδα πρώτων υλών

Μέση τιμή (1)

Διεκατοστημοριακό εύρος σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας (2)

Σιτηρά και άλλα αμυλούχα φυτά

12

8 έως 16

Σακχαρούχα φυτά

13

4 έως 17

Ελαιούχα φυτά

55

33 έως 66

(1)   Οι αναφερόμενες μέσες τιμές αντιστοιχούν στον σταθμισμένο μέσο όρο των ανά πρώτη ύλη τιμών βάσει χωριστών προσομοιώσεων.

(2)   Το προβλεπόμενο εύρος αντιστοιχεί στο 90 % των αποτελεσμάτων με χρησιμοποίηση των τιμών του πέμπτου και ενενηκοστού πέμπτου εκατοστημόριου που προέκυψαν από την ανάλυση. Ως πέμπτο εκατοστημόριο νοείται τιμή κάτω της οποίας τοποθετείται το 5 % των παρατηρήσεων (δηλαδή το 5 % των συνολικών δεδομένων έδειξε αποτελέσματα κάτω των 8, 4 και 33 gCO2eq/MJ). Ως ενενηκοστό πέμπτο εκατοστημόριο νοείται τιμή κάτω της οποίας τοποθετείται το 95 % των παρατηρήσεων (δηλαδή το 5 % των συνολικών δεδομένων έδειξε αποτελέσματα άνω των 16, 17 και 66 gCO2eq/MJ).

Μέρος B. Βιοκαύσιμα των οποίων οι εκτιμώμενες εκπομπές λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης θεωρούνται μηδενικές

Τα βιοκαύσιμα που παράγονται από τις ακόλουθες κατηγορίες πρώτων υλών θα θεωρούνται ότι έχουν μηδενικές εκπομπές λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης:

1. πρώτες ύλες που δεν απαριθμούνται στο μέρος Α του παρόντος παραρτήματος.

2. πρώτες ύλες των οποίων η παραγωγή έχει επιφέρει άμεση αλλαγή της χρήσης γης, δηλαδή μετάβαση από μια από τις ακόλουθες κατηγορίες κάλυψης γης κατά IPCC: δασική γη, λειμώνες, υγροβιότοπους, οικισμούς ή λοιπά εδάφη σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή εκτάσεις πολυετών καλλιεργειών ( 28 ). Στην περίπτωση αυτή η τιμή εκπομπών λόγω άμεσης αλλαγής της χρήσης γης (el) θα έπρεπε να έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το παράρτημα IV μέρος Γ παράγραφος 7.



( 1 ) ΕΕ C 77 της 11.3.1997, σ. 1 και

ΕΕ C 209 της 10.7.1997, σ. 25.

( 2 ) ΕΕ C 206 της 7.7.1997, σ. 113.

( 3 ) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Απριλίου 1997 (132 της 28.4.1997, σ. 170), κοινή θέση του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ C 351 της 19.11.1997, σ. 1) και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ C 80 της 16.3.1998, σ. 92). Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998 (ΕΕ C 313 της 12.10.1998). Απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998.

( 4 ) ΕΕ L 76 της 6.4.1970, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/69/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

( 5 ) ΕΕ L 36 της 9.2.1988, σ. 33· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 40 της 17.2.1996, σ. 1.

( 6 ) ΕΕ L 100 της 19.4.1994, σ. 42.

( 7 ) ΕΕ L 316 της 31.10.1992, σ. 12· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 94/74/ΕΚ (ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 46).

( 8 ) ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/48/ΕΚ (ΕΕ L 217 της 5.8.1999, σ. 18).

( 9 ) ΕΕ L 96 της 3.4.1985, σ. 25· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.

( 10 ) ΕΕ L 334 της 12.12.1985, σ. 20· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 87/441/ΕΟΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 238 της 21.8.1987, σ. 40.

( 11 ) ΕΕ L 74 της 27.3.1993, σ. 81.

( 12 ) ΕΕ C 102 της 4.4.1996, σ. 1.

( 13 ) Η αρίθμηση των εν λόγω κωδικών ΣΟ, όπως αναφέρεται στο ΚΔ που τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2031/2001 της Επιτροπής (ΕΕ L 279 της 23.10.2001, σ. 1).

( 14 ) Η αρίθμηση των εν λόγω κωδικών συνδυασμένης ονοματολογίας όπως ορίζεται στο κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.6.1987, σ. 1).

( 15 ) ΕΕ L 164 της 30.6.1994, σ. 15.

( 16 ) ΕΕ L 59 της 27.2.1998, σ. 1.

( 17 ) ΕΕ L 173 της 12.7.2000, σ. 1.

( 18 ) ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16.

( 19 ) ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32.

( 20 ) ΕΕ L 30 της 31.1.2009, σ. 16.

( 21 ) ΕΕ L 154 της 21.6.2003, σ. 1.

( 22 ) ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1

( 23 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

( 24 ) Η σταθερά που προκύπτει από τη διαίρεση του μοριακού βάρους του CO2 (44,010 g/mol) με το μοριακό βάρος του άνθρακα (12,011 g/mol) ισούται προς 3,664.

( 25 ) Πρόκειται για τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις κατά IPCC.

( 26 ) Ως πολυετείς καλλιέργειες ορίζονται οι καλλιέργειες στις οποίες η συγκομιδή των βλαστών δεν είναι συνήθως ετήσια, όπως οι πρεμνοφυείς καλλιέργειες δασικών ειδών μικρού περίτροπου χρόνου και ο ελαιοφοίνικας.

( 27

(+)   Οι μέσες τιμές που αναφέρονται εδώ αντιστοιχούν στον σταθμισμένο μέσο όρο των ανά πρώτη ύλη τιμών βάσει χωριστών προσομοιώσεων. Το μέγεθος των τιμών στο παρόν παράρτημα είναι ευαίσθητο στο εύρος των παραδοχών (όπως η μεταχείριση των παραπροϊόντων, οι εξελίξεις στην απόδοση της εσοδείας, τα αποθέματα άνθρακα και ο εκτοπισμός άλλων βασικών προϊόντων) που χρησιμοποιούνται στα οικονομικά μοντέλα που έχουν αναπτυχθεί για την εκτίμησή τους. Κατά συνέπεια, μολονότι δεν είναι δυνατόν να ορισθεί πλήρως το εύρος αβεβαιότητας που συνδέεται με τις εκτιμήσεις αυτές, διενεργήθηκε ανάλυση ευαισθησίας των σχετικών αποτελεσμάτων με βάση την τυχαία διακύμανση των βασικών παραμέτρων, η λεγόμενη «ανάλυση του Μόντε Κάρλο».

( 28

(++) Ως πολυετείς καλλιέργειες ορίζονται οι καλλιέργειες στις οποίες η συγκομιδή των βλαστών δεν είναι συνήθως ετήσια, όπως οι πρεμνοφυείς καλλιέργειες δασικών ειδών μικρού περίτροπου χρόνου και ο ελαιοφοίνικας.

Top