Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52024DC0598

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία Έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

COM/2024/598 final

Βρυξέλλες, 19.6.2024

COM(2024) 598 final

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία

Έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία

Έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.Εισαγωγή

1 Στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζεται η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Η διαδικασία αυτή καθορίζεται περαιτέρω στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, που αποτελεί μέρος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, στην παρούσα έκθεση αξιολογείται η κατάσταση αρκετών κρατών μελών σε σχέση με το κριτήριο του ελλείμματος. Η μορφή της παρούσας γενικής έκθεσης συμβάλλει στη συγκρισιμότητα των διαφόρων περιπτώσεων, ενώ η περίπτωση κάθε κράτους μέλους εξετάζεται σε συνάρτηση με τα δικά της χαρακτηριστικά.

2 3 Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1264 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2024. Ο παρών τροποποιητικός κανονισμός αποτελεί μέρος δέσμης μέτρων μαζί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263 και την οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 του Συμβουλίου. Από κοινού, αυτές οι τρεις πράξεις μεταρρυθμίζουν το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης. Οι στόχοι του μεταρρυθμισμένου πλαισίου είναι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και η βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Επίσης, το πλαίσιο προωθεί την εθνική οικειοποίηση και επικεντρώνεται περισσότερο σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, σε συνδυασμό με αποτελεσματική και πιο συνεκτική επιβολή.

Η νομοθετική τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 έχει ουσιαστικά διατηρήσει αμετάβλητη την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του ελλείμματος. Αντιθέτως, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του χρέους έχει τροποποιηθεί σημαντικά (βλ. παρακάτω).

4 Η παρούσα έκθεση, η οποία είναι η πρώτη έκθεση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ μετά την απενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής στο τέλος του 2023, είναι σύμφωνη με τους κανόνες του μεταρρυθμισμένου πλαισίου.

Τα κριτήρια για το έλλειμμα και το χρέος

Το κριτήριο του ελλείμματος πληρούται εάν το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το προηγούμενο έτος (2023) και το προβλεπόμενο έλλειμμα για το τρέχον έτος (2024) δεν υπερβαίνουν το 3 % του ΑΕΠ. Αν κάποιο από τα δύο το υπερβαίνει, η Επιτροπή εξετάζει αν ο λόγος του ελλείμματος μειώθηκε σημαντικά και μειωνόταν συνεχώς και αν πλησιάζει την τιμή αναφοράς. Εξετάζει επίσης αν το έλλειμμα που υπερβαίνει την τιμή αναφοράς είναι μόνο έκτακτο και προσωρινό και παραμένει πλησίον της τιμής αναφοράς (τμήμα 2). Οι σχετικοί παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από την Επιτροπή και το Συμβούλιο κατά το στάδιο πριν από τη λήψη της απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, i) αν το δημόσιο χρέος δεν υπερβαίνει το 60 % του ΑΕΠ ή ii) αν το χρέος υπερβαίνει το 60 % του ΑΕΠ, αλλά το έλλειμμα είναι κοντά στο 3 % του ΑΕΠ και η υπέρβαση είναι προσωρινή (τμήμα 4).

Σύμφωνα με τη Συνθήκη, το κριτήριο του χρέους πληρούται εάν το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης δεν υπερβαίνει το 60 % του ΑΕΠ, εκτός εάν ο λόγος χρέους μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 (όπως τροποποιήθηκε), ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ θεωρείται ότι μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό, εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος τηρεί την πορεία των καθαρών δαπανών, όπως ορίζεται από το Συμβούλιο δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263 5 . Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν έχει καθορίσει ακόμη πορεία των καθαρών δαπανών για τα κράτη μέλη 6 , το κριτήριο του χρέους δεν μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως στο παρόν στάδιο σύμφωνα με τα κριτήρια του νέου πλαισίου 7 . 

Βασικά δεδομένα στα οποία βασίζεται η παρούσα έκθεση και έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοσή της

Κατά την αξιολόγηση του κριτηρίου του ελλείμματος, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό λόγο του ελλείμματος του 2023 με βάση τα απολογιστικά στοιχεία που έχει κοινοποιήσει η Eurostat. Ο προβλεπόμενος λόγος του ελλείμματος για το 2024 βασίζεται στα κυβερνητικά σχέδια που υποβλήθηκαν στην Eurostat στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024 8 . Επιπλέον, στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του ελλείμματος συνεκτιμώνται επίσης οι εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής. Η παρούσα έκθεση συγκρίνει επίσης το δημοσιονομικό έλλειμμα με τις δαπάνες δημόσιων επενδύσεων και λαμβάνει υπόψη όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

Στην παρούσα έκθεση αξιολογείται η συμμόρφωση με το κριτήριο του ελλείμματος σε δώδεκα κράτη μέλη: Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία. Συγκεκριμένα (βλ. επίσης πίνακα 1):

-Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν από την Eurostat στις 22 Απριλίου 2024 9 , το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης του 2023 υπερέβη το 3 % του ΑΕΠ σε δέκα κράτη μέλη: Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία και Σλοβακία 10 . Τα πραγματικά ελλείμματα για το 2023 που υπερβαίνουν το 3 % του ΑΕΠ παρέχουν εκ πρώτης όψεως ενδείξεις για ύπαρξη υπερβολικών ελλειμμάτων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη.

-Επιπλέον, σύμφωνα με την εαρινή δημοσιονομική κοινοποίηση 2024, η Φινλανδία και η Σλοβενία προβλέπουν ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματά τους θα υπερβούν το 3 % του ΑΕΠ το 2024 11 . Τα συγκεκριμένα προβλεπόμενα ελλείμματα για το 2024 παρέχουν επίσης εκ πρώτης όψεως ενδείξεις σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικών ελλειμμάτων σε καθένα από τα δύο εν λόγω κράτη μέλη. Τα προβλεπόμενα ελλείμματα δεν επικυρώνονται από την Eurostat και περιβάλλονται από αβεβαιότητα.

Όπως προαναφέρθηκε, το κριτήριο του χρέους δεν μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως στο παρόν στάδιο σύμφωνα με τα κριτήρια του νέου πλαισίου. Στο τέλος του 2023 ο δείκτης ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ υπερέβαινε την τιμή αναφοράς του 60 % σε δεκατρία κράτη μέλη: Βέλγιο, Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Ιταλία, Κύπρο, Ουγγαρία, Αυστρία, Πορτογαλία, Σλοβενία και Φινλανδία (βλ. πίνακα 3).

Οικονομικό πλαίσιο των πρόσφατων συστάσεων δημοσιονομικής πολιτικής

Κατά τη διάρκεια της οξύτερης φάσης της πανδημίας, η οικονομική δραστηριότητα στην ΕΕ συρρικνώθηκε έντονα το 2020 (κατά 5,6 %), καθώς η καθημερινή ζωή επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα μέτρα ανάσχεσης και η επιχειρηματική δραστηριότητα περιορίστηκε επιπλέον από τα σημεία συμφόρησης στον εφοδιασμό. Η οικονομία της ΕΕ ανέκαμψε δυναμικά στο πλαίσιο της ταχείας διάθεσης εμβολίων, μιας ισχυρής θερινής τουριστικής περιόδου και της καλύτερης προσαρμογής στα λιγότερα αυστηρά υγειονομικά μέτρα που ίσχυαν το 2021. Ωστόσο, η συγχρονισμένη παγκόσμια ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας αύξησε τις ελλείψεις υλικών και οδήγησε σε αύξηση των τιμών της ενέργειας ήδη από το 2021. Στη συνέχεια, οι αντιξοότητες για την ανάπτυξη εντάθηκαν περαιτέρω με την έναρξη του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, οδηγώντας σε επιπλέον άνοδο των τιμών της ενέργειας, καθώς και σε αύξηση της αβεβαιότητας. Η οικονομία της ΕΕ παρέμεινε ανθεκτική, καθώς η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ επιβραδύνθηκε σε 3,5 % το 2022 από 6,0 % το 2021.

Εντός της ίδιας περιόδου, οι συστάσεις δημοσιονομικής πολιτικής, όπως εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, εξελίσσονται προκειμένου να ανταποκρίνονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό πλαίσιο. Η συντονισμένη δράση πολιτικής που αναλήφθηκε σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο άμβλυνε τον αντίκτυπο της πανδημίας COVID-19 στις οικονομίες των κρατών μελών και άνοιξε τον δρόμο για δυναμική ανάκαμψη μετά την πανδημία το 2021 και το 2022. Το NextGenerationEU και το κεντρικό στοιχείο του, ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην προστασία και την προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ένωσης, στη στήριξη του οικονομικού κλίματος και στη διατήρηση των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων. Η ευρωπαϊκή οικονομία κατόρθωσε να περιορίσει τις δυσμενείς επιπτώσεις του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, αντιμετωπίζοντας την ενεργειακή κρίση χάρη στην ταχεία διαφοροποίηση του εφοδιασμού και στη σημαντική μείωση της κατανάλωσης αερίου. Μέσω του σχεδίου REPowerEU, τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτεί να υλοποιήσουν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης μέσω της διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού και για την επιτάχυνση της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το 2023 η οικονομική δραστηριότητα στην ΕΕ επιβραδύνθηκε καθώς το υψηλό κόστος ζωής, η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, η μερική απόσυρση της δημοσιονομικής στήριξης και η πτώση της εξωτερικής ζήτησης αποτέλεσαν τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Η καλύτερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη στις αρχές του 2024 και η συνεχιζόμενη μείωση του πληθωρισμού έθεσαν τις βάσεις για σταδιακή επέκταση της δραστηριότητας εντός του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στην ΕΕ προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 1,0 % το 2024 και θα βελτιωθεί σε 1,6 % το 2025, σε μεγάλο βαθμό λόγω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης που υποστηρίχθηκε από την αύξηση των πραγματικών μισθών και της απασχόλησης.

Ενόψει της απενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής στο τέλος του 2023, οι δημοσιονομικές κατευθύνσεις του Συμβουλίου για το 2024 χαρακτηρίστηκαν από την επανέναρξη της έκδοσης διαφοροποιημένων ειδικών ανά χώρα συστάσεων που διατυπώθηκαν με ποσοτικούς όρους. Στις 14 Ιουλίου 2023 το Συμβούλιο συνέστησε 12 στα κράτη μέλη, τα οποία δεν προβλεπόταν να επιτύχουν τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό τους στόχο (στο εξής: ΜΔΣ), να περιορίσουν τις καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες το 2024 σε διαφοροποιημένους ρυθμούς αύξησης που θα διασφάλιζαν συνετή δημοσιονομική πολιτική. Στα κράτη μέλη που προβλεπόταν να επιτύχουν τον ΜΔΣ απευθύνθηκε η σύσταση να διατηρήσουν υγιή δημοσιονομική θέση το 2024, μολονότι χωρίς τέτοιο ποσοτικό όριο. Σε όλα τα κράτη μέλη απευθύνθηκε η σύσταση να καταργήσουν σταδιακά τα μέτρα στήριξης της ενέργειας το συντομότερο δυνατόν εντός του 2023 και του 2024 και, εάν δεν προβλέπεται να επιτύχουν τον ΜΔΣ, να χρησιμοποιήσουν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το Συμβούλιο συνέστησε επίσης σε όλα τα κράτη μέλη να διατηρήσουν τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις και να διασφαλίσουν την αποτελεσματική απορρόφηση των κονδυλίων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ) και άλλων ταμείων της ΕΕ, ιδίως να ευνοήσουν την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση. Όσον αφορά τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, η Επιτροπή αξιολόγησε και διατύπωσε γνώμες σχετικά με τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων των κρατών μελών υπό το πρίσμα των εν λόγω συστάσεων του Συμβουλίου 13 .

Το 2023 η Επιτροπή ανακοίνωσε επανειλημμένα 14 ότι θα πρότεινε στο Συμβούλιο να κινήσει διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος στη βάση του ελλείμματος την άνοιξη του 2024, καλώντας τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη το γεγονός αυτό κατά την εκτέλεση των προϋπολογισμών τους για το 2023 και κατά την άσκηση των δημοσιονομικών πολιτικών τους το 2024.

15 16 Στις 12 Απριλίου 2024 στη σύστασή του σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ το Συμβούλιο επιμένει ότι τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ πρέπει να θεσπίσουν συντονισμένες και συνετές δημοσιονομικές πολιτικές για να διατηρήσουν το χρέος σε συνετά επίπεδα ή για να θέσουν τους δείκτες χρέους σε ευλογοφανώς καθοδική πορεία —διατηρώντας παράλληλα ευέλικτες πολιτικές λόγω της επικρατούσας αβεβαιότητας— που θα οδηγήσουν σε συνολικό περιοριστικό δημοσιονομικό προσανατολισμό στη ζώνη του ευρώ. Συνιστάται επίσης στα κράτη μέλη να καταργήσουν σταδιακά τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας το συντομότερο δυνατόν το 2024 και να χρησιμοποιήσουν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν για τη μείωση των ελλειμμάτων.

Πίνακας 1: Θέση των κρατών μελών έναντι των τιμών αναφοράς για το έλλειμμα και το χρέος

Πραγματικό έλλειμμα 
που δεν υπερβαίνει () / υπερβαίνει () το 
3 % του ΑΕΠ το 2023

Προβλεπόμενο έλλειμμα 
που δεν υπερβαίνει () / υπερβαίνει () το 
3 % του ΑΕΠ το 2024

Δείκτης χρέους που δεν υπερβαίνει () / υπερβαίνει () το 60 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2023

Βέλγιο

Τσεχία

Εσθονία

Ισπανία

Γαλλία

17

Ιταλία

Ουγγαρία

Μάλτα

Πολωνία

Σλοβενία

Σλοβακία

Φινλανδία

κράτη μέλη που δεν εξετάζονται στην παρούσα έκθεση

Βουλγαρία

Δανία

Γερμανία

Ιρλανδία

Ελλάδα

Κροατία

Κύπρος

Λετονία

Λιθουανία

Λουξεμβούργο

Κάτω Χώρες

Αυστρία

Πορτογαλία

Ρουμανία (*)

Σουηδία

Πηγή: Eurostat (δελτίο τύπου της 22ας Απριλίου 2024 και εαρινή δημοσιονομική κοινοποίηση 2024) (*) Σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2020.

2.Ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης

Το Βέλγιο, η Τσεχία, η Εσθονία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, η Πολωνία και η Σλοβακία υπερέβησαν την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα το 2023. Μεταξύ αυτών, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, η Πολωνία και η Σλοβακία προβλέπουν επίσης ότι τα ελλείμματά τους για το 2024 18 θα υπερβούν το 3 % του ΑΕΠ.

Η Σλοβενία και η Φινλανδία παρουσίασαν δημοσιονομικά ελλείμματα κάτω από την τιμή αναφοράς το 2023, αλλά προβλέπουν ελλείμματα για το 2024 19 που υπερβαίνουν το 3 % του ΑΕΠ.

Σε όλα τα κράτη μέλη των οποίων τα ελλείμματα υπερέβησαν το 3 % του ΑΕΠ το 2023, με εξαίρεση την Εσθονία, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν υψηλότερα και όχι πλησίον της τιμής αναφοράς (βλ. πίνακα 2). Για την Εσθονία, το έλλειμμα ήταν υψηλότερο αλλά πλησίον της τιμής αναφοράς.

Για τη Φινλανδία, το προβλεπόμενο έλλειμμα για το 2024 είναι υψηλότερο και πλησίον του 3 % του ΑΕΠ 20 . Για τη Σλοβενία, το προβλεπόμενο έλλειμμα για το 2024 21 είναι 3,6 % του ΑΕΠ, ενώ σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής 22 θα καταγραφεί έλλειμμα 2,8 % του ΑΕΠ, άρα κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 %. Επομένως, η σχεδιαζόμενη υπέρβαση της τιμής αναφοράς το 2024 κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ δεν επιβεβαιώνεται για τη Σλοβενία.

Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στο Βέλγιο, την Εσθονία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία προβλέπεται ότι θα συνεχίσουν να υπερβαίνουν το 3 % του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025. Συνεπώς, τα ελλείμματα που υπερβαίνουν την τιμή αναφοράς για τα εν λόγω κράτη μέλη αναμένεται να μην είναι προσωρινά. Αντιθέτως, επί του παρόντος τα δημοσιονομικά ελλείμματα στην Τσεχία, την Ισπανία και τη Σλοβενία προβλέπεται ότι δεν θα υπερβούν την τιμή αναφοράς το 2024 και το 2025 και άρα τα υπερβολικά ελλείμματα αναμένεται να είναι προσωρινά. Για τη Φινλανδία, το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται ότι θα υπερβεί την τιμή αναφοράς το 2024, αλλά όχι το 2025· επομένως, το υπερβολικό έλλειμμα αναμένεται να είναι προσωρινό.

Η γενική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης απενεργοποιήθηκε στα τέλη του 2023, όπως είχε επανειλημμένα ανακοινωθεί από την Επιτροπή 23 . Η γενική ρήτρα διαφυγής παρέμεινε ενεργοποιημένη καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023, με βάση την εκ των προτέρων αξιολόγηση των οικονομικών συνθηκών από την Επιτροπή την άνοιξη του 2022 24 . Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η αυξημένη αβεβαιότητα και οι έντονοι καθοδικοί κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές στο πλαίσιο του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, οι πρωτοφανείς αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού δικαιολογούσαν την ενεργοποίηση το 2023. Η οικονομία της ΕΕ αντιμετώπισε τους διαδοχικούς κλυδωνισμούς καλύτερα από ό,τι αναμενόταν, αρχικά χάρη στην ισχυρή συντονισμένη πολιτική αντίδραση που οδήγησε σε ταχεία διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, καθώς και χάρη στην ανθεκτική αγορά εργασίας. Επιπλέον, ορισμένοι από τους καθοδικούς κινδύνους δεν έχουν υλοποιηθεί. Επομένως, το 2023, τα μέτρα που ελήφθησαν για την άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων των τιμών της ενέργειας καταργήθηκαν σταδιακά στα περισσότερα κράτη μέλη, όπως συνέστησε το Συμβούλιο 25 . Επιπρόσθετα, το κόστος των προσωρινών μέτρων που σχετίζονταν με την πανδημία COVID-19 δεν είχε πλέον μακροοικονομική σημασία 26 . Με βάση τις παραμέτρους αυτές 27 , γενικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα ελλείμματα που υπερβαίνουν την τιμή αναφοράς το 2023 οφείλονται σε έκτακτες οικονομικές περιστάσεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Εσθονίας, το έλλειμμα που υπερβαίνει την τιμή αναφοράς το 2023 οφείλεται άμεσα σε έκτακτες οικονομικές περιστάσεις και άρα θεωρείται έκτακτο 28 . Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,5 % το 2022 και κατά επιπλέον 3,0 % το 2023. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 0,5 % το 2024, σηματοδοτώντας τριετή ύφεση της οικονομίας.

Συνολικά, από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι το κριτήριο του ελλείμματος δεν πληρούται από δώδεκα κράτη μέλη πριν από την εξέταση των σχετικών παραγόντων: Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία.

Πίνακας 2: Ισοζύγιο γενικής κυβέρνησης

Ποσοστό επί του ΑΕΠ

 

2020

2021

2022

2023

δημοσιονομική κοινοποίηση 2024

2024

2025

Βέλγιο

-9,0

-5,4

-3,6

-4,4

-4,4

-4,4

-4,7

Τσεχία

-5,8

-5,1

-3,2

-3,7

-2,3

-2,4

-1,9

Εσθονία

-5,4

-2,5

-1,0

-3,4

-2,9

-3,4

-4,3

Ισπανία

-10,1

-6,7

-4,7

-3,6

-3,0

-3,0

-2,8

Γαλλία

-8,9

-6,6

-4,8

-5,5

—

-5,3

-5,0

Ιταλία

-9,4

-8,7

-8,6

-7,4

-4,3

-4,4

-4,7

Ουγγαρία

-7,6

-7,2

-6,2

-6,7

-4,5

-5,4

-4,5

Μάλτα

-9,4

-7,6

-5,5

-4,9

-4,5

-4,3

-3,9

Πολωνία

-6,9

-1,8

-3,4

-5,1

-5,1

-5,4

-4,6

Σλοβενία

-7,6

-4,6

-3,0

-2,5

-3,6

-2,8

-2,2

Σλοβακία

-5,3

-5,2

-1,7

-4,9

-6,0

-5,9

-5,4

Φινλανδία

-5,6

-2,8

-0,4

-2,7

-3,5

-3,4

-2,8

κράτη μέλη που δεν εξετάζονται στην παρούσα έκθεση

 

 

Βουλγαρία

-3,8

-3,9

-2,9

-1,9

-3,0

-2,8

-2,9

Δανία

0,3

4,1

3,3

3,1

1,5

2,4

1,4

Γερμανία

-4,3

-3,6

-2,5

-2,5

-1,8

-1,6

-1,2

Ιρλανδία

-5,0

-1,5

1,7

1,7

1,5

1,3

1,2

Ελλάδα

-9,8

-7,0

-2,5

-1,6

-1,1

-1,2

-0,8

Κροατία

-7,2

-2,5

0,1

-0,7

-1,9

-2,6

-2,6

Κύπρος

-5,7

-1,8

2,7

3,1

3,2

2,9

2,9

Λετονία

-4,4

-7,2

-4,6

-2,2

-2,8

-2,8

-2,9

Λιθουανία

-6,5

-1,1

-0,6

-0,8

-2,9

-1,8

-2,2

Λουξεμβούργο

-3,4

0,5

-0,3

-1,3

-1,2

-1,7

-1,9

Κάτω Χώρες

-3,7

-2,2

-0,1

-0,3

-2,1

-2,0

-2,1

Αυστρία

-8,0

-5,8

-3,3

-2,7

-2,9

-3,1

-2,9

Πορτογαλία

-5,8

-2,9

-0,3

1,2

0,2

0,4

0,5

Ρουμανία (*)

-9,3

-7,2

-6,3

-6,6

-4,9

-6,9

-7,0

Σουηδία

-2,8

0,0

1,2

-0,6

-1,2

-1,4

-0,9

Πηγή: Eurostat (στοιχεία από το 2020 έως το 2023 και δημοσιονομική κοινοποίηση 2024) και εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής (στοιχεία για το 2024 και το 2025) 29 . (*) Σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2020.

3.Χρέος της γενικής κυβέρνησης

Από τα κράτη μέλη που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης στα τέλη του 2023 υπερέβαινε το 60 % του ΑΕΠ και άρα την τιμή αναφοράς σε επτά κράτη μέλη: Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Σλοβενία και Φινλανδία (βλ. πίνακα 3) 30 . Επιπλέον, για την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία, ο δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώθηκε το 2023 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος· Αντιθέτως, το 2023 ο δείκτης υπήρξε υψηλότερος από ό,τι το 2022 για το Βέλγιο και τη Φινλανδία. Μεταξύ των κρατών μελών τα οποία αφορά η παρούσα έκθεση και με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα αυξηθεί τόσο το 2024 όσο και το 2025 για την Τσεχία, την Εσθονία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβακία και τη Φινλανδία σε σύγκριση με το 2023. Αντιθέτως, για την Ισπανία και τη Σλοβενία, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα μειωθεί το 2024 και ακόμη περισσότερο το 2025 σε σύγκριση με το 2023. Στο Βέλγιο, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ το 2024 προβλέπεται ότι θα μειωθεί οριακά σε σύγκριση με το 2023 και στη συνέχεια να αυξηθεί το 2025, ενώ για την Ουγγαρία αναμένεται πρώτα να αυξηθεί (το 2024 σε σύγκριση με το 2023) και στη συνέχεια να μειωθεί το 2025, παραμένοντας ωστόσο υψηλότερος έναντι του 2023.

Πίνακας 3: Χρέος της γενικής κυβέρνησης

Ποσοστό επί του ΑΕΠ

 

2020

2021

2022

2023

δημοσιονομική κοινοποίηση 2024

2024

2025

Βέλγιο

111,9

107,9

104,3

105,2

105,2

105,0

106,6

Τσεχία

37,7

42,0

44,2

44,0

45,5

45,2

45,5

Εσθονία

18,6

17,8

18,5

19,6

20,9

21,4

24,6

Ισπανία

120,3

116,8

111,6

107,7

105,6

105,5

104,8

Γαλλία

114,9

113,0

111,9

110,6

-

112,4

113,8

Ιταλία

155,0

147,1

140,5

137,3

137,8

138,6

141,7

Ουγγαρία

79,3

76,7

74,1

73,5

73,2

74,3

73,8

Μάλτα

52,2

53,9

51,6

50,4

54,2

52,0

52,6

Πολωνία

57,2

53,6

49,2

49,6

53,6

53,7

57,7

Σλοβενία

79,6

74,4

72,5

69,2

68,6

68,1

66,4

Σλοβακία

58,8

61,1

57,7

56,0

58,3

58,5

59,9

Φινλανδία

74,7

72,6

73,5

75,8

79,1

80,5

82,4

κράτη μέλη που δεν εξετάζονται στην παρούσα έκθεση

Βουλγαρία

24,6

23,9

22,6

23,1

25,0

24,8

24,6

Δανία

42,3

36,0

29,8

29,3

29,1

26,5

25,1

Γερμανία

68,8

69,0

66,1

63,6

64,0

62,9

62,2

Ιρλανδία

58,1

54,4

44,4

43,7

41,4

42,5

41,3

Ελλάδα

207,0

195,0

172,7

161,9

154,2

153,9

149,3

Κροατία

86,1

77,5

67,8

63,0

58,0

59,5

59,1

Κύπρος

114,9

99,3

85,6

77,3

70,6

70,6

65,4

Λετονία

42,7

44,4

41,8

43,6

41,0

44,5

46,3

Λιθουανία

46,2

43,4

38,1

38,3

39,8

38,9

41,6

Λουξεμβούργο

24,6

24,5

24,7

25,7

27,2

27,1

28,5

Κάτω Χώρες

54,7

51,7

50,1

46,5

46,8

47,1

48,4

Αυστρία

82,9

82,5

78,4

77,8

77,5

77,7

77,8

Πορτογαλία

134,9

124,5

112,4

99,1

95,1

95,6

91,5

Ρουμανία (*)

46,7

48,5

47,5

48,8

49,0

50,9

53,9

Σουηδία

40,2

36,7

33,2

31,2

31,8

32,0

31,3

Πηγή: Eurostat (στοιχεία από το 2020 έως το 2023) και εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής (στοιχεία για το 2024 και το 2025) 31 . (*) Σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2020.

4.Σχετικοί παράγοντες κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο για το έλλειμμα

Το άρθρο 126 παράγραφος 3 της Συνθήκης ορίζει, για κάθε κράτος μέλος, ότι η έκθεση αυτή «λαμβάνει υπόψη το κατά πόσον το δημόσιο έλλειμμα υπερβαίνει τις δαπάνες δημοσίων επενδύσεων, καθώς και όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της μεσοπρόθεσμης οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης του κράτους μέλους».

Οι παράγοντες αυτοί διευκρινίζονται περαιτέρω στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 και αναφέρονται:

α) στη μεσοπρόθεσμη κατάσταση του χρέους, δηλαδή στον βαθμό των προκλήσεων όσον αφορά το δημόσιο χρέος, την εξέλιξη της κατάστασης του δημόσιου χρέους και της χρηματοδότησής του, καθώς και τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, ιδίως τη δομή ληκτότητας, το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται το χρέος και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν έμμεσων υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού και το ιδιωτικό χρέος·

β) στη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική κατάσταση, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του μεγέθους της πραγματικής απόκλισης από την πορεία των καθαρών δαπανών όπως ορίζεται από το Συμβούλιο, σε ετήσιους και σωρευτικούς όρους, όπως μετρώνται μέσω του λογαριασμού ελέγχου·

γ) στη μεσοπρόθεσμη οικονομική κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων της δυνητικής ανάπτυξης, της εξέλιξης του πληθωρισμού και των κυκλικών εξελίξεων σε σύγκριση με τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η πορεία των καθαρών δαπανών όπως ορίζεται από το Συμβούλιο·

δ) στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των πολιτικών για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών και των πολιτικών για την εφαρμογή της κοινής στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποστηρίζονται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, και τη συνολική ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως την αποτελεσματικότητα των εθνικών δημοσιονομικών πλαισίων·

ε) στην αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα, κατά περίπτωση, λαμβανομένου επίσης υπόψη του χρόνου καταγραφής των δαπανών στρατιωτικού εξοπλισμού.

Ειδικότερα, η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα έχει συμπεριληφθεί στους σχετικούς παράγοντες, ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης.

Το άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 ορίζει επίσης ότι στην παρούσα έκθεση πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή σε «οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες οι οποίοι, κατά τη γνώμη του συγκεκριμένου κράτους μέλους, συμβάλλουν στην ολοκληρωμένη ποιοτική αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια του ελλείμματος και του χρέους και τους οποίους το κράτος μέλος έχει προτείνει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή».

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4, η ύπαρξη σημαντικών προκλήσεων όσον αφορά το δημόσιο χρέος θεωρείται βασικός επιβαρυντικός παράγοντας. 

Όσον αφορά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του ελλείμματος, το άρθρο 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 προβλέπει ότι οι σχετικοί παράγοντες μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατά το στάδιο πριν από τη λήψη της απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, αλλά μόνον όταν:

1)ο δείκτης του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ δεν υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60 %, ή

2)εάν ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60 %, πληρούνται δύο προϋποθέσεις —δηλαδή, το έλλειμμα παραμένει πλησίον της τιμής αναφοράς και η υπέρβαση της τιμής αυτής είναι προσωρινή.

Μεταξύ των κρατών μελών που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση, ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ δεν υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ στην Τσεχία, την Εσθονία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα εν λόγω πέντε κράτη μέλη, το Συμβούλιο και η Επιτροπή μπορούν να λάβουν υπόψη τους σχετικούς παράγοντες στα επόμενα στάδια που οδηγούν στην απόφαση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος (άρθρο 126 παράγραφοι 4, 5 και 6 της ΣΛΕΕ).

Όσον αφορά τα υπόλοιπα κράτη μέλη τα οποία αφορά η έκθεση, στο Βέλγιο, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ουγγαρία, ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ και δεν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ληφθούν υπόψη οι σχετικοί παράγοντες (εγγύτητα και προσωρινότητα). Επομένως, όσον αφορά τα εν λόγω κράτη μέλη οι σχετικοί παράγοντες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατά τα στάδια πριν από τη λήψη της απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος (άρθρο 126 παράγραφοι 4, 5 και 6 της ΣΛΕΕ). Αντιθέτως, οι δύο προϋποθέσεις πληρούνται για τη Σλοβενία και τη Φινλανδία.

Με βάση την καθιερωμένη πρακτική και σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, οι σχετικοί παράγοντες εξετάζονται παρακάτω ακόμη και για τα κράτη μέλη στα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα επόμενα στάδια που οδηγούν στη λήψη απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του ελλείμματος.

4.1.Σχετικοί παράγοντες μεταξύ χωρών

Η οικονομία της ΕΕ βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σειρά τεράστιων κλυδωνισμών τα τελευταία χρόνια. Η κρίση της COVID-19 προκάλεσε διαταραχές από πλευράς προσφοράς παγκοσμίως, καθώς η ζήτηση αυξήθηκε έντονα κατά τη διάρκεια της ισχυρής ανάκαμψης που ακολούθησε την πανδημία. Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας επιτάχυνε την αύξηση των τιμών της ενέργειας, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει το 2021, και οι οικονομικές επιπτώσεις στα κράτη μέλη διέφεραν ανάλογα με την εγγύτητά τους με την εμπόλεμη περιοχή, τη διάρθρωση των αγορών ενέργειας και των οδών εφοδιασμού, καθώς και τη διάρθρωση των εμπορικών σχέσεων του εκάστοτε κράτους μέλους. Ο πληθωρισμός βάσει του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε σε διψήφια ποσοστά τον Οκτώβριο του 2022 στην ΕΕ, ενώ ο πληθωρισμός στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ήταν σημαντικά υψηλότερος. Αυτό οδήγησε σε απότομη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και σε μεταστροφή της ψυχολογίας των καταναλωτών. Παράλληλα με τη στήριξη λόγω της COVID-19 και τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας, οι παράγοντες αυτοί διαδραμάτισαν ρόλο στις δημοσιονομικές εξελίξεις των κρατών μελών, π.χ. μέσω μηχανισμών αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής και αυξημένων δαπανών για την άμυνα και την ασφάλεια των συνόρων.

Η οικονομική δραστηριότητα στην ΕΕ παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό στάσιμη το 2023, με επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ στο 0,4 % το 2023 στο πλαίσιο υποτονικής εγχώριας ζήτησης και περιορισμένης στήριξης από το εξωτερικό περιβάλλον. Πιο πρόσφατα, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενέτεινε τους καθοδικούς κινδύνους για την ΕΕ και την παγκόσμια οικονομία, με πιθανές επιπτώσεις για την ΕΕ και την παγκόσμια οικονομία. Εν τω μεταξύ, ο πληθωρισμός συνέχισε να μειώνεται, από 9,2 % το 2022 σε 6,4 % το 2023. Το πρώτο τρίμηνο του 2024, η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε στην ΕΕ, καθώς ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε περαιτέρω.

Η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της ΕΕ διακόπηκε το 2023, καθώς η οικονομική δραστηριότητα εξασθένησε. Μετά από σημαντική μείωση το 2021 και το 2022 από τα πολύ υψηλά επίπεδα του 2020, το συνολικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της ΕΕ αυξήθηκε οριακά σε 3,5 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται ότι θα μειωθεί στο 3,0 % του ΑΕΠ το 2024. Για τα κράτη μέλη που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση, η εξέλιξη του ελλείμματος το 2024 προβλέπεται ότι θα είναι περισσότερο αποκλίνουσα, καθώς ο λόγος του ελλείμματος προβλέπεται να αυξηθεί σε σύγκριση με το 2023 για την Πολωνία, τη Σλοβενία, τη Σλοβακία και τη Φινλανδία, να παραμείνει σταθερός για το Βέλγιο και την Εσθονία και να μειωθεί στην Τσεχία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και τη Μάλτα.

Στο τέλος του 2023, ο δείκτης δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ της ΕΕ ανερχόταν σε 82,9 % (από 84,8 % στο τέλος του 2022), περίπου 9 % χαμηλότερος από τη μέγιστη καταγεγραμμένη τιμή του 92 % στο τέλος του 2020. Ωστόσο, παραμένει περίπου 4 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το επίπεδο που ίσχυε πριν από τη νόσο COVID-19. Ο δείκτης χρέους προβλέπεται ότι θα σταθεροποιηθεί το 2024. Όσον αφορά τα κράτη μέλη που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση, ο δείκτης χρέους δεν μειώθηκε το 2023 στο Βέλγιο, στην Εσθονία, στην Πολωνία και στη Φινλανδία.  

Μετά από συνολική αύξηση που εκτιμάται περίπου σε 3½ % του ΑΕΠ για την περίοδο 2020-22, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός της ΕΕ 32 κατέστη ουδέτερος το 2023. Αυτός ο ουδέτερος προσανατολισμός ήταν απόρροια κάποιας μείωσης του δημοσιονομικού κόστους των μέτρων που σχετίζονται με την ενέργεια, γεγονός που συνεπάγεται συσταλτική συμβολή των καθαρών πρωτογενών τρεχουσών δαπανών, η οποία αντισταθμίστηκε από την επεκτατική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων δαπανών, των δαπανών που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του ΜΑΑ και άλλα ταμεία της ΕΕ, καθώς και άλλων κεφαλαιουχικών δαπανών. Για το 2024 προβλέπεται συσταλτικός δημοσιονομικός προσανατολισμός της ΕΕ —ελαφρώς πάνω από το ½ % του ΑΕΠ— κυρίως λόγω της αναμενόμενης μείωσης των κρατικών επιδοτήσεων για ιδιωτικές επενδύσεις (λοιπές κεφαλαιουχικές δαπάνες) και της σχεδόν πλήρους κατάργησης των μέτρων που σχετίζονται με την ενέργεια. Για το 2025 η πρόβλεψη βάσει σεναρίου αμετάβλητης πολιτικής δείχνει ουδέτερο δημοσιονομικό προσανατολισμό της ΕΕ. Ωστόσο, η ανάγκη να μειωθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και να επανέλθουν οι δείκτες χρέους σε πτωτική τροχιά θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο περιοριστικό δημοσιονομικό προσανατολισμό το 2025 από ό,τι προβλέπεται επί του παρόντος.

4.2.Ειδικοί ανά χώρα σχετικοί παράγοντες

Στο παρόν τμήμα γίνεται εκτίμηση των ειδικών, ανά χώρα, σχετικών παραγόντων για κάθε κράτος μέλος. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται οι μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές προοπτικές, η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση (συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων· βλ. πίνακα 4), η μεσοπρόθεσμη θέση όσον αφορά το χρέος, η συνολική ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών και για την εφαρμογή της κοινής στρατηγικής της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποστηρίζονται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας), η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα, καθώς και τυχόν άλλοι σχετικοί παράγοντες που προτείνει κάθε κράτος μέλος.

Όσον αφορά την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα, η παρούσα έκθεση εξετάζει την ανάλυση των δημόσιων δαπανών σύμφωνα με την ταξινόμηση των κρατικών λειτουργιών (στο εξής: COFOG), ιδίως τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που χρησιμοποιούνται για αμυντικούς σκοπούς. Πρόκειται για επίσημα στοιχεία που δημοσιεύονται από την Eurostat και τηρούν τις συνήθεις συμβάσεις καταγραφής που χρησιμοποιούνται επίσης για τα κοινοποιούμενα στοιχεία στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ). Ωστόσο, τα στοιχεία COFOG καθίστανται διαθέσιμα με χρονική υστέρηση 33 και επί του παρόντος είναι διαθέσιμα μόνο έως το 2022. Τα κράτη μέλη παρείχαν πρόσθετες πληροφορίες και προκαταρκτικές εκτιμήσεις σχετικά με τις δαπάνες και/ή τις επενδύσεις στην άμυνα για το 2023 και το 2024, όπως παρουσιάζονται στα ειδικά ανά χώρα τμήματα.

Παρότι τα ειδικά, ανά χώρα, τμήματα παραθέτουν βασικές πληροφορίες για τη μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση, για παράδειγμα σχετικά με τις συνεισφορές στην ανάπτυξη και στη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση και στη μεσοπρόθεσμη θέση όσον αφορά το χρέος, περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προοπτικές παρέχονται στις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα δημοσιονομικά μέτρα, τον δημοσιονομικό προσανατολισμό και την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους που εξετάζονται παρακάτω για κάθε κράτος μέλος περιλαμβάνονται στη σύσταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο για τις οικονομικές, κοινωνικές, διαρθρωτικές, δημοσιονομικές πολιτικές και τις πολιτικές για την απασχόληση, καθώς και στις ανά χώρα εκθέσεις του 2024.  34  

Πίνακας 4: Δημόσιες επενδύσεις

Ποσοστό επί του ΑΕΠ

 

2020

2021

2022

2023

2024

2025

Βέλγιο

2,8

2,8

2,7

2,9

3,1

2,9

Τσεχία

4,8

4,7

4,7

5,0

4,9

4,9

Εσθονία

5,7

5,6

5,1

6,3

7,0

6,9

Ισπανία

2,6

2,7

2,8

3,0

3,1

3,1

Γαλλία

4,2

4,1

4,2

4,3

4,3

4,2

Ιταλία

2,6

2,9

2,7

3,2

3,2

3,5

Ουγγαρία

6,5

6,3

5,4

5,1

4,6

4,7

Μάλτα

3,9

3,9

3,4

3,5

3,7

3,9

Πολωνία

4,5

4,1

3,8

5,0

5,1

5,4

Σλοβενία

4,1

4,7

5,4

5,3

5,8

5,4

Σλοβακία

3,4

3,1

3,1

4,7

4,1

4,5

Φινλανδία

4,8

4,2

4,2

4,0

4,2

4,7

κράτη μέλη που δεν εξετάζονται στην παρούσα έκθεση

 

 

Βουλγαρία

3,3

2,7

2,3

3,5

2,5

3,5

Δανία

3,6

3,2

3,1

3,2

3,3

3,3

Γερμανία

2,7

2,6

2,6

2,7

2,8

2,9

Ιρλανδία

2,4

2,1

2,1

2,3

2,6

2,7

Ελλάδα

3,1

3,6

3,7

3,9

4,4

4,3

Κροατία

5,5

4,6

3,7

5,4

5,5

5,6

Κύπρος

2,8

2,6

2,6

3,5

3,6

3,7

Λετονία

5,7

5,4

3,9

4,2

5,5

6,1

Λιθουανία

4,5

3,2

3,2

4,2

4,4

4,0

Λουξεμβούργο

4,7

4,1

4,2

4,7

4,6

4,9

Κάτω Χώρες

3,7

3,4

3,2

3,1

3,2

3,2

Αυστρία

3,3

3,6

3,4

3,5

3,5

3,4

Πορτογαλία

2,3

2,6

2,4

2,5

3,1

3,4

Ρουμανία (*)

4,6

4,2

4,4

5,3

5,2

4,8

Σουηδία

5,0

4,7

4,8

5,0

5,2

5,3

Πηγή: Eurostat (στοιχεία από το 2020 έως το 2023) και εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής (για το 2024 και το 2025). (*) Σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2020.



4.2.1.Κράτη μέλη για τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη σχετικοί παράγοντες

Τσεχία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 5,5 % το 2020. Μετά από αύξηση 3,6 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4 % το 2022 προτού συρρικνωθεί κατά 0,3 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,2 % το 2024 και κατά 2,8 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα υπερβαίνει το 3 % του ΑΕΠ από το 2020· μειώθηκε από 5,1 % του ΑΕΠ το 2021 σε 3,2 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθεί στο 3,7 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα είναι στο 2,4 % και 1,9 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν στο 4,7 % του ΑΕΠ το 2021 και το 2022 και αυξήθηκαν στο 5,0 % το 2023, υψηλότερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2022 και το 2023. Το 2024 και το 2025 οι δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται ότι θα παραμείνουν στο 4,9 % του ΑΕΠ, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά τα ίδια έτη.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 0,9 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (μετά την αφαίρεση των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) το 2023 είχε συσταλτική συμβολή ύψους 0,7 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Αυτό περιλαμβάνει το μειωμένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας κατά 0,1 % του ΑΕΠ. Περιλαμβάνεται επίσης το χαμηλότερο κόστος παροχής προσωρινής προστασίας σε εκτοπισθέντα άτομα από την Ουκρανία (κατά 0,1 % του ΑΕΠ). Συνολικά, η προβλεπόμενη αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 1,1 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 4,4 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση 0,5 % σε σύγκριση με το 2022. Η Τσεχία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως οι ανακαινίσεις ενεργειακής απόδοσης και η εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ο εκσυγχρονισμός και η αύξηση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων και η προετοιμασία έργων για τον εξηλεκτρισμό, η αντιπλημμυρική προστασία και η συγκράτηση των υδάτων εκτάσεων γης και δήμων, έργα τσεχικών εταιρειών που αποσκοπούν στη μείωση της κατανάλωσης νερού και στην εφαρμογή κυκλικών λύσεων για τις επιχειρήσεις, συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην έρευνα και την καινοτομία, ή παροχή ψηφιακών συσκευών για τα σχολεία, τα οποία χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ. 

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται ότι θα είναι συσταλτικός κατά 2,3 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Τσεχίας προβλέπεται να μειωθούν κατά 1,1 % το 2024, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,2 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να ανέλθει σε -0,2 % το 2024 και σε 0,0 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 1,4 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 2,2 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Επιπλέον, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό συνάδει επίσης με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν στο 4,2 % του ΑΕΠ το 2024 από 4,4 % του ΑΕΠ το 2023. Η μείωση αυτή οφείλεται στη λήξη της περιόδου προγραμματισμού 2014-2020 των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, για την οποία τα κονδύλια ήταν διαθέσιμα έως το 2023. Λαμβανομένου υπόψη αυτού του πρόσθετου παράγοντα, εκτιμάται ότι οι δημόσιες επενδύσεις το 2024 τηρούν τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να μειωθούν στο 1,0 % του ΑΕΠ το 2024 από 1,1 % του ΑΕΠ το 2023. Η μείωση αυτή οφείλεται στη λήξη της περιόδου προγραμματισμού 2014-2020 των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, για την οποία τα κονδύλια ήταν διαθέσιμα έως το 2023.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη κατάσταση του χρέους. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 37,7 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 42 % στα τέλη του 2021. Αυξήθηκε περαιτέρω στο 44,2 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022, προτού μειωθεί οριακά σε 44,0 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 45,2 % και 45,5 % στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει μέτριους κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί ελαφρώς έως το 48 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης είναι σχετικά ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μικρή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων και το σημαντικό μερίδιο του βραχυπρόθεσμου χρέους. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η σταθερότητα της ληκτότητας του χρέους τα τελευταία έτη, οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης (με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση) και το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται το χρέος.

Επιπλέον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), εάν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Τσεχίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο η έγκαιρη ολοκλήρωση απαιτεί αυξημένες προσπάθειες.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Οι αρμοδιότητες των ανεξάρτητων δημοσιονομικών οργάνων ασκούνται από δύο νομίμως συσταθέντα όργανα, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και την Επιτροπή Δημοσιονομικών Προβλέψεων. Ταυτόχρονα, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για τη βελτίωση της πρόσβασης του θεσμικού οργάνου στα καθήκοντα πληροφόρησης και αξιολόγησης. Ορισμένες δημοσιονομικές πρακτικές στην Τσεχία (π.χ. αλλαγές των παραμέτρων στις οποίες βασίζονται οι δημοσιονομικοί κανόνες και η χρήση κρατικών οντοτήτων εκτός του τακτικού προϋπολογισμού) τείνουν να αποδυναμώνουν το δημοσιονομικό πλαίσιο.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία της COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης στην άμυνα ανήλθαν στο 1,0 % του ΑΕΠ το 2022. Πιο αναλυτικά, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,2 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που ήταν κατά 0,1 % υψηλότερο από ό,τι το 2019. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις που υπέβαλε η Τσεχία, οι δαπάνες για την άμυνα αυξήθηκαν κατά 0,3 % του ΑΕΠ το 2023 (δεν παρέχονται συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία για τις επενδύσεις στην άμυνα).

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος: Η Τσεχία υποστήριξε ότι έλαβε μέτρα εξυγίανσης το 2024 με συνολικό αντίκτυπο περίπου 1,5 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την Τσεχία, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να οδηγήσουν σε ετήσια μείωση του ελλείμματος στο 2,3 % του ΑΕΠ, δηλαδή πολύ κάτω από το 3 % του ΑΕΠ το 2024.

Εσθονία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 1,0 % το 2020. Μετά από αύξηση 7,2 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 0,5 % το 2022 και ακόμη περισσότερο το 2023 (κατά 3,0 %). Αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 0,5 % το 2024, σηματοδοτώντας τριετή ύφεση της οικονομίας. Μόνο μετά το 2025 προβλέπεται θετική αύξηση της τάξης του 3,1 %. Η συρρίκνωση το 2024 αναμένεται να προέλθει κυρίως από τη μείωση τόσο της ιδιωτικής όσο και της δημόσιας κατανάλωσης.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από 5,4 % το 2020 σε 2,5 % του ΑΕΠ το 2021 και σε 1,0 % το 2022, προτού αυξηθεί σε 3,4 % του ΑΕΠ το 2023, όπου προβλέπεται να διατηρηθεί και το 2024. Το 2025 το έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί στο 4,3 % του ΑΕΠ. Αφού αυξήθηκαν στο 5,7 % του ΑΕΠ το 2020, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν σε 5,6 % του ΑΕΠ το 2021 και σε 5,1 % το 2022, προτού αυξηθούν σε 6,3 % το 2023, πάντα σε επίπεδα υψηλότερα από το δημόσιο έλλειμμα των ίδιων ετών. Προβλέπεται να μειωθούν περαιτέρω στο 7,0 % του ΑΕΠ το 2024 και να μειωθούν οριακά σε 6,9 % το 2025, παραμένοντας υψηλότερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα των δύο ετών.

Το 2023 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν επεκτατικός, κατά 1,6 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (μετά την αφαίρεση των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) το 2023 είχε επεκτατική συμβολή ύψους 1,0 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Αυτό περιλαμβάνει το μειωμένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι πιο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας κατά 0,1 % του ΑΕΠ. Περιλαμβάνεται επίσης το υψηλότερο κόστος παροχής προσωρινής προστασίας σε εκτοπισθέντα άτομα από την Ουκρανία (κατά 0,2 % του ΑΕΠ). Συνεπώς, η επεκτατική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων καθαρών πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 οφειλόταν μόνον εν μέρει στη στήριξη των ατόμων που εγκαταλείπουν την Ουκρανία. Η επεκτατική αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) οφειλόταν στις υψηλότερες μισθολογικές δαπάνες και τις συντάξεις του δημόσιου τομέα, σε συνδυασμό με περαιτέρω νέα μόνιμα προγράμματα δαπανών για την άμυνα, την εκπαίδευση και τα επιδόματα τέκνων, τα οποία δεν συνοδεύονταν από αναλογικές αυξήσεις στο σκέλος των εσόδων. Συνολικά, η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 δεν ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 1,4 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 5,8 % του ΑΕΠ το 2023, με ετήσια αύξηση κατά 1,4 % από το 2022. Η Εσθονία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως η ανάπτυξη υπηρεσιών εκδηλώσεων και ψηφιακής πύλης για επιχειρηματίες, η κεφαλαιοποίηση του Πράσινου Ταμείου (το οποίο πραγματοποιεί επενδύσεις σε ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων και επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου σε επιχειρήσεις) και η ενίσχυση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό την αύξηση της ικανότητας παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι ουδέτερος σε μεγάλο βαθμό στο 0,1 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το διαρθρωτικό ισοζύγιο της Εσθονίας προβλέπεται να διαμορφωθεί σε -0,7 % του ΑΕΠ το 2024 (από -1,3 % το 2023), ποσοστό σύμφωνο με τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο (ΜΔΣ) της χώρας για διαρθρωτικό ισοζύγιο ύψους -0,75 % του ΑΕΠ. Επομένως, εκτιμάται ότι η Εσθονία συμμορφώνεται με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,2 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,0 % το 2024 και το 2025. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 6,3 % του ΑΕΠ το 2024 από 5,8 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Αφού μειώθηκε από 18,6 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 17,8 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2021, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε 18,5 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 και σε 19,6 % στα τέλη του 2023. Η ανοδική τάση προβλέπεται να συνεχιστεί, με εκτιμώμενο δείκτη χρέους προς το ΑΕΠ ύψους 21,4 % στα τέλη του 2024 και 24,6 % στα τέλη του 2025.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει μέτριους κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί έως περίπου το 27 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης δεν είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει υψηλή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων, το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου χρέους και το μεγάλο μερίδιο του δημόσιου χρέους που διακρατείται από μη κατοίκους. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται οι χαμηλές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες και το γεγονός ότι το συνολικό δημόσιο χρέος που παραμένει χαμηλό εκφράζεται πλήρως σε ευρώ.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Εσθονίας βρίσκεται σε εξέλιξη.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο διήλθε συνολική μεταρρύθμιση το 2014, όταν συστάθηκε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο της Εσθονίας. Ακρογωνιαίος λίθος του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου είναι ο κανόνας του διαρθρωτικού ισοζυγίου. Τροποποιήθηκε το 2017 και το 2024, όπου η τελευταία τροποποίηση χαλάρωσε τους κανόνες και επέτρεψε διαρθρωτικά ελλείμματα έως και 1 % του ΑΕΠ, εφόσον το επίπεδο του χρέους δεν υπερβαίνει το 30 % του ΑΕΠ. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο της Εσθονίας εγκρίνει τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις και αξιολογεί τη συμμόρφωση με τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 2,2% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,7 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Εσθονίας, οι επενδύσεις στην άμυνα θα αυξηθούν κατά 0,45 % του ΑΕΠ το 2023 και κατά 0,44 % το 2024.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 17 Μαΐου 2024 η Εσθονία υπέβαλε πρόσθετους σχετικούς παράγοντες που δεν αναφέρονται ήδη ανωτέρω. Αυτοί συνδέονται με την έντονη συρρίκνωση της οικονομίας της τάξης του 3 % το 2023 και με σχέδια για τη θέσπιση πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων με τη μορφή περικοπών δαπανών που αναμένεται να μειώσουν το έλλειμμα κάτω από το 3 % του ΑΕΠ το 2024. Επιπλέον, μετά την επιστολή τους, οι εσθονικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι η κυβέρνηση συμφώνησε και κατέθεσε στο Κοινοβούλιο, στις 5 Ιουνίου 2024, συμπληρωματικό προϋπολογισμό για το 2024 (Νόμος για τον πρόσθετο προϋπολογισμό του 2024 για το κράτος 456 SE 35 ), ο οποίος εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση στο Κοινοβούλιο στις 10 Ιουνίου, σε δεύτερη ανάγνωση στις 14 Ιουνίου και αναμένεται να εγκριθεί σε τρίτη ανάγνωση στις 19 Ιουνίου. Ο εν λόγω συμπληρωματικός προϋπολογισμός αναμένεται να μειώσει το ονομαστικό έλλειμμα κατά 0,4 % του ΑΕΠ (εκ του οποίου, το μεγαλύτερο μέρος είναι μόνιμες περικοπές δαπανών, αλλά περιλαμβάνει επίσης μέτρα αύξησης των εσόδων) 36 .

Μάλτα

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8,2 % το 2020. Μετά από αύξηση 12,5 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5,6 % το 2021 και κατά 4,6 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 4,6 % το 2024 και κατά 4,3 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 προβλέπεται να βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. Μειώθηκε από 7,6 % το 2021 σε 5,5 % του ΑΕΠ το 2022 και 4,9 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα μειωθεί περαιτέρω στο 4,3 % και 3,9 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Αφού διαμορφώθηκαν σε 3,9 % του ΑΕΠ το 2021, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν σε 3,4 % του ΑΕΠ το 2022, προτού αυξηθούν οριακά στο 3,5 % το 2023. Προβλέπεται να ανέλθουν στο 3,7 % του ΑΕΠ το 2024 και στο 3,9 % του ΑΕΠ το 2025.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, το 2023 ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 0,6 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 1,6 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Σε αυτήν περιλαμβάνεται το αυξημένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, κατά λιγότερο από 0,1 % του ΑΕΠ. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,9 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 2,6 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Η Μάλτα χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως η ανακαίνιση ιδιωτικών και δημόσιων κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων και σχολείων, ο εξηλεκτρισμός του τομέα των μεταφορών, καθώς και έργα που σχετίζονται με την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και του ιδιωτικού τομέα, τα οποία χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 1,3 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Μάλτας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 5,5 % το 2024, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Ωστόσο, οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν υψηλότερες από τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης (κατά 0,8 % του ΑΕΠ). Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η σύσταση για το 2024 διατυπώθηκε με όρους ρυθμού αύξησης, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το αποτέλεσμα βάσης από το 2023. Εάν οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν οι ίδιες με τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης, ο προκύπτων ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών το 2024 θα υπερέβαινε τον συνιστώμενο ρυθμό αύξησης κατά 0,7 % του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, εκτιμάται ότι υπάρχει κίνδυνος οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες να μη συνάδουν πλήρως με τη σύσταση. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,7 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να ανέλθει σε 2,0 % το 2024 και σε 1,0 % το 2025. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας δεν προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Κατά συνέπεια, δεν θα εξοικονομηθούν σχετικά κονδύλια για να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 2,8 % του ΑΕΠ το 2024 από 2,6 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 0,9 % του ΑΕΠ το 2024.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 52,2 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 53,9 % στα τέλη του 2021, προτού μειωθεί σε 51,6 % του ΑΕΠ και 50,4 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 και του 2023 αντίστοιχα. Προβλέπεται να αυξηθεί σε 52,0 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2024 και σε 52,6 % στα τέλη του 2025.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει μέτριους κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί στο 56 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης δεν είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει συνολικά μέτρια ευαισθησία των προβολών σε ευλογοφανή απρόβλεπτα γεγονότα.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με το υψηλό μερίδιο του βραχυπρόθεσμου χρέους. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται το υψηλό μερίδιο του εγχώριου χρέους, καθώς και η απότομη μείωση του λόγου τόσο του ακαθάριστου όσο και του καθαρού χρέους μεταξύ του 2010 και του 2022.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Μάλτας βρίσκεται σε εξέλιξη.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το Δημοσιονομικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο της Μάλτας είναι ένα μικρό ανεξάρτητο δημοσιονομικό όργανο. Βάσει του νόμου περί δημοσιονομικής ευθύνης του 2014, ο προϋπολογισμός της γενικής κυβέρνησης σε διαρθρωτικούς όρους πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός και ο δείκτης δημόσιου χρέους πρέπει να διατηρείται κάτω από το 60 % ή να μειώνεται εάν υπερβαίνει αυτό το ποσοστό. Στη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική της Μάλτας καθορίζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι στρατηγικές προτεραιότητες της κυβέρνησης, ενδεικτικοί δημοσιονομικοί στόχοι, καθώς και περιγραφή των υποκείμενων παραδοχών. Συνολικά, η Μάλτα διαθέτει σχετικά ισχυρό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 0,5% του ΑΕΠ το 2022. Πιο αναλυτικά, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,1 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που ήταν κατά 0,1 % χαμηλότερο από ό,τι το 2019.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 16 Μαΐου 2024 η Μάλτα υπέβαλε έναν πρόσθετο σχετικό παράγοντα που δεν έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και συγκεκριμένα τα έξοδα αναδιάρθρωσης του εθνικού αερομεταφορέα που εκτιμώνται σε 0,7 % του ΑΕΠ το 2023.

Πολωνία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,0 % το 2020. Μετά από αύξηση 6,9 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5,6 % το 2022 και κατά 0,2 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,8 % το 2024 και κατά 3,4 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να προέλθει κυρίως από την ιδιωτική και τη δημόσια κατανάλωση.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα αυξήθηκε από 1,8 % του ΑΕΠ το 2021 σε 3,4 % του ΑΕΠ το 2022 και 5,1 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται ότι θα είναι στο 5,4 % και 4,6 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν σε 3,8 % του ΑΕΠ το 2022 από 4,1 % του ΑΕΠ το 2021, προτού αυξηθούν σε 5,0 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθούν στο 5,1 % του ΑΕΠ το 2024 και στο 5,4 % του ΑΕΠ το 2025, δηλαδή θα είναι υψηλότερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2025.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν επεκτατικός, κατά 0,8 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (μετά την αφαίρεση των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) το 2023 είχε γενικά ουδέτερη συμβολή ύψους 0,0 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό, ποσοστό που συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Η γενικά ουδέτερη συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών οφειλόταν στο μειωμένο κόστος των (στοχευμένων και μη στοχευμένων) μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας (κατά 1,2 % του ΑΕΠ). Οι κύριοι παράγοντες αύξησης των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων στο σκέλος των εσόδων) ήταν οι αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων του δημόσιου τομέα. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 1,5 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 3,8 % του ΑΕΠ το 2023, αυξανόμενες ετησίως κατά 0,8 εκατοστιαίες μονάδες από το 2022. Η Πολωνία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, ενώ διατήρησε τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις. Η Πολωνία χρηματοδότησε δημόσιες επενδύσεις για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, χρηματοδοτούμενες από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ, όπως η στήριξη για τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής και η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, για υπεράκτιους σταθμούς αιολικής ενέργειας και για ενεργειακά αποδοτική ανακαίνιση κτιρίων και πράσινη και έξυπνη κινητικότητα.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι επεκτατικός κατά 2,4 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Πολωνίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 12,8 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,6 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,5 % το 2024 και σε λιγότερο από 0,1 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,2 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι επεκτατικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 2,0 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας δεν προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Επιπλέον, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Τούτο ενέχει επίσης τον κίνδυνο να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 4,0 % του ΑΕΠ το 2024 από 3,8 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να αυξηθούν στο 1,9 % του ΑΕΠ το 2024 από 1,5 % του ΑΕΠ το 2023.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 57,2 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 53,6 % στα τέλη του 2021 και σε 49,2 % στα τέλη του 2022. Αυξήθηκε σε 49,6 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 53,7 % και 57,7 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξάνεται συνεχώς φθάνοντας γύρω στο 85 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους είναι σχετικά ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μέτρια πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης (με μεγάλη εγχώρια επενδυτική βάση) και το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται το χρέος (περίπου τα τρία τέταρτα του ανεξόφλητου χρέους εκφράζονται σε τοπικό νόμισμα).

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Πολωνίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο θα πρέπει να καταβληθούν αυξημένες προσπάθειες για την έγκαιρη ολοκλήρωσή τους.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το δημοσιονομικό πλαίσιο στην Πολωνία ενισχύθηκε την τελευταία διετία, μεταξύ άλλων μέσω μέτρων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Οι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες παραμένουν στο επίκεντρο του πλαισίου. Ενώ τα ανώτατα όρια για το χρέος που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα καλύπτουν την κεντρική κυβέρνηση, ένας χωριστός κανόνας για το χρέος αφορά τις μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο κανόνας για τη σταθεροποίηση των δαπανών ενισχύθηκε πρόσφατα με την κάλυψη πρόσθετων μονάδων και ταμείων ειδικού σκοπού και η κυβέρνηση πρότεινε προσαρμογές ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις αναθεωρημένες απαιτήσεις της ΕΕ. Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης τη σύσταση ανεξάρτητου Δημοσιονομικού Συμβουλίου που θα συγκεντρώνει την παρακολούθηση των δημοσιονομικών κανόνων και άλλων σχετικών αρμοδιοτήτων, οι οποίες επί του παρόντος είναι διάσπαρτες σε διάφορους φορείς.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,6% του ΑΕΠ το 2022. Πιο αναλυτικά, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,3 % του ΑΕΠ το 2022, παραμένοντας αμετάβλητες σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Πολωνίας, οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες της COFOG το 2023 ανήλθαν στο 2,1 % του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων των παραδόσεων στρατιωτικού εξοπλισμού και άλλων στρατιωτικών επενδύσεων που εκτιμώνται σε 0,7 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την Πολωνία, δεδομένου ότι οι λογιστικοί κανόνες καταγράφουν τις στρατιωτικές δαπάνες όχι κατά τον χρόνο της πληρωμής αλλά κατά την παράδοση, οι τρέχουσες υψηλές στρατιωτικές δαπάνες σε ταμειακή βάση θα εμφανίζονται σε δεδουλευμένη βάση τα επόμενα έτη, όταν παραδοθεί ο στρατιωτικός εξοπλισμός. Συγκεκριμένα, η Πολωνία αναμένει ότι οι αμυντικές δαπάνες θα διπλασιαστούν κατά την επόμενη τετραετία, καθώς εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στο 2,8 % του ΑΕΠ το 2024, στο 3,2 % του ΑΕΠ το 2025, στο 3,7 % του ΑΕΠ το 2026, στο 4,3 % του ΑΕΠ το 2027 και στο 4,1 % του ΑΕΠ το 2028.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 17 Μαΐου 2024 η Πολωνία υπέβαλε πρόσθετους σχετικούς παράγοντες που δεν αναφέρονται ήδη ανωτέρω, και συγκεκριμένα πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της ενίσχυσης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ με τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία (0,3 % του ΑΕΠ) και έκτακτη στήριξη για τους γεωργούς (0,4 % του ΑΕΠ). Επιπλέον, η Πολωνία επισημαίνει ότι δαπανά το υψηλότερο ποσό για την άμυνα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, εξυπηρετώντας έτσι τον ευρύτερο στόχο της ενίσχυσης της ασφάλειας της Ευρώπης και συμβάλλοντας στην επίτευξη ενός κοινού δημόσιου αγαθού για τους Ευρωπαίους. Η Πολωνία επιβεβαίωσε επίσης τη δέσμευσή της για δημοσιονομική πειθαρχία και για διατήρηση του δείκτη χρέους κάτω του 60 %. Στις 30 Απριλίου 2024, η κυβέρνηση ενέκρινε το πολυετές δημοσιονομικό σχέδιο του κράτους για την περίοδο 2024-2027, με δέσμευση για δημοσιονομική εξυγίανση ύψους τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ ετησίως· το έλλειμμα θα μειωθεί σταδιακά από 5,1 % του ΑΕΠ το 2024 σε 4,6 % το 2025, 4,0 % το 2026, 3,5 % το 2027 και 2,9 % το 2028.

Σλοβενία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 4,2 % το 2020. Μετά από αύξηση 8,2 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,5 % το 2022 και κατά 1,6 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,3 % το 2024 και κατά 2,6 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να βασιστεί κυρίως στη δημόσια κατανάλωση και τα αποθέματα.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από 4,6 % το 2021 σε 3,0 % του ΑΕΠ το 2022 και 2,5 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 2,8 % και 2,2 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Μετά την αύξηση σε 4,7 % του ΑΕΠ το 2021 και σε 5,4 % το 2022, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν οριακά στο 5,3 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθούν σε 5,8 % του ΑΕΠ το 2024, προτού μειωθούν ελαφρώς στο 5,4 % του ΑΕΠ το 2025. Από το 2021 οι δημόσιες επενδύσεις ήταν μεγαλύτερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, το 2023 ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 0,5 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 0,4 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Αυτό περιλαμβάνει το μειωμένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι πιο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας κατά 0,3 % του ΑΕΠ. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 1,3 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 4,6 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά ετήσια μείωση 0,2 % σε σύγκριση με το 2022. Η Σλοβενία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, για παράδειγμα επενδύσεις σε σιδηροδρομικές υποδομές, σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην πρόληψη φυσικών καταστροφών, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 0,2 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Σλοβενίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 5,6 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει πλήρως με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος( 37 ) των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,4 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να ανέλθει σε 0,1 % το 2024 και σε 0,0 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 1,3 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,1 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 5,3 % του ΑΕΠ το 2024 (από 4,6 % του ΑΕΠ το 2023). Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από κονδύλια της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 1,3 % του ΑΕΠ το 2024 έναντι 1,3 % του ΑΕΠ το 2023.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 79,6 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 74,4 % στα τέλη του 2021. Μειώθηκε περαιτέρω σε 72,5 % και 69,2 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 και του 2023, αντίστοιχα. Προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 68,1 % και 66,4 % στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει μέτριους κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί έως περίπου το 74 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης είναι σχετικά ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μέτρια πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων και το μεγάλο μερίδιο του δημόσιου χρέους που διακρατείται από μη κατοίκους. Επιπλέον, απορρέουν κίνδυνοι από τον στεγαστικό τομέα λόγω της ταχείας αύξησης των τιμών των κατοικιών. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η σταθεροποίηση της ληκτότητας του χρέους σε υψηλά επίπεδα τα τελευταία έτη, οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση και το υψηλό μερίδιο χρέους που διακρατείται από την εγχώρια κεντρική τράπεζα.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Σλοβενίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο η έγκαιρη ολοκλήρωση απαιτεί αυξημένες προσπάθειες.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο της Σλοβενίας είναι ένα από τα δύο ανεξάρτητα δημοσιονομικά όργανα της Σλοβενίας και επικεντρώνεται στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους δημοσιονομικούς κανόνες και στην αξιολόγηση των δημοσιονομικών προβλέψεων της κυβέρνησης. Η Σλοβενία έχει θεσπίσει δημοσιονομικό κανόνα που στοχεύει στο διαρθρωτικό ισοζύγιο, ενώ δεν υπάρχει κανόνας για τον περιορισμό του δημόσιου χρέους σε εθνικό επίπεδο. Το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχέδιο είναι λεπτομερές και καλύπτει μεγάλο μέρος της γενικής κυβέρνησης, αλλά ο δεσμευτικός χαρακτήρας του σχεδίου και η σύνδεσή του με τον ετήσιο προϋπολογισμό δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρά: κάθε χρόνο μπορούν να εισάγονται νέα αριθμητικά στοιχεία για όλα τα έτη που καλύπτονται από το σχέδιο και οι ετήσιοι προϋπολογισμοί μπορούν να αποκλίνουν από τα μεσοπρόθεσμα σχέδια που είχαν εγκριθεί προηγουμένως.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,2% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,1 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Σλοβενίας, οι επενδύσεις στην άμυνα θα αυξηθούν κατά 0,1 % του ΑΕΠ το 2023 και επιπλέον κατά 0,25 % το 2024.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 16 Μαΐου 2024, η Σλοβενία υπέβαλε έναν πρόσθετο σχετικό παράγοντα που δεν αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, και συγκεκριμένα τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των πλημμυρών του 2023. Επρόκειτο για την άμεση παροχή βοήθειας σε όσους επλήγησαν από τις πλημμύρες και ολοκληρωμένα μέτρα για την ανοικοδόμηση, την ανάπτυξη και την προστασία από πλημμύρες και κατολισθήσεις. Οι δαπάνες που σχετίζονται με τις καταστροφές ήταν χαμηλότερες από τις αναμενόμενες το 2023 και προβλέπεται να ανέλθουν στο 1,7 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τη Σλοβενία, οι δαπάνες των μέτρων αποκατάστασης των καταστροφών που πραγματοποιήθηκαν το 2024 θα πρέπει να θεωρούνται εφάπαξ 38 . Επίσης, η Σλοβενία παραπέμπει στα σχέδια της κυβέρνησης για μείωση του ελλείμματος και του χρέους της γενικής κυβέρνησης κατά τα επόμενα έτη. Το έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ το 2025 και να μειωθεί περαιτέρω σε 1,9 % του ΑΕΠ το 2027. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται επίσης να μειωθεί κατά την περίοδο αυτή, από 69,2 % του ΑΕΠ το 2023 σε 64,3 % του ΑΕΠ το 2027.

Σλοβακία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 3,3 % το 2020. Μετά από αύξηση 4,8 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9 % το 2022 και κατά 1,6 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,2 % το 2024 και κατά 2,9 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να βασιστεί κυρίως στα αποθέματα και τη δημόσια κατανάλωση.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από 5,2 % του ΑΕΠ το 2021 σε 1,7 % το 2022, προτού αυξηθεί σε 4,9 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 5,9 % το 2024 και να καταγράψει ελαφρά κάμψη στο 5,4 % του ΑΕΠ το 2025. Αφού διαμορφώθηκαν σε 3,1 % του ΑΕΠ τόσο το 2021 όσο και το 2022, οι δημόσιες επενδύσεις αυξήθηκαν σε 4,7 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται να μειωθούν σε 4,1 % του ΑΕΠ το 2024, προτού αυξηθούν στο 4,5 % του ΑΕΠ το 2025.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν επεκτατικός, κατά 6,1 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε επεκτατική συμβολή ύψους 3,8 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Αυτό περιλαμβάνει το μειωμένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι πιο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας κατά 0,2 % του ΑΕΠ. Περιλαμβάνεται επίσης το χαμηλότερο κόστος παροχής προσωρινής προστασίας σε εκτοπισθέντα άτομα από την Ουκρανία (κατά 0,1 % του ΑΕΠ). Ως εκ τούτου, η επεκτατική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών καθ’ υπέρβαση της μεσοπρόθεσμης αύξησης του δυνητικού προϊόντος δεν οφειλόταν στη στοχευμένη στήριξη έκτακτης ανάγκης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που είναι περισσότερο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, καθώς και των ατόμων που εγκαταλείπουν την Ουκρανία. Η επεκτατική αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) οφειλόταν στα μη στοχευμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας, στις μόνιμες αυξήσεις των μισθών και των κοινωνικών παροχών του δημόσιου τομέα, στις υψηλότερες δαπάνες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ σε επιλεγμένα είδη. Συνολικά, η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 δεν ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 3,2 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 3,2 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά ετήσια αύξηση 0,8 % σε σύγκριση με το 2022. Η Σλοβακία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, στις μεταφορές μηδενικών εκπομπών και στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 1,4 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Σλοβακίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,2 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει πλήρως με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 2,1 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,4 % το 2024 και σε 0,0 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 1,7 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών 39  στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,2 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας δεν προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Επιπλέον, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Τούτο ενέχει επίσης τον κίνδυνο να μην συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν στο 3,0 % του ΑΕΠ το 2024 από 3,2 % του ΑΕΠ το 2023. Η μείωση αυτή οφείλεται στη λήξη της περιόδου προγραμματισμού 2014-2020 των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, για την οποία τα κονδύλια ήταν διαθέσιμα έως το 2023. Αυτό οφείλεται επίσης στην αναβολή της παράδοσης στρατιωτικού εξοπλισμού έως το 2025. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των πρόσθετων παραγόντων, εκτιμάται ότι οι δημόσιες επενδύσεις το 2024 τηρούν τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να μειωθούν στο 2,0 % του ΑΕΠ το 2024 από 3,2 % του ΑΕΠ το 2023. Η μείωση αυτή οφείλεται στη λήξη της περιόδου προγραμματισμού 2014-2020 των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, για την οποία τα κονδύλια ήταν διαθέσιμα έως το 2023.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 58,8 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 61,1 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2021 και ύστερα μειώθηκε σε 57,7 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 και σε 56,0 % στα τέλη του 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθεί σε 58,5 % και 59,9 % στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις βασικές προβολές δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξάνεται συνεχώς τα επόμενα χρόνια, φθάνοντας γύρω στο 106 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μέτρια πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της Σλοβακίας. Αφετέρου, οι παράγοντες μετριασμού του κινδύνου σχετίζονται με τη δομή του χρέους. Ειδικότερα, το χαμηλό μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους και το γεγονός ότι το σύνολο του δημόσιου χρέους εκφράζεται σε ευρώ (δηλαδή αποκλείονται οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι) συμβάλλουν στον μετριασμό των κινδύνων βιωσιμότητας του χρέους.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Σλοβενίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο η έγκαιρη ολοκλήρωση απαιτεί αυξημένες προσπάθειες. 

Αξιολόγηση στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η Σλοβακία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, η Σλοβακία αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητα κόστους, το εξωτερικό ισοζύγιο, τη στεγαστική αγορά και το χρέος των νοικοκυριών, ενώ δεν έχουν ληφθεί μέτρα πολιτικής.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το Συμβούλιο Δημοσιονομικής Ευθύνης (CBR) της Σλοβακίας έχει ευρεία εντολή και εκτεταμένη παρουσία στα μέσα ενημέρωσης, αλλά ο διάλογός του με την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Το Σύνταγμα της Σλοβακίας και οι συνοδευτικοί νόμοι θέσπισαν τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού σε διαρθρωτικούς όρους και τον κανόνα για το χρέος, οι οποίοι καλύπτουν τόσο τη γενική κυβέρνηση όσο και τον κανόνα περί ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και χρέους που ισχύει για την τοπική αυτοδιοίκηση. Επίσης, η Σλοβακία εφαρμόζει μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική στην οποία περιγράφονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες της κυβέρνησης για διάστημα τριών ετών, και η οποία ακολουθεί ενδεικτικό πλαίσιο κυλιόμενου σχεδιασμού. Συνολικά, η Σλοβακία διαθέτει σχετικά ισχυρό εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,5% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,2 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με προκαταρκτικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τη Σλοβακία, οι επενδύσεις στην άμυνα θα αυξηθούν λόγω των παραδόσεων στρατιωτικού εξοπλισμού.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 16 Μαΐου 2024 η Σλοβακία υπέβαλε έναν πρόσθετο σχετικό παράγοντα που δεν αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, και συγκεκριμένα την πρόσφατη άνοδο των δαπανών για τόκους. Η Σλοβακία επιβεβαίωσε περαιτέρω τη δέσμευσή της να μειώνει το ονομαστικό έλλειμμα κατά 1 % ετησίως από το 2025 και μετά.

Φινλανδία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,4 % το 2020. Μετά από αύξηση 2,8 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,3 % το 2022 και ύστερα συρρικνώθηκε κατά 1,0 % το 2023. Η παραγωγή προβλέπεται να παραμείνει σχεδόν αμετάβλητη το 2024 και να αυξηθεί κατά 1,4 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε από 2,8 % το 2021 σε 0,4 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθεί στο 2,7 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 3,4 % το 2024 και κατά 2,8 % το 2025. Οι δημόσιες επενδύσεις ανήλθαν σε 4,2 % του ΑΕΠ το 2021 και το 2022 και μειώθηκαν ελαφρά σε 4,0 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθούν στο 4,1 % του ΑΕΠ το 2024 και στη συνέχεια θα αυξηθούν στο 4,5 % το 2025, μεγαλύτερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα για πέμπτο συνεχόμενο έτος από το 2021 και μετά.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν επεκτατικός, κατά 0,9 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε επεκτατική συμβολή ύψους 0,8 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Περιλαμβάνεται το υψηλότερο κόστος παροχής προσωρινής προστασίας σε εκτοπισθέντα άτομα από την Ουκρανία (κατά 0,2 % του ΑΕΠ). Συνεπώς, η επεκτατική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων καθαρών πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 οφειλόταν μόνον εν μέρει στα άτομα που εγκαταλείπουν την Ουκρανία. Η επεκτατική αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) οφειλόταν επίσης στη συνεχιζόμενη και ταχεία αύξηση των τιμών και του κόστους, ιδίως όσον αφορά τις αγορασθείσες υπηρεσίες και τις δαπάνες προσωπικού στην τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και στην αύξηση των σχετικών με την ετοιμότητα δαπανών που αναλήφθηκαν ως αντίδραση στον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Συνολικά, η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 δεν ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 4,0 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά μείωση 0,2 % σε σύγκριση με το 2022. Η Φινλανδία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως επενδύσεις σε υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στο υδρογόνο χαμηλών εκπομπών, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι επεκτατικός κατά 0,7 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Φινλανδίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4,0 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,2 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να είναι 0,0 % το 2024 και το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,2 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι επεκτατικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,7 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου.  Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 4,1 % του ΑΕΠ το 2024 από 4,0 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2024.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 74,7 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 72,6 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2021 και στη συνέχεια αυξήθηκε σταδιακά για να διαμορφωθεί σε 73,5 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 και σε 75,8 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2023. Προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 80,5 % στα τέλη του 2024 και σε 82,4 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2025.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξάνεται συνεχώς φθάνοντας γύρω στο 96 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει υψηλή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων, το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους και τους κινδύνους από την αγορά ακινήτων και τη στεγαστική αγορά. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η επιμήκυνση της ληκτότητας του χρέους τα τελευταία έτη, οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης (με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση) και το πολύ μεγάλο μερίδιο χρέους που εκφράζεται σε ευρώ.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Φινλανδίας έχει καθυστερήσει.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Η Φινλανδία θέσπισε τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού σε διαρθρωτικούς όρους που καλύπτει τη γενική κυβέρνηση, ενώ ο κανόνας για το χρέος καθορίζεται μάλλον με πολιτική συμφωνία. Οι κανόνες του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού με πολιτική συμφωνία διέπουν επίσης την τοπική αυτοδιοίκηση και τον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Εφαρμόζεται επίσης δεσμευτικός κανόνας για τις δαπάνες: στην αρχή της κοινοβουλευτικής περιόδου, η κυβέρνηση αποφασίζει σχετικά με τα όρια δαπανών και τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία για ολόκληρη την 4ετή θητεία. Επίσης, η Φινλανδία εφαρμόζει μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική στην οποία περιγράφονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες της κυβέρνησης και η οποία ακολουθεί πλαίσιο κυλιόμενου σχεδιασμού. Συνολικά, η Φινλανδία διαθέτει σχετικά ισχυρό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,3% του ΑΕΠ το 2022. Πιο αναλυτικά, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,3 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που ήταν κατά 0,1 % υψηλότερο από ό,τι το 2019. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις που υπέβαλε η Φινλανδία, οι επενδύσεις στην άμυνα θα αυξηθούν κατά περίπου 0,5 % του ΑΕΠ το 2024, αποτυπώνοντας σημαντικές επενδύσεις που σχετίζονται με την άμυνα, καθώς και επενδύσεις αντικατάστασης αμυντικού υλικού λόγω της βοήθειας στην Ουκρανία· ωστόσο, σύμφωνα με τη Φινλανδία, μέρος των επενδύσεων αυτών, παρότι συγκρίσιμο με την άμυνα, είναι πιθανό να συμπεριληφθεί σε άλλη διαίρεση COFOG (ιδίως στη διαίρεση «Δημόσια τάξη και ασφάλεια»).

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Η ανάλυση που παρουσιάζεται στα προηγούμενα τμήματα καλύπτει ήδη τους σχετικούς παράγοντες που υπέβαλε η Φινλανδία στις 17 Μαΐου 2024.

4.2.2.Κράτη μέλη για τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σχετικοί παράγοντες

 Βέλγιο

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 5,3 % το 2020. Μετά από αύξηση 6,9 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,0 % το 2022 και κατά 1,4 % το 2023. Η οικονομία αναμένεται να σημειώσει ανάπτυξη κατά 1,3 % το 2024 και κατά 1,4 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 προβλέπεται να βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. μειώθηκε από 5,4 % του ΑΕΠ το 2021 σε 3,6 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθεί ξανά στο 4,4 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται να διατηρηθεί στο 4,4 % του ΑΕΠ το 2024 και να αυξηθεί στο 4,7 % του ΑΕΠ το 2025. Οι δημόσιες επενδύσεις ανήλθαν σε 2,8 % του ΑΕΠ το 2021 προτού μειωθούν σε 2,7 % το 2022 και αυξηθούν σε 2,9 % το 2023. Προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω στο 3,1 % του ΑΕΠ το 2024 και ύστερα να μειωθούν οριακά σε 2,9 % το 2025.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, το 2023 ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν επεκτατικός, κατά 0,7 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε επεκτατική συμβολή ύψους 0,4 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Αυτό περιλαμβάνει το μειωμένο κόστος των στοχευμένων μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι πιο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας κατά 0,1 % του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών καθ’ υπέρβαση της μεσοπρόθεσμης αύξησης του δυνητικού προϊόντος δεν οφειλόταν στη στοχευμένη στήριξη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας. Η επεκτατική αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) οφειλόταν στις μόνιμες αυξήσεις των μισθών του δημόσιου τομέα και των κοινωνικών παροχών που προκύπτουν από τον μηχανισμό αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, στην προσωρινή μείωση των εργοδοτικών κοινωνικών εισφορών το 2023 και στην αύξηση του δημοσιονομικού κόστους που συνδέεται με τη δημογραφική γήρανση. Συνολικά, η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 δεν ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,3 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 2,8 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Το Βέλγιο χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως επενδύσεις σε σιδηροδρομικές και ποδηλατικές υποδομές, σε ανακαινίσεις δημόσιων κτιρίων και σε υποδομές υδρογόνου, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 0,1 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες του Βελγίου προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος 40 των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,4 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,4 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,1 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 2,9 % του ΑΕΠ το 2024 από 2,8 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 0,3 % του ΑΕΠ το 2024.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 111,9 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 107,9 % στα τέλη του 2021 και ακόμα περισσότερο σε 104,3 % το 2022 προτού αυξηθεί σε 105,2 % στα τέλη του 2023. Προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 105,0 % και 106,6 % στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί έως περίπου το 119 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους βάσης είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει υψηλή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο σχετίζονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων, το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου χρέους, τις υψηλές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες, το μεγάλο ποσοστό δημόσιου χρέους που διακρατείται από μη κατοίκους, αλλά και την έλλειψη δημοσιονομικού συντονισμού μεταξύ των διαφόρων κυβερνητικών επιπέδων, καθώς πολλές από τις ομόσπονδες οντότητες εμφανίζουν συγκεκριμένες ευπάθειες. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η επιμήκυνση της ληκτότητας του χρέους τα τελευταία χρόνια, η οποία επιτρέπει πιο σταδιακή μετακύλιση των αυξανόμενων επιτοκίων στη δανειακή επιβάρυνση, σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση, και το δημόσιο χρέος που είναι πλήρως εκφρασμένο σε ευρώ.  

Επιπλέον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), εάν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Ωστόσο, η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας του Βελγίου έχει καθυστερήσει σημαντικά.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Η αποτελεσματικότητα του μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού στο Βέλγιο παραμένει ανεπαρκής και ο συντονισμός σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης είναι περιορισμένος. Το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομικών (HCF) δεν είναι ακόμη πλήρως λειτουργικό. Η αποτελεσματική εφαρμογή της συμφωνίας συνεργασίας του 2013 μεταξύ όλων των επιπέδων διακυβέρνησης σχετικά με τον καθορισμό πολυετούς δημοσιονομικής πορείας και την ανάθεση στο HCF του καθήκοντος παρακολούθησης της συμμόρφωσης παραμένει ελλιπής. Αυτό εμποδίζει την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και αυξάνει τον κίνδυνο απόκλισης από τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική πορεία. Οι δημοσιονομικοί κανόνες στο Βέλγιο περιλαμβάνουν στόχους για τις δαπάνες στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης σε ομοσπονδιακό επίπεδο και αυστηρούς κανόνες για τις τοπικές αρχές. Παρά το ομοσπονδιακό επίπεδο και τις περιφέρειες που αντιπροσωπεύουν υψηλό μερίδιο των δαπανών της γενικής κυβέρνησης, υπάρχουν ελάχιστοι επίσημοι κανόνες που διέπουν τα επίπεδα αυτά, με κύρια εξαίρεση τον πρόσφατο στόχο δαπανών της Φλάνδρας. Ταυτόχρονα, το Βέλγιο έχει δεσμευτεί, στο πλαίσιο του οικείου σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, να διενεργήσει επανεξέταση των δαπανών.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία της COFOG 41 που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης στην άμυνα ανήλθαν στο 1 % του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,1 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 17 Μαΐου 2024 το Βέλγιο υπέβαλε πρόσθετους σχετικούς παράγοντες που δεν αναφέρονται ήδη ανωτέρω, και συγκεκριμένα τις πρόσφατες προσπάθειες για την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων για την επιτάχυνση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης (μεταξύ άλλων, μέσω της εφαρμογής του ΣΑΑ) και την αύξηση των δαπανών για την άμυνα· τον αντίκτυπο του εξαιρετικά υψηλού πληθωρισμού στα δημόσια οικονομικά, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη οι μηχανισμοί αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής· και μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος και στη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος.

Ισπανία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 11,2 % το 2020. Μετά από αύξηση 6,4 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5,8 % το 2022 και κατά 2,5 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,1 % το 2024 και κατά 1,9 % το 2025. Η αύξηση το 2024 βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και, σε μικρότερο βαθμό, στις επενδύσεις.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. Μειώθηκε από 6,7 % το 2021 σε 4,7 % του ΑΕΠ το 2022 και 3,6 % το 2023. Προβλέπεται ότι θα μειωθεί περαιτέρω στο 3,0 % και 2,8 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Οι δημόσιες επενδύσεις αυξήθηκαν ελαφρώς από 2,7 % του ΑΕΠ το 2021 σε 2,8 % και 3,0 % το 2022 και το 2023, αντίστοιχα. Προβλέπεται να διαμορφωθούν στο 3,1 % του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025, μεγαλύτερες από το δημοσιονομικό έλλειμμα των ίδιων ετών.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν γενικά ουδέτερος, στο -0,2 % του ΑΕΠ. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (μετά την αφαίρεση των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) το 2023 είχε συσταλτική συμβολή ύψους 0,3 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό, ποσοστό που ήταν σύμφωνο με τη σύσταση του Συμβουλίου. Η συσταλτική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών οφειλόταν στο μειωμένο κόστος των (στοχευμένων και μη στοχευμένων) μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας (κατά 0,6 % του ΑΕΠ). Οι κύριοι παράγοντες αύξησης των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων στο σκέλος των εσόδων) ήταν οι κοινωνικές παροχές εκτός από τις παροχές σε είδος, που οφείλονται στην αναπροσαρμογή των συντάξεων, και η ενδιάμεση κατανάλωση, που οφείλεται στις δαπάνες για την άμυνα. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 1,3 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 2,3 % του ΑΕΠ το 2023, με ετήσια αύξηση 0,1 %. Η Ισπανία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως η ψηφιακή εργαλειοθήκη, τα έργα PERTE για ηλεκτρικά και συνδεδεμένα οχήματα, οι νέοι χώροι επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και οι επενδύσεις στον τομέα του πράσινου υδρογόνου, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι ουδέτερος στο 0,0 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Ισπανίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,8 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,9 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,2 % το 2024 και σε -0,1 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,7 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,3 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν στο 2,4 % του ΑΕΠ το 2024 από 2,3 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να αυξηθούν στο 1,6 % του ΑΕΠ το 2024 (από 1,3 % του ΑΕΠ το 2023).

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 120,3 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 116,8 % στα τέλη του 2021 και σε 111,6 % το 2022. Μειώθηκε περαιτέρω στο τέλος του 2023 σε 107,7 % και προβλέπεται να μειωθεί ακόμη περισσότερο στα τέλη του 2024 και του 2025 (ύψους 105,5 % και 104,8 % του ΑΕΠ αντίστοιχα).

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί ελαφρά πριν να αυξηθεί ξανά φθάνοντας στο 113 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει υψηλή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με το περιβάλλον των υψηλότερων επιτοκίων δεδομένου του αυξημένου επιπέδου δημόσιου χρέους. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η επιμήκυνση της ληκτότητας του χρέους τα τελευταία έτη, οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση και το πολύ μεγάλο μερίδιο χρέους που εκφράζεται σε ευρώ. Επιπλέον, η «ρήτρα κλεισίματος» που εισήχθη με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος του 2023, εάν εφαρμοστεί πλήρως, θα συμβάλει στην αντιμετώπιση των αναδυόμενων κενών δημοσιονομικής βιωσιμότητας που σχετίζονται με τις δημόσιες συνταξιοδοτικές δαπάνες.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Ισπανίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο η έγκαιρη ολοκλήρωση απαιτεί αυξημένες προσπάθειες.

Αξιολόγηση στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η Ισπανία δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. 

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το ισπανικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (AIReF) έχει ευρεία εντολή και καθιερώθηκε γρήγορα ως αξιόπιστο ανεξάρτητο όργανο. Οι εθνικοί δημοσιονομικοί κανόνες στην Ισπανία περιλαμβάνουν τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, τον κανόνα για το χρέος και τον εθνικό κανόνα για τις δαπάνες. Με την απενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής στα τέλη του 2023 και την πρόσφατη έγκριση νέων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ, η Ισπανία βρίσκεται επί του παρόντος σε μεταβατική φάση με την εκ νέου εφαρμογή των εθνικών δημοσιονομικών κανόνων της. Στο εθνικό της σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, η Ισπανία δεσμεύτηκε να διενεργήσει επανεξετάσεις των δαπανών που εκπόνησε η AIReF και να τις ενσωματώσει στην ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,1% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,4 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με το 2019.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος.  Η ανάλυση που παρουσιάζεται στα προηγούμενα τμήματα καλύπτει ήδη τους σχετικούς παράγοντες που υπέβαλε η Ισπανία στις 20 Μαΐου 2024.

Γαλλία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 7,5 % το 2020. Μετά από αύξηση 6,4 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,5 % το 2022 και κατά 0,7 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,7 % το 2024 και κατά 1,3 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 β προβλέπεται να βασιστεί κυρίως τόσο στην ιδιωτική όσο και τη δημόσια κατανάλωση.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. μειώθηκε από 6,6 % του ΑΕΠ το 2021 σε 4,8 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθεί στο 5,5 % το 2023. Αναμένεται να μειωθεί κατά 5,3 % το 2024 και κατά 5,0 % το 2025. Οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν αρκετά σταθερές (ελαφρώς πάνω από το 4 % του ΑΕΠ) μεταξύ 2020 και 2023. Προβλέπεται να διαμορφωθούν στο 4,3 % του ΑΕΠ το 2024 και να μειωθούν σε 4,2 % το 2025.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 0,5 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 0,3 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό και ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 4,1 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Η Γαλλία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως για την ανάπτυξη και τη βιομηχανική αξιοποίηση λύσεων ανανεώσιμου υδρογόνου και υδρογόνου χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, για έργα καινοτομίας σε βιώσιμα γεωργικά συστήματα, για ανακυκλωμένα υλικά, για καινοτόμα κτίρια, για την ψηφιοποίηση και απανθρακοποίηση της κινητικότητας, καθώς και για επενδύσεις για την ανακαίνιση των συστημάτων θέρμανσης των κτιρίων, που χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 1,1 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Γαλλίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,8 % το 2024, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 0,9 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να είναι 0,2 % το 2024 και 0,0 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 1,0 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Επιπλέον, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό επίσης συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να παραμείνουν σταθερές στο 4,1 % του ΑΕΠ το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 0,4 % του ΑΕΠ το 2024. 

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 113,0 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2021 σε 111,9 % στα τέλη του 2022 και περαιτέρω σε 110,6 % στα τέλη του 2023. Προβλέπεται ότι θα αυξηθεί στο 112,4 % και 113,8 % στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τη βασική προβολή δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξάνεται συνεχώς φθάνοντας γύρω στο 139 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει υψηλή πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο σχετίζονται με την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων, το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους, την αναμενόμενη αύξηση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών μεσοπρόθεσμα και τους κινδύνους ενδεχόμενων υποχρεώσεων που προκύπτουν από τον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ άλλων μέσω της πιθανής κατάπτωσης των κρατικών εγγυήσεων που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους στη διάρκεια της κρίσης της COVID-19. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου συγκαταλέγονται η επιμήκυνση της ληκτότητας του χρέους τα τελευταία έτη και οι σχετικά σταθερές πηγές χρηματοδότησης (με διαφοροποιημένη και μεγάλη επενδυτική βάση).

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Γαλλίας βρίσκεται σε εξέλιξη. Περιλαμβάνει

Αξιολόγηση στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, τα μέτρα πολιτικής συνέβαλαν στη μείωση των ευπαθειών, οι οποίες είχαν διασυνοριακό αντίκτυπο, σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα σε ένα πλαίσιο χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας, αλλά οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν ευπάθειες που σχετίζονται με το υψηλό δημόσιο χρέος.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιων Οικονομικών (HCPF) έχει σχετικά περιορισμένη εντολή, η οποία περιορίζεται στην έκδοση γνωμοδοτήσεων σχετικά με την αξιοπιστία των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων στις οποίες βασίζονται τα ετήσια και πολυετή δημοσιονομικά έγγραφα και τη συνέπειά τους με τους στόχους του διαρθρωτικού ισοζυγίου. Το γαλλικό Σύνταγμα και οι συνοδευτικοί νόμοι εισήγαγαν τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού σε διαρθρωτικούς όρους που καλύπτει τη γενική κυβέρνηση και τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού για την τοπική αυτοδιοίκηση. Εφαρμόζεται επίσης μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική στην οποία περιγράφονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες της κυβέρνησης για διάστημα τριών έως πέντε ετών. Στο παρελθόν, οι εθνικοί δημοσιονομικοί στόχοι που είχαν τεθεί μεσοπρόθεσμα αναθεωρήθηκαν ή δεν επιτεύχθηκαν και η δημοσιονομική προσαρμογή έχει μετατεθεί, αποδυναμώνοντας τη σύνδεση με τους ετήσιους προϋπολογισμούς. Ταυτόχρονα, στο οικείο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, η Γαλλία δεσμεύτηκε να διενεργήσει επανεξέταση των δαπανών σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,8% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,3 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 22 Μαΐου 2024 η Γαλλία υπέβαλε πρόσθετους σχετικούς παράγοντες που δεν αναφέρθηκαν ήδη ανωτέρω, δηλαδή τη χαμηλή ελαστικότητα των φορολογικών εσόδων προς το ΑΕΠ και, σε μικρότερο βαθμό, τον αντίκτυπο της αναθεώρησης της στατιστικής βάσης στην οποία προέβη η γαλλική στατιστική υπηρεσία.

Ιταλία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Μετά από συρρίκνωση 9,0 % το 2020, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,3 % το 2021, 4,0 % το 2022 και κατά 0,9 % το 2023. Η αύξηση αναμένεται να ανέλθει στο 0,9 % και το 2024 και να αυξηθεί ελαφρά σε 1,1 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 αναμένεται να βασιστεί κυρίως στις καθαρές εξαγωγές και τις επενδύσεις.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. Μειώθηκε από 8,7 % το 2021 σε 8,6 % του ΑΕΠ το 2022 και 7,4 % το 2023. Τα στοιχεία για το έλλειμμα της περιόδου 2020-2023 περιλαμβάνουν τον αντίκτυπο που είχαν στην αύξηση του ελλείμματος οι φορολογικές πιστώσεις για την ανακαίνιση κατοικιών 42 . Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί σε 4,4 % του ΑΕΠ το 2024, πριν αυξηθεί ελαφρά στο 4,7 % του ΑΕΠ το 2025. Αφού αυξήθηκαν σε 2,9 % του ΑΕΠ το 2021, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν οριακά σε 2,7 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθούν στο 3,2 % το 2023 ενώ προβλέπεται να διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα και το 2024. Το 2025 αναμένεται να ανέλθουν στο 3,5 % του ΑΕΠ.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν ελαφρά επεκτατικός, κατά 0,3 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 1,0 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό και ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Η συσταλτική συμβολή των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών οφειλόταν στο μειωμένο κόστος των (στοχευμένων και μη στοχευμένων) μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας (κατά 1,4 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ). Οι συντάξεις και οι περικοπές του μη μισθολογικού κόστους εργασίας ήταν οι κύριοι παράγοντες αύξησης των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων). Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,8 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 2,9 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση κατά 0,3 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Η Ιταλία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως η ενίσχυση των έξυπνων δικτύων, η κατασκευή της «Τυρρηνικής σύνδεσης», η ανάπτυξη συστημάτων ταχείας μαζικής μεταφοράς, η παραγωγή υδρογόνου σε εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις, οι ταχείες διαδικτυακές συνδέσεις και η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός στο 3,1 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Ιταλίας προβλέπεται να μειωθούν κατά 2,8 % το 2024, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Ωστόσο, οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν υψηλότερες από τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης (κατά 2,9 % του ΑΕΠ). Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η σύσταση για το 2024 διατυπώθηκε με όρους ρυθμού αύξησης, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το αποτέλεσμα βάσης από το 2023. Εάν οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν οι ίδιες με τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης, ο προκύπτων ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών το 2024 θα υπερέβαινε τον συνιστώμενο ρυθμό αύξησης κατά 0,9 % του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, εκτιμάται ότι υπάρχει κίνδυνος οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες να μη συνάδουν πλήρως με τη σύσταση. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,0 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να ανέλθει σε 0,0 % το 2024. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 1,0 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 2,7 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Ωστόσο, αυτή η συσταλτική συμβολή οφείλεται στη συσταλτική συμβολή άλλων κεφαλαιουχικών δαπανών ύψους 3,2 % του ΑΕΠ, η οποία συνδέεται κυρίως με την προαναφερθείσα απότομη μείωση των επιδοτήσεων που σχετίζονται με πιστώσεις φόρου για την ανακαίνιση κατοικιών το 2024. Ταυτόχρονα, η συμβολή των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων τρεχουσών πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό, η οποία επηρεάζεται από τη σταδιακή κατάργηση των υφιστάμενων μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας, προβλέπεται να είναι επεκτατική κατά 0,4 % του ΑΕΠ, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα κονδύλια ύψους 0,8 % του ΑΕΠ τα οποία θα εξοικονομηθούν από τα υφιστάμενα μέτρα στήριξης στον τομέα της ενέργειας θα χρησιμοποιηθούν πλήρως για επεκτατικές πολιτικές που αυξάνουν τις καθαρές τρέχουσες δαπάνες το 2024, συμπεριλαμβανομένων των περικοπών του μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να διαμορφωθούν στο 2,8 % του ΑΕΠ το 2024 από 2,9 % του ΑΕΠ το 2023 43 . Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να μειωθούν στο 0,8 % του ΑΕΠ το 2024 (από 1,2 % του ΑΕΠ το 2023), κυρίως σε σχέση με το ReactEU.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 155,0 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 147,1 % στα τέλη του 2021, 140,5 % το 2022 και σε 137,3 % το 2023. Στη συνέχεια, προβλέπεται ότι θα αυξηθεί στο 138,6 % και 141,7 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2024 και του 2025, αντίστοιχα.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει υψηλούς κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις βασικές προβολές δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξάνεται συνεχώς φθάνοντας γύρω στο 168 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους είναι ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες αύξησης του κινδύνου συνδέονται με το μερίδιο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους. Αφετέρου, οι παράγοντες μετριασμού του κινδύνου σχετίζονται με τη δομή του χρέους. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μερίδιο του δημόσιου χρέους εξακολουθεί να κατέχεται από εγχώριους δανειστές. Επιπλέον, το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος εκφράζεται πλήρως σε ευρώ αποκλείει τους συναλλαγματικούς κινδύνους. Η θετική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ιταλίας μετριάζει περαιτέρω τους δημοσιονομικούς κινδύνους.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Ιταλίας βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο η έγκαιρη ολοκλήρωση απαιτεί αυξημένες προσπάθειες.

Αξιολόγηση στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η Ιταλία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες μετά τον εντοπισμό υπερβολικών ανισορροπιών το 2023. Ειδικότερα, η Ιταλία αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με το υψηλό δημόσιο χρέος και τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, σε ένα πλαίσιο εύθραυστης αγοράς εργασίας και ορισμένων εναπομενουσών αδυναμιών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι οποίες έχουν διασυνοριακό αντίκτυπο.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το ιταλικό κοινοβουλευτικό γραφείο προϋπολογισμού (PBO) έχει ευρεία εντολή και αποτελεί παράδειγμα ορθής πρακτικής μεταξύ των ανεξάρτητων δημοσιονομικών οργάνων της Ευρώπης. Το PBO βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την κυβέρνηση. Το Σύνταγμα και οι συνοδευτικοί νόμοι της Ιταλίας θέσπισαν τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού σε διαρθρωτικούς όρους και τον κανόνα για το χρέος της γενικής κυβέρνησης, τον κανόνα για τις δαπάνες που εφαρμόζεται στη γενική κυβέρνηση και τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού για τις περιφέρειες. Εφαρμόζεται επίσης μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική στην οποία περιγράφονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες της κυβέρνησης για διάστημα τριών ετών. Ταυτόχρονα, ο ετήσιος προϋπολογισμός ελάχιστα συνδέεται με το μεσοπρόθεσμο σχέδιο. Στο εθνικό της σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, η Ιταλία δεσμεύτηκε να διενεργήσει ετήσια επανεξέταση των δαπανών κατά την περίοδο 2023-2025.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,3% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,3 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό που δεν μεταβλήθηκε σε σχέση με το 2019.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Η ανάλυση που παρουσιάζεται στα προηγούμενα τμήματα καλύπτει ήδη τους σχετικούς παράγοντες που υπέβαλε η Ιταλία στις 17 Μαΐου 2024.

Ουγγαρία

Μεσοπρόθεσμη μακροοικονομική κατάσταση. Το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 4,5 % το 2020. Μετά από αύξηση 7,1 % το 2021, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,6 % το 2022 και κατόπιν συστάλθηκε κατά 0,9 % το 2023. Αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,4 % το 2024 και κατά 3,5 % το 2025. Η ανάπτυξη το 2024 προβλέπεται να βασιστεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις.

Μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική θέση, περιλαμβανομένων των επενδύσεων. Tο δημόσιο έλλειμμα βρίσκεται άνω του 3 % του ΑΕΠ από το 2020. μειώθηκε από 7,2 % το 2021 σε 6,2 % του ΑΕΠ το 2022, πριν αυξηθεί ξανά στο 6,7 % του ΑΕΠ το 2023. Προβλέπεται ότι θα ανέλθει σε 5,4 % και 4,5 % του ΑΕΠ το 2024 και το 2025, αντίστοιχα. Αφού αυξήθηκαν στο 6,3 % του ΑΕΠ το 2021, οι δημόσιες επενδύσεις μειώθηκαν στο 5,4 % του ΑΕΠ το 2022 και στο 5,1 % το 2023. Προβλέπεται να διαμορφωθούν στο 4,6 % του ΑΕΠ το 2024 και 4,7 % το 2025, δηλαδή θα είναι μεγαλύτερες από το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης το 2025.

Το 2023, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 4,7 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 1,7 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο πολύ υψηλό επίπεδο των καθαρών δαπανών το 2022 σε σύγκριση με το 2023, μεταξύ των οποίων μη στοχευμένες δαπάνες σε διάφορους τομείς, γεγονός που συνέβαλε σε μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από φόρους επί απροσδόκητων κερδών και τομεακούς φόρους που επιβάλλονται σε εταιρείες κυρίως στον τομέα της ενέργειας, στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στον τομέα του λιανικού εμπορίου. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 4,6 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά αύξηση κατά 0,2 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Η Ουγγαρία χρηματοδότησε δημόσιες επενδύσεις για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης και ψηφιοποίηση στους τομείς της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης. Η Ουγγαρία δεν έχει ακόμη υποβάλει αίτηση πληρωμής στο πλαίσιο του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.

Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι συσταλτικός κατά 1,0 % του ΑΕΠ το 2024. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Ουγγαρίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 3,6 % το 2024, ποσοστό που είναι χαμηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Ωστόσο, οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν υψηλότερες από τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης (κατά 1,8 % του ΑΕΠ). Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η σύσταση για το 2024 διατυπώθηκε με όρους ρυθμού αύξησης, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το αποτέλεσμα βάσης από το 2023. Εάν οι καθαρές δαπάνες το 2023 ήταν οι ίδιες με τις αναμενόμενες κατά τον χρόνο έκδοσης της σύστασης, ο προκύπτων ρυθμός αύξησης των καθαρών δαπανών το 2024 θα υπερέβαινε τον συνιστώμενο ρυθμό αύξησης κατά 1,5 % του ΑΕΠ. Κατά συνέπεια, εκτιμάται ότι οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες ενδέχεται να μη συνάδουν πλήρως με τη σύσταση. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,6 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,9 % το 2024 και σε 0,4 % το 2025. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι συσταλτικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 1,9 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας δεν προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν στο 4,0 % του ΑΕΠ το 2024 (από 4,6 % του ΑΕΠ το 2023). Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις περικοπές και τις αναβολές των εθνικά χρηματοδοτούμενων επενδυτικών έργων που ανακοίνωσαν οι αρχές λόγω των υψηλών προβλεπόμενων ελλειμμάτων. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να αυξηθούν στο 1,7 % του ΑΕΠ το 2024 από 0,8 % του ΑΕΠ το 2023. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην προβλεπόμενη επιτάχυνση της απορρόφησης της χρηματοδότησης της πολιτικής συνοχής της ΕΕ από την περίοδο προγραμματισμού 2020-2027 και στις υψηλότερες δαπάνες για επενδύσεις που στηρίζονται από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.

Προκλήσεις όσον αφορά το χρέος και μεσοπρόθεσμη θέση του χρέους Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 79,3 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2020 σε 76,7 % στα τέλη του 2021 και σε 74,1 % στα τέλη του 2022, σημειώνοντας περαιτέρω μείωση σε 73,5 % το 2023. Στη συνέχεια, προβλέπεται ότι θα αυξηθεί σε 74,3 % το 2024, προτού μειωθεί σε 73,8 % στα τέλη του 2025.

Συνολικά, η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους καταδεικνύει μέτριους κινδύνους μεσοπρόθεσμα. Σύμφωνα με τις βασικές προβολές δεκαετίας, ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί έως περίπου το 78 % του ΑΕΠ το 2034. Η πορεία του χρέους είναι σχετικά ευαίσθητη στους μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς. Σύμφωνα με τις στοχαστικές προβολές, οι οποίες προσομοιώνουν ένα ευρύ φάσμα πιθανών προσωρινών κλυδωνισμών στις μακροοικονομικές μεταβλητές, υπάρχει μέτρια πιθανότητα ο δείκτης χρέους να είναι υψηλότερος το 2028 από ό,τι το 2023.

Άλλοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη για μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. Αφενός, οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο συνδέονται με τη διάρθρωση του δημόσιου χρέους, ιδίως τα σημαντικότερα μερίδια τόσο του βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους όσο και του δημόσιου χρέους σε ξένο νόμισμα. Οι κίνδυνοι ενδεχόμενων υποχρεώσεων που απορρέουν από τον τραπεζικό τομέα, καθώς και η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ουγγαρίας, δημιουργούν πρόσθετους δημοσιονομικούς κινδύνους. Αφετέρου, στους παράγοντες μετριασμού του κινδύνου περιλαμβάνεται το υψηλό μερίδιο δημόσιου χρέους που κατέχουν εγχώριοι δανειστές.

Επιπλέον, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) / του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αν εφαρμοστούν πλήρως, θα μπορούσαν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Ουγγαρίας έχει καθυστερήσει σημαντικά λόγω σημαντικών προκλήσεων.

Αξιολόγηση στο πλαίσιο της διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η Ουγγαρία αντιμετωπίζει μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ειδικότερα, η Ουγγαρία αντιμετωπίζει ευπάθειες που σχετίζονται με τις πιέσεις στις τιμές και εξωτερικές και κυβερνητικές χρηματοδοτικές ανάγκες, παρότι η βελτίωση του εξωτερικού περιβάλλοντος έχει μετριάσει ορισμένους βραχυπρόθεσμους κινδύνους.

Εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο. Το ανεξάρτητο δημοσιονομικό όργανο της Ουγγαρίας (το Δημοσιονομικό Συμβούλιο) είναι ένας σχετικά μικρός οργανισμός με μάλλον περιορισμένη εντολή. Επί του παρόντος, δεν συμμετέχει στην κατάρτιση δημοσιονομικών προβλέψεων, στην κοστολόγηση των προγραμματισμένων μέτρων πολιτικής ή στις εκ των υστέρων αξιολογήσεις των μακροοικονομικών προβλέψεων. Η Ουγγαρία διαθέτει διάφορους εθνικούς δημοσιονομικούς κανόνες, έναν κανόνα που περιορίζει το δημόσιο χρέος και δύο κανόνες ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Ο κανόνας για τη μείωση του χρέους περιορίζει αποτελεσματικά τους ετήσιους προϋπολογισμούς, αλλά έχει ορισμένα φιλοκυκλικά χαρακτηριστικά, καθώς περιορίζει τις δαπάνες και επιτρέπει αυξήσεις της φορολογίας όταν η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός είναι χαμηλότερα και αντιστρόφως. Ο κανόνας του πολυετούς ισοσκελισμένου προϋπολογισμού περιορίζει σε μικρότερο βαθμό τους ετήσιους εθνικούς προϋπολογισμούς, καθώς οι στόχοι για τα μεσοπρόθεσμα σχέδια μπορούν να αλλάξουν δύο φορές ετησίως για όλα τα έτη που καλύπτονται από τα σχέδια. Στο εθνικό της σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, η Ουγγαρία δεσμεύτηκε να διενεργήσει επανεξέταση των δαπανών ως μέσο αύξησης της αποδοτικότητας των δημόσιων δαπανών και εξεύρεσης πρόσθετων δημοσιονομικών περιθωρίων για την αντιμετώπιση των νέων πιέσεων στο σκέλος των δαπανών.

Αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην άμυνα. Με βάση τα στοιχεία COFOG που δημοσίευσε η Eurostat, οι συνολικές δαπάνες γενικής κυβέρνησης για την άμυνα ανήλθαν στο 1,4% του ΑΕΠ το 2022. Εξ αυτών, οι δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα αντιπροσώπευαν το 0,3 % του ΑΕΠ το 2022, ποσοστό κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σχέση με το 2019. Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Ουγγαρίας, οι δαπάνες για την άμυνα αναμένεται να έχουν προσεγγίσει το 2 % του ΑΕΠ το 2023.

Άλλοι παράγοντες που υπέβαλε το κράτος μέλος. Στις 17 Μαΐου 2024 η Ουγγαρία υπέβαλε έναν πρόσθετο σχετικό παράγοντα που δεν αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι το πρωτογενές ισοζύγιο βελτιώθηκε σημαντικά το 2023, μεταξύ άλλων σε διαρθρωτικούς όρους.

5.Συμπεράσματα

Το δημόσιο έλλειμμα υπερέβη την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ το 2023 σε δέκα κράτη μέλη της ΕΕ: Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία και Σλοβακία. Σε όλα αυτά τα κράτη μέλη, με εξαίρεση την Εσθονία, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν υψηλότερα και όχι πλησίον της τιμής αναφοράς το 2023.

Για την Εσθονία, το έλλειμμα ήταν υψηλότερο αλλά πλησίον της τιμής αναφοράς το 2023.

Η Φινλανδία είχε δημόσιο έλλειμμα που δεν υπερέβαινε την τιμή αναφοράς το 2023, αλλά ανέφερε προβλεπόμενο έλλειμμα άνω αλλά πλησίον του 3 % του ΑΕΠ το 2024· σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, αναμένεται επίσης έλλειμμα υψηλότερο αλλά πλησίον του 3 % του ΑΕΠ για το 2024.

Η Σλοβενία είχε δημοσιονομικό έλλειμμα που δεν υπερέβαινε την τιμή αναφοράς της Συνθήκης το 2023, αλλά ανέφερε προβλεπόμενο έλλειμμα άνω και όχι πλησίον του 3 % του ΑΕΠ το 2024· δεδομένου ότι στις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής προβλέπεται έλλειμμα κάτω του 3 % του ΑΕΠ το 2024, η σχεδιαζόμενη υπέρβαση της τιμής αναφοράς το 2024 κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ δεν επιβεβαιώνεται για τη Σλοβενία.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στο Βέλγιο, την Εσθονία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία προβλέπεται να υπερβούν το 3 % του ΑΕΠ το 2025. Συνεπώς, τα ελλείμματα που υπερβαίνουν την τιμή αναφοράς εκτιμάται ότι δεν είναι προσωρινά για το Βέλγιο, την Εσθονία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία. Αντιθέτως, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στην Τσεχία, την Ισπανία, τη Σλοβενία και τη Φινλανδία προβλέπεται επί του παρόντος να μην υπερβούν την τιμή αναφοράς το 2025 και συνεπώς τα υπερβολικά ελλείμματα αξιολογούνται ως προσωρινά.

Η υπέρβαση της τιμής αναφοράς εκτιμάται ως έκτακτη για την Εσθονία και όχι έκτακτη για την Τσεχία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβακία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, την Ισπανία, τη Σλοβενία και τη Φινλανδία.

Συνολικά, από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι το κριτήριο του ελλείμματος δεν πληρούται από δώδεκα κράτη μέλη πριν από την εξέταση των σχετικών παραγόντων: Βέλγιο, Τσεχία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία.

Οι σχετικοί παράγοντες μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τα στάδια πριν από τη λήψη της απόφασης σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος για τα κράτη μέλη με δημόσιο χρέος κάτω του 60 % του ΑΕΠ (Τσεχία, Εσθονία, Μάλτα, Πολωνία και Σλοβακία) και για τα κράτη μέλη με δημόσιο χρέος άνω του 60 % του ΑΕΠ, εάν το έλλειμμα παραμείνει κοντά στην τιμή αναφοράς και η υπέρβαση της τιμής αναφοράς είναι προσωρινή (Σλοβενία και Φινλανδία). Μπορούν να επηρεάσουν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του ελλείμματος ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί παράγοντες, στο πλαίσιο των οποίων οι σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά το χρέος θεωρούνται βασικός επιβαρυντικός παράγοντας.

Συνολικά, οι σχετικοί παράγοντες που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση εκτιμάται ότι παρουσιάζουν ανάμεικτη εικόνα για τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Φινλανδία. Εκτιμάται ότι, συνολικά, είναι ελαφρυντικοί για την Τσεχία, την Εσθονία και τη Σλοβενία και επιβαρυντικοί για τη Σλοβακία.

Για τη Σλοβενία και τη Φινλανδία, δεδομένης της αβεβαιότητας που συνδέεται με τα προβλεπόμενα στοιχεία, καθώς και του γεγονότος ότι, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, η σχεδιαζόμενη υπέρβαση της τιμής αναφοράς το 2024 δεν επιβεβαιώνεται για τη Σλοβενία, και το έλλειμμα προβλέπεται να παραμείνει κοντά στην τιμή αναφοράς το 2024 και να μειωθεί κάτω από αυτήν το 2025 για τη Φινλανδία, η Επιτροπή θα παρακολουθεί προσεκτικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις και θα επαναξιολογήσει την κατάσταση το φθινόπωρο.

Για την Τσεχία και την Εσθονία, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών παραγόντων που πρότειναν τα κράτη μέλη, το κριτήριο του ελλείμματος εκτιμάται ότι πληρούται.

Για την Ισπανία, το δημοσιονομικό έλλειμμα που υπερβαίνει την τιμή αναφοράς είναι προσωρινό. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το έλλειμμα προβλέπεται να είναι χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς του 2024 και του 2025, χωρίς πρόσθετα μέτρα. Δεδομένου ότι δεν θα απαιτηθεί πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή προκειμένου η Ισπανία να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από την τιμή αναφοράς, η κίνηση διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος δεν κρίνεται σκόπιμη στο παρόν στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις δημοσιονομικές εξελίξεις στην Ισπανία και θα επαναξιολογήσει την κατάσταση το φθινόπωρο.

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής και αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, όπως έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει τον Ιούλιο την κίνηση διαδικασιών υπερβολικού ελλείμματος, προτείνοντας στο Συμβούλιο να εκδώσει απόφαση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 6 για τη διαπίστωση της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος για το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία.

_________________

(1)      Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 209 της 2.8.1997), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1264 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024 (ΕΕ L, 2024/1264, 30.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1264/oj).
(2)      Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2024/1263, 30.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1263/oj).
(3)      Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση της οδηγίας 2011/85/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (ΕΕ L, 2024/1265, 30.4.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1265/oj).
(4)      Αυτό ισχύει στον βαθμό που οι νέοι κανόνες έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Ορισμένα στοιχεία του τροποποιημένου κανονισμού δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμη, π.χ. η πορεία των καθαρών δαπανών, όπως καθορίστηκε από το Συμβούλιο, η οποία αναφέρεται στο πλαίσιο των σχετικών παραγόντων που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97.
(5)    Οι σχετικοί παράγοντες θα λαμβάνονται πάντα υπόψη κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το κριτήριο του χρέους.
(6)    Σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1264, η πορεία των καθαρών δαπανών θα καθοριστεί στη σύσταση του Συμβουλίου για την έγκριση του εθνικού μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού-διαρθρωτικού σχεδίου που πρέπει να υποβληθεί από κάθε κράτος μέλος και να αξιολογηθεί από την Επιτροπή. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 36, τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα πρώτα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδιά τους έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2024, εκτός εάν το κράτος μέλος και η Επιτροπή συμφωνήσουν να παρατείνουν την προθεσμία για εύλογο χρονικό διάστημα.
(7)    Τα αριθμητικά στοιχεία για τον δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ παρουσιάζονται στο τμήμα 3.
(8)    Ελλείψει στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Eurostat στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κοινοποίησης, η πηγή των προβλεπόμενων ελλειμμάτων για το 2024 είναι το πρόγραμμα σταθερότητας/σύγκλισης. Στην παρούσα έκθεση, όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, με εξαίρεση τη Γαλλία, υπέβαλαν στην Eurostat τα προβλεπόμενα ελλείμματά τους για το 2024 στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024.
(9)    Eurostat Δείκτες ευρώ της 22ας Απριλίου 2024.
(10)    Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ρουμανίας υπερέβη επίσης το 3 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται ότι θα υπερβεί την τιμή αναφοράς και το 2024. Ωστόσο, η Ρουμανία δεν καλύπτεται από την παρούσα έκθεση, δεδομένου ότι το Συμβούλιο αποφάσισε την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Ρουμανία στις 3 Απριλίου 2020. Η τελευταία σύσταση του Συμβουλίου προκειμένου να τερματιστεί η κατάσταση του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος στη Ρουμανία εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου 2021. Η Επιτροπή συνέστησε σήμερα στο Συμβούλιο να εκδώσει απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα από τη Ρουμανία ως ανταπόκριση στη σύσταση του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2021 [COM (2024)597].
(11)      Το πλήρες σύνολο των πινάκων που υποβλήθηκαν στην Eurostat από τα κράτη μέλη είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/eurostat/web/government-finance-statistics/excessive-deficit-procedure/edp-notification-tables?etrans=el .
(12)    Συστάσεις του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 2023 (2023/C 312/01 έως 2023/C 312/27) (ΕΕ C 312 της 1.9.2023, σ. 1).
(13)    Γνώμες της Επιτροπής σχετικά με τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων για το 2024 της 21.11.2023 [C(2023) 9501 final έως C(2023) 9520 final], γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το επικαιροποιημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος της Σλοβακίας για το 2024 της 16.1.2024 [C(2024) 343 final)] και γνώμη της Επιτροπής σχετικά με το επικαιροποιημένο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του Λουξεμβούργου για το 2024 της 18.4.2024 [C(2024) 2626 final].
(14)      Ανακοίνωση, της 8ης Μαρτίου 2023, σχετικά με τις κατευθύνσεις δημοσιονομικής πολιτικής για το 2024 [COM(2023) 141 final]. Βλ., επίσης, ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων του 2024: γενική εκτίμηση [COM(2023) 900 final].
(15)      Σύσταση του Συμβουλίου, της 12ης Απριλίου 2024, σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ (ΕΕ C, C/2024/2807, 23.4.2024, ELI:  http://data.europa.eu/eli/C/2024/2807/oj ).
(16)    Στο ίδιο πλαίσιο, το Συμβούλιο συνέστησε επίσης στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ να αναπτύξουν δημοσιονομικές στρατηγικές για την επίτευξη συνετής μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής θέσης και να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα του χρέους, όταν είναι αναγκαίο, μέσω αποφασιστικής, διαφοροποιημένης, σταδιακής και ρεαλιστικής εξυγίανσης, σε συνδυασμό με δημόσιες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις υψηλής ποιότητας, ιδίως για την επίτευξη υψηλότερης βιώσιμης ανάπτυξης και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ζώνης του ευρώ ενόψει των μελλοντικών προκλήσεων. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμπεριλάβουν στις εν λόγω στρατηγικές μέτρα για την περαιτέρω αύξηση της αποδοτικότητας και της ποιότητας των δημόσιων δαπανών και για τη βελτίωση της βιωσιμότητας και της επάρκειας των συνταξιοδοτικών συστημάτων, των συστημάτων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και των συστημάτων μακροχρόνιας φροντίδας.
(17)      Η Γαλλία δεν υπέβαλε στην Eurostat προβλεπόμενο έλλειμμα για το 2024 στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024. Ωστόσο, η Γαλλία δημοσίευσε το οικείο πρόγραμμα σταθερότητας για την περίοδο 2024-2027 τον Απρίλιο του 2024, σύμφωνα με το οποίο το έλλειμμα για το 2024 προβλέπεται ότι θα ανέλθει στο 5,1 % του ΑΕΠ.
(18)    Όπως αναφέρθηκε στην Eurostat στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024, με μοναδική εξαίρεση τη Γαλλία για την οποία το πρόγραμμα σταθερότητας αποτελεί τη σχετική πηγή για τα προβλεπόμενα στοιχεία για το 2024 (βλ. υποσημείωση17).
(19)    Όπως αναφέρθηκε στην Eurostat στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024.
(20)    Το προβλεπόμενο έλλειμμα για το 2024, όπως αναφέρθηκε στην Eurostat στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024, ανέρχεται σε 3,5 % του ΑΕΠ. Ωστόσο, στο πρόγραμμα σταθερότητας που υπέβαλε στις 25 Απριλίου 2024, η Φινλανδία αναθεώρησε το προβλεπόμενο έλλειμμά της για το 2024 ελαφρώς προς τα κάτω, σε 3,4 %, με βάση πρόσθετα μέτρα εξυγίανσης ύψους 1 % του ΑΕΠ, τα οποία η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να υλοποιήσει σε συμπληρωματικό προϋπολογισμό την άνοιξη του 2024.
(21)      Όπως υποβλήθηκαν στην Eurostat στο πλαίσιο της εαρινής δημοσιονομικής κοινοποίησης 2024.
(22)    Εκτός αν αναφέρεται άλλως, πηγή των αριθμητικών στοιχείων που παρουσιάζονται στην παρούσα έκθεση για το 2024 και το 2025 είναι οι εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής (European Economy-Institutional Papers 286).
(23)      Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με τις κατευθύνσεις δημοσιονομικής πολιτικής για το 2024 [COM(2023) 141 final]. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Βιομηχανικό σχέδιο της Πράσινης Συμφωνίας για την εποχή των μηδενικών καθαρών εκπομπών» [COM(2023) 62 final της 1ης Φεβρουαρίου 2023]. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2022 — Εαρινή δέσμη μέτρων» [COM(2022) 600 final της 23ης Μαΐου 2022].
(24)      COM(2022) 600 final.
(25)    Συστάσεις του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 2023 (2023/C 312/01 έως 312/27) (ΕΕ C 312 της 1.9.2023, σ. 1).
(26)    Στην ΕΕ, το δημοσιονομικό κόστος των προσωρινών μέτρων έκτακτης ανάγκης λόγω της νόσου COVID-19 εκτιμάται ότι μειώθηκε σε 0,7 % το 2022 από 3,3 % του ΑΕΠ τόσο το 2020 όσο και το 2021. Τα μέτρα που σχετίζονταν με την πανδημία καταργήθηκαν σταδιακά το 2023. Το κόστος της ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους πρόσφυγες που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας —το οποίο αναφέρεται ρητά στις δημοσιονομικές συστάσεις που εξέδωσε το Συμβούλιο το 2022— δεν υπερέβη το 0,1 % του ΑΕΠ της ΕΕ το 2023. Το κόστος των μέτρων για τον μετριασμό των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων των υψηλών τιμών ενέργειας ανήλθε σε 1,2 % του ΑΕΠ το 2022 και μειώθηκε στο 0,9 % του ΑΕΠ το 2023. Το 2024 οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αναμένεται να μειωθούν στο 0,2 % του ΑΕΠ στην ΕΕ.
(27)    Περαιτέρω ειδικές ανά χώρα παράμετροι εξετάζονται στο τμήμα 4.2.
(28)

   Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα θεωρείται έκτακτη, κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), όταν προέρχεται από την ύπαρξη σοβαρής οικονομικής ύφεσης στη ζώνη του ευρώ ή στην Ένωση ως σύνολο που διαπιστώθηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263 ή από εξαιρετικές περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης και έχουν σημαντική επίπτωση στα δημόσια οικονομικά του συγκεκριμένου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού. Το 2022 και το 2023 η οικονομική δραστηριότητα στην Εσθονία συρρικνώθηκε κατά 0,5 % και 3,0 %, γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2023. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2024 και μέχρι σήμερα δεν έχουν κινηθεί διαδικασίες βάσει των άρθρων 25 και 26. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξαιρετικές περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά της Εσθονίας, γεγονός που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της υπέρβασης της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα ως έκτακτης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσέγγιση αυτή είναι δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη μετάβαση στο νεοσυσταθέν πλαίσιο. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν δημιουργεί προηγούμενο.

 

(29)    COM(2024) 601 PO/2024/4130.
(30)

   Όσον αφορά τα άλλα κράτη μέλη, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος υπερέβαινε επίσης την τιμή αναφοράς του 60 % στο τέλος του 2023 στη Γερμανία, την Ελλάδα, την Κροατία, την Κύπρο, την Αυστρία και την Πορτογαλία, και σε καθένα από αυτά ο δείκτης είχε μειωθεί από το τέλος του προηγούμενου έτους.

(31)      COM(2024) 601 PO/2024/4130.
(32)    Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός αποσκοπεί στην αξιολόγηση της οικονομικής ώθησης που απορρέει από τις δημοσιονομικές πολιτικές, τόσο αυτές που χρηματοδοτούνται σε εθνικό επίπεδο όσο και αυτές που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.
(33)

     Η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής εκθέσεων στο πρόγραμμα διαβίβασης στοιχείων του ΕΣΛ είναι t + 12 μήνες, η οποία πρέπει να μειωθεί σε t + 11 μήνες από τον Σεπτέμβριο του 2024. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης της Eurostat να επικυρώνει και να επεξεργάζεται τα δεδομένα, αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία δημοσιοποιούνται κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του έτους t + 2.

(34)    Η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους επικαιροποιήθηκε σε σύγκριση με την έκθεση δημοσιονομικής βιωσιμότητας 2021 (European Economy-Institutional Papers 171) και πλέον αποτυπώνει τις πιο πρόσφατες προβλέψεις της Επιτροπής. Βλ. την ανακοίνωση σχετικά με τα κύρια στοιχεία της εαρινής δέσμης του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2024 [COM(2024) 600 final] και τις συστάσεις της Επιτροπής για συστάσεις του Συμβουλίου [COM(2024) 601 έως 627]. Για την τελευταία αξιολόγηση από την Επιτροπή των κρατών μελών που αντιμετωπίζουν ανισορροπίες ή υπερβολικές ανισορροπίες, βλ. τις αντίστοιχες εμπεριστατωμένες επισκοπήσεις [SWD(2024) 80 έως 85 και 100 έως 105]. Για την αξιολόγηση των κινδύνων βιωσιμότητας του χρέους σε όλα τα κράτη μέλη που εξετάζονται στην παρούσα έκθεση, βλ. τα παραρτήματα σχετικά με την ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους στις εκθέσεις ανά χώρα [SWD(2024) 601 έως 627].
(35)   https://www.riigikogu.ee/tegevus/eelnoud/eelnou/a17529fc-9cd3-46a0-bc61-2f0ef5c7edb4/2024.-aasta-lisaeelarve-seadus/ .
(36)    Κατά τον χρόνο δημοσίευσης της παρούσας έκθεσης, πραγματοποιούνται επαφές μεταξύ της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας της Εσθονίας και της Eurostat για τον καθορισμό του χρόνου καταγραφής των στρατιωτικών δαπανών. Εκκρεμεί ανεξάρτητη απόφαση της Eurostat για το θέμα αυτό.
(37) ()    Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει το επίπεδο του ετήσιου δημοσιονομικού κόστους των εν λόγω μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων και των δαπανών και, κατά περίπτωση, χωρίς τα έσοδα από φόρους επί των απροσδόκητων κερδών των προμηθευτών ενέργειας.
(38) Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής για τη Σλοβενία, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δαπάνες για την ανασυγκρότηση μετά τις πλημμύρες του Αυγούστου 2023 ανέρχονται στο 0,7 % του ΑΕΠ.
(39)    Για τη μέτρηση της συμβολής αυτής χρησιμοποιείται η μεταβολή των πρωτογενών δαπανών της γενικής κυβέρνησης, χωρίς (i) τις πρόσθετες δημοσιονομικές επιπτώσεις των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, (ii) τις έκτακτες δαπάνες, (iii) τις δαπάνες για την κυκλική ανεργία και (iv) τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται με μη επιστρεπτέα στήριξη (επιχορηγήσεις) από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ, σε σχέση με τον μεσοπρόθεσμο (10ετή) μέσο ρυθμό αύξησης του δυνητικού ονομαστικού ΑΕΠ, εκφραζόμενη ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ.
(40)    Το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει το επίπεδο του ετήσιου δημοσιονομικού κόστους των εν λόγω μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων και των δαπανών και, κατά περίπτωση, χωρίς τα έσοδα από φόρους επί των απροσδόκητων κερδών των προμηθευτών ενέργειας.
(41)    Η ταξινόμηση των κρατικών λειτουργιών (COFOG) ταξινομεί τα στοιχεία για τις δημόσιες δαπάνες από το ΕΣΛ με βάση τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται τα κεφάλαια.
(42)    Βλ. Eurostat (2023), Advice on recording of 2023 Superbonus   IT+Advice+on+recording+of+2023+Superbonus.pdf (europa.eu) .
(43)    Κατά τη στρογγυλοποίηση στο πρώτο δεκαδικό ψηφίο, η διαφορά των εθνικά χρηματοδοτούμενων δημόσιων επενδύσεων μεταξύ 2024 και 2023 είναι 0,0.
Top