ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 12.9.2018
COM(2018) 645 final
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠHΣ
Για την ισχυροποίηση του ενωσιακού πλαισίου προληπτικής εποπτείας και εποπτείας της καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
1.Εισαγωγή
Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης στηρίζεται σε ένα ισχυρό κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο που αναμορφώθηκε ριζικά κατά τα τελευταία έτη προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η ευρωστία των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το ενισχυμένο πλαίσιο προβλέπει τώρα μια τραπεζική ένωση, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Οι δύο πρώτοι πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης θεσπίστηκαν με επιτυχία, θέτοντας το τραπεζικό σύστημα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη υπό την κοινή ευθύνη ενός ενιαίου εποπτικού μηχανισμού και ενός ενιαίου μηχανισμού εξυγίανσης, υποστηριζόμενων από ένα ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για την Ένωση στο σύνολό της. Για να στηρίξει τη συγκλίνουσα και αποτελεσματική χρηματοπιστωτική εποπτεία σε ολόκληρη την Ένωση, η Επιτροπή υπέβαλε επίσης νομοθετικές προτάσεις για την ενίσχυση των εντολών και της διακυβέρνησης των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών. Οι εν λόγω προτάσεις έχουν καίρια σημασία για την Ένωση Κεφαλαιαγορών και πρέπει να εγκριθούν γρήγορα.
Ένα ισχυρό και αξιόπιστο σύστημα για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί ουσιαστικό μέρος του εν λόγω πλαισίου, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία των ενώσεων τραπεζών και κεφαλαιαγορών. Ενώ το ισχύον σύστημα έχει βελτιωθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, απαιτούνται ταχείες νομοθετικές και μη νομοθετικές δράσεις προκειμένου να αντιμετωπιστούν ορισμένες ελλείψεις που εντοπίστηκαν.
Το πλαίσιο της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει ενισχυθεί σημαντικά με την έκδοση της τέταρτης οδηγίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Η πέμπτη οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία τέθηκε σε ισχύ στα τέλη Ιουλίου 2018 για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2020, θα επιφέρει περαιτέρω σημαντικές βελτιώσεις. Υπερβαίνει τα διεθνή πρότυπα και περιλαμβάνει μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τους πραγματικούς δικαιούχους, ενισχύει το πλαίσιο για την αξιολόγηση των τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου, αντιμετωπίζει τους κινδύνους που συνδέονται με τις ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες και τα εικονικά νομίσματα, και περιλαμβάνει κανόνες για τη συνεργασία μεταξύ της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της προληπτικής εποπτείας.
Παρά το ενισχυμένο αυτό νομοθετικό πλαίσιο, αρκετές πρόσφατες περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στις ευρωπαϊκές τράπεζες δημιούργησαν ανησυχίες ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κενά στο εποπτικό πλαίσιο της Ένωσης. Ειδικότερα, δεν υπάρχει σαφής καμία διάρθρωση μεταξύ των κανόνων για την προληπτική εποπτεία και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης ανησυχίες για τις καθυστερήσεις στις εποπτικές αντιδράσεις και τις ελλείψεις όσον αφορά τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών - τόσο σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ των αρχών προληπτικής εποπτείας και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο, μεταξύ των αρχών των διαφόρων κρατών μελών ή τρίτων χωρών.
Ενώ οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, έχουν αντίκτυπο στη φήμη του και η Ένωση πρέπει να αναλάβει ταχεία και αποφασιστική δράση για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που εντοπίστηκαν και την περαιτέρω μείωση των κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης που απορρέουν από τις δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Οι ανησυχίες αυτές διατυπώθηκαν και από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διοργανώθηκαν πολλές ακροάσεις σε απάντηση στα πρόσφατα σκάνδαλα, ενώ στο Συμβούλιο, το θέμα τέθηκε από τους υπουργούς οικονομικών, πιο πρόσφατα από την Ευρωομάδα του Προέδρου της Ευρωομάδας, στην επιστολή του της 25ης Ιουνίου 2018 προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Tusk. Η γαλλογερμανική δήλωση του Meseberg και ο χάρτης πορείας που εκδόθηκε στις 19 Ιουνίου 2018 επισημαίνει αυτό το ζήτημα.
Ως αρχική απάντηση, τον Μάιο 2018, η Επιτροπή κάλεσε τους προέδρους των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, τον πρόεδρο της επιτροπής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών και τον πρόεδρο του εποπτικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να συστήσουν μεικτή ομάδα εργασίας για την έναρξη συλλογικού προβληματισμού σχετικά με τους τρόπους βελτίωσης του ισχύοντος πλαισίου συνεργασίας μεταξύ εποπτικών αρχών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των αρχών προληπτικής εποπτείας.
Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα ανακοίνωση, μαζί με τη συνοδευτική νομοθετική πρόταση, καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για την περαιτέρω ενίσχυση της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών στην Ένωση για τους σκοπούς της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η αποφασιστική δράση από όλες τις οικείες αρχές θα προωθήσει περαιτέρω την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και της Τραπεζικής Ένωσης ειδικότερα, θα συμβάλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και θα μειώσει περαιτέρω το οικονομικό έγκλημα στην Ένωση.
2.Γιατί είναι αναγκαία η δράση της ΕΕ
Η ΕΕ διαθέτει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ενσωματώνει τα διεθνή πρότυπα της ειδικής ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης, αλλά προβλέπει επίσης πρόσθετες διασφαλίσεις για την εξασφάλιση ασφαλούς και εύρυθμου χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ. Ακρογωνιαίος λίθος αυτού του πλαισίου καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και άλλες οντότητες, καλούνται να θέσουν σε εφαρμογή εσωτερικά συστήματα για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε σχέση με την επιχείρησή τους και για τη διαχείριση των κινδύνων αυτών. Το εποπτικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας περιέχεται σε ένα μόνο μέσο, στην οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που εφαρμόζεται επίσης σε ορισμένους παράγοντες εκτός του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακολουθεί μια εθνική προσέγγιση, με βάση την εποπτεία της χώρας υποδοχής, με ελάχιστη μόνον εναρμόνιση των εποπτικών αρμοδιοτήτων, και καμία εναρμόνιση των εξουσιών των εποπτικών αρχών.
Το καθήκον της μείωσης των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ξεχωριστό, αλλά συνδέεται στενά με τα καθήκοντα των εποπτικών αρχών, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ευρωστία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η ευρωστία και σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος εν γένει. Το καθήκον αυτό διεκπεραιώνεται με βάση το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, το οποίο συνίσταται σε μια σειρά νομοθετικών πράξεων που καλύπτουν διάφορους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Οι εξουσίες προληπτικής εποπτείας είναι ευρέως εναρμονισμένες και οι αρμοδιότητες ανατίθενται κυρίως στην αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Στην περίπτωση των τραπεζών, από τη θέσπιση του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού οι εποπτικές εξουσίες στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην τραπεζική ένωση μοιράζονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εθνικών αρμόδιων αρχών.
Το παρόν ισχύον πλαίσιο περιλαμβάνει διαφορετικές αρχές σε όλες τις δικαιοδοσίες, με διαφορετικά εποπτικά καθήκοντα, εξουσίες και αρμοδιότητες. Για να είναι αποτελεσματικές, οι εν λόγω αρχές πρέπει να συνεργάζονται στενά. Η πέμπτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα άρει τα εμπόδια στη συνεργασία μεταξύ της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
. Ωστόσο, απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί αποτελεσματική συνεργασία στον τομέα της εποπτείας, ιδίως όταν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λειτουργούν διασυνοριακά.
a)Εποπτεία της συμμόρφωσης με την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Η οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βασίζεται στην ελάχιστη εναρμόνιση. Περιλαμβάνει υψηλού επιπέδου αρχές και ορισμένες λεπτομερείς οδηγίες για τις εποπτικές αρχές. Αυτό αφήνει περιθώρια στα κράτη μέλη ως προς την εφαρμογή και έχει οδηγήσει σε διαφορετικές εθνικές εποπτικές πρακτικές. Δεν υπάρχει επί του παρόντος υποχρεωτικός μηχανισμός ή λεπτομερής καθοδήγηση για τη διασφάλιση της συνεχούς και διαρθρωμένης συνεργασίας μεταξύ των αρχών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και των αρχών προληπτικής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση, και υπάρχει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται και πότε. Το πεδίο των εξουσιών των εποπτικών αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν προσδιορίζεται λεπτομερώς. Επιπλέον, ο συντονισμός με τις τρίτες χώρες παραμένει κατακερματισμένος.
β)
Συνεκτίμηση των θεμάτων που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες από τις εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπό την εποπτική της ιδιότητα
Υπάρχουν σαφείς δεσμοί μεταξύ της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της προληπτικής εποπτείας: Η αδυναμία αντιμετώπισης των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ευρωστία των επιμέρους ιδρυμάτων, την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, η νομοθεσία για την προληπτική εποπτεία απαιτεί από τις εποπτικές αρχές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να εξετάζουν πτυχές που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου τους.
Ωστόσο, στην πράξη, οι εποπτικές αρχές υπόκεινται σε διαφορετικούς εθνικούς κανόνες μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στη νομοθεσία δεν έχουν συμπληρωθεί με εναρμονισμένη καθοδήγηση. Επιπλέον, παρά τη σαφή αρμοδιότητα για την απόσυρση των αδειών σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων των κανόνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που κατοχυρώνονται τόσο από το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας όσο και από το πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δεν υπάρχει επαρκής σαφήνεια όσον αφορά τους όρους ανάκλησης των αδειών. Η συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών και των φορέων εποπτείας της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εξαρτάται επίσης σε μεγάλο βαθμό από την καλή πίστη και τη βούληση των αρμόδιων αρχών.
Στην Τραπεζική Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν είναι υπεύθυνη για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που ορίζονται στην οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπό την εποπτική της αρμοδιότητα, είναι επιφορτισμένη με την άμεση εποπτεία των σημαντικών ιδρυμάτων και, ως εκ τούτου, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις προαναφερόμενες προκλήσεις. Πρόσθετες προκλήσεις απορρέουν από την υποχρέωσή της να εφαρμόζει και να βασίζεται, για τις πτυχές προληπτικής εποπτείας που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των οδηγιών της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό. Η αποκλίνουσα εθνική νομοθεσία της τραπεζικής ένωσης οδηγεί σε σημαντικές διαφορές όσον αφορά τις πληροφορίες που μπορεί να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τις δυνατότητες προσέγγισης των εθνικών μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή των αρχών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και τα διαθέσιμα μέσα εποπτείας, ανάλογα με τη χώρα καταγωγής της οικείας τράπεζας.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπό την εποπτική της ιδιότητα, έχει επίσης αναλάβει ορισμένες αρμοδιότητες έναντι λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων στην Τραπεζική Ένωση, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων εκτιμήσεων σχετικά με κινδύνους στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες τόσο από εθνικές αρχές προληπτικής εποπτείας όσο και από εποπτικές αρχές της διαδικασίας νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το πεδίο εφαρμογής των οποίων μπορεί να διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα.
γ)
Ο ρόλος των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών
Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές έχουν λάβει ειδική εντολή στους ιδρυτικούς κανονισμούς τους να διασφαλίζουν ότι οι κανόνες προληπτικής εποπτείας και το πλαίσιο καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες της Ένωσης εφαρμόζονται με συνέπεια, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα. Επιπλέον, η οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εξουσιοδοτεί τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές να προωθούν τη σύγκλιση στην εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε συγκεκριμένες πτυχές, με την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών και την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων.
Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών αυτών των αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της επιτροπής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, υποεπιτροπής της μεικτής επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν οι εποπτικές αρχές της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι διατομεακοί κανόνες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα περισσοτέρων ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών πρέπει να εγκρίνονται από όλα τα αρμόδια συμβούλια εποπτών. Στην πράξη, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών είναι η πιο δραστήρια σε θέματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οι εργασίες της δεν περιορίζονται στις κοινές δράσεις.
Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί απλώς ένα από τα πολλά καθήκοντα των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών και, ως εκ τούτου, υπάρχει ανταγωνισμός για τους πόρους. Επιπλέον, η δυσκίνητη και χρονοβόρα διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής, σε συνδυασμό με τους διάφορους βαθμούς ιεράρχησης των θεμάτων που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες από τις τρεις αρχές, έχει μέχρι στιγμής καταστήσει τον ρόλο τους μάλλον περιορισμένο.
3.Μια στρατηγική απρόσκοπτης εποπτικής συνεργασίας
Η έκδοση της πέμπτης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του πλαισίου. Η αποτελεσματική καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένου του φορολογικού εγκλήματος, απαιτεί την ορθή εφαρμογή των νέων κανόνων και την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των διαφόρων αρχών.
Ωστόσο, είναι αναγκαίο να καθοριστεί μια ευρύτερη στρατηγική που θα εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα και την ευρωστία της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και αγορών όσον αφορά την αντιμετώπιση των προκλήσεων που απορρέουν από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας αποτελεί κοινό στόχο των πλαισίων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και προληπτικής εποπτείας, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν απαιτείται μόνο η σαφής οριοθέτηση των καθηκόντων των διαφόρων αρχών, αλλά και η συντονισμένη και αμοιβαία ενίσχυση της χρήσης ολόκληρου του φάσματος των εξουσιών που έχουν στη διάθεσή τους, καθώς και η ομαλή ανταλλαγή και η δομημένη ροή των σχετικών πληροφοριών.
Η προτεινόμενη στρατηγική βασίζεται στην ανάλυση της προαναφερόμενης κοινής ομάδας εργασίας που συγκαλείται από την Επιτροπή. Περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμες νομοθετικές και μη νομοθετικές πρωτοβουλίες, σε συνδυασμό με πιο φιλόδοξους μακροπρόθεσμους στόχους, οι οποίοι αναμένεται να ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ των πλαισίων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
3.1.Βραχυπρόθεσμες νομοθετικές πρωτοβουλίες
Πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως ορισμένα ζητήματα μέσω τροποποιήσεων της νομοθεσίας. Πολλές βασικές τροποποιήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις στο εποπτικό πλαίσιο των κινδύνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, ως εκ τούτου, να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου στον χρηματοπιστωτικό τομέα, θα μπορούσαν να εξεταστούν ήδη στο πλαίσιο των υπό εξέλιξη νομοθετικών διαπραγματεύσεων.
3.2.1 Βελτίωση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας των τραπεζών — Αλλαγές στην οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις
Ενώ η πέμπτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ενισχύει τις απαιτήσεις για τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων εθνικών αρχών και βελτιώνει τη διασυνοριακή συνεργασία, ορισμένες διατάξεις της τομεακής νομοθεσίας, και ιδίως η οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, ενδέχεται να επηρεάσουν ακούσια τη συνεργασία για θέματα αντιμετώπισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ειδικότερα, το καθεστώς αυστηρής εμπιστευτικότητας σε συνδυασμό με την απουσία σαφούς υποχρέωσης των αρχών προληπτικής εποπτείας για συνεργασία με τις σχετικές αρχές και φορείς καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, είναι προβληματικές.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υποβάλει δύο σχετικές τροπολογίες στην πρόταση της Επιτροπής του Νοεμβρίου 2016 για την τροποποίηση της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (μέρος της δέσμης μέτρων για τη μείωση των κινδύνων), όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και το καθήκον συνεργασίας μεταξύ αρχών και φορέων προληπτικής εποπτείας και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η Επιτροπή υποστηρίζει σθεναρά τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και το καθήκον συνεργασίας μεταξύ αρχών και φορέων προληπτικής εποπτείας και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:
·Στο πλαίσιο της βελτίωσης των απαιτήσεων ανταλλαγής πληροφοριών, όλες οι αρμόδιες αρχές και φορείς που λαμβάνουν, αναλύουν και επεξεργάζονται τις πληροφορίες που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να καλύπτονται ρητά από την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου·
·Όσον αφορά το καθήκον συνεργασίας, όλες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παραπέμπουν διαφωνίες σχετικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα μπορούσε επίσης να λάβει ρητή εντολή να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών, ιδίως σε διασυνοριακή κλίμακα, καθώς και στο πλαίσιο του εντοπισμού παραβιάσεων κανόνων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
3.2.2 Ενδυνάμωση της εποπτικής σύγκλισης - ενισχυμένη πρόταση σχετικά με την ανασκόπηση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών
Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές ήδη συμβάλλουν στην παρακολούθηση των κινδύνων που συνδέονται με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και έχουν μια σειρά εξουσιών που ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν πλήρως προκειμένου να ενισχύσουν τη συμβολή τους στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν πιο τολμηρά μέτρα ώστε οι κίνδυνοι για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες να ενσωματώνονται συστηματικά, αποτελεσματικά και με συνέπεια στις στρατηγικές και τις πρακτικές εποπτείας όλων των σχετικών αρχών. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου.
Η πρόταση της Επιτροπής του Σεπτεμβρίου 2017 για την αναθεώρηση των ιδρυτικών κανονισμών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών αποσκοπεί στην ενίσχυση της ικανότητας των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών να διασφαλίζουν συγκλίνουσα και αποτελεσματική χρηματοπιστωτική εποπτεία με την ενίσχυση των εντολών τους, την καθιέρωση ενός πιο ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης και την παροχή στις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές ενός πιο κατάλληλου μηχανισμού χρηματοδότησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή ενθαρρύνει τους συννομοθέτες να καταλήξουν σε ταχεία συμφωνία σχετικά με την πρόταση αυτή.
Ωστόσο, όσον αφορά τον ρόλο των αρχών αυτών στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απαιτούνται περαιτέρω αλλαγές για την επίτευξη ενός αποτελεσματικότερου συστήματος. Προκειμένου να διασφαλιστεί η υψηλής ποιότητας επιτήρηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ο αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ των διαφόρων αρχών σε όλα τα κράτη μέλη, οι αρμοδιότητες που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα πρέπει να ανατίθενται ειδικά σε μία από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, και συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Η εντολή της πρέπει να είναι πιο σαφής και ολοκληρωμένη, να συνοδεύεται από ένα σαφές σύνολο καθηκόντων, αντίστοιχων εξουσιών και επαρκών πόρων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή τροποποίησε σήμερα την υφιστάμενη πρόταση για την τροποποίηση των ιδρυτικών κανονισμών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, με στόχο την ενίσχυση της εντολής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με τέσσερις τρόπους.
I.Βελτιστοποίηση της χρήσης της εμπειρογνωμοσύνης και των πόρων που διατίθενται ειδικά για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Προτείνεται οι πόροι και η εμπειρογνωμοσύνη που είναι επί του παρόντος διασκορπισμένοι στις τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και στην ειδική υποεπιτροπή της μεικτής επιτροπής να συγκεντρωθούν σε κεντρικό επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και να δοθεί μια πιο εύρωστη δομή στήριξης. Η συγκέντρωση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ενδείκνυται, δεδομένου ότι στον τραπεζικό τομέα, οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι πιθανότερο να έχουν συστημικό αντίκτυπο.
Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συμμετοχή και η εκπροσώπηση σε ενδεδειγμένο επίπεδο όλων των εθνικών αρχών εποπτείας της καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που είναι υπεύθυνες για όλες τις ενδιαφερόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα όσον αφορά τα συναφή με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ρυθμιστικά καθήκοντα, όπως η κατάρτιση δεσμευτικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Για τους σκοπούς αυτούς, η τρέχουσα μεικτή επιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να μετατραπεί σε μόνιμη επιτροπή της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Θα πρέπει να αποτελείται από τους επικεφαλής όλων των εθνικών εποπτικών αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες , όπως συμβαίνει και με την επιτροπή εξυγίανσης που συστάθηκε δυνάμει του άρθρο 127 της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών.
II.Αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής και του περιεχομένου των καθηκόντων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Λαμβάνοντας υπόψη τον οριζόντιο χαρακτήρα των σχετικών με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προβληματισμών, προτείνεται τα σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών να εξειδικεύονται λεπτομερέστερα στον ιδρυτικό κανονισμό, όπως συμβαίνει ήδη όσον αφορά τα καθήκοντα που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα αποκτήσει ειδικές αρμοδιότητες στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ η μεικτή επιτροπή θα ασχολείται με διατομεακές πτυχές σχετικές με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούν την εμπειρογνωμοσύνη της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών. Τα καθήκοντα κεντρικής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών θα καλύπτουν τις υπόχρεες οντότητες που αναφέρονται στην οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών σχετικά με τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, καθώς και τις εποπτικές αρχές των εν λόγω οργάνων.
III.Ισχυροποίηση των εργαλείων για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Για τα συγκεκριμένα καθήκοντα που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, προτείνεται σειρά μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εργασίες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι πιο αποδοτικές, αποτελεσματικές και ιεραρχημένες:
·Με βάση τις ανεξάρτητες ανασκοπήσεις που περιέχονται στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα πρέπει να διενεργεί περιοδικές ανεξάρτητες ανασκοπήσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων από την προτεινόμενη μόνιμη επιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η συγκεκριμένη μορφή και το πεδίο εφαρμογής κάθε ατομικής επανεξέτασης θα μπορούσαν να προσαρμοστούν για την αντιμετώπιση τυχόν αναγκών και ζητημάτων στην εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή με μελλοντοστραφή τρόπο·
·Σε περίπτωση που η επανεξέταση αποκαλύψει σοβαρές ελλείψεις στον εντοπισμό, την αξιολόγηση ή την αντιμετώπιση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Αρχή θα πρέπει να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή·
·Για τους σκοπούς της εκπλήρωσης των καθηκόντων της στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών πρέπει να καταστεί ο κόμβος δεδομένων σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Ένωση και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι σε θέση να συλλέγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και δεδομένα σχετικά με ζητήματα που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, από τις αρχές εποπτείας της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και από τις αρχές προληπτικής εποπτείας, οι οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν εμπιστευτικά δεδομένα σχετικά με συγκεκριμένες υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και τα τυχόν ευρήματα σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε μεμονωμένες αξιολογήσεις καταλληλότητας·
·Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα πρέπει επίσης να διενεργεί τακτικά αξιολόγηση κινδύνου για τη δοκιμή των στρατηγικών και των πόρων στο πλαίσιο των σημαντικότερων αναδυόμενων κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τα πορίσματα αυτά κατά τη γνώμη την οποία υποχρεούται να διατυπώσει για τους σκοπούς της εξαμηνιαίας υπερεθνικής αξιολόγησης κινδύνων, η οποία διενεργείται από την Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·
·Τέλος, θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών να επιβάλλει κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της που σχετίζονται με παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου ή δεσμευτική διαμεσολάβηση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μπορεί να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές να διερευνούν περιπτώσεις κατά τις οποίες εικάζεται ότι οι φορείς εκμετάλλευσης του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επιπλέον, όταν η Αρχή λαμβάνει αποφάσεις στο πλαίσιο των υφιστάμενων διαδικασιών για παραβιάσεις του νόμου ή δεσμευτική διαμεσολάβηση, και μια εθνική αρχή δεν συμμορφώνεται με τις αποφάσεις αυτές, η Αρχή θα πρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να είναι σε θέση να εκδίδει αποφάσεις απευθυνόμενες άμεσα στους φορείς του χρηματοπιστωτικού τομέα , απαιτώντας από αυτούς να συμμορφώνονται προς τις νομικές υποχρεώσεις τους όχι μόνο βάσει του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου, αλλά και βάσει της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά των οδηγιών ή την άσκηση δυνατοτήτων επιλογής που παραχωρούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης.
Τα εργαλεία αυτά θα επιτρέψουν τη συνολική και επικαιροποιημένη ανάλυση των πλεονεκτημάτων και των αδυναμιών στην εποπτεία, καθώς και την έκφραση απόψεων σχετικά με απειλές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τάσεις που ενδέχεται να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.
IV.Ενίσχυση του συντονιστικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για διεθνή ζητήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Τέλος, προτείνεται να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σαφή αρμοδιότητα όσον αφορά το συντονισμό ουσιωδών εποπτικών ζητημάτων που σχετίζονται με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε διεθνές επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα πρέπει ιδίως να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον συντονισμό της συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών σε περιπτώσεις που με διασυνοριακή διάσταση.
3.2.Βραχυπρόθεσμα μέτρα μη νομοθετικού χαρακτήρα
Για να αντιμετωπιστούν αμέσως ορισμένα από τα πρακτικά εμπόδια που εμποδίζουν την κατάλληλη συνεργασία, είναι αναγκαία τα προληπτικά συντονισμένα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές. Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, καθώς και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενεργώντας υπό την εποπτική της ιδιότητα, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις υφιστάμενες εξουσίες τους για να ενισχύσουν την τρέχουσα εφαρμογή του πλαισίου.
Ενέργειες των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών
Τα μέτρα θα πρέπει πρώτα να επικεντρώνονται στις πτυχές που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα, δεδομένης της ιδιαίτερης σημασίας της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για τις τράπεζες, και των πιθανών συστημικών επιπτώσεων για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ενθαρρύνεται να αναλάβει ηγετικό ρόλο, να δρομολογήσει τα μέτρα που περιγράφονται παρακάτω, να μοιραστεί την εμπειρογνωμοσύνη της και να συντονίσει το έργο με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.
·Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών καλείται να προβεί αρχικά σε μια διαδικασία απολογισμού που θα επιτρέψει τον συνολικό προσδιορισμό των διαφόρων ζητημάτων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με την προληπτική προοπτική, καθώς και τη χαρτογράφηση σε επίπεδο Ένωσης των υφιστάμενων πρακτικών όσον αφορά την προληπτική εποπτεία όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο απολογισμός θα πρέπει επίσης να περιγράφει τα χαρακτηριστικά των ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ αρχών και φορέων προληπτικής εποπτείας και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τόσο εντός των κρατών μελών όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο. Αυτό θα πρέπει να οδηγήσει στον εντοπισμό βέλτιστων εποπτικών πρακτικών, καθώς και πιθανών ελλείψεων.
·Βάσει της διαδικασίας απολογισμού, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών καλείται να εγκρίνει κοινή καθοδήγηση για τη στήριξη των εποπτικών αρχών της Ένωσης στην κατάλληλη και συνεπή αναφορά των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στις δραστηριότητές τους. Ειδικότερα, η Αρχή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις υφιστάμενες εντολές για την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών και σχεδίων τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να ενσωματώνουν τις πτυχές της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στα διάφορα εργαλεία τους. Η καθοδήγηση πρέπει να δίνει έμφαση στους τρόπους βελτίωσης της συνεργασίας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εποπτείας.
·Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών καλείται επίσης να αναλύσει τον αντίκτυπο των διαφορετικών προσεγγίσεων που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων όσον αφορά την προληπτική εποπτεία (δηλαδή τον έλεγχο της χώρας καταγωγής, την ενοποιημένη εποπτεία) και την εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (π.χ. έλεγχος της χώρας υποδοχής, ανταλλαγή πληροφοριών). Αυτό θα πρέπει να καθοδηγεί τις αρχές προληπτικής εποπτείας των διασυνοριακών ομίλων κατά τον προσδιορισμό των σχετικών αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
·Όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες , η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σε συντονισμό με τις άλλες δύο Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, κατά περίπτωση, καλείται να παρακολουθεί στενά την εφαρμογή των κοινών κατευθυντήριων γραμμών για την εποπτεία βάσει κινδύνου, ώστε να δίνει συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώθηκαν στην έκθεση υπερεθνικής εκτίμησης των κινδύνων που πραγματοποίησε η Επιτροπή το 2017. Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές πρέπει να τονίσουν, στην επικείμενη κοινή γνώμη τους σχετικά με τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην Ένωση, τις στρατηγικές πτυχές της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και τα σχετικά πορίσματα, συμπεριλαμβανομένων πιθανών τρόπων για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που τυχόν έχουν διαπιστωθεί.
·Επιπλέον, οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές καλούνται να επεκτείνουν τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές για την εποπτεία βάσει κινδύνου, προκειμένου να προσδιορίσουν κοινές διαδικασίες και μεθοδολογίες για την εποπτεία και την αξιολόγηση από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες της συμμόρφωσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τους κανόνες περί καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές ενθαρρύνονται επίσης να εκδίδουν ουσιαστικές κατευθυντήριες γραμμές που να καλύπτουν λεπτομερώς τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συστημάτων καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της προληπτικής εποπτείας, καθώς και την προώθηση της σύστασης σωμάτων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
·Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών θα πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Θα πρέπει να προβεί σε αυστηρή επανεξέταση των δραστηριοτήτων των αρχών που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συνοδευόμενη από συγκεκριμένες συστάσεις προς τις εν λόγω αρχές και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό επακολούθησης. Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει πλήρως τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στα αιτήματα της Επιτροπής σχετικά με τις έρευνες για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και ενθαρρύνει τη συνεχή χρήση των εν λόγω εργαλείων από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για τον εντοπισμό αδικαιολόγητων εποπτικών πρακτικών.
·Όσον αφορά τις διεθνείς πτυχές της συνεργασίας σε θέματα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η Επιτροπή υποστηρίζει ένα πιο προορατικό ρόλο για την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και τη δημιουργία επαφών με τις αρχές τρίτων χωρών, σύμφωνα με την τρέχουσα εντολή της. Καλείται να χαράξει στρατηγική συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα συμφέροντα της Ένωσης στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες λαμβάνονται δεόντως και με συνέπεια υπόψη από τις εν λόγω αρχές.
Δράση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπό την εποπτική της ιδιότητα
Μέχρι σήμερα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έπρεπε να βασίζεται κυρίως στην προθυμία των εθνικών εποπτικών αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αποτελεί πλέον προτεραιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συνάψει με αρχές της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ένα πολυμερές μνημόνιο συνεννόησης για την ανταλλαγή πληροφοριών έως τις 10 Ιανουαρίου 2019, όπως απαιτείται από την πέμπτη οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό όλες οι αρχές προληπτικής εποπτείας να αποσαφηνίσουν τις πρακτικές ρυθμίσεις που αφορούν την ενσωμάτωση πτυχών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην προληπτική εποπτεία, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, υπάρχει μια πρόσθετη ανάγκη να διευκρινιστεί ο επιμερισμός των καθηκόντων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εθνικών αρμόδιων αρχών, οι οποίες συνδράμουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της σε σχέση με τόσο σημαντικά όσο και λιγότερο σημαντικά ιδρύματα.
3.3.Συμπεράσματα και μακροπρόθεσμες προοπτικές
Οι ελλείψεις του ισχύοντος συστήματος μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο εάν όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς ενεργήσουν γρήγορα και σε στενή συνεργασία. Η πολιτική δέσμευση από όλες τις πλευρές και σε όλα τα επίπεδα θα είναι ουσιαστική για την επιτυχή εφαρμογή της στρατηγικής που περιγράφεται ανωτέρω.
Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καλεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να προσυπογράψουν τις δράσεις που εκτίθενται στην παρούσα ανακοίνωση και να εγκρίνουν τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις έως τις αρχές του 2019 το αργότερο, με αποτέλεσμα ένα αποφασιστικό βήμα προς ένα πιο ανθεκτικό σύστημα.
Ενώ η εθνική εποπτεία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα παραμείνει στο επίκεντρο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η τρέχουσα κατάσταση, η οποία επιτρέπει τη διαφορετική ενσωμάτωση των κανόνων στα κράτη μέλη και αντικατοπτρίζει τις ασυμμετρίες στην κατανομή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, οδηγεί σε ένα συνεκτικό και βιώσιμο σύστημα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Ένωση. Θα μπορούσαν να διερευνηθούν διάφορες επιλογές για πιθανές περαιτέρω μεταρρυθμίσεις. Η Επιτροπή θα εξετάσει τα θέματα αυτά στο πλαίσιο της έκθεσης σύμφωνα την οποία καλείται να εκπονήσει δυνάμει του άρθρο 65 της πέμπτης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Η παρούσα έκθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις νομοθετικές εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όσον αφορά την επανεξέταση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, θα μπορούσε να εξετάσει τις μακροπρόθεσμες δράσεις που προτείνονται στο έγγραφο προβληματισμού που εκπονήθηκε από την κοινή ομάδα εργασίας. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξεταστεί η μετατροπή της οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε κανονισμό, ο οποίος θα μπορούσε να καθορίσει εναρμονισμένο, άμεσα εφαρμοστέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Θα μπορούσαν επίσης να προβλεφθούν διαφορετικές εναλλακτικές λύσεις για να εξασφαλιστεί υψηλής ποιότητας και συνεπής εποπτεία της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αδιάλειπτη ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστη συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών στην Ένωση. Αυτό μπορεί να απαιτήσει την ανάθεση ειδικών καθηκόντων εποπτείας της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ενωσιακό φορέα.