ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 3.6.2026
COM(2026) 217 final
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ουγγαρίας
{SWD(2026) 217 final}
This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52026DC0217
Recommendation for a COUNCIL RECOMMENDATION on the economic, social, employment, structural and budgetary policies of Hungary
Σύσταση για ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ουγγαρίας
Σύσταση για ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ουγγαρίας
COM/2026/217 final
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 3.6.2026
COM(2026) 217 final
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ουγγαρίας
{SWD(2026) 217 final}
Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ουγγαρίας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου ( 1 ), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 3,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών ( 2 ), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 ορίζει τους στόχους του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, το οποίο αποσκοπεί στην προώθηση υγιών και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης και ανθεκτικότητας μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, καθώς και στην πρόληψη των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο κανονισμός ορίζει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή ασκούν πολυμερή εποπτεία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου σύμφωνα με τους στόχους και τις απαιτήσεις που ορίζονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ). Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο περιλαμβάνει, συγκεκριμένα, τη διατύπωση και την εποπτεία της εφαρμογής των ειδικών ανά χώρα συστάσεων.
(2)Στις 16 Ιουλίου 2025 η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, τη γεωργία και την ύπαιθρο, την αλιεία και τη θάλασσα, την ευημερία και την ασφάλεια για την περίοδο 2028-2034 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/955 και του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 ( 3 ). Η πρόταση αποσκοπεί, αφενός, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της χρηματοδότησης της Ένωσης μέσω της μείωσης του κατακερματισμού της χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής και, αφετέρου, στην υποστήριξη των κρατών μελών στον συντονισμό της οικονομικής τους πολιτικής σύμφωνα με το άρθρο 175 της ΣΛΕΕ.
(3)Στις 25 Νοεμβρίου 2025, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης 2026, στην οποία η Ουγγαρία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία απαιτείται εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Η Επιτροπή ενέκρινε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ, σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με το ανθρώπινο κεφάλαιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και πρόταση σχετικά με την κοινή έκθεση για την απασχόληση 2026, όπου αναλύεται η εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση και των αρχών του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων. Το Συμβούλιο εξέδωσε τη σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ ( 4 ) στις 21 Απριλίου 2026, και την κοινή έκθεση για την απασχόληση και τη σύσταση σχετικά με το ανθρώπινο κεφάλαιο στις 9 Μαρτίου 2026.
(4)Στις 29 Ιανουαρίου 2025 η Επιτροπή δημοσίευσε την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, ένα στρατηγικό πλαίσιο που αποσκοπεί στην ενίσχυση της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας της Ένωσης κατά την επόμενη πενταετία. Προσδιορίζει τις τρεις επιταγές μετασχηματισμού, την καινοτομία, την απανθρακοποίηση και την ανταγωνιστικότητα, καθώς και την ασφάλεια, ως κρίσιμους πυλώνες για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ευθυγραμμίζεται με την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, διασφαλίζοντας ότι οι οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών συνάδουν με τους στρατηγικούς στόχους της Επιτροπής, ώστε να δημιουργείται μια ενοποιημένη προσέγγιση όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση που να προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη, την καινοτομία και την ανθεκτικότητα σε ολόκληρη την Ένωση.
(5)Το 2026 το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών εξακολουθεί να εξελίσσεται παράλληλα με το τελικό στάδιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (στο εξής: ΜΑΑ) ( 5 ). Τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (στο εξής: ΣΑΑ), σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση της πολιτικής συνοχής, υπήρξαν καθοριστικής σημασίας για την υλοποίηση των προτεραιοτήτων πολιτικής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δεδομένου ότι τα σχέδια αυτά όφειλαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το σύνολο ή σημαντικό υποσύνολο των προκλήσεων που προσδιορίστηκαν στις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις που εκδόθηκαν κατά τους τελευταίους κύκλους, και τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ευρωπαϊκή πολιτική συνοχής όφειλαν να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις. Καθώς ο ΜΑΑ πλησιάζει στο τέλος του κύκλου ζωής του, παραμένει σημαντικό να διατηρηθούν οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις που υποστηρίζονται και υλοποιούνται στο πλαίσιο του ΜΑΑ, ιδίως εκείνες που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που προσδιορίζονται στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις.
(6)Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή δημοσίευσε την έκθεση χώρας 2026 για την Ουγγαρία. Αξιολόγησε την πρόοδο της Ουγγαρίας όσον αφορά την εφαρμογή των σχετικών ειδικών για τη χώρα συστάσεων και προέβη σε απολογισμό της εφαρμογής του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Ουγγαρίας. Με βάση την ανάλυση αυτή, στην έκθεση χώρας προσδιορίζονται οι πλέον πιεστικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ουγγαρία. Αξιολόγησε επίσης την πρόοδο της Ουγγαρίας όσον αφορά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και την επίτευξη των πρωταρχικών στόχων της Ένωσης για την απασχόληση, τις δεξιότητες και τη μείωση της φτώχειας, καθώς και την πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.
(7)Η Επιτροπή διενήργησε εμπεριστατωμένη επισκόπηση βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 για την Ουγγαρία. Τα κύρια πορίσματα της αξιολόγησης των μακροοικονομικών ευπαθειών της Ουγγαρίας από τις υπηρεσίες της Επιτροπής για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού δημοσιεύτηκαν στις 20 Μαΐου 2026 ( 6 ). Στις 3 Ιουνίου 2026 η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ουγγαρία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Συγκεκριμένα, ευπάθειες που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητα, τις ανάγκες κρατικής χρηματοδότησης και τις τιμές των κατοικιών, ενώ οι πολιτικές συνέχισαν να επιδεινώνουν αυτές τις ευπάθειες. Ο πληθωρισμός και η αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ήταν μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ παρά τη στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας. Οι πιέσεις στις τιμές και το κόστος αναμένεται να χαλαρώσουν μόνο σταδιακά, παραμένοντας παράλληλα πολύ υψηλότερες από ό,τι στη ζώνη του ευρώ και την ΕΕ. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν αυξημένα τα τελευταία έτη και δεν προβλέπεται να βελτιωθούν. Οι ανάγκες κρατικής χρηματοδότησης και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους παραμένουν υψηλά, αν και ο δείκτης του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο οριακά χάρη στην υψηλή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στο πλαίσιο του ακόμη υψηλού πληθωρισμού. Οι τράπεζες εξακολουθούν να διακρατούν μεγάλα ανοίγματα σε δημόσιο χρέος, γεγονός που εν μέρει αντικατοπτρίζει φορολογικά κίνητρα. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν να αυξάνονται έντονα και οι κίνδυνοι υπερτίμησης αυξήθηκαν. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε πλεονασματικό, αλλά η υψηλή εξάρτηση της Ουγγαρίας από τις εισαγωγές ενέργειας την καθιστά ευάλωτη σε υψηλότερες και πιο ασταθείς τιμές ενέργειας. Οι πολιτικές δεν έχουν βελτιωθεί και έχουν επιδεινώσει ορισμένες από τις ευπάθειες. Οι μη στοχευμένες επιδοτήσεις που επιτείνουν τις πιέσεις στις τιμές και επιδεινώνουν τις δημοσιονομικές προκλήσεις έχουν μάλιστα ενταθεί, ενώ η εκτεταμένη επιδοτούμενη από το κράτος δανειοδότηση ασκεί πίεση στα δημόσια οικονομικά και περιορίζει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Όσον αφορά το μέλλον, η αποτελεσματική αντιμετώπιση των εν λόγω πολιτικών θα μειώσει τις ευπάθειες.
(8)Στις 18 Φεβρουαρίου 2025 το Συμβούλιο, βάσει αξιολόγησης και σύστασης της Επιτροπής, εξέδωσε σύσταση για την έγκριση του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου της Ουγγαρίας ( 7 ). Το σχέδιο καλύπτει την περίοδο από το 2025 έως το 2028 και προβλέπει δημοσιονομική προσαρμογή σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Το Συμβούλιο συνέστησε τους ακόλουθους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών: 4,3 % το 2025, 4,0 % το 2026, 3,9 % το 2027 και 3,7 % το 2028, που αντιστοιχούν στους μέγιστους σωρευτικούς ρυθμούς ανάπτυξης που υπολογίστηκαν με βάση το 2023 ως έτος αναφοράς, ήτοι 9,1 % το 2025, 13,5 % το 2026, 17,9 % το 2027 και 22,2 % το 2028. Για τα έτη 2025-2026 αυτοί οι μέγιστοι ρυθμοί αύξησης των καθαρών δαπανών συμπίπτουν με τη διορθωτική πορεία, όπως συνέστησε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ στις 18 Φεβρουαρίου 2025, προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ουγγαρία ( 8 ). Με βάση την εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά την αποτελεσματική δράση, της 3ης Ιουνίου 2026 ( 9 ), η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για την Ουγγαρία αναστέλλεται.
(9)Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και οι επιπτώσεις του αποτελούν πρόκληση για την ίδια την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να ζητήσουν την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης με συντονισμένο τρόπο για να στηρίξουν τις προσπάθειες της ΕΕ να επιτύχει ταχεία και σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών ( 10 ), και η πρόταση αυτή έγινε δεκτή με ικανοποίηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 6 Μαρτίου 2025. Κατόπιν αιτήματος της Ουγγαρίας, στις 8 Ιουλίου 2025 το Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, εξέδωσε σύσταση με την οποία επιτρέπει στην Ουγγαρία να αποκλίνει από τους συνιστώμενους μέγιστους ρυθμούς αύξησης των καθαρών δαπανών ( 11 ). Η περίοδος κατά την οποία ενεργοποιείται η εθνική ρήτρα διαφυγής (2025-2028) δίνει τη δυνατότητα στην Ουγγαρία να ιεραρχήσει εκ νέου τις δημόσιες δαπάνες ή να αυξήσει τα κρατικά έσοδα, έτσι ώστε οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες σε διαρκή βάση να μην υπονομεύσουν τη δημοσιονομική βιωσιμότητα μεσοπρόθεσμα.
(10)Έως την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας σύστασης, η Ουγγαρία δεν υπέβαλε την ετήσια έκθεση προόδου της για το 2026 σχετικά με την τήρηση των συνιστώμενων μέγιστων ρυθμών αύξησης των καθαρών δαπανών. Η Ουγγαρία δεν υπέβαλε ούτε την έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, η οποία διαφορετικά θα είχε ενσωματωθεί στην ετήσια έκθεση προόδου.
(11)Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2025 ανήλθε σε 0,5 % και ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ ανήλθε σε 4,4 %. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,8 % το 2026 και κατά 2,1 % το 2027, και ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα διαμορφωθεί σε 3,2 % το 2026 και 3,1 % το 2027.
(12)Με βάση στοιχεία που παρασχέθηκαν από τη Eurostat ( 12 ), το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ουγγαρίας μειώθηκε από 5,1 % του ΑΕΠ το 2024 σε 4,7 % του ΑΕΠ το 2025. Η μείωση του ελλείμματος το 2025 αποτυπώνει κυρίως τις χαμηλότερες δαπάνες για τόκους και τις περικοπές των δημοσίων επενδύσεων. Με βάση τα μέτρα πολιτικής που ήταν γνωστά κατά την καταληκτική ημερομηνία των προβλέψεων, οι εαρινές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής προβλέπουν έλλειμμα ύψους 6,2 % του ΑΕΠ το 2026 και 5,8 % του ΑΕΠ το 2027. Η αύξηση το 2026 αποτυπώνει κυρίως μέτρα που στοχεύουν τα νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω σταδιακής εφαρμογής της απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για τις μητέρες, της αύξησης του αφορολόγητου ορίου για οικογένειες, της 14ης σύνταξης, των στεγαστικών επιδομάτων και ενός επιδόματος για τους στρατιωτικούς και τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου, καθώς και των αποκλίσεων στις δαπάνες.
(13)Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ( 13 ), ο οποίος περιλαμβάνει τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, ήταν επεκτατικός, ίσος με 0,4 % του ΑΕΠ, το 2025. Προβλέπεται να είναι επεκτατικός, κατά 1,7 % του ΑΕΠ, το 2026, και σε γενικές γραμμές ουδέτερος το 2027.
(14)Με βάση στοιχεία που παρασχέθηκαν από τη Eurostat ( 14 ), το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ουγγαρίας αυξήθηκε από 73,5 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2024 σε 74,6 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2025. Η αύξηση του δείκτη χρέους το 2025 αποτυπώνει κυρίως τις υψηλές δαπάνες για τόκους και τη χαμηλότερη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Με βάση τα μέτρα πολιτικής που ήταν γνωστά κατά την καταληκτική ημερομηνία των προβλέψεων, οι εαρινές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής προβλέπουν ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θα αυξηθεί σε 75,1 % έως τα τέλη του 2026 και θα αυξηθεί περαιτέρω σε 76,8 % έως τα τέλη του 2027. Η αύξηση το 2026 και το 2027 αποτυπώνει κυρίως τις υψηλές δαπάνες για τόκους και το πρωτογενές έλλειμμα, τα οποία μετριάζονται από την ισχυρή ανατίμηση του νομίσματος το 2026.
(15)Με βάση στοιχεία της Eurostat ( 15 ), οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης στην Ουγγαρία ανήλθαν στο 1,8 % του ΑΕΠ το 2025, ποσοστό που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 0,8 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σύγκριση με το έτος αναφοράς 2021. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, προβλέπεται να ανέλθουν στο 2,1 % του ΑΕΠ το 2026, ποσοστό που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 1,1 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σύγκριση με το 2021.
(16)Η Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κινδύνους διαταραχών του ενεργειακού εφοδιασμού και αυξημένης αστάθειας των τιμών, οι οποίοι επιδεινώνονται από γεωπολιτικές εντάσεις που επηρεάζουν τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και αερίου. Η εμπειρία από την ενεργειακή κρίση της περιόδου 2022-2023 έχει δείξει ότι τα γενικά και μη στοχευμένα μέτρα συνεπάγονται μεγάλο δημοσιονομικό κόστος και δεν είναι αποδοτικά από κοινωνική και οικονομική άποψη. Από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή τον Φεβρουάριο του 2026, η Ουγγαρία έχει εγκρίνει μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής για τον μετριασμό των επιπτώσεων των υψηλών τιμών της ενέργειας στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις ( 16 ), και συγκεκριμένα μια μη στοχευμένη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης για το ντίζελ και τη βενζίνη κατά 19 HUF ανά λίτρο, με ημερομηνία λήξης την 1η Μαΐου 2026. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2026 της Επιτροπής, το δημοσιονομικό κόστος του εν λόγω μέτρου προβλέπεται να ανέλθει σε λιγότερο από 0,1 % του ΑΕΠ το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, αν τα μέτρα αυτά παραμείνουν σε ισχύ έως το τέλος του 2026, το δημοσιονομικό τους κόστος θα ανέλθει στο 0,1 % του ΑΕΠ το 2026.
(17)Με βάση τους υπολογισμούς της Επιτροπής, οι καθαρές δαπάνες της Ουγγαρίας αυξήθηκαν κατά 8,1 % το 2025 και κατά 11,2 % σωρευτικά το 2024 και το 2025. Η αύξηση των καθαρών δαπανών το 2025 υπερβαίνει τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης και αντιστοιχεί σε απόκλιση 1,5 % του ΑΕΠ σε ετήσιους όρους. Αν τα έτη 2024 και 2025 εξεταστούν μαζί, ο σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών υπερβαίνει επίσης τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης και αντιστοιχεί σε απόκλιση ύψους 0,8 % του ΑΕΠ σωρευτικά. Ωστόσο, η απόκλιση εμπίπτει στην ευελιξία της εθνικής ρήτρας διαφυγής, λαμβανομένης υπόψη της αύξησης των αμυντικών δαπανών.
(18)Με βάση τους υπολογισμούς της Επιτροπής, οι καθαρές δαπάνες της Ουγγαρίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 9,7 % το 2026 και κατά 22,0 % σωρευτικά το 2024, το 2025 και το 2026. Η προβλεπόμενη αύξηση των καθαρών δαπανών το 2026 υπερβαίνει τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης και αντιστοιχεί σε απόκλιση ύψους 2,3 % του ΑΕΠ σε ετήσιους όρους. Αν τα έτη 2024, 2025 και 2026 εξεταστούν μαζί, ο προβλεπόμενος σωρευτικός ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών υπερβαίνει επίσης τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης και αντιστοιχεί σε απόκλιση ύψους 3,0 % του ΑΕΠ σωρευτικά. Λαμβανομένης υπόψη της ευελιξίας για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής, αν τα έτη 2024, 2025 και 2026 εξεταστούν μαζί, η προβλεπόμενη σωρευτική απόκλιση των καθαρών δαπανών ανέρχεται στο 1,9 % του ΑΕΠ.
(19)Ορισμένες πρακτικές στρεβλώνουν τη λειτουργία της χρηματοπιστωτικής και της λιανικής αγοράς, γεγονός που μπορεί επίσης να περιορίσει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Τα ανώτατα όρια για τα επιτόκια τραπεζικών καταθέσεων και εταιρικών δανείων καταργήθηκαν σταδιακά το 2024, όμως η κυβέρνηση διατήρησε αναλλοίωτο το επιτόκιο των ενυπόθηκων δανείων λιανικής στα επίπεδα του Οκτωβρίου 2021. Για να τονωθεί η εγχώρια ζήτηση, χρησιμοποιούνται εκτεταμένα ευρείας στόχευσης επιδοτούμενα δάνεια προς νοικοκυριά και εταιρείες. Το ποσοστό των επιδοτούμενων δανείων παραμένει υψηλό σε σύγκριση με τα προ COVID-19 επίπεδα, γεγονός που οδηγεί σε ανεπαρκή κατανομή κεφαλαίων μέσω της χρηματοδότησης έργων με χαμηλές αποδόσεις και περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας. Το 2025 η κυβέρνηση έθεσε ανώτατο όριο στη διαφορά μεταξύ της τιμής λιανικής αγοράς και της τιμής πώλησης ενός ευρέος φάσματος τροφίμων και μη διαρκών βιομηχανικών αγαθών. Επιπλέον, τον Μάρτιο του 2026 τέθηκαν ανώτατα όρια στις τιμές των καυσίμων κίνησης.
(20)Το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο παρέχει περιορισμένα μόνο κίνητρα για δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η «κατάσταση κινδύνου» που ισχύει από το 2020 έχει άρει την απαίτηση δημοσίευσης πολυετούς δημοσιονομικού σχεδίου και, ως εκ τούτου, περιορίζει την ικανότητα του δημοσιονομικού πλαισίου να διασφαλίζει μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό και λογοδοσία. Η πρακτική της πρώιμης έγκρισης του προϋπολογισμού και των συχνών αναθεωρήσεών του μειώνει την αξιοπιστία των στόχων. Ο εθνικός κανόνας για το χρέος που απαιτεί από την κυβέρνηση να διασφαλίζει τη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους κάθε χρόνο δεν τηρήθηκε το 2024 ή το 2025 και, σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, τείνει να έχει φιλοκυκλικό αντίκτυπο που επιδεινώνει τις ανισορροπίες. Η εντολή και οι επιχειρησιακές ικανότητες του δημοσιονομικού συμβουλίου της Ουγγαρίας παραμένουν περιορισμένες. Εξάλλου, οι δομές διαχείρισης δημόσιων κεφαλαίων που δημιούργησε η κυβέρνηση, όπως τα καταπιστεύματα δημοσίου συμφέροντος, αποδυναμώνουν τη δημοσιονομική εποπτεία, καθώς φαίνεται ότι λειτουργούν χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου. Η Ουγγαρία διενήργησε μεν επανεξετάσεις των δαπανών κατά την περίοδο 2023-2024, όμως τα αποτελέσματά τους δεν δημοσιεύθηκαν ούτε αποτυπώθηκαν στον δημοσιονομικό σχεδιασμό.
(21)Δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού της, η Ουγγαρία αντιμετωπίζει μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ μεταξύ 2025 και 2070 (4,1 εκατοστιαίες μονάδες). Το γεγονός αυτό αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Σύμφωνα με την ανάλυση της Επιτροπής για τη βιωσιμότητα του χρέους, οι κίνδυνοι της Ουγγαρίας όσον αφορά τη δημοσιονομική βιωσιμότητα είναι συνολικά υψηλοί τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Εξάλλου, η σταδιακή μείωση της επάρκειας των συντάξεων για τους χαμηλόμισθους και η αύξηση των δαπανών για συντάξεις για τα άτομα υψηλού εισοδήματος έχουν διευρύνει τις ανισότητες μεταξύ των συνταξιούχων. Επιπλέον, θεσπίστηκε η 14η σύνταξη, η οποία αναμένεται να αυξήσει τα μέσα επίπεδα συντάξεων, αλλά δεν είναι στοχευμένη, θα έχει περαιτέρω αντίκτυπο στις ανισότητες και θα αυξήσει τις προβλεπόμενες πιέσεις στις δαπάνες οι οποίες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
(22)Η συστηματική, ουσιαστική και έγκαιρη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, των κοινωνικών εταίρων, της κοινωνίας των πολιτών και άλλων σχετικών συμφεροντούχων παραμένει αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί η ευρεία οικειοποίηση της επιτυχούς υλοποίησης των χρηματοδοτικών μέσων της Ένωσης, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.
(23)Η εφαρμογή των προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής, τα οποία περιλαμβάνουν στήριξη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (ΤΔΜ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (ΕΚΤ+) και το Ταμείο Συνοχής (ΤΣ), στην Ουγγαρία παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, τόσο σε επίπεδο επιλογής έργων όσο και σε επίπεδο πληρωμών. Είναι σημαντικό να ενταθούν και να επιταχυνθούν οι προσπάθειες για να εξασφαλιστεί η ταχεία υλοποίηση επενδύσεων και παράλληλα να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπός τους στην πράξη. Η Ουγγαρία λαμβάνει ήδη μέτρα στο πλαίσιο των οικείων προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης. Ωστόσο, η Ουγγαρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με ελλείψεις στο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, υπερβολικά πολύπλοκες και περιοριστικές διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων και τη χαμηλή απορρόφηση χρηματοδοτικών προγραμμάτων που δεν συνδέονται με δαπάνες στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Περαιτέρω ζητήματα είναι η απουσία προβλέψιμου σχεδιασμού και συντονισμού των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων σε διάφορα προγράμματα και των σειρών ώριμων έργων, οι αδύναμοι μηχανισμοί εδαφικής συνεργασίας και εταιρικής σχέσης, η ανεπαρκής επαγγελματική και οικονομική ικανότητα σε υποεθνικό επίπεδο, η περιορισμένη χρήση αξιολογήσεων και οι περιττές διοικητικές και νομικές ρυθμίσεις, όπως οι κανόνες που διέπουν τις δημόσιες επενδύσεις (νόμος LXIX του 2023) ή το σύστημα επενδύσεων μείζονος σημασίας για την εθνική οικονομία. Η Ουγγαρία έχει επίσης περιθώριο να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα βασικών έργων δημόσιας πολιτικής που στηρίζονται από το ΕΚΤ+, μεταξύ άλλων μέσω της ενσωμάτωσης των πολιτικών. Ταυτόχρονα, η Ουγγαρία χρειάζεται να επιταχύνει την υλοποίηση του ΤΔΜ, διότι οι πόροι πρέπει να εκταμιευθούν έως το τέλος του 2026. Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση των νέων επενδύσεων που προσδιορίστηκαν από την Ουγγαρία στην ενδιάμεση επανεξέταση των ταμείων της πολιτικής συνοχής, ιδίως εκείνων που συνδέονται με τις πέντε προτεραιότητες που προσδιορίζονται στον κανονισμό για την ενδιάμεση επανεξέταση ( 17 ).
(24)Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις που σχετίζονται με το επιχειρηματικό περιβάλλον, την ποιότητα της νομοθεσίας, τις δημόσιες συμβάσεις, το πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την καινοτομία, τη φορολογία, την εξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, τις επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων, την εξισορρόπηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, τη διαχείριση των υδάτων, την κυκλική οικονομία, τις μεταφορές, την εκπαίδευση, τα επίπεδα δεξιοτήτων και την ένταξη των μειονεκτουσών ομάδων στην αγορά εργασίας, την κοινωνική πρόνοια, τον κοινωνικό διάλογο, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη στέγαση.
(25)Το ασθενές επιχειρηματικό περιβάλλον αποτελεί μείζον εμπόδιο για την αύξηση της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τους δείκτες ανταγωνιστικότητας, η Ουγγαρία συγκαταλεγόταν στις χώρες της ΕΕ με τις χειρότερες επιδόσεις το 2025. Η δυναμική των επιχειρήσεων είναι χαμηλή, καθώς οι αυστηρές κανονιστικές ρυθμίσεις επιβραδύνουν τη δημιουργία επιχειρήσεων. Ο υψηλός αριθμός καθεστώτων επιδοτήσεων διατηρεί λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις στην αγορά. Η ρύθμιση της αγοράς προϊόντων είναι μία από τις αυστηρότερες μεταξύ των χωρών της ΕΕ που είναι μέλη του ΟΟΣΑ, ιδίως σε υποκατηγορίες που επηρεάζονται από στρεβλώσεις οι οποίες προκαλούνται από κρατική παρέμβαση. Η έλλειψη ίσης μεταχείρισης των επιχειρήσεων περιορίζει τον ανταγωνισμό. Η δομή της αγοράς εμφανίζει συγκέντρωση και λίγες μόνο επιχειρήσεις ανταγωνίζονται σε συγκεκριμένες αγορές. Διάφορες υπηρεσίες ανατίθενται σε κρατικές ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν χωρίς ανταγωνισμό. Ειδικότερα, ο τομέας του λιανικού εμπορίου λειτουργεί σε ασταθές επιχειρηματικό περιβάλλον. Οι έμποροι λιανικής πώλησης επηρεάζονται επίσης από διοικητικές παρεμβάσεις, όπως ανώτατα όρια τιμών λιανικής, όρια στα περιθώρια πωλήσεων, υποχρεωτικές εκπτώσεις, απαγόρευση πώλησης τροφίμων 48 ώρες πριν από την ημερομηνία λήξης τους και υποχρεωτική ηλεκτρονική αναφορά τιμών. Τα μέτρα πολιτικής και οι υψηλοί φόροι μειώνουν την ανταγωνιστικότητα των εμπόρων λιανικής πώλησης. Το κράτος δραστηριοποιείται σε επιχειρηματικές συναλλαγές και παραγκωνίζει παράγοντες του ιδιωτικού τομέα αγοράζοντας αρκετές μεγάλες εταιρείες ή διευκολύνοντας την αγορά τους. Διάφορες κρατικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται προκειμένου να αναγκάσουν τους —κυρίως αλλοδαπούς— ιδιοκτήτες να πωλήσουν τις επιχειρήσεις τους, γεγονός που διευκολύνει τη δημιουργία δημόσιων ή συνδεδεμένων με την κυβέρνηση εθνικών πρωταθλητών. Επιχειρήσεις αναγκάζονται να λειτουργούν με ζημία λόγω συμπληρωματικού φόρου εξόρυξης, φόρου ποσοστώσεων CO₂, ανώτατων ορίων περιθωρίου τιμής στο λιανικό εμπόριο και περιορισμών στις εξαγωγές δομικών υλικών. Τα μέτρα αυτά δεν συνάδουν με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο προβλήματα λόγω καθυστερημένων πληρωμών. Οι καθυστερήσεις πληρωμών αυξάνονται τόσο μεταξύ των επιχειρήσεων όσο και στον δημόσιο τομέα και υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ΕΕ. Η αυξανόμενη παρουσία ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων δημιουργεί νέες προκλήσεις. Αυτή η δομή εταιρείας χρησιμοποιείται, ιδίως, από άτομα που έχουν δεσμούς με την κυβέρνηση, καθώς διασφαλίζει την ανωνυμία. Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια έχουν αυξηθεί σημαντικά σε αριθμό και μέγεθος τα τελευταία χρόνια. Όλο και περισσότερο, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια επενδύουν σε εταιρείες που κερδίζουν δημόσιες συμβάσεις και εξασφαλίζουν συμβάσεις παραχώρησης υψηλής αξίας, ενώ έχουν ισχυρή παρουσία σε επιχειρηματικές συναλλαγές με το κράτος. Το ασθενές επιχειρηματικό περιβάλλον συνέβαλε στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας και παρεμποδίζει τις επενδύσεις και, τελικά, οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό και βραδεία οικονομική ανάκαμψη, όπως φαίνεται από την εμπεριστατωμένη επισκόπηση για την Ουγγαρία στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών.
(26)Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα εξαιρετικά ασταθές και απρόβλεπτο κανονιστικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από συχνές τροποποιήσεις, εκτεταμένη χρήση μέτρων έκτακτης ανάγκης και περιορισμένο χρόνο προετοιμασίας για οικονομικά σημαντικές κανονιστικές αλλαγές. Η συνεχής εξάρτηση από κανονιστικές ρυθμίσεις που βασίζονται σε αποφάσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης περιορίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και συμβάλλει στην αβεβαιότητα συμμόρφωσης και στον αυξημένο κανονιστικό κίνδυνο για τις επιχειρήσεις. Η συμμετοχή των συμφεροντούχων και η εφαρμογή εργαλείων βελτίωσης της νομοθεσίας παραμένουν περιορισμένες στην πράξη. Το επίπεδο συμμετοχής των συμφεροντούχων στην ανάπτυξη πρωτογενούς δικαίου στην Ουγγαρία είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Δεν απαιτείται διαβούλευση κατά τα αρχικά στάδια της θέσπισης κανόνων και η εκ των υστέρων αξιολόγηση, καίτοι νομικά υποχρεωτική, δεν διενεργείται συστηματικά. Σημαντικά νομοσχέδια εξακολουθούν να κατατίθενται από μεμονωμένα μέλη του Κοινοβουλίου, τα οποία εξαιρούνται έτσι επισήμως από τις συνήθεις απαιτήσεις διαβούλευσης και εκτίμησης επιπτώσεων. Δεν υπάρχει ανεξάρτητος εποπτικός φορέας αρμόδιος για τη διασφάλιση της ποιότητας της ανάλυσης των επιπτώσεων των κανονιστικών ρυθμίσεων ή του εύρους των διαβουλεύσεων με τους συμφεροντούχους. Ακόμη και όταν διεξάγεται διαβούλευση, η συμβολή των συμφεροντούχων δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ουσιαστικές προσαρμογές.
(27)Η αγορά δημόσιων συμβάσεων παραμένει ευάλωτη σε αντιανταγωνιστικές πρακτικές και κινδύνους διαφθοράς. Ο αριθμός των αποφάσεων επανεξέτασης δημόσιων συμβάσεων σε σχέση με τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών είναι μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Η εκλαμβανόμενη ανεξαρτησία του διαιτητικού συμβουλίου για τις δημόσιες συμβάσεις παραμένει χαμηλή μεταξύ των επιχειρήσεων. Διαρθρωτικοί παράγοντες εξακολουθούν να παρεμποδίζουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων, ιδίως στους τομείς των υποδομών, της άμυνας και των κεντρικών δημόσιων συμβάσεων. Η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς, μεταξύ άλλων μεταξύ εταιρειών με την ίδια ιδιοκτησιακή δομή, εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία. Οι δημόσιες συμβάσεις είναι πολύ πιθανότερο να ανατεθούν σε εταιρείες που συνδέονται με πολιτικά συνδεδεμένους οικονομικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων σε διαγωνισμούς που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η εκτεταμένη χρήση συμφωνιών-πλαισίων μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τον ανταγωνισμό, εγκλωβίζοντας ορισμένες επιχειρήσεις και ενισχύοντας τη συγκέντρωση της αγοράς, με περιορισμένη διαφάνεια στις διαδικασίες για τις επιμέρους συμβάσεις εκτέλεσης («call-off») δεύτερου σταδίου. Η διαφάνεια του συστήματος δημόσιων συμβάσεων είναι μεν γενικά ικανοποιητική, όμως στην πράξη εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες όσον αφορά την έλλειψη διαφάνειας ορισμένων δεδομένων σχετικά με δημόσιες συμβάσεις και την εφαρμογή των κανόνων περί σύγκρουσης συμφερόντων.
(28)Η διαφθορά εξακολουθεί να αποτελεί τομέα έντονης ανησυχίας, καθώς παραμένουν συστημικές αδυναμίες στο πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η αντίληψη περί εκτεταμένης διαφθοράς παραμένει πολύ υψηλή, και η εκτεταμένη διαφθορά εξακολουθεί να γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτή ως εμπόδιο για τις επιχειρήσεις. Μολονότι έχουν ληφθεί ορισμένα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς εν γένει, η διαφθορά υψηλού επιπέδου εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα και το πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς χρήζει περαιτέρω ενίσχυσης. Το σύστημα δήλωσης περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να μην εκπληρώνει τον ρόλο του, οι κανόνες για τη σύγκρουση συμφερόντων παραμένουν κατακερματισμένοι και η εποπτεία τους στερείται αποτελεσματικότητας. Ομοίως, οι περιορισμοί που ισχύουν για την περίοδο μετά την αφυπηρέτηση υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων είναι ανεπαρκείς και εφαρμόζονται αναποτελεσματικά. Ο μεγάλος αριθμός νέων τύπων δομών διαχείρισης δημόσιου χρήματος —ιδίως ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημοσίου συμφέροντος και ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων– στερείται διαφάνειας και ενέχει κινδύνους διαφθοράς. Η κατάσταση αυτή συμβαδίζει με την αύξηση των περιορισμών στην πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες και την επιδείνωση του επιπέδου ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης, γεγονός που περιορίζει επίσης την ανεξάρτητη δημόσια εποπτεία και τον έλεγχο της κυβέρνησης και συμβάλλει στη συνολική μείωση της αποτελεσματικότητας του πλαισίου για την καταπολέμηση της διαφθοράς.
(29)Οι κεφαλαιαγορές ως δίαυλοι χρηματοδότησης νεοφυών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα καινοτόμων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς στην Ουγγαρία. Οι κυβερνητικές πολιτικές, ιδίως μέσω της φορολογίας, εκτρέπουν τις αποταμιεύσεις μάλλον προς τα κρατικά ομόλογα και τη στέγαση παρά προς τις κεφαλαιαγορές, οι οποίες θα χρηματοδοτούσαν παραγωγικές επενδύσεις. Τα πρόσφατα μέτρα πολιτικής έχουν παρεμποδίσει περαιτέρω την ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών, όπως τα αφορολόγητα μακροπρόθεσμα ομόλογα για ιδιώτες επενδυτές, ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών τίτλων, η υψηλή παρουσία προγραμμάτων επιδοτήσεων για τις ΜΜΕ και τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε κατοικίες.
(30)Οι δημόσιες δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης, μεταξύ άλλων και στα πανεπιστήμια, είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη για την επιστημονική αριστεία. Η συνεχιζόμενη αναδιοργάνωση του τομέα της δημόσιας έρευνας, καθώς και οι ασαφείς μηχανισμοί αξιολόγησης των ερευνητικών ιδρυμάτων, συντελούν στη δημιουργία αβέβαιων συνθηκών εργασίας για τις ερευνήτριες και τους ερευνητές. Οι διασυνδέσεις μεταξύ επιστημών και επιχειρήσεων εξακολουθούν να μην αξιοποιούνται επαρκώς, ενώ οι δραστηριότητες καινοτομίας εξακολουθούν να συγκεντρώνονται σε μια μικρή ομάδα ξένων επιχειρήσεων, γεγονός που περιορίζει την ανάπτυξη μιας ευρύτερης εγχώριας βάσης καινοτομίας, ιδίως των ΜΜΕ. Λίγες μόνο, κυρίως μεγάλες, εταιρείες επωφελούνται από τις διάφορες επιδοτήσεις λόγω της μεγάλης διοικητικής επιβάρυνσης και δεν είναι πάντοτε σαφείς οι κανόνες επιλεξιμότητας για τις δαπάνες καινοτομίας. Οι περιφέρειες δυσκολεύονται να θεσπίσουν στρατηγικά πλαίσια Ε&Α και καινοτομίας για την αποτελεσματική τόνωση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας τα οποία να λαμβάνουν υπόψη τις συγκεκριμένες ανάγκες και τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της περιφέρειας.
(31)Ο μεγάλος αριθμός φορολογικών απαλλαγών, φορολογικών κινήτρων και τομεακών φόρων περιπλέκει το φορολογικό σύστημα. Η αυξανόμενη χρήση τομεακών φόρων επηρεάζει δυσανάλογα τις μεγαλύτερες, συχνά αλλοδαπές επιχειρήσεις. Τα έσοδα από τομεακούς φόρους υπερβαίνουν το 2 % του ΑΕΠ. Στους τομείς που πλήττονται περισσότερο περιλαμβάνονται οι τράπεζες, η ενέργεια, το λιανικό εμπόριο, τα δομικά υλικά, οι ασφάλειες και οι τηλεπικοινωνίες. Ο μεγάλος αριθμός μικρών φόρων αυξάνει το κόστος συμμόρφωσης, ιδίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας μειώθηκε, αλλά παραμένει υψηλή για τους χαμηλόμισθους. Η Ουγγαρία βασίζεται σε φόρους κατανάλωσης, οι οποίοι εγγενώς επιβαρύνουν περισσότερο τα άτομα με χαμηλό εισόδημα.
(32)Η Ουγγαρία εξακολούθησε να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ρωσικές πηγές ενέργειας, ενώ τα μέτρα διαφοροποίησης απέφεραν οριακά αποτελέσματα. Το μερίδιο των εισαγωγών από τη Ρωσία αυξήθηκε το 2025 σε ποσοστό άνω του 90 % στην περίπτωση του πετρελαίου και, στην περίπτωση του φυσικού αερίου, η Ουγγαρία εισήγαγε ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου πολύ υψηλότερες από τη μακροπρόθεσμη σύμβασή της για 4,5 δισ. κυβικά μέτρα. Είναι επίσης σημαντικό να αναπτύξει η Ουγγαρία ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο με σαφή χρονοδιαγράμματα και ρυθμιστικά μέτρα για την πλήρη σταδιακή κατάργηση της εξάρτησής της από τα ρωσικά πυρηνικά καύσιμα. Οι εισαγωγές ενέργειας παραμένουν σημαντικές και καθιστούν το εξωτερικό ισοζύγιο ευάλωτο στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, γεγονός που συνιστά πρόκληση που εντοπίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών.
(33)Η Ουγγαρία καταγράφει σημαντικές επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων για τις οποίες δεν έχει προγραμματιστεί σταδιακή κατάργηση πριν από το 2030. Ειδικότερα, οι επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων οι οποίες ούτε αντιμετωπίζουν την ενεργειακή φτώχεια με στοχευμένο τρόπο ούτε ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια, και οι οποίες εμποδίζουν τον εξηλεκτρισμό και δεν είναι ζωτικής σημασίας για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν κατά προτεραιότητα αντικείμενο σταδιακής κατάργησης. Στην Ουγγαρία, οι επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων —όπως το πρόγραμμα μείωσης του κόστους των υπηρεσιών κοινής ωφελείας, η μείωση του φόρου προστιθέμενης αξίας για την τηλεθέρμανση με χρήση φυσικού αερίου και οι επιστροφές ειδικού φόρου κατανάλωσης για τη γεωργική χρήση του ντίζελ— είναι οικονομικά αναποτελεσματικές, διαιωνίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και δεν παρέχουν κίνητρα για εξηλεκτρισμό. Οι στόχοι που εξυπηρετούνται από τις εν λόγω επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων μπορούν να επιτευχθούν μέσω εναλλακτικών μορφών στήριξης που δεν έχουν επιβλαβείς εξωγενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
(34)Η Ουγγαρία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κατακόρυφες αυξήσεις των τιμών κατά τις ώρες αιχμής της ζήτησης λόγω της περιορισμένης ευελιξίας χωρίς ορυκτά καύσιμα και της συνεχιζόμενης εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα για την οριακή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως αιολικής, είναι ζωτικής σημασίας. Ωστόσο, το δίκτυο παρέμεινε υπό πίεση και απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, καθώς οι σειρές αναμονής για σύνδεση επιβραδύνουν επίσης την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ουγγαρία δεν έχει ακόμη προσχωρήσει στις πλατφόρμες PICASSO και MARI, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ικανότητά της να ενσωματωθεί πλήρως στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και να επωφελείται από μηχανισμούς διασυνοριακής εξισορρόπησης. Η απόκριση από την πλευρά της ζήτησης παρεμποδίζεται από την περιορισμένη πρόσβαση των νοικοκυριών σε δυναμική τιμολόγηση, τα ανώτατα όρια τιμών ενέργειας για τα νοικοκυριά, την αργή εγκατάσταση έξυπνων μετρητών και τον περιθωριακό ρόλο των φορέων σωρευτικής εκπροσώπησης και των ενεργειακών κοινοτήτων. Ως αποτέλεσμα του χαμηλού ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών, των επαχθών κανονισμών και φόρων στον τομέα και των υψηλών τελών μεταφοράς δικτύου, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τις επιχειρήσεις παρέμειναν πολύ υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που λειτουργεί σε βάρος της ανταγωνιστικότητας.
(35)Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει σημαντικούς κλιματικούς κινδύνους, οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την ανάληψη δράσης για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας στην κλιματική αλλαγή με την επικαιροποίηση της σχετικής στρατηγικής και του σχεδίου δράσης για την προσαρμογή, τη θέσπιση συστήματος παρακολούθησης και αξιολόγησης και τη διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης των μέτρων προσαρμογής, λαμβανομένης επίσης υπόψη της άνισης κλιματικής ευπάθειας μεταξύ των περιφερειών. Η λειψυδρία αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό κλιματικό κίνδυνο, όπως καθίσταται σαφές από τις ξηρασίες που ενέσκηψαν τα τελευταία χρόνια, οι οποίες επέφεραν σημαντικές απώλειες στον γεωργικό τομέα. Οι πράσινες υποδομές υπονομεύουν τη συνολική ανθεκτικότητα των υδάτων της Ουγγαρίας και ιδίως τη φυσική της ικανότητα συγκράτησης των υδάτων. Επιπλέον, η επιτυχής εφαρμογή πρακτικών βιώσιμης διαχείρισης των υδάτων παρεμποδίζεται από την έλλειψη πράσινων δεξιοτήτων σε επίπεδο πολιτικής και εφαρμογής. Η ποιότητα των υδάτων είναι κακή λόγω της ρύπανσης από τη γεωργία, τη βιομηχανία και τους ανθρώπινους οικισμούς, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια επενδύσεων σε υπηρεσίες ύδρευσης.
(36)Η μετάβαση της Ουγγαρίας στην κυκλική οικονομία δεν σημειώνει πρόοδο και η παραγωγικότητα των πόρων της είναι πολύ χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Με ανεπαρκή έμφαση στην επαναχρησιμοποίηση, την επισκευή και την ανακύκλωση, η υγειονομική ταφή αντιπροσωπεύει το 54 % των αστικών αποβλήτων το 2024, ποσοστό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ (22 % το 2023). Η ελλιπής κατανομή των πόρων, ο χαμηλός ανταγωνισμός και οι ανεπαρκείς ικανότητες παρακολούθησης και επεξεργασίας στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων έχουν ως αποτέλεσμα σχετικά χαμηλά ποσοστά ανακύκλωσης και υπερβολική εξάρτηση από την υγειονομική ταφή.
(37)Η απανθρακοποίηση των μεταφορών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την Ουγγαρία, καθώς ο τομέας συμβάλλει σημαντικά στα υψηλά επίπεδα εκπομπών και στα επίμονα ζητήματα ποιότητας του αέρα. Οι μεταφορές είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής τελικής ενέργειας καθώς αντιπροσωπεύουν το 26 % της συνολικής χρήσης ενέργειας της χώρας. Η Ουγγαρία υστερεί όσον αφορά την ποιότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικότητάς της στην κλιματική αλλαγή, ενώ το μερίδιο των εσωτερικών εμπορευματικών μεταφορών που πραγματοποιείται σιδηροδρομικώς έχει μειωθεί αντί να αυξηθεί, γεγονός που υπονομεύει τις προσπάθειες απομάκρυνσης από τις οδικές μεταφορές. Στις οδικές μεταφορές, οι υποχρεωτικές υποδομές ηλεκτρικής επαναφόρτισης υστερούν σε σχέση με τους στόχους για το 2030 για τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά, ενώ οι υποδομές φόρτισης απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό. Η ανεπάρκεια της χρηματοδότησης και του σχεδιασμού ολοκληρωμένων υποδομών δημόσιων μεταφορών εμποδίζει την ανάπτυξη των λιγότερο ανεπτυγμένων και των περιφερειακών περιοχών και την ισότιμη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες δημόσιων μεταφορών.
(38)Λαμβάνοντας υπόψη τον καίριο ρόλο του ανθρώπινου κεφαλαίου στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ένωσης, το 2026 το Συμβούλιο συνέστησε στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την επείγουσα αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προκλήσεων που σχετίζονται με το ανθρώπινο κεφάλαιο στους τομείς των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης, οι οποίες παρεμποδίζουν την ανταγωνιστικότητα. Οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις του 2026 που απευθύνονται στην Ουγγαρία μπορούν να συμβάλουν στην εφαρμογή της σύστασης του Συμβουλίου σχετικά με το ανθρώπινο κεφάλαιο στην Ένωση.
(39)Οι έντονες ανισότητες στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα και το δυναμικό καινοτομίας της Ουγγαρίας. Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό παράγοντα πρόβλεψης των βασικών δεξιοτήτων, της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και του μορφωτικού επιπέδου, ενώ πλήττονται ιδιαίτερα τα παιδιά γονέων με χαμηλή ειδίκευση, οι Ρομά και τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ή αναπηρίες. Ο εκπαιδευτικός διαχωρισμός εντείνει τις ανισότητες αυτές μέσω του προσανατολισμού των μαθητών σε νεαρή ηλικία και των πολλαπλών τύπων σχολείων, και οι Ρομά υφίστανται τα υψηλότερα επίπεδα διαχωρισμού. Τα ισχύοντα μέτρα δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της πλήρους συμμετοχής των μειονεκτουσών ομάδων στην ποιοτική γενική εκπαίδευση. Τα προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης δεν διαθέτουν επαρκή χρόνο σε βασικές δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την περαιτέρω μάθηση και την προσαρμογή στις μετακινήσεις στην αγορά εργασίας. Η έλλειψη διαπερατών διαδρομών επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης εμποδίζει επίσης την πρόοδο προς την περαιτέρω εκπαίδευση. Η περιορισμένη αυτονομία των σχολικών ιδρυμάτων εμποδίζει την παιδαγωγική καινοτομία και την αποδοτική χρήση των πόρων και η ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού παραμένει χαμηλή. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών αυξήθηκαν πρόσφατα, όμως τα κίνητρα που παρέχονται στους εκπαιδευτικούς για να παραμείνουν στο επάγγελμά τους υπονομεύονται από τον μεγάλο φόρτο εργασίας και τη μη προσφορά συστημικής υποστήριξης στους αρχάριους εκπαιδευτικούς. Στην οικονομία υπάρχει ζήτηση για εργατικό δυναμικό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όμως το σύστημα στήριξης των σπουδαστών δεν έχει κατορθώσει να διευκολύνει την πρόσβαση των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ιδίως εκείνων που προέρχονται από μειονεκτούντα περιβάλλοντα. Οι θέσεις σπουδών που χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους δεν έχουν αυξηθεί αναλογικά με την αύξηση των αιτήσεων για φοίτηση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι εγγραφές σε προγράμματα φυσικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που περιορίζει το δυναμικό καινοτομίας της Ουγγαρίας σε βασικούς στρατηγικούς τομείς.
(40)Το ποσοστό απασχόλησης παραμένει υψηλό, αλλά η πρόσβαση σε θέσεις εργασίας είναι άνιση. Τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, οι Ρομά, τα άτομα με αναπηρία και οι νέες και οι νέοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση και διατήρηση σταθερής απασχόλησης, παράλληλα με σημαντικές περιφερειακές ανισότητες ως προς τα αποτελέσματα στην αγορά εργασίας. Παρά το σχετικά χαμηλό ποσοστό ανεργίας, η μακροχρόνια ανεργία αυξάνεται, και ένας στους τρεις εγγεγραμμένους ανέργους παραμένει χωρίς εργασία επί τουλάχιστον 12 μήνες. Το κατακερματισμένο θεσμικό πλαίσιο εμποδίζει τον αποτελεσματικό συντονισμό των μέτρων για την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας, περιορίζοντας τις δυνατότητες στήριξης όσων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Οι μειονεκτούσες ομάδες δεν έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά μέτρα επανειδίκευσης και αναβάθμισης δεξιοτήτων, μεταξύ άλλων για βασικές και ψηφιακές δεξιότητες, ούτε σε ολοκληρωμένη στοχευμένη ψυχική, κοινωνική, ιατροφαρμακευτική υποστήριξη και υποστήριξη στην αναζήτηση εργασίας. Η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης (ΔΥΑ) δεν διαθέτει προσωπικό και ικανότητα να παρέχει συστηματικά ποιοτική κατάρτιση και συμβουλές σταδιοδρομίας στους ανέργους, ούτε διενεργεί τακτική παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών. Η βιώσιμη εθνική χρηματοδότηση της ΔΥΑ είναι καίριας σημασίας με παράλληλη προτεραιοποίηση των μέτρων που στοχεύουν στη μακροπρόθεσμη απασχολησιμότητα. Η ΔΥΑ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλύτερα για τον συντονισμό των διαφόρων φορέων που είναι αρμόδιοι για τις ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας, την πρόβλεψη των αναγκών δεξιοτήτων και τον σχεδιασμό της κατάρτισης σε εθνικό και επαρχιακό επίπεδο.
(41)Η αποτελεσματικότητα του κοινωνικού διαλόγου και η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη χάραξη πολιτικής παραμένουν περιορισμένες —ιδίως στον δημόσιο τομέα. Υπάρχει νομικό πλαίσιο για το τριμερές φόρουμ του ιδιωτικού τομέα, το οποίο συμμετέχει στον καθορισμό του κατώτατου μισθού, και έχουν συγκροτηθεί ορισμένες ομάδες εργασίας για ορισμένα βασικά ζητήματα. Ωστόσο, η διαφάνεια των μεθόδων εργασίας και των αποτελεσμάτων του φόρουμ θα μπορούσε να βελτιωθεί και το φόρουμ θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της κυβέρνησης, των εργοδοτών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο βαθμός συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απαγορεύονται στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη δημόσια διοίκηση και παρεμποδίζονται από τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς ορισμένων εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω στήριξη της ανάπτυξης των ικανοτήτων των κοινωνικών εταίρων, καθώς και για μεταρρύθμιση του εργατικού δικαίου με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κοινωνικού διαλόγου, ενώ πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη στήριξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων του δημόσιου τομέα.
(42)Η πρόοδος όσον αφορά τη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού υπήρξε άνιση, και οι ανισότητες αυξάνονται εντός της χώρας. Το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης έχει βελτιωθεί, αλλά παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Τα παιδιά, οι Ρομά, τα άτομα με αναπηρία και τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Πάνω από τα τρία τέταρτα των παιδιών με γονείς με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025. Τα αυξανόμενα ποσοστά φτώχειας έχουν οδηγήσει στην ένταξη περισσότερων παιδιών σε κρατικές υπηρεσίες προστασίας των παιδιών, ενώ ο αριθμός των ανάδοχων οικογενειών είναι ανεπαρκής και μειώνεται. Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και το σύστημα φορολογίας και παροχών δεν συμβάλλουν αποτελεσματικά στη μείωση της φτώχειας και της εισοδηματικής ανισότητας. Η επάρκεια των παροχών ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ και δεν υπόκειται σε περιοδική αναπροσαρμογή. Η προσαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και των κοινωνικών παροχών στο κόστος διαβίωσης, καθώς και στοχευμένα μέτρα στήριξης, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην απαλλαγή ανθρώπων από τη φτώχεια. Το όριο των τριών μηνών για τις παροχές ανεργίας περιορίζει την ανάπτυξη δεξιοτήτων ή την εξεύρεση κατάλληλης και σταθερής εργασίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο φτώχειας μεταξύ των ανέργων. Οι ευάλωτες ομάδες, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε βασικές και κοινωνικές υπηρεσίες, όπως η παιδική φροντίδα, τα σχολεία, η υγειονομική περίθαλψη και οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας, τουλάχιστον εν μέρει λόγω των οικονομικών περιορισμών και της μειωμένης δημοσιονομικής αυτονομίας των δήμων. Ο οικιστικός και εκπαιδευτικός διαχωρισμός των Ρομά εξακολουθεί να είναι υψηλός, ενώ τα πρόσφατα διατάγματα για την «προστασία της τοπικής ταυτότητας» ενέχουν τον κίνδυνο περαιτέρω περιθωριοποίησης. Το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ πρόγραμμα που απευθύνεται στους 300 πλέον μειονεκτούντες δήμους αποτελεί θετική πρωτοβουλία, αλλά απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες για βιώσιμες επενδύσεις σε βασικές υπηρεσίες (ψηφιακός τομέας, μεταφορές, ύδρευση και ενέργεια) και κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, εκπαίδευση και φροντίδα), συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που απευθύνονται σε παιδιά.
(43)Το προσδόκιμο ζωής είναι ένα από τα χαμηλότερα, ενώ η προλήψιμη και αποτρεπτή θνησιμότητα στην Ουγγαρία είναι μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Οι διαρκείς ελλείψεις προσωπικού, οι χαμηλές δαπάνες για την υγεία, η αναποτελεσματική κατανομή των πόρων και οι περιφερειακές ανισότητες παρεμποδίζουν την ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τα επαγγέλματα του τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελμάτων των γιατρών, των νοσηλευτών και νοσηλευτριών και άλλων εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, έχουν χαμηλή ελκυστικότητα για τους νέους και τις νέες. Η πρόσληψη, η διατήρηση και η γεωγραφική κατανομή του προσωπικού αποτελούν πρόκληση. Η πρόληψη και η πρωτοβάθμια περίθαλψη δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένες και λαμβάνουν χαμηλή δημόσια χρηματοδότηση, γεγονός που επηρεάζει την υγεία και την παραγωγικότητα του πληθυσμού. Η υγιής, ανεξάρτητη διαβίωση των ηλικιωμένων, ιδίως στις αγροτικές περιοχές, καθίσταται όλο και πιο δύσκολη λόγω των ανεπαρκώς ανεπτυγμένων υπηρεσιών που παρέχονται κατ’ οίκον και σε επίπεδο κοινότητας. Το υψηλό άμεσο κόστος για τους ασθενείς περιορίζει την πρόσβαση των ευάλωτων ομάδων, ενώ οι ελλείψεις προσωπικού μετατοπίζουν την επιβάρυνση της φροντίδας στα συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στις οικογένειες, μειώνοντας έτσι την ποιότητα της φροντίδας και τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.
(44)Ένα ουγγρικό νοικοκυριό πρέπει να κάνει οικονομίες για περισσότερα από 15 έτη προκειμένου να αγοράσει διαμέρισμα 100 τ.μ.· το χρονικό αυτό διάστημα είναι ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ και σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν ταχύτερα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ και τα ενοίκια σημείωσαν επίσης ραγδαία αύξηση, υπερβαίνοντας την αύξηση των μισθών κατά την τελευταία δεκαετία. Η αύξηση του κόστους στέγασης ασκεί μεγαλύτερη πίεση στο εισόδημα των νοικοκυριών, ιδίως για τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και τους ενοικιαστές. Περισσότερα παιδιά τοποθετούνται σε προσωρινά καταλύματα λόγω οικονομικών δυσκολιών των οικογενειών τους, ενώ η αστεγία έχει αυξηθεί. Ταυτόχρονα, τα ήδη περιορισμένα αποθέματα κοινωνικών κατοικιών των δήμων μειώνονται περαιτέρω, ενώ δεν υπάρχουν στοχευμένα μέτρα στήριξης της στέγασης με βάση τους πόρους, συμπεριλαμβανομένης της ενοικίασης, για ομάδες χαμηλού εισοδήματος. Ελλείψει αποτελεσματικών πολιτικών κοινωνικής συνοχής στις αστικές και τις αγροτικές περιοχές, ο οικιστικός διαχωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα. Οι γενναιόδωρες και μη στοχευμένες στεγαστικές επιδοτήσεις και η περιορισμένη προσφορά κατοικιών συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών των κατοικιών, μειώνοντας την οικονομική προσιτότητα, γεγονός που συνιστά πρόκληση η οποία εντοπίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών.
(45)Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής και των συμπερασμάτων σχετικά με την ύπαρξη ανισορροπιών, οι συστάσεις βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 αποτυπώνονται στις συστάσεις 1, 2, 3, 4 και 6. Οι πολιτικές που αναφέρονται στις συστάσεις 1, 2, 3 και 4 συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των ευπαθειών που συνδέονται με τα δημόσια οικονομικά. Οι πολιτικές που αναφέρονται στις συστάσεις 3 και 4 συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των ευπαθειών που συνδέονται με την ανταγωνιστικότητα κόστους. Οι πολιτικές που αναφέρονται στη σύσταση 6 συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των ευπαθειών που συνδέονται με τη στέγαση,
ΣΥΝΙΣΤΑ στην Ουγγαρία να λάβει μέτρα το 2026 και το 2027 προκειμένου:
1.Δεδομένης της ουσιώδους απόκλισης που προβλέπεται για το 2026 από την Επιτροπή σε σχέση με το συνιστώμενο ανώτατο όριο καθαρών δαπανών, να λάβει μέτρα για τον έλεγχο των καθαρών δαπανών ώστε να ακολουθήσει τη διορθωτική πορεία που συνέστησε το Συμβούλιο στις 18 Φεβρουαρίου 2025, αξιοποιώντας παράλληλα την ευελιξία που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Να ενισχύσει τις αμυντικές δαπάνες και την ετοιμότητα διασφαλίζοντας παράλληλα την αποδοτικότητα των δαπανών και προσαρμόζοντας σταδιακά τον προϋπολογισμό ώστε να διατηρηθεί διαρθρωτικά υψηλότερο επίπεδο αμυντικών δαπανών. Να διασφαλίσει ότι, αφενός, τυχόν μέτρα που λαμβάνονται για τον μετριασμό των επιπτώσεων της αύξησης των τιμών της ενέργειας είναι προσωρινά, στοχεύουν στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών ή στην κάλυψη των αναγκών των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, διατηρούν τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και, αφετέρου, το δημοσιονομικό τους κόστος είναι συμβατό με τις δεσμεύσεις βάσει του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ. Να επιδιώξει αποτελεσματικό συντονισμό και σαφή οριοθέτηση των μακροοικονομικών πολιτικών για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής και της εξωτερικής βιωσιμότητας. Να καταργήσει σταδιακά τα ανώτατα όρια τιμών και επιτοκίων, καθώς και ισοδύναμα μέτρα, ώστε να μειωθούν οι στρεβλωτικές επιπτώσεις και να διευκολυνθεί η ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Να ενισχύσει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο. Να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, με παράλληλη διατήρηση της επάρκειας.
2.Να διασφαλίσει τη συνέχεια των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που υλοποιούνται στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Να επιταχύνει σημαντικά τις προσπάθειες για την εφαρμογή των προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής αξιοποιώντας, όπου ενδείκνυται, την ανακατανομή προς στρατηγικές προτεραιότητες και δυνατότητες ευελιξίας στην ενδιάμεση επανεξέταση του πλαισίου της πολιτικής συνοχής.
3.Να βελτιώσει το κανονιστικό πλαίσιο και να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ιδίως στον τομέα του λιανικού εμπορίου, σύμφωνα με τις αρχές της ενιαίας αγοράς και του κράτους δικαίου. Να βελτιώσει την ποιότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, μεταξύ άλλων μέσω αποτελεσματικών επαφών με συμφεροντούχους και τακτικών εκτιμήσεων επιπτώσεων. Να ενισχύσει το πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση των εισαγγελικών προσπαθειών και της πρόσβασης σε δημόσιες πληροφορίες. Να καταργήσει τις πρακτικές που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις δημόσιες συμβάσεις. Να τονώσει την ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών μέσω της αύξησης των φορολογικών και κανονιστικών κινήτρων. Να ενισχύσει το πλαίσιο καινοτομίας για τον δημόσιο τομέα και τις επιχειρήσεις βελτιώνοντας την προβλεψιμότητα των δημόσιων δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη και εστιάζοντας καλύτερα τα υφιστάμενα μέτρα στις ΜΜΕ, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και τις ανάγκες των περιφερειών. Να απλουστεύσει το φορολογικό σύστημα, μεταξύ άλλων καταργώντας σταδιακά τους στρεβλωτικούς φόρους που έχουν επιβληθεί σε συγκεκριμένους τομείς και καθιστώντας το περισσότερο δίκαιο.
4.Να επιταχύνει τη διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού για τη σταδιακή κατάργηση της εξάρτησης από ρωσικές πηγές και να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων ορυκτών καυσίμων, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στο ντίζελ και εκείνων που παρεμποδίζουν τον εξηλεκτρισμό στον οικιστικό τομέα. Να βελτιώσει την ευελιξία και τον ανταγωνισμό στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με την ενίσχυση της αγοράς εξισορρόπησης, της απόκρισης ζήτησης και των υποδομών δικτύου, καθώς και με την αύξηση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Να βελτιώσει, αφενός, την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και την ανθεκτικότητα των υδάτων μέσω της φυσικής συγκράτησης των υδάτων και αντιμετωπίζοντας τις ελλείψεις πράσινων δεξιοτήτων και, αφετέρου, την κυκλικότητα, ιδίως με την ενίσχυση των ικανοτήτων επεξεργασίας αποβλήτων. Να προωθήσεις τις καθαρές μεταφορές, μεταξύ άλλων με την επιτάχυνση των επενδύσεων στον εξηλεκτρισμό και στις οικονομικά προσιτές δημόσιες μεταφορές.
5.Να βελτιώσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα και το ποσοστό ολοκλήρωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να αυξήσει τη συμμετοχή των μειονεκτουσών ομάδων σε ποιοτική κανονική εκπαίδευση, αυξάνοντας περαιτέρω την ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.
6.Να βελτιώσει την πρόσβαση σε αποτελεσματικά μέτρα ενεργητικής πολιτικής για την αγορά εργασίας, ιδίως παρέχοντας ευκαιρίες αναβάθμισης των δεξιοτήτων και επανειδίκευσης σε μειονεκτούσες ομάδες, και να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό κοινωνικό διάλογο. Να βελτιώσει την επάρκεια της κοινωνικής πρόνοιας και των παροχών ανεργίας και να διασφαλίσει την πρόσβαση όλων σε βασικές υπηρεσίες, ιδίως σε μειονεκτούντες δήμους. Να βελτιώσει την πρόσβαση σε ποιοτική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και μακροχρόνια φροντίδα, ιδίως στις υπηρεσίες προληπτικής και πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Να εστιάσει τα μέτρα στήριξης στον στεγαστικό τομέα στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικά προσιτών και κοινωνικών κατοικιών.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο/Η Πρόεδρος