Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62003CC0398

Προτάσεις της γενικης εισαγγελέα Kokott της 23ης Σεπτεμβρίου 2004.
E. Gavrielides Oy.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Helsingin hallinto-oikeus - Φινλανδία.
Οδηγία 90/642/ΕΟΚ - Ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων - Αμπελόφυλλα.
Υπόθεση C-398/03.

Συλλογή της Νομολογίας 2004 I-11463

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2004:558

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 23ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)

Υπόθεση C-398/03

E. Gavrielides Oy

(αίτηση του Helsingin Hallinto-oikeus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Οδηγία 90/642/ΕΟΚ – Καθορισμός ανωτάτων τιμών περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων – Αμπελόφυλλα»






I –    Εισαγωγή

1.        Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προελεύσεως (2) (στο εξής: οδηγία 90/642). Στη διαδικασία επί της ουσίας, το Helsingin hallinto-oikeus (διοικητικό δικαστήριο του Ελσίνκι) κλήθηκε να επιληφθεί προσφυγής εκ μέρους εισαγωγέα αμπελόφυλλων στρεφόμενης κατά δύο αποφάσεων των φινλανδικών τελωνειακών αρχών. Με τις αποφάσεις αυτές απαγορεύθηκε στον εισαγωγέα η εισαγωγή αμπελόφυλλων με την αιτιολογία ότι αυτά περιείχαν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων σε ποσότητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 90/642 έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα.

II – Νομικό πλαίσιο

 Α – Κοινοτικό δίκαιο

2.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/642, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/41/ΕΚ (3) (στο εξής: οδηγία 97/41) έχει ως εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα προϊόντα των ομάδων της στήλης 1 του παραρτήματος Ι, των οποίων παραδείγματα περιέχονται στη στήλη 2, εφόσον τα προϊόντα της ομάδας αυτής, ή τα μέρη προϊόντων τα οποία περιγράφονται στη στήλη 3, μπορούν να περιέχουν ορισμένα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων

Η οδηγία εφαρμόζεται επίσης στα ίδια προϊόντα μετά την ξήρανση ή τη μεταποίησή τους ή μετά την ενσωμάτωσή τους σε σύνθετη ζωοτροφή η οποία μπορεί να περιέχει ορισμένα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων.»

3.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/41, έχει ως ακολούθως:

«Τα προϊόντα των ομάδων ή, ενδεχομένως, τα μέρη προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεν πρέπει να περιέχουν, από τη στιγμή που τίθενται σε κυκλοφορία, κατάλοιπα φυτοφαρμάκων σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ορίζονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ […]»

4.        Το άρθρο 5 της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν ή να παρεμποδίζουν τη θέση σε κυκλοφορία στο έδαφός τους των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 λόγω της παρουσίας καταλοίπων φυτοφαρμάκων αν η ποσότητα των εν λόγω καταλοίπων επάνω ή μέσα στα προϊόντα ή στα τμήματα των προϊόντων αυτών δεν υπερβαίνει τις ανώτατες περιεκτικότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1.»

5.        Το παράρτημα Ι της οδηγίας περιλαμβάνει πίνακα προϊόντων και ομάδων προϊόντων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 1 και στα οποία εφαρμόζονται οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει τρεις στήλες, που έχουν τον τίτλο, αντιστοίχως, «Ομάδες προϊόντων» (πρώτη στήλη) «Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα προϊόντα» (δεύτερη στήλη) και «Τμήμα του προϊόντος στο οποίο εφαρμόζονται οι ανώτατες περιεκτικότητες καταλοίπων» (τρίτη στήλη).

6.        Για όλα τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, το παράρτημα ΙΙ αναφέρει τις ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές περιεκτικότητας σε διάφορα φυτοφάρμακα σε χιλιοστόγραμμα ανά χιλιόγραμμο (mg/kg).

7.        Τα αμπελόφυλλα δεν μνημονεύονται ρητά ούτε στο παράρτημα Ι ούτε στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας.

8.        Μεταξύ άλλων το παράρτημα Ι της οδηγίας αναφέρει, στην πρώτη στήλη την ομάδα των «μούρων και μικρών καρπών». Η δεύτερη στήλη περιλαμβάνει στην ομάδα αυτή τα «επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια». Το παράρτημα Ι παραθέτει επίσης, στην πρώτη στήλη, την ομάδα των «φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών», στα οποία η δεύτερη στήλη κατατάσσει, μεταξύ άλλων, τα «μαρούλια και παρόμοια», τα «σπανάκια» και τα «αρωματικά φυτά».

9.        Κατά το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες 98/82/ΕΚ (4) και 2000/42/ΕΚ (5), οι ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές περιεκτικότητας σε chlorpyrifos και σε fenarimol είναι, αντιστοίχως, 0,05 mg/kg και 0,02 mg/kg για την ομάδα των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών και 0,5 mg/kg chlorpyrifos και 0,3 mg/kg fenarimol για τα επιτραπέζια και τα οινοποιήσιμα σταφύλια.

 Β – Εθνικό δίκαιο

10.      Οι διατάξεις της οδηγίας μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη με την απόφαση 896/99 του Φινλανδού Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας. Ούτε η απόφαση αυτή αναφέρει ρητά τα αμπελόφυλλα. Πάντως, επαναλαμβάνει τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με τις ομάδες προϊόντων και τις αντίστοιχες ανώτατες τιμές.

III – Πραγματικά περιστατικά και υποβαλλόμενα ερωτήματα

11.      Η εταιρία E. Gavrielides Oy (στο εξής: Gavrielides) θέλησε να εισαγάγει στη Φινλανδία μία παρτίδα ντολμαδάκια («αμπελόφυλλα γεμιστά με ρύζι») τον Μάιο του 2002, καθώς και μια παρτίδα αμπελόφυλλων συντηρημένων σε άλμη τον Ιούλιο του 2002.

12.      Δείγματα των προϊόντων αυτών εξετάσθηκαν στο χημείο του Τελωνείου, με σκοπό να εξακριβωθεί αν έχουν κατάλοιπα φυτοφαρμάκων. Από τη χημική εξέταση προέκυψε ότι τα αμπελόφυλλα που χρησιμοποιήθηκαν για τα ντολμαδάκια περιείχαν 0,28 mg/kg chlorpyrifos και ότι τα συντηρημένα σε άλμη αμπελόφυλλα περιείχαν 0,11 mg/kg chlorpyrifos και 0,14 mg/kg fenarimol.

13.      Στηριζόμενη στις ως άνω μετρήσεις η τελωνειακή αρχή απαγόρευσε, με αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2002 και της 12ης Αυγούστου 2002 (στο εξής: προσβαλλόμενες αποφάσεις), την εισαγωγή, τη διάθεση στο εμπόριο και κάθε άλλο τρόπο διαθέσεως των προϊόντων αυτών. Η τελωνειακή αρχή εξέθεσε ότι οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε chlorpyrifos και σε fenarimol για τα αμπελόφυλλα ήταν, αντιστοίχως, 0,05 mg/kg και 0,02 mg/kg, ότι οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας είχαν καθοριστεί με την απόφαση 896/99 του Φινλανδού Υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας, που μετέφερε στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 90/642/ΕΟΚ, ότι οι τιμές τις οποίες έλαβε ως βάση η ως άνω αρχή προκύπτει από την κατάταξη των αμπελόφυλλων στην ομάδα των «φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών» και ότι, κατά συνέπεια, έπρεπε να ισχύσουν για τα αμπελόφυλλα οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας που ισχύουν για τα αρωματικά φυτά, ήτοι 0,05 mg/kg chlorpyrifos και 0,02 mg/kg fenarimol.

14.      Η εταιρία Gavrielides ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων.

15.      Με διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ:

«1)      Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, την έννοια ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή και στα αμπελόφυλλα;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:

α)      Έχει το παράρτημα I της οδηγίας την έννοια ότι τα αμπελόφυλλα κατατάσσονται στην ομάδα των φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών, το δε παράρτημα II ότι τα αμπελόφυλλα κατατάσσονται στην κατηγορία των άλλων αρωματικών φυτών;

β)      Σε περίπτωση που τα αμπελόφυλλα δεν κατατάσσονται στην κατηγορία των άλλων αρωματικών φυτών, σε ποια κατηγορία πρέπει να καταταγούν;»

IV – Νομική εκτίμηση

 Α – Παρατηρήσεις των διαδίκων

16.      Η Φινλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι πίνακες των προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στα παραρτήματα της οδηγίας 90/642 δεν προβλέπουν αποκλειστική απαρίθμηση των προϊόντων αυτών. Υποστηρίζει την άποψη ότι τα αμπελόφυλλα πρέπει να καταταγούν στην ομάδα των «φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών» και παραπέμπει, επ’ αυτού, στην πρόταση της Επιτροπής με τον τίτλο «Classification of (minor) crops not listed in the appendic of Council Directive 90/642/EEC» (6), στη σελίδα 107 της οποίας τα αμπελόφυλλα κατατάσσονται στην ομάδα των αρωματικών φυτών.

17.      Η εταιρία Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η απαρίθμηση προϊόντων στην οδηγία 90/642 είναι αποκλειστική. Μεταξύ των απαριθμούμενων προϊόντων δεν περιλαμβάνονται ρητά τα αμπελόφυλλα, οπότε η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται σ’ αυτά. Κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, το συμπέρασμα ότι η απαρίθμηση των προϊόντων δεν είναι ενδεικτική μπορεί να συναχθεί κατ’ αρχάς από το προοίμιο της οδηγίας, η εικοστή αιτιολογική σκέψη της οποίας προβλέπει τη μελλοντική τροποποίηση των πινάκων. Επομένως, η απαρίθμηση είναι αποκλειστική. Η Gavrielides υποστηρίζει ότι μόνο το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002, της 28ης Ιανουαρίου 2002 (7), έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα. Η ως άνω διάταξη απαγορεύει την κυκλοφορία των προϊόντων που ενέχουν κινδύνους για την υγεία. Όμως, τα επίμαχα προϊόντα δεν μπορούν να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία παρά μόνο σε περίπτωση καταναλώσεως πολλών χιλιογράμμων ημερησίως. Η Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρούν ότι, ακόμη και στην περίπτωση στην οποία η οδηγία 90/642 κριθεί εφαρμοστέα στα αμπελόφυλλα, εν πάση περιπτώσει το προϊόν αυτό δεν μπορεί να καταταγεί στην ομάδα των «φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών». Αντιθέτως, οι ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές πρέπει να είναι ίδιες για όλα τα μέρη του ιδίου φυτού. Εν προκειμένω, οι ανώτατες επιτρεπόμενες τιμές περιεκτικότητας για τα αμπελόφυλλα πρέπει να είναι εκείνες που ισχύουν για τα σταφύλια.

18.      Η Επιτροπή θεωρεί ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει επιτακτικές διατάξεις ισχύουσες για τα αμπελόφυλλα και ότι δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί καμία επιστημονική μελέτη προκειμένου να περιληφθούν τα αμπελόφυλλα στην οδηγία αυτή. Εντούτοις, τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να κατατάξουν τα αμπελόφυλλα στην κατηγορία των άλλων αρωματικών φυτών, τηρουμένων των άρθρων 28 και 30 ΕΚ. Η πρόταση της Επιτροπής του 1999 με τον τίτλο «Classification of (minor) crops not listed in the appendix of Council Directive 90/642 EEC» (8) αποτελεί στην πραγματικότητα μόνο την έκφραση της απόψεως υπαλλήλων της Επιτροπής. Το κείμενο αυτό δεν έχει ψηφιστεί από την Επιτροπή και, επομένως, δεν έχει καμία νομική ισχύ. Πάντων, η Επιτροπή αρνείται επίσης την κατάταξη των αμπελόφυλλων στην κατηγορία των «επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων σταφυλιών». Πράγματι, υπάρχουν πολλές διαφορές μεταξύ των σταφυλιών και των αμπελόφυλλων. Εξάλλου, το παράρτημα Ι της οδηγίας δεν έχει ως σκοπό την πραγματοποίηση πλήρους εναρμονίσεως στον σχετικό τομέα.

 Β – Εκτίμηση

19.      Με τα ερωτήματά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 90/642 έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα, τα οποία δεν μνημονεύει ρητά, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια ομάδα προϊόντων πρέπει να καταταγούν τα αμπελόφυλλα ή πώς πρέπει να χαρακτηριστούν αυτά.

20.      Για να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εξετασθεί κατ’ αρχάς αν η δεύτερη στήλη του παραρτήματος Ι της οδηγίας 90/642 –στήλη στην οποία απαριθμούνται τα προϊόντα τα οποία αφορά η οδηγία– είναι αποκλειστική ή ενδεικτική.

21.      Αν η απαρίθμηση των προϊόντων στη δεύτερη στήλη είναι αποκλειστική, όπως διατείνονται η Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση, η οδηγία 90/642 δεν έχει εφαρμογή τα αμπελόφυλλα, διότι δεν τα αναφέρει ρητά. Εξάλλου, αν η απαρίθμηση των προϊόντων είναι μόνον ενδεικτική, πρέπει να εξετασθεί αν τα αμπελόφυλλα μπορούν να περιληφθούν σε ομάδα προϊόντων του παραρτήματος Ι ή να χαρακτηριστούν ως προϊόν υπαγόμενο σε κάποια από τις σχετικές κατηγορίες.

22.      Το κείμενο της οδηγίας αποκλείει κάθε δυνατότητα να έχει αποκλειστικό χαρακτήρα η απαρίθμηση των προϊόντων στη δεύτερη στήλη. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ρητά ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στα προϊόντα των ομάδων της στήλης 1 του παραρτήματος Ι, των οποίων παραδείγματα περιέχονται στη στήλη 2 (9). Επομένως, βάσει του κειμένου της οδηγίας προκύπτει ότι η απαρίθμηση στη δεύτερη στήλη έχει ενδεικτικό και όχι περιοριστικό χαρακτήρα.

23.      Προκειμένου να προσδιοριστεί αν η απαρίθμηση των προϊόντων είναι αποκλειστική ή ενδεικτική η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cacchiarelli και Stranghellini. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η οδηγία 76/895/ΕΟΚ περί καθορισμού της μεγίστης περιεκτικότητος για τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών (10), δεν έχει εφαρμογή στα γεώμηλα, διότι αυτά δεν μνημονεύονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής (11). Εντούτοις, τούτο δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό έρεισμα στην υπό κρίση υπόθεση, διότι οι δύο οδηγίες έχουν διαφορετικό κείμενο. Η οδηγία 76/895/ΕΟΚ αφορά ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, «τα προϊόντα που προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή ή, αν και περιστασιακά, για τη διατροφή των ζώων, τα οποία υπάγονται στις κλάσεις του Κοινού Δασμολογίου που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I […]». Στη συνέχεια, το παράρτημα της οδηγίας αυτής παραθέτει μόνο μεμονωμένα προϊόντα και όχι ομάδες προϊόντων. Επομένως, με βάση το γράμμα της οδηγίας 76/895/ΕΟΚ, το παράρτημά της προβλέπει αποκλειστική απαρίθμηση των προϊόντων που περιλαμβάνει.

24.      Στην υπόθεση Cacchiarelli και Stanghellini η οδηγία 90/642 ελήφθη υπόψη μόνον όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της σε ορισμένα φυτοφάρμακα. Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου δεν διαπίστωσε αν η απαρίθμηση των προϊόντων που περιλαμβάνει η οδηγία 90/642 είναι αποκλειστική ή ενδεικτική.

25.      Η συστηματική ερμηνεία συνηγορεί επίσης υπέρ του ενδεικτικού χαρακτήρα της απαριθμήσεως των προϊόντων στη δεύτερη στήλη του παραρτήματος Ι της οδηγίας 90/642. Αν η απαρίθμηση των προϊόντων στη δεύτερη στήλη ήταν αποκλειστική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να προβλεφθούν δύο διαφορετικές στήλες τιτλοφορούμενες «Ομάδες προϊόντων» και «Περιλαμβάνονται τα ακόλουθα προϊόντα». Θα αρκούσε απλώς η απαρίθμηση των προϊόντων, όπως είχε γίνει και στην οδηγία 76/895/ΕΟΚ (12).

26.      Επιπλέον, το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας προβλέπει, για διάφορες ομάδες προϊόντων, τις βασικές ανώτατες τιμές περιεκτικότητας για τα προϊόντα που δεν απαριθμούνται ρητά στις ομάδες αυτές, π.χ., στην ομάδα των «Μούρων και μικρών καρπών», την ανώτατη περιεκτικότητα για τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κατηγορία των «Άλλων». Τούτο αποδεικνύει επίσης ότι η απαρίθμηση στη δεύτερη στήλη του παραρτήματος Ι είναι ενδεικτική. Πράγματι, αν ήταν αποκλειστική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να καθοριστεί μια βασική ανώτατη περιεκτικότητα για μη απαριθμούμενα στο παράρτημα αυτό προϊόντα.

27.      Στην ομάδα των «Φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών», από το κείμενο της δεύτερης στήλης προκύπτει επίσης ένδειξη περί του ότι τα παρατιθέμενα στη στήλη αυτή προϊόντα απαριθμούνται ενδεικτικά. Πράγματι, στη στήλη αυτή γίνεται λόγος για «Μαρούλια και παρόμοια» και, στο παράρτημα ΙΙ, για «Άλλα».

28.      Επομένως, η απαρίθμηση των προϊόντων στη δεύτερη στήλη του παραρτήματος I της οδηγίας 90/642 δεν είναι αποκλειστική, αλλά απλώς ενδεικτική.

29.      Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι η οδηγία δεν μνημονεύει τα αμπελόφυλλα στη δεύτερη στήλη, θα μπορούσε να έχει εφαρμογή σε αυτά σε περίπτωση που τα αμπελόφυλλα καταταγούν σε κάποια ομάδα προϊόντων ή σε κάποια κατηγορία. Αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί κατωτέρω.

30.      Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται εύλογο να καταταγούν τα αμπελόφυλλα στην ομάδα των «Φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών», δεδομένου ότι, όπως και τα μαρούλια, τα σπανάκια και τα αρωματικά φυτά που μνημονεύονται ως παράδειγμα στην ομάδα αυτή, τα αμπελόφυλλα είναι φύλλα που μπορούν να καταναλωθούν.

31.      Όσον αφορά τον τρόπο καταναλώσεως εκ μέρους του αγοραστικού κοινού, από τον τρόπο και τις ποσότητες καταναλώσεώς τους, τα αμπελόφυλλα, τα μαρούλια και τα αρωματικά φυτά είναι απολύτως συγκρίσιμα.

32.      Εντούτοις, προκειμένου να προσδιοριστεί αν ένα προϊόν μπορεί να καταταγεί σε μια συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη, από τελολογικής απόψεως, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η οδηγία. Αφενός, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην προστασία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος (13)· αφετέρου, όμως, η οδηγία θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να προστατευθούν τα φυτά κατά των βλαβερών οργανισμών με τη χρησιμοποίηση χημικών φυτοφαρμάκων προκειμένου να βελτιωθεί η παραγωγικότητα στη γεωργία (14).

33.      Με τον καθορισμό ανώτατων τιμών περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επιχειρήθηκε ένας συμβιβασμός μεταξύ των δύο αυτών αντικρουόμενων σκοπών της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στον καθορισμό των υποχρεωτικών ανώτατων τιμών περιεκτικότητας στο χαμηλότερο επίπεδο που δικαιολογούν οι ορθές γεωργικές πρακτικές (15). Οι προβλεπόμενες ανώτατες τιμές περιεκτικότητας «αντιπροσωπεύουν τη χρήση των κατώτατων ποσοτήτων φυτοφαρμάκων που απαιτούνται για την αποτελεσματική καταπολέμηση και εφαρμόζονται έτσι ώστε η ποσότητα [καταλοίπων] να είναι η μικρότερη δυνατή και τοξικολογικώς αποδεκτή» (16).

34.      Επομένως, κατά τον καθορισμό των ανώτατων τιμών περιεκτικότητας ελήφθησαν υπόψη οι χαμηλότερες ποσότητες φυτοφαρμάκων που απαιτούνται για κάθε ομάδα προϊόντων ή για κάθε προϊόν με σκοπό την επίτευξη της κατάλληλης αποδόσεως. Η δόση του αναγκαίου φυτοφαρμάκου ποικίλλει ανάλογα με το κάθε φυτικό είδος. Τούτο εξηγεί ιδίως γιατί για παρόμοια είδη –όπως είναι τα σμέουρα και τα φραγκοστάφυλα–, ιδιαίτερα συγκρίσιμα όσον αφορά την εμφάνισή τους και τον τρόπο καταναλώσεώς τους, καθορίζονται διαφορετικές ανώτατες τιμές.

35.      Συνεπώς, προκειμένου να καταταγεί ένα προϊόν σε μια ομάδα προϊόντων πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ειδικές ανάγκες κάθε φυτού όσον αφορά την καταπολέμηση των επιβλαβών οργανισμών. Για να μπορεί να καταταγεί σε κάποια ομάδα ένα προϊόν απαιτείται να υφίσταται μεταξύ των σχετικών φυτικών ειδών μια τέτοια συνάφεια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι τα φυτικά αυτά είδη είναι εκτεθειμένα σε παρόμοιους κινδύνους από τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα ζιζάνια και, επομένως, ότι υφίσταται σχετικά μια παρόμοια ανάγκη χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμάκων με σκοπό την επίτευξη ενός πρόσφορου επιπέδου παραγωγικότητας. Αντιθέτως, μια ομοιότητα που περιορίζεται στον τρόπο καταναλώσεως και στις καταναλωνόμενες ποσότητες, όπως αυτή που υφίσταται μεταξύ των αμπελόφυλλων και των μαρουλιών και των αρωματικών φυτών, δεν αρκεί προκειμένου να καταταγούν τα φυτά αυτά στην ίδια ομάδα.

36.      Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν να μην κατατάξω τα αμπελόφυλλα στην κατηγορία των «φυλλωδών λαχανικών και αρωματικών φυτών». Πράγματι, όσον αφορά τόσο το σχετικό φυτικό είδος όσο και τον τρόπο καλλιέργειάς του, η άμπελος είναι εντελώς διαφορετική από τα μαρούλια ή τα αρωματικά φυτά για να μπορούν να ισχύσουν συναφώς, χωρίς κάποιο επιστημονικό έρεισμα, οι ανώτατες τιμές που καθορίστηκαν ειδικά για τα μαρούλια και τα αρωματικά φυτά σε συνάρτηση με τις ανάγκες τους σε φυτοφάρμακα. Η οδηγία 90/642 υπενθυμίζει μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο των αιτιολογικών της σκέψεων, ότι για τον καθορισμό των ανώτατων υποχρεωτικών τιμών περιεκτικότητας για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων απαιτείται μακρά τεχνική μελέτη (17).

37.      Η πρόταση της Επιτροπής με τον τίτλο «Classification of (minor) crops not listed in the appendix of Council Directive 90/642 EEC» (18), περί της οποίας κάνει λόγο η Φινλανδική Κυβέρνηση, δεν οδηγεί, ούτε και αυτή, σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Το ως άνω κείμενο προτείνει λύσεις σχετικά με την κατάταξη προϊόντων τα οποία δεν μνημονεύονται ρητά στο παράρτημα Ι της οδηγίας 90/462. Στη σελίδα 107 προτείνεται να καταταγούν τα αμπελόφυλλα στην ομάδα προϊόντων «Φυλλώδη λαχανικά και αρωματικά φυτά». Η πρόταση αυτή της Επιτροπής αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου εγγράφου με τον τίτλο «Guidelines for the generation of data concerning residues as provided in Annex II part A, section 6 and Annex II, part A, section 8 of Directive 91/414/EEC concerning the placing of plant production products on the market» (19). Όμως, στην εισαγωγή τού εν λόγω εγγράφου διευκρινίζεται ότι αυτό εκφράζει απλώς την άποψη των υπηρεσιών της Επιτροπής. Δεν αποσκοπεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Εξάλλου, τούτο υπενθυμίζεται και με τις γραπτές παρατηρήσεις τις οποίες κατέθεσε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, η πρόταση της Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί, το πολύ, ως  απλή άποψη εμπειρογνωμόνων σχετικά με την εξομοίωση των αρωματικών φυτών και των αμπελόφυλλων. Όμως, το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έκθεση εμπειρογνωμόνων, διότι δεν αναφέρει με ποιο τρόπο και, ενδεχομένως, βάσει ποιών μελετών η Επιτροπή κατέληξε στην προτεινόμενη κατάταξη των σχετικών προϊόντων.

38.      Συνεπώς, τα αμπελόφυλλα δεν μπορούν να καταταγούν στην ομάδα προϊόντων «Φυλλώδη λαχανικά και αρωματικά φυτά».

39.      Τα αμπελόφυλλα θα μπορούσαν ακόμη να καταταγούν ενδεχομένως στην κατηγορία προϊόντων «Μούρα και μικροί καρποί» στη θέση «Επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια», όπως προτείνουν η εταιρία Gavrielides και η Ελληνική Κυβέρνηση, σε περίπτωση που η οδηγία έχει εφαρμογή επ’ αυτών.

40.      Η άποψη αυτή επιρρωννύεται, όπως υποστηρίζεται, από το γεγονός ότι τα αμπελόφυλλα και τα σταφύλια ανήκουν στο ίδιο φυτό. Επομένως, είναι δυνατό τα δύο αυτά προϊόντα να έχουν τις ίδιες ανάγκες όσον αφορά την ποσότητα φυτοφαρμάκων που απαιτείται για μια μεγάλη παραγωγικότητα.

41.      Εντούτοις, η ως άνω κατάταξη αποκλείεται βάσει του γράμματος της οδηγίας. Τα φύλλα ασφαλώς δεν είναι μούρα ή σταφύλια.

42.      Αντιθέτως, το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των αμπελόφυλλων, αφενός, και των επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων σταφυλιών, αφετέρου, διότι η τρίτη στήλη του παραρτήματος I της οδηγίας 90/642 –που παραθέτει τα μέρη του προϊόντος για τα οποία ισχύουν οι ανώτατες τιμές περιεκτικότητας– αποκλείει τον μίσχο των σταφυλιών, οπότε, πρέπει επίσης να αποκλείονται και τα φύλλα, δεν είναι πειστικό. Η τρίτη στήλη αποκλείει τα μέρη του προϊόντος τα οποία μπορεί να υποτεθεί ότι δεν προορίζονται προς κατανάλωση, όπως ο μίσχος, διότι μια μεγάλη περιεκτικότητα σε φυτοφάρμακα στα μέρη αυτά δεν έχει επίπτωση στον ανθρώπινο οργανισμό και, επομένως, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των σχετικών μετρήσεων.

43.      Ωστόσο, προκειμένου να καθοριστεί αν πρέπει να ισχύουν για τα αμπελόφυλλα οι ίδιες ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε φυτοφάρμακα με τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια πρέπει να ληφθεί υπόψη κατ’ αρχάς το γεγονός ότι η οδηγία 90/642 αποσκοπεί στην ευρύτερη δυνατή προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος (20). Χωρίς σχετική επιστημονική μελέτη είναι αδύνατο να εξακριβωθεί αν ο σκοπός αυτός δικαιολογεί την κατάταξη των αμπελόφυλλων μαζί με τα επιτραπέζια ή οινοποιήσιμα σταφύλια, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αυτομάτως μια σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε φυτοφάρμακα. Η περίοδος της συγκομιδής μπορεί να είναι διαφορετική για τα φύλλα και για τα σταφύλια, ενώ μια καλλιέργεια που αποσκοπεί στη συγκομιδή των φύλλων μπορεί να απαιτεί λιγότερες ποσότητες φυτοφαρμάκων από μια καλλιέργεια που αποσκοπεί στη συγκομιδή των σταφυλιών. Οι αβεβαιότητες αυτές πρέπει να αρθούν με βάση επιστημονικές μελέτες σε κοινοτικό επίπεδο, ενώ αμπελόφυλλα πρέπει να περιληφθούν στο παράρτημα στο πλαίσιο μιας τροποποιήσεως της οδηγίας. Μια κατάταξη στηριζόμενη απλώς σε ερμηνεία των νομοθετικών κειμένων, χωρίς επιστημονικό έρεισμα, είναι αδύνατη. Επομένως, τα αμπελόφυλλα δεν μπορούν να καταταγούν ούτε στη θέση προϊόντων «Επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια».

44.      Καταλήγοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ασφαλώς, η απαρίθμηση των προϊόντων στο παράρτημα I της οδηγίας 90/642 δεν είναι αποκλειστική. Ωστόσο, για τους προεκτεθέντες λόγους, τα αμπελόφυλλα δεν μπορούν να καταταγούν ούτε στην ομάδα προϊόντων «Φυλλώδη λαχανικά και αρωματικά φυτά» ούτε στην ομάδα προϊόντων «Μούρα και μικροί καρποί» (θέση: «Επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια»). Καμία άλλη από τις ομάδες προϊόντων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτό. Κατά συνέπεια, τα αμπελόφυλλα διαφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.

45.      Ασφαλώς, η παρούσα ερμηνεία της οδηγίας 90/642 έχει ως συνέπεια ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε σχετική εναρμόνιση όσον αφορά το σύνολο των υφισταμένων φυτικών ειδών. Επομένως, μπορεί να προσαφθεί στην ερμηνεία αυτή ότι αντιβαίνει προς έναν άλλο σκοπό της οδηγίας, που είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας (21). Εντούτοις, από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η ερμηνεία αυτή σέβεται τους λοιπούς σκοπούς της οδηγίας, καταλήγοντας με τον τρόπο αυτό σε μια ισορροπία μεταξύ όλων αυτών των σκοπών.

46.      Επιβάλλεται επίσης η διαπίστωση ότι η έλλειψη της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας δεν σημαίνει ότι είναι νόμιμη κάθε σχετική εθνική ρύθμιση, αλλά μόνον εκείνη η οποία είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο γενικά και, ειδικότερα, με τα άρθρα 28 και 30 ΕΚ. Αντιθέτως, οι ενδεχομένως έχουσες σημασία εν προκειμένω διατάξεις του κανονισμού 178/2002 (22), ιδίως το άρθρο 14 αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, διότι, δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού αυτού, η έναρξη της ισχύος τους προβλέπεται μόλις την 1η Ιανουαρίου 2005.

47.      Κατά το άρθρο 28 ΕΚ, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών απαγορεύονται οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς (23). Μια διοικητική πρακτική μπορεί να αποτελεί έναν τέτοιο περιορισμό (24). Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν υφίσταται στη Φινλανδία μια γενική διοικητική πρακτική σχετικά με τους όρους από τους οποίους εξαρτάται η άδεια εισαγωγής αμπελόφυλλων. Όμως, ούτε οι ατομικές διοικητικές πράξεις μπορούν να αντιβαίνουν προς το άρθρο 28 ΕΚ, το οποίο καθιερώνει ατομικά δικαιώματα, των οποίων η νομική προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται από την ατομική ή γενική φύση της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου (25). Οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση διοικητικές αποφάσεις, με τις οποίες η εισαγωγή αμπελόφυλλων εξαρτήθηκε από μια συγκεκριμένη ανώτατη περιεκτικότητα σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, παρεμποδίζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και, επομένως, αποτελούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς.

48.      Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ, περιορισμοί απαγορευόμενοι από το άρθρο 28 μπορούν να δικαιολογούνται, ιδίως προκειμένου να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν για το επίπεδο μέχρι του οποίου επιθυμούν να εξασφαλίσουν την προστασία της ανθρώπινης υγείας και της ανθρώπινης ζωής. Πάντως, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την επιτακτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (26). Με την απόφαση Heijn, που αφορούσε και εκείνη εθνική διάταξη περί καταλοίπων φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα, το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ένα μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη και έκρινε ότι μια εθνική ρύθμιση μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις κλιματολογικές συνθήκες, τις κοινές διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού, καθώς και την κατάσταση της υγείας του πληθυσμού αυτού (27).

49.      Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, όσον αφορά την προστασία της υγείας, τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από άρθρο 30 ΕΚ. Έτσι, τα εθνικά μέτρα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας και να είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο με αυτά σκοπό, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα περιορίζοντα σε μικρότερο βαθμό το ενδοκοινοτικό εμπόριο (28).

50.      Επομένως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ποιες είναι οι αναγκαίες για την προστασία της ανθρώπινης υγείας ανώτατες τιμές περιεκτικότητας σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στα αμπελόφυλλα. Συναφώς, θα πρέπει να διερωτηθεί αν και σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση φυτοφαρμάκων για την καλλιέργεια αμπελόφυλλων (29).

V –    Πρόταση

51.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του Helsingin hallinto-oikeus:

«Η οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, δεν έχει εφαρμογή στα αμπελόφυλλα.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2  – Οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 350, σ. 71), που τροποποιήθηκε επανειλημμένα και πλέον πρόσφατα με την οδηγία 2004/61/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 2002 (ΕΕ L 127, σ. 81).


3  – Οδηγία 97/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ, 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ περί του καθορισμού της μέγιστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών, μέσα και πάνω στα σιτηρά, πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, και επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (EE L 184, σ. 33).


4  – Οδηγία 98/82/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 1998, για την τροποποίηση των παραρτημάτων των οδηγιών του Συμβουλίου 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ που αφορούν τον καθορισμό των ανωτάτων ορίων για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων επί και εντός των σιτηρών, των τροφίμων ζωικής προέλευσης και ορισμένων προϊόντων φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (ΕΕ L 290, σ. 25).


5  – Οδηγία 2000/42/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 2000, για τροποποίηση των παραρτημάτων των οδηγιών 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αφορούν τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων επί και εντός των σιτηρών, των τροφίμων ζωικής προέλευσης και ορισμένων προϊόντων φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (ΕΕ L 158, σ. 51).


6  – Επιτροπή, ΓΔ Γεωργία VI B II-1, παράρτημα B, έγγραφο 7029/VI/95 της 22ας Ιουλίου 1997 22/7/97 (http://europa.eu.int/comm/food/resources/publications_en.htm).


7  – Κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1).


8  – Βλ. την υποσημείωση 6.


9  – Η υπογράμμιση δική μου.


10  – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 26.


11  – Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-54/94 και C-74/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-391, σκέψη 11).


12  – Βλ. την υποσημείωση 10.


13  – Βλ. την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


14  – Βλ. την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


15  – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


16  – Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 94/30/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 1994 για την τροποποίηση του παραρτήματος II της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ (ΕΕ L 189, σ. 70).


17  – Βλ. τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


18  – Βλ. την υποσημείωση 6.


19  – Επιτροπή, ΓΔ Γεωργία, VI B II-1, Παράρτημα B, Έγγραφο 1607/VI/97, 2η αναθεώρηση της 10ης Ιουνίου 1999 (http://europa.eu.int/comm/food/resources/publications_en.htm).


20  – Βλ. την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


21  – Βλ. την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642.


22  – Προαναφερθέντος στην υποσημείωση 7.


23  – Βλ. ιδίως την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος  1974, σ. 411, σκέψη 5).


24  – Βλ. ιδίως την απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, 21/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 1355, σκέψη 13).


25  – Βλ. όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών την απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-224/97, Ciola (Συλλογή 1999, σ. I-2517, σκέψη 32).


26  – Βλ. την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1996, C-293/94, Brandsma (Συλλογή 1996, σ. I-3159, σκέψη 11), και της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-400/96, Harpegnies (Συλλογή 1998, σ. I-5121, σκέψη 33).


27  – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1984, 94/83, Heijn (Συλλογή 1984, σ. 3263, σκέψη 16).


28  – Βλ. τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445, σκέψη 18)· της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C-192/01, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-9693, σκέψη 45)· της 29ης Απριλίου 2004, C-387/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. Ι-3751, σκέψη 71) και της 29ης Απριλίου 2004, C-150/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2004, σ. Ι-3887, σκέψη 88).


29  – Βλ. την απόφαση Heijn (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 15), και την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1986, 54/85, Mirepoix (Συλλογή 1986, σ. 1067, σκέψη 14).

Top