ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 20.7.2021
COM(2021) 420 final
2021/0239(COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SEC(2021) 391 final} - {SWD(2021) 190 final} - {SWD(2021) 191 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας αποτελούν σοβαρή απειλή για την ακεραιότητα της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ και την ασφάλεια των πολιτών της. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπόλ, ποσοστό περίπου 1 % του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της ΕΕ «εντοπίζεται ως σχετιζόμενο με ύποπτη χρηματοοικονομική δραστηριότητα». Τον Ιούλιο του 2019, έπειτα από σειρά προβεβλημένων υποθέσεων εικαζόμενης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με την εμπλοκή πιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης, η Επιτροπή εξέδωσε δέσμη εγγράφων στην οποία αναλύεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες / της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (στο εξής: ΚΞΧ/ΧΤ) στη μορφή που είχε κατά την εν λόγω περίοδο και συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας για την περίοδο 2020-2025 υπογράμμισε τη σημασία της ενίσχυσης του πλαισίου της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας για την προστασία των Ευρωπαίων από την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα.
Στις 7 Μαΐου 2020 η Επιτροπή παρουσίασε ένα σχέδιο δράσης για ολοκληρωμένη ενωσιακή πολιτική με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Στο εν λόγω σχέδιο δράσης η Επιτροπή δεσμεύτηκε να λάβει μέτρα για να ενισχύσει τους κανόνες της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και την εφαρμογή τους και καθόρισε έξι προτεραιότητες ή πυλώνες:
1.
Διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του υφιστάμενου πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ,
2.
Θέσπιση ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ,
3.
Επίτευξη εποπτείας ΚΞΧ/ΧΤ στο επίπεδο της ΕΕ,
4.
Θέσπιση μηχανισμού στήριξης και συνεργασίας για τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών,
5.
Επιβολή σε ενωσιακό επίπεδο των διατάξεων του ποινικού δικαίου και ανταλλαγή πληροφοριών,
6.
Ενίσχυση της διεθνούς διάστασης του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ.
Ενώ οι πυλώνες 1, 5 και 6 του σχεδίου δράσης υλοποιούνται, οι υπόλοιποι πυλώνες απαιτούν τη λήψη νομοθετικών μέτρων. Η παρούσα πρόταση κανονισμού αποτελεί μέρος μιας δέσμης τεσσάρων νομοθετικών προτάσεων για την ΚΞΧ/ΧΤ η οποία θεωρείται ένα ενιαίο σύνολο, κατ’ εφαρμογή του σχεδίου δράσης της Επιτροπής της 7ης Μαΐου 2020, και διαμορφώνει ένα νέο και πιο συνεκτικό κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ εντός της ΕΕ. Η δέσμη περιλαμβάνει:
–την παρούσα πρόταση κανονισμού σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (στο εξής: ΞΧ) και για τη χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (στο εξής: ΧΤ)·
–πρόταση οδηγίας σχετικά με τη θέσπιση των μηχανισμών που θα πρέπει να εφαρμόσουν τα κράτη μέλη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·
–πρόταση κανονισμού για τη σύσταση αρχής της ΕΕ για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (στο εξής: AMLA)· και
–πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 για την επέκταση των απαιτήσεων ιχνηλασιμότητας στα κρυπτοστοιχεία.
Η παρούσα νομοθετική πρόταση, από κοινού με την πρόταση οδηγίας και την πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, εκπληρώνει τον στόχο για τη θέσπιση ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ (πυλώνας 2).
Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο τάχθηκαν υπέρ του σχεδίου που πρότεινε η Επιτροπή στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης του Μαΐου του 2020. Στο ψήφισμά του, της 10ης Ιουλίου 2020, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε την ενίσχυση των ενωσιακών κανόνων και χαιρέτισε τα σχέδια για αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ. Στις 4 Νοεμβρίου 2020 το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN) εξέδωσε συμπεράσματα στα οποία εκφράζεται η στήριξη σε κάθε πυλώνα ξεχωριστά του σχεδίου δράσης της Επιτροπής.
Η ανάγκη για εναρμονισμένους κανόνες στο σύνολο της ενιαίας αγοράς επιβεβαιώνεται με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στις εκθέσεις που εξέδωσε η Επιτροπή το 2019. Στις εν λόγω εκθέσεις διαπιστώνεται ότι, παρότι οι απαιτήσεις της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 είναι εκτεταμένες, χαρακτηρίζονται από έλλειψη δυνατότητας άμεσης εφαρμογής και λεπτομέρειας, που οδήγησε σε κατακερματισμό κατά την εφαρμογή τους στα εθνικά πλαίσια και σε αποκλίνουσες ερμηνείες. Οι συνθήκες αυτές δεν επιτρέπουν την αποτελεσματική αντιμετώπιση διασυνοριακών καταστάσεων και, συνεπώς, δεν προσφέρονται για τη δέουσα προστασία της εσωτερικής αγοράς. Εξάλλου, δημιουργούν πρόσθετο κόστος και φόρτο για τους οικονομικούς φορείς που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες και προκαλούν ρυθμιστικό αρμπιτράζ.
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ανωτέρω ζητήματα και να αποφευχθούν οι ρυθμιστικές αποκλίσεις, στην παρούσα πρόταση κανονισμού για την ΚΞΧ/ΧΤ έχει μεταφερθεί το σύνολο των κανόνων που ισχύει για τον ιδιωτικό τομέα, ενώ η οργάνωση του θεσμικού συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ σε εθνικό επίπεδο ρυθμίζεται βάσει οδηγίας, καθώς αναγνωρίζεται η ανάγκη ευελιξίας των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.
Εντούτοις, η παρούσα πρόταση δεν συνιστά απλώς μεταφορά των διατάξεων της υφιστάμενης οδηγίας για την ΚΞΧ/ΧΤ στο πλαίσιο κανονισμού· πραγματοποιούνται αρκετές αλλαγές επί της ουσίας, ούτως ώστε να επιτευχθεί αυξημένο επίπεδο εναρμόνισης και σύγκλισης στην εφαρμογή των κανόνων για την ΚΞΧ/ΧΤ στο σύνολο της ΕΕ:
–με στόχο τον μετριασμό των νέων και αναδυόμενων κινδύνων, επεκτείνεται ο κατάλογος των υπόχρεων οντοτήτων ώστε να συμπεριλάβει τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αλλά και άλλους τομείς, όπως οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης και οι φορείς επενδυτικής μετανάστευσης·
–για τη διασφάλιση συνεκτικής εφαρμογής των κανόνων στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, αποσαφηνίζονται οι απαιτήσεις όσον αφορά τις εσωτερικές πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες, μεταξύ άλλων στην περίπτωση ομίλων, και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη γίνονται πιο αναλυτικά, με σαφέστερες απαιτήσεις ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου του πελάτη·
–επανεξετάζονται οι απαιτήσεις όσον αφορά τις τρίτες χώρες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας στις χώρες οι οποίες συνιστούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ·
–όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, εισάγονται διευκρινίσεις ήσσονος σημασίας, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου·
–οι απαιτήσεις σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο εξορθολογίζονται, ώστε να διασφαλιστεί επαρκής βαθμός διαφάνειας στο σύνολο της Ένωσης, και θεσπίζονται νέες απαιτήσεις όσον αφορά τους ασκούντες καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου και τις αλλοδαπές οντότητες, ώστε να μετριαστούν οι κίνδυνοι λόγω εγκληματιών που βρίσκουν κάλυψη στο επίπεδο της διαμεσολάβησης·
–για την παροχή σαφέστερων κατευθύνσεων σε σχέση με την αναφορά ύποπτων συναλλαγών, παρέχονται διευκρινίσεις για τα προειδοποιητικά σήματα (red flags) έγερσης υποψιών, ενώ οι απαιτήσεις γνωστοποίησης και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ιδιωτών δεν μεταβάλλονται·
–προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρης συνέπεια προς τους κανόνες της ΕΕ περί προστασίας δεδομένων, θεσπίζονται απαιτήσεις για την επεξεργασία ορισμένων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προβλέπεται πιο σύντομο διάστημα διατήρησης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·
–τα μέτρα που στοχεύουν στον μετριασμό της αδιαφάνειας από τη χρήση των τίτλων στον κομιστή ενισχύονται και εισάγεται μια διάταξη που περιορίζει τη χρήση μετρητών για μεγάλες συναλλαγές, δεδομένου ότι η υφιστάμενη προσέγγιση, η οποία βασίζεται στους εμπόρους αγαθών για την εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ όσον αφορά τις συναλλαγές μεγάλων ποσών σε μετρητά, αποδείχθηκε ελάχιστα αποτελεσματική.
Η ύπαρξη άμεσα εφαρμοστέων κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ στο πλαίσιο ενός κανονισμού, με μεγαλύτερο βαθμό λεπτομέρειας σε σύγκριση με την παρούσα οδηγία (ΕΕ) 2015/849, αφενός θα προάγει τη σύγκλιση στην εφαρμογή των μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ μεταξύ των κρατών μελών και, αφετέρου, θα παράσχει επίσης ένα συνεκτικό πλαίσιο βάσει του οποίου η AMLA θα μπορεί να παρακολουθεί την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως άμεσος εποπτικός φορέας ορισμένων υπόχρεων οντοτήτων.
•Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η παρούσα πρόταση έχει ως σημείο αφετηρίας την ισχύουσα οδηγία (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843. Παρότι αποτελεί συνέχεια της υφιστάμενης ολοκληρωμένης προσέγγισης βάσει του κινδύνου, την εμπλουτίζει και την ενισχύει, με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και διασυνοριακής συνοχής στην εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ. Βασιζόμενη στις τροποποιήσεις που εισήγαγε η οδηγία (ΕΕ) 2018/843, βελτιώνει το επίπεδο διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, αντιμετωπίζοντας πτυχές όπου η έλλειψη λεπτομέρειας προσέφερε σε εγκληματίες δυνατότητες να εκμεταλλεύονται τα τρωτά σημεία. Η παρούσα πρόταση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος μιας ενιαίας δέσμης, από κοινού με τις άλλες νομοθετικές προτάσεις που τη συνοδεύουν, μεταξύ των οποίων υπάρχει πλήρη συνέπεια.
Η παρούσα πρόταση συνάδει με τις τελευταίες τροποποιήσεις στις συστάσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης (FATF), ιδίως όσον αφορά την επέκταση του φάσματος των οντοτήτων που υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ ώστε να συμπεριληφθούν οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι υπόχρεες οντότητες για την εκτίμηση και τον μετριασμό των κινδύνων διαφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων. Σε συμφωνία με τα πρότυπα της FATF, η παρούσα πρόταση διασφαλίζει μια συνεκτική προσέγγιση στο σύνολο της Ένωσης όσον αφορά τον μετριασμό των κινδύνων που απορρέουν από τις μετοχές στον κομιστή και τα δικαιώματα αγοράς μετοχών στον κομιστή. Προχωρώντας πέραν των προτύπων της FATF, αντιμετωπίζει κινδύνους που αφορούν ειδικά την Ένωση ή έχουν αντίκτυπο σε ενωσιακό επίπεδο, όπως οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τα συστήματα επενδυτικής μετανάστευσης ή από συναλλαγές μεγάλων ποσών σε μετρητά.
•Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η νομοθεσία της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ αλληλεπιδρά με διάφορες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και του ποινικού δικαίου. Σε αυτές περιλαμβάνονται η νομοθεσία της ΕΕ για τις πληρωμές και τις μεταφορές κεφαλαίων (οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, οδηγία για τους λογαριασμούς πληρωμών, οδηγία για το ηλεκτρονικό χρήμα). Ορισμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο έχει διασφαλιστεί συνοχή με άλλες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ είναι τα ακόλουθα:
–Η συμπερίληψη των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στις οντότητες που υπόκεινται σε κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ και η θέσπιση απαιτήσεων παροχής πληροφοριών για τις μεταφορές εικονικών περιουσιακών στοιχείων θα συμπληρώσουν την πρόσφατη δέσμη μέτρων για τον ψηφιακό χρηματοοικονομικό τομέα της 24ης Σεπτεμβρίου 2020 και θα διασφαλίσουν πλήρη συνέπεια μεταξύ του πλαισίου της ΕΕ και των προτύπων της FATF.
–Η προσέγγιση που υιοθετείται για τον προσδιορισμό των οντοτήτων που υπόκεινται σε κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ θα διασφαλίσει επίσης συνοχή με τον προσφάτως εκδοθέντα κανονισμό σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, υπό την έννοια ότι προβλέπει την υπαγωγή σε κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ των πλατφορμών συμμετοχικής χρηματοδότησης που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και δεδομένου ότι στον εν λόγω κανονισμό περιλαμβάνονται ορισμένες διασφαλίσεις ΚΞΧ/ΧΤ για τις πλατφόρμες συμμετοχής χρηματοδότησης που υπόκεινται σε αυτόν.
–Οι τροποποιήσεις των κανόνων σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν διατάξεις για τη βελτίωση του πλαισίου δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε περιπτώσεις εξ αποστάσεως ένταξης πελατών, σε συμφωνία με την πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού e-IDAS όσον αφορά το πλαίσιο για την ευρωπαϊκή ψηφιακή ταυτότητα, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών πορτοφολιών ψηφιακής ταυτότητας και της σχετικής υπηρεσίας εμπιστοσύνης, ιδίως των ηλεκτρονικών βεβαιώσεων χαρακτηριστικών. Τούτο συνάδει με τη στρατηγική ψηφιακών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Η παρούσα πρόταση κανονισμού βασίζεται στο άρθρο 114 της ΣΛΕΕ, ήτοι στην ίδια νομική βάση με το ισχύον νομικό πλαίσιο της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ. Το άρθρο 114 κρίνεται κατάλληλο λαμβανομένων υπόψη της σημαντικής απειλής που συνιστούν η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας για την εσωτερική αγορά, καθώς και των οικονομικών ζημιών και της διατάραξης της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, όπως και της βλάβης, με διασυνοριακή διάσταση, που μπορεί να προκαλέσει στη φήμη στο επίπεδο της Ένωσης.
•Επικουρικότητα
Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, όπως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι στόχοι της πρότασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, ως εκ τούτου, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης. Η πρόταση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.
Στη δέσμη εγγράφων που εξέδωσε η Επιτροπή το 2019 για την ΚΞΧ επισημάνθηκε ο τρόπος με τον οποίο οι εγκληματίες έχουν κατορθώσει να εκμεταλλεύονται τις διαφορές μεταξύ των συστημάτων ΚΞΧ/ΧΤ των κρατών μελών. Οι ροές παράνομου χρήματος και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας μπορούν να βλάψουν τη σταθερότητα και τη φήμη του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και να απειλήσουν την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μέτρα τα οποία θεσπίζονται αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς συνέπειες για την εσωτερική αγορά και να οδηγήσουν σε κατακερματισμό. Η ανάληψη δράσης από την ΕΕ είναι δικαιολογημένη προκειμένου να διατηρηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο σύνολο της Ένωσης —με τις οντότητες σε όλα τα κράτη μέλη να υπόκεινται σε μια συνεκτική δέσμη υποχρεώσεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ο διασυνοριακός χαρακτήρας μεγάλου μέρους της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας καθιστά την καλή συνεργασία μεταξύ εθνικών εποπτικών φορέων και μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (στο εξής: ΜΧΠ) απαραίτητη για την πρόληψη των εν λόγω εγκλημάτων. Πολλές οντότητες που υπόκεινται σε υποχρεώσεις ΚΞΧ δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο και η υιοθέτηση διαφορετικών προσεγγίσεων από τους εθνικούς εποπτικούς φορείς και τις ΜΧΠ τις εμποδίζει να επιτύχουν βέλτιστες πρακτικές ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο ομίλου.
•Αναλογικότητα
Η αναλογικότητα αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση και όλες οι προτεινόμενες επιλογές για τα διάφορα ρυθμιστικά πεδία αξιολογήθηκαν με βάση τον στόχο της αναλογικότητας. Ο διασυνοριακός χαρακτήρας μεγάλου μέρους της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας απαιτεί συνεκτική και συνεπή προσέγγιση μεταξύ των κρατών μελών, βάσει ενιαίου συνόλου κανόνων με τη μορφή ενός ενιαίου εγχειριδίου. Εντούτοις, η παρούσα πρόταση δεν υιοθετεί την προσέγγιση της μέγιστης εναρμόνισης, καθώς αυτή κρίνεται ασύμβατη με τον θεμελιώδη χαρακτήρα του συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ που βασίζεται στον κίνδυνο. Σε τομείς στους οποίους δικαιολογείται λόγω ειδικών κινδύνων εθνικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να θεσπίσουν κανόνες που υπερβαίνουν τους προβλεφθέντες από την παρούσα πρόταση.
•Επιλογή της νομικής πράξης
Ο κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αποτελεί κατάλληλη νομική πράξη για τη συμβολή στη δημιουργία ενός ενιαίου εγχειριδίου κανόνων, δεδομένου ότι είναι άμεσα και απευθείας εφαρμοστέος και, συνεπώς, εξαλείφει το ενδεχόμενο διαφορετικής εφαρμογής του στα διάφορα κράτη μέλη λόγω αποκλίσεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο. Η θέσπιση άμεσα εφαρμοστέας δέσμης κανόνων σε επίπεδο ΕΕ είναι επίσης αναγκαία προκειμένου να καταστεί εφικτή η εποπτεία ορισμένων υπόχρεων οντοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, όπως προτείνεται στο σχέδιο κανονισμού για τη σύσταση της AMLA που συνοδεύει την παρούσα πρόταση.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας
Προς το παρόν δεν έχει διενεργηθεί πλήρης εκ των υστέρων αξιολόγηση του ισχύοντος συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ, λόγω των διαφόρων πρόσφατων νομοθετικών εξελίξεων. Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 εκδόθηκε στις 20 Μαΐου 2015, με προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη έως τις 26 Ιουνίου 2017. Η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 εκδόθηκε στις 30 Μαΐου 2018, με προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2020. Ο έλεγχος της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Εντούτοις, η ανακοίνωση της Επιτροπής του Ιουλίου του 2019 και οι συνοδευτικές εκθέσεις που προαναφέρθηκαν χρησιμεύουν ως αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ, στη μορφή που αυτό είχε κατά την εν λόγω περίοδο.
•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Η στρατηγική διαβούλευσης στην οποία βασίζεται η παρούσα πρόταση απαρτίζεται από διάφορα σκέλη:
–μια διαβούλευση σχετικά με τον χάρτη πορείας για την ανακοίνωση του σχεδίου δράσης της Επιτροπής. Η διαβούλευση διενεργήθηκε στην πύλη της Επιτροπής «Πείτε την άποψή σας» μεταξύ 11ης Φεβρουαρίου και 12ης Μαρτίου 2020 και στο πλαίσιό της λήφθηκαν 42 παρατηρήσεις από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών·
–μια δημόσια διαβούλευση σχετικά με τις δράσεις που προτείνονται στο σχέδιο δράσης, ανοικτή στο ευρύ κοινό και σε όλες τις ομάδες ενδιαφερόμενων μερών, η οποία εγκαινιάστηκε στις 7 Μαΐου 2020 και παρέμεινε ανοικτή έως τις 26 Αυγούστου. Στη διαβούλευση λήφθηκαν 202 επίσημες παρατηρήσεις·
–μια στοχευμένη διαβούλευση με τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές για την ΚΞΧ/ΧΤ. Τα κράτη μέλη είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο διαφόρων συνεδριάσεων της ομάδας εμπειρογνωμόνων για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και οι ΜΧΠ της ΕΕ υπέβαλαν παρατηρήσεις στις συνεδριάσεις της πλατφόρμας ΜΧΠ και μέσω εγγράφων. Οι συζητήσεις υποστηρίχθηκαν από στοχευμένες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές με τη χρήση ερωτηματολογίων·
–ένα αίτημα για παροχή συμβουλών από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2020· η ΕΑΤ διατύπωσε τη γνώμη της στις 10 Σεπτεμβρίου·
–στις 23 Ιουλίου 2020 ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εξέδωσε γνώμη σχετικά με το σχέδιο δράσης της Επιτροπής·
–στις 30 Σεπτεμβρίου 2020 η Επιτροπή διοργάνωσε διάσκεψη υψηλού επιπέδου, στο πλαίσιο της οποίας ήρθαν σε επαφή εκπρόσωποι εθνικών αρχών και αρχών της ΕΕ, βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπρόσωποι του ιδιωτικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών για το σχέδιο δράσης της Επιτροπής ήταν ως επί το πλείστον θετικές.
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή βασίστηκε σε ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που συλλέχθηκαν από αναγνωρισμένες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών συμβουλών της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Πληροφορίες σχετικά με την επιβολή των κανόνων ΚΞΧ λήφθηκαν επίσης από τα κράτη μέλη μέσω ερωτηματολογίων.
•Εκτίμηση επιπτώσεων
Η παρούσα πρόταση συνοδεύεται από εκτίμηση επιπτώσεων, η οποία υποβλήθηκε στην επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου (RSB) στις 6 Νοεμβρίου 2020 και εγκρίθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2020. Η ίδια εκτίμηση επιπτώσεων συνοδεύει επίσης τις άλλες νομοθετικές προτάσεις οι οποίες υποβάλλονται από κοινού με την παρούσα πρόταση. Στη θετική γνώμη που διατύπωσε, η RSB πρότεινε διάφορες βελτιώσεις ως προς την παρουσίαση της εκτίμησης επιπτώσεων, οι οποίες και πραγματοποιήθηκαν.
Στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων, η Επιτροπή εξέτασε τρία προβλήματα: την έλλειψη σαφών και συνεκτικών κανόνων, την έλλειψη συνοχής στην εποπτεία εντός της εσωτερικής αγοράς και την ανεπάρκεια συντονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ΜΧΠ. Το πρώτο από τα εν λόγω προβλήματα αφορά την παρούσα πρόταση· σχετικά με το πρόβλημα αυτό εξετάστηκαν οι εξής εναλλακτικές επιλογές:
1. οι κανόνες της ΕΕ θα πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητοι, χωρίς τροποποιήσεις·
2. θα πρέπει να διασφαλιστεί μεγαλύτερο επίπεδο εναρμόνισης στους κανόνες που ισχύουν για τις υπόχρεες οντότητες και να εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών·
3. θα πρέπει να διασφαλιστεί μεγαλύτερο επίπεδο εναρμόνισης στους κανόνες που ισχύουν για τις υπόχρεες οντότητες που υπόκεινται σε υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ και όσον αφορά τις αρμοδιότητες και τις υποχρεώσεις των εποπτικών φορέων και των ΜΧΠ.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εκτίμησης επιπτώσεων, η επιλογή που προκρίνεται είναι η επιλογή 3. Η υιοθέτηση μιας συνεκτικής και πιο αναλυτικής προσέγγισης όσον αφορά τους κανόνες σε επίπεδο ΕΕ θα επέτρεπε την εξάλειψη του υφιστάμενου κατακερματισμού αφενός όσον αφορά τις υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ των υπόχρεων οντοτήτων και, αφετέρου, τις δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών. Όσον αφορά τις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο, θα επιφέρει ισότιμους όρους ως προς τους κανόνες για την ΚΞΧ/ΧΤ και εξοικονόμηση στο κόστος εφαρμογής. Θα προάγει μεγαλύτερο βαθμό ανίχνευσης και αποτροπής της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Στο παράρτημα VI της εκτίμησης επιπτώσεων εξετάζονται τα διάφορα πεδία για επίτευξη αυξημένης εναρμόνισης των κανόνων, συμπεριλαμβανομένων του καταλόγου των υπόχρεων οντοτήτων, των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, του ορίου για περιστασιακές συναλλαγές όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια ως προς πελάτη, των απαιτήσεων όσον αφορά τις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες ΚΞΧ/ΧΤ, των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και της διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
Στο παράρτημα VIII της εκτίμησης επιπτώσεων αναλύεται μια αναθεωρημένη προσέγγιση όσον αφορά τις τρίτες χώρες που αποτελούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και την εσωτερική αγορά στο σύνολό της· στην παρούσα πρόταση εφαρμόζεται η νέα αυτή προσέγγιση.
Στο παράρτημα IX της εκτίμησης επιπτώσεων εξετάζεται η θέσπιση ορίων σε μεγάλες συναλλαγές με χρήση μετρητών· στην παρούσα πρόταση εφαρμόζεται η νέα αυτή προσέγγιση.
•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου
Παρότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ακόμη διενεργηθεί επίσημη εκ των υστέρων αξιολόγηση ή έλεγχος καταλληλότητας της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένες επισημάνσεις σχετικά με στοιχεία της πρότασης που θα προωθήσουν την απλούστευση και θα βελτιώσουν την αποδοτικότητα. Πρώτον, η αντικατάσταση ορισμένων κανόνων στο πλαίσιο μιας οδηγίας από πιο εναρμονισμένους και άμεσα εφαρμοστέους κανόνες ενός κανονισμού θα εξαλείψει την ανάγκη για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη και θα διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα των διασυνοριακών οντοτήτων στην ΕΕ. Επιπλέον, η εξαίρεση των εμπόρων αγαθών από το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ, που συνδέεται με την προτεινόμενη απαγόρευση συναλλαγών σε μετρητά άνω των 10 000 EUR, θα αποδεσμεύσει τους εν λόγω εμπόρους από τον διοικητικό φόρτο που συνεπάγεται η εφαρμογή απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ σε σχέση με συναλλαγές σε μετρητά που υπερβαίνουν τα 10 000 EUR. Τέλος, ο αυξημένος βαθμός εναρμόνισης των κανόνων ΚΞΧ σε διάφορους ειδικούς τομείς θα διευκολύνει την εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Η ΕΕ είναι προσηλωμένη στη διασφάλιση υψηλών προτύπων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, θεσπίζονται διασφαλίσεις για τον χειρισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπόχρεες οντότητες, προκειμένου να διασφαλιστεί συμμόρφωση προς τις σχετικές απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων, ιδίως όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες ιδιαίτερα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Ο παρών κανονισμός δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Η πρόταση περιλαμβάνει ένα γενικό σχέδιο παρακολούθησης και αξιολόγησης του αντίκτυπου σε σχέση με τους ειδικούς στόχους, βάσει το οποίου η Επιτροπή οφείλει να διενεργήσει μια πρώτη επανεξέταση πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (και κατόπιν κάθε τρία έτη) και να υποβάλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα βασικά της πορίσματα. Η πρόταση οδηγίας για την ΚΞΧ/ΧΤ που συνοδεύει την παρούσα πρόταση περιλαμβάνει τις ίδιες διατάξεις αξιολόγησης και η αξιολόγηση των δύο νομικών πράξεων μπορεί να συνδυαστεί στο πλαίσιο μίας έκθεσης. Η επανεξέταση πρέπει να διενεργηθεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των υπόχρεων οντοτήτων
Παρότι οι περισσότεροι ορισμοί μεταφέρονται από την υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, υπάρχει ένας αριθμός ορισμών που προστίθενται, προσαρμόζονται ή επικαιροποιούνται.
Το εύρος των οντοτήτων που ορίζονται ως υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, και συνεπώς υπόκεινται στους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ της ΕΕ, τροποποιείται κατά τους εξής τρόπους: το φάσμα των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ευθυγραμμίζεται με το αντίστοιχο της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης και, ως εκ τούτου, διευρύνεται σε σύγκριση με την υφιστάμενη οδηγία· προστίθενται οι πάροχοι υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503· προστίθενται οι πιστωτικοί φορείς ενυπόθηκης και καταναλωτικής πίστης καθώς και οι μεσίτες ενυπόθηκων και καταναλωτικών πιστώσεων που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ φορέων που παρέχουν το ίδιο είδος υπηρεσιών· προστίθενται οι φορείς που συμμετέχουν σε προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές για λογαριασμό υπηκόων τρίτων χωρών· εξαιρούνται οι έμποροι αγαθών (έως τώρα, οι συγκεκριμένοι όφειλαν να αναφέρουν τις συναλλαγές σε μετρητά αξίας άνω των 10 000 EUR), με εξαίρεση τους εμπόρους πολύτιμων μετάλλων και πολύτιμων λίθων, οι οποίοι, δεδομένης της έκθεσης του τομέα στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ.
Εσωτερικές πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες
Η απαίτηση βάσει της οποίας οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να εφαρμόζουν πολιτική εντοπισμού και εκτίμησης των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχουν, υιοθετώντας μια προσέγγιση βάσει κινδύνου, και να μετριάζουν τους εν λόγω κινδύνους βασίζεται στην υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, αλλά παρέχεται μεγαλύτερη σαφήνεια όσον αφορά τις απαιτήσεις. Οι υπόχρεες οντότητες πρέπει να λαμβάνουν όλα τα μέτρα στο επίπεδο της διαχείρισής τους ώστε να εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου του διορισμού ενός ειδικού διευθυντή για τον έλεγχο συμμόρφωσης, και να διασφαλίζουν ότι το αρμόδιο προσωπικό είναι κατάλληλα καταρτισμένο. Η απαίτηση να ανατίθεται σε ένα μέλος του προσωπικού ο ρόλος υπευθύνου για τον έλεγχο συμμόρφωσης, καθώς και τα καθήκοντα του εν λόγω ρόλου αποσαφηνίζονται. Παρέχονται διευκρινίσεις όσον αφορά τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται σε ομίλους, οι οποίες πρόκειται να συμπληρωθούν περαιτέρω από ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον λεπτομερή καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων, τον ρόλο των μητρικών οντοτήτων που δεν αποτελούν οι ίδιες υπόχρεες οντότητες, καθώς και τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων άλλες δομές, όπως τα δίκτυα και οι συμπράξεις, θα πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα σε επίπεδο ομίλου. Οι απαιτήσεις που ισχύουν για ομίλους με υποκαταστήματα τα οποία λειτουργούν σε τρίτες χώρες διατηρούνται.
Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη
Παρότι οι περισσότερες διατάξεις σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη μεταφέρονται από την υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, στην παρούσα πρόταση προβλέπονται ορισμένες διευκρινίσεις και πρόσθετες λεπτομέρειες όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη. Διευκρινίζεται ότι βασικός στόχος της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη είναι η απόκτηση επαρκών γνώσεων για τους πελάτες, οι οποίες επιτρέπουν στις υπόχρεες οντότητες να προσδιορίσουν τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που απορρέουν από επιχειρηματικές σχέσεις ή περιστασιακές συναλλαγές και να λάβουν αποφάσεις σχετικά με τα αντίστοιχα μέτρα μετριασμού που πρέπει να εφαρμόσουν. Θεσπίζονται πιο ειδικές και λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη. Αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις για τη χρήση μέσων ηλεκτρονικής ταυτοποίησης, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014. Η AMLA αποκτά αρμοδιότητες και καλείται να καταρτίσει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τα τυποποιημένα σύνολα δεδομένων για την εξακρίβωση της ταυτότητας φυσικών και νομικών προσώπων· τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα περιλαμβάνουν ειδικά, απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη τα οποία δύνανται να εφαρμόσουν οι υπόχρεες οντότητες αν η Επιτροπή διαπιστώνει καταστάσεις μικρότερου κινδύνου στο πλαίσιο της υπερεθνικής εκτίμησης των κινδύνων που καλείται να διενεργήσει. Οι κανόνες σχετικά με τα απλουστευμένα και τα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας περιγράφονται λεπτομερώς.
Πολιτική σχετικά με τις τρίτες χώρες
Η πολιτική όσον αφορά τις τρίτες χώρες προσαρμόζεται. Η Επιτροπή θα προβεί σε επισημάνσεις σχετικά με τρίτες χώρες είτε λαμβάνοντας υπόψη τις δημόσιες εκτιμήσεις από σχετικούς διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων (FATF) είτε βάσει δικής της αυτόνομης αξιολόγησης. Οι τρίτες χώρες που επισημαίνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο από την Επιτροπή θα υπόκεινται σε δύο διαφορετικά είδη μέτρων, αναλόγως του κινδύνου που συνεπάγονται για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης: i) τρίτες χώρες που υπόκεινται σε όλα τα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας και σε πρόσθετα ειδικά ανά χώρα αντίμετρα· και ii) τρίτες χώρες που υπόκεινται σε ειδικά ανά χώρα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Κατά κανόνα, οι τρίτες χώρες οι οποίες είναι «αποδέκτες πρόσκλησης για ανάληψη δράσης» από τη FATF θα επισημαίνονται ως τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου από την Επιτροπή. Λόγω του διαρκούς χαρακτήρα που χαρακτηρίζει τις σοβαρές στρατηγικές ανεπάρκειες του πλαισίου τους για την ΚΞΧ/ΧΤ, θα εφαρμόζονται σε αυτές όλα τα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας, καθώς και ειδικά ανά χώρα αντίμετρα για τον κατ’ αναλογία μετριασμό της απειλής. Οι τρίτες χώρες που εμφανίζουν αδυναμίες συμμόρφωσης στο πλαίσιο των οικείων συστημάτων ΚΞΧ/ΧΤ, και ορίζονται ως «υποκείμενες σε αυξημένη παρακολούθηση» από την FATF, θα επισημαίνονται, κατά κανόνα, από την Επιτροπή και θα υπόκεινται σε ειδικά ανά χώρα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας, ανάλογα προς τους κινδύνους. Η Επιτροπή δύναται επίσης να προβαίνει σε επισημάνσεις για τρίτες χώρες οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο της FATF αλλά συνιστούν ειδική απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και οι οποίες, βάσει αυτής της απειλής, θα υπόκεινται είτε σε ειδικά ανά χώρα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ή, κατά περίπτωση, σε όλα τα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας και σε αντίμετρα. Κατά την εκτίμηση του βαθμού απειλής που απορρέει από τις εν λόγω τρίτες χώρες, η Επιτροπή δύναται να αξιοποιεί την τεχνική εμπειρογνωσία της AMLA. Τέλος, η AMLA θα καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους κινδύνους, τις τάσεις και τις μεθόδους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, που δεν έχουν ειδική ανά χώρα διάσταση, αλλά απορρέουν μάλλον από γεωγραφικές περιοχές εκτός της Ένωσης, και θα συμβουλεύσει αναλόγως τις υπόχρεες οντότητες σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής μέτρων για τον μετριασμό τους. Η συγκεκριμένη αναθεωρημένη προσέγγιση ως προς τις τρίτες χώρες έχει ως στόχο να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό μετριασμό των εξωτερικών απειλών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μέσω της εφαρμογής μιας εναρμονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ και της εξασφάλισης μεγαλύτερου επιπέδου λεπτομέρειας και αναλογικότητας κατά τον καθορισμό των συνεπειών που συνεπάγεται η καταχώριση στον κατάλογο, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου.
Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα
Οι διατάξεις σχετικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα βασίζονται στην υφιστάμενη νομοθεσία για την ΚΞΧ/ΧΤ, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταρτίσουν κατάλογο λειτουργημάτων που προσδίδουν ιδιότητα πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου στην επικράτειά τους και οι υπόχρεες οντότητες οφείλουν να υποβάλλουν τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα σε ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνου. Οι απαιτήσεις που εφαρμόζονται σε πρόσωπα τα οποία δεν ασκούν πλέον σημαντικό δημόσιο λειτούργημα καθορίζονται βάσει της νομοθεσίας.
Εξάρτηση και εξωτερική ανάθεση
Βασιζόμενη στους υφιστάμενους κανόνες, η πρόταση αποσαφηνίζει τις αντίστοιχες προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να λαμβάνεται ως βάση η δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη που έχει ήδη ασκηθεί από άλλες υπόχρεες οντότητες, καθώς και για την εξωτερική ανάθεση λειτουργιών σε άλλες οντότητες ή παρόχους υπηρεσιών. Σύμφωνα με την πρόταση και στις δύο περιπτώσεις η τελική ευθύνη συμμόρφωσης με τους κανόνες εξακολουθεί να βαρύνει την υπόχρεη οντότητα. Είναι επιβεβλημένο να εφαρμόζεται προσέγγιση με βάση τους κινδύνους και να μην υπάρχει εξάρτηση από παρόχους ή εξωτερική ανάθεση λειτουργιών σε παρόχους που εδρεύουν σε τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου, χώρες με αδυναμίες συμμόρφωσης καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα συνιστά απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης.
Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο
Οι διατάξεις της πρότασης που αφορούν τις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο βασίζονται στις αντίστοιχες της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένης της έννοιας του πραγματικού δικαιούχου και της υποχρέωσης που υπέχουν όλες οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Προβλέπονται πιο λεπτομερείς κανόνες για τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και καθορίζεται πιο εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου. Όσον αφορά τα ρητά εμπιστεύματα (express trust) ή άλλες παρεμφερείς νομικές οντότητες ή μορφώματα, προβλέπονται διατάξεις για τη διασφάλιση συνοχής στον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου μεταξύ των κρατών μελών όταν αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας εξουσιοδότησης στην Επιτροπή για έκδοση εκτελεστικής πράξης. Η πρόταση περιλαμβάνει απαιτήσεις γνωστοποίησης για τους ασκούντες καθήκοντα μετόχου εξ ονόματος άλλου προσώπου και τους ασκούντες καθήκοντα διευθυντή εξ ονόματος άλλου προσώπου και θεσπίζει υποχρεώσεις για νομικές οντότητες εκτός της ΕΕ οι οποίες είτε συνάπτουν επιχειρηματική σχέση με υπόχρεη οντότητα της ΕΕ είτε αποκτούν ακίνητη περιουσία στην Ένωση να καταχωρίζουν σε μητρώο στην Ένωση τους πραγματικούς δικαιούχους τους.
Υποχρεώσεις αναφοράς
Οι διατάξεις σχετικά με την αναφορά ύποπτων συναλλαγών στις ΜΧΠ (ή σε έναν αυτορρυθμιζόμενο φορέα αν προβλέπεται από το κράτος μέλος) βασίζονται στις αντίστοιχες της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ για την ΚΞΧ/ΧΤ. Παρέχονται σαφέστεροι κανόνες όσον αφορά τον ενδεδειγμένο τρόπο προσδιορισμού των συναλλαγών. Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των υπόχρεων οντοτήτων με τις οικείες υποχρεώσεις αναφοράς και να καταστεί εφικτή η αποτελεσματικότερη λειτουργία των δραστηριοτήτων ανάλυσης και της συνεργασίας των ΜΧΠ, η AMLA θα καταρτίσει σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό ενός κοινού υποδείγματος αναφοράς των ύποπτων συναλλαγών, που θα χρησιμοποιείται ως ενιαία βάση στο σύνολο της ΕΕ.
Προστασία δεδομένων
Ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων [κανονισμός (ΕΕ) 2016/679] της ΕΕ εφαρμόζεται κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας πρότασης. Η πρόταση αποσαφηνίζει τους όρους που εφαρμόζονται κατά την επεξεργασία ορισμένων κατηγοριών ιδιαίτερα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπόχρεες οντότητες. Οι υπόχρεες οντότητες πρέπει να τηρούν αρχεία ορισμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για διάστημα πέντε ετών.
Μέτρα μετριασμού των κινδύνων αδιαφάνειας από τη χρήση τίτλων στον κομιστή
Η πρόταση περιλαμβάνει μια διάταξη που απαγορεύει τους εμπόρους αγαθών ή υπηρεσιών να αποδέχονται πληρωμές σε μετρητά άνω των 10 000 EUR για μία μόνον αγορά, ενώ επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν σε ισχύ χαμηλότερα ανώτατα όρια για μεγάλες συναλλαγές σε μετρητά. Τα εν λόγω ανώτατα όρια δεν ισχύουν για ιδιωτικές συναλλαγές μεταξύ ατόμων. Η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει τα οφέλη και τις συνέπειες από την περαιτέρω μείωση του εν λόγω ανώτατου ορίου εντός τριών ετών από την εφαρμογή του προτεινόμενου κανονισμού. Η παροχή και φύλαξη ανώνυμων πορτοφολιών κρυπτοστοιχείων απαγορεύονται. Εταιρείες μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο απαγορεύεται να εκδίδουν μετοχές στον κομιστή και υποχρεούνται σε ονομαστικοποίηση των εν λόγω μετοχών. Η έκδοση δικαιωμάτων αγοράς μετοχών στον κομιστή επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση κατοχής τους από διαμεσολαβητή.
Τελικές διατάξεις
Θεσπίζονται διατάξεις για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης. Ο κανονισμός θα αρχίσει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα και θα καταστεί εφαρμοστέος 3 έτη μετά την έναρξη ισχύος του. Η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει και να αξιολογήσει τον παρόντα κανονισμό εντός πέντε ετών από την έναρξη εφαρμογής του και, εν συνεχεία, κάθε τρία έτη.
2021/0239 (COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αποτελεί τη βασική νομική πράξη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η εν λόγω οδηγία καθορίζει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο, το οποίο ενισχύθηκε περαιτέρω με την οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου μέσω της αντιμετώπισης των αναδυόμενων κινδύνων και της αύξησης της διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Παρά τα επιτεύγματα της οδηγίας, η πείρα κατέδειξε ότι θα πρέπει να θεσπιστούν περαιτέρω βελτιώσεις προκειμένου να μετριαστούν επαρκώς οι κίνδυνοι και να ανιχνεύονται με αποτελεσματικό τρόπο εγκληματικές απόπειρες κατάχρησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για εγκληματικούς σκοπούς.
(2)Η βασική πρόκληση που διαπιστώθηκε όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 οι οποίες προβλέπουν υποχρεώσεις για τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, τις αποκαλούμενες υπόχρεες οντότητες, είναι η έλλειψη δυνατότητας άμεσης εφαρμογής των εν λόγω κανόνων και ο κατακερματισμός της προσέγγισης στα εθνικά πλαίσια. Παρότι οι λόγω κανόνες υφίστανται και έχουν εξελιχθεί επί διάστημα τριών δεκαετιών, εξακολουθούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις μιας ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς, κρίνεται αναγκαίο οι κανόνες σχετικά με ζητήματα που επί του παρόντος εμπίπτουν στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και οι οποίοι μπορούν να είναι άμεσα εφαρμοστέοι από τις σχετικές υπόχρεες οντότητες να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο ενός νέου κανονισμού, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η επιθυμητή ομοιομορφία στην εφαρμογή.
(3)Η νέα αυτή νομική πράξη αποτελεί μέρος μιας ολοκληρωμένης δέσμης η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Από κοινού, η παρούσα νομική πράξη, η οδηγία [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final], ο κανονισμός [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 – COM(2021) 422 final] και ο κανονισμός [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final] θα διαμορφώσουν το νομικό πλαίσιο που διέπει τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ τις οποίες πρέπει να εκπληρώνουν οι υπόχρεες οντότητες και στο οποίο στηρίζεται το θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (στο εξής: AMLA).
(4)Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας διενεργούνται συχνά σε διεθνές επίπεδο. Τα μέτρα που λαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο διεθνής συντονισμός και η διεθνής συνεργασία, έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα. Συνεπώς, τα μέτρα που θεσπίζονται από την Ένωση στον τομέα αυτόν θα πρέπει να είναι συμβατά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται σε διεθνές επίπεδο, και τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με αυτές. Η δράση της Ένωσης θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τις συστάσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης (FATF), καθώς και μέσα άλλων διεθνών φορέων που δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι σχετικές ενωσιακές νομικές πράξεις θα πρέπει, όπου κρίνεται σκόπιμο, να ευθυγραμμιστούν με τα διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής που εγκρίθηκαν από την FATF τον Φεβρουάριο του 2012 (στο εξής: αναθεωρημένες συστάσεις της FATF), καθώς και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις των εν λόγω προτύπων.
(5)Μετά την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, οι πρόσφατες εξελίξεις στο πλαίσιο ποινικού δικαίου της Ένωσης συνέβαλαν στην ενίσχυση της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η οδηγία (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου οδήγησε σε μια κοινή αντίληψη περί του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των βασικών αδικημάτων της. Με την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ορίστηκαν τα οικονομικά εγκλήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα οποία θα πρέπει επίσης να θεωρούνται βασικά αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Με την οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επιτεύχθηκε κοινή αντίληψη περί του εγκλήματος της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Δεδομένου ότι οι εν λόγω έννοιες αποσαφηνίζονται πλέον στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου της Ένωσης, δεν υφίσταται στο εξής ανάγκη ορισμού της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο πλαίσιο των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Αντιθέτως, το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης θα πρέπει να συνάδει πλήρως με το πλαίσιο ποινικού δικαίου της Ένωσης.
(6)Η τεχνολογία εξελίσσεται διαρκώς, προσφέροντας ευκαιρίες στον ιδιωτικό τομέα για την ανάπτυξη νέων προϊόντων και συστημάτων ανταλλαγής κεφαλαίων ή αξίας. Παρότι πρόκειται για φαινόμενο που είναι θετικό, μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς οι εγκληματίες κατορθώνουν διαρκώς να εφευρίσκουν τρόπους εκμετάλλευσης των τρωτών σημείων με στόχο την απόκρυψη και τη μεταφορά παράνομων κεφαλαίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης είναι εκτεθειμένοι στην κατάχρηση των νέων διαύλων κυκλοφορίας παράνομου χρήματος και είναι σε θέση να εντοπίζουν τέτοιου είδους κινήσεις και να μετριάζουν τους κινδύνους. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τις εν λόγω οντότητες, σε συμφωνία με τις πρόσφατες εξελίξεις στα πρότυπα της FATF όσον αφορά τα κρυπτοστοιχεία.
(7)Οι οργανισμοί και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην περιφρούρηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού, με στόχο να μην επιτρέπεται σε εγκληματίες η νομιμοποίηση των εσόδων από τις παράνομες δραστηριότητές τους ή η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Επίσης, θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή μέτρα για τον μετριασμό του κινδύνου λόγω μη εφαρμογής ή αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων.
(8)Χρηματοοικονομικές συναλλαγές δύνανται επίσης να διενεργούνται στο πλαίσιο του ίδιου ομίλου ως μέσο διαχείρισης των οικονομικών του ομίλου. Εντούτοις, οι εν λόγω συναλλαγές δεν πραγματοποιούνται έναντι πελατών και δεν απαιτούν την εφαρμογή μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες ή άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη ενός ομίλου σε άλλα μέλη του ίδιου ομίλου.
(9)Οι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικοί θα πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό όταν συμμετέχουν σε χρηματοοικονομικές ή εταιρικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της παροχής φορολογικών συμβουλών, όπου υπάρχει κίνδυνος κατάχρησης των υπηρεσιών που παρέχουν οι εν λόγω επαγγελματίες νομικοί με σκοπό τη νομιμοποίηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή για σκοπούς χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να προβλεφθούν εξαιρέσεις από οποιαδήποτε υποχρέωση αναφοράς πληροφοριών που αποκτήθηκαν πριν, κατά τη διάρκεια ή έπειτα από νομικές διαδικασίες ή κατά τη διάρκεια της διαπίστωσης της νομικής θέσης του πελάτη, οι οποίες θα πρέπει να καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο. Συνεπώς, η παροχή νομικών συμβουλών θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός εάν ο ίδιος ο επαγγελματίας νομικός συμμετέχει σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή σε χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εάν οι νομικές συμβουλές παρέχονται με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή εάν ο επαγγελματίας νομικός γνωρίζει ότι ο πελάτης ζητά νομικές συμβουλές με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
(10)Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), όσον αφορά τους νόμιμους ελεγκτές, τους εξωτερικούς λογιστές και τους φορολογικούς συμβούλους, οι οποίοι, σε ορισμένα κράτη μέλη, δικαιούνται να υπερασπίζονται ή να εκπροσωπούν έναν πελάτη στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών ή να διαπιστώνουν τη νομική του θέση, οι πληροφορίες τις οποίες αποκτούν κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις υποχρεώσεις αναφοράς.
(11)Η οδηγία (ΕΕ) 2018/843 ήταν η πρώτη νομική πράξη για την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προκύπτουν από τα κρυπτοστοιχεία στην Ένωση. Επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ σε δύο είδη παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων: σε παρόχους υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων και σε παρόχους υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών. Λόγω των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και της προόδου στα πρότυπα της FATF, κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση αυτής της προσέγγισης. Ένα πρώτο βήμα προς την ολοκλήρωση και την επικαιροποίηση του νομικού πλαισίου της Ένωσης συντελέστηκε με τον κανονισμό [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 – COM(2020) 593 final], ο οποίος θεσπίζει απαιτήσεις για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για άδεια παροχής των υπηρεσιών τους στην ενιαία αγορά. Ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε, επίσης, έναν ορισμό των κρυπτοστοιχείων και των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ο οποίος περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που καλύπτονται από τον κανονισμό [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 – COM(2020) 593 final] θα πρέπει επίσης να καλύπτονται και από τον παρόντα κανονισμό, ούτως ώστε να μετριαστεί τυχόν κίνδυνος κατάχρησης κρυπτοστοιχείων για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(12)Τα τρωτά σημεία που εμφανίζουν οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας έχουν οριζόντιο χαρακτήρα και επηρεάζουν την εσωτερική αγορά στο σύνολό της. Έως σήμερα, οι προσεγγίσεις που εμφανίστηκαν στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη διαχείριση των εν λόγω κινδύνων ήταν αποκλίνουσες. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εναρμονίζει τη ρυθμιστική προσέγγιση για τις επιχειρηματικές επενδύσεις και τις πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης βάσει δανεισμού στο σύνολο της Ένωσης και εξασφαλίζει την ύπαρξη κατάλληλων και συνεκτικών διασφαλίσεων για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται απαιτήσεις για τη διαχείριση κεφαλαίων και πληρωμών όσον αφορά το σύνολο των χρηματοοικονομικών συναλλαγών που εκτελούνται στις εν λόγω πλατφόρμες. Οι πάροχοι υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης θα πρέπει είτε να ζητήσουν τη χορήγηση άδειας ή να συμπράξουν με έναν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή με ένα πιστωτικό ίδρυμα για την εκτέλεση ανάλογων συναλλαγών. Ο κανονισμός καθορίζει επίσης διασφαλίσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης, της αξιολόγησης των εχεγγύων αξιοπιστίας των διευθυντών και μέσω διαδικασιών δέουσας επιμέλειας για τους κυρίους των έργων. Η Επιτροπή καλείται να αξιολογήσει έως τις 10 Νοεμβρίου 2023, σε έκθεσή της για τον εν λόγω κανονισμό, κατά πόσο ενδέχεται να απαιτούνται περαιτέρω διασφαλίσεις. Ως εκ τούτου, κρίνεται δικαιολογημένο να μην υπαχθούν οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης που αδειοδοτούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 στη νομοθεσία ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης.
(13)Οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης οι οποίες δεν είναι αδειοδοτημένες δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 επί του παρόντος είτε δεν υπόκεινται σε ρύθμιση είτε υπόκεινται σε αποκλίνουσες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να επιτευχθεί συνοχή και να διασφαλιστεί ότι δεν υφίστανται ανεξέλεγκτοι κίνδυνοι στο εν λόγω περιβάλλον, είναι απαραίτητο όλες οι πλατφόρμες συμμετοχικής χρηματοδότησης που δεν είναι αδειοδοτημένες δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στις διασφαλίσεις του, να υπαχθούν τους κανόνες ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης, ούτως ώστε να μετριαστούν οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(14)Η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 έθεσε ως στόχο τον μετριασμό των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που απορρέουν από μεγάλες συναλλαγές σε μετρητά, συμπεριλαμβάνοντας στις υπόχρεες οντότητες τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά όταν αυτά καταβάλλουν ή λαμβάνουν πληρωμές σε μετρητά άνω των 10 000 EUR, ενώ, παράλληλα, επέτρεψε στα κράτη μέλη να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα. Η προσέγγιση αυτή αποδείχθηκε αναποτελεσματική, δεδομένης της ανεπαρκούς κατανόησης και εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, της έλλειψης εποπτείας και του περιορισμένου αριθμού ύποπτων συναλλαγών που αναφέρονται στην ΜΧΠ. Προκειμένου να μετριαστούν επαρκώς οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την αδιαφανή χρήση μεγάλων ποσών σε μετρητά, θα πρέπει να καθοριστεί ένα όριο σε επίπεδο Ένωσης για τις μεγάλες συναλλαγές σε μετρητά άνω των 10 000 EUR. Συνεπώς, τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά δεν θα πρέπει πλέον να υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ.
(15)Ορισμένες κατηγορίες εμπόρων αγαθών είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, διότι εμπορεύονται αγαθά υψηλής αξίας που έχουν μικρό μέγεθος και μπορούν να μεταφερθούν. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα πρόσωπα που εμπορεύονται πολύτιμα μέταλλα και πολύτιμους λίθους θα πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ.
(16)Οι φορείς επενδυτικής μετανάστευσης είναι ιδιωτικές εταιρείες, οργανισμοί ή πρόσωπα που ενεργούν ή έχουν άμεση επαφή με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για λογαριασμό υπηκόων τρίτων χωρών ή παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι επιδιώκουν να αποκτήσουν δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος, με αντάλλαγμα επενδύσεις κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, της αγοράς ή ενοικίασης ακίνητης περιουσίας, της επένδυσης σε κρατικά ομόλογα, της επένδυσης σε εταιρείες, της δωρεάς ή επιχορήγησης δραστηριότητας που συμβάλλει στο δημόσιο συμφέρον και των συνεισφορών στον κρατικό προϋπολογισμό. Τα προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές παρουσιάζουν κινδύνους και τρωτά σημεία σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη δωροδοκία και τη φοροδιαφυγή. Οι κίνδυνοι αυτοί εντείνονται λόγω των διασυνοριακών δικαιωμάτων που συνεπάγεται η διαμονή σε ένα κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο οι φορείς επενδυτικής μετανάστευσης να υπαχθούν σε υποχρεώσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές, τα οποία οδηγούν σε απόκτηση ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επενδύσεις αυτού του είδους, καθώς τα εν λόγω προγράμματα πρέπει να θεωρείται ότι υπονομεύουν το θεμελιώδες καθεστώς της ιθαγένειας της Ένωσης και την καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών.
(17)Οι πιστωτικοί φορείς καταναλωτικής και ενυπόθηκης πίστης και οι μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο Ένωσης, αλλά υπόκεινται σε ανάλογες υποχρεώσεις σε ορισμένα κράτη μέλη, λόγω της έκθεσής τους σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Αναλόγως του επιχειρηματικού τους μοντέλου, οι εν λόγω πιστωτικοί φορείς καταναλωτικής και ενυπόθηκης πίστης και μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων ενδέχεται να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οντότητες με παρεμφερείς δραστηριότητες οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε κινδύνους αυτού του είδους εμπίπτουν σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, ανεξαρτήτως του αν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν οι πιστωτές και οι μεσίτες καταναλωτικών και ενυπόθηκων πιστώσεων που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αλλά, συνεπεία των δραστηριοτήτων τους, είναι εκτεθειμένοι σε κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
(18)Για τη διασφάλιση συνεκτικής προσέγγισης, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ποιες οντότητες στον τομέα των επενδύσεων υπόκεινται σε απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Παρά το γεγονός ότι οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, είναι ανάγκη να ευθυγραμμιστεί η σχετική ορολογία με την υφιστάμενη νομοθεσία της Ένωσης για τους οργανισμούς επενδύσεων, ήτοι την οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να συσταθούν χωρίς νομική προσωπικότητα, είναι επίσης αναγκαίο να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού οι διαχειριστές τους. Οι απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της μορφής με την οποία τα μερίδια ή οι μετοχές ενός κεφαλαίου διατίθενται προς αγορά στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που τα μερίδια ή οι μετοχές προσφέρονται άμεσα ή έμμεσα σε επενδυτές εγκατεστημένους στην Ένωση ή προτείνονται στους εν λόγω επενδυτές με πρωτοβουλία του διαχειριστή ή εξ ονόματός του.
(19)Είναι σημαντικό οι απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ να εφαρμόζονται κατά τρόπο αναλογικό και η επιβολή τυχόν απαίτησης να είναι ανάλογη προς τον ρόλο που οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να διαδραματίζουν στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου του παρόντος κανονισμού, να εξαιρούν ορισμένους οικονομικούς φορείς από τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, όταν οι δραστηριότητες που αυτοί ασκούν παρουσιάζουν χαμηλό επίπεδο κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και όταν οι εν λόγω δραστηριότητες έχουν περιορισμένο χαρακτήρα. Προκειμένου να διασφαλιστεί διαφάνεια και συνοχή στην εφαρμογή των εν λόγω εξαιρέσεων στο σύνολο της Ένωσης, θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ένας μηχανισμός που επιτρέπει στην Επιτροπή να επαληθεύει την αναγκαιότητα των εξαιρέσεων που πρόκειται να παραχωρηθούν. Επίσης, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει τις εν λόγω εξαιρέσεις σε ετήσια βάση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(20)Μια συνεκτική δέσμη κανόνων για τα εσωτερικά συστήματα και τους ελέγχους, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις υπόχρεες οντότητες που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, θα ενισχύσει τη συμμόρφωση όσον αφορά την ΚΞΧ/ΧΤ και θα καταστήσει την εποπτεία πιο αποτελεσματική. Προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκής μετριασμός των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να εφαρμόζουν ένα πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, το οποίο συνίσταται σε πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες με βάση τους κινδύνους και σε σαφή διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων στο σύνολο του οργανισμού. Σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου του παρόντος κανονισμού, οι εν λόγω πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες θα πρέπει να είναι ανάλογοι προς τη φύση και το μέγεθος της υπόχρεης οντότητας και να ανταποκρίνονται στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχει η οντότητα.
(21)Για την ύπαρξη κατάλληλης προσέγγισης βάσει του κινδύνου, είναι απαραίτητο οι υπόχρεες οντότητες να εντοπίζουν τους εγγενείς κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διατρέχουν λόγω των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, ούτως ώστε να επιτυγχάνουν τον αποτελεσματικό μετριασμό τους και να διασφαλίζουν ότι οι οικείες πολιτικές, διαδικασίες και εσωτερικοί έλεγχοι ενδείκνυνται για την αντιμετώπιση των εν λόγω εγγενών κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα χαρακτηριστικά των πελατών τους, τα προϊόντα, τις προσφερόμενες υπηρεσίες ή συναλλαγές, τις σχετικές χώρες ή τις γεωγραφικές περιοχές και τους διαύλους διανομής που χρησιμοποιούνται. Ενόψει της εξελισσόμενης φύσης των κινδύνων, οι εν λόγω εκτιμήσεις κινδύνου θα πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά.
(22)Είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά και οι ανάγκες των μικρότερων υπόχρεων οντοτήτων και να διασφαλιστεί μεταχείριση προσαρμοσμένη στις ειδικές ανάγκες τους και στη φύση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την εξαίρεση ορισμένων υπόχρεων οντοτήτων από τη διενέργεια εκτίμησης κινδύνου όταν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τον τομέα δραστηριότητας της οντότητας είναι επαρκώς κατανοητοί.
(23)Η FATF έχει καταρτίσει πρότυπα για περιοχές δικαιοδοσίας προκειμένου να εντοπίζονται και να εκτιμώνται οι κίνδυνοι ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής και να λαμβάνονται μέτρα για τον μετριασμό τους. Τα νέα αυτά τρέχοντα πρότυπα που καθόρισε η FATF δεν υποκαθιστούν ούτε υπονομεύουν τις υφιστάμενες αυστηρές υποχρεώσεις των χωρών να επιβάλλουν στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις ώστε να συμμορφώνονται με τους σχετικούς κανονισμούς του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την πρόληψη, την καταστολή και τη διακοπή της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής και της χρηματοδότησής της. Οι εν λόγω υφιστάμενες υποχρεώσεις, όπως εφαρμόζονται σε επίπεδο Ένωσης βάσει των αποφάσεων 2010/413/ΚΕΠΠΑ και (ΚΕΠΠΑ) 2016/849 του Συμβουλίου, καθώς και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 267/2012 του Συμβουλίου και (ΕΕ) 2017/1509 του Συμβουλίου, εξακολουθούν να αποτελούν αυστηρές υποχρεώσεις βάσει κανόνων που δεσμεύουν όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός της Ένωσης.
(24)Με στόχο να αποτυπωθούν οι τελευταίες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, στον παρόντα κανονισμό εισάγεται απαίτηση για τον εντοπισμό, την κατανόηση, τη διαχείριση και τον μετριασμό, σε επίπεδο υπόχρεης οντότητας, των κινδύνων λόγω ενδεχόμενης μη εφαρμογής ή αποφυγής των στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής.
(25)Είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να λαμβάνουν όλα τα μέτρα στο επίπεδο της διαχείρισής τους για την εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών και την υλοποίηση των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ. Παρότι για την εφαρμογή των πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας θα πρέπει να ορίζεται ως υπεύθυνο ένα πρόσωπο σε επίπεδο διοίκησης, η ευθύνη συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να έγκειται τελικά στο διοικητικό όργανο της οντότητας. Τα καθήκοντα που αφορούν την εφαρμογή των πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ της υπόχρεης οντότητας σε καθημερινή βάση θα πρέπει να ανατίθενται στον υπεύθυνο για τον έλεγχο συμμόρφωσης.
(26)Για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ, είναι επίσης καθοριστικής σημασίας οι εργαζόμενοι των υπόχρεων οντοτήτων, καθώς και οι πράκτορες ή οι διανομείς τους, οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην εφαρμογή τους, να κατανοούν τις απαιτήσεις και τις εσωτερικές πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες που θέτει σε εφαρμογή η υπόχρεη οντότητα. Για τον σκοπό αυτό, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της παροχής προγραμμάτων κατάρτισης.
(27)Τα άτομα που είναι επιφορτισμένα με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση των δεξιοτήτων, των γνώσεων, της εμπειρογνωσίας, της ακεραιότητας και της συμπεριφοράς τους. Η άσκηση από τους εργαζόμενους καθηκόντων σχετικών με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ όσον αφορά πελάτες με τους οποίους διατηρούν στενή προσωπική ή επαγγελματική σχέση μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις συμφερόντων και να υπονομεύσει την ακεραιότητα του συστήματος. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να απαγορεύεται να ασκούν οποιοδήποτε καθήκον αφορά τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας προς το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ σε σχέση με αντίστοιχους πελάτες.
(28)Η συνεπής εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών ΚΞΧ/ΧΤ σε επίπεδο ομίλου έχει κομβική σημασία για την άρτια και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εντός του ομίλου. Για τον σκοπό αυτόν, οι πολιτικές, οι έλεγχοι και οι διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται από τη μητρική επιχείρηση. Οι υπόχρεες οντότητες εντός του ομίλου θα πρέπει να υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες αν η ανταλλαγή αυτή είναι σημαντική για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η ανταλλαγή πληροφοριών θα πρέπει να υπόκειται σε επαρκείς εγγυήσεις εμπιστευτικότητας, προστασίας των δεδομένων και χρήσης των πληροφοριών. Η AMLA θα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα κατάρτισης σχεδίων ρυθμιστικών προτύπων που καθορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις διαδικασιών και πολιτικών σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστων προτύπων για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου και του ρόλου και των ευθυνών των μητρικών επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι υπόχρεες οντότητες οι ίδιες.
(29)Πέραν των ομίλων, υπάρχουν και άλλες δομές, όπως τα δίκτυα ή οι συμπράξεις, στις οποίες οι υπόχρεες οντότητες μπορεί να έχουν κοινή κυριότητα, διαχείριση και ελέγχους συμμόρφωσης. Προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των τομέων και παράλληλα να αποφευχθεί ο υπερβολικός φόρτος, η AMLA θα πρέπει να προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζονται στις εν λόγω δομές παρόμοιες πολιτικές σε επίπεδο ομίλου.
(30)Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες υποκαταστήματα και θυγατρικές υπόχρεων οντοτήτων βρίσκονται σε τρίτες χώρες όπου οι ελάχιστες απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των δεδομένων, είναι λιγότερο αυστηρές από αυτές που προβλέπει το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, και με στόχο να προλαμβάνεται πλήρως η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς να διασφαλίζονται τα βέλτιστα πρότυπα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πολιτών της Ένωσης, τα εν λόγω υποκαταστήματα και θυγατρικές θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ που καθορίζονται σε επίπεδο Ένωσης. Αν η νομοθεσία μιας τρίτης χώρας δεν επιτρέπει τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις, για παράδειγμα εξαιτίας περιορισμών στη δυνατότητα του ομίλου να έχει πρόσβαση, να επεξεργάζεται ή να ανταλλάσσει πληροφορίες λόγω ανεπαρκούς επιπέδου προστασίας των δεδομένων ή της νομοθεσίας περί τραπεζικού απορρήτου στην τρίτη χώρα, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν ότι τα υποκαταστήματα και οι θυγατρικές στην εν λόγω χώρα διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους. Θα πρέπει να ανατεθεί στην AMLA η κατάρτιση σχεδίων τεχνικών προτύπων που καθορίζουν το είδος των εν λόγω πρόσθετων μέτρων.
(31)Οι απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι υπόχρεες οντότητες προσδιορίζουν, ελέγχουν και παρακολουθούν τις επιχειρηματικές σχέσεις με τους πελάτες τους ως προς τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που αυτές θέτουν. Η ακριβής εξακρίβωση και επαλήθευση των στοιχείων μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών είναι σημαντική για την κατανόηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που σχετίζονται με πελάτες, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα.
(32)Είναι απαραίτητο να επιτευχθούν ενιαία και υψηλά πρότυπα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στην Ένωση, με βάση εναρμονισμένες απαιτήσεις για την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών και μέσω περιορισμού των αποκλίσεων σε εθνικό επίπεδο, ώστε να υπάρξουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς και συνεπής εφαρμογή των διατάξεων σε ολόκληρη την Ένωση. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε συνάρτηση με τον κίνδυνο. Η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν είναι αδικαιολόγητα ανεκτική επιλογή για τις υπόχρεες οντότητες. Προϋποθέτει τη λήψη αποφάσεων βάσει τεκμηρίων, ούτως ώστε να υπάρχει αποτελεσματικότερη εστίαση στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπη η Ένωση, και σε εκείνους που δρουν στο πλαίσιο αυτό.
(33)Δεν θα πρέπει να ζητείται από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας σε πελάτες που διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές ή συνδεδεμένες πράξεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν μια συγκεκριμένη αξία, εκτός αν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Παρότι για τις περισσότερες περιστασιακές συναλλαγές ισχύει ανώτατο όριο 10 000 EUR, οι υπόχρεες οντότητες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τομείς ή διενεργούν συναλλαγές που παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να υποχρεούνται να ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη για συναλλαγές με χαμηλότερο όριο. Για τον προσδιορισμό των τομέων ή των συναλλαγών, καθώς και των ενδεδειγμένων ορίων για τους εν λόγω τομείς και συναλλαγές, η AMLA θα πρέπει να καταρτίσει ειδικά σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.
(34)Ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα βασίζονται στην διατήρηση επιχειρηματικής σχέσης της υπόχρεης οντότητας με έναν έμπορο για την προσφορά υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής μέσω των οποίων ο έμπορος αμείβεται για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, και όχι με τον πελάτη του εμπόρου, ο οποίος εξουσιοδοτεί την υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής να δρομολογήσει μια μεμονωμένη ή εφάπαξ συναλλαγή με τον έμπορο. Σε επιχειρηματικά μοντέλα αυτού του είδους, πελάτης της υπόχρεης οντότητας για τους σκοπούς των κανόνων ΚΞΧ/ΧΤ είναι ο έμπορος και όχι ο πελάτης του εμπόρου. Συνεπώς, οι υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα πρέπει να εφαρμόζονται από την υπόχρεη οντότητα έναντι του εμπόρου.
(35)Αν και η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 έχει επιτύχει, έως έναν βαθμό, εναρμόνιση στους κανόνες των κρατών μελών στον τομέα των υποχρεώσεων εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη, δεν καθόρισε λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι υπόχρεες οντότητες. Δεδομένης της κομβικής σημασίας που έχει η συγκεκριμένη πτυχή στην πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κρίνεται σκόπιμο, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνων, να θεσπιστούν πιο ειδικές και λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, νομικά μορφώματα όπως τα εμπιστεύματα ή οντότητες με ικανότητα δικαίου δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.
(36)Οι τεχνολογικές εξελίξεις και η πρόοδος στην ψηφιοποίηση επιτρέπουν την ασφαλή εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονική εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών και μπορούν να διευκολύνουν την εξ αποστάσεως άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Οι λύσεις ταυτοποίησης, όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και στην πρόταση τροποποίησής του όσον αφορά τη θέσπιση πλαισίου για την ευρωπαϊκή ψηφιακή ταυτότητα, καθιστούν εφικτά ασφαλή και αξιόπιστα μέσα εξακρίβωσης και επαλήθευσης της ταυτότητας μελλοντικών και υφιστάμενων πελατών και μπορούν να διευκολύνουν την εξ αποστάσεως άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Η ηλεκτρονική ταυτοποίηση, όπως καθορίζεται στον εν λόγω κανονισμό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να γίνεται αποδεκτή από τις υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της διαδικασίας εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη. Τα εν λόγω μέσα ταυτοποίησης μπορεί να εμφανίζουν σύνηθες ή ακόμη και χαμηλό επίπεδο κινδύνου, εφόσον λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα μετριασμού του κινδύνου.
(37)Για να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ αποτρέπει την εισδοχή παράνομων κεφαλαίων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης με μελλοντικούς πελάτες, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνων. Εντούτοις, για να μην προκαλείται άσκοπη καθυστέρηση στην ομαλή διεξαγωγή των δραστηριοτήτων, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να συλλέγουν πληροφορίες από τον μελλοντικό πελάτη κατά τη διάρκεια της σύναψης επιχειρηματικής σχέσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί μπορούν να αποκτούν τις απαραίτητες πληροφορίες από τους μελλοντικούς πελάτες αφότου συναφθεί η επιχειρηματική σχέση, υπό την προϋπόθεση ότι οι συναλλαγές δεν ξεκινούν έως ότου ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
(38)Οι καταθέτες των οποίων τα κεφάλαια αποτελούν προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να εξαιρούνται από επιστροφές στο πλαίσιο συστημάτων εγγύησης καταθέσεων. Προκειμένου να αποτραπεί η επιστροφή παράνομων ποσών στους εν λόγω καταθέτες, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει, υπό την επίβλεψη των εποπτικών φορέων, να ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη στους πελάτες τους στην περίπτωση διαπιστωμένης πτώχευσης ή πιθανότητας πτώχευσής τους ή όταν οι καταθέσεις οριστούν ως μη διαθέσιμες. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να αναφέρουν κάθε ύποπτη συναλλαγή που εντοπίζουν κατά την άσκηση της εν λόγω δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στη ΜΧΠ.
(39)Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δεν περιορίζεται στην εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη. Πριν από την σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια περιστασιακών συναλλαγών, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να αξιολογούν τον σκοπό και τη φύση της επιχειρηματικής σχέσης. Προσυμβατικές και άλλες πληροφορίες για το προτεινόμενο προϊόν ή την προτεινόμενη υπηρεσία οι οποίες διαβιβάζονται στον μελλοντικό πελάτη ενδέχεται να συνεισφέρουν στην κατανόηση του εν λόγω σκοπού. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να αξιολογούν τον σκοπό και τη φύση της μελλοντικής επιχειρηματικής σχέσης κατά τρόπο που δεν επιδέχεται παρανοήσεις. Όταν οι προσφερόμενες υπηρεσίες ή προϊόντα επιτρέπουν στους πελάτες τη διενέργεια διαφόρων ειδών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση του πελάτη όσον αφορά τη σκοπούμενη χρήση της εν λόγω σχέσης.
(40)Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να επανεξετάζουν σε τακτική βάση τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τους πελάτες τους, σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει κινδύνων. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν ένα σύστημα παρακολούθησης για τον εντοπισμό άτυπων συναλλαγών που ενδεχομένως εγείρουν υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης των συναλλαγών, η δραστηριότητα παρακολούθησης των υπόχρεων οντοτήτων θα πρέπει κατά κανόνα να καλύπτει όλες τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που προσφέρονται σε πελάτες και όλες τις συναλλαγές που διενεργεί για λογαριασμό του πελάτη ή προσφέρει σε αυτόν η υπόχρεη οντότητα. Εντούτοις, δεν είναι απαραίτητη η διενέργεια ξεχωριστού ελέγχου για όλες οι συναλλαγές. Η ένταση της παρακολούθησης θα πρέπει να τηρεί την προσέγγιση βάσει κινδύνου και να σχεδιάζεται σύμφωνα με ακριβή και συναφή κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα χαρακτηριστικά των πελατών και το σχετικό με αυτούς επίπεδο κινδύνου, τα προσφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες και τις σχετικές χώρες και γεωγραφικές περιοχές. Η AMLA θα πρέπει να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ένταση της παρακολούθησης των επιχειρηματικών σχέσεων και των συναλλαγών είναι κατάλληλη και ανάλογη προς το επίπεδο του κινδύνου.
(41)Για τη διασφάλιση συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η AMLA θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη. Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να καθορίζουν το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνουν οι υπόχρεες οντότητες προκειμένου να συνάψουν νέες επιχειρηματικές σχέσεις με πελάτες ή να αξιολογήσουν όσες βρίσκονται σε εξέλιξη, αναλόγως του επιπέδου κινδύνου που σχετίζεται με τον εκάστοτε πελάτη. Επιπλέον, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να είναι επαρκώς σαφή ώστε να επιτρέπουν στους παράγοντες της αγοράς να αναπτύσσουν ασφαλή, προσβάσιμα και καινοτόμα μέσα επαλήθευσης της ταυτότητας των πελατών και άσκησης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, μεταξύ άλλων και εξ αποστάσεως, και παράλληλα να τηρούν την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να εγκρίνει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Τα προαναφερθέντα ειδικά καθήκοντα συνάδουν με τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της AMLA που προβλέπονται στον κανονισμό [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
(42)Η εναρμόνιση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δεν θα πρέπει να επιδιώκει απλώς την επίτευξη συνεπούς, και συνεχώς αποτελεσματικής, κατανόησης των κινδύνων που σχετίζονται με υφιστάμενους ή μελλοντικούς πελάτες ανεξάρτητα από τον τόπο όπου συνάπτεται η επιχειρηματική σχέση στην Ένωση, αν και η εναρμόνισή τους θα συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατά την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δεν χρησιμοποιούνται από τις υπόχρεες οντότητες για την επιδίωξη πρακτικών ελαχιστοποίησης των κινδύνων οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν στην παράκαμψη άλλων νομικών υποχρεώσεων, ιδίως όσων καθορίζονται στην οδηγία 2014/92 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή στην οδηγία 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, χωρίς να επιτυγχάνονται οι στόχοι της Ένωσης για πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση κατάλληλης εποπτείας της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να τηρούν αρχεία των ενεργειών που αναλαμβάνονται και των πληροφοριών που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ανεξαρτήτως του αν συνάπτουν νέα επιχειρηματική σχέση με αυτόν ή αν έχουν υποβάλει αναφορά για ύποπτη συναλλαγή κατόπιν άρνησης να συνάψουν επιχειρηματική σχέση. Όταν η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει απόφαση για μη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης με έναν μελλοντικό πελάτη, στα αρχεία δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα πρέπει να περιλαμβάνονται οι λόγοι αυτής της απόφασης. Τούτο θα επιτρέψει στις εποπτικές αρχές να αξιολογήσουν κατά πόσο οι υπόχρεες οντότητες έχουν προσαρμόσει κατάλληλα τις οικείες πρακτικές δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η έκθεση της οντότητας στον κίνδυνο, και θα συμβάλει επίσης στη δημιουργία στατιστικών στοιχείων σε σχέση με την εφαρμογή των κανόνων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη από τις υπόχρεες οντότητες στο σύνολο της Ένωσης.
(43)Η προσέγγιση για την επανεξέταση των υφιστάμενων πελατών στο σημερινό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ βασίζεται ήδη στον κίνδυνο. Ωστόσο, δεδομένου του υψηλότερου κινδύνου της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέεται με ορισμένες ενδιάμεσες δομές, η εν λόγω προσέγγιση ενδέχεται να μην επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση και εκτίμηση των κινδύνων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι παρακολουθούνται επίσης σε τακτική βάση σαφώς προσδιορισμένες κατηγορίες υφιστάμενων πελατών.
(44)Ο κίνδυνος ο ίδιος έχει μεταβλητό χαρακτήρα, και οι παράμετροι κινδύνου, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, ενδέχεται να αυξήσουν ή να μειώσουν τον δυνητικό κίνδυνο που προκύπτει, επηρεάζοντας με τον τρόπο αυτόν τα ενδεδειγμένα επίπεδα προληπτικών μέτρων, όπως τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
(45)Σε καταστάσεις χαμηλού κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Αυτό δεν ισοδυναμεί με εξαίρεση ή απουσία των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Συνιστά περισσότερο μια απλουστευμένη ή περιορισμένη δέσμη μέτρων ελέγχου, τα οποία, ωστόσο, θα πρέπει να αντιμετωπίζουν όλες τις συνιστώσες της καθιερωμένης διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει, εντούτοις, να μπορούν να μειώνουν τη συχνότητα ή την ένταση του ελέγχου επί των πελατών ή των συναλλαγών τους ή να βασίζονται σε επαρκείς παραδοχές όσον αφορά τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης ή τη χρήση απλών προϊόντων. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη θα πρέπει να καθορίζουν τα ειδικά απλουστευμένα μέτρα που δύνανται να εφαρμόσουν οι υπόχρεες οντότητες σε περίπτωση προσδιορισμού καταστάσεων μικρότερου κινδύνου στο πλαίσιο της υπερεθνικής εκτίμησης των κινδύνων της Επιτροπής. Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η AMLA θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τη διατήρηση της κοινωνικής και χρηματοοικονομικής ένταξης.
(46)Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένες καταστάσεις ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Μολονότι θα πρέπει να διαπιστώνονται η ταυτότητα και η επιχειρηματική εικόνα όλων των πελατών βάσει τακτικής εφαρμογής των απαιτήσεων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται ιδιαίτερα αυστηρές διαδικασίες εξακρίβωσης και επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες για τα εν λόγω αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αυξημένων μέτρων δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης.
(47)Οι διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης με ίδρυμα πελάτη της τρίτης χώρας χαρακτηρίζονται από τον διαρκή, επαναληπτικό χαρακτήρα τους. Επιπλέον, όλες οι διασυνοριακές υπηρεσίες τραπεζικής ανταπόκρισης δεν παρουσιάζουν το ίδιο επίπεδο κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ως εκ τούτου, η ένταση των ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την εφαρμογή των αρχών της προσέγγισης με βάση τον κίνδυνο. Ωστόσο, η προσέγγιση βάσει κινδύνου δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις σχέσεις με ίδρυμα πελάτη τρίτης χώρας το οποίο δεν έχει φυσική παρουσία στον τόπο όπου έχει συσταθεί. Δεδομένου του υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που ενέχουν οι εικονικές τράπεζες, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να απέχουν από τη συμμετοχή σε οποιασδήποτε σχέση ανταπόκρισης με τέτοιου είδους εικονικές τράπεζες.
(48)Στο πλαίσιο των ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας, η λήψη έγκρισης από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη για τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων δεν είναι ανάγκη, σε όλες τις περιπτώσεις, να συνεπάγεται τη λήψη έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο. Η εν λόγω έγκριση θα πρέπει να είναι δυνατόν να χορηγείται από άτομο με επαρκείς γνώσεις της έκθεσης της οντότητας στον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και με επαρκή αρχαιότητα για τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την έκθεση σε κίνδυνο.
(49)Προκειμένου να προστατευθεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ώστε να προσδιορίζει τις τρίτες χώρες των οποίων οι αδυναμίες στα εθνικά συστήματα ΚΞΧ/ΧΤ αντιπροσωπεύουν απειλή για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης. Η μεταβαλλόμενη φύση των απειλών της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που προέρχονται εκτός της Ένωσης, η οποία διευκολύνεται από τη συνεχή εξέλιξη της τεχνολογίας και των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι εγκληματίες, απαιτεί ταχείς και συνεχείς προσαρμογές του νομικού πλαισίου όσον αφορά τις τρίτες χώρες, με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση των υφιστάμενων κινδύνων και την αποτροπή της εμφάνισης νέων. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες από διεθνείς οργανισμούς και τα πρότυπα αναφοράς στον τομέα ΚΞΧ/ΧΤ, όπως οι δημόσιες δηλώσεις της FATF, οι εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης ή οι λεπτομερείς εκθέσεις αξιολόγησης ή οι δημοσιευμένες εκθέσεις παρακολούθησης, και να προσαρμόζει τις εκτιμήσεις της βάσει των μεταβολών τους, ανάλογα με την περίπτωση.
(50)Οι τρίτες χώρες οι οποίες είναι «αποδέκτες πρόσκλησης για ανάληψη δράσης» από τον σχετικό διεθνή φορέα καθορισμού προτύπων (FATF) παρουσιάζουν σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες διαρκούς χαρακτήρα στα οικεία νομικά και θεσμικά πλαίσια ΚΞΧ/ΧΤ και στην εφαρμογή τους, οι οποίες είναι πιθανόν να αποτελέσουν υψηλό κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Ο διαρκής χαρακτήρας των σημαντικών στρατηγικών ανεπαρκειών, που αντικατοπτρίζει την έλλειψη δέσμευσης ή τη διαρκή αδυναμία της τρίτης χώρες να τις αντιμετωπίσει, υποδηλώνει τον αυξημένο βαθμό απειλής που απορρέει από τις εν λόγω τρίτες χώρες, η οποία απαιτεί αποτελεσματικές, συνεκτικές και εναρμονισμένες ενέργειες μετριασμού σε επίπεδο Ένωσης. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ζητείται από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόζουν τη συνολική δέσμη διαθέσιμων ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας στις περιστασιακές συναλλαγές και στις επιχειρηματικές σχέσεις με τις εν λόγω τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου, ώστε να διαχειρίζονται και να μετριάζουν τους υποκείμενους κινδύνους. Επιπλέον, το υψηλό επίπεδο κινδύνου δικαιολογεί την εφαρμογή πρόσθετων ειδικών αντίμετρων, είτε σε επίπεδο υπόχρεων οντοτήτων είτε από τα κράτη μέλη. Η εν λόγω προσέγγιση θα μπορούσε να αποτρέψει αποκλίσεις στον καθορισμό των σχετικών αντίμετρων, οι οποίες θα μπορούσαν να εκθέσουν σε κινδύνους το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης στο σύνολό του. Λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής εμπειρογνωσίας της, η AMLA μπορεί να παράσχει χρήσιμη συμβολή στην Επιτροπή για τον προσδιορισμό των αντίμετρων.
(51)Οι αδυναμίες συμμόρφωσης, τόσο όσον αφορά το νομικό και θεσμικό πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ όσο και την εφαρμογή του από τις τρίτες χώρες οι οποίες υπόκεινται σε «αυξημένη παρακολούθηση» από την FATF μπορεί να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εγκληματίες. Πρόκειται για στοιχείο που πιθανόν να αποτελεί κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, ο οποίος χρήζει διαχείρισης και μετριασμού. Η δέσμευση των εν λόγω τρίτων χωρών να αντιμετωπίσουν τις διαπιστωθείσες αδυναμίες, παρότι δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, δικαιολογεί ενέργειες μετριασμού λιγότερες αυστηρές από αυτές που εφαρμόζονται στις τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου. Στις περιπτώσεις αυτές, οι υπόχρεες οντότητες της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζουν ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας στις περιστασιακές συναλλαγές και τις επιχειρηματικές σχέσεις με φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες εγκατεστημένες στις εν λόγω τρίτες χώρες, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στην εκάστοτε τρίτη χώρα. Αυτού του είδους ο αναλυτικός προσδιορισμός των ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζονται θα μπορούσε επίσης, σε συμφωνία με την προσέγγιση βάσει κινδύνου, να διασφαλίσει ότι τα μέτρα είναι ανάλογα προς το επίπεδο κινδύνου. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εν λόγω συνεκτική και αναλογική προσέγγιση, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίζει ποια είναι τα συγκεκριμένα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται για τον μετριασμό των ειδικών ανά χώρα κινδύνων. Λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής εμπειρογνωσίας της, η AMLA μπορεί να παράσχει χρήσιμη συμβολή στην Επιτροπή για τον προσδιορισμό των κατάλληλων ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας.
(52)Χώρες οι οποίες δεν προσδιορίζονται δημοσίως ως αποδέκτες πρόσκλησης για ανάληψη δράσης ή υποκείμενες σε αυξημένη παρακολούθηση από διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων, ενδέχεται παρά ταύτα να συνιστούν απειλή για την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης. Προκειμένου να μετριαστούν οι εν λόγω κίνδυνοι, θα πρέπει η Επιτροπή να έχει δυνατότητα ανάληψης δράσης, για τον προσδιορισμό, βάσει ενός σαφούς συνόλου κριτηρίων και με την υποστήριξη της AMLA, των τρίτων χωρών που συνιστούν ειδική και σοβαρή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε αδυναμίες συμμόρφωσης είτε σε σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες διαρκούς χαρακτήρα στο οικείο σύστημα ΚΞΧ/ΧΤ, καθώς και των σχετικών μέτρων μετριασμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνει σε προσδιορισμό των εν λόγω τρίτων χωρών. Αναλόγως του επιπέδου κινδύνου που συνιστούν για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητά την εφαρμογή είτε του συνόλου των ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας και των ειδικών ανά χώρα αντίμετρων, όπως στην περίπτωση των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου, είτε ειδικά ανά χώρα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όπως στην περίπτωση τρίτων χωρών που παρουσιάζουν αδυναμίες συμμόρφωσης.
(53)Λαμβανομένου υπόψη ότι ενδέχεται να επέλθουν αλλαγές στα πλαίσια ΚΞΧ/ΧΤ των εν λόγω τρίτων χωρών ή στην εφαρμογή τους, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα της δέσμευσης της χώρας να αντιμετωπίσει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες ή της θέσπισης σχετικών μέτρων ΚΞΧ/ΧΤ για την αντιμετώπισή τους, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη φύση και το επίπεδο των κινδύνων που απορρέουν από αυτές, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει σε τακτική βάση τον προσδιορισμό των εν λόγω ειδικών ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας, ώστε να διασφαλίζει ότι αυτά εξακολουθούν να είναι αναλογικά και κατάλληλα.
(54)Οι δυνητικές εξωτερικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης δεν προέρχονται μόνο από τρίτες χώρες, αλλά μπορούν επίσης να προκύψουν σε σχέση με παράγοντες κινδύνου που αφορούν ειδικά έναν πελάτη ή προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παροχής υπηρεσιών που σχετίζονται με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εκτός της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να προσδιοριστούν οι τάσεις, οι κίνδυνοι και οι μέθοδοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στους οποίους ενδέχεται να εκτίθενται οι υπόχρεες οντότητες της Ένωσης. Η AMLA είναι η πλέον κατάλληλη για τον εντοπισμό τυχόν αναδυόμενων τυπολογικών κατηγοριών ΞΧ/ΧΤ που προέρχονται εκτός της Ένωσης και για την παρακολούθηση της εξέλιξής τους, με στόχο να παράσχει καθοδήγηση στις υπόχρεες οντότητες της Ένωσης όσον αφορά την ανάγκη εφαρμογής ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.
(55)Οι σχέσεις με πρόσωπα που κατέχουν ή κατείχαν σημαντικά δημόσια λειτουργήματα, στο εσωτερικό της Ένωσης και σε διεθνές επίπεδο, και ιδίως πρόσωπα που προέρχονται από χώρες όπου η διαφθορά είναι ευρέως διαδεδομένη, μπορεί να εκθέσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα σε σοβαρούς νομικούς κινδύνους και σε κινδύνους για τη φήμη του. Οι διεθνείς προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς δικαιολογούν επίσης την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα πρόσωπα αυτά και να εφαρμοστούν κατάλληλα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όσον αφορά πρόσωπα που ασκούν ή ασκούσαν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα, καθώς και υψηλόβαθμα στελέχη διεθνών οργανισμών. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να καθοριστούν ειδικά μέτρα τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζουν οι υπόχρεες οντότητες σε συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα. Για τη διευκόλυνση της προσέγγισης με βάση τους κινδύνους, θα πρέπει να ανατεθεί στην AMLA η έκδοση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εκτίμηση του επιπέδου κινδύνων που σχετίζονται με μια ειδική κατηγορία πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων, τα μέλη των οικογενειών τους ή πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες τους.
(56)Για τον προσδιορισμό των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων στην Ένωση, θα πρέπει να εκδοθούν από τα κράτη μέλη κατάλογοι που προσδιορίζουν τα ειδικά καθήκοντα που, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από κάθε διεθνή οργανισμό διαπιστευμένο στην επικράτειά τους να δημιουργήσει και να διατηρεί ενήμερο ένα κατάλογο σημαντικών δημοσίων λειτουργημάτων στους κόλπους του. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιφορτιστεί με τη σύνταξη και την έκδοση καταλόγου, που θα πρέπει να έχει ισχύ στο σύνολο της Ένωσης, σχετικά με πρόσωπα που ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα στα θεσμικά ή λοιπά όργανα της Ένωσης.
(57)Πελάτες οι οποίοι έχουν παύσει να ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα μπορεί να εξακολουθούν να συνιστούν υψηλότερο κίνδυνο, λόγω, για παράδειγμα, της άτυπης επιρροής που πιθανόν συνεχίζουν να ασκούν ή διότι τα προηγούμενα και τα τρέχοντα λειτουργήματά τους συνδέονται. Είναι σημαντικό οι υπόχρεες οντότητες να λαμβάνουν υπόψη τούς εν λόγω συνεχείς κινδύνους και να εφαρμόζουν ένα ή περισσότερα ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως ότου θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ενέχουν πλέον κίνδυνο, και σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών αφότου έπαψαν να ασκούν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα.
(58)Συχνά οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν διατηρούν σχέσεις με πελάτες-δικαιούχους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Εντούτοις, θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν καταστάσεις υψηλότερου κινδύνου, όπως στην περίπτωση που από τα προϊόντα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επωφελείται πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο. Για να προσδιοριστεί κατά πόσο συμβαίνει αυτό, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα πρέπει να περιλαμβάνει εύλογα μέτρα για την εξακρίβωση της ταυτότητας του δικαιούχου, αντίστοιχα με αυτά στην περίπτωση που θα επρόκειτο για νέο πελάτη. Τα μέτρα αυτά μπορούν να λαμβάνονται το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής ή κατά τον χρόνο της εκχώρησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
(59)Οι στενές προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις μπορούν να γίνουν αντικείμενο κατάχρησης για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα μέτρα που αφορούν τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στους στενούς συγγενείς τους και σε πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες τους. Ο ορθός προσδιορισμός των στενών συγγενών και των προσώπων που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες μπορεί να εξαρτάται από την κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική δομή της χώρας του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ανατεθεί στην AMLA η έκδοση κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των προσώπων που θα πρέπει να θεωρούνται στενοί συνεργάτες.
(60)Οι διατάξεις σχετικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, τους στενούς συγγενείς και τους στενούς συνεργάτες τους είναι προληπτικής και όχι κακουργηματικής φύσης και δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι στιγματίζουν πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα ως εμπλεκόμενα σε εγκληματική δραστηριότητα. Η άρνηση επιχειρηματικής σχέσης με πρόσωπο απλώς λόγω του προσδιορισμού του ως πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου είναι αντίθετη με το πνεύμα και το γράμμα του παρόντος κανονισμού.
(61)Για την αποφυγή επαναλαμβανόμενων διαδικασιών εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη, κρίνεται σκόπιμο, υπό την επιφύλαξη κατάλληλων διασφαλίσεων, να επιτρέπεται στις υπόχρεες οντότητες να βασίζονται σε πληροφορίες σχετικά με τον πελάτη τις οποίες έχουν συλλέξει άλλες υπόχρεες οντότητες. Όταν μια υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα, η τελική ευθύνη για τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη θα πρέπει να εξακολουθεί να βαρύνει την υπόχρεη οντότητα η οποία επιλέγει να βασιστεί στη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη που έχει ασκήσει άλλη υπόχρεη οντότητα. Η υπόχρεη οντότητα που χρησιμοποιήθηκε ως βάση θα πρέπει επίσης να εξακολουθεί να υπέχει ίδια ευθύνη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, συμπεριλαμβανομένων της απαίτησης αναφοράς ύποπτων συναλλαγών και τήρησης αρχείων.
(62)Οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση των καθηκόντων που αφορούν την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε πράκτορα ή εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών, εκτός και αν αυτοί είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες που προσδιορίζεται ότι είναι υψηλού κινδύνου, ότι έχουν αδυναμίες συμμόρφωσης ή ότι συνιστούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις σχέσεων πρακτόρευσης ή εξωτερικής ανάθεσης βάσει συμβάσεως μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων και εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών που δεν εμπίπτουν στις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ, κάθε υποχρέωση που αφορά την ΚΞΧ/ΧΤ την οποία υπέχουν οι εν λόγω πράκτορες ή εξωτερικοί συνεργάτες μπορεί μόνον να συσταθεί συμβατικά μεταξύ των μερών και δεν απορρέει από τον παρόντα κανονισμό. Συνεπώς, η ευθύνη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εξακολουθεί να βαρύνει εξολοκλήρου την ίδια την υπόχρεη οντότητα. Η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει ιδίως να διασφαλίζει ότι, όταν ένας εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών συμμετέχει για σκοπούς εξ αποστάσεως εξακρίβωσης της ταυτότητας του πελάτη, τηρείται η προσέγγιση βάσει κινδύνων.
(63)Για την αποδοτική λειτουργία των σχέσεων εξάρτησης και εξωτερικής ανάθεσης σε τρίτους, απαιτείται περαιτέρω αποσαφήνιση των όρων που διέπουν την εξάρτηση. Η AMLA θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση κατευθυντήριων οδηγιών σχετικά με τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να υπάρχει εξάρτηση και εξωτερική ανάθεση, καθώς και με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αντίστοιχων μερών. Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στην εποπτεία των πρακτικών εξάρτησης και εξωτερικής ανάθεσης στο σύνολο της Ένωσης, οι κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει επίσης να παρέχουν σαφήνεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εποπτικοί φορείς οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τέτοιου είδους πρακτικές και να ελέγχουν τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ όταν οι υπόχρεες οντότητες προσφεύγουν στις εν λόγω πρακτικές.
(64)Η έννοια του πραγματικού δικαιούχου εισήχθη με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια στο πλαίσιο πολύπλοκων εταιρικών δομών. Η ανάγκη για πρόσβαση σε ακριβείς, επικαιροποιημένες και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από ανάλογες αδιαφανείς δομές. Τα κράτη μέλη επί του παρόντος απαιτείται να εξασφαλίζουν ότι τόσο οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες όσο και τα ρητά εμπιστεύματα και άλλα παρεμφερή νομικά μορφώματα, αποκτούν και διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο τους. Εντούτοις, ο βαθμός διαφάνειας που επιβάλλουν τα κράτη μέλη ποικίλλει. Οι κανόνες υπόκεινται σε αποκλίνουσες ερμηνείες, γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικές μεθόδους προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου μιας δεδομένης οντότητας ή μορφώματος. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στους ανακόλουθους τρόπους υπολογισμού της έμμεσης ιδιοκτησίας μιας οντότητας ή μορφώματος. Πρόκειται για στοιχείο που δυσχεραίνει τη σκοπούμενη επίτευξη διαφάνειας. Είναι ανάγκη, συνεπώς, να αποσαφηνιστούν οι κανόνες ώστε να επιτευχθεί συνεπής ορισμός του πραγματικού δικαιούχου και της εφαρμογής του στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς.
(65)Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες με σκοπό τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων και την εναρμόνιση του ορισμού του πραγματικού δικαιούχου. Μολονότι ένα συγκεκριμένο ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο ή κατοχής δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν καθορίζει αυτομάτως τους πραγματικούς δικαιούχους, θα πρέπει να αποτελεί έναν παράγοντα μεταξύ άλλων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ότι ένα ποσοστό μικρότερο του 25 % θα μπορεί να αποτελεί ένδειξη ιδιοκτησίας ή ελέγχου. Ο έλεγχος βάσει της κατοχής δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε ποσοστό 25 % συν μία μετοχή ή δικαίωμα ψήφου ή άλλο ιδιοκτησιακό δικαίωμα θα πρέπει να αξιολογείται σε κάθε επίπεδο ιδιοκτησίας, υπό την έννοια ότι το εν λόγω όριο θα πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε στοιχείο της ιδιοκτησιακής δομής και ότι κάθε στοιχείο της ιδιοκτησιακής δομής και ο συνδυασμός τους θα πρέπει να εξετάζονται δεόντως.
(66)Για την ουσιαστική εξακρίβωση της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων απαιτείται να διαπιστωθεί κατά πόσο ασκείται έλεγχος με άλλα μέσα. Η διαπίστωση της ύπαρξης ελέγχου με βάση τα δικαιώματα ιδιοκτησίας είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής και δεν εξαντλεί τους ελέγχους που απαιτούνται για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων. Η εξέταση του κατά πόσο ένα πρόσωπο ασκεί έλεγχο μέσω άλλων μέσων δεν συνιστά επακόλουθη εξέταση που πρέπει να διενεργηθεί μόνον εφόσον δεν είναι δυνατή η διαπίστωση ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Τα δύο είδη εξέτασης, δηλαδή αυτή του ελέγχου βάσει δικαιώματος ιδιοκτησίας και αυτή του ελέγχου που ασκείται με άλλα μέσα, θα πρέπει να διενεργούνται παράλληλα. Ο έλεγχος με άλλα μέσα μπορεί να περιλαμβάνει το δικαίωμα διορισμού ή παύσης άνω του ήμισυ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρικής οντότητας· τη δυνατότητα άσκησης σημαντικής επιρροής στις αποφάσεις που λαμβάνει η εταιρική οντότητα· τον έλεγχο μέσω επίσημων ή ανεπίσημων συμφωνιών με τους ιδιοκτήτες, τα μέλη ή τις εταιρικές οντότητες, καθώς και μέσω του τρόπου ψηφοφορίας· τους δεσμούς με στενούς συγγενείς των διοικητικών στελεχών ή των διευθυντών ή με πρόσωπα που κατέχουν ή ασκούν τον έλεγχο της εταιρικής οντότητας· τη χρησιμοποίηση επίσημων ή ανεπίσημων συμφωνιών εκπροσώπησης.
(67)Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική διαφάνεια, οι κανόνες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο θα πρέπει να διέπουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα νομικών οντοτήτων και μορφωμάτων που συστήνονται ή δημιουργούνται στην επικράτεια των κρατών μελών. Σε αυτό περιλαμβάνονται νομικές οντότητες εκτός των εταιρικών και μορφώματα παρεμφερή με τα εμπιστεύματα. Λόγω διαφορών στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, οι εν λόγω εκτενείς κατηγορίες περιλαμβάνουν πληθώρα διαφορετικών οργανωτικών δομών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο με όλους τους τύπους εταιρικών και λοιπών νομικών οντοτήτων στις οποίες ο πραγματικός δικαιούχος προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες προσδιορισμού των πραγματικών δικαιούχων εταιρικών οντοτήτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να απευθύνει συστάσεις στα κράτη μέλη σχετικά με τους ειδικούς κανόνες και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων νομικών οντοτήτων εκτός των εταιρικών οντοτήτων.
(68)Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων ρητών καταπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών οντοτήτων, όπως τα ιδρύματα, ή μορφωμάτων, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Τα κράτη μέλη καλούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο με τους τύπους των νομικών οντοτήτων και των παρεμφερών προς τα ρητά εμπιστεύματα νομικών μορφωμάτων στους οποίους οι πραγματικοί δικαιούχοι προσδιορίζονται κατά τα προβλεπόμενα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών οντοτήτων ή μορφωμάτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία έκδοσης, μέσω εκτελεστικής πράξης, ενός καταλόγου νομικών μορφωμάτων και νομικών οντοτήτων που διέπονται από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, τα οποία διαθέτουν δομή ή λειτουργία παρόμοια με αυτή των ρητών εμπιστευμάτων.
(69)Στο πλαίσιο μιας συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά το καθεστώς διαφάνειας σε σχέση με τον πραγματικό δικαιούχο απαιτείται επίσης να διασφαλιστεί ότι συλλέγονται οι ίδιες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν ακριβείς απαιτήσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που θα πρέπει να συλλέγονται σε κάθε περίπτωση. Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν ένα ελάχιστο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τον πραγματικό δικαιούχο, το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που κατέχει στη νομική οντότητα ή στο νομικό μόρφωμα και πληροφορίες σχετικά με τη νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα.
(70)Ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διαφάνειας σε σχέση με τον πραγματικό δικαιούχο στηρίζεται στη γνώση που έχουν οι εταιρικές και λοιπές νομικές οντότητες για τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν πραγματικούς δικαιούχους τους. Ως εκ τούτου, όλες οι εταιρικές και λοιπές νομικές οντότητες στην Ένωση θα πρέπει να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να διατηρούνται για διάστημα πέντε ετών και η ταυτότητα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση των πληροφοριών θα πρέπει να κοινοποιείται στα μητρώα. Η εν λόγω περίοδος διατήρησης είναι ισόχρονη με την περίοδο διατήρησης των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο της εφαρμογής των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, όπως τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Προκειμένου να διασφαλιστεί δυνατότητα διασταύρωσης και εξακρίβωσης των πληροφοριών, για παράδειγμα μέσω του μηχανισμού αναφοράς αναντιστοιχιών, κρίνεται σκόπιμο να εξασφαλιστεί ευθυγράμμιση των περιόδων διατήρησης των σχετικών δεδομένων.
(71)Οι εταιρικές και λοιπές νομικές οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων τους. Εντούτοις, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα να μπορεί να εξακριβωθεί και το οποίο είτε τελικά κατέχει είτε ελέγχει μία οντότητα. Σε τέτοιου είδους εξαιρετικές περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι εξαντλούνται όλα τα μέσα εξακρίβωσης ταυτότητας, μπορούν να δηλώνονται τα ανώτατα διοικητικά στελέχη όταν παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο στις υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ή όταν υποβάλλονται οι πληροφορίες στο κεντρικό μητρώο. Οι εταιρικές και νομικές οντότητες θα πρέπει να τηρούν αρχεία των δράσεων που αναλήφθηκαν για την εξακρίβωση της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων τους, ιδίως όταν βασίζονται στο προαναφερθέν μέτρο έσχατης ανάγκης, το οποίο θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται δεόντως.
(72)Είναι ανάγκη να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων τύπων νομικών μορφών και να αποφευχθεί η κατάχρηση των εμπιστευμάτων και των νομικών μορφωμάτων, τα οποία συχνά είναι διαρθρωμένα σε πολύπλοκες δομές για την περαιτέρω απόκρυψη του πραγματικού δικαιούχου. Θα πρέπει, συνεπώς, οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα του οποίου η διαχείριση γίνεται σε ένα κράτος μέλος να είναι υπεύθυνοι για την απόκτηση και τη διατήρηση επαρκών, ακριβών και τρεχουσών πληροφοριών για τον πραγματικό δικαιούχο όσον αφορά το εμπίστευμα, καθώς και για τη γνωστοποίηση της ιδιότητάς τους και την παροχή αυτών των πληροφοριών στις υπόχρεες οντότητες που ασκούν δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη. Κάθε άλλος πραγματικός δικαιούχος του εμπιστεύματος θα πρέπει να συνδράμει τον εμπιστευματοδόχο στην απόκτηση των εν λόγω πληροφοριών.
(73)Δεδομένης της ιδιαίτερης δομής ορισμένων νομικών οντοτήτων, όπως τα ιδρύματα, και της ανάγκης να διασφαλιστεί επαρκής διαφάνεια όσον αφορά τον πραγματικό τους δικαιούχο, οι εν λόγω οντότητες και τα παρεμφερή προς τα εμπιστεύματα νομικά μορφώματα θα πρέπει να υπόκεινται σε αντίστοιχες απαιτήσεις σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο με αυτές που ισχύουν για τα ρητά εμπιστεύματα.
(74)Οι συμφωνίες εκπροσώπησης ενδέχεται να επιτρέπουν την απόκρυψη της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων, διότι ένα πρόσωπο μπορεί να ασκεί καθήκοντα διευθυντή ή μετόχου μιας νομικής οντότητας εξ ονόματος άλλου προσώπου χωρίς να αποκαλύπτεται πάντοτε ο εντολέας. Οι εν λόγω συμφωνίες ενδέχεται να αποκρύπτουν τον πραγματικό δικαιούχο και τη δομή ελέγχου όταν οι πραγματικοί δικαιούχοι δεν επιθυμούν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους ή τον ρόλο που κατέχουν στο πλαίσιό τους. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να θεσπιστούν απαιτήσεις διαφάνειας προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των εν λόγω συμφωνιών και να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι εγκληματίες να αποκρύπτονται πίσω από πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματός τους. Οι εντολοδόχοι μέτοχοι και οι εντολοδόχοι διευθυντές εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων θα πρέπει να διατηρούν και να γνωστοποιούν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του εντολέα τους και κάθε πραγματικού δικαιούχου του εντολέα, καθώς και να γνωστοποιούν την ιδιότητα που έχουν στις εταιρικές ή άλλες νομικές οντότητες. Τις ίδιες πληροφορίες θα πρέπει επίσης να αναφέρουν και οι εταιρικές και λοιπές νομικές οντότητες στις υπόχρεες οντότητες σε περίπτωση άσκησης μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
(75)Οι κίνδυνοι που προέρχονται από αλλοδαπές εταιρικές οντότητες και νομικά μορφώματα, των οποίων γίνεται κατάχρηση για τη διοχέτευση εσόδων από κεφάλαια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, είναι ανάγκη να μετριαστούν. Δεδομένου ότι τα πρότυπα που εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ενδέχεται να μην επαρκούν ώστε να επιτυγχάνεται το ίδιο επίπεδο διαφάνειας και η έγκαιρη διαθεσιμότητα πληροφοριών για τον πραγματικό δικαιούχο σε σχέση με ό,τι ισχύει στην Ένωση, είναι ανάγκη να διασφαλιστούν κατάλληλα μέσα για τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων αλλοδαπών εταιρικών οντοτήτων ή νομικών μορφωμάτων σε ειδικές περιστάσεις. Ως εκ τούτου, νομικές οντότητες που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης και ρητά εμπιστεύματα ή παρεμφερή νομικά μορφώματα των οποίων η διαχείριση γίνεται εκτός της Ένωσης θα πρέπει να υποχρεούνται να γνωστοποιούν τους πραγματικούς δικαιούχους τους όταν δραστηριοποιούνται στην Ένωση συνάπτοντας επιχειρηματική σχέση με υπόχρεη οντότητα της Ένωσης ή αποκτώντας ακίνητη περιουσία στην Ένωση.
(76)Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμόρφωση και να διασφαλιστεί αποτελεσματική διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι απαιτήσεις σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλλουν κυρώσεις για παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων. Οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και να μην υπερβαίνουν τα απαιτούμενα όρια για την ενθάρρυνση της συμμόρφωσης. Οι κυρώσεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ισοδύναμο αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο σύνολο της Ένωσης για τις παραβάσεις των απαιτήσεων σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
(77)Οι ύποπτες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απόπειρας συναλλαγών, και άλλες πληροφορίες σχετικές με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα βασικά αδικήματά της και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας θα πρέπει να γνωστοποιούνται στις ΜΧΠ, οι οποίες θα αποτελούν ενιαία κεντρική εθνική μονάδα λήψης και ανάλυσης των αναφερόμενων υπονοιών, καθώς και διαβίβασης προς τις αρμόδιες αρχές των αποτελεσμάτων της ανάλυσής τους. Πρέπει να αναφέρονται όλες οι ύποπτες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απόπειρας συναλλαγής, ανεξάρτητα από το ποσό της συναλλαγής. Στις αναφερόμενες πληροφορίες μπορούν να περιλαμβάνονται επίσης πληροφορίες υποβαλλόμενες βάσει της υπέρβασης ενός ποσοτικού ορίου. Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση πληροφοριών από υπόχρεη οντότητα ή από υπάλληλο ή διευθυντή τέτοιας υπόχρεης οντότητας στη ΜΧΠ δεν θα πρέπει να αποτελεί παράβαση τυχόν απαγόρευσης της γνωστοποίησης πληροφοριών, ούτε να συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για την υπόχρεη οντότητα ή τους διευθυντές ή τους υπαλλήλους της.
(78)Οι διαφορές στις υποχρεώσεις αναφοράς ύποπτων συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να εντείνουν τις δυσκολίες συμμόρφωσης στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ που αντιμετωπίζουν οι υπόχρεες οντότητες με διασυνοριακή παρουσία ή δραστηριότητες. Επιπλέον, η δομή και το περιεχόμενο των αναφορών για ύποπτες συναλλαγές έχει συνέπειες στην ικανότητα της ΜΧΠ να διενεργεί ανάλυση και στο είδος της εν λόγω ανάλυσης, και επηρεάζει επίσης τη δυνατότητα των ΜΧΠ να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες. Με στόχο να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των υπόχρεων οντοτήτων προς τις οικείες υποχρεώσεις αναφοράς και να καταστεί εφικτή η αποτελεσματικότερη λειτουργία των δραστηριοτήτων ανάλυσης και της συνεργασίας των ΜΧΠ, η AMLA θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για τον καθορισμό ενός κοινού υποδείγματος αναφοράς των ύποπτων συναλλαγών, το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως ενιαία βάση στο σύνολο της Ένωσης.
(79)Οι ΜΧΠ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν άμεσα από οποιαδήποτε υπόχρεη οντότητα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις λειτουργίες της. Η απρόσκοπτη και άμεση πρόσβασή τους στις πληροφορίες είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι οι ροές χρήματος μπορούν να εντοπιστούν σωστά και τα παράνομα δίκτυα και οι ροές να ανιχνεύονται σε πρώιμο στάδιο. Η ανάγκη των ΜΧΠ να λάβουν πρόσθετες πληροφορίες από υπόχρεες οντότητες βάσει υποψίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας μπορεί να προκληθεί από προηγούμενη έκθεση για ύποπτες συναλλαγές που αναφέρεται στη ΜΧΠ, αλλά μπορεί επίσης να προκληθεί και από άλλα μέσα, όπως ανάλυση της ίδιας της ΜΧΠ, πληροφορίες που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές ή πληροφορίες που τηρούνται από άλλη ΜΧΠ. Ως εκ τούτου, οι ΜΧΠ θα πρέπει να μπορούν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, να λαμβάνουν πληροφορίες από οποιαδήποτε υπόχρεη οντότητα, ακόμη και χωρίς να συνταχθεί προηγούμενη έκθεση από την επιμέρους υπόχρεη οντότητα. Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να απαντούν σε αίτηση για παροχή πληροφοριών που υποβάλλει η ΜΧΠ το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός πέντε ημερών από την παραλαβή του αιτήματος. Σε αιτιολογημένες και επείγουσες περιπτώσεις, η υπόχρεη οντότητα θα πρέπει να είναι σε θέση να απαντά στην αίτηση της ΜΧΠ εντός 24 ωρών. Τούτο δεν περιλαμβάνει την υποβολή αδιακρίτως αιτήσεων παροχής πληροφοριών προς τις υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της ανάλυσης της ΜΧΠ, αλλά μόνο αιτήσεις πληροφοριών που βασίζονται σε επαρκώς καθορισμένες προϋποθέσεις. Μια ΜΧΠ θα πρέπει επίσης να μπορεί να αποκτήσει τις εν λόγω πληροφορίες βάσει αίτησης που υποβάλλεται από άλλη ΜΧΠ της Ένωσης και να ανταλλάσσει τις πληροφορίες με την αιτούσα ΜΧΠ.
(80)Για ορισμένες υπόχρεες οντότητες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν προσήκοντα αυτορρυθμιζόμενο φορέα που πρέπει να ενημερώνεται κατά πρώτον αντί της ΜΧΠ. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ένα σύστημα πρωτοβάθμιας αναφοράς σε αυτορρυθμιζόμενο φορέα αποτελεί σημαντική διασφάλιση που κατοχυρώνει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όσον αφορά τις υποχρεώσεις αναφοράς που ισχύουν για τους νομικούς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τα μέσα και τον τρόπο για την επίτευξη της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου, της εμπιστευτικότητας και της ιδιωτικής ζωής.
(81)Εφόσον κράτος μέλος αποφασίζει να ορίσει έναν τέτοιο αυτορρυθμιζόμενο φορέα, μπορεί να επιτρέψει ή να ζητήσει από τον φορέα αυτό να μην διαβιβάσει στη ΜΧΠ οποιαδήποτε πληροφορία αποκτά από πρόσωπα που εκπροσωπούνται από τον εν λόγω φορέα, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν ληφθεί από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την αξιολόγηση της νομικής θέσης του εν λόγω πελάτη ή όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν σε δίκη ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών για την κίνηση ή την αποφυγή δίκης, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη δίκη.
(82)Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει κατ’ εξαίρεση να έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ύποπτες συναλλαγές προτού ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές, όταν η αποφυγή τους είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των προσώπων υπέρ των οποίων διενεργείται η εικαζόμενη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να γίνεται επίκληση της εξαίρεσης αυτής όσον αφορά συναλλαγές που διέπονται από τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη να δεσμεύουν αμελλητί κεφάλαια ή άλλα περιουσιακά στοιχεία των τρομοκρατών, των τρομοκρατικών οργανώσεων ή όσων χρηματοδοτούν την τρομοκρατία, βάσει των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
(83)Η εμπιστευτικότητα σε σχέση με την αναφορά ύποπτων συναλλαγών και την παροχή άλλων σχετικών πληροφοριών στις ΜΧΠ είναι απαραίτητη προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να έχουν τη δυνατότητα δέσμευσης και κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων δυνητικά συνδεόμενων με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με τα βασικά αδικήματά της ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Μια ύποπτη συναλλαγή δεν συνιστά ένδειξη εγκληματικής δραστηριότητας. Η γνωστοποίηση υπόνοιας που έχει αναφερθεί μπορεί να αμαυρώσει τη φήμη των προσώπων που συμμετέχουν στη συναλλαγή και να θέσει σε κίνδυνο τη διενέργεια αναλύσεων και ερευνών. Συνεπώς, οι υπόχρεες οντότητες και οι διευθυντές και οι υπάλληλοί τους δεν θα πρέπει γνωστοποιούν στον οικείο πελάτη ή σε τρίτους το γεγονός ότι διαβιβάζονται, θα διαβιβαστούν ή διαβιβάστηκαν πληροφορίες στη ΜΧΠ, άμεσα ή μέσω του αυτορρυθμιζόμενου φορέα, ή ότι διεξάγεται ή μπορεί να διεξαχθεί ανάλυση όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η απαγόρευση γνωστοποίησης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ειδικές περιπτώσεις που αφορούν, για παράδειγμα, γνωστοποιήσεις προς αρμόδιες αρχές και αυτορρυθμιζόμενους φορείς κατά την άσκηση εποπτικών καθηκόντων ή γνωστοποιήσεις για σκοπούς επιβολής του νόμου ή όταν οι γνωστοποιήσεις πραγματοποιούνται μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο.
(84)Οι εγκληματίες διακινούν παράνομες προσόδους μέσω πολυάριθμων διαμεσολαβητών για να μην εντοπιστούν. Συνεπώς, είναι σημαντικό να επιτρέπεται στις υπόχρεες οντότητες η ανταλλαγή πληροφοριών όχι μόνο μεταξύ των μελών ενός ομίλου, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών και άλλων οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο δικτύων, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων.
(85)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αναγνωρίζεται από όλα τα κράτη μέλη ως λόγος σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.
(86)Είναι ουσιώδους σημασίας η ευθυγράμμιση του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ με τις αναθεωρημένες συστάσεις της FATF να πραγματοποιηθεί με πλήρη σεβασμό της ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Ορισμένες πτυχές της εφαρμογής του πλαισίου ΚΞΧ/ΧΤ περιλαμβάνουν τη συλλογή, την ανάλυση, την αποθήκευση και την ανταλλαγή δεδομένων. Η εν λόγω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να επιτρέπεται με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και για την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τη συνεχή εποπτεία, την ανάλυση και την αναφορά ασυνήθιστων και ύποπτων συναλλαγών, την εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου ενός νομικού προσώπου ή νομικού μορφώματος, τον προσδιορισμό ενός πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και την ανταλλαγή πληροφοριών από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλες υπόχρεες οντότητες. Η συλλογή και η επακόλουθη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας κατά τρόπο ασύμβατο με τους σκοπούς αυτούς. Ειδικότερα, θα πρέπει να απαγορεύεται αυστηρά η περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για εμπορικούς σκοπούς.
(87)Οι αναθεωρημένες συστάσεις της FATF φανερώνουν ότι, προκειμένου να μπορούν να συνεργάζονται πλήρως και να απαντούν γρήγορα σε αιτήματα παροχής πληροφοριών από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, του εντοπισμού ή της διερεύνησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να διατηρούν, για τουλάχιστον πέντε έτη, τις απαραίτητες πληροφορίες που συγκεντρώνουν μέσω μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τα αρχεία των συναλλαγών. Προκειμένου να αποφευχθούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις και να τηρηθούν οι απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ασφάλειας δικαίου, η διάρκεια της εν λόγω περιόδου διατήρησης θα πρέπει να οριστεί στα πέντε έτη μετά το τέλος μιας επιχειρηματικής σχέσης ή περιστασιακής συναλλαγής.
(88)Όταν η έννοια αρμόδιες αρχές αναφέρεται στις αρμόδιες αρχές έρευνας και δίωξης, θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνει τα κεντρικά και αποκεντρωμένα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
(89)Με σκοπό να εξασφαλιστεί η κατάλληλη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης στο διάστημα μεταξύ της έναρξης ισχύος και της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να επιτραπεί η ομαλή αλληλεπίδρασή του με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, πληροφορίες και έγγραφα που σχετίζονται με εν εξελίξει νομικές διαδικασίες για τους σκοπούς της πρόληψης, του εντοπισμού ή της διερεύνησης ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες εκκρεμούσαν στα κράτη μέλη την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να διατηρούνται για περίοδο πέντε ετών από την εν λόγω ημερομηνία, και η περίοδος αυτή θα πρέπει να μπορεί να επεκταθεί για πέντε επιπλέον έτη.
(90)Τα δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων ισχύουν για τα προσωπικά δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, η πρόσβαση του υποκειμένου των δεδομένων σε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετίζονται με αναφορά ύποπτης συναλλαγής θα υπονόμευε σοβαρά την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Επομένως, μπορούν να δικαιολογηθούν εξαιρέσεις και περιορισμοί του δικαιώματος αυτού σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της επεξεργασίας από εποπτική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, καθώς και το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του εν λόγω κανονισμού. Η εποπτική αρχή μπορεί επίσης να ενεργήσει αυτεπάγγελτα. Με την επιφύλαξη των περιορισμών στο δικαίωμα πρόσβασης, η εποπτική αρχή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων ότι όλες οι απαραίτητες επαληθεύσεις έχουν πραγματοποιηθεί από την εποπτική αρχή, καθώς και όσον αφορά τη νομιμότητα της σχετικής επεξεργασίας.
(91)Οι υπόχρεες οντότητες ενδέχεται να προσφεύγουν στις υπηρεσίες άλλων ιδιωτικών φορέων. Ωστόσο, το πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις υπόχρεες οντότητες και οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να υπέχουν πλήρη ευθύνη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και να αποτραπεί το ενδεχόμενο ορισμένες υπηρεσίες να υπαχθούν ακουσίως στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι πρόσωπα που απλώς μετατρέπουν έντυπα έγγραφα σε ηλεκτρονικά δεδομένα και ενεργούν στο πλαίσιο σύμβασης με μια υπόχρεη οντότητα και πρόσωπα που παρέχουν σε πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς μόνο συστήματα μηνυμάτων ή άλλα συστήματα υποστήριξης για τη μεταφορά χρηματικών ποσών ή συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
(92)Οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να συγκεντρώνουν και να διατηρούν επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο και τον έλεγχο των νομικών προσώπων. Δεδομένου ότι οι μετοχές στον κομιστή παραχωρούν την κυριότητα στο πρόσωπο που κατέχει το πιστοποιητικό κυριότητας μετοχών, επιτρέπουν να παραμείνει ανώνυμος ο πραγματικός δικαιούχος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν γίνεται κατάχρηση των εν λόγω μετοχών για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι εταιρίες —εκτός των εταιρειών με εισηγμένες μετοχές σε ρυθμιζόμενη αγορά ή των οποίων οι μετοχές εκδίδονται ως τίτλοι που κατέχονται από διαμεσολαβητές— θα πρέπει να μετατρέπουν όλες τις υπάρχουσες μετοχές στον κομιστή σε ονομαστικές μετοχές. Επιπλέον, μόνο δικαιώματα αγοράς μετοχών στον κομιστή που κατέχονται από διαμεσολαβητές θα πρέπει να επιτρέπονται.
(93)Λόγω της ανωνυμίας τους, τα κρυπτοστοιχεία είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους κατάχρησης για εγκληματικούς σκοπούς. Τα ανώνυμα πορτοφόλια κρυπτοστοιχείων δεν επιτρέπουν την ιχνηλασιμότητα των μεταφορών κρυπτοστοιχείων, ενώ παράλληλα δυσχεραίνουν τον εντοπισμό συνδεδεμένων πράξεων που ενδέχεται να εγείρουν υποψίες ή την εφαρμογή του κατάλληλου επιπέδου δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ στα κρυπτοστοιχεία, είναι απαραίτητο να απαγορευτεί η παροχή και φύλαξη ανώνυμων πορτοφολιών κρυπτοστοιχείων από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
(94)Οι πληρωμές μεγάλων ποσών σε μετρητά προσφέρονται ιδιαίτερα για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας· αυτό δεν έχει μετριαστεί επαρκώς από την απαίτηση να υπόκεινται σε κανόνες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες οι έμποροι αγαθών όταν καταβάλλουν ή λαμβάνουν πληρωμές σε μετρητά που ανέρχονται σε 10 000 EUR ή περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι διαφορές στις προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών μελών έχουν υπονομεύσει τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς εις βάρος των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε κράτη μέλη με αυστηρότερους ελέγχους. Είναι, συνεπώς, ανάγκη να θεσπιστεί όριο 10 000 EUR στις μεγάλες συναλλαγές σε μετρητά σε επίπεδο Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν χαμηλότερα όρια και άλλες αυστηρότερες διατάξεις.
(95)Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις επιβαρύνσεις, τα οφέλη και τις συνέπειες από τη μείωση του ορίου στις μεγάλες συναλλαγές σε μετρητά σε επίπεδο Ένωσης, με στόχο να προωθήσει περαιτέρω ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και να μειώσει τις ευκαιρίες χρησιμοποίησης μετρητών για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατά την αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί ποιο είναι το πλέον κατάλληλο επίπεδο εναρμονισμένου ορίου για τις συναλλαγές σε μετρητά σε επίπεδο Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων υφιστάμενων ορίων στις πληρωμές σε μετρητά που εφαρμόζει μεγάλος αριθμός κρατών, της δυνατότητας επιβολής ενός τέτοιου ορίου σε επίπεδο Ένωσης και των συνεπειών ενός τέτοιου ορίου όσον αφορά την ιδιότητα νόμιμου χρήματος του ευρώ.
(96)Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αξιολογήσει τις επιβαρύνσεις, τα οφέλη και τις συνέπειες από τη μείωση του ορίου σε σχέση με την εξακρίβωση της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων όταν ο έλεγχος ασκείται μέσω ιδιοκτησίας. Κατά την αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να ληφθούν ιδίως υπόψη τα διδάγματα που αντλήθηκαν από κράτη μέλη ή τρίτες χώρες που έχουν θεσπίσει χαμηλότερα όρια.
(97)Προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή στην εφαρμογή των απαιτήσεων ΚΞΧ/ΧΤ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, μέσω της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότησης πράξεων για τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου, των τρίτων χωρών με αδυναμίες συμμόρφωσης και των χωρών που συνιστούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και για τον καθορισμό εναρμονισμένων και αναλογικών ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας, όπως επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, μέτρων μετριασμού καθώς και ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δομές με κοινή κυριότητα, διοίκηση ή ελέγχους συμμόρφωσης υποχρεούνται να εφαρμόζουν πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, τις δράσεις που πρέπει να αναλαμβάνουν οι όμιλοι όταν οι νομοθεσίες τρίτων χωρών δεν επιτρέπουν την εφαρμογή πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών και εποπτικών μέτρων σε επίπεδο ομίλου, τους τομείς και τις συναλλαγές που υπόκεινται σε χαμηλότερα όρια για την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, καθώς και τις απαραίτητες πληροφορίες για την άσκηση δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
(98)Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες προκειμένου να προσδιορίζει νομικά μορφώματα παρεμφερή προς τα ρητά εμπιστεύματα τα οποία διέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών, και να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό του μορφότυπου που πρέπει να χρησιμοποιείται στην αναφορά ύποπτων συναλλαγών. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(99)Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, και ιδίως το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 7 του Χάρτη), το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 8 του Χάρτη) και την επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 16 του Χάρτη).
(100)Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Χάρτη, που απαγορεύει κάθε διάκριση για οποιονδήποτε λόγο, οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να διενεργούν εκτιμήσεις κινδύνου στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη χωρίς διακρίσεις.
(101)Κατά την εκπόνηση έκθεσης αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των αρχών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη.
(102)Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.
(103)Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων [ο οποίος γνωμοδότησε στις ...],
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Τμήμα 1
Αντικείμενο και ορισμοί
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με:
α)τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζουν οι υπόχρεες οντότητες για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
β)τις απαιτήσεις διαφάνειας για νομικές οντότητες και μορφώματα όσον αφορά τον πραγματικό δικαιούχο·
γ)τα μέτρα για τον περιορισμό του κινδύνου αδιαφάνειας από τη χρήση τίτλων στον κομιστή.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)«νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες»: η συμπεριφορά όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673, συμπεριλαμβανομένης της υποβοήθησης και συνέργειας, της ηθικής αυτουργίας και απόπειρας διάπραξης της εν λόγω συμπεριφοράς, είτε οι δραστηριότητες από τις οποίες προήλθε η προς νομιμοποίηση περιουσία διεξήχθησαν στο έδαφος κράτους μέλους είτε στο έδαφος τρίτης χώρας. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία της εν λόγω συμπεριφοράς μπορεί να συνάγονται από τα πραγματικά περιστατικά·
2)«χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»: η συμπεριφορά όπως ορίζεται στο άρθρο 11 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541, συμπεριλαμβανομένης της υποβοήθησης και συνέργειας, της ηθικής αυτουργίας και απόπειρας διάπραξης της εν λόγω συμπεριφοράς, είτε διαπράττεται στο έδαφος κράτους μέλους είτε στο έδαφος τρίτης χώρας. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία της εν λόγω συμπεριφοράς μπορεί να συνάγονται από τα πραγματικά περιστατικά·
3)«εγκληματική δραστηριότητα»: εγκληματική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673, καθώς και απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371, παθητική και ενεργητική δωροδοκία κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 και υπεξαίρεση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της εν λόγω οδηγίας·
4)«περιουσία»: περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673·
5)«πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 17) του ίδιου κανονισμού, το οποίο βρίσκεται στην Ένωση, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα του βρίσκεται στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα·
6)«χρηματοπιστωτικός οργανισμός»:
α)επιχείρηση εκτός από πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, η οποία ασκεί μία τουλάχιστον από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 2) έως 12), 14) και 15) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος (bureaux de change), ή της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών·
β)ασφαλιστική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στον βαθμό που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζωής ή άλλες δραστηριότητες ασφάλισης με επενδυτικό σκοπό οι οποίες καλύπτονται από την εν λόγω οδηγία, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ), αντίστοιχα, της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·
γ)ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 3) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όταν δραστηριοποιείται στον τομέα της ασφάλισης ζωής και άλλων υπηρεσιών με επενδυτικό σκοπό·
δ)επιχείρηση επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
ε)οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, ιδίως:
i) οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και η εταιρεία διαχείρισής του κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της εν λόγω οδηγίας, ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία και δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης, η οποία διαθέτει μερίδια ΟΣΕΚΑ προς αγορά στην Ένωση·
ii) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και ο διαχειριστής του οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της εν λόγω οδηγίας, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας·
στ)τα υποκαταστήματα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών όπως αυτοί ορίζονται στα στοιχεία α) έως ε), όταν βρίσκονται στην Ένωση, ανεξαρτήτως του εάν η έδρα τους βρίσκεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·
7)«φορέας παροχής υπηρεσιών σε εμπιστεύματα ή επιχειρήσεις»: κάθε πρόσωπο το οποίο μέσω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας παρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες υπηρεσίες σε τρίτα μέρη:
α)συστήνει εταιρείες ή άλλα νομικά πρόσωπα·
β)ασκεί καθήκοντα διευθυντή ή γραμματέα εταιρείας, εταίρου προσωπικής εταιρείας ή κατόχου ανάλογης θέσης σε σχέση με άλλα νομικά πρόσωπα, ή μεριμνά ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει αντίστοιχα καθήκοντα·
γ)παρέχει καταστατική έδρα, επιχειρηματική διεύθυνση, ταχυδρομική ή διοικητική διεύθυνση και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές υπηρεσίες για εταιρεία, προσωπική εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα·
δ)ασκεί καθήκοντα εμπιστευματοδόχου σε ρητό εμπίστευμα (express trust) ή εκτελεί αντίστοιχα καθήκοντα σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα, ή μεριμνά ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα·
ε)ασκεί καθήκοντα μετόχου εξ ονόματος άλλου προσώπου ή μεριμνά ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει ανάλογα καθήκοντα·
8)«υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών»: οι υπηρεσίες χρηματικού στοιχήματος σε τυχερά παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κάποιο στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχεία, παιχνίδια καζίνο, παιχνίδια πόκερ και πράξεις στοιχηματισμού, που προσφέρονται σε συγκεκριμένο χώρο ή με οποιοδήποτε μέσο εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα ή με κάθε άλλη τεχνολογία διευκόλυνσης της επικοινωνίας, και ύστερα από ατομικό αίτημα του αποδέκτη των υπηρεσιών·
9)«πιστωτικός φορέας ενυπόθηκης πίστης»: πιστωτικός φορέας κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 2) της οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
10)«μεσίτης ενυπόθηκων πιστώσεων»: μεσίτης πιστώσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 σημείο 5) της οδηγίας 2014/17/ΕΕ·
11)«πιστωτικός φορέας καταναλωτικής πίστης»: πιστωτικός φορέας κατά την έννοια του άρθρου 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
12)«μεσίτης καταναλωτικών πιστώσεων»: μεσίτης πιστώσεων κατά την έννοια του άρθρου 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ·
13)«κρυπτοστοιχείο»: κρυπτοστοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 – COM(2020) 593 final], εκτός αν εμπίπτει στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού ή δεν χαρακτηρίζεται άλλως ως χρηματικό ποσό·
14)«πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων»: ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 σημείο 8) του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 – COM(2020) 593 final] όταν παρέχει μία ή περισσότερες από τις υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 9) του εν λόγω κανονισμού·
15)«ηλεκτρονικό χρήμα»: ηλεκτρονικό χρήμα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, όμως με εξαίρεση τη νομισματική αξία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας·
16)«επιχειρηματική σχέση»: επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση η οποία συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες των υπόχρεων οντοτήτων και η οποία αναμένεται, κατά τον χρόνο σύναψης της επαφής, ότι θα έχει κάποια διάρκεια, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων στις οποίες ζητείται από τις υπόχρεες οντότητες η σύσταση εταιρείας ή η ίδρυση εμπιστεύματος για τον πελάτη τους, ανεξαρτήτως του αν η σύσταση εταιρείας ή η ίδρυση εμπιστεύματος είναι η μόνη συναλλαγή που διενεργείται για τον εν λόγω πελάτη·
17)«συνδεδεμένες πράξεις»: δύο ή περισσότερες πράξεις με προέλευση και προορισμό που είναι ταυτόσημοι ή παρεμφερείς, στη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος·
18)«τρίτη χώρα»: κάθε δικαιοδοσία, ανεξάρτητο κράτος ή αυτόνομο έδαφος που δεν αποτελεί μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά διαθέτει δική του νομοθεσία ή δικό του σύστημα επιβολής για την ΚΞΧ/ΧΤ·
19)«σχέση ανταπόκρισης»:
α)η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από ένα πιστωτικό ίδρυμα («ανταποκριτής») σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα («πελάτης»), συμπεριλαμβανομένων της παροχής τρεχούμενου ή άλλου λογαριασμού υποχρεώσεως και συναφών υπηρεσιών, όπως η διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων, οι διεθνείς μεταφορές χρηματικών ποσών, ο συμψηφισμός επιταγών, οι λογαριασμοί πλάγιας πρόσβασης και οι υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος·
β)οι σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες από ίδρυμα ανταποκριτή σε ίδρυμα πελάτη, και συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών·
20)«εικονική τράπεζα»: πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός ή ίδρυμα ασχολούμενο με δραστηριότητες ανάλογες με αυτές που διενεργούνται από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, το οποίο έχει συσταθεί εντός ζώνης δικαιοδοσίας στην οποία δεν έχει φυσική παρουσία, και άρα πραγματική έδρα και διοίκηση, και το οποίο δεν συνδέεται με ρυθμιζόμενο χρηματοπιστωτικό όμιλο·
21)«αναγνωριστικός κωδικός νομικής οντότητας» (Legal Entity Identifier): ο μοναδικός αλφαριθμητικός κωδικός αναφοράς βάσει του προτύπου ISO 17442 ο οποίος αποδίδεται σε νομική οντότητα·
22)«πραγματικός δικαιούχος»: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο τελικά κατέχει ή ελέγχει νομική οντότητα ή ρητό εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα, καθώς και κάθε φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό ή προς όφελος του οποίου διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα·
23)«νομικό μόρφωμα»: ρητό εμπίστευμα ή μόρφωμα με παρεμφερή δομή ή λειτουργία με αυτές του ρητού εμπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένων των fiducie και ορισμένων τύπων Treuhand και fideicomiso·
24)«επίσημη συμφωνία εκπροσώπησης»: σύμβαση ή επίσημη συμφωνία ισοδύναμου νομικού κύρους με σύμβαση μεταξύ του εκπροσώπου – ασκούντος καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου (nominee) και του εντολέα (nominator), στο πλαίσιο της οποίας ο εντολέας είναι νομική οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που απευθύνει εντολές σε έναν εκπρόσωπο να ενεργεί εξ ονόματός του υπό ορισμένη ιδιότητα, μεταξύ αυτών ως διευθυντής ή μέτοχος, και ο εκπρόσωπος είναι νομική οντότητα ή φυσικό πρόσωπο εντεταλμένη/-ο από τον εντολέα να ενεργεί εξ ονόματός του·
25)«πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο»: φυσικό πρόσωπο στο όποιο έχουν ή είχαν ανατεθεί τα ακόλουθα σημαντικά δημόσια λειτουργήματα:
α)σε κράτος μέλος:
i) αρχηγοί κρατών, αρχηγοί κυβερνήσεων, υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί·
ii) μέλη κοινοβουλίων ή παρόμοιων νομοθετικών σωμάτων·
iii) μέλη των διοικητικών οργάνων των πολιτικών κομμάτων·
iv) μέλη ανωτάτων δικαστηρίων, συνταγματικών δικαστηρίων ή άλλων δικαιοδοτικών οργάνων υψηλού επιπέδου των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων·
v) μέλη ελεγκτικών συνεδρίων και διοικητικών συμβουλίων κεντρικών τραπεζών·
vi) πρέσβεις, επιτετραμμένοι και υψηλόβαθμοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων·
vii) μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων κρατικών επιχειρήσεων·
β)σε διεθνή οργανισμό:
i) ο πιο υψηλόβαθμος υπάλληλος, οι αναπληρωτές/-ώτριές του και μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε διεθνή οργανισμό·
ii) αντιπρόσωποι σε κράτος μέλος ή στην Ένωση·
γ)σε επίπεδο Ένωσης:
i) λειτουργήματα σε επίπεδο θεσμικών και λοιπών οργάνων της Ένωσης που είναι ισοδύναμα με αυτά που παρατίθενται στο στοιχείο α) σημεία i), ii), iv), v) και vi)·
δ)σε τρίτη χώρα:
i) λειτουργήματα που είναι ισοδύναμα με αυτά που παρατίθενται στο στοιχείο α)·
26)«στενοί συγγενείς»:
α)ο/η σύζυγος, ή το πρόσωπο με το οποίο έχει συναφθεί σχέση καταχωρημένης συμβίωσης ή σύμφωνο συμβίωσης ή άλλη παρόμοια συμφωνία·
β)τα τέκνα και οι σύζυγοι, ή τα πρόσωπα με τα οποία έχει συναφθεί σχέση καταχωρημένης συμβίωσης ή σύμφωνο συμβίωσης ή άλλη παρόμοια συμφωνία, των εν λόγω τέκνων·
γ)οι γονείς·
27)«πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες»:
α)φυσικά πρόσωπα για τα οποία είναι γνωστό ότι είναι από κοινού πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος ή ότι συνδέονται με οποιαδήποτε άλλη στενή επιχειρηματική σχέση με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο·
β)φυσικά πρόσωπα που είναι μόνοι πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος που είναι γνωστό ότι συστάθηκαν προς de facto όφελος πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου·
28)«ανώτερα διοικητικά στελέχη»: πέραν των εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου ή, εάν δεν υπάρχει διοικητικό συμβούλιο, του ισοδύναμου διοικητικού οργάνου, τα στελέχη ή οι υπάλληλοι με επαρκείς γνώσεις της έκθεσης του ιδρύματος ή του οργανισμού στον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και με επαρκή αρχαιότητα για τη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την έκθεση σε κίνδυνο·
29)«όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μία μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
30)«ρευστά διαθέσιμα»: μετρητά, διαπραγματεύσιμοι τίτλοι στον κομιστή, αγαθά που χρησιμοποιούνται ως ιδιαίτερα ρευστοποιήσιμα μέσα αποθήκευσης αξίας και προπληρωμένες κάρτες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1672 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου·
31)«αρμόδια αρχή»:
α)Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών·
β)εποπτική αρχή κατά την έννοια του σημείου 33)·
γ)δημόσια αρχή που ασκεί καθήκοντα διερεύνησης ή δίωξης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων της ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή που ασκεί καθήκοντα εντοπισμού, κατάσχεσης ή δέσμευσης και δήμευσης περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες·
δ)δημόσια αρχή με καθορισμένες αρμοδιότητες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
32)«εποπτικός φορέας»: φορέας στον οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των υπόχρεων οντοτήτων προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (AMLA) όταν ασκεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final]·
33)«εποπτική αρχή»: εποπτικός φορέας που είναι δημόσιος, ή η δημόσια αρχή που εποπτεύει τους αυτορρυθμιζόμενους φορείς κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους δυνάμει του άρθρου 29 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final]·
34)«αυτορρυθμιζόμενος φορέας»: φορέας που αντιπροσωπεύει μέλη επαγγελματικών κλάδων και παίζει ρόλο στη ρύθμιση αυτών των επαγγελμάτων, στην άσκηση ορισμένων καθηκόντων εποπτείας ή παρακολούθησης και στην εξασφάλιση της επιβολής των κανόνων που σχετίζονται με αυτά·
35)«στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις»: κυρώσεις που συνίστανται αφενός σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και, αφετέρου, σε απαγορεύσεις διάθεσης κεφαλαίων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, άμεσα ή έμμεσα, προς όφελος προσώπων και οντοτήτων που κατονομάζονται δυνάμει των αποφάσεων του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 29 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των κανονισμών του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
36)«στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής»: οι στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις που αναφέρονται στο σημείο 35) και επιβάλλονται δυνάμει της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2016/849 του Συμβουλίου και της απόφασης 2010/413/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1509 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 267/2012 του Συμβουλίου.
Τμήμα 2
Πεδίο εφαρμογής
Άρθρο 3
Υπόχρεες οντότητες
Οι ακόλουθες οντότητες πρέπει να θεωρούνται υπόχρεες οντότητες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:
1)πιστωτικά ιδρύματα·
2)χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί·
3)τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων:
α) ελεγκτές, εξωτερικοί λογιστές και φορολογικοί σύμβουλοι, και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεσμεύεται να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων προσώπων με τα οποία το εν λόγω άλλο πρόσωπο συνδέεται, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα·
β) συμβολαιογράφοι και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικοί, όταν συμμετέχουν, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή συναλλαγών επί ακινήτων είτε βοηθώντας στον σχεδιασμό ή στη διενέργεια συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
i) την αγορά και πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων·
ii) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους·
iii) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου ή λογαριασμών τίτλων·
iv) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών·
v) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εμπιστευμάτων (trust), επιχειρήσεων, ιδρυμάτων ή ανάλογων σχημάτων·
γ) φορείς παροχής υπηρεσιών σε εμπιστεύματα ή επιχειρήσεις·
δ) μεσίτες ακινήτων, μεταξύ άλλων όταν ενεργούν ως μεσάζοντες για την εκμίσθωση ακινήτων σε συναλλαγές στις οποίες το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται σε 10 000 EUR ή περισσότερο, ή στο ισόποσο σε εθνικό νόμισμα·
ε) πρόσωπα που εμπορεύονται πολύτιμα μέταλλα και πολύτιμους λίθους·
στ) πάροχοι υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών·
ζ) πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·
η) πάροχοι υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης εκτός όσων ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/1503·
θ) πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, ακόμη και όταν αυτό πραγματοποιείται από αίθουσες τέχνης και οίκους δημοπρασιών, όταν η αξία της συναλλαγής ή των συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται τουλάχιστον σε 10 000 EUR ή στο ισόποσο σε εθνικό νόμισμα·
ι) πρόσωπα που αποθηκεύουν, εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, όταν αυτό πραγματοποιείται εντός ελεύθερων ζωνών και αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης, όταν η αξία της συναλλαγής ή των συνδεδεμένων πράξεων ανέρχεται τουλάχιστον σε 10 000 EUR ή στο ισόποσο σε εθνικό νόμισμα·
ια) πιστωτικοί φορείς ενυπόθηκης και καταναλωτικής πίστης, εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων που ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 5) και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 6), και μεσίτες ενυπόθηκων και καταναλωτικών πιστώσεων·
ιβ) φορείς επενδυτικής μετανάστευσης με άδεια να εκπροσωπούν ή να παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι επιδιώκουν την απόκτηση δικαιώματος διαμονής σε κράτος μέλος με αντάλλαγμα επενδύσεις κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κεφαλαίων, της αγοράς ή ενοικίασης ακίνητης περιουσίας, της επένδυσης σε κρατικά ομόλογα, της επένδυσης σε εταιρείες, της δωρεάς ή επιχορήγησης δραστηριότητας που συμβάλλει στο δημόσιο συμφέρον και των συνεισφορών στον κρατικό προϋπολογισμό.
Άρθρο 4
Εξαιρέσεις για ορισμένους παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών
1.Με εξαίρεση τα καζίνα, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν τη συνολική ή μερική εξαίρεση παρόχων υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, βάσει του αποδεδειγμένα χαμηλού κινδύνου που ενέχει η φύση και, ενδεχομένως, η κλίμακα των δραστηριοτήτων αυτών των υπηρεσιών.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διενεργούν εκτίμηση κινδύνου των υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών για την αξιολόγηση των ακόλουθων:
α)των τρωτών σημείων και των ελαφρυντικών στοιχείων των υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·
β)των κινδύνων που συνδέονται με το μέγεθος των συναλλαγών και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους πληρωμής·
γ)της γεωγραφικής περιοχής στην οποία παρέχεται η υπηρεσία τυχερών παιχνιδιών.
Κατά τη διενέργεια των εν λόγω εκτιμήσεων κινδύνου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα της εκτίμησης κίνδυνου που εκπόνησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final].
3.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες παρακολούθησης ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου ή λαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο που διασφαλίζει ότι οι εξαιρέσεις που παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν γίνονται αντικείμενο καταχρήσεων.
Άρθρο 5
Εξαιρέσεις για ορισμένες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες
1.Με εξαίρεση τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε δραστηριότητες υπηρεσιών εμβασμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 22 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εξαιρέσουν από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε χρηματοπιστωτική δραστηριότητα που απαριθμείται στο παράρτημα I σημεία 2) έως 12), 14) και 15) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ περιστασιακά ή σε πολύ περιορισμένο βαθμό σε περίπτωση που ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας είναι ελάχιστος, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α)η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα είναι περιορισμένη σε απόλυτους όρους·
β)η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα είναι περιορισμένη με βάση τις διενεργούμενες συναλλαγές·
γ)η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα δεν αποτελεί την κύρια δραστηριότητα των εν λόγω προσώπων·
δ)η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα είναι δευτερεύουσα και συνδέεται άμεσα με την κύρια δραστηριότητα των εν λόγω προσώπων·
ε)η κύρια δραστηριότητα των εν λόγω προσώπων δεν είναι δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3 σημείο 3) στοιχεία α) έως δ) ή στ)·
στ)η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ασκείται μόνον για τους πελάτες της κύριας δραστηριότητας των εν λόγω προσώπων και, κατά κανόνα, δεν αφορά το ευρύτερο κοινό.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), τα κράτη μέλη απαιτούν να μην υπερβαίνει ο συνολικός κύκλος εργασιών της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας ένα συγκεκριμένο όριο, το οποίο είναι αρκούντως χαμηλό. Το όριο αυτό καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο, σε συνάρτηση με το είδος της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας.
3.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ανώτατο όριο ανά πελάτη και μεμονωμένη συναλλαγή, είτε η συναλλαγή διενεργείται με μία και μόνη πράξη είτε με περισσότερες της μιας πράξεις που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους. Το μέγιστο αυτό όριο καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο, σε συνάρτηση με το είδος της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας. Το εν λόγω όριο είναι αρκούντως χαμηλό ώστε να διασφαλίζει ότι τα είδη των εν λόγω συναλλαγών συνιστούν μη πρακτική και μη αποτελεσματική μέθοδο για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και το σχετικό ποσό δεν υπερβαίνει τα 1 000 EUR ή το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα.
4.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα κράτη μέλη επιβάλλουν ανώτατο όριο στον κύκλο εργασιών της χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας, το οποίο δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού κύκλου εργασιών του φυσικού ή νομικού προσώπου.
5.Κατά την εκτίμηση του κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική δραστηριότητα που θεωρείται, λόγω της φύσεώς της, ιδιαίτερα επιδεκτική να χρησιμοποιηθεί ή να αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης για σκοπούς νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
6.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες παρακολούθησης ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου ή λαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο που διασφαλίζει ότι οι εξαιρέσεις που παρέχονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν γίνονται αντικείμενο καταχρήσεων.
Άρθρο 6
Προηγούμενη κοινοποίηση εξαιρέσεων
1.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή κάθε εξαίρεση που σκοπεύουν να χορηγήσουν σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει αιτιολόγηση βάσει της σχετικής εκτίμησης κινδύνου για την εξαίρεση.
2.Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή προβαίνει σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:
α)επιβεβαιώνει ότι η εξαίρεση μπορεί να χορηγηθεί,
β)βάσει αιτιολογημένης απόφασης, δηλώνει ότι η εξαίρεση δεν μπορεί να χορηγηθεί.
3.Μετά τη λήψη απόφασης της Επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο α), τα κράτη μέλη μπορούν να εκδώσουν την απόφαση χορήγησης της εξαίρεσης. Η εν λόγω απόφαση συνοδεύεται από σχετική αιτιολόγηση. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τις εν λόγω αποφάσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, σε κάθε περίπτωση, όταν επικαιροποιούν την εθνική τους εκτίμηση κινδύνου δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final].
4.Έως [3 μήνες από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις χορηγηθείσες εξαιρέσεις δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 που εφαρμόζονται κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
5.Η Επιτροπή δημοσιεύει κάθε έτος στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον κατάλογο των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΕΛΕΓΧΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1
Εσωτερικές διαδικασίες, εκτίμηση κινδύνου και προσωπικό
Άρθρο 7
Πεδίο εφαρμογής των εσωτερικών πολιτικών, των ελέγχων και των διαδικασιών
1.Οι υπόχρεες οντότητες θέτουν σε εφαρμογή πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες για να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό και, πιο συγκεκριμένα:
α)για να μετριάζουν και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εντοπίζονται σε επίπεδο Ένωσης, σε επίπεδο κρατών μελών καθώς και στο επίπεδο των υπόχρεων οντοτήτων·
β)πέραν της υποχρέωσης να εφαρμόζουν στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις, για να μετριάζουν και να διαχειρίζονται τους κινδύνους μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής.
Οι εν λόγω πολιτικές, οι έλεγχοι και οι διαδικασίες είναι ανάλογες προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος των υπόχρεων οντοτήτων.
2.Οι πολιτικές, οι έλεγχοι και οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν:
α)την ανάπτυξη εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών διαχείρισης κινδύνου, της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, της υποβολής εκθέσεων, της εξάρτησης και της τήρησης αρχείων, την παρακολούθηση και διαχείριση της συμμόρφωσης προς τις εν λόγω πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες, καθώς και πολιτικές σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 55·
β)τις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες για τον εντοπισμό, τον έλεγχο και τη διαχείριση των επιχειρηματικών σχέσεων ή των περιστασιακών συναλλαγών που ενέχουν μεγαλύτερο ή μικρότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
γ)ανεξάρτητη υπηρεσία ελέγχου για την εξακρίβωση των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
δ)την επαλήθευση, κατά την πρόσληψη προσωπικού και την ανάθεση σε αυτό ορισμένων καθηκόντων και αρμοδιοτήτων καθώς και κατά τον ορισμό των πρακτόρων και των διανομέων της, ότι τα εν λόγω πρόσωπα διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους, αναλόγως προς τους κινδύνους που σχετίζονται με τα προς εκτέλεση καθήκοντα και αρμοδιότητες·
ε)την εσωτερική κοινοποίηση των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των πρακτόρων και των διανομέων της·
στ)πολιτική κατάρτισης των εργαζομένων και, ανάλογα με την περίπτωση, των πρακτόρων και των διανομέων της όσον αφορά τα μέτρα που εφαρμόζονται στην υπόχρεη οντότητα για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
Οι εσωτερικές πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως στ) καταγράφονται γραπτώς. Τα ανώτερα διοικητικά στελέχη εγκρίνουν τις εν λόγω πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες.
3.Οι υπόχρεες οντότητες επικαιροποιούν τις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες και τα ενισχύουν σε περίπτωση που εντοπιστούν ανεπάρκειες.
4.Έως [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα στοιχεία που οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη στο πλαίσιο της λήψης αποφάσεων σχετικά με την έκταση των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών τους.
Άρθρο 8
Εκτίμηση κινδύνου
1.Οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα προς τον χαρακτήρα και το μέγεθός τους, για να εντοπίζουν και να εκτιμούν τους κινδύνους της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στους οποίους είναι εκτεθειμένες, καθώς και τους κινδύνους της μη εφαρμογής και της αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, λαμβάνοντας υπόψη:
α)τις μεταβλητές κινδύνου που καθορίζονται στο παράρτημα I και τους παράγοντες κινδύνου που καθορίζονται στα παραρτήματα II και III·
β)τα πορίσματα της υπερεθνικής εκτίμησης κινδύνου που εξήγαγε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final]·
γ)τα πορίσματα των εθνικών εκτιμήσεων κινδύνου που διενήργησαν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 8 της [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final].
2.Η εκτίμηση κινδύνου που διενεργεί η υπόχρεος οντότητα δυνάμει της παραγράφου 1 είναι τεκμηριωμένη, επικαιροποιείται και καθίσταται διαθέσιμη στους εποπτικούς φορείς.
3.Οι εποπτικοί φορείς δύνανται να αποφασίσουν ότι δεν χρειάζονται επιμέρους τεκμηριωμένες εκτιμήσεις κινδύνου όταν οι εγγενείς στον τομέα συγκεκριμένοι κίνδυνοι είναι σαφείς και κατανοητοί.
Άρθρο 9
Λειτουργίες συμμόρφωσης
1.Οι υπόχρεες οντότητες ορίζουν ένα εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου τους ή, εάν δεν υπάρχει διοικητικό συμβούλιο, του ισοδύναμου διοικητικού οργάνου, το οποίο είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή των μέτρων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό (στο εξής: διευθυντής για τον έλεγχο συμμόρφωσης). Σε περίπτωση που η οντότητα δεν διαθέτει διοικητικό όργανο, η λειτουργία θα πρέπει να εκτελείται από μέλος των ανώτερων διοικητικών στελεχών.
2.Ο διευθυντής για τον έλεγχο συμμόρφωσης είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή των πολιτικών, των ελέγχων και των διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας καθώς και για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με σημαντικές ή ουσιώδεις ανεπάρκειες των εν λόγω πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών. Ο διευθυντής για τον έλεγχο συμμόρφωσης υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις επί των εν λόγω θεμάτων στο διοικητικό συμβούλιο ή στο ισοδύναμο διοικητικό όργανο. Όσον αφορά μητρικές επιχειρήσεις, το εν λόγω πρόσωπο είναι επίσης υπεύθυνο για την εποπτεία των πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου.
3.Οι υπόχρεες οντότητες διαθέτουν υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμμόρφωσης, ο οποίος ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο ή το διοικητικό όργανο και είναι επιφορτισμένος με την καθημερινή εφαρμογή των πολιτικών της υπόχρεης οντότητας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ΚΞΧ/ΧΤ). Το εν λόγω πρόσωπο είναι επίσης υπεύθυνο για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με ύποπτες συναλλαγές στη μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 6.
Στην περίπτωση υπόχρεων οντοτήτων που υπόκεινται σε ελέγχους των ανώτερων διοικητικών στελεχών τους ή των πραγματικών δικαιούχων δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final] ή βάσει άλλων ενωσιακών πράξεων, οι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της συμμόρφωσης υπόκεινται σε επαλήθευση της συμμόρφωσής τους με τις εν λόγω απαιτήσεις.
Υπόχρεη οντότητα που είναι μέρος ομίλου δύναται να ορίζει ως υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμμόρφωσης άτομο το οποίο ασκεί την εν λόγω αρμοδιότητα σε άλλη οντότητα εντός του ομίλου.
4.Οι υπόχρεες οντότητες εξασφαλίζουν για τις λειτουργίες συμμόρφωσης επαρκείς πόρους, μεταξύ άλλων, προσωπικό και τεχνολογία, ανάλογα με το μέγεθος, τον χαρακτήρα και τους κινδύνους της υπόχρεης οντότητας για την εκτέλεση των λειτουργιών συμμόρφωσης, και διασφαλίζουν ότι οι αρμοδιότητες υποβολής προτάσεων σχετικά με τυχόν μέτρα που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών πολιτικών, των ελέγχων και των διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας να ανατίθενται στα αρμόδια για τις εν λόγω λειτουργίες πρόσωπα.
5.Ο διευθυντής για τον έλεγχο της συμμόρφωσης υποβάλλει μία φορά ετησίως, ή συχνότερα, ανάλογα με την περίπτωση, στο διοικητικό όργανο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας και ενημερώνει το διοικητικό όργανο σχετικά με το αποτέλεσμα τυχόν επανεξετάσεων. Το διοικητικό όργανο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να επανορθώσει εγκαίρως τυχόν εντοπιζόμενες ανεπάρκειες.
6.Σε περίπτωση που δικαιολογείται λόγω του μεγέθους της υπόχρεης οντότητας, οι λειτουργίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 μπορούν να επιτελούνται από το ίδιο φυσικό πρόσωπο.
Σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου τις δραστηριότητες διεξάγει ένα μόνο φυσικό πρόσωπο, το εν λόγω πρόσωπο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 10
Ενημέρωση σχετικά με τις απαιτήσεις
Οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοί τους, των οποίων τα καθήκοντα το απαιτούν, καθώς και οι πράκτορες και διανομείς τους είναι ενήμεροι σχετικά με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό καθώς και σχετικά με τις εσωτερικές πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες που εφαρμόζει η υπόχρεη οντότητα, μεταξύ άλλων, σε ό,τι αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή των υπαλλήλων σε ειδικά τρέχοντα προγράμματα κατάρτισης, τα οποία τους εκπαιδεύουν να εντοπίζουν τις δραστηριότητες που τυχόν συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και τους διδάσκουν να ενεργούν σωστά σε αυτές τις περιπτώσεις. Τα εν λόγω προγράμματα κατάρτισης τεκμηριώνονται δεόντως.
Άρθρο 11
Ακεραιότητα των υπαλλήλων
1.Κάθε υπάλληλος υπόχρεης οντότητας στον οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα που σχετίζονται με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας με τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 – COM(2021) 422 final] υποβάλλεται σε αξιολόγηση εγκεκριμένη από τον υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμμόρφωσης σχετικά με τα ακόλουθα:
α)ατομικές δεξιότητες, γνώσεις και εμπειρογνωσία για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων τους·
β)καλή φήμη, εντιμότητα και ακεραιότητα.
2.Οι υπάλληλοι στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα που σχετίζονται με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας με τον παρόντα κανονισμό ενημερώνουν τον υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμμόρφωσης σχετικά με οποιαδήποτε ιδιωτικού χαρακτήρα ή επαγγελματική σχέση τους με τους πελάτες ή πιθανούς πελάτες της υπόχρεης οντότητας και δεν τους ανατίθενται καθήκοντα που σχετίζονται με τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας σε σχέση με τους εν λόγω πελάτες.
3.Κάθε υπόχρεη οντότητα καθιερώνει κατάλληλες διαδικασίες που επιτρέπουν στους υπαλλήλους ή στα πρόσωπα με παρόμοιο καθεστώς να καταγγέλλουν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου διαύλου, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος της εκάστοτε υπόχρεης οντότητας.
Κάθε υπόχρεη οντότητα λαμβάνει μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει ότι οι υπάλληλοι, οι διευθυντές ή οι πράκτορες που καταγγέλλουν παραβάσεις δυνάμει του πρώτου εδαφίου προστατεύονται από αντίποινα, διακρίσεις και κάθε άλλη μορφή άδικης αντιμετώπισης.
4.Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται για υπόχρεες οντότητες που είναι ατομικές επιχειρήσεις.
Άρθρο 12
Κατάσταση συγκεκριμένων υπαλλήλων
Όταν φυσικό πρόσωπο, εμπίπτον σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 σημείο 3 αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος νομικού προσώπου, οι δυνάμει του παρόντος τμήματος απαιτήσεις βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι το φυσικό.
ΤΜΗΜΑ 2
Διατάξεις που εφαρμόζονται σε ομίλους
Άρθρο 13
Απαιτήσεις σε επίπεδο ομίλου
1.Η μητρική επιχείρηση διασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τις εσωτερικές διαδικασίες, την εκτίμηση κινδύνου και το προσωπικό που αναφέρονται στο τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται σε όλα τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές του ομίλου στα κράτη μέλη και, όσον αφορά ομίλους των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, σε τρίτες χώρες. Στις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου περιλαμβάνονται επίσης πολιτικές προστασίας δεδομένων και πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου για τους σκοπούς της ΚΞΧ/ΧΤ.
2.Στο πλαίσιο των πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών που αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 οι υπόχρεες οντότητες εντός του ομίλου υποχρεούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες όταν η εν λόγω ανταλλαγή σχετίζεται με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου αφορά, πιο συγκεκριμένα, την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά του πελάτη, των πραγματικών δικαιούχων του ή του προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης, τον χαρακτήρα και τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης και τις υπόνοιες ότι τα χρηματικά ποσά αποτελούν έσοδα από εγκληματική δραστηριότητα ή σχετίζονται με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας οι οποίες αναφέρονται στη μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) δυνάμει του άρθρου 50, εκτός εάν υπάρχουν διαφορετικές εντολές από τη ΜΧΠ.
Οι όμιλοι εφαρμόζουν πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου με σκοπό να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει του πρώτου εδαφίου καλύπτονται από επαρκείς εγγυήσεις ως προς την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων και τη χρήση των πληροφοριών, μεταξύ άλλων, για να αποτρέπεται η κοινοποίησή τους.
3.Έως [2 έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων και τα υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή. Στα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων ορίζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις των πολιτικών σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ελάχιστων προτύπων για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου, τον ρόλο και τις ευθύνες των μητρικών επιχειρήσεων που δεν είναι καθαυτές υπόχρεες οντότητες όσον αφορά τη διασφάλιση της συμμόρφωσης σε επίπεδο ομίλου με τις απαιτήσεις και τους όρους ΚΞΧ/ΧΤ βάσει των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου στις οντότητες που είναι μέρος δομών με κοινό σύστημα ελέγχου της ιδιοκτησίας, της διεύθυνσης ή της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ή των συμπράξεων.
4.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 41 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
Άρθρο 14
Υποκαταστήματα και θυγατρικές σε τρίτες χώρες
1.Σε περίπτωση που υποκαταστήματα ή θυγατρικές υπόχρεων οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες στις οποίες οι ελάχιστες απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ είναι λιγότερο αυστηρές σε σχέση με εκείνες που ορίζονται στο παρόντα κανονισμό, η οικεία υπόχρεη οντότητα διασφαλίζει ότι τα εν λόγω υποκαταστήματα ή θυγατρικές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων σχετικά με την προστασία των δεδομένων ή ανάλογων απαιτήσεων.
2.Σε περίπτωση που η νομοθεσία τρίτης χώρας δεν επιτρέπει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν επιπρόσθετα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα υποκαταστήματα και οι θυγατρικές στην εν λόγω τρίτη χώρα χειρίζονται αποτελεσματικά τον κίνδυνο της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και τα κεντρικά γραφεία ενημερώνουν τους εποπτικούς φορείς του κράτους μέλους καταγωγής τους. Σε περίπτωση που οι εποπτικοί φορείς του κράτους μέλους καταγωγής θεωρούν ότι τα επιπρόσθετα μέτρα δεν είναι επαρκή, προβαίνουν σε πρόσθετες εποπτικές ενέργειες, μεταξύ άλλων, ζητούν από τον όμιλο να μην αναπτύσσει επιχειρηματικές σχέσεις, να τερματίσει τις υπάρχουσες επιχειρηματικές σχέσεις ή να μην προβαίνει σε συναλλαγές, ή να παύσει τις εργασίες της στην τρίτη χώρα.
3.Έως [2 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων και τα υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή. Στα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα εξειδικεύεται το είδος των επιπρόσθετων μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μεταξύ άλλων, οι ελάχιστες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβαίνουν οι υπόχρεες οντότητες σε περίπτωση που η νομοθεσία τρίτης χώρας δεν επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται κατά το άρθρο 13 καθώς και οι πρόσθετες εποπτικές ενέργειες που απαιτούνται σε αυτές τις περιπτώσεις.
4.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 41 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΕΛΑΤΗ
ΤΜΗΜΑ 1
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 15
Εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις·
β)όταν συμμετέχουν ή διενεργούν περιστασιακή συναλλαγή που ανέρχεται σε 10 000 EUR ή περισσότερο, ή στο ισόποσο σε εθνικό νόμισμα, είτε η συναλλαγή διενεργείται με μία και μόνη πράξη είτε μέσω συνδεδεμένων πράξεων, ή η οποία αντιστοιχεί σε χαμηλότερο όριο δυνάμει του άρθρου 5·
γ)όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο·
δ)όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια ή την καταλληλότητα των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη.
2.Επιπροσθέτως προς τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εφαρμόζουν τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη όταν είτε ξεκινούν είτε εκτελούν περιστασιακή πράξη που συνιστά μεταφορά χρηματικών ποσών σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 σημείο 9) του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 – COM(2021) 422 final], ή μεταφορά κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 3 παράγραφος 10 του εν λόγω κανονισμού, η οποία υπερβαίνει τα 1 000 EUR ή το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα.
3.Οι πάροχοι υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών εφαρμόζουν τη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη κατά την είσπραξη των κερδών, κατά την κατάθεση του στοιχήματος ή και στις δύο περιπτώσεις, όταν πραγματοποιούν συναλλαγές που ανέρχονται τουλάχιστον σε 2 000 EUR ή στο ισόποσο σε εθνικό νόμισμα, είτε η συναλλαγή πραγματοποιείται με μία και μόνη πράξη είτε με συνδεδεμένες πράξεις.
4.Στην περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη εφαρμόζεται επίσης, υπό την επιτήρηση των εποπτικών φορέων, κατά τη στιγμή κατά την οποία διαπιστώνεται ότι το ίδρυμα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όταν οι καταθέσεις δεν είναι διαθέσιμες σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 8 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Οι εποπτικοί φορείς αποφασίζουν για την ένταση και το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων δέουσας επιμέλειας σε σχέση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος.
5.Έως [2 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων και τα υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή. Τα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα διευκρινίζουν:
α)τις υπόχρεες οντότητες, τους τομείς ή τις συναλλαγές που σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και τα οποία συμμορφώνονται με όρια χαμηλότερα από τα όρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)·
β)τα σχετικά όρια περιστασιακών συναλλαγών·
γ)τα κριτήρια για την εξακρίβωση των συνδεδεμένων πράξεων.
Κατά την ανάπτυξη των σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η AMLA λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
α)τα εγγενή επίπεδα κινδύνου των επιχειρηματικών μοντέλων των διαφόρων ειδών υπόχρεων οντοτήτων·
β)την υπερεθνική εκτίμηση κινδύνου που εκπονεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final],
6.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 41 του [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
Άρθρο 16
Μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Για τον σκοπό της εφαρμογής της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν όλα τα ακόλουθα μέτρα:
α)εξακρίβωση και έλεγχος της ταυτότητας του πελάτη·
β)εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου/-ων δυνάμει των άρθρων 42 και 43 και έλεγχος της ταυτότητάς του ώστε η υπόχρεη οντότητα να είναι βέβαιη ότι γνωρίζει ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος και να κατανοεί τη δομή ιδιοκτησίας και ελέγχου του πελάτη·
γ)αξιολόγηση και, ανάλογα με την περίπτωση, συλλογή πληροφοριών για τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης·
δ)άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της επιχειρηματικής σχέσης, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές που διενεργούνται συνάδουν με τις γνώσεις της υπόχρεης οντότητας σχετικά με τον πελάτη, την επιχείρηση και το προφίλ του κινδύνου, και, εφόσον απαιτείται, σχετικά με την προέλευση των κεφαλαίων.
Κατά την εφαρμογή των μέτρων των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου, οι υπόχρεες οντότητες επαληθεύουν επίσης ότι κάθε πρόσωπο που σκοπεύει να ενεργήσει για λογαριασμό του πελάτη έχει πράγματι εξουσιοδοτηθεί σχετικά, καθώς και εξακριβώνουν και επαληθεύουν την ταυτότητα του προσώπου αυτού βάσει του άρθρου 18.
2.Οι υπόχρεες οντότητες καθορίζουν την έκταση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βάσει εξατομικευμένης ανάλυσης των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε σχέση με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του πελάτη και της επιχειρηματικής σχέσης ή της περιστασιακής συναλλαγής και λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση κινδύνου που διενεργεί η υπόχρεη οντότητα δυνάμει του άρθρου 8 και τις μεταβλητές της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που καθορίζονται στο παράρτημα I καθώς και τους παράγοντες κινδύνου που καθορίζονται στα παραρτήματα II και III.
Σε περίπτωση που οι υπόχρεες οντότητες εντοπίσουν αυξημένο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας λαμβάνουν ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας δυνάμει του τμήματος 4 του παρόντος κεφαλαίου. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται χαμηλότερος κίνδυνος, οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να εφαρμόζουν μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας δυνάμει του τμήματος 3 του παρόντος κεφαλαίου.
3.Έως [2 έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις μεταβλητές κινδύνου και τους παράγοντες κινδύνου που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι υπόχρεες οντότητες όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις ή διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές.
4.Οι υπόχρεες οντότητες είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να αποδείξουν στους εποπτικούς φορείς τους ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι ενδεδειγμένα για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Άρθρο 17
Αδυναμία συμμόρφωσης με την απαίτηση περί εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Όταν η υπόχρεη οντότητα δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 δεν πραγματοποιεί συναλλαγή ούτε συνάπτει επιχειρηματική σχέση, περατώνει δε την επιχειρηματική σχέση και εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής αναφοράς για ύποπτη συναλλαγή στη ΜΧΠ σε σχέση με τον πελάτη σύμφωνα με το άρθρο 50.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε συμβολαιογράφους, νομικούς και άλλους ελεύθερους επαγγελματίες νομικούς, νόμιμους ελεγκτές, εξωτερικούς λογιστές και φοροτεχνικούς, αποκλειστικά στον βαθμό που τα εν λόγω πρόσωπα εξακριβώνουν τη νομική θέση για λογαριασμό του πελάτη τους ή εκτελούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της υπεράσπισης ή εκπροσώπησης του εν λόγω πελάτη σε δικαστική διαδικασία ή σχετικά με αυτή, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών με θέμα την κίνηση ή την αποφυγή κίνησης μιας τέτοιας διαδικασίας.
2.Σε περίπτωση που οι υπόχρεες οντότητες είτε δέχονται είτε αρνούνται να συνάψουν επιχειρηματική σχέση, καταγράφουν τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν με σκοπό τη συμμόρφωση προς την απαίτηση περί εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, συμπεριλαμβανομένων αρχείων των ληφθεισών αποφάσεων και των σχετικών εγγράφων τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα, τα δεδομένα ή οι πληροφορίες που διατηρεί η υπόχρεη οντότητα επικαιροποιούνται όποτε η δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη επανεξετάζεται δυνάμει του άρθρου 21.
Άρθρο 18
Εξακρίβωση και έλεγχος της ταυτότητας του πελάτη
1.Με εξαίρεση τις περιπτώσεις χαμηλότερου κινδύνου για τις οποίες εφαρμόζονται τα μέτρα του τμήματος 3 και ανεξάρτητα από την εφαρμογή επιπρόσθετων μέτρων σε περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου βάσει του τμήματος 4, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες προκειμένου να εξακριβώσουν την ταυτότητα του πελάτη και του προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό του:
α)σε περίπτωση που πρόκειται για φυσικό πρόσωπο:
i) το όνομα και επώνυμο·
ii) τον τόπο και την ημερομηνία γέννησης·
iii) την υπηκοότητα/-ες, το καθεστώς ανιθαγένειας και πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας, ανάλογα με την περίπτωση, και τον εθνικό αριθμό ταυτότητας, ανάλογα με την περίπτωση·
iv) τον συνήθη τόπο διαμονής ή, εάν δεν υπάρχει σταθερή διεύθυνση κατοικίας με καθεστώς νόμιμης διαμονής στην Ένωση, την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας με το φυσικό πρόσωπο και, εφόσον είναι εφικτό, την επαγγελματική κατάσταση ή το καθεστώς απασχόλησης και τον αριθμό φορολογικού μητρώου·
β)σε περίπτωση που πρόκειται για νομικό πρόσωπο:
i) τη νομική μορφή και την επωνυμία του νομικού προσώπου·
ii) τη διεύθυνση της καταστατικής ή επίσημης έδρας και, αν είναι διαφορετικά, τον κύριο τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας και τη χώρα ίδρυσης·
iii) τα ονόματα των νομικών εκπροσώπων καθώς και, εφόσον υπάρχουν, τον αριθμό μητρώου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας. Οι υπόχρεες οντότητες επαληθεύουν επίσης κατά πόσον η νομική οντότητα έχει δραστηριότητες βάσει λογιστικών εγγράφων για το τελευταίο οικονομικό έτος ή άλλων σχετικών στοιχείων·
γ)σε περίπτωση που πρόκειται για εμπιστευματοδόχο σε ρητό εμπίστευμα ή πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα:
i) τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου για όλα τα πρόσωπα που εξακριβώνεται ότι είναι πραγματικοί δικαιούχοι·
ii) τη διεύθυνση κατοικίας του/των εμπιστευματοδόχου/-ων ή του/των προσώπου/-ων που κατέχει/-ουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα, και τις εξουσίες που ρυθμίζουν και δεσμεύουν τις νομικές ρυθμίσεις, καθώς και, εφόσον υπάρχουν, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας·
δ)σε περίπτωση που πρόκειται για άλλους οργανισμούς που έχουν τη νομική ικανότητα βάσει της εθνικής νομοθεσίας:
i) την επωνυμία, τη διεύθυνση της καταστατικής ή ανάλογης έδρας·
ii) τα ονόματα των προσώπων που έχουν εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπούν τον οργανισμό καθώς και, ανάλογα με την περίπτωση, τη νομική μορφή, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, τον αριθμό μητρώου, τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας και το καταστατικό της εταιρείας ή ανάλογο έγγραφο.
2.Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης του πραγματικού δικαιούχου μιας νομικής οντότητας, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 στοιχείο α) και τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
Σε περίπτωση που, αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα δυνατά μέσα εξακρίβωσης δυνάμει του πρώτου εδαφίου, δεν εξακριβωθεί κανένα φυσικό πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εξακριβωθέν πρόσωπα/-α είναι ο/οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι, οι υπόχρεες οντότητες εξακριβώνουν την ταυτότητα του/των φυσικού προσώπου/-ων που κατέχει/-ουν τη/τις θέση/-εις ανώτερου/-ων διοικητικού/-ών στελέχους/-ων στην εταιρεία ή σε άλλη νομική οντότητα και επαληθεύουν την ταυτότητά του. Οι υπόχρεες οντότητες τηρούν αρχεία των ενεργειών στις οποίες προέβησαν καθώς και των δυσχερειών που αντιμετώπισαν κατά τη διαδικασία εξακρίβωσης της ταυτότητας και οι οποίες τις οδήγησαν να καταφύγουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας ανώτερου διοικητού στελέχους.
3.Στην περίπτωση δικαιούχων εταιρειών καταπιστευματικής διαχείρισης ή παρεμφερών νομικών οντοτήτων ή μορφωμάτων τα οποία προσδιορίζονται ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά τους ή ανά κατηγορία, η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον δικαιούχο ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητα του δικαιούχου κατά τον χρόνο της πληρωμής ή τη στιγμή που ο δικαιούχος ασκεί τα κεκτημένα του δικαιώματα.
4.Οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν τις πληροφορίες, τα έγγραφα και τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α)την υποβολή του εγγράφου ταυτότητας, του διαβατηρίου ή ανάλογου εγγράφου και τη λήψη των πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές, είτε μέσω άμεσης πρόσβασης είτε από τον πελάτη·
β)τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων εξακρίβωσης της ταυτότητας και των συναφών υπηρεσιών εμπιστοσύνης, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 910/2014.
Για τους σκοπούς της επαλήθευσης των πληροφοριών σχετικά με τον/τους πραγματικό/-ούς δικαιούχο/-ους, οι υπόχρεες οντότητες ανατρέχουν επίσης στα κεντρικά μητρώα που αναφέρονται στο άρθρο 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final] καθώς και σε συμπληρωματικές πληροφορίες. Οι υπόχρεες οντότητες καθορίζουν την έκταση των συμπληρωματικών πληροφοριών που πρέπει να εξεταστούν, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που ενέχει η συναλλαγή ή επιχειρηματική σχέση και ο πραγματικός δικαιούχος.
Άρθρο 19
Χρόνος διενέργειας της επαλήθευσης της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου
1.Η επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου διενεργείται πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή την πραγματοποίηση περιστασιακής συναλλαγής. Η εν λόγω υποχρέωση δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις χαμηλότερου κινδύνου βάσει του τμήματος 3 του παρόντος κεφαλαίου, υπό τον όρο ότι ο χαμηλότερος κίνδυνος δικαιολογεί την αναβολή της εν λόγω επαλήθευσης.
2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου είναι δυνατό να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της σύναψης επιχειρηματικής σχέσης, εφόσον αυτό απαιτείται για να μη διακοπεί η ομαλή διεξαγωγή των εργασιών και εφόσον ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι μικρός. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εν λόγω διαδικασίες ολοκληρώνονται το συντομότερο δυνατόν μετά την αρχική επαφή.
3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ένα πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός δύναται να ανοίξει λογαριασμό, συμπεριλαμβανομένων λογαριασμών που επιτρέπουν τις συναλλαγές κινητών αξιών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του πελάτη, υπό τον όρο ότι υπάρχουν οι κατάλληλες εγγυήσεις που διασφαλίζουν ότι οι συναλλαγές δεν πραγματοποιούνται από τον πελάτη ή για λογαριασμό του, προτού εξασφαλιστεί η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στοιχεία α) και β).
4.Όποτε συνάπτουν νέα επιχειρηματική σχέση με νομική οντότητα ή τον εμπιστευματοδόχο σε ρητό εμπίστευμα ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα που αναφέρεται στα άρθρα 42, 43 και 48 και υπόκειται σε καταγραφή πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final], οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν απόδειξη της εγγραφής ή απόσπασμα του μητρώου.
Άρθρο 20
Προσδιορισμός του σκοπού και του σχεδιαζόμενου χαρακτήρα μιας επιχειρηματικής σχέσης ή περιστασιακής συναλλαγής
Πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή την πραγματοποίηση περιστασιακής συναλλαγής, η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες προκειμένου να κατανοήσει τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της:
α)τον σκοπό του προβλεπόμενου λογαριασμού, συναλλαγής ή επιχειρηματικής σχέσης·
β)το εκτιμώμενο ύψος και το οικονομικό σκεπτικό των προβλεπόμενων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων·
γ)την πηγή των κεφαλαίων·
δ)τον προορισμό των κεφαλαίων.
Άρθρο 21
Συνεχής παρακολούθηση της επιχειρηματικής σχέσης και παρακολούθηση των συναλλαγών που πραγματοποιούν οι πελάτες
1.Οι υπόχρεες οντότητες παρακολουθούν συνεχώς την επιχειρηματική σχέση, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που πραγματοποιεί ο πελάτης καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω σχέσης, προκειμένου να επαληθεύουν ότι οι εν λόγω συναλλαγές συνάδουν με τις γνώσεις που έχει η υπόχρεη οντότητα για την επιχειρηματική δραστηριότητα και το προφίλ κινδύνου του πελάτη και, εφόσον απαιτείται, με τις πληροφορίες σχετικά με την προέλευση των χρηματικών ποσών, και προκειμένου να εντοπίζει εκείνες τις συναλλαγές που υπόκεινται σε πιο ενδελεχή ανάλυση δυνάμει του άρθρου 50.
2.Στο πλαίσιο της συνεχούς παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι υπόχρεες οντότητες διασφαλίζουν την επικαιροποίηση των σχετικών εγγράφων, δεδομένων και πληροφοριών του πελάτη.
Η συχνότητα της επικαιροποίησης των πληροφοριών του πελάτη δυνάμει του πρώτου εδαφίου εξαρτάται από τον κίνδυνο που ενέχει η επιχειρηματική σχέση. Σε κάθε περίπτωση, η συχνότητα της επικαιροποίησης των πληροφοριών του πελάτη δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.
3.Πέραν των πληροφοριών που καθορίζονται στην παράγραφο 2, οι υπόχρεες οντότητες αναθεωρούν και, ανάλογα με την περίπτωση, επικαιροποιούν τις πληροφορίες του πελάτη:
α)όταν μεταβάλλονται οι σχετικές περιστάσεις του πελάτη·
β)όταν η υπόχρεη οντότητα έχει νομική υποχρέωση κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους να επικοινωνήσει με τον πελάτη με σκοπό την αναθεώρηση κάθε ουσιαστικής πληροφορίας που σχετίζεται με τον/τους πραγματικό/-ούς κάτοχο/-ους ή για λόγους συμμόρφωσης με την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου·
γ)όταν περιέρχεται σε γνώση τους συναφές πραγματικό περιστατικό που σχετίζεται με τον πελάτη.
4.Έως [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη συνεχή παρακολούθηση μιας επιχειρηματικής σχέσης και την παρακολούθηση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της εν λόγω σχέσης.
Άρθρο 22
Κανονιστικά τεχνικά πρότυπα για τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Έως [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] η AMLA αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων και τα υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή. Τα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα διευκρινίζουν:
α)τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις υπόχρεες οντότητες δυνάμει του άρθρου 16 και τις πληροφορίες που πρέπει να συλλέγονται με σκοπό την εφαρμογή της τυποποιημένης, απλουστευμένης και αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δυνάμει των άρθρων 18 και 20 και των άρθρων 27 παράγραφος 1 και 28 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστων απαιτήσεων σε περιπτώσεις χαμηλότερου κινδύνου·
β)το είδος των μέτρων απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας τα οποία οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να εφαρμόζουν σε περιπτώσεις χαμηλότερου κινδύνου δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που εφαρμόζονται σε ειδικές κατηγορίες υπόχρεων οντοτήτων και προϊόντων ή υπηρεσιών, σε σχέση με τα αποτελέσματα της υπερεθνικής εκτίμησης κινδύνου που διενεργεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 του [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final]·
γ)τις αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές πληροφοριών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας των φυσικών ή νομικών προσώπων για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 4·
δ)τον κατάλογο των χαρακτηριστικών τα οποία τα μέσα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης και οι συναφείς υπηρεσίες εμπιστοσύνης που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 στοιχείο β) πρέπει να διαθέτουν προκειμένου να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 16 στοιχεία α), β) και γ) σε περίπτωση τυποποιημένης, απλουστευμένης και αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.
2.Οι απαιτήσεις και τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) βασίζονται στα ακόλουθα κριτήρια:
α)τον εγγενή κίνδυνο που εμπεριέχει η παρεχόμενη υπηρεσία·
β)τη φύση, το ύψος του ποσού και την επανεμφάνιση της συναλλαγής·
γ)τους διαύλους που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της επιχειρηματικής σχέσης ή της περιστασιακής συναλλαγής.
3.Η AMLA αναθεωρεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα και, εφόσον χρειάζεται, καταρτίζει και υποβάλλει στην Επιτροπή το σχέδιο επικαιροποίησης των εν λόγω προτύπων με σκοπό, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις όσον αφορά την καινοτομία και την τεχνολογία.
4.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 41 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
ΤΜΗΜΑ 2
Πολιτική σχετικά με τις τρίτες χώρες και απειλές ΞΧ/ΧΤ που προέρχονται από χώρες εκτός της Ένωσης
Άρθρο 23
Προσδιορισμός τρίτων χωρών με σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ
1.Οι τρίτες χώρες με σημαντικές ανεπάρκειες στα στρατηγικά καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ προσδιορίζονται από την Επιτροπή και χαρακτηρίζονται ως «τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου».
2.Για να προσδιορίσει τις χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 60 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό:
α)όταν προσδιορίζονται σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην τρίτη χώρα·
β)όταν προσδιορίζονται σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες στην αποτελεσματικότητα του συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας όσον αφορά την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
γ)όταν οι σημαντικές στρατηγικές ανεπάρκειες που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) και β) είναι διαρκούς χαρακτήρα και δεν έχουν ληφθεί ούτε λαμβάνονται μέτρα για τον μετριασμό τους.
Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται εντός ενός μηνός αφότου η Επιτροπή βεβαιωθεί ότι πληρούνται τα κριτήρια α), β) ή γ).
3.Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εκκλήσεις για την εφαρμογή ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας και επιπρόσθετων μέτρων μετριασμού («αντιμέτρων») διεθνών οργανισμών και φορέων καθορισμού προτύπων με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τις σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις, εκθέσεις ή δημόσιες δηλώσεις των εν λόγω οργανισμών και φορέων.
4.Σε περίπτωση προσδιορισμού τρίτης χώρας σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας που απαριθμώνται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ζ) όσον αφορά τις επιχειρηματικές σχέσεις ή τις περιστασιακές συναλλαγές φυσικών ή νομικών προσώπων από την εν λόγω τρίτη χώρα.
5.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζει μεταξύ των αντιμέτρων που απαριθμώνται στο άρθρο 29 τα ειδικά αντίμετρα που μετριάζουν τους ειδικούς ανά χώρα κινδύνους που προέρχονται από τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου.
6.Η Επιτροπή επανεξετάζει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανά τακτικά χρονικά διαστήματα για να διασφαλίζει ότι στα ειδικά αντίμετρα που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5 λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας καθώς και ότι είναι αναλογικά και επαρκή για τους κινδύνους.
Άρθρο 24
Προσδιορισμός τρίτων χωρών με σημαντικές ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση στα εθνικά καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ
1.Η Επιτροπή προσδιορίζει τις τρίτες χώρες με ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση στα καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ.
2.Για να προσδιορίσει τις χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 60 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό:
α)όταν προσδιορίζονται ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας της τρίτης χώρας·
β)όταν προσδιορίζονται ανεπάρκειες ως προς τη συμμόρφωση σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας όσον αφορά την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,
Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται εντός ενός μηνός αφότου η Επιτροπή βεβαιωθεί ότι πληρούνται τα κριτήρια α) ή β).
3.Η Επιτροπή κατά την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με τις δικαιοδοσίες που υπόκεινται σε αυξημένη παρακολούθηση από διεθνείς οργανισμούς και φορείς καθορισμού προτύπων με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τις σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις, εκθέσεις ή δημόσιες δηλώσεις των εν λόγω οργανισμών και φορέων.
4.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζει τα ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας μεταξύ εκείνων που απαριθμώνται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ζ), τα οποία οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν για να μετριάσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές σχέσεις ή τις περιστασιακές συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα από την εν λόγω τρίτη χώρα.
5.Η Επιτροπή επανεξετάζει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανά τακτικά χρονικά διαστήματα για να διασφαλίζει ότι στα ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας καθώς και ότι είναι αναλογικά και επαρκή για τους κινδύνους.
Άρθρο 25
Προσδιορισμός τρίτων χωρών που αποτελούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης
1.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 60 στις οποίες προσδιορίζονται οι τρίτες χώρες που αποτελούν συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και οι οποίες είναι διαφορετικές από εκείνες που καλύπτονται από τα άρθρα 23 και 24.
2.Όταν εκδίδει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ιδίως τα ακόλουθα κριτήρια:
α)το νομικό και θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην τρίτη χώρα, ιδίως:
i) την ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
ii) τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη·
iii) τις απαιτήσεις σχετικά με την τήρηση αρχείων·
iv) τις απαιτήσεις σχετικά με τις αναφορές ύποπτων συναλλαγών·
v) τη διαθεσιμότητα ακριβών και έγκαιρων πληροφοριών προς τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο των νομικών προσώπων και μορφωμάτων·
β)τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας και τις διαδικασίες που εφαρμόζουν με στόχο την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων επαρκώς αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων, καθώς και τις πρακτικές της τρίτης χώρας σχετικά με τη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών·
γ)την αποτελεσματικότητα του συστήματος ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας όσον αφορά την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
3.Για τους σκοπούς του προσδιορισμού του βαθμού της απειλής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την AMLA να εκδώσει γνώμη με στόχο την αξιολόγηση των συγκεκριμένων επιπτώσεων επί της ακεραιότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης λόγω του βαθμού της απειλής που αποτελεί μια τρίτη χώρα.
4.Κατά την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, πιο συγκεκριμένα, τις σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και φορείς καθορισμού προτύπων με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
5.Σε περίπτωση που η προσδιορισθείσα συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή από την οικεία τρίτη χώρα αντιστοιχεί σε σημαντική στρατηγική ανεπάρκεια, εφαρμόζεται το άρθρου 23 παράγραφος 4 και στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζονται ειδικά αντίμετρα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5.
6.Σε περίπτωση που η προσδιορισθείσα συγκεκριμένη και σοβαρή απειλή από την οικεία τρίτη χώρα αντιστοιχεί σε ανεπάρκεια ως προς τη συμμόρφωση, στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζονται ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 4.
7.Η Επιτροπή επανεξετάζει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανά τακτικά χρονικά διαστήματα για να διασφαλίζει ότι στα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στο πλαίσιο ΚΞΧ/ΧΤ της τρίτης χώρας καθώς και ότι είναι αναλογικά και επαρκή για τους κινδύνους.
Άρθρο 26
Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους κινδύνους, τις τάσεις και τις μεθόδους ΞΧ/ΧΤ
1.Έως [3 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες προσδιορίζονται οι τάσεις, οι κίνδυνοι και οι μέθοδοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σχετικά με οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή εκτός της Ένωσης στα οποία είναι εκτεθειμένες οι υπόχρεες οντότητες. Η AMLA λαμβάνει υπόψη, πιο συγκεκριμένα, τους παράγοντες κινδύνου που απαριθμώνται στο παράρτημα III. Όταν εντοπίζονται περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου, οι κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας τα οποία οι υπόχρεες οντότητες εξετάζουν ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής τους για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.
2.Η AMLA επανεξετάζει τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τουλάχιστον κάθε διετία.
3.Κατά την έκδοση και επανεξέταση των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η AMLA λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και φορείς καθορισμού προτύπων με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
ΤΜΗΜΑ 3
Απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη
Άρθρο 27
Μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Σε περίπτωση που, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων κινδύνου που καθορίζονται στα παραρτήματα II και III, η επιχειρηματική σχέση ή η συναλλαγή παρουσιάζει χαμηλό βαθμό κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη:
α)επαληθεύουν την ταυτότητα του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης, υπό τον όρο ότι ο συγκεκριμένος χαμηλότερος κίνδυνος που εντοπίσθηκε δικαιολογούσε την εν λόγω αναβολή, αλλά σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός 30 ημερών από τη σύναψη της σχέσης·
α)μειώνουν τη συχνότητα των επικαιροποιήσεων της ταυτότητας του πελάτη·
β)μειώνουν τον όγκο των πληροφοριών που συλλέγονται με σκοπό την εξακρίβωση του σκοπού και του σχεδιαζόμενου χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης, ή τον συνάγουν από το είδος των συναλλαγών ή της συναφθείσας επιχειρηματικής σχέσης·
γ)μειώνουν τη συχνότητα ή τον βαθμό ενδελεχούς εξέτασης των συναλλαγών που πραγματοποιεί ο πελάτης·
δ)εφαρμόζουν τυχόν άλλο μέτρο απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας που προσδιόρισε η AMLA δυνάμει του άρθρου 22.
Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι αναλογικά προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος της επιχείρησης και προς τα ειδικά στοιχεία του προσδιορισθέντος χαμηλότερου κινδύνου. Ωστόσο, οι υπόχρεες οντότητες παρακολουθούν επαρκώς τις συναλλαγές και την επιχειρηματική σχέση ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.
2.Οι υπόχρεες οντότητες διασφαλίζουν ότι οι εσωτερικές διαδικασίες που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 7 περιλαμβάνουν τα ειδικά μέτρα απλουστευμένης επαλήθευσης που λαμβάνονται σε σχέση με τα διάφορα είδη πελατών που παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο. Οι υπόχρεες οντότητες τεκμηριώνουν τις αποφάσεις ώστε να λαμβάνονται υπόψη επιπρόσθετοι παράγοντες χαμηλότερου κινδύνου.
3.Για τον σκοπό της εφαρμογής των μέτρων απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου όσον αφορά τους όρους βάσει των οποίων μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες ή να πραγματοποιούν συναλλαγές για έναν πελάτη πριν από τη διενέργεια της επαλήθευσης, μεταξύ άλλων, μέσω του περιορισμού του χρηματικού ποσού, του αριθμού ή των ειδών των συναλλαγών που μπορούν να πραγματοποιούνται ή μέσω της παρακολούθησης των συναλλαγών προκειμένου να διασφαλίζουν ότι συμμορφώνονται με τους προβλεπόμενους κανόνες για την οικεία επιχειρηματική σχέση.
4.Οι υπόχρεες οντότητες επαληθεύουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι οι όροι εφαρμογής της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας εξακολουθούν να υφίστανται. Η συχνότητα των εν λόγω επαληθεύσεων είναι αναλογική προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος των εργασιών και των κινδύνων που ενέχει η συγκεκριμένη σχέση.
5.Οι υπόχρεες οντότητες δεν εφαρμόζουν μέτρα δέουσα επιμέλειας σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)οι υπόχρεες οντότητες διατηρούν αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πληροφοριών που παρείχε ο πελάτης ή ο πραγματικός δικαιούχος κατά το στάδιο εξακρίβωσης της ταυτότητας ή εντοπίζουν ασυνέπειες σε σχέση με τις εν λόγω πληροφορίες·
β)οι παράγοντες που υποδεικνύουν χαμηλότερο κίνδυνο δεν υφίστανται πλέον·
γ)με βάση την παρακολούθηση των συναλλαγών του πελάτη και τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης, αποκλείεται το σενάριο χαμηλότερου κινδύνου·
δ)υπάρχουν υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
ΤΜΗΜΑ 4
Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη
Άρθρο 28
Πεδίο εφαρμογής των μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
1.Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 23, 24, 25 και 30 έως 36, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου που προσδιορίζονται από τις υπόχρεες οντότητες δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο (στο εξής: περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου), οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ώστε να διαχειρίζονται και να μετριάζουν κατάλληλα τους κινδύνους αυτούς.
2.Οι υπόχρεες οντότητες εξετάζουν την προέλευση και τον προορισμό των χρηματικών ποσών που διακινούνται καθώς επίσης και τον σκοπό όλων των συναλλαγών που πληρούν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)οι συναλλαγές είναι πολύπλοκου χαρακτήρα·
β)οι συναλλαγές είναι ασυνήθιστα μεγάλες·
γ)οι συναλλαγές ακολουθούν ένα ασυνήθιστο μοτίβο·
δ)οι συναλλαγές δεν έχουν προφανή οικονομικό ή νόμιμο σκοπό.
3.Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου, κατά την εκτίμηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που ενέχει μια επιχειρηματική σχέση ή περιστασιακή συναλλαγή, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τους ακόλουθους παράγοντες δυνητικού υψηλότερου κινδύνου που καθορίζονται στο παράρτημα III και στις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η AMLA δυνάμει του άρθρου 26.
4.Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου, σε περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να εφαρμόζουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα αυξημένης επιμέλειας ως προς τον πελάτη, με τρόπο αναλογικό προς τους εντοπισθέντες υψηλότερους κινδύνους:
α)συλλογή πρόσθετων πληροφοριών σχετικά με τον πελάτη και τον/τους πραγματικό/-ούς δικαιούχο/-ους·
β)συλλογή πρόσθετων πληροφοριών για τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης·
γ)συλλογή πληροφοριών σχετικά με την προέλευση των χρηματικών ποσών και την πηγή του πλούτου του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου ή δικαιούχων·
δ)συλλογή πληροφοριών σχετικά με τους λόγους της σχεδιαζόμενης ή εκτελούμενης συναλλαγής και τη συνοχή τους με την επιχειρηματική σχέση·
ε)λήψη της έγκρισης ανώτερων διοικητικών στελεχών για την έναρξη ή τη συνέχιση της επιχειρηματικής σχέσης·
στ)διεξαγωγή αυξημένης παρακολούθησης της επιχειρηματικής σχέσης, μέσω αύξησης του αριθμού και του χρονοδιαγράμματος των ελέγχων που εφαρμόζονται, και μέσω επιλογής προτύπων των συναλλαγών που χρήζουν περαιτέρω εξέτασης·
ζ)απαίτηση η πρώτη πληρωμή να πραγματοποιείται μέσω λογαριασμού στο όνομα του πελάτη σε πιστωτικό ίδρυμα που υπόκειται σε πρότυπα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη τα οποία δεν είναι λιγότερο αυστηρά από εκείνα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
5.Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το τμήμα 2 του παρόντος κεφαλαίου, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη εντοπίσουν, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final], περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου, δύνανται να ζητήσουν από τις υπόχρεες οντότητες να εφαρμόσουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας και, ανάλογα με την περίπτωση, να προσδιορίσουν τα εν λόγω μέτρα. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την AMLA σχετικά με τις απαιτήσεις αυξημένης δέουσας επιμέλειας που ισχύουν για τις υπόχρεες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους εντός ενός μηνός από τη θέσπισή τους, αιτιολογώντας την ύπαρξη κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στους οποίους βασίζεται η εν λόγω απόφαση.
Σε περίπτωση που οι κίνδυνοι που εντοπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει του πρώτου εδαφίου είναι πιθανό να επηρεάσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η AMLA, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή με δική της πρωτοβουλία, εξετάζει το ενδεχόμενο να επικαιροποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 26.
6.Δεν γίνεται αυτόματη εφαρμογή μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε περίπτωση υποκαταστημάτων ή θυγατρικών υπόχρεων οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση τα οποία βρίσκονται σε τρίτες χώρες που αναφέρονται στα άρθρα 23, 24 και 25 και στις οποίες τα εν λόγω υποκαταστήματα ή οι θυγατρικές συμμορφώνονται πλήρως με τις πολιτικές, τους ελέγχους και τις διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 14.
Άρθρο 29
Αντίμετρα για τον μετριασμό των απειλών ΞΧ/ΧΤ που προέρχονται από χώρες εκτός της Ένωσης
Για τους σκοπούς των άρθρων 23 και 25, η Επιτροπή δύναται να επιλέξει μεταξύ των ακόλουθων αντιμέτρων:
α)αντίμετρα τα οποία οι υπόχρεες οντότητες πρέπει να εφαρμόζουν σε πρόσωπα και νομικές οντότητες που σχετίζονται με τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλες χώρες που αποτελούν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, τα οποία συνίστανται στα ακόλουθα:
i) στην εφαρμογή πρόσθετων στοιχείων αυξημένης δέουσας επιμέλειας·
ii) στην εισαγωγή ενισχυμένων σχετικών μηχανισμών αναφοράς ή συστηματικής αναφοράς χρηματοοικονομικών συναλλαγών·
iii) στον περιορισμό των επιχειρηματικών σχέσεων ή των συναλλαγών με φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες από τις εν λόγω τρίτες χώρες·
β)αντίμετρα τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν σε σχέση με τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλες χώρες που παρουσιάζουν κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, τα οποία συνίστανται στα ακόλουθα:
i) άρνηση της ίδρυσης θυγατρικών ή υποκαταστημάτων ή γραφείων εκπροσώπησης υπόχρεων οντοτήτων από την ενδιαφερόμενη χώρα, ή συνεκτίμηση με άλλο τρόπο του γεγονότος ότι η σχετική υπόχρεη οντότητα προέρχεται από χώρα που δεν διαθέτει επαρκή καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ·
ii) απαγόρευση σε υπόχρεες οντότητες να ιδρύουν υποκαταστήματα ή γραφεία εκπροσώπησης υπόχρεων οντοτήτων στην ενδιαφερόμενη χώρα, ή συνεκτίμηση με άλλο τρόπο του γεγονότος ότι το σχετικό υποκατάστημα ή γραφείο εκπροσώπησης θα βρισκόταν σε τρίτη χώρα που δεν διαθέτει επαρκή καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ·
iii) απαίτηση για αυξημένη εποπτική εξέταση ή απαίτηση για αυξημένο εξωτερικό έλεγχο για τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές υπόχρεων οντοτήτων που ευρίσκονται στην εν λόγω τρίτη χώρα·
iv) απαίτηση αυξημένου εξωτερικού ελέγχου για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους σε σχέση με οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές που βρίσκονται στην ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα·
v) απαίτηση τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί να αναθεωρούν και να τροποποιούν ή, αν είναι απαραίτητο, να τερματίζουν τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης με ίδρυμα πελάτη από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.
Άρθρο 30
Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης
Όσον αφορά τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης, συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών, οι οποίες αφορούν την εκτέλεση πληρωμών με ίδρυμα πελάτη από τρίτη χώρα, εκτός από τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 16, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν, όταν συνάπτουν επιχειρηματική σχέση:
α)να συγκεντρώνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το ίδρυμα πελάτη για να κατανοήσουν πλήρως τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του και να εκτιμήσουν, από τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, τη φήμη του ιδρύματος και την ποιότητα της εποπτείας·
β)να αξιολογούν τους ελέγχους ΚΞΧ/ΧΤ που διενεργεί το ίδρυμα πελάτης·
γ)να λαμβάνουν έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, πριν από τη σύναψη νέων σχέσεων ανταπόκρισης·
δ)να τεκμηριώνουν τις αντίστοιχες αρμοδιότητες κάθε ιδρύματος·
ε)όσον αφορά τους λογαριασμούς πλάγιας πρόσβασης (payable-through accounts), να διασφαλίζουν ότι το ίδρυμα πελάτης επαληθεύει την ταυτότητα των πελατών και ασκεί συνεχή δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες που έχουν άμεση πρόσβαση στους λογαριασμούς του ιδρύματος ανταποκριτή και ότι μπορεί να παράσχει στοιχεία και δεδομένα σχετικά με τη δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες, κατόπιν σχετικού αιτήματος του ανταποκριτή.
Σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί αποφασίσουν να τερματίσουν τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για λόγους που σχετίζονται με την πολιτική πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, τεκμηριώνουν την απόφασή τους.
Άρθρο 31
Απαγόρευση των σχέσεων ανταπόκρισης με εικονικές τράπεζες
Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν συνάπτουν, ούτε συνεχίζουν, σχέση ανταπόκρισης με εικονική τράπεζα. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι δεν συνάπτουν ούτε συνεχίζουν σχέσεις ανταπόκρισης με πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, ο οποίος είναι γνωστό ότι επιτρέπει να χρησιμοποιούνται οι λογαριασμοί του από εικονική τράπεζα.
Άρθρο 32
Ειδικές διατάξεις αναφορικά με τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα
1.Εκτός από τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 16, οι υπόχρεες οντότητες διαθέτουν κατάλληλα συστήματα διαχείρισης του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών βασιζόμενων στους κινδύνους, για να καθορίζουν εάν ο πελάτης ή ο πραγματικός δικαιούχος του πελάτη είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο.
2.Όσον αφορά συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα:
α)λαμβάνουν έγκριση από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη για τη σύναψη ή τη διατήρηση επιχειρηματικών σχέσεων με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα·
β)λαμβάνουν επαρκή μέτρα για να διαπιστώνουν την πηγή του πλούτου και την προέλευση των χρηματικών ποσών τα οποία αφορά η επιχειρηματική σχέση ή η συναλλαγή με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα·
γ)διενεργούν αυξημένη και συνεχή παρακολούθηση των εν λόγω επιχειρηματικών σχέσεων.
3.Έως [3 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:
α)τα κριτήρια για την ταυτοποίηση των προσώπων που εμπίπτουν στον ορισμό των προσώπων που είναι γνωστό ότι αποτελούν στενούς συνεργάτες·
β)τον βαθμό κινδύνου που συνδέεται με συγκεκριμένη κατηγορία πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων, τους στενούς συγγενείς τους ή τα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίοι πρέπει να εκτιμώνται οι εν λόγω κίνδυνοι αφότου το πρόσωπο έχει παύσει να ασκεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα για τους σκοπούς του άρθρου 35.
Άρθρο 33
Κατάλογος σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων
1.Κάθε κράτος μέλος εκδίδει και τηρεί ενήμερο κατάλογο που προσδιορίζει τα ακριβή καθήκοντα τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα για τους σκοπούς άρθρου 2 παράγραφος 25. Τα κράτη μέλη ζητούν από όλους τους διεθνείς οργανισμούς που είναι διαπιστευμένοι στην επικράτειά τους να εκδίδουν και να τηρούν ενήμερο κατάλογο των σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων του κάθε διεθνούς οργανισμού για τους σκοπούς άρθρου 2 παράγραφος 25. Οι εν λόγω κατάλογοι περιλαμβάνουν επίσης τυχόν καθήκοντα που ενδέχεται να ανατεθούν σε εκπροσώπους τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών διαπιστευμένων στο επίπεδο των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους εν λόγω καταλόγους, καθώς και κάθε αλλαγή σε αυτούς, στην Επιτροπή και στην AMLA.
2.Η Επιτροπή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο τον κατάλογο των ακριβών καθηκόντων τα οποία θεωρούνται σημαντικό δημόσιο λειτούργημα στο επίπεδο της Ένωσης. Ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει επίσης τυχόν καθήκοντα που ενδέχεται να ανατεθούν σε αντιπροσώπους τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών διαπιστευμένων στο επίπεδο της Ένωσης.
3.Η Επιτροπή καταρτίζει, με βάση τους καταλόγους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ενιαίο κατάλογο όλων των σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων για τους σκοπούς άρθρου 2 παράγραφος 25. Η Επιτροπή δημοσιεύει τον εν λόγω ενιαίο κατάλογο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η AMLA δημοσιεύει τον εν λόγω κατάλογο στον δικτυακό τόπο της.
Άρθρο 34
Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ασφαλιστήριων συμβολαίων
Οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσο δικαιούχος ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής ή άλλου ασφαλιστήριου συμβολαίου με επενδυτικό σκοπό ή, κατά περίπτωση, ο πραγματικός δικαιούχος του δικαιούχου είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται το αργότερο κατά τον χρόνο της πληρωμής ή κατά τον χρόνο της εκχώρησης, εν όλω ή εν μέρει, του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Όταν εντοπίζονται υψηλότεροι κίνδυνοι, επιπλέον της εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 16, οι υπόχρεες οντότητες:
α)ενημερώνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη πριν από την πληρωμή του προϊόντος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου·
β)διενεργούν ενισχυμένο έλεγχο ολόκληρης της επιχειρηματικής σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο.
Άρθρο 35
Μέτρα που αφορούν πρόσωπα που έχουν παύσει να είναι πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα
1.Σε περίπτωση που ένα πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο δεν ασκεί πλέον σημαντικό δημόσιο λειτούργημα που του έχει ανατεθεί από την Ένωση, κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που συνεχίζει να θέτει το εν λόγω πρόσωπο κατά την εκτίμηση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 16.
2.Οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 για να μετριάσουν τους κινδύνους που θέτει η επιχειρηματική σχέση, έως ότου το εν λόγω πρόσωπο θεωρηθεί ότι δεν θέτει περαιτέρω κίνδυνο, αλλά σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 12 μηνών μετά τη χρονική στιγμή κατά την οποία το άτομο έπαυσε να ασκεί το σημαντικό δημόσιο λειτούργημα.
3.Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εφαρμόζεται αναλόγως σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα συνάψει επιχειρηματική σχέση με πρόσωπο στο οποίο είχε κατά το παρελθόν ανατεθεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα από την Ένωση, κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό.
Άρθρο 36
Στενοί συγγενείς και στενοί συνεργάτες πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων
Τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 32, 34 και 35 εφαρμόζονται επίσης στους στενούς συγγενείς ή στα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων.
ΤΜΗΜΑ 5
Ειδικές διατάξεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη
Άρθρο 37
Διευκρινίσεις για τον τομέα ασφαλειών ζωής και άλλων ασφαλειών με επενδυτικό σκοπό
Όσον αφορά ασφάλεια ζωής ή άλλων ασφαλειών με επενδυτικό σκοπό, επιπλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που απαιτούνται για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, μόλις ταυτοποιηθούν ή προσδιοριστούν οι δικαιούχοι, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα δέουσας επιμέλειας για τους δικαιούχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής και άλλων ασφαλιστήριων συμβολαίων με επενδυτικό σκοπό:
α)στην περίπτωση δικαιούχων που ταυτοποιούνται ως ιδιαιτέρως κατονομαζόμενα πρόσωπα ή νομικά μορφώματα, λαμβάνουν το όνομα του προσώπου ή του μορφώματος·
β)στην περίπτωση δικαιούχων που προσδιορίζονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους ή ανά κατηγορία ή με άλλα μέσα, λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσουν την ταυτότητα του δικαιούχου κατά τον χρόνο της πληρωμής.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β), η επαλήθευση της ταυτότητας των δικαιούχων και, ανάλογα με την περίπτωση, των πραγματικών δικαιούχων πραγματοποιείται κατά τον χρόνο της πληρωμής. Σε περίπτωση εκχώρησης σε τρίτον, εν όλω ή εν μέρει, της ασφάλειας ζωής ή άλλης ασφάλειας με επενδυτικό σκοπό σε τρίτο μέρος, οι υπόχρεες οντότητες που έχουν γνώση της εκχώρησης ταυτοποιούν τον πραγματικό δικαιούχο κατά τον χρόνο της εκχώρησης στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή το νομικό μόρφωμα που λαμβάνει για ίδιο όφελος την αξία του εκχωρούμενου ασφαλιστήριου συμβολαίου.
ΤΜΗΜΑ 6
Εκτέλεση από τρίτα μέρη
Άρθρο 38
Γενικές διατάξεις σχετικά με υπόχρεες οντότητες που βασίζονται σε άλλες υπόχρεες οντότητες
1.Οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να βασίζονται σε άλλες υπόχρεες οντότητες, οι οποίες βρίσκονται είτε σε κράτος μέλος είτε σε τρίτη χώρα, με σκοπό τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), υπό τον όρο ότι:
α)οι άλλες υπόχρεες οντότητες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τις απαιτήσεις τήρησης αρχείων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ή με τις ανάλογες απαιτήσεις σε περίπτωση που οι υπόχρεες οντότητες είναι εγκατεστημένες ή διαμένουν σε τρίτη χώρα·
β)η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ΚΞΧ/ΧΤ των άλλων υπόχρεων οντοτήτων εποπτεύεται κατά τρόπο που συνάδει με το κεφάλαιο IV της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final].
Η τελική ευθύνη για την εκπλήρωση των απαιτήσεων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη εξακολουθεί να βαρύνει την υπόχρεη οντότητα η οποία βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα.
2.Όταν αποφασίζουν να βασιστούν σε άλλες υπόχρεες οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν υπόψη τους γεωγραφικούς παράγοντες κινδύνου που απαριθμώνται στα παραρτήματα II και III καθώς και τυχόν πληροφορίες ή καθοδήγηση της Επιτροπής, της AMLA ή άλλων αρμόδιων αρχών.
3.Σε περίπτωση υπόχρεων οντοτήτων που ανήκουν σε όμιλο, η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και με το άρθρο 39 μπορεί να διασφαλίζεται μέσω πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)η υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται αποκλειστικά από υπόχρεη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο·
β)ο όμιλος εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ΚΞΧ/ΧΤ, μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και κανόνες τήρησης αρχείων που συμμορφώνονται πλήρως με τον παρόντα κανονισμό ή με τους αντίστοιχους κανόνες σε τρίτες χώρες·
γ)η αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) εποπτεύεται σε επίπεδο ομίλου από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σύμφωνα με το κεφάλαιο IV της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final] ή της τρίτης χώρας, σύμφωνα με τους κανόνες της εν λόγω τρίτης χώρας.
4.Οι υπόχρεες οντότητες δεν βασίζονται σε υπόχρεες οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες οι οποίες προσδιορίζονται δυνάμει του τμήματος 2 του παρόντος κεφαλαίου. Ωστόσο, οι υπόχρεες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και των οποίων υποκαταστήματα και θυγατρικές είναι εγκατεστημένα στις εν λόγω τρίτες χώρες δύνανται να βασίζονται στα εν λόγω υποκαταστήματα και θυγατρικές, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) έως γ).
Άρθρο 39
Διαδικασία κατά την οποία μια υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα
1.Οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν από την υπόχρεη οντότητα στην οποία βασίζεται άλλη υπόχρεη οντότητα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αφορούν τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), ή τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που εισάγονται.
2.Οι υπόχρεες οντότητες που βασίζονται σε άλλες υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η υπόχρεη οντότητα στην οποία βασίζεται άλλη υπόχρεη οντότητα παρέχει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, τα ακόλουθα:
α)αντίγραφα των πληροφοριών που συλλέγονται για την ταυτοποίηση του πελάτη·
β)όλα τα υποστηρικτικά έγγραφα ή τις αξιόπιστες πηγές πληροφοριών που χρησιμοποιήθηκαν για την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, και, ανάλογα με την περίπτωση, των πραγματικών δικαιούχων ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργεί ο πελάτης, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που λαμβάνονται με ηλεκτρονικά μέσα και των συναφών υπηρεσιών εμπιστοσύνης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 910/2014· και
γ)τυχόν συλλεχθείσες πληροφορίες σχετικά με τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης.
3.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παρέχονται από την υπόχρεη οντότητα στην οποία βασίζεται άλλη υπόχρεη οντότητα χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός πέντε εργάσιμων ημερών.
4.Οι προϋποθέσεις για τη διαβίβαση των πληροφοριών και των εγγράφων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 καθορίζονται σε γραπτή συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ των υπόχρεων οντοτήτων.
5.Σε περίπτωση που η υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε υπόχρεη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο, η γραπτή συμφωνία μπορεί να αντικατασταθεί από εσωτερική διαδικασία που εφαρμόζεται σε επίπεδο ομίλου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 38 παράγραφος 2.
Άρθρο 40
Εξωτερική ανάθεση
1.Οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να αναθέτουν σε εξωτερικούς φορείς καθήκοντα που απορρέουν από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό με σκοπό την εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ή σε εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών, είτε πρόκειται για φυσικό είτε για νομικό πρόσωπο, με εξαίρεση τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που διαμένουν ή είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες οι οποίες προσδιορίζονται δυνάμει του τμήματος 2 του παρόντος κεφαλαίου.
Η υπόχρεος οντότητα εξακολουθεί να φέρει την πλήρη ευθύνη για οιαδήποτε ενέργεια των πρακτόρων ή των εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών στους οποίους ανατίθενται οι δραστηριότητες.
2.Τα καθήκοντα που ανατίθενται εξωτερικά δυνάμει της παραγράφου 1 δεν εκτελούνται κατά τρόπο που παραβλάπτει ουσιωδώς την ποιότητα της συμμόρφωσης των μέτρων και διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 – COM(2021) 422 final]. Τα ακόλουθα καθήκοντα δεν ανατίθενται εξωτερικά υπό οιεσδήποτε περιστάσεις:
α)η έγκριση της εκτίμησης κινδύνου της υπόχρεης οντότητας·
β)οι εφαρμοζόμενοι εσωτερικοί έλεγχοι δυνάμει του άρθρου 7·
γ)η εκπόνηση και έγκριση των πολιτικών, των ελέγχων και των διαδικασιών της υπόχρεης οντότητας που αποσκοπούν στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·
δ)η αντιστοίχιση προφίλ κινδύνου σε δυνητικό πελάτη και η σύναψη επιχειρηματικής σχέσης με τον εν λόγω πελάτη·
ε)ο προσδιορισμός κριτηρίων για τον εντοπισμό ύποπτων ή ασυνήθιστων συναλλαγών και δραστηριοτήτων·
στ)η αναφορά ύποπτων δραστηριοτήτων ή δηλώσεων βάσει ορίων στη ΜΧΠ δυνάμει του άρθρου 50.
3.Σε περίπτωση που υπόχρεη οντότητα αναθέτει εξωτερικά καθήκον δυνάμει της παραγράφου 1, διασφαλίζει ότι ο πράκτορας ή ο πάροχος εξωτερικών υπηρεσιών εφαρμόζει τα μέτρα που ενέκρινε η υπόχρεη οντότητα. Οι όροι για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων καθορίζονται σε γραπτή συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ της υπόχρεης οντότητας και της οντότητας στην οποία έχουν ανατεθεί εξωτερικά τα καθήκοντα. Η υπόχρεη οντότητα διενεργεί τακτικούς ελέγχους προκειμένου να βεβαιώνεται για την αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω μέτρων και διαδικασιών από την οντότητα στην οποία έχει γίνει η εξωτερική ανάθεση. Η συχνότητα των εν λόγω ελέγχων καθορίζεται βάσει της κρισιμότητας του χαρακτήρα των εξωτερικά ανατιθέμενων καθηκόντων.
4.Οι υπόχρεες οντότητες διασφαλίζουν ότι η εκτέλεση των καθηκόντων μέσω εξωτερικής ανάθεσης δεν παραβλάπτει ουσιωδώς την ικανότητα των εποπτικών αρχών να παρακολουθούν και να εξακριβώνουν τη συμμόρφωση της υπόχρεης οντότητας με όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 41
Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτέλεση από τρίτα μέρη
Έως [3 έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η AMLA εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προς τις υπόχρεες οντότητες σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:
α)τις αποδεκτές προϋποθέσεις βάσει των οποίων οι υπόχρεες οντότητες στηρίζονται σε πληροφορίες που συλλέγουν από άλλη υπόχρεη οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης εξ αποστάσεως δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη·
β)τη σύναψη σχέσεων εξωτερικής ανάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 40, τη διακυβέρνηση και τις διαδικασίες τους για την παρακολούθηση της άσκησης των λειτουργιών από τις οντότητες εξωτερικής ανάθεσης, ιδίως δε εκείνες τις λειτουργίες που πρέπει να θεωρούνται κρίσιμης σημασίας·
γ)τους ρόλους και την ευθύνη κάθε παράγοντα, είτε βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα είτε σε εξωτερική ανάθεση·
δ)τις εποπτικές προσεγγίσεις ως προς το ότι μια υπόχρεη οντότητα βασίζεται σε άλλη υπόχρεη οντότητα και σε εξωτερική ανάθεση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ
Άρθρο 42
Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων όσον αφορά εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες
1.Σε περίπτωση εταιρικών οντοτήτων, ο/οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι, όπως ορίζεται/-ονται στο άρθρο 2 παράγραφος 22 είναι το/τα φυσικό/-ά πρόσωπο/-α το/τα οποίο/-α ελέγχει/-ουν, άμεσα ή έμμεσα, την εταιρική οντότητα, είτε μέσω ανάληψης ιδιοκτησιακού συμφέροντος είτε μέσω ελέγχου με άλλα μέσα.
Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, ως «έλεγχος μέσω ανάληψης ιδιοκτησιακού συμφέροντος» νοείται η κατοχή του 25 % συν μία/ένα από τις μετοχές ή τα δικαιώματα ψήφου ή άλλο ιδιοκτησιακό συμφέρον στην εταιρική οντότητα, συμπεριλαμβανομένου μέσω μετοχών στον κομιστή, σε κάθε επίπεδο κυριότητας.
Για τον σκοπό του παρόντος άρθρου, ως «έλεγχος με άλλα μέσα» νοείται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:
α)το δικαίωμα ορισμού ή απομάκρυνσης πάνω από το ήμισυ των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή παρόμοιων στελεχών της εταιρικής οντότητας·
β)η δυνατότητα άσκησης σημαντικής επιρροής στις αποφάσεις που λαμβάνει η εταιρική οντότητα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων αρνησικυρίας, των δικαιωμάτων λήψης απόφασης καθώς και τυχών αποφάσεων αναφορικά με διανομές κερδών ή αποφάσεων που οδηγούν σε μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων·
γ)ο έλεγχος, είτε από κοινού είτε όχι, μέσω επίσημων ή ανεπίσημων συμφωνιών με ιδιοκτήτες, μέλη ή τις εταιρικές οντότητες, διατάξεων του καταστατικού, συμφωνιών εταιρικής σχέσης, κοινοπρακτικών συμφωνιών ή ανάλογων εγγράφων, ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά της νομικής οντότητας, καθώς και τον τρόπο ψηφοφορίας·
δ)οι σύνδεσμοι με στενούς συγγενείς ανώτερων στελεχών ή διευθυντών / εκείνους που κατέχουν ή ελέγχουν την εταιρική οντότητα·
ε)χρήση επίσημων ή ανεπίσημων συμφωνιών εκπροσώπησης.
Ο έλεγχος με άλλα μέσα μπορεί να προσδιοριστεί επίσης με βάση τα κριτήρια του άρθρου 22 παράγραφοι 1 έως 5 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ.
2.Σε περίπτωση νομικών οντοτήτων διαφορετικών από τις εταιρικές οντότητες, ο/οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 22 είναι το φυσικό πρόσωπο που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εκτός της περίπτωσης κατά την οποία εφαρμόζεται το άρθρο 43 παράγραφος 2.
3.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή έως [3 μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] κατάλογο των ειδών εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων που υφίστανται βάσει της εθνικής νομοθεσίας τους με τους πραγματικούς δικαιούχους, προσδιοριζόμενους βάσει της παραγράφου 1. Στην κοινοποίηση περιλαμβάνονται οι ειδικές κατηγορίες οντοτήτων, περιγραφή των χαρακτηριστικών, τα ονόματα και, ανάλογα με την περίπτωση, η νομική βάση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών. Περιλαμβάνεται επίσης ένδειξη του κατά πόσο, λόγω της ειδικής μορφής και των δομών των νομικών οντοτήτων που δεν είναι εταιρικές οντότητες, εφαρμόζεται ο μηχανισμός βάσει του άρθρου 45 παράγραφος 3), καθώς και λεπτομερής σχετική αιτιολόγηση.
4.Η Επιτροπή παρέχει συστάσεις στα κράτη μέλη σχετικά με τους ειδικούς κανόνες και τα κριτήρια για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου/-ων των νομικών οντοτήτων που δεν είναι εταιρικές οντότητες έως [1 έτος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν κάποια από τις συστάσεις, ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και αιτιολογούν αυτή τους την απόφαση.
5.Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν ισχύουν για τα ακόλουθα:
α)εταιρείες εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά που υπόκειται σε απαιτήσεις κοινοποίησης που συνάδουν με τη νομοθεσία της Ένωσης ή υπόκειται σε ανάλογα διεθνή πρότυπα· και
β)φορείς δημοσίου δικαίου, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 4 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
Άρθρο 43
Προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων ρητών εμπιστευμάτων και παρεμφερών νομικών οντοτήτων ή μορφωμάτων
1.Σε περίπτωση ρητών εμπιστευμάτων, οι πραγματικοί δικαιούχοι είναι όλα τα ακόλουθα φυσικά πρόσωπα:
α)ο/οι εμπιστευματοπάροχος/-οι·
β)ο/οι εμπιστευματοδόχος/-οι·
γ)ο/οι προστάτης/-ες εάν υπάρχει/-ουν·
δ)οι δικαιούχοι ή, σε περίπτωση κατηγορίας δικαιούχων, τα άτομα στην εν λόγω κατηγορία που λαμβάνουν παροχή από το νομικό μόρφωμα ή οντότητα, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε όριο, καθώς και η κατηγορία δικαιούχων. Ωστόσο, σε περίπτωση συνταξιοδοτικών καθεστώτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τα οποία προβλέπουν κατηγορία δικαιούχων, δικαιούχος είναι μόνο η κατηγορία δικαιούχων·
ε)οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ασκεί τον τελικό έλεγχο του ρητού εμπιστεύματος μέσω άμεσης ή έμμεσης κυριότητας ή με άλλα μέσα, μεταξύ άλλων, μέσω αλυσίδας ελέγχου ή κυριότητας.
2.Σε περίπτωση παρεμφερών προς τα ρητά εμπιστεύματα νομικών οντοτήτων και νομικών μορφωμάτων, οι πραγματικοί δικαιούχοι είναι τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ανάλογες ή παρεμφερείς θέσεις με εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή έως [3 μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] κατάλογο των νομικών μορφωμάτων και των νομικών οντοτήτων, παρεμφερών με ρητά εμπιστεύματα, σε σχέση με τα οποία ο/οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι προσδιορίζεται/-ονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει, μέσω εκτελεστικής πράξης, κατάλογο των νομικών μορφωμάτων και των νομικών οντοτήτων που διέπονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών και τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις περί διαφάνειας σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο με εκείνες που ισχύουν για τα ρητά εμπιστεύματα. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 61 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 44
Πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο
1.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο είναι επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
α)το όνομα και επώνυμο, τα πλήρη στοιχεία τόπου και ημερομηνίας γέννησης, τη διεύθυνση κατοικίας, τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα ή τις υπηκοότητες του πραγματικού δικαιούχου, τον εθνικό αριθμό ταυτότητας και την προέλευση αυτού, όπως διαβατήριο ή έγγραφο εθνικής ταυτότητας, και, ανάλογα με την περίπτωση, τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή άλλο ανάλογο αριθμό που έχει αντιστοιχιστεί στο πρόσωπο από την άλλη χώρα συνήθους διαμονής του/της·
β)το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει ο δικαιούχος στη νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα, είτε μέσω ανάληψης ιδιοκτησιακού συμφέροντος είτε μέσω ελέγχου με άλλα μέσα, καθώς και την ημερομηνία απόκτησης των δικαιωμάτων που κατέχει ο δικαιούχος·
γ)πληροφορίες σχετικά με τη νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα του οποίου πραγματικός δικαιούχος είναι το φυσικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β), καθώς και περιγραφή της δομής ελέγχου και ιδιοκτησίας.
2.Οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο λαμβάνονται εντός 14 ημερολογιακών ημερών από τη δημιουργία των νομικών οντοτήτων ή των νομικών μορφωμάτων. Επικαιροποιούνται εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός 14 ημερολογιακών ημερών μετά από τυχόν αλλαγή του/των πραγματικού/-ών δικαιούχου/-ων και σε ετήσια βάση.
Άρθρο 45
Υποχρεώσεις των νομικών οντοτήτων
1.Όλες οι εταιρικές και άλλες οντότητες που έχουν συσταθεί στην Ένωση λαμβάνουν και διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο.
Εκτός από τις πληροφορίες σχετικά με τον/τους νόμιμο/-ους δικαιούχο/-ους, οι νομικές οντότητες παρέχουν στις υπόχρεες οντότητες πληροφορίες σχετικά με τον/τους πραγματικό/-ούς δικαιούχο/-ους, σε περίπτωση που οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με το κεφάλαιο III.
Ο/Οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι των εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων παρέχει/-ουν στις εν λόγω οντότητες όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εταιρική ή άλλη νομική οντότητα.
2.Σε περίπτωση που, αφού εξαντληθούν όλα τα δυνατά μέσα ταυτοποίησης δυνάμει των άρθρων 42 και 43, δεν ταυτοποιηθεί κανένα πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, ή σε περίπτωση που υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το ταυτοποιηθέν πρόσωπο/-α είναι ο πραγματικός δικαιούχος/-οι, οι εταιρικές ή άλλες νομικές οντότητες τηρούν αρχεία των ενεργειών στις οποίες προέβησαν για να ταυτοποιήσουν τον/τους πραγματικό/-ούς δικαιούχο/-ους τους.
3.Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, όταν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final], οι εταιρικές ή άλλες νομικές οντότητες παρέχουν τα ακόλουθα:
α)δήλωση, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση, ότι δεν υφίσταται πραγματικός δικαιούχος ή ότι ο/οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι δεν ήταν δυνατό να ταυτοποιηθεί/-ούν και να επαληθευτεί/-ούν·
β)τα στοιχεία του/των φυσικού προσώπου/-ων που κατέχει/-ουν τη θέση του/των ανώτερου/-ων διοικητικού/-ών στελέχους/-ών στην εταιρική ή νομική οντότητα που είναι αντίστοιχα των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 1 στοιχείο α).
4.Οι νομικές οντότητες καθιστούν τις πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει του παρόντος άρθρου διαθέσιμες, κατόπιν σχετικού αιτήματος και χωρίς καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές.
5.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 διατηρούνται για πέντε έτη μετά την ημερομηνία λύσης ή με άλλο τρόπο παύσης της ύπαρξης των εταιρειών, είτε από πρόσωπα που ορίζει η οντότητα για τη διατήρηση των εγγράφων είτε από διαχειριστές είτε από εκκαθαριστές ή άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στη λύση της οντότητας. Τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του προσώπου που είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση των πληροφοριών υποβάλλονται στα μητρώα που αναφέρονται στο άρθρο 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final],
Άρθρο 46
Υποχρεώσεις εμπιστευματοδόχων
1.Οι εμπιστευματοδόχοι σε τυχόν ρητό εμπίστευμα του οποίου η διαχείριση γίνεται σε ένα κράτος μέλος και τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα λαμβάνουν και διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο όσον αφορά το νομικό μόρφωμα. Οι εν λόγω πληροφορίες διατηρούνται για πέντε έτη μετά την παύση της συμμετοχής των ανωτέρω εμπιστευματοδόχων και προσώπων σε ρητό εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα.
2.Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γνωστοποιούν την ιδιότητά τους αυτή και παρέχουν στις υπόχρεες οντότητες τις πληροφορίες σχετικά με τον/τους πραγματικό/-ούς δικαιούχο/-ους, σε περίπτωση που οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με το κεφάλαιο III.
3.Ο/Οι πραγματικός/-οί δικαιούχος/-οι ρητού εμπιστεύματος ή παρόμοιου νομικού μορφώματος, ο οποίος/οι οποίοι είναι διαφορετικός/-οί από τον εμπιστευματοδόχο ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση, παρέχει/-ουν στον εμπιστευματοδόχο ή στο πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.
4.Οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητό εμπίστευμα και τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα καθιστούν τις πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει του παρόντος άρθρου διαθέσιμες, κατόπιν σχετικού αιτήματος και χωρίς καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές.
Άρθρο 47
Υποχρεώσεις ασκούντων καθήκοντα εξ ονόματος άλλου προσώπου
Οι ασκούντες καθήκοντα μετόχου εξ ονόματος άλλου προσώπου και οι ασκούντες καθήκοντα διευθυντή εξ ονόματος άλλου προσώπου εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του εντολέα τους και του/των πραγματικού/-ών δικαιούχου/-ων του εντολέα και τις κοινοποιούν, μαζί με την ιδιότητά τους, στις εταιρικές ή άλλες νομικές οντότητες. Οι εταιρικές ή άλλες νομικές οντότητες υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες στα μητρώα που συστήνονται δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final],
Οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες παρέχουν επίσης τις εν λόγω πληροφορίες στις υπόχρεες οντότητες, όταν οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με το κεφάλαιο III.
Άρθρο 48
Ξένες νομικές οντότητες και μορφώματα
1.Οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο των νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί εκτός της Ένωσης ή των ρητών εμπιστευμάτων ή παρεμφερών νομικών μορφωμάτων των οποίων η διαχείριση γίνεται εκτός της Ένωσης διατηρούνται στο κεντρικό μητρώο που αναφέρεται στο άρθρου 10 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final] που έχει συσταθεί από το κράτος μέλος στο οποίο οι εν λόγω οντότητες ή οι εμπιστευματοδόχοι σε ρητά εμπιστεύματα ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις σε παρεμφερή νομικά μορφώματα:
α)συνάπτουν επιχειρηματική σχέση με υπόχρεη οντότητα·
β)αποκτούν ακίνητο στο έδαφός τους.
2.Σε περίπτωση που η νομική οντότητα, ο εμπιστευματοδόχος στο ρητό εμπίστευμα ή το πρόσωπο που κατέχει ισοδύναμη θέση σε παρεμφερές νομικό μόρφωμα συνάπτει πολλαπλές επιχειρηματικές σχέσεις ή αποκτά ακίνητο σε διάφορα κράτη μέλη, πιστοποιητικό με την απόδειξη της εγγραφής των πληροφοριών του πραγματικού δικαιούχου σε κεντρικό μητρώο που τηρείται από ένα κράτος μέλος θεωρείται επαρκές αποδεικτικό εγγραφής.
Άρθρο 49
Κυρώσεις
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους εν λόγω κανόνες για τις κυρώσεις έως [6 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], μαζί με τη νομική βάση τους και την ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση για οποιαδήποτε τροποποίηση αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ
Άρθρο 50
Αναφορά ύποπτων συναλλαγών
1.Οι υπόχρεες οντότητες αναφέρουν στη ΜΧΠ όλες τις ύποπτες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων απόπειρας συναλλαγής.
Οι υπόχρεες οντότητες και, ανάλογα με την περίπτωση, οι διευθυντές και οι υπάλληλοί τους, συνεργάζονται πλήρως:
α)ενημερώνοντας άμεσα τη ΜΧΠ, με δική τους πρωτοβουλία, όταν η υπόχρεη οντότητα γνωρίζει, έχει υποψίες ή εύλογους λόγους να υποπτεύεται ότι τα κεφάλαια ανεξαρτήτως του ύψους τους συνιστούν έσοδα από εγκληματική δραστηριότητα ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς και ανταποκρινόμενες άμεσα σε αιτήματα της ΜΧΠ για συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν τέτοιες περιπτώσεις·
β)παρέχοντας αμελλητί στη ΜΧΠ, κατόπιν αιτήματός της, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), οι υπόχρεες οντότητες απαντούν σε αίτημα πληροφοριών της ΜΧΠ εντός 5 ημερών. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, οι ΜΧΠ είναι σε θέση να συντομεύσουν την εν λόγω προθεσμία σε 24 ώρες.
2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι υπόχρεες οντότητες αξιολογούν τις συναλλαγές που προσδιορίζονται δυνάμει του άρθρου 20 ως μη τυπικές προκειμένου να εντοπίσουν εκείνες τις συναλλαγές για τις οποίες μπορεί να υπάρχουν υπόνοιες ότι συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Μια υπόνοια βασίζεται στα χαρακτηριστικά του πελάτη, στο μέγεθος και τον χαρακτήρα της συναλλαγής ή της δραστηριότητας, στον σύνδεσμο μεταξύ διαφόρων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση είναι γνωστή στην υπόχρεη οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της συνοχής της συναλλαγής ή της δραστηριότητας με το προφίλ κινδύνου του πελάτη.
3.Έως [2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] η AMLA αναπτύσσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και τα υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή. Στους εν λόγω εκτελεστικούς τεχνικούς κανόνες διευκρινίζεται ο μορφότυπος που πρέπει να χρησιμοποιείται για την αναφορά των ύποπτων συναλλαγών δυνάμει της παραγράφου 1.
4.Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση για τη σύσταση αρχής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 421 final].
5.Η AMLA εκδίδει και επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα καθοδήγηση σχετικά με τους δείκτες ασυνήθιστης ή ύποπτης δραστηριότητας ή συμπεριφορών.
6.Το πρόσωπο που έχει διορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 διαβιβάζει τις πληροφορίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στη ΜΧΠ του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται η υπόχρεη οντότητα που τις διαβιβάζει.
Άρθρο 51
Ειδικές διατάξεις για την αναφορά ύποπτων συναλλαγών από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων οντοτήτων
1.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 50 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στις υπόχρεες οντότητες του άρθρου 3 σημείο 3) στοιχεία α), β) και δ) να διαβιβάζουν τις πληροφορίες του άρθρου 50 παράγραφος 1 σε αυτορρυθμιζόμενο φορέα που ορίζει το κράτος μέλος.
Ο οριζόμενος αυτορρυθμιζόμενος φορέας διαβιβάζει αμέσως αυτούσιες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στη ΜΧΠ.
2.Οι συμβολαιογράφοι, οι νομικοί και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες νομικούς, οι νόμιμοι ελεγκτές, οι εξωτερικοί λογιστές και οι φοροτεχνικοί απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1, στον βαθμό που η εν λόγω εξαίρεση αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνουν από ή σχετικά με πελάτη τους, κατά την αξιολόγηση της νομικής κατάστασης του εν λόγω πελάτη ή όταν τον υπερασπίζονται ή τον εκπροσωπούν σε δίκη ή σχετικά με δίκη, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών για την κίνηση ή την αποφυγή δίκης, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά τη δίκη.
Άρθρο 52
Συγκατάθεση της ΜΧΠ για την πραγματοποίηση μιας συναλλαγής
1.Οι υπόχρεες οντότητες απέχουν από τη διενέργεια συναλλαγών για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι σχετίζονται με προϊόντα εγκληματικών δραστηριοτήτων ή συνδέονται με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, προτού ολοκληρώσουν τις απαραίτητες ενέργειες κατά το άρθρο 50 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) και συμμορφωθούν με περαιτέρω συγκεκριμένες εντολές της ΜΧΠ ή άλλης αρμόδιας αρχής σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
2.Εφόσον η αποφυγή της διενέργειας των συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τις προσπάθειες δίωξης των δικαιούχων ύποπτης συναλλαγής, οι εμπλεκόμενες υπόχρεες οντότητες ενημερώνουν τη ΜΧΠ αμέσως μετά τη συναλλαγή.
Άρθρο 53
Γνωστοποίηση στη ΜΧΠ
Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση πληροφοριών από υπόχρεη οντότητα ή από υπάλληλο ή διευθυντή τέτοιας υπόχρεης οντότητας σύμφωνα με τα άρθρα 50 και 51 δεν αποτελεί παράβαση τυχόν συμβατικής ή νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής απαγόρευσης της γνωστοποίησης πληροφοριών, ούτε συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για την υπόχρεη οντότητα ή τους διευθυντές ή τους υπαλλήλους της, ακόμη κι αν οι περιστάσεις δεν τους επέτρεπαν να γνωρίζουν ακριβώς ποια ήταν η βασική εγκληματική δραστηριότητα και ανεξάρτητα από το εάν πράγματι υπήρξε παράνομη δραστηριότητα.
Άρθρο 54
Απαγόρευση γνωστοποίησης
1.Οι υπόχρεες οντότητες και οι διευθυντές και οι υπάλληλοί τους δεν γνωστοποιούν στον οικείο πελάτη ή σε τρίτους το γεγονός ότι διαβιβάζονται, θα διαβιβαστούν ή διαβιβάστηκαν πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 50 ή 51 ή ότι διεξάγεται ή μπορεί να διεξαχθεί ανάλυση όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
2.Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε γνωστοποιήσεις στις αρμόδιες αρχές και στους αυτορρυθμιζόμενους φορείς όταν ασκούν εποπτικές αρμοδιότητες, ή σε γνωστοποιήσεις για τους σκοπούς της διερεύνησης και της δίωξης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων.
3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η γνωστοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται μεταξύ υπόχρεων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή μεταξύ των εν λόγω οντοτήτων και των υποκαταστημάτων και θυγατρικών τους που βρίσκονται σε τρίτες χώρες, εφόσον τα εν λόγω υποκαταστήματα και οι εν λόγω θυγατρικές συμμορφώνονται πλήρως προς τις πολιτικές και τις διαδικασίες που ισχύουν σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 13, και εφόσον οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες ομίλου πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
4.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η γνωστοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται μεταξύ των υπόχρεων οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 3) στοιχεία α) και β), ή οντοτήτων από τρίτες χώρες που επιβάλλουν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του παρόντος κανονισμού, οι οποίες ασκούν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους, είτε σε σχέση εξαρτημένης εργασίας είτε όχι, στο πλαίσιο του ιδίου νομικού προσώπου ή της ευρύτερης δομής στην οποία υπάγεται το πρόσωπο και η οποία διαθέτει κοινή κυριότητα, διοίκηση ή έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις σχετικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ή των εταιρικών σχέσεων.
5.Όσον αφορά τις υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημεία 1), 2), 3) στοιχεία α) και β), σε περιπτώσεις που αφορούν τον ίδιο πελάτη και την ίδια συναλλαγή, στην οποία συμμετέχουν δύο ή περισσότερες υπόχρεες οντότητες, και κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η γνωστοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται μεταξύ των σχετικών υπόχρεων οντοτήτων, με την προϋπόθεση ότι ευρίσκονται στην Ένωση, ή με οντότητες σε τρίτη χώρα που επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του παρόντος κανονισμού, και ότι ανήκουν στην ίδια κατηγορία υπόχρεων οντοτήτων και υπόκεινται σε υποχρεώσεις όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
6.Όταν οι υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 3) στοιχεία α) και β) επιχειρούν να αποτρέψουν πελάτη από εμπλοκή σε παράνομη δραστηριότητα, αυτό δεν αποτελεί γνωστοποίηση κατά την έννοια της παραγράφου 1.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΕΙΩΝ
Άρθρο 55
Επεξεργασία ορισμένων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1.Στον βαθμό που είναι απολύτως απαραίτητο για τους σκοπούς της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να επεξεργάζονται τις ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τις ποινικές καταδίκες και τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού, εφόσον παρέχονται οι εγγυήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.
2.Οι υπόχρεες οντότητες είναι σε θέση να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καλύπτονται από το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)οι υπόχρεες οντότητες ενημερώνουν τους πελάτες τους ή τους δυνητικούς πελάτες τους ότι οι εν λόγω κατηγορίες δεδομένων μπορεί να υποβληθούν σε επεξεργασία για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·
β)τα δεδομένα προέρχονται από αξιόπιστες πηγές, είναι ακριβή και επικαιροποιημένα·
γ)η υπόχρεη οντότητα λαμβάνει μέτρα υψηλού βαθμού ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ιδίως σε ό,τι αφορά την εμπιστευτικότητα.
3.Επιπλέον της παραγράφου 2, οι υπόχρεες οντότητες είναι σε θέση να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καλύπτονται από το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τις συναφείς αξιόποινες πράξεις ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·
β)οι υπόχρεες οντότητες εφαρμόζουν διαδικασίες που επιτρέπουν τη διάκριση, κατά την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, μεταξύ ισχυρισμών, ερευνών, διαδικασιών και καταδικών, λαμβανομένου υπόψη του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, του δικαιώματος υπεράσπισης και του τεκμηρίου της αθωότητας.
4.Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις υπόχρεες οντότητες βάσει του παρόντος κανονισμού μόνον για τους σκοπούς της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο μη συμβατό προς τους σκοπούς αυτούς. Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων βάσει του παρόντος κανονισμού για εμπορικούς σκοπούς απαγορεύεται.
Άρθρο 56
Τήρηση αρχείων
1.Οι υπόχρεες οντότητες διατηρούν τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, για σκοπούς πρόληψης, εντοπισμού και διερεύνησης, από τη ΜΧΠ ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή, της ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:
α)αντίγραφο των εγγράφων και των πληροφοριών που λαμβάνονται κατά την εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη δυνάμει του κεφαλαίου III, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που ελήφθησαν με ηλεκτρονικά μέσα ταυτοποίησης και των αποτελεσμάτων των αναλύσεων που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 50·
β)τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και αρχεία των συναλλαγών, που συνίστανται στα πρωτότυπα έγγραφα ή στα αντίγραφα τα οποία γίνονται δεκτά σε δικαστικές διαδικασίες σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, τα οποία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των συναλλαγών.
2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι υπόχρεες οντότητες δύνανται να αποφασίσουν να αντικαταστήσουν τη διατήρηση αντιγράφων των πληροφοριών με διατήρηση των παραπομπών στις εν λόγω πληροφορίες, υπό τον όρο ότι ο χαρακτήρας και η μέθοδος της διατήρησης των εν λόγω πληροφοριών διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να παράσχουν αμέσως στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες και ότι οι πληροφορίες δεν μπορούν να τροποποιηθούν ή να αλλοιωθούν.
Οι υπόχρεες οντότητες που χρησιμοποιούν την παρέκκλιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ορίζουν στις εσωτερικές τους διαδικασίες που καταρτίζονται δυνάμει του άρθρου 7 τις κατηγορίες πληροφοριών των οποίων θα διατηρούν παραπομπές αντί αντιγράφων ή πρωτότυπων πληροφοριών, καθώς και τις διαδικασίες για την ανάκτηση των πληροφοριών που μπορούν να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτών.
3.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά τον τερματισμό της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη τους ή μετά την ημερομηνία πραγματοποίησης περιστασιακής συναλλαγής. Με τη λήξη της εν λόγω περιόδου διατήρησης, οι υπόχρεες οντότητες διαγράφουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Η περίοδος διατήρησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και σε ό,τι αφορά τα δεδομένα που είναι προσβάσιμα μέσω των κεντρικών μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 14 της οδηγίας [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final].
4.Όταν στις [η ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] εκκρεμούν σε κράτος μέλος νομικές διαδικασίες όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό, την έρευνα ή την άσκηση δίωξης όταν υπάρχουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και μια υπόχρεη οντότητα έχει πληροφορίες ή έγγραφα σχετικά με τις εν λόγω εκκρεμείς διαδικασίες, η υπόχρεη οντότητα μπορεί να διατηρεί τις εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για χρονικό διάστημα πέντε ετών από τις [η ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].
Τα κράτη μέλη μπορούν, με την επιφύλαξη της εθνικής ποινικής νομοθεσίας περί αποδεικτικών στοιχείων η οποία ισχύει για τις εν εξελίξει ποινικές έρευνες και νομικές διαδικασίες, να επιτρέπουν ή να απαιτούν τη διατήρηση των πληροφοριών ή των εγγράφων αυτών για περαιτέρω διάστημα πέντε ετών όταν έχει διαπιστωθεί ο αναγκαίος και αναλογικός χαρακτήρας αυτής της περαιτέρω διατήρησης για την πρόληψη, τον εντοπισμό, την έρευνα ή την άσκηση δίωξης όταν υπάρχουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Άρθρο 57
Παροχή αρχείων στις αρμόδιες αρχές
Οι υπόχρεες οντότητες διαθέτουν συστήματα που τους παρέχουν τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται πλήρως και ταχέως σε ερωτήματα της ΜΧΠ ή άλλων αρμόδιων αρχών, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, ως προς το αν διατηρούν ή είχαν διατηρήσει, για ένα διάστημα πέντε ετών πριν από τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος, επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα, καθώς και ως προς το είδος αυτής της επιχειρηματικής σχέσης, μέσα από ασφαλείς διαύλους και με τρόπο που να εξασφαλίζει πλήρως το απόρρητο των ερευνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων από ανώνυμα μέσα
Άρθρο 58
Ανώνυμοι λογαριασμοί και μετοχές στον κομιστή και δικαιώματα αγοράς μετοχών στον κομιστή
1.Τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων απαγορεύεται να τηρούν ανώνυμους λογαριασμούς, ανώνυμα βιβλιάρια καταθέσεων, ανώνυμες θυρίδες ασφαλείας ή ανώνυμα πορτοφόλια κρυπτοστοιχείων καθώς και οιονδήποτε λογαριασμό ο οποίος επιτρέπει με άλλο τρόπο την ανωνυμοποίηση του κατόχου λογαριασμού πελάτη.
Οι κάτοχοι και οι δικαιούχοι υφιστάμενων ανώνυμων λογαριασμών, ανώνυμων βιβλιαρίων καταθέσεων, ανώνυμων θυρίδων ασφαλείας ή πορτοφολιών κρυπτοστοιχείων υπόκεινται σε μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη προτού χρησιμοποιήσουν τους εν λόγω λογαριασμούς, βιβλιάρια καταθέσεων, θυρίδες ασφαλείας ή πορτοφόλια κρυπτοστοιχείων με οιονδήποτε τρόπο.
2.Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενεργούν ως αγοραστές δεν δέχονται τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες που έχουν εκδοθεί σε τρίτες χώρες, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 22 βάσει αποδεδειγμένου χαμηλού κινδύνου.
3.Οι επιχειρήσεις απαγορεύεται να εκδίδουν μετοχές στον κομιστή και μετατρέπουν όλες τις υφιστάμενες μετοχές στον κομιστή σε ονομαστικές μετοχές έως [2 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Ωστόσο, οι εταιρείες με τίτλους εισηγμένους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή των οποίων οι μετοχές εκδίδονται ως τίτλοι που βρίσκονται στην κατοχή του μεσολαβητή επιτρέπεται να διατηρούν μετοχές στον κομιστή.
Οι εταιρείες απαγορεύεται να εκδίδουν στον κομιστή δικαιώματα αγοράς μετοχών οι οποίες δεν είναι σε διαμεσολαβημένη μορφή.
Άρθρο 59
Όρια συναλλαγών μεγάλων ποσών σε μετρητά
1.Τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες μπορούν να εισπράττουν ή να καταβάλλουν πληρωμή σε μετρητά μόνο έως του ποσού των 10 000 EUR ή του ισόποσου σε εθνικό ή ξένο νόμισμα, ανεξαρτήτως του αν η συναλλαγή διενεργείται με μία και μόνη πράξη ή με περισσότερες της μιας πράξεις που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους.
2.Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν χαμηλότερα όρια κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης 98/415/ΕΚ του Συμβουλίου. Τα εν λόγω χαμηλότερα όρια κοινοποιούνται στην Επιτροπή εντός 3 μηνών από τη θέσπιση του μέτρου σε εθνικό επίπεδο.
3.Όταν υφίστανται ήδη όρια σε εθνικό επίπεδο τα οποία δεν υπερβαίνουν το όριο που ορίζεται στην παράγραφο 1, αυτά εξακολουθούν να ισχύουν. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εν λόγω όρια εντός 3 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
4.Το όριο της παραγράφου 1 δεν ισχύει για:
α)πληρωμές μεταξύ φυσικών προσώπων τα οποία δεν ενεργούν υπό επαγγελματική ιδιότητα·
β)πληρωμές ή καταθέσεις που πραγματοποιούνται στους χώρους πιστωτικών ιδρυμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πιστωτικό ίδρυμα αναφέρει στη ΜΧΠ την πληρωμή ή την κατάθεση που υπερβαίνει το όριο.
5.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν υπό την επαγγελματική τους ιδιότητα και για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι παραβιάζουν το όριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 ή χαμηλότερο όριο που θεσπίζουν τα κράτη μέλη.
6.Το συνολικό επίπεδο των κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, κατά τρόπο ώστε να παράγει αποτελέσματα αναλογικά προς τη σοβαρότητα της παραβίασης και, ως εκ τούτου, να αποθαρρύνει αποτελεσματικά τη διάπραξη περαιτέρω αδικημάτων παρόμοιας φύσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 60
Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις
1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2.Η προβλεπόμενη στα άρθρα 23, 24 και 25 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].
3.Η προβλεπόμενη στα άρθρα 23, 24 και 25 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4.Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6.Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 23, 24 και 25 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός ενός μηνός από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά ένα μήνα με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 61
Επιτροπή
1.Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συστάθηκε βάσει του άρθρου 28 του κανονισμού [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση αναδιατύπωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 – COM(2021) 422 final]. Η επιτροπή αυτή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2.Όποτε γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 62
Επανεξέταση
Έως [5 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια ανά τριετία, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 63
Εκθέσεις
Έως [3 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή υποβάλλει εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις οποίες αξιολογούνται η ανάγκη και η αναλογικότητα:
α)της μείωσης του ποσοστού για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου των νομικών οντοτήτων·
β)της περαιτέρω μείωσης για τις συναλλαγές μεγάλων ποσών σε μετρητά.
Άρθρο 64
Σχέση με την οδηγία 2015/849
Οι παραπομπές στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 θεωρούνται παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία [να εισαχθεί παραπομπή – πρόταση 6ης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – COM(2021) 423 final] και θα ερμηνεύονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που καθορίζεται στο παράρτημα IV.
Άρθρο 65
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται [3 έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του].
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος