Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CC0260

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Pikamäe της 13ης Ιανουαρίου 2022.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Hansol Paper Co. Ltd.
Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2017/763 – Εισαγωγές ορισμένων ειδών ελαφριού θερμικού χαρτιού καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας – Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 – Άρθρα 6, 16 και 18 – Απόδειξη – Πληροφορίες παρασχεθείσες εκτός απάντησης σε ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ – Στάθμιση των πωλήσεων που επηρεάζει τον υπολογισμό του ντάμπινγκ – Άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3 – Υπολογισμός της κανονικής αξίας – Ιεράρχηση μεταξύ των μεθόδων υπολογισμού – Άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3 – Ζημία – Υπολογισμός του περιθωρίου υποτιμολόγησης – Ανταναίρεση – Άρθρο 2, παράγραφος 11 – Πραγματική έκταση του ντάμπινγκ – Άρθρο 18 – Απαλλαγή από την υποχρέωση απάντησης σε ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ – Δεν υπάρχει άρνηση συνεργασίας.
Υπόθεση C-260/20 P.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:13

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PRIIT PIKAMÄE

της 13ης Ιανουαρίου 2022 ( 1 )

Υπόθεση C‑260/20 P

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Hansol Paper Co. Ltd

«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2017/763 – Εισαγωγές ορισμένων ειδών ελαφριού θερμικού χαρτιού καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας – Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ – Υπολογισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ – Υπολογισμός του περιθωρίου ζημίας – Προσδιορισμός της ζημίας»

I. Εισαγωγή

1.

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ας Απριλίου 2020, Hansol Paper Co. Ltd κατά Επιτροπής (T‑383/17, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2020:139), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της Hansol Paper Co. Ltd (στο εξής: Hansol) –επιχειρήσεως εγκατεστημένης στη Νότια Κορέα και δραστηριοποιούμενης στην παραγωγή και εξαγωγή θερμικού χαρτιού– κατά του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2017/763 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2017, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων ειδών ελαφριού θερμικού χαρτιού καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας ( 2 ) (στο εξής: επίδικος κανονισμός), και ακυρώθηκε ο εν λόγω κανονισμός κατά το μέρος που αφορούσε την προαναφερθείσα επιχείρηση.

2.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 3 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός), και ιδίως των διατάξεων που παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώνει την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ δυνάμενης να προκαλέσει ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα νομικά ζητήματα που καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο αφορούν συγκεκριμένα τα διάφορα στάδια της εξετάσεως που πρέπει να διενεργεί η Επιτροπή κατά την εφαρμογή του εν λόγω μέσου εμπορικής άμυνας, καθώς και τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει έναντι επιχειρήσεων για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που δικαιολογούν, κατά περίπτωση, τη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο του ΠΟΕ

3.

Με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της ( 4 ), το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε τη Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994, καθώς και τις Συμφωνίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 της Συμφωνίας αυτής, στις οποίες συγκαταλέγεται η Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (στο εξής: Συμφωνία αντιντάμπινγκ) ( 5 ).

4.

Το άρθρο 2 της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ, το οποίο επιγράφεται «Καθορισμός του ντάμπινγκ», προβλέπει τα εξής:

«2.1   Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, δηλαδή ότι εισάγεται στην αγορά μιας άλλης χώρας σε τιμή κατώτερη της κανονικής του αξίας, αν η τιμή εξαγωγής του προϊόντος που εξάγεται από μία χώρα σε μια άλλη είναι κατώτερη της αντίστοιχης τιμής που εφαρμόζεται υπό κανονικές συνθήκες εμπορίας για ομοειδές προϊόν, όταν το τελευταίο προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής.

2.2   Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις ομοειδούς προϊόντος υπό κανονικές συνθήκες εμπορίας στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής, ή όταν υπάρχουν μεν τέτοιες πωλήσεις, αλλά δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης, είτε λόγω των ειδικών συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στην αγορά είτε λόγω του μικρού όγκου των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής […], τότε το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίζεται με μέτρο σύγκρισης μια ανάλογη τιμή ομοειδούς προϊόντος κατά την εξαγωγή του σε κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω τιμή είναι αντιπροσωπευτική, ή το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής, προσαυξημένο κατά ένα εύλογο ποσό που αντιπροσωπεύει τα διοικητικά και γενικά έξοδα, τα έξοδα πωλήσεων και το κέρδος.»

Β.   Ο βασικός κανονισμός

5.

Το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού ορίζει, στα οικεία χωρία, τα εξής:

«1.   Η κανονική αξία βασίζεται καταρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.

Ωστόσο, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας στη χώρα εξαγωγής δεν παράγει ή δεν πωλεί το ομοειδές προϊόν, η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με βάση τις τιμές που εφαρμόζουν άλλοι πωλητές ή παραγωγοί.

Οι τιμές που εφαρμόζονται μεταξύ μερών που φαίνεται ότι συνδέονται μεταξύ τους ή έχουν συνάψει μεταξύ τους συμψηφιστικό διακανονισμό είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιστοιχούν σε συνήθεις εμπορικές πράξεις και να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν επηρεάζονται από τη μεταξύ των μερών σχέση.

Για να καθοριστεί αν δύο μέρη είναι συνδεδεμένα, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ο ορισμός των συνδεδεμένων μερών που δίδεται στο άρθρο 127 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 [ ( 6 )] της Επιτροπής.

2.   Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση χρησιμοποιούνται καταρχήν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εν λόγω πωλήσεων αντιπροσωπεύει ποσοστό 5 % τουλάχιστον του όγκου πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Ένωση. Εντούτοις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί και μικρότερος όγκος πωλήσεων, όταν, επί παραδείγματι, οι εφαρμοζόμενες τιμές θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της οικείας αγοράς.

3.   Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν αυτές δεν είναι επαρκείς ή όταν οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος υπολογίζεται με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα κέρδη ή με βάση τις τιμές εξαγωγής, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, προς μια κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές.

[…]

9.   Όταν δεν υπάρχει τιμή εξαγωγής ή όταν προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής δεν είναι δυνατό να ληφθεί ως αξιόπιστη βάση εξαιτίας κάποιου συνδέσμου ή συμψηφιστικού διακανονισμού μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή ενός τρίτου, η τιμή εξαγωγής είναι δυνατό να κατασκευάζεται με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή ή, αν το προϊόν δεν μεταπωλείται σε ανεξάρτητο αγοραστή ή δεν μεταπωλείται στην κατάσταση στην οποία εισήχθη, με οποιαδήποτε εύλογη βάση.

[…]

11.   Με την επιφύλαξη των συναφών διατάξεων που διέπουν το θέμα της δίκαιης σύγκρισης, η ύπαρξη περιθωρίων ντάμπινγκ κατά την περίοδο έρευνας προσδιορίζεται κατά κανόνα με βάση τη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με το σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση ή με βάση τη σύγκριση επιμέρους κανονικών αξιών και επιμέρους τιμών εξαγωγής στην Ένωση για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά. Παρ’ όλα αυτά, όταν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας έχει ληφθεί ως βάση ο σταθμισμένος μέσος όρος, η κανονική αυτή αξία είναι δυνατό να συγκρίνεται με τις τιμές όλων των επιμέρους συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται συστηματικά τιμές εξαγωγής οι οποίες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον αγοραστή, την περιοχή ή τη χρονική περίοδο, ενώ η εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θα οδηγούσε στη διαπίστωση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ σε όλη τους την έκταση. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει τη χρήση δειγματοληψιών σύμφωνα με το άρθρο 17.

12.   Ως περιθώριο ντάμπινγκ λογίζεται το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής. Όταν τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν, είναι δυνατό να καθορίζεται ένα μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ.»

6.

Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«3.   Προκειμένου περί του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών, είτε σε απόλυτα μεγέθη είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Ένωση. Προκειμένου περί της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ επί των τιμών, εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες από τις τιμές που εφαρμόζει για τα ομοειδή προϊόντα ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής ή κατά πόσον εισαγωγές αυτού του είδους προκαλούν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση. Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες, ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ’ ανάγκη αποφασιστική σημασία.»

7.

Το άρθρο 6, παράγραφοι 7 και 8, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«7.   Οι καταγγέλλοντες, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους, οι χρήστες και οι οργανώσεις καταναλωτών, που έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 10, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής δύνανται, κατόπιν γραπτής αιτήσεως, να εξετάζουν όλα τα πληροφορικά στοιχεία που έχουν διατεθεί από οποιοδήποτε από τα μέρη που μετέχουν στην έρευνα, τα οποία είναι δυνατό να χρησιμεύσουν για την παρουσίαση των απόψεών τους, δεν είναι εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 19 και χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της έρευνας· το δικαίωμα αυτό δεν ισχύει για τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης που καταρτίζουν οι αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών της.

Τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τα εν λόγω στοιχεία, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθόσον είναι επαρκώς τεκμηριωμένες.

8.   Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18, ελέγχεται κατά το δυνατόν διεξοδικότερα η ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη και επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα.»

8.

Το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«3.   Για όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 9, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 7. Εξάλλου, κάθε διαδικασία αυτής της μορφής περατούται αμέσως, αν διαπιστώνεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %, υπό την προϋπόθεση ότι η περάτωση, όταν το περιθώριο για κάθε εξαγωγέα χωριστά είναι κατώτερο του 2 %, αφορά μόνον την έρευνα· κάθε επιμέρους εξαγωγέας δεν παύει να συμπεριλαμβάνεται στο αντικείμενο της όλης διαδικασίας, ενώ ως προς αυτόν είναι δυνατόν να διεξαχθεί και νέα έρευνα στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης εξέτασης, η οποία διενεργείται ως προς την οικεία χώρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11.

4.   Αν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, η Επιτροπή επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15, παράγραφος 3. Αν ισχύουν προσωρινοί δασμοί, η Επιτροπή κινεί αυτή τη διαδικασία το αργότερο έναν μήνα πριν από τη λήξη τους.»

9.

Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 3, του βασικού κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση σε απαραίτητες πληροφορίες ή γενικότερα δεν τις παρέχει εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται προσωρινά ή τελικά συμπεράσματα, είτε καταφατικά είτε αποφατικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.

Όταν διαπιστώνεται ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις συνέπειες που επισύρει τυχόν άρνηση συνεργασίας

[…]

3.   Αν οι πληροφορίες που προσκομίζει ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν είναι ενδεχομένως άρτιες από κάθε άποψη, λαμβάνονται οπωσδήποτε υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδεχόμενες ελλείψεις δεν είναι τέτοιες ώστε να δυσχεραίνουν υπέρμετρα τη συναγωγή συμπεράσματος με ικανοποιητική ακρίβεια και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται με τον δέοντα τρόπο και εγκαίρως, ότι είναι επαληθεύσιμες και ότι το οικείο μέρος έχει επιδείξει κάθε δυνατή επιμέλεια.

[…]»

III. Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

Α.   Το ιστορικό της διαφοράς

10.

Στις 18 Φεβρουαρίου 2016, κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων ειδών ελαφριού θερμικού χαρτιού καταγωγής Νότιας Κορέας ( 7 ).

11.

Το προϊόν που αποτελούσε αντικείμενο της έρευνας είναι ορισμένα είδη ελαφριού θερμικού χαρτιού μέγιστου βάρους 65 gr/m2, σε κυλίνδρους πλάτους τουλάχιστον 20 cm, με βάρος ρόλου (συμπεριλαμβανομένου του χαρτιού) τουλάχιστον 50 kg και με διάμετρο ρόλου (συμπεριλαμβανομένου του χαρτιού) τουλάχιστον 40 cm (στο εξής: τεράστιοι ρόλοι), με ή χωρίς επιχρίσματα βάσης στη μία ή και στις δύο όψεις, που επικαλύπτεται από θερμοευαίσθητη ουσία (η οποία είναι ένα μείγμα βαφής και εμφανιστικού αντιδραστηρίου που αντιδρούν και δημιουργούν μια εικόνα όταν θερμαίνονται) στη μία ή και στις δύο όψεις, και με ή χωρίς επιχρίσματα κορυφής, καταγωγής Νότιας Κορέας, που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex48099000, ex48119000, ex48169000 και ex48239085 (στο εξής: το υπό εξέταση προϊόν»).

12.

Η έρευνα για τη διαπίστωση πρακτικών ντάμπινγκ και της ζημίας κάλυψε το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 2015 (στο εξής: περίοδος έρευνας). Η εξέταση των συναφών τάσεων για την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2012 έως το τέλος της περιόδου έρευνας.

13.

Η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσίβλητη, Hansol, εδρεύουσα στη Νότια Κορέα, δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εξαγωγή του υπό εξέταση προϊόντος, μεταξύ άλλων, στην Ένωση. Οι πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος στην Ένωση κατά την περίοδο έρευνας πραγματοποιήθηκαν σε ανεξάρτητους πελάτες καθώς και σε έναν συνδεδεμένο έμπορο, την Hansol Europe BV, και σε τέσσερις συνδεδεμένους μετατροπείς, και συγκεκριμένα τις Schades Ltd, Schades Nordic A/S, Heipa technische Papiere GmbH (στο εξής: Heipa) και R+S Group GmbH (στο εξής: R+S). Η επιχειρηματική δραστηριότητα των συνδεδεμένων μετατροπέων συνίστατο, μεταξύ άλλων, στη μετατροπή του συγκεκριμένου προϊόντος σε νέα προϊόντα, αποκαλούμενα «μικροί ρόλοι», τα οποία πωλούνταν στην Ένωση σε ανεξάρτητους ή συνδεδεμένους πελάτες.

14.

Μια έτερη επιχείρηση παραγωγός-εξαγωγέας από την Κορέα, η Hansol Artone Co. Ltd (στο εξής: Artone), η οποία ήταν συνδεδεμένη με την προσφεύγουσα, συνεργάστηκε στην έρευνα αντιντάμπινγκ. Η εταιρία δε αυτή συγχωνεύθηκε με την προσφεύγουσα στις 3 Μαρτίου 2017.

15.

Στις 18 Φεβρουαρίου 2016 η προσφεύγουσα έλαβε το ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ το οποίο προοριζόταν για τους παραγωγούς-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος.

16.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2016, λόγω της απουσίας ή του περιορισμένου αριθμού πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος από ορισμένες συνδεδεμένες με αυτήν εταιρίες σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση, η προσφεύγουσα ζήτησε να εξαιρεθούν οι εταιρίες Schades Nordic, Heipa και R+S από την υποχρέωση συμπληρώσεως του ερωτηματολογίου για τις συνδεδεμένες με τον παραγωγό-εξαγωγέα εταιρίες το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα I του ερωτηματολογίου αντιντάμπινγκ.

17.

Στις 23 Φεβρουαρίου 2016 η Επιτροπή έκανε δεκτό το ως άνω αίτημα, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της να απευθύνει και άλλες αιτήσεις παροχής στοιχείων ή πληροφοριών.

18.

Στις 7 Μαρτίου 2016, κατόπιν εξετάσεως ορισμένων πληροφοριακών στοιχείων που παρέσχε η προσφεύγουσα, η Επιτροπή απεφάνθη ότι οι Schades Nordic, Heipa και R+S έπρεπε να απαντήσουν στα τμήματα F και G, σχετικά με το κόστος παραγωγής και την αποδοτικότητα, και να συμπληρώσουν το παράρτημα I του ερωτηματολογίου αντιντάμπινγκ.

19.

Στις 8 Μαρτίου 2016 η προσφεύγουσα ζήτησε την παρέμβαση του συμβούλου ακροάσεων σχετικά με τα αιτήματα που απηύθυνε η Επιτροπή προς τις Schades Nordic, Heipa και R+S. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα προέβαλε τον σημαντικό φόρτο εργασίας που απαιτούνταν για την παροχή στοιχείων πωλήσεων και κόστους για τους μικρούς ρόλους, τους οποίους δεν αφορούσε η διαδικασία, και τον αλυσιτελή χαρακτήρα του συγκεκριμένου αιτήματος, στον βαθμό που δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί εάν οι μικροί ρόλοι είχαν παραχθεί από τους τεράστιους ρόλους ή από άλλες πηγές.

20.

Στις 10 Μαρτίου 2016 πραγματοποιήθηκε ακρόαση με την Επιτροπή, υπό την προεδρία του συμβούλου ακροάσεων.

21.

Στις 16 και 17 Μαρτίου 2016 η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της Schades.

22.

Στις 21 Μαρτίου 2016 η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που υποβλήθηκαν στις 7 Μαρτίου 2016 περιορίζονταν πλέον στην Schades.

23.

Στις 15 Απριλίου 2016 η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή των απαντήσεων της προσφεύγουσας και της Artone στα ερωτηματολόγια αντιντάμπινγκ και των απαντήσεων της Hansol Europe και της Schades στο παράρτημα I του ερωτηματολογίου αντιντάμπινγκ.

24.

Μεταξύ 15ης Ιουνίου και 26ης Αυγούστου 2016, η Επιτροπή πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας, της Artone, της Hansol Europe και της Schades.

25.

Στις 16 Νοεμβρίου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/2005, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων τύπων ελαφριού θερμικού χαρτιού καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας ( 8 ).

26.

Στις 17 Νοεμβρίου 2016 απεστάλη στην προσφεύγουσα ενημερωτικό έγγραφο με τα προσωρινά συμπεράσματα της Επιτροπής. Η τελευταία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των εν λόγω προσωρινών συμπερασμάτων στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

27.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2016, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, πραγματοποιήθηκε ακρόαση με την Επιτροπή, υπό την προεδρία του συμβούλου ακροάσεων.

28.

Στις 17 Φεβρουαρίου 2017 απεστάλη στην προσφεύγουσα τελικό ενημερωτικό έγγραφο με τα οριστικά συμπεράσματα της Επιτροπής. Η τελευταία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του εγγράφου αυτού στις 27 Φεβρουαρίου 2017.

29.

Στις 2 και 22 Μαρτίου 2017, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, πραγματοποιήθηκαν ακροάσεις με την Επιτροπή, υπό την προεδρία του συμβούλου ακροάσεων.

30.

Στις 20 και 23 Μαρτίου 2017 η Επιτροπή υπέβαλε, αντιστοίχως, συμπληρωματικά οριστικά συμπεράσματα και αναθεωρημένα οριστικά συμπεράσματα, επί των οποίων η προσφεύγουσα υπέβαλε παρατηρήσεις.

31.

Στις 2 Μαΐου 2017 η Επιτροπή εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό, βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.

32.

Στο άρθρο 1 του επίδικου κανονισμού προβλέπεται η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος, υπό τη μορφή ενός κατ’ αποκοπήν ποσού που ανέρχεται σε 104,46 ευρώ ανά τόνο (καθαρό βάρος).

Β.   Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

33.

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 2017, η Hansol άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά του επίδικου κανονισμού κατά το μέρος που την αφορούσε.

34.

Η Επιτροπή, με το από 22ας Σεπτεμβρίου 2017 υπόμνημα αντικρούσεως, ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως και την καταδίκη της Hansol στα δικαστικά έξοδα.

35.

Με διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2017 το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την παρέμβαση της European Thermal Paper Association (στο εξής: ETPA) υπέρ της Επιτροπής.

36.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Hansol, λόγω των παρανομιών που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση των προβληθέντων λόγων ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον επίδικο κανονισμό κατά το μέρος που αφορούσε τη Hansol.

37.

Τα κρίσιμα για την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στοιχεία του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία.

38.

Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 11, και του άρθρου 17, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, καθώς και τον μη σύννομο υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ. Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως στις σκέψεις 57 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και το δεύτερο σκέλος του στις σκέψεις 70 έως 93 αυτής.

39.

Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως αφορούσε την εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή της μεθόδου της δειγματοληψίας και παράβαση του άρθρου 17, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, στις σκέψεις 63 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι είναι εσφαλμένη η παραδοχή ότι η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 17, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, όταν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία της Schades για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς τους συνδεδεμένους μετατροπείς. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, στη σκέψη 68, ότι «από την αιτιολογική σκέψη 32 του [επίδικου] κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού ως νομική βάση για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος σε συνδεδεμένους μετατροπείς». Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

40.

Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως αφορά τους υπολογισμούς της Επιτροπής σχετικά με το περιθώριο ντάμπινγκ για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος προς την Ένωση. Το σκέλος αυτό διαιρείται σε δύο αιτιάσεις.

41.

Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει την πρώτη αιτίαση του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως στις σκέψεις 84 έως 87 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, αφενός, ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της στοιχεία προερχόμενα από τον συνδεδεμένο μετατροπέα Schades Nordic, μολονότι η ίδια η Schades Nordic δεν είχε απαντήσει στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ. Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι «η Επιτροπή αποφάσισε να κάνει χρήση των στοιχείων της Schades για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ επί των πωλήσεων της προσφεύγουσας προς τους άλλους τρεις συνδεδεμένους μετατροπείς.» Από την άλλη πλευρά, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, «δεδομένου ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι μέρος των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Schades είχε μεταπωληθεί σε ανεξάρτητους πελάτες χωρίς μετατροπή, θα έπρεπε η κατάσταση αυτή να απεικονιζόταν στις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος προς άλλους συνδεδεμένους μετατροπείς. Η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, απέδωσε υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στις πωλήσεις σε συνδεδεμένους μετατροπείς για μετατροπή σε μικρούς ρόλους αυξάνοντας, ως εκ τούτου, το πραγματικό ντάμπινγκ που εφάρμοζε η προσφεύγουσα».

42.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει, στις σκέψεις 87 και 92, ότι «[ο]ι υπολογισμοί της Επιτροπής δεν απεικονίζουν την πραγματική έκταση του εφαρμοζομένου από την προσφεύγουσα ντάμπινγκ και, ως εκ τούτου, διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού».

43.

Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει, στη σκέψη 90, ότι «από κανένα στοιχείο, προβαλλόμενο ειδικότερα από την προσφεύγουσα, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή και οι προσαρμογές που πραγματοποιήθηκαν για να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση της υπό κρίση περιπτώσεως αντίκεινται στο άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού».

44.

Στις σκέψεις 94 έως 121, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος έχει δύο σκέλη.

45.

Το κυρίως σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως διαλαμβάνεται στις σκέψεις 100 έως 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

46.

Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει κατ’ αρχάς την ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή. Εκτιμά δε, στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «έστω και αν η προσφεύγουσα ζήτησε την επιβολή ενός κατ’ αποκοπήν δασμού αντιντάμπινγκ και όχι ενός δασμού αντιντάμπινγκ κατ’ αξίαν, παραδεκτώς αυτή αμφισβητεί το ύψος του κατ’ αποκοπήν δασμού τον οποίο επέβαλε η Επιτροπή».

47.

Εν συνεχεία, στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι «για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως […], οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη η Επιτροπή δεν απεικονίζουν την πραγματική έκταση του εφαρμοζομένου από την προσφεύγουσα ντάμπινγκ». Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι «[τ]ο σφάλμα αυτό, το οποίο συνδέεται με τη στάθμιση στην οποία προέβη η Επιτροπή, επηρεάζει επομένως και τον καθορισμό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ». Χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο δασμός «υπερβαίνει με τον τρόπο αυτό το ντάμπινγκ το οποίο πράγματι εφάρμοσε η προσφεύγουσα κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού».

48.

Το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως εξετάζεται στις σκέψεις 107 έως 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στο σκέλος αυτό καταγγέλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το σκέλος αυτό του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

49.

Στις σκέψεις 122 έως 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή προέβη σε υπερβολικές προσαρμογές για τις πωλήσεις μικρών ρόλων χαρτιού παραγόμενων από τεράστιους ρόλους χαρτιού τους οποίους προμηθευόταν η Schades από παραγωγούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο αυτό ακυρώσεως εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως αβάσιμο.

50.

Στις σκέψεις 144 έως 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, καθόσον η Επιτροπή υπολόγισε εσφαλμένως την κανονική αξία που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού.

51.

Στη σκέψη 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, διαπιστώνοντας διαφορά μεταξύ των καταστάσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού (πρώτη περίπτωση) και εκείνων που αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού (δεύτερη περίπτωση).

52.

Αναφερόμενο στον επίδικο κανονισμό, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή βασίστηκε στη δεύτερη περίπτωση για να υπολογίσει την κανονική αξία της Artone. Στη σκέψη 157 το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει ότι «[ο]ι περιστάσεις που προέβαλε η Επιτροπή, σύμφωνα με τις οποίες η “δομή κόστους” και οι “τιμές πωλήσεως” της Artone διέφεραν σημαντικά από εκείνες της προσφεύγουσας (αιτιολογική σκέψη 21 του [επίδικου] κανονισμού), δεν συγκαταλέγονται στις παρεκκλίσεις από τη μέθοδο καθορισμού της κανονικής αξίας με βάση τις πραγματικές τιμές οι οποίες […] έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα». Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω ότι, όσον αφορά το γεγονός ότι «για έναν από τους δύο τύπους του υπό εξέταση προϊόντος που πωλεί η προσφεύγουσα οι ποσότητες των εγχώριων πωλήσεων δεν κρίθηκαν αντιπροσωπευτικές, κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε από την Επιτροπή με τα υπομνήματά της ώστε να προσδιοριστεί εάν η συγκεκριμένη περίσταση αφορούσε τον τύπο του προϊόντος που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 20 του εν λόγω εκτελεστικού κανονισμού, ο οποίος δεν πωλήθηκε από την Artone. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση αυτή δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός που προβάλλει η προσφεύγουσα ότι οι δύο τύποι του εν λόγω προϊόντος δεν είχαν πωληθεί από την Artone στην εγχώρια αγορά της.»

53.

Στη σκέψη 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού στο πλαίσιο του καθορισμού της κανονικής αξίας της Artone».

54.

Στις σκέψεις 161 έως 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3 και 5 έως 8, του βασικού κανονισμού, και ότι ενήργησε αντίθετα προς τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης και τις αποφάσεις του ΠΟΕ, τις προγενέστερες αποφάσεις της καθώς και τις αρχές της δίκαιης συγκρίσεως και της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου ζημίας.

55.

Στις σκέψεις 162 έως 169, το Γενικό Δικαστήριο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι παραδεκτός. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα, με αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, αμφισβήτησε τον προσδιορισμό της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας, καθόσον από τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής δεν κατέστη δυνατή η ορθή εκτίμηση της πραγματικής ζημίας και, ιδίως, των επιπτώσεων στις τιμές.

56.

Στις σκέψεις 170 έως 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 1 παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3 και 6 του βασικού κανονισμού καθόσον συμπεριέλαβε τη μεταπώληση μικρών ρόλων στον υπολογισμό του περιθωρίου ζημίας. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, στη σκέψη 174, ότι η παραδοχή της προσφεύγουσας ότι «η ανάλυση της ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης βασίζεται σε εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ, αφενός, των μικρών ρόλων που πωλούνται από τους συνδεδεμένους με την προσφεύγουσα μετατροπείς και, αφετέρου, των τεράστιων ρόλων που πωλούνται από τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης» είναι, στην πραγματικότητα, εσφαλμένη. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως ως αβάσιμο.

57.

Στις σκέψεις 178 έως 205, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3 και 5 έως 8, του βασικού κανονισμού, και ότι ενήργησε αντίθετα προς τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης και τις αποφάσεις του ΠΟΕ, τις προγενέστερες αποφάσεις της και τις αρχές της δίκαιης συγκρίσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον η Επιτροπή εφάρμοσε κατ’ αναλογίαν το άρθρο 2, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού για τον καθορισμό του περιθωρίου ζημίας. Ο συλλογισμός του Γενικού Δικαστηρίου ξεκινά στη σκέψη 191 όπου εισαγωγικά αναφέρει ότι «όπως προκύπτει σαφώς από το δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να χρησιμοποιήσει ως τιμές σε ελεύθερη κυκλοφορία για τις μεταπωλήσεις από τη Schades του υπό εξέταση προϊόντος τις τιμές που χρέωνε στους ανεξάρτητους πελάτες της εταιρίας αυτής, μειωμένες στο επίπεδο της τιμής “εκ του εργοστασίου”».

58.

Η επί της ουσίας ανάλυση από το Γενικό Δικαστήριο του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως ξεκινά στη σκέψη 196. Στη σκέψη 197, παραπέμποντας στην υφιστάμενη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσδιορισμός της ζημίας περιλαμβάνει την εξέταση του «κατά πόσον υπάρχει σημαντική υποτίμηση των τιμών στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ σε σχέση με την τιμή ομοειδών προϊόντων». Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει περαιτέρω, στη σκέψη 198, ότι «πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα εάν η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του σημείου αναφοράς με βάση το οποίο θα έπρεπε, εν προκειμένω, να υπολογισθούν οι τιμές των προϊόντων των προσφευγουσών που πρέπει να συγκριθούν με τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής».

59.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, στη σκέψη 200, ότι, «μολονότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να μειώσει την τιμή εξαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος σε επίπεδο CIF [Cost, Insurance and Freight (κόστος, ασφάλιση, ναύλος)] στα σύνορα της Ένωσης όταν αυτό πωλήθηκε και στη συνέχεια μετατράπηκε σε μικρούς ρόλους, είναι εντούτοις εσφαλμένη η ερμηνεία στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με τις μεταπωλήσεις από τη Schades του υπό εξέταση προϊόντος, και επομένως μη μετατραπέντος, σε ανεξάρτητους πελάτες». Στις σκέψεις 201 και 202 το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, πρώτον, «το “σημείο αναφοράς” όσον αφορά τις μεταπωλήσεις της Schades […] δεν βρίσκεται στο επίπεδο των συνόρων της Ένωσης αλλά στο επίπεδο των ανεξαρτήτων πελατών της Schades». Δεύτερον, μολονότι «ο ανταγωνισμός [είχε] λάβει χώρα “ως επί το πλείστον” στο επίπεδο των συνδεδεμένων μετατροπέων, [η Επιτροπή] δεν θεώρησε ότι υπήρχε “πλήρης” ανταγωνισμός στο επίπεδο αυτό. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, όσον αφορά τις άμεσες και έμμεσες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος, ο ανταγωνισμός διεξαγόταν στο επίπεδο των ανεξάρτητων πελατών». Από τις δύο αυτές διαπιστώσεις το Γενικό Δικαστήριο συμπεραίνει ότι «η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη αποφασίζοντας να αφαιρέσει τα [έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα] και ένα περιθώριο κέρδους, για τις μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος που πραγματοποίησε η Schades σε ανεξάρτητους πελάτες, προκειμένου να καθορίσει τις τιμές εξαγωγής του εν λόγω προϊόντος στο πλαίσιο του προσδιορισμού της ζημίας».

60.

Στην επόμενη σκέψη το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τον αντίκτυπο της πλάνης αυτής, επισημαίνοντας ότι «οι μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος από την Schades σε ανεξάρτητους πελάτες αντιπροσώπευαν μόνον ένα μικρό μέρος των πωλήσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της αναλύσεως της ζημίας.» Πλην όμως, επισημαίνει ότι, «όπως προκύπτει από την ανάλυση της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, οι μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες θα έπρεπε να αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο μερίδιο από εκείνο που δέχθηκε η Επιτροπή». Προσθέτει ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν επακριβώς τον αντίκτυπο που θα είχε η αλλαγή του σημείου αναφοράς για τις μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες στο επίπεδο της υποτιμολογήσεως που δέχθηκε η Επιτροπή, το οποίο ανερχόταν, εν προκειμένω, σε 9,4 % (αιτιολογική σκέψη 67 του [επίδικου] κανονισμού).» Το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να γίνει δεκτό.

61.

Στις σκέψεις 206 έως 213 το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 2, 3 και 6, του βασικού κανονισμού και μείωση του περιθωρίου κέρδους του υπό εξέταση προϊόντος. Παραπέμποντας εκ νέου στη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 197 και επισημαίνοντας ότι η διαπιστωθείσα υποτιμολόγηση ήταν της τάξεως του 9,4 %, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει «τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αναπτύχθηκαν επί τη βάσει του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου […] για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 173 έως 177 […]».

62.

Στη σκέψη 211 το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αναπτύχθηκαν επί τη βάσει του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σημειώνοντας ότι, «στο πλαίσιο του σκέλους αυτού, κρίθηκε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τη στάθμιση των πωλήσεων σε συνδεδεμένους μετατροπείς για μεταπώληση υπό τη μορφή μικρών ρόλων σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις (μεταξύ 75 και 85 %) […]. Δεδομένου ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τον ίδιο συντελεστή στάθμισης για τον υπολογισμό της υποτιμολογήσεως, η πλάνη που επισημάνθηκε στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως αφορά και αυτόν τον υπολογισμό.» Το Γενικό Δικαστήριο έκανε επίσης δεκτό το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, στον βαθμό που «δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η πλάνη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη που επισημάνθηκε στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, να επηρεάσει το συμπέρασμα της Επιτροπής σχετικά με την ανάλυση της υποτιμολογήσεως και την εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στα ομοειδή προϊόντα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού.»

63.

Στη σκέψη 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο επίδικος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα.

Γ.   Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

1. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

64.

Σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

65.

Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 7ης Σεπτεμβρίου 2021, το Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση σε όλους τους διαδίκους. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις κατατέθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

2. Αιτήματα των διαδίκων επί της αναιρέσεως

66.

Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με δικόγραφο της 11ης Ιουνίου 2020, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2020. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Hansol στα δικαστικά έξοδα·

ή, επικουρικώς,

–

να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς επανεξέταση και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης και της αναιρετικής διαδικασίας.

67.

Η ETPA κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 19 Οκτωβρίου 2020, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 2020, προς υποστήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής.

68.

Η Hansol κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 27 Αυγούστου 2020, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Αυγούστου 2020 και με το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας δίκης·

–

να καταδικάσει την πρωτοδίκως παρεμβαίνουσα που ενδεχομένως θα παρέμβει υπέρ της αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.

3. Αιτήματα των διαδίκων επί της ανταναιρέσεως

69.

Η ETPA άσκησε ανταναίρεση στις 19 Οκτωβρίου 2020, η οποία πρωτοκολλήθηκε στο πρωτόκολλο της Γραμματείας του Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 2020, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα·

ή, επικουρικώς,

–

να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς επανεξέταση και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης και της αναιρετικής διαδικασίας.

70.

Η Hansol κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως της ανταναιρέσεως στις 5 Νοεμβρίου 2020, το οποίο πρωτοκολλήθηκε αυθημερόν στο πρωτόκολλο της Γραμματείας του Δικαστηρίου, με το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση ανταναιρέσεως·

–

να καταδικάσει την ETPA στα δικαστικά έξοδα.

IV. Νομική ανάλυση

Α.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πολυμερές εμπορικό σύστημα

71.

Ο ΠΟΕ μεριμνά για τη διασφάλιση ενός πολυμερούς εμπορικού συστήματος βασισμένου σε κανόνες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως περιφερειακός οργανισμός με δική της νομική προσωπικότητα, έχει ειδικό καθεστώς εντός του ΠΟΕ, καθόσον παράλληλα με τα κράτη μέλη της είναι και η ίδια πλήρες μέλος του. Λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, ΣΛΕΕ, η Ένωση όφειλε να αναλάβει τις δεσμεύσεις των κρατών μελών της που απορρέουν από τις συμφωνίες ΠΟΕ. Η Συμφωνία αντιντάμπινγκ, η οποία αποτελεί μέρος αυτών, διέπει την εφαρμογή μέτρων αντιντάμπινγκ από τα μέλη του ΠΟΕ. Η εν λόγω Συμφωνία θέτει ορισμένους ουσιαστικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή ενός μέτρου αντιντάμπινγκ, καθώς και λεπτομερείς διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή ερευνών αντιντάμπινγκ και την επιβολή και διατήρηση σε ισχύ των μέτρων αυτών. Η μη τήρηση των εν λόγω κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε προσφυγή στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ και να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του μέτρου.

72.

Ο νομοθέτης εξέδωσε τον βασικό κανονισμό που προαναφέρθηκε στην εισαγωγή των παρουσών προτάσεων ( 9 ), σύμφωνα με το άρθρο 207, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ στην εσωτερική έννομη τάξη της Ένωσης ( 10 ). Εναπόκειται στην Επιτροπή να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή μέσα εμπορικής άμυνας έναντι επιχειρήσεων οι οποίες εδρεύουν σε τρίτες χώρες και εξάγουν τα προϊόντα τους στην Ένωση κατά παράβαση των κανόνων αντιντάμπινγκ, εις βάρος των κλάδων παραγωγής της Ένωσης. Δεδομένου ότι, πρώτον, το κράτος δικαίου αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξεως της Ένωσης και, δεύτερον, η Ένωση έχει δεσμευτεί να τηρεί πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι των λοιπών μελών του ΠΟΕ ( 11 ), φαίνεται λογικό οι Συνθήκες να προβλέπουν ότι η εφαρμογή των μηχανισμών αυτών από την Επιτροπή υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, και πιο συγκεκριμένα από το Γενικό Δικαστήριο, πρωτοδίκως, και, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, από το Δικαστήριο. Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία περιλαμβάνει αίτηση αναιρέσεως και ανταναίρεση, το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία του στον τομέα αυτό.

2. Ο δικαστικός έλεγχος στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας

73.

Πριν εξεταστούν οι διάφοροι λόγοι αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναίρεση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ειδικότερα, όπως επιβεβαιώνεται από πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά, ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον έλεγχο του Δικαστηρίου ( 12 ).

74.

Πλην όμως, όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, βάσει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, να ασκήσει έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο από αυτά. Κατ’ εξαίρεση, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει έλεγχο επί της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ( 13 ). Στην περίπτωση αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα αποδεικτικά στοιχεία που παραμορφώθηκαν και να αποδείξει τα σφάλματα εκτιμήσεως τα οποία, κατά την άποψή του, οδήγησαν στην παραμόρφωση αυτή. Όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία, παραμόρφωση συντρέχει όταν, χωρίς να διεξαχθούν νέες αποδείξεις, η εκτίμηση των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων φαίνεται να είναι προδήλως εσφαλμένη ( 14 ).

75.

Οι προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία στο παρόν πλαίσιο, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο αμφισβητεί την εκτίμηση διαφόρων πραγματικών στοιχείων καθώς και ορισμένων συμπερασμάτων που συνήγαγε η Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου κανονισμού. Στον βαθμό που η Επιτροπή και η ETPA αμφισβητούν το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για να αντιταχθούν στην ακύρωση του εν λόγω κανονισμού από το Γενικό Δικαστήριο, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αναιρετική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για να υποχρεωθεί το Δικαστήριο να επανεκτιμήσει το ίδιο τα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ αφενός της Επιτροπής και αφετέρου των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιοριστεί σε μια αυστηρή ανάλυση των νομικών ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξεταστούν, κατ’ αρχάς, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως ( 15 ) και, στη συνέχεια, οι λόγοι της ανταναιρέσεως ( 16 ) με τη σειρά κατά την οποία προβλήθηκαν.

Β.   Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

1. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

α) Επιχειρήματα των διαδίκων

76.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνοντας, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε αποκτήσει κατά τη διοικητική διαδικασία αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Schades Nordic είχε μεταπωλήσει το υπό εξέταση προϊόν σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση κατά την περίοδο της έρευνας, παρά το γεγονός ότι η Schades Nordic δεν είχε απαντήσει στο παράρτημα I του ερωτηματολογίου. Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απαιτώντας από την Επιτροπή να βασίσει τα συμπεράσματά της σε μη επαληθευμένα στοιχεία σχετικά με την Schades Nordic (τα οποία όμως δεν παρασχέθηκαν ως τέτοια από την Schades Nordic). Η Επιτροπή φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τους κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων επί των οποίων η Επιτροπή δύναται να στηρίζεται κατά τη διατύπωση συμπερασμάτων στο πλαίσιο ερευνών αντιντάμπινγκ δυνάμει του βασικού κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου 6, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού.

77.

Απαντώντας επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Hansol υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς παρατήρησε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είχαν προσκομισθεί κατά τη διοικητική διαδικασία. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, η Hansol παραπέμπει στις διάφορες επαφές που πραγματοποιήθηκαν με την Επιτροπή κατά το παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα στο αίτημα απαλλαγής που υποβλήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2016, καθώς και στην ακρόαση υπό την προεδρία του συμβούλου ακροάσεων στις 10 Μαρτίου 2016, κατά την οποία η Επιτροπή είχε λάβει πληροφορίες που έδειχναν ότι η Schades Nordic είχε προβεί σε μεταπώληση ορισμένων ποσοτήτων του υπό εξέταση προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Ως εκ τούτου, κατά τη Hansol, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε τα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο δεν απαίτησε από την Επιτροπή να στηρίξει τα συμπεράσματά της σε μη επαληθευμένα στοιχεία. Κατά τη Hansol, πρόκειται για πληροφορίες που έχουν επαληθευθεί από την Επιτροπή και δεν αμφισβητούνται.

β) Εκτίμηση

78.

Πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί ότι το νομικό ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, την υποχρέωση της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη της πληροφορίες που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο έρευνας που οδηγεί στη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έλαβε τις επίμαχες πληροφορίες με τρόπο που δεν προβλεπόταν από το νομικό πλαίσιο που διέπει τις έρευνες, γεγονός που, κατά την άποψή της, την εμπόδισε να τις λάβει υπόψη της. Η άποψη αυτή αμφισβητείται από την Hansol, η οποία θεωρεί ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να ενσωματώσει τις επίμαχες πληροφορίες στην ανάλυσή της, δεδομένου ότι είχε λάβει γνώση αυτών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

79.

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τις επίμαχες πληροφορίες, ιδίως λόγω της σημασίας τους για την ανάλυση που πρέπει να διενεργηθεί σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο επεσήμανε στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τουλάχιστον ένας άλλος συνδεδεμένος μετατροπέας, συγκεκριμένα η Schades Nordic, είχε μεταπωλήσει ορισμένο όγκο του υπό εξέταση προϊόντος που είχε αγοράσει από την προσφεύγουσα. Στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που είχε αποκτήσει, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε απεικονίσει την κατάσταση αυτή στο επίπεδο των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς τους λοιπούς συνδεδεμένους μετατροπείς. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, απέδωσε υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στις πωλήσεις προς τους συνδεδεμένους μετατροπείς για μετατροπή σε μικρούς ρόλους αυξάνοντας, ως εκ τούτου, το πραγματικό ντάμπινγκ που εφάρμοζε η προσφεύγουσα. Στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού, λόγω του ότι οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη η Επιτροπή δεν απεικόνιζαν την έκταση του εφαρμοζόμενου από την προσφεύγουσα ντάμπινγκ. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το σφάλμα αυτό στη στάθμιση στην οποία προέβη η Επιτροπή επηρέασε επίσης τον καθορισμό του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ύψους 104,46 ευρώ ανά τόνο (καθαρό βάρος), ο οποίος, κατά το Γενικό Δικαστήριο, υπερέβαινε το πραγματικό ντάμπινγκ που εφάρμοζε η προσφεύγουσα, κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.

80.

Εν προκειμένω, θα ήθελα κατ’ αρχάς να επισημάνω ότι, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ούτε το περιεχόμενο ούτε την παραλαβή των πληροφοριών αυτών. Στην αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή ουδόλως διορθώνει τα πραγματικά περιστατικά επί του σημείου αυτού. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη δικογραφία που να υποδηλώνει ότι οι πληροφορίες είναι ανακριβείς και ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο είναι εσφαλμένη.

81.

Αντιθέτως, η Επιτροπή εξηγεί απλώς στα υπομνήματά της ότι είναι αντίθετο προς το βασικό νομικό πλαίσιο για τις έρευνες αντιντάμπινγκ να απαιτείται από αυτή να βασίζει τα συμπεράσματά της σε στοιχεία προσκομισθέντα από ένα ενδιαφερόμενο μέρος και τα οποία δεν έχουν υποβληθεί στη διαδικασία επαληθεύσεως που προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό και το δίκαιο του ΠΟΕ. Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε την αρμόδια για την έρευνα αντιντάμπινγκ αρχή στον βαθμό που αυτό ενσωμάτωσε τις επίμαχες πληροφορίες στο σκεπτικό του.

82.

Μια τέτοια άποψη μου φαίνεται όχι μόνο υπερβολικά φορμαλιστική, αλλά και δυσχερώς συμβιβάσιμη με τις υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπή στο πλαίσιο οποιασδήποτε έρευνας αντιντάμπινγκ. Κρίνοντας από τις διατάξεις του άρθρου 6 του βασικού κανονισμού, πρόκειται για ένα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας στην απόκτηση πληροφοριών ( 17 ). Συνεπώς, η μη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη λήψη νομικά ορθής αποφάσεως σχετικά με τη θέσπιση μέτρου αντιντάμπινγκ μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από επιτακτικούς λόγους. Θα εξηγήσω στη συνέχεια τους κύριους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να συνεκτιμήσει την πληροφορία που έλαβε κατά τη διοικητική διαδικασία.

83.

Κατ’ αρχάς, είναι κοινός τόπος ότι υπήρξαν πολλές επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της Hansol, με σκοπό την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι η Schades Nordic είχε προβεί στη μεταπώληση ορισμένων ποσοτήτων του υπό εξέταση προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας ( 18 ). Η Hansol μνημονεύει την ανακοίνωση της 19ης Φεβρουαρίου 2016, με την οποία είχε ζητήσει από την Επιτροπή να απαλλάξει πλήρως τρεις από τους τέσσερις συνδεδεμένους μετατροπείς από την υποχρέωση υποβολής ερωτηματολογίου. Η Hansol αναφέρεται επίσης στην ακρόαση, υπό την προεδρία του συμβούλου ακροάσεων, στις 10 Μαρτίου 2016, κατά την οποία παρουσιάστηκαν και εξηγήθηκαν περαιτέρω οι πληροφορίες σχετικά με τις μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος από την Schades Nordic. Κατόπιν της ακροάσεως αυτής και μετά από επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της Schades στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 16 και 17 Μαρτίου 2016, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 21ης Μαρτίου 2016, την απόφασή της να απαλλάξει τη Schades Nordic και δύο άλλες επιχειρήσεις από την υποχρέωση να απαντήσουν στο παράρτημα Ι του ερωτηματολογίου. Στο ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η Επιτροπή προσέθεσε ότι επιφυλασσόταν του δικαιώματός της να ζητήσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συμπληρωματικές πληροφορίες από την Schades Nordic και τις λοιπές επιχειρήσεις.

84.

Επομένως, η Επιτροπή είχε πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών στα οποία το Γενικό Δικαστήριο στήριξε το σκεπτικό του. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επαληθεύσει τις πληροφορίες αυτές. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, ουδεμία πειστική εξήγηση παρέχει η Επιτροπή για τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να προβεί σε μια τέτοια επαλήθευση το συντομότερο δυνατόν. Μολονότι είναι αληθές ότι είχε αποφασίσει να απαλλάξει την Schades Nordic από την υποχρέωση να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο κατόπιν αιτήματος της Hansol, επιφυλάχθηκε ωστόσο ρητώς του δικαιώματός της να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την εν λόγω επιχείρηση ( 19 ). Για τον λόγο αυτό, αντίθετα προς όσα επανειλημμένως υποστήριξε η Επιτροπή, η απόφαση περί απαλλαγής δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτο νομικό εμπόδιο για την απόκτηση πληροφοριών που είναι απαραίτητες για τον καθορισμό της υπάρξεως ντάμπινγκ.

85.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή φαίνεται να προσάπτει στη Hansol ότι επέμενε να ζητεί την απαλλαγή αυτή ( 20 ), ενώ τελικά η Επιτροπή ήταν αυτή που έλαβε την τελική απόφαση. Στον βαθμό που φαίνεται ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαλλαγή αυτή την εμπόδισε να διενεργήσει τους αναγκαίους ελέγχους, πρέπει να τονιστεί ότι η ευθύνη για το γεγονός αυτό βαρύνει μάλλον την Επιτροπή. Επιπλέον, δυσχερώς γίνεται αντιληπτό γιατί η Επιτροπή συμφώνησε να χορηγήσει μια τέτοια απαλλαγή με κίνδυνο να μη λάβει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Φρονώ ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλει η Επιτροπή αποτελεί μάλλον πρόσχημα για να δικαιολογήσει το ότι δεν συνέχισε την έρευνα με τη δέουσα επιμέλεια και ότι δεν έλαβε υπόψη τις πληροφορίες που παρέσχε η Hansol κατά την εξέταση της υπάρξεως ντάμπινγκ.

86.

Φρονώ ότι οι κανόνες του ΠΟΕ στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή στα δικόγραφά της δεν παρέχουν κατάλληλη νομική βάση για τη στήριξη της θέσεώς της. Πράγματι, είναι σαφές από την έκθεση της Ειδικής Ομάδας του ΠΟΕ στην υπόθεση Κίνα – Προϊόντα με βάση το κοτόπουλο ( 21 ), ότι, έστω και αν δεν υπάρχει στη Συμφωνία αντιντάμπινγκ ορισμός του όρου «αποδεικτικά στοιχεία» στις διαδικασίες αντιντάμπινγκ, ο όρος αυτός περιλαμβάνει, τουλάχιστον, «τις πληροφορίες που παρέχονται από ένα ενδιαφερόμενο μέρος στην αρμόδια για την έρευνα αρχή, είτε είναι θετικές, ακριβείς ή κατάλληλες είτε όχι» ( 22 ). Ως εκ τούτου, η Hansol προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ότι η Schades Nordic είχε μεταπωλήσει το υπό εξέταση προϊόν.

87.

Στον βαθμό που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Hansol δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της για τον λόγο ότι δεν προσκομίστηκαν προσηκόντως, δηλαδή ως απάντηση σε ερωτηματολόγιο που απεστάλη στις επιχειρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 6 του βασικού κανονισμού, αρκεί να σημειωθεί ότι η έκθεση της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ, που μνημονεύεται στο προηγούμενο σημείο, αναφέρει ρητώς ότι «[τ]ίποτα στη Συμφωνία αντιντάμπινγκ ή στη Συμφωνία του ΠΟΕ στο σύνολό της δεν υποδηλώνει ότι τα πληροφοριακά στοιχεία χάνουν τον “αποδεικτικό” τους χαρακτήρα επειδή δεν πληρούν ορισμένα κριτήρια». Η έκθεση αναφέρει ότι «[τ]ο κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία πληρούν τα κριτήρια αυτά είναι ένα διακριτό ζήτημα το οποίο πρέπει να εξετάζει η αρμόδια για την έρευνα αρχή» ( 23 ). Κατά συνέπεια, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχει στην κατοχή της τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Hansol στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.

88.

Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι πληροφορίες που αποκτώνται στο πλαίσιο αιτήσεως περί μη δημοσιοποιήσεως των στοιχείων δεν αποτελούν μέρος του φακέλου της έρευνας στον οποίο έχουν πρόσβαση τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού δεν είναι πειστικό. Πράγματι, η Επιτροπή δεν εξηγεί σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να έχουν προσβληθεί τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει η Hansol, η έκθεση που συνέταξε ο σύμβουλος ακροάσεων σχετικά με την ακρόαση της 10ης Μαρτίου 2016 αποτελεί επίσημο έγγραφο, το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο της έρευνας στον οποίο έχουν πρόσβαση τα μέρη και στον οποίο στηρίχθηκε η Επιτροπή κατά την απόφασή της για την επιβολή μέτρων. Επιπλέον, οι παρατηρήσεις της Hansol σχετικά με το τελικό ενημερωτικό έγγραφο περιελήφθησαν επίσης στη δικογραφία της έρευνας στην οποία είχαν πρόσβαση τα μέρη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί το υποτιθέμενο συμφέρον προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων προκειμένου να αγνοήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Hansol.

89.

Ακόμη και αν η Επιτροπή έχει κατ’ αρχήν το δικαίωμα να εκφράσει επιφυλάξεις ως προς τη συνοχή και την εγκυρότητα των πληροφοριών που έλαβε, δεν αντιλαμβάνομαι σε ποιο βαθμό αυτό θα μπορούσε να μεταβάλει το συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η Επιτροπή δήλωσε απλώς ότι δεν είχε την ευκαιρία να επαληθεύσει τις αποκτηθείσες πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να λάβει θέση επί του περιεχομένου των ίδιων των πληροφοριών. Από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή σκόπευε να προβεί σε μια τέτοια επαλήθευση, όταν η Συμφωνία αντιντάμπινγκ, όπως έχει ερμηνευθεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης ( 24 ), και όπως η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει στην έγγραφη απάντησή της στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, την υποχρεώνει να εξακριβώνει κατά τη διάρκεια της έρευνας την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Αντιθέτως, από τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως συνάγεται ότι η Επιτροπή εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό παραβλέποντας ένα σημαντικό στάδιο της διαδικασίας. Δεδομένου ότι η πλήρης παράβλεψη του γεγονότος ότι βασικά αποδεικτικά στοιχεία αποκτήθηκαν πράγματι στο πλαίσιο της έρευνας θα ισοδυναμούσε τελικά με «επιβράβευση» μιας σοβαρής διοικητικής παραλείψεως, διστάζω να δεχθώ το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις της ( 25 ). Αν γινόταν δεκτό ότι η Επιτροπή μπορεί να διεξαγάγει έρευνα παραβλέποντας τις διαθέσιμες σχετικές πληροφορίες και χωρίς να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, η έρευνα αυτή θα κινδύνευε να είναι αυθαίρετη, αναποτελεσματική και ανακριβής. Φρονώ ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι ευκταία.

90.

Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι, όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση σε απαραίτητες πληροφορίες ή δεν τις παρέχει εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο κανονισμός ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται προσωρινά ή τελικά συμπεράσματα, είτε καταφατικά είτε αποφατικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν πληρούνται εν προκειμένω. Πρώτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για έλλειψη συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και της Hansol και, δεύτερον, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία βρέθηκαν στην κατοχή της Επιτροπής, ακριβώς ως αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας στο πλαίσιο της έρευνας.

91.

Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια. Φρονώ ότι βούληση του Γενικού Δικαστηρίου δεν ήταν να υποκαταστήσει την Επιτροπή, αλλά αντιθέτως να επιστήσει την προσοχή σε ουσιώδεις πληροφορίες που έπρεπε να είχε λάβει υπόψη της η Επιτροπή, με κίνδυνο να παραμορφώσει τα πραγματικά στοιχεία στα οποία βασίζονται τα συμπεράσματα του επίδικου κανονισμού. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο άσκησε προσηκόντως τη δικαιοδοσία του, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε ούτε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ούτε εσφαλμένη ερμηνεία του εφαρμοστέου δικαίου εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.

92.

Το ίδιο ισχύει και για την εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Αντιντάμπινγκ και του άρθρου 9, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη η Επιτροπή δεν απεικόνιζαν την πραγματική έκταση του εφαρμοζόμενου από τη Hansol ντάμπινγκ για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 83 έως 87 της εν λόγω αποφάσεως, περιλαμβανομένης της μη συνεκτιμήσεως του γεγονότος ότι μέρος των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στη Schades είχε μεταπωληθεί χωρίς μετατροπή σε ανεξάρτητους πελάτες. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό, απέδωσε υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στις πωλήσεις προς τους συνδεδεμένους μετατροπείς για μετατροπή σε μικρούς ρόλους αυξάνοντας, ως εκ τούτου, το πραγματικό ντάμπινγκ που εφάρμοζε η Hansol. Στο βαθμό που οι διαπιστώσεις στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επηρεάζουν το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 105 της ίδιας αποφάσεως, φρονώ ότι ο σχετικός λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής πρέπει επίσης να απορριφθεί.

93.

Βάσει των σκέψεων αυτών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμος.

2. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

α) Επιχειρήματα των διαδίκων

94.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, ήτοι με βάση τις τιμές άλλων πωλητών ή παραγωγών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οικείος εξαγωγέας (ήτοι η Artone) δεν παράγει ή δεν πωλεί το ομοειδές προϊόν στην εγχώρια αγορά. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είχε το δικαίωμα να κατασκευάσει την κανονική αξία για τους δύο τύπους προϊόντων που δεν πωλούνταν από την Artone στην κορεατική αγορά βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.

95.

Προς στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων, τα οποία βασίζονται ιδίως στην ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, καθώς και του άρθρου 2.2 της Συμφωνίας Αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προτιμήσει μια συγκεκριμένη μέθοδο για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, η οποία αποτελεί ουσιώδες βήμα για τον καθορισμό της υπάρξεως πρακτικής ντάμπινγκ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επέλεξε τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, η οποία προβλέπει την κατασκευή της κανονικής αξίας με βάση το κόστος παραγωγής. Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο προέκρινε μια συσταλτική ερμηνεία η οποία στερείται ερείσματος στον βασικό κανονισμό. Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο αλυσιτελώς παραπέμπει στην απόφαση Επιτροπή κατά Alumina ( 26 ).

96.

Η ETPA υποστηρίζει τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής προβάλλοντας κατ’ ουσίαν τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία βασίζονται στην ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του βασικού κανονισμού και της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ.

97.

Η Hansol αμφισβητεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι αβάσιμη και ότι έρχεται σε αντίθεση προς τη δική της πρακτική. Ειδικότερα, η Hansol αμφισβητεί την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, με την αιτιολογία ότι στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού υπάρχει ιεράρχηση των μεθόδων καθορισμού της κανονικής αξίας και ότι η κανονική αξία πρέπει να βασίζεται κυρίως στις εγχώριες τιμές. Επιπλέον, θεωρεί ότι οι κανόνες του ΠΟΕ δεν ασκούν επιρροή στην ερμηνεία των διατάξεων του βασικού κανονισμού οι οποίες διαφέρουν από εκείνες της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ, πράγμα που φέρεται να συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Αντιθέτως προς την Επιτροπή, η Hansol φρονεί ότι το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο επικαλέστηκε την απόφαση Συμβούλιο κατά Alumina ( 27 ) έχει σημασία για την εξέταση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ο οποίος αποτελεί αντικείμενο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

β) Εκτίμηση

98.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα εάν το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του βασικού κανονισμού, στις σκέψεις 152 έως 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και κρίνοντας ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας της Artone στη σκέψη 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

99.

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε επί του σημείου αυτού το σκεπτικό του υπενθυμίζοντας αρχικά, στη σκέψη 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «ο καθορισμός της κανονικής αξίας [ενός προϊόντος] αποτελεί ένα από τα ουσιώδη βήματα για να αποδειχθεί ενδεχομένως η ύπαρξη ντάμπινγκ» ( 28 ).

100.

Στη συνέχεια το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις διατάξεις του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια ορισμένη ιεράρχηση μεταξύ των διατάξεων αυτών, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ των διατάξεων των παραγράφων 1 και 3, αντιστοίχως, η οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας ενός προϊόντος. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επικαλέστηκε την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Alumina, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «προκύπτει τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία της διατάξεως [του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού] ότι πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη κατά προτεραιότητα η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων τιμή» ( 29 ).

101.

Στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει εκ νέου στην απόφαση Συμβούλιο κατά Alumina, διευκρινίζοντας ότι, βάσει της παραγράφου 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, «απόκλιση [από την αρχή της χρησιμοποιήσεως των πληρωθεισών ή πληρωτέων τιμών, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής], επιτρέπεται μόνον όταν δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία πώληση ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν οι πωλήσεις αυτές είναι ανεπαρκείς ή δεν επιτρέπουν έγκυρη σύγκριση» ( 30 ). Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, παραπέμποντας πάντοτε στην απόφαση Συμβούλιο κατά Alumina, υπογραμμίζοντας ότι «οι παρεκκλίσεις αυτές από τη μέθοδο καθορισμού της κανονικής αξίας με βάση τις πραγματικές τιμές έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα» ( 31 ).

102.

Από την ανάγνωση αυτή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να αναφερθεί στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να στηρίξει την άποψη περί ιεράρχησης μεταξύ των διαφόρων διατάξεων του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού. Αναγνώρισε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι υφίσταται μια αρχή προτεραιότητας μεταξύ των διαφόρων μεθόδων υπολογισμού, από την οποία μπορεί κατ’ εξαίρεση να υπάρξει παρέκκλιση όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις ( 32 ). Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να έχει παραβεί συναφώς το δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει σε παρόμοιο συμπέρασμα στη νομολογία του. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή προσέφυγε αμέσως στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως εάν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκείμενη υπόθεση.

103.

Κατ’ αρχήν, για την εξέταση του συγκεκριμένου λόγου θα αρκούσε μια απλή παραπομπή στην ως άνω νομολογία, η οποία κατ’ εμέ είναι απολύτως συναφής στην παρούσα αναιρετική διαδικασία. Ωστόσο, για λόγους πληρότητας και προκειμένου να αρθεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την εγκυρότητα της ερμηνείας αυτής των διατάξεων του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού, την οποία προέκρινε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θα εξετάσω εν συντομία τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της απόψεώς της.

104.

Η Επιτροπή και η ETPA είναι της γνώμης ότι η ερμηνεία που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο παραγνωρίζει το γεγονός ότι η επίμαχη διάταξη, ήτοι το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, είναι «ενδοτικού» και όχι «αναγκαστικού» χαρακτήρα. Κατά την άποψή τους, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τη συγκριτική ανάλυση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων. Η Επιτροπή και η ETPA φαίνεται συνεπώς να υποδηλώνουν ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο υπολογισμού που θεωρεί ως την πλέον κατάλληλη χωρίς να οφείλει να λάβει υπόψη την αρχή της προτεραιότητας που διέπει τις διάφορες μεθόδους υπολογισμού που προβλέπει το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού.

105.

Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι εσφαλμένη, διότι συγχέει δύο εντελώς διαφορετικές θεμελιώδεις πτυχές του διοικητικού δικαίου της Ένωσης, ήτοι, αφενός, τις αρμοδιότητες που αναθέτει ο νομοθέτης στην Επιτροπή για την εκπλήρωση ορισμένων διοικητικών καθηκόντων και, αφετέρου, τη διακριτική ευχέρεια που μπορεί να απονεμηθεί στην Επιτροπή υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, οι διατάξεις του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην πρώτη και όχι στη δεύτερη κατηγορία. Τούτο απορρέει, πρώτον, από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο «κάθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν» (η υπογράμμιση δική μου). Πράγματι, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 δεν διαφέρουν ουσιωδώς από άλλες παρόμοιες διατάξεις του βασικού κανονισμού, οι οποίες παρέχουν επίσης εξουσίες λήψεως αποφάσεων στην Επιτροπή, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που καθορίζει ο νομοθέτης. Επομένως, τόσο από το γράμμα όσο και από την οικονομία των εν λόγω διατάξεων συνάγεται ότι σκοπός του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει σε κάθε περίπτωση την κανονική αξία ενός προϊόντος, θεσπίζοντας προς τούτο μια σειρά προτεραιότητας μεταξύ των διαφόρων κοινώς αναγνωρισμένων μεθόδων στον τομέα του αντιντάμπινγκ.

106.

Το γράμμα των επίμαχων διατάξεων και ιδίως η χρήση του ρήματος «μπορεί» σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις ( 33 ), είναι δυνατό να προκαλέσει σύγχυση, δεδομένου ότι μπορεί, κατ’ αρχήν, να νοηθεί και με τις δύο έννοιες, τουλάχιστον σε περίπτωση που αγνοηθεί μια τόσο σημαντική στο δίκαιο της Ένωσης αρχή όπως η μνημονευθείσα στην προηγούμενη παράγραφο. Ωστόσο, όπως και η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει στα δικόγραφά της, η γαλλική απόδοση του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού («la valeur normale est établie»«η κανονική αξία καθορίζεται») δεν επιτρέπει την αναγνώριση διακριτικής ευχέρειας με απόλυτη βεβαιότητα ( 34 ), ενώ και στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις υφίσταται μεγάλη ερμηνευτική ασάφεια. Ως εκ τούτου, η συγκριτική ανάλυση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων δεν παρέχει κανένα στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή.

107.

Όσον αφορά το επιχείρημα που βασίζεται στην ανάγκη να επιτευχθεί ερμηνεία σύμφωνη με το δίκαιο του ΠΟΕ, πρέπει να υπομνησθεί εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, ιδίως όταν σκοπός τους είναι η εκτέλεση διεθνών συμφωνιών που έχει συνομολογήσει η Ένωση ( 35 ). Πλην όμως, όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι Συμφωνίες του ΠΟΕ, λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, δεν περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, στους κανόνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ( 36 ). Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υπήρξε βούληση της Ένωσης να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή στην περίπτωση που η πράξη του δικαίου της Ένωσης ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των συμφωνιών ΠΟΕ, εναπόκειται στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να ελέγξουν τη νομιμότητα της επίμαχης πράξεως της Ένωσης με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ. Οι προαναφερθείσες αρχές ισχύουν κατ’ αρχήν και για την υποχρέωση ερμηνείας του βασικού κανονισμού υπό το πρίσμα της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ ( 37 ), δεδομένου ότι η Ένωση εξέδωσε τον κανονισμό αυτόν ακριβώς για να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο του ΠΟΕ ( 38 ).

108.

Από την ανάλυση των διατάξεων του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, διαφέρει από το γράμμα του άρθρο 2.2 της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ. Μολονότι το άρθρο 2.2 της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ αντιστοιχεί στο γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, η Συμφωνία αντιντάμπινγκ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Λαμβανομένης υπόψη της προδήλως διαφορετικής διατυπώσεως που χρησιμοποιείται στον βασικό κανονισμό και στη Συμφωνία αντιντάμπινγκ αντιστοίχως, το δίκαιο του ΠΟΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αποκλίνει κανείς από το σαφές γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού ( 39 ). Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Επιτροπής περί φερόμενης συνάφειας της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ, τουλάχιστον όσον αφορά την ερμηνεία της παραγράφου 1, καθώς και τη σχέση της με την παράγραφο 3, πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ για να προκρίνει τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού.

109.

Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ατομικός χαρακτήρας του δασμού αντιντάμπινγκ, εκτός αν ο βασικός κανονισμός ορίζει άλλως, επί παραδείγματι σε περίπτωση δειγματοληψίας, καταδεικνύει ότι, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας και του περιθωρίου ντάμπινγκ εν γένει, τα στοιχεία που αφορούν ειδικά τον εξαγωγέα πρέπει να προτιμώνται από εκείνα των άλλων παραγωγών.

110.

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή απλώς επιβεβαιώνει όσα προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δηλαδή ότι κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας θα πρέπει να προτιμώνται οι εγχώριες τιμές του παραγωγού-εξαγωγέα έναντι των εγχώριων τιμών άλλων πωλητών ή παραγωγών. Τούτου λεχθέντος, είναι σαφές ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να προβληθεί εγκύρως προκειμένου να προκριθεί η εφαρμογή της μεθόδου του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, η οποία συνίσταται στην κατασκευή κανονικής αξίας. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη προς όσα έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Alumina, ότι δηλαδή ο καθορισμός της κανονικής αξίας με βάση τις τιμές αποτελεί τον κανόνα ενώ η κατασκευή της κανονικής αξίας αποτελεί την εξαίρεση, όπως εξήγησα ήδη ανωτέρω ( 40 ), κατά την παράθεση του σκεπτικού που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 148 έως 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

111.

Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού (δηλαδή της «μη πραγματοποίησης πωλήσεων» και της «μη πραγματοποίησης πωλήσεων στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων») δεν μπορούν να διαχωριστούν και στην πραγματικότητα αλληλοεπικαλύπτονται εν μέρει. Κατά την Επιτροπή, η απουσία πωλήσεων κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού αποτελεί εξ ορισμού κατάσταση κατά την οποία «δεν υπάρχουν πωλήσεις […] στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο πραγματικός διαχωρισμός των δύο διατάξεων συμβαίνει μόνον όταν ο παραγωγός-εξαγωγέας «δεν παράγει […] το ομοειδές προϊόν» στη χώρα εγκαταστάσεώς του: στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, δεν υπάρχει ουσιαστικό κόστος παραγωγής επί του οποίου μπορεί να στηριχθεί η επιφορτισμένη με την έρευνα αρχή για την κατασκευή της κανονικής αξίας και η μόνη δυνατή επιλογή είναι να χρησιμοποιηθούν οι τιμές πωλήσεως στην εγχώρια αγορά άλλων παραγωγών.

112.

Το επιχείρημα αυτό, το οποίο βασίζεται σε ασαφή ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων και αποσκοπεί, προφανώς, στην αμφισβήτηση του αντιστοίχου πεδίου εφαρμογής τους, δεν είναι πειστικό, καθόσον αντιβαίνει στα συμπεράσματα που συνήγαγε το Δικαστήριο στην απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245). Όπως διευκρίνισε σαφώς το Δικαστήριο στην απόφαση εκείνη, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν πωλήσεις (από άλλους πωλητές ή παραγωγούς) του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων στη χώρα εξαγωγής, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν πωλήσεις ή δεν επαρκούν οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων στη χώρα εξαγωγής. Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμο.

113.

Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί τη συνάφεια της ως άνω αποφάσεως Συμβούλιο κατά Alumina την οποία μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την Επιτροπή, η υπόθεση αυτή αφορούσε τον ορισμό της έννοιας των «πωλήσ[εων] […] στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Σε εκείνη την περίπτωση, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με ένα ζήτημα το οποίο δεν του τέθηκε, ήτοι την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, ούτε με την φερόμενη ύπαρξη απόλυτου διαχωρισμού μεταξύ των καταστάσεων απουσίας πωλήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.

114.

Το επιχείρημα αυτό χρήζει ορισμένων σχολίων εκ μέρους μου διότι βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως Συμβούλιο κατά Alumina. Συνοπτικά, στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη κατά προτεραιότητα «η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων τιμή» ( 41 ) και ότι οι «παρεκκλίσεις […] από τη μέθοδο καθορισμού της κανονικής αξίας βάσει πραγματικών τιμών έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα και αφορούν τα χαρακτηριστικά των πωλήσεων και όχι την τιμή του προϊόντος» ( 42 ). Δεδομένου ότι, όπως ορθώς επισημαίνεται στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού «επιτρέπει […], με τη χρησιμοποίηση των τιμών που εφαρμόζουν άλλοι πωλητές ή παραγωγοί, τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει των πληρωθεισών ή πληρωτέων τιμών, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής», το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε τον κανόνα που καθιέρωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Alumina, ότι δηλαδή για τον καθορισμό της κανονικής αξίας πρέπει να λαμβάνεται κατά προτεραιότητα υπόψη η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελές.

115.

Για λόγους πληρότητας, πρέπει να προστεθεί ότι η διοικητική πρακτική της Ένωσης στον τομέα του αντιντάμπινγκ δεν αντικατοπτρίζει την ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, η Hansol παρέθεσε διάφορα παραδείγματα από τα οποία προκύπτει ότι η κανονική αξία στηρίζεται εν γένει στις εγχώριες τιμές, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Μόνον εάν δεν υπάρχουν αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις από άλλους παραγωγούς ή εάν οι τιμές των εν λόγω πωλήσεων δεν είναι επαρκείς, η κανονική αξία κατασκευάζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού ( 43 ). Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Επιτροπή επεδίωξε να παρεκκλίνει από αυτή τη διοικητική πρακτική στην προκειμένη περίπτωση χωρίς να παράσχει καμία αντικειμενική αιτιολόγηση.

116.

Εν κατακλείδι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του τετάρτου λόγου ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμος.

3. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

α) Επιχειρήματα των διαδίκων

117.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τους κανόνες του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού κατά τον καθορισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως στην περίπτωση των εξαγωγών στην Ένωση μέσω συνδεδεμένων οντοτήτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αφορά τις διαπιστώσεις σχετικά με το περιθώριο ζημίας στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως και του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.

118.

Η Επιτροπή προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων προς στήριξη της απόψεώς της. Πρώτον, υπενθυμίζει την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει στο πλαίσιο περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Ελλείψει ορισμού της έννοιας της υποτιμολογήσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση μιας κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού στο πλαίσιο του υπολογισμού της υποτιμολογήσεως δεν ήταν ούτε αδικαιολόγητη ούτε απρόσφορη. Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προς στήριξη της απόψεώς της, κατά την οποία η ύπαρξη σημαντικής υποτιμολόγησης θα πρέπει να εξετάζεται στο επίπεδο των «εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ» και όχι, κατά συνέπεια, στο επίπεδο της μεταγενέστερης τιμής μεταπωλήσεώς τους στην αγορά της Ένωσης. Τρίτον, η Επιτροπή φρονεί ότι θα ήταν παράλογο να χρησιμοποιηθεί μια κατασκευασμένη τιμή εξαγωγής για να αποδειχθεί η ύπαρξη και το ύψος του ντάμπινγκ και, στη συνέχεια, να χρησιμοποιηθεί μια άλλη τιμή εξαγωγής για να εξεταστούν οι επιπτώσεις επί των τιμών των ίδιων εισαγωγών οι οποίες έχουν ήδη αποδειχθεί ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στο πλαίσιο του προσδιορισμού της ζημίας. Επομένως, μόνο σε αυτό το επίπεδο (δηλαδή στην πραγματική ή καθορισμένη τιμή CIF ( 44 ) κατά την εξαγωγή στα σύνορα της Ένωσης) μπορεί να παρατηρηθεί πρακτική ντάμπινγκ και να προκληθούν οι σχετικές επιπτώσεις στις τιμές, ανεξάρτητα από το εάν ο παραγωγός-εξαγωγέας πωλεί μέσω συνδεδεμένων οντοτήτων ή απευθείας επακολούθως στην Ένωση. Τέταρτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η χρήση μιας κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραγωγός-εξαγωγέας (όπως η Hansol) πωλεί μέσω συνδεδεμένων οντοτήτων κατοχυρώνει επίσης τη συνέπεια και τη μη εισαγωγή διακρίσεων.

119.

Η ETPA υποστηρίζει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής κατά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλοντας κατ’ ουσίαν τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία στηρίζονται στο φερόμενο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή καθώς και στην ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων του βασικού κανονισμού.

120.

Η Hansol αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής από την Επιτροπή του άρθρου 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως, το οποίο αποτελεί μία από τις πτυχές του προσδιορισμού της ζημίας. Αμφισβητεί επίσης την προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού που, ισχυριζόμενη ότι η απαίτηση να εξετάζεται η ύπαρξη σημαντικής υποτιμολογήσεως στο επίπεδο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ουδόλως περιλαμβάνεται στη διάταξη αυτή. Επιπλέον, η εξέταση της υπάρξεως σημαντικής υποτιμολογήσεως απαιτεί από την Επιτροπή να συγκρίνει συγκρίσιμες τιμές. Πλην όμως, η μέθοδος της Επιτροπής που συνίσταται στην εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως ισοδυναμεί με σύγκριση τιμών που δεν είναι συγκρίσιμες, διότι δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες συνιστώσες τιμών. Η Hansol προβάλλει μια σειρά υποθέσεων, από τις οποίες προκύπτει ότι η Επιτροπή λαμβάνει κατά κανόνα υπόψη τις τιμές πωλήσεως στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχει υποτιμολόγηση. Τέλος, η Hansol υποστηρίζει ότι η μεθοδολογία που ακολούθησε η Επιτροπή παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως, καθόσον αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, ήτοι τους παραγωγούς-εξαγωγείς που έχουν ιδρύσει συνδεδεμένες οντότητες πωλήσεων εντός της Ένωσης και τους παραγωγούς-εξαγωγείς που πωλούν απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση.

β) Εκτίμηση

121.

Το ειδικό νομικό ζήτημα που εγείρεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και το οποίο χρήζει εν προκειμένω εξέτασης αφορά, κατ’ ουσίαν, τον καθορισμό του «σημείου αναφοράς» που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως στην περίπτωση των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος στην Ένωση μέσω συνδεδεμένων μερών. Η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένως τους κανόνες του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού κατά τον καθορισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως στην περίπτωση εξαγωγών στην Ένωση μέσω συνδεδεμένων οντοτήτων.

122.

Για λόγους σαφήνειας, είναι χρήσιμο να αναφερθεί εν συντομία το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αμφισβητεί η Επιτροπή, προτού εξετασθεί το νομικό ζήτημα που τίθεται. Το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού κατ’ αναλογία στις μεταπωλήσεις τεράστιων ρόλων από συνδεδεμένες εταιρίες. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να υπολογίσει το περιθώριο υποτιμολογήσεως βάσει των τιμών πωλήσεως που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της Schades και των ανεξάρτητων πελατών της.

123.

Προς στήριξη του σκεπτικού του, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε στη σκέψη 199 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι τιμές που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως μεταξύ μιας επιχειρήσεως και των πελατών και όχι οι τιμές σε ενδιάμεσο στάδιο είναι αυτές που ενδεχομένως καθόρισαν την απόφαση των πελατών αυτών να αγοράσουν το προϊόν της εν λόγω επιχειρήσεως και όχι το προϊόν του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε στη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, εφόσον το υπό εξέταση προϊόν ανταγωνιζόταν το ομοειδές προϊόν του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και προκαλούσε ζημία στον συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής, το «σημείο αναφοράς», για τις μεταπωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος από την Schades για τον προσδιορισμό της ζημίας, δεν εντοπιζόταν στο επίπεδο των συνόρων της Ένωσης αλλά στο επίπεδο των πωλήσεων προς ανεξάρτητους πελάτες. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύει την ανάλυση της Hansol, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις πράγματι χρεωθείσες τιμές πωλήσεως και να αφαιρέσει μόνον τα έξοδα πωλήσεως.

124.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η υποτιμολόγηση ορίζεται συνήθως ως η διαφορά μεταξύ της τιμής εξαγωγής που εφαρμόζουν οι παραγωγοί-εξαγωγείς και της τιμής πώλησης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης ( 45 ). Ωστόσο, η έννοια αυτή δεν ορίζεται, πόσο μάλλον ρυθμίζεται, στον βασικό κανονισμό ή στη Συμφωνία αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί μια εφαρμόσιμη και αρκούντως ακριβής μέθοδος για τον αξιόπιστο υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως, όπερ απαιτεί επίσης να μπορεί να καθοριστεί το «σημείο αναφοράς» στις περιπτώσεις μεταπωλήσεως του αντίστοιχου προϊόντος μέσω συνδεδεμένων μερών. Φρονώ ότι η μέθοδος που πρότεινε το Γενικό Δικαστήριο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια.

125.

Κατά τη γνώμη μου, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ δεν αρκεί τα εισαγόμενα εμπορεύματα να αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, πρέπει επιπλέον η θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία να προκαλεί ζημία. Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη για το σκεπτικό που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε ότι, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας, πρέπει να πραγματοποιηθεί αντικειμενική εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών επί των τιμών των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρώτον, ποιο ήταν το προϊόν που ανταγωνιζόταν το ομοειδές προϊόν του κλάδου παραγωγής της Ένωσης και του προκαλούσε ζημία και, δεύτερον, σε ποιο επίπεδο της αλυσίδας διανομής προκαλούνταν αυτό το αποτέλεσμα, ήτοι στο επίπεδο των ανεξαρτήτων πελατών (και όχι στο επίπεδο των συνόρων της Ένωσης).

126.

Τα επιχειρήματα που προβάλλουν η Επιτροπή και η ETPA προς στήριξη του τρίτου λόγου αναιρέσεως δεν αναιρούν τα συμπεράσματα που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο.

127.

Το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά τις έρευνες στον τομέα της εμπορικής άμυνας ουδόλως την απαλλάσσει από την υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων του βασικού κανονισμού. Τούτου λεχθέντος, επισημαίνω ότι από κανένα στοιχείο του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 9, μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως, το οποίο αποτελεί μία από τις πτυχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της ζημίας. Επιπλέον, στη μέθοδο της νομικής ερμηνείας, η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή υπόκειται γενικά σε ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή στην ανάγκη να πληρωθεί ένα νομικό κενό με την εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου σε μια διαφορετική περίπτωση, με την οποία όμως η μη καλυπτόμενη περίπτωση διατηρεί ομοιότητα σε επίπεδο «ratio» ή «ουσιαστικής ταυτότητας». Τούτο ισχύει προφανώς μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο νομοθέτης δεν έχει αντιταχθεί ρητώς ( 46 ). Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε εάν, και ενδεχομένως σε ποιον βαθμό, πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές. Αυτή η έλλειψη αιτιολογίας για τη χρήση της κατ’ αναλογίαν εφαρμογής του βασικού κανονισμού εγείρει αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της προσεγγίσεως που ακολούθησε η Επιτροπή, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της μνημονευθείσας στις παρούσες προτάσεις αρχής της δοτής αρμοδιότητας ( 47 ) και της ανάγκης διασφαλίσεως αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου ( 48 ). Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως κάθε βλαπτικής αποφάσεως έχει διττό σκοπό, ήτοι, αφενός, να παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, προκειμένου να προασπίσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης άσκηση του ελέγχου νομιμότητας της συγκεκριμένης αποφάσεως ( 49 ). Επομένως, φρονώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο δεν επικύρωσε τη νομιμότητα της προσεγγίσεως αυτής.

128.

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή στα δικόγραφά της, το άρθρο 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού δεν προβλέπει ότι η ύπαρξη σημαντικά χαμηλότερης υποτιμολόγησης πρέπει να εξετάζεται «στο επίπεδο των “εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ”». Η διάταξη αυτή δεν απαιτεί να επαληθεύεται η ύπαρξη σημαντικής υποτιμολογήσεως στο επίπεδο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

129.

Περαιτέρω, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Hansol, η εξέταση της υπάρξεως σημαντικής υποτιμολογήσεως απαιτεί από την Επιτροπή να συγκρίνει τιμές ( 50 ) οι οποίες είναι συγκρίσιμες ( 51 ). Τούτο σημαίνει ότι η σύγκριση των τιμών πρέπει να γίνεται στο ίδιο στάδιο εμπορίας ( 52 ). Το στάδιο εμπορίας πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τον τύπο των πελατών, ούτως ώστε οι συγκρινόμενες συναλλαγές να περιλαμβάνουν όλες τις συνιστώσες της τιμής για την πώληση στον ίδιο τύπο πελατών, όπως χονδρεμπόρους, λιανοπωλητές ή τελικούς καταναλωτές. Τούτου λεχθέντος, διαπιστώνεται ότι, όπως εξηγεί η Hansol, συγκρίνοντας, αφενός, μια τεχνητώς κατασκευασμένη τιμή μεταξύ αυτής και της συνδεόμενης με αυτήν οντότητας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 9, και, αφετέρου, τις τιμές των παραγωγών της Ένωσης προς τους πρώτους ανεξάρτητους πελάτες τους, η Επιτροπή δεν συνέκρινε τις τιμές στο ίδιο στάδιο εμπορίας, διότι οι τιμές της Hansol βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο στην αλυσίδα πωλήσεων.

130.

Τούτο εκπλήσσει κατά μείζονα λόγο διότι η ίδια η Επιτροπή φαίνεται να εκκινεί από την παραδοχή ότι η σύγκριση των τιμών πρέπει να πραγματοποιείται «στο επίπεδο στο οποίο συντελείται ο ανταγωνισμός στην ΕΕ» (η υπογράμμιση δική μου), όπως προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 122 του επίδικου κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει αναφορά στην απόφαση Kazchrome ( 53 ), η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο ανταγωνισμός ασκείται στο επίπεδο των τιμών οι οποίες «επηρέασαν την απόφαση των πελατών να αποκτήσουν τα προϊόντα των προσφευγουσών και όχι τα προϊόντα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής» ( 54 ). Τούτο πρέπει απαραιτήτως να συμβαίνει όταν η συνδεδεμένη με τον παραγωγό-εξαγωγέα οντότητα πωλήσεων που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση πωλεί στον τελικό πελάτη και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο ( 55 ). Πρέπει στο πλαίσιο αυτό να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση εφαρμόστηκε πιο πρόσφατα στην απόφαση Jindal Saw ( 56 ) και θα πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί αρκούντως εδραιωμένη στη νομολογία.

131.

Συναφώς, υπογραμμίζω ότι αυτό ακριβώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι, «όσον αφορά τις άμεσες και έμμεσες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος, ο ανταγωνισμός διεξαγόταν στο επίπεδο των ανεξαρτήτων πελατών» (η υπογράμμιση δική μου). Με τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τελικά, κατ’ ουσίαν, την επιχειρηματολογία που προέβαλε η Hansol πρωτοδίκως, ότι για τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος που πραγματοποιούνταν μέσω της Schades Ltd, ο ανταγωνισμός ήταν στο επίπεδο αναχώρησης εκ του εργοστασίου που εφάρμοζε η Schades Ltd. Επομένως, η τελική τιμή έπρεπε να είναι η τιμή εκ του εργοστασίου που χρέωνε η Schades Ltd στους ανεξάρτητους πελάτες της εντός της Ένωσης για το υπό εξέταση προϊόν. Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τελική τιμή δεν μπορούσε να είναι μια θεωρητική «τιμή σε ελεύθερη κυκλοφορία» κατασκευασμένη από την Επιτροπή.

132.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η διοικητική πρακτική της Ένωσης στον τομέα του ντάμπινγκ φαίνεται να υποδηλώνει ότι και η ίδια χρησιμοποιεί ως «σημείο αναφοράς» για να καθορίσει κατά πόσον υπάρχει υποτιμολόγηση «[τις τιμές] προς τον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στο επίπεδο των εταιριών πώλησης» ( 57 ) (η υπογράμμιση δική μου). Κατά συνέπεια, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Επιτροπή επιδίωξε εν προκειμένω να παρεκκλίνει από την εν λόγω διοικητική πρακτική χωρίς ωστόσο να παράσχει καμία αντικειμενική αιτιολόγηση.

133.

Επομένως, η μεθοδολογία της Επιτροπής που συνίσταται στην εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως ισοδυναμεί με σύγκριση τιμών που δεν είναι συγκρίσιμες, διότι δεν περιλαμβάνουν τις ίδιες συνιστώσες τιμών.

134.

Ούτε το επιχείρημα ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή εγγυάται τη συνέπεια και την αποφυγή των διακρίσεων κρίνεται πειστικό. Πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 58 ). Πρώτον, κατά τη γνώμη μου η Επιτροπή δεν έχει προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να στηρίξει το επιχείρημά της. Επιπλέον, φαίνεται ότι η μεθοδολογία που ακολούθησε η Επιτροπή αντιμετωπίζει καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως, ήτοι τους παραγωγούς-εξαγωγείς που έχουν συστήσει συνδεδεμένες οντότητες πωλήσεων στην Ένωση και τους παραγωγούς-εξαγωγείς που πωλούν απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες της Ένωσης. Κατά συνέπεια, καθόσον δεν υπάρχει καμία αντικειμενική αιτιολόγηση, η μέθοδος που ακολούθησε η Επιτροπή ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

135.

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν έκρινε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να εφαρμόσει κατ’ αναλογίαν το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως.

136.

Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τις σκέψεις 196 έως 205 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες εντάσσονται στην εξέταση του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως. Λόγω της θεματικής συνδέσεως, το ίδιο ισχύει και για τις σκέψεις 208 έως 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες εντάσσονται στην εξέταση του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.

4. Πρόταση επί της αιτήσεως αναιρέσεως

137.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Γ.   Επί της ανταναιρέσεως

138.

Με την ανταναίρεσή της, η ETPA ισχυρίζεται ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, πέραν των λόγων αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή, ενέχει επιπλέον νομικά σφάλματα.

1. Επί του πρώτου λόγου της ανταναιρέσεως

α) Επιχειρήματα των διαδίκων

139.

Με τον πρώτο λόγο της ανταναιρέσεως, η ETPA υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 86 και 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού. Πιο συγκεκριμένα, η ETPA υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι στο άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού δεν προβλέπονται απαιτήσεις ή κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του σταθμισμένου μέσου όρου και συνεπώς δεν προβλέπεται υποχρέωση προσδιορισμού των όγκων πωλήσεων των τριών εξαιρουμένων μετατροπέων σε σχέση με τον όγκο πωλήσεων της Schades. Επικουρικώς, η ETPA υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού δεν απαιτεί από την Επιτροπή να εφαρμόζει, για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της, η ETPA αναφέρεται στους κανόνες του ΠΟΕ.

140.

Η Hansol θεωρεί τους ισχυρισμούς αυτούς αβάσιμους και υπογραμμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ρητώς ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού, δηλαδή ότι παρέβη τον επιδιωκόμενο από τη διάταξη αυτή σκοπό, ο οποίος συνίσταται στο να αντικατοπτρίζει η χρησιμοποιούμενη μέθοδος την πραγματική έκταση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ. Η Hansol επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία έχει αναγνωρίσει τον εν λόγω σκοπό κατά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απλώς εφάρμοσε τη νομολογία αυτή.

β) Εκτίμηση

141.

Προκαταρκτικώς, πρέπει να τονιστεί ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της ETPA, υπάρχουν αρχές που έχουν αναπτυχθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, οι αρχές αυτές εφαρμόστηκαν ορθώς από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Είναι αναγκαίο να συνοψισθούν οι λόγοι που οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στη διαπίστωση ότι η εκτίμηση της Επιτροπής δεν πληρούσε τις απαιτήσεις που θέτει η νομολογία και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρέβη την προαναφερθείσα διάταξη.

142.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 74 και 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού «προβλέπει δύο μεθόδους συγκρίσεως της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής: αφενός, την αποκαλούμενη “συμμετρική” μέθοδο, η οποία βασίζεται είτε στη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με τον σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση, είτε στη σύγκριση για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά, και, αφετέρου, την αποκαλούμενη “ασύμμετρη” μέθοδο, η οποία βασίζεται στη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με τις τιμές όλων των επιμέρους συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση».

143.

Τούτων δοθέντων, από την αιτιολογική σκέψη 47 του εκτελεστικού κανονισμού 2016/2005 συνάγεται ότι η Επιτροπή εφάρμοσε την αποκαλούμενη «συμμετρική» μέθοδο για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ της καθής η ανταναίρεση.

144.

Ο λόγος για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ συνιστούσε παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού ήταν η ασυμβατότητά του προς την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου ( 59 ), ήτοι ότι «τόσο η συμμετρική όσο και η ασύμμετρη μέθοδος υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα να απεικονίζεται η πραγματική έκταση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ» ( 60 ).

145.

Επομένως, είναι σαφές ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ETPA, το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού δεν παρέχει στην Επιτροπή απόλυτη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή της μεθόδου συγκρίσεως για τον καθορισμό του ντάμπινγκ. Μολονότι η Επιτροπή μπορεί να επιλέξει είτε τη συμμετρική είτε την ασύμμετρη μέθοδο συγκρίσεως, πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπόψη της τον σκοπό που επιδιώκεται με το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού, δηλαδή ότι η μέθοδος που χρησιμοποιείται πρέπει να απεικονίζει την πραγματική έκταση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ, όπως έκρινε το Δικαστήριο.

146.

Για να επανέλθω στην εξέταση της ανταναιρέσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 86 και 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έκρινε ότι η στάθμιση των περιθωρίων ντάμπινγκ, όσον αφορά, αντιστοίχως, τις πωλήσεις της Hansol τεράστιων ρόλων χαρτιού, προς μετατροπή σε μικρούς ρόλους με σκοπό τη μεταπώληση σε μικρά ρολά προς ανεξάρτητα μέρη εντός της Ένωσης και τις πωλήσεις της Hansol τεράστιων ρόλων ως έχουν, χωρίς μετατροπή, σε ανεξάρτητους πελάτες εντός της Ένωσης, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της Schades «δεν απεικόν[ιζε] την πραγματική έκταση της πρακτικής ντάμπινγκ που εφάρμοζε η [Hansol]». Με άλλα λόγια, η αξιολόγηση στην οποία προέβη η Επιτροπή δεν ήταν ακριβής και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούσε επαρκή βάση για τη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ, κατά τα προβλεπόμενα στον επίδικο κανονισμό.

147.

Ειδικότερα, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ της Hansol όσον αφορά τους τεράστιους ρόλους οι οποίοι μετατράπηκαν σε μικρούς ρόλους, «η Επιτροπή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία της Schades για να υπολογίσει το περιθώριο ντάμπινγκ στις πωλήσεις που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα προς τους άλλους τρεις συνδεδεμένους μετατροπείς. Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι μέρος των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Schades είχε μεταπωληθεί χωρίς μετατροπή σε ανεξάρτητους πελάτες, όφειλε να ενεργήσει κατά τρόπον ώστε η κατάσταση αυτή να απεικονίζεται στο επίπεδο των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς τους άλλους συνδεδεμένους μετατροπείς [Schades Nordic, Heipa και R+S]. Η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη της το γεγονός αυτό, απέδωσε υπερβολική βαρύτητα στις πωλήσεις προς συνδεδεμένους μετατροπείς για μετατροπή σε μικρούς ρόλους αυξάνοντας, ως εκ τούτου, το πραγματικό ντάμπινγκ που εφάρμοζε η προσφεύγουσα».

148.

Για τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι «[ο]ι υπολογισμοί που πραγματοποίησε η Επιτροπή δεν απεικόνιζαν την πραγματική έκταση του εφαρμοζομένου από την προσφεύγουσα ντάμπινγκ, και επομένως διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού». Φρονώ ότι το νομικό αυτό συμπέρασμα είναι κατ’ εμέ αδιαμφισβήτητο, λαμβανομένης υπόψη της πλάνης εκτιμήσεως την οποία διαπίστωσε δεόντως το Γενικό Δικαστήριο κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

149.

Επομένως, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της ETPA, είναι σαφές ότι το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια την απαίτηση του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού την οποία δεν έλαβε υπόψη η Επιτροπή κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ήτοι την ανάγκη η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος να απεικονίζει την πραγματική έκταση του εφαρμοζομένου ντάμπινγκ.

150.

Το επιχείρημα της ETPA, το οποίο βασίζεται σε ερμηνεία των κανόνων του ΠΟΕ, δεν μπορεί να αναιρέσει τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου. Η ETPA υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η φερόμενη απουσία πρόσθετων απαιτήσεων όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του σταθμισμένου μέσου όρου επιβεβαιώνεται από την ειδική ομάδα του ΠΟΕ στην υπόθεση Ευρωπαϊκές Κοινότητες - Πανικά κρεβατιού (άρθρο 21.5) ( 61 ), η οποία έκρινε ότι, εφόσον οι διατάξεις που απαιτούν σταθμισμένο μέσον όρο σιωπούν όσον αφορά τις μεθόδους υπολογισμού, εναπόκειται στην αρμόδια για την έρευνα αρχή να καθορίσει την κατάλληλη μέθοδο.

151.

Αρκεί, συναφώς, η παρατήρηση ότι, στην υπόθεση στην οποία αναφέρεται η ETPA, το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ ήταν κατά πόσον το άρθρο 2.2.2, σημείο ii, της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ επέβαλε απαιτήσεις όσον αφορά τη βάση με την οποία θα πρέπει να σταθμίζονται οι μέσες τιμές κόστους και κέρδους που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της κανονικής αξίας ( 62 ). Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ που αντιστοιχεί στο άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού είναι το άρθρο 2.4.2, και όχι το άρθρο 2.2.2, σημείο ii. Επομένως, η ETPA επικαλείται μια έκθεση της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ για ένα ζήτημα το οποίο προφανώς είναι άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση. Συνεπώς, από τα ανωτέρω δεν μπορούν να συναχθούν χρήσιμα συμπεράσματα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

152.

Εν κατακλείδι, το επιχείρημα που προέβαλε επικουρικώς η ETPA, ήτοι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εφαρμόζει, για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής, είναι επίσης αβάσιμο.

153.

Επισημαίνεται ότι η μέθοδος κατασκευής της τιμής εξαγωγής καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Πλην όμως, το Γενικό Δικαστήριο σε κανένα σημείο δεν υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε στηριχθεί στο άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού, για τον υπολογισμό της στάθμισης των περιθωρίων ντάμπινγκ. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να αναφέρει, στις σκέψεις 86 και 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η στάθμιση των περιθωρίων ντάμπινγκ την οποία εφάρμοσε η Επιτροπή δεν απεικόνιζε την πραγματική έκταση του εφαρμοζόμενου από τη Hansol ντάμπινγκ, κατά παράβαση, επομένως, του άρθρου 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού. Επομένως, και το επιχείρημα που προέβαλε επικουρικώς η ETPA είναι αβάσιμο.

154.

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της ETPA ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από καμία απαίτηση ή κατευθυντήρια γραμμή όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του σταθμισμένου μέσου όρου.

2. Επί του δευτέρου λόγου της ανταναιρέσεως

α) Επιχειρήματα των διαδίκων

155.

Με τον δεύτερο λόγο που προβάλλεται με την ανταναίρεση, η ETPA υποστηρίζει ότι η στάθμιση του περιθωρίου ντάμπινγκ από την Επιτροπή με βάση τη σύγκριση των συνολικών πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος εντός της Ένωσης μεταξύ, αφενός, των άμεσων και έμμεσων πωλήσεων σε ανεξάρτητους πελάτες και, αφετέρου, των πωλήσεων προς συνδεδεμένους μετατροπείς για μετατροπή σε μικρούς ρόλους ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να υπολογίσει τη στάθμιση των διαφόρων διαύλων πωλήσεων της Hansol βάσει των καλύτερων διαθέσιμων στοιχείων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Η ETPA ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο υπολογισμός του περιθωρίου ντάμπινγκ στον οποίο προέβη η Επιτροπή δεν απεικόνιζε την πραγματική έκταση του ντάμπινγκ που εφάρμοζε η καθής η ανταναίρεση.

156.

Η Hansol υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη στην απόφασή του διάταξη την οποία μόνον η Επιτροπή είναι αρμόδια να εφαρμόσει και η οποία μάλιστα δεν εφαρμόστηκε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.

β) Εκτίμηση

157.

Με τον δεύτερο λόγο της ανταναιρέσεως, η ETPA ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να υπολογίσει τη στάθμιση των διαφόρων καναλιών πωλήσεων της Hansol βάσει άρτιων διαθέσιμων στοιχείων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

158.

Εν προκειμένω, θα πρέπει να υπομνησθεί εξαρχής για λόγους σαφήνειας ότι το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού προβλέπει λύση για τις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή δεν έχει πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες λόγω μη συνεργαζόμενων μερών. Το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού διευκρινίζει ότι στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή μπορεί να βασίσει τα συμπεράσματά της σε άρτια διαθέσιμα στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται σχετικά με τις συνέπειες που επισύρει τυχόν άρνηση συνεργασίας.

159.

Πλην όμως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, πρώτον, η Επιτροπή δεν έκανε χρήση της εν λόγω διατάξεως εν προκειμένω για την έκδοση του επίδικου κανονισμού, όπως η ίδια αναφέρει στα υπομνήματα που υπέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας αναιρέσεως και, ότι, δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ETPA με τα υπομνήματά της, υπήρξε ουσιαστική συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και της Hansol κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιντάμπινγκ. Ο ισχυρισμός της ETPA περί υποτιθέμενης έλλειψης συνεργασίας που εκφράστηκε με την παράλειψη των τριών μετατροπέων να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο είναι σαφώς εσφαλμένος.

160.

Πράγματι, οι τρεις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο με απόφαση της Επιτροπής, όπως προαναφέρθηκε ( 63 ). Επομένως, οι τρεις επιχειρήσεις δεν ήταν υποχρεωμένες να παράσχουν πληροφορίες στην Επιτροπή ως ερευνητική αρχή. Μολονότι είναι αληθές ότι η Επιτροπή επιφυλάχθηκε ρητώς του δικαιώματος να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από τις επιχειρήσεις αυτές, εντούτοις ουδέποτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Κατά συνέπεια, ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού πληρούνταν εν προκειμένω ( 64 ).

161.

Συνεπώς, το επιχείρημα της ETPA ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να βασιστεί στα άρτια διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει δε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο εκ του λόγου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη διάταξη αυτή στο σκεπτικό του.

162.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της ανταναιρέσεως.

3. Πρόταση επί της ανταναιρέσεως

163.

Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η ανταναίρεση της ETPA είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

V. Επί των δικαστικών εξόδων

164.

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

165.

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο συνταχθεί με τις εκτιμήσεις μου επί των αιτήσεων αναιρέσεως, οι αιτήσεις αναιρέσεως της Επιτροπής και της ETPA αντιστοίχως θα απορριφθούν. Καθόσον η Hansol έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή και την ETPA να φέρουν όχι μόνον τα δικά τους δικαστικά έξοδα στο πλαίσιο των αντίστοιχων αιτήσεων αναιρέσεως, αλλά και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Hansol.

166.

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι παρεμβαίνων πρωτοδίκως ο οποίος μετέχει στη αναιρετική διαδικασία φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Δεδομένου ότι η ETPA μετέσχε στη διαδικασία της αναιρέσεως υπέρ της Επιτροπής, προτείνω να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της.

VI. Πρόταση

167.

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:

–

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και την ανταναίρεση.

–

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Hansol Paper Co. Ltd στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.

–

Η European Thermal Paper Association (ETPA) φέρει τα δικαστικά έξοδά της που αφορούν την αίτηση αναιρέσεως.

–

Η ETPA φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Hansol Paper στο πλαίσιο της ανταναιρέσεως.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ 2017, L 114, σ. 3.

( 3 ) ΕΕ 2016, L 176, σ. 21, και διορθωτικό ΕΕ 2021, L 214, σ. 73.

( 4 ) ΕΕ 1994, L 336, σ. 1.

( 5 ) ΕΕ 1994, L 336, σ. 103.

( 6 ) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) της 24ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2015, L 343, σ. 558).

( 7 ) ΕΕ 2016, C 62, σ. 7.

( 8 ) ΕΕ 2016, L 310, σ. 1.

( 9 ) Βλ. σημείο 2 των παρουσών προτάσεων.

( 10 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2015, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Vereniging Milieudefensie και Stichting Stop Luchtverontreiniging Utrecht (C‑401/12 P έως C‑403/12 P, EU:C:2015:4, σκέψη 59).

( 11 ) Αποτελεί αρχή ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ, η Ένωση «συμβάλλει […] στο ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο», καθώς και «στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου», το οποίο περιλαμβάνει τους κανόνες του πολυμερούς εμπορικού συστήματος που θεσπίζονται στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Συνεπώς, όταν η Ένωση εκδίδει μια πράξη, οφείλει να τηρεί το διεθνές δίκαιο στο σύνολό του. Από το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ συνάγεται ότι «οι [διεθνείς] συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα» αυτής και, ως εκ τούτου, υπερισχύουν των πράξεων που εκδίδονται από αυτά.

( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (C‑403/04 P και C‑405/04 P, EU:C:2007:52, σκέψη 38), της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κ.λπ. κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ. (C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 128), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, BP κατά FRA (C‑601/19 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2020:1048, σκέψη 71).

( 13 ) Βλ. αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (C‑403/04 P και C‑405/04 P, EU:C:2007:52, σκέψη 39), και της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Inpost Paczkomaty κατά Επιτροπής (C‑431/19 P και C‑432/19 P, EU:C:2020:1051, σκέψη 51).

( 14 ) Βλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2017, Duravit κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑609/13 P, EU:C:2017:46, σκέψη 86), και της 28ης Νοεμβρίου 2019, Brugg Kabel και Kabelwerke Brugg κατά Επιτροπής (C‑591/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:1026, σκέψη 63).

( 15 ) Βλ. σημεία 76 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 16 ) Βλ. σημεία 138 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 17 ) Πρβλ. Czako, J., Miranda, J., Human, J., A Handbook on Anti-Dumping Investigations, Cambridge, 2008, σ. 43, οι οποίοι εξηγούν ότι ο περίπλοκος χαρακτήρας μιας έρευνας αντιντάμπινγκ, τα πολυάριθμα στάδιά της, ο αριθμός των βημάτων που πρέπει να γίνουν, το χρονοδιάγραμμα των ενεργειών και η κατανομή των κατάλληλων πόρων στα διάφορα καθήκοντα, τα οποία πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος, απαιτούν τον κατάλληλο προγραμματισμό της έρευνας.

( 18 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 26 του επίδικου κανονισμού.

( 19 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 26 του επίδικου κανονισμού.

( 20 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 26 και 32 του επίδικου κανονισμού.

( 21 ) Έκθεση της ειδικής ομάδας, Κίνα – Μέτρα αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί για προϊόντα κοτόπουλου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, WT/DS427/RW, σημείο 7.33.

( 22 ) Όπ.π., σημείο 7.33 (η υπογράμμιση δική μου).

( 23 ) Όπ.π., σημείο 7.33 (η υπογράμμιση δική μου).

( 24 ) Βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2021, NLMK κατά Επιτροπής (T‑752/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2021:611, σκέψη 39).

( 25 ) Πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, «[α]ν οι πληροφορίες που προσκομίζει ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν είναι ενδεχομένως άρτιες από κάθε άποψη, λαμβάνονται οπωσδήποτε υπόψη» (η υπογράμμιση δική μου)· βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, City Cycle Industries κατά Συμβουλίου (T‑413/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:164, σκέψη 120).

( 26 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014 (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245).

( 27 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014 (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245).

( 28 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, GLS (C‑338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 19).

( 29 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245, σκέψη 20). Η υπογράμμιση δική μου.

( 30 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245, σκέψη 20). Η υπογράμμιση δική μου.

( 31 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245, σκέψη 21). Η υπογράμμιση δική μου.

( 32 ) Από το γράμμα και την οικονομία των διατάξεων του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι υπάρχει ένα είδος σειράς προτεραιότητας μεταξύ των διαφόρων μεθόδων. Περαιτέρω, θα ήθελα να τονίσω ότι, από μεθοδολογικής απόψεως, φαίνεται λογικό να προτιμάται μια μέθοδος υπολογισμού που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα (δηλαδή στην τιμή πώλησης του υπό εξέταση προϊόντος) και όχι μια μέθοδος που βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε τεκμήρια, όπως η μέθοδος της κατασκευασμένης αξίας. Επομένως, η συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας δικαιολογείται επίσης και για λόγους ακρίβειας και αποτελεσματικότητας.

( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις στην ισπανική γλώσσα («el valor normal podrá ser calculado»), στη δανική γλώσσα («kan den normale værdi […] fastsættes»), στη γερμανική γλώσσα («kann der Normalwert […] ermittelt werden»), στην εσθονική γλώσσα («võib normaalväärtuse kehtestada»), στην ιταλική γλώσσα («il valore normale può […] essere stabilito...»), στην ολλανδική γλώσσα («kan de normale waarde […] worden vastgesteld») και στην πολωνική γλώσσα («wartość normalna może zostać ustalona»). Η υπογράμμιση δική μου.

( 34 ) Η απόδοση στην αγγλική γλώσσα του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού διευκρινίζει «may be established» (μπορεί να καθοριστεί), ενώ η γαλλική απόδοση χρησιμοποιεί τη διατύπωση «est établie» (καθορίζεται). Η υπογράμμιση δική μου.

( 35 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, Safety Hi-Tech (C‑284/95, EU:C:1998:352, σκέψη 22), και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Nederlands Uitgeversverbond και Groep Algemene Uitgevers (C‑263/18, EU:C:2019:1111, σκέψη 38).

( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (C‑149/96, EU:C:1999:574, σκέψη 47), της 1ης Μαρτίου 2005, Van Parys (C 377/02, EU:C:2005:121, σκέψη 39), της 4ης Φεβρουαρίου 2016, C & J Clark International και Puma (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74, σκέψη 85), και της 18ης Οκτωβρίου 2018, Rotho Blaas (C‑207/17, EU:C:2018:840, σκέψη 44).

( 37 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Rusal Armenal (C‑21/14 P, EU:C:2015:494, σκέψεις 40 και 41), της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Philips Lighting Poland και Philips Lighting κατά Συμβουλίου (C‑511/13 P, EU:C:2015:553, σκέψεις 60 και 61), και της 18ης Οκτωβρίου 2018, Rotho Blaas (C‑207/17, EU:C:2018:840, σκέψεις 47 και 48).

( 38 ) Βλ. σημείο 72 των παρουσών προτάσεων.

( 39 ) Πρέπει να υπομνησθεί στο πλαίσιο αυτό ότι, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Επιτροπή κατά Rusal Armenal (C‑21/14 P, EU:C:2015:494, σκέψη 48), ορισμένες διατάξεις του βασικού κανονισμού συνιστούν «την έκφραση της βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης για υιοθέτηση στον τομέα [των μέσων εμπορικής άμυνας] προσεγγίσεως η οποία προσιδιάζει στην έννομη τάξη της Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου).

( 40 ) Βλ. σημεία 99 έως 103 των παρουσών προτάσεων.

( 41 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245, σκέψη 20).

( 42 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014, Συμβούλιο κατά Alumina (C‑393/13 P, EU:C:2014:2245, σκέψη 21).

( 43 ) Βλ., επί παραδείγματι, αιτιολογική σκέψη 36 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1256/2008 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συγκολλητών σωλήνων κάθε είδους από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής Λευκορωσίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ρωσίας κατόπιν διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96, καταγωγής Ταϊλάνδης κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, καταγωγής Ουκρανίας κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού και ενδιάμεσης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, και για την περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος καταγωγής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και Τουρκίας (ΕΕ 2008, L 343, σ. 1)· αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 685/2008 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2008, για την κατάργηση του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 85/2006 στις εισαγωγές σολομού εκτροφής καταγωγής Νορβηγίας (ΕΕ 2008, L 192, σ. 5)· αιτιολογικές σκέψεις 8 έως 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 63/2008 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές διυδρομυρκενόλης καταγωγής Ινδίας (ΕΕ 2008, L 23, σ. 1).

( 44 ) Η «τιμή CIF» είναι η τιμή ενός αγαθού που παραδίδεται στα σύνορα της χώρας εισαγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων ασφαλίσεως και μεταφοράς που πραγματοποιήθηκαν μέχρι το σημείο αυτό, ή η τιμή μιας υπηρεσίας που παρέχεται σε κάτοικο, πριν από την πληρωμή τυχόν δασμών εισαγωγής ή άλλων φόρων επί των εισαγωγών ή εμπορικών και μεταφορικών κερδών στο εσωτερικό της χώρας.

( 45 ) Βλ., συναφώς, Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη, Πρόγραμμα κατάρτισης σχετικά με τη Συμφωνία του ΠΟΕ για τις πρακτικές αντιντάμπινγκ, Νέα Υόρκη και Γενεύη, 2006, σ. 88, από την οποία προκύπτει ότι ο καθορισμός της υποτιμολογήσεως απαιτεί σύγκριση τιμών. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό των περιθωρίων ζημίας μέσω της μεθόδου της υποτιμολογήσεως, οι αρχές συγκρίνουν κατά κανόνα τις σταθμισμένες μέσες τιμές μεταπωλήσεως που χρεώνουν οι αλλοδαποί παραγωγοί με τις τιμές των ομοειδών μοντέλων ή ομοειδών προϊόντων των Ευρωπαίων παραγωγών. Η διαφορά μεταξύ των δύο αντιστοιχεί στο ύψος της ζημίας, δεδομένου ότι η σύγκριση των προσαρμοσμένων τιμών των αλλοδαπών και Ευρωπαίων παραγωγών γίνεται βάσει πανομοιότυπων μοντέλων ή προϊόντων. Κατά τον Reymond, D., Action antidumping et droit de la concurrence dans l’Union européenne, Παρίσι, 2014, σ. 383, η υποτιμολόγηση μετράται διά της συγκρίσεως των μέσων τιμών πωλήσεως των παραγωγών-εξαγωγέων της οικείας χώρας με τις μέσες τιμές πωλήσεως στην Ένωση του ομοειδούς προϊόντος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, αφαιρουμένων όλων των εκπτώσεων και φόρων, που ισχύουν στο ίδιο επίπεδο εμπορίας και προσαρμόζονται ως προς τις διαφορές στους όρους πληρωμής. Η σύγκριση αυτή, προκειμένου να είναι δίκαιη, συνεπάγεται προσαρμογές, ιδίως για τις διαφορές στην ποιότητα ή τα φυσικά χαρακτηριστικά μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και των ευρωπαϊκών προϊόντων.

( 46 ) Βλ., συναφώς, Falcón y Tella, M. J., «Quelques remarques à propos de l’analogie en droit», Revue interdisciplinaire d’études juridiques, 1998/2, τόμος 41, σ. 67· Riesenhuber, K., Europäische Methodenlehre, Βερολίνο 2006, σ. 305· Murray, J. R., «The Role of Analogy in Legal Reasoning», UCLA Law Review, τόμος 29, αριθ. 4, Απρίλιος 1982, σ. 833.

( 47 ) Βλ. σημείο 105 των παρουσών προτάσεων.

( 48 ) Βλ. σημεία 72 έως 74 των παρουσών προτάσεων.

( 49 ) Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (C‑194/99 P, EU:C:2003:527, σκέψη 144), της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 462), και της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 64).

( 50 ) Μολονότι το άρθρο 3 της Συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ («Προσδιορισμός της ζημίας») δεν περιέχει καμία διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 2.4., τα όργανα επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο του ΠΟΕ φαίνεται ότι έχουν την τάση να απαιτούν επίσης οι τιμές να είναι «συγκρίσιμες», δηλαδή να συγκρίνονται «στο ίδιο επίπεδο εμπορίας», όπως προκύπτει από τις αποφάσεις που παρατίθενται κατωτέρω.

( 51 ) Έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου, Κίνα – αντισταθμιστικοί δασμοί και δασμοί αντιντάμπινγκ επί ελασμένου χάλυβα για ηλεκτρικές εφαρμογές με προσανατολισμένους κόκκους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, WT/DS414/AB/R, σημείο 200.

( 52 ) Έκθεση της ειδικής ομάδας, Κίνα – αντισταθμιστικοί δασμοί και δασμοί αντιντάμπινγκ επί ελασμένου χάλυβα για ηλεκτρικές εφαρμογές με προσανατολισμένους κόκκους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, WT/DS427/RW, σημεία 7.480 και 7.481. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Zhejiang Xinshiji Foods και Hubei Xinshiji Foods κατά Συμβουλίου (T‑122/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:46, σκέψη 79), και της 10ης Απριλίου 2019, Jindal Saw και Jindal Saw Italia κατά Επιτροπής (T‑301/16, EU:T:2019:234, σκέψη 189).

( 53 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2011, Transnational CompanyKazchrome και ENRC Marketing κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T‑107/08, EU:T:2011:704).

( 54 ) Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2011, Transnational CompanyKazchrome και ENRC Marketing κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T‑107/08, EU:T:2011:704, σκέψη 63). Η υπογράμμιση δική μου.

( 55 ) Στη σκέψη 63 της αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 2011, Transnational CompanyKazchrome και ENRC Marketing κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T‑107/08, EU:T:2011:704), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «την απόφαση των πελατών να αποκτήσουν τα προϊόντα των προσφευγουσών και όχι τα προϊόντα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επηρέασαν οι τιμές που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως μεταξύ των προσφευγουσών και των πελατών και όχι οι τιμές σε ενδιάμεσο στάδιο […], επί κοινοτικού έστω εδάφους» (η υπογράμμιση δική μου).

( 56 ) Απόφαση της 10ης Απριλίου 2019, Jindal Saw και Jindal Saw Italia κατά Επιτροπής (T‑301/16, EU:T:2019:234, σκέψη 187), η οποία επίσης παραπέμπει στην προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση της 30ής Νοεμβρίου 2011, Transnational CompanyKazchrome και ENRC Marketing κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T‑107/08, EU:T:2011:704).

( 57 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 46 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2020/526 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 2020, για την εκ νέου επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές σωλήνων κάθε είδους από όλκιμο χυτοσίδηρο (που είναι επίσης γνωστός ως χυτοσίδηρος σφαιροειδούς γραφίτη), καταγωγής Ινδίας όσον αφορά την Jindal Saw Limited, μετά την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T‑300/16 (ΕΕ 2020, L 118, σ. 1).

( 58 ) Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2008, Marks & Spencer (C‑309/06, EU:C:2008:211, σκέψη 51), και της 11ης Ιουλίου 2013, Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 132).

( 59 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου (C‑376/15 P και C‑377/15 P, EU:C:2017:269).

( 60 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου (C‑376/15 P και C‑377/15 P, EU:C:2017:269, σκέψη 54). Η υπογράμμιση δική μου.

( 61 ) Έκθεση της ειδικής ομάδας, Ευρωπαϊκές Κοινότητες - Δασμοί αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού καταγωγής Ινδίας - Προσφυγή της Ινδίας στο άρθρο 21.5 του Μνημονίου συμφωνίας για την επίλυση των διαφορών, WT/DS141/RW.

( 62 ) Όπ.π., σημείο 6.78. (απόσπασμα: «Επομένως, το ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί είναι αν το άρθρο 2.2.2, σημείο ii, επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση όσον αφορά τη βάση επί της οποίας πρέπει να σταθμίζεται ο μέσος όρος των ποσών που αντιστοιχούν στο κόστος και στα κέρδη, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της κανονικής αξίας, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν οι ΕΚ ενήργησαν εν προκειμένω κατά τρόπο που δεν συνάδει προς την υποχρέωση αυτή.»).

( 63 ) Βλ. σημείο 83 των παρουσών προτάσεων.

( 64 ) Βλ. σημείο 90 των παρουσών προτάσεων.

Top