This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62000CC0010
Opinion of Mr Advocate General Jacobs delivered on 22 November 2001. # Commission of the European Communities v Italian Republic. # Failure by a Member State to fulfil its obligations - Community own resources - Import from third countries of goods destined for San Marino. # Case C-10/00.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 22ας Νοεμβρίου 2001.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας.
Παράβαση κράτους μέλους - ΄Ιδιοι πόροι των Κοινοτήτων - Εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτης χώρας με προορισμό τον ΄Αγιο Μαρίνο.
Υπόθεση C-10/00.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 22ας Νοεμβρίου 2001.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας.
Παράβαση κράτους μέλους - ΄Ιδιοι πόροι των Κοινοτήτων - Εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτης χώρας με προορισμό τον ΄Αγιο Μαρίνο.
Υπόθεση C-10/00.
Συλλογή της Νομολογίας 2002 I-02357
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2001:626
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 22ας Νοεμβρίου 2001. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - ΄Ιδιοι πόροι των Κοινοτήτων - Εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτης χώρας με προορισμό τον ΄Αγιο Μαρίνο. - Υπόθεση C-10/00.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-02357
1. Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θέτοντας στη διάθεση της Επιτροπής το ποσό των 29 223 322 226 ιταλικών λιρών (ITL) και μη καταβάλλοντας τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 1996, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις κοινοτικές διατάξεις τις σχετικές με τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων.
2. Η διαφορά έχει σχέση με δασμούς οφειλόμενους για εισαγωγές στην Ιταλία εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών με προορισμό την ανεξάρτητη Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου. ριν από τον Δεκέμβριο του 1992 η Ιταλική Δημοκατία εισέπραττε δασμούς επί τέτοιων αγαθών σύμφωνα με την υφιστάμενη μεταξύ των δύο κρατών Σύμβαση. Δεν αμφισβητείται ότι, εφόσον ο _Αγιος Μαρίνος δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τέτοιοι δασμοί δεν αποτελούν μέρος των ιδίων πόρων της Κοινότητας. Ωστόσο, από το 1979 έως το 1984, φαίνεται ότι η Ιταλία κακώς υπολόγιζε ότι τέτοιου είδους δασμοί ανήκουν στην Επιτροπή ως ίδιοι πόροι και, όπως είναι επόμενο, επιδίωξε να διορθώσει αυτήν την αδικαιολόγητη καταβολή μειώνοντας τις καταβολές που κανονικώς όφειλε ως ιδίους πόρους κατά ποσό που όπως ισχυρίζεται αντιπροσωπεύει τους κακώς καταβληθέντες δασμούς. Από το 1990 έως το 1992 η Ιταλική Δημοκρατία μείωσε το καταβαλλόμενο στην Επιτροπή ως ίδιοι πόροι ποσό κατά ένα μέρος που, όπως αυτή ισχυρίζεται, αντιπροσώπευε δασμούς εισπραχθέντες επί εισαγωγών αγαθών προοριζομένων από τον _Αγιο Μαρίνο. Η Επιτροπή, μολονότι παραδέχεται ότι τέτοιοι δασμοί δεν αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας, αμφισβητεί τα ποσά που η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι αντιστοιχούν στους εν λόγω δασμούς. Καθώς οι προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας ως προς το συνολικό ποσό απέτυχαν, η Επιτροπή ζητεί την καταβολή των κατ' αυτόν τον τρόπο αφαιρεθέντων ή παρακρατηθέντων ποσών μαζί με τους σχετικούς τόκους.
Το νομοθετικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας 70/243/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, της 21ης Απριλίου 1970, περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους φόρους των Κοινοτήτων , προβλέπει ότι οι δασμοί του κοινού δασμολογίου αποτελούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι οι ίδιοι πόροι εισπράττονται από τα κράτη μέλη και τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής. Η απόφαση 70/243, η οποία άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1971, αντικαταστάθηκε από την απόφαση του Συμβουλίου 85/257 που άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1986, και η οποία, με τη σειρά της αντικαταστάθηκε, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1988, από την απόφαση του Συμβουλίου 88/376 .
4. Ο κανονισμός 2891/77 περί της εφαρμογής της αποφάσεως 70/243 άρχισε να ισχύει από το οικονομικό έτος 1978. Το άρθρο του 1 προβλέπει ότι οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων βεβαιούνται από τα κράτη μέλη και τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής.
5. Το άρθρο 2 του ανωτέρω κανονισμού ορίζει:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ένα έσοδο θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί, μόλις η αντίστοιχη απαίτηση καθορισθεί δεόντως από την αρμόδια υπηρεσία ή τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους.
_Οταν συντρέχει λόγος διορθώσεως βεβαιώσεως που έγινε σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, η αρμόδια υπηρεσία ή ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους προβαίνει σε νέα βεβαίωση.»
6. Το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στη βεβαίωση και στη θέση των ιδίων πόρων στη διάθεση των Κοινοτήτων να διατηρούνται επί τρία τουλάχιστον ημερολογιακά έτη από του τέλους του έτους στο οποίο αναφέρονται τα δικαιολογητικά αυτά.
7. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, επιβάλλει όπως το ποσό των βεβαιωθέντων ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για τον σκοπό αυτόν στο όνομα της Επιτροπής στην υπηρεσία Δημοσίου Θησαυρού ή στον οργανισμό που έχει ορίσει το κράτος μέλος.
8. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε ελέγχους και έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και τη θέση των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής. Το άρθρο 18, παράγραφος 2, απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβαίνουν στους συμπληρωματικούς ελέγχους τους οποίους η Επιτροπή δύναται να ζητήσει με αιτιολογημένη αίτηση και να συνεργάζονται με την Επιτροπή κατόπιν αιτήσεώς της στους ελέγχους που διεξάγουν.
9. Ο κανονισμός 2891/77 καταργήθηκε με τον κανονισμό 1552/89 , με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1989. Τα άρθρα 1, 2, 3, 9, παράγραφος 1, και 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2891/77 επαναλαμβάνονται, κατ' ουσίαν, από τον κανονισμό 1552/89 . Με τον κανονισμό αυτόν προστέθηκε στο άρθρο 3 ένα νέο δεύτερο εδάφιο το οποίο προβλέπει:
«Σε περίπτωση που ο έλεγχος που πραγματοποιεί η εθνική διοίκηση μόνη της ή από κοινού με την Επιτροπή στα δικαιολογητικά που αφορούν κάποια βεβαίωση αποκαλύψει την ανάγκη να διορθωθεί η τελευταία, τα εν λόγω δικαιολογητικά διατηρούνται πέραν της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο για το χρονικό διάστημα που επιτρέπει την πραγματοποίηση της διόρθωσης και τον έλεγχο της τελευταίας.»
10. Το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89 προβλέπει:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ' αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
11. Από την 1η Ιανουαρίου 1979 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1992 , η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου αποτελούσε, δυνάμει της Συμβάσεως Φιλίας και Καλής Γειτονίας που είχε υπογραφεί μεταξύ της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου και της Ιταλικής Δημοκρατίας στις 30 Μαρτίου 1939, τμήμα του ιταλικού τελωνειακού εδάφους. Η Σύμβαση αυτή εξακολουθούσε να ισχύει, δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 307 ΕΚ), και ύστερα από την προσχώρηση της Ιταλικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Βάσει της Συμβάσεως αυτής, και ειδικότερα του άρθρου της 52, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου ανέθετε στην Ιταλική Δημοκρατία τη μέριμνα της εισπράξεως των εισαγωγικών δασμών επί των εμπορευμάτων που εισάγονταν μεν στην Ιταλία πλην όμως προορίζονταν να καταναλωθούν στον _Αγιο Μαρίνο. Επομένως, οι δασμοί αυτοί καταβάλλονταν στο ιταλικό Δημόσιο Ταμείο και έναντι αυτών ο _Αγιος Μαρίνος ελάμβανε από την Ιταλική Δημοκρατία μια ετήσια κατ' αποκοπήν αποζημίωση .
12. _Οπως προκύπτει, από το 1979 έως το 1984 οι δασμοί που εισπράχθηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία επί των εισαγωγών αγαθών από τρίτες χώρες με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο συμπεριλαμβάνονταν στο σύνολο των δασμών επί της εισαγωγής στην Ιταλική Δημοκρατία εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών και κακώς πιστώθηκαν από την Επιτροπή ως ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων. Τον Ιούνιο του 1985 η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε από την Επιτροπή να της επιτρέψει να διορθώσει αυτό το λάθος, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να αφαιρέσει από τα ποσά που οφείλονταν, στη συνέχεια, ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας το αδικαιολογήτως καταβληθέν συνολικό ποσόν που ανήρχετο σε 9 410 311 986 ITL, και να προβαίνει στο μέλλον σε τακτικές μειώσεις πριν από τις σχετικές πληρωμές ώστε το καταβληθέν ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας ποσόν να μην συμπεριλαμβάνεται στα ποσά που αφορούσαν δασμούς εισπραχθέντες επί των εισαγωγών εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο. Η Επιτροπή απάντησε ότι τέτοια μείωση μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κάτι τέτοιο θα αποδεικνυόταν δικαιολογημένο από τους ελέγχους που θα διενεργούνταν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 2891/77.
13. Μεταξύ 1985 και 1996, υπήρξε μια μακρά περίοδος ανταλλαγής εγγράφων καθώς και περιοδικές συναντήσεις μεταξύ Επιτροπής και ιταλικών αρχών σχετικά με τον νόμιμο χαρακτήρα μιας τέτοιας μειώσεως καθώς και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι δασμοί επί των εισαγωγών εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο θα καταχωριστούν χωριστά από τους οφειλόμενους επί των λοιπών εισαγωγών εμπορευμάτων στην Ιταλία δασμούς. Οι κύριες φάσεις της περιόδου αυτής συνοψίζονται ως εξής:
14. Με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1987, η Επιτροπή δέχθηκε την αρχή της μειώσεως, τόσο για το μέλλον όσο και ως διόρθωση για τα αδικαιολογήτως καταβληθέντα ποσά. Το έγγραφο κατέληγε ως εξής:
«_Ολα αυτά τα ποσά - παρελθόντα και μέλλοντα - γίνονται δεκτά μόνο υπό την επιφύλαξη των από κοινού ελέγχων που η Επιτροπή θα διενεργήσει σύμφωνα με τον κανονισμό 2891/77.
Γενικότερα, η Επιτροπή προσδοκά από τις ιταλικές αρχές να λαμβάνουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να αποφεύγεται ώστε οι εισαγωγές με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο να επανεισάγονται μεταγενέστερα στην Ιταλία. Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην παρούσα συμφωνία μπορεί να προκληθούν περιπλοκές σε περίπτωση που υπάρξει ανεξήγητη αύξηση εισαγωγών από τρίτες χώρες με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο.
Οι ιταλικές αρχές θα μπορούν να πραγματοποιήσουν τις σχεδιαζόμενες μειώσεις ευθύς ως δηλώσουν στην Επιτροπή ότι συμφωνούν επί των ανωτέρω.»
15. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τον Οκτώβριο του 1998, οι ιταλικές αρχές αφαίρεσαν τα ποσά που είχαν αδικαιολογήτως καταβληθεί για την περίοδο από 1982 έως 1984 (5 269 620 911 ITL), και τούτο μολονότι δήλωσαν ότι συμφωνούν ως προς τους όρους του εγγράφου της Επιτροπής του Ιουνίου 1987 μόλις τον Μάρτιο του 1990, οπότε δέχθηκαν την πρόταση σχετικά με τον από κοινού έλεγχο των μέτρων.
16. Τον Μάιο του 1991 η Επιτροπή απέστειλε στις ιταλικές αρχές έκθεση σχετικά με τους ελέγχους επί των ιδίων πόρων που είχαν διενεργηθεί από κοινού με τις ιταλικές αρχές τον Απρίλιο του 1990 καθώς και τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο 1991, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1551/89 . Αυτή η έκθεση συνεπαγόταν επισκέψεις για έλεγχο στη γενική διεύθυνση του ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών που ήταν υπεύθυνο για τα τελωνεία και τους εμμέσους φόρους καθώς και στις τελωνειακές υπηρεσίες του Ρίμινι και της Τεργέστης.
17. Η εν λόγω έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που είχαν τεθεί με το έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1987: η έλλειψη επιβλέψεως στα σύνορα μεταξύ Ιταλίας και Αγίου Μαρίνου καθώς και η ανεπάρκεια των ελέγχων είχαν ως συνέπεια το ότι δεν αποκλειόταν ύπαρξη μη αμελητέων εμπορικών ρευμάτων μεταξύ τρίτων χωρών και Κοινότητας μέσω του Αγίου Μαρίνου και, ως εκ τούτου, προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια ιδίων πόρων για την Κοινότητα, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να αναθεωρήσει πλήρως τα ποσά που σκόπευε να αφαιρέσει αναφορικά με τα οικονομικά έτη 1979 έως 1989 και να βελτιώσει τους ελεγκτικούς της μηχανισμούς πριν εγκριθούν άλλες μειώσεις.
18. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ιταλικές αρχές, παρά το ανωτέρω έγγραφο, μείωσαν, τον Οκτώβριο του 1991, το ποσό των 4 140 691 075 ITL, που αντιπροσώπευε δασμούς που κατά τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Κυβερνήσεως είχαν κακώς καταβληθεί στην Επιτροπή μεταξύ 1979 και 1981, επί των ποσών που οφείλονταν στην Κοινότητα ως ίδιοι πόροι και ότι, στη συνέχεια, μείωσαν το ποσό των ιδίων πόρων σχετικά με τα οικονομικά έτη 1990 έως 1992 κατά 19 813 010 240 ITL. Εάν στα ανωτέρω ποσά προστεθούν οι μειώσεις που είχαν ήδη γίνει το 1988, σχετικά με τα οικονομικά έτη 1982 έως 1984, το συνολικώς αφαιρεθέν ποσό ανερχόταν σε 29 223 322 226 ITL .
19. Τον Ιανουάριο του 1992, οι ιταλικές αρχές αμφισβήτησαν τα συμπεράσματα της εκθέσεως της Επιτροπής σχετικά με τους ελέγχους, και τούτο, για τον λόγο ότι, κατά τη γνώμη τους, η ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ιταλίας και Αγίου Μαρίνου καθώς και τα εφαρμοζόμενα μέτρα ελέγχου παρείχαν επαρκείς εγγυήσεις και, επομένως, στην Επιτροπή ενέπιπτε το βάρος της αποδείξεως του εναντίου.
20. Η Επιτροπή ανταπάντησε, τον Ιούνιο του 1992, ότι εξακολουθούσε να διατηρεί τις ανησυχίες της που είχε εκφράσει στην προηγούμενη έκθεσή της ισχυριζόμενη ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να καταθέσει τα τελωνειακά έγγραφα που θα δικαιολογούσαν τα αφαιρεθέντα ποσά.
21. Σε νέο της έγγραφο, του Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή επεσήμανε, αφενός, ότι τα ποσά που είχαν από την Ιταλική Δημοκρατία καταλογισθεί στις εισαγωγές με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο είχαν ουσιαστικώς τριπλασιασθεί μεταξύ 1986 και 1992, φθάνοντας ένα υπερβολικά υψηλό επίπεδο ενόψει της εσωτερικής καταναλώσεως του Αγίου Μαρίνου και, αφετέρου, ότι τα ποσά αυτά δεν είχαν υπολογισθεί βάσει ελέγξιμων οικονομικών δεικτών όσον αφορά τα έτη 1979 έως 1992. ροκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο, η Επιτροπή προέτεινε στις ιταλικές αρχές, με το ίδιο έγγραφο, μία κατ' αποκοπήν μέθοδο υπολογισμού προκειμένου να καθορισθούν τα ποσά που έπρεπε να αφαιρεθούν για την εν λόγω περίοδο, κατ' ουσίαν σε αναφορά προς τον αριθμό των κατοίκων των δύο οικείων κρατών, διορθωμένο με συντελεστή σκοπούντα να αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη ευημερία τους. Με βάση τη μέθοδο αυτή, το αποτέλεσμα είναι μείωση 10 183 694 361 ITL για την σχετική περίοδο. _Ετσι, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να της καταβάλουν, πριν από την 1η Μα_ου 1994, το ποσό των 19 039 627 865 ITL, που αντιπροσώπευε το ήδη αφαιρεθέν από την Ιταλία ποσό, μειωμένο κατά τα ποσά που η Επιτροπή θεωρούσε ότι είχαν ορθώς αφαιρεθεί.
22. Η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε τον Απρίλιο του 1994, απορρίπτοντας την ιδέα μιας στατιστικής μεθόδου υπολογισμού του ποσού που έπρεπε να αφαιρεθεί. Εκτός από τις γενικές επιφυλάξεις επί της αξίας της στατιστικής προσεγγίσεως, οι ιταλικές αρχές προέβαλαν αντιρρήσεις σχετικά με (i) τη μη λήψη υπόψη από την Επιτροπή του τουριστικού εμπορίου κατά τον ποσοτικό υπολογισμό των κατοίκων των δύο χωρών και ii) τους μακροοικονομικούς δείκτες που είχαν χρησιμοποιηθεί από την Επιτροπή για τον προσδιορισμό της ευημερίας τους. Οι ιταλικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να δεχθεί τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία ως ορθά.
23. Η Επιτροπή, στην απάντησή της του Ιουνίου 1994, επανέλαβε ότι στην έκθεσή της σχετικά με την περίοδο 1990/1991 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ιταλικές τελωνειακές διαδικασίες δεν ήσαν φερέγγυες όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Εφόσον θα ήταν εξαιρετικά δυσχερές, ή ακόμα και αδύνατο, να διαπιστωθούν τα ακριβή ποσά βάσει των τελωνειακών διασαφήσεων, η Επιτροπή είχε προτείνει μια εναλλακτική και δίκαιη προσέγγιση. _Ομως, η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένη να δεχθεί αναθεώρηση, ενδεχομένως, του συντελεστή προκειμένου να ληφθεί υπόψη το τουριστικό εμπόριο και κάλεσε τις ιταλικές αρχές να της υποβάλουν σχετική πρόταση, πριν από τις 15 Αυγούστου 1994, στηριζόμενη σε ελέγξιμα στοιχεία.
24. Στην απάντησή της τής 8ης Αυγούστου 1994, η Ιταλική Δημοκρατία απέρριψε την πρόσκληση αυτή εμμένοντας στις αντιρρήσεις που είχε διατυπώσει σχετικά με τη μέθοδο της Επιτροπής, αντιρρήσεις που είχαν εκτεθεί στο προηγούμενο έγγραφό της, επιβεβαιώνοντας ότι η μόνη νόμιμη μέθοδος ακριβούς υπολογισμού των μειώσεων ήταν αυτή που στηριζόταν στα σχετικά ιταλικά τελωνειακά έγγραφα.
25. Κατόπιν τούτου, τον Οκτώβριο του 1994, η Επιτροπή κάλεσε τις ιταλικές αρχές να δικαιολογήσουν τα ποσά που αξίωναν βάσει των εγγράφων αυτών, εμμένοντας στην αναγκαιότητα της διττής αποδείξεως ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν πράγματι ως προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο, είχαν εισαχθεί στη χώρα αυτή και είχαν οριστικώς ενσωματωθεί στην οικονομία της. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, καθώς δεν είχε λάβει, μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1994, λεπτομερή κατάσταση σχετικά με τα αξιούμενα ποσά, με αναφορά στα τελωνειακά έγγραφα (αριθμός εγγράφου, ημερομηνία αποδοχής, δασμολογική κλάση, αξία και ποσό) με μνεία της συγκεκριμένης τελωνειακής υπηρεσίας όπου είχαν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις, δεν μπορούσε να δεχθεί τις σχεδιαζόμενες ή τις ήδη πραγματοποιηθείσες μειώσεις.
26. Στις 2 Δεκεμβρίου 1994, οι ιταλικές αρχές απάντησαν ότι δεν ήταν δυνατό να παράσχουν όλα τα ζητούμενα έγγραφα εντός της βραχείας προθεσμίας που είχε ορισθεί από την Επιτροπή. Εφόσον η Επιτροπή επέμενε να της αποσταλούν τα εν λόγω έγγραφα, θα έπρεπε να θέσει απεριόριστη προθεσμία· εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδεχθεί τα παρεχόμενα από την Ιταλική Κυβέρνηση αριθμητικά στοιχεία, υπό την επιφύλαξη, τουλάχιστον, της διενεργείας ορισμένων επιτόπιων ελέγχων που έπρεπε να καθορισθούν σε συμφωνία με την Επιτροπή.
27. Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1995, που διορθώθηκε με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τα επιχειρήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας. Για τους λόγους που είχε μνημονεύσει σε προγενέστερα έγγραφά της, η Επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει νόμιμες τις σχεδιαζόμενες ή ήδη πραγματοποιηθείσες μειώσεις και υπενθύμισε εκ νέου το αίτημά της για καταβολή 29 223 322 226 ITL, προσθέτοντας ότι, σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν θα είχε καταβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών, θα άρχιζαν, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89, να τρέχουν τόκοι.
28. Με έγγραφα του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου 1995, η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε ότι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα της Επιτροπής για τον λόγο ότι τέτοιο αίτημα της φαινόταν αδικαιολόγητο τόσο όσον αφορά το ποσόν της κύριας οφειλής όσο και τους τόκους.
29. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή κίνησε την προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 226 ΕΚ. Τα δύο μέρη επανέλαβαν, κατ' ουσίαν, τις θέσεις που είχαν υποστηρίξει στα προγενέστερα έγγραφά τους. Μη ικανοποιηθείσα από τη θέση που είχε λάβει η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου θέματα
30. _Οπως ελέχθη ανωτέρω, οι δασμοί που εισπράχθηκαν στην Ιταλία, δυνάμει της Συμβάσεως του 1939 σχετικά με τα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο, δεν αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, θα αναφέρω τους δασμούς αυτούς ως «δασμούς του Αγίου Μαρίνου». Εξ αυτού έπεται ότι οι δασμοί του Αγίου Μαρίνου δεν πρέπει να καταβληθούν στην Επιτροπή ενώ κακώς κατεβλήθησαν στην Επιτροπή τέτοιοι δασμοί κατά το παρελθόν. Από τα υπομνήματα της Επιτροπής σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία δέχεται την ανάλυση αυτή.
31. Το κύριο πρόβλημα της Επιτροπής συνίσταται στο ότι δεν είναι δυνατό - ιδίως διότι κάτι τέτοιο δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο της Επιτροπής ως διαχειρίστριας κοινοτικού προϋπολογισμού - να επιτρέψει στην Ιταλική Δημοκρατία να ανακτήσει τα κακώς καταβληθέντα ποσά καταλογίζοντας ισοδύναμο ποσό επί των δασμών που έχουν διαπιστωθεί ότι οφείλονται στην Κοινότητα ως ίδιοι πόροι ή παρακρατώντας, όταν θέτει τους πόρους αυτούς στη διάθεση της Επιτροπής, τα ποσά που θεωρούνται ότι αντιστοιχούν σε δασμούς του Αγίου Μαρίνου χωρίς να επισυνάπτονται ελέγξιμες αποδείξεις, ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση, που να αποδεικνύουν ότι τα εν λόγω ποσά αποτελούν δασμούς του Αγίου Μαρίνου.
32. Ειδικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε κατά νόμο ότι τα εμπορεύματα επί των οποίων, καθώς ισχυρίζεται, εισπράχθηκαν δασμοί του Αγίου Μαρίνου πράγματι εισήχθησαν στο έδαφος του Αγίου Μαρίνου και παρέμειναν εκεί. Στην έκθεση υπαλλήλων της που συντάχθηκε το 1990 και το 1991 εκφράζονται σοβαρές αμφιβολίες. Στην έκθεση αυτή επισημαίνεται ότι, ενόψει της ελλείψεως επιβλέψεως στα σύνορα μεταξύ Ιταλίας-Αγίου Μαρίνου, οι διαδικασίες που ακολουθούνται από τις ιταλικές αρχές για τον έλεγχο των σχετικών εγγράφων δεν διασφαλίζουν επαρκώς ούτε ότι τα εμπορεύματα που εισάγονται στην Ιταλία με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο πράγματι φθάνουν στον προορισμό τους ούτε ότι οι κοινοτικοί δασμοί είχαν ορθώς εισπραχθεί επί των εμπορευμάτων που επανεξήχθησαν στην Κοινότητα από τον _Αγιο Μαρίνο. Ειδικότερα, στην έκθεση απαριθμούνται οι ακόλουθοι παράγοντες που οδήγησαν την Επιτροπή στο να αμφιβάλλει για τη νομιμότητα των ζητουμένων μειώσεων.
33. Στην ανωτέρω έκθεση διαπιστώθηκε ότι οι τελωνειακές υπηρεσίες χρησιμοποιούσαν τον ίδιο κώδικα τόσο για τα εμπορεύματα που προορίζονταν για τον _Αγιο Μαρίνο όσο και για τα εμπορεύματα εκείνα των οποίων ο προορισμός ήταν άγνωστος κατά την ημερομηνία συμπληρώσεως των διατυπώσεων θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία, όπως και για όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες από την τελωνειακή διασάφηση καταφαίνονταν διάφοροι προορισμοί, πράγμα που είχε ως συνέπεια ο όγκος των εμπορευμάτων που θεωρούνταν ότι είχαν εισαχθεί στον _Αγιο Μαρίνο να υπερβαίνει τον όγκο των πράγματι εισαχθέντων στη χώρα αυτή εμπορευμάτων. αραδείγματος χάριν, κατά την επιθεώρηση της τελωνειακής υπηρεσίας της Τεργέστης αποκαλύφθηκε, όσον αφορά το οικονομικό έτος 1989, διαφορά ύψους 452,2 εκατομμυρίων ITL μεταξύ της μειώσεως που είχε ζητηθεί από την Ιταλική Δημοκρατία βάσει του χρησιμοποιηθέντος κώδικα (δηλαδή 487,6 εκατομμύρια ITL), αφενός, και των δασμών που πράγματι κατεβλήθησαν όπως προκύπτει από τον έλεγχο που στηρίχθηκε σε τελωνειακά έγγραφα σχετικά με τα εμπορεύματα που είχαν διασαφηθεί ως προοριζόμενα για τον _Αγιο Μαρίονο (δηλαδή 35,4 εκατομμύρια ITL), αφετέρου.
34. Στην ίδια αναφορά επισημαίνονται επίσης σημαντικές καθυστερήσεις μεταξύ της ημερομηνίας εξόδου από τον ιταλικό τελωνειακό χώρο των οχημάτων που μετέφεραν εμπορεύματα με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο και της ημερομηνίας αναλήψεως των εμπορευμάτων αυτών από τις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες του Αγίου Μαρίνου. Η Επιτροπή ζήτησε τον καθορισμό σαφώς βραχύτερης προθεσμίας, ανάλογα με το μήκος ημερήσιας διαδρομής του συγκεκριμένου οχήματος.
35. _Οσον αφορά το τελωνειακό καθεστώς των εμπορευμάτων που εγκατέλειπαν το έδαφος του Αγίου Μαρίνου, η έκθεση επεσήμανε παραλείψεις στην ελεγκτική διαδικασία για την πιστοποίηση των εμπορευμάτων αυτών και στη διαδικασία εφαρμογής του κοινού δασμολογίου επί των ιδίων εμπορευμάτων.
36. Στην ίδια έκθεση σημειώνεται επίσης ότι δεν προκύπτει ότι υπήρξαν κατάλληλες διαδικασίες λογιστικής καταχωρήσεως αναφορικά με τους εισαγωγικούς δασμούς που εισπράχθηκαν, σε μια πρώτη φάση, επί των εμπορευμάτων με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο τα οποία, στη συνέχεια, είτε δεν εισήχθησαν στο έδαφος αυτό είτε, αφού έφθασαν εκεί, επανεξήχθησαν εντός της Κοινότητας.
37. Ως παράδειγμα εμπορικής πράξεως που επιτρέπει να υποτεθεί ότι ορισμένες συναλλαγές μεταξύ τρίτων χωρών και Κοινότητας πραγματοποιούνται μέσω Αγίου Μαρίνου, η εν λόγω έκθεση επισημαίνει την περίπτωση εταιρίας έχουσας την έδρα της στον _Αγιο Μαρίνο η οποία, μία και μόνη φορά, εισήγαγε από τις Ηνωμένες ολιτείες 700 000 χλγ. τροφίμων για σκύλους και γάτες. Η Επιτροπή φρονεί, με βάση τον αριθμό των κατοίκων του Αγίου Μαρίνου (περίπου 22 500), ότι αυτή η εμπορική πράξη είναι ιδιαζόντως αφύσικη ενόψει της πραγματικής απορροφήσεως των εμπορευμάτων.
38. Τέλος, στην έκθεση διαπιστώνεται σημαντική αύξηση μεταξύ, αφενός, των ετών 1979 έως 1985, και, αφετέρου, των ετών 1986 έως 1989, αναφορικά με τις εισαγωγές εμπορευμάτων φαινομενικώς προοριζομένων για τον _Αγιο Μαρίνο, αύξηση στην οποία αντιστοιχεί έντονη μεγέθυνση των ζητουμένων από την Ιταλική Δημοκρατία αφαιρέσεων ποσών επί των οφειλομένων στην Κοινότητα ίδιων πόρων.
39. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στα κράτη μέλη του δικαίωμα να προσδιορίζουν τους ιδίους πόρους οι οποίοι, εφόσον έχουν διαπιστωθεί, πρέπει να τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι οι δασμοί του Αγίου Μαρίνου δεν αποτελούν ιδίους πόρους, στην Επιτροπή, ως αιτούσα, εμπίπτει το βάρος, της αποδείξεως του ότι τα επίμαχα ποσά δεν αφορούσαν, στην πραγματικότητα, εισαγωγές εμπορευμάτων με προορισμό τον _Αγιο Μαρίνο. _Εως ότου διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω εισπράξεις αποτελούν ιδίους πόρους, δεν έχει νόημα η συζήτηση επί των μειώσεων.
40. Η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρεται, σε διάφορα σημεία της επιχειρηματολογίας της, τόσο στην Ενδιάμεση Συμφωνία Εμπορίου και Τελωνειακής Ενώσεως μεταξύ ΕΟΚ και Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου όσο και στην απόφαση 1/93 της επιτροπής συνεργασίας ΕΟΚ-Αγίου Μαρίνου . Η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση 1/93 κυρίως όταν προσπαθεί να αντικρούσει τις επικρίσεις της Επιτροπής σχετικά με την τελωνειακή διαδικασία που εφαρμοζόταν κατά την κρίσιμη περίοδο, δηλαδή τα έτη 1979 έως 1992, πριν από τη θέση σε ισχύ της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως συνίσταται κατ' ουσίαν στο ότι εφόσον οι προβλεπόμενες από την Ενδιάμεση Συμφωνία διαδικασίες είναι ανάλογες προς αυτές που είχαν προηγηθεί αυτής, δεν δικαιούται η Επιτροπή να τις επικρίνει.
Ανάλυση
41. Κατά τη γνώμη μου, η τωρινή ενασχόληση με τους δασμούς του Αγίου Μαρίνου που προκύπτουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία και την απόφαση 1/93 ουδεμία ασκεί επιρροή όσον αφορά την επίλυση του ζητήματος που έχει τεθεί στο Δικαστήριο και που συνίσταται, ειδικότερα, στο εάν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει η προσφυγή της Επιτροπής κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας σχετικά με τα ποσά που θεωρούνται ότι αντιστοιχούν σε δασμούς του Αγίου Μαρίνου που έχουν αφαιρεθεί ή παρακρατηθεί από τα ποσά που οφείλονται στην Επιτροπή ως ίδιοι πόροι. _Οπως ανέφερε η Επιτροπή, η Ενδιάμεση Συμφωναία και η απόφαση 1/93 έχουν αισθητώς τροποποιήσει τον τρόπο κατά τον οποίο εισπράττονται οι δασμοί του Αγίου Μαρίνου καθώς και τις σχετικές διαδικασίες όσον αφορά τον έλεγχο και τη λογιστική καταχώριση αυτών των δασμών.
42. Ούτε, άλλωστε, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να αναλυθεί η υπό κρίση υπόθεση υπό το πρίσμα του βάρους αποδείξεως: το ίδιο πρόβλημα θα μπορούσε να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εάν η Ιταλική Δημοκρατία, αντί να προβεί στις μειώσεις που αποτελούν την αιτία της υπό κρίση διαφοράς, είχε ζητήσει ανεπιτυχώς την επιστροφή των σχετικών ποσών από την Επιτροπή και είχε, επομένως, ασκήσει προσφυγή κατά του οργάνου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον το καθεστώς της θέσεως στη διάθεση της Επιτροπής των δασμών ως ιδίων πόρων ερείδεται στη διαχείριση των τελωνείων σε επίπεδο κρατών μελών, ο κοινός νούς υποδεικνύει ότι η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παράσχει αποδείξεις ως προς τα τελωνειακά έγγραφα που έχουν καταρτισθεί στις εθνικές τελωνειακές υπηρεσίες . Και τούτο κατά μείζονα λόγο εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Ιταλική Δημοκρατία στο έγγραφό της της 2ας Δεκεμβρίου 1994, η προσκόμιση όλων των σχετικών εγγράφων απαιτεί τεράστια εργασία εκ μέρους των υπηρεσιών αυτών και συνεπάγεται σημαντικά έξοδα.
43. Η κοινοτική νομοθεσία περί ιδίων πόρων αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα της διαπιστώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας, προσδιορίζοντας ή υπολογίζοντας ορθώς τα αντίστοιχα ποσά . Είναι σαφές ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν ενήργησε εν προκειμένω ορθώς αναφορικά με τα οικονομικά έτη 1979 έως 1984, και τούτο εφόσον στα καταβληθέντα στην Επιτροπή ως ίδιοι πόροι ποσά κακώς συμπεριλήφθησαν δασμοί του Αγίου Μαρίνου. Εξάλλου, όταν προκύπτει ότι είναι αναγκαίο να διορθωθεί ένα διαπιστωθέν και καταχωρισθέν ποσό, οι αρμόδιες υπηρεσίες ή υπάλληλοι του κράτους μέλους υποχρεούνται να προβαίνουν σε νέες διαπιστώσεις .
44. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλει, επίσης, στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η διατήρηση των εγγράφων επί των οποίων στηρίζονται η διαπίστωση και η διάθεση των ιδίων πόρων, επί τρία τουλάχιστον ημερολογιακά έτη ύστερα από το πέρας του έτους στο οποίο αναφέρονται . Επί πλέον, σύμφωνα με τις ισχύουσες από την 1η Ιανουαρίου 1989 διατάξεις, τέτοια έγγραφα πρέπει να διατηρούνται πέραν αυτής της καταληκτικής ημερομηνίας στην περίπτωση όπου ο διενεργηθείς από κοινού από τις εθνικές υπηρεσίες και την Επιτροπή έλεγχος καταδεικνύει ότι πρέπει να διορθωθούν τα συμπεράσματα που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά . Στο μέτρο που η αποσταλείσα τον Μάιο του 1991 στην Ιταλική Δημοκρατία έκθεση καταδεικνύει σαφώς ότι πρέπει να διορθωθούν τα συμπεράσματα των εγγράφων αυτών, στην Ιταλική Δημοκρατία ενέπιπτε το βάρος να διατηρήσει επί μακρότερο χρόνο τα εν λόγω έγγραφα, τα σχετικά με τα έτη 1990 και 1991. Η υποχρέωση διατηρήσεως των αποδεικτικών εγγράφων συνεπάγεται, σιωπηρώς, και την υποχρέωση να προσκομίζονται αυτά, κατόπιν αιτήσεως, στις προβλεπόμενες από τη σχετική ρύθμιση περιστάσεις. _Ομως η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπόρεσε να πράξει κάτι τέτοιο.
45. _Ετσι, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της νομοθεσίας περί ιδίων πόρων της Κοινότητας και, επομένως, θα έπρεπε να ευδοκιμήσει η σχετική προσφυγή της Επιτροπής. _Ομως, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας περί ιδίων πόρων της Κοινότητας δεδομένου ότι αρνείται να θέσει στη διάθεσή της ορισμένα συγκεκριμένα ποσά, που το Δικαστήριο προδήλως δεν είναι σε θέση να ελέγξει. Εξάλλου, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι τα ποσά αυτά αντιστοιχούν, τουλάχιστον εν μέρει, σε ποσά που δεν αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας . Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ υπερβολικό να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής.
46. Το αίτημα της Επιτροπής, όπως είναι διατυπωμένο, πρέπει να απορριφθεί. _Ομως, είναι σαφές ότι έτσι δεν τελειώνει η υπόθεση. Το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει τόσο στα κοινοτικά όργανα όσο και στα κράτη μέλη αμοιβαία καθήκοντα καλόπιστης συνεργασίας. Κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα της διατάξεως αυτής είναι ότι, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, οι δύο διάδικοι θα πρέπει να αναζητήσουν μια λύση. Εάν οι προσεγγίσεις που επιχειρήθηκαν πριν από την παρούσα διαδικασία (δικαιολόγηση των αξιουμένων από την Ιταλία ποσών μέσω εγγράφων, συμφωνία επί μιας στατιστικής προσεγγίσεως που θα επέτρεπε την επίτευξη συμβιβαστικών αριθμητικών στοιχείων) εξακολουθούν να είναι απαράδεκτες από τον ένα ή τον άλλο διάδικο, πρέπει να βρεθεί κάποια άλλη λύση: θα ήταν, π.χ., χρήσιμο για τους διαδίκους να συμφωνήσουν στο διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και να δεχθούν το αποτέλεσμα που αυτός θα προτείνει. Στην Επιτροπή εναπόκειται να προσφύγει εκ νέου στο Δικατήριο, πλην όμως υπενθυμίζω ότι δεν μπορεί αυτή να ζητήσει από το Δικαστήριο να καθορίσει αυτό το οφειλόμενο ποσό.
Δικαστικά έξοδα
47. _Εστω και αν η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή πρέπει να απορριφθεί για τους προεκτεθέντες λόγους, είναι πρόδηλο ότι έκαστος των διαδίκων οφείλει να καταβάλει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
ρόταση
48. Το Δικαστήριο πρέπει, κατά τη γνώμη μου:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει εκάτερο των διαδίκων στα δικά του δικαστικά έξοδα.