ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 27.10.2021
COM(2021) 663 final
2021/0341(COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εποπτικές εξουσίες, τις κυρώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SEC(2021) 380 final} - {SWD(2021) 320 final} - {SWD(2021) 321 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η προτεινόμενη τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (στο εξής: «οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις» ή «ΟΚΑ») αποτελεί μέρος μιας νομοθετικής δέσμης που περιλαμβάνει επίσης τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (κανονισμός για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ΚΚΑ).
Για την αντιμετώπιση της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, η Ένωση εφάρμοσε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις του πλαισίου προληπτικής εποπτείας που ισχύει για τις τράπεζες, προκειμένου να ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους και, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην αποτροπή επανεμφάνισης μιας παρόμοιας κρίσης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε διεθνή πρότυπα που εγκρίθηκαν από το 2010 από την Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (στο εξής: BCBS). Τα πρότυπα είναι συλλογικά γνωστά ως πρότυπα της Βασιλείας ΙΙΙ, μεταρρυθμίσεις της Βασιλείας ΙΙΙ ή πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ.
Τα παγκόσμια πρότυπα που ανέπτυξε η BCBS αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία λόγω του ολοένα και πιο παγκόσμιου και διασυνδεδεμένου χαρακτήρα του τραπεζικού κλάδου. Παρότι ο παγκοσμιοποιημένος τραπεζικός κλάδος διευκολύνει το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις, δημιουργεί επίσης πιο σύνθετους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Χωρίς ενιαία παγκόσμια πρότυπα, οι τράπεζες θα μπορούσαν να επιλέξουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους στη δικαιοδοσία με τα ηπιότερα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ρυθμιστικό ανταγωνισμό προς χαμηλότερο επίπεδο για την προσέλκυση τραπεζικών επιχειρήσεων, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Ο διεθνής συντονισμός για τα παγκόσμια πρότυπα περιορίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό το επισφαλές είδος ανταγωνισμού και έχει καίρια σημασία για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Τα παγκόσμια πρότυπα απλουστεύουν επίσης τη ζωή των τραπεζών που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο —μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται πολλές τράπεζες της ΕΕ— καθώς εγγυώνται ότι εφαρμόζονται ευρέως παρόμοιοι κανόνες στα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά κέντρα παγκοσμίως.
Η ΕΕ έχει υπάρξει βασικός υποστηρικτής της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της ρύθμισης του τραπεζικού συστήματος. Η πρώτη δέσμη μεταρρυθμίσεων μετά την κρίση, οι οποίες αποτελούν μέρος του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ, έχει υλοποιηθεί σε δύο στάδια:
·τον Ιούνιο του 2013 με την έκδοση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ IV·
·τον Μάιο του 2019 με την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/876, γνωστού και ως ΚΚΑ II, και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/878, γνωστής και ως ΟΚΑ V.
Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα επικεντρώθηκαν στην αύξηση της ποιότητας και της ποσότητας των εποπτικών κεφαλαίων που θα πρέπει να διαθέτουν οι τράπεζες για την κάλυψη δυνητικών ζημιών. Επιπλέον, στόχευαν στη μείωση της υπερβολικής μόχλευσης των τραπεζών, στην αύξηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών έναντι βραχυπρόθεσμων κρίσεων ρευστότητας, στη μείωση της εξάρτησής τους από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση και του κινδύνου συγκέντρωσής τους, καθώς και στην αντιμετώπιση προβλημάτων των ιδρυμάτων που είναι πολύ μεγάλα για να αφεθούν να καταρρεύσουν.
Ως εκ τούτου, οι νέοι κανόνες ενίσχυσαν τα κριτήρια για τα επιλέξιμα εποπτικά κεφάλαια, αύξησαν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και θέσπισαν νέες απαιτήσεις για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) και για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Επιπλέον, θεσπίστηκαν διάφορα νέα μέτρα προληπτικής εποπτείας: η απαίτηση ελάχιστου δείκτη μόχλευσης, ο δείκτης κάλυψης βραχυπρόθεσμης ρευστότητας (γνωστός ως δείκτης κάλυψης ρευστότητας), πιο μακροπρόθεσμος δείκτης σταθερής χρηματοδότησης (γνωστός ως δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης), όρια για τα μεγάλα ανοίγματα και μακροπροληπτικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας.
Χάρη σε αυτήν την πρώτη δέσμη μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν στην Ένωση, ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ έχει αποκτήσει σημαντικά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι των οικονομικών κλυδωνισμών και εισήλθε στην κρίση COVID-19 σε πολύ πιο σταθερή βάση σε σύγκριση με την κατάστασή του κατά την έναρξη της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Επιπλέον, οι εποπτικές αρχές και οι νομοθέτες έλαβαν προσωρινά μέτρα απαλλαγής κατά την έναρξη της κρίσης COVID-19. Στην ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του λογιστικού πλαισίου και του πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τη διευκόλυνση της χορήγησης τραπεζικών δανείων στην ΕΕ για τη στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών εν μέσω της νόσου COVID-19, της 28ης Απριλίου 2020, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ευελιξία που εμπεριέχεται στους κανόνες προληπτικής εποπτείας και τους λογιστικούς κανόνες, όπως επισήμαναν οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και οι διεθνείς οργανισμοί. Σε αυτήν τη βάση, τον Ιούνιο του 2020 οι συννομοθέτες εξέδωσαν στοχευμένες προσωρινές τροποποιήσεις σε συγκεκριμένες πτυχές του πλαισίου προληπτικής εποπτείας —τη λεγόμενη δέσμη «ταχείας λύσης» για τον ΚΚΑ. Σε συνδυασμό με τα αποφασιστικά μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, τα εν λόγω μέτρα βοήθησαν τις τράπεζες να συνεχίσουν να χορηγούν δάνεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Αυτό, με τη σειρά του, συνέβαλε στον μετριασμό των οικονομικών κλυδωνισμών που προκλήθηκαν από την πανδημία.
Παρότι το συνολικό επίπεδο κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα της ΕΕ θεωρείται πλέον ικανοποιητικό κατά μέσο όρο, ορισμένα από τα προβλήματα που εντοπίστηκαν μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί. Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν από την ΕΑΤ και την ΕΚΤ κατέδειξαν ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται από τράπεζες της ΕΕ με τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων υπέδειξαν σημαντικό βαθμό μεταβλητότητας, ο οποίος δεν δικαιολογείται από τις διαφορές των υποκείμενων κινδύνων και, τελικά, υπονομεύει την αξιοπιστία και τη συγκρισιμότητα των κεφαλαιακών δεικτών τους. Επιπλέον, η έλλειψη ευαισθησίας σε παράγοντες κινδύνου στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται με τη χρήση τυποποιημένων προσεγγίσεων έχει ως αποτέλεσμα ανεπαρκείς ή αδικαιολόγητα υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις για ορισμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή δραστηριότητες (και, ως εκ τούτου, για συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται κυρίως σε αυτές). Τον Δεκέμβριο του 2017 η BCBS συμφώνησε μια τελική δέσμη μεταρρυθμίσεων των διεθνών προτύπων με σκοπό την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Τον Μάρτιο του 2018 οι υπουργοί οικονομικών της G20 και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών εξέφρασαν την ικανοποίησή τους σχετικά με τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις και επιβεβαίωσαν επανειλημμένα τη δέσμευσή τους για την πλήρη, έγκαιρη και συνεπή εφαρμογή τους. Το 2019 η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την εφαρμογή των εν λόγω μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της ΕΕ.
Λόγω της πανδημίας COVID-19, οι προπαρασκευαστικές εργασίες της παρούσας πρότασης έχουν καθυστερήσει. Η καθυστέρηση αντανακλούσε την απόφαση της BCBS της 26ης Μαρτίου 2020 να αναβάλει κατά ένα έτος τις προθεσμίες που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως όσον αφορά την εφαρμογή των τελικών στοιχείων της μεταρρύθμισης της Βασιλείας ΙΙΙ.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία έχει δύο γενικούς στόχους: τη συμβολή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη συμβολή στη σταθερή χρηματοδότηση της οικονομίας στο πλαίσιο της ανάκαμψης μετά την κρίση λόγω της νόσου COVID-19. Οι εν λόγω γενικοί στόχοι είναι δυνατόν να αναλυθούν σε τέσσερις ειδικότερους στόχους:
1)στην ενίσχυση του πλαισίου των βασισμένων στον κίνδυνο κεφαλαιακών απαιτήσεων, χωρίς σημαντικές αυξήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων συνολικά·
2)στην ενίσχυση της εστίασης σε κινδύνους ΠΚΔ στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας·
3)στην περαιτέρω εναρμόνιση εποπτικών εξουσιών και εργαλείων· και
4)στη μείωση του διοικητικού κόστους των τραπεζών που σχετίζεται με δημοσιοποιήσεις και στη βελτίωση της πρόσβασης στα δεδομένα προληπτικής εποπτείας των τραπεζών.
1)Ενίσχυση του πλαισίου των βασισμένων στον κίνδυνο κεφαλαιακών απαιτήσεων
Οι προσωρινά ακραίες οικονομικές συνθήκες δεν έχουν μεταβάλει την ανάγκη υλοποίησης της εν λόγω διαρθρωτικής μεταρρύθμισης. Η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση των εκκρεμών ζητημάτων, την περαιτέρω ενίσχυση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας των τραπεζών της ΕΕ, τη βελτίωση της θέση τους για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης και την αντιμετώπιση πιθανών μελλοντικών κρίσεων, καθώς και για τη διευκόλυνση της συγκρισιμότητας των κεφαλαιακών επιπέδων μεταξύ των τραπεζών. Η εφαρμογή των τελικών στοιχείων της Βασιλείας ΙΙΙ είναι επίσης αναγκαία, ώστε να παρέχεται στα ιδρύματα η αναγκαία κανονιστική ασφάλεια, ολοκληρώνοντας μια δεκαετή μεταρρύθμιση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας.
Τέλος, η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης συνάδει με τη δέσμευση της ΕΕ για διεθνή κανονιστική συνεργασία και τις συγκεκριμένες δράσεις που έχουν ανακοινώσει ή έχουν ήδη αναλάβει ορισμένοι από τους εταίρους της με σκοπό την έγκαιρη και πιστή εφαρμογή της μεταρρύθμισης.
2)Ενίσχυση της εστίασης σε κινδύνους ΠΚΔ στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας
Μια άλλη εξίσου σημαντική ανάγκη για μεταρρυθμίσεις πηγάζει από τις υπό εξέλιξη εργασίες της Επιτροπής για τη μετάβαση σε μια βιώσιμη οικονομία. Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την υλοποίηση του στόχου της ΕΕ για το κλίμα με ορίζοντα το 2030 (δέσμη μέτρων «Προσαρμογή στον στόχο του 55 %») ορίζουν σαφώς τη δέσμευση της Επιτροπής όσον αφορά τον μετασχηματισμό της οικονομίας της ΕΕ σε μια βιώσιμη οικονομία, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις αναπόφευκτες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Ανακοίνωσε επίσης μια στρατηγική για τα βιώσιμα χρηματοοικονομικά, η οποία βασίζεται σε προηγούμενες πρωτοβουλίες και εκθέσεις, όπως το σχέδιο δράσης για τη χρηματοδότηση της αειφόρου ανάπτυξης και οι εκθέσεις της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τα βιώσιμα χρηματοοικονομικά, αλλά ενισχύει τις προσπάθειες της Επιτροπής στον εν λόγω τομέα, ώστε να εναρμονιστούν με τους φιλόδοξους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.
Η μετάβαση προς τους στόχους βιωσιμότητας της Επιτροπής προϋποθέτει πρωτοφανείς χρηματοδοτικές προσπάθειες για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν, αποκατάσταση του φυσικού κεφαλαίου και ενίσχυση της ανθεκτικότητας και του ευρύτερου κοινωνικού κεφαλαίου. Τα δημόσια οικονομικά από μόνα τους δεν θα είναι αρκετά. Οι ιδιωτικές επενδύσεις για τη μετάβαση σε μια βιώσιμη, κυκλική και δίκαιη οικονομία με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα θα πρέπει να επεκταθούν προκειμένου να καλυφθεί το εκτιμώμενο ποσό των πόρων που απαιτείται να διατεθούν για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Η ένταξη της πράσινης και βιώσιμης χρηματοδότησης στον πυρήνα του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι ο στόχος της στρατηγικής της Επιτροπής για την πράσινη χρηματοδότηση. Ως εκ τούτου, η διαμεσολάβηση με βάση τις τράπεζες θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στη χρηματοδότηση της μετάβασης σε μια πιο βιώσιμη οικονομία. Ταυτόχρονα, η μετάβαση αυτή ενδέχεται να ενέχει κινδύνους για τις τράπεζες, τους οποίους θα πρέπει να διαχειριστούν σωστά, ώστε να διασφαλιστεί ότι ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο χρειάζεται προληπτική ρύθμιση και μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο. Στη στρατηγική της ΕΕ αναγνωρίστηκε το γεγονός αυτό και επισημάνθηκε η ανάγκη να συμπεριληφθεί η καλύτερη ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) κινδύνων στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της ΕΕ. Από μόνες τους οι ισχύουσες νομικές απαιτήσεις δεν αρκούν για την παροχή κινήτρων για συστηματική και συνεπή διαχείριση των κινδύνων ΠΚΔ από τις τράπεζες.
3)Περαιτέρω εναρμόνιση εποπτικών εξουσιών και εργαλείων
Ένας άλλος τομέας εστίασης είναι η ορθή επιβολή των κανόνων προληπτικής εποπτείας. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τα απαραίτητα εργαλεία και τις εξουσίες για τον σκοπό αυτόν (π.χ. εξουσίες να χορηγούν άδειες στις τράπεζες και στις δραστηριότητές τους, να αξιολογούν την καταλληλότητα της διοίκησής τους ή να τους επιβάλλουν κυρώσεις σε περίπτωση που παραβαίνουν τους κανόνες). Παρότι η νομοθεσία της ΕΕ διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης, η εποπτική εργαλειοθήκη και οι εποπτικές διαδικασίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ κρατών μελών. Αυτό το κατακερματισμένο κανονιστικό τοπίο όσον αφορά τον καθορισμό ορισμένων εξουσιών και εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους οι εποπτικές αρχές και την εφαρμογή τους σε όλα τα κράτη μέλη, υπονομεύει τους ίσους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την υγιή και συνετή διοίκηση των τραπεζών της ΕΕ και την εποπτεία τους. Το πρόβλημα αυτό παρουσιάζεται ιδιαίτερα οξυμένο στο πλαίσιο της Τραπεζικής Ένωσης. Οι διαφορές μεταξύ 21 διαφορετικών νομικών συστημάτων εμποδίζουν τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ) να εκτελεί αποτελεσματικά και αποδοτικά τα εποπτικά του καθήκοντα. Επιπλέον, οι διασυνοριακοί τραπεζικοί όμιλοι υποχρεώνονται να ασχολούνται με διαφορετικές διαδικασίες για το ίδιο ζήτημα προληπτικής εποπτείας, γεγονός που αυξάνει αδικαιολόγητα το διοικητικό κόστος τους.
4)Μείωση του διοικητικού κόστους των τραπεζών που σχετίζεται με δημοσιοποιήσεις και βελτίωση της πρόσβασης στα δεδομένα προληπτικής εποπτείας των τραπεζών
Η παρούσα πρόταση είναι επίσης αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η πειθαρχία στην αγορά. Πρόκειται για άλλο ένα σημαντικό εργαλείο για να μπορούν οι επενδυτές να ασκούν τον ρόλο τους όσον αφορά την παρακολούθηση της συμπεριφοράς των τραπεζών. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες. Οι τρέχουσες δυσκολίες που συνδέονται με την πρόσβαση σε πληροφορίες προληπτικής εποπτείας στερούν από τους συμμετέχοντες στην αγορά τις πληροφορίες που χρειάζονται σχετικά με τις καταστάσεις προληπτικής εποπτείας των τραπεζών. Η κατάσταση αυτή μειώνει, εν τέλει, την αποτελεσματικότητα του πλαισίου προληπτικής εποπτείας των τραπεζών και ενδεχομένως εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα, ιδίως σε περιόδους ακραίων καταστάσεων. Για τον λόγο αυτόν, η πρόταση αποσκοπεί στη συγκέντρωση των δημοσιοποιήσεων πληροφοριών προληπτικής εποπτείας με σκοπό την ενίσχυση της πρόσβασης σε δεδομένα προληπτικής εποπτείας και της συγκρισιμότητας σε ολόκληρο τον κλάδο. Η συγκέντρωση των δημοσιοποιήσεων σε ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης που έχει δημιουργηθεί από την ΕΑΤ αποσκοπεί επίσης στη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τα ιδρύματα, και ειδικότερα για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα.
Ένας άλλος διατομεακός στόχος, ο οποίος προβλέπει ένα άρτιο πλαίσιο της ΕΕ για ομίλους τρίτων χωρών που παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες στην ΕΕ, έχει αποκτήσει νέα διάσταση μετά το Brexit. Η εγκατάσταση υποκαταστημάτων τρίτων χωρών υπόκειται ουσιαστικά μόνο στην εθνική νομοθεσία και εναρμονίζεται σε πολύ περιορισμένο βαθμό από την ΟΚΑ. Η πρόσφατη έκθεση της ΕΑΤ προς τα θεσμικά όργανα καταδεικνύει ότι το τρέχον ανομοιογενές κανονιστικό τοπίο προσφέρει, αφενός, σημαντικές ευκαιρίες στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών για ρυθμιστικό και εποπτικό αρμπιτράζ όσον αφορά την άσκηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων τους, και, αφετέρου, οδηγεί σε έλλειψη εποπτικής επίβλεψης και σε αυξημένους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ΕΕ.
Συχνά οι εποπτικές αρχές δεν διαθέτουν τις πληροφορίες και τις εξουσίες που χρειάζονται για την κατάλληλη αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων. Η απουσία κοινών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, διακυβέρνησης και λεπτομερών εποπτικών αναφορών, καθώς και η ανεπαρκής ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία διαφόρων οντοτήτων/δραστηριοτήτων ενός ομίλου τρίτης χώρας δημιουργούν τυφλά σημεία. Η ΕΕ είναι η μοναδική σημαντική δικαιοδοσία στην οποία η αρχή ενοποιημένης εποπτείας δεν έχει πλήρη εικόνα των δραστηριοτήτων ομίλων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται μέσω θυγατρικών και μέσω υποκαταστημάτων. Οι εν λόγω αδυναμίες δεν δημιουργούν μόνο κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς στην ΕΕ, αλλά επηρεάζουν επίσης τους ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ομίλων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, καθώς και έναντι των τραπεζών που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Αρκετά στοιχεία των προτάσεων για την ΟΚΑ και τον ΚΚΑ υποβάλλονται κατόπιν εργασιών που έχουν αναληφθεί είτε σε διεθνές επίπεδο είτε από την ΕΑΤ, ενώ άλλες προσαρμογές του πλαισίου προληπτικής εποπτείας έχουν καταστεί αναγκαίες λόγω της πρακτικής πείρας που αποκομίστηκε μετά τη μεταφορά και την εφαρμογή της ΟΚΑ στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού.
Η πρόταση εισάγει τροποποιήσεις στην ισχύουσα νομοθεσία και την καθιστά πλήρως συμβατή με τις ισχύουσες διατάξεις πολιτικής στον τομέα της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας των τραπεζών. Η επανεξέταση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ στην ΕΕ, θεσπίζοντας μέτρα που είναι αναγκαία για την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού κλάδου.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Έχουν περάσει σχεδόν δέκα έτη από τότε που οι Ευρωπαίοι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων συμφώνησαν να δημιουργήσουν μια τραπεζική ένωση· εφαρμόζονται δύο πυλώνες της τραπεζικής ένωσης —ενιαία εποπτεία και εξυγίανση— οι οποίοι βασίζονται στα γερά θεμέλια ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για όλα τα ιδρύματα της ΕΕ.
Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στη διασφάλιση ενός συνεχούς ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για όλα τα ιδρύματα της ΕΕ, εντός ή εκτός της τραπεζικής ένωσης. Οι συνολικοί στόχοι της πρότασης, όπως περιγράφονται ανωτέρω, είναι πλήρως συνεπείς και συνεκτικοί με τους θεμελιώδεις στόχους της ΕΕ όσον αφορά την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τη μείωση της πιθανότητας και της έκτασης της στήριξης από τους φορολογούμενους σε περίπτωση εξυγίανσης ιδρύματος, καθώς και τη συμβολή στην αρμονική και βιώσιμη χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, που ευνοεί υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας και προστασίας των καταναλωτών.
Τέλος, με την αναγνώριση των κινδύνων ΠΚΔ και την ενσωμάτωση των στοιχείων ΠΚΔ στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η παρούσα πρόταση συμπληρώνει την ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ για ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Η πρόταση εξετάζει δράσεις ώστε να πλαισιωθεί η ανάληψη, η άσκηση και η εποπτεία της δραστηριότητας των τραπεζών εντός της Ένωσης, με στόχο τη διασφάλιση της σταθερότητας της εσωτερικής αγοράς. Ως μία από τις θεμελιώδεις συνιστώσες του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, ο τραπεζικός κλάδος παρέχει επί του παρόντος το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης εντός της εσωτερικής αγοράς. Η Ένωση έχει σαφή εντολή να ενεργεί στον τομέα της εσωτερικής αγοράς και η κατάλληλη νομική βάση αποτελείται από τα σχετικά άρθρα της Συνθήκης στα οποία βασίζονται οι αρμοδιότητες της Ένωσης στον εν λόγω τομέα.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις βασίζονται στην ίδια νομική βάση με τις νομοθετικές πράξεις που τροποποιούνται, δηλαδή στο άρθρο 114 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του ΚΚΑ και στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της ΟΚΑ.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Η νομική βάση εμπίπτει στον τομέα της εσωτερικής αγοράς που θεωρείται συντρέχουσα αρμοδιότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της ΣΛΕΕ. Οι περισσότερες από τις δράσεις που εξετάζονται αντιπροσωπεύουν επικαιροποιήσεις και τροποποιήσεις του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, αφορούν τομείς στους οποίους η Ένωση έχει ήδη ασκήσει την αρμοδιότητά της και δεν προτίθεται να παύσει να ασκεί την εν λόγω αρμοδιότητα. Ορισμένες πράξεις (και ειδικότερα εκείνες που τροποποιούν την ΟΚΑ) αποσκοπούν στη θέσπιση πρόσθετου βαθμού εναρμόνισης προκειμένου να επιτυγχάνονται με συνέπεια οι στόχοι που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία.
Δεδομένου ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι των προτεινόμενων μέτρων αποσκοπούν στη συμπλήρωση της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο ΕΕ από ό,τι στο πλαίσιο διαφόρων εθνικών πρωτοβουλιών. Τα εθνικά μέτρα που αποσκοπούν, για παράδειγμα, στην εφαρμογή κανόνων που έχουν εγγενή στοιχεία διεθνούς παρουσίας —όπως ένα παγκόσμιο πρότυπο όπως η Βασιλεία ΙΙΙ ή η καλύτερη αντιμετώπιση των κινδύνων ΠΚΔ— στην ισχύουσα νομοθεσία δεν θα ήταν εξίσου αποτελεσματικά για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας με τους κανόνες της ΕΕ. Όσον αφορά τα εποπτικά μέτρα, τις δημοσιοποιήσεις και τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, εάν η πρωτοβουλία αφεθεί μόνο σε εθνικό επίπεδο, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη διαφάνεια και το αυξημένο κόστος αρμπιτράζ, οδηγώντας σε δυνητικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και επηρεάζοντας τις ροές κεφαλαίων. Επιπλέον, η θέσπιση εθνικών μέτρων θα ήταν προβληματική από νομικής άποψης, δεδομένου ότι ο ΚΚΑ ρυθμίζει ήδη τα τραπεζικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των συντελεστών στάθμισης κινδύνου, της υποβολής αναφορών και των δημοσιοποιήσεων και άλλων απαιτήσεων που σχετίζονται με τον ΚΚΑ.
Ως εκ τούτου, η τροποποίηση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ θεωρείται η βέλτιστη επιλογή. Επιτυγχάνει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της εναρμόνισης των κανόνων και της διατήρησης εθνικής ευελιξίας, όταν κρίνεται σκόπιμο, χωρίς να παρεμποδίζεται το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων. Οι τροποποιήσεις θα προαγάγουν περαιτέρω την ομοιόμορφη εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών και θα εξασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς τραπεζικών υπηρεσιών. Κάτι τέτοιο έχει ιδιαίτερη σημασία για τον τραπεζικό κλάδο, στον οποίο πολλά πιστωτικά ιδρύματα λειτουργούν σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά της ΕΕ. Η πλήρης συνεργασία και εμπιστοσύνη εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (στο εξής: ΕΕΜ) και στο πλαίσιο των σωμάτων εποπτών και αρμόδιων αρχών εκτός του ΕΕΜ έχουν ουσιαστική σημασία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση. Οι εθνικοί κανόνες δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν τους εν λόγω στόχους.
•Αναλογικότητα
Η αναλογικότητα αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις σε διάφορους ρυθμιστικούς τομείς έχουν αξιολογηθεί μεμονωμένα ως προς τον στόχο της αναλογικότητας. Επιπλέον, η έλλειψη αναλογικότητας των υφιστάμενων κανόνων έχει αξιολογηθεί σε διάφορους τομείς και έχουν αναλυθεί συγκεκριμένες επιλογές με στόχο τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης και του κόστους συμμόρφωσης για τα μικρότερα ιδρύματα.
Για παράδειγμα, οι τροποποιήσεις που εισάγουν απαιτήσεις εκ των προτέρων κοινοποίησης για τις τράπεζες σχετικά με γεγονότα που σχετίζονται με την προληπτική εποπτεία υπόκεινται σε όρια σημαντικότητας, κάτω από τα οποία δεν απαιτείται κοινοποίηση συμβάντων. Βάσει του νέου πλαισίου για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, τα υποκαταστήματα που χαρακτηρίζονται ως μικρά και χαμηλότερου κινδύνου (υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 2) υπόκεινται σε συγκριτικά λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και υποβολής αναφορών. Τέλος, οι νέες απαιτήσεις για την εκ των προτέρων αξιολόγηση της καταλληλότητας έχουν βαθμονομηθεί ώστε να στοχεύουν μόνο τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Τα μέτρα προτείνεται να εφαρμοστούν με την τροποποίηση του ΚΚΑ και της ΟΚΑ μέσω της έκδοσης κανονισμού και οδηγίας, αντίστοιχα. Πράγματι, τα προτεινόμενα μέτρα αναφέρονται ή αναπτύσσουν περαιτέρω ήδη υφιστάμενες διατάξεις που περιέχονται στις εν λόγω νομικές πράξεις (δηλαδή το πλαίσιο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων βάσει κινδύνου, τις εξουσίες και τα εργαλεία που διατίθενται σε εποπτικές αρχές σε ολόκληρη την Ένωση).
Ορισμένες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της ΟΚΑ που επηρεάζουν τις εξουσίες επιβολής κυρώσεων θα εκχωρούν στα κράτη μέλη ορισμένο βαθμό ευελιξίας ώστε να διατηρούν διαφορετικούς κανόνες κατά το στάδιο της μεταφοράς τους στο εθνικό δίκαιο.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Η Επιτροπή έχει προβεί σε αρκετές ενέργειες και έχει αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες προκειμένου να αξιολογήσει αν το ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας των τραπεζών στην ΕΕ και η εφαρμογή των υπολειπόμενων διεθνών προτύπων επαρκούν για να διασφαλίσουν ότι το τραπεζικό σύστημα της ΕΕ είναι σταθερό και ανθεκτικό έναντι οικονομικών κλυδωνισμών και παραμένει βιώσιμη πηγή σταθερής χρηματοδότησης για την οικονομία της ΕΕ.
Η Επιτροπή συγκέντρωσε τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με συγκεκριμένα θέματα στους τομείς του πιστωτικού κινδύνου, του λειτουργικού κινδύνου, του κινδύνου αγοράς, του κινδύνου προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA), των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων, καθώς και σε σχέση με το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Εκτός από τα εν λόγω στοιχεία που αφορούν την εφαρμογή της Βασιλείας ΙΙΙ, η Επιτροπή προέβη επίσης σε διαβουλεύσεις σχετικά με ορισμένα άλλα θέματα με σκοπό να διασφαλιστούν συγκλίνουσες και συνεπείς εποπτικές πρακτικές σε ολόκληρη την Ένωση και να μετριαστεί η διοικητική επιβάρυνση των ιδρυμάτων.
Πριν από δημόσια διαβούλευση που διεξήχθη από τον Οκτώβριο του 2019 έως τις αρχές Ιανουαρίου του 2020 έλαβε χώρα μια πρώτη διερευνητική διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2018, με σκοπό να συγκεντρωθούν οι πρώτες απόψεις μιας στοχευμένης ομάδας ενδιαφερομένων σχετικά με τη διεθνή συμφωνία. Τα αποτελέσματα των δύο διαβουλεύσεων αξιοποιήθηκαν κατά την προετοιμασία της νομοθετικής πρωτοβουλίας που συνοδεύει την εκτίμηση επιπτώσεων.
Όλες οι πρωτοβουλίες που αναφέρονται ανωτέρω παρείχαν σαφή στοιχεία σχετικά με την ανάγκη επικαιροποίησης και συμπλήρωσης των ισχυόντων κανόνων προκειμένου i) να μειωθούν περαιτέρω οι κίνδυνοι στον τραπεζικό κλάδο και ii) να ενισχυθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να διοχετεύουν επαρκή χρηματοδότηση στην οικονομία.
Το παράρτημα 2 της εκτίμησης επιπτώσεων παρέχει μια σύνοψη της διαβούλευσης.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Η Επιτροπή αξιοποίησε την εμπειρογνωσία της ΕΑΤ, η οποία εκπόνησε ανάλυση επιπτώσεων σχετικά με την ολοκλήρωση της εφαρμογής της μεταρρύθμισης της Βασιλείας ΙΙΙ. Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν υπόψη τη μακροοικονομική ανάλυση της ΕΚΤ. Η ανάλυση αυτή παρουσιάζεται στην εκτίμηση επιπτώσεων και επικαιροποιεί την προηγούμενη μακροοικονομική ανάλυση που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2019.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Στην εκτίμηση επιπτώσεων εξετάστηκε σειρά επιλογών πολιτικής σε τέσσερις βασικές διαστάσεις πολιτικής, πέραν της βασικής κατάστασης στο πλαίσιο της οποίας δεν αναλαμβάνεται δράση σε επίπεδο Ένωσης. Όπως προκύπτει από την ανάλυση προσομοίωσης και τα μακροοικονομικά υποδείγματα που αναπτύχθηκαν στην εκτίμηση επιπτώσεων, η εφαρμογή των προτιμώμενων επιλογών και η συνεκτίμηση όλων των μέτρων της πρότασης αναμένεται να οδηγήσουν σε σταθμισμένη μέση αύξηση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών της ΕΕ κατά + 6,4 % έως + 8,4 % μακροπρόθεσμα (έως το 2030), μετά την προβλεπόμενη μεταβατική περίοδο. Μεσοπρόθεσμα (το 2025), η αύξηση αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ + 0,7 % και + 2,7 %.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΑΤ, η επίπτωση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει μικρό αριθμό μεγάλων τραπεζών της ΕΕ (10 από τις 99 τράπεζες στο δοκιμαστικό δείγμα) στην υποχρέωση συλλογικής συγκέντρωσης πρόσθετων κεφαλαίων (κάτω των 27 δισ. EUR για τις 10 τράπεζες) προκειμένου να ανταποκριθούν στις νέες ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις δυνάμει της προτιμώμενης επιλογής. Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το μέγεθος αυτού του ποσού, οι 99 τράπεζες του δείγματος (που αντιστοιχούν στο 75 % του τραπεζικού ενεργητικού της ΕΕ) κατείχαν συνολικό ποσό ρυθμιστικού κεφαλαίου αξίας 1 414 δισ. EUR στα τέλη του 2019 και είχαν συνδυασμένα κέρδη ύψους 99,8 δισ. EUR το 2019.
Παρότι οι τράπεζες θα επιβαρυνθούν με εφάπαξ διοικητικό και λειτουργικό κόστος για την εφαρμογή των αλλαγών στους κανόνες, οι απλουστεύσεις τις οποίες συνεπάγονται αρκετές από τις προτιμώμενες επιλογές (π.χ. κατάργηση προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγμάτων) αναμένεται να μειώσουν το επαναλαμβανόμενο κόστος σε σύγκριση με σήμερα.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Η παρούσα πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ολοκλήρωση της εφαρμογής από την ΕΕ των διεθνών προτύπων προληπτικής εποπτείας για τις τράπεζες, τα οποία συμφωνήθηκαν από την BCBS μεταξύ 2017 και 2020. Αναμένεται να ολοκληρώσει την εφαρμογή της μεταρρύθμισης της Βασιλείας ΙΙΙ από την ΕΕ, η οποία δρομολογήθηκε από την Επιτροπή της Βασιλείας μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση. Η εν λόγω μεταρρύθμιση αποτελούσε η ίδια μια συνολική επανεξέταση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας που ίσχυε πριν και κατά τη διάρκεια της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης, δηλαδή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ (στην ΕΕ το εν λόγω πλαίσιο εφαρμόστηκε μέσω της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, δηλαδή της αρχικής ΟΚΑ). Η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα αποτελέσματα της συνολικής επανεξέτασης του πλαισίου προληπτικής εποπτείας από την BCBS, σε συνδυασμό με στοιχεία που παρείχαν η ΕΑΤ, η ΕΚΤ και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, για να ενημερώσει το έργο της όσον αφορά την εφαρμογή. Έως την εφαρμογή των τελικών μεταρρυθμίσεων της Βασιλείας ΙΙΙ στην ΕΕ δεν έχει διενεργηθεί ακόμη έλεγχος καταλληλότητας ή αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Η ΕΕ δεσμεύεται να εφαρμόσει υψηλά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έχει υπογράψει μια ευρεία δέσμη συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση δεν είναι πιθανό να έχει άμεσο αντίκτυπο στα εν λόγω δικαιώματα, όπως αναφέρονται στις κύριες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών της ΕΕ, και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Αναμένεται ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα αρχίσουν να ισχύουν το νωρίτερο το 2023. Οι τροποποιήσεις συνδέονται στενά με άλλες διατάξεις του ΚΚΑ και της ΟΚΑ που ισχύουν ήδη και παρακολουθούνται από το 2014, και από το 2019 όσον αφορά τα μέτρα που θεσπίστηκαν με τη δέσμη μέτρων για τη μείωση του κινδύνου.
Η BCBS και η ΕΑΤ θα συνεχίσουν να συλλέγουν τα απαραίτητα δεδομένα για την παρακολούθηση των βασικών μετρήσεων (κεφαλαιακοί δείκτες, δείκτης μόχλευσης, μέτρα ρευστότητας). Τα εν λόγω στοιχεία θα καταστήσουν εφικτή τη μελλοντική αξιολόγηση των επιπτώσεων των νέων εργαλείων πολιτικής. Η τακτική διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (ΔΕΕΑ) και οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων θα συμβάλλουν επίσης στην παρακολούθηση των επιπτώσεων των νέων προτεινόμενων μέτρων στα θιγόμενα ιδρύματα και στην αξιολόγηση της επάρκειας της ευελιξίας και της αναλογικότητας που παρέχεται για την κάλυψη των ιδιαιτεροτήτων των μικρότερων ιδρυμάτων. Επιπλέον, η ΕΑΤ, από κοινού με τον ΕΕΜ και τις εθνικές αρμόδιες αρχές, αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο εργαλείο υποβολής αναφορών (EUCLID), το οποίο αναμένεται να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των επιπτώσεων των μεταρρυθμίσεων. Τέλος, η Επιτροπή θα συνεχίσει να συμμετέχει στις ομάδες εργασίας της BCBS και στην κοινή ομάδα εργασίας που συστάθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την ΕΑΤ, οι οποίες παρακολουθούν τη δυναμική των ιδίων κεφαλαίων και των θέσεων ρευστότητας των ιδρυμάτων σε παγκόσμιο και σε ενωσιακό επίπεδο, αντίστοιχα.
•Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)
Δεν θεωρείται αναγκαίο κανένα επεξηγηματικό έγγραφο.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών
Οι πρόσφατες εξελίξεις κατέδειξαν την ανάγκη για σαφέστερες και πιο λειτουργικές διατάξεις όσον αφορά την αρχή της ανεξαρτησίας των αρμόδιων αρχών. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4 τροποποιείται με σκοπό να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατηρείται η ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού και των οργάνων διακυβέρνησής τους. Θεσπίζονται ελάχιστες απαιτήσεις για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων στα εποπτικά καθήκοντα των αρμόδιων αρχών, του προσωπικού τους και των οργάνων διακυβέρνησής τους, και ανατίθεται στην ΕΑΤ η εντολή να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές.
Εποπτικές εξουσίες
Η τραπεζική ένωση, για να είναι αποτελεσματική, βασίζεται στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών και, τελικά, στην εναρμόνιση, σε επαρκή βαθμό, των διαφόρων εθνικών κανόνων που πλαισιώνουν την εποπτική δράση. Ορισμένες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών θεωρούνται από αυτήν την άποψη ιδιαιτέρως επιζήμιες για την εύρυθμη λειτουργία της τραπεζικής ένωσης. Αυτό ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση των εποπτικών εξουσιών. Παρότι η ΟΚΑ αναφέρει μια ελάχιστη δέσμη εποπτικών εξουσιών που πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές σε ολόκληρη την Ένωση, ορισμένες από αυτές έχουν ήδη θεσπιστεί σε πολλά κράτη μέλη, ενώ απουσιάζουν σε άλλα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και, ενδεχομένως, καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας. Καθιστά επίσης αδύνατη την παρέμβαση ορισμένων αρμόδιων αρχών σε ορισμένες συναλλαγές που διενεργούνται από εποπτευόμενη οντότητα και ενδέχεται να εγείρουν σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά την προληπτική εποπτεία και/ή τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες/τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Για την επανόρθωση αυτής της κατάστασης, η πρόταση της Επιτροπής διευρύνει τον κατάλογο των εποπτικών εξουσιών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές βάσει της ΟΚΑ για την κάλυψη πράξεων, όπως η απόκτηση από ένα πιστωτικό ίδρυμα σημαντικής συμμετοχής σε χρηματοοικονομική ή μη χρηματοοικονομική οντότητα (νέο κεφάλαιο 3 στον ισχύοντα τίτλο III), η σημαντική μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού (νέο κεφάλαιο 4) και η συγχώνευση ή οι διασπάσεις (νέο κεφάλαιο 5). Οι εν λόγω εποπτικές εξουσίες θα διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές ενημερώνονται εκ των προτέρων (άρθρα 27α, 27στ και 27ι) ότι έχουν στη διάθεσή τους όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διενέργεια προληπτικής εκτίμησης των εν λόγω πράξεων και μπορούν τελικά να αντιταχθούν στην ολοκλήρωση πράξεων (άρθρα 27β, 27ζ και 27ια) που είναι επιζήμιες για το προφίλ προληπτικής εποπτείας των εποπτευόμενων οντοτήτων που τις αναλαμβάνουν.
Αυτές οι νέες εποπτικές εξουσίες πλαισιώνονται κατά τρόπον ώστε να παραμένουν αναλογικές και, ειδικότερα, να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση των εποπτευόμενων οντοτήτων και των αρμόδιων αρχών. Πρώτον, οι εξουσίες που σχετίζονται με την απόκτηση ειδικών συμμετοχών από πιστωτικά ιδρύματα και μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση συναλλαγών που θεωρούνται σημαντικές. Προβλέπεται μηχανισμός σιωπηρής έγκρισης, παρόμοιος με εκείνον που εφαρμόζεται για την απόκτηση σημαντικών συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να παρέχεται στις εποπτευόμενες οντότητες ασφάλεια δικαίου και να αποτρέπεται η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συμμετέχουν σε τυποποιημένη διαδικασία έκδοσης αποφάσεων όταν αυτές δεν είναι αναγκαίες. Μόνο στην περίπτωση συγχωνεύσεων και διασπάσεων επιβάλλεται προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες αρχές σε κάθε περίπτωση (εκτός εάν η πράξη πραγματοποιείται εσωτερικά εντός ομίλου), υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλεί κάποια κατάσταση στην οποία η νέα οντότητα που προκύπτει από τη συγχώνευση ή τη διάσπαση θα πρέπει να ζητήσει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα ή έγκριση ως εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών.
Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη διάρθρωση μεταξύ των διαφόρων αξιολογήσεων (ενδεχομένως με τη συμμετοχή πολλών αρμόδιων αρχών) που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν για μία και μόνη πράξη, αναμένεται στενή συνεργασία μεταξύ των οικείων αρμόδιων αρχών, η οποία πλαισιώνεται από απαιτήσεις πολλαπλών κοινοποιήσεων και ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρα 27γ, 27η και 27ια). Για να διευκολυνθεί η εν λόγω συνεργασία, αλλά και να εξασφαλιστεί ο κατάλληλος εξορθολογισμός των διαδικασιών κοινοποίησης και αξιολόγησης και να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη διοικητική επιβάρυνση των εποπτευόμενων οντοτήτων και των αρμόδιων αρχών, προτείνεται ένας ορισμένος αριθμός εντολών της ΕΑΤ για τη συμπλήρωση του νομικού πλαισίου που προβλέπεται στην ΟΚΑ για τις εν λόγω νέες εποπτικές εξουσίες. Οι εν λόγω εντολές αφορούν θέματα όπως οι πληροφορίες που θα πρέπει να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές, η διαδικασία αξιολόγησης, οι πρόσθετες λεπτομέρειες για τα σχετικά κριτήρια αξιολόγησης ή η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων αρμόδιων αρχών που ενδέχεται να συμμετέχουν.
Οι τροποποιήσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικών συζητήσεων στο πλαίσιο της ομάδας εμπειρογνωμόνων για θέματα τραπεζών, πληρωμών και ασφαλίσεων.
Καταλληλότητα
Το πλαίσιο καταλληλότητας αποτελεί έναν από τους λιγότερο εναρμονισμένους τομείς του δικαίου της ΕΕ για την εποπτεία των τραπεζών και, κατά συνέπεια, οι τροποποιήσεις της ΟΚΑ κρίνονται αναγκαίες για τη διασφάλιση μιας συνεκτικότερης, αποδοτικότερης και αποτελεσματικότερης εποπτείας των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις. Παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές για να διασφαλίσουν περαιτέρω εποπτική σύγκλιση, απαιτούνται νομοθετικές τροποποιήσεις για τη βελτίωση της εποπτείας τους. Το ισχύον πλαίσιο για τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, το οποίο βασίζεται σε εθνικούς νόμους για την εφαρμογή της ΟΚΑ, έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό με βάση τις αρχές και, ως εκ τούτου, δεν περιγράφει λεπτομερώς πώς και πότε οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διενεργούν αξιολογήσεις καταλληλότητας. Όσον αφορά τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις, η απουσία ορισμού και πλαισίου στην ΟΚΑ έχει ως αποτέλεσμα ότι ορισμένες εποπτικές αρχές δεν προσδιορίζουν σωστά τα πρόσωπα αυτά και, ως εκ τούτου, δεν διενεργούν αξιολόγηση της καταλληλότητάς τους να εκτελούν τα καθήκοντά τους, ενώ άλλες αρχές το πράττουν αυτό με διάφορους τρόπους. Αυτό το κατακερματισμένο ρυθμιστικό τοπίο αποτελεί ένα οξυμένο πρόβλημα, ιδίως για την τραπεζική ένωση. Ως εκ τούτου, εκτός από τα κριτήρια καταλληλότητας του άρθρου 91, θεσπίζονται τα άρθρα 91α και 91β προκειμένου να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των τραπεζών και των αρμόδιων αρχών για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των μελών του διοικητικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος της εν λόγω αξιολόγησης. Τα άρθρα 91γ και 91δ προστίθενται με σκοπό τον καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων για τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις.
Για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, σε επείγουσες περιπτώσεις απομάκρυνσης ή αντικατάστασης μελών του διοικητικού οργάνου ή ανώτερων διοικητικών στελεχών στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή της υλοποίησης δράσης εξυγίανσης από τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης, η αξιολόγηση καταλληλότητας θα πρέπει να διενεργείται μετά την ανάληψη των καθηκόντων από τα εν λόγω πρόσωπα.
Αποσαφήνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ της κήρυξης πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και της ανάκλησης της άδειας
Το άρθρο 18 τροποποιείται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα κηρύσσεται σε πτώχευση ή πιθανή πτώχευση από την αρμόδια αρχή ή από την αρχή εξυγίανσης, η αρμόδια αρχή έχει την εξουσία να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του τραπεζικού ιδρύματος.
Ορισμένες πρόσφατες περιπτώσεις ανέδειξαν το ζήτημα της ανεπαρκούς εναρμόνισης μεταξύ του πλαισίου προληπτικής εποπτείας και του πλαισίου εξυγίανσης. Για παράδειγμα, με βάση το πλαίσιο της Ένωσης για την εξυγίανση των τραπεζών, λόγο για να διαπιστωθεί ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει δεν αποτελεί μόνον η πραγματική αφερεγγυότητα ή η πραγματική έλλειψη ρευστότητας, αλλά και η πιθανή αφερεγγυότητα και η πιθανή έλλειψη ρευστότητας. Αντιθέτως, οι εθνικές νομοθεσίες περί αφερεγγυότητας προϋποθέτουν συνήθως την πραγματική αφερεγγυότητα και/ή την πραγματική έλλειψη ρευστότητας πριν από την έναρξη μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ορισμένα από τα στοιχεία που ενσωματώνονται στο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για την αφερεγγυότητα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τροποποιήσεις στην ΟΚΑ. Ωστόσο, προτείνεται να αποσαφηνιστεί στο άρθρο 18 στοιχείο ζ) ότι σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει και, ταυτόχρονα, δεν πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις για να τεθεί σε διαδικασία εξυγίανσης (παρουσία δημόσιου συμφέροντος, απουσία εναλλακτικής λύσης με γνώμονα την αγορά για την επίλυση της κρίσης), θα πρέπει να διακόπτει τις τραπεζικές δραστηριότητες και να εκκαθαρίζεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας.
Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι (ΠΚΔ)
Θεσπίζονται νέες διατάξεις και πραγματοποιούνται προσαρμογές σε διάφορα άρθρα της ΟΚΑ και του ΚΚΑ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σημαντικοί κίνδυνοι με τους οποίους θα βρεθούν αντιμέτωπα τα πιστωτικά ιδρύματα λόγω της κλιματικής αλλαγής και των βαθέων οικονομικών μετασχηματισμών που απαιτούνται για τη διαχείριση αυτού και άλλων κινδύνων ΠΚΔ. Οι διατάξεις του άρθρου 133 σχετικά με το πλαίσιο του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου (SyRB) μπορούν ήδη να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση διαφόρων ειδών συστημικών κινδύνων, οι οποίοι ενδέχεται να περιλαμβάνουν κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Οι σχετικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές, κατά περίπτωση, μπορούν να ζητούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να διατηρούν απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου για την αντιμετώπιση κινδύνων που ενδέχεται να έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την πραγματική οικονομία στα κράτη μέλη, όταν η επιβολή ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου κρίνεται αποτελεσματική και αναλογική για τον μετριασμό του κινδύνου. Σύμφωνα με το άρθρο 133 παράγραφος 5, τα μέτρα που λαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές βάσει του άρθρου 133 μπορούν να εφαρμόζονται σε ορισμένα σύνολα ή υποσύνολα ανοιγμάτων, για παράδειγμα σε εκείνα που υπόκεινται σε φυσικούς κινδύνους και κινδύνους μετάβασης σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Η καταλληλότητα του πλαισίου μακροπροληπτικής εποπτείας για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους κινδύνων θα αξιολογηθεί με ολοκληρωμένο και διαρθρωμένο τρόπο κατά την επανεξέταση του πλαισίου μακροπροληπτικής εποπτείας το 2022.
Τα άρθρα 73 και 74 της ΟΚΑ τροποποιούνται ώστε να απαιτείται να περιλαμβάνονται βραχυπρόθεσμοι, μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι ορίζοντες των κινδύνων ΠΚΔ στις στρατηγικές και τις διαδικασίες των πιστωτικών ιδρυμάτων για την αξιολόγηση των εσωτερικών κεφαλαιακών αναγκών, καθώς και στην κατάλληλη εσωτερική διακυβέρνηση.
Στο άρθρο 76 εισάγεται επίσης αναφορά στις τρέχουσες και μελλοντοστραφείς επιπτώσεις των κινδύνων ΠΚΔ και υποχρέωση του διοικητικού οργάνου να αναπτύσσει συγκεκριμένα σχέδια για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών.
Το άρθρο 87α της ΟΚΑ θεσπίζει τη διάσταση βιωσιμότητας στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας με σκοπό τη διασφάλιση καλύτερης διαχείρισης των κινδύνων ΠΚΔ και την παροχή κινήτρων για καλύτερη κατανομή της τραπεζικής χρηματοδότησης σε βιώσιμα έργα, συμβάλλοντας έτσι στη μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη οικονομία. Το άρθρο 87α επιτρέπει επίσης στις αρμόδιες αρχές να επανεξετάζουν την εναρμόνιση των τραπεζών με τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης ή τις ευρύτερες τάσεις μετάβασης που σχετίζονται με παράγοντες ΠΚΔ και με τη διαχείριση των κινδύνων ΠΚΔ από τις τράπεζες βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, με αποτέλεσμα την καλύτερη κατανόηση των κινδύνων αυτών και επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές να αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που θα μπορούσαν να προκύψουν αν τα πιστωτικά ιδρύματα συνεχίσουν να υποτιμούν τους κινδύνους ΠΚΔ. Για να διασφαλιστεί η συνέπεια των εκτιμήσεων κινδύνων ΠΚΔ, το άρθρο 87α αναθέτει στην ΕΑΤ την εντολή να προσδιορίσει περαιτέρω τα κριτήρια για την εκτίμηση των κινδύνων ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου εντοπισμού, μέτρησης, διαχείρισης και παρακολούθησής τους, καθώς και του τρόπου με τον οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να καταρτίζουν συγκεκριμένα σχέδια για την αντιμετώπιση και την εσωτερική προσομοίωση σε ακραίες καταστάσεις της ανθεκτικότητας και των μακροπρόθεσμων αρνητικών επιπτώσεων στους κινδύνους ΠΚΔ.
Όσον αφορά τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (ΔΕΕΑ), η ΕΑΤ εξουσιοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 98, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ενιαία ένταξη των κινδύνων ΠΚΔ στη ΔΕΕΑ.
Δεδομένης της σημασίας των μελλοντοστραφών προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων για τη μέτρηση των κινδύνων που σχετίζονται με το περιβάλλον, καθώς και λοιπών κινδύνων ΠΚΔ στη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης (ΔΕΕΑ) δυνάμει του άρθρου 97, το άρθρο 100 τροποποιείται ώστε να δοθεί στην ΕΑΤ η δυνατότητα να αναπτύσσει από κοινού με τις άλλες ΕΕΑ συνεκτικά πρότυπα για μεθοδολογίες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων των κινδύνων αυτών, δίνοντας προτεραιότητα στους κινδύνους που σχετίζονται με το περιβάλλον, καθώς τα δεδομένα και οι μεθοδολογίες κινδύνων ΠΚΔ εξελίσσονται για να αποτυπώνουν τους λοιπούς παράγοντες.
Για να διευκολυνθεί η ΔΕΕΑ των ανοιγμάτων, της διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων ΠΚΔ των πιστωτικών ιδρυμάτων, το άρθρο 98 τροποποιείται ώστε να απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές να αξιολογούν την επάρκεια των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων, καθώς και τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς για τη διαχείριση των κινδύνων αυτών κατά τον έλεγχο και την αξιολόγησή τους.
Προκειμένου να διευκολυνθεί η δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους ΠΚΔ που επηρεάζουν την κατάσταση προληπτικής εποπτείας της τράπεζας βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, και να αντικατοπτρίζονται οι ιδιαιτερότητες αυτών των κατηγοριών κινδύνων, προστίθεται συγκεκριμένη εποπτική εξουσία στο άρθρο 104 για την αντιμετώπιση των κινδύνων ΠΚΔ.
Απευθείας παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην ΕΕ από επιχειρήσεις τρίτων χωρών
Τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε προληπτική ρύθμιση και εποπτεία προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος πτώχευσης και, όταν αυτό προκύπτει, να διαχειρίζονται την εν λόγω πτώχευση, ώστε να αποτρέπεται η άτακτη διασπορά της σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και παράγοντες της αγοράς και η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (κίνδυνος μετάδοσης). Ως εκ τούτου, ένας από τους βασικούς σκοπούς της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας είναι η προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης και των κρατών μελών της.
Λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο αυτόν, είναι σημαντικό να αποτρέπεται η ενδεχόμενη μη ένταξη τομέων ή τμημάτων των αγορών στο πεδίο εφαρμογής ή στην εμβέλεια του συστήματος προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας, καθώς στην περίπτωση αυτή οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να συσσωρευθούν στα εν λόγω τμήματα με ανεξέλεγκτο τρόπο και να εξαπλωθούν σε άλλα τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος με πολύ επιζήμιες επιπτώσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα τμήματα των χρηματοπιστωτικών αγορών στα οποία συμμετέχουν ενεργά τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2008-2009 αποτελεί το τελευταίο ιστορικό προηγούμενο, το οποίο υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά τμήματα της αγοράς μπορεί να αποτελέσουν πηγή σημαντικών απειλών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και των κρατών μελών της, εάν παραλειφθούν από το πεδίο εφαρμογής της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας.
Για τον λόγο αυτόν, η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην Ένωση προϋποθέτει τη φυσική παρουσία σε κράτος μέλος μέσω υποκαταστήματος ή νομικού προσώπου, δεδομένου ότι μόνο μέσω αυτής της φυσικής παρουσίας μπορούν τα πιστωτικά ιδρύματα να υπόκεινται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση και εποπτεία στην Ένωση. Εξ αντιδιαστολής, η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην Ένωση χωρίς υποκατάστημα ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος συμβάλλει στη δημιουργία τέτοιου είδους τμημάτων της αγοράς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και στην εμβέλεια της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας της Ένωσης, στα οποία οι κίνδυνοι ενδέχεται να συσσωρεύονται ανεξέλεγκτα και, τελικά, να απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή των κρατών μελών της.
Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών πρέπει να ιδρύουν υποκατάστημα σε κράτος μέλος και να ζητούν άδεια λειτουργίας βάσει του τίτλου VI της ΟΚΑ για το εν λόγω υποκατάστημα ως προϋπόθεση για να τους επιτραπεί να ασκούν τραπεζικές δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος. Το άρθρο 21γ προστίθεται στην ΟΚΑ, ώστε να προβλέπεται ρητά η εν λόγω προϋπόθεση.
Ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν χρειάζεται να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες οι εν λόγω επιχειρήσεις τρίτων χωρών δραστηριοποιούνται στην παροχή τραπεζικών υπηρεσιών με πελάτες και αντισυμβαλλομένους τους σε ένα κράτος μέλος μέσω αντίστροφης προσέλκυσης υπηρεσιών, καθώς σε τέτοιου είδους περιπτώσεις ο σχετικός πελάτης ή αντισυμβαλλόμενος είναι εκείνος που προσεγγίζει την επιχείρηση τρίτης χώρας για να ζητήσει την παροχή της υπηρεσίας.
Υποκαταστήματα τρίτων χωρών
Επισκόπηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην ΕΕ
Στις 31 Δεκεμβρίου 2020 υπήρχαν 106 υποκαταστήματα τρίτων χωρών στην ΕΕ κατανεμημένα σε 17 κράτη μέλη. Το συγκεντρωτικό ποσό των συνολικών στοιχείων ενεργητικού που κατείχαν κατά την ημερομηνία αυτή ανερχόταν λίγο πάνω από 510 δισ. EUR, εκ των οποίων το 86 % ήταν συγκεντρωμένο σε τέσσερα μόνο κράτη μέλη (Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία και Λουξεμβούργο).
Φαίνεται να υπάρχει μια αυξητική τάση στη χρήση των υποκαταστημάτων τρίτων χώρων για την πρόσβαση στις τραπεζικές αγορές των κρατών μελών, δεδομένου ότι ο συνολικός αριθμός των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών αυξήθηκε κατά 14 υποκαταστήματα και το ποσό των στοιχείων ενεργητικού που κατείχαν το 2020 κατά 120,5 δισ. EUR σε σχέση με το 2019.
Πηγή: Έκθεση της ΕΑΤ σχετικά με τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών
Ενώ η πλειονότητα των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών (70 από τα 106) κατείχε στοιχεία ενεργητικού λιγότερα από 3 δισ. EUR, δύο επιμέρους υποκαταστήματα τρίτων χωρών κατείχαν στοιχεία ενεργητικού άνω των 30 δισ. EUR, ενώ άλλα 14 υποκαταστήματα τρίτων χωρών κατείχαν στοιχεία ενεργητικού αξίας μεταξύ 10 δισ. EUR και 30 δισ. EUR (έναντι 6 υποκαταστημάτων την ίδια ημερομηνία του προηγούμενου έτους).
Στις 31 Δεκεμβρίου 2020 τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που ήταν εγκατεστημένα στην ΕΕ προέρχονταν από 23 τρίτες χώρες, ενώ τα περισσότερα προέρχονταν από την Κίνα (18), το Ηνωμένο Βασίλειο (15), το Ιράν (10), τις ΗΠΑ (9) και τον Λίβανο (9). Αρκετοί όμιλοι τρίτων χωρών (23) διαθέτουν υποκαταστήματα τρίτων χωρών σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Επιπλέον, ορισμένοι από αυτούς τους ομίλους τρίτων χωρών διαθέτουν επίσης μία ή περισσότερες θυγατρικές στην ΕΕ. Για παράδειγμα, 14 όμιλοι τρίτων χωρών διαθέτουν και υποκατάστημα και θυγατρική στο ίδιο κράτος μέλος. Από αυτούς, 9 όμιλοι τρίτων χωρών διαθέτουν μία θυγατρική και δύο ή περισσότερα υποκαταστήματα τρίτων χωρών στην ΕΕ. Τα δύο τρίτα των ομίλων τρίτων χωρών διαθέτουν διπλή παρουσία με υποκατάστημα και θυγατρική σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Οι 15 μεγαλύτεροι όμιλοι τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ κατέχουν περισσότερα από τα ¾ των στοιχείων ενεργητικού τους στην ΕΕ μέσω υποκαταστημάτων τρίτων χωρών. Όσον αφορά τον αντίκτυπο της παρουσίας των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην ΕΕ, αυτός μπορεί να μετρηθεί με τη χρήση των ακόλουθων δύο δεικτών μέτρησης:
α)τον λόγο του συγκεντρωτικού ποσού των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών ανά κράτος μέλος την 31η Δεκεμβρίου 2019 προς το μέγεθος του εθνικού τραπεζικού συστήματος. Ο λόγος αυτός είναι μικρότερος από 1 % σε 7 κράτη μέλη, μεταξύ 1 % και 10 % σε 6 κράτη μέλη και αυξάνεται πάνω από το 25 % σε 1 κράτος μέλος·
β)τον λόγο του συγκεντρωτικού ποσού των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών ανά κράτος μέλος την 31η Δεκεμβρίου 2019 προς το μέγεθος του εθνικού ΑΕΠ. Ο λόγος αυτός είναι μικρότερος από 1 % σε 7 κράτη μέλη, μεταξύ 1 % και 10 % σε 6 κράτη μέλη και αυξάνεται πάνω από το 25 % σε 1 κράτος μέλος.
Όσον αφορά τα επιχειρηματικά μοντέλα και με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, 50 υποκαταστήματα τρίτων χωρών λειτουργούν ως τράπεζες γενικών εργασιών, ενώ 48 λειτουργούν μόνον ως τράπεζες εργασιών χονδρικής. Μόνο 4 υποκαταστήματα τρίτων χωρών λειτουργούν ως τράπεζες εργασιών λιανικής.
Οι σημερινές προκλήσεις
Όπως φαίνεται στο προηγούμενο τμήμα, το αποτύπωμα των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην ΕΕ είναι ήδη πολύ σημαντικό. Σε διάφορες περιπτώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών κατέχουν συλλογικά πολύ σημαντικό ποσό στοιχείων ενεργητικού σε σχέση με το μέγεθος του ΑΕΠ του κράτους μέλους εγκατάστασής τους και του τραπεζικού κλάδου του εν λόγω κράτους μέλους. Το μέγεθος των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού ορισμένων υποκαταστημάτων τρίτων χωρών υπερβαίνει το όριο που θα τα καθιστούσε σημαντικά ιδρύματα υπό την άμεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ). Ωστόσο, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών εξακολουθούν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του ΕΕΜ και δεν υπόκεινται στις εποπτικές απαιτήσεις που ορίζονται στην ΟΚΑ, καθώς δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1 της εν λόγω οδηγίας.
Παρά το πλαίσιο αυτό, η εγκατάσταση υποκαταστήματος τρίτης χώρας για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην ΕΕ υπόκειται ουσιαστικά στην εθνική νομοθεσία, δεδομένου ότι πρόσφατα εναρμονίστηκαν μόνον οι υποχρεώσεις πληροφόρησης υψηλού επιπέδου σε σχέση με αυτά, στο πλαίσιο της ΟΚΑ V. Αυτό δημιουργεί ένα ανομοιογενές ρυθμιστικό τοπίο που οδηγεί σε διαφορετικές απαιτήσεις για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών σε κάθε κράτος μέλος και σε σημαντικές προκλήσεις για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την ορθή παρακολούθηση των κινδύνων που απορρέουν από τις δραστηριότητες που ασκούν στην ΕΕ. Για παράδειγμα:
α)δεδομένης της παντελούς απουσίας κοινού κανονιστικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας ή διακυβέρνησης για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, ορισμένα από αυτά υπόκεινται μόνο σε περιορισμένες απαιτήσεις σε ορισμένα κράτη μέλη·
β)οι υφιστάμενοι μηχανισμοί εποπτικής συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ δεν αποτυπώνουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, γεγονός που δημιουργεί τυφλά σημεία στον βαθμό που τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών δημιουργούν κινδύνους που είναι δυνατόν να διαδοθούν απρόσκοπτα σε άλλες οντότητες του ομίλου ή στην αγορά. Για παράδειγμα, δεδομένου ότι οι αρμόδιες αρχές δεν υποχρεούνται να ανταλλάσσουν ολοκληρωμένες πληροφορίες σχετικά με τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, οι αρχές που εποπτεύουν όμιλο τρίτης χώρας σε ένα κράτος μέλος δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών του ίδιου ομίλου σε άλλο κράτος μέλος και, κατά τον ίδιο τρόπο, δεν διαθέτουν επαρκή εργαλεία για την αντιμετώπιση των εν λόγω πιθανών δευτερογενών κινδύνων·
γ)αρκετοί όμιλοι τρίτων χωρών χρησιμοποιούν περίπλοκες νομικές δομές μέσω ενός συνδυασμού θυγατρικών και υποκαταστημάτων ή, ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχουν, μέσω διασυνοριακών δραστηριοτήτων, για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους στην ΕΕ. Αυτές οι περίπλοκες δομές ενδέχεται να είναι αδιαφανείς και να δυσκολεύουν τις αρμόδιες αρχές να ασκούν ορθή εποπτεία, δεδομένων των διαφορετικών και διακριτών απαιτήσεων που ισχύουν για καθεμία από αυτές. Για παράδειγμα, η διπλή ιδιότητα μελών του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση συμφερόντων, ενώ η ευέλικτη τήρηση μητρώων και λογαριασμών μπορεί να οδηγήσει σε μετατόπιση του κινδύνου από τη μία οντότητα στην άλλη·
δ)παρότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει να παρέχουν υπηρεσίες μόνο στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα, η επιβολή της συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή δεν είναι μόνο δύσκολη, αλλά καθίσταται σχεδόν αδύνατη βάσει του ισχύοντος πλαισίου λόγω της αυξανόμενης τάσης της ψηφιοποίησης των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών εγείρουν επίσης ανησυχίες όσον αφορά το ρυθμιστικό αρμπιτράζ. Όταν το κράτος μέλος εγκατάστασης επιβάλλει χαμηλά πρότυπα προληπτικής εποπτείας, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών μπορούν ουσιαστικά να επιτρέπουν σε ομίλους τρίτων χωρών να αποκλίνουν από τις τραπεζικές απαιτήσεις της ΕΕ, όταν η έδρα τους υπόκειται σε λιγότερο αυστηρά πρότυπα προληπτικής εποπτείας ή εποπτείας στη σχετική τρίτη χώρα.
Εναρμονισμένο πλαίσιο για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών
Δεδομένου του σημαντικού αποτυπώματος που έχουν ήδη τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών στις τραπεζικές αγορές της ΕΕ και των επί του παρόντος διάσπαρτων και αποσπασματικών προληπτικών και εποπτικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκεινται, υπάρχουν εμφανείς κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς της ΕΕ, καθώς και ευκαιρίες για ρυθμιστικό αρμπιτράζ που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με ένα νέο εναρμονισμένο πλαίσιο για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών.
Παρότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης δεν αποτελεί επιθυμητή επιλογή, η υπαγωγή των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στο σύνολο των προληπτικών και εποπτικών απαιτήσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει του ΚΚΑ και της ΟΚΑ ενδέχεται να είναι δυσανάλογη, καθώς δεν θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα διακριτά χαρακτηριστικά τους σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ, και θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτων χωρών.
Αντιθέτως, μια καταλληλότερη μελλοντική πορεία θα ήταν η δημιουργία μιας ad hoc δέσμης απαιτήσεων ελάχιστης εναρμόνισης, η οποία θα βασίζεται στα υφιστάμενα εθνικά πλαίσια των κρατών μελών που ισχύουν επί του παρόντος και θα διασφαλίζει ελάχιστα πρότυπα και συνεκτικές απαιτήσεις σε ολόκληρη την Ένωση. Το πλαίσιο αυτό θα παρέχει την αναγκαία σαφήνεια, προβλεψιμότητα και διαφάνεια για τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που επιθυμούν να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες μέσω υποκαταστημάτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Θα εναρμονίσει επίσης τις απαιτήσεις της ΕΕ όσον αφορά τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών με τις επικρατούσες διεθνείς πρακτικές, στον βαθμό που πολλές τρίτες χώρες εφαρμόζουν παρόμοιες ή ισοδύναμες απαιτήσεις στα υποκαταστήματα ξένων τραπεζών που δραστηριοποιούνται στα εδάφη τους.
Ως εκ τούτου, ο τίτλος VI της ΟΚΑ τροποποιείται ώστε να συμπεριλάβει διατάξεις σχετικά με τα ακόλουθα:
α)άδεια λειτουργίας: η εγκατάσταση υποκαταστημάτων τρίτων χωρών υπόκειται σε διαδικασία χορήγησης ρητής άδειας λειτουργίας και σε ελάχιστες απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν ρυθμίσεις συνεργασίας και πληροφόρησης βάσει των οποίων οι αρμόδιες αρχές των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών i) έχουν πρόσβαση σε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επιχείρηση στην τρίτη χώρα στην οποία βρίσκεται η έδρα του υποκαταστήματος (επικεφαλής επιχείρηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας) και ii) είναι σε θέση να συνεργάζονται με τις εποπτικές αρχές της επικεφαλής επιχείρησης στον βαθμό που είναι αναγκαίο ή συναφές για την αποτελεσματική εποπτεία του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος·
β)ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις: οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνουν υποχρεώσεις των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών όσον αφορά:
i)τη διατήρηση ελάχιστου κεφαλαίου, υπολογιζόμενου ως ποσοστού των υποχρεώσεων του υποκαταστήματος για μεγαλύτερα υποκαταστήματα τρίτων χωρών υψηλότερου κινδύνου (κατηγορία 1) ή ως πάγιου ποσού για μικρότερα υποκαταστήματα τρίτων χωρών (κατηγορία 2)·
ii)τη συμμόρφωση με απαίτηση ρευστότητας, η οποία για υποκαταστήματα τρίτων χωρών κατηγορίας 1 πρέπει να είναι η ίδια με την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας που ισχύει για τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής·
iii)την εκπλήρωση των απαιτήσεων εσωτερικής διακυβέρνησης και ελέγχου των κινδύνων και την εφαρμογή ρυθμίσεων καταχώρισης στο μητρώο για την παρακολούθηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που συνδέονται με τις δραστηριότητες που διεξάγει το υποκατάστημα τρίτης χώρας στο κράτος μέλος.
γ)απαιτήσεις υποβολής αναφορών: τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών υποχρεούνται να υποβάλλουν τακτικά στις αρμόδιες αρχές τους i) πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην ΟΚΑ και στο εθνικό δίκαιο και ii) χρηματοοικονομικές πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού στα μητρώα τους·
δ)εποπτεία: οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να διενεργούν τακτικούς ελέγχους της συμμόρφωσης των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών με τις κανονιστικές απαιτήσεις τους, μεταξύ άλλων, για σκοπούς ΚΞΧ, και να λαμβάνουν εποπτικά μέτρα για να διασφαλίζουν ή να αποκαθιστούν τη συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι αρμόδιες αρχές των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 υποχρεούνται να τα συμπεριλαμβάνουν στα σώματα εποπτών του σχετικού ομίλου, σε περίπτωση που υπάρχει ήδη κάποιο σώμα, ή ειδάλλως να συστήσουν ad hoc σώμα για υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 του ίδιου ομίλου που δραστηριοποιείται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη.
Για λόγους αναλογικότητας, και ειδικότερα για την αποφυγή κάθε πρόσθετης περιττής διοικητικής επιβάρυνσης των μικρών ή μικρότερων υποκαταστημάτων τρίτων χωρών, το πεδίο εφαρμογής και το επίπεδο των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας προσαρμόζεται ώστε να γίνεται διάκριση μεταξύ των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών των κατηγοριών 1 και 2. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα υποκαταστήματα τρίτων χωρών (δηλαδή εκείνα που κατέχουν στοιχεία ενεργητικού ίσα με ή μεγαλύτερα από 5 δισ. EUR), καθώς και τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια να δέχονται καταθέσεις από πελάτες λιανικής και υποκαταστήματα τρίτων χωρών που θεωρούνται «μη αναγνωρισμένα», όπου τα δύο τελευταία δεν εξαρτώνται από το μέγεθός τους. Η κατηγορία 2 περιλαμβάνει όλα τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που δεν ταξινομούνται στην κατηγορία 1.
Ένα υποκατάστημα τρίτης χώρας θεωρείται «αναγνωρισμένο» όταν τα κεντρικά γραφεία του είναι εγκατεστημένα σε χώρα i) η οποία διαθέτει εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο για τις τράπεζες και απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που έχουν αξιολογηθεί ως ισοδύναμες με εκείνες στην Ένωση και ii) δεν περιλαμβάνεται σε κατάλογο τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου με στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά του όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε να ζητούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένα στα εδάφη τους να υποβάλλουν αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας ως θυγατρικά ιδρύματα βάσει της ΟΚΑ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (εξουσία εγκατάστασης θυγατρικής). Για παράδειγμα, η εν λόγω εξουσία πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υποκατάστημα τρίτης χώρας που συμμετέχει σε συναλλαγές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες με αντισυμβαλλομένους σε άλλα κράτη μέλη κατά παράβαση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, η ίδια εξουσία πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη για χρήση σε περιπτώσεις στις οποίες ένα υποκατάστημα τρίτης χώρας ενέχει κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του οικείου κράτους μέλους ή της ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων δεικτών συστημικού κινδύνου που ορίζονται στην ΟΚΑ και αναλύονται περαιτέρω στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.
Όταν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών διαθέτουν στα μητρώα τους στοιχεία ενεργητικού ύψους ίσου ή μεγαλύτερου από 30 δισ. EUR, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να αξιολογούν σε τακτική βάση αν τα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτων χωρών ενέχουν επίπεδο κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του οικείου κράτους μέλους και της ΕΕ που είναι ανάλογος με τα ιδρύματα που ορίζονται ως «συστημικά» βάσει του ΚΚΑ και της ΟΚΑ (αξιολόγηση συστημικής σημασίας). Το όριο των 30 δισ. EUR πρέπει να υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία ενεργητικού που έχουν καταχωριστεί από όλα τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο τρίτης χώρας στην ΕΕ, είτε βρίσκονται σε ένα μόνο κράτος μέλος είτε σε διάφορα κράτη μέλη, και να μετράται είτε ως μέσος όρος για περίοδο τριών διαδοχικών ετών είτε ως ελάχιστο απόλυτο όριο που επιτυγχάνεται για τουλάχιστον 3 έτη σε περίοδο 5 διαδοχικών ετών. Για τους σκοπούς της διενέργειας αξιολόγησης της συστημικής σημασίας, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους δείκτες συστημικού κινδύνου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο. Όταν, βάσει των εν λόγω δεικτών, οι αρμόδιες αρχές καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι τα οικεία υποκαταστήματα τρίτων χωρών είναι συστημικά, μπορούν να ζητήσουν από τα εν λόγω υποκαταστήματα να υποβάλουν αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας ως θυγατρικά ιδρύματα σύμφωνα με την ΟΚΑ, προκειμένου να συνεχίσουν να ασκούν τραπεζικές δραστηριότητες στο κράτος μέλος και στην ΕΕ (απαίτηση εγκατάστασης θυγατρικής). Εναλλακτικά, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν είτε i) να ζητήσουν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να αναδιαρθρώσουν τις δραστηριότητές τους ή τα στοιχεία ενεργητικού τους ώστε να παύσουν να πληρούν τα κριτήρια συστημικής σημασίας ή το όριο των 30 δισ. EUR (απαίτηση αναδιάρθρωσης)· είτε ii) να επιβάλουν πρόσθετες απαιτήσεις του πυλώνα 2 στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τα θυγατρικά ιδρύματα του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ (π.χ. πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, απαιτήσεις ρευστότητας, υποβολής αναφορών ή δημοσιοποίησης), όταν οι εν λόγω απαιτήσεις του πυλώνα 2 είναι κατάλληλες και επαρκείς για τον μετριασμό των δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (απαιτήσεις του πυλώνα 2). Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν να μην επιβάλλουν στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών καμία από τις ανωτέρω απαιτήσεις, μόνον όταν μπορούν να δικαιολογήσουν ότι οι κίνδυνοι που ενέχουν τα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτων χωρών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς δεν θα αυξηθούν σημαντικά ελλείψει των εν λόγω απαιτήσεων (απόφαση αναβολής). Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να επαναξιολογούν την απόφαση αναβολής που έχουν λάβει εντός ενός έτους από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.
Η αξιολόγηση της συστημικής σημασίας των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών που ανήκουν σε όμιλο τρίτης χώρας με υποκαταστήματα και θυγατρικές σε ολόκληρη την ΕΕ πρέπει να καθοδηγείται i) από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας του σχετικού ομίλου στην Ένωση, όπου εφαρμόζεται το άρθρο 111 της ΟΚΑ· ii) από την αρμόδια αρχή που θα γινόταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας του ομίλου στην ΕΕ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, εάν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών αντιμετωπίζονταν ως θυγατρικά ιδρύματα· ή iii) από την ΕΑΤ, όταν η επικεφαλής αρμόδια αρχή δεν έχει ξεκινήσει την αξιολόγηση ή δεν έχει προσδιοριστεί η υποθετική ενοποιημένη εποπτική αρχή εντός περιόδου τριών μηνών. Η απόφαση σχετικά με την επιβολή οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες απαιτήσεις ή την αναβολή της επιβολής τέτοιου είδους απαιτήσεων για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που αξιολογήθηκαν ως συστημικά, πρέπει να λαμβάνεται ως κοινή απόφαση της επικεφαλής αρμόδιας αρχής και των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των υποκαταστημάτων και των θυγατρικών του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας.
Επιπλέον, το νέο πλαίσιο για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών δεν αντικαθιστά ούτε εμποδίζει τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν επί του παρόντος τα κράτη μέλη να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε ορισμένες τρίτες χώρες απαίτηση γενικής εφαρμογής για την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων στο έδαφός τους μέσω θυγατρικών που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1 της ΟΚΑ.
Επιπτώσεις του νέου πλαισίου
Σύμφωνα με το προτεινόμενο νέο πλαίσιο, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που λειτουργούν επί του παρόντος στην ΕΕ θα πρέπει να λάβουν νέα άδεια λειτουργίας. Ωστόσο, το κόστος συμμόρφωσης και οι μεταβατικές δαπάνες που συνδέονται με την εν λόγω άδεια λειτουργίας και τη συνεχιζόμενη λειτουργία αναμένεται να μετριαστούν σημαντικά από τις ακόλουθες περιστάσεις:
α)τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα έχουν μεταβατική περίοδο 12 μηνών μετά την περίοδο μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο διάρκειας 18 μηνών για να λάβουν την άδεια και, ως εκ τούτου, θα είναι σε θέση να κατανείμουν τις μεταβατικές δαπάνες στη διάρκεια αυτής της περιόδου·
β)οι απαιτήσεις λήψης άδειας λειτουργίας και προληπτικής εποπτείας βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις υφιστάμενες εθνικές απαιτήσεις σε διάφορα κράτη μέλη και, δεδομένου ότι το νέο πλαίσιο περιλαμβάνει απαιτήσεις πολύ παρόμοιες με αυτές, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει να επιβαρυνθούν μόνο με περιορισμένο κόστος προσαρμογής·
γ)με βάση τα στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου 2020, έως 40 από τα 106 υποκαταστήματα τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε διάφορα κράτη μέλη θα έχουν αναγνωριστεί ως κατηγορία 2 και, ως εκ τούτου, τα εν λόγω 40 υποκαταστήματα θα υπόκεινται σε συγκριτικά λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και υποβολής αναφορών βάσει του νέου πλαισίου·
δ)με βάση τα ίδια στοιχεία και κατά την ημερομηνία αυτή, μόνο 3 υποκαταστήματα τρίτων χωρών διέθεταν στα μητρώα τους στοιχεία ενεργητικού άνω των 30 δισ. EUR και, ως εκ τούτου, θα υπόκεινται σε αξιολόγηση της συστημικής σημασίας.
Παρότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών ενδέχεται να υπόκεινται σε πρόσθετο κόστος για τη συμμόρφωση με τις νέες απαιτήσεις υποβολής αναφορών, το εν λόγω κόστος θα είναι δικαιολογημένο προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της ενίσχυσης της προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της ακεραιότητας της αγοράς.
Επανεξέταση του καθεστώτος επιβολής διοικητικών κυρώσεων
Θεσπίζονται περιοδικές χρηματικές ποινές ως νέο εργαλείο επιβολής με στόχο τη διασφάλιση της ταχείας συμμόρφωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας. Επιπλέον, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ περιοδικών χρηματικών ποινών και διοικητικών ποινών. Ο κατάλογος των παραβάσεων που υπόκεινται σε διοικητικές ποινές και κυρώσεις συμπληρώνεται με απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που απουσιάζουν επί του παρόντος από τον κατάλογο των παραβάσεων που υπόκεινται σε κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 67 της ΟΚΑ. Τα άρθρα 66 και 67 της ΟΚΑ τροποποιούνται με σκοπό να αποσαφηνιστεί ο ορισμός του «συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών» και να οριστεί με αναφορά στον επιχειρηματικό δείκτη στο νέο άρθρο 314 του ΚΚΑ.
Για τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στον τομέα των εξουσιών επιβολής κυρώσεων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της ΟΚΑ και του ΚΚΑ. Επιπλέον, θεσπίζονται διαδικαστικές εγγυήσεις για την αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων, ιδίως σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την ίδια παράβαση. Για τον σκοπό αυτόν, τροποποιείται το άρθρο 70 της ΟΚΑ, ώστε να απαιτείται από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των δικαστικών αρχών σε περιπτώσεις επικάλυψης ποινικών και διοικητικών διαδικασιών και κυρώσεων για την ίδια παράβαση. Οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην παροχή επαρκούς επιπέδου προστασίας στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπόκειται στην εν λόγω επικάλυψη των διαδικασιών σύμφωνα με την αρχή «ne bis in idem».
Επανεξέταση της σύνθεσης των απαιτήσεων του πυλώνα 2
Προκειμένου να ενισχυθεί η εσωτερική συνοχή του κανονιστικού πλαισίου, η οδηγία CRD V εναρμόνισε τη φύση του εποπτικού κεφαλαίου που πρέπει να διαθέτουν οι τράπεζες για την εκπλήρωση της κεφαλαιακής απαίτησης του πυλώνα 2 με την ελάχιστη κεφαλαιακή σύνθεση των κεφαλαιακών απαιτήσεων του πυλώνα 1. Κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 104α παράγραφος 4 της ΟΚΑ, οι εποπτικές αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν, κατά περίπτωση, να επιβάλλουν κεφαλαιακές απαιτήσεις του πυλώνα 2 με υψηλότερο μερίδιο κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Η νέα αυτή αντιμετώπιση εφαρμόστηκε για πρώτη φορά πρόσφατα κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19. Παρότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εξαχθούν συνολικά συμπεράσματα σχετικά με την πρόσφατη εναρμόνιση, μια πρώτη επανεξέταση επιβεβαίωσε τη χρησιμότητα μιας συνεπούς τυποποιημένης σύνθεσης ελάχιστων (πυλώνας 1) και πρόσθετων (πυλώνας 2) κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Προσαρμογές που συνοδεύουν τη θέσπιση του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων
Η εισαγωγή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων στον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο (στο εξής: TREA), όπως ορίζεται στο άρθρο 92 του ΚΚΑ, θα έχει αντίκτυπο στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στην ΟΚΑ, ο υπολογισμός των οποίων εξαρτάται από το TREA. Οι εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνουν την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου (CCB), την απαίτηση αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB), τις απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας για τα παγκόσμια συστημικά σημαντικά και άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα (G-/O-SII), την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου (SyRB) και —στον βαθμό που μια αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί μια προσέγγιση βάσει της οποίας καθορίζεται εξαρχής ως ποσοστό του TREA— την ειδική ανά ίδρυμα απαίτηση του πυλώνα 2 (P2R).
Δύο από τις απαιτήσεις αυτές, δηλαδή η P2R και η SyRB, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση κινδύνων παρόμοιου χαρακτήρα με εκείνους που αντιμετωπίζει το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, υπάρχει πιθανότητα ορισμένοι κίνδυνοι (π.χ. κίνδυνος υποδείγματος) να μπορούν να υπολογίζονται διπλά μόλις αρχίσει να εφαρμόζεται το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφευχθεί. Η γνωμοδότηση της ΕΑΤ σχετικά με την ολοκλήρωση της Βασιλείας ΙΙΙ περιλαμβάνει ειδική σύσταση για το θέμα αυτό και καλεί, γενικότερα, τις αρμόδιες και εντεταλμένες αρχές να επανεξετάσουν το κατάλληλο επίπεδο των απαιτήσεων P2R και SyRB, αντίστοιχα, μόλις αρχίσει να εφαρμόζεται το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Με βάση τα ανωτέρω, η πρόταση τροποποιεί τα άρθρα 104α και 133 της ΟΚΑ —τα οποία καθορίζουν τους κανόνες για την απαίτηση P2R και SyRB, αντίστοιχα— με τη θέσπιση διασφαλίσεων που αποσκοπούν στην αποτροπή αδικαιολόγητων αυξήσεων της απαίτησης P2R και SyRB μετά τη δέσμευση ενός ιδρύματος από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων:
·η απαίτηση P2R και η απαίτηση SyRB θα «παγώνουν» με σκοπό να αποτρέπονται οι αυτόματες (γνωστές και ως «αριθμητικές») αυξήσεις του ποσού του εποπτικού κεφαλαίου που απαιτείται βάσει αυτών των δύο απαιτήσεων. Η εν λόγω διασφάλιση δικαιολογείται από το γεγονός ότι η αύξηση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού λόγω της δέσμευσης του ιδρύματος από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι, ανεξαρτήτως των υπολοίπων παραγόντων, καθαρά αριθμητική και δεν αντικατοπτρίζει πραγματική αύξηση των κινδύνων που θα δικαιολογούσε πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση από το ίδρυμα·
·η αρμόδια αρχή του ιδρύματος θα πρέπει να επανεξετάζει τη βαθμονόμηση της απαίτησης P2R και η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, θα πρέπει να επανεξετάζει τη βαθμονόμηση της απαίτησης SyRB, αντίστοιχα, προκειμένου να διαπιστώνει αν υπάρχει διπλός συνυπολογισμός του κινδύνου και, αν ναι, να διαμορφώνει τις εν λόγω απαιτήσεις, ώστε να αποφεύγεται ο εν λόγω ο διπλός συνυπολογισμός·
·οι δύο απαιτήσεις θα παραμένουν αμετάβλητες έως ότου ολοκληρωθούν οι αντίστοιχες επανεξετάσεις και ανακοινωθούν οι σχετικές αποφάσεις για την κατάλληλη βαθμονόμηση των απαιτήσεων.
Τα άρθρα 104α και 133 της ΟΚΑ τροποποιούνται επίσης με σκοπό να διευκρινιστεί ότι η απαίτηση P2R και η απαίτηση SyRB δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη κινδύνων που καλύπτονται ήδη πλήρως από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Τέλος, το άρθρο 131 τροποποιείται, ώστε να απαιτείται από τις αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές, κατά περίπτωση, να επανεξετάζουν τη βαθμονόμηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας των O-SII, όταν το O-SII δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, ώστε να διασφαλίζεται ότι η βαθμονόμηση παραμένει κατάλληλη.
Δημοσιοποίηση
Το άρθρο 106 τροποποιείται ώστε να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να χορηγούν στις εποπτικές αρχές την εξουσία να ζητούν από τα ιδρύματα να υποβάλλουν στην ΕΑΤ πληροφορίες εντός προθεσμίας. Η τροποποίηση αυτή ακολουθεί τις αλλαγές που έγιναν στα άρθρα 433 και 434 του ΚΚΑ, σύμφωνα με τις οποίες η ΕΑΤ υποχρεούται να δημοσιεύει κεντρικά τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων. Επιπλέον, η πρόταση επιτρέπει στις εποπτικές αρχές να παρέχουν στα ιδρύματα τη δυνατότητα χρήσης ειδικών μέσων και τοποθεσιών για δημοσιεύσεις εκτός του δικτυακού τόπου της ΕΑΤ. Αυτό συνάδει με την προτεινόμενη τροποποίηση του ΚΚΑ, σύμφωνα με την οποία, πέραν της κεντρικής δημοσίευσης εκ μέρους της ΕΑΤ, τα ιδρύματα διατηρούν την ελευθερία να δημοσιεύουν τις δημοσιοποιήσεις τους με άλλα μέσα.
Εποπτική συγκριτική αξιολόγηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων
Το άρθρο 78 τροποποιείται με σκοπό να προστεθούν δύο είδη προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων στις προσεγγίσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής συγκριτικής αξιολόγησης, και συγκεκριμένα:
α)προσεγγίσεις ανάπτυξης υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των αναμενόμενων ζημιών πιστωτικού κινδύνου βάσει του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (στο εξής: ΔΠΧΑ) 9 και βάσει των εθνικών λογιστικών προτύπων· και
β)η εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση για τον κίνδυνο αγοράς που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α του ΚΚΑ, δεδομένου ότι τα ιδρύματα μπορούν να αναπτύξουν υποδείγματα για ορισμένες παραμέτρους στο πλαίσιο της εν λόγω προσέγγισης.
Δεδομένου ότι οι προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των αναμενόμενων ζημιών πιστωτικού κινδύνου μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 του ΚΚΑ, τα εν λόγω ιδρύματα περιλαμβάνονται επίσης στο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής συγκριτικής αξιολόγησης. Ωστόσο, η ΕΑΤ καλείται να αποφασίσει ποιο από τα ιδρύματα αυτά πρέπει να συμπεριληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.
Το άρθρο 78 τροποποιείται επίσης ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση της συχνότητας των συγκριτικών αξιολογήσεων από ετήσια σε διετή, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι μετά τη διενέργεια συγκεκριμένου αριθμού αξιολογήσεων είναι πιθανό να επαρκεί η μικρότερη συχνότητα για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων των προσεγγίσεων των ιδρυμάτων. Με τον τρόπο αυτόν θα μειωθεί επίσης η διοικητική επιβάρυνση για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις προσεγγίσεις συγκριτικής αξιολόγησης.
2021/0341 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εποπτικές εξουσίες, τις κυρώσεις, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Οι αρμόδιες αρχές, το προσωπικό τους και τα μέλη των οργάνων διακυβέρνησής τους θα πρέπει να είναι ανεξάρτητα από πολιτικές και οικονομικές επιρροές. Οι κίνδυνοι σύγκρουσης συμφερόντων υπονομεύουν την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και βλάπτουν τον στόχο της ολοκληρωμένης τραπεζικής ένωσης και ένωσης κεφαλαιαγορών. Η οδηγία 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να προβλέπει λεπτομερέστερες διατάξεις για τα κράτη μέλη, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού και της διοίκησής τους, ενεργούν με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να οριστούν ελάχιστες απαιτήσεις για την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) θα πρέπει να εκδίδει προς τις αρμόδιες αρχές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων, με βάση τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές.
(2)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία εξουσία να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε πιστωτικό ίδρυμα, όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει και, ταυτόχρονα, δεν πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτήν, ένα πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή με άλλα είδη διαδικασιών που προβλέπονται για τα εν λόγω ιδρύματα βάσει του εθνικού δικαίου και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διακόπτει τις δραστηριότητες για τις οποίες είχε χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας.
(3)Η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην Ένωση εξαρτάται από την ύπαρξη προηγούμενης άδειας λειτουργίας και τη φυσική παρουσία του πιστωτικού ιδρύματος μέσω νομικού προσώπου ή υποκαταστήματος στο έδαφός του. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν τα πιστωτικά ιδρύματα να υπόκεινται σε αποτελεσματική προληπτική ρύθμιση και εποπτεία που είναι αναγκαίες για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πτώχευσης και, όταν προκύπτει, να διαχειρίζονται την πτώχευση αυτή ώστε να αποτρέπεται η άτακτη διασπορά της και η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (κίνδυνος μετάδοσης μέσω π.χ. μαζικής απόσυρσης τραπεζικών καταθέσεων ή πτώχευσης τραπεζών που προκαλείται από αλόγιστο δανεισμό). Η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στην Ένωση χωρίς τέτοια φυσική παρουσία θα αύξανε την παρουσία και την επικράτηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές όταν τα πιστωτικά ιδρύματα εμπλέκονται στενά σε τμήματα κινδύνου που δεν υπόκεινται σε προληπτική ρύθμιση και εποπτεία της Ένωσης, τα οποία ενδέχεται να απειλήσουν τελικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή των επιμέρους κρατών μελών της. Η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2008-2009 αποτελεί το τελευταίο ιστορικό προηγούμενο, το οποίο υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά τμήματα της αγοράς μπορεί να αποτελέσουν πηγή σημαντικών απειλών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και των κρατών μελών της, εάν παραλειφθούν από το πεδίο εφαρμογής της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί στο δίκαιο της Ένωσης ρητή απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα και επιδιώκουν να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες στην Ένωση θα πρέπει τουλάχιστον να εγκαθιστούν ένα υποκατάστημα σε κράτος μέλος και το εν λόγω υποκατάστημα να έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, εκτός εάν η επιχείρηση επιθυμεί να παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες στην Ένωση μέσω θυγατρικής. Ωστόσο, η εν λόγω απαίτηση εγκατάστασης υποκαταστήματος δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντίστροφης προσέλκυσης υπηρεσιών, καθώς στην περίπτωση αυτήν ο πελάτης είναι εκείνος που προσεγγίζει την επιχείρηση τρίτης χώρας για να ζητήσει την παροχή της υπηρεσίας.
(4)Οι εποπτικές αρχές των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες εξουσίες που θα τους παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης των καθηκόντων τους και θα καλύπτουν τις διάφορες πράξεις που εκτελούνται από τις εποπτευόμενες οντότητες. Για τον σκοπό αυτόν και για να ενισχυθούν οι ίσοι όροι ανταγωνισμού, οι εποπτικές αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους όλες τις εποπτικές εξουσίες ώστε να έχουν τη δυνατότητα να καλύπτουν σημαντικές πράξεις που μπορούν να αναλάβουν οι εποπτευόμενες οντότητες. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνονται σε περίπτωση που μια σημαντική πράξη που αναλαμβάνει εποπτευόμενη οντότητα, συμπεριλαμβανομένων των αποκτήσεων από εποπτευόμενες οντότητες σημαντικών συμμετοχών σε χρηματοοικονομικές ή μη χρηματοοικονομικές οντότητες, των σημαντικών μεταβιβάσεων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού από ή προς εποπτευόμενες οντότητες και των συγχωνεύσεων και διασπάσεων στις οποίες συμμετέχει εποπτευόμενη οντότητα, εγείρει ανησυχίες σχετικά με το προφίλ προληπτικής εποπτείας της ή σχετικά με πιθανές δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επιπλέον, η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν εξουσία παρέμβασης σε τέτοιου είδους περιπτώσεις.
(5)Όσον αφορά τις συγχωνεύσεις και τις διασπάσεις, η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες και διαδικασίες, ιδίως για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και διασπάσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών. Ως εκ τούτου, η διαδικασία αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να είναι συμπληρωματική προς την οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 και δεν θα πρέπει να έρχεται σε αντίθεση με καμία από τις διατάξεις της. Στην περίπτωση των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και διασπάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132, η αιτιολογημένη γνώμη που εκδίδεται από την αρμόδια εποπτική αρχή θα πρέπει να αποτελεί μέρος της αξιολόγησης της συμμόρφωσης με όλους τους σχετικούς όρους και της ορθής ολοκλήρωσης όλων των διαδικασιών και διατυπώσεων που απαιτούνται για το πιστοποιητικό προ της συγχώνευσης ή προ της διάσπασης. Ως εκ τούτου, η αιτιολογημένη γνώμη θα πρέπει να διαβιβάζεται στην εντεταλμένη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση του πιστοποιητικού προ της συγχώνευσης ή προ της διάσπασης βάσει της οδηγίας 2017/1132.
(6)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρεμβαίνουν πριν αναληφθεί μία από τις εν λόγω σημαντικές πράξεις, θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων. Η εν λόγω κοινοποίηση θα πρέπει να συνοδεύεται από τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της σχεδιαζόμενης πράξης από τις αρμόδιες αρχές υπό το πρίσμα της προληπτικής εποπτείας και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η εν λόγω αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αρχίζει κατά τον χρόνο παραλαβής της κοινοποίησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των ζητούμενων πληροφοριών και στην περίπτωση απόκτησης σημαντικής συμμετοχής ή σημαντικής μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη.
(7)Σε περίπτωση απόκτησης ειδικής συμμετοχής ή σημαντικής μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης μπορεί να ωθήσει την αρμόδια αρχή στην απόφαση να αντιταχθεί στην πράξη. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, η πράξη θα πρέπει να θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
(8)Προκειμένου να διασφαλιστεί η αναλογικότητα και να αποφευχθεί η περιττή διοικητική επιβάρυνση, οι εν λόγω πρόσθετες εξουσίες των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να ισχύουν μόνο για πράξεις που θεωρούνται σημαντικές. Μόνον οι πράξεις που συνίστανται σε συγχωνεύσεις ή διασπάσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως σημαντικές πράξεις, δεδομένου ότι η νεοσυσταθείσα οντότητα μπορεί να εμφανίσει ένα σημαντικά διαφορετικό προφίλ προληπτικής εποπτείας από τις οντότητες που συμμετείχαν αρχικά στη συγχώνευση ή τη διάσπαση. Επίσης, οι συγχωνεύσεις ή η διάσπαση δεν θα πρέπει να συνάπτονται από τις οντότητες που τις αναλαμβάνουν πριν λάβουν θετική γνώμη από τις αρμόδιες αρχές. Άλλες πράξεις (συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης συμμετοχής και της μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού), όταν θεωρούνται σημαντικές, θα πρέπει να αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές βάσει διαδικασίας σιωπηρής έγκρισης.
(9)Σε ορισμένες περιπτώσεις (για παράδειγμα, όταν συμμετέχουν οντότητες εγκατεστημένες σε διάφορα κράτη μέλη), οι πράξεις ενδέχεται να απαιτούν πολλαπλές κοινοποιήσεις και αξιολογήσεις από διαφορετικές αρμόδιες αρχές, κάτι που απαιτεί αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εν λόγω αρχών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν επακριβώς οι υποχρεώσεις συνεργασίας, ειδικότερα όσον αφορά τις έγκαιρες διασυνοριακές κοινοποιήσεις, την ομαλή ανταλλαγή πληροφοριών και τον συντονισμό κατά την αξιολόγηση.
(10)Είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν οι διατάξεις που αφορούν την απόκτηση ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα με τις διατάξεις σχετικά με την απόκτηση ειδικής συμμετοχής από ίδρυμα, σε περίπτωση που θα πρέπει να διενεργηθούν και οι δύο αξιολογήσεις για την ίδια πράξη. Πράγματι, χωρίς την κατάλληλη διατύπωση, οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανακολουθίες στην αξιολόγηση που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές και, τελικά, στις αποφάσεις που λαμβάνουν. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί παρόμοιος πρόσθετος χρόνος που παρέχεται στις αρμόδιες αρχές για την επιβεβαίωση της παραλαβής της κοινοποίησης, όταν η πράξη θεωρείται περίπλοκη.
(11)Η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει εντολή να καταρτίσει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, ώστε να διασφαλιστεί η κατάλληλη πλαισίωση της χρήσης των εν λόγω πρόσθετων εποπτικών εξουσιών. Τα εν λόγω ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζουν τις πληροφορίες που θα πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές, τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογούνται και τη συνεργασία όταν συμμετέχουν περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές. Τα διάφορα αυτά στοιχεία έχουν καίρια σημασία προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μια επαρκώς εναρμονισμένη εποπτική μεθοδολογία επιτρέπει την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τις πρόσθετες εξουσίες, με την ελάχιστη δυνατή πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση.
(12)Είναι ζωτικής σημασίας τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ευρωστία τους και να διαφυλάσσεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σε επίπεδο Ένωσης συνολικά και σε κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να λαμβάνουν έγκαιρα και αποφασιστικά μέτρα σε περίπτωση που τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και τα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ή τις εποπτικές αποφάσεις.
(13)Για να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στον τομέα των εξουσιών επιβολής κυρώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα σε σχέση με παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις όταν η σχετική παράβαση υπόκειται επίσης στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και λοιπά διοικητικά μέτρα θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες ελάχιστες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστων εξουσιών που θα πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές ώστε να είναι σε θέση να τα επιβάλλουν, των κριτηρίων που θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή τους, των απαιτήσεων δημοσιοποίησης ή του ύψους των διοικητικών κυρώσεων και των περιοδικών χρηματικών ποινών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν ειδικούς κανόνες και αποτελεσματικούς μηχανισμούς όσον αφορά την επιβολή των περιοδικών χρηματικών ποινών.
(14)Τα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα θα πρέπει να έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα προκειμένου να αποτρέπεται το ενδεχόμενο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβαίνει τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 να επιδίδεται στην ίδια ή παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν διοικητικά πρόστιμα που θα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τυχόν προηγούμενες ποινικές κυρώσεις που ενδέχεται να έχουν επιβληθεί στο ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την ίδια παράβαση, όταν καθορίζουν το είδος των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και το ύψος των διοικητικών χρηματικών προστίμων. Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται ότι η αυστηρότητα όλων των κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται για κατασταλτικούς σκοπούς σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών περιορίζεται στην απολύτως αναγκαία λόγω της σοβαρότητας της οικείας παράβασης. Για τον σκοπό αυτόν, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των δικαστικών αρχών σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών κατά των ίδιων προσώπων που ευθύνονται για την ίδια παράβαση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν ειδικούς κανόνες και μηχανισμούς με σκοπό να διευκολύνουν την εν λόγω συνεργασία.
(15)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις στο ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις. Ωστόσο, αυτή η συσσώρευση διαδικασιών και κυρώσεων για την ίδια παράβαση θα πρέπει να επιδιώκει διαφορετικούς στόχους γενικού συμφέροντος. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τον κατάλληλο συντονισμό των διοικητικών και ποινικών διαδικασιών. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να περιορίζουν την επιβολή σωρευτικών κυρώσεων για την ίδια παράβαση στο οικείο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την επίτευξη των διαφορετικών αυτών στόχων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για να διασφαλίσουν ότι η αυστηρότητα όλων των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων και άλλων μέτρων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις συσσώρευσης διαδικασιών περιορίζεται στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος με βάση τη σοβαρότητα της οικείας παράβασης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι η εν λόγω επικάλυψη διαδικασιών και οι επακόλουθες κυρώσεις συμμορφώνονται με την αρχή ne bis in idem και ότι προστατεύονται δεόντως τα δικαιώματα του οικείου φυσικού ή νομικού προσώπου.
(16)Τα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα που επιβάλλονται σε νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό του μέγιστου ποσού των διοικητικών κυρώσεων, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον συνολικό ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών της σχετικής επιχείρησης. Ωστόσο, ο τρέχων ορισμός για τον συνολικό ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών στην οδηγία 2013/36/ΕΕ δεν είναι ούτε αρκετά εξαντλητικός ούτε αρκετά σαφής και πλήρης, ώστε να εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού κατά την επιβολή διοικητικών χρηματικών προστίμων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν διάφορα στοιχεία του ισχύοντος ορισμού για τον συνολικό ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών για την αποφυγή ασυνεπούς ερμηνείας.
(17)Εκτός από τις διοικητικές κυρώσεις, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν περιοδικές χρηματικές ποινές σε πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους λόγω μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή την απόφαση που εκδίδεται από αρμόδια αρχή. Τα εν λόγω μέτρα επιβολής θα πρέπει να επιβάλλονται όταν συνεχίζεται η παράβαση απαίτησης ή εποπτικής απόφασης της αρμόδιας αρχής. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τα εν λόγω μέτρα επιβολής χωρίς να χρειάζεται να απευθύνουν στον παραβάτη προηγούμενη αίτηση, εντολή ή προειδοποίηση. Δεδομένου ότι σκοπός των περιοδικών χρηματικών ποινών είναι να υποχρεώνονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να τερματίζουν μια συνεχιζόμενη παράβαση, η επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν επακόλουθες διοικητικές κυρώσεις για την ίδια παράβαση.
(18)Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται το μεγαλύτερο δυνατό εύρος επιλογών μετά από παράβαση και να μπορούν να αποτρέπονται περαιτέρω παραβάσεις, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως διοικητικών κυρώσεων ή ως άλλων διοικητικών μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν επιπλέον κυρώσεις και υψηλότερα επίπεδα διοικητικών χρηματικών προστίμων.
(19)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιβάλλουν περιοδικές χρηματικές ποινές που θα είναι αναλογικές και αποτελεσματικές. Ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπο της περιοδικής χρηματικής ποινής στην χρηματοοικονομική κατάσταση του νομικού ή φυσικού προσώπου που διαπράττει την παράβαση, και να επιδιώκει να αποτρέπει το ενδεχόμενο η ποινή να οδηγήσει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που διαπράττει παράβαση σε αφερεγγυότητα, να το οδηγήσει σε σοβαρή οικονομική δυσχέρεια ή να αντιπροσωπεύει δυσανάλογο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών του.
(20)Όταν το νομικό σύστημα του κράτους μέλους δεν επιτρέπει την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, οι κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις μπορούν να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε η κύρωση να κινείται από την αρμόδια αρχή και να επιβάλλεται από δικαστικές αρχές. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο τα εν λόγω κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή των κανόνων και των κυρώσεων έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές. Κατά την επιβολή των εν λόγω κυρώσεων, οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σύσταση της αρμόδιας αρχής που κινεί την κύρωση. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
(21)Προκειμένου να προβλεφθούν κατάλληλες κυρώσεις για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να συμπληρωθεί ο κατάλογος των παραβάσεων που υπόκεινται σε διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κατάλογος των παραβάσεων του άρθρου 67 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
(22)Η ρύθμιση των υποκαταστημάτων που έχουν συσταθεί από επιχειρήσεις σε τρίτη χώρα για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών σε κράτος μέλος υπόκειται στο εθνικό δίκαιο και εναρμονίζεται μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό από την οδηγία 2013/36/ΕΕ. Παρότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών έχουν σημαντική παρουσία στις τραπεζικές αγορές της Ένωσης, επί του παρόντος υπόκεινται μόνο σε απαιτήσεις πληροφόρησης πολύ υψηλού επιπέδου, αλλά όχι σε πρότυπα προληπτικής εποπτείας ή ρυθμίσεις εποπτικής συνεργασίας σε επίπεδο Ένωσης. Η παντελής απουσία κοινού πλαισίου προληπτικής εποπτείας έχει ως αποτέλεσμα ότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών υπόκεινται σε διάφορες εθνικές απαιτήσεις διαφορετικού επιπέδου σύνεσης και εμβέλειας. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές δεν διαθέτουν ολοκληρωμένη πληροφόρηση και τα απαραίτητα εποπτικά εργαλεία για την ορθή παρακολούθηση των ειδικών κινδύνων που δημιουργούνται από ομίλους τρίτων χωρών οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων και θυγατρικών. Επί του παρόντος δεν υφίστανται σχετικές ολοκληρωμένες εποπτικές ρυθμίσεις και η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία κάθε υποκαταστήματος ομίλου τρίτης χώρας δεν είναι υποχρεωμένη να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τα υπόλοιπα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές του ίδιου ομίλου. Αυτό το κατακερματισμένο ρυθμιστικό τοπίο δημιουργεί κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς της Ένωσης, οι οποίοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν δεόντως με ένα εναρμονισμένο πλαίσιο για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει ελάχιστες κοινές απαιτήσεις σχετικά με την άδεια λειτουργίας, τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας, την εσωτερική διακυβέρνηση, την εποπτεία και την υποβολή αναφορών. Η εν λόγω δέσμη απαιτήσεων θα πρέπει να βασίζεται στις απαιτήσεις που εφαρμόζουν ήδη τα κράτη μέλη σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών στο έδαφός τους και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη παρόμοιες ή ισοδύναμες απαιτήσεις που εφαρμόζουν τρίτες χώρες για τα αλλοδαπά υποκαταστήματα, με στόχο τη διασφάλιση της συνέπειας μεταξύ των κρατών μελών και την εναρμόνιση του πλαισίου υποκαταστημάτων τρίτων χωρών της Ένωσης με τις επικρατούσες διεθνείς πρακτικές στον τομέα αυτόν.
(23)Για λόγους αναλογικότητας, οι απαιτήσεις για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τον κίνδυνο που ενέχουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς της Ένωσης και των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει να κατηγοριοποιούνται στην κατηγορία 1, όταν θεωρείται ότι ενέχουν υψηλότερο κίνδυνο, ή διαφορετικά στην κατηγορία 2, όταν είναι μικρά και μη πολύπλοκα και δεν ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα [σύμφωνα με τον ορισμό για το «μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα» στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013]. Κατά συνέπεια, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών με στοιχεία ενεργητικού που καταχωρίζονται στο κράτος μέλος για ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των 5 000 000 000 EUR θα πρέπει να θεωρείται ότι ενέχουν τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους και της πολυπλοκότητάς τους, επειδή η πτώχευσή τους θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στην αγορά τραπεζικών υπηρεσιών του κράτους μέλους ή στο τραπεζικό του σύστημα. Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που έχουν άδεια αποδοχής καταθέσεων λιανικής θα πρέπει επίσης να θεωρούνται υψηλότερου κινδύνου ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, στον βαθμό που η πτώχευσή τους μπορεί να πλήξει τους ιδιαίτερα ευάλωτους καταθέτες και να οδηγήσει σε απώλεια της εμπιστοσύνης στην ασφάλεια και την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος του κράτους μέλους όσον αφορά την προστασία των αποταμιεύσεων των πολιτών. Και τα δύο αυτά είδη υποκαταστημάτων τρίτων χωρών θα πρέπει, συνεπώς, να ταξινομούνται στην κατηγορία 1.
(24)Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει επίσης να ταξινομούνται στην κατηγορία 1 όταν η επιχείρηση στην τρίτη χώρα στην οποία βρίσκεται η έδρα τους (ήτοι, η επικεφαλής επιχείρηση) υπόκειται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, εποπτεία και εφαρμογή των εν λόγω κανονιστικών ρυθμίσεων που δεν έχουν προσδιοριστεί τουλάχιστον ως ισοδύναμες με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή όταν η σχετική τρίτη χώρα είναι καταχωρισμένη ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου που παρουσιάζει στρατηγικές ανεπάρκειες όσον αφορά το οικείο καθεστώς καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Τα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτων χωρών ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης και του κράτους μέλους εγκατάστασης, επειδή το τραπεζικό κανονιστικό πλαίσιο ή το πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που ισχύει για την επικεφαλής επιχείρησή τους δεν αποτυπώνει επαρκώς ή δεν επιτρέπει την κατάλληλη παρακολούθηση των συγκεκριμένων κινδύνων που απορρέουν από τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος στο κράτος μέλος ή των κινδύνων για τους αντισυμβαλλομένους στο κράτος μέλος που προκύπτουν από τον όμιλο τρίτης χώρας. Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της ισοδυναμίας των προτύπων προληπτικής εποπτείας και εποπτείας των τραπεζών τρίτων χωρών με τα πρότυπα της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτει στην ΕΑΤ τη διενέργεια αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η αξιολόγηση διενεργείται με αυστηρό και διαφανή τρόπο και σύμφωνα με αξιόπιστη μεθοδολογία. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να διαβουλεύεται και να συνεργάζεται στενά με τις εποπτικές αρχές και τις κρατικές υπηρεσίες των τρίτων χωρών που είναι αρμόδιες για το τραπεζικό κανονιστικό πλαίσιο και, κατά περίπτωση, με τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, επιδιώκοντας τη δίκαιη μεταχείριση των εν λόγω μερών και την παροχή της δυνατότητας να υποβάλλουν έγγραφα και να διατυπώνουν παρατηρήσεις εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η έκθεση που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 είναι επαρκώς αιτιολογημένη, παρέχει λεπτομερή περιγραφή των αξιολογούμενων ζητημάτων και υποβάλλεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(25)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν ρητή εξουσία να ζητούν, κατά περίπτωση, από υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τουλάχιστον όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα ασκούν δραστηριότητες με αντισυμβαλλομένους τους σε άλλα κράτη μέλη κατά παράβαση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς ή όταν ενέχουν σημαντικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένα. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να υποχρεούνται να αξιολογούν περιοδικά αν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που κατέχουν στα μητρώα τους στοιχεία ενεργητικού αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 30 000 000 000 EUR έχουν συστημική σημασία. Όλα τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο τρίτης χώρας και είναι εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος ή σε περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης θα πρέπει να υποβάλλονται από κοινού στην εν λόγω περιοδική αξιολόγηση. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάζει, σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, αν τα εν λόγω υποκαταστήματα ενέχουν ανάλογο επίπεδο κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή των κρατών μελών της, ως ιδρύματα που ορίζονται ως «συστημικώς σημαντικά» βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Όταν οι αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών είναι συστημικώς σημαντικά, θα πρέπει να επιβάλλουν στα υποκαταστήματα αυτά απαιτήσεις που είναι κατάλληλες για τον μετριασμό των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Για τους σκοπούς αυτούς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ως θυγατρικά ιδρύματα σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, προκειμένου να συνεχίσουν να ασκούν τραπεζικές δραστηριότητες στο κράτος μέλος ή σε ολόκληρη την Ένωση. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν άλλες απαιτήσεις, ιδίως την υποχρέωση αναδιάρθρωσης των στοιχείων ενεργητικού ή των δραστηριοτήτων των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην Ένωση, ώστε τα εν λόγω υποκαταστήματα να μην είναι πλέον συστημικά, ή την απαίτηση συμμόρφωσης με πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, απαιτήσεις ρευστότητας, υποβολής αναφορών ή δημοσιοποίησης, όταν κάτι τέτοιο επαρκεί για την αντιμετώπιση των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μην επιβάλλουν καμία από τις εν λόγω απαιτήσεις σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών που αξιολογούνται ως συστημικά μόνον όταν οι αρμόδιες αρχές μπορούν να δικαιολογήσουν ότι οι κίνδυνοι που ενέχουν τα εν λόγω υποκαταστήματα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς της Ένωσης και των κρατών μελών δεν αυξάνονται σημαντικά χωρίς την επιβολή τέτοιου είδους απαιτήσεων για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.
(26)Για τη διασφάλιση της συνέπειας των εποπτικών αποφάσεων σχετικά με όμιλο τρίτης χώρας με υποκαταστήματα και θυγατρικές σε διάφορα κράτη μέλη, θα πρέπει να ορίζεται επικεφαλής αρμόδια αρχή για τη διενέργεια της αξιολόγησης της συστημικής σημασίας. Ο ρόλος αυτός θα πρέπει να αντιστοιχεί στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση, όπου εφαρμόζεται το άρθρο 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή στην αρμόδια αρχή που θα καταστεί η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, σε περίπτωση που τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας του εν λόγω ομίλου αντιμετωπίζονται ως θυγατρικές του. Όταν δεν έχει προσδιοριστεί η σχετική αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή όταν η επικεφαλής αρμόδια αρχή δεν έχει ξεκινήσει την αξιολόγηση συστημικής σημασίας εντός τριών μηνών, την εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να διενεργεί η ΕΑΤ, αντίθετα με όσα προβλέπονται. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να διαβουλεύεται και να συνεργάζεται πλήρως με τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των θυγατρικών και των υποκαταστημάτων του σχετικού ομίλου τρίτης χώρας σε ολόκληρη την Ένωση. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή και οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν κοινή απόφαση σχετικά με την επιβολή απαιτήσεων στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που αξιολογούνται ως συστημικά. Για λόγους τήρησης της δέουσας διαδικασίας, η επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τηρείται το δικαίωμα ακρόασης και υποβολής παρατηρήσεων των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών κατά την αξιολόγηση της συστημικής σημασίας.
(27)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διενεργούν τακτικούς ελέγχους της συμμόρφωσης των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών με τις σχετικές απαιτήσεις στο πλαίσιο της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να λαμβάνουν εποπτικά μέτρα για τα εν λόγω υποκαταστήματα προκειμένου να διασφαλίζεται ή να αποκαθίσταται η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις. Για να διευκολυνθεί η αποτελεσματική εποπτεία των απαιτήσεων σχετικά με τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και να καταστεί δυνατή η ολοκληρωμένη επισκόπηση των δραστηριοτήτων ομίλων τρίτων χωρών εντός της Ένωσης, θα πρέπει να διατίθενται στις αρμόδιες αρχές κοινές εποπτικές και χρηματοοικονομικές αναφορές σύμφωνα με τυποποιημένα υποδείγματα. Η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει εντολή να καταρτίσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των εν λόγω υποδειγμάτων και η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλες οι δραστηριότητες ομίλων τρίτων χωρών που λειτουργούν στην Ένωση μέσω υποκαταστημάτων τρίτων χωρών υπόκεινται σε συνολική εποπτεία, να αποτρέπεται η καταστρατήγηση των απαιτήσεων που ισχύουν για τους εν λόγω ομίλους βάσει του δικαίου της Ένωσης και να ελαχιστοποιούνται οι δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Ειδικότερα, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής των σωμάτων εποπτών ομίλων τρίτων χωρών στην Ένωση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει ήδη τέτοιου είδους σώμα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συστήσουν ένα ad hoc σώμα για όλα τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 του ίδιου ομίλου, όταν δραστηριοποιείται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη.
(28)Το πλαίσιο της Ένωσης για τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της διακριτικής ευχέρειας που ενδέχεται να διαθέτουν επί του παρόντος τα κράτη μέλη να απαιτούν, γενικά, από επιχειρήσεις τρίτων χωρών που προέρχονται από συγκεκριμένες τρίτες χώρες να ασκούν τραπεζικές δραστηριότητες στο έδαφός τους αποκλειστικά μέσω θυγατρικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η απαίτηση αυτή μπορεί να αναφέρεται σε τρίτες χώρες που εφαρμόζουν πρότυπα προληπτικής εποπτείας και εποπτικά πρότυπα στον τραπεζικό κλάδο τα οποία δεν είναι ισοδύναμα με τα πρότυπα της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους ή σε τρίτες χώρες που έχουν στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά τους όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(29)Μετά την εισαγωγή του ΔΠΧΑ 9 την 1η Ιανουαρίου 2018, το αποτέλεσμα των υπολογισμών των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, το οποίο βασίζεται σε προσέγγιση ανάπτυξης υποδειγμάτων, επηρεάζει άμεσα το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και τους κανονιστικούς δείκτες των ιδρυμάτων. Οι ίδιες προσεγγίσεις ανάπτυξης υποδειγμάτων αποτελούν επίσης τη βάση υπολογισμού των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών, όταν τα ιδρύματα εφαρμόζουν εθνικά λογιστικά πλαίσια. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΤ να έχουν σαφή εικόνα του αντικτύπου που έχουν οι εν λόγω υπολογισμοί στο εύρος τιμών για τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν για παρόμοια ανοίγματα. Για τον σκοπό αυτόν, η συγκριτική αξιολόγηση θα πρέπει να καλύπτει και τις εν λόγω προσεγγίσεις ανάπτυξης υποδειγμάτων. Δεδομένου ότι τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν υποδείγματα για τον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών εντός του πλαισίου του ΔΠΧΑ 9, τα εν λόγω ιδρύματα θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται στη συγκριτική αξιολόγηση, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας.
(30)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θεσπίζοντας ένα αναθεωρημένο πλαίσιο κινδύνου αγοράς που ανέπτυξε η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία. Η εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που αποτελεί μέρος του εν λόγω νέου πλαισίου επιτρέπει στα ιδρύματα να υποδειγματοποιούν ορισμένες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων όσον αφορά τον κίνδυνο αγοράς. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΤ να έχουν σαφή εικόνα του εύρους τιμών για τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν για παρόμοια ανοίγματα, όχι μόνο στο πλαίσιο της προσέγγισης του εναλλακτικού εσωτερικού υποδείγματος, αλλά και στο πλαίσιο της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης. Συνεπώς, η συγκριτική αξιολόγηση του κινδύνου αγοράς θα πρέπει να καλύπτει την αναθεωρημένη τυποποιημένη προσέγγιση και την προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων.
(31)Η παγκόσμια μετάβαση προς μια βιώσιμη οικονομία, όπως κατοχυρώνεται στη συμφωνία του Παρισιού, η οποία συνάφθηκε από την Ένωση, και στην Ατζέντα του 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, θα απαιτεί βαθείς κοινωνικοοικονομικούς μετασχηματισμούς και θα εξαρτάται από την κινητοποίηση σημαντικών χρηματοδοτικών πόρων από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δεσμεύει την Ένωση να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στήριξη της εν λόγω μετάβασης, η οποία δεν αφορά μόνο την αποτύπωση και υποστήριξη των ευκαιριών που θα προκύψουν, αλλά και την ορθή διαχείριση των κινδύνων που μπορεί να συνεπάγεται.
(32)Η πρωτόγνωρης κλίμακας μετάβαση προς μια βιώσιμη, κλιματικά ουδέτερη και κυκλική οικονομία θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το 2018 το Δίκτυο κεντρικών τραπεζών και εποπτικών αρχών για την ενσωμάτωση της οικολογικής διάστασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα αποτελούν πηγή χρηματοοικονομικού κινδύνου. Η ανανεωμένη στρατηγική της Επιτροπής για τη βιώσιμη χρηματοδότηση επισημαίνει ότι οι περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι (ΠΚΔ), καθώς και οι κίνδυνοι που απορρέουν από τις φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας και της ευρύτερης υποβάθμισης του περιβάλλοντος των οικοσυστημάτων ειδικότερα, αποτελούν πρωτόγνωρη πρόκληση για τις οικονομίες μας και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι κίνδυνοι αυτοί παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες, όπως ο μακροχρόνιος χαρακτήρας τους και οι διαφορετικές επιπτώσεις τους σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
(33)Ο μακροπρόθεσμος χαρακτήρας και το βάθος της μετάβασης προς μια βιώσιμη, κλιματικά ουδέτερη και κυκλική οικονομία αναμένεται να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα των ιδρυμάτων. Η κατάλληλη προσαρμογή του χρηματοπιστωτικού τομέα, και ειδικότερα των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου μηδενικών καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην οικονομία της Ένωσης έως το 2050, διατηρώντας παράλληλα υπό έλεγχο τους εγγενείς κινδύνους. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν τη διαδικασία αυτή και να παρεμβαίνουν σε περιπτώσεις στις οποίες τα ιδρύματα διαχειρίζονται κλιματικούς κινδύνους, καθώς και κινδύνους που απορρέουν από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την απώλεια βιοποικιλότητας, κατά τρόπο που θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των επιμέρους ιδρυμάτων ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα συνολικά. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να παρακολουθούν και να εξουσιοδοτούνται να ενεργούν, όταν υπάρχει απόκλιση των επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικών των ιδρυμάτων με τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης και τις ευρύτερες τάσεις μετάβασης προς μια βιώσιμη οικονομία, με αποτέλεσμα την εμφάνιση κινδύνων για τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις στρατηγικές τους ή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι κλιματικοί και, γενικότερα, οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι θα πρέπει να εξετάζονται από κοινού με τους κοινωνικούς κινδύνους και τους κινδύνους διακυβέρνησης σε μία κατηγορία κινδύνων, ώστε να καταστεί δυνατή η ολοκληρωμένη και συντονισμένη ενσωμάτωση αυτών των παραγόντων, δεδομένου ότι συχνά είναι αλληλένδετοι. Οι κίνδυνοι ΠΚΔ συνδέονται στενά με την έννοια της βιωσιμότητας, καθώς οι παράγοντες ΠΚΔ αντιπροσωπεύουν τους βασικούς τρεις πυλώνες της βιωσιμότητας.
(34)Για να διατηρηθεί επαρκής ανθεκτικότητα στις αρνητικές επιπτώσεις των παραγόντων ΠΚΔ, τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν, να μετρούν και να διαχειρίζονται συστηματικά τους κινδύνους ΠΚΔ, και οι εποπτικές αρχές τους θα πρέπει να αξιολογούν τους κινδύνους τόσο σε επίπεδο μεμονωμένου ιδρύματος όσο και σε συστημικό επίπεδο, δίνοντας προτεραιότητα σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και μεταβαίνοντας σταδιακά προς τους άλλους παράγοντες βιωσιμότητας, καθώς εξελίσσονται οι μεθοδολογίες και τα εργαλεία εκτίμησης. Τα ιδρύματα θα πρέπει να αξιολογούν την εναρμόνιση των χαρτοφυλακίων τους με τη φιλοδοξία της Ένωσης να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050, καθώς και να αποτρέπουν την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την απώλεια βιοποικιλότητας. Τα ιδρύματα θα πρέπει να καθορίσουν ειδικά σχέδια για την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, από την απόκλιση του επιχειρηματικού μοντέλου και της στρατηγικής τους από τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη συμφωνία του Παρισιού, στη δέσμη μέτρων «Προσαρμογή στον στόχο του 55 %» [και στο παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα μετά το 2020]. Τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης και εσωτερικές διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων ΠΚΔ και να εφαρμόζουν στρατηγικές εγκεκριμένες από τα διοικητικά τους όργανα στις οποίες λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον οι τρέχουσες αλλά και οι μακροχρόνιες επιπτώσεις των παραγόντων ΠΚΔ. Η συλλογική γνώση και ευαισθητοποίηση του διοικητικού οργάνου σχετικά με τους παράγοντες ΠΚΔ και η κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων των ιδρυμάτων για την αντιμετώπιση των κινδύνων ΠΚΔ θα έχουν επίσης καίρια σημασία για την προώθηση της αλλαγής εντός κάθε μεμονωμένου ιδρύματος. Οι ιδιαιτερότητες των κινδύνων ΠΚΔ, καθώς και η σχετική καινοτομία τους, συνεπάγονται ότι η κατανόηση, οι μετρήσεις και οι πρακτικές διαχείρισης μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ιδρυμάτων. Για να διασφαλιστεί η σύγκλιση σε ολόκληρη την Ένωση και η ομοιόμορφη κατανόηση των κινδύνων ΠΚΔ, θα πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλοι ορισμοί και ελάχιστα πρότυπα για την εκτίμηση των κινδύνων αυτών στις ρυθμίσεις προληπτικής εποπτείας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, διατυπώνονται ορισμοί στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η ΕΑΤ εξουσιοδοτείται να προσδιορίσει ένα ελάχιστο σύνολο μεθοδολογιών αναφοράς για την εκτίμηση των επιπτώσεων των κινδύνων ΠΚΔ στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των ιδρυμάτων, δίνοντας προτεραιότητα στις επιπτώσεις των περιβαλλοντικών παραγόντων. Δεδομένου ότι ο μακροχρόνιος χαρακτήρας των κινδύνων ΠΚΔ σημαίνει ότι η ανάλυση σεναρίων και οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, από κοινού με τα σχέδια για την αντιμετώπιση των εν λόγω κινδύνων, αποτελούν ιδιαιτέρως πληροφοριακά εργαλεία αξιολόγησης, η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτείται να αναπτύσσει ενιαία κριτήρια για το περιεχόμενο των σχεδίων αντιμετώπισης των εν λόγω κινδύνων και για τον καθορισμό σεναρίων και την εφαρμογή των μεθόδων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι, συμπεριλαμβανομένων κινδύνων που απορρέουν από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την απώλεια βιοποικιλότητας, και ειδικότερα οι κίνδυνοι που συνδέονται με το κλίμα θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα λόγω του επείγοντος χαρακτήρα τους και της ιδιαίτερης σημασίας της ανάλυσης σεναρίων και των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων όσον αφορά την εκτίμησή τους.
(35)Οι κίνδυνοι ΠΚΔ μπορεί να έχουν σημαντικές συνέπειες τόσο στη σταθερότητα των μεμονωμένων ιδρυμάτων και όσο και του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνεκτιμούν σταθερά τους εν λόγω κινδύνους στις σχετικές εποπτικές δραστηριότητές τους, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης και επανεξέτασης και της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων των εν λόγω κινδύνων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με το Μέσο Τεχνικής Υποστήριξης που διαθέτει, παρέχει στις εθνικές αρμόδιες αρχές στήριξη για την ανάπτυξη και την εφαρμογή μεθοδολογιών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και παραμένει διαθέσιμη προκειμένου να συνεχίσει να παρέχει τεχνική υποστήριξη στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, οι μεθοδολογίες προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τους κινδύνους ΠΚΔ εφαρμόζονταν μέχρι στιγμής κυρίως με διερευνητικό τρόπο. Προκειμένου να ενσωματωθούν οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για ΠΚΔ σταθερά και με συνέπεια στην εποπτεία, η ΕΑΤ, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) θα πρέπει να αναπτύξουν από κοινού κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση συνεκτικών παραμέτρων και κοινών μεθοδολογιών για τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων όσον αφορά τους κινδύνους ΠΚΔ. Οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για τους εν λόγω κινδύνους θα πρέπει να ξεκινούν από παράγοντες που συνδέονται με το κλίμα και το περιβάλλον και, καθώς καθίστανται διαθέσιμα περισσότερα δεδομένα και μεθοδολογίες για τους κινδύνους ΠΚΔ με σκοπό να στηρίξουν την ανάπτυξη πρόσθετων εργαλείων για την αξιολόγηση των ποσοτικών επιπτώσεών τους στους χρηματοοικονομικούς κινδύνους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εκτιμούν όλο και περισσότερο τον αντίκτυπο των εν λόγω κινδύνων στις οικείες εκτιμήσεις επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ενιαία ένταξη των κινδύνων ΠΚΔ στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (ΔΕΕΑ).
(36)Οι διατάξεις του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σχετικά με το πλαίσιο του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου μπορούν ήδη να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση διαφόρων ειδών συστημικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Στον βαθμό που οι σχετικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές, κατά περίπτωση, θεωρούν ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή έχουν τη δυνατότητα να έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την πραγματική οικονομία των κρατών μελών, θα πρέπει να θεσπίσουν ένα ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου για τους κινδύνους αυτούς, σε περίπτωση που θεωρούν ότι η θέσπιση του εν λόγω ποσοστού είναι αποτελεσματική και αναλογική για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.
(37)Τα μέλη του διοικητικού οργάνου μπορούν να υποβάλλονται σε αξιολόγηση καταλληλότητας μόνον αφού παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα μετά τον διορισμό τους ή, στην περίπτωση των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις, δεν υποβάλλονται καθόλου. Έτσι, τα μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας μπορεί να έχουν ασκήσει τα καθήκοντά τους για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, γεγονός που είναι προβληματικό ιδίως για τα μεγάλα ιδρύματα. Επιπλέον, τα διασυνοριακά ιδρύματα πρέπει να ακολουθούν πολυποίκιλους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες, γεγονός που δεν καθιστά το ισχύον σύστημα αποτελεσματικό. Η ύπαρξη διαφορετικών απαιτήσεων όσον αφορά την αξιολόγηση της καταλληλότητας σε ολόκληρη την Ένωση αποτελεί ιδιαιτέρως οξύ ζήτημα στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να προβλεφθεί ένα σύνολο κανόνων σε επίπεδο Ένωσης για τη θέσπιση ενός συνεκτικού και προβλέψιμου πλαισίου καταλληλότητας. Κάτι τέτοιο αναμένεται να ενισχύσει την εποπτική σύγκλιση, καθιστώντας δυνατή την περαιτέρω εμπιστοσύνη μεταξύ των αρμόδιων αρχών, και θα παρέχει στα ιδρύματα μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Η ύπαρξη ενός άρτιου πλαισίου καταλληλότητας για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση της ενδεδειγμένης διοίκησης των ιδρυμάτων και της κατάλληλης διαχείρισης των κινδύνων τους.
(38)Σκοπός της αξιολόγησης της καταλληλότητας των μελών διοικητικών οργάνων είναι να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω μέλη είναι κατάλληλα για τον ρόλο τους και έχουν καλή φήμη. Έχοντας την πρωταρχική ευθύνη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου, τα ιδρύματα θα πρέπει να διενεργούν την αξιολόγηση καταλληλότητας, την οποία θα ακολουθεί μια επαλήθευση από τις αρμόδιες αρχές που μπορούν να την εκτελέσουν πριν ή μετά την ανάληψη της θέσης από το μέλος του διοικητικού οργάνου. Ωστόσο, λόγω των κινδύνων που ενέχουν τα μεγάλα ιδρύματα, οι οποίοι προκύπτουν ειδικότερα από πιθανά φαινόμενα μετάδοσης, τα μέλη του διοικητικού οργάνου που κρίνονται ακατάλληλα θα πρέπει να εμποδίζονται να επηρεάζουν τη λειτουργία τέτοιων μεγάλων ιδρυμάτων με πιθανές σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις. Ως εκ τούτου, υπό εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι σκόπιμο οι αρμόδιες αρχές να αξιολογούν την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού οργάνου μεγάλων ιδρυμάτων, προτού τα μέλη αυτά ασκήσουν τα καθήκοντά τους.
(39)Εκτός από τα μέλη του διοικητικού οργάνου, σημαντική επιρροή στη διασφάλιση της υγιούς και συνετής διαχείρισης ενός ιδρύματος σε καθημερινή βάση έχουν και τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις. Επειδή η οδηγία 2013/36/ΕΕ δεν ορίζει επί του παρόντος τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν αποκλίνουσες πρακτικές σε ολόκληρη την Ένωση, γεγονός που παρεμποδίζει την αποτελεσματική και αποδοτική εποπτεία και εμποδίζει την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να οριστούν τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις. Επιπλέον, η ευθύνη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις θα πρέπει να ανήκει πρωτίστως στα ιδρύματα. Ωστόσο, λόγω των κινδύνων που ενέχουν οι δραστηριότητες των μεγάλων ιδρυμάτων, η καταλληλότητα των επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και του γενικού οικονομικού διευθυντή στα εν λόγω μεγάλα ιδρύματα θα πρέπει να αξιολογείται από τις αρμόδιες αρχές πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους.
(40)Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα για τα ιδρύματα, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί αποτελεσματική και έγκαιρη διαδικασία για την επαλήθευση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις από τις αρμόδιες αρχές. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ζητούν τυχόν πρόσθετες πληροφορίες, όταν κρίνεται σκόπιμο, αλλά και να διασφαλίζει ότι οι εν λόγω αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να χειρίζονται τις αξιολογήσεις καταλληλότητας εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος. Τα ιδρύματα, από την πλευρά τους, θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές ορθές και πλήρεις πληροφορίες εντός του διαθέσιμου χρόνου και να ανταποκρίνονται γρήγορα και καλόπιστα στα αιτήματα των αρμόδιων αρχών για την παροχή πρόσθετων πληροφοριών.
(41)Υπό το πρίσμα του ρόλου της αξιολόγησης της καταλληλότητας για τη συνετή και υγιή διαχείριση των ιδρυμάτων, είναι αναγκαίο να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές νέα εργαλεία, όπως δηλώσεις αρμοδιοτήτων και καταγραφή των καθηκόντων, με σκοπό την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις. Τα νέα αυτά εργαλεία αναμένεται να στηρίξουν επίσης το έργο των αρμόδιων αρχών κατά την επανεξέταση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης των ιδρυμάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Παρά τη συνολική ευθύνη του διοικητικού οργάνου ως συλλογικού οργάνου, τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να συντάσσουν ατομικές δηλώσεις και καταγραφή για τη διευκρίνιση των καθηκόντων των μελών του διοικητικού οργάνου, των ανώτερων διοικητικών στελεχών και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις. Τα ατομικά τους καθήκοντα δεν καθορίζονται πάντοτε με σαφήνεια ή συνέπεια και ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες επικαλύπτονται δύο ή περισσότεροι ρόλοι ή παραβλέπονται τομείς καθηκόντων, επειδή δεν εμπίπτουν αμιγώς στην αρμοδιότητα ενός και μόνο προσώπου. Το πεδίο εφαρμογής των καθηκόντων κάθε προσώπου θα πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένο και δεν θα πρέπει να παραλείπεται κανένας τομέας καθηκόντων. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν περαιτέρω τη λογοδοσία των μελών του διοικητικού οργάνου, των ανώτερων διοικητικών στελεχών και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις.
(42)Προκειμένου να διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν και να εφαρμόζουν ταχέως αποφάσεις. Στο πλαίσιο των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή δράσης εξυγίανσης, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να κρίνουν σκόπιμο να απομακρύνουν ή να αντικαταστήσουν μέλη του διοικητικού οργάνου ή ανώτερα διοικητικά στελέχη. Για να λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διενεργούν την αξιολόγηση καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου ή των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις αφότου τα εν λόγω μέλη του διοικητικού οργάνου ή τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις αναλάβουν τα καθήκοντά τους.
(43)Μόλις δεσμευτεί από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το ονομαστικό ποσό της απαίτησης πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων ενός ιδρύματος που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγία 2013/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν θα πρέπει να αυξάνεται αμέσως ως αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως των υπολοίπων παραγόντων. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτήν, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να επανεξετάζει την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος και να αξιολογεί, ειδικότερα, αν και σε ποιον βαθμό η εν λόγω απαίτηση αποτυπώνει τον κίνδυνο του υποδείγματος από τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων του ιδρύματος. Σε αυτήν την περίπτωση, η απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος θα πρέπει να θεωρείται ότι επικαλύπτεται με τους κινδύνους που καλύπτονται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων στην απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος και, κατά συνέπεια, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μειώνει την απαίτηση αυτή στον βαθμό που απαιτείται για την εξάλειψη οποιασδήποτε τέτοιου είδους επικάλυψης για όσο διάστημα το ίδρυμα εξακολουθεί να δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
(44)Ομοίως, μόλις δεσμευτεί από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, το ονομαστικό ποσό του κεφαλαίου CET1 ενός ιδρύματος που απαιτείται βάσει του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν θα πρέπει να αυξάνεται όταν δεν έχει υπάρξει αύξηση των μακροπροληπτικών ή συστημικών κινδύνων που συνδέονται με το ίδρυμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή του ιδρύματος, κατά περίπτωση, θα πρέπει να επανεξετάζει τη βαθμονόμηση των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου και να διασφαλίζει ότι παραμένουν κατάλληλα και δεν υπολογίζουν διπλά τους κινδύνους που καλύπτονται ήδη λόγω του γεγονότος ότι το ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Γενικότερα, οι αρμόδιες και εντεταλμένες αρχές, κατά περίπτωση, δεν θα πρέπει να επιβάλλουν απαιτήσεις αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου για κινδύνους οι οποίοι καλύπτονται ήδη πλήρως από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
(45)Επιπλέον, όταν ένα ίδρυμα που χαρακτηρίζεται ως «άλλο συστημικά σημαντικό ίδρυμα» δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή του, κατά περίπτωση, θα πρέπει να επανεξετάζει τη βαθμονόμηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας O-SII του ιδρύματος και να διασφαλίζει ότι παραμένει κατάλληλη.
(46)Για να καταστεί δυνατή η έγκαιρη και αποτελεσματική ενεργοποίηση του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, είναι απαραίτητο να αποσαφηνιστεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και να απλουστευθούν και να εναρμονιστούν οι εφαρμοστέες διαδικασίες. Οι εντεταλμένες αρχές όλων των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, ώστε να καθίσταται δυνατή η αναγνώριση των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζουν οι αρχές άλλων κρατών μελών και να διασφαλίζεται ότι οι αρχές έχουν την εξουσία να αντιμετωπίζουν τους συστημικούς κινδύνους εγκαίρως και αποτελεσματικά. Για την αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζεται από άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να απαιτείται μόνο κοινοποίηση από την αρχή που αναγνωρίζει το ποσοστό. Για να αποφευχθούν περιττές διαδικασίες χορήγησης άδειας όταν η απόφαση για τον καθορισμό ποσοστού αποθέματος ασφαλείας οδηγεί σε μείωση ή σε καμία αλλαγή σε σχέση με οποιοδήποτε από τα προκαθορισμένα ποσοστά, θα πρέπει να εναρμονιστεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 131 παράγραφος 15 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 133 παράγραφος 9 της εν λόγω οδηγίας. Οι διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 133 παράγραφος 11 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να συνάδουν περισσότερο με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για άλλα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, στον βαθμό που κρίνεται σκόπιμο,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2013/36/ΕΕ
Η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:
1)στο άρθρο 3, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
α)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 8α):
«8α)“διοικητικό όργανο με διαχειριστική αρμοδιότητα”: το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του που αφορά την αποτελεσματική διεύθυνση του ιδρύματος, το οποίο περιλαμβάνει τα πρόσωπα που διευθύνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος,»·
β)το σημείο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«9)“ανώτερα διοικητικά στελέχη”: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα και τα οποία λογοδοτούν απευθείας στο διοικητικό όργανο του ιδρύματος, αλλά δεν είναι μέλη του οργάνου αυτού και είναι υπεύθυνα για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος υπό τη διεύθυνση του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος,»·
γ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 9α) έως 9δ):
«9α)“πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις”: τα πρόσωπα τα οποία ασκούν σημαντική επιρροή στη διοίκηση του ιδρύματος, αλλά δεν είναι μέλη του διοικητικού οργάνου, στα οποία περιλαμβάνονται οι επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και ο γενικός οικονομικός διευθυντής, στην περίπτωση που δεν είναι μέλη του διοικητικού οργάνου,
9β)“γενικός οικονομικός διευθυντής”: το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των οικονομικών πόρων, τον οικονομικό προγραμματισμό και την υποβολή χρηματοοικονομικών αναφορών του ιδρύματος,
9γ)“επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου”: τα πρόσωπα στο ανώτατο ιεραρχικό επίπεδο τα οποία είναι επιφορτισμένα με την αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας των ανεξάρτητων τμημάτων διαχείρισης κινδύνου, κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος,
9δ)“τμήματα εσωτερικού ελέγχου”: τα τμήματα διαχείρισης κινδύνου, κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου,»·
δ)το σημείο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«11)“κίνδυνος του υποδείγματος”: ο κίνδυνος υποδείγματος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 52β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,»·
ε)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 29α):
«29α)“αυτόνομο ίδρυμα στην ΕΕ”: αυτόνομο ίδρυμα στην ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,»·
στ)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 47α):
«47α)“αποδεκτό κεφάλαιο”: το αποδεκτό κεφάλαιο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 71) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,»·
ζ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 66 έως 69:
«66)“μεγάλο ίδρυμα”: ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 146) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
67)“σχετική θυγατρική”: σημαντική θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 135) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή μεγάλη θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 147) του εν λόγω κανονισμού,
68)“περιοδικές χρηματικές ποινές”: ημερήσιες χρηματικές ποινές που έχουν ως στόχο τον τερματισμό των συνεχιζόμενων παραβάσεων και την υποχρέωση των νομικών ή φυσικών προσώπων να αποκαταστήσουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
69)“περιβαλλοντικός, κοινωνικός και σχετικός με τη διακυβέρνηση κίνδυνος”: περιβαλλοντικός, κοινωνικός και σχετικός με τη διακυβέρνηση κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 52δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·
2)στο άρθρο 4, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής περιοδικών χρηματικών ποινών και κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Για να διατηρηθεί η ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα κράτη μέλη προβλέπουν όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να διασφαλίσουν ότι οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού τους και των μελών των οργάνων διακυβέρνησής τους, μπορούν να ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, χωρίς να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες ή να επηρεάζονται από εποπτευόμενα ιδρύματα, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή φορέα της Ένωσης ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα. Οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών που απορρέουν από το γεγονός ότι αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος χρηματοοικονομικής εποπτείας, όπως απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010*1, του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, όπως απορρέει από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013*2 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 16ης Απριλίου 2014*3, του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης, όπως απορρέει από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014*4.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, ειδικότερα, ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων του προσωπικού τους και των μελών των οργάνων διακυβέρνησής τους. Για τους σκοπούς αυτούς, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες αναλογικούς προς τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του εν λόγω προσωπικού και των μελών των οργάνων διακυβέρνησης και, τουλάχιστον, τους απαγορεύουν:
α)συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδονται από ή συνδέονται με ιδρύματα τα οποία εποπτεύουν οι αρμόδιες αρχές, τις άμεσες ή έμμεσες μητρικές επιχειρήσεις, θυγατρικές ή συνδεδεμένες εταιρείες τους·
β)μετά τη λήξη της απασχόλησής τους στην αρμόδια αρχή, να προσλαμβάνονται υπό οποιαδήποτε συμβατική συμφωνία ή να την αποδέχονται για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
i)ιδρύματα στα οποία έχουν ασκήσει άμεση εποπτεία, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων ή έμμεσων μητρικών επιχειρήσεων, θυγατρικών ή συνδεδεμένων εταιρειών τους, τουλάχιστον κατά τα δύο προηγούμενα έτη από την ημερομηνία ανάληψης οποιουδήποτε νέου ρόλου·
ii)επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες σε οποιαδήποτε από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο σημείο i), οι οποίες ήταν άμεσα εποπτευόμενες τουλάχιστον κατά τα δύο προηγούμενα έτη από την ημερομηνία ανάληψης οποιουδήποτε νέου ρόλου, εκτός εάν τους απαγορεύεται αυστηρά να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε παροχή των υπηρεσιών αυτών ενόσω εξακολουθεί να ισχύει η απαγόρευση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.
Τα μέλη του προσωπικού και των οργάνων διακυβέρνησης που υπόκεινται στις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο στοιχείο β) τρίτο εδάφιο δικαιούνται κατάλληλη αποζημίωση λόγω αδυναμίας να αναλάβουν ρόλο που υπόκειται στην απαγόρευση.
Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων και την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές για την αναλογική εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»·
______
*1
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).
*2
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).
*3
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).
*4
Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).
3)στο άρθρο 18 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):
«ζ)πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i)έχει διαπιστωθεί ότι τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014·
ii)η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα·
iii)η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα.»·
4)το άρθρο 21α τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, οι μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, οι εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν απαιτείται συμμόρφωσή τους με την παρούσα οδηγία ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε υποενοποιημένη βάση.
Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε έλεγχο των μητρικών επιχειρήσεων ενός ιδρύματος ή των μητρικών επιχειρήσεων μιας οντότητας που ζητεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, προκειμένου να διαπιστώσουν την παρουσία ή μη μιας επιχείρησης που πληροί τα κριτήρια ώστε να θεωρείται μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ.
Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, όταν οι μητρικές εταιρείες είναι εγκατεστημένες σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα ή η οντότητα που ζητεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω δύο κρατών μελών συνεργάζονται στενά για τη διενέργεια του ελέγχου.
Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν το αποτέλεσμα του ελέγχου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.»·
β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
i)στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β) πληροφορίες σχετικά με τον διορισμό τουλάχιστον δύο προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 91 παράγραφος 1,»·
ii)το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συμπίπτει χρονικώς με την εκτίμηση που αναφέρεται στα άρθρα 22 και 27α, η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου συντονίζεται καταλλήλως με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εφόσον είναι διαφορετική, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Στην περίπτωση αυτήν, η περίοδος εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 27α παράγραφος 6 αναστέλλεται επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπει το παρόν άρθρο.»·
5)στο άρθρο 21β παράγραφος 6 προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο και τρίτο εδάφιο:
«Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τη διευκρίνιση των ενιαίων μορφοτύπων, ορισμών και λύσεων ΤΠ που θα πρέπει να εφαρμόζονται στην Ένωση για την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»·
6)προστίθεται το ακόλουθο νέο άρθρο 21γ:
«Άρθρο 21γ
Απαίτηση εγκατάστασης υποκαταστήματος για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από επιχειρήσεις τρίτων χωρών και εξαίρεση σε περίπτωση αντίστροφης προσέλκυσης υπηρεσιών
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2, να ιδρύσουν υποκατάστημα στο έδαφός τους και να υποβάλουν αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με τον τίτλο VI, προκειμένου να αρχίσουν ή να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου στο οικείο κράτος μέλος.
2. Όταν ένας ιδιώτης πελάτης, επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος ή επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήματα I και II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ που είναι εγκατεστημένος ή βρίσκεται στην Ένωση προσεγγίσει επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα αποκλειστικά με δική του πρωτοβουλία για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας ή δραστηριότητας που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1, η απαίτηση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για την παροχή της σχετικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας στο εν λόγω πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης που αφορά ειδικά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας. Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων, μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτήν την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ένωση, δεν θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη.
3. Η πρωτοβουλία πελάτη ή αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεν παρέχει στην επιχείρηση τρίτης χώρας το δικαίωμα να εμπορεύεται άλλες κατηγορίες προϊόντων, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών πέραν εκείνων που είχε ζητήσει ο πελάτης ή ο αντισυμβαλλόμενος, παρά μόνο μέσω υποκαταστήματος τρίτης χώρας εγκατεστημένου σε κράτος μέλος.»·
7)στον τίτλο IIΙ, προστίθενται τα ακόλουθα κεφάλαια 3, 4 και 5:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Απόκτηση ή εκποίηση ειδικής συμμετοχής
Άρθρο 27α
Κοινοποίηση και εκτίμηση της απόκτησης συμμετοχής
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από οποιοδήποτε ίδρυμα, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ και μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ή άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υποχρεούνται να ζητούν έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 σε υποενοποιημένη βάση (στο εξής: αγοραστής), να κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή τους αν έχουν την πρόθεση να αποκτήσουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή που υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του αγοραστή (στο εξής: προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), αναφέροντας το μέγεθος της σκοπούμενης συμμετοχής και τις σχετικές πληροφορίες, όπως ορίζεται στο άρθρο 27β παράγραφος 5.
2. Οι αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν εγγράφως ότι παρέλαβαν την κοινοποίηση δυνάμει της παραγράφου 1 ή κάθε πρόσθετη πληροφορία δυνάμει της παραγράφου 5 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 22 παράγραφος 2, όταν η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή στο άρθρο 22 παράγραφος 1 θεωρείται από τις αρμόδιες αρχές περίπλοκη, η επιβεβαίωση της παραλαβής της κοινοποίησης τυχόν πρόσθετων πληροφοριών πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης.
3. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν προθεσμία 60 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαιτεί το κράτος μέλος να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 27β παράγραφος 4 (στο εξής: περίοδος εκτίμησης), προκειμένου να διενεργήσουν την εκτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 27β παράγραφος 1 (στο εξής: εκτίμηση).
Σε περίπτωση που η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής συνίσταται σε ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1, ο αγοραστής εξακολουθεί επίσης να υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποίησης και την εκτίμηση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο.
4. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής που αναφέρεται στην παράγραφο 3, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου εκτίμησης.
5. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, εάν είναι αναγκαίο, κατά την περίοδο εκτίμησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου εκτίμησης, να ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της εκτίμησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
6. Η περίοδος εκτίμησης αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι συμπληρωματικές πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του αγοραστή, με την οποία παρέχει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που ζητήθηκαν. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου εκτίμησης.
7. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν την αναστολή της παραγράφου 6 δεύτερο εδάφιο έως 30 εργάσιμες ημέρες, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)η αποκτώμενη οντότητα είναι εγκατεστημένη ή υπόκειται σε κανονιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα·
β)η ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημεία 1 και 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*5 είναι απαραίτητη για τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 27β παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.
8. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών βάσει του άρθρου 21α συμπίπτει χρονικώς με την εκτίμηση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου συντονίζεται καταλλήλως με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εάν είναι διαφορετική, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Στην περίπτωση αυτήν, η περίοδος εκτίμησης αναστέλλεται επί χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 21α.
9. Όταν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνουν εγγράφως τον αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών από την ολοκλήρωση της εκτίμησης και χωρίς να υπερβαίνουν την περίοδο εκτίμησης, εκθέτοντας τους λόγους της αντίρρησής τους. Με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η κατάλληλη αιτιολόγηση της απόφασης που αντιτίθεται στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του αγοραστή. Η απουσία διατάξεων στο εθνικό δίκαιο σχετικά με την κατάλληλη αιτιολόγηση της απόφασης που αντιτίθεται στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του αγοραστή.
10. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου εκτίμησης, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
11. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνουν την προθεσμία αυτήν, κατά περίπτωση.
12. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές ή την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης απόκτησης συμμετοχής ή κεφαλαίου, αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
________
*5
Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).
Άρθρο 27β
Κριτήρια εκτίμησης
1. Κατά την εξέταση της κοινοποίησης της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής που προβλέπεται στο άρθρο 27α παράγραφος 1 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 27α παράγραφος 5, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την υγιή και συνετή διαχείριση του αγοραστή μετά την απόκτηση της συμμετοχής, και ειδικότερα τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί ο αγοραστής, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
α)τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα, όπως ορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1, οποιουδήποτε νέου μέλους του διοικητικού οργάνου του αγοραστή που θα διοριστεί κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·
β)την ικανότητα του αγοραστή να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου·
γ)αν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
2. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του κριτηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) και του κριτηρίου που ορίζεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε), οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται, στο πλαίσιο των επαληθεύσεων που διενεργούν, με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849.
3. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για κάτι τέτοιο, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον αγοραστή δεν είναι πλήρεις, παρά το αίτημα που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 27α.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και του άρθρου 23 παράγραφος 2, και όσον αφορά το κριτήριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), αντίρρηση που διατυπώνεται εγγράφως από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 συνιστά βάσιμο λόγο αντίθεσης.
4. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής με βάση τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.
5. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της εκτίμησης. Οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τον χρόνο της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 27α παράγραφος 1. Οι πληροφορίες είναι αναλογικές και προσαρμοσμένες στη φύση της οντότητας που πρόκειται να αποκτηθεί. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική εκτίμηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
6. Με την επιφύλαξη του άρθρου 27α παράγραφοι 2 έως 7, εάν κοινοποιηθούν δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια οντότητα, η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει όλους τους αγοραστές αμερόληπτα.
7. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:
α)τον ελάχιστο κατάλογο πληροφοριών που θα πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τον χρόνο της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, στο άρθρο 27α παράγραφος 1, στο άρθρο 27στ παράγραφος 1 και στο άρθρο 27ια παράγραφος 1·
β)κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης των κριτηρίων που ορίζονται στο παρόν άρθρο, στο άρθρο 27ζ και στο άρθρο 27ιβ·
γ)τη διαδικασία που εφαρμόζεται για την κοινοποίηση και την προληπτική εκτίμηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 27α, του άρθρου 27στ και του άρθρου 27ια.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*6.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
__________
*6
Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δικαίου (κωδικοποιημένο κείμενο).
Άρθρο 27γ
Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών
1. Οι οικείες αρμόδιες αρχές, κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 27β, διαβουλεύονται μεταξύ τους, σε περίπτωση που η αποκτώμενη οντότητα είναι:
α)πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
β)μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
γ)νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την εκτίμηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν, εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος ή με δική τους πρωτοβουλία όλες τις σχετικές πληροφορίες για την εκτίμηση.
2. Οι αρμόδιες αρχές προσπαθούν να συντονίσουν τις εκτιμήσεις τους και να διασφαλίσουν τη συνέπεια των αποφάσεών τους. Για τον σκοπό αυτόν, η απόφαση της αρμόδιας αρχής του αγοραστή αναφέρει τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις που διατυπώνει η αρμόδια αρχή η οποία έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα που ελέγχεται από τη μητρική επιχείρηση στην οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
3. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει κοινές διαδικασίες, έντυπα και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων υπηρεσιών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 27δ
Κοινοποίηση στην περίπτωση διάθεσης συμμετοχής
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα, τις μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και από τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές την πρόθεσή τους να διαθέσουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή που υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του αγοραστή. Η εν λόγω κοινοποίηση πραγματοποιείται εγγράφως και πριν από την εκποίηση, προσδιορίζοντας το ύψος της σχετικής συμμετοχής.
Άρθρο 27ε
Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις
Σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν κοινοποιήσει εκ των προτέρων την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 27α παράγραφος 1 ή έχει αποκτήσει ειδική συμμετοχή, όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν έκδοση προσωρινών μέτρων, περιοδικές χρηματικές ποινές και κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 72, κατά των μελών του διοικητικού οργάνου και ανώτερων διοικητικών στελεχών. Σε περίπτωση που αποκτηθεί ειδική συμμετοχή παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη πιθανών κυρώσεων, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακύρωση των σχετικών ψήφων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Σημαντικές μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού και παθητικού
Άρθρο 27στ
Κοινοποίηση και εκτίμηση των σημαντικών μεταβιβάσεων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα, τις μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, τις μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που απαιτείται να ζητούν έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 σε υποενοποιημένη βάση, να κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή τους κάθε σημαντική μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού στην οποία προτίθενται να προβούν μέσω πώλησης ή οποιασδήποτε άλλης συναλλαγής (στο εξής: σκοπούμενη πράξη). Στην κοινοποίηση αναφέρεται το μέγεθος της σκοπούμενης πράξης και παρέχονται οι πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 27ζ παράγραφος 5.
Όταν η σκοπούμενη πράξη αφορά μόνον ιδρύματα του ίδιου ομίλου, τα εν λόγω ιδρύματα υπόκεινται επίσης στο πρώτο εδάφιο.
Για τους σκοπούς του πρώτου και δεύτερου εδαφίου, κάθε ίδρυμα που συμμετέχει στην ίδια σκοπούμενη πράξη υπόκειται μεμονωμένα στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στα εν λόγω εδάφια.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α)η σκοπούμενη πράξη θεωρείται σημαντική για ένα ίδρυμα όταν είναι τουλάχιστον ίση με το 10 % του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού του, ενώ όταν η σκοπούμενη πράξη διενεργείται μεταξύ οντοτήτων του ίδιου ομίλου, η σκοπούμενη πράξη θεωρείται σημαντική για ένα ίδρυμα όταν είναι τουλάχιστον ίση με το 15 % του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού του·
β)οι μεταβιβάσεις μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού ή στοιχείων ενεργητικού με σκοπό να συμπεριληφθούν σε συνολικά στοιχεία κάλυψης, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*7, ή να τιτλοποιηθούν, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στο στοιχείο α)·
γ)οι μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού στο πλαίσιο της χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στο στοιχείο α).
3. Οι αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν ότι παρέλαβαν κοινοποίηση κατά την παράγραφο 1 ή τις πρόσθετες πληροφορίες κατά την παράγραφο 6 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης.
4. Από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και των εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαιτεί το κράτος μέλος να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 27ζ παράγραφος 5, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία 60 εργασίμων ημερών προκειμένου να διενεργήσουν την εκτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 27ζ παράγραφος 1 (περίοδος εκτίμησης).
5. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν το ίδρυμα, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου εκτίμησης.
6. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της εκτίμησης ανά πάσα στιγμή κατά την περίοδο εκτίμησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου εκτίμησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
7. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του ιδρύματος που θα παρέχει όλες τις πληροφορίες που ζητήθηκαν, αναστέλλεται η περίοδος εκτίμησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου εκτίμησης.
8. Όταν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να αντιταχθούν στην σκοπούμενη πράξη, ενημερώνουν εγγράφως το ίδρυμα και παρέχουν τους λόγους εντός δύο εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση της εκτίμησης και το αργότερο έως την ημερομηνία λήξης της περιόδου εκτίμησης. Με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η κατάλληλη αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του ιδρύματος. Η απουσία διατάξεων στο εθνικό δίκαιο σχετικά με την κατάλληλη αιτιολόγηση της απόφασης που αντιτίθεται στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του ιδρύματος.
9. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην σκοπούμενη πράξη, εντός της περιόδου εκτίμησης, η πράξη θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
10. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της σκοπούμενης πράξης και να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, κατά περίπτωση.
11. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές ή την έγκριση από αυτές, αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 27στ.
________
*7
Οδηγία (ΕΕ) 2019/2162 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2014/59/ΕΕ (ΕΕ L 328 της 18.12.2019, σ. 29).
Άρθρο 27ζ
Κριτήρια εκτίμησης
1. Κατά την εξέταση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 27στ παράγραφος 1 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 27στ παράγραφος 6, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την σκοπούμενη πράξη σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
α)την ικανότητα του ιδρύματος να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου·
β)αν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη σκοπούμενη πράξη, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
2. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του κριτηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται, στο πλαίσιο των επαληθεύσεων που διενεργούν, με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849.
3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αντιταχθούν στη σκοπούμενη πράξη μόνον εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 1 ή όταν οι πληροφορίες που παρείχε το ίδρυμα είναι ελλιπείς παρά το αίτημα που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 27στ.
Όσον αφορά το κριτήριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), αντίρρηση που διατυπώνεται εγγράφως από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 συνιστά βάσιμο λόγο αντίθεσης.
4. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν τη σκοπούμενη πράξη από την κάλυψη συγκεκριμένου επιπέδου ή ποσού ούτε να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν τη σκοπούμενη πράξη με βάση τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.
5. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν κατάλογο των πληροφοριακών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τον χρόνο της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 27στ παράγραφος 1. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική εκτίμηση της σκοπούμενης πράξης.
Άρθρο 27η
Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών
1. Οι οικείες αρμόδιες αρχές, κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 27ζ, διαβουλεύονται μεταξύ τους, όταν τα μέρη που συμμετέχουν στη σκοπούμενη πράξη είναι:
α)πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (στο εξής: εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·
β)πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·
γ)νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
2. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για τη διενέργεια της εκτίμησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν, εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος ή με δική τους πρωτοβουλία όλες τις σχετικές πληροφορίες για την εκτίμηση.
3. Οι αρμόδιες αρχές προσπαθούν να συντονίσουν τις εκτιμήσεις τους, να διασφαλίσουν τη συνέπεια των αποφάσεών τους και να αναφέρουν στις αποφάσεις τους τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις που διατυπώνει η αρμόδια αρχή η οποία εποπτεύει άλλες οντότητες που συμμετέχουν στη σκοπούμενη πράξη.
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει κοινές διαδικασίες, έντυπα και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων υπηρεσιών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 27θ
Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις
Σε περίπτωση που τα ιδρύματα δεν κοινοποιήσουν εκ των προτέρων τη σκοπούμενη πράξη σύμφωνα με το άρθρο 27στ παράγραφος 1 ή εκτελέσουν τη σκοπούμενη πράξη όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο παρά τις αντιθέσεις των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν έκδοση προσωρινών μέτρων, περιοδικές χρηματικές ποινές και κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 72, κατά των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Συγχωνεύσεις και διασπάσεις
Άρθρο 27ι
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)“συγχώνευση”: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις με τις οποίες:
i)μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν κατά τη διάλυσή τους χωρίς εκκαθάριση όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους ή μέρη αυτών, σε άλλη υφιστάμενη εταιρεία ως αντάλλαγμα για τη διάθεση στους εταίρους τους τίτλων ή μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου της εν λόγω άλλης εταιρείας και, κατά περίπτωση, ποσού σε μετρητά που δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από το ισχύον εθνικό δίκαιο) ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των εν λόγω τίτλων ή μετοχών·
ii)μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν κατά τη διάλυσή τους χωρίς εκκαθάριση όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους ή μέρη αυτών, σε άλλη υφιστάμενη εταιρεία, την απορροφώσα εταιρεία, χωρίς την έκδοση νέων μετοχών από την απορροφώσα εταιρεία, υπό τον όρο ότι ένα πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα όλες τις μετοχές των συγχωνευόμενων εταιρειών ή ότι οι εταίροι των συγχωνευόμενων εταιρειών κατέχουν τους τίτλους και τις μετοχές τους στην ίδια αναλογία σε όλες τις συγχωνευόμενες εταιρείες·
iii)δύο ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν κατά τη διάλυσή τους χωρίς εκκαθάριση όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους ή μέρη αυτών, σε εταιρεία την οποία συνιστούν ως αντάλλαγμα για τη διάθεση στους εταίρους τους τίτλων ή μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου της εν λόγω νέας εταιρείας και, κατά περίπτωση, εξοφλητικού ποσού σε μετρητά που δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο ισχύον εθνικό δίκαιο) ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των εν λόγω τίτλων ή μετοχών·
iv)μια εταιρεία μεταβιβάζει κατά τη διάλυσή της χωρίς εκκαθάριση όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της ή μέρη αυτών, στην εταιρεία που κατέχει όλους τους τίτλους ή τις μετοχές του εταιρικού της κεφαλαίου.
β)“διάσπαση”: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις:
i)πράξη με την οποία μια εταιρεία μεταβιβάζει, μετά τη διάλυσή της και χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση, σε περισσότερες από μία εταιρείες όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της, μέσω διανομής στους μετόχους της μετοχών των εταιρειών οι οποίες λαμβάνουν τις εταιρικές εισφορές που προκύπτουν από τη διάσπαση και, κατά περίπτωση, ποσού σε μετρητά, που δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας των μετοχών που διατέθηκαν (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο ισχύον εθνικό δίκαιο) ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των εν λόγω τίτλων ή μετοχών·
ii)πράξη με την οποία μια εταιρεία μεταβιβάζει, μετά τη διάλυσή της και χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση, σε περισσότερες από μία νεοσυσταθείσες εταιρείες όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της, μέσω διανομής στους μετόχους της μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών και, κατά περίπτωση, ποσού σε μετρητά, που δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας των μετοχών που διατέθηκαν (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο ισχύον εθνικό δίκαιο) ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των εν λόγω τίτλων ή μετοχών·
iii)πράξη που συνίσταται σε συνδυασμό των πράξεων που περιγράφονται στα σημεία i) και ii)·
iv)πράξη με την οποία μια διασπώμενη εταιρεία μεταβιβάζει μέρος των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της σε μία ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες, με αντάλλαγμα την έκδοση προς τους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών, της διασπώμενης εταιρείας ή τόσο των επωφελούμενων εταιρειών όσο και της διασπώμενης εταιρείας και, κατά περίπτωση, την καταβολή ποσού σε μετρητά που δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας (εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο ισχύον εθνικό δίκαιο) ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των εν λόγω τίτλων ή μετοχών·
v)πράξη με την οποία μια διασπώμενη εταιρεία μεταβιβάζει μέρος των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της σε μία ή περισσότερες επωφελούμενες εταιρείες, με αντάλλαγμα την έκδοση τίτλων ή μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών στη διασπώμενη εταιρεία.
Άρθρο 27ια
Κοινοποίηση και εκτίμηση της συγχώνευσης ή διάσπασης
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα, τις μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, τις μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή από χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υποχρεούνται να ζητούν έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 σε υποενοποιημένη βάση (στο εξής: χρηματοοικονομικοί παράγοντες), τα οποία διενεργούν συγχώνευση ή διάσπαση (στο εξής: προτεινόμενη πράξη), να κοινοποιούν εκ των προτέρων την ολοκλήρωση της προτεινόμενης πράξης στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οντοτήτων που θα προκύψουν από την εν λόγω προτεινόμενη πράξη, αναφέροντας τις σχετικές πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27ιβ παράγραφος 4.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η ΕΚΤ θεωρείται ως η αρμόδια αρχή που θα πρέπει να ενημερώνεται και να αναλαμβάνει τη διενέργεια εκτίμησης, όταν οι οντότητες που προκύπτουν από την προτεινόμενη πράξη πληρούν σε ενοποιημένη βάση οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού υπερβαίνει τα 30 δισ. EUR·
β)το ποσοστό του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού ως προς το ΑΕΠ του συμμετέχοντος κράτους μέλους εγκατάστασης υπερβαίνει το 20 %, εκτός εάν η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού δεν υπερβαίνει τα 5 δισ. EUR.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, σε περίπτωση που η προτεινόμενη πράξη συνίσταται σε διάσπαση, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της οντότητας που προβαίνει στην προτεινόμενη πράξη είναι η αρμόδια αρχή που θα πρέπει να ενημερώνεται και να αναλαμβάνει τη διενέργεια εκτίμησης.
2. Οι αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν εγγράφως ότι παρέλαβαν την κοινοποίηση κατά την παράγραφο 1 ή κάθε πρόσθετη πληροφορία που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης ή των πρόσθετων πληροφοριών.
Όταν η προτεινόμενη πράξη αφορά μόνο χρηματοοικονομικούς παράγοντες από τον ίδιο όμιλο, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία 60 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που τα κράτη μέλη απαιτούν να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 27ιβ παράγραφος 5 (περίοδος εκτίμησης), προκειμένου να διενεργήσουν την εκτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 27ιβ παράγραφος 1.
Οι αρμόδια αρχή ενημερώνει τον χρηματοοικονομικό παράγοντα, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου εκτίμησης.
3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της εκτίμησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.
Όταν η προτεινόμενη πράξη αφορά μόνο χρηματοοικονομικούς παράγοντες από τον ίδιο όμιλο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν πρόσθετες πληροφορίες το αργότερο έως την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου εκτίμησης.
Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πρόσθετες πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης των χρηματοοικονομικών παραγόντων που θα παρέχει όλες τις πληροφορίες που ζητήθηκαν, αναστέλλεται η περίοδος εκτίμησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών που υποβάλλονται, αυτό όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου εκτίμησης.
4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν την προβλεπόμενη αναστολή κατά μέγιστη περίοδο 30 εργάσιμων ημερών στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)η αποκτώμενη οντότητα είναι εγκατεστημένη ή υπόκειται σε κανονιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα·
β)η ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημεία 1 και 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 είναι απαραίτητη για τη διενέργεια της εκτίμησης που προβλέπεται βάσει του άρθρου 27ιβ παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.
5. Οι προτεινόμενες πράξεις δεν ολοκληρώνονται πριν από την έκδοση θετικής γνώμης από τις αρμόδιες αρχές.
6. Εντός δύο εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση της εκτίμησής τους, οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν γραπτώς αιτιολογημένη θετική ή αρνητική γνώμη προς τους χρηματοοικονομικούς παράγοντες. Με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η κατάλληλη αιτιολόγηση της γνώμης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος των χρηματοοικονομικών παραγόντων. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του χρηματοοικονομικού παράγοντα.
Οι χρηματοοικονομικοί παράγοντες διαβιβάζουν την αιτιολογημένη γνώμη που εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στις αρχές που είναι υπεύθυνες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για τον έλεγχο της προτεινόμενης πράξης.
7. Όταν η προτεινόμενη πράξη αφορά μόνο χρηματοοικονομικούς παράγοντες από τον ίδιο όμιλο και οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη πράξη εντός της περιόδου εκτίμησης, η γνώμη θεωρείται θετική.
8. Η θετική γνώμη που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή μπορεί να είναι χρονικά περιορισμένη.
9. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν απαιτήσεις σχετικά με την κοινοποίηση και την έγκριση, όπως περιγράφονται στο παρόν κεφάλαιο, αυστηρότερες από εκείνες που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.
10. Το παρόν κεφάλαιο ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου*8 και της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
11. Η εκτίμηση δυνάμει του άρθρου 27ια παράγραφος 1 δεν διενεργείται όταν για την προτεινόμενη εργασία απαιτείται άδεια σύμφωνα με το άρθρο 8 ή έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 21α.
______
*8
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (“Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων”).
Άρθρο 27ιβ
Κριτήρια εκτίμησης
1. Κατά την εκτίμηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 27ια παράγραφος 1 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 27ια παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διασφαλίσουν την αξιοπιστία του προφίλ προληπτικής εποπτείας των χρηματοοικονομικών παραγόντων μετά την ολοκλήρωση της προτεινόμενης πράξης και ειδικότερα σε σχέση με τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί ο χρηματοοικονομικός παράγοντας κατά τη διάρκεια της προτεινόμενης πράξης και τους κινδύνους στους οποίους ενδέχεται να εκτεθεί ο χρηματοοικονομικός παράγοντας που προκύπτει από την προτεινόμενη πράξη, αξιολογούν την προτεινόμενη πράξη σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:
α)τη φήμη των οντοτήτων που συμμετέχουν στην προτεινόμενη πράξη·
β)τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1, οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες του χρηματοοικονομικού παράγοντα κατόπιν της προτεινόμενης πράξης·
γ)τη χρηματοοικονομική ευρωστία των οντοτήτων που συμμετέχουν στην προτεινόμενη πράξη, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται και προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τον χρηματοοικονομικό παράγοντα που προκύπτει από την προτεινόμενη πράξη·
δ)την ικανότητα της οντότητας που προκύπτει από την προτεινόμενη πράξη να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με άλλες νομοθετικές πράξεις του ενωσιακού δικαίου, και ειδικότερα τις οδηγίες 2002/87/ΕΚ και 2009/110/ΕΚ·
ε)αν το σχέδιο υλοποίησης της προτεινόμενης πράξης είναι ρεαλιστικό, ορθό και αποτελεσματικό υπό το πρίσμα της προληπτικής εποπτείας·
στ)αν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη προτεινόμενη πράξη, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 ή ότι η προτεινόμενη πράξη είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
Το σχέδιο υλοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο δ) υπόκειται σε κατάλληλη παρακολούθηση από την αρμόδια αρχή μέχρι την ολοκλήρωση της προτεινόμενης πράξης.
2. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του κριτηρίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται, στο πλαίσιο των επαληθεύσεων που διενεργούν, με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849.
3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εκδώσουν αρνητική γνώμη για την προτεινόμενη πράξη μόνον εάν δεν πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 1 ή σε περίπτωση που οι πληροφορίες που παρείχε ο χρηματοοικονομικός παράγοντας είναι ελλιπείς παρά το αίτημα που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 27ια.
Όσον αφορά το κριτήριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), αντίρρηση που διατυπώνεται εγγράφως από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των επιχειρήσεων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 συνιστά βάσιμο λόγο αρνητικής γνώμης.
4. Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη πράξη βάσει των οικονομικών αναγκών της αγοράς.
5. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο με τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διενέργεια της εκτίμησης που προβλέπεται στο άρθρο 27ια παράγραφος 1, και τα οποία πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Οι πληροφορίες που ζητούνται είναι αναλογικές και κατάλληλες για την προτεινόμενη πράξη. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική εκτίμηση.
Άρθρο 27ιγ
Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών
1. Οι οικείες αρμόδιες αρχές, κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που προβλέπεται στο άρθρο 27ιβ, διαβουλεύονται μεταξύ τους, όταν στην προτεινόμενη πράξη συμμετέχουν, πέραν του χρηματοοικονομικού παράγοντα, οντότητες οι οποίες είναι:
α)πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (στο εξής: εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·
β)μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·
γ)νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.
2. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε σχετική πληροφορία για την εκτίμηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν, εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος στις άλλες αρμόδιες αρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Σε απόφαση της αρμόδιας αρχής του χρηματοοικονομικού παράγοντα επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες διατυπώνει η αρμόδια αρχή η οποία εποπτεύει μία ή περισσότερες από τις οντότητες που παρατίθενται ανωτέρω και συμμετέχουν στην προτεινόμενη πράξη.
3. Οι αρμόδιες αρχές προσπαθούν να συντονίσουν τις εκτιμήσεις τους, να διασφαλίσουν τη συνέπεια των γνωμών τους και να αναφέρουν στις γνώμες τους τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις που διατυπώνει η αρμόδια αρχή η οποία εποπτεύει άλλους χρηματοοικονομικούς παράγοντες.
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει κοινές διαδικασίες, έντυπα και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων υπηρεσιών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 27ιδ
Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις
Σε περίπτωση που οι χρηματοοικονομικοί παράγοντες δεν υποβάλουν εκ των προτέρων κοινοποίηση της προτεινόμενης πράξης σύμφωνα με το άρθρο 27ια παράγραφος 1 ή έχουν προβεί στην προτεινόμενη πράξη, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς προηγούμενη θετική γνώμη από τις αρμόδιες αρχές, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν έκδοση προσωρινών μέτρων, περιοδικές χρηματικές ποινές και κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 72, κατά των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών των χρηματοοικονομικών παραγόντων ή της οντότητας που προκύπτει από την προτεινόμενη πράξη.»·
8)ο τίτλος VI αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τίτλος VΙ
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Προληπτική εποπτεία υποκαταστημάτων τρίτων χωρών
Τμήμα I
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 47
Πεδίο εφαρμογής και ορισμός
1. Το παρόν κεφάλαιο θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν την άσκηση σε κράτος μέλος:
α)οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας από επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα·
β)των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, από επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα η οποία πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια που ορίζονται στα σημεία i) έως iii) του εν λόγω στοιχείου.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν η επιχείρηση στην τρίτη χώρα δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση που πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 1 στοιχείο β), η διενέργεια οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι σημεία 4, 5 και 7 έως 15 της παρούσας οδηγίας από την εν λόγω επιχείρηση σε κράτος μέλος υπόκειται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο IV της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
3. Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)“υποκατάστημα τρίτης χώρας”: τα υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος από:
i)επιχείρηση που έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, με σκοπό τη διενέργεια οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1·
ii)πιστωτικό ίδρυμα που έχει την έδρα του σε τρίτη χώρα·
β)“επικεφαλής επιχείρηση”: η επιχείρηση που έχει την έδρα της στην τρίτη χώρα και έχει ιδρύσει το υποκατάστημα τρίτης χώρας στο κράτος μέλος, καθώς και οι ενδιάμεσες και τελικές μητρικές επιχειρήσεις της επιχείρησης, ανάλογα με την περίπτωση.
Άρθρο 48
Απαγόρευση των διακρίσεων
Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών, κατά την έναρξη ή τη συνέχιση άσκησης της δραστηριότητάς τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 48α
Ταξινόμηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών
1. Τα κράτη μέλη ταξινομούν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών στην κατηγορία 1, όταν τα υποκαταστήματα αυτά πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού που καταχωρίζονται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας στο κράτος μέλος είναι ίση ή μεγαλύτερη από 5 δισ. EUR, όπως αναφέρεται για την αμέσως προηγούμενη ετήσια περίοδο αναφοράς σύμφωνα με το τμήμα II υποτμήμα 4·
β)οι εγκεκριμένες δραστηριότητες του υποκαταστήματος τρίτης χώρας περιλαμβάνουν την αποδοχή καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από πελάτες λιανικής·
γ)το υποκατάστημα τρίτης χώρας δεν είναι αποδεκτό υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 48β.
2. Τα κράτη μέλη ταξινομούν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που δεν πληρούν καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στην κατηγορία 2.
3. Οι αρμόδιες αρχές επικαιροποιούν την ταξινόμηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών ως εξής:
α)όταν ένα υποκατάστημα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 παύει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, θεωρείται αμέσως ως υποκατάστημα της κατηγορίας 2·
β)όταν ένα υποκατάστημα τρίτης χώρας της κατηγορίας 2 αρχίζει να πληροί μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, θεωρείται ως υποκατάστημα της κατηγορίας 1 μόνον έπειτα από περίοδο τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να πληροί τις προϋποθέσεις αυτές.
Άρθρο 48β
Προϋποθέσεις για τα “αποδεκτά υποκαταστήματα τρίτων χωρών”
1. Όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις σε σχέση με υποκατάστημα τρίτης χώρας, το εν λόγω υποκατάστημα θεωρείται “αποδεκτό υποκατάστημα τρίτης χώρας” για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου:
α)η επικεφαλής επιχείρηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας είναι εγκατεστημένη σε χώρα που εφαρμόζει πρότυπα προληπτικής εποπτείας και εποπτεία σύμφωνα με το τραπεζικό κανονιστικό πλαίσιο της τρίτης χώρας, τα οποία είναι τουλάχιστον ισοδύναμα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
β)οι εποπτικές αρχές της επικεφαλής επιχείρησης του υποκαταστήματος τρίτης χώρας υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα ΙΙ της παρούσας οδηγίας·
γ)η χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη η επικεφαλής επιχείρηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας δεν είναι καταχωρισμένη ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου που παρουσιάζει στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά της όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.
2. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει, με εκτελεστικές πράξεις, αποφάσεις σχετικά με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου σε σχέση με το τραπεζικό κανονιστικό πλαίσιο τρίτης χώρας. Για τους σκοπούς αυτούς, η Επιτροπή τηρεί τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
3. Πριν από την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 για να διενεργήσει αξιολόγηση του τραπεζικού κανονιστικού πλαισίου και των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας της οικείας τρίτης χώρας και να εκδώσει έκθεση σχετικά με τη συμμόρφωση του εν λόγω πλαισίου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ δημοσιεύει το πόρισμα της αξιολόγησής της στον ιστότοπό της.
4. Η ΕΑΤ τηρεί δημόσιο μητρώο των τρίτων χωρών και των αρχών τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.
5. Οι αρμόδιες αρχές, μόλις λάβουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 48γ, αξιολογούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 48α με σκοπό την ταξινόμηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στην κατηγορία 1 ή στην κατηγορία 2. Όταν η σχετική τρίτη χώρα δεν είναι καταχωρισμένη στο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει το τραπεζικό κανονιστικό πλαίσιο και τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας της τρίτης χώρας για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Η αρμόδια αρχή ταξινομεί το υποκατάστημα τρίτης χώρας στην κατηγορία 1 εν αναμονή της έκδοσης απόφασης από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.
Τμήμα II
Άδεια λειτουργίας και κανονιστικές απαιτήσεις
Υποτμήμα 1
Απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας
Άρθρο 48γ
Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών να εγκαθιστούν υποκατάστημα στο έδαφός τους πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1. Για την εγκατάσταση υποκαταστήματος τρίτης χώρας απαιτείται η χορήγηση προηγούμενης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.
2. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι αιτήσεις υποκαταστημάτων τρίτων χωρών για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας να συνοδεύονται από πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο να καθορίζονται οι σχεδιαζόμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι δραστηριότητες που πρόκειται να ασκηθούν μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 και η διαρθρωτική οργάνωση και οι έλεγχοι κινδύνων του υποκαταστήματος στο οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 48η.
3. Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών λαμβάνουν άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το υποκατάστημα τρίτης χώρας πληροί τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις που ορίζονται στο υποτμήμα 2·
β)οι δραστηριότητες για τις οποίες η επικεφαλής επιχείρηση ζητεί άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που διαθέτει η εν λόγω επικεφαλής επιχείρηση στην τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη και υπόκειται σε εποπτεία·
γ)η αίτηση εγκατάστασης υποκαταστήματος στο κράτος μέλος και τα συνοδευτικά έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχουν κοινοποιηθεί στην εποπτική αρχή της επικεφαλής επιχείρησης στην τρίτη χώρα·
δ)η άδεια λειτουργίας προβλέπει ότι το υποκατάστημα τρίτης χώρας μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας μόνον εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο και απαγορεύει ρητά στο υποκατάστημα τρίτης χώρας να προσφέρει ή να ασκεί τις ίδιες δραστηριότητες σε άλλα κράτη μέλη σε διασυνοριακή βάση·
ε)η αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς της εκτέλεσης των εποπτικών καθηκόντων της, είναι σε θέση να έχει πρόσβαση σε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την επικεφαλής επιχείρηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας από τις εποπτικές αρχές της και να συντονίζει αποτελεσματικά τις εποπτικές δραστηριότητές της με εκείνες των εποπτικών αρχών της τρίτης χώρας, ιδίως σε περιόδους κρίσης ή οικονομικών πιέσεων που επηρεάζουν την επικεφαλής επιχείρηση, τον όμιλο της ή το χρηματοπιστωτικό σύστημα της τρίτης χώρας·
στ)δεν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι το υποκατάστημα τρίτης χώρας θα χρησιμοποιηθεί για τη διάπραξη ή τη διευκόλυνση της διάπραξης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 5 της εν λόγω οδηγίας.
Για τους σκοπούς του στοιχείου ε) της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές προσπαθούν να χρησιμοποιούν τα υποδείγματα διοικητικών συμφωνιών που έχει αναπτύξει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
4. Για να αξιολογείται αν πληρούται η προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ), οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται με την αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και λαμβάνουν γραπτή επιβεβαίωση ότι πληρούται η προϋπόθεση πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στο υποκατάστημα τρίτης χώρας.
5. Η ΕΑΤ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω:
α)τις πληροφορίες που θα πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές κατόπιν αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας υποκαταστήματος τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων του προγράμματος δραστηριοτήτων και της διαρθρωτικής οργάνωσης και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που προβλέπονται στο άρθρο 2·
β)τη διαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος τρίτης χώρας, καθώς και τα τυποποιημένα έντυπα και υποδείγματα για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου·
γ)τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 48δ
Προϋποθέσεις άρνησης ή ανάκλησης της άδειας υποκαταστήματος τρίτης χώρας
1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν, τουλάχιστον, τις ακόλουθες προϋποθέσεις για την άρνηση ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας υποκαταστήματος τρίτης χώρας:
α)το υποκατάστημα τρίτης χώρας δεν πληροί τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που ορίζονται στο άρθρο 48γ ή στο εθνικό δίκαιο·
β)η επικεφαλής επιχείρηση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας ή ο όμιλος στον οποίο ανήκει δεν πληρούν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν γι’ αυτά βάσει του δικαίου της τρίτης χώρας ή υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι δεν πληρούν ή ότι θα παραβιάσουν τις εν λόγω απαιτήσεις εντός των επόμενων 12 μηνών.
Για τους σκοπούς του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές τους σε περίπτωση που συντρέχουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε σε υποκατάστημα τρίτης χώρας, εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το υποκατάστημα τρίτης χώρας δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή έχει παύσει να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος έχει προβλέψει ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει·
β)το υποκατάστημα τρίτης χώρας έχει αποκτήσει την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·
γ)το υποκατάστημα τρίτης χώρας παύει να πληροί τυχόν πρόσθετες προϋποθέσεις ή απαιτήσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας·
δ)το υποκατάστημα τρίτης χώρας δεν μπορεί να παρέχει πλέον την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, ιδίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του·
ε)το υποκατάστημα τρίτης χώρας υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο·
στ)το υποκατάστημα τρίτης χώρας διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 67 παράγραφος 1·
ζ)υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σε σχέση με το υποκατάστημα τρίτης χώρας, την επικεφαλής επιχείρησή του ή τον όμιλό του, ή ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος διάπραξης ή απόπειρας νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε σχέση με το υποκατάστημα τρίτης χώρας, την επικεφαλής επιχείρησή του ή τον όμιλό του.
3. Για να αξιολογείται αν πληρούται η προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται με την αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849.
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:
α)τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 όσον αφορά την άρνηση ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας υποκαταστήματος τρίτης χώρας·
β)τη διαδικασία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας υποκαταστήματος τρίτης χώρας·
γ)το περιεχόμενο και τη διαδικασία της κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Υποτμήμα 2
Ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις
Άρθρο 48ε
Απαίτηση αρχικού κεφαλαίου
1. Με την επιφύλαξη άλλων εφαρμοστέων κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να διατηρούν ανά πάσα στιγμή ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο το οποίο ισούται τουλάχιστον με:
α)όσον αφορά υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1, το 1 % του μέσου όρου των στοιχείων παθητικού του υποκαταστήματος, όπως αναφέρονται για τις τρεις αμέσως προηγούμενες ετήσιες περιόδους αναφοράς σύμφωνα με το υποτμήμα 4, με ελάχιστο όριο τα 10 εκατ. EUR·
β)όσον αφορά υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 2, 5 εκατ. EUR.
2. Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών πληρούν την απαίτηση ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με στοιχεία ενεργητικού σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές:
α)μετρητά ή μέσα εξομοιούμενα με μετρητά·
β)χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες κρατών μελών της Ένωσης· ή
γ)κάθε άλλο μέσο που είναι διαθέσιμο στο υποκατάστημα τρίτης χώρας για απεριόριστη και άμεση χρήση με σκοπό την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών αμέσως μετά την εμφάνισή τους.
3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να καταθέτουν τα μέσα αρχικού κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε λογαριασμό υπό μεσεγγύηση σε πιστωτικό ίδρυμα στο κράτος μέλος όπου έχει λάβει άδεια λειτουργίας το υποκατάστημα ή, εάν το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία, στην κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους. Τα κεφαλαιακά μέσα που κατατίθενται στον λογαριασμό υπό μεσεγγύηση ενεχυριάζονται ή εκχωρούνται ως εγγύηση υπέρ της αρχής εξυγίανσης για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των πιστωτών του υποκαταστήματος τρίτης χώρας. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για να χορηγούν στην αρχή εξυγίανσης την εξουσία να ενεργεί ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος των εν λόγω πιστωτών για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 48ζ.
4. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να διευκρινίσει την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου όσον αφορά τα μέσα που είναι διαθέσιμα για απεριόριστη και άμεση χρήση με σκοπό την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών αμέσως μετά την εμφάνισή τους. Η ΕΑΤ εκδίδει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Άρθρο 48στ
Απαιτήσεις ρευστότητας
1. Με την επιφύλαξη άλλων εφαρμοστέων απαιτήσεων ρευστότητας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να διατηρούν τουλάχιστον ανά πάσα στιγμή όγκο μη βεβαρημένων και ρευστών στοιχείων ενεργητικού, επαρκή για την κάλυψη εκροών ρευστότητας για ελάχιστη περίοδο 30 ημερών.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 να συμμορφώνονται με την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας που προβλέπεται στο έκτο μέρος τίτλος I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής*9.
3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να καταθέτουν τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που τηρούνται για τη συμμόρφωση με το παρόν άρθρο σε λογαριασμό υπό μεσεγγύηση σε πιστωτικό ίδρυμα του κράτους μέλους στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας το υποκατάστημα ή, εάν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, στην κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους. Τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που κατατίθενται στον λογαριασμό υπό μεσεγγύηση ενεχυριάζονται ή εκχωρούνται ως εγγύηση υπέρ της αρχής εξυγίανσης για την εξασφάλιση των απαιτήσεων των πιστωτών του υποκαταστήματος τρίτης χώρας. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για να χορηγούν στην αρχή εξυγίανσης την εξουσία να ενεργεί ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος των εν λόγω πιστωτών για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 48ζ.
4. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν τα αποδεκτά υποκαταστήματα τρίτων χωρών από την απαίτηση ρευστότητας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.
________
*9
Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).
Άρθρο 48ζ
Αφερεγγυότητα και εξυγίανση υποκαταστημάτων τρίτων χωρών
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης υποκαταστήματος τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 96 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν νομική εξουσία και αρμοδιότητα εκτέλεσης της εγγύησης που δημιουργείται επί των ρευστών στοιχείων ενεργητικού και των κεφαλαιακών μέσων που τηρούνται στον λογαριασμό υπό μεσεγγύηση σύμφωνα με το άρθρο 48ε παράγραφος 3 και το άρθρο 48στ παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας. Οι αρχές εξυγίανσης, όταν διαχειρίζονται τα εν λόγω ρευστά στοιχεία ενεργητικού και κεφαλαιακά μέσα μετά την επιβολή της εγγύησης, λαμβάνουν υπόψη τους υφιστάμενους εθνικούς κανόνες, καθώς και τις εποπτικές και δικαστικές εξουσίες, και διασφαλίζουν τον επαρκή συντονισμό με τις εθνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας και τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 96 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, κατά περίπτωση.
2. Τυχόν πλεόνασμα ρευστών στοιχείων ενεργητικού ή κεφαλαιακών μέσων που τηρούνται στον λογαριασμό υπό μεσεγγύηση και δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 48η
Εσωτερική διακυβέρνηση και έλεγχος των κινδύνων
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να διαθέτουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητές τους στο κράτος μέλος και τα οποία υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών. Τα εν λόγω πρόσωπα διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα και αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 1 να συμμορφώνονται με τα άρθρα 74 και 75 και το άρθρο 76 παράγραφος 5. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να συστήσουν τοπική επιτροπή διαχείρισης, ώστε να διασφαλίζεται η κατάλληλη διακυβέρνηση του υποκαταστήματος.
3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών της κατηγορίας 2 να συμμορφώνονται με τα άρθρα 74 και 75 και να διαθέτουν τμήματα εσωτερικού ελέγχου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 76 παράγραφος 5 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο.
Ανάλογα με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 2 να διορίζουν επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 76 παράγραφος 5 τέταρτο και πέμπτο εδάφιο.
4. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να εισάγουν διαύλους αναφοράς στο διοικητικό όργανο της επικεφαλής επιχείρησης που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τις αλλαγές τους και να διαθέτουν επαρκή συστήματα ΤΠΕ και ελέγχους με σκοπό να διασφαλίζεται η δέουσα συμμόρφωση με τις πολιτικές.
5. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να παρακολουθούν και να διαχειρίζονται τις ρυθμίσεις εξωτερικής ανάθεσης και να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους έχουν πλήρη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους.
6. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που ασκούν δραστηριότητες αντιστήριξης ή δραστηριότητες εντός ομίλου να διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εντοπισμό και την ορθή διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου τους, όταν μεταβιβάζονται στον αντισυμβαλλόμενο σημαντικοί κίνδυνοι που συνδέονται με στοιχεία ενεργητικού που καταχωρίζονται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας.
7. Όταν ανατίθενται κρίσιμα ή σημαντικά καθήκοντα στην επικεφαλής επιχείρηση, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους.
8. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν περιοδικά από ανεξάρτητο τρίτο να αξιολογεί την εφαρμογή και τη συνεχή συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή έκθεση με τα πορίσματα και τα συμπεράσματά του.
9. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με την εφαρμογή στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών των ρυθμίσεων, διαδικασιών και μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 74 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 74 παράγραφος 2, και σχετικά με την εφαρμογή στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών του άρθρου 75 και του άρθρου 76 παράγραφος 5, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Άρθρο 48θ
Απαιτήσεις καταχώρισης στο μητρώο
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να τηρούν μητρώο που να επιτρέπει στα εν λόγω υποκαταστήματα να παρακολουθούν και να τηρούν πλήρη και ακριβή αρχεία όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που συνδέονται με τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος και να διαχειρίζονται αυτόνομα τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εντός του υποκαταστήματος. Το μητρώο παρέχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που δημιουργούνται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας και τον τρόπο διαχείρισής τους.
2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να καταρτίζουν πολιτικές σχετικά με τις ρυθμίσεις καταχώρισης για τη διαχείριση του μητρώου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 για τους σκοπούς που ορίζονται σε αυτήν. Οι πολιτικές αυτές τεκμηριώνονται και επικυρώνονται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο της επικεφαλής επιχείρησης του υποκαταστήματος τρίτης χώρας. Το έγγραφο πολιτικής που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο παρέχει σαφές σκεπτικό για τις ρυθμίσεις καταχώρισης στο μητρώο και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω ρυθμίσεις εναρμονίζονται με την επιχειρηματική στρατηγική του υποκαταστήματος τρίτης χώρας.
3. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να συντάσσεται τακτικά ανεξάρτητη γραπτή και αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την εφαρμογή και τη συνεχή συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και να υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή μαζί με τα πορίσματα και τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται σε αυτήν.
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει τις ρυθμίσεις καταχώρισης στο μητρώο που εφαρμόζουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, και ειδικότερα όσον αφορά:
α)τη μεθοδολογία που θα πρέπει να χρησιμοποιείται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας για τον προσδιορισμό και την τήρηση αναλυτικού και ακριβούς ιστορικού των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που συνδέονται με τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στο κράτος μέλος· και
β)την ειδική αντιμετώπιση για τον προσδιορισμό και την τήρηση αρχείου των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που προέρχονται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας και καταχωρίζονται ή τηρούνται εξ αποστάσεως σε άλλα υποκαταστήματα ή θυγατρικές του ίδιου ομίλου για λογαριασμό ή προς όφελος του υποκαταστήματος της τρίτης χώρας από το οποίο προέρχονται.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Υποτμήμα 3
Εξουσία να απαιτείται άδεια λειτουργίας δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ και απαιτήσεις που ισχύουν για συστημικά υποκαταστήματα
Άρθρο 48ι
Εξουσία να απαιτείται η ίδρυση θυγατρικής
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο 1, τουλάχιστον όταν:
α)το υποκατάστημα τρίτης χώρας έχει ασκήσει στο παρελθόν ή ασκεί επί του παρόντος διασυνδεδεμένες δραστηριότητες με άλλα υποκαταστήματα τρίτης χώρας ή θυγατρικά ιδρύματα του ίδιου ομίλου ή μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 με πελάτες ή αντισυμβαλλομένους σε άλλα κράτη μέλη, κατά παράβαση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς· ή
β)το υποκατάστημα τρίτης χώρας πληροί τους δείκτες συστημικής σημασίας που αναφέρονται στο άρθρο 131 παράγραφος 3 και συνιστά σημαντικό κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο.
2. Οι αρμόδιες αρχές, πριν λάβουν την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία διατηρεί άλλα υποκαταστήματα και θυγατρικά ιδρύματα τρίτης χώρας ο σχετικός όμιλος τρίτης χώρας.
Σε περίπτωση διαφωνίας, οι αρμόδιες αρχές του ομίλου τρίτης χώρας σε άλλα κράτη μέλη μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ για διαμεσολάβηση σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μήνα από την παραπομπή του ζητήματος και η αρμόδια αρχή του σχετικού υποκαταστήματος τρίτης χώρας δεν προβαίνει στην λήψη της απόφασή της κατά τη διάρκεια του εν λόγω χρονικού διαστήματος.
Η αρμόδια αρχή του σχετικού υποκαταστήματος τρίτης χώρας εκδίδει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ.
3. Πριν από την επιβολή της απαίτησης που ορίζεται στο παρόν άρθρο σε υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), η αρμόδια αρχή ζητεί από την ΕΑΤ να εκδώσει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με την ερμηνεία του εν λόγω στοιχείου σε σχέση με το εν λόγω υποκατάστημα τρίτης χώρας.
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει τους δείκτες συστημικής σημασίας που αναφέρονται στο άρθρο 131 παράγραφος 3 όσον αφορά τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 48ια. Η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
α)τα είδη των δραστηριοτήτων και υπηρεσιών που παρέχονται και των εργασιών που διεξάγονται από το υποκατάστημα τρίτης χώρας και, ειδικότερα, αν το υποκατάστημα τρίτης χώρας παρέχει τις εν λόγω δραστηριότητες και υπηρεσίες και διεξάγει τις εν λόγω εργασίες με πολύ περιορισμένο αριθμό πελατών ή αντισυμβαλλομένων·
β)την πολυπλοκότητα της δομής, της οργάνωσης και του επιχειρηματικού μοντέλου του υποκαταστήματος τρίτης χώρας·
γ)τον βαθμό διασύνδεσης του υποκαταστήματος τρίτης χώρας με το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο·
δ)τη δυνατότητα υποκατάστασης των δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή εργασιών που εκτελεί ή των χρηματοπιστωτικών υποδομών που παρέχει το υποκατάστημα τρίτης χώρας·
ε)το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στην Ένωση και στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένο όσον αφορά το σύνολο των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού και σε σχέση με τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες που παρέχει και τις εργασίες που εκτελεί·
στ)τον πιθανό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει η αναστολή ή η παύση των εργασιών ή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στη συστημική ρευστότητα ή στα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού στην Ένωση και στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο·
ζ)τον πιθανό αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει η αναστολή ή η παύση των εργασιών του υποκαταστήματος τρίτης χώρας στις ενδοομιλικές χρηματοδοτικές ρυθμίσεις ή στις ενδοομιλικές υπηρεσίες που καλύπτουν κρίσιμες λειτουργίες στην Ένωση και στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο·
η)τη διασυνοριακή δραστηριότητα του υποκαταστήματος τρίτης χώρας με την επικεφαλής επιχείρησή του και με αντισυμβαλλομένους του σε άλλες τρίτες χώρες·
θ)τον ρόλο και τη σημασία του υποκαταστήματος τρίτης χώρας για τις δραστηριότητες, τις υπηρεσίες και τις εργασίες του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση και στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο·
ι)τον όγκο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ομίλου τρίτης χώρας που ασκούνται μέσω υποκαταστημάτων τρίτης χώρας, σε σχέση με τις δραστηριότητες του ίδιου ομίλου που ασκούνται μέσω θυγατρικών ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση και στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένα τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας·
ια)αν το υποκατάστημα τρίτης χώρας είναι αποδεκτό υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 48β.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 48ια
Αξιολόγηση της συστημικής σημασίας και απαιτήσεις που ισχύουν για τα συστημικά υποκαταστήματα τρίτων χωρών
1. Το υποκατάστημα ή τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας στην Ένωση που ανήκουν στον ίδιο όμιλο τρίτης χώρας υπόκεινται στην αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου όταν το συνολικό ποσό των στοιχείων ενεργητικού που τηρούν στα μητρώα τους στην Ένωση, όπως αναφέρεται σύμφωνα με το υποτμήμα 4, είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 30 δισ. EUR, είτε:
α)κατά μέσο όρο για τις τρεις αμέσως προηγούμενες ετήσιες περιόδους αναφοράς· ή
β)σε απόλυτες τιμές για τουλάχιστον τρεις ετήσιες περιόδους αναφοράς κατά τη διάρκεια των πέντε αμέσως προηγούμενων ετήσιων περιόδων αναφοράς.
2. Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έχουν συστημική σημασία για την Ένωση και για τα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα. Για τους σκοπούς αυτούς, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν τα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτων χωρών πληρούν τους δείκτες συστημικής σημασίας που αναφέρονται στο άρθρο 48ι παράγραφος 4 και στο άρθρο 131 παράγραφος 3.
3. Η αξιολόγηση της συστημικής σημασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου διενεργείται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:
α)όταν εφαρμόζεται το άρθρο 111 στον οικείο όμιλο τρίτης χώρας, από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας του εν λόγω ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·
β)σε περίπτωση που δεν εφαρμόζεται το άρθρο 111 στον οικείο όμιλο τρίτης χώρας, από την αρμόδια αρχή που θα καταστεί η αρχή ενοποιημένης εποπτείας του εν λόγω ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, σε περίπτωση που τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών αντιμετωπίζονται ως θυγατρικά ιδρύματα·
γ)εάν ο όμιλος τρίτης χώρας διαθέτει υποκαταστήματα και θυγατρικά ιδρύματα τρίτης χώρας μόνο σε ένα κράτος μέλος, από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους· ή
δ)από την ΕΑΤ όταν, έπειτα από τρεις μήνες από την ημερομηνία έναρξης της ετήσιας περιόδου αναφοράς αμέσως μετά την τελευταία ετήσια περίοδο αναφοράς που ενεργοποίησε την υποχρέωση διενέργειας της αξιολόγησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
i)η αξιολόγηση δεν έχει αρχίσει να διενεργείται από καμία από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ)· ή
ii)δεν έχει προσδιοριστεί η αρμόδια αρχή που θα καταστεί αρχή ενοποιημένης εποπτείας σύμφωνα με το στοιχείο β).
Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) και ενεργούν ως “επικεφαλής αρμόδια αρχή” ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ διενεργούν την αξιολόγηση σε πλήρη συνεργασία με όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές. Οι οικείες αρμόδιες αρχές επικουρούν και παρέχουν στην επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, στην ΕΑΤ όλα τα απαιτούμενα έγγραφα. Για τους σκοπούς αυτούς, ως “οικείες αρμόδιες αρχές” νοούνται όλες οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των υποκαταστημάτων και των θυγατρικών ιδρυμάτων τρίτης χώρας του σχετικού ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση.
Προτού ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της συστημικής σημασίας, η επικεφαλής αρμόδια αρχή, η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο γ) ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ παρέχουν στον όμιλο τρίτης χώρας τη δυνατότητα ακρόασης και ορίζουν εύλογα χρονοδιαγράμματα για την υποβολή των εγγράφων τεκμηρίωσης από τον όμιλο τρίτης χώρας και τη γνωστοποίηση των απόψεών του εγγράφως.
4. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή ολοκληρώνει την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και εκδίδει έκθεση το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ετήσιας περιόδου αναφοράς αμέσως μετά την τελευταία περίοδο αναφοράς που ενεργοποίησε την υποχρέωση διενέργειας της αξιολόγησης σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 3, διενεργεί την αξιολόγηση η ΕΑΤ, η εν λόγω περίοδος αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η ΕΑΤ κατέστη υπεύθυνη για τη διενέργεια της αξιολόγησης. Η έκθεση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
α)την αξιολόγηση της συστημικής σημασίας, η οποία παρέχει σαφή και λεπτομερή ανάλυση των δεικτών συστημικής σημασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 όσον αφορά τα σχετικά υποκαταστήματα τρίτων χωρών και το συμπέρασμα της επικεφαλής αρμόδιας αρχής ή, κατά περίπτωση, της ΕΑΤ·
β)όταν η επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας είναι συστημικά, πρόταση σχεδίου απόφασης με την οποία:
i)απαιτείται από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1·
ii)απαιτείται από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να αναδιαρθρώνουν τα στοιχεία ενεργητικού ή τις δραστηριότητές τους στην Ένωση κατά τρόπον ώστε να παύουν να χαρακτηρίζονται ως συστημικά σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·
iii)επιβάλλονται πρόσθετες απαιτήσεις στα υποκαταστήματα τρίτης χώρας ή στα θυγατρικά ιδρύματα του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 48ιστ ή τον τίτλο VII κεφάλαιο 2 τμήμα IV, αντίστοιχα·
iv)δεν επιβάλλεται καμία από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα σημεία i) έως iii) για περίοδο αναβολής που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες και με την επιφύλαξη της διενέργειας νέας αξιολόγησης των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών πριν από την ημερομηνία λήξης της εν λόγω περιόδου.
γ)το σκεπτικό της πρότασης σχεδίου απόφασης που αναφέρεται στο στοιχείο β), στο οποίο παρέχεται λεπτομερής επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η απόφαση συνδέεται με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο στοιχείο α).
Η επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ προτείνει την απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο β) σημείο iv) μόνον εφόσον μπορεί να αιτιολογήσει ότι η μη επιβολή απαιτήσεων στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών βάσει του παρόντος άρθρου δεν θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του κινδύνου που ενέχουν τα εν λόγω υποκαταστήματα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς της Ένωσης ή των κρατών μελών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναβολής που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο.
Κατά περίπτωση, οι αναφορές στην “επικεφαλής αρμόδια αρχή” στο παρόν άρθρο νοούνται ως αναφορές στην αρμόδια αρχή της παραγράφου 3 στοιχείο γ). Όταν η εν λόγω αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για την έκδοση της έκθεσης που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο, η απόφαση που ορίζεται σε αυτήν αρχίζει να ισχύει κατά την ημερομηνία της κοινοποίησής της στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί επίσης την απόφαση στην ΕΑΤ.
5. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 στις οικείες αρμόδιες αρχές. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή και οι οικείες αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση με συναίνεση σχετικά με την έκθεση και, κατά περίπτωση, το σχέδιο απόφασης εντός τριών μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης της έκθεσης.
Αν οι αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συναίνεση μετά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η κοινή απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία εντός του μηνός που έπεται αμέσως μετά τη λήξη της προηγούμενης τρίμηνης περιόδου. Για τους σκοπούς αυτούς, τα δικαιώματα ψήφου κατανέμονται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα ακόλουθα:
α)με την επιφύλαξη του στοιχείου β), κάθε αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της επικεφαλής αρμόδιας αρχής, έχει δικαίωμα ψήφου ίσο με το ποσοστό των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας που τελεί υπό την εποπτεία της σε σχέση με το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού του εν λόγω ομίλου στην Ένωση·
β)το δικαίωμα ψήφου της επικεφαλής αρμόδιας αρχής αυξάνεται έως 25 % όταν δεν ανέρχεται στο εν λόγω ποσοστό σύμφωνα με το στοιχείο α)·
γ)όταν το δικαίωμα ψήφου της επικεφαλής αρμόδιας αρχής έχει αυξηθεί στο 25 % σύμφωνα με το στοιχείο β), τα δικαιώματα ψήφου των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών που προκύπτουν από το στοιχείο α) προσαρμόζονται καταλλήλως ως δικαιώματα επί του υπόλοιπου 75 % των δικαιωμάτων ψήφου.
Για τους σκοπούς του στοιχείου α), περιλαμβάνονται στον υπολογισμό τα στοιχεία ενεργητικού που τηρούνται στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών και στα θυγατρικά ιδρύματα του ομίλου τρίτης χώρας.
Μετά την έκδοσή της, η κοινή απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιείται στα υποκαταστήματα τρίτων χωρών. Η κοινή απόφαση κοινοποιείται επίσης στην ΕΑΤ.
6. Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών διαθέτουν περίοδο τριών μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης σύμφωνα με τις παραγράφους 5 ή 6 για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω απόφαση.
Όταν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών υποχρεούνται να υποβάλουν αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας ως ιδρύματα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο 1, η άδεια λειτουργίας τους δυνάμει του παρόντος τίτλου εξακολουθεί να ισχύει προσωρινά μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή, ανάλογα με την περίπτωση, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας χορήγησης άδειας λειτουργίας ως ιδρυμάτων. Τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών μπορούν να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή να παρατείνει την τρίμηνη προθεσμία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν μπορούν να δικαιολογήσουν την ανάγκη μιας τέτοιας παράτασης της προθεσμίας προκειμένου να συμμορφωθούν με τη σχετική απαίτηση που τους επιβάλλεται.
Όταν το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πληρούται με συγκέντρωση των στοιχείων ενεργητικού διαφόρων υποκαταστημάτων, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλουν την απαίτηση που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο με φθίνουσα σειρά μεγέθους των στοιχείων ενεργητικού έως τη στιγμή κατά την οποία το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού που συνεχίζει να τηρείται στα μητρώα των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην Ένωση είναι μικρότερο από 30 δισ. EUR.
7. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει τους εννοιολογικούς κανόνες για την ερμηνεία του άρθρου 111 της παρούσας οδηγίας με σκοπό τον προσδιορισμό της υποθετικής αρχής ενοποιημένης εποπτείας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Υποτμήμα 4
Απαιτήσεις υποβολής αναφορών
Άρθρο 48ιβ
Κανονιστικές και χρηματοοικονομικές πληροφορίες και πληροφορίες σχετικά με την επικεφαλής επιχείρηση
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν περιοδικά στις αρμόδιες αρχές τους πληροφορίες σχετικά με:
α)τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που τηρούνται στα μητρώα τους σύμφωνα με το άρθρο 48θ, με ανάλυση βάσει της οποίας διακρίνονται:
i)τα μεγαλύτερα καταχωρισμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που ταξινομούνται ανά τομέα και είδος αντισυμβαλλομένου (συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των ανοιγμάτων εντός του χρηματοπιστωτικού τομέα)·
ii)σημαντικές συγκεντρώσεις ανοιγμάτων και πηγών χρηματοδότησης σε καθορισμένα είδη αντισυμβαλλομένων·
iii)σημαντικές εσωτερικές συναλλαγές με την επικεφαλής επιχείρηση και με μέλη του ομίλου της επικεφαλής επιχείρησης·
β)τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος τρίτης χώρας με τις απαιτήσεις που ισχύουν για αυτά δυνάμει της παρούσας οδηγίας·
γ)σε ad hoc βάση, τις ρυθμίσεις για την προστασία των καταθέσεων που παρέχονται στους καταθέτες στο υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2014/49·
δ)τις πρόσθετες κανονιστικές απαιτήσεις που επιβάλλονται στο υποκατάστημα τρίτης χώρας από τα κράτη μέλη βάσει του εθνικού δικαίου.
Για τους σκοπούς της υποβολής των πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που τηρούνται στα μητρώα τους σύμφωνα με το στοιχείο α), τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών εφαρμόζουν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002*10 ή τις εφαρμοστέες ΓΑΛΑ στο κράτος μέλος.
2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τους τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την επικεφαλής επιχείρησή τους:
α)σε περιοδική βάση, συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που κατέχουν οι θυγατρικές ή που καταχωρίζονται από άλλα υποκαταστήματα τρίτων χωρών του ομίλου της εν λόγω επικεφαλής επιχείρησης στην Ένωση·
β)σε περιοδική βάση, τη συμμόρφωση της επικεφαλής επιχείρησης με τις ισχύουσες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ατομική και ενοποιημένη βάση·
γ)σε ad hoc βάση, σημαντικούς εποπτικούς ελέγχους και αξιολογήσεις όταν διενεργούνται στην επικεφαλής επιχείρηση, καθώς και τις επακόλουθες εποπτικές αποφάσεις·
δ)τα σχέδια ανάκαμψης της επικεφαλής επιχείρησης και τα ειδικά μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν για το υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με τα εν λόγω σχέδια, καθώς και τυχόν μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις και τροποποιήσεις των εν λόγω σχεδίων·
ε)την επιχειρηματική στρατηγική της επικεφαλής επιχείρησης σε σχέση με το υποκατάστημα τρίτης χώρας και τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές στην εν λόγω στρατηγική·
στ)τις υπηρεσίες που παρέχονται από την επικεφαλής επιχείρηση σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους ή σε επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήμα 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι ή βρίσκονται στην Ένωση με αντίστροφη προσέλκυση υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 21γ της παρούσας οδηγίας.
3. Οι υποχρεώσεις υποβολής αναφορών που ορίζονται στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν πρόσθετες ad hoc απαιτήσεις υποβολής αναφορών σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών, όταν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι πρόσθετες πληροφορίες είναι απαραίτητες προκειμένου να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα της επιχείρησης, των δραστηριοτήτων ή της χρηματοοικονομικής ευρωστίας του υποκαταστήματος ή της επικεφαλής επιχείρησής του, να επαληθεύσει τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος και της επικεφαλής επιχείρησής του με την ισχύουσα νομοθεσία και να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος με την εν λόγω νομοθεσία.
_______
*10
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).
Άρθρο 48ιγ
Τυποποιημένα έντυπα και υποδείγματα και συχνότητα υποβολής αναφορών
1. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει τους ενιαίους μορφότυπους, τους ορισμούς, τις λύσεις ΤΠ και τη συχνότητα υποβολής αναφορών που θα πρέπει να εφαρμόζονται για τους σκοπούς του άρθρου 48ιβ.
Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι αναλογικές με την ταξινόμηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών είτε στην κατηγορία 1 είτε στην κατηγορία 2.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 6 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
2. Οι κανονιστικές και χρηματοοικονομικές πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υποβάλλονται τουλάχιστον σε εξαμηνιαία βάση ανά υποκατάστημα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 και τουλάχιστον ετησίως ανά υποκατάστημα τρίτης χώρας της κατηγορίας 2.
3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην επιβάλλουν το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων υποβολής πληροφοριών σχετικά με την επικεφαλής επιχείρηση που ορίζονται στην παράγραφο 48ιβ παράγραφος 3 όσον αφορά τα αποδεκτά υποκαταστήματα τρίτων χωρών, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή είναι σε θέση να λάβει τις σχετικές πληροφορίες απευθείας από τις εποπτικές αρχές της οικείας τρίτης χώρας.
Τμήμα ΙΙΙ
Εποπτεία
Άρθρο 48ιδ
Πρόγραμμα εποπτείας και εποπτικής εξέτασης των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να συμμορφώνονται με το παρόν τμήμα και, τηρουμένων των αναλογιών, με τον τίτλο VII για την εποπτεία των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών.
2. Οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών στο πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 99.
Άρθρο 48ιε
Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών προκειμένου να συμμορφώνονται με τις διατάξεις που ισχύουν για αυτά δυνάμει της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, με τυχόν πρόσθετες κανονιστικές απαιτήσεις βάσει του εθνικού δικαίου.
2. Με βάση τον έλεγχο που διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών, καθώς και το αρχικό κεφάλαιο και η ρευστότητά τους εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των σημαντικών κινδύνων τους, καθώς και τη βιωσιμότητα του υποκαταστήματος.
3. Οι αρμόδιες αρχές διεξάγουν τον έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 143 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τη συχνότητα και την ένταση του ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, που είναι αναλογικός προς την ταξινόμηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην κατηγορία 1 και 2 και λαμβάνει υπόψη άλλα σχετικά κριτήρια, όπως η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών.
4. Όταν ο έλεγχος, και ιδίως η αξιολόγηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης, του επιχειρηματικού μοντέλου ή των δραστηριοτήτων ενός υποκαταστήματος τρίτης χώρας παρέχει στις αρμόδιες αρχές βάσιμους λόγους να εικάζουν ότι, σε σχέση με το εν λόγω υποκατάστημα τρίτης χώρας, διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή υπάρχει αυξημένος τέτοιου είδους κίνδυνος, η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως την ΕΑΤ και την αρχή που εποπτεύει το υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849. Σε περίπτωση αυξημένου κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η αρμόδια αρχή και η αρχή που εποπτεύει το υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 έρχονται σε επαφή και κοινοποιούν αμέσως την κοινή τους εκτίμηση στην ΕΑΤ. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει, κατά περίπτωση, μέτρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάκληση της άδειας του υποκαταστήματος τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 48δ παράγραφος 2 στοιχείο ζ).
5. Οι αρμόδιες αρχές, οι μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών και οι αρχές που εποπτεύουν υποκαταστήματα τρίτων χωρών συνεργάζονται στενά μεταξύ τους στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικές με την παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών δεν επηρεάζουν διεξαγόμενη έρευνα, διερεύνηση ή διαδικασία σύμφωνα με το ποινικό ή διοικητικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η αρμόδια αρχή, η μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή η αρχή στην οποία έχει ανατεθεί το δημόσιο καθήκον της εποπτείας των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών. Η ΕΑΤ μπορεί να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία του υποκαταστήματος τρίτης χώρας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων δυνάμει του παρόντος άρθρου, με δική της πρωτοβουλία. Στην περίπτωση αυτήν, η ΕΑΤ ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
6. Η ΕΑΤ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω:
α)τις κοινές διαδικασίες και μεθοδολογίες για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο και για την εκτίμηση της αντιμετώπισης σημαντικών κινδύνων·
β)τους μηχανισμούς συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, στο πλαίσιο του εντοπισμού σοβαρών παραβάσεων των κανόνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Για τους σκοπούς του στοιχείου α), οι διαδικασίες και οι μεθοδολογίες που αναφέρονται σε αυτό καθορίζονται κατά τρόπο αναλογικό προς την ταξινόμηση των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών στην κατηγορία 1 ή στην κατηγορία 2, και άλλα κατάλληλα κριτήρια, όπως η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 48ιστ
Εποπτικά μέτρα και εξουσίες
1. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να λαμβάνουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα με σκοπό:
α)να διασφαλίζουν ότι τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ισχύουν για αυτά δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του εθνικού δικαίου ή με σκοπό την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις· και
β)να διασφαλίζουν ότι οι σημαντικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών καλύπτονται και αντιμετωπίζονται με ορθό και επαρκή τρόπο και ότι τα υποκαταστήματα αυτά παραμένουν βιώσιμα.
2. Οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, την εξουσία να απαιτούν από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών να:
α)τηρούν ποσό αρχικού κεφαλαίου που υπερβαίνει τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 48ε ή να συμμορφώνονται με άλλες πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Κάθε πρόσθετο ποσό αρχικού κεφαλαίου που θα πρέπει να κατέχει το υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με το παρόν στοιχείο συμμορφώνεται με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 48ε·
β)πληρούν άλλες ειδικές απαιτήσεις ρευστότητας επιπλέον της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 48στ. Τυχόν πρόσθετα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που θα πρέπει να κατέχει το υποκατάστημα τρίτης χώρας σύμφωνα με το παρόν στοιχείο συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 48στ·
γ)ενισχύσουν τη διακυβέρνησή τους, τον έλεγχο κινδύνων ή τις ρυθμίσεις καταχώρισης στο μητρώο·
δ)περιορίσουν ή να μειώσουν το πεδίο εφαρμογής της επιχείρησης ή των δραστηριοτήτων που ασκούν, καθώς και τους αντισυμβαλλομένους στις εν λόγω δραστηριότητες·
ε)μειώσουν τον εγγενή κίνδυνο των δραστηριοτήτων, των προϊόντων και των συστημάτων τους, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αναθέτουν σε τρίτους, και να παύσουν να αναλαμβάνουν ή να προσφέρουν τέτοιου είδους δραστηριότητες ή προϊόντα·
στ)συμμορφώνονται με τις πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 48ιβ παράγραφος 3 ή να αυξάνουν τη συχνότητα της τακτικής υποβολής αναφορών·
ζ)προβαίνουν σε δημοσιοποιήσεις.
Άρθρο 48ιζ
Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των σωμάτων εποπτών
1. Οι αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν υποκαταστήματα τρίτων χωρών και θυγατρικά ιδρύματα του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες. Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 115.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 υπόκεινται στη συνολική εποπτεία σώματος εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 116, με την επιφύλαξη των ακόλουθων απαιτήσεων:
α)όταν έχει συσταθεί σώμα εποπτών σε σχέση με τα θυγατρικά ιδρύματα ομίλου τρίτης χώρας, τα υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 του ίδιου ομίλου περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω σώματος εποπτών·
β)όταν ο όμιλος τρίτης χώρας διαθέτει υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, αλλά κανένα θυγατρικό ίδρυμα στην Ένωση που να υπόκειται στο άρθρο 116, συστήνεται σώμα εποπτών σε σχέση με τα εν λόγω υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1·
γ)όταν ο όμιλος τρίτης χώρας διαθέτει υποκαταστήματα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη ή τουλάχιστον ένα υποκατάστημα τρίτης χώρας της κατηγορίας 1 και ένα ή περισσότερα θυγατρικά ιδρύματα στην Ένωση που δεν υπόκεινται στο άρθρο 116, συστήνεται σώμα εποπτών σε σχέση με τα εν λόγω υποκαταστήματα και θυγατρικά ιδρύματα τρίτων χωρών.
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχεία β) και γ), μια επικεφαλής αρμόδια αρχή επιτελεί τον ίδιο ρόλο με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 116. Η επικεφαλής αρμόδια αρχή είναι εκείνη του κράτους μέλους με το μεγαλύτερο υποκατάστημα τρίτης χώρας όσον αφορά τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού που είναι καταχωρισμένα στο μητρώο.
4. Επιπλέον των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 116, τα σώματα εποπτών:
α)συντάσσουν έκθεση σχετικά με τη δομή και τις δραστηριότητες του ομίλου τρίτων χωρών στην Ένωση και επικαιροποιούν την έκθεση αυτή σε ετήσια βάση·
β)ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης του άρθρου 48ιε·
γ)προσπαθούν να εναρμονίσουν την εφαρμογή των εποπτικών μέτρων και των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 48ιστ.
5. Το σώμα εποπτών εξασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό και τη συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, κατά περίπτωση.
6. Η ΕΑΤ συμβάλλει στην προαγωγή και την επίβλεψη της αποτελεσματικής, γόνιμης και συνεπούς λειτουργίας των προβλεπόμενων στο παρόν άρθρο σωμάτων εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
7. Η ΕΑΤ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:
α)τους μηχανισμούς συνεργασίας και τα σχέδια υποδειγμάτων συμφωνιών μεταξύ αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου· και
β)τις προϋποθέσεις λειτουργίας των σωμάτων εποπτών για τους σκοπούς των άρθρων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 48ιη
Υποβολή αναφορών στην ΕΑΤ
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τα εξής:
α)όλες τις άδειες λειτουργίας που χορηγούνται σε υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές στις εν λόγω άδειες·
β)το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που καταχωρίζονται από τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, όπως αναφέρονται περιοδικά·
γ)την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει υποκατάστημα τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας.
Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο όλων των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο, αναφέροντας το κράτος μέλος στο οποίο έχουν άδεια να λειτουργούν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Σχέσεις με τρίτες χώρες
Άρθρο 48ιθ
Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών
1. Η Ένωση μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες σχετικά με τα μέσα άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στα ακόλουθα ιδρύματα:
α)ιδρύματα η μητρική επιχείρηση των οποίων εδρεύει σε τρίτη χώρα·
β)ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες και οι μητρικές επιχειρήσεις των οποίων είναι ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που εδρεύουν στην Ένωση.
2. Οι συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποσκοπούν ειδικότερα να εξασφαλίσουν ότι:
α)οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής τους κατάστασης, ιδρυμάτων, χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην Ένωση, που έχουν ως θυγατρικές ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε τρίτη χώρα, ή κατέχουν συμμετοχή σε αυτές·
β)οι εποπτικές αρχές τρίτων χωρών μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία μητρικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στο έδαφός τους και έχουν ως θυγατρικές ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ή κατέχουν συμμετοχή σε αυτές· και
γ)η ΕΑΤ μπορεί να λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τις πληροφορίες που αυτές έχουν λάβει από τις εθνικές αρχές τρίτων χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, εξετάζει τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και την κατάσταση που προκύπτει από αυτές.
4. Η ΕΑΤ παρέχει συνδρομή στην Επιτροπή για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»·
9)Τα άρθρα 65 και 66 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 65
Διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα
1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 64 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις, τις περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβάνουν δε όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι διοικητικές κυρώσεις, οι περιοδικές χρηματικές ποινές και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται σε ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, σε περίπτωση παράβασης εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μπορεί να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εθνικό δίκαιο, στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση.
3. Η επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις για την ίδια παράβαση.
4. Στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Στις εν λόγω εξουσίες συμπεριλαμβάνονται:
α)η εξουσία να απαιτούν από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφότυπους για εποπτικούς και συναφείς στατιστικούς σκοπούς:
i)ιδρύματα εγκατεστημένα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,
ii)χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,
iii)μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,
iv) εταιρείες συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,
v)πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv),
vi)μέρη στα οποία οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) έχουν αναθέσει επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες,
β)η εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) το οποίο είναι εγκατεστημένο ή βρίσκεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εάν είναι αναγκαίο, για την εκτέλεση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας:
i)να απαιτούν την υποβολή εγγράφων,
ii)να εξετάζουν τα μητρώα και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω μητρώα και αρχεία,
iii)να λαμβάνουν προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) ή τους εκπροσώπους του ή τα μέλη του προσωπικού του,
iv)να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε άλλο πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας, και
v)με την επιφύλαξη άλλων προϋποθέσεων που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο, να διεξαγάγουν όλες τις αναγκαίες επιθεωρήσεις στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) και σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία όταν η αρμόδια αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικείες αρμόδιες αρχές θα ενημερωθούν προηγουμένως. Εάν για την επιθεώρηση απαιτείται έγκριση δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση.
5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν το νομικό σύστημα του κράτους μέλους δεν προβλέπει επιβολή διοικητικών κυρώσεων, το παρόν άρθρο μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε η διαδικασία επιβολής να κινείται από την αρμόδια αρχή και να επιβάλλεται από τις δικαστικές αρχές, με την ταυτόχρονη διασφάλιση ότι τα εν λόγω ένδικα μέσα είναι αποτελεσματικά και έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές. Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα εν λόγω κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις των νόμων τους που θεσπίζουν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] και, χωρίς καθυστέρηση, κάθε μεταγενέστερο τροποποιητικό νόμο ή τροποποίησή τους.
Άρθρο 66
Διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις της άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για την απόκτηση ή εκποίηση ειδικών συμμετοχών, τις σημαντικές μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τις συγχωνεύσεις ή τις διασπάσεις
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις, περιοδικές χρηματικές ποινές και άλλα διοικητικά μέτρα στους νόμους, τους κανονισμούς τις και διοικητικές διατάξεις τους, τουλάχιστον όταν:
α)η δραστηριότητα αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό ασκείται χωρίς ο αποδέκτης να έχει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9,
β)οι δραστηριότητες πιστωτικού ιδρύματος αρχίζουν να ασκούνται χωρίς προηγούμενη άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση του άρθρου 9,
γ)αποκτάται ή αυξάνεται περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του αγοραστή, χωρίς έγγραφη κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο ο αγοραστής επιδιώκει να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά την περίοδο εκτίμησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη των αρμόδιων αρχών, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου,
δ)διατίθεται ή μειώνεται, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 25 ή το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του αγοραστή, χωρίς έγγραφη κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου,
ε)χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 21α παράγραφος 1, δεν υποβάλει αίτηση για έγκριση κατά παράβαση του άρθρου 21α ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο,
στ)ο αγοραστής, όπως ορίζεται στο άρθρο 27α παράγραφος 1, αποκτά άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή σε ίδρυμα ή αυξάνει ήδη κατεχόμενη ειδική συμμετοχή, ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου του αγοραστή στο ίδρυμα να υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος χωρίς κοινοποίηση του αγοραστή στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου,
ζ)οποιοδήποτε από τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 27δ της παρούσας οδηγίας διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή που υπερβαίνει το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, χωρίς κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 27δ της παρούσας οδηγίας,
η)οποιοδήποτε από τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 27στ παράγραφος 1 προβαίνει σε σημαντική μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, χωρίς κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου,
θ)οποιοδήποτε από τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 27ια στοιχείο ιβ) συμμετέχει σε διαδικασία συγχώνευσης ή διάσπασης, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τα εξής:
α)διοικητικές κυρώσεις:
i)σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού ετήσιου καθαρού κύκλου εργασιών της επιχείρησης,
ii)στην περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά τη 17η Ιουλίου 2013,
iii)διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ίσα μέχρι και με το διπλάσιο των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εάν είναι μετρήσιμα,
β)περιοδικές χρηματικές ποινές:
i)στην περίπτωση νομικού προσώπου, περιοδικές χρηματικές ποινές ύψους έως το 5 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών, τις οποίες, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να καταβάλει ανά ημέρα παράβασης έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση και οι οποίες μπορούν να επιβληθούν για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση με την οποία ζητείται η παύση της παράβασης και επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή·
ii)στην περίπτωση φυσικού προσώπου, περιοδικές χρηματικές ποινές μέχρι και 500 000 EUR, τις οποίες, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να καταβάλει ανά ημέρα παράβασης έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση και οι οποίες μπορούν να επιβληθούν για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση με την οποία ζητείται η παύση της παράβασης και επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή·
γ)άλλα διοικητικά μέτρα:
i)δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση και η φύση της παράβασης,
ii)διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
iii)αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου του μετόχου ή των μετόχων που είναι υπεύθυνοι για τις παραβάσεις της παραγράφου 1,
iv)με την επιφύλαξη του άρθρου 65 παράγραφος 2, προσωρινή ή οριστική απαγόρευση μέλους του διοικητικού οργάνου ή άλλου φυσικού προσώπου του ιδρύματος υπαίτιου για την παράβαση από την άσκηση καθηκόντων στο ίδρυμα.
3. Ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο i) και στοιχείο β) σημείο i) του παρόντος άρθρου ισούται με τον επιχειρηματικό δείκτη που ορίζεται στο άρθρο 314 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο επιχειρηματικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες ετήσιες εποπτικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες, εκτός εάν το αποτέλεσμα είναι μηδενικό ή αρνητικό. Εάν το αποτέλεσμα είναι μηδενικό ή αρνητικό, τη βάση υπολογισμού αποτελούν οι πλέον πρόσφατες προγενέστερες ετήσιες εποπτικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες που παράγουν δείκτη άνω του μηδενός. Όταν η οικεία επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, ο σχετικός συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της τελικής μητρικής επιχείρησης.
4. Ο μέσος ημερήσιος κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) σημείο i) είναι ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 3 διαιρούμενος διά του 365.»·
10)το άρθρο 67 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«δ) ένα ίδρυμα δεν έχει θεσπίσει ρυθμίσεις διακυβέρνησης και ουδέτερες ως προς το φύλο πολιτικές αποδοχών που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 74,
ε) ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στις αρμόδιες αρχές κατά παράβαση του άρθρου 430 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού,»·
ii)το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ι) ένα ίδρυμα δεν διατηρεί δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης κατά παράβαση του άρθρου 413 ή του άρθρου 428β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή δεν διατηρεί, κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, ρευστά διαθέσιμα κατά παράβαση του άρθρου 412 του εν λόγω κανονισμού,»·
iii)προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία ιη) έως αβ):
«ιη)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
ιθ)ένα ίδρυμα ή φυσικό πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με υποχρέωση που απορρέει από απόφαση της αρμόδιας αρχής ή υποχρέωση που απορρέει από εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
κ)ένα ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις αποδοχών σύμφωνα με τα άρθρα 92, 94 και 95 της παρούσας οδηγίας,
κα)ένα ίδρυμα ενεργεί χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, όταν οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαιτούν από το ίδρυμα να λαμβάνει την εν λόγω προηγούμενη άδεια ή έλαβε την εν λόγω άδεια βάσει δικής του ψευδούς δήλωσης ή δεν συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η εν λόγω άδεια,
κβ)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τη σύνθεση, τις προϋποθέσεις, τις προσαρμογές και τις αφαιρέσεις που αφορούν τα ίδια κεφάλαια, όπως ορίζονται στο δεύτερο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
κγ)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τα μεγάλα ανοίγματά του έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών, όπως ορίζονται στο τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
κδ)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τον υπολογισμό του δείκτη μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των παρεκκλίσεων που ορίζονται στο έβδομο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
κε)ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές σε σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 430 παράγραφοι 1, 2 και 3 και των άρθρων 430α και 430β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
κστ)ένα ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις συλλογής δεδομένων και διακυβέρνησης που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
αα)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις σε σχέση με τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ή δεν διαθέτει τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II έως VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
αβ)ένα ίδρυμα δεν πληροί τις απαιτήσεις σε σχέση με τον υπολογισμό του δείκτη κάλυψης ρευστότητας ή του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, όπως ορίζεται στο έκτο μέρος τίτλος I και τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.»·
β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
α)διοικητικές κυρώσεις:
i)σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού ετήσιου καθαρού κύκλου εργασιών της επιχείρησης,
ii)στην περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά τη 17η Ιουλίου 2013,
iii)διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ίσα μέχρι και με το διπλάσιο των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εάν είναι μετρήσιμα,
β)περιοδικές χρηματικές ποινές:
i)στην περίπτωση νομικού προσώπου, περιοδικές χρηματικές ποινές ύψους έως το 5 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών, τις οποίες, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να καταβάλει ανά ημέρα παράβασης έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση και οι οποίες μπορούν να επιβληθούν για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση με την οποία ζητείται η παύση της παράβασης και επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή. Ο μέσος ημερήσιος κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών διαιρούμενος διά του 365,
ii)στην περίπτωση φυσικού προσώπου, περιοδικές χρηματικές ποινές μέχρι και 500 000 EUR, τις οποίες, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να καταβάλει ανά ημέρα παράβασης έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση και οι οποίες μπορούν να επιβληθούν για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση με την οποία ζητείται η παύση της παράβασης και επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή·
γ)άλλα διοικητικά μέτρα:
i)δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση και η φύση της παράβασης,
ii)διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
iii)στην περίπτωση ιδρύματος, ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος κατά το άρθρο 18,
iv)με την επιφύλαξη του άρθρου 65 παράγραφος 2, προσωρινή ή οριστική απαγόρευση μέλους του διοικητικού οργάνου ή άλλου φυσικού προσώπου του ιδρύματος υπαίτιου για την παράβαση από την άσκηση καθηκόντων στο ίδρυμα,
v)αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου του μετόχου ή των μετόχων που είναι υπεύθυνοι για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»·
γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4:
«3. Ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο i) και στοιχείο β) σημείο i) του παρόντος άρθρου ισούται με τον επιχειρηματικό δείκτη που ορίζεται στο άρθρο 314 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, ο επιχειρηματικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες ετήσιες εποπτικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες, εκτός εάν το αποτέλεσμα είναι μηδενικό ή αρνητικό. Εάν το αποτέλεσμα είναι μηδενικό ή αρνητικό, η βάση υπολογισμού είναι οι πλέον πρόσφατες προγενέστερες ετήσιες εποπτικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες που παράγουν δείκτη άνω του μηδενός. Όταν η οικεία επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, ο σχετικός συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της τελικής μητρικής επιχείρησης.
4. Ο μέσος ημερήσιος κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) σημείο i) είναι ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 3 διαιρούμενος διά του 365.»·
11)το άρθρο 70 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 70
Αποτελεσματική εφαρμογή διοικητικών κυρώσεων και άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων από τις αρμόδιες αρχές
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του ύψους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:
α)η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
β)ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
γ)η οικονομική ισχύς του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει, παραδείγματος χάριν, από τον συνολικό κύκλο εργασιών νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα φυσικού προσώπου,
δ)η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιορισθούν,
ε)οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιορισθούν,
στ)ο βαθμός συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την αρμόδια αρχή,
ζ)προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
η)τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης,
θ)προηγούμενη επιβολή ποινικών κυρώσεων στο ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση.
2. Οι αρμόδιες αρχές, κατά την άσκηση των εξουσιών τους σχετικά με την επιβολή κυρώσεων, συνεργάζονται στενά, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις επιφέρουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα βάσει της παρούσας οδηγίας. Συντονίζουν επίσης τις δράσεις τους για την πρόληψη της συσσώρευσης και της επικάλυψης κατά την επιβολή κυρώσεων και διοικητικών μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με τις δικαστικές αρχές όταν εξετάζουν τις ίδιες υποθέσεις.
3. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις σε σχέση με το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και κυρώσεων για την ίδια παράβαση. Ωστόσο, αυτή η συσσώρευση διαδικασιών και κυρώσεων για την ίδια παράβαση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την επιδίωξη διαφορετικών και συμπληρωματικών στόχων γενικού συμφέροντος. Η αυστηρότητα όλων των κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών περιορίζεται στην απολύτως αναγκαία λόγω της σοβαρότητας της οικείας παράβασης. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σαφείς και ακριβείς κανόνες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες πράξεις και/ή παραλείψεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και κυρώσεων.
4. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που προβλέπουν την πλήρη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των δικαστικών αρχών, ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς στενή σχέση, ουσιαστικά και χρονικά, μεταξύ διοικητικών και ποινικών διαδικασιών.
5. Έως τις 18 Ιουλίου 2029 η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Επιπλέον, η ΕΑΤ αξιολογεί τυχόν αποκλίσεις όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο αυτό. Ειδικότερα, η ΕΑΤ αξιολογεί:
α)το επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των δικαστικών αρχών στο πλαίσιο της επιβολής κυρώσεων·
β)το επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο κυρώσεων που επιβάλλονται σε διασυνοριακές υποθέσεις ή σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών·
γ)την εφαρμογή και το επίπεδο προστασίας της αρχής «ne bis in idem» όσον αφορά τις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις από τα κράτη μέλη·
δ)την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας όταν και οι δύο κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση συσσώρευσης διοικητικών και ποινικών διαδικασιών·
ε)την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών κατά την εξέταση διασυνοριακών υποθέσεων.»·
12)Στο άρθρο 73, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα ιδρύματα διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων.»·
13)στο άρθρο 74, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Τα ιδρύματα θεσπίζουν άρτιες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, οι οποίες περιλαμβάνουν:
α)σαφή οργανωτική διάρθρωση με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης,
β)αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων,
γ)επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών,
δ)πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της ορθής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων και τις προωθούν.
Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.»·
14)το άρθρο 76 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο εγκρίνει και επανεξετάζει τουλάχιστον ανά διετία τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη μείωση των κινδύνων στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένο το ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκαλούνται από το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβανομένης υπόψη της φάσης του οικονομικού κύκλου και εκείνων που προκύπτουν από τις τρέχουσες, βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·
β)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο καταρτίζει ειδικά σχέδια και ποσοτικοποιημένους στόχους για την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα από την απόκλιση του επιχειρηματικού μοντέλου και της επιχειρηματικής στρατηγικής των ιδρυμάτων, με τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης ή τις ευρύτερες τάσεις μετάβασης προς μια βιώσιμη οικονομία όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες.»·
γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, σύμφωνα με την απαίτηση αναλογικότητας του άρθρου 7 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ*11, ότι τα ιδρύματα διαθέτουν τμήματα εσωτερικού ελέγχου τα οποία είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρησιακές λειτουργίες και διαθέτουν επαρκείς εξουσίες, κύρος, πόρους και πρόσβαση στο διοικητικό όργανο.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τμήματα εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη δέουσα αναφορά όλων των σημαντικών κινδύνων. Διασφαλίζουν ότι τα τμήματα εσωτερικού ελέγχου συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη της στρατηγικής κινδύνου του ιδρύματος και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις διαχείρισης κινδύνου και ότι τα τμήματα εσωτερικού ελέγχου δύνανται να παρουσιάσουν την πλήρη εικόνα ολόκληρου του φάσματος των κινδύνων που αντιμετωπίζει το ίδρυμα.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου μπορούν να αναφέρονται απευθείας στο διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα, ανεξάρτητα από τα μέλη του διοικητικού οργάνου με διαχειριστική αρμοδιότητα ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, και να εγείρουν ανησυχίες και να προειδοποιούν το εν λόγω όργανο, όταν κρίνεται σκόπιμο, σε περίπτωση εξελίξεων ειδικού κινδύνου που πλήττουν ή ενδέχεται να πλήξουν το ίδρυμα, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Οι επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου είναι ανεξάρτητα ανώτερα διευθυντικά στελέχη με διακριτή αρμοδιότητα για τα τμήματα διαχείρισης κινδύνου, συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου. Όταν η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος δεν δικαιολογούν τον διορισμό ειδικού ατόμου για κάθε τμήμα εσωτερικού ελέγχου, οι εν λόγω αρμοδιότητες μπορούν να αναλαμβάνονται από άλλο ανώτερο στέλεχος του ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
Οι επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου δεν απαλλάσσονται χωρίς την προηγούμενη έγκριση του διοικητικού οργάνου με την εποπτική του αρμοδιότητα και έχουν απευθείας πρόσβαση στο διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα, όποτε αυτό απαιτείται.
________
*11
Οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 26).»·
15)το άρθρο 78 τροποποιείται ως εξής:
α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Εποπτική συγκριτική αξιολόγηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων»·
β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι:
α)τα ιδρύματα στα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιούν εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους για τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια αναφοράς·
β)τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αναφέρουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους για τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα υποδείγματα αναφοράς·
γ)τα ιδρύματα στα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιούν εσωτερικές προσεγγίσεις βάσει του τρίτου μέρους τίτλος ΙI κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και τα σημαντικά ιδρύματα που εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του τρίτου μέρους τίτλος II κεφάλαιο 2 του εν λόγω κανονισμού, γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών των προσεγγίσεων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ποσού των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών όσον αφορά τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα υποδείγματα αναφοράς, εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i)τα ιδρύματα καταρτίζουν τους λογαριασμούς τους σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002·
ii)τα ιδρύματα πραγματοποιούν την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού και τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
iii)τα ιδρύματα πραγματοποιούν την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού σύμφωνα με λογιστικά πρότυπα δυνάμει της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ*12 και χρησιμοποιούν ένα μοντέλο αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών ίδιο με εκείνο που χρησιμοποιείται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.
Τα ιδρύματα υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μαζί με επεξήγηση των μεθοδολογιών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους και τυχόν ποιοτικές πληροφορίες, όπως απαιτείται από την ΕΑΤ, βάσει των οποίων μπορούν να επεξηγήσουν τον αντίκτυπο των εν λόγω υπολογισμών στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, τουλάχιστον ετησίως, αλλά με τη δυνατότητα της ΕΑΤ να διενεργεί την προσομοίωση ανά διετία αφού η προσομοίωση έχει διενεργηθεί πέντε φορές.
γ)η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:
i)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν, βάσει των πληροφοριών που τους υποβάλλουν τα ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 1, το εύρος των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση, για τα ανοίγματα ή τις συναλλαγές του χαρτοφυλακίου αναφοράς που απορρέουν από τις προσεγγίσεις των εν λόγω ιδρυμάτων. Οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν την ποιότητα των προσεγγίσεων αυτών με τη συχνότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα εξής:»·
ii)το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση προς συνδρομή των αρμόδιων αρχών κατά την εκτίμηση της ποιότητας των προσεγγίσεων βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.»·
δ)στην παράγραφο 5, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις τους σχετικά με την καταλληλότητα των διορθωτικών δράσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 τηρούν την αρχή ότι οι δράσεις αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες με τους στόχους των προσεγγίσεων εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος άρθρου και συνεπώς:»·
ε)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6.
Η ΕΑΤ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όταν κρίνει ότι απαιτούνται βάσει των πληροφοριών και εκτιμήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ώστε να βελτιωθούν οι εποπτικές πρακτικές ή οι πρακτικές των ιδρυμάτων όσον αφορά τις προσεγγίσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της εποπτικής συγκριτικής αξιολόγησης.»·
στ)η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής:
i)στο πρώτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):
«γ) τον κατάλογο των σημαντικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ).»·
ii)προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:
«Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), κατά την κατάρτιση του καταλόγου των σημαντικών ιδρυμάτων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη ζητήματα αναλογικότητας.»·
_______
*12
Οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1).
16)στο άρθρο 85, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
«1. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των ανοιγμάτων σε λειτουργικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που απορρέουν από την εξωτερική ανάθεση, και για την κάλυψη του κινδύνου που απορρέει από γεγονότα με χαμηλή συχνότητα και σοβαρές επιπτώσεις. Τα ιδρύματα διατυπώνουν με σαφήνεια τι συνιστά λειτουργικό κίνδυνο για τους σκοπούς των εν λόγω πολιτικών και διαδικασιών.»·
17)προστίθεται το νέο άρθρο 87α:
«Άρθρο 87α
Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι
1. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα διαθέτουν, στο πλαίσιο των άρτιων ρυθμίσεων διακυβέρνησής τους, συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων που απαιτείται βάσει του άρθρου 74 παράγραφος 1, άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων για κατάλληλο σύνολο χρονικών οριζόντων.
2. Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αναλογικά προς την κλίμακα, τη φύση και την πολυπλοκότητα των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων του επιχειρηματικού μοντέλου και του πεδίου εφαρμογής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος, και λαμβάνουν υπόψη βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα τουλάχιστον 10 ετών.
3. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα ελέγχουν την ανθεκτικότητά τους ως προς τις μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, τόσο βάσει σεναρίων αναφοράς όσο και βάσει δυσμενών σεναρίων εντός δεδομένου χρονικού πλαισίου, αρχής γενομένης από τους παράγοντες που συνδέονται με το κλίμα. Όσον αφορά τις δοκιμές, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα περιλαμβάνουν σειρά περιβαλλοντικών και κοινωνικών σεναρίων και σεναρίων διακυβέρνησης που αντικατοπτρίζουν τις πιθανές επιπτώσεις των περιβαλλοντικών και κοινωνικών αλλαγών και των συναφών δημόσιων πολιτικών στο μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό περιβάλλον.
4. Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν και παρακολουθούν τις εξελίξεις των πρακτικών των ιδρυμάτων όσον αφορά τη στρατηγική τους για θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησής, καθώς και τη διαχείριση κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων που θα πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76, καθώς και την πρόοδο που έχει σημειωθεί και τους κινδύνους για την προσαρμογή των επιχειρηματικών μοντέλων τους στους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης ή στις ευρύτερες τάσεις μετάβασης προς μια βιώσιμη οικονομία, λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά προϊόντων που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα, τις πολιτικές για τη χρηματοδότηση της μετάβασης, τις σχετικές πολιτικές χορήγησης δανείων και τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση στόχους και όρια.
5. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 για να προσδιορίσει:
α)τα ελάχιστα πρότυπα και τις μεθοδολογίες αναφοράς για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων·
β)το περιεχόμενο των σχεδίων που θα πρέπει να καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76, τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και ενδιάμεσους ποσοτικοποιημένους στόχους και ορόσημα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι της απόκλισης του επιχειρηματικού μοντέλου και της στρατηγικής των ιδρυμάτων με τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης ή τις ευρύτερες τάσεις μετάβασης προς μια βιώσιμη οικονομία σε σχέση με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες·
γ)ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια για την εκτίμηση των επιπτώσεων των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των ιδρυμάτων βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα·
δ)κριτήρια για τον καθορισμό των σεναρίων και των μεθόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων και των παραδοχών που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε κάθε σενάριο και τους ειδικούς κινδύνους.
Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας]. Η ΕΑΤ επικαιροποιεί τακτικά τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, ώστε να αντικατοπτρίζουν την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά τη μέτρηση και τη διαχείριση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, καθώς και την εξέλιξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης για τη βιωσιμότητα.»·
18)το άρθρο 88 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«ε)ο πρόεδρος του διοικητικού οργάνου ενός ιδρύματος με την εποπτική του αρμοδιότητα δεν μπορεί να ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου στο ίδιο ίδρυμα.»·
β)στο άρθρο 88, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:
«3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα καταρτίζουν, διατηρούν και επικαιροποιούν ατομικές δηλώσεις στις οποίες καθορίζονται οι ρόλοι και τα καθήκοντα κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου, των ανώτερων διοικητικών στελεχών και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις, καθώς και καταγραφή των καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένων αναλυτικών στοιχείων σχετικά με τις γραμμές αναφοράς και τις γραμμές ευθύνης, και των προσώπων που αποτελούν μέρος των ρυθμίσεων διακυβέρνησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 1, καθώς και των καθηκόντων τους που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δηλώσεις καθηκόντων και η καταγραφή των καθηκόντων καθίστανται διαθέσιμες και κοινοποιούνται εγκαίρως, κατόπιν αιτήματος, στις αρμόδιες αρχές.
Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, με σκοπό να διασφαλίσει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και τη συνεκτική εφαρμογή της. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].»·
19)το άρθρο 91 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 91
Κριτήρια καταλληλότητας για τα μέλη του διοικητικού οργάνου των οντοτήτων
1. Τα ιδρύματα και οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και οι μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, όπως έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 (στο εξής: οντότητες), έχουν την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου έχουν ανά πάσα στιγμή καλή φήμη και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και ότι πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8 του παρόντος άρθρου.
Οι αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ειδικότερα αν τα κριτήρια και οι απαιτήσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να πληρούνται όταν έχουν βάσιμους λόγους να εικάζουν ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί, επιχειρείται ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ή υπάρχει αυξημένος τέτοιου είδους κίνδυνος σε σχέση με το εν λόγω ίδρυμα.
2. Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου πρέπει να αφιερώνει ικανό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων του στις οντότητες.
3. Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση, ώστε να εκτιμά και να αμφισβητεί αποτελεσματικά τις αποφάσεις των ανώτερων διοικητικών στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται και να επιβλέπει και να παρακολουθεί αποτελεσματικά τη λήψη των αποφάσεων από τη διοίκηση. Η ιδιότητα μέλους του διοικητικού οργάνου πιστωτικού ιδρύματος μόνιμα συνδεόμενου με κεντρικό οργανισμό δεν συνιστά από μόνη της εμπόδιο για να ενεργεί κανείς με ανεξάρτητη βούληση.
4. Το διοικητικό όργανο διαθέτει συνολικά γνώσεις, δεξιότητες και πείρα, ώστε να μπορεί να κατανοεί επαρκώς τις δραστηριότητες του ιδρύματος, καθώς και τους συναφείς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου αποτυπώνει ένα επαρκώς ευρύ φάσμα εμπειριών.
5. Στον αριθμό των θέσεων σε διοικητικά συμβούλια που ένα μέλος του διοικητικού οργάνου μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος. Με εξαίρεση όταν μέλη του διοικητικού οργάνου εκπροσωπούν τα συμφέροντα ενός κράτους μέλους, τα μέλη του διοικητικού οργάνου ιδρύματος το οποίο είναι σημαντικό από πλευράς του μεγέθους του, της εσωτερικής του οργάνωσης και της φύσης, του πεδίου εφαρμογής και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του δεν κατέχουν, από την 1η Ιουλίου 2014, περισσότερες από μία από τον ακόλουθο συνδυασμό θέσεων σε διοικητικά συμβούλια ταυτόχρονα:
α)μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου,
β)τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου.
6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 5, τα ακόλουθα υπολογίζονται ως μία θέση διοικητικού συμβουλίου:
α)θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου που κατέχονται εντός του ιδίου ομίλου,
β)θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου στο πλαίσιο:
i)ιδρυμάτων που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
ii)επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων, στις οποίες το ίδρυμα κατέχει ειδική συμμετοχή.
Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου, ως όμιλος νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*13.
7. Οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανώσεις που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 5.
8. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν σε μέλη του διοικητικού οργάνου να διατηρούν μία θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου πέραν των θέσεων μέλους διοικητικού συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) και β).
9. Οι οντότητες αφιερώνουν επαρκές προσωπικό και οικονομικούς πόρους για την υποδοχή και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου.
10. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις οντότητες και τις αντίστοιχες επιτροπές ανάδειξης υποψηφίων, εάν έχουν συσταθεί, να εξασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και δεξιοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό όργανο και να εφαρμόζουν προς τον σκοπό αυτόν μια πολιτική που να προωθεί αρμόζον επίπεδο ποικιλίας στο διοικητικό όργανο.
11. Οι αρμόδιες αρχές συλλέγουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 435 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις χρησιμοποιούν για τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ποικιλότητας. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ. Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί αυτές τις πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ποικιλότητας σε επίπεδο Ένωσης.
12. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κατωτέρω:
α)την έννοια της αφιέρωσης επαρκούς χρόνου από ένα μέλος του διοικητικού οργάνου για την άσκηση των καθηκόντων του, σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος,
β)τις έννοιες της ειλικρίνειας, ακεραιότητας και ανεξάρτητης βούλησης ενός μέλους του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 3,
γ)την έννοια των επαρκών συλλογικών γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών σύμφωνα με την παράγραφο 4,
δ)την έννοια του επαρκούς προσωπικού και των επαρκών χρηματικών πόρων που αφιερώνονται για την υποδοχή και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 9,
ε)την έννοια της ποικιλότητας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 10.
Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
13. Το παρόν άρθρο και τα άρθρα 91α έως 91δ δεν θίγουν τις διατάξεις των κρατών μελών σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο.»·
_______
*13
Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).
20)προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 91α έως 91δ:
«Άρθρο 91a
Αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου από τις οντότητες
1. Οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 διασφαλίζουν ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου πληρούν ανά πάσα στιγμή τα κριτήρια και τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφοι 1 έως 8.
2. Οι οντότητες αξιολογούν την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού οργάνου πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους. Όταν οι οντότητες, με βάση την αξιολόγηση της καταλληλότητας, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το οικείο μέλος δεν πληροί τα κριτήρια και τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, οι οντότητες διασφαλίζουν ότι το οικείο μέλος δεν αναλαμβάνει την υπό εξέταση θέση.
Ωστόσο, όταν είναι απολύτως αναγκαία η άμεση αντικατάσταση μέλους του διοικητικού οργάνου, οι οντότητες μπορούν να αξιολογούν την καταλληλότητα των εν λόγω αναπληρωματικών μελών μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Οι οντότητες είναι σε θέση να αιτιολογούν δεόντως την εν λόγω άμεση αντικατάσταση.
3. Οι οντότητες διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού οργάνου παραμένουν επικαιροποιημένες. Εφόσον τους ζητηθεί, οι οντότητες κοινοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές.
4. Οι οντότητες που ανανεώνουν τη θητεία των μελών του διοικητικού οργάνου ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές εγγράφως εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ανανέωσης της θητείας.
Άρθρο 91β
Αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου των οντοτήτων από τις αρμόδιες αρχές
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν τα μέλη του διοικητικού οργάνου των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 πληρούν ανά πάσα στιγμή τα κριτήρια και τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφοι 1 έως 8.
2. Για την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι οντότητες υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την αρχική αίτηση του σχετικού μέλους του διοικητικού οργάνου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της εσωτερικής αξιολόγησης της καταλληλότητας. Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για την αποτελεσματική διενέργεια της αξιολόγησης της καταλληλότητας από τις αρμόδιες αρχές.
3. Οι αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν εγγράφως την παραλαβή της αίτησης και των εγγράφων τεκμηρίωσης που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Οι αρμόδιες αρχές ολοκληρώνουν την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός 80 εργάσιμων ημερών (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης) από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
4. Οι αρμόδιες αρχές που ζητούν από τις οντότητες συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα τεκμηρίωσης, συμπεριλαμβανομένων συνεντεύξεων ή ακροάσεων, μπορούν να παρατείνουν την περίοδο αξιολόγησης το ανώτατο έως 40 εργάσιμες ημέρες. Ωστόσο, η περίοδος αξιολόγησης δεν υπερβαίνει τις 120 εργάσιμες ημέρες. Τα αιτήματα για συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα τεκμηρίωσης υποβάλλονται γραπτώς και είναι συγκεκριμένες. Οι οντότητες επιβεβαιώνουν την παραλαβή του αιτήματος για συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα τεκμηρίωσης εντός δύο εργάσιμων ημερών και παρέχουν τις ζητούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες ή τα έγγραφα εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης παραλαβής του αιτήματος από τις αρμόδιες αρχές.
5. Μόλις γνωστοποιηθούν στις οντότητες ή στο σχετικό μέλος του διοικητικού οργάνου νέα γεγονότα ή άλλα ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν την καταλληλότητα του μέλους του διοικητικού οργάνου, οι οντότητες ενημερώνουν τις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
6. Οι αρμόδιες αρχές δεν επαναξιολογούν την καταλληλότητα των μελών του διοικητικού οργάνου κατά την ανανέωση της θητείας τους, εκτός εάν έχουν αλλάξει σχετικές πληροφορίες που είναι γνωστές στις αρμόδιες αρχές και η εν λόγω αλλαγή ενδέχεται να επηρεάσει την καταλληλότητα του οικείου μέλους.
7. Όταν τα μέλη του διοικητικού οργάνου δεν πληρούν ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφοι 1 έως 8 ή όταν οι οντότητες δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες που ορίζονται στις παραγράφους 2 ή 4 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε:
α)να εμποδίζουν τη συμμετοχή των εν λόγω μελών στο διοικητικό όργανο·
β)να απομακρύνουν τα εν λόγω μέλη από το διοικητικό όργανο·
γ)να απαιτούν από τις οικείες οντότητες να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι το εν λόγω μέλος είναι κατάλληλο για τη συγκεκριμένη θέση.
8. Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 7, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την αξιολόγηση της καταλληλότητας προτού τα μέλη του διοικητικού οργάνου αναλάβουν τα καθήκοντά τους στις ακόλουθες οντότητες:
α)μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
β)μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
γ)κεντρικό οργανισμό που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα ή εποπτεύει μεγάλα ιδρύματα που συνδέονται με αυτό·
δ)αυτόνομο ίδρυμα στην ΕΕ που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
ε)σχετική θυγατρική·
στ)μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος, εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που διαθέτουν μεγάλα ιδρύματα ή σχετικές θυγατρικές εντός του ομίλου τους.
Ωστόσο, όταν είναι απολύτως αναγκαία η άμεση αντικατάσταση μέλους του διοικητικού οργάνου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διενεργούν την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Οι οντότητες είναι σε θέση να αιτιολογούν δεόντως την εν λόγω άμεση αντικατάσταση.
9. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τις πληροφορίες ή τα συνοδευτικά έγγραφα που θα πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια της αξιολόγησης της καταλληλότητας.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
10. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Άρθρο 91γ
Κριτήρια καταλληλότητας και αξιολόγηση από τις οντότητες των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις
1. Οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 έχουν την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις έχουν καλή φήμη, εντιμότητα και ακεραιότητα και διαθέτουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την πείρα που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ανά πάσα στιγμή.
2. Όταν οι οντότητες, με βάση την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο, δεν διορίζουν το εν λόγω πρόσωπο σε καίρια θέση. Οι οντότητες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την ορθή λειτουργία της θέσης αυτής.
3. Οι οντότητες διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις παραμένουν επικαιροποιημένες. Εφόσον τους ζητηθεί, οι οντότητες κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές.
Άρθρο 91δ
Αξιολόγηση καταλληλότητας από τις αρμόδιες αρχές των επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και του γενικού οικονομικού διευθυντή
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν οι επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και ο γενικός οικονομικός διευθυντής πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας που ορίζονται στο άρθρο 91γ παράγραφος 1 πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, όταν οι εν λόγω επικεφαλής ή ο εν λόγω διευθυντής πρόκειται να διοριστούν για ρόλους στις ακόλουθες οντότητες:
α)μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
β)μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
γ)κεντρικό οργανισμό που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα ή εποπτεύει μεγάλα ιδρύματα που συνδέονται με αυτό·
δ)αυτόνομο ίδρυμα στην ΕΕ που χαρακτηρίζεται ως μεγάλο ίδρυμα·
ε)σχετική θυγατρική.
2. Για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και του γενικού οικονομικού διευθυντή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι οντότητες που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την αρχική αίτηση του οικείου προσώπου, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ολοκλήρωση της εσωτερικής αξιολόγησης της καταλληλότητας. Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για την αποτελεσματική διενέργεια της αξιολόγησης της καταλληλότητας από τις αρμόδιες αρχές.
3. Οι αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν εγγράφως την παραλαβή της αίτησης και των εγγράφων τεκμηρίωσης που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός δύο εργάσιμων ημερών.
Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την καταλληλότητα των επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και του γενικού οικονομικού διευθυντή εντός 80 εργάσιμων ημερών (περίοδος αξιολόγησης) από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
4. Οι αρμόδιες αρχές που ζητούν από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων συνεντεύξεων ή ακροάσεων, μπορούν να παρατείνουν την περίοδο αξιολόγησης το ανώτατο έως 40 εργάσιμες ημέρες. Ωστόσο, η περίοδος αξιολόγησης δεν υπερβαίνει τις 120 εργάσιμες ημέρες. Τα αιτήματα για συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα τεκμηρίωσης υποβάλλονται γραπτώς και είναι συγκεκριμένες. Οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επιβεβαιώνουν την παραλαβή του αιτήματος για συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα εντός δύο εργάσιμων ημερών και παρέχουν τις ζητούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης του αιτήματος από τις αρμόδιες αρχές.
5. Μόλις γνωστοποιηθούν στις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή στο σχετικό μέλος του διοικητικού οργάνου νέα γεγονότα ή άλλα ζητήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν την καταλληλότητα του μέλους του διοικητικού οργάνου, οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ενημερώνουν τις σχετικές αρμόδιες αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
6. Όταν οι επικεφαλής των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου και ο γενικός οικονομικός διευθυντής δεν πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 91γ παράγραφος 1, ή όταν οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες ώστε:
α)να εμποδίσουν τους εν λόγω επικεφαλής ή τον εν λόγω διευθυντή να ασκήσουν τα καθήκοντά τους·
β)να απομακρύνουν τους εν λόγω επικεφαλής ή τον εν λόγω διευθυντή·
γ)να απαιτήσουν από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι εν λόγω επικεφαλής ή ο εν λόγω διευθυντής είναι κατάλληλοι για την υπό εξέταση θέση.
7. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τις πληροφορίες ή τα συνοδευτικά έγγραφα που θα πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια της αξιολόγησης της καταλληλότητας.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
8. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
9. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για τη διευκόλυνση της υλοποίησης και της συνεπούς εφαρμογής των διαδικαστικών απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 91α έως 91δ της παρούσας οδηγίας και της εφαρμογής των εξουσιών και των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 91β παράγραφος 7 και στο άρθρο 91δ παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας].
22)το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 2, τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«ε)τα μέλη του προσωπικού που απασχολούνται στα τμήματα εσωτερικού ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων που ελέγχουν,
στ)οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στα τμήματα εσωτερικού ελέγχου εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 95 ή, εάν δεν έχει συσταθεί η ανωτέρω επιτροπή, από το διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα,»·
β)στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β)τα μέλη του προσωπικού με διευθυντικές ευθύνες επί των τμημάτων εσωτερικού ελέγχου ή των σημαντικών επιχειρηματικών μονάδων του ιδρύματος,»·
23)το άρθρο 94 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, το στοιχείο ζ) σημείο ii) πέμπτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«—το ίδρυμα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σχετικά με τις αποφάσεις των μετόχων ή ιδιοκτητών ή μελών του, συμπεριλαμβανομένης τυχόν έγκρισης υψηλότερης αναλογίας βάσει του πρώτου εδαφίου του παρόντος σημείου, οι δε αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τις λαμβανόμενες πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των σχετικών πρακτικών των ιδρυμάτων. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν τις συγκριτικές αξιολογήσεις στην ΕΑΤ και αυτή τις δημοσιεύει συνολικά στη βάση κράτους μέλους προέλευσης σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται,»·
β)στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)διευθυντικές ευθύνες και καθήκοντα εσωτερικού ελέγχου,»·
γ)στην παράγραφο 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«α)ίδρυμα που δεν είναι μεγάλο ίδρυμα και η αξία των στοιχείων του ενεργητικού του οποίου είναι κατά μέσον όρο και σε ατομική βάση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ίση ή μικρότερη από 5 δισ. EUR κατά τη διάρκεια της τετραετίας που προηγείται άμεσα του τρέχοντος οικονομικού έτους,»·
24)στο άρθρο 98, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 9:
«9. Ο έλεγχος και η αξιολόγηση που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνουν την αξιολόγηση των διαδικασιών διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνου των ιδρυμάτων για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, καθώς και της έκθεσης των ιδρυμάτων σε περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους. Κατά τον προσδιορισμό της επάρκειας των διαδικασιών και της έκθεσης των ιδρυμάτων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα επιχειρηματικά μοντέλα των εν λόγω ιδρυμάτων.»·
25)στο άρθρο 100, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4:
«3. Τα ιδρύματα και τυχόν τρίτα μέρη που ενεργούν με συμβουλευτικό ρόλο στα ιδρύματα απέχουν από δραστηριότητες που μπορούν να βλάψουν μια προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, όπως η συγκριτική αξιολόγηση, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους, οι συμφωνίες για την κοινή συμπεριφορά ή η βελτιστοποίηση των στοιχείων που υποβάλλουν στο πλαίσιο των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων. Με την επιφύλαξη άλλων σχετικών διατάξεων της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες συλλογής πληροφοριών και διεξαγωγής ερευνών που είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό των εν λόγω ενεργειών.
4. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, μέσω της Μεικτής Επιτροπής του άρθρου 54 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καταρτίζουν κατευθυντήριες γραμμές για να διασφαλίσουν ότι η συνοχή, οι μακροπρόθεσμες παράμετροι και τα κοινά πρότυπα για τις μεθοδολογίες αξιολόγησης ενσωματώνονται στις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους. Οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων για περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ξεκινούν από παράγοντες που συνδέονται με το κλίμα. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, μέσω της Μεικτής Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 54 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικοί και οι σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι μπορούν να ενσωματωθούν στις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων.»·
26)το άρθρο 104 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
i)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 97, του άρθρου 98 παράγραφοι 4, 5 και 9, του άρθρου 101 παράγραφος 4 και του άρθρου 102 της παρούσας οδηγίας και της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τουλάχιστον την εξουσία:»
ii)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιγ):
«ιγ)να απαιτούν από τα ιδρύματα να μειώνουν τους κινδύνους που απορρέουν από την απόκλιση των ιδρυμάτων με τους σχετικούς στόχους πολιτικής της Ένωσης και τις ευρύτερες τάσεις μετάβασης που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, μεταξύ άλλων, μέσω προσαρμογών των επιχειρηματικών μοντέλων τους, των στρατηγικών διακυβέρνησής τους και της διαχείρισης κινδύνου.»·
β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:
«3. Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εντοπίζουν ότι οι κίνδυνοι προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) των ιδρυμάτων, που αναφέρονται στο άρθρο 381 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενέχουν υπερβολικούς κινδύνους για την ευρωστία των εν λόγω ιδρυμάτων.»·
27)το άρθρο 104α τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Όταν απαιτούνται πρόσθετα ίδια κεφάλαια για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου ως τη διαφορά μεταξύ του κεφαλαίου που κρίνεται ότι επαρκεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση το πέμπτο εδάφιο, και των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στο τρίτο και έβδομο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·
β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:
«6. Όταν ένα ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, ισχύουν τα ακόλουθα:
α)το ονομαστικό ποσό των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται από την αρμόδια αρχή του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν αυξάνεται ως αποτέλεσμα της δέσμευσης του ιδρύματος από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων·
β)η αρμόδια αρχή του ιδρύματος επανεξετάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο έως την ημερομηνία λήξης της επόμενης διαδικασίας ελέγχου και αξιολόγησης, τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που ζήτησε από το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) και αφαιρεί τυχόν τμήματα αυτών που προσμετρούν διπλά τους κινδύνους που καλύπτονται ήδη πλήρως από το γεγονός ότι το ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 131 και 133 της παρούσας οδηγίας, ένα ίδρυμα θεωρείται ότι δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, όταν το συνολικό ποσό ανοίγματος του ιδρύματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 υπερβαίνει το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων και υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.
7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, εάν ένα ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, η αρμόδια αρχή του ιδρύματος δεν επιβάλλει πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που να προσμετρά διπλά τους κινδύνους που ήδη καλύπτονται πλήρως από το γεγονός ότι το ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.»·
28)στο άρθρο 106, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Τα κράτη μέλη δίνουν την εξουσία στις αρμόδιες αρχές να απαιτούν από τα ιδρύματα:
α)να δημοσιοποιούν πάνω από μία φορά ετησίως τις πληροφορίες που αναφέρονται στο όγδοο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και να ορίζουν προθεσμίες για την υποβολή των πληροφοριών δημοσιοποίησης από μεγάλα και άλλα ιδρύματα στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευσή τους σε κεντρικό ιστότοπο της ΕΑΤ·
β)να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες για δημοσιεύσεις εκτός του ιστοτόπου της ΕΑΤ για τις συγκεντρωτικές δημοσιοποιήσεις ή τις οικονομικές καταστάσεις των ιδρυμάτων.»·
29)το άρθρο 121 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1, τα κράτη μέλη απαιτούν τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1, για την άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.»
30)στον τίτλο VII κεφάλαιο 3, παρεμβάλλεται το ακόλουθο τμήμα 0:
«Τμήμα 0
Εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου σε ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων
Άρθρο 110α
Πεδίο εφαρμογής σε ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων
Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, όταν τουλάχιστον μία επιχείρηση επενδύσεων του εν λόγω ομίλου υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033*14.
Το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται σε ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων όταν καμία επιχείρηση επενδύσεων του εν λόγω ομίλου δεν υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.»·
______
*14
Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1).
31)το άρθρο 131 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 5 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Όταν ένα O-SII δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή του, κατά περίπτωση, επανεξετάζει την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας O-SII των ιδρυμάτων προκειμένου να διασφαλίσει ότι η βαθμονόμησή του παραμένει κατάλληλη.»·
β)στην παράγραφο 5α, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της γνωστοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, το ΕΣΣΚ παρέχει στην Επιτροπή γνωμοδότηση στην οποία εκτιμά αν το απόθεμα ασφαλείας O-SII κρίνεται κατάλληλο. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να παρέχει γνωμοδότηση στην Επιτροπή σχετικά με το απόθεμα ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 16α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»·
γ)στην παράγραφο 15, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Όταν το άθροισμα του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, όπως υπολογίζεται για τους σκοπούς του άρθρου 133 παράγραφοι 10, 11 ή 12 και του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας O-SII ή του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας G-SII στο οποίο υπόκειται το ίδιο ίδρυμα είναι υψηλότερο του 5 %, εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 5α του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, όταν η απόφαση για τον καθορισμό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, αποθέματος ασφαλείας O-SII ή αποθέματος ασφαλείας G-SII έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση ή καμία αλλαγή σε οποιοδήποτε από τα προκαθορισμένα ποσοστά, δεν εφαρμόζεται η διαδικασία της παραγράφου 5α του παρόντος άρθρου.»·
32)το άρθρο 133 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«1. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι είναι δυνατός ο καθορισμός αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για τον χρηματοπιστωτικό τομέα ή για ένα ή περισσότερα υποσύνολα του εν λόγω τομέα σε όλα ή σε υποσύνολο ανοιγμάτων, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, ώστε να αποτρέπονται και να μετριάζονται οι μακροπροληπτικοί ή συστημικοί κίνδυνοι που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και από τα άρθρα 130 και 131 της παρούσας οδηγίας, κατά την έννοια κινδύνου διαταραχής του χρηματοοικονομικού συστήματος με πιθανότητα σοβαρών αρνητικών επιπτώσεων για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος.»·
β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:
«2α. Όταν ένα ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, ισχύουν αμφότερα τα ακόλουθα:
α)Το ποσό του κεφαλαίου CET1 που απαιτείται να διαθέτει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, περιορίζεται στο ακόλουθο ποσό:
όπου:
ET = το συνολικό ποσό ανοιγμάτων σε κίνδυνο ενός ιδρύματος χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
Ei = το ποσό ανοιγμάτων σε κίνδυνο ενός ιδρύματος χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων για το υποσύνολο ανοιγμάτων i, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
rT, ri = rT και ri, όπως ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.
β)Η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, επανεξετάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τη βαθμονόμηση του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, κατά περίπτωση, με σκοπό να διασφαλίσει ότι παραμένουν κατάλληλα και δεν προσμετρούν διπλά τους κινδύνους που καλύπτονται ήδη από το γεγονός ότι το ίδρυμα δεσμεύεται από το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Ο υπολογισμός του στοιχείου α) εφαρμόζεται έως ότου η εντεταλμένη αρχή ολοκληρώσει την αναθεώρηση που ορίζεται στο στοιχείο β) και δημοσιεύσει νέα απόφαση σχετικά με τη βαθμονόμηση του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο. Από τη στιγμή εκείνη, παύει να ισχύει το όριο του στοιχείου α).»·
γ)στην παράγραφο 8, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση:
i)κινδύνων που καλύπτονται από τα άρθρα 130 και 131·
ii)κινδύνων που καλύπτονται πλήρως από τον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·
δ)στην παράγραφο 9 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):
«ζ)τον τρόπο με τον οποίο ο υπολογισμός που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 επηρεάζει τη βαθμονόμηση του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου, που προτίθεται να επιβάλει η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση.»·
ε)οι παράγραφοι 11 και 12 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«11. Όταν ο καθορισμός ή ανακαθορισμός ποσοστού ή ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σε οποιαδήποτε κατηγορία ή υποκατηγορία ανοιγμάτων της παραγράφου 5 που υπόκειται σε ένα ή περισσότερα αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου έχει ως αποτέλεσμα συνδυασμένο ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου υψηλότερο του 3 % και έως 5 %, για οποιοδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, η αρμόδια ή η εντεταλμένη αρχή του κράτους μέλους που ορίζει το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας ζητεί στην ειδοποίηση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 9 γνωμοδότηση της Επιτροπής και του ΕΣΣΚ.
Εντός ενός μήνα από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 9, το ΕΣΣΚ παρέχει στην Επιτροπή γνωμοδότηση στην οποία εκτιμά αν το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου κρίνονται αναγκαία. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση του ΕΣΣΚ. παρέχει γνωμοδότηση σχετικά με το αν θεωρεί ότι το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν προκαλούν δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοοικονομικού συστήματος άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης συνολικά, σχηματίζοντας ή δημιουργώντας εμπόδιο στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Όταν η γνωμοδότηση της Επιτροπής είναι αρνητική, η αρμόδια ή η εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, του κράτους μέλους που ορίζει το εν λόγω απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου συμμορφώνεται με τη γνώμη αυτή ή αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν το πράττει.
Όταν ένα ή περισσότερα ιδρύματα στα οποία εφαρμόζονται ένα ή περισσότερα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου είναι θυγατρική της οποίας η μητρική εταιρεία είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, το ΕΣΣΚ και η Επιτροπή εξετάζουν επίσης στις γνώμες τους αν η εφαρμογή του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου στα εν λόγω ιδρύματα κρίνεται σκόπιμη.
Όταν οι αρχές της θυγατρικής και της μητρικής διαφωνούν ως προς το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που είναι εφαρμοστέα στο εν λόγω ίδρυμα και στην περίπτωση αρνητικής γνώμης τόσο της Επιτροπής όσο και του ΕΣΣΚ, η αρμόδια ή η εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η απόφαση καθορισμού του ποσοστού ή των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου για τα εν λόγω ανοίγματα αναστέλλεται έως ότου λάβει απόφαση η ΕΑΤ.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζει άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 134 δεν προσμετράται για τα όρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
12. Όταν ο καθορισμός ή ανακαθορισμός ποσοστού ή ποσοστών αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου σε οποιαδήποτε κατηγορία ή υποκατηγορία ανοιγμάτων της παραγράφου 5 που υπόκειται σε ένα ή περισσότερα αποθέματα ασφαλείας συστημικού κινδύνου έχει ως αποτέλεσμα συνδυασμένο ποσοστό αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου άνω του 5 %, για οποιοδήποτε από τα ανοίγματα αυτά, η αρμόδια ή η εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, ζητεί την έγκριση της Επιτροπής πριν από την εφαρμογή του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου.
Εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της ειδοποίησης της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου, το ΕΣΣΚ παρέχει στην Επιτροπή γνωμοδότηση στην οποία εκτιμά αν το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου κρίνεται κατάλληλο. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να παράσχει γνωμοδότηση στην Επιτροπή σχετικά με το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 16α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της κοινοποίησης.
Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της ειδοποίησης της παραγράφου 9, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση του ΕΣΣΚ και της ΕΑΤ, κατά περίπτωση, και εφόσον είναι πεπεισμένη ότι το ποσοστό ή τα ποσοστά αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου δεν προκαλούν δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοοικονομικού συστήματος άλλων κρατών μελών ή της Ένωσης συνολικά, σχηματίζοντας ή δημιουργώντας εμπόδιο στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εκδίδει πράξη με την οποία εξουσιοδοτείται η αρμόδια ή η εντεταλμένη αρχή, κατά περίπτωση, να θεσπίσει το προτεινόμενο μέτρο.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η αναγνώριση ποσοστού αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζει άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 134 δεν προσμετράται για το όριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
33)το άρθρο 142 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«γ)σχέδιο και χρονοδιάγραμμα για την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων με στόχο την πλήρη συμμόρφωση με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης·»·
β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Η αρμόδια αρχή εκτιμά το σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και το εγκρίνει μόνον εάν κρίνει πως το σχέδιο, εάν εφαρμοσθεί, έχει ευλόγως αυξημένες πιθανότητες να επιτύχει τη διατήρηση ή αύξηση επαρκών κεφαλαίων, ώστε το ίδρυμα να πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας ή, κατά περίπτωση, την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης εντός χρονικής περιόδου που η αρμόδια αρχή θεωρεί κατάλληλη.»·
γ)στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β)ασκεί την εξουσία της δυνάμει του άρθρου 102 για την επιβολή αυστηρότερων περιορισμών στη διανομή από αυτούς που απαιτούνται βάσει των άρθρων 141 και 141β, κατά περίπτωση.»·
34)στο άρθρο 161, η παράγραφος 3 απαλείφεται.
Άρθρο 2
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ
Η οδηγία 2014/59/ΕΕ*15 τροποποιείται ως εξής:
1)στο άρθρο 27, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6, 7 και 8:
«6. Όταν διορίζονται νέα μέλη του διοικητικού οργάνου ή ανώτερα διοικητικά στελέχη δυνάμει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 28 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την αξιολόγηση των μελών του διοικητικού οργάνου, όπως απαιτείται από το άρθρο 91β παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 91δ παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας, μόνον αφού αναλάβουν τα καθήκοντά τους.
Το άρθρο 91α παράγραφος 2 και το άρθρο 91γ παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν εφαρμόζονται για τον διορισμό νέων μελών του διοικητικού οργάνου ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
7. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι διενεργούν τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ολοκληρώνουν τις αξιολογήσεις το αργότερο εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης του διορισμού.
8. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την αρχή εξυγίανσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.»·
2)στο άρθρο 34, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 7, 8 και 9:
«7. Όταν διορίζονται νέα μέλη του διοικητικού οργάνου ή ανώτερα διοικητικά στελέχη δυνάμει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 63 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την αξιολόγηση των μελών του διοικητικού οργάνου, όπως απαιτείται από το άρθρο 91β παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις, όπως απαιτείται από το άρθρο 91δ παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας, μόνον αφού αναλάβουν τα καθήκοντά τους.
Το άρθρο 91α παράγραφος 2 και το άρθρο 91γ παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν εφαρμόζονται για τον διορισμό νέων μελών του διοικητικού οργάνου ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται επίσης στην αξιολόγηση των μελών του διοικητικού οργάνου του μεταβατικού ιδρύματος που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 41 αμέσως αφού αναλάβουν δράση εξυγίανσης.
8. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι διενεργούν τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 7 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ολοκληρώνουν τις αξιολογήσεις το αργότερο εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης του διορισμού.
9. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την αρχή εξυγίανσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 7.»·
_______
*15
Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
Άρθρο 3
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1.Τα κράτη μέλη εγκρίνουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 18 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας], τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 1 ημέρα από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Ωστόσο, οι αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωση με τις τροποποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 σημείο 8 σχετικά με την προληπτική εποπτεία των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών εφαρμόζονται από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας τροποποιητικής οδηγίας].
Κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις για την υποβολή αναφορών σχετικά με υποκαταστήματα τρίτων χωρών του τίτλου VI κεφάλαιο 1 τμήμα ΙΙ υποτμήμα 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως εισάγεται με την παρούσα οδηγία, από την ημερομηνία εφαρμογής που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2.Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των κύριων διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 4
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 5
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος