This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62014CP0376
View of Advocate General Szpunar delivered on 24 September 2014.#C v M.#Request for a preliminary ruling, from the Supreme Court (Ireland).#Reference for a preliminary ruling — Urgent preliminary ruling procedure — Judicial cooperation in civil matters — Jurisdiction and the recognition and enforcement of judgments in matrimonial matters and matters of parental responsibility — Regulation (EC) No 2201/2003 — Wrongful retention — Habitual residence of the child.#Case C‑376/14 PPU.
Γνώμη του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar της 24ης Σεπτεμβρίου 2014.
C κατά M.
Αίτηση του Supreme Court (Ιρλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας — Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Παράνομη κατακράτηση — Συνήθης διαμονή του παιδιού.
Υπόθεση C‑376/14 PPU.
Γνώμη του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar της 24ης Σεπτεμβρίου 2014.
C κατά M.
Αίτηση του Supreme Court (Ιρλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας — Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Παράνομη κατακράτηση — Συνήθης διαμονή του παιδιού.
Υπόθεση C‑376/14 PPU.
Court reports – general
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2275
MACIEJ SZPUNAR
της 24ης Σεπτεμβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑376/14 PPU
C.
κατά
M.
[αίτηση του Supreme Court (Ιρλανδία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κανονισμός (EΚ) 2201/2003 — Σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών — Έννοια της “συνήθους διαμονής” του παιδιού — Νόμιμη μετακίνηση του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος — Παράνομη κατακράτηση»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Ένα ζεύγος Γαλλοβρετανών διαζεύχθηκε. Έχουν ένα παιδί μικρής ηλικίας. Η μητέρα, βάσει αποφάσεως γαλλικού δικαστηρίου, μετέβη μαζί με το παιδί από τη Γαλλία στην Ιρλανδία. Επτά μήνες αργότερα, γαλλικό εφετείο εξαφάνισε την απόφαση αυτή και όρισε να διαμένει το παιδί με τον πατέρα. Η μητέρα δεν επιστρέφει το παιδί. |
|
2. |
Πού έχει και πού είχε το παιδί τη συνήθη διαμονή του; Συντρέχει περίπτωση απαγωγής υπό τη μορφή παράνομης κατακρατήσεως; Τα ερωτήματα αυτά υπέβαλε το Supreme Court (Ιρλανδία) στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. |
|
3. |
Είναι ευρέως γνωστό ότι στην έννομη τάξη της Ένωσης η διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις γονικής μέριμνας διέπεται από τον κανονισμό (EΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου ( 2 ), καλούμενο επίσης «κανονισμό Βρυξέλλες IIα». Επίσης γνωστό είναι ότι η Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία συνάφθηκε στο πλαίσιο της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο ( 3 ) (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1980), προβλέπει διαδικασία επιστροφής του παιδιού. |
|
4. |
Η απάντηση του νομοθέτη της Ένωσης στο ζήτημα του προσδιορισμού της σχέσεως των δύο αυτών νομικών πράξεων εντοπίζεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003. Η υπό κρίση υπόθεση, η οποία βρίσκεται στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του κανονισμού 2201/2003, αφορά την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως και τη σχέση μεταξύ του κανονισμού 2201/2003 και της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. |
II – Νομοθετικό πλαίσιο
Α — Η Σύμβαση της Χάγης του 1980
|
5. |
Το άρθρο 1 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 προβλέπει τα εξής: «Η Σύμβαση της Χάγης του 1980 έχει ως σκοπό:
[...]». |
|
6. |
Σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω Συμβάσεως: «Η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες:
Το δικαίωμα επιμέλειας που αναφέρεται στην περίπτωση αʹ μπορεί να απορρέει, ιδίως, είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους.» |
|
7. |
Το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 έχει ως εξής: «Εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 3 και από τη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του. Ακόμη κι αν η δικαστική ή διοικητική αρχή επιλήφθηκε μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος ενός έτους, που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, οφείλει ομοίως να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοσθεί στο νέο του περιβάλλον. Εφόσον η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση έχει λόγους να πιστεύει ότι το παιδί έχει μεταφερθεί σε άλλο κράτος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ή να απορρίψει την αίτηση επιστροφής του παιδιού.» |
|
8. |
Το άρθρο 13 της Συμβάσεως αυτής ορίζει: «Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει:
Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού που παρέχονται από την κεντρική αρχή ή άλλη αρμόδια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του.» |
|
9. |
Το άρθρο 16 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 έχει ως εξής: «Αφότου τους γνωστοποιηθεί η παράνομη μετακίνηση ενός παιδιού ή η κατακράτησή του κατά το άρθρο 3, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του συμβαλλόμενου κράτους, όπου το παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε, δεν μπορούν να κρίνουν επί του κυρίου θέματος του δικαιώματος της επιμέλειας, μέχρι να διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση επιστροφής του παιδιού κατά την παρούσα Σύμβαση ή μέχρι να διαρρεύσει εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς να υπάρξει αίτηση εφαρμογής της Σύμβασης.» |
|
10. |
Κατά το άρθρο 19 της εν λόγω Συμβάσεως: «Η απόφαση περί επιστροφής του παιδιού που εκδίδεται στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, δεν επηρεάζει την ουσία του δικαιώματος επιμελείας.» |
Β — Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
11. |
Η αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 2201/2003 έχει ως εξής: «Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, η επιστροφή του θα πρέπει να επιτυγχάνεται αμελλητί, και για το λόγο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει η σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 όπως συμπληρώνεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου 11. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα, θα πρέπει να μπορούν να αντιτάσσονται στην επιστροφή του σε συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Εντούτοις, μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να μπορεί να αντικαθίσταται από μεταγενέστερη απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του. Εάν η απόφαση αυτή συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού, η επιστροφή θα πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε καμία διαδικασία για την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το απαχθέν παιδί.» |
|
12. |
Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Ορισμοί»: «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: [...]
|
|
13. |
Στο κεφάλαιο II του κανονισμού 2201/2003 περί δικαιοδοσίας εντάσσεται το τμήμα 2 σχετικά με τη γονική μέριμνα (άρθρα 8 έως 15). |
|
14. |
Το άρθρο 8 του κανονισμού 2201/2003 τιτλοφορείται «Γενική δικαιοδοσία» και διατυπώνεται ως εξής: «1. Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. 2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 12.» |
|
15. |
Το άρθρο 9 το οποίο φέρει τον τίτλο «Διατήρηση της αρμοδιότητας της προγενέστερης συνήθους διαμονής του παιδιού» ορίζει: «1. Όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν τη δικαιοδοσία τους, κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών μηνών μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας δυνάμει της αποφάσεως που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού συμμετέχοντας σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους χωρίς να αμφισβητήσει την αρμοδιότητά τους.» |
|
16. |
Το άρθρο 10 αφορά την «Αρμοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής παιδιού». Η διάταξη αυτή ορίζει: «Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, και:
|
|
17. |
Το άρθρο 11, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιστροφή του παιδιού», προβλέπει τα εξής: «1. Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής “σύμβαση της Χάγης του 1980”), απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8. 2. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν αυτό αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας του ή του βαθμού ωριμότητάς του. 3. Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης επιστροφής ενός παιδιού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ενεργεί αμέσως στα πλαίσια της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση, χρησιμοποιώντας τις πλέον σύντομες διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Ανεξάρτητα από το προηγούμενο εδάφιο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες από την ενώπιόν του κατάθεση της αίτησης, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. 4. Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του. 5. Το δικαστήριο δεν δύναται να απορρίψει την αίτηση επιστροφής παιδιού αν το πρόσωπο που ζήτησε την επιστροφή του παιδιού δεν είχε δυνατότητα ακρόασης. 6. Εάν ένα δικαστήριο εκδώσει απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, το δικαστήριο αυτό διαβιβάζει αμέσως, είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής του αρχής, αντίγραφο της απόφασης μη επιστροφής και συναφή έγγραφα, ιδίως πρακτικά, στο αρμόδιο δικαστήριο ή στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Τα εν λόγω έγγραφα επιδίδονται στο δικαστήριο εντός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης περί μη επιστροφής. 7. Αν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δεν έχουν ήδη επιληφθεί κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών, το δικαστήριο ή η κεντρική αρχή που λαμβάνει την πληροφορία που μνημονεύεται στην παράγραφο 6 πρέπει να την γνωστοποιήσει στα μέρη και να τα καλέσει να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση, ώστε το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού. Με την επιφύλαξη των περί δικαιοδοσίας διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο περατώνει την υπόθεση, εάν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία. 8. Ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του παρόντος κανονισμού είναι εκτελεστή σύμφωνα με το κεφάλαιο III, τμήμα 4, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού.» |
|
18. |
Το άρθρο 12 ορίζει την «Παρέκταση αρμοδιότητας» και έχει ως εξής: «1. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στα οποία η αρμοδιότητα ασκείται βάσει του άρθρου 3, για να αποφασίσουν για μια αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου των συζύγων, είναι αρμόδια για οιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη γονική μέριμνα το οποίο συνδέεται με την αίτηση αυτή, εφόσον
2. Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1 παύει όταν
3. Τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον
4. Όταν το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος μέλος μη μέρος της σύμβασης της Χάγης της 19ης Οκτωβρίου 1996 σχετικά με την αρμοδιότητα, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας και μέτρων προστασίας του παιδιού, η αρμοδιότητα η οποία βασίζεται στο παρόν άρθρο θεωρείται ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού ιδίως όταν μια διαδικασία παρίσταται αδύνατη στο εν λόγω τρίτο κράτος.» |
|
19. |
Κατά το άρθρο 16, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιλαμβανόμενο δικαστήριο»: «1. Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:
|
|
20. |
Το άρθρο 19 περί εκκρεμοδικίας και συναφών αγωγών προβλέπει τα εξής: «1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. 2. Εάν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο. 3. Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ αυτού του δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που άσκησε τη σχετική αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.» |
Γ — Το ιρλανδικό δίκαιο
|
21. |
Με τον νόμο του 1991 για την απαγωγή παιδιών και την εκτέλεση των αποφάσεων σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών (Child Abduction and Enforcement of Custody Orders Act, 1991) ( 4 ) τίθεται σε ισχύ στο ιρλανδικό δίκαιο η Σύμβαση της Χάγης του 1980. Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με την Κανονιστική πράξη του 2005, περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δικαστικές αποφάσεις σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας) [European Communities (Judgments in Matrimonial Matters and Matters of Parental Responsibility) Regulations, 2005] (S.I. 112 του 2005) ( 5 ), με σκοπό την εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 σε υποθέσεις μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν τη Σύμβαση της Χάγης του 1980. |
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
|
22. |
Η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά διαφορά σχετικά με την παράνομη κατακράτηση της Γαλλίδας υπηκόου H., η οποία γεννήθηκε στη Γαλλία στις 14 Ιουλίου 2008, παιδί των τότε έγγαμων γονέων της, ήτοι του Γάλλου υπηκόου πατέρα C. και της Βρετανίδας υπηκόου μητέρας M., η οποία έχει γεννηθεί στην Αγγλία από Ιρλανδούς γονείς. |
|
23. |
H έγγαμη σχέση των γονέων επιδεινώθηκε αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού. Στις 17 Νοεμβρίου 2008, η μητέρα υπέβαλε αίτηση διαζυγίου στη Γαλλία. Έκτοτε, οι γονείς έχουν εμπλακεί σε μαραθώνιο δικαστικό αγώνα σχετικά με τη γονική μέριμνα του παιδιού ( 6 ). |
|
24. |
Στις 2 Απριλίου 2012 το δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων της Angoulême απήγγειλε το διαζύγιο των διαδίκων, με ισχύ από τις 7 Απριλίου 2009. Επίσης, με την απόφαση αυτή, το δικαστήριο έκρινε ότι οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, αλλά όρισε ως τόπο συνήθους διαμονής του παιδιού την κατοικία της μητέρας. Η μεταφορά του τόπου διαμονής έπρεπε να πραγματοποιηθεί σταδιακά και με πλήρη ισχύ από τις 7 Ιουλίου 2012 ( 7 ). Το εν λόγω δικαστήριο επέτρεψε την εγκατάσταση της μητέρας στην Ιρλανδία μαζί με το παιδί. Το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του πατέρα ορίστηκε λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο μεταβάσεως της μητέρας στην Ιρλανδία (μηνιαίως). |
|
25. |
Στις 23 Απριλίου 2012, ο πατέρας άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως περί γονικής μέριμνας. Αιτήθηκε την αναστολή της άμεσης εκτελέσεως του κεφαλαίου της αποφάσεως με το οποίο επιτράπηκε στη μητέρα να μεταβεί στην Ιρλανδία. |
|
26. |
Στις 5 Ιουλίου 2012, ο πρώτος πρόεδρος του εφετείου του Bordeaux απέρριψε την αίτηση αναστολής της άμεσης εκτελέσεως. |
|
27. |
Στις 12 Ιουλίου 2012, η μητέρα και το παιδί μετοίκησαν στην Ιρλανδία και έκτοτε διαμένουν εκεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασε το αιτούν δικαστήριο, η μητέρα δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση της 2ας Απριλίου 2012, η οποία την υποχρέωνε να επιτρέπει την επικοινωνία με τον πατέρα. |
|
28. |
Στις 5 Μαρτίου 2013, το εφετείο του Bordeaux, αποφαινόμενο επί της εφέσεως κατά της αποφάσεως της 2ας Απριλίου 2012, διέταξε την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και όρισε ότι το παιδί διαμένει με τον πατέρα, αναγνωρίζοντας στη μητέρα συγκεκριμένα δικαιώματα επικοινωνίας και φιλοξενίας. |
|
29. |
Στις 29 Μαΐου 2013, ο πατέρας, με ειδική κλήτευση, υπέβαλε ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων αίτηση επιστροφής του παιδιού στον τόπο συνήθους διαμονής του στη Γαλλία δυνάμει του άρθρου 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 προς τον σκοπό εκτελέσεως των αποφάσεων περί επιμέλειας των γαλλικών δικαστηρίων, και των δικαιωμάτων του επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας και περί αναγνωρίσεως της παράνομης κατακρατήσεως του παιδιού στην Ιρλανδία από τη μητέρα. |
|
30. |
Στις 2 Ιουλίου 2013, κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου οικογενειακών διαφορών της Niort, ο πατέρας ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο να διατάξει την ανάθεση της γονικής μέριμνας αποκλειστικά σε εκείνον, απαγορεύοντας τη μετακίνηση του παιδιού εκτός Γαλλίας. Η μητέρα προέβαλε δικονομικές ενστάσεις σχετικά με τις διαδικασίες ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων, οι οποίες είχαν κινηθεί στις 29 Μαΐου 2013. |
|
31. |
Στις 10 Ιουλίου 2013, το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών της Niort εξέδωσε την απόφασή του και απέρριψε τις δικονομικές ενστάσεις της μητέρας, αποφαινόμενο ότι η υπόθεση ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων δεν αφορούσε την ουσία του δικαιώματος επιμέλειας και δεν υπήρχε κίνδυνος εκδόσεως αντικρουόμενων δικαστικών αποφάσεων, διότι το ιρλανδικό δικαστήριο «δεν είναι, κατά τα φαινόμενα, αρμόδιο να κρίνει επί της επιστροφής ή όχι του παιδιού, του οποίου η συνήθης διαμονή, άρα και η ουσία της υποθέσεως, έχει κριθεί με πολύ πρόσφατη απόφαση που εκδόθηκε κατ’ έφεση στη Γαλλία». Το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών της Niort ανέθεσε αποκλειστικά στον πατέρα τη γονική μέριμνα, διέταξε την επιστροφή του παιδιού στην κατοικία του πατέρα του στη Γαλλία και απαγόρευσε τη μετακίνησή του από τη χώρα αυτή χωρίς τη συναίνεση του πατέρα. Το παιδί ουδέποτε επέστρεψε στη Γαλλία. |
|
32. |
Στις 13 Αυγούστου 2013, το High Court of Ireland απέρριψε την αίτηση επιστροφής του παιδιού στη Γαλλία, δυνάμει του άρθρου 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, και αναγνωρίσεως της παράνομης κατακρατήσεως του παιδιού στην Ιρλανδία από τη μητέρα (άρθρο 3 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980) ( 8 ). Συγκεκριμένα, έκρινε ότι όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ιρλανδία από ή περί τον Ιούλιο του 2012, όταν μετοίκησε στην Ιρλανδία μαζί με τη μητέρα του. Ο δικαστής επισήμανε ότι επρόκειτο για νόμιμη μετοικεσία, βάσει της αποφάσεως του δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων της Angoulême της 2ας Απριλίου 2012. |
|
33. |
Στις 10 Οκτωβρίου 2013, ο πατέρας άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του High Court. Ενώπιον του Supreme Court, ο πατέρας υποστήριξε ειδικότερα ότι η νόμιμη μετακίνηση μπορεί να καταστεί παράνομη κατακράτηση, ότι τα ιρλανδικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των γαλλικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν επιληφθεί πρώτα και έχουν τη δικαιοδοσία να αποφανθούν επί του δικαιώματος επιμέλειας του παιδιού, και ότι το γαλλικό δικαστήριο οικογενειακών διαφορών της Niort διευκρίνισε εκ νέου με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2013, μεταξύ άλλων, ότι έχει αποκλειστική δικαιοδοσία κατά τον κανονισμό 2201/2003 και ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στη Γαλλία. |
|
34. |
Η μητέρα διατείνεται ειδικότερα ότι, βάσει της αποφάσεως του δικαστηρίου της Angoulême της 2ας Απριλίου 2012, δικαιούται να καθορίσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού, χωρίς την έγκριση του πατέρα, και ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού μεταβλήθηκε μετά τη μετάβαση στην Ιρλανδία, με αποτέλεσμα αυτό να έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ιρλανδία πριν τον Μάρτιο του 2013, και ότι η συνεχιζόμενη κατακράτηση του παιδιού στην Ιρλανδία ήταν νόμιμη. |
|
35. |
Στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας επιστροφής, το Supreme Court υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 2201/2003 (βλ. σημείο 39 ακολούθως). |
|
36. |
Στις 18 Δεκεμβρίου 2013, ο πατέρας υπέβαλε ενώπιον του Master του High Court of Ireland, δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού 2201/2003, αίτηση να κηρυχθεί εκτελεστή η απόφαση της 5ης Μαρτίου 2013 του εφετείου του Bordeaux. Η αίτηση έγινε δεκτή και η απόφαση επιδόθηκε στη μητέρα στις 20 Δεκεμβρίου 2013. |
|
37. |
Η μητέρα στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση αναστολής της διαδικασίας εκτελέσεως. Η αίτηση συζητήθηκε στις 9 Μαΐου 2014 ενώπιον του High Court in Ireland. Το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας παραμένει άγνωστο. |
|
38. |
Στις 7 Ιανουαρίου 2014, η μητέρα άσκησε αναίρεση (pourvoi en cassation) ενώπιον του γαλλικού Cour de cassation κατά της αποφάσεως του εφετείου του Bordeaux της 5ης Μαρτίου 2013. Η δικάσιμος ορίστηκε στις 25 Ιουνίου 2014. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής παραμένει επίσης άγνωστο. |
IV – Υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα
|
39. |
Με την από 31 Ιουλίου 2014 διάταξή του, που παραλήφθηκε από το Δικαστήριο στις 7 Αυγούστου 2014, το Supreme Court υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
V – Επί της επείγουσας διαδικασίας
|
40. |
Με την ίδια διάταξη της 31ης Ιουλίου 2014, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εκδικαστεί η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολόγησε το αίτημά του με το σκεπτικό ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 2201/2003, σε περίπτωση παράνομης μετακινήσεως παιδιού, η επιστροφή του πρέπει να λάβει χώρα αμελλητί. |
|
41. |
Βάσει προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, στις 14 Αυγούστου 2014, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου προς εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας επί της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ο εκκαλών και η εφεσίβλητη της κύριας δίκης, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Οι εν λόγω διάδικοι, από κοινού με τη Γαλλική Δημοκρατία συμμετείχαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Σεπτεμβρίου 2014. |
VI – Νομική εκτίμηση
Α — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
42. |
Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει στην απόφαση περί παραπομπής διάφορες διατάξεις του κανονισμού 2201/2003. Συγκεκριμένα το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία των άρθρων 2, 12, 19 και 24 του κανονισμού 2201/2003 και, επιπροσθέτως, στηρίζει προδήλως τη συλλογιστική του στα άρθρα 8, 9, 10, 13, 16, 17 και 23. Επιπλέον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 περί εκκρεμοδικίας. |
|
43. |
Κατόπιν τούτου, πριν διατυπώσω την πρότασή μου επί των τριών προδικαστικών ερωτημάτων, είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν ορισμένα ζητήματα. |
1. Το παραδεκτό των ερωτημάτων
|
44. |
Καταρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι το αιτούν δικαστήριο επιλαμβάνεται στο πλαίσιο αιτήσεως περί επιστροφής βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003. |
|
45. |
Συνεπώς, απαιτείται να διευκρινιστεί εν συντομία η νομική σχέση μεταξύ της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003, σχέση η οποία πρέπει να εξεταστεί βάσει του ιστορικού πλαισίου της. |
|
46. |
Αρχικώς, τόσο η Σύμβαση «Βρυξέλλες ΙΙ» ( 9 ) όσο και ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙ ( 10 ), ο πρόδρομος του κανονισμού 2201/2003, σκοπούσαν τον διαχωρισμό της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 από τους κοινοτικούς κανόνες σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Για τον λόγο αυτό, το άρθρο 4 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ περιελάμβανε απλώς μια παραπομπή στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 ( 11 ). Πέραν της παραπομπής αυτής, δεν υπήρχε άλλη αλληλεπίδραση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θεσπίσεως του κανονισμού 2201/2003, η Επιτροπή είχε αρχικώς προτείνει σε προσχέδιο του κεφαλαίου III σύστημα ενδοκοινοτικής διαδικασίας επιστροφής ( 12 ). Μολονότι το εν λόγω σύστημα δεν επιδίωκε την εξ ολοκλήρου αντικατάσταση της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ( 13 ), θα οδηγούσε κατ’ ουσίαν στην «κοινοτικοποίηση» της διαδικασίας επιστροφής. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή και, αντ’ αυτής, επελέγη ο συμβιβασμός: η διαδικασία επιστροφής εξακολουθεί να στηρίζεται στη Σύμβαση της Χάγης του 1980, αλλά συμπληρώνεται με το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 ( 14 ). |
|
47. |
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, όταν ένα φυσικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8 του εν λόγω άρθρου 11. |
|
48. |
Γίνεται εύκολα αντιληπτό από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 ότι η διάταξη αυτή δεν καθορίζει απευθείας το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εξετάσει το ζήτημα της επιστροφής του παιδιού ( 15 ). Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στις «αρμόδιες αρχές ( 16 ) κράτους μέλους [στο οποίο πρόκειται να υποβληθεί αίτηση] προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, απόφαση». Επομένως, το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν αποτελεί αυτό καθαυτό νομική βάση για την έκδοση διατάξεως περί επιστροφής ( 17 ). Αυτή η νομική βάση απορρέει από άλλες διατάξεις του εθνικού ή του διεθνούς δικαίου. |
|
49. |
Κατά συνέπεια, πρέπει να κινηθεί η κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 διαδικασία για να έχει εφαρμογή το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003. Η εν λόγω διαδικασία καθορίζεται κατ’ ουσίαν στα άρθρα 12 και 13, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Ο εθνικός δικαστής πρέπει, κατ’ ουσίαν, να διακριβώσει αν υπήρξε παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού εκτός του τόπου της συνήθους διαμονής του. |
|
50. |
Το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 συμπληρώνει ( 18 ) τη διαδικασία επιστροφής της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ως εξής: οι παράγραφοι 2 και 5 προϋποθέτουν την ακρόαση του παιδιού στο πλαίσιο της διαδικασίας, η παράγραφος 3 επιβάλλει την ταχεία δράση των επιληφθέντων δικαστηρίων και η παράγραφος 4 διευκρινίζει ότι, εφόσον έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του, δεν μπορεί να απορριφθεί η αίτηση περί της επιστροφής αυτής δυνάμει του άρθρου 13, στοιχείο βʹ, της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Εντούτοις, η κύρια λειτουργία του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 προκύπτει από τις παραγράφους 6 επ. Στην περίπτωση που δικαστήριο εκδώσει απόφαση περί μη επιστροφής δυνάμει του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση έχουν τελικώς διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά την επιστροφή ( 19 ). Αυτή η ενίσχυση της διαδικασίας της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 δικαιολογείται εν τέλει από τον υψηλό βαθμό συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 20 ). |
|
51. |
Προφανώς, καθόσον το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 συμπίπτει με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, το εν λόγω άρθρο υπερισχύει ( 21 ), ενώ η Σύμβαση εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα επί θεμάτων τα οποία δεν ρυθμίζει ο εν λόγω κανονισμός ( 22 ). |
|
52. |
Δεδομένου ότι η διαδικασία της υπό κρίση υποθέσεως διέπεται ως επί το πλείστον από τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, τίθεται το ζήτημα αν τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι παραδεκτά, με άλλα λόγια αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει την εν λόγω Σύμβαση, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 ( 23 ). |
|
53. |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η Ένωση είναι μέλος της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο ( 24 ), αλλά όχι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Χάγης του 1980, ενώ όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως αυτής ( 25 ). |
|
54. |
Ο κανονισμός 2201/2003 χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη διατύπωση ανάλογη με εκείνη της Συμβάσεως. Στην υπό κρίση υπόθεση, τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά, αφενός, τις νομικές έννοιες του άρθρου 2 του κανονισμού 2201/2003 και, αφετέρου, τη διατύπωση των άρθρων 3 και 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Επιπλέον, το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού μέσω της παραπομπής στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 επαναλαμβάνει την ορολογία που χρησιμοποιείται σ’ αυτήν. |
|
55. |
Σε τέτοια περίπτωση, η ερμηνεία του Δικαστηρίου, ακόμη και στο πλαίσιο της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, είναι αδιαμφισβήτητα χρήσιμη προκειμένου να επιτευχθεί η παράλληλη και συνεκτική με τον κανονισμό εφαρμογή της, να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 και να προαχθεί η συνεκτική ερμηνεία της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 όσον αφορά τα 28 κράτη μέλη της Ένωσης ( 26 ). |
|
56. |
Το Δικαστήριο τείνει να υιοθετήσει μια φιλελεύθερη προσέγγιση όταν πρόκειται να ερμηνεύσει τη διαδικασία επιστροφής δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003. Στην υπόθεση McB. ( 27 ) , στην οποία το εθνικό δικαστήριο, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, όφειλε να ερμηνεύσει τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 όπως και τον κανονισμό 2201/2003, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτό το σχετικό με την εν λόγω Σύμβαση ερώτημα ( 28 ). Επίσης, με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η απαγωγή παιδιού από ένα κράτος μέλος σε άλλο εμπίπτει σε σύνολο κανόνων αποτελούμενο από τις διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, του οποίου οι διατάξεις υπερέχουν όταν πρόκειται για υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, η ζητούμενη ερμηνεία δεν είναι προδήλως άνευ σημασίας για την απόφαση που καλείται να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο ( 29 ). |
|
57. |
Συνεπώς, φρονώ ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι για να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα, ώστε αυτή να αποτελέσει τον γνώμονα του αιτούντος δικαστηρίου κατά την απόφασή του περί της αιτήσεως επιστροφής του παιδιού. |
2. Δεν υφίσταται εκκρεμοδικία
|
58. |
Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003, εκκρεμοδικία επέρχεται εάν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας του ίδιου παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών. Ο σκοπός της διατάξεως αυτής έγκειται στην αποτροπή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων ( 30 ). |
|
59. |
Αυτό δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση. Όλες οι διαδικασίες ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων έχουν ως αντικείμενο το ζήτημα της γονικής μέριμνας, και ειδικότερα τον καθορισμό του δικαιώματος επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας με το παιδί. Αντιθέτως, δεν υφίσταται διαδικασία ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων που αφορά επί της ουσίας ζήτημα γονικής μέριμνας. Δύο διαδικασίες εκκρεμούν ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων. Πρώτον, η διαδικασία της παρούσας υποθέσεως κατά την οποία ο πατέρας προσέφυγε ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων, με αίτημα την επιστροφή του παιδιού στη Γαλλία ( 31 ), δυνάμει του άρθρου 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003. Δεύτερον, η διαδικασία σχετικά με την εκτέλεση της αποφάσεως του εφετείου του Bordeaux της 5ης Μαρτίου 2013, δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού 2201/2003. |
|
60. |
Δεδομένου ότι το αντικείμενο των διαδικασιών που κινήθηκαν στην Ιρλανδία σχετικά με την παρούσα υπόθεση δεν ταυτίζεται με εκείνο των διαδικασιών ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία. Στερείται επομένως σημασίας το ζήτημα αν «εξακολουθούσε να εκκρεμεί η εν λόγω υπόθεση» ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ( 32 ). |
3. Διατήρηση της διεθνούς δικαιοδοσίας
|
61. |
Επιπλέον, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις προκειμένου να κριθεί αν «τα ιρλανδικά δικαστήρια οφείλουν να διαπιστώσουν ότι διεθνή δικαιοδοσία ( 33 ) έχουν τα γαλλικά δικαστήρια και όχι τα ίδια δυνάμει του κανονισμού 2201/2003». Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι «τα ιρλανδικά δικαστήρια οφείλουν, εφαρμόζοντας τον κανονισμό, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, να διαπιστώσουν την έλλειψη δικαιοδοσίας τους υπέρ του δικαστηρίου που πρώτο επελήφθη της υπόθεσης, και το οποίο διατηρεί την δικαιοδοσία (άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού)». |
|
62. |
Δεδομένου ότι, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση τα ιρλανδικά δικαστήρια δεν επιλήφθηκαν της διαφοράς προκειμένου να αποφανθούν επί της ουσίας του ζητήματος της γονικής μέριμνας, αλλά μόνον επί της αιτήσεως περί επιστροφής του παιδιού, δεν τίθεται ζήτημα διαπιστώσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας άλλου δικαστηρίου. Η υπόθεση μπορεί να κριθεί επί της ουσίας μόνον αφού διαπιστωθεί ότι το παιδί δεν πρέπει να επιστρέψει κατ’ εφαρμογήν της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 ( 34 ). |
4. Διατάξεις άνευ σημασίας για την παρούσα διαδικασία
|
63. |
Επομένως, από τις ανωτέρω σκέψεις, προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην πραγματικότητα να διευκρινιστεί η εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003, σε συνδυασμό με τους νομικούς ορισμούς του άρθρου 2 του κανονισμού 2201/2003. Στην προκείμενη υπόθεση, δεν έχουν εφαρμογή και, συνεπώς, δεν είναι απαραίτητη η ερμηνεία των άρθρων 8, 9, 10, 12, 23 και 24 του κανονισμού 2201/2003, όπως συνοπτικά θα καταδείξω κατωτέρω. |
|
64. |
Το άρθρο 8 αποτελεί τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας σε ζητήματα γονικής μέριμνας. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος. Δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα της γονικής μέριμνας, το άρθρο 8 δεν έχει εφαρμογή. |
|
65. |
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8, το άρθρο 9 ορίζει ότι όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν τη δικαιοδοσία τους για διάστημα τριών μηνών μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να εξαφανίσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού. Το εν λόγω δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 10, του κανονισμού 2201/2003 και περιλαμβάνει ιδίως το δικαίωμα μετακίνησης του παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του. |
|
66. |
Η παρούσα υπόθεση, σαφώς, δεν αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας αλλά ένα ζήτημα τελείως διαφορετικό ( 35 ): ο πατέρας δεν διεκδικεί το δικαίωμα μετακινήσεως του παιδιού σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του ( 36 ) ούτε ζητεί να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ο εν λόγω πατέρας επιδιώκει να εξασφαλίσει τη μόνιμη επιμέλεια του παιδιού μέσω αιτήσεως περί εκδόσεως διατάξεως επιστροφής δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. |
|
67. |
Κατά την ίδια λογική, και το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο αυτό είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν τη δικαιοδοσία τους έως ότου το παιδί αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος εφόσον πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Και σε αυτή την περίπτωση, η εν λόγω διάταξη αφορά την ουσία του δικαιώματος της γονικής μέριμνας και όχι, όπως στην προκείμενη υπόθεση, διάταξη περί επιστροφής. |
|
68. |
Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και ως προς τη μη εφαρμογή του άρθρου 12 περί της παρεκτάσεως αρμοδιότητας στην υπό κρίση υπόθεση ( 37 ). |
|
69. |
Τα άρθρα 23 ( 38 ) και 24 ( 39 ) του κανονισμού 2201/2003 δεν έχουν σημασία εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορούν την αναγνώριση αποφάσεων, πράγμα που δεν εξετάζεται εν προκειμένω. |
Β — Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
|
70. |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, την ερμηνεία της έννοιας «συνήθης διαμονή» του άρθρου 3 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί προδήλως να διευκρινιστεί εάν είναι δυνατόν να αποκτήσει το παιδί συνήθη διαμονή εκτός Γαλλίας, λαμβανομένης υπόψη της εκκρεμούς διαδικασίας στη χώρα αυτή σχετικά με το δικαίωμα επιμέλειας. |
|
71. |
Προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί επιστροφής βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, κρίσιμη είναι μόνον η συνήθης διαμονή που είχε το παιδί αμέσως πριν από την προβαλλόμενη παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του ( 40 ). |
|
72. |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντίθετα προς τα άρθρα 8, 9, 10 και 12, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, η έννοια της συνήθους διαμονής δεν αποτελεί ενιαίο κριτήριο καθορισμού της δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, το άρθρο αυτό δεν απονέμει δικαιοδοσία, αλλά την κίνηση της διαδικασίας επιστροφής. |
|
73. |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη συνήθη διαμονή στο πλαίσιο των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού 2201/2003 μπορεί να αποτελέσει κατευθυντήρια γραμμή για το υπό κρίση ζήτημα. Η ανάλυσή μου θα είναι συνοπτική στο σημείο αυτό, εφόσον το αιτούν δικαστήριο είναι προφανώς πλήρως εξοικειωμένο με την εν λόγω νομολογία του Δικαστηρίου και αναπτύσσει την έννοια της συνήθους διαμονής παραπέμποντας στις δύο υποθέσεις A ( 41 ) και Mercredi ( 42 ) . |
|
74. |
Ο κανονισμός 2201/2003 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της συνήθους διαμονής. Από τη χρήση του επιθέτου «συνήθης» συνάγεται απλώς ότι η διαμονή πρέπει να έχει ορισμένη σταθερότητα ή κανονικότητα ( 43 ). Όπως επισήμανε το Δικαστήριο ( 44 ), η συνήθης διαμονή συνδέεται με το συμφέρον του παιδιού και, ειδικότερα, το κριτήριο της εγγύτητας ( 45 ). |
|
75. |
Για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής το Δικαστήριο χρησιμοποιεί πραγματικά στοιχεία. |
|
76. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της «συνήθους διαμονής» αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει ορισμένη ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Προς τούτο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής επί του εδάφους κράτους μέλους και της μετοικήσεως της οικογένειας στο εν λόγω κράτος, η ιθαγένεια του παιδιού, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης, οι γλωσσικές γνώσεις καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που έχει το παιδί εντός του εν λόγω κράτους ( 46 ). Επιπροσθέτως, η συνήθης διαμονή πρέπει κατ’ αρχήν να εμφανίζει ορισμένη διάρκεια ώστε να μαρτυρεί κάποια σταθερότητα ( 47 ). Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του παιδιού καθώς και το γεγονός ότι, κατά γενικό κανόνα, το περιβάλλον ενός παιδιού μικρής ηλικίας είναι κυρίως το οικογενειακό περιβάλλον που καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα με τα οποία ζει το παιδί και τα οποία μεριμνούν γι’ αυτό και το φροντίζουν ( 48 ). |
|
77. |
Είναι καθοριστικό να επισημανθεί ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ιδιαιτέρων πραγματικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως ( 49 ). |
|
78. |
Επομένως, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα νομολογία η συνήθης διαμονή εκλαμβάνεται ως πραγματική έννοια. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την επεξηγηματική έκθεση της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, η οποία επαναλαμβάνει την άποψη αυτή. Κατά την εν λόγω έκθεση «η έννοια της συνήθους διαμονής [αποτελεί] παγιωθείσα έννοια της Συμβάσεως της Χάγης σύμφωνα με την οποία η έννοια αυτή συνιστά καθαρά πραγματικό ζήτημα, που διακρίνεται στο πλαίσιο αυτό από την κατοικία» ( 50 ). |
|
79. |
Επιπλέον, η νομική θεωρία σχετικά με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 επίσης αντιμετωπίζει την έννοια της συνήθους διαμονής ως πραγματική έννοια ( 51 ). Τούτο ισχύει τόσο για τη νομική θεωρία σχετικά με τον κανονισμό 2201/2003 και τους προϊσχύσαντες αυτού κανονισμούς ( 52 ) ή με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο εν γένει ( 53 ). Κρίσιμο στοιχείο αποτελεί ο τόπος όπου πράγματι βρίσκεται το κέντρο της ζωής του παιδιού ( 54 ). |
|
80. |
Δεδομένου ότι η συνήθης διαμονή συνιστά πραγματική έννοια, δεν έχει καμία σημασία το αν αποκτήθηκε νόμιμα ή παράνομα. Σε διαφορετική περίπτωση, το άρθρο 10 του κανονισμού 2201/2003 θα ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη αυτή, η απόκτηση συνήθους διαμονής νοείται ακόμη και αν η μετακίνηση είναι παράνομη. Με άλλα λόγια, η απόκτηση συνήθους διαμονής δεν συνδέεται με τον νόμιμο χαρακτήρα της μετοικεσίας. Η απόκτηση συνήθους διαμονής είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή ακόμη και ως αποτέλεσμα παράνομης μετοικεσίας. |
|
81. |
Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι το δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων της Angoulême χρησιμοποίησε τον όρο «συνήθης διαμονή» του παιδιού, προκειμένου να αποφανθεί ότι το παιδί πρέπει να μείνει στην κατοικία της μητέρας, τούτο δεν ασκεί καμία επιρροή όσον αφορά το αν το παιδί πράγματι απέκτησε συνήθη διαμονή στην Ιρλανδία κατά την έννοια των διατάξεων της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του κανονισμού 2201/2003. |
|
82. |
Το αιτούν δικαστήριο, στη διάταξη περί παραπομπής, συντάσσεται προφανώς με την ερμηνεία κατά την οποία η συνήθης διαμονή τίθεται υπό την αίρεση της ελλείψεως ένδικων διαδικασιών, υπό την έννοια ότι, εφόσον εκκρεμούν στη Γαλλία διαδικασίες με αντικείμενο το δικαίωμα επιμέλειας, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού από τη Γαλλία στην Ιρλανδία ( 55 ). |
|
83. |
Εκτιμώ ότι δεν υπάρχει λόγος παρεκκλίσεως από την αρκούντως θεμελιωμένη προσέγγιση της συνήθους διαμονής ως πραγματικής έννοιας. Δεν συντρέχει λόγος επικαλύψεως της έννοιας αυτής με νομικές κατασκευές. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει την ευχερή εφαρμογή μιας έννοιας. Αν γινόταν δεκτό ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού δεν μπορεί να μεταβληθεί λόγω των διαδικασιών που εκκρεμούν, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να παρακωλύεται η απόκτηση της συνήθους διαμονής για ακαθόριστο χρονικό διάστημα. Επομένως, σε υποθέσεις όπως η εν προκειμένω κρινόμενη, η άσκηση εφέσεως θα είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τα υπόλοιπα πραγματικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Δεν μπορεί, εντούτοις, να ήταν αυτή η πρόθεση των συντακτών της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ούτε του νομοθέτη του κανονισμού 2201/2003. |
|
84. |
Συνεπώς, η συνήθης διαμονή πρέπει να εξακολουθήσει να ερμηνεύεται ως πραγματική έννοια. Το (εθνικό) δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να διαπιστώσει άμεσα, βάσει αποδεικτικών στοιχείων όπως τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του, τον τόπο συνήθους διαμονής του παιδιού. Βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων, η διαπίστωση αυτή θα ήταν εύκολη. Δεν μπορεί να απαιτηθεί από εθνικό δικαστήριο να διερευνήσει το ιστορικό της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς όπως αυτό εξελίχθηκε σε άλλο κράτος, απλώς και μόνο για να ορίσει τη συνήθη διαμονή του παιδιού. |
|
85. |
Συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία το παιδί μετοίκησε από ένα κράτος μέλος σε άλλο μαζί με τον γονέα ο οποίος, κατά τον χρόνο εκείνον, είχε δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού και του είχε επιτραπεί από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως να μετοικήσει σε άλλο κράτος μέλος, το παιδί δύναται κατ’ αρχήν να αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος. Το γεγονός ότι οι διαδικασίες που αφορούν την επιμέλεια του παιδιού εξακολουθούν να εκκρεμούν στο κράτος μέλος προελεύσεως δεν επηρεάζει το συμπέρασμα αυτό, καθώς η συνήθης διαμονή συνιστά πραγματική έννοια και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή όχι ένδικων διαδικασιών. |
Γ — Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
|
86. |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο πατέρας ή τα γαλλικά δικαστήρια ( 56 ) διατηρούν δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού, με συνέπεια η κατακράτησή του στην Ιρλανδία να καθίσταται παράνομη. Τούτο, κατ’ ουσίαν, σημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, προκειμένου να διαπιστώσει αν η παραμονή του παιδιού στην Ιρλανδία συνιστά ή όχι παράνομη κατακράτηση εκ μέρους της μητέρας. |
|
87. |
Υπενθυμίζεται ότι η μητέρα μετέβη μαζί με το παιδί στην Ιρλανδία στις 12 Ιουλίου 2012 και έκτοτε διαμένει στη χώρα αυτή. Η μετοικεσία αυτή στηρίχθηκε στην απόφαση του δικαστηρίου της Angoulême της 2ας Απριλίου 2012. Στις 5 Μαρτίου 2013, το εφετείο του Bordeaux διέταξε την επιστροφή του παιδιού στη Γαλλία. |
|
88. |
Η μετοικεσία της 12ης Ιουλίου 2012 ήταν νόμιμη. Κατά τον χρόνο αυτόν, η μητέρα δεν παραβίασε τους όρους του δικαιώματος επιμέλειας ( 57 ). |
|
89. |
Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει το ενδεχόμενο παράνομης κατακρατήσεως «ήδη από την πρώτη παραβίαση των όρων επικοινωνίας που είχαν οριστεί από το δικαστήριο της Angoulême στις 2 Ιουνίου 2012» ( 58 ). Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται στο τεκμήριο ότι «τα ίδια τα γαλλικά δικαστήρια έχουν διαπιστώσει ότι εξακολουθούσαν να έχουν τη “γονική μέριμνα” του παιδιού παρά την παραμονή του στην Ιρλανδία» ( 59 ). |
|
90. |
Ένα τέτοιο σκεπτικό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό. |
|
91. |
Τόσο η Σύμβαση της Χάγης του 1980 όσο και ο κανονισμός 2201/2003 κάνουν λόγο για παραβίαση των όρων της επιμέλειας και όχι για προσβολή του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας. Όσον αφορά τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, η εν λόγω διατύπωση εκφράζει σαφώς τη βούληση των συντακτών της Συμβάσεως ( 60 ). |
|
92. |
Συνεπώς δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η μητέρα να μετακίνησε ή να κατακράτησε παράνομα το παιδί στις 12 Ιουλίου 2012 ή στους αμέσως επόμενους μήνες ( 61 ). |
|
93. |
Τι συνέβη όμως κατά το διάστημα μετά τις 5 Μαρτίου 2013; |
|
94. |
Ο πατέρας εν προκειμένω υποστηρίζει ότι το παιδί κατακρατείται παράνομα από την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως του εφετείου του Bordeaux ( 62 ). Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι εν προκειμένω αν η νόμιμη μετακίνηση κατέστη παράνομη κατακράτηση. |
|
95. |
Έχω ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το αν τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 είχαν την πρόθεση να χαρακτηριστεί μια τέτοια περίπτωση ως παράνομη κατακράτηση. Κατά την επεξηγηματική έκθεση της εν λόγω Συμβάσεως, οι περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω Σύμβαση είναι εκείνες που απορρέουν από πράξεις που σκοπούν στη θεμελίωση τεχνητής διεθνούς δικαιοδοσίας, προκειμένου να αποκτηθεί η επιμέλεια του παιδιού ( 63 ). Κατά την εν λόγω έκθεση, αυτό που έχει σημασία είναι το ότι το παιδί απομακρύνεται από την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ( 64 ). Εν προκειμένω, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του εφετείου του Bordeaux, το παιδί διέμενε ήδη στην Ιρλανδία για διάστημα μεγαλύτερο των επτά μηνών. Επομένως, το εν λόγω παιδί δεν απομακρύνθηκε ξαφνικά μακριά από την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον του, κατά την εν λόγω χρονική στιγμή. |
|
96. |
Συνεπώς, δεν αντιλαμβάνομαι με ποιο τρόπο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, μια νόμιμη μετακίνηση θα μπορούσε να καταστεί παράνομη κατακράτηση ( 65 ). |
|
97. |
Η εν λόγω συλλογιστική είναι σύμφωνη με την προαναφερόμενη συλλογιστική σχετικά με το ζήτημα της συνήθους διαμονής. |
|
98. |
Η διαπίστωση αυτή ταυτίζεται, κατά την άποψή μου, με τη ratio της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και του κανονισμού 2201/2003. Εν προκειμένω θα εξεταστεί μόνον εάν και κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια για την έκδοση διατάξεως περί επιστροφής βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003. |
|
99. |
Το ζήτημα αυτό είναι διαφορετικό από το ζήτημα της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων που εξέδωσαν τα γαλλικά δικαστήρια σχετικά με το δικαίωμα επιμέλειας. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, στο κεφάλαιό του III, διαδικασία αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων. |
|
100. |
Επομένως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία το παιδί μετοίκησε από ένα κράτος μέλος σε άλλο μαζί με τον γονέα ο οποίος, κατά τον χρόνο εκείνον, είχε δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού και του είχε επιτραπεί από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως να μετοικήσει σε άλλο κράτος μέλος, η μεταβολή του δικαιώματος επιμέλειας δυνάμει αποφάσεως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως δεν καθιστά την κατακράτηση παράνομη. |
Δ — Τρίτο προδικαστικό ερώτημα
|
101. |
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν είναι αρμόδιο να εξετάσει το ζήτημα της συνήθους διαμονής. |
|
102. |
Η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική. |
|
103. |
Εντούτοις, θα ήθελα να επαναλάβω και να τονίσω ότι στα ιρλανδικά δικαστήρια απόκειται να διαπιστώσουν τη συνήθη διαμονή του παιδιού απλώς και μόνο για την εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003, ήτοι μόνο για να διαπιστωθεί κατά πόσο συντρέχει παράνομη κατακράτηση. |
|
104. |
Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας σε διαφορές σχετικά με την επιμέλεια είναι διαφορετικό και πρέπει να καθοριστεί βάσει των άρθρων 8, 10 και 12 του κανονισμού 2201/2003, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως. |
|
105. |
Επομένως προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση: δικαστήριο κράτους μέλους από το οποίο ζητείται να διατάξει την επιστροφή παιδιού δυνάμει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003, είναι αρμόδιο να εξετάσει το ζήτημα της συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από την προβαλλόμενη παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση. |
VII – Πρόταση
|
106. |
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Supreme Court ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 (ΕΕ L 338, σ. 1).
( 3 ) Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.hcch.net/upload/conventions/txt28en.pdf.
( 4 ) Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.irishstatutebook.ie/1991/en/act/pub/0006/.
( 5 ) Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.irishstatutebook.ie/2005/en/si/0112.html.
( 6 ) Όσον αφορά τις δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα πριν την έκδοση του διαζυγίου, δεν θα παρατεθούν στο σημείο αυτό, καθώς δεν ασκούν επιρροή στην επίδικη υπόθεση.
( 7 ) Η σχετική διατύπωση της αποφάσεως έχει ως εξής: «Από 7ης Ιουλίου 2012 ως τόπος συνήθους διαμονής του παιδιού ορίζεται η κατοικία της μητέρας».
( 8 ) Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής το High Court of Ireland αποφάνθηκε τόσο επί της αιτήσεως με αντικείμενο διάταξη περί επιστροφής όσο και επί της αιτήσεως περί (της καλούμενης) «αναγνωρίσεως» της παράνομης κατακρατήσεως. Αν η εν λόγω αίτηση περί «αναγνωρίσεως» συνιστούσε, όπως εκτιμά προφανώς το αιτούν δικαστήριο, αίτηση που αφορά «μια απόφαση ή ένα πιστοποιητικό […] με το οποίο διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση ήταν παράνομες κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης» που προβλέπει το άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, παράδοξο. Μία απόφαση περί επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και μία «απόφαση ή ένα πιστοποιητικό […] με το οποίο διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση ήταν παράνομες κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης» που προβλέπει το άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Κατά τη δική μου ερμηνεία της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, δεν είναι δυνατή η υποβολή και των δύο αιτήσεων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου. Πράγματι, η «απόφαση ή ένα πιστοποιητικό […] με το οποίο διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση ήταν παράνομες κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης» πρέπει να ληφθεί από δικαστική αρχή η οποία δεν επιλήφθηκε διαφοράς στο πλαίσιο αποφάσεως περί επιστροφής κατά το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980.
( 9 ) Βλ. πράξη του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1998 για την κατάρτιση, βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές (ΕΕ C 221, σ. 1). Η Σύμβαση αυτή ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ, λόγω του ότι αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙ, κατόπιν της «κοινοτικοποιήσεως» της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις μέσω της μετακινήσεως του σχετικού κεφαλαίου από τον προγενέστερο τρίτο πυλώνα στον πρώτο πυλώνα (μέρος III, τίτλος IV, της Συνθήκης ΕΚ) με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1η Μαΐου 1999.
( 10 ) Κανονισμός (EΚ) 1347/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (ΕΕ L 160, σ. 19).
( 11 ) Το άρθρο έφερε τον τίτλο «Απαγωγή παιδιών» και έχει ως εξής: «Τα αρμόδια, κατά την έννοια του άρθρου 3 δικαστήρια, ασκούν τη διεθνή δικαιοδοσία τους σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, περί των αστικών θεμάτων σχετικά με τη διεθνή απαγωγή παιδιών και ιδίως τα άρθρα 3 και 16 της σύμβασης αυτής».
( 12 ) Βλ. πρόταση για κανονισμό του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 και τροποποιεί τον κανονισμό 44/2001 σχετικά με υποθέσεις διατροφής [COM(2002) 222 τελικό] (ΕΕ 2002, C 203, E/155).
( 13 ) Βλ. άρθρο 61, στοιχείο εʹ, της προτάσεως, όπ.π.
( 14 ) Βλ., αναλυτικώς, P. McEleavy, «The new child abduction regime in the European Union: symbiotic relationship or forced partnership?», 1 Journal of Private International Law, σ. 5-34, ιδίως, σ. 8-14.
( 15 ) Βλ., μεταξύ πολλών, J. Rieck, «Kindesentführung und die Konkurrenz zwischen dem HKÜ und der EheEuGVVO 2003 (Brüssel ΙΙa)», Neue Juristische Wochenschrift, 2008, σ. 182-185, ιδίως, σ. 184.
( 16 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 17 ) Αυτό ακριβώς επισήμανε ο M. Frank, σε: M. Gebauer, T. Wiedmann, Zivilrecht unter europäischem Einfluss, 2η έκδοση, Στουτγάρδη κ.λπ., 2010, κεφάλαιο 29, παράγραφος 42.
( 18 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 2201/2003.
( 19 ) Το γεγονός αυτό θεωρείται ως «σημαντική μεταβολή στη μεθοδολογία της απαγωγής παιδιού» από τους P. R. Beaumont, P. E. McEleavy, Private International Law, A. E. Anton 3η έκδοση, Εδιμβούργο 2011, παράγραφος 17.100, σ. 838.
( 20 ) Βλ. T. Rauscher, «Parental Responsibility Cases under the new Council Regulation “Brussels IIA”», 5 The European Legal Forum, 2005, σ. I‑37-46, ιδίως σ. 43.
( 21 ) Βλ. άρθρο 60, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2201/2003.
( 22 ) Βλ. άρθρο 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003.
( 23 ) Για μια διεξοδική ανάλυση σχετικά με το γενικότερο ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ερμηνεύει διεθνείς συμφωνίες, βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση TNT Express Nederland (C‑533/08, EU:C:2010:50, σημείο 45 επ.).
( 24 ) Βλ. απόφαση 2006/719/EΚ του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2006, για την προσχώρηση της Κοινότητας στη Συνδιάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (ΕΕ L 297, σ. 1).
( 25 ) Βλ. πίνακα συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση της Χάγης, διαθέσιμος στη διεύθυνση: http://www.hcch.net/index_en.php?act=conventions.status&cid=24.
( 26 ) Αυτό συμβαίνει ειδικότερα στην περίπτωση που είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ποιο τμήμα του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 απλώς παραπέμπει στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 και ποιο τμήμα αυτού πράγματι τη συμπληρώνει, μολονότι είναι δυνατή μια τέτοια διάκριση, όπως προσπάθησα να καταδείξω ανωτέρω.
( 27 ) Απόφαση McB. (C‑400/10 PPU, EU:C:2010:582).
( 28 ) Βλ. απόφαση McB. (EU:C:2010:582, σκέψη 35), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι παρίσταται ανάγκη ερμηνείας του κανονισμού 2201/2003, και ειδικότερα του άρθρου 2, σημείο 11, αυτού, προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως η οποία έχει τεθεί στην κρίση του και έχει ως αντικείμενο την έκδοση αποφάσεως ή πιστοποιητικού με το οποίο να διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση των παιδιών τα οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης είναι παράνομη. Όπως εξάλλου προκύπτει από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, δηλαδή το άρθρο 15 του νόμου του 1991 για την απαγωγή παιδιών και την εκτέλεση των αποφάσεων σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών, όπως τροποποιήθηκε με την Κανονιστική πράξη του 2005, περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δικαστικές αποφάσεις σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας), σε περίπτωση μετακινήσεως παιδιού προς άλλο κράτος μέλος, το εθνικό δικαστήριο, όταν του ζητηθεί να εκδώσει απόφαση ή πιστοποιητικό κατά το άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, υποχρεούται να αποφανθεί επί του νομίμου χαρακτήρα της μετακινήσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του κανονισμού 2201/2003».
( 29 ) Βλ. απόφαση McB. (EU:C:2010:582, σκέψεις 36 και 37).
( 30 ) Βλ. απόφαση Purrucker (C‑296/10, EU:C:2010:665, σκέψη 67).
( 31 ) Σχετικά με την «αναγνώριση» της παράνομης κατακρατήσεως, βλ. τις παρατηρήσεις μου ανωτέρω, υποσημείωση 8.
( 32 ) Η φράση αυτή χρησιμοποιείται από το αιτούν δικαστήριο.
( 33 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 34 ) Αυτό επισημαίνεται και στο άρθρο 16 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980.
( 35 ) Εκτιμώ ότι το High Court έχει παραβλέψει το στοιχείο αυτό στην απόφασή του της 13ης Αυγούστου 2013, όπ.π. Βλ., ιδίως, σκέψεις 35 και 52 της αποφάσεως αυτής, η οποία είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση http://www.bailii.org/ie/cases/IEHC/2013/H460.html.
( 36 ) Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στη Γαλλία.
( 37 ) Εν πάση περιπτώσει, όταν αρμόδιο δικαστήριο επιλαμβάνεται της διαφοράς, διατηρεί κατ’ αρχήν τη δικαιοδοσία του ακόμα και στην περίπτωση που το τέκνο αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία. Αυτή η αρχή είναι γνωστή ως αρχή της perpetuatio fori. Βλ. K. Weitz, «Jurysdykcja krajowa w sprawach małżeńskich oraz w sprawach dotyczących odpowiedzialności rodzicielskiej w prawie wspólnotowym», σε: 16 Kwartalnik prawa prywatnego, 2007, σ. 81-154, ιδίως σ. 126, όπου η αρχή αυτή περιγράφεται ακριβέστερα ως αρχή της perpetuatio iurisdictionis. Ως συνέπεια της αρχής αυτής, η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία δεν συνεπάγεται καθ’ εαυτήν τη μεταβολή της αρμοδιότητας. Συναφώς, βλ., Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρακτικός οδηγός για την εφαρμογή του νέου κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ, Βρυξέλλες 2005, σ. 15, το κείμενο του οποίου είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/civiljustice/publications/docs/guide_new_brussels_ii_en.pdf.
( 38 ) Λόγοι μη αναγνώρισης αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα.
( 39 ) Απαγόρευση έρευνας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προέλευσης.
( 40 ) Και όχι, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 2201/2003, η συνήθης διαμονή του παιδιού κατά την ημερομηνία κατά την οποία επιλαμβάνεται το δικαστήριο.
( 41 ) Απόφαση A (C‑523/07, EU:C:2009:225).
( 42 ) Απόφαση Mercredi (C‑497/10 PPU, EU:C:2010:829).
( 43 ) Βλ. απόφαση Mercredi (EU:C:2010:829, σκέψη 44).
( 44 ) Βλ. απόφαση Mercredi (EU:C:2010:829, σκέψη 46).
( 45 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 2201/2003.
( 46 ) Βλ. απόφαση A (EU:C:2009:225, σκέψη 44).
( 47 ) Βλ. απόφαση Mercredi (EU:C:2010:829, σκέψη 51).
( 48 ) Βλ. απόφαση Mercredi (EU:C:2010:829, σκέψη 54).
( 49 ) Βλ. απόφαση Mercredi (EU:C:2010:829, σκέψη 56). Επιπλέον, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο τονίζει τη βούληση του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα να εγκατασταθεί μαζί με το παιδί εντός άλλου κράτους μέλους, εκφραζόμενη με συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η αγορά ή ενοικίαση κατοικίας εντός του κράτους μέλους υποδοχής, ως ένδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση μολονότι η βούληση της μητέρας πρέπει να ληφθεί προσηκόντως υπόψη ως πραγματικό στοιχείο, πρέπει εντούτοις να τονισθεί ότι η εν λόγω επισήμανση του Δικαστηρίου σχετικά με τη βούληση πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως Mercredi κατά την οποία η διάρκεια της διαμονής της μητέρας εντός άλλου κράτους μέλους ήταν εξαιρετικά σύντομη. Όπως πράγματι επισημαίνει ο R. Lamont, «Habitual residence and Brussels IIbis: developing concepts for European private international family law», 3 Journal of Private International Law, 2007, σ. 261-281, ιδίως σ. 263: «Η επιθυμία αποκτήσεως συνήθους διαμονής μετά από πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σήμαινε ότι η βούληση του ατόμου για την απόκτηση διαμονής κατέστη κρίσιμη ως προς το ζήτημα εάν έχει συνήθη διαμονή».
( 50 ) Βλ. επεξηγηματική έκθεση της Elisa Pérez‑Vera, Μαδρίτη, Απρίλιος 1981, παράγραφος 66, το κείμενο της οποίας είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.hcch.net/upload/expl28.pdf.
( 51 ) P. R. Beaumont, P. E. McEleavy, όπ.π., παράγραφος 7.67, σ. 178: «Τον πυρήνα του ενιαίου κριτήριου συνιστούν πραγματικοί δεσμοί και ως προς αυτό το εν λόγω κριτήριο διακρίνεται από την κατοικία»· T. Rauscher, Internationales Privatrecht, 3η έκδοση, Χαϊδελβέργη 2009, παράγραφος 273, σ. 65.
( 52 ) Βλ., π.χ., R. Lamont, όπ.π., σ. 263, ο οποίος χαρακτηρίζει την εν λόγω έννοια ως «απλή στην εφαρμογή και ευέλικτη, καθώς μεταβάλλεται όπως μεταβάλλονται συν τω χρόνω οι περιστάσεις που αφορούν το άτομο ή την οικογένεια».
( 53 ) Βλ., π.χ., G. Kegel, K. Schurig, Internationales Privatrecht, Μόναχο 2004, σ. 471. Βλ. επίσης Świerczyński, σε: M. Pazdan (ed.), System prawa prywatnego. Prawo prywatne międzynarodowe, τόμος 20A, Βαρσοβία 2014, παράγραφος 113, σ. 233.
( 54 ) Όσον αφορά τη γερμανική θεωρία οι έννοιες «Daseinsmittelpunkt» (κέντρο της υπάρξεως) (T. Rauscher, όπ.π., παράγραφος 274, σ. 65) ή «Lebensmittelpunkt» (κέντρο της ζωής) (B. Heß, Europäisches Zivilprozeßrecht, Χαϊδελβέργη 2010, παράγραφος 7, σημείο 55, σ. 408) περιγράφουν με σαφήνεια το εν λόγω ζήτημα. Για μια εμπεριστατωμένη μελέτη της έννοιας «Lebensmittelpunkt» ως του τόπου με τον οποίο ένα πρόσωπο έχει κοινωνικούς δεσμούς, βλ. G. Kegel, «Was ist gewöhnlicher Aufenthalt?», Recht im Wandel seines sozialen und technischen Umfeldes — Festschrift für Manfred Rehbinder, Μόναχο/Bέρνη 2002, σ. 699-706, ιδίως σ. 701.
( 55 ) Θα μπορούσα να προσθέσω ότι η μητέρα μετοίκησε μαζί με το παιδί στην Ιρλανδία γνωρίζοντας ότι είχε ασκηθεί έφεση ενώπιον του εφετείου του Bordeaux. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω ο πατέρας άσκησε έφεση στις 23 Απριλίου 2012, ενώ η μητέρα μετοίκησε στην Ιρλανδία στις 12 Ιουλίου 2012.
( 56 ) Όπως διευκρινίστηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα γαλλικά δικαστήρια δεν δύνανται να διατηρούν τέτοια δικαιώματα.
( 57 ) Όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται.
( 58 ) Το ορθό είναι «2 Απριλίου 2012».
( 59 ) Η μνεία του αιτούντος δικαστηρίου, στη διάταξη περί παραπομπής, της αποφάσεως Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψη 59), προκειμένου να θεμελιώσει την εκτίμηση ότι τα γαλλικά δικαστήρια είχαν τη «γονική μέριμνα» του παιδιού, είναι άνευ σημασίας. Το Δικαστήριο στην απόφαση αυτή απλώς επαναλαμβάνει τους νομοθετικούς ορισμούς του άρθρου 2, στοιχεία 7, 8 και 9, του κανονισμού 2201/2003.
( 60 ) Βλ. επεξηγηματική έκθεση της Elisa Pérez‑Vera, Μαδρίτη, Απρίλιος 1981, παράγραφος 65, το κείμενο της οποίας είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.hcch.net/upload/expl28.pdf: «Μολονότι τα προβλήματα τα οποία συνεπάγεται η προσβολή του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, ιδίως στην περίπτωση που το παιδί οδηγείται στο εξωτερικό από το πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια του παιδιού, τέθηκαν κατά τη δέκατη τέταρτη σύνοδο, η πλειοψηφία των μελών διατύπωσε την άποψη ότι τέτοιες καταστάσεις δεν εξομοιώνονται με την παράνομη μετακίνηση της οποίας η αποτροπή επιδιώκεται».
( 61 ) Το γεγονός αυτό έγινε δεκτό από το αιτούν δικαστήριο και δεν αμφισβητείται από τον πατέρα.
( 62 ) Υπενθυμίζω ότι το εφετείο του Bordeaux διέταξε την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας στις 5 Μαρτίου 2013, και όρισε ότι το παιδί πρέπει να διαμένει με τον πατέρα αναγνωρίζοντας στη μητέρα συγκεκριμένα δικαιώματα επικοινωνίας και φιλοξενίας. Στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνεται ότι ο πατέρας προβάλλει παράνομη κατακράτηση από την ημερομηνία αυτή, ενώ η «μητέρα υποστήριξε επιτυχώς ενώπιον του High Court in Ireland ότι, αμέσως πριν την 5η Μαρτίου 2013, η H. είχε τη συνήθη διαμονή της στην Ιρλανδία και επομένως τα γαλλικά δικαστήρια δεν ήταν πλέον τα επιληφθέντα της υποθέσεως δικαστήρια». Πρέπει να επισημανθεί εκ νέου ότι το ζήτημα της παράνομης ή όχι κατακρατήσεως εκτιμάται ανεξαρτήτως του ζητήματος αν τα γαλλικά δικαστήρια «είχαν επιληφθεί της υποθέσεως». Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το ζήτημα αυτό είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι τα αντικείμενο των διαδικασιών στη Γαλλία και την Ιρλανδία δεν συμπίπτουν.
( 63 ) Βλ. επεξηγηματική έκθεση, όπ.π., παράγραφος 11.
( 64 ) Όπ.π.
( 65 ) Αυτό δεν συνεπάγεται τη θεμελίωση γενικού κανόνα κατά τον οποίο δεν είναι ποτέ δυνατό μια νόμιμη μετακίνηση να καταστεί παράνομη κατακράτηση. Βλ. επεξηγηματική έκθεση, όπ.π., παράγραφος 12.