Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52022AB0011

Γνωμη τησ Ευρωπαϊκησ Κεντρικησ Τραπεζασ της 24ης Μαρτίου 2022 σχετικά με πρόταση για τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων (CON/2022/11) 2022/C 233/02

CON/2022/11

ΕΕ C 233 της 16.6.2022, pp. 14–21 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

16.6.2022   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 233/14


ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 24ης Μαρτίου 2022

σχετικά με πρόταση για τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων

(CON/2022/11)

(2022/C 233/02)

Εισαγωγή και νομική βάση

Στις 20 και 21 Ιανουαρίου 2022 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έλαβε αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίστοιχα, για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων (1) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις του ΚΚΑ»).

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του ΚΚΑ συνδέονται στενά με άλλη πρόταση για την οποία η ίδια έλαβε αίτημα διαβούλευσης, συγκεκριμένα με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εποπτικές εξουσίες, τις κυρώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους και για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (2) (εφεξής οι «προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ»).

Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ βασίζεται στο άρθρο 127 παράγραφος 4 και στο άρθρο 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του ΚΚΑ περιέχουν διατάξεις που επηρεάζουν τα καθήκοντα της ΕΚΤ σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά το άρθρο 127 παράγραφος 6 της Συνθήκης και τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) στην ομαλή άσκηση πολιτικών που αφορούν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος κατά το άρθρο 127 παράγραφος 5 της Συνθήκης. Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Γενικές παρατηρήσεις

Η ΕΚΤ χαιρετίζει τις προτάσεις της Επιτροπής, με τις οποίες τίθενται σε εφαρμογή οι εκκρεμείς μεταρρυθμίσεις της Βασιλείας ΙΙΙ (3) στην ΕΕ, ενισχύεται η εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ και βελτιώνεται το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων σε διάφορους τομείς.

Η ΕΚΤ τονίζει τη σημασία της οριστικοποίησης της έγκαιρης, πλήρους και πιστής εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ στην ΕΕ. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ευρωστίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, καθώς με αυτές αντιμετωπίζονται βασικές ελλείψεις του υφιστάμενου πλαισίου που εντοπίστηκαν από προηγούμενες αναλύσεις ευρωπαϊκών και διεθνών φορέων και σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες.

Η έγκαιρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ είναι σημαντική για την ταχεία αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ ενθαρρύνει τα νομοθετικά όργανα της Ένωσης να ολοκληρώσουν τη νομοθετική διαδικασία έγκαιρα και χωρίς αδικαιολόγητα μακρές περιόδους εφαρμογής. Αυτό είναι σημαντικό προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα των τραπεζών να αντεπεξέλθουν σε μελλοντικές κρίσεις.

Η ΕΚΤ θεωρεί επίσης σημαντική την πλήρη εφαρμογή των προτύπων της Βασιλείας ΙΙΙ. Συναφώς, η ΕΚΤ εκτιμά ότι η πρόταση της Επιτροπής καλύπτει όλα τα στοιχεία που καταρτίστηκαν από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και συμφωνήθηκαν από την Ομάδα Διοικητών Κεντρικών Τραπεζών και Επικεφαλής Εποπτείας (Group of Central Bank Governors and Heads of Supervision) τον Δεκέμβριο του 2017.

Τέλος, η ΕΚΤ είναι έντονα προσηλωμένη στην πιστή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ. Αυτό είναι σημαντικό για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και για τη διεθνή αξιοπιστία της ΕΕ. Η συνεπής εφαρμογή των εν λόγω μεταρρυθμίσεων υπογραμμίζει τη δέσμευση της ΕΕ για διεθνή χρηματοδοτική συνεργασία, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της λειτουργίας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και της εμπιστοσύνης στις τράπεζες της ΕΕ. Παράλληλα, η πιστή εφαρμογή τους παρέχει την καλύτερη δυνατή εγγύηση για ένα σταθερό τραπεζικό σύστημα, ενώ οι προτεινόμενες αποκλίσεις και επιλογές εφαρμογής αναμένεται ότι θα οδηγήσουν σε ανεπαρκή αντιμετώπιση των θυλάκων κινδύνων στον τραπεζικό τομέα. Όπως εξηγείται παρακάτω, οι εν λόγω κίνδυνοι προκύπτουν κυρίως στο πλαίσιο της προτεινόμενης προληπτικής αντιμετώπισης των ανοιγμάτων που σχετίζονται με ακίνητα, του πιστωτικού κινδύνου από μη διαβαθμισμένες επιχειρήσεις, του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, των ανοιγμάτων σε μετοχές και του λειτουργικού κινδύνου.

Στις ακόλουθες ενότητες της γνώμης διατυπώνονται αναλυτικές θέσεις σχετικά με τα κύρια στοιχεία της πρότασης και τους εναπομένοντες κινδύνους που θα μπορούσαν να μην καλυφθούν επαρκώς εάν η ΕΕ αποφασίσει να παρεκκλίνει από τα πρότυπα της Βασιλείας III.

Είναι επίσης σημαντικό το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας να εξακολουθήσει να είναι κατάλληλο για τον σκοπό που υπηρετεί, καλύπτοντας τα εντοπιζόμενα κενά και συμβαδίζοντας με την καινοτομία. Οι νέοι ορισμοί των βασικών εννοιών των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που προτείνει η Επιτροπή είναι ευπρόσδεκτοι, καθώς διευκρινίζουν τα όρια της κανονιστικής περιμέτρου. Η ΕΚΤ επικροτεί επίσης την ανάθεση στην Επιτροπή της εντολής να συντάσσει έκθεση σχετικά με μια νέα πρόταση για την προληπτική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων (crypto-assets).

Η ΕΚΤ συμφωνεί επίσης με την άποψη της Επιτροπής που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης ότι δεν υπάρχει ανάγκη εκχώρησης πρόσθετων εποπτικών εξουσιών στις αρμόδιες αρχές για επιβολή περιορισμών στις διανομές από ιδρύματα σε εξαιρετικές περιπτώσεις σοβαρής οικονομικής διαταραχής. Παράλληλα, η ΕΚΤ παρατηρεί ότι σε τέτοιες περιόδους οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δυσχερειών τα πιστωτικά ιδρύματα ενδέχεται να μην είναι πρόθυμα να χρησιμοποιήσουν τα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας τους (4). Όσον αφορά το μέλλον η ΕΚΤ είναι της άποψης ότι πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η άρση των αντικινήτρων για τη χρήση κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας.

1.   Θέσπιση του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων

1.1

Το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων αποτελεί σημαντικό στοιχείο των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας III. Μειώνει τις αδικαιολόγητες αποκλίσεις στα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία του ενεργητικού μεταξύ των ιδρυμάτων, ενισχύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού και επιρρώνοντας το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας. Η ΕΚΤ χαιρετίζει θερμά το γεγονός ότι η Επιτροπή επέλεξε τη λεγόμενη «προσέγγιση της ενιαίας στοίβας» (single stack approach) όσον αφορά την εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, κατά την οποία οι τράπεζες έχουν μόνον έναν τρόπο υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού τους (5).

1.2

Πάντως, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η πρόταση περιλαμβάνει επίσης σημαντικές μεταβατικές ρυθμίσεις που οδηγούν σε χαμηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου από εκείνους που προβλέπονται στα πρότυπα της Βασιλείας σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς, δηλαδή i) ανοίγματα που σχετίζονται με οικιστικά ακίνητα με χαμηλό ιστορικό ζημιών, ii) ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων επιχειρήσεων, και iii) στη βαθμονόμηση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου που σχετίζεται με ανοίγματα σε παράγωγα. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι αυτές οι αποκλίσεις από τα πρότυπα της Βασιλείας ΙΙΙ δεν δικαιολογούνται από τη σκοπιά της προληπτικής εποπτείας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ενώ ενδέχεται να οδηγούν σε μη αντιμετώπιση θυλάκων κινδύνων.

1.3

Ειδικότερα, η μεταβατική μεταχείριση των ανοιγμάτων από οικιστικά ακίνητα («ΟΑ») εγείρει προβληματισμούς. Η μεταβατική ρύθμιση αναμένεται ότι θα αποδυναμώσει τη λειτουργία που επιτελεί το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων ως δίχτυ ασφαλείας στον τομέα της χορήγησης δανείων για οικιστικά ακίνητα, έναν τομέα που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατες εκθέσεις τόσο του ΕΣΣΚ (6) όσο και της ΕΚΤ (7). Το χρέος των νοικοκυριών και η υπερτίμηση των ΟΑ αυξάνονται σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ, επιτείνοντας τη συσσώρευση μεσοπρόθεσμων ευπαθειών και ανησυχιών για στεγαστική «φούσκα» τροφοδοτούμενη από το χρέος. Με τη σειρά του αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα, ορισμένες τράπεζες να μη διαθέτουν ίδια κεφάλαια ανάλογα των ζημιών που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εκδήλωση των εν λόγω κινδύνων. Η μεταβατική ρύθμιση μπορεί εξάλλου να οδηγήσει σε περαιτέρω κατακερματισμό της τραπεζικής αγοράς της ΕΕ, καθόσον τα ιδρύματα ενδέχεται για παρόμοιους κινδύνους να υπόκεινται σε διαφορετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις ανάλογα με την εφαρμογή της ρύθμισης από τα κράτη μέλη. Δεδομένου του προβληματισμού αυτού, η ΕΚΤ θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει τέτοια προνομιακή μεταχείριση των ΟΑ. Σε περίπτωση διατήρησής του εν λόγω μηχανισμού, αυτός θα πρέπει να έχει αυστηρά προσωρινό και περιορισμένο χαρακτήρα.

1.4

Περαιτέρω, η ΕΚΤ εκφράζει τον προβληματισμό της και για τις μεταβατικές διατάξεις που αφορούν τις μη διαβαθμισμένες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας, η χορήγηση δανείων σε τέτοιες επιχειρήσεις συνεπάγεται υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου, ο οποίος αντανακλά την υψηλότερη αβεβαιότητα σχετικά με τον πραγματικό βαθμό επικινδυνότητάς τους. Η μείωση του συντελεστή στάθμισης κινδύνου μιας τράπεζας βάσει των εκτιμήσεων κινδύνου που διενεργεί η ίδια αποδυναμώνει τον σκοπό του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, ο οποίος είναι η προστασία έναντι της υποεκτίμησης κινδύνων από τα υποδείγματα των ιδρυμάτων, καθώς τα ιδρύματα θα μπορούσαν να βασίζονται στις δικές τους εκτιμήσεις της πιθανότητας αθέτησης υποχρέωσης («PD») για σκοπούς απόδοσης χαμηλότερου συντελεστή στάθμισης κινδύνου στις επιχειρήσεις. Η Επιτροπή προτείνει να εξαρτηθεί η εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 65 % από μια εκτιμώμενη πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης ενός έτους που θα μπορούσε να ανέρχεται σε έως και 0,5 %. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι αυτό το περιθώριο είναι υπερβολικά ευρύ, καθώς θα μπορούσε να καλύπτει επιχειρήσεις με προφίλ υψηλού κινδύνου. Δεδομένων των ενεχόμενων κινδύνων, η ΕΚΤ θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει τέτοια εξαίρεση για τις μη διαβαθμισμένες επιχειρήσεις. Σε περίπτωση διατήρησής του ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να εξακολουθεί να έχει αυστηρά προσωρινό και περιορισμένο χαρακτήρα. Τέλος, η ΕΚΤ υποστηρίζει πλήρως τις προσπάθειες αύξησης της κάλυψης από διαβαθμίσεις μεταξύ ευρωπαϊκών επιχειρήσεων μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, γεγονός το οποίο θα μπορούσε επιπλέον να συμβάλει σημαντικά στο έργο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

1.5

Η ΕΚΤ προειδοποιεί για οποιαδήποτε μεταβολή στη μεταχείριση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου από ανοίγματα σε παράγωγα στο πλαίσιο του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, είτε αυτή είναι προσωρινή είτε μόνιμη. Η ΕΚΤ εκφράζει τον προβληματισμό ότι τυχόν μεταβολή της βαθμονόμησης της τυποποιημένης προσέγγισης για τον υπολογισμό των ανοιγμάτων σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου («SA-CCR») θα αφήσει ακάλυπτους ορισμένους κινδύνους προληπτικής εποπτείας και θα υποτιμήσει το ύψος του ανοίγματος για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου.

1.6

Όσον αφορά το επίπεδο εφαρμογής του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων η Επιτροπή πρότεινε την εφαρμογή του ορίου στο ανώτατο επίπεδο ενοποίησης. Εντός των τραπεζικών ομίλων αυτό συνδυάζεται με έναν μηχανισμό αναδιανομής του αντικτύπου που επηρεάζει στο ανώτατο επίπεδο ενοποίησης τη μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της (8). Ο εν λόγω μηχανισμός επιτρέπει στους τραπεζικούς ομίλους της ΕΕ που δεσμεύονται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων να κατανέμουν αποτελεσματικότερα τα κεφάλαια σε επίπεδο ομίλου απ’ ό,τι σε ατομικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να αντικατοπτρίζει τον αντίστοιχο βαθμό επικινδυνότητας που έχει η παρουσία του ομίλου σε κάθε κράτος μέλος. Πάντως, η θέσπιση ειδικών απαιτήσεων για το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων στο υποενοποιημένο επίπεδο κράτους μέλους μπορεί να εξακολουθεί να παρέχει κίνητρα στους τραπεζικούς ομίλους για την αναδιοργάνωση δραστηριοτήτων με σκοπό να ελαχιστοποιηθεί ο αντίκτυπος του κατώτατου αυτού ορίου σε μεμονωμένα τμήματα του ομίλου με τρόπους που θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην ευθυγραμμίζονται με τις καθιερωμένες οργανωτικές δομές ή την υγιή διαχείριση κινδύνων. Επιπλέον, θα παγώσει περισσότερα κεφάλαια σε τοπικό επίπεδο προκειμένου να καταστεί δυνατή η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων εντός των ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων, γεγονός που αποτελεί σημαντική προϋπόθεση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης. Μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων τόσο στο ανώτατο ενοποιημένο επίπεδο στην ΕΕ όσο και στο υποενοποιημένο επίπεδο κράτους μέλους, χωρίς τον μηχανισμό διανομής. Αυτό και μόνο θα απλούστευε το πλαίσιο για τις τράπεζες συγκριτικά με την πρόταση της Επιτροπής και θα διασφάλιζε τη δέουσα κεφαλαιοποίηση σε κάθε κράτος μέλος, μολονότι θα δέσμευε και κεφάλαια στο υποενοποιημένο επίπεδο. Μια δεύτερη επιλογή θα ήταν η εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων μόνο στο ανώτατο επίπεδο ενοποίησης, συνδυαζόμενη με την υποχρέωση των τραπεζών και των αρμόδιων αρχών να διασφαλίζουν την επάρκεια της κεφαλαιοποίησης των αυτοτελών οντοτήτων (9). Αυτή η προσέγγιση όχι μόνον θα ήταν απλούστερη και θα περιόριζε τον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, αλλά θα αντικατόπτριζε δεόντως και το γεγονός ότι το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων βαθμονομήθηκε για να μειώσει τις αδικαιολόγητες αποκλίσεις στα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία του ενεργητικού σε επίπεδο του ομίλου και όχι μεμονωμένης οντότητας. Αυτή η τελευταία προσέγγιση προτιμάται από την ΕΚΤ.

1.7

Τέλος, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η πρόταση ΟΚΑ περιλαμβάνει διατάξεις για τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, των εποπτικών απαιτήσεων και των μακροπροληπτικών κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας. Τα εν λόγω ζητήματα θα εξεταστούν στην ξεχωριστή γνώμη σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ (10).

2.   Πλαίσιο πιστωτικού κινδύνου — τυποποιημένη προσέγγιση

2.1

Η ΕΚΤ χαιρετίζει τις προτάσεις εφαρμογής της νέας τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο, καθώς με αυτή τα ιδρύματα που δεν βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα θα καταστούν πιο ανθεκτικά και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις τους πιο ευαίσθητες έναντι των κινδύνων. Ωστόσο, η ΕΚΤ επισημαίνει με ανησυχία ότι η πρόταση περιέχει και αρκετές νέες αποκλίσεις από τα πρότυπα της Βασιλείας ΙΙΙ, ιδίως όσον αφορά i) τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού, ii) τα ανοίγματα σε μετοχές, iii) τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής και iv) τη μεθοδολογία αποτίμησης των εξασφαλίσεων για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα. Επιπλέον, διατηρήθηκαν ορισμένες υφιστάμενες αποκλίσεις [π.χ. για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και τις υποδομές] οι οποίες θα πρέπει να επαναξιολογηθούν από τους συννομοθέτες. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι εν λόγω αποκλίσεις ενδέχεται να μειώσουν συνολικά τη συνέπεια και την ασφάλεια της νέας τυποποιημένης προσέγγισης και να αφήσουν ακάλυπτους ορισμένους κινδύνους. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να αφήσει τις τράπεζες χωρίς επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια σε περίπτωση εκδήλωσης κινδύνων στα εν λόγω τμήματα της αγοράς. Πιο συγκεκριμένα, το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ βαθμονομήθηκε ώστε να αντικατοπτρίζει τον βαθμό επικινδυνότητας των ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού, ενώ τυχόν μεταβολές, όπως η δημιουργία νέας κατηγορίας για τη χρηματοδότηση αντικειμένων υψηλής ποιότητας ή οι μεταβολές στα κριτήρια χρηματοδότησης έργων υψηλής ποιότητας, θα μπορούσαν να αφήσουν ακάλυπτους κινδύνους, ιδίως κατά το στάδιο προ της λειτουργίας των έργων, και ως εκ τούτου, να μειώσουν την προστασία των τραπεζών. Επιπλέον, οι τυποποιημένοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου δεν θα πρέπει να βασίζονται στην αποκλειστική κρίση των ιδρυμάτων χωρίς έγκριση του υποδείγματος ως προς το εάν η χρηματοδότηση αντικειμένων μπορεί να πληροί κριτήρια «υψηλής ποιότητας» παρόμοια με την προσέγγιση κατανομής εσωτερικών διαβαθμίσεων («IRB»).

2.2

Τα ανοίγματα σε μετοχές είναι εγγενώς πιο επικίνδυνα επειδή εξ ορισμού έπονται όλων των άλλων απαιτήσεων σε περίπτωση αθέτησης. Αυτό αντανακλάται στις προτάσεις της Βασιλείας ΙΙΙ, καθώς απαιτούνται υψηλότερες κεφαλαιακές χρεώσεις για ανοίγματα σε μετοχές. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ προβληματίζεται για τις αποκλίσεις από την εν λόγω ορθή αρχή σε διάφορους τομείς, καθώς οι τράπεζες θα μπορούσαν να εκτεθούν σε μεγαλύτερους κινδύνους ως προς τον ισολογισμό τους. Αυτό ισχύει ιδίως για i) τα ανοίγματα σε μετοχές έναντι άλλων μελών του ίδιου ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των συμμετοχών σε οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα τις οποίες οι τράπεζες επιτρέπεται να μην αφαιρούν από τα ίδια κεφάλαιά τους, ii) τα θεσμικά συστήματα προστασίας, και iii) τα μακροπρόθεσμα ανοίγματα σε μετοχές που διαρκούν ήδη έξι έτη ή περισσότερα, τα οποία έχουν επίσης αντίκτυπο στην επάρκεια των συντελεστών στάθμισης κινδύνου σε ενοποιημένο επίπεδο. Αυτό όχι μόνο θα «κλειδώσει» τους υφιστάμενους πολύ χαμηλούς συντελεστές στάθμισης κινδύνου που δεν αντικατοπτρίζουν τoν εγγενή βαθμό επικινδυνότητας των ανοιγμάτων σε μετοχές, αλλά θα παρατείνει και την απουσία αναλογικότητας στην ικανότητα απορρόφησης ζημιών εντός του ομίλου. Εξάλλου, iv) η ΕΚΤ θεωρεί ότι ο χαμηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για ανοίγματα σε μετοχές στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων θα πρέπει να εφαρμόζεται εάν συνοδεύεται από την απαίτηση της Βασιλείας περί επενδυτικών περιορισμών (11), η οποία μπορεί να ληφθεί επίσης υπόψη στο πλαίσιο συνολικής αξιολόγησης των εν λόγω προγραμμάτων. Επιπλέον, (v) η μεταβατική διάταξη που εφαρμόζεται στα ανοίγματα σε μετοχές βάσει της προσέγγισης IRB δημιουργεί αδικαιολόγητα οφέλη, καθώς οι τράπεζες ενδέχεται να εφαρμόζουν συντελεστές στάθμισης κινδύνου οι οποίοι όχι μόνο είναι χαμηλότεροι από τους ισχύοντες σήμερα, αλλά μεταβατικά ακόμη χαμηλότεροι από αυτούς που τελικά θα απαιτηθούν. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ προτείνει να αποφευχθεί η εν λόγω μεταβατική έκτακτη μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα ιδρυμάτων σε μετοχές με άδεια για προσέγγιση IRB κάτω από το επίπεδο που θα απαιτείται μόνιμα στο μέλλον (12).

2.3

Η ΕΚΤ θεωρεί ότι ο χαμηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής θα πρέπει να περιοριστεί στα φυσικά πρόσωπα με συνολικά ανοίγματα μικρότερα του 1 εκατ. ευρώ, τα οποία θα πρέπει να καθοριστούν λαμβανομένων υπόψη των χρηματικών ποσών που ήδη οφείλονται από πελάτες, καθώς επίσης και των μη αναληφθέντων πιστωτικών ορίων. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να καθυστερήσει περαιτέρω η αναγκαία διόρθωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για άνευ όρων ακυρώσιμα πιστωτικά όρια.

2.4

Η πρόταση της Επιτροπής προκρίνει και ορισμένες μεταβολές στις μεθοδολογίες αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων που δεν συνάδουν με τα πρότυπα της Βασιλείας. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι τέτοιες αναπροσαρμογές αξίας θα πρέπει να διενεργούνται ορθά, προκειμένου να αντικατοπτρίζουν δεόντως τις μεταβολές στην αποτίμηση των εξασφαλίσεων των ακινήτων. Η εφαρμογή στατιστικών μεθόδων αποτίμησης των ακινήτων (αντί της προσφυγής σε πιστοποιημένο ανεξάρτητο εκτιμητή) θα μπορούσε να παρέχει μια ανακριβή αίσθηση ασφάλειας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρθρωτική υπερεκτίμηση της πραγματικής αξίας όχι μόνον των μεμονωμένων ακινήτων, αλλά ολόκληρου του χαρτοφυλακίου που υπόκειται στην αναπροσαρμογή αξίας, πράγμα το οποίο, με τη σειρά του, μειώνει την ανθεκτικότητα των τραπεζών έναντι της υπερθέρμανσης των αγορών ακινήτων. Επίσης, η αύξηση της αξίας των ακινήτων με βάση τις μέσες προηγούμενες αξίες μπορεί να επιτρέψει στις τράπεζες να συνεχίσουν ασύνετα να βασίζονται σε μια ενδεχομένως μη διατηρήσιμη αύξηση της αξίας των ακινήτων. Για παράδειγμα, αυτό ισχύει σαφώς στο υφιστάμενο περιβάλλον αυξανόμενης υπερτίμησης. Οι εν λόγω μεταβολές θα ενισχύσουν τις αδικαιολόγητες επιπτώσεις του μεταβατικού μηχανισμού όσον αφορά τον ενυπόθηκο δανεισμό επί ακινήτων χαμηλού κινδύνου στο πλαίσιο του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων (όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.3), ενώ θα μπορούσαν να αυξήσουν περαιτέρω τις ευπάθειες των τραπεζών στις αγορές ακινήτων.

2.5

Το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ έχει ρυθμίσει εκ νέου τον τρόπο μεταχείρισης των ιδιαιτεροτήτων των ΜΜΕ και των επενδύσεων σε υποδομές μέσω της εφαρμογής συντελεστών στάθμισης κινδύνου που βαθμονομούνται εμπειρικά σε δεδομένα μεταξύ των διαφόρων ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ θεωρεί ότι η ΕΕ θα πρέπει να συμμορφωθεί με την αναθεωρημένη βαθμονόμηση.

3.   Λειτουργικός κίνδυνος

3.1

Η ΕΚΤ χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να εφαρμόσει τη νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το πλαίσιο της Βασιλείας III, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της συγκρισιμότητας και της απλούστευσης κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

3.2

Μολονότι η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ παρέχει τη δυνατότητα παράβλεψης του ιστορικού ζημιών για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για λειτουργικούς κινδύνους, εντούτοις, εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επέλεξε την αναγνώριση των εν λόγω ζημιών. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι η συνεκτίμηση του ιστορικού ζημιών ενός ιδρύματος συνεπάγεται μεγαλύτερη ευαισθησία έναντι των κινδύνων και κάλυψη των ζημιών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, αντιμετωπίζοντας την απόκλιση των προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων σε εξαιρετικά ευαίσθητα θέματα, όπως ο κίνδυνος συμπεριφοράς, το ξέπλυμα χρήματος ή τα κυβερνοσυμβάντα, και παρέχει μεγαλύτερα κίνητρα στα ιδρύματα για τη βελτίωση της διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου τους. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ τάσσεται υπέρ της εφαρμογής των ρυθμίσεων κατά την οποία ο εσωτερικός πολλαπλασιαστής ζημιών καθορίζεται από το ιστορικό ζημιών που έχει υποστεί το ίδρυμα και εισήχθη σταδιακά.

3.3

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές υποχρεούνται ήδη να λαμβάνουν υπόψη την ποιότητα της διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού ζημιών κατά τον καθορισμό του προφίλ κινδύνου και των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο πλαίσιο της «διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης» (SREP). Συναφώς, η λυσιτέλεια της προτεινόμενης περιορισμένης υποχρέωσης των εποπτικών αρχών να παρακολουθούν τουλάχιστον ανά τριετία την ποιότητα του συλλεγόμενου ιστορικού ζημιών από τα ιδρύματα θα πρέπει να αξιολογείται υπό το πρίσμα της τελικής χρήσης του ιστορικού ζημιών εντός του πλαισίου, δεδομένου επίσης ότι η ποιότητα των δεδομένων αποτελεί μόνο μία από τις πολλές βασικές εκτιμήσεις για τη διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου.

4.   Κίνδυνος αγοράς

4.1

Στη γνώμη που εξέδωσε η ΕΚΤ στις 8 Νοεμβρίου 2017 σχετικά με τροποποιήσεις του πλαισίου της Ένωσης για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (13) (14), η ίδια ζήτησε μια επαρκώς μακρά φάση εφαρμογής των προτύπων της Βασιλείας όσον αφορά τον κίνδυνο αγοράς που προκύπτει από τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (fundamental review of the trading book), λαμβάνοντας επίσης υπόψη περαιτέρω μεταβολές των προτύπων αυτών. Δεδομένου ότι οι διεθνώς συμφωνημένοι κανόνες έχουν πλέον οριστικοποιηθεί, η ΕΚΤ χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να μετατρέψει την υφιστάμενη υποχρέωση υποβολής αναφοράς σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

4.2

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η πρόταση παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να μεταβάλει τη βαθμονόμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων βάσει του νέου πλαισίου κινδύνου αγοράς, καθώς και να αναβάλει για δύο ακόμη έτη την εφαρμογή του. Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει τη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, αποκλίνοντας από τα πρότυπα της Βασιλείας III. Η ΕΚΤ τάσσεται υπέρ του περιορισμού των εν λόγω εξουσιών βάσει της υφιστάμενης πρότασης. Η ΕΚΤ θεωρεί σημαντική τη συνεπή εφαρμογή αυτών των προτύπων σε διεθνές επίπεδο και ζητεί την πιστή εφαρμογή των εν λόγω διεθνώς συμφωνημένων προτύπων έως το 2025. Αυτό θα είναι σημαντικό, καθώς θα παράσχει σαφήνεια στα ιδρύματα και θα διασφαλίσει την αξιοπιστία του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ, αποτρέποντας ταυτόχρονα τις επιπτώσεις για τα εσωτερικά σχέδια εφαρμογής των ιδρυμάτων, καθώς και για τη διαδικασία υποβολής αίτησης και έγκρισης για τα εσωτερικά υποδείγματα. Παρά ταύτα, θα μπορούσε να εξεταστεί η υποβολή έκθεσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της ριζικής αναθεώρησης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε άλλες χώρες το 2025, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει στους νομοθέτες της Ένωσης ως βάση για την προετοιμασία των επόμενων κινήσεων με σκοπό τη διασφάλιση παγκόσμιων ισότιμων όρων ανταγωνισμού.

4.3

Η ΕΚΤ επικροτεί τη σαφήνεια της πρότασης της Επιτροπής σχετικά με την ελάχιστη συχνότητα που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της προσέγγισης εξέτασης όταν οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων περιλαμβάνονται σε εσωτερικά υποδείγματα. Παράλληλα, εκφράζει τον προβληματισμό της ότι μια τέτοια αντιμετώπιση θα μπορούσε να οδηγήσει στη μη συμπερίληψη ορισμένων κινδύνων στο εσωτερικό υπόδειγμα και, ως εκ τούτου, προτείνει να προστεθεί ξεχωριστή απαίτηση για τον εντοπισμό, τη μέτρηση και την παρακολούθηση των οικείων κινδύνων σε περίπτωση που δεν εφαρμόζεται προσέγγιση καθημερινής εξέτασης.

5.   Κίνδυνος προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA)

5.1

Η ΕΚΤ επισημαίνει με ανησυχία ότι η πρόταση της Επιτροπής δεν επανεξετάζει τις υφιστάμενες εξαιρέσεις που ενέκρινε η Ένωση και υπενθυμίζει ότι αυτές χαρακτηρίστηκαν ως ουσιώδης μη συμμόρφωση στο προηγούμενο πρόγραμμα αξιολόγησης της ρυθμιστικής συνοχής της Επιτροπής της Βασιλείας το 2014 (15). Η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι εν λόγω αποκλίσεις δεν δικαιολογούνται από τη σκοπιά της προληπτικής εποπτείας, ενώ αφήνουν τα ιδρύματα εκτεθειμένα σε ακάλυπτους κινδύνους από τις οικείες συναλλαγές παραγώγων με εξαιρούμενους αντισυμβαλλομένους (16).

5.2

Πάντως, η ΕΚΤ αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή για την αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν από ανοικτές αντισταθμίσεις για τη CVA αντισυμβαλλομένων εξαιρούμενων από την ΕΕ, επιτρέποντας στα ιδρύματα να τους συμπεριλαμβάνουν οικειοθελώς στο κανονιστικό τους υπόδειγμα CVA (17) και θεσπίζοντας νέες απαιτήσεις υποβολής αναφορών για τους εξαιρούμενους αυτούς αντισυμβαλλομένους. Μολονότι η θέσπιση των εν λόγω απαιτήσεων μπορεί να συμβάλει στην προώθηση βέλτιστων πρακτικών διαχείρισης κινδύνου από τα ιδρύματα, εντούτοις, ούτε θα βελτιώσει την κατάσταση προληπτικής εποπτείας τους ούτε θα επιφέρει πειθαρχία της αγοράς. Προς επίτευξη της εν λόγω πειθαρχίας θα πρέπει να εφαρμοστεί μια απαίτηση δημοσιοποίησης. Σε περίπτωση που τα νομοθετικά όργανα της Ένωσης επιλέξουν να διατηρήσουν τις υφιστάμενες εξαιρέσεις, οι προτάσεις αυτές συμβάλλουν στον κατά τι μετριασμό των επιπτώσεων των εν λόγω εξαιρέσεων, μολονότι δεν μειώνουν σημαντικά τους κινδύνους που συνεπάγονται τα ανοίγματα αυτά για τον ισολογισμό των τραπεζών.

6.   Προσέγγιση IRB

6.1

Η ΕΚΤ επικροτεί τις προτεινόμενες μεταβολές της προσέγγισης IRB για τον πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με την τελική δέσμη μέτρων της Βασιλείας ΙΙΙ (18), καθώς κρίνονται απαραίτητες για τη διατήρηση της ευαισθησίας έναντι των κινδύνων, ενώ παράλληλα μειώνεται σημαντικά το εύρος των αδικαιολόγητων αποκλίσεων στα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοίγματος (RWEA). Η ΕΚΤ στηρίζει την πρόταση να μην επιτρέπεται i) η χρήση της εξελιγμένης προσέγγισης IRB («A-IRB») για ανοίγματα έναντι μεγάλων επιχειρήσεων, ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και έναντι χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζονται ως επιχειρήσεις, και ii) η χρήση IRB για ανοίγματα σε μετοχές. Ομοίως, η ΕΚΤ υποστηρίζει την εφαρμογή των κατώτατων τιμών παραμέτρων κινδύνου που θα εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο συντηρητικότητας στις παραμέτρους του υποδείγματος, μειώνοντας παράλληλα τις αδικαιολόγητες αποκλίσεις στα RWEA.

6.2

Επιπλέον, η ΕΚΤ υποστηρίζει τις πρόσθετες διευκρινίσεις και βελτιώσεις που σχετίζονται με την εκτίμηση της PD, της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης (LGD) και των συντελεστών μετατροπής (CCF).

6.3

Πάντως, η ΕΚΤ θα ήθελε να επισημάνει ορισμένες ασυνέπειες στην πρόταση, οι οποίες ενδέχεται να εμποδίσουν τη συνολική ορθή εφαρμογή των απαιτήσεων. Ειδικότερα, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος παρερμηνείας, η ΕΚΤ συνιστά την περαιτέρω εναρμόνιση, σε διάφορα άρθρα του τροποποιημένου ΚΚΑ, των όρων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του μεγέθους των επιχειρήσεων–πιστούχων, όπως «κύκλος εργασιών», «έσοδα» και «πωλήσεις» (19).

6.4

Περαιτέρω, πρέπει να διασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ του ορισμού της αθέτησης των παραμέτρων κινδύνου, και της εκτίμησης και εφαρμογής τους. Ειδικότερα, όσον αφορά την εφαρμογή της προσέγγισης IRB σε επίπεδο κατηγορίας ανοιγμάτων, όπως θεσπίζεται στο τροποποιημένο άρθρο 148, η ΕΚΤ θα ήθελε να τονίσει ότι για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής η εν λόγω τροποποίηση δημιουργεί τη δυνατότητα χρήσης της προσέγγισης IRB για τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων υπό το νέο στοιχείο δ) σημεία i) έως iv) του άρθρου 147 παράγραφος 2. Παράλληλα, για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής η ΕΚΤ επισημαίνει ότι το ισχύον άρθρο 178 παράγραφος 1 επιτρέπει στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν τον ορισμό της αθέτησης σε επίπεδο μεμονωμένης πιστωτικής διευκόλυνσης και όχι συνολικών υποχρεώσεων του δανειολήπτη. Συναφώς, όταν ο ορισμός της αθέτησης για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής καθορίζεται σε επίπεδο πιστούχου, η ΕΚΤ συνιστά να περιορίζεται η δυνατότητα χρήσης της προσέγγισης IRB είτε για όλες είτε για καμία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων του στοιχείου δ) σημεία i) έως iv) του άρθρου 147 παράγραφος 2, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να ζητηθεί μόνιμη μερική χρήση υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 150.

6.5

Επιπλέον, όσον αφορά τις νέες απαιτήσεις για εκτιμήσεις της PD, η ΕΚΤ θεωρεί ότι ο περαιτέρω προσδιορισμός του χρονικού ορίζοντα για την απόδοση διαβαθμίσεων, όπως προτείνεται από τα τελικά πρότυπα Βασιλείας ΙΙΙ, θα διασφαλίσει επαρκή διαφοροποίηση του κινδύνου ακόμα και υπό αντίξοες οικονομικές συνθήκες και θα αυξήσει τη συγκρισιμότητα των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ των ιδρυμάτων. Επιπλέον, στην πρόταση έχουν εισαχθεί ορισμένες διαφορές μεταξύ των απαιτήσεων για εκτιμήσεις της PD για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής και των απαιτήσεων για εκτιμήσεις της PD για ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων και ιδρυμάτων, οι οποίες ενδέχεται να εμποδίσουν την ορθή ερμηνεία από τα ιδρύματα. Συναφώς, η ΕΚΤ συνιστά περαιτέρω εξορθολογισμό των απαιτήσεων σε σχέση με τα εν λόγω είδη ανοιγμάτων.

7.   Δημοσιοποιήσεις και υποβολή αναφορών του Πυλώνα III

7.1

Η ΕΚΤ επικροτεί τον στόχο του νέου ολοκληρωμένου κόμβου που διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) για τις δημοσιοποιήσεις του Πυλώνα ΙΙΙ από τα πιστωτικά ιδρύματα, ο οποίος αποσκοπεί στη μείωση του φόρτου των ιδρυμάτων και στη διευκόλυνση της χρήσης των πληροφοριών του Πυλώνα ΙΙΙ από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι εποπτικές αρχές θα επωφεληθούν από έναν κεντρικό κόμβο δημοσιοποίησης, καθώς θα διευκολύνει τον ρόλο τους στη διασφάλιση της ποιότητας των πληροφοριών του Πυλώνα III. Πάντως, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η πρόταση εφαρμόζει διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την ποσοτική δημοσιοποίηση για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα («SNCI») και για τα μεγαλύτερα ιδρύματα. Όσον αφορά τα SNCI, η ΕΑΤ θα χρησιμοποιήσει εποπτικές αναφορές για να καταρτίσει την αντίστοιχη ποσοτική δημοσιοποίηση βάσει προκαθορισμένης αντιστοίχισης. Όσον αφορά τα μεγαλύτερα ιδρύματα, θα πρέπει να αναπτυχθεί μια νέα διαδικασία υποβολής αναφορών για τις δημοσιοποιήσεις, η οποία θα οδηγήσει σε διπλή υποβολή δεδομένων, καθώς οι απαιτήσεις υποβολής δεδομένων του Πυλώνα III αλληλοεπικαλύπτονται με την εποπτική αναφορά. Στη συνέχεια, η ΕΑΤ θα λάβει αυτά τα νέα υποδείγματα «σε ηλεκτρονική μορφή» και θα πρέπει να τα δημοσιεύσει αυθημερόν. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι η προσέγγιση των SNCI για τις ποσοτικές δημοσιοποιήσεις θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε όλα τα ιδρύματα, ανεξαρτήτως μεγέθους και της πολυπλοκότητας, με σκοπό τη μείωση του φόρτου όλων των ιδρυμάτων για υποβολή αναφορών. Η ΕΚΤ επισημαίνει επίσης ότι το χρονοδιάγραμμα για τη δημοσίευση πληροφοριών του Πυλώνα ΙΙΙ από την ΕΑΤ στον κεντρικό κόμβο δεν επιτρέπει τη συμφωνία μεταξύ των εποπτικών αναφορών και των πληροφοριών δημοσιοποίησης του Πυλώνα III, γεγονός που θα μπορούσε να επιφέρει πρόσθετο φόρτο εργασίας για τις εποπτικές αρχές και σύγχυση στους επενδυτές και στους λοιπούς χρήστες πληροφοριών του Πυλώνα III. Με την ίδια λογική, προς διασφάλιση συνέπειας, η πολιτική εκ νέου υποβολής στην ΕΑΤ κατά το τροποποιημένο άρθρο 434α δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε δημοσιοποιήσεις, αλλά θα πρέπει επίσης να καλύπτει την υποβολή εποπτικών αναφορών.

7.2

Επιπλέον, οι ποιοτικές δημοσιοποιήσεις και ορισμένες ποσοτικές δημοσιοποιήσεις (20) δεν μπορούν να εξαχθούν από την εποπτική αναφορά βάσει της προκαθορισμένης αντιστοίχισης. Το εν λόγω ζήτημα αφορά τόσο τα SNCI όσο και άλλα ιδρύματα. Ως εκ τούτου, η διαδικασία υποβολής τέτοιων δημοσιοποιήσεων στην ΕΑΤ θα πρέπει να διευκρινιστεί. Επίσης, η ΕΚΤ προβλέπει πιθανές δυσκολίες για τη συγκέντρωση και σύγκριση ποιοτικών πληροφοριών από την ΕΑΤ λόγω του μη διαρθρωμένου χαρακτήρα τους.

7.3

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ προβλέπουν τροποποίηση του άρθρου 106 της τελευταίας ώστε να χορηγείται η εξουσία στις αρμόδιες αρχές να ζητούν από τα μη SNCI να υποβάλλουν τις πληροφορίες δημοσιοποίησης στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευσή τους σε κεντρικό ιστότοπο της τελευταίας. Η εν λόγω τροποποίηση της ΟΚΑ θα καταστεί περιττή εάν το κείμενο του ΚΚΑ τροποποιηθεί προς την κατεύθυνση που προτείνεται στην παράγραφο 7.1.

8.   Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι

8.1

Η καλύτερη ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση («ΠΚΔ») κινδύνων στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας είναι ζωτικής σημασίας για την αύξηση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα. Τα αναλυτικά σχόλια της ΕΚΤ για τις προτάσεις σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ θα παρατίθενται στη γνώμη της σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ (21). Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του ΚΚΑ, η ΕΚΤ χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής να εισαγάγει εναρμονισμένους ορισμούς των κινδύνων ΠΚΔ και εκτιμά την εκπεφρασμένη πρόθεση να ευθυγραμμιστούν οι ορισμοί με αυτούς που προτείνει η ΕΑΤ στην έκθεσή της για τη διαχείριση και την εποπτεία των κινδύνων ΠΚΔ για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων (22). Ωστόσο, η ΕΚΤ παρατηρεί ορισμένες αποκλίσεις στη διατύπωση των προτεινόμενων ορισμών σε σχέση με τη διατύπωση που χρησιμοποιεί η ΕΑΤ. Οι ορισμοί της ΕΑΤ είναι ευρύτεροι, καλύπτοντας τυχόν αρνητικό αντίκτυπο και όχι μόνο ζημίες. Κατά συνέπεια, αντικατοπτρίζουν πιο πιστά τη φύση των κινδύνων ΠΚΔ, οι οποίοι εκδηλώνονται, μεταξύ άλλων, μέσω του στρατηγικού κινδύνου και του κινδύνου φήμης. Οι εν λόγω κίνδυνοι μπορούν, για παράδειγμα, να επιφέρουν χαμηλότερο όγκο εργασιών και να επηρεάσουν τη διατηρησιμότητα και τη βιωσιμότητα του ιδρύματος. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ προτείνει βελτιώσεις στη διατύπωση των ορισμών προκειμένου να διασφαλιστεί πιο εκτεταμένη ευθυγράμμιση με τους ορισμούς που προτείνει η ΕΑΤ.

8.2

Η ΕΚΤ χαιρετίζει την πρόταση τροποποίησης του άρθρου 430 το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση των ιδρυμάτων να αναφέρουν στις οικείες αρμόδιες αρχές την έκθεσή τους σε κινδύνους ΠΚΔ. Δεδομένου ότι η υποβολή των ποιοτικών και ποσοτικών πληροφοριών για τους κινδύνους ΠΚΔ διευκολύνει την εποπτεία των εν λόγω κινδύνων, η ΕΚΤ καλεί τα νομοθετικά όργανα της Ένωσης και την ΕΑΤ να διασφαλίσουν ότι η προτεινόμενη απαίτηση υποβολής αναφοράς θα εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατόν. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η εν λόγω υποβολή αναφοράς θα υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην αιτιολογική σκέψη 40 των προτεινόμενων τροποποιήσεων του ΚΚΑ.

8.3

Η ΕΚΤ συμφωνεί με την αιτιολογική σκέψη 40 των προτεινόμενων τροποποιήσεων του ΚΚΑ, στην οποία διαλαμβάνεται ότι η έκθεση στους κινδύνους ΠΚΔ δεν είναι κατ’ ανάγκη αναλογική προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητα ενός ιδρύματος. Ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να υποβάλλονται στις αγορές και τις εποπτικές αρχές επαρκή δεδομένα από όλες τις οντότητες που είναι εκτεθειμένες στους εν λόγω κινδύνους, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους. Επομένως, η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά την πρόταση εφαρμογής των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ δυνάμει του άρθρου 449α σε όλα τα ιδρύματα. Η ΕΚΤ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να προσαρμόσει τη συχνότητα και τον βαθμό λεπτομέρειας των απαιτήσεων δημοσιοποίησης στο μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων, προκειμένου να ληφθεί δεόντως υπόψη η αρχή της αναλογικότητας. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί επαρκής βαθμός συνέπειας μεταξύ των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ για τα ιδρύματα και άλλων πρωτοβουλιών στον τομέα των δημοσιοποιήσεων (π.χ. της οδηγίας για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες), υπό την έννοια ότι με τις εν λόγω πρωτοβουλίες τα ιδρύματα θα περιέλθουν σε καλύτερη θέση όσον αφορά την κατάλληλη αξιολόγηση των κινδύνων τους και τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που υπέχουν.

8.4

Η ΕΚΤ υποστηρίζει επίσης σθεναρά την πρόταση συντόμευσης της προθεσμίας εντός της οποίας η ΕΑΤ πρέπει να υποβάλει την έκθεσή της σχετικά με την προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων που υπόκεινται στις επιπτώσεις περιβαλλοντικών και/ή κοινωνικών παραγόντων σύμφωνα με το άρθρο 501γ. Η ΕΚΤ υποστηρίζει σθεναρά αυτό το έργο και θεωρεί ότι η συντόμευση της προθεσμίας υποβολής της εν λόγω έκθεσης θα ενισχύσει περαιτέρω τη συμβολή της ΕΕ στον διεθνή διάλογο σε θέματα πολιτικής όσον αφορά τα εν λόγω ζητήματα.

Στις περιπτώσεις που η ΕΚΤ συνιστά τροποποίηση των προτεινόμενων τροποποιήσεων του ΚΚΑ, περιλαμβάνεται σε ξεχωριστό τεχνικό έγγραφο εργασίας συγκεκριμένη πρόταση διατύπωσης συνοδευόμενη από τη σχετική αιτιολογία. Το τεχνικό έγγραφο εργασίας διατίθεται στην αγγλική γλώσσα στο EUR-Lex.

Φρανκφούρτη, 24 Μαρτίου 2022.

Η Πρόεδρος της ΕΚΤ

Christine LAGARDE


(1)  COM(2021) 664 final.

(2)  COM(2021) 663 final.

(3)  Οι μεταρρυθμίσεις Βασιλείας III, οι οποίες είναι επίσης γνωστές ως πρότυπα Βασιλείας III, αποτελούν πρότυπα που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS). Τα ενοποιημένα πρότυπα είναι διαθέσιμα στον ιστότοπο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (www.bis.org).

(4)  Βλέπε γνώμη CON/2020/16 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 20ής Μαΐου 2020, σχετικά με τροποποιήσεις του πλαισίου προληπτικής εποπτείας της Ένωσης προς αντιμετώπιση της πανδημίας της νόσου COVID-19 (ΕΕ C 180 της 29.5.2020, σ. 4). Όλες οι γνώμες της ΕΚΤ δημοσιεύονται στο EUR-Lex.

(5)  Για επιπλέον πληροφορίες σχετικά με την προσέγγιση της «ενιαίας στοίβας» των βασισμένων στον κίνδυνο κεφαλαιακών απαιτήσεων, βλέπε Questions and Answers (Ερωτήσεις και Απαντήσεις) της Επιτροπής.

(6)  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, έγγραφο με τίτλο «Vulnerabilities in the residential real estate sectors of the EEA countries» (Ευπάθειες των τομέων οικιστικών ακινήτων στις χώρες του ΕΟΧ), Φεβρουάριος 2022.

(7)  Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Financial Stability Review (Επισκόπηση της Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), Νοέμβριος 2021.

(8)  Βλέπε αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής.

(9)  Σύμφωνα με το SCO 10 of the Basel principles (SCO 10 των αρχών Βασιλείας).

(10)  Βλέπε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εποπτικές εξουσίες, τις κυρώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους, και για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(11)  Βλέπε CRE 20.59 of the Basel principles (CRE 20.59 των αρχών Βασιλείας).

(12)  Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων υπό τραπεζική διοίκηση επηρεάζονται επίσης από τις διατάξεις των σημείων iii) και v) λόγω του λεγόμενου δανικού συμβιβασμού, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου στα κεφαλαιακά μέσα των τραπεζών που εκδίδονται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ίδιου χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, αντί αυτά να αφαιρούνται.

(13)  Βλέπε υποσημείωση 1 σε SCO30.5.

(14)  Γνώμη CON/2017/46 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 8ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τροποποιήσεις του πλαισίου της Ένωσης για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΕ C 34 της 31.1.2018, σ. 5).

(15)  Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (2014), έγγραφο με τίτλο «Regulatory Consistency Assessment Programme (RCAP) - Assessment of Basel III regulations - European Union» [Πρόγραμμα αξιολόγησης της ρυθμιστικής συνοχής (RCAP) — Αξιολόγηση ρυθμίσεων Βασιλείας ΙΙΙ — Ευρωπαϊκή Ένωση], το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (www.bis.org).

(16)  Αυτό επισημάνθηκε επίσης από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (2019), έγγραφο με τίτλο «Policy advice on the Basel III reforms on credit valuation adjustment (CVA) and market risk» [Συμβουλές πολιτικής σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις Βασιλείας ΙΙΙ για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) και τον κίνδυνο αγοράς], Σύσταση CVA2: Εξαιρέσεις από τη CVA, σ. 9, το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο της ΕΑΤ (www.eba.europa.eu).

(17)  Βλέπε αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής.

(18)  Βλέπε, ιδίως, έγγραφο με τίτλο «Basel III: Finalising post-crisis reforms» (Βασιλεία ΙΙΙ: Οριστικοποιώντας τις μεταρρυθμίσεις μετά την κρίση) (bis.org).

(19)  Για παράδειγμα, στο άρθρο 142 παράγραφος 1 σημείο 5α) η «μεγάλη επιχείρηση» ορίζεται βάσει του μεγέθους «πωλήσεις», ενώ στο νέο άρθρο 5 σημείο 8) η «μικρή και μεσαία επιχείρηση» ορίζεται βάσει του μεγέθους «κύκλος εργασιών».

(20)  Για παράδειγμα, αναφορικά με τις δημοσιοποιήσεις ΠΚΔ και IRRBB.

(21)  Βλέπε υποσημείωση 10 ανωτέρω.

(22)  Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (2021), έγγραφο με τίτλο «EBA Report on management and supervision of ESG risks for credit institutions and investment firms» (Έκθεση της ΕΑΤ για τη διαχείριση και την εποπτεία των κινδύνων ΠΚΔ για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων) (EBA/REP/2021/18), το οποίο είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο της ΕΑΤ (www.eba.europa.eu).


Top