EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 01992L0083-20220101

Consolidated text: Οδηγία 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1992/83/2022-01-01

01992L0083 — EL — 01.01.2022 — 003.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΟΔΗΓΙΑ 92/83/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 19ης Οκτωβρίου 1992

για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά

(ΕΕ L 316 της 31.10.1992, σ. 21)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2020/1151 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 29ης Ιουλίου 2020

  L 256

1

5.8.2020


Τροποποιείται από:

 A1

ΠΡΑΞΗ περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση

  L 236

33

23.9.2003

►A2

ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

  L 157

203

21.6.2005


Διορθώνεται από:

 C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 295, 14.11.2017, σ.  115  (1992/83)




▼B

ΟΔΗΓΙΑ 92/83/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 19ης Οκτωβρίου 1992

για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά



ΜΕΡΟΣ Ι

ΜΠΙΡΑ



Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 1

1.  
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στην μπίρα σύμφωνα με τις διατάξεις της προύσας οδηγίας.
2.  
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους συντελεστές τους σύμφωνα με την οδηγία 92/84/ΕΟΚ.

Άρθρο 2

Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ο όρος «μπίρα» σημαίνει κάθε προϊόν που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 2203 ή κάθε προϊόν το οποίο περιέχει μείγμα μπύρας με μη αλκοολούχα ποτά που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 2206, και στις δύο περιπτώσεις με αποκτημένο αλκοολικό τίτλο κατ' όγκο μεγαλύτερο του 0,5 % vol.



Καθορισμός του ύψους του ειδικού φόρου κατανάλωσης

Άρθρο 3

1.  

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται από τα κράτη μέλη στην μπίρα καθορίζεται με βάση:

— 
είτε τον αριθμό των εκατολίτρων και τους βαθμούς Plato,
— 
είτε τον αριθμό των εκατολίτρων και τον αποκτημένο ογκομετρικό βαθμό αλκοόλης

του τελικού προϊόντος.

▼M1

Όλα τα συστατικά της μπίρας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προστίθενται μετά την ολοκλήρωση της ζύμωσης, λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της μέτρησης των βαθμών Plato.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη που, στις 29 Ιουλίου 2020, δεν λαμβάνουν υπόψη τα συστατικά της μπίρας που έχουν προστεθεί μετά τη ζύμωση για τους σκοπούς της μέτρησης των βαθμών Plato μπορούν να συνεχίσουν αυτή την πρακτική έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030.

▼B

2.  
Τα κράτη μέλη, όταν καθορίζουν το ύψος του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί της μπίρας σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 92/84/ΕΟΚ, μπορούν να μη λαμβάνουν υπόψη τα κλάσματα βαθμού Plato ή αποκτημένου ογκομετρικού βαθμού αλκοόλης.

Επίσης, τα κράτη μέλη που επιβάλλουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης με βάση τον αριθμό των εκατολίτρων και τους βαθμούς Plato, μπορούν να ταξινομήσουν τις μπίρες σε κατηγορίες εύρους τεσσάρων βαθμών Plato το πολύ ανά κατηγορία και να εφαρμόζουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης ανά εκατόλιτρο σε όλες τις μπίρες που υπάγονται σε καθεμία κατηγορία. Οι συντελεστές αυτοί πρέπει να είναι πάντοτε ίσοι ή μεγαλύτεροι από τον ελάχιστο συντελεστή που ορίζει το άρθρο 6 της οδηγίας 92/84/ΕΟΚ ονομαζόμενο, στο εξής, ελάχιστο συντελεστή.

Άρθρο 4

1.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης, οι οποίοι μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με την ετήσια παραγωγή μπίρας που παράγεται από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία, με τους εξής περιορισμούς:

— 
ο μειωμένος συτελεστής δεν εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις η παραγωγή των οποίων υπερβαίνει τα 220 000 εκατόλιτρα μπίρας ετησίως,
— 
ο μειωμένος συντελεστής, ο οποίος μπορεί να είναι χαμηλότερος από τον ελάχιστο συντελεστή, δεν πρέπει να υπολείπεται περισσότερο από 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης.
2.  
Για την εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών ο όρος «ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο» σημαίνει ζυθοποιείο το οποίο είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο ζυθοποιείο και χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις του, δεν λειτουργεί δε βάσει αδείας εκμεταλλεύσεως. Ωστόσο, όταν δύο η περισσότερα μικρά ζυθοποιεία συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει 200 000 εκατόλιτρα, τα ζυθοποιεία αυτά μπορούν να θεωρούνται ως ένα και μόνο ανεξάρτητο μικρό ζυθοποιείο.
3.  
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι μειωμένοι συντελεστές που ενδεχομένως θεσπίζουν εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο στην μπίρα που παραδίδεται στην επικράτειά τους από ανεξάρτητα μικρά ζυθοποιεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε καμία επί μέρους παραδιδόμενη από άλλο κράτος μέλος ποσότητα δεν επιβάλλεται υψηλότερος ειδικός φόρος κατανάλωσης από τον ακριβώς αντίστοιχο δικό τους φόρο.

Άρθρο 5

▼M1

1.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές, οι οποίοι μπορούν να είναι χαμηλότεροι από τον ελάχιστο συντελεστή, για τη μπίρα με αποκτημένο αλκοολικό τίτλο κατ’ όγκο μέχρι και 3,5 % vol.

▼B

2.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σε προϊόντα που περιέχουν μείγμα μπύρας με μη ακλοολούχα ποτά που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 2206.

Άρθρο 6

Με την επιφύλαξη των όρων που θεσπίζουν για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της απαλλαγής, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να απαλλάσσουν από την επιβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης της μπίρας που παράγεται από ιδιώτη και καταναλώνεται από τον ίδιο τον παραγωγό, τα μέλη της οικογενείας του ή τους προσκεκλημένους του, εφόσον δεν μεσολαβεί πώληση.



ΜΕΡΟΣ II

ΚΡΑΣΙ



Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 7

1.  
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στο κρασί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2.  
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους συντελεστές τους σύμφωνα με την οδηγία 92/84/ΕΟΚ.

Άρθρο 8

Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας:

1. 

ο όρος «απλό κρασί» περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2204 και 2205, εκτός από τα αφρώδη κρασιά που ορίζει η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου, τα οποία:

— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol και μέχρι και 15 % vol, υπό την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση,
— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό τίτλο άνω του 15 % vol, και μέχρι και 18 % vol, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν παραχθεί χωρίς εμπλουτισμό και ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.

▼M1

2. 

ο όρος «αφρώδη κρασιά» περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2204 10 , 2204 21 06 , 2204 21 07 , 2204 21 08 , 2204 21 09 , 2204 29 10 και 2205, τα οποία:

▼B

— 
περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού που συγκρατούνται με σύρματα ή συνδετήρες ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar, οφειλόμενη στο διάλυμα διοξειδίου του άνθρακα,
— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol και μέχρι και 15 % vol, υπό την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο τελικό προϊόν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.



Καθορισμός του ύψους του ειδικού φόρου κατανάλωσης

Άρθρο 9

1.  
Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται από τα κράτη μέλη στα κρασιά καθορίζεται σε σχέση με τον αριθμό εκατολίτρων τελικού προϊόντος.
2.  
Με εξαίρεση τα όσα προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4, τα κράτη μέλη επιβάλλουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης σε όλα τα προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των απλών κρασιών. Ομοίως, επιβάλλουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των αφρωδών κρασιών. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα απλά και στα αφρώδη κρασιά.
3.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικών φόρων κατανάλωσης σε όλα τα είδη απλών και αφρωδών κρασιών με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και 8,5 % vol.
4.  
Τα κράτη μέλη τα οποία, την 1η Ιανουαρίου 1992, επέβαλλαν μεγαλύτερο συντελεστή στα απλά κρασιά, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση, μπορούν να εξακολουθήσουν να τον επιβάλλουν. Ο εν λόγω συντελεστής δεν πρέπει να υπερβαίνει τον κανονικό εθνικό συντελεστή των ενδιάμεσων προϊόντων.

▼M1

Άρθρο 9α

1.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης για το κρασί που παράγεται από ανεξάρτητους μικρούς οινοπαραγωγούς με τους εξής περιορισμούς:

— 
οι μειωμένοι συντελεστές δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή υπερβαίνει κατά μέσο όρο τα 1 000 εκατόλιτρα ή, στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Μάλτας, τα 20 000 εκατόλιτρα κρασιού ετησίως,
— 
οι μειωμένοι συντελεστές δεν υπολείπονται περισσότερο από το 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.
2.  
Για την εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών, ως «ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός» νοείται ο οινοπαραγωγός που είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον οινοπαραγωγό, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου οινοπαραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης. Ωστόσο, όταν δύο ή περισσότεροι μικροί οινοπαραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 1 000 ή 20 000 εκατόλιτρα, κατά περίπτωση, οι εν λόγω οινοπαραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός οινοπαραγωγός.
3.  
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μειωμένοι συντελεστές που ενδεχομένως θεσπίζουν να εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο στο κρασί που παραδίδεται στο έδαφός τους από ανεξάρτητους μικρούς οινοπαραγωγούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Ειδικότερα, διασφαλίζουν ότι σε καμία επιμέρους παραδιδόμενη από άλλο κράτος μέλος ποσότητα δεν επιβάλλεται υψηλότερος ειδικός φόρος κατανάλωσης από τον ακριβώς αντίστοιχο δικό τους φόρο.

▼B

Άρθρο 10

Με την επιφύλαξη των όρων που θεσπίζουν για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα κρασιά που παράγουν ιδιώτες και τα οποία καταναλώνονται από τον ίδιο τον παραγωγό, τα μέλη της οικογενείας του ή τους προσκεκλημένους του, με την προϋπόθεση ότι δεν μεσολαβεί πώληση.



ΜΕΡΟΣ III

ΠΟΤΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΖΟΜΕΝΑ ΜΕ ΖΥΜΩΣΗ, ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΠΙΡΑΣ



Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 11

1.  
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στα παρασκευαζόμενα με ζύμωση ποτά, εκτός του κρασιού και της μπίρας, (λοιπά ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση) σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2.  
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους συντελεστές τους σύμφωνα με την οδηγία 92/84/ΕΟΚ.

Άρθρο 12

Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17:

1. 

ο όρος «λοιπά απλά ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση» καλύπτει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2204 και 2205 αλλά δεν αναφέρονται στο άρθρο 8, και τα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 2206, με εξαίρεση των λοιπών αφρωδών παρασκευαζομένων με ζύμωση ποτών που ορίζει το σημείο 2 του παρόντος άρθρου και όλων των προϊόντων που καλύπτονται από το άρθρο 2, τα οποία:

— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol, και μέχρι και 10 % vol,
— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μεγαλύτερο του 10 % vol, και μέχρι και 15 % vol, υπό την προϋπόθεση ότι η ακλοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση.

▼M1

2. 

Ο όρος «λοιπά αφρώδη ποτά παρασκευαζόμενα με ζύμωση» καλύπτει όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2206 00 31 και 2206 00 39 , καθώς και τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2204 10 , 2204 21 06 , 2204 21 07 , 2204 21 08 , 2204 21 09 , 2204 29 10 και 2205, τα οποία δεν αναφέρονται στο άρθρο 8 και τα οποία:

▼B

— 
περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού που συγκρατούνται με σύρμα ή συνδετήρα ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar οφειλόμενη στο διάλυμα διοξειδίου του άνθρακα,
— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol και μέχρι και 13 % vol,
— 
έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 13 % vol και μέχρι και 15 % vol, με την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη που περιέχεται στο προϊόν προέρχεται αποκλειστικά από ζύμωση.



Καθορισμός του ειδικού φόρου κατανάλωσης

Άρθρο 13

1.  
Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται από τα κράτη μέλη στα λοιπά ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση καθορίζεται σε σχέση με τον αριθμό των εκατολίτρων του τελικού προϊόντος.

▼M1

2.  
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 13α, τα κράτη μέλη επιβάλλουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης σε όλα τα προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης για τα λοιπά απλά ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση. Ομοίως, επιβάλλουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης σε όλα τα προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης για τα λοιπά αφρώδη ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση. Μπορούν να εφαρμόζουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα λοιπά απλά και αφρώδη ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση.

▼B

3.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικών φόρων κατανάλωσης σε όλα τα είδη των λοιπών απλών ποτών των παρασκευαζομένων με ζύμωση και των αφρωδών ποτών των παρασκευαζομένων με ζύμωση, τα οποία έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο όχι μεγαλύτερο του 8,5 % vol.

▼M1

Άρθρο 13α

1.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης, οι οποίοι μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με την ετήσια παραγωγή των οικείων παραγωγών, στα λοιπά παρασκευαζόμενα με ζύμωση ποτά που παράγονται από ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς με τους εξής περιορισμούς:

— 
ο μειωμένοι συντελεστές δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή υπερβαίνει σε σύνολο τα 15 000 εκατόλιτρα των εν λόγω ποτών ετησίως,
— 
οι μειωμένοι συντελεστές δεν υπολείπονται περισσότερο από το 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε λοιπά ποτά που παρασκευάζονται με ζύμωση.
2.  
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα λοιπά παρασκευαζόμενα με ζύμωση ποτά πρέπει να λαμβάνονται από τη ζύμωση φρούτων, μικρών σαρκωδών καρπών και λαχανικών, υδατικού διαλύματος μελιού ή από τη ζύμωση νωπού ή συμπυκνωμένου χυμού που λαμβάνεται από τα ανωτέρω. Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν την προσθήκη άλλης αλκοόλης ή αλκοολούχου ποτού για το σκοπό της παραγωγής λοιπών ποτών παρασκευαζόμενων με ζύμωση. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η προσθήκη αλκοόλης που χρησιμοποιείται για την αραίωση ή τη διάλυση αρωματικών υλών στην απολύτως αναγκαία δόση ώστε ο αλκοολικός τίτλος να μην αυξάνεται κατά περισσότερο από 1,2 % vol. δεν θεωρείται προσθήκη αλκοόλης για το σκοπό της παραγωγής λοιπών ποτών παρασκευαζόμενων με ζύμωση. Η προσθήκη των εν λόγω αρωματικών υλών δεν μεταβάλλει σημαντικά τον χαρακτήρα του αρχικού προϊόντος.
3.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σε ορισμένα είδη των λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών.
4.  
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «ανεξάρτητος μικρός παραγωγός» νοείται ο παραγωγός λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλον παραγωγό λοιπών παρασκευαζόμενων με ζύμωση ποτών, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης. Ωστόσο, όταν δύο ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 15 000 εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.
5.  
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μειωμένοι συντελεστές που ενδεχομένως θεσπίζουν εφαρμόζονται εξίσου στα λοιπά παρασκευαζόμενα με ζύμωση ποτά τα οποία παραδίδονται στο έδαφός τους από ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε καμία επιμέρους παραδιδόμενη από άλλο κράτος μέλος ποσότητα δεν επιβάλλεται υψηλότερος ειδικός φόρος κατανάλωσης από τον ακριβώς αντίστοιχο δικό τους φόρο.

▼B

Άρθρο 14

Με την επιφύλαξη των όρων που θεσπίζουν για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής της παρούσας διάταξης, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης τα λοιπά απλά και αφρώδη ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση, που παράγουν ιδιώτες και που καταναλώνονται από τον ίδιο τον παραγωγό, τα μέλη της οικογενείας του ή τους προσκεκλημένους του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεσολαβεί πώληση.

▼M1

Άρθρο 15

Για την εφαρμογή της οδηγίας 92/84/ΕΟΚ και της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου ( 1 ), οι αναφορές στο «κρασί» θεωρείται ότι αφορούν επίσης τα λοιπά ποτά τα παρασκευαζόμενα με ζύμωση όπως αυτά ορίζονται στο παρόν μέρος.

▼B



ΜΕΡΟΣ IV

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ



Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 16

1.  
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ενδιάμεσα προϊόντα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2.  
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους συντελεστές τους σύμφωνα με τη οδηγία 92/84/ΕΟΚ. Οι συντελεστές αυτοί δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να είναι χαμηλότεροι από εκείνους που επιβάλλουν τα κράτη μέλη στα προϊόντα των άρθρων 8 σημείο 1 και 12 σημείο 1 της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 17

1.  
Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας με τον όρο «ενδιάμεσα προϊόντα» νοούνται όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol και μέχρι και 22 % vol, και μέχρι και 22 % vol, τα οποία υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2204, 2205 και 2206 και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 2, 8 και 12.
2.  
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12, τα κράτη μέλη μπορούν να μεταχειρίζονται σαν ενδιάμεσο προϊόν κάθε απλό ποτό προερχόμενο από ζύμωση, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφος 1, έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του 5,5 % και η περιεχόμενη αλκοόλη δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση, καθώς και κάθε αφρώδες ποτό προερχόμενο από ζύμωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφος 2, έχει αποκτημένο αλκοολικό τίτλο άνω του 8,5 % και δεν προέρχεται εξ ολοκλήρου από ζύμωση.



Καθορισμός του ειδικού φόρου κατανάλωσης

Άρθρο 18

1.  
Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται από τα κράτη μέλη στα ενδιάμεσα προϊόντα καθορίζεται με βάση τον αριθμό των εκατολίτρων του τελικού προϊόντος.
2.  
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3, 4 και 5 τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης σε όλα τα προϊόντα που υπάγονται στον ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των ενδιάμεσων προϊόντων.
3.  

Με την επιφύλαξη των ακόλουθων προϋποθέσεων, ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει ενιαίο μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα ενδιάμεσα προϊόντα με αποκτημένο αλκοολικό τίτλο κατ' όγκο μέχρι και 15 % vol:

— 
ο μειωμένος συντελεστής δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από το 40 % του κανονικού εθνικού συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης,
— 
ο μειωμένος συντελεστής δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από τον κανονικό συντελεστή που εφαρμόζεται στα προϊόντα του άρθρου 8 σημείο 1 και του άρθρου 12 σημείο 1 της παρούσας οδηγίας.

▼M1

4.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν ενιαίο μειωμένο συντελεστή στα ενδιάμεσα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα VII μέρος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ).

▼B

Ο μειωμένος συντελεστής:

— 
μπορεί να είναι χαμηλότερος από τον ελάχιστο συντελεστή, αλλά δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από το 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή φόρου κατανάλωσης
ή
— 
δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από τον ελάχιστο συντελεστή που εφαρμόζεται στα ενδιάμεσα προϊόντα.
5.  
Για τα ενδιάμεσα προϊόντα που περιέχονται σε φιάλες με πώματα σχήματος μανιταριού που συγκρατούνται με σύρματα ή συνδετήρες ή έχουν υπερπίεση τουλάχιστον 3 bar, οφειλόμενη σε διάλυμα διοξειδείου του άνθρακα, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν το συντελεστή που ισχύει και επί των προϊόντων του άρθρου 12 σημείο 2, εφόσον αυτός είναι υψηλότερος από τον εθνικό συντελεστή για ενδιάμεσα προϊόντα.

▼M1

Άρθρο 18α

1.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης, οι οποίοι μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με την ετήσια παραγωγή των ενδιαφερόμενων παραγωγών σε ενδιάμεσα προϊόντα που παράγονται από ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς, με τους εξής περιορισμούς:

— 
οι μειωμένοι συντελεστές δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις των οποίων η παραγωγή υπερβαίνει σε σύνολο τα 250 εκατόλιτρα των εν λόγω ποτών ετησίως,
— 
οι μειωμένοι συντελεστές, οι οποίοι μπορεί να είναι χαμηλότεροι από τον ελάχιστο συντελεστή, δεν υπολείπονται περισσότερο από το 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή για τα ενδιάμεσα προϊόντα.
2.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σε ορισμένα είδη ενδιάμεσων προϊόντων.
3.  
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «ανεξάρτητος μικρός παραγωγός» νοείται ο παραγωγός ενδιάμεσων προϊόντων ο οποίος είναι νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άλλο παραγωγό ενδιάμεσων προϊόντων, χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που βρίσκονται χωριστά από εκείνες οποιουδήποτε άλλου παραγωγού και δεν λειτουργεί βάσει άδειας εκμετάλλευσης. Ωστόσο, όταν δύο ή περισσότεροι μικροί παραγωγοί συνεργάζονται και η συνδυασμένη ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα 250 εκατόλιτρα, οι εν λόγω παραγωγοί μπορούν να θεωρούνται ως ένας και μόνος ανεξάρτητος μικρός παραγωγός.
4.  
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μειωμένοι συντελεστές που ενδεχομένως θεσπίζουν εφαρμόζονται εξίσου στα άλλα ενδιάμεσα προϊόντα τα οποία παραδίδονται στο έδαφός τους από ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Ειδικότερα, διασφαλίζουν ότι σε καμία επιμέρους παραδιδόμενη από άλλο κράτος μέλος ποσότητα δεν επιβάλλεται υψηλότερος ειδικός φόρος κατανάλωσης από τον ακριβώς αντίστοιχο δικό τους φόρο.

▼B



ΜΕΡΟΣ V

ΑΙΘΥΛΙΚΗ ΑΛΚΟΟΛΗ



Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 19

1.  
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στην αιθυλική αλκοόλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2.  
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους συντελεστές τους σύμφωνα με την οδηγία 92/84/ΕΟΚ.

Άρθρο 20

Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ο όρος «αιθυλική αλκοόλη» περιλαμβάνει:

— 
όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol, τα οποία υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2207 και 2208, ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα αποτελούν μέρος προϊόντος υπαγομένου σε άλλο κεφάλαιο της ΣΟ,
— 
τα προϊόντα των κωδικών ΣΟ 2204, 2205 και 2206 με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 22 % vol,
— 
τα οινοπνευματώδη ποτά που περιέχουν προϊόντα σε διάλυμα ή όχι.



Καθορισμός του ύψους του ειδικού φόρου κατανάλωσης

Άρθρο 21

Ο επιβαλλόμενος στην αιθυλική αλκοόλη ειδικός φόρος κατανάλωσης ορίζεται ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης θερμοκρασίας 20° C, και υπολογίζεται με βάση τον αριθμό εκατολίτρων καθαρής αλκοόλης. Με την επιφύλαξη του άρθρου 22, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τον ίδιο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης σε όλα τα προϊόντα στα οποία επιβάλλεται ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί της αιθυλικής αλκοόλης.

Άρθρο 22

1.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης για την αιθυλική αλκοόλη που παράγεται από μικρά αποστακτήρια εντός των εξής ορίων:

— 
οι μειωμένοι συντελεστές, που μπορεί να είναι χαμηλότεροι από τον ελάχιστο συντελεστή, δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις που παράγουν πάνω από δέκα εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης το χρόνο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη τα οποία την 1η Ιανουαρίου 1992, εφήρμοζαν μειωμένους συντελεστές σε επιχειρήσεις που παράγουν 10 και 20 εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης κατ' έτος, μπορούν να συνεχίσουν την πρακτική αυτή,
— 
οι μειωμένοι συντελεστές δεν ορίζονται μικρότεροι από το 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης.
2.  
Για την εφαρμογή των κανόνων περί μειωμένων συντελεστών, ο όρος «μικρό αποστακτήριο» σημαίνει μια επιχείρηση απόσταξης που λειτουργεί ως νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη επιχείρηση απόσταξης, και δεν λειτουργεί με άδεια εκμετάλλευσης.
3.  
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι μειωμένοι συντελεστές που ενδεχομένως θεσπίζουν, εφαρμόζονται εξίσου στην αιθυλική αλκοόλη που παραδίδουν εντός του εδάφους τους ανεξάρτητοι μικροί παραγωγοί από άλλα κράτη μέλη.
4.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις βάσει των οποίων η αλκοόλη που παράγεται από μικρούς παραγωγούς τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία αμέσως μόλις παραχθεί (υπό την προϋπόθεση ότι οι παραγωγοί δεν πραγματοποίησαν οι ίδιοι ενδοκοινοτικές συναλλαγές) χωρίς να υπόκειται στο καθεστώς φορολογικής αποθήκης, και φορολογείται εφάπαξ και κατ' αποκοπήν.
5.  
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης στα προϊόντα που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 2208 και που έχουν αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και 10 % vol.

▼M1

6.  
Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας μπορεί να εφαρμόζει μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, όχι κατώτερο του 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης για την αιθυλική αλκοόλη, στην αιθυλική αλκοόλη που παράγεται από αποστακτήρια οπωροκαλλιεργητών τα οποία παράγουν άνω των 10 εκατολίτρων αιθυλικής αλκοόλης ετησίως από φρούτα που τους παρέχονται από νοικοκυριά οπωροκαλλιεργητών. Η εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή περιορίζεται σε 30 λίτρα αποσταγμάτων φρούτων ανά οικογένεια οπωροκαλλιεργητή ετησίως, προοριζόμενα αποκλειστικά για προσωπική χρήση. Άπαξ και ασκηθεί αυτή η δυνατότητα, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας δεν εφαρμόζει πλέον την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.

▼M1

6α.  
Η Τσεχική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Πολωνίας μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, όχι κατώτερο του 50 % του κανονικού εθνικού συντελεστή του ειδικού φόρου κατανάλωσης για την αιθυλική αλκοόλη, στην αιθυλική αλκοόλη που παράγεται από αποστακτήρια οπωροκαλλιεργητών τα οποία παράγουν άνω των 10 εκατολίτρων αιθυλικής αλκοόλης ετησίως από φρούτα που τους παρέχονται από νοικοκυριά οπωροκαλλιεργητών. Η εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή περιορίζεται σε 30 λίτρα αποσταγμάτων φρούτων ανά οικογένεια οπωροκαλλιεργητή ετησίως, προοριζόμενα αποκλειστικά για προσωπική τους χρήση.

▼A2

7.  
Η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Σλοβακία μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, όχι κατώτερο του 50 % του κανονικού εθνικού φορολογικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη, στην αιθυλική αλκοόλη που παράγεται από αποστακτήρια οπωροκαλλιεργητών οι οποίοι παράγουν άνω των 10 εκατολίτρων αιθυλικής αλκοόλης ετησίως από φρούτα που τους παρέχονται από νοικοκυριά οπωροκαλλιεργητών. Η εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή περιορίζεται σε 50 λίτρα αποσταγμάτων φρούτων ανά οικογένεια οπωροκαλλιεργητή ετησίως, προοριζόμενα αποκλειστικά για προσωπική χρήση Η Επιτροπή θα αναθεωρήσει τη ρύθμιση αυτή το 2015 και θα υποβάλει σχετική έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με ενδεχόμενες τροποποιήσεις.

▼M1

8.  

Με την επιφύλαξη των όρων που θεσπίζουν για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή να εφαρμόζουν μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης για την αιθυλική αλκοόλη η οποία καταναλώνεται από ιδιώτη, τα μέλη της οικογένειάς του ή τους προσκεκλημένους του, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεσολαβεί πώληση, και η οποία:

α) 

παράγεται από τον εν λόγω ιδιώτη από φρούτα που ανήκουν σε αυτόν, καλλιεργούνται και παρέχονται από αυτόν, από χωράφι το οποίο έχει στην κυριότητά του, με τη χρήση απλής συσκευής απόσταξης μικρής χωρητικότητας, καταγεγραμμένης από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους,

και/ή

β) 

παράγεται για λογαριασμό του εν λόγω ιδιώτη σε αποστακτήρια εγκεκριμένα από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους, από φρούτα που ανήκουν στον εν λόγω ιδιώτη και καλλιεργούνται και παρέχονται από αυτόν, από χωράφι που έχει στην κυριότητά του.

Τα κράτη μέλη περιορίζουν την εφαρμογή της απαλλαγής ή των μειωμένων συντελεστών σε ποσότητα 50 λίτρων αποσταγμάτων φρούτων κατ’ ανώτατο όριο ανά οικογένεια οπωροκαλλιεργητή ετησίως.

Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιου είδους απαλλαγή ή μειωμένους συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης:

α) 

θεσπίζουν προϋποθέσεις με σκοπό την πρόληψη οποιασδήποτε φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης,

β) 

εφαρμόζουν κατάλληλες απαιτήσεις και διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζουν τον έλεγχο της παραγωγής και της κατανάλωσης, για την πρόληψη διασυνοριακών επιπτώσεων και πωλήσεων, και

γ) 

καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές επιπλέον των διατάξεων της παραγράφου 6, 6α ή 7.

▼M1

Άρθρο 23

1.  
Η Γαλλική Δημοκρατία μπορεί να εφαρμόσει μειωμένο συντελεστή που μπορεί να είναι κατώτερος του ελάχιστου συντελεστή, αλλά δεν μπορεί να είναι ορισμένος σε επίπεδο χαμηλότερο κατά πλέον του 50 % του κανονικού εθνικού φορολογικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη, στο ρούμι όπως ορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3 ) και το οποίο παράγεται από ζαχαροκάλαμο που συγκομίζεται στον τόπο παρασκευής, όπως ορίζεται στο σημείο 13 του παραρτήματος I του εν λόγω κανονισμού, και έχει περιεκτικότητα σε πτητικές ουσίες εκτός αιθυλικής και μεθυλικής αλκοόλης τουλάχιστον 225 γραμμάρια ανά εκατόλιτρο καθαρής αλκοόλης και αποκτημένο κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο τουλάχιστον 40 %.
2.  

Η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να εφαρμόσει μειωμένο συντελεστή που μπορεί να είναι κατώτερος του ελάχιστου συντελεστή:

α) 

αλλά δεν δύναται να ορίσει τον συντελεστή αυτό σε επίπεδο χαμηλότερο κατά πλέον του 50 % του κανονικού εθνικού φορολογικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη, σε ό,τι αφορά τα αλκοολούχα ποτά της κατηγορίας «αποσταγμένο anis» όπως ορίζονται στο σημείο 29 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, τα οποία είναι άχρωμα και έχουν περιεκτικότητα σε ζάχαρη το πολύ 50 γραμμάρια ανά λίτρο και το τελικό προϊόν αποτελείται από αλκοόλη, τουλάχιστον στο ποσοστό που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, η οποία έχει αρωματιστεί με απόσταξη σε παραδοσιακούς χάλκινους άμβυκες ασυνεχούς λειτουργίας με χωρητικότητα έως 1 000 λίτρα, καθώς και τα αποστάγματα στεμφύλων σταφυλής όπως ορίζονται στο σημείο 6 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, που αποστάζονται σε παραδοσιακούς άμβυκες ασυνεχούς λειτουργίας,

β) 

αλλά δεν δύναται να ορίσει τον συντελεστή αυτό σε επίπεδο χαμηλότερο κατά πλέον του 85 % του κανονικού εθνικού φορολογικού συντελεστή για την αιθυλική αλκοόλη, σε ό,τι αφορά την αιθυλική αλκοόλη από φρούτα που παρέχονται από το νοικοκυριό του παραγωγού, τα οποία αποστάζονται σε απλές παραδοσιακές χάλκινες συσκευές απόσταξης με χωρητικότητα έως 130 λίτρα ή σε παραδοσιακές πήλινες συσκευές απόσταξης με χωρητικότητα έως 40 λίτρα, και εφόσον στις δύο περιπτώσεις η παραγωγή διαρκεί έως οκτώ ημέρες κατ’ ανώτατο όριο και παράγονται έως και πέντε εκατόλιτρα καθαρής αλκοόλης κατ’ έτος.

▼M1

Άρθρο 23α

1.  
Με την επιφύλαξη των όρων που θεσπίζουν για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των άρθρων 4, 9α, 13α και 18α και του άρθρου 22 παράγραφοι 1, 2 και 3 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη χορηγούν, κατόπιν αιτήματος, ετήσιο πιστοποιητικό στους ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους με το οποίο επιβεβαιώνεται η ετήσια συνολική παραγωγή τους που αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα, ανάλογα με την περίπτωση, καθώς και η συμμόρφωση του ανεξάρτητου μικρού παραγωγού με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, το άρθρο 9α παράγραφος 2, το άρθρο 13α παράγραφος 4, το άρθρο 18α παράγραφος 3 και το άρθρο 22 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, ανάλογα με την περίπτωση. Το διοικητικό έγγραφο για τη διακίνηση προϊόντων βάσει του κεφαλαίου IV ή V της οδηγίας 2008/118/ΕΚ παραπέμπει στο πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.
2.  
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό προϋποθέσεις που ορίζουν με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής και απλής εφαρμογής του παρόντος άρθρου και την πρόληψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης, να επιτρέπουν στους ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, το άρθρο 9α παράγραφος 1, το άρθρο 13α παράγραφος 1, το άρθρο 18α παράγραφος 1 και το άρθρο 22 παράγραφος 1 και είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να πιστοποιούν οι ίδιοι τη συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, το άρθρο 9α παράγραφος 2, το άρθρο 13α παράγραφος 4, το άρθρο 18α παράγραφος 3 και το άρθρο 22 παράγραφος 2, ανάλογα με την περίπτωση, και τη συνολική ετήσια παραγωγή που αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα.
3.  
Τα κράτη μέλη, υπό προϋποθέσεις που ορίζουν με στόχο τη διασφάλιση της ορθής και απλής εφαρμογής του παρόντος άρθρου και την πρόληψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης, αναγνωρίζουν τα πιστοποιητικά για τους παραγωγούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, το άρθρο 9 παράγραφος 1, το άρθρο 13α παράγραφος 1, το άρθρο 18α παράγραφος 1 και το άρθρο 22 παράγραφος 1 και τα οποία έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, εκτός αν συντρέχουν δεόντως δικαιολογημένες περιστάσεις.
4.  

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν:

α) 

το έντυπο του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

β) 

τον τρόπο της παραπομπής στο εν λόγω πιστοποιητικό στο διοικητικό έγγραφο για τη διακίνηση προϊόντων βάσει του κεφαλαίου IV ή V της οδηγίας 2008/118/ΕΚ και

γ) 

τις απαιτήσεις για τη συμπλήρωση του διοικητικού εγγράφου για τη διακίνηση προϊόντων βάσει του κεφαλαίου IV ή V της οδηγίας 2008/118/ΕΚ στην περίπτωση αυτοπιστοποίησης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 28α παράγραφος 2.

▼B



ΜΕΡΟΣ VI

ΔΙΑΦΟΡΑ

Άρθρο 24

1.  
Τα κράτη μέλη δεν χρειάζεται να απαιτούν τα προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία να παράγονται σε φορολογικές αποθήκες από αλκοολούχα συστατικά προϊόντα τα οποία τελούν υπό αναστολή των εφαρμοζομένων ειδικών φόρων κατανάλωσης, εφόσον ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των συστατικών έχει καταβληθεί εκ των προτέρων και ο συνολικός καταβλητέος φόρος για τα αλκοολούχα συστατικά προϊόντα δεν είναι κατώτερος από τον καταβλητέο φόρο για το προϊόν που προκύπτει από την ανάμιξή τους.
2.  
Το Βασίλειο της Ισπανίας μπορεί να μην θεωρεί ως παραγωγή ενδιάμεσων προϊόντων την παρασκευή των οίνων που παράγονται στις περιφέρειες Moriles-Montilla, Tarragona, Priorato και Terra Alta, στα οποία έχει προστεθεί αλκοόλη ούτως ώστε ο αλκοολικός τους τίτλος να μην αυξάνεται κατά περισσότερο από 1 % vol.

Άρθρο 25

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιστρέψουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που έχει επιβληθεί σε αλκοολούχα ποτά τα οποία αποσύρονται από την αγορά επειδή η κατάσταση ή η παλαιότητά τους τα καθιστά ακατάλληλα προς ανθρώπινη κατανάλωση.

▼M1

Άρθρο 26

Οι παραπομπές στην παρούσα οδηγία στους κωδικούς ΣΟ αποτελούν παραπομπές στους κωδικούς της συνδυασμένης ονοματολογίας του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/1602 της Επιτροπής ( 4 ), για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου ( 5 ).

▼B



ΜΕΡΟΣ VII

ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ

Άρθρο 27

1.  

Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης σύμφωνα με τους όρους τους οποίους καθορίζουν με σκοπό την ορθή και απλή εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και την πρόληψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης:

▼M1

α) 

όταν διανέμεται με τη μορφή αλκοόλης η οποία έχει υποστεί πλήρη μετουσίωση σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κράτους μέλους στο οποίο διατέθηκε προς κατανάλωση, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές έχουν δεόντως κοινοποιηθεί εγγράφως και γίνει δεκτές σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το κεφάλαιο V της οδηγίας 2008/118/ΕΚ·

β) 

όταν χρησιμοποιούνται ως μέρος της διαδικασίας παρασκευής οποιουδήποτε προϊόντος μη προοριζόμενου για κατανάλωση από τον άνθρωπο, υπό την προϋπόθεση ότι η αλκοόλη έχει υποστεί μετουσίωση σύμφωνα με τις προδιαγραφές οποιουδήποτε κράτους μέλους για τη συγκεκριμένη χρήση.

Η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται όταν η εν λόγω μετουσιωμένη αλκοόλη:

— 
έχει ενσωματωθεί στο προϊόν που δεν προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο

ή

— 
χρησιμοποιείται για συντήρηση και καθαρισμό του εξοπλισμού παρασκευής που χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη διαδικασία παρασκευής.

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το κεφάλαιο IV της οδηγίας 2008/118/ΕΚ σε διακινήσεις μετουσιωμένης αλκοόλης που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί σε προϊόν μη προοριζόμενο για κατανάλωση από τον άνθρωπο·

▼B

γ) 

όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ξιδιού υπαγομένου στον κωδικό ΣΟ 2209·

▼M1

δ) 

όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φαρμάκων που αναφέρονται στις οδηγίες 2001/82/ΕΚ ( 6 ) και 2001/83/ΕΚ ( 7 ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·

▼B

ε) 

όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών προς παρασκευή ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και 1,2 %·

στ) 

όταν χρησιμοποιούνται απευθείας ή ως συστατικά ημιμεταποιημένων προϊόντων για την παραγωγή ειδών διατροφής, γεμιστών ή όχι, εφόσον σε κάθε περίπτωση η περιεχόμενη αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα 8,5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος για τις σοκολάτες και τα 5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος, για άλλα προϊόντα.

2.  

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν τα προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης σύμφωνα με όρους τους οποίους καθορίζουν με σκοπό την ορθή και απλή εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και την πρόληψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης:

α) 

όταν χρησιμοποιούνται ως δείγματα για αναλύσεις, για τη διεξαγωγή των αναγκαίων δοκιμών παραγωγής ή για επιστημονικούς σκοπούς,

β) 

όταν χρησιμοποιούνται για σκοπούς επιστημονικής έρευνας,

γ) 

όταν χρησιμοποιούνται στα νοσοκομεία και φαρμακεία για ιατρικούς σκοπούς,

δ) 

όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων, εφόσον αυτά στην τελική μορφή τους δεν περιέχουν αλκοόλη,

ε) 

όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή ενός συστατικού προϊόντος, μη υποκειμένου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, βάσει της παρούσας οδηγίας,

▼M1

στ) 

όταν χρησιμοποιούνται στην παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής που ορίζονται από την οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ) και τα οποία περιέχουν αιθυλική αλκοόλη, εάν η μονάδα συσκευασίας του συμπληρώματος διατροφής που διατίθεται προς κατανάλωση δεν υπερβαίνει το 0,15 λίτρο και τα συμπληρώματα διατροφής διατίθενται στην αγορά δυνάμει του άρθρου 10 της εν λόγω οδηγίας.

▼M1

3.  
Κράτος μέλος που επιθυμεί να εισαγάγει αλλαγή στις απαιτήσεις για την πλήρη μετουσίωση της αλκοόλης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) κοινοποιεί τις εν λόγω νέες απαιτήσεις στην Επιτροπή, εγγράφως, μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τις μετουσιωτικές ουσίες που προτίθεται να χρησιμοποιεί.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι δεν διαθέτει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, επικοινωνεί με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός ενός μηνός από τη λήψη της κοινοποίησης και προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες. Μόλις η Επιτροπή συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που κρίνει απαραίτητες, διαβιβάζει την κοινοποίηση στα άλλα κράτη μέλη εντός ενός μηνός.

4.  
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες εγκρίνονται ή απορρίπτονται οι απαιτήσεις που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 28α παράγραφος 2.
5.  
Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ή διαπιστώνει ότι ένα προϊόν που έχει απαλλαγεί δυνάμει του στοιχείου α) ή β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μπορεί να προκαλέσει φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση, μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει απαλλαγή ή να αποσύρει την ήδη χορηγηθείσα. Το κράτος μέλος κοινοποιεί αμέσως την εν λόγω άρνηση ή απόσυρση στην Επιτροπή εγγράφως μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τη φοροδιαφυγή, τη φοροαποφυγή ή την κατάχρηση. Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι δεν διαθέτει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, επικοινωνεί με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός ενός μηνός από τη λήψη αυτών των πληροφοριών και προσδιορίζει τις περαιτέρω απαιτούμενες πληροφορίες. Μόλις η Επιτροπή συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που κρίνει απαραίτητες, διαβιβάζει την κοινοποίηση στα άλλα κράτη μέλη εντός ενός μηνός. Στη συνέχεια, λαμβάνεται τελική απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 28α παράγραφος 2 το αργότερο τέσσερις μήνες μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης στα άλλα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν την απόφαση αυτή αναδρομικά.

▼B

6.  
Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εγκρίνουν τις ανωτέρω απαλλαγές μέσω επιστροφής των καταβληθέντων ειδικών φόρων κατανάλωσης.

▼M1 —————

▼B



ΜΕΡΟΣ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

▼M1

Άρθρο 28α

1.  
Η Επιτροπή επικουρείται από την «επιτροπή ειδικών φόρων κατανάλωσης». Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.  
Όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 28β

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, ανά πενταετία, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2024.

Ειδικότερα, στην έκθεση αυτή:

α) 

αξιολογούνται η εφαρμογή και ο αντίκτυπος των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί και εφαρμόζονται δυνάμει των άρθρων 5 και 9α, του άρθρου 22 παράγραφος 8, του άρθρου 23α και του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο στ),

β) 

λαμβάνονται υπόψη σχετικά αποδεικτικά στοιχεία για την παρουσία συνεπειών των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί και εφαρμόζονται δυνάμει των εν λόγω άρθρων, όπως αρνητικές διασυνοριακές επιπτώσεις, αύξηση της απάτης, επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στη δημόσια υγεία, και

γ) 

όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 8, αξιολογούν την επάρκεια:

— 
των προϋποθέσεων που έχουν οριστεί από τα εν λόγω κράτη μέλη με σκοπό την πρόληψη οποιασδήποτε φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης και
— 
των προϋποθέσεων και διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί από τα εν λόγω κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλιστεί ο έλεγχος της παραγωγής και της κατανάλωσης, καθώς και η πρόληψη διασυνοριακών επιπτώσεων.

Τα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματος, υποβάλλουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση της έκθεσης.

Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 8 υποβάλλουν στην Επιτροπή, το αργότερο τρεις μήνες μετά το πρώτο έτος εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του δεύτερου εδαφίου του παρόντος άρθρου.

Η έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση, εφόσον κρίνεται σκόπιμο.

▼B

Άρθρο 29

1.  
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου, οι διατάξεις αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις ουσιώδεις διατάξεις εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.



( 1 ) Οδηγία 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 9 της 14.1.2009, σ. 12).

( 2 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 16).

( 4 ) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1602 της Επιτροπής, της 11ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 273 της 31.10.2018, σ. 1).

( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1).

( 6 ) Οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1).

( 7 ) Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).

( 8 ) Οδηγία 2002/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 2002, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής (ΕΕ L 183 της 12.7.2002, σ. 51).

Top