This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62019CC0784
Opinion of Advocate General Campos Sánchez-Bordona delivered on 10 December 2020.#„TEAM POWER EUROPE“ EOOD v Direktor na Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia za prihodite - Varna.#Request for a preliminary ruling from the Administrativen sad - Varna.#Reference for a preliminary ruling – Migrant workers – Social security – Legislation applicable – Regulation (EC) No 883/2004 – Article 12(1) – Posting of workers – Temporary agency workers – Regulation (EC) No 987/2009 – Article 14(2) – A1 certificate – Determination of the Member State in which the employer normally carries out its activities – Concept of ‘substantial activities, other than purely internal management activities’ – No assignment of temporary agency workers in the territory of the Member State in which the employer is established.#Case C-784/19.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Campos Sánchez-Bordona της 10ης Δεκεμβρίου 2020.
"TEAM POWER EUROPE" EOOD κατά Direktor na Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia za prihodite - Varna.
Αίτηση του Administrativen sad - Varna για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Διακινούμενοι εργαζόμενοι – Κοινωνική ασφάλιση – Εφαρμοστέα νομοθεσία – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 12, παράγραφος 1 – Απόσπαση – Προσωρινώς απασχολούμενοι – Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 – Άρθρο 14, παράγραφος 2 – Πιστοποιητικό A 1 – Προσδιορισμός του κράτους μέλους στο οποίο ο εργοδότης ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του – Έννοια των “[ουσιωδών] δραστηριοτήτων, πέραν των δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχείρισης” – Μη διάθεση προσωρινώς απασχολούμενων στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης.
Υπόθεση C-784/19.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Campos Sánchez-Bordona της 10ης Δεκεμβρίου 2020.
"TEAM POWER EUROPE" EOOD κατά Direktor na Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia za prihodite - Varna.
Αίτηση του Administrativen sad - Varna για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Διακινούμενοι εργαζόμενοι – Κοινωνική ασφάλιση – Εφαρμοστέα νομοθεσία – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 12, παράγραφος 1 – Απόσπαση – Προσωρινώς απασχολούμενοι – Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 – Άρθρο 14, παράγραφος 2 – Πιστοποιητικό A 1 – Προσδιορισμός του κράτους μέλους στο οποίο ο εργοδότης ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του – Έννοια των “[ουσιωδών] δραστηριοτήτων, πέραν των δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχείρισης” – Μη διάθεση προσωρινώς απασχολούμενων στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης.
Υπόθεση C-784/19.
Court reports – general
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:1018
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 10ης Δεκεμβρίου 2020 ( 1 )
Υπόθεση C‑784/19
«TEAM POWER EUROPE» EOOD
κατά
Direktor na Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia za prihodite – Varna
[αίτηση του Administrativen sad – Varna
(διοικητικού δικαστηρίου Βάρνας, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Απόσπαση εργαζομένων – Κοινωνική ασφάλιση – Εφαρμοστέα νομοθεσία – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 12, παράγραφος 1 – Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 – Άρθρο 14, παράγραφος 2 – Επιχείρηση παροχής υπηρεσιών προσωρινής απασχολήσεως – Συνήθης άσκηση της δραστηριότητας – Προσδιορισμός του κράτους μέλους στο οποίο ο εργοδότης ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του – Υποχρέωση κατά την οποία σημαντικό μέρος της δραστηριότητας διαθέσεως προσωρινώς απασχολουμένων πρέπει να πραγματοποιείται προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος»
|
1. |
Οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως (στο εξής: ΕΠΑ) προσλαμβάνουν εργαζομένους με σκοπό να τους θέσουν στη διάθεση άλλων επιχειρήσεων (στο εξής: έμμεσοι ή τρίτοι εργοδότες). Δυνάμει των συμβάσεων διαθέσεως προσωπικού που συνάπτονται μεταξύ της ΕΠΑ και του έμμεσου εργοδότη, οι εργαζόμενοι της ΕΠΑ, οι οποίοι διατηρούν τη σχέση εργασίας τους με την ίδια την ΕΠΑ, τελούν υπό την επίβλεψη και τη διευθυντική εξουσία του έμμεσου εργοδότη. |
|
2. |
Στη διαφορά στην οποία ανάγεται η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σε ποια νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως υπάγεται Βούλγαρος εργαζόμενος τον οποίο μια ΕΠΑ με έδρα στη Βουλγαρία έχει θέσει προσωρινώς στη διάθεση Γερμανού εργοδότη. |
|
3. |
Για την επίλυση του ζητήματος αυτού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 ( 2 ), σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 ( 3 ). |
|
4. |
Προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες του απαιτείται να αποσαφηνιστεί ποια είναι ακριβώς η φύση των σημαντικών δραστηριοτήτων των ΕΠΑ. Ειδικότερα, πρέπει να χαραχθεί η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των «ουσιωδών δραστηριοτήτων» και των «δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχειρίσεως» που ασκούν αυτού του είδους οι επιχειρήσεις. |
|
5. |
Με τις δύο αυτές εκφράσεις, ο νομοθέτης της Ένωσης περιέλαβε στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009 τη νομολογία που είχε καθιερώσει το Δικαστήριο επί του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004. Το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να εξειδικεύσει τη νομολογία του αυτή σε σχέση με τις ΕΠΑ. |
I. Το νομοθετικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο κανονισμός 883/2004
|
6. |
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1 («Προσωπικό πεδίο εφαρμογής»): «1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους, τους ανιθαγενείς και τους πρόσφυγες που κατοικούν σε κράτος μέλος και υπάγονται ή είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων κρατών μελών καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους και στους επιζώντες τους.» |
|
7. |
Το άρθρο 11 («Γενικοί κανόνες») ορίζει τα εξής: «1. Τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο. […] 3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16:
[…]». |
|
8. |
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1 («Ειδικοί κανόνες»): «Το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί και το οποίο έχει αποσπαστεί από τον εν λόγω εργοδότη σε άλλο κράτος μέλος για να εκτελέσει εργασία για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη, εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποσταλεί σε αντικατάσταση άλλου αποσπασμένου.» |
2. Ο κανονισμός 987/2009
|
9. |
Το άρθρο 14, παράγραφος 2 («Διευκρινίσεις σχετικά με τα άρθρα 12 και 13 του […] κανονισμού [883/2004]») ορίζει τα εξής: «Για την εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 1 του […] κανονισμού [883/2004], η φράση “ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί” αναφέρεται σε εργοδότη που ασκεί συνήθως [ουσιώδεις δραστηριότητες], πέραν των δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχείρισης, στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του. […]» |
|
10. |
Κατά το άρθρο 19 («Παροχή πληροφοριών στους ενδιαφερομένους και στους εργοδότες»): «1. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου καθίσταται εφαρμοστέα δυνάμει του τίτλου ΙΙ του […] κανονισμού [883/2004] ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο καθώς και, αν συντρέχει περίπτωση, τον ή τους εργοδότες του, για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη νομοθεσία. Τους παρέχει τη βοήθεια που χρειάζονται για την εκπλήρωση των διατυπώσεων που επιβάλλει αυτή η νομοθεσία. 2. Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εργοδότη, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα δυνάμει διατάξεως του τίτλου ΙΙ του […] κανονισμού [883/2004], βεβαιώνει ότι αυτή η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα και αναφέρει, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, έως ποια ημερομηνία και υπό ποιους όρους.» |
3. Η οδηγία 96/71/ΕΚ ( 4 )
|
11. |
Το άρθρο 1 ορίζει τα εξής: «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στο έδαφος κράτους μέλους. […] 3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται όταν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν ένα από τα ακόλουθα διεθνικά μέτρα: […]
Όταν εργαζόμενος που έχει διατεθεί από επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή επιχείρηση που διαθέτει εργαζομένους σε χρήστρια επιχείρηση όπως αναφέρεται στο στοιχείο γ) πρόκειται να εργασθεί στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια των στοιχείων α), β) ή γ) από τη χρήστρια επιχείρηση στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο εργάζεται κατά κανόνα είτε για την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή την επιχείρηση που διαθέτει εργαζομένους, είτε για τη χρήστρια επιχείρηση, ο εν λόγω εργαζόμενος θεωρείται ότι έχει αποσπαστεί στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους από την επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή την επιχείρηση που διαθέτει εργαζομένους, με την οποία ο εργαζόμενος έχει εργασιακή σχέση. Η επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή η επιχείρηση που διαθέτει εργαζομένους θεωρείται ότι είναι επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 και συμμορφώνεται πλήρως με τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. […]» |
4. Η οδηγία 2008/104/ΕΚ ( 5 )
|
12. |
Κατά το άρθρο 1 («Πεδίο εφαρμογής»): «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους εργαζόμενους μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης με σύμβαση εργασίας ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίοι τοποθετούνται σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους. […]» |
|
13. |
Το άρθρο 2 («Σκοπός») ορίζει τα εξής: «Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση της προστασίας των προσωρινά απασχολουμένων και στη βελτίωση της ποιότητας της προσωρινής απασχόλησης, με την εξασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή εκτίθεται στο άρθρο 5, στους προσωρινά απασχολούμενους και με την αναγνώριση των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης ως εργοδοτών, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την ανάγκη θέσπισης κατάλληλου πλαισίου για την προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση προκειμένου να ενισχυθεί ουσιαστικά η δημιουργία θέσεων απασχόλησης και η ανάπτυξη ευέλικτων μορφών εργασίας.» |
5. Η οδηγία 2014/67/ΕΕ ( 6 )
|
14. |
Κατά το άρθρο 4 («Διαπίστωση πραγματικών αποσπάσεων και πρόληψη καταχρήσεων και καταστρατήγησης»): «1. Για τη μεταφορά, την εφαρμογή και την επιβολή της οδηγίας 96/71/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συνολική αξιολόγηση όλων των πραγματικών στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα, συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των στοιχείων που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Τα στοιχεία αυτά προορίζονται να βοηθήσουν τις αρμόδιες αρχές κατά τη διενέργεια εξακριβώσεων και ελέγχων και σε περίπτωση που έχουν λόγους να πιστεύουν ότι ένας εργαζόμενος ενδέχεται να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποσπασμένος εργαζόμενος δυνάμει της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν απλώς ενδεικτικούς παράγοντες της συνολικής αξιολόγησης που πρέπει να διενεργηθεί και, συνεπώς, δεν εξετάζονται μεμονωμένα. 2. Για να προσδιοριστεί κατά πόσον μία επιχείρηση ασκεί πραγματικά ουσιαστικές δραστηριότητες, πλην των δραστηριοτήτων εσωτερικής διαχείρισης και/ή των διοικητικών δραστηριοτήτων, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συνολική αξιολόγηση όλων των πραγματικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν, εντός ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου, τις δραστηριότητες που ασκεί μια επιχείρηση στο κράτος μέλος εγκατάστασης και, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να περιλαμβάνουν ιδίως:
|
Β. Το βουλγαρικό δίκαιο
|
15. |
Το άρθρο 107p του Kodeks na truda (εργατικού κώδικα) ορίζει τα εξής: «(1) Στη σύμβαση εργασίας που συνάπτεται με [ΕΠΑ] πρέπει να προβλέπεται ότι ο εργαζόμενος θα αποσταλεί σε έμμεσο εργοδότη προκειμένου να εργαστεί προσωρινώς σε αυτόν υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του. […] (7) Κατόπιν καταχωρίσεώς τους στην υπηρεσία απασχολήσεως, οι [ΕΠΑ] ασκούν τη δραστηριότητά τους σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θεσπίζει ο zakon za nasarchvane na zaetostta (νόμος για την προώθηση της απασχολήσεως).» |
|
16. |
Το άρθρο 4 του Kodeks za sotsialnoto osiguryavane (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως) προβλέπει τα εξής: «Δυνάμει του παρόντος κώδικα, οι εργαζόμενοι και απασχολούμενοι, ανεξαρτήτως της φύσεως της εργασίας τους, του τρόπου αμοιβής τους και της πηγής των εισοδημάτων τους, έχουν υποχρεωτική κάλυψη σε περίπτωση συνήθους ασθένειας, μητρότητας, αναπηρίας λόγω συνήθους ασθένειας, γήρατος ή θανάτου, εργατικού ατυχήματος, επαγγελματικής ασθένειας ή ανεργίας […].» |
|
17. |
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Naredba za sluzhebnite komandirovki i spetsializatsii v chuzhbina (κανονιστικής αποφάσεως για την απόσπαση εργαζομένων και για τις περιόδους πρακτικής ειδικεύσεως στην αλλοδαπή) έχει ως εξής: «Απόσπαση στην αλλοδαπή είναι η αποστολή ενός προσώπου στην αλλοδαπή για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας κατ’ εντολήν του οργάνου που το αποσπά.» |
II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά και το προδικαστικό ερώτημα
|
18. |
Η «Team Power Europe» EOOD (στο εξής: Team Power) είναι επιχείρηση η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με το βουλγαρικό δίκαιο και παρέχει υπηρεσίες προσωρινής απασχολήσεως και ευρέσεως εργασίας. |
|
19. |
Η Team Power είναι καταχωρισμένη ως ΕΠΑ στην Agentsia po zaetostta (υπηρεσία απασχολήσεως, Βουλγαρία) και κατέχει επίσημη άδεια για τη διάθεση προσωπικού στη Γερμανία ( 7 ). |
|
20. |
Στις 8 Οκτωβρίου 2018, η Team Power συνήψε σύμβαση εργασίας με Βούλγαρο υπήκοο (στο εξής: εργαζόμενος), δυνάμει της οποίας ο τελευταίος επρόκειτο να αποσπαστεί στη Γερμανία, προκειμένου να τεθεί στη διάθεση τη εταιρίας CLW Clausthaler Laser- und Werkstofftechnik GmbH, υπό τη διεύθυνση και την επίβλεψη της τελευταίας. |
|
21. |
Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι τα καθήκοντα του εργαζομένου (ως «χειριστή μηχανημάτων – επεξεργασία μετάλλων») θα καθορίζονταν από τον τρίτο εργοδότη και ότι η Team Powe θα κατέβαλλε τον μισθό. |
|
22. |
Στις 9 Μαΐου 2019, η Team Power υπέβαλε στην Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia po prihodite (περιφερειακή διεύθυνση της εθνικής υπηρεσίας δημοσίων εσόδων, Βουλγαρία) αίτηση για τη χορήγηση πιστοποιητικού A1, με το οποίο βεβαιώνεται ότι, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς του, ο εργαζόμενος υπάγεται στη βουλγαρική νομοθεσία. |
|
23. |
Στην αίτηση αυτή αναφερόταν ότι, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως, η σχέση εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και της Team Power θα εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλλει τον μισθό και να του παρέχει ασφαλιστική κάλυψη βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και ασφαλίσεως υγείας. |
|
24. |
Με απόφαση της 30ής Μαΐου 2019, η αρμόδια διοικητική αρχή αρνήθηκε να χορηγήσει το αιτηθέν πιστοποιητικό με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούνταν οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εργαζόμενος θα εξακολουθούσε να υπάγεται στο βουλγαρικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως: δεν διατηρείτο η άμεση σχέση μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη και ο τελευταίος δεν ανέπτυσσε σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς του στη Βουλγαρία. |
|
25. |
Η απορριπτική αυτή απόφαση επικυρώθηκε διοικητικώς με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2019 του Direktor na Teritorialna direktsia na Natsionalna agentsia za prihodite – Varna (διευθυντή της περιφερειακής διευθύνσεως της εθνικής υπηρεσίας εσόδων του Δήμου Βάρνας). |
|
26. |
Κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Administrativen sad – Varna (διοικητικού δικαστηρίου Βάρνας, Βουλγαρία), το τελευταίο υποβάλλει το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 […] την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια [ΕΠΑ] ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές της στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, πρέπει σημαντικό μέρος της δραστηριότητας διάθεσης προσωπικού να ασκείται προς εξυπηρέτηση έμμεσων εργοδοτών εγκατεστημένων στο ίδιο κράτος μέλος;» |
|
27. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο:
|
|
28. |
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται εάν, για την πλήρωση της προαναφερθείσας απαιτήσεως: α) αρκεί ο εργοδότης να συνάπτει στο κράτος αποστολής ( 9 ) (εν προκειμένω, Βουλγαρία) συμβάσεις εργασίας με τους εργαζομένους που αποσπά σε άλλο κράτος μέλος (το κράτος απασχολήσεως, εν προκειμένω, Γερμανία), ή β) απαιτείται, επιπλέον, να πραγματοποιεί δραστηριότητες διαθέσεως εργαζομένων για πελάτες που δραστηριοποιούνται στο έδαφος του πρώτου κράτους (Βουλγαρία). |
III. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και οι θέσεις των διαδίκων
|
29. |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Οκτωβρίου 2019. |
|
30. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Team Power, η Βελγική, η Βουλγαρική, η Εσθονική, η Φινλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Όλες οι ανωτέρω, πλην της Εσθονικής Κυβερνήσεως, παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Οκτωβρίου 2020, στην οποία μετέσχε και η Πολωνική Κυβέρνηση. |
IV. Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
|
31. |
Η Team Power και η Επιτροπή συμφωνούν ότι μια ΕΠΑ η οποία δεν κατευθύνει σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς της διαθέσεως εργαζομένων προς τρίτους εργοδότες δραστηριοποιούμενους στο κράτος αποστολής, όπου η ίδια είναι εγκατεστημένη, μπορεί να τύχει της επίμαχης εξαιρέσεως. |
|
32. |
Κατά την Team Power, ο αριθμός των συμβάσεων που εκτελούνται στο κράτος αποστολής δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των κριτηρίων της αποφάσεως FTS. Η αναφορά του παράγοντα αυτού στην απόφαση A2, της 12ης Ιουνίου 2009, της διοικητικής επιτροπής ( 10 ) στερείται δεσμευτικού χαρακτήρα. |
|
33. |
Η Team Power προσθέτει ότι ούτε το κριτήριο του κύκλου εργασιών θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη, καθόσον δεν αντικατοπτρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ΕΠΑ. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν τον λόγο για τον οποίον δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη ποσοτικά κριτήρια. |
|
34. |
Κατά την Επιτροπή, δεδομένων των ίδιων χαρακτηριστικών της, αρκεί η ΕΠΑ να απασχολεί μισθωτούς που εργάζονται στο κράτος αποστολής και να προσλαμβάνει εκεί εργαζομένους οι οποίοι θα τεθούν προσωρινώς στη διάθεση τρίτων εργοδοτών. Εφόσον πληρούται η απαίτηση αυτή, ουδόλως εμποδίζεται η ΕΠΑ να προσλάβει εργαζομένους προκειμένου να τους αποστείλει αποκλειστικώς και μόνο σε τρίτους εργοδότες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. |
|
35. |
Πάντως, η Επιτροπή σημειώνει ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη συνδρομή άλλων παραγόντων προκειμένου να αποκλείσει το ενδεχόμενο καταχρήσεως δικαιώματος ή δόλιας χρήσεως των διατάξεων της Ένωσης ( 11 ). |
|
36. |
Η Βελγική, η Βουλγαρική, η Εσθονική, η Φινλανδική, η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση εκτιμούν ότι οι ΕΠΑ οφείλουν να αναπτύσσουν σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς τους θέτοντας εργαζομένους στη διάθεση επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο κράτος αποστολής. Τούτο, κατά την άποψή τους, συνάγεται από τα κριτήρια τα οποία καθιερώθηκαν με την απόφαση FTS, όπως εν συνεχεία κωδικοποιήθηκαν από τον νομοθέτη της Ένωσης και συμπληρώθηκαν με τις αποφάσεις της διοικητικής επιτροπής και τον πρακτικό οδηγό σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία ( 12 ), και τα οποία είναι κατάλληλα προσαρμοσμένα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ΕΠΑ. |
|
37. |
Προς στήριξη των θέσεών τους, οι κυβερνήσεις που μετείχαν στη διαδικασία προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα:
|
V. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
38. |
Το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι πολύ συγκεκριμένο: πρέπει, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι εργαζόμενος, ο οποίος έχει προσληφθεί από βουλγαρική ΕΠΑ με σκοπό να τεθεί στη διάθεση γερμανικής επιχειρήσεως, υπάγεται στη βουλγαρική νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως, η ΕΠΑ αυτή να κατευθύνει σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς της διαθέσεως εργαζομένων προς τρίτους εργοδότες εγκατεστημένους στη Βουλγαρία; |
|
39. |
Ο κανονισμός 883/2004 περιλαμβάνει ένα «πλήρες και ενιαίο σύστημα κανόνων σύγκρουσης νόμων, σκοπός του οποίου είναι η υπαγωγή των εργαζομένων που διακινούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ενός μόνον κράτους μέλους, ώστε να αποφεύγονται η σώρευση εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι εξ αυτής δυνάμενες να προκύψουν περιπλοκές» ( 16 ). |
|
40. |
Στην ίδια αυτή κατεύθυνση, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 ορίζει ότι τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Κατά την παράγραφο 3, στοιχείο αʹ, του ιδίου άρθρου, το κράτος αυτό είναι εκείνο όπου το εν λόγω πρόσωπο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα. Καθιερώνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο lex loci laboris. |
|
41. |
Ο κανόνας αυτός συγκρούσεως επιδέχεται, εντούτοις, την εξαίρεση του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004: «[τ]ο πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος για λογαριασμό εργοδότη ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί και το οποίο έχει αποσπαστεί από τον εν λόγω εργοδότη σε άλλο κράτος μέλος για να εκτελέσει εργασία για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη, εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους […]» ( 17 ). |
|
42. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής υπόκειται σε δύο προϋποθέσεις: α) να διατηρείται οργανικός δεσμός ( 18 ) μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου κατά την περίοδο της αποσπάσεως και β) ο εργοδότης να ασκεί «συνήθως σημαντικές δραστηριότητες στο έδαφος» του κράτους αποστολής ( 19 ). |
|
43. |
Το αιτούν δικαστήριο δεν έχει αμφιβολίες ως προς την πλήρωση της πρώτης εκ των προϋποθέσεων αυτών (της διατηρήσεως οργανικού δεσμού μεταξύ της ΕΠΑ και του εργαζομένου) ( 20 ) και επικεντρώνεται στις ερμηνευτικές δυσχέρειες της δεύτερης. |
|
44. |
Συγκεκριμένα, οι ερμηνευτικές αυτές δυσχέρειες περιστρέφονται γύρω από την έννοια της «κανονικής ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους» όσον αφορά εργοδότες με τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως οι ΕΠΑ, που, όταν ενεργούν ως «εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων» (άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 96/71), διέπονται από τους κανόνες της οδηγίας 96/71. |
Β. Έννοια της «κανονικής ασκήσεως δραστηριοτήτων»
1. Ουσιώδεις δραστηριότητες και δραστηριότητες εσωτερικής διαχειρίσεως
|
45. |
Το Δικαστήριο επιχειρεί επί πολλές δεκαετίες να οριοθετήσει την έννοια της «κανονικής ασκήσεως δραστηριοτήτων», με μια νομολογία που εκκινεί από την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Manpower ( 21 ) και έχει ενσωματωθεί σε διαδοχικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης, με τελευταία την οδηγία 2014/67. |
|
46. |
Ο κανονισμός 987/2009, ως προς την ερμηνεία του οποίου διερωτάται το αιτούν δικαστήριο, διευκρινίζει στο άρθρο του 14, παράγραφος 2, ότι «η φράση “ο οποίος ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές του εκεί” αναφέρεται σε εργοδότη που ασκεί συνήθως [ουσιώδεις δραστηριότητες], πέραν των δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχείρισης στην επικράτεια του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του». |
|
47. |
Εισάγοντας την επεξήγηση αυτή σε νομοθετικό κείμενο, ο νομοθέτης της Ένωσης υιοθέτησε τις δύο διευκρινίσεις στις οποίες είχε προβεί το Δικαστήριο: πρέπει να πρόκειται για «σημαντικές» ( 22 ) και όχι για «αμιγώς εσωτερικ[ές] δραστηριότητ[ες] διαχειρίσεως» ( 23 ). |
|
48. |
Κάνοντας λόγο στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009 για συνήθη άσκηση «[ουσιωδών δραστηριοτήτων], πέραν των δραστηριοτήτων καθαρά εσωτερικής διαχείρισης» ( 24 ), ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, συνεπώς, να υπογραμμίσει το ποιοτικό στίγμα της εκφράσεως «σημαντικές δραστηριότητες» που χρησιμοποιείται στις αποφάσεις FTS και Plum. |
|
49. |
Ως εκ τούτου, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο αριθμός των πραγματοποιούμενων δραστηριοτήτων, αλλά η σημασία τους για τον προσδιορισμό εκείνων που αποτελούν το ίδιο και χαρακτηριστικό αντικείμενο της εργοδότριας επιχειρήσεως. Όταν η τελευταία είναι ΕΠΑ, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, όπως έπραξε το Δικαστήριο με την απόφαση FTS. |
|
50. |
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, «[πρέπει] να [εξετάζεται] το σύνολο των κριτηρίων που χαρακτηρίζουν τις ασκούμενες από [μια ΕΠΑ] δραστηριότητες» ( 25 ). Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαμβάνονται, «ιδίως» και ενδεικτικώς ( 26 ), αυτά που σε μεγάλο βαθμό εισήχθησαν μεταγενέστερα στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/67 ( 27 ). |
|
51. |
Μεταξύ των κριτηρίων αυτών δεν περιλαμβάνεται η υποχρέωση των ΕΠΑ να κατευθύνουν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς τους διαθέσεως εργατικού δυναμικού προς τρίτους εργοδότες εγκατεστημένους στο κράτος στο οποίο οι ίδιες έχουν την έδρα τους. Αντιθέτως, η υποχρέωση αυτή απαντάται σε αποφάσεις της διοικητικής επιτροπής, όπως στην απόφαση 128, της 17ης Οκτωβρίου 1985 ( 28 ), σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 14β, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. |
|
52. |
Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποφάσεις αυτές δεν το δεσμεύουν, αν και μπορούν να είναι χρήσιμες για τα θεσμικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 29 ). Έτι περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έκανε, με την απόφαση FTS, αναφορά στη συγκεκριμένη αυτή απαίτηση, καίτοι η τελευταία απαντάτο ήδη στην απόφαση 128 του 1985 και στην απόφαση 162/1996 ( 30 ). |
|
53. |
Το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να αποσαφηνίσει εάν, υπό συνθήκες όπως αυτές της υπό κρίση διαφοράς, η συγκεκριμένη αυτή απαίτηση αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004. |
|
54. |
Υπενθυμίζω ότι, όπως ισχυρίστηκε η Γαλλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο δεν έχει ορίσει σε τι συνίστανται οι ουσιώδεις δραστηριότητες μιας ΕΠΑ. Η απόφαση FTS δεν εξέτασε το περιεχόμενο αυτού του είδους δραστηριοτήτων, και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν τα όρια μεταξύ των ουσιωδών δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων αμιγώς εσωτερικής διαχειρίσεως. |
|
55. |
Τα κριτήρια που απαριθμούνται στην απόφαση FTS προϋποθέτουν, στην πραγματικότητα, την ύπαρξη ουσιαστικού περιεχομένου, πλην όμως δεν το αναφέρουν ρητώς. Η χρησιμότητά τους είναι, συνεπώς, σχετική, εάν δεν αποσαφηνιστεί προηγουμένως σε τι συνίστανται οι δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται βάσει των κριτηρίων αυτών ( 31 ). |
|
56. |
Επομένως, παραδείγματος χάριν, η σημασία του τόπου εργασίας του διοικητικού προσωπικού των ΕΠΑ θα τελεί σε συνάρτηση με τη βαρύτητα που ενδέχεται να έχει η διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων κατά τη λειτουργία αυτού του είδους των επιχειρήσεων, οι οποίες προσλαμβάνουν εργαζομένους για να τους θέσουν στη διάθεση άλλων επιχειρήσεων. Η σημασία του παράγοντα αυτού δεν είναι η ίδια στην περίπτωση κατασκευαστικής εταιρίας ή επιχειρήσεως καθαριότητας και στην περίπτωση ΕΠΑ. |
|
57. |
Επιβάλλεται, συνεπώς, να καθοριστεί ποια είναι η χαρακτηριστική (ουσιώδης) δραστηριότητα των ΕΠΑ ή, σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποιεί η Γαλλική Κυβέρνηση, ποια είναι η «cœur de métier» αυτού του είδους των επιχειρήσεων. |
2. Ουσιώδης δραστηριότητα και δραστηριότητα αμιγώς εσωτερικής διαχειρίσεως των ΕΠΑ
|
58. |
Όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η χαρακτηριστική δραστηριότητα των ΕΠΑ είναι η διάθεση εργατικού δυναμικού σε έμμεσο ή τρίτο εργοδότη. |
|
59. |
Η επιτέλεση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει λογικά σειρά προπαρασκευαστικών δραστηριοτήτων επιλογής και προσλήψεως προσωπικού, τις οποίες οι παριστάμενες κυβερνήσεις χαρακτηρίζουν ως αμιγώς εσωτερικής διαχειρίσεως. Η Team Power και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι οι προπαρασκευαστικές αυτές δραστηριότητες αποτελούν μέρος της ουσιώδους δραστηριότητας των ΕΠΑ και, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζουν την τυπική δραστηριότητά τους. |
|
60. |
Σύμφωνα με τις αντίστοιχες θέσεις τους:
|
|
61. |
Οι βασικές γραμμές της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν έχουν χαραχθεί στο πλαίσιο διαφορών στις οποίες οι εργαζόμενοι είτε είχαν διατεθεί από ΕΠΑ ( 33 ) είτε είχαν αποσπαστεί από κατασκευαστική εταιρία ( 34 ). Κατά την κρίση μου, η σύγκριση των χαρακτηριστικών δραστηριοτήτων αμφοτέρων των κατηγοριών εργοδοτών μπορεί να χρήσιμη για την οριοθέτηση των πλαισίων των αντίστοιχων ουσιωδών δραστηριοτήτων. |
|
62. |
Η χαρακτηριστική δραστηριότητα των κατασκευαστικών επιχειρήσεων είναι, ακριβώς, η πραγματοποίηση ενός υλικού έργου. Η εκτέλεσή του προϋποθέτει σειρά προηγούμενων ενεργειών (παραδείγματος χάριν, απόκτηση υλικού και επιλογή και πρόσληψη εργατικού δυναμικού) οι οποίες απαιτούν, αυτές καθεαυτές, μια οργανωτική και διοικητική δομή. |
|
63. |
Ειδικότερα, η επιλογή και η πρόσληψη εργατικού δυναμικού αποτελεί, όσον αφορά τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις, επικουρική δραστηριότητα, αμιγώς εσωτερικής διαχειρίσεως, έναντι αυτού που συνιστά το κύριο αντικείμενό τους. Είναι επικουρική υπό την έννοια ότι οι επιχειρήσεις αυτές χρειάζονται εργατικό δυναμικό για την εκτέλεση κατασκευαστικών εργασιών, πλην όμως αυτή δεν είναι η δραστηριότητα που τις χαρακτηρίζει ως κατασκευαστικές επιχειρήσεις. |
|
64. |
Ο τόπος όπου μια κατασκευαστική επιχείρηση ασκεί την ουσιώδη δραστηριότητά της είναι λογικά εκείνος όπου κατασκευάζει τα κτίριά της. Εξ ου το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτού του είδους οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να τύχουν της εξαιρέσεως του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 όταν αποστέλλουν τους εργαζομένους τους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (διαφορετικού από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένες) εντός του οποίου ασκούν «το σύνολο των δραστηριοτήτων τους, εξαιρουμένων ορισμένων αμιγώς εσωτερικών δραστηριοτήτων διαχειρίσεως» ( 35 ). |
|
65. |
Η επιλογή και η πρόσληψη εργατικού δυναμικού –οι οποίες, επαναλαμβάνω, είναι επικουρικές σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα μιας κατασκευαστικής επιχειρήσεως– αποτελούν το ίδιον και χαρακτηριστικό αντικείμενο των ΕΠΑ ( 36 ). Εάν η κατασκευαστική επιχείρηση είναι αυτή που κατασκευάζει, η ΕΠΑ είναι, ακριβώς, αυτή που παρέχει σε άλλες επιχειρήσεις εργατικό δυναμικό το οποίο η ίδια έχει προηγουμένως επιλέξει και προσλάβει. |
|
66. |
Η επιλογή και η πρόσληψη εργαζομένων είναι, συνεπώς, εγγενείς στη δραστηριότητα διαθέσεως εργατικού δυναμικού. Πρόκειται για ένα συνεχές στο πλαίσιο του οποίου σημασία έχει τόσο ο χρόνος της διαθέσεως, εν στενή εννοία, όσο και αυτός της διαδικασίας που ακολουθείται για την επιλογή του προσώπου του οποίου η εργασία τίθεται προς διάθεση. Για μια ΕΠΑ, όσο σημαντική είναι η δραστηριότητα της αναζητήσεως τρίτων εργοδοτών με σκοπό την προς αυτούς διάθεση εργατικού δυναμικού, άλλο τόσο είναι και η επιλογή και η πρόσληψη του δυναμικού αυτού. |
|
67. |
Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, όσον αφορά τις ΕΠΑ, η απαίτηση που θέτει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 πληρούται ήδη από τον χρόνο προσλήψεως ορισμένων εργαζομένων με καθήκον την επιλογή εργατικού δυναμικού το οποίο θα τεθεί προσωρινώς στη διάθεση τρίτων εργοδοτών εγκατεστημένων σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, και όχι μόνον, ή κατά κύριο λόγο, στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η ίδια η ΕΠΑ. |
|
68. |
Είναι, συνεπώς, αναγκαία η διάκριση μεταξύ: α) των εργαζομένων της ΕΠΑ που ασχολούνται με την επιλογή, την πρόσληψη και τη διάθεση εργατικού δυναμικού σε τρίτους εργοδότες και β) των εργαζομένων που επιλέγονται και προσλαμβάνονται και οι οποίοι, αν και διατηρούν οργανικό δεσμό με την ΕΠΑ, τίθενται, εντούτοις, στη διάθεση των τρίτων αυτών εργοδοτών. Εάν οι πρώτοι ασκούν τη χαρακτηριστική δραστηριότητα της ΕΠΑ, οι δεύτεροι αποτελούν το αντικείμενο της υπηρεσίας την οποία παρέχει η ΕΠΑ. |
|
69. |
Εφόσον γίνει δεκτή η παρουσία των ΕΠΑ ως νομίμων παρόχων υπηρεσίας (της προσωρινής διαθέσεως εργαζομένων σε άλλες επιχειρήσεις) ( 37 ), η υπηρεσία αυτή ενδέχεται να παρουσιάζει διεθνική διάσταση και να καλύπτεται από την ελευθερία που κατοχυρώνει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Στον ίδιο αυτό βαθμό, δεν θα μπορούν να της αντιταχθούν αδικαιολόγητοι περιορισμοί. |
|
70. |
Υπό την επιφύλαξη των παρατηρήσεων στις οποίες πρόκειται ευθύς αμέσως να προβώ σχετικά με την καταπολέμηση της καταχρήσεως και της απάτης στο πεδίο αυτό, δεν πρέπει να παροράται ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 «έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, την προαγωγή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών υπέρ των επιχειρήσεων που κάνουν χρήση της [ελευθερίας αυτής] αποστέλλοντας εργαζομένους σε κράτη μέλη άλλα από εκείνο εντός του οποίου αυτές είναι εγκαταστημένες. Μια τέτοια διάταξη αποσκοπεί, συνεπώς, στην υπερπήδηση των εμποδίων που μπορούν να δυσχεράνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και, επίσης, στη διευκόλυνση της οικονομικής αλληλοδιεισδύσεως διά της αποφυγής των διοικητικών περιπλοκών, ιδίως για τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις». Στο ίδιο αυτό πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί και η δραστηριότητα των ΕΠΑ ( 38 ). |
|
71. |
Για να διαπιστώσουν εάν η δραστηριότητα του προσωπικού της ΕΠΑ, το οποίο επιλέγει, προσλαμβάνει και διαθέτει εργατικό δυναμικό, αναπτύσσεται στο κράτος αποστολής, οι εθνικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιήσουν ορισμένα από τα κριτήρια που καθιερώθηκαν με την απόφαση FTS, ήτοι: α) την καταστατική έδρα της ΕΠΑ, β) την έδρα της διοικήσεώς της, γ) τον αριθμό του προσωπικού που εργάζεται, αφενός, στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως της ΕΠΑ και, αφετέρου, σε άλλα κράτη μέλη και δ) τον τόπο όπου η ΕΠΑ προσλαμβάνει το προς διάθεση εργατικό δυναμικό. |
|
72. |
Τα προαναφερθέντα κριτήρια δεν αποτελούν το σύνολο όσων απαριθμεί η απόφαση FTS: απουσιάζουν τα σχετικά με τον τόπο συνάψεως των συμβάσεων μεταξύ της ΕΠΑ και των τρίτων εργοδοτών, αυτά που αφορούν τη νομοθεσία που διέπει τις εν λόγω συμβάσεις καθώς και το κριτήριο περί του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται, αφενός, στο κράτος αποστολής και, αφετέρου, σε άλλα κράτη μέλη. |
|
73. |
Κατά την άποψή μου, τα τρία τελευταία αυτά κριτήρια δεν αποδεικνύουν την πραγματική σύνδεση της ΕΠΑ με το κράτος αποστολής: η σύνδεση αυτή εξαρτάται μάλλον από το εάν οι εργαζόμενοι που ασκούν τη χαρακτηριστική δραστηριότητα της ίδιας της ΕΠΑ επιλέγουν, προσλαμβάνουν και διαθέτουν εργατικό δυναμικό στο εν λόγω κράτος μέλος. |
|
74. |
Ειδικότερα, το κριτήριο περί του κύκλου εργασιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη του τόπου όπου διατίθεται το εργατικό δυναμικό, όχι όμως για τον προσδιορισμό του τόπου στον οποίον πραγματοποιείται η επιλογή και η πρόσληψη εργαζομένων που πρόκειται να διατεθούν, πράγμα το οποίο, επαναλαμβάνω, συνιστά τον σκληρό πυρήνα της χαρακτηριστικής δραστηριότητας των ΕΠΑ. |
|
75. |
Τα όντως κρίσιμα κριτήρια για να διαπιστωθεί ο πραγματικός δεσμός της ΕΠΑ με το κράτος αποστολής στο οποίο η ίδια είναι εγκατεστημένη είναι εκείνα της αποφάσεως FTS, στα οποία αναφέρθηκα στο σημείο 71 των παρουσών προτάσεων. Τα λοιπά κριτήρια δεν είναι άνευ σημασίας: μπορεί κάλλιστα να έχουν σημασία, όχι όμως για να αποδειχθεί ο εν λόγω δεσμός, αλλά για να αποτραπεί η κατάχρηση δικαιώματος ή η απάτη. |
|
76. |
Εν συνόψει, εάν η ουσιώδης δραστηριότητα της ΕΠΑ (ήτοι, η πρόσληψη εργαζομένων με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους εργοδότες) αναπτύσσεται στο κράτος αποστολής, στο οποίο η επιχείρηση αυτή διαθέτει ίδια μέσα και οργανωτική δομή που συνάδουν με τα κριτήρια της αποφάσεως FTS, δεν έχει πλέον σημασία εάν το ποσοστό εργαζομένων που η ΕΠΑ αποσπά σε άλλο κράτος μέλος είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο σε σχέση με τους εργαζομένους που ενδεχομένως διαθέτει προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Βουλγαρία. |
Γ. Κατάχρηση και απάτη
|
77. |
Κατά τη διατύπωση του Δικαστηρίου, «[η] αρχή […], σύμφωνα με την οποία η απάτη και η κατάχρηση δικαιώματος απαγορεύονται, συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, ο σεβασμός της οποίας επιβάλλεται στους πολίτες», καθώς «η εφαρμογή της κανονιστικής ρύθμισης της Ένωσης δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να καταλαμβάνει πράξεις οι οποίες διενεργούνται με σκοπό τη δόλια ή καταχρηστική κτήση των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης» ( 39 ). |
|
78. |
Η παροχή υπηρεσίας η οποία έχει ως αντικείμενο τη διάθεση εργατικού δυναμικού σε άλλες επιχειρήσεις πραγματοποιείται σε «έναν ιδιαιτέρως ευαίσθητο τομέα από επαγγελματικής και κοινωνικής απόψεως», καθόσον, «[λ]όγω της ιδιαζούσης φύσεως των συνδεδεμένων με αυτή τη μορφή δραστηριότητος σχέσεων εργασίας, η άσκησή της επηρεάζει άμεσα τόσο τις σχέσεις στην αγορά εργασίας, όσο και τα έννομα συμφέροντα των εργαζομένων για τους οποίους πρόκειται» ( 40 ). |
|
79. |
Πρέπει, συνεπώς, να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι ΕΠΑ να κάνουν δόλια χρήση της δυνατότητας που τους παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος του δικαιώματος των αποσπασμένων εργαζομένων να υπαχθούν στο καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει στο κράτος μέλος απασχολήσεως, όπερ αποτελεί τον γενικό κανόνα ( 41 ). |
|
80. |
Τούτο θα μπορούσε να συμβεί εάν η σύσταση μιας ΕΠΑ «είχε ως αποτέλεσμα να διευκολύνεται η δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετέρχονται αμιγώς τεχνητές μεθοδεύσεις προκειμένου να κάνουν χρήση της κανονιστικής ρύθμισης της Ένωσης με μοναδικό σκοπό να αντλήσουν όφελος από τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των εθνικών συστημάτων [κοινωνικής ασφαλίσεως]» ( 42 ). Σε μια τέτοια περίπτωση, η ΕΠΑ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απλή εταιρία «ταχυδρομική θυρίδα» ή «οθόνη» ( 43 ), η οποία συστήνεται με σκοπό να συγκαλύψει τη μεταφορά εργαζομένων εντός της ίδιας και της αυτής επιχειρήσεως η οποία επωφελείται της μεταφοράς αυτής και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγει την καταβολή υψηλότερων στο κράτος απασχολήσεως μισθών και ασφαλιστικών εισφορών. |
|
81. |
Ωστόσο, ο σκοπός της αποτροπής των καταχρήσεων κατά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας μέσω ΕΠΑ δεν μπορεί, «απουσία οποιουδήποτε αντικειμενικού δικαιολογητικού λόγου, […] να δικαιολογήσει τον σχεδόν καθολικό αποκλεισμό αυτού του τύπου εργασίας, όπως, παραδείγματος χάριν, με την απαγόρευση της προσωρινής απασχολήσεως σε έναν ολόκληρο οικονομικό κλάδο […]. [Μ]έτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν μπορεί να ισοδυναμεί με στέρηση ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος» ( 44 ). |
|
82. |
Είναι αναγκαία, συνεπώς, η εξισορρόπηση της θεμιτής, από πλευράς των ΕΠΑ, ασκήσεως της ελευθερίας τους να παρέχουν υπηρεσίες σε τρίτους εργοδότες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη (θέτοντας στη διάθεσή τους, προσωρινώς, εργαζομένους) με την καταπολέμηση της απάτης ή της καταχρήσεως δικαιώματος ( 45 ). |
|
83. |
Πρέπει να υπομνησθεί, επιπλέον, ότι, κατά το Δικαστήριο, «αυτό και μόνο το γεγονός ότι μια εταιρία όρισε την καταστατική ή πραγματική έδρα της σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους με σκοπό να υπαχθεί σε ευνοϊκότερη νομοθεσία δεν συνιστά κατάχρηση» ( 46 ). |
|
84. |
Συνεπώς, μια ΕΠΑ δύναται, κατά γενικό κανόνα, να εγκατασταθεί σε κράτος μέλος στο οποίο η νομοθεσία είναι, κατά την άποψή της, ευνοϊκότερη, προκειμένου, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, να θέτει από εκεί τους εργαζομένους της προσωρινώς στη διάθεση επιχειρήσεων άλλων κρατών. |
|
85. |
Για τους σκοπούς αυτούς, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ελέγξουν, πρώτον, εάν η ΕΠΑ διαθέτει επαρκή διοικητική οργάνωση και εάν η επιλογή και η πρόσληψη εργαζομένων πραγματοποιείται από το δικό της προσωπικό στο έδαφος του κράτους μέλους από το οποίο ασκεί τις δραστηριότητές της. Πρέπει να ελέγξουν, επιπλέον, εάν πληροί το σύνολο των απαιτήσεων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους αυτού. |
|
86. |
Δεύτερον, πρέπει να εξακριβώσουν το υποστατό και το συνεχές του οργανικού δεσμού μεταξύ της ΕΠΑ και του εργαζομένου που τίθεται στη διάθεση του τρίτου εργοδότη ( 47 ). Ο εργαζόμενος αυτός «πρέπει, αμέσως πριν από την έναρξη της αποσπάσεώς του, να υπάγεται ήδη στη νομοθεσία [κοινωνικής ασφαλίσεως] του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του ο εργοδότης του» ( 48 ). |
|
87. |
Τρίτον, οι ίδιες αυτές αρχές δύνανται να εκλάβουν ως ένδειξη πιθανής δόλιας προθέσεως το γεγονός ότι η ΕΠΑ θέτει εργαζομένους στη διάθεση μίας ή μεμονωμένων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε ένα και μόνον κράτος μέλος απασχολήσεως, διαφορετικό από αυτό της εγκαταστάσεως της ίδιας της ΕΠΑ, με την οποία ή τις οποίες διατηρεί σημαντικούς δεσμούς (εταιρικούς ή παρόμοιου χαρακτήρα). |
|
88. |
Ασφαλώς, η ζήτηση για εργαζομένους που διαθέτουν οι ΕΠΑ παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις στο σύνολο της Ένωσης ( 49 ). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναμένεται ότι όλες οι ΕΠΑ θα απευθύνουν την προσφορά τους στο σύνολο των κρατών μελών. Η γεωγραφική εγγύτητα θα μπορούσε, συνεπώς, να αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την οριοθέτηση της αγοράς στην οποία αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν. |
|
89. |
Εν προκειμένω, η Team Power υποστηρίζει ότι το εργατικό δυναμικό που θέτει στη διάθεση πιθανών τρίτων εργοδοτών αποτελείται από Βούλγαρους εργαζομένους, οι οποίοι διαμένουν στη Βουλγαρία και αποσπώνται «κατά κύριο λόγο» σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γερμανία ( 50 ). Ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η μη απόσπαση εργαζομένων σε άλλα κράτη μέλη οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην πρακτική των βουλγαρικών αρχών στην οποία ανάγεται η διαφορά της κύριας δίκης ( 51 ). |
|
90. |
Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να εξετάσει το ζήτημα αυτό και, κατά συνέπεια, να εξετάσει όλες τις πραγματικές περιστάσεις που θα του επιτρέψουν να άρει την υπόνοια απάτης ή καταχρήσεως όσον αφορά την επιδίωξη της Team Power να τύχει της εξαιρέσεως του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 ( 52 ). |
|
91. |
Εφόσον αποκλειστεί το ενδεχόμενο καταχρήσεως και δόλιας προθέσεως, ουδόλως κωλύεται μια ΕΠΑ με έδρα στη Βουλγαρία να επωφεληθεί της επίμαχης εξαιρέσεως προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της σε τρίτους εργοδότες σε άλλα κράτη μέλη, ακόμη και αν δεν παρέχει σημαντικό μέρος των υπηρεσιών αυτών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Βουλγαρία. |
VI. Πρόταση
|
92. |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Administrativen sad – Varna (διοικητικό δικαστήριο Βάρνας, Βουλγαρία) ως εξής: «Το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2012, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2009, L 284, σ. 1), έχει την έννοια ότι, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη απάτης ή καταχρήσεως, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι μια επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως ασκεί κανονικά τις δραστηριότητές της στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη, σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς της διαθέσεως εργαζομένων να πραγματοποιείται προς τρίτους εργοδότες εγκατεστημένους στο ίδιο αυτό κράτος μέλος.» |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2009, L 284, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ 2012, L 149, σ. 4).
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 200, σ. 1), ο οποίος επίσης τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 465/2012. Ο κανονισμός 883/2004 κατάργησε, με ισχύ από 1ης Μαΐου 2010, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως είχε τροποποιηθεί για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 631/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 100, σ. 1).
( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1). Η διατύπωση του άρθρου 1, όπως αυτό παρατίθεται εν προκειμένω, ενσωματώνει τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία (ΕΕ) 2018/957 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 2018, L 173, σ. 16).
( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης (ΕΕ 2008, L 327, σ. 9).
( 6 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά («κανονισμός ΙΜΙ») (ΕΕ 2014, L 159, σ. 11).
( 7 ) Η άδεια χορηγήθηκε από το Agentur für Arbeit Düsseldorf (τοπική υπηρεσία απασχολήσεως Ντίσελντορφ), το οποίο υπάγεται στην Bundesagentur für Arbeit (ομοσπονδιακή υπηρεσία απασχολήσεως, Γερμανία).
( 8 ) Απόφαση C‑202/97 (EU:C:2000:75, στο εξής: απόφαση FTS).
( 9 ) Χρησιμοποιώ, κατά περίπτωση, τους όρους «κράτος αποστολής» και «κράτος απασχολήσεως» για να αναφερθώ, αντιστοίχως, στο κράτος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η ΕΠΑ και στο κράτος στο οποίο ο τρίτος εργοδότης απασχολεί τον εκεί αποσπασθέντα εργαζόμενο. Η ορολογία αυτή απαντάται συχνά στις αποφάσεις της διοικητικής επιτροπής για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 71 του κανονισμού 883/2004 (στο εξής: διοικητική επιτροπή).
( 10 ) Απόφαση για την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία στους αποσπασμένους μισθωτούς και μη μισθωτούς εργαζομένους, οι οποίοι ασκούν προσωρινά δραστηριότητα εκτός του αρμόδιου κράτους (ΕΕ 2010, C 106, σ. 5, στο εξής: απόφαση Α2 του 2009).
( 11 ) Οφείλει, παραδείγματος χάριν, να ελέγξει εάν η Team Power θέτει εργαζομένους στη διάθεση μίας μόνον ή δύο γερμανικών επιχειρήσεων, από ποιον έχει συσταθεί και τι δεσμούς έχει με τις γερμανικές αυτές επιχειρήσεις ή πόσα άτομα απασχολεί για την άσκηση της δραστηριότητάς της στη Βουλγαρία.
( 12 ) Πρακτικός οδηγός για την εφαρμοστέα νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και την Ελβετία (https://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=471&langId=fr&) (στο εξής: πρακτικός οδηγός).
( 13 ) Απόφαση για την ερμηνεία του άρθρου 14 παράγραφος 1 και του άρθρου 14β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία στους αποσπασμένους εργαζομένους (ΕΕ 1996, L 241, σ. 28, στο εξής: απόφαση 162 του 1996).
( 14 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs (C‑202/97, EU:C:1999:33).
( 15 ) Απόφαση C‑404/98 (EU:C:2000:607, στο εξής: απόφαση Plum).
( 16 ) Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2018, Altun κ.λπ. (C‑359/16, EU:C:2018:63, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, στο εξής: απόφαση Altun).
( 17 ) Υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποσπαστεί σε αντικατάσταση άλλου εργαζομένου.
( 18 ) Ο οργανικός δεσμός δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2016, Betriebsrat der Ruhrlandklinik (C‑216/15, EU:C:2016:883, σκέψη 36): «[…] αν γινόταν δεκτό ότι η έννοια του “εργαζομένου” κατά την οδηγία 2008/104 καλύπτει μόνο τα πρόσωπα τα οποία εμπίπτουν σε αυτήν κατά το εθνικό δίκαιο, και συγκεκριμένα τα πρόσωπα που συνδέονται με σύμβαση εργασίας με την επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως, η επίτευξη αυτών των σκοπών θα μπορούσε να διακυβευθεί και, άρα, να θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής, λόγω υπερβολικού και αδικαιολόγητου περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της».
( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Altun (σκέψη 34, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 20 ) Δεν υφίσταται, ωστόσο, ομογνωμία ως προς το ζήτημα αυτό στην κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας η διοικητική αρχή αμφισβητεί την ύπαρξη οργανικού δεσμού μεταξύ της Team Power και του εργαζομένου.
( 21 ) Απόφαση 35/70 (EU:C:1970:120, στο εξής: απόφαση Manpower). Κατά την ερμηνεία διατάξεως πρόδρομης του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 [συγκεκριμένα, του άρθρου 13, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 3 του Συμβουλίου ΕΟΚ, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 24/64 του Συμβουλίου ΕΟΚ, της 10ης Μαρτίου 1964 (JO 1964, 47, σ. 746)], το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Manpower, ότι η αναφορά του άρθρου αυτού «στην επιχείρηση που έχει έδρα στο κράτος, όπου εδρεύει και η επιχείρηση στην οποία υπάγεται ο εργαζόμενος, έχει κυρίως ως στόχο την εφαρμογή της διάταξης αυτής μόνο στους εργαζόμενους που έχουν προσληφθεί από επιχειρήσεις που ασκούν κατά κανόνα τη δραστηριότητά τους στο έδαφος του κράτους, όπου έχουν την έδρα τους» (απόφαση Manpower, σκέψη 16, η υπογράμμιση δική μου).
( 22 ) Αποφάσεις FTS (σκέψεις, 40, 42 και 45) και Plum (σκέψη 21).
( 23 ) Απόφαση Plum (σκέψη 22).
( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) Απόφαση FTS (σκέψη 42).
( 26 ) Απόφαση FTS (σκέψη 43).
( 27 ) Βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων. Στην απόφαση FTS (σκέψη 43), μνημονεύονται «ο τόπος της έδρας της επιχειρήσεως και της διοικήσεώς της, το προσωπικό διοικήσεως που εργάζεται, αντιστοίχως, στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως και στο άλλο κράτος μέλος, ο τόπος όπου οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται και αυτός όπου συνάπτονται οι περισσότερες συμβάσεις με τους πελάτες, η νομοθεσία που διέπει τις συμβάσεις εργασίας που η επιχείρηση συνάπτει, αφενός, με τους εργαζομένους της, και, αφετέρου, με τους πελάτες της, καθώς και ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια μιας αρκούντως καθοριστικής περιόδου εντός καθενός από τα δύο οικεία κράτη μέλη».
( 28 ) ΕΕ 1986, C 141, σ. 6, στο εξής: απόφαση 128 του 1985. Στην ίδια αυτή κατεύθυνση κινείται το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, σημείο ii, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 162 του 1996.
( 29 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑356/15, EU:C:2018:555, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον πρακτικό οδηγό: απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Inspecteur van de Belastingdienst (C‑631/17, EU:C:2019:381, σκέψη 41).
( 30 ) Μπορεί να έχει σημασία ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως FTS, η απαίτηση αυτή δεν περιελήφθη στην απόφαση 181, της 13ης Δεκεμβρίου 2000, για την ερμηνεία του άρθρου 14 παράγραφος 1, του άρθρου 14α παράγραφος 1 και του άρθρου 14β παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία στους αποσπασμένους μισθωτούς εργαζόμενους και τους αυτοτελώς απασχολούμενους, οι οποίοι ασκούν προσωρινά δραστηριότητα εκτός αρμόδιου κράτους (ΕΕ 2001, L 329, σ. 73).
( 31 ) Η ίδια η απόφαση FTS εμμένει στο ότι «η επιλογή των κριτηρίων πρέπει να προσαρμόζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση» (σκέψη 43).
( 32 ) Παραδείγματος χάριν, η Φινλανδική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η παροχή εργατικού δυναμικού στο κράτος αποστολής και η από το κράτος αυτό διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι υφίσταται σημαντική δραστηριότητα στο τελευταίο αυτό κράτος. Για να διαπιστωθεί εάν μια ΕΠΑ ασκεί σημαντικές δραστηριότητες στο κράτος αποστολής, θα έπρεπε να εξεταστεί εάν η ίδια παρέχει εργατικό δυναμικό σε τρίτους εργοδότες με έδρα στο ίδιο αυτό κράτος.
( 33 ) Βλ., ιδίως, απόφαση FTS και απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Vicoplus κ.λπ. (C‑307/09 έως C‑309/09, EU:C:2011:64).
( 34 ) Αποφάσεις Manpower, Plum και Altun.
( 35 ) Απόφαση Plum (σκέψη 22). Η υπογράμμιση δική μου.
( 36 ) Κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η παροχή εργατικού δυναμικού αποτελεί δραστηριότητα εγγενή στις ΕΠΑ, πρόκειται, εντούτοις, για το ίδιον αντικείμενο οποιασδήποτε επιχειρήσεως, με αποτέλεσμα μόνον ο τόπος στον οποίον δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις στις οποίες οι ΕΠΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους να μπορεί να αποτελεί κρίσιμο κριτήριο. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη ότι, ακόμη και αν όλες οι επιχειρήσεις προσλαμβάνουν προσωπικό για να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους, το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ΕΠΑ είναι, ακριβώς, ότι προσλαμβάνουν προσωπικό με σκοπό τη διάθεσή του σε άλλες επιχειρήσεις. Αυτό που για τις τελευταίες είναι παρεπόμενο έναντι της χαρακτηριστικής δραστηριότητάς τους, για τις ΕΠΑ αποτελεί την κύρια δραστηριότητά τους. Εξ ου και η σημασία του ως κριτηρίου για τον προσδιορισμό του τόπου όπου οι ΕΠΑ ασκούν την κύρια αυτή δραστηριότητά τους.
( 37 ) Η αναγνώριση των ΕΠΑ από το δίκαιο της Ένωσης συνάντησε αντιστάσεις σε εκείνα τα κράτη μέλη των οποίων οι έως τότε νομοθεσίες απαγόρευαν τη δραστηριότητα της διαθέσεως εργαζομένων ή και την τυποποιούσαν ως το αδίκημα της παράνομης διαθέσεως εργατικού δυναμικού.
( 38 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 38). Πρβλ. απόφαση FTS (σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 39 ) Απόφαση Altun (σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 40 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Webb (279/80, EU:C:1981:314, σκέψη 18). Εξ ου η μέριμνα της οδηγίας 2008/104, όπως διακηρύσσει η αιτιολογική της σκέψη 12, να θεσπίσει, «για τους προσωρινά απασχολούμενους, προστατευτικό πλαίσιο το οποίο δεν επιτρέπει διακρίσεις, χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και είναι αναλογικό, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνει υπόψη την ποικιλία των αγορών εργασίας και των εργασιακών σχέσεων».
( 41 ) Για να υπαχθούν στο καθεστώς αυτό κοινωνικής ασφαλίσεως, οι εργαζόμενοι που πρόκειται να αποσπαστούν πρέπει, λογικά, να έχουν προηγουμένως συνάψει σύμβαση εργασίας στο κράτος όπου διαμένουν. Οι ΕΠΑ μπορούν να διευρύνουν τις δυνατότητες προσβάσεως στην αγορά εργασίας (ακόμη και σε άλλο κράτος μέλος και με προσωρινό χαρακτήρα) νέων εργαζομένων, ή εκείνων που προσβλέπουν σε καλύτερες συνθήκες, υπό τον όρο ότι τηρούν τους κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητά τους. Τούτο ορίζει συγκεκριμένα το άρθρο 2 της οδηγίας 2008/104, κατά το οποίο πρέπει «να ενισχυθεί ουσιαστικά η δημιουργία θέσεων απασχόλησης και η ανάπτυξη ευέλικτων μορφών εργασίας».
( 42 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, AFMB (C‑610/18, EU:C:2020:565, σκέψη 69).
( 43 ) Όροι τους οποίους χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, Planzer Luxembourg (C‑73/06, EU:C:2007:397, σκέψη 62), για να αναφερθεί στις επιχειρήσεις με εικονική απλώς εγκατάσταση.
( 44 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση AKT (C‑533/13, EU:C:2014:2392, σημείο 122).
( 45 ) Εν αντιθέσει προς ό,τι ισχυρίστηκε η Εσθονική Κυβέρνηση, η θέση που υποστηρίζω δεν συνιστά «διασταλτική ερμηνεία» της επίμαχης εξαιρέσεως, η οποία θα ενίσχυε τον κίνδυνο απάτης και καταχρήσεως. Δεν πρέπει να επεκταθεί στις ΕΠΑ μια ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 987/2009, το οποίο, εγγενώς, δεν θα τις περιελάμβανε, αλλά να εφαρμοστεί στις ΕΠΑ μια διάταξη στην ερμηνεία της οποίας εμπίπτουν αβίαστα.
( 46 ) Αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 27), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Inspire Art (C‑167/01, EU:C:2003:512, σκέψη 96), και της 25ης Οκτωβρίου 2017, Polbud – Wykonawstwo (C‑106/16, EU:C:2017:804, σκέψη 40).
( 47 ) Βλ. σημεία 42 και 43 και υποσημειώσεις 18, 19 και 20 των παρουσών προτάσεων.
( 48 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, Walltopia (C‑451/17, EU:C:2018:861, σκέψη 35).
( 49 ) Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Team Power, η διαφορά εργαζομένων που απασχολούνται μέσω ΕΠΑ κυμαίνεται από 5,9 % στη Σλοβενία έως 0,2 % στην Ελλάδα (σημείο 11.2 των γραπτών παρατηρήσεών της).
( 50 ) Σημεία 2.6 και 2.7 των γραπτών παρατηρήσεων της Team Power.
( 51 ) Όπ.π. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η παροχή εργατικού δυναμικού σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γερμανία αποτελεί «τον συνήθη τρόπο εργασίας της Team Power».
( 52 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βουλγαρική Κυβέρνηση απέκλεισε το ενδεχόμενο δόλιας ή καταχρηστικής συμπεριφοράς της Team Power. Επισήμανε ότι, κατά την κρίση της, η διαφορά δεν αφορά μια τέτοιου είδους υπόνοια, αλλά αποκλειστικώς και μόνον την ερμηνεία, υπό αντικειμενικούς όρους, των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004.