Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52017PC0536

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων· του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια· του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων· και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά

COM/2017/0536 final - 2017/0230 (COD)

Βρυξέλλες,20.9.2017

COM(2017) 536 final

2017/0230(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων· του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια· του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων· και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SWD(2017) 308 final}

{SWD(2017) 309 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Οι ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές αποφέρουν σημαντικά οφέλη όσον αφορά τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας και την προώθηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης σε υγιή και βιώσιμη βάση. Για την προώθηση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης και της ακεραιότητας της αγοράς με παράλληλη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της ΕΕ προϋποθέτει κοινούς κανόνες και στενό εποπτικό συντονισμό. Όταν η ΕΕ αναμόρφωσε ριζικά το χρηματοπιστωτικό της σύστημα για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και σε συνάρτηση με τις παγκόσμιες προσπάθειες, καθιέρωσε ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρώπη και δημιούργησε τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές («ΕΕΑ»). Οι ΕΕΑ συνιστούν τον θεσμικό ακρογωνιαίο λίθο της συνολικής δέσμης μεταρρυθμίσεων και έχουν διαδραματίσει καίριο ρόλο στο να διασφαλιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές σε όλη την ΕΕ είναι καλά οργανωμένες, ισχυρές και σταθερές. Συμβάλλουν στην ανάπτυξη και συνεπή εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων και στην επίλυση διασυνοριακών προβλημάτων και, ως εκ τούτου, προάγουν τη ρυθμιστική και εποπτική σύγκλιση.

Παρά τα μέτρα μετά την κρίση, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό δυναμικό για τη βελτίωση της ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης στην εσωτερική αγορά. Οι ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές απαιτούν πιο ολοκληρωμένες εποπτικές ρυθμίσεις για να λειτουργούν αποτελεσματικά, ενώ οι πιο συγκεντρωτικές εποπτικές ρυθμίσεις μπορούν, με τη σειρά τους, να προωθήσουν την ολοκλήρωση των αγορών.

Για τον λόγο αυτόν, η ΕΕ συμμετέχει στην περαιτέρω ολοκλήρωση του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα σε υγιή και σταθερή βάση. Ειδικότερα, δρομολογήθηκε η Ένωση Κεφαλαιαγορών («CMU»), ώστε να τεθούν οι βάσεις για μια πλήρως λειτουργική εσωτερική αγορά κεφαλαιαγορών. Στο πλαίσιο αυτό, στην έκθεση των πέντε Προέδρων σχετικά με την ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης, του Ιουνίου του 2015 1 , επισημάνθηκε η ανάγκη να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο της ΕΕ, που θα οδηγήσει τελικά σε μια ενιαία εποπτική αρχή κεφαλαιαγορών. Πιο πρόσφατα, στο έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης 2 , η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναθεώρηση του εποπτικού πλαισίου της ΕΕ –ιδίως της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών («ΕΑΚΑΑ»)– αναμένεται να αποτελέσει το πρώτο στάδιο για τη δημιουργία αυτής της ενιαίας εποπτικής αρχής έως το 2019. Στο έγγραφο προβληματισμού απευθύνεται επίσης έκκληση για την ολοκλήρωση της Χρηματοοικονομικής Ένωσης –που περιλαμβάνει μια Τραπεζική Ένωση και μια Ένωση Κεφαλαιαγορών– έως το 2019, ώστε να διασφαλιστεί η ακεραιότητα του ευρώ και να βελτιωθεί η λειτουργία της ζώνης του ευρώ και της ΕΕ συνολικά. Οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές διασυνδέονται στενά μεταξύ τους, και το ρυθμιστικό πλαίσιο της ΕΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα διεθνή πρότυπα που συμφωνήθηκαν στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης κυρίως μεταξύ των χωρών της G20. Καθώς η ΕΕ καταβάλλει προσπάθειες για την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, είναι απαραίτητο οι εποπτικές ρυθμίσεις της ΕΕ να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται με τρόπο που να επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού των διεθνώς ολοκληρωμένων χρηματοπιστωτικών αγορών, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται ότι οι διασυνοριακοί κίνδυνοι μεταξύ της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου μπορούν να τελούν υπό αποτελεσματική παρακολούθηση και διαχείριση. Οι ΕΕΑ διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό.

Τέλος, η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την ΕΕ ενισχύει τις εν λόγω προκλήσεις για τις εποπτικές ρυθμίσεις εντός της ΕΕ των 27 χωρών που παραμένουν. Η μελλοντική αποχώρηση του μεγαλύτερου, επί του παρόντος, χρηματοοικονομικού κέντρου της ΕΕ σημαίνει ότι οι κεφαλαιαγορές της ΕΕ των 27 χρειάζεται να αναπτυχθούν περαιτέρω και οι εποπτικές ρυθμίσεις πρέπει να ενισχυθούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομία σε επαρκή και υγιή βάση.

Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να προσαρμόσει και να αναβαθμίσει το πλαίσιο των ΕΕΑ προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ΕΕΑ θα μπορέσουν να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη όσον αφορά την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι ΕΕΑ πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα από άποψη εξουσιών, διακυβέρνησης και χρηματοδότησης.

Πρώτον, πρέπει να ενισχυθούν και να βελτιωθούν οι υφιστάμενες εξουσίες των ΕΕΑ στις περιπτώσεις που έχουν αποδειχθεί εν μέρει ανεπαρκείς και μη σαφώς καθορισμένες, για παράδειγμα όσον αφορά τη συνεπή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, την κατάρτιση τεχνικών συμβουλών ή την παροχή συνεχούς στήριξης σε αποφάσεις ισοδυναμίας. Το τρέχον πεδίο εφαρμογής της εντολής των ΕΕΑ πρέπει επίσης να επανεξεταστεί υπό το πρίσμα των στόχων πολιτικής της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η κοινή άμεση εποπτεία σε στοχευμένους τομείς προκειμένου να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη συνέπεια των εποπτικών πρακτικών και της εφαρμογής των κανόνων της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Η επανεξέταση των κανονισμών για τις ΕΕΑ το 2017 οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η εποπτεία ορισμένων δραστηριοτήτων και οντοτήτων με ιδιαίτερη σημασία για την Ένωση συνολικά ή με σημαντικό επίπεδο διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων θα πρέπει να πραγματοποιείται από τις ΕΕΑ αντί από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Παρομοίως, οι ΕΕΑ θα πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στη διαδικασία αδειοδότησης και εποπτείας των οντοτήτων από τρίτες χώρες που δραστηριοποιούνται στην Ένωση.

Δεύτερον, η παρούσα πρόταση στοχεύει στην καθιέρωση πιο αποτελεσματικής διακυβέρνησης των ΕΕΑ. Η διάρθρωση των κινήτρων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των ΕΕΑ, υπό τη σημερινή της μορφή, έχει ως αποτέλεσμα τη μη λήψη αποφάσεων, ειδικότερα στον τομέα της ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης, ή προωθεί αποφάσεις που είναι κατεξοχήν προσανατολισμένες προς τα εθνικά αντί για τα ευρύτερα ενωσιακά συμφέροντα. Αυτό αντικατοπτρίζει, ως έναν βαθμό, την εγγενή ένταση μεταξύ της ευρωπαϊκής εντολής των ΕΕΑ και της εθνικής εντολής των αρμόδιων αρχών που είναι μέλη των Συμβουλίων των ΕΕΑ 3 . Η θέση αυτή δεν ευθυγραμμίζεται σωστά με τον στόχο της εποπτικής σύγκλισης. Προκειμένου να μπορέσουν οι ΕΕΑ να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στην εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης ή στην ενίσχυση της σταθερότητας της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να αναλάβουν πιο αποτελεσματικές εξουσίες στον τομέα της σύγκλισης 4 .

Τρίτον, οι ΕΕΑ χρειάζονται κατάλληλη βάση χρηματοδότησης που να τους επιτρέπει να χορηγούν πόρους σε συνάρτηση με τις ανάγκες τους, ώστε να εκπληρώσουν τον στόχο τους. Οι τρέχουσες δημοσιονομικές ρυθμίσεις περιορίζουν και θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δραστηριότητες των ΕΕΑ, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη, για διάφορους λόγους, μπορεί να είναι απρόθυμα να αυξήσουν περαιτέρω τις εθνικές συνεισφορές.

Η παρούσα πρόταση ορίζει συγκεκριμένες τροποποιήσεις των κανονισμών για τις ΕΕΑ 5 και διάφορες τομεακές πράξεις 6 για την ενίσχυση των εξουσιών, της διακυβέρνησης και του πλαισίου χρηματοδότησης των ΕΕΑ, δεδομένου ότι αυτοί είναι οι τομείς που πρέπει να ενισχυθούν ώστε οι ΕΕΑ να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις που περιγράφονται ανωτέρω.

Στην έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση εκτιμώνται το κόστος και τα οφέλη των εν λόγω τροποποιήσεων. Καθορίζονται ορισμένες επιλογές μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην ενίσχυση των εξουσιών των ΕΕΑ σε ενωσιακό επίπεδο, στη βελτίωση της διακυβέρνησής τους (συμπεριλαμβανομένης της λήψης αποφάσεων) και στη διασφάλιση ότι το πλαίσιο χρηματοδότησής τους είναι βιώσιμο και αντιστοιχεί στα τρέχοντα και μελλοντικά τους καθήκοντα. Η εκτίμηση επιπτώσεων παρέχει λεπτομερή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συμβάλλουν αποτελεσματικά στην ενίσχυση του πλαισίου των ΕΕΑ και, ως εκ τούτου, στη συνολική σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ, ενώ παράλληλα διατηρείται στο ελάχιστο επίπεδο το κόστος για τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συμβάλλουν επίσης στην περαιτέρω ανάπτυξη και εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, σύμφωνα με τις πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής.

•Συνοχή με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η παρούσα πρόταση συνάδει με ορισμένες άλλες υφιστάμενες διατάξεις πολιτικής και τρέχουσες πρωτοβουλίες της ΕΕ με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των εποπτικών ρυθμίσεων σε επίπεδο ΕΕ.

Από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της συμμετέχουν ενεργά στη ριζική αναμόρφωση της εποπτείας και της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η ΕΕ έχει δρομολογήσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ασφαλέστερο, σταθερότερο, πιο διαφανές και υπεύθυνο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα λειτουργεί προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά. Σε αυτές περιλαμβάνεται η δημιουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης για ειδικές και διακριτικές αρμοδιότητες εποπτείας. Η παρούσα πρόταση συνάδει με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των εν λόγω οργάνων και λειτουργεί συμπληρωματικά.

Η παρούσα πρόταση συνάδει επίσης με το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τη νομοθεσία στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στο οποίο οι ΕΕΑ συνεισφέρουν σημαντικά μέσω του έργου τους. Σκοπός του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων είναι να καθορίσει κοινούς κανόνες σε ολόκληρη την ΕΕ που θα εξασφαλίζουν χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ισότιμους όρους ανταγωνισμού, καθώς και υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών. Για παράδειγμα, η πρόταση συνάδει με την ισχύουσα οδηγία και τον ισχύοντα κανονισμό για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (τράπεζες) και με την ισχύουσα οδηγία «Φερεγγυότητα II» (ασφαλιστικές επιχειρήσεις) που αποσκοπούν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η παρούσα πρόταση συνάδει επίσης με το υφιστάμενο πλαίσιο για τις υπηρεσίες πληρωμών και τα ενυπόθηκα δάνεια σε σχέση με την προστασία των καταναλωτών.

Όσον αφορά τις τρέχουσες πρωτοβουλίες, σήμερα η Επιτροπή προτείνει επίσης μια νομοθετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου («ΕΣΣΚ»), το οποίο απαρτίζει, από κοινού με τις ΕΕΑ, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας που δημιουργήθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σε άλλα πρόσφατα παραδείγματα περιλαμβάνονται: η πρόταση της Επιτροπής για στοχευμένες τροποποιήσεις στον κανονισμό EMIR 7 , ώστε να ενισχυθεί η εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ σε σχέση με την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων («CCP») και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών· και η πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά τα ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα 8 που ενισχύει τον ρόλο της ΕΑΑΕΣ, αναθέτοντάς της εξουσίες χορήγησης άδειας σε αυτά τα νέα προϊόντα προκειμένου να αποκτήσουν ετικέτα υψηλής ποιότητας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και να καταστεί δυνατή η διανομή τους σε επίπεδο ΕΕ.

Τέλος, η παρούσα πρόταση συνάδει με τις υφιστάμενες διατάξεις πολιτικής της ΕΕ σε σχέση με την εφαρμογή και την επιβολή των διατάξεων για τις τρίτες χώρες στη νομοθεσία της ΕΕ για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως περιγράφονται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την ισοδυναμία 9 . Το έγγραφο εργασίας παρέχει επισκόπηση της διαδικασίας ισοδυναμίας με τρίτες χώρες στη νομοθεσία της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Αναλύει τη σχετική πείρα και προσδιορίζει ορισμένους τομείς στους οποίους θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή και με τους οποίους ασχολείται εν μέρει η παρούσα πρόταση. Λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους πολιτικής της ΕΕ, η χρηστή φορολογική διακυβέρνηση και η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με βάση παγκόσμια πρότυπα αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την περαιτέρω χάραξη πολιτικής. Προκειμένου η Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συνοχή των πολιτικών και να ενισχύσει τις διασφαλίσεις κατά της φοροαποφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, θα συνεχίσει να ενσωματώνει τα θέματα αυτά στην κατάλληλη ενωσιακή νομοθεσία, μεταξύ άλλων στη νομοθεσία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, και θα μπορούσε να εξετάσει την ενσωμάτωσή τους στις διαδικασίες ισοδυναμίας.

•Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η παρούσα πρόταση συνάδει με τις συνεχείς προσπάθειες της Επιτροπής για την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του εποπτικού πλαισίου αποτελεί βασικό στοιχείο για τη μεγαλύτερη ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών, δεδομένου ότι συμβάλλει στην πιο συνεπή εφαρμογή των κανόνων για τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, στην έκθεση των πέντε Προέδρων του Ιουνίου του 2015 10 επισημαίνεται η ανάγκη να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο της ΕΕ, που θα οδηγήσει τελικά σε μια ενιαία εποπτική αρχή κεφαλαιαγορών. Η ανάγκη για περαιτέρω ανάπτυξη και ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ τονίζεται στην ανακοίνωση σχετικά με την Ένωση Κεφαλαιαγορών του Σεπτεμβρίου του 2016 11  και στην ανακοίνωση σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών 12 .

Η παρούσα πρόταση συνάδει επίσης με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών με σκοπό να ανταποκριθεί σε δύο νέες προκλήσεις στις σημερινές αγορές: βιώσιμη χρηματοδότηση και χρηματοοικονομική τεχνολογία («FinTech»).

Όσον αφορά τη βιώσιμη χρηματοδότηση, η Επιτροπή έχει δεσμευτεί, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, να ενισχύσει τον ηγετικό ρόλο της ΕΕ στις βιώσιμες επενδύσεις και τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Οι νέοι κίνδυνοι και οι νέες ευκαιρίες σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο διακυβέρνησης, μεταβάλλουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα και απαιτούν προσαρμογές του εποπτικού πλαισίου και της εποπτικής προσέγγισης. Επιπλέον, ο χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο ώστε να διασφαλιστεί η μετάβαση σε μια πιο ενεργειακά αποδοτική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Απαιτείται στενός συντονισμός και σύγκλιση των εποπτικών στάσεων έναντι της βιωσιμότητας σε επίπεδο ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα πρόταση συνάδει με τη στρατηγική για την Ενεργειακή Ένωση, τις δεσμεύσεις της ΕΕ για μια Κυκλική Οικονομία και τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης.

Οι ΕΕΑ θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που προσφέρει η χρηματοοικονομική τεχνολογία («FinTech»), παράλληλα με την αντιμετώπιση των πιθανών κινδύνων στον τομέα αυτόν, για παράδειγμα μέσω πιο συνεκτικών πρακτικών κατά την εφαρμογή των κανονιστικών απαιτήσεων. Αυτό προϋποθέτει καλύτερη ενσωμάτωση των πτυχών που αφορούν τη χρηματοοικονομική τεχνολογία (FinTech) στο εποπτικό έργο των ΕΕΑ. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα πρόταση συνάδει επίσης με τη στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά. Οι νέες τεχνολογίες μεταβάλλουν τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό απαιτεί επίσης προσαρμογές στο εποπτικό πλαίσιο και στην εποπτική προσέγγιση. Οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να βλάψουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εάν δεν συντονιστούν κατάλληλα. Απαιτείται στενότερος συντονισμός και σύγκλιση των εποπτικών στάσεων έναντι της τεχνολογικής καινοτομίας σε επίπεδο ΕΕ, για παράδειγμα μέσω της συγκρότησης ενωσιακού κόμβου καινοτομίας στις ΕΕΑ.

Οι στοχευμένες αλλαγές στο σημερινό μοντέλο διακυβέρνησης συνάδουν επίσης με τις προσπάθειες της Επιτροπής να καταστήσει τα φόρουμ λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο των αποκεντρωμένων οργανισμών της ΕΕ πιο επιχειρησιακά και ανεξάρτητα. Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, άλλα ευρωπαϊκά όργανα ή οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, διαθέτουν μόνιμο και ανεξάρτητο προπαρασκευαστικό όργανο, το οποίο έχει τις δικές του εξουσίες και τα δικά του καθήκοντα, και μπορεί να αποφασίζει για ορισμένα ζητήματα ή να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η δημιουργία εκτελεστικών συμβουλίων για τις ΕΕΑ με μόνιμα μέλη και με αποκλειστική εντολή συνάδει με τις υφιστάμενες διασφαλίσεις για την ενίσχυση της ενωσιακής διάστασης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων των οργανισμών.

Τέλος, όσον αφορά τη χρηματοδότηση, ενώ η πλειονότητα των αποκεντρωμένων οργανισμών της ΕΕ χρηματοδοτείται από τον ενωσιακό προϋπολογισμό, υπάρχουν πολλοί οργανισμοί της ΕΕ που λαμβάνουν μεικτή ή εξ ολοκλήρου ιδιωτική χρηματοδότηση. Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση σε συνεισφορές του κλάδου για τον προϋπολογισμό των ΕΕΑ ευθυγραμμίζεται με τις υφιστάμενες πρακτικές της ΕΕ.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

•Νομική βάση

Η νομική βάση όλων των τροποποιήσεων είναι το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Η εν λόγω διάταξη αποτελεί τη νομική βάση όλων των κανονισμών που καλύπτονται από την παρούσα πρόταση.

Προτείνεται η προσαρμογή των ιδρυτικών κανονισμών των ΕΕΑ στις νέες εξελίξεις, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία των ΕΕΑ προς όφελος της σύγκλισης στην εσωτερική αγορά και, επομένως, της πιο εύρυθμης λειτουργίας της τελευταίας. Η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων προσδιορίζει τους τομείς του πλαισίου των ΕΕΑ που πρέπει να τροποποιηθούν προκειμένου να ενισχυθεί η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα των εποπτικών ρυθμίσεων της ΕΕ και, ως εκ τούτου, του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ.

Απαιτούνται περαιτέρω αλλαγές στην τομεακή νομοθεσία, ώστε οι ΕΕΑ να μπορέσουν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ενισχυμένες εξουσίες τους. Η έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων και η συνοδευτική αξιολόγηση αποδεικνύουν ότι η δράση της ΕΕ είναι δικαιολογημένη και αναγκαία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί στον τομέα των εξουσιών που διαθέτουν οι ΕΕΑ και στο πλαίσιο διακυβέρνησης και χρηματοδότησής τους.

•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Δεδομένου ότι οι ΕΕΑ είναι ενωσιακά όργανα, οι κανονισμοί που τις διέπουν μπορούν να τροποποιηθούν μόνο από τον νομοθέτη της Ένωσης. Επιπλέον, οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στη συνεκτικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, στόχος που δεν μπορεί να επιτευχθεί από τα κράτη μέλη όταν ενεργούν μεμονωμένα.

Στην περίπτωση των ταμείων που καλύπτονται από τους κανονισμούς EuVECA, EuSEF και ELTIF, η σύσταση της ΕΑΚΑΑ ως ενιαίου εποπτικού οργάνου εξασφαλίζει ότι οι ενιαίες απαιτήσεις και προϋποθέσεις των τριών κανονισμών εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλα τα κράτη μέλη. Η ενιαία εποπτεία θα μειώσει το μέγεθος, και την πολυμορφία, των δαπανών, καθώς και τον χρόνο που διατίθεται σε διοικητικά ζητήματα, και ως εκ τούτου θα δώσει τη δυνατότητα στους διαχειριστές να μειώσουν το κόστος συναλλαγών και λειτουργίας. Θα εξορθολογήσει τις διοικητικές διαδικασίες στις οποίες βασίζεται η αδειοδότηση/καταχώριση των EuVECA, EuSEF και ELTIF και θα ενισχύσει τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού με τη συγκέντρωση της εποπτείας τους ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους. Η ενιαία εποπτεία θα στηρίξει περαιτέρω την ολοκλήρωση της αγοράς σε αυτούς τους τομείς και θα ενισχύσει τη χρηματοδότηση της οικονομίας της ΕΕ από την αγορά μέσω των ως άνω οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (εφεξής ταμείων).

Όσον αφορά τον κανονισμό/την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και τους κρίσιμους δείκτες αναφοράς, οι υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων είναι εκ φύσεως δραστηριότητες που ασκούνται σε επίπεδο Ένωσης και τα προκύπτοντα ρυθμιστικά και εποπτικά προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τα κράτη μέλη όταν ενεργούν μεμονωμένα.

Όσον αφορά το νέο συντονιστικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η ΕΑΚΑΑ, στον κανονισμό για την ΕΑΚΑΑ και στις σχετικές νομοθετικές ενωσιακές πράξεις έχει ήδη οριστεί η λειτουργία συντονισμού. Συνεπώς, η εν λόγω λειτουργία μπορεί να ενισχυθεί μόνο μέσω αλλαγών στο ενωσιακό δίκαιο.

Όσον αφορά τον κανονισμό σχετικά με τους δείκτες αναφοράς, οι κρίσιμοι δείκτες αναφοράς έχουν μεγάλη οικονομική σημασία, δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται σε χρηματοπιστωτικά μέσα (ιδίως παράγωγα), σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις και από επενδυτικά κεφάλαια σε ολόκληρη την Ένωση. Η απαίτηση για συγκρότηση σωμάτων εποπτών για ορισμένους από τους κρίσιμους δείκτες αναφοράς τουλάχιστον από τα κράτη μέλη των διαχειριστών δεικτών αναφοράς και των εποπτευόμενων συνεισφερόντων των δεικτών αναφοράς καταδεικνύει ήδη ότι οι εν λόγω δείκτες αναφοράς δεν μπορούν να τελούν υπό την εποπτεία μίας μόνο εθνικής εποπτικής αρχής και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι απαραίτητες ρυθμίσεις σε επίπεδο Ένωσης.

Η υπαγωγή όλων των διαχειριστών κρίσιμων δεικτών αναφοράς στην άμεση εποπτεία της ΕΑΚΑΑ αποτελεί αναλογικό μέτρο, δεδομένου ότι οι εν λόγω δείκτες αναφοράς είναι κρίσιμης σημασίας για την Ένωση και τα τρέχοντα εποπτικά σώματα είναι μεγάλα σε μέγεθος, και άρα όχι αρκετά ευέλικτα σε καταστάσεις κρίσης.

Οι δείκτες αναφοράς που παρέχονται σε τρίτες χώρες μπορούν να χρησιμοποιούνται στην Ένωση εάν έχουν αναγνωριστεί ή προσυπογραφεί από αρμόδια αρχή της Ένωσης ή εάν το ρυθμιστικό και εποπτικό καθεστώς της χώρας στην οποία βρίσκονται πρέπει να αναγνωρίζεται ως ισοδύναμο με το καθεστώς που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό σχετικά με τους δείκτες αναφοράς. Παρόλο που η απόφαση ισοδυναμίας λαμβάνεται από την Επιτροπή και η εποπτική αρχή της τρίτης χώρας πρέπει να συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την ΕΑΚΑΑ, η προσυπογραφή και η αναγνώριση αποφασίζονται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να διεκπεραιώνονται από πολλές εθνικές αρμόδιες αρχές, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς από τρίτες χώρες να επιδιώκουν να επιλέγουν μια εθνική αρμόδια αρχή που φαίνεται να είναι πιο γενναιόδωρη στις αποφάσεις της και στην εποπτεία του διαχειριστή που προκύπτει από αυτές («forum shopping»). Δεδομένου ότι ο διαχειριστής βρίσκεται σε τρίτη χώρα, δεν ισχύει το κύριο επιχείρημα για εθνική εποπτεία, δηλαδή η εγγύτητα με τις εποπτευόμενες οντότητες. Η καθιέρωση της ΕΑΚΑΑ ως αρμόδιας αρχής για τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς από τρίτες χώρες θα αυξήσει την αποδοτικότητα και θα μειώσει τον κίνδυνο του «forum shopping» και των αποκλίσεων κατά την εποπτεία των εν λόγω οντοτήτων. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με ανάληψη δράσης αποκλειστικά σε επίπεδο κρατών μελών.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ είναι σε θέση να ασκεί άμεση εποπτεία επί ορισμένων διαχειριστών δεικτών αναφοράς, είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί ο κανονισμός σχετικά με τους δείκτες αναφοράς με μια σειρά κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων προκειμένου να αποσαφηνιστούν περαιτέρω ορισμένες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.

Σε σχέση με τον κανονισμό για το ενημερωτικό δελτίο, από το 2011 η ΕΑΚΑΑ έχει επενδύσει σημαντικό χρόνο και προσπάθεια για την προώθηση της ρυθμιστικής σύγκλισης μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών όσον αφορά τον έλεγχο και την έγκριση ενημερωτικών δελτίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία «εποπτικών ενημερώσεων» στις οποίες καθορίζονται οι από κοινού συμφωνηθείσες αρχές που οι εθνικές αρμόδιες αρχές καλούνται να εφαρμόζουν κατά την έγκριση ενημερωτικών δελτίων. Η ΕΑΚΑΑ διεξήγαγε επίσης δύο αξιολογήσεις από ομοτίμους σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης ενημερωτικών δελτίων το 2012 και το 2015, διότι προέκυψαν στοιχεία που αποδεικνύουν αποκλίνουσες πρακτικές μεταξύ των κρατών μελών. Παρότι είναι πολύ χρήσιμες, οι εν λόγω δράσεις δεν έχουν επιτύχει απόλυτα τον στόχο τους να προωθήσουν την πλήρη εποπτική σύγκλιση και, δεδομένου ότι οι εκδότες μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιλέξουν ποια αρμόδια αρχή θα εγκρίνει το ενημερωτικό τους δελτίο, η διατήρηση των αποκλινουσών πρακτικών μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών εξακολουθεί να αφήνει περιθώρια για ρυθμιστικό αρμπιτράζ και απώλειες όσον αφορά την αποδοτικότητα.

Η Επιτροπή έχει εντοπίσει ορισμένους τύπους ενημερωτικών δελτίων τα οποία, λόγω της φύσης των σχετικών κινητών αξιών και εκδοτών, έχουν διασυνοριακή διάσταση εντός της Ένωσης, παρουσιάζουν τεχνική πολυπλοκότητα και ενέχουν δυνητικούς κινδύνους ρυθμιστικού αρμπιτράζ σε τέτοιο βαθμό που η συγκεντρωτική εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ θα επιτύχει αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα αποτελέσματα απ’ ό,τι η εποπτεία τους σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για τα ενημερωτικά δελτία χονδρικής για μη μετοχικές κινητές αξίες που προσφέρονται μόνο σε ειδικούς επενδυτές, τα ενημερωτικά δελτία που αφορούν συγκεκριμένους τύπους σύνθετων τίτλων, όπως οι τίτλοι που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία, ή που συντάσσονται από ειδικούς εκδότες, και τα ενημερωτικά δελτία που συντάσσονται από οντότητες εκδοτών τρίτων χωρών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129.

Η συγκέντρωση της έγκρισής τους, καθώς και όλες οι συναφείς δραστηριότητες εποπτείας και επιβολής, στο επίπεδο της ΕΑΚΑΑ θα ενισχύσει την ποιότητα, τη συνέπεια και την αποδοτικότητα της εποπτείας στην Ένωση, θα δημιουργήσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τους εκδότες και θα οδηγήσει σε μείωση του χρόνου που απαιτείται για την έγκριση. Θα εξαλείψει την ανάγκη επιλογής «κράτους μέλους καταγωγής» και θα αποτρέψει το forum-shopping.

•Αναλογικότητα

Η παρούσα πρόταση πραγματοποιεί στοχευμένες αλλαγές για να ενισχύσει το ενωσιακό εποπτικό πλαίσιο με σκοπό να βελτιωθεί, με βιώσιμο τρόπο, η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ολόκληρη την ΕΕ και να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών. Για τον σκοπό αυτόν, προσδιορίζει στοχευμένες και κατάλληλα προσαρμοσμένες αλλαγές στο εποπτικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ με πιο αποτελεσματική και αποδοτική διακυβέρνηση. Αναπροσαρμόζει τα καθήκοντα και τις εξουσίες που διαθέτουν ήδη οι ΕΕΑ και αναθέτει στις ΕΕΑ νέες εξουσίες για να τους δώσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις νέες εξελίξεις, μεταξύ άλλων στον τομέα της τεχνολογίας, αλλά και για να αντιμετωπίσουν την περαιτέρω αύξηση των ενδοενωσιακών διασυνοριακών δραστηριοτήτων και την πιθανή περαιτέρω ολοκλήρωση μεταξύ των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου. Επιπλέον, η πρόταση περιλαμβάνει ένα προσαρμοσμένο σύστημα χρηματοδότησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι η χρηματοδότηση των ΕΕΑ είναι βιώσιμη, αναλογική και αντίστοιχη της αποστολής τους.

Όσον αφορά τις τομεακές πράξεις, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις περιορίζονται ουσιαστικά στην καθιέρωση της άμεσης εποπτείας από την ΕΑΚΑΑ. Έχουν επιλεγεί ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των σχετικών τομέων. Επιπλέον, οι τροποποιήσεις του λεγόμενου κανονισμού MIFIR είναι αναγκαίο να συνδυαστούν με περιορισμένες αλλαγές στην οδηγία 2009/138/ΕΚ («Φερεγγυότητα II»). Ως εκ τούτου, υποβάλλεται χωριστή πρόταση για την τροποποίηση της εν λόγω οδηγίας.

Κανένα από τα προτεινόμενα στοιχεία δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί.

Επιπλέον, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που θεμελιώνεται στη Συνθήκη, το περιεχόμενο και η μορφή των δράσεων και των μέτρων των ΕΕΑ δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και είναι αναλογικά προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχει η χρηματοπιστωτική ή επιχειρηματική δραστηριότητα των ιδρυμάτων ή της επιχείρησης που θίγονται από τη δράση της σχετικής ΕΕΑ.

•Επιλογή της νομικής πράξης

Η παρούσα πρόταση έχει ως στόχο να τροποποιήσει τους ισχύοντες κανονισμούς για τις ΕΕΑ και διάφορα τμήματα της τομεακής νομοθεσίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα 13 . Όλες οι πράξεις που πρόκειται να τροποποιηθούν με την παρούσα πρόταση λαμβάνουν τη μορφή κανονισμών· ως εκ τούτου, οι αντίστοιχες τροποποιήσεις προτείνονται ως ενιαίος (omnibus) τροποποιητικός κανονισμός.

Επιπλέον, προτείνεται η τροποποίηση της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων 14 (κυρίως για να αντικατοπτρίζει τις τροποποιήσεις του λεγόμενου κανονισμού MIFIR) και για να εισαχθούν περιορισμένες αλλαγές στην οδηγία 2009/138/ΕΚ («Φερεγγυότητα II»). Για τους δύο αυτούς σκοπούς, προτείνεται τροποποιητική οδηγία χωριστά.

Τέλος, και επίσης με χωριστό έγγραφο, η Επιτροπή προσαρμόζει την πρόσφατη πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση τόσο του κανονισμού για την ΕΑΚΑΑ όσο και του κανονισμού EMIR 15 .

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Η εκτίμηση επιπτώσεων και η αξιολόγηση που συνοδεύουν την παρούσα πρόταση παρέχουν ανάλυση του υφιστάμενου πλαισίου των ΕΕΑ προκειμένου να διαπιστωθεί αν το εν λόγω πλαίσιο επέτρεψε στις ΕΕΑ να επιτύχουν τον στόχο τους να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών.

Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των ΕΕΑ, η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, σε γενικές γραμμές, οι ΕΕΑ έχουν υλοποιήσει τους τρέχοντες στόχους τους. Ωστόσο, απαιτούνται στοχευμένες βελτιώσεις για την αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων. Ειδικότερα, η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:

α.οι εξουσίες των ΕΕΑ θα μπορούσαν να ενισχυθούν σε ορισμένους τομείς, ώστε να διασφαλιστεί η καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να αναμένονται καλύτερα ρυθμιστικά και εποπτικά αποτελέσματα για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά και τους καταναλωτές σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς και αποτελεσματική και αποδοτική διαχείριση του διασυνοριακού κινδύνου·

β.το υφιστάμενο πλαίσιο διακυβέρνησης των ΕΕΑ καθιστά δύσκολη τη διαχείριση των συγκρούσεων μεταξύ των ενωσιακών και των εθνικών συμφερόντων, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι αποφάσεις των ΕΕΑ δεν λαμβάνονται πάντα προς το κοινό συμφέρον της ΕΕ, ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων καθυστερεί ή ότι υπάρχει τάση αδράνειας, ιδίως όσον αφορά μη ρυθμιστικές δραστηριότητες (δεσμευτική διαμεσολάβηση, παράβαση των διαδικασιών του ενωσιακού δικαίου, έναρξη αξιολόγησης από ομοτίμους)·

γ.το τρέχον πλαίσιο χρηματοδότησης δεν αντιστοιχεί στα καθήκοντα που επιτελούν οι ΕΕΑ, πόσο μάλλον αν ληφθούν υπόψη τα καθήκοντα που θα αναλάβουν οι ΕΕΑ στο μέλλον· φαίνεται επίσης να οδηγεί σε άνισες συνεισφορές από τις εθνικές αρμόδιες αρχές οι οποίες δεν είναι εύκολο να αιτιολογηθούν.

Όσον αφορά τη συνοχή, το έργο των ΕΕΑ σχετικά με ρυθμιστικά ζητήματα συνάδει πλήρως με την ανάπτυξη του ευρύτερου ενωσιακού εποπτικού πλαισίου. Συνάδει επίσης με την ολοκλήρωση του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων. Ωστόσο, οι περιορισμοί που οφείλονται στη δομή της διακυβέρνησης και χρηματοδότησης, καθώς και στην αποτελεσματικότητα των εξουσιών των ΕΕΑ, δεν επέτρεψαν στις ΕΕΑ να επικεντρωθούν επαρκώς στην προώθηση της συνεπούς εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες η οποία θεσπίστηκε από την ΕΕ.

Όσον αφορά τη συνάφεια, η ανάλυση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πλαίσιο των ΕΕΑ είναι συναφές.

Τέλος, το πλαίσιο των ΕΕΑ έχει σαφώς δημιουργήσει προστιθέμενη αξία για την ΕΕ, διότι το έργο τους είναι απαραίτητο για την προώθηση της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διεξήγαγαν ευρεία δημόσια διαβούλευση την άνοιξη του 2017 σχετικά με τις εργασίες των ΕΕΑ. Η διαβούλευση συγκέντρωσε σχεδόν 230 απαντήσεις. Οι συνεισφορές προήλθαν από ευρύ φάσμα συμμετεχόντων στην έρευνα: 26 % από δημόσιες αρχές ή διεθνείς οργανισμούς, 71 % από οργανώσεις ή εταιρείες και 3 % από ιδιώτες.

Ελήφθησαν επίσης ορισμένα σχόλια, έγγραφα θέσεων και συνεισφορές εκτός του πλαισίου της δημόσιας διαβούλευσης, συμπεριλαμβανομένων των επίσημων θέσεων που διαβίβασαν ορισμένες κυβερνήσεις. Παρόλο που δεν αντικατοπτρίζονται στα στατιστικά στοιχεία της έρευνας της ΕΕ, ελήφθησαν υπόψη στην ανάλυση στην οποία βασίστηκε η παρούσα πρόταση.

Γενικά, οι συμμετέχοντες θεωρούν τη σύσταση των ΕΕΑ μεγάλη βελτίωση και σημαντικό βήμα προς την εποπτική σύγκλιση στην Ένωση. Οι περισσότεροι τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης του ρόλου των ΕΕΑ στη βελτίωση της εποπτικής σύγκλισης. Πολλοί ενδιαφερόμενοι αναγνωρίζουν ότι η υλοποίηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ένωση δημιουργούν μια νέα κατάσταση που απαιτεί προβληματισμό σχετικά με την ενίσχυση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τις διασυνοριακές δραστηριότητες και την ισοδυναμία με τρίτες χώρες.

Όσον αφορά τις αρμοδιότητες των ΕΕΑ, ενώ πολλοί από τους συμμετέχοντες αντιτίθενται στη σημαντική αύξηση των εξουσιών των ΕΕΑ στο παρόν στάδιο, ορισμένοι αναγνωρίζουν τους υφιστάμενους περιορισμούς αυτών των εξουσιών και θα επιθυμούσαν να δουν στοχευμένες βελτιώσεις. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες υποστηρίζουν ότι τα διαθέσιμα μέσα αρκούν σε γενικές γραμμές και θα πρέπει να αξιοποιηθούν με καλύτερο και πληρέστερο τρόπο. Υπάρχει ευρεία υποστήριξη για την επέκταση/αποσαφήνιση των εξουσιών που αφορούν την παρακολούθηση της ισοδυναμίας.

Οι οργανώσεις καταναλωτών διαπιστώνουν σημαντικές ελλείψεις στην επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, τους οποίους θεωρούν είτε ανεπαρκείς είτε αποκομμένους από τα πιο επιζήμια προβλήματα σε εθνικό επίπεδο. Θεωρούν ότι είναι αναγκαία η επέκταση των πεδίων δραστηριότητας των ΕΕΑ στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες υποστηρίζουν ότι είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί η κατάλληλη ισορροπία στις ομάδες συμφεροντούχων των ΕΕΑ σε συνδυασμό με τη γεωγραφική ισορροπία. Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών και των χρηστών καταγγέλλουν ότι υστερούν αριθμητικά έναντι των εκπροσώπων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, ως εκ τούτου, οι γνωμοδοτήσεις των ομάδων συμφεροντούχων δεν είναι ισορροπημένες. Ορισμένες οργανώσεις θεωρούν ότι οι εξουσίες των ΕΕΑ που αφορούν την απαγόρευση προϊόντων θα πρέπει να επεκταθούν σε εκείνα που είναι επιρρεπή στην πρόκληση βλάβης στους καταναλωτές.

Οι συμμετέχοντες στη δημόσια διαβούλευση για τις ΕΕΑ υποστηρίζουν ρητά την άμεση εποπτεία, σε επίπεδο ΕΕ, των γραφείων συμψηφισμού κεντρικού αντισυμβαλλομένου («CCP») 16 και των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων («DRSP») που εξυπηρετούν το σύνολο της ΕΕ και όχι συγκεκριμένες εθνικές αγορές. Πολλοί από τους συμμετέχοντες δεν απαντούν στην ερώτηση σχετικά με την άμεση εποπτεία. Ορισμένοι απαντούν στο ερώτημα κατά πόσον θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΚΑΑ η άμεση εποπτεία των πανευρωπαϊκών οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και τάσσονται υπέρ αυτής, αλλά ως επί το πλείστον δεν κάνουν διάκριση μεταξύ των διαφόρων τύπων οργανισμών.

Οι απόψεις που διατυπώθηκαν κατά της επέκτασης της άμεσης εποπτείας από την ΕΑΚΑΑ σε νέους τομείς αναφέρονται κατά κύριο λόγο στα ακόλουθα επιχειρήματα: η εθνική εποπτεία θεωρείται καταλληλότερη για την αντιμετώπιση της διαφορετικής διάρθρωσης των αγορών των κρατών μελών. Η εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ θα μπορούσε να συγκρούεται με την εθνική αρμοδιότητα για την προστασία των μικροεπενδυτών και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και τη φορολογία, τις διαφορές και την επίλυση των συγκρούσεων. Αναφέρονται επίσης επιχειρησιακές δυσκολίες, όπως ο έλεγχος των τοπικών απαιτήσεων σχετικά με τις ρυθμίσεις διανομής ή εμπορικής προώθησης. Αντιθέτως, τα υφιστάμενα μέσα για τη διασφάλιση της εποπτικής σύγκλισης θα πρέπει να διερευνηθούν καλύτερα προκειμένου να αναπτυχθούν ολοκληρωμένες κεφαλαιαγορές.

Τα κύρια επιχειρήματα που αναφέρονται υπέρ της άμεσης εποπτείας από την ΕΑΚΑΑ είναι τα εξής: ορισμένοι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν τα πιθανά οφέλη από την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ επί οντοτήτων ή μέσων με πανευρωπαϊκή διάσταση η οποία θα επιτρέψει την εξάλειψη των διαφορών μεταξύ των εποπτικών πρακτικών, αλλά δεν θα εμποδίσει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές διαρθρώσεις της αγοράς, κατά περίπτωση. Θεωρούν ότι οι λύσεις αυτές είναι κατάλληλες για την αντιμετώπιση του προβλήματος του κατακερματισμού λόγω των αποκλίσεων στην εφαρμογή των σχετικών κανόνων της ΕΕ και των επακόλουθων κινδύνων ρυθμιστικού αρμπιτράζ, που χαρακτηρίζουν το σημερινό καθεστώς.

Στον τομέα της διακυβέρνησης των ΕΕΑ συνολικά, τα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρούν ότι τα συμβούλια και οι πρόεδροι των ΕΕΑ είχαν καλές επιδόσεις. Περίπου το ήμισυ των συμμετεχόντων διαπιστώνει προστιθέμενη αξία στις αλλαγές όσον αφορά τη διακυβέρνηση, οι οποίες αναφέρονται στο έγγραφο της δημόσιας διαβούλευσης. Παρότι οι περισσότερες δημόσιες αρχές δεν υποστηρίζουν τις αλλαγές στη διακυβέρνηση των ΕΕΑ, ορισμένες από τις εν λόγω απόψεις μπορεί να αποδοθούν ως έναν βαθμό στο γεγονός ότι οι εν λόγω αρχές δεν επιθυμούν τη μείωση της επιρροής τους.

Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί στήριξης για την προσθήκη ανεξάρτητων μελών με δικαίωμα ψήφου και συγκεκριμένα καθήκοντα στα συμβούλια των ΕΕΑ. Ενώ ο δημόσιος τομέας αντιτίθεται ως επί το πλείστον (αν και το ήμισυ δεν απαντά καν), οι απόψεις στον ιδιωτικό τομέα διίστανται, με αρκετούς να επισημαίνουν τις εγγενείς συγκρούσεις συμφερόντων στο τρέχον πλαίσιο. Όσον αφορά την ενίσχυση των εξουσιών των προέδρων, η πλειονότητα, κυρίως δημόσιες αρχές, αντιτίθεται σε αυτό, ενώ οι περισσότερες ενώσεις του κλάδου τάσσονται υπέρ των βελτιώσεων.

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, πολλά από τα ενδιαφερόμενα μέρη αναγνωρίζουν τους τρέχοντες περιορισμούς των ΕΕΑ από πλευράς πόρων, καθώς και τους περιορισμούς του προϋπολογισμού της ΕΕ και των εθνικών προϋπολογισμών. Μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων συμφωνεί ότι οι ΕΕΑ θα χρειαστούν επαρκή και βιώσιμη χρηματοδότηση προκειμένου να επιτύχουν φιλόδοξους στόχους και να βελτιώσουν τις εργασίες τους. Πολλοί συμμετέχοντες σημειώνουν ότι το επίπεδο χρηματοδότησης των ΕΕΑ θα πρέπει να εξαρτάται από τις αρμοδιότητές τους και να βασίζεται στα αποτελέσματα της επανεξέτασης των ΕΕΑ.

Περίπου οι μισοί από τους συμμετέχοντες λαμβάνουν θέση σχετικά με το αν οι ΕΕΑ θα πρέπει χρηματοδοτούνται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από τον κλάδο. Η σαφής πλειονότητα δεν υποστηρίζει την αναθεώρηση του ισχύοντος πλαισίου χρηματοδότησης με την αντικατάσταση των συνεισφορών των εθνικών αρμόδιων αρχών από τις συνεισφορές του κλάδου. Αν και σε μικρό ακόμη ποσοστό, υπάρχει μεγαλύτερη υποστήριξη για ένα σύστημα που θα χρηματοδοτείται εν μέρει από τον κλάδο.

•Εκτίμηση των επιπτώσεων

Η Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση των επιπτώσεων των τριών επιλογών πολιτικής: Οι εν λόγω επιλογές αξιολογήθηκαν με βάση τον κύριο γενικό στόχο να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς και η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών.

Κατά την εκπόνηση της εκτίμησης επιπτώσεων, η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των εργασιών των ΕΕΑ, η οποία ανέδειξε ορισμένες σημαντικές ελλείψεις. Στις ελλείψεις αυτές περιλαμβάνονταν τα εξής: α) ανεπαρκώς καθορισμένες εξουσίες προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία των ίδιων προτύπων σε όλη την ΕΕ· β) απουσία εξουσιών για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διασυνοριακών κινδύνων που σχετίζονται με τη διασυνδεσιμότητα εντός της ΕΕ και μεταξύ της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου· γ) πλαίσιο διακυβέρνησης που οδηγεί σε απόκλιση των κινήτρων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων· και δ) πλαίσιο χρηματοδότησης που δεν διασφαλίζει την επάρκεια σε σχέση με τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στις ΕΕΑ.

Το πεδίο της εκτίμησης επιπτώσεων καλύπτει τους ακόλουθους τομείς: 1) εξουσίες· 2) διακυβέρνηση· και 3) χρηματοδότηση των ΕΕΑ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι διαπιστωθείσες ελλείψεις και οι νέες προκλήσεις, όπως η ρυθμιστική και εποπτική σύγκλιση. Οι ελλείψεις στη διακυβέρνηση και τη χρηματοδότηση είναι κοινές στις τρεις ΕΕΑ, δεδομένου ότι και οι τρεις διέπονται από τους ίδιους κανόνες. Οι αλλαγές στις εξουσίες τους στοχεύουν κυρίως σε συγκεκριμένους τομείς για την ΕΑΚΑΑ και στην επίβλεψη της εποπτικής σύγκλισης για όλες τις ΕΕΑ.

Οι επιλογές που αξιολογήθηκαν ήταν οι εξής:

Στον τομέα της διακυβέρνησης: α) καμία δράση πολιτικής· δεν προβλέπεται καμία τροποποίηση στην τρέχουσα δομή διακυβέρνησης· β) στοχευμένες αλλαγές στο τρέχον μοντέλο διακυβέρνησης, όπως η διαφοροποίηση των εξουσιών λήψης αποφάσεων εκ της φύσεώς τους και η βελτίωση της διαδικασίας επιλογής του προέδρου, και γ) άνοιγμα του συμβουλίου εποπτών σε ανεξάρτητα, μόνιμα μέλη (χωρίς δικαίωμα ψήφου).

Στον τομέα των εξουσιών: α) καμία δράση πολιτικής· οι υφιστάμενες εξουσίες σε σχέση με τα καθήκοντα ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης παραμένουν αμετάβλητες, όπως και οι αρμοδιότητες άμεσης εποπτείας της ΕΑΚΑΑ· β) επιλογή να αποσαφηνιστούν ορισμένες υφιστάμενες εξουσίες και να ενισχυθεί η εποπτεία· γ) επιλογή να αποσαφηνιστούν ορισμένες υφιστάμενες εξουσίες και να ανατεθούν στην ΕΑΚΑΑ πρόσθετες εξουσίες άμεσης εποπτείας σε στοχευμένους τομείς· και δ) συντονισμός της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, των τραπεζών και των ασφαλίσεων στις τρεις ΕΕΑ.

Στον τομέα της χρηματοδότησης: α) καμία δράση πολιτικής 17 · β) προσαρμοσμένη δημόσια χρηματοδότηση προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος του εγχώριου χρηματοπιστωτικού τομέα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· γ) μεικτή χρηματοδότηση από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα στο πλαίσιο της οποίας οι συνεισφορές από τους εγχώριους ιδιωτικούς τομείς αντικαθιστούν τις συνεισφορές από τις εθνικές αρμόδιες αρχές· και δ) σύστημα χρηματοδότησης που χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τον ιδιωτικό τομέα.

Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των ανωτέρω επιλογών με βάση διάφορα κριτήρια 18 για τον προσδιορισμό εκείνων που αντιμετωπίζουν καλύτερα τις ελλείψεις οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τον ορισμό του προβλήματος της εκτίμησης επιπτώσεων και κατά την αξιολόγηση.

Κατόπιν αυτής της ανάλυσης,

·η προτιμώμενη επιλογή όσον αφορά τη διακυβέρνηση συμπεριλαμβάνει ανεξάρτητα μέλη με δικαιώματα ψήφου, μαζί με τις εθνικές αρμόδιες αρχές στη διαδικασία λήψης αποφάσεων· καθιερώνει νέα διαδικασία διορισμού και νέο ρόλο για τον πρόεδρο και αντικαθιστά το διοικητικό συμβούλιο με ανεξάρτητο εκτελεστικό συμβούλιο που απαρτίζεται από μέλη πλήρους απασχόλησης τα οποία διορίζονται εξωτερικά·

·η προτιμώμενη επιλογή όσον αφορά τις εξουσίες αποσαφηνίζει ορισμένες εξουσίες, για παράδειγμα αναθέτοντας επίσημο ρόλο στις ΕΕΑ στο πλαίσιο της συνεχούς παρακολούθησης της διαδικασίας ισοδυναμίας και βελτιώνοντας την ικανότητα των ΕΕΑ να διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και μεταβιβάζει εποπτικές εξουσίες στις ΕΕΑ σε στοχευμένους τομείς που αφορούν κυρίως τρίτες χώρες ή έχουν διασυνοριακή διάσταση·

·η προτιμώμενη επιλογή όσον αφορά τη χρηματοδότηση διατηρεί την τρέχουσα ετήσια συνεισφορά της ΕΕ στον προϋπολογισμό των ΕΕΑ, αλλά αντικαθιστά την εναπομένουσα χρηματοδότηση από εθνικές αρμόδιες αρχές με χρηματοδότηση από τον ιδιωτικό τομέα.

Οι προτιμώμενες επιλογές που προσδιορίστηκαν ήταν εκείνες που διασφάλιζαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι οι ΕΕΑ θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο φόρτο εργασίας και να προβλέπουν τις αλλαγές στο εποπτικό πλαίσιο οι οποίες απορρέουν από την τομεακή νομοθεσία. Επιπλέον, οι προτιμώμενες επιλογές επικεντρώνονταν κυρίως σε στοχευμένες αλλαγές στο ισχύον καθεστώς, παρά στην ολική αναμόρφωση. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με το συμπέρασμα της αξιολόγησης ότι το πλαίσιο των ΕΕΑ λειτουργεί αρκετά ικανοποιητικά σε σχέση με τις σημαντικές προκλήσεις τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν και τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους για την εκπλήρωση των εντολών τους.

Η εκτίμηση επιπτώσεων εξέτασε επίσης τις σωρευτικές επιπτώσεις των προτιμώμενων επιλογών, τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη. Από την ανάλυση προκύπτει ότι, με την εφαρμογή των προτιμώμενων επιλογών, οι ΕΕΑ θα είναι σε καλύτερη θέση να εκπληρώσουν τις υφιστάμενες εντολές τους και να διασφαλίσουν μεγαλύτερη εποπτική σύγκλιση, πέραν της εκπόνησης ρυθμιστικών μέσων.

Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους οι ΕΕΑ αναμένεται να έχουν καλύτερη απόδοση: πρώτον, η διάρθρωση των κινήτρων στη διακυβέρνηση των ΕΕΑ θα βελτιωθεί με την εξισορρόπηση των κινήτρων για την προστασία των εθνικών συμφερόντων κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, έτσι ώστε, ειδικότερα, οι εξουσίες για την προώθηση της ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης να μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο αποτελεσματικά. Δεύτερον, η απόφαση να μειωθεί η εξάρτηση από τη δημόσια χρηματοδότηση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, που πρόκειται να συμπληρωθεί με χρήματα από τον ιδιωτικό τομέα, μπορεί να διασφαλίσει ότι οι ΕΕΑ θα διαθέτουν επαρκείς πόρους για να εκτελούν τα υφιστάμενα καθήκοντά τους και να προσαρμόζονται ευκολότερα στις μελλοντικές αλλαγές. Τέλος, στοχευμένες τροποποιήσεις σε ορισμένα τμήματα των εξουσιών των ΕΕΑ μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι ΕΕΑ θα είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους αποδοτικά και αποτελεσματικά με βάση την πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των έξι ετών της ύπαρξής τους, καθώς και τις εξελίξεις στις διάφορες χρηματοπιστωτικές αγορές και στην ενωσιακή νομοθεσία. Αυτές οι στοχευμένες αλλαγές ευθυγραμμίζονται επίσης με την άποψη των ενδιαφερόμενων μερών ότι η ενίσχυση του συντονιστικού ρόλου των ΕΕΑ είναι δικαιολογημένη και ότι οι ΕΕΑ θα πρέπει να αξιοποιήσουν καλύτερα τις υφιστάμενες εξουσίες τους.

Όσον αφορά τις καθαρές επιπτώσεις από πλευράς κόστους για τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη και με εξαίρεση τη χορήγηση άμεσων εξουσιών στην ΕΑΚΑΑ, οι προτιμώμενες επιλογές αναμένεται να έχουν περιορισμένες επιπτώσεις στον ιδιωτικό τομέα, δεδομένου ότι η συνεισφορά τους στις εθνικές αρχές που χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς πόρους θα μειωθεί, καθώς οι εθνικές αρμόδιες αρχές δεν θα υποχρεούνται πλέον να συνεισφέρουν στον ετήσιο προϋπολογισμό των ΕΕΑ. Οι καθαρές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ θα είναι ουδέτερες — μολονότι η προχρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της ΕΕ θα είναι αναγκαία κατά τα πρώτα έτη μετά την έκδοση της πρότασης, τα προχρηματοδοτούμενα ποσά θα επιστραφούν στη συνέχεια στον προϋπολογισμό της ΕΕ μετά την έναρξη ισχύος των νέων μηχανισμών χρηματοδότησης. Επιπλέον, οι καθαρές επιπτώσεις στις εθνικές αρμόδιες αρχές θα είναι επίσης ουδέτερες δεδομένου ότι, αφενός, οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα σταματήσουν να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση των ΕΕΑ και, αφετέρου, θα πρέπει να μειώσουν (κατ’ αναλογία) τις ανάγκες τους για έσοδα για την κάλυψη των δαπανών αυτών. Καμία επίπτωση, από πλευράς κόστους, δεν αναμένεται για τους καταναλωτές.

Η εκτίμηση επιπτώσεων υποβλήθηκε στην επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου («RSB») στις 14 Ιουνίου 2017. Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέδωσε αρνητική γνώμη σχετικά με την εκτίμηση επιπτώσεων και διατύπωσε ορισμένες συστάσεις για βελτιώσεις. Το έγγραφο αναθεωρήθηκε αναλόγως και υποβλήθηκε εκ νέου στις 19 Ιουλίου. Στις 27 Ιουλίου, η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέδωσε θετική γνώμη με επιφυλάξεις και πρότεινε βελτιώσεις οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη στο μέτρο του δυνατού. Οι βασικές αλλαγές που εισήχθησαν στην εκτίμηση επιπτώσεων προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου ήταν οι ακόλουθες:

1. Θα πρέπει να ολοκληρωθεί η ανάλυση των προκλήσεων για τα συστήματα εποπτείας που σχετίζονται με την πιθανή εξέλιξη της τραπεζικής αγοράς, της αγοράς ασφαλίσεων και της αγοράς κινητών αξιών κατά τα επόμενα έτη. Θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι διάφορες επιπτώσεις που θα έχει η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ στις βασικές δραστηριότητες των ΕΕΑ.

Η εκτίμηση επιπτώσεων έχει αναθεωρηθεί ώστε να εξηγεί σαφέστερα ότι η πρωτοβουλία πολιτικής είναι προς όφελος της ενιαίας αγοράς της ΕΕ και της ολοκλήρωσής της και δίνει συνέχεια στη δέσμευση που εξαγγέλθηκε στην έκθεση των πέντε Προέδρων, καθώς και στη δέσμευση που διατυπώθηκε πιο πρόσφατα στο έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της ΟΝΕ 19 , σχετικά με την ανάληψη δράσης προς την κατεύθυνση μιας πραγματικής Χρηματοοικονομικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης μιας ενιαίας εποπτικής αρχής για τις κεφαλαιαγορές. Οι προκλήσεις που περιγράφουν τα εν λόγω έγγραφα για την ΟΝΕ γενικότερα και τις χρηματοπιστωτικές αγορές της ειδικότερα παρέχουν το πλαίσιο αναφοράς για την εκτίμηση των επιπτώσεων. Δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και τις συνέπειές της σε όλα τα κύρια κεφάλαια της εκτίμησης των επιπτώσεων.

2. Θα πρέπει να ολοκληρωθεί η εκτίμηση των δαπανών και των χρηματοδοτικών κενών των ΕΕΑ που προκύπτουν από το βασικό σενάριο και τις διάφορες επιλογές.

Έχει συζητηθεί και ποσοτικοποιηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό το ζήτημα των πόρων που απαιτούνται προκειμένου οι ΕΕΑ να αναλάβουν περισσότερα καθήκοντα (άμεσες και έμμεσες εξουσίες)· οι επιπτώσεις στους πόρους που προκύπτουν από τις τροποποιήσεις στη διακυβέρνηση και οι επιπτώσεις στους πόρους από τις αλλαγές στη μεθοδολογία της χρηματοδότησης για την έμμεση εποπτεία.

Έχουν διαφοροποιηθεί οι δαπάνες της άμεσης και έμμεσης εποπτείας και των άλλων δραστηριοτήτων και εξηγείται καλύτερα ποιος επιβαρύνεται με το κόστος των προτιμώμενων επιλογών.

Έχει προχωρήσει περαιτέρω η συζήτηση σχετικά με τις καθαρές επιπτώσεις (από άποψη κόστους) των προτιμώμενων επιλογών προκειμένου να αντιμετωπιστεί καλύτερα το ζήτημα των χρηματοδοτικών κενών και των επιπτώσεων που θα έχει το συνολικό κόστος της εποπτείας στον τομέα.

Ειδικότερα,

1.Ο ανακεφαλαιωτικός πίνακας δαπανών έχει επικαιροποιηθεί σύμφωνα με το νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο. Διαθέτουμε πλέον μια πολύ λεπτομερή εκτίμηση του κόστους και των επιπτώσεων των δύο αλλαγών στο υφιστάμενο πλαίσιο των ΕΕΑ, καθώς και για τις νέες άμεσες εξουσίες.

2.Το τμήμα στο οποίο συγκρίνονται οι διάφορες επιλογές χρηματοδότησης αναδιατυπώθηκε πλήρως, όπως ζητήθηκε, προκειμένου να αποτυπώνει το κόστος και τα οφέλη της επιλογής 3 συνολικά σε σύγκριση με το βασικό σενάριο και την επιλογή 2 ειδικότερα.

3.Το τμήμα που αφορά τον μηχανισμό είσπραξης αναδιατυπώθηκε πλήρως για να ανταποκρίνεται στα πρότυπα της εκτίμησης επιπτώσεων και προστέθηκε στο κυρίως κείμενο, καθώς αυτό αποτελεί μέρος της νομοθετικής πρότασης.

Όσον αφορά τις καθαρές επιπτώσεις στους επιμέρους τομείς, αυτό δεν μπόρεσε να αξιολογηθεί διεξοδικά στο παρόν στάδιο δεδομένου ότι εξαρτάται από το μοντέλο που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των εθνικών αρμόδιων αρχών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Για παράδειγμα, εάν οι συμμετέχοντες στην αγορά σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν πληρώνουν σήμερα για την εποπτεία τους (δηλαδή όπως στην περίπτωση των εθνικών αρμόδιων αρχών που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου με δημόσιους πόρους), τότε, εξ ορισμού, η μεθοδολογία κατανομής της προτιμώμενης επιλογής θα έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το κόστος για τους εν λόγω συμμετέχοντες στην αγορά προς όφελος των φορολογουμένων και των εθνικών προϋπολογισμών στα εν λόγω κράτη μέλη. Συγχρόνως, εάν οι συμμετέχοντες στην αγορά πληρώνουν ήδη για τις ΕΕΑ μέσω συνεισφορών στους προϋπολογισμούς των εθνικών αρμόδιων αρχών τους, τότε οι καθαρές επιπτώσεις (οριακό κόστος/όφελος) θα εξαρτηθούν από τις διάφορες μεθόδους που χρησιμοποιούν οι εθνικές αρμόδιες αρχές για να επιβάλλουν τέλη στις επιμέρους οντότητες, καθώς και τους συντελεστές στάθμισης που εφαρμόζουν σε οντότητες για τη χρηματοδότηση των ΕΕΑ. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να προκύψει ακριβής, αξιόπιστη εκτίμηση του οριακού κόστους/οφέλους σε ολόκληρη την ΕΕ, είναι αναγκαία μια διεξοδική συγκριτική ανάλυση, για την οποία απαιτείται η συμμετοχή των εν λόγω εθνικών αρμόδιων αρχών που εφαρμόζουν δικές τους μεθόδους για την κατανομή των τελών. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η καθιέρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ενιαία αγορά με ενιαίο μηχανισμό καθορισμού τελών μεταξύ των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων θα ωφελήσει τελικά όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα ποσά που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση των ΕΕΑ δεν θα πρέπει, καταρχήν, να συνιστούν απειλή για τα επιχειρησιακά μοντέλα των επιμέρους οντοτήτων.

3. Η σύγκριση των εναλλακτικών δυνατοτήτων θα πρέπει να βελτιωθεί και η επιλογή της προτιμώμενης λύσης θα πρέπει να υποστηρίζεται καλύτερα από τα διαθέσιμα στοιχεία και τις αναλύσεις.

Έχουν παρασχεθεί, κατά το δυνατόν, λεπτομερέστερες περιγραφές και περαιτέρω προσθήκες στην περιγραφή των επιλογών και στην ανάλυση, ιδίως στα τμήματα σχετικά με τις εξουσίες και τη χρηματοδότηση, αλλά και στο τμήμα σχετικά με τη διακυβέρνηση.

Η συζήτηση σχετικά με τις εξουσίες τεκμηριώνεται με περισσότερες πληροφορίες και επιχειρήματα στο παράρτημα της εκτίμησης επιπτώσεων. Τυχόν έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για την τεκμηρίωση της προτιμώμενης επιλογής στο τμήμα που αφορά τις εξουσίες μπορεί να εξηγηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, από το γεγονός ότι ενίοτε η κατεύθυνση πολιτικής οφείλεται σε πολιτική απόφαση.

Η συζήτηση σχετικά με τις επιλογές στο τμήμα που αφορά τη διακυβέρνηση εξηγείται και τεκμηριώνεται εκτενώς με παραδείγματα και ανεπίσημα στοιχεία και επιπλέον υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από την Επιτροπή. Η φύση του προβλήματος που έχει προσδιοριστεί σχετικά με τη διακυβέρνηση καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την απόκτηση αδιαμφισβήτητων επαληθεύσιμων δεδομένων.

Σε σχέση με τη χρηματοδότηση, για παράδειγμα, το τμήμα που αφορά την προτιμώμενη επιλογή 3 βελτιώθηκε για να προστεθούν επιπλέον στοιχεία της εκτίμησης και για να αποσαφηνιστεί καλύτερα η υφιστάμενη επιχειρηματολογία.

4. Η αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται περισσότερο σε αποδεικτικά στοιχεία και να τεκμηριώνεται.

Η αξιολόγηση αναθεωρήθηκε ώστε να γίνεται καλύτερη διάκριση μεταξύ της εκτίμησης και της επιχειρηματολογίας που συνδέονται με διοικητική εργασία και των απόψεων που προκύπτουν από διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Προστέθηκαν περισσότερες συζητήσεις και, όπου αυτό είναι εφικτό, περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία για να βελτιωθεί η αξιολόγηση. Υπάρχουν περιορισμοί ως προς το είδος των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν· ορισμένα τμήματα της αξιολόγησης βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ανεπίσημα στοιχεία και στις εμπειρίες των ενδιαφερόμενων μερών με τις ΕΕΑ. Για να αντισταθμιστεί αυτό, έγινε προσπάθεια να παρασχεθούν πολλά παραδείγματα από διάφορες πηγές πληροφοριών, βλ., για παράδειγμα, το τμήμα που αφορά τη διακυβέρνηση. Άλλα τμήματα, όπως η χρηματοδότηση, βασίζονται περισσότερο σε παραπομπές και τεκμηριωμένα επιχειρήματα.

Η αξιολόγηση αποτελεί επίσης αναδρομική διαδικασία στην οποία συγκρίνονται τα τελευταία έτη, βάσει παρελθοντικών προβολών, με το βασικό σενάριο σύμφωνα με το οποίο δεν υφίστανται οι ΕΕΑ. Συνεπώς, η αξιολόγηση, από την ίδια τη φύση της, εστιάζεται λιγότερο στην ανάγκη για νέες, πρόσθετες εξουσίες άμεσης εποπτείας για την ΕΑΚΑΑ.

•Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Η παρούσα πρόταση δεν συνδέεται με διαδικασία REFIT ή διαδικασία απλούστευσης. Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να βελτιωθεί το πλαίσιο των ΕΕΑ και να ενισχυθούν οι τρέχουσες εποπτικές ρυθμίσεις. Οι αλλαγές που προτείνονται για τις εξουσίες, το πλαίσιο διακυβέρνησης και το σύστημα χρηματοδότησης των ΕΕΑ αναμένεται να καταστήσουν την εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ πιο αποτελεσματική και αποδοτική. Η ενίσχυση του πλαισίου των ΕΕΑ θα βελτιώσει την ασφάλεια δικαίου και την οικονομική ασφάλεια, καθώς και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τον περιορισμό των κινδύνων. Αυτό συνάδει με το θεματολόγιο της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

Στον βαθμό που η παρούσα πρόταση συνεπάγεται τη συγκέντρωση σε ενωσιακό επίπεδο ορισμένων εποπτικών εργασιών στην ΕΑΚΑΑ, η πρωτοβουλία εξαλείφει την επικάλυψη των καθηκόντων μεταξύ των εθνικών αρχών. Αυτό αναμένεται να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας σε ενωσιακό επίπεδο και να μειώσει την ανάγκη για ειδικούς πόρους σε εθνικό επίπεδο. Όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αναμένεται κυρίως να επωφεληθούν από τη μείωση του διοικητικού φόρτου με την καθιέρωση ενιαίας εποπτικής αρχής σε ορισμένους τομείς.

•Θεμελιώδη δικαιώματα

Η πρόταση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ειδικότερα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου για υψηλό επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας σύμφωνα με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως ορίζεται στο άρθρο 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 20 .

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η σημερινή χρηματοδότηση των ΕΕΑ βασίζεται σε γενική συνεισφορά από τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ (40 %) και σε συνεισφορές των εθνικών αρμόδιων αρχών (60 %). Για την ΕΑΚΑΑ, η κατανομή αυτή διαφέρει ελαφρώς, δεδομένου ότι οι οντότητες που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΑΚΑΑ (όπως οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών) καταβάλλουν επίσης εποπτικά τέλη στον εν λόγω οργανισμό. Η παρούσα πρόταση θα μεταβάλει τη δομή χρηματοδότησης των ΕΕΑ. Ο προϋπολογισμός των ΕΕΑ θα βασίζεται πλέον σε τρεις διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης:

·ετήσιες συνεισφορές που καταβάλλονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία τελούν υπό την έμμεση εποπτεία των ΕΕΑ·

·εποπτικά τέλη που καταβάλλονται από φορείς οι οποίοι τελούν υπό την άμεση εποπτεία των ΕΕΑ. Αυτό ισχύει ιδίως για την ΕΑΚΑΑ, δεδομένου ότι η νομοθετική πρόταση προβλέπει τη μεταβίβαση εξουσιών άμεσης εποπτείας από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ (για ορισμένα ταμεία της ΕΕ, τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, ορισμένους διαχειριστές δεικτών αναφοράς και ορισμένα ενημερωτικά δελτία)·

·εξισορροπητική συνεισφορά της ΕΕ η οποία δεν θα υπερβαίνει το 40 % των συνολικών εσόδων κάθε οργανισμού. Το ποσό αυτής της εξισορροπητικής συνεισφοράς θα καθορίζεται εκ των προτέρων στο πλαίσιο του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ).

Ωστόσο, για τη νέα πηγή εσόδων των ΕΕΑ (δηλαδή τις ετήσιες συνεισφορές των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που τελούν υπό έμμεση εποπτεία) θα είναι αναγκαία η έκδοση από την Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση πράξης η οποία θα προβλέπει: i) κατανομή του συνολικού ποσού των ετήσιων συνεισφορών μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων· και ii) αντικειμενικά κριτήρια που θα επιτρέπουν τον υπολογισμό της επιμέρους ετήσιας συνεισφοράς που πρέπει να καταβάλλεται από κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (δηλαδή έως την έγκριση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης η οποία θα καθορίζει ορισμένες παραμέτρους των ετήσιων συνεισφορών), θα διατηρηθεί η τρέχουσα δομή χρηματοδότησης που εξαρτάται από τις συνεισφορές της ΕΕ (40 %) και των εθνικών αρμόδιων αρχών (60 %). Αυτό θα έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς και στον προϋπολογισμό των διαφόρων εθνικών αρμόδιων αρχών.

Οι προτεινόμενες αλλαγές στη δομή διακυβέρνησης, στις εξουσίες έμμεσης εποπτείας, στο σύστημα χρηματοδότησης και στις εξουσίες άμεσης εποπτείας των ΕΕΑ θα απαιτήσουν νέους πόρους. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ θα απαιτήσουν αντιστοίχως 29, 35 και 156 πρόσθετους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, όταν τεθούν σε εφαρμογή οι διάφορες διατάξεις της πρότασης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, για την ΕΑΚΑΑ, το μεγαλύτερο μέρος των εν λόγω πρόσθετων υπαλλήλων πλήρους απασχόλησης θα αναλάβει άμεσα εποπτικά καθήκοντα (97 από τους 156). Οι ΕΕΑ θα επιβαρυνθούν επίσης με επιπλέον δαπάνες ΤΠ (που υπολογίζονται σε 10,2 εκατ. EUR για την περίοδο 2019-2020) και δαπάνες μετάφρασης (που υπολογίζονται σε 1,8 εκατ. EUR για την περίοδο 2019-2020).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε δημοσιονομική απαίτηση από τις ΕΕΑ θα εξακολουθήσει να υπόκειται σε όλους τους μηχανισμούς λογοδοσίας και ελέγχου που έχουν θεσπιστεί με τους κανονισμούς για τις ΕΕΑ για την κατάρτιση, έγκριση και εκτέλεση των ετήσιων προϋπολογισμών τους. Επιπλέον, η ετήσια απόφαση σχετικά με την εξισορροπητική συνεισφορά της ΕΕ στις ΕΕΑ και τους πίνακες προσωπικού τους (π.χ. απόφαση για το επίπεδο στελέχωσης) θα συνεχίσει να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και θα υπόκειται στη διαδικασία απαλλαγής από το Κοινοβούλιο έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου.

Οι χρηματοδοτικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της παρούσας πρότασης εξηγούνται λεπτομερώς στο επισυναπτόμενο σε αυτήν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο δεν προδικάζουν την πρόταση για το ΠΔΠ μετά το 2020 η οποία πρόκειται να υποβληθεί έως τον Μάιο του 2018. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί στο πλαίσιο αυτό ότι, ενώ ο αριθμός των απασχολούμενων ατόμων που απαιτούνται για την άμεση εποπτεία θα εξαρτάται από την εξέλιξη, με την πάροδο του χρόνου, του αριθμού και του μεγέθους των συμμετεχόντων στις κεφαλαιαγορές οι οποίοι θα πρέπει να τελούν υπό εποπτεία, οι αντίστοιχες δαπάνες θα χρηματοδοτούνται καταρχήν από τα τέλη που θα εισπράττονται από τους εν λόγω συμμετέχοντες στην αγορά.

Οι χρηματοδοτικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της παρούσας πρότασης εξηγούνται λεπτομερώς στο επισυναπτόμενο σε αυτήν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

•Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα επανεξετάζεται με δύο τρόπους: στο πλαίσιο της τακτικής επανεξέτασης των ΕΕΑ κάθε τρία έτη και στο πλαίσιο της επανεξέτασης των τομεακών κανονισμών, στις περισσότερες περιπτώσεις δύο ή τρία έτη μετά την αντίστοιχη ημερομηνία εφαρμογής.

·Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

(1)Τροποποιήσεις στους κανονισμούς για τις ΕΕΑ 21  

Σύμφωνα με την 11η αιτιολογική σκέψη των κανονισμών για τις ΕΕΑ, οι ΕΕΑ ενεργούν με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση νομοθεσίας και εποπτείας υψηλού, αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμών για τις ΕΕΑ, οι Αρχές ενεργούν στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής των πράξεων που αναφέρονται σε αυτούς, δηλαδή σε αναλογικό πλαίσιο που καθορίζεται και επικαιροποιείται τακτικά από τον νομοθέτη της Ένωσης.

Οι αλλαγές στους κανονισμούς για την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ περιλαμβάνονται στα άρθρα 1, 2 και 3, αντιστοίχως, του προτεινόμενου κανονισμού.

α) Εξουσίες

Οι αλλαγές που επισημαίνονται κατωτέρω αφορούν τις γενικές εξουσίες των ΕΕΑ τις οποίες ενισχύει η παρούσα πρόταση. Οι νέες εξουσίες άμεσης εποπτείας που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 5.

Νέοι τομείς δραστηριοτήτων και εστίασης

Το άρθρο 1 των κανονισμών για τις ΕΕΑ παραθέτει τις πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ. Το άρθρο 1 διατυπώνεται με τρόπο που υποδεικνύει ότι πρέπει να παρατεθούν μόνο οι πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τη σύσταση των ΕΕΑ και οι πράξεις οι οποίες δεν προβλέπουν καθήκοντα για τις ΕΕΑ. Όλες οι πράξεις που εκδόθηκαν μετά τους κανονισμούς για τις ΕΕΑ, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων και των πράξεων που βασίζονται σε νομικές πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ, καθώς και οι πράξεις που προβλέπουν καθήκοντα για τις ΕΕΑ, εμπίπτουν αυτομάτως στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ και δεν χρειάζεται να παρατεθούν στο άρθρο 1 για να εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ.

Οι τροποποιήσεις που προτείνονται σε σχέση με το άρθρο 1 καθενός εκ των κανονισμών για τη σύσταση των ΕΕΑ είναι οι εξής: να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ΕΑΤ η οδηγία 2008/48 για την καταναλωτική πίστη και η οδηγία 2014/92 για τους λογαριασμούς πληρωμών· να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ΕΑΑΕΣ η οδηγία 2009/103 για την ασφάλιση των αυτοκινήτων· και να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για την ΕΑΚΑΑ η λογιστική οδηγία 2013/34.

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 4 του κανονισμού για την ΕΑΤ συμπληρώνουν τον κατάλογο των ορισμών που θα χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανονισμών. Πιο συγκεκριμένα, τροποποιείται ο ορισμός του «χρηματοπιστωτικού ιδρύματος» προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλες οι οντότητες που καλύπτονται από τη σχετική τομεακή νομοθεσία εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΑΤ. Ο νέος προτεινόμενος ορισμός των «αρμόδιων αρχών» διασφαλίζει ότι καλύπτονται όλες οι σχετικές εποπτικές και λοιπές αρχές, ακόμη και αν δεν ορίζονται ως «αρμόδιες αρχές» στην εφαρμοστέα νομοθεσία.

Προτείνεται να τροποποιηθεί το άρθρο 8 των κανονισμών για την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ, ώστε να συμπεριληφθεί το καθήκον της κατάρτισης και επικαιροποίησης ενός ενωσιακού εγχειριδίου εποπτείας σχετικά με την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση συνολικά. Με την εν λόγω τροποποίηση οι δύο κανονισμοί ευθυγραμμίζονται με τον κανονισμό για την ΕΑΤ. Επιπλέον, όσον αφορά την ΕΑΤ, προτείνεται να της ανατεθεί το καθήκον της κατάρτισης και επικαιροποίησης ενός ενωσιακού εγχειριδίου εξυγίανσης σχετικά με την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ένωση συνολικά.

Οι τροποποιήσεις στα άρθρα 8 και 9 των κανονισμών για τις ΕΕΑ ορίζουν ρητά ότι οι ΕΕΑ θα πρέπει να συμβάλλουν στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών. Επίσης, οι τρεις ΕΕΑ θα έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες, καθώς και παράγοντες διακυβέρνησης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Στην περίπτωση της ΕΑΑΕΣ και της ΕΑΚΑΑ ορίζεται επιπλέον ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι αρχές για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Με την εν λόγω τροποποίηση οι κανονισμοί αυτοί ευθυγραμμίζονται με τον κανονισμό για την ΕΑΤ. Τέλος, προστέθηκε ότι στα καθήκοντα θα πρέπει να περιλαμβάνονται η διεξαγωγή εμπεριστατωμένων θεματικών επισκοπήσεων της συμπεριφοράς της αγοράς, η διαμόρφωση κοινής αντίληψης των πρακτικών των αγορών, ο εντοπισμός πιθανών προβλημάτων και η ανάλυση των επιπτώσεών τους, καθώς και η κατάρτιση δεικτών κινδύνου λιανικής για τον έγκαιρο εντοπισμό των πιθανών αιτίων της ζημίας για τους καταναλωτές.

Τεχνολογική καινοτομία

Το άρθρο 8 παράγραφος 1α υποχρεώνει ρητά τις ΕΕΑ, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο των κανονισμών για τις ΕΕΑ, να λαμβάνουν υπόψη την τεχνολογική καινοτομία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η τεχνολογική καινοτομία συμβάλλει στην καλύτερη πρόσβαση και στη μεγαλύτερη ευκολία. Μειώνει το κόστος λειτουργίας και τους φραγμούς εισόδου, και τέτοιου είδους καινοτομίες θα πρέπει να υποστηρίζονται από τις ΕΕΑ. Η αξιοποίηση του δυναμικού της τεχνολογικής καινοτομίας προϋποθέτει επίσης ότι διασφαλίζεται η ακεραιότητα όσον αφορά τη χρήση των δεδομένων, την εύρυθμη και δίκαιη λειτουργία των αγορών, την αποφυγή της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για παράνομους σκοπούς και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο.

Επιπλέον, οι τροποποιήσεις στο άρθρο 29 των κανονισμών για τις ΕΕΑ ενισχύουν τον συντονιστικό ρόλο των ΕΕΑ σχετικά με την είσοδο στην αγορά καινοτόμων επιχειρήσεων και υπηρεσιών, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και των ΕΕΑ.

Περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και παράγοντες διακυβέρνησης

Οι τρεις ΕΕΑ θα έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες, καθώς και παράγοντες διακυβέρνησης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Αυτό θα δώσει επίσης τη δυνατότητα στις ΕΕΑ να παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντοπίζουν, αναφέρουν και αντιμετωπίζουν τους κινδύνους που οι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και οι παράγοντες διακυβέρνησης ενδέχεται να ενέχουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθιστώντας έτσι τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών αγορών πιο συνεπείς με τους στόχους βιωσιμότητας.

Οι ΕΕΑ μπορούν επίσης να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με την αποτελεσματική ενσωμάτωση ζητημάτων βιωσιμότητας στη νομοθεσία της ΕΕ για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και να προωθούν τη συνεκτική εφαρμογή των διατάξεων αυτών μετά την έκδοσή τους.

Κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις

Παρόλο που η εξουσία κατάρτισης κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων έχει αποδειχθεί σημαντικό και επιτυχημένο εργαλείο της εποπτικής σύγκλισης, τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν επισημάνει την ανάγκη η εν λόγω εξουσία να παραμείνει εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ και να διασφαλιστεί η διεξαγωγή ολοκληρωμένης αξιολόγησης κόστους-οφέλους κατά την κατάρτιση αυτών των μέσων. Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 16 των κανονισμών για τις ΕΕΑ συνεπάγονται ότι η διεξαγωγή των αναλύσεων κόστους-οφέλους πρέπει να θεωρείται ο κανόνας. Οι τροποποιήσεις έχουν επίσης ως στόχο να διασφαλιστεί ότι, εάν η πλειοψηφία των μελών των σχετικών ομάδων συμφεροντούχων των ΕΕΑ θεωρεί ότι οι ΕΕΑ έχουν υπερβεί τις αρμοδιότητές τους κατά την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, υποβάλλεται γνωμοδότηση στην Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή εκτιμά το πεδίο εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών και μπορεί να απαιτήσει από τις σχετικές ΕΕΑ να αποσύρουν τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

Επιπλέον, οι τροποποιήσεις των εν λόγω άρθρων προβλέπουν ότι οι ΕΕΑ έχουν τη δυνατότητα να απευθύνουν κατευθυντήριες γραμμές στις αρχές που δεν έχουν οριστεί ως αρμόδιες αρχές δυνάμει των κανονισμών για τις ΕΕΑ, αλλά που εξουσιοδοτούνται να διασφαλίσουν την εφαρμογή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ, προκειμένου να καθιερωθούν συνεπείς, αποδοτικές και αποτελεσματικές εποπτικές πρακτικές στο πλαίσιο του ΕΣΧΕ.

Παράβαση του δικαίου της Ένωσης

Η Επιτροπή προτείνει επίσης τροποποιήσεις στο άρθρο 17 των κανονισμών για τις ΕΕΑ σε σχέση με τις παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης. Προκειμένου να είναι αποτελεσματική η εξουσία των ΕΕΑ για δίωξη των παραβάσεων της νομοθεσίας, οι ΕΕΑ θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες. Οι τροποποιήσεις διασφαλίζουν ότι, στο πλαίσιο των ερευνών για παραβάσεις του δικαίου της ΕΕ, οι ΕΕΑ θα είναι σε θέση να απευθύνουν δεόντως τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη αίτηση παροχής πληροφοριών απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα/συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε περίπτωση που οι ΕΕΑ αποφασίσουν να ζητήσουν πληροφορίες απευθείας από το σχετικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα/συμμετέχοντα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνεται και επικουρεί τις ΕΕΑ κατά τη συλλογή των ζητούμενων πληροφοριών. Επιπλέον, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι υπεύθυνο για τις παραβάσεις της νομοθεσίας (βλ. κατωτέρω), πράγμα που θα ενισχύσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του εν λόγω εργαλείου.

Επίλυση διαφωνιών

Προτείνονται τροποποιήσεις στο άρθρο 19 των κανονισμών για τις ΕΕΑ σε σχέση με την επίλυση διαφωνιών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι, όταν υφίστανται τέτοιου είδους διαφορές, οι ΕΕΑ δύνανται να αναλαμβάνουν δράση και να παρεμβαίνουν αποφασιστικά. Οι τροποποιήσεις αποσαφηνίζουν ότι οι διαδικασίες επίλυσης διαφωνιών μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε διασυνοριακές καταστάσεις μπορούν επίσης να κινητοποιηθούν με ιδία πρωτοβουλία των ΕΕΑ, όταν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Στην τελευταία περίπτωση, τεκμαίρεται διαφωνία εάν η νομοθεσία που εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ απαιτεί την έκδοση κοινής απόφασης, αλλά η εν λόγω απόφαση δεν λαμβάνεται εντός της προθεσμίας που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτό, οι τροποποιήσεις καθιερώνουν επίσης την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να ενημερώνουν τις ΕΕΑ όταν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία. Επιπλέον, το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι υπεύθυνο για την επίλυση των διαφωνιών (βλ. κατωτέρω), πράγμα που θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του εν λόγω εργαλείου.

Εποπτική σύγκλιση και συντονισμός

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 29 των κανονισμών για την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ ορίζουν ότι οι δύο αυτές ΕΕΑ θα πρέπει να καταρτίσουν και να τηρούν ενήμερο εποπτικό εγχειρίδιο, ώστε να διαμορφωθεί περαιτέρω μια κοινή εποπτική νοοτροπία μεταξύ των εποπτικών αρχών. Αυτό βασίζεται στις ήδη υφιστάμενες εξουσίες της ΕΑΤ. Στον τραπεζικό τομέα, οι τροποποιήσεις ορίζουν ότι η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει παρόμοιο εγχειρίδιο στον τομέα της εξυγίανσης.

Σύμφωνα με το προτεινόμενο νέο άρθρο 29α, ανατίθενται στις ΕΕΑ ενισχυμένες γενικές εξουσίες συντονισμού για την προώθηση της σύγκλισης της καθημερινής εποπτείας από όλες τις αρμόδιες αρχές με πολύ πιο σημαντικό και αποτελεσματικό τρόπο σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι ΕΕΑ θα είναι υποχρεωμένες να καθορίζουν προτεραιότητες εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ με τη μορφή «στρατηγικού σχεδίου εποπτείας» με βάση το οποίο θα αξιολογούνται όλες οι αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές θα υποχρεούνται να καταρτίζουν ετήσια προγράμματα εργασίας σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο. Με τον τρόπο αυτόν, οι τρεις ΕΕΑ θα έχουν τη δυνατότητα να διασφαλίζουν τη σύγκλιση όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία δραστηριοποιούνται κυρίως σε κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνα όπου είναι εγκατεστημένα και τελούν υπό εποπτεία· αυτό θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ΕΑΑΕΣ.

Η παρούσα πρόταση τροποποιεί επίσης το ισχύον άρθρο 30 των κανονισμών για τις ΕΕΑ σε σχέση με τις αξιολογήσεις από ομοτίμους. Για να ενισχυθεί η προστιθέμενη αξία των αξιολογήσεων αυτών και για να διασφαλιστεί η αμεροληψία, οι αξιολογήσεις δεν θα είναι πλέον «αξιολογήσεις από ομοτίμους», αλλά «ανεξάρτητες» αξιολογήσεις υπό την ευθύνη του νέου εκτελεστικού συμβουλίου. Οι ΕΕΑ εκπονούν έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με τυχόν κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις τις οποίες μπορεί να εκδώσουν οι ΕΕΑ ως μέτρα παρακολούθησης της αξιολόγησης από ομοτίμους.

Η παρούσα πρόταση περιλαμβάνει ένα νέο άρθρο 31α το οποίο έχει ως στόχο την ενίσχυση του συντονιστικού ρόλου των ΕΕΑ, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές εποπτεύουν αποτελεσματικά τις ρυθμίσεις εξωτερικής ανάθεσης, ανάθεσης καθηκόντων και μεταβίβασης κινδύνου σε τρίτες χώρες. Οι εποπτικές πρακτικές διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Οι ΕΕΑ παρακολουθούν τις εν λόγω ρυθμίσεις τόσο σε εκ των προτέρων όσο και σε συνεχή βάση.

Συντονιστικός ρόλος της ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τις έρευνες για την κατάχρηση της αγοράς

Όταν οι διαχειριστές ασκούν δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΑΚΑΑ και οι οποίες έχουν ισχυρή διασυνοριακή διάσταση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να είναι σε καλύτερη θέση να κινήσει και να συντονίσει τις έρευνες. Το προτεινόμενο νέο άρθρο 31β αναθέτει στην ΕΑΚΑΑ ενισχυμένο συντονιστικό ρόλο όσον αφορά τη διατύπωση συστάσεων προς τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν έρευνες και να διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις εν λόγω έρευνες, όταν η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι λαμβάνει χώρα δραστηριότητα με σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις, η οποία απειλεί την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΚΑΑ διατηρεί εγκατάσταση αποθήκευσης δεδομένων για τη συλλογή και τη διάδοση, μεταξύ των αρμόδιων αρχών, όλων των σχετικών πληροφοριών.

Προσομοίωση ακραίων καταστάσεων

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 32 των κανονισμών για τις ΕΕΑ επιτυγχάνουν δύο πράγματα. Πρώτον, ευθυγραμμίζουν τους κανονισμούς για την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ με τον κανονισμό για την ΕΑΤ όσον αφορά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων. Δεύτερον, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια σχετικά με τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, η παρούσα πρόταση προβλέπει τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των επιμέρους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Επίσης, διευκρινίζει ότι οι υποχρεώσεις τήρησης επαγγελματικού απορρήτου των αρμόδιων αρχών δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν τα αποτελέσματα της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων στις ΕΕΑ με σκοπό τη δημοσίευσή τους. Η δεύτερη τροποποίηση ισχύει και για τις τρεις ΕΕΑ. Επιπλέον, προκειμένου να συμβάλλουν στις αποφάσεις σχετικά με τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων που λαμβάνονται με προοπτική η οποία λαμβάνει πλήρως υπόψη την ενιαία αγορά, οι εν λόγω αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών και των προσεγγίσεων για την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, προτείνεται να ανατεθούν στο νέο εκτελεστικό συμβούλιο και στις τρεις νέες ΕΕΑ.

Ισοδυναμία τρίτων χωρών

Η ισοδυναμία τρίτων χωρών αποτελεί σημαντικό εργαλείο που επιτρέπει την ολοκλήρωση της διεθνούς αγοράς, ενώ παράλληλα διασφαλίζει την αποτελεσματική εποπτεία (βλ. το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τις αποφάσεις ισοδυναμίας στην πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες 22 ). Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 33 των κανονισμών για τις ΕΕΑ επιβεβαιώνουν ότι οι ΕΕΑ συνδράμουν την Επιτροπή κατά την προετοιμασία των αποφάσεων ισοδυναμίας, εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή. Μετά τη λήψη των εν λόγω αποφάσεων, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις είναι προσαρμοσμένες στις νέες εξελίξεις. Συνεπώς, οι τροποποιήσεις αναθέτουν επίσης στις ΕΕΑ την ευθύνη να παρακολουθούν σε συνεχή βάση τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις πρακτικές επιβολής, σε τρίτες χώρες σχετικά με τις οποίες η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση ισοδυναμίας και να υποβάλλουν εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά τους στην Επιτροπή σε ετήσια βάση. Για τον σκοπό αυτόν, οι ΕΕΑ καταρτίζουν επίσης διοικητικές ρυθμίσεις με τρίτες χώρες.

Συλλογή πληροφοριών

Η πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες αποτελεί τη βάση για τις ΕΕΑ προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους με αποτελεσματικό τρόπο. Κατά κανόνα, οι πληροφορίες παρέχονται από τις εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά, ως έσχατη λύση, οι ΕΕΑ μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις παροχής πληροφοριών απευθείας σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή σε έναν συμμετέχοντα στην αγορά. Για παράδειγμα, όταν μια εθνική αρμόδια αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει εγκαίρως τις εν λόγω πληροφορίες. Είναι σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι οι ΕΕΑ μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες τις οποίες χρειάζονται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση δημιουργεί έναν μηχανισμό για να ενισχυθεί η πραγματική επιβολή του δικαιώματος της ΕΕΑ να συλλέγει πληροφορίες (βλ. νέα άρθρα 35 έως 35η των κανονισμών για τις ΕΕΑ). Οι ΕΕΑ θα έχουν στη διάθεσή τους τα απαραίτητα μέσα για να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με μια αίτηση ή απόφαση για την υποβολή πληροφοριών. Οι τροποποιήσεις αναθέτουν στις ΕΕΑ την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα και χρηματικές ποινές διοικητικού χαρακτήρα, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, και με την επιφύλαξη του δικαιώματος ακρόασης της οντότητας, όταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και/ή ένας συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές δεν παρέχει επαρκείς πληροφορίες.

Εσωτερικά υποδείγματα στον ασφαλιστικό τομέα

Ένα νέο, προτεινόμενο άρθρο 21α του κανονισμού για την ΕΑΑΕΣ ενισχύει τον ρόλο της ΕΑΑΕΣ στη διασφάλιση της εποπτικής σύγκλισης όσον αφορά τα εσωτερικά υποδείγματα. Οι αποκλίσεις στην εποπτεία και την έγκριση των εσωτερικών υποδειγμάτων μπορεί να οδηγήσουν σε ασυνέπειες και δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού. Η ΕΑΑΕΣ θα είναι σε θέση να λαμβάνει εγκαίρως όλες τις σχετικές πληροφορίες κατόπιν αίτησης και να εκδίδει γνωμοδοτήσεις προς τις σχετικές αρμόδιες αρχές. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των αρμόδιων αρχών όσον αφορά τα εσωτερικά υποδείγματα ομίλου, η ΕΑΑΕΣ θα είναι επίσης σε θέση να βοηθά τις αρχές να καταλήγουν σε συμφωνία βάσει του άρθρου 19 του ιδρυτικού κανονισμού με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης μίας ή περισσοτέρων από τις αρμόδιες αρχές ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου ομίλου.

Άλλες διατάξεις

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 37 των κανονισμών για τις ΕΕΑ ενισχύουν τον συμβουλευτικό ρόλο των ομάδων συμφεροντούχων των ΕΕΑ των οποίων οι γνώμες και συμβουλές είναι απαραίτητες για τις καθημερινές εργασίες των ΕΕΑ. Όταν τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινή γνώμη ή συμβουλή, τα μέλη που αντιπροσωπεύουν μια ομάδα ενδιαφερόμενων μερών μπορούν να υποβάλουν χωριστή γνώμη ή συμβουλή.

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 39 του κανονισμού για τις ΕΕΑ ορίζουν ότι οι αποφάσεις των ΕΕΑ, εκτός από τις αποφάσεις έρευνας που λαμβάνονται λόγω μη διαβίβασης επαρκών πληροφοριών σε σχέση με μια αίτηση παροχής πληροφοριών, δημοσιεύονται μαζί με περίληψη της απόφασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι της απόφασης.

β)Διακυβέρνηση

Η παρούσα πρόταση προβλέπει πιο αποτελεσματική δομή διακυβέρνησης για τις ΕΕΑ θεσπίζοντας ανεξάρτητο εκτελεστικό συμβούλιο με μέλη πλήρους απασχόλησης, το οποίο αντικαθιστά το τρέχον διοικητικό συμβούλιο (άρθρα 45 και 47 των κανονισμών για τις ΕΕΑ), και προσαρμόζοντας τη σύνθεση του συμβουλίου εποπτών (άρθρα 40 των κανονισμών για τις ΕΕΑ). Η παρούσα πρόταση αποσαφηνίζει τις αντίστοιχες αρμοδιότητες αυτών των δύο συμβουλίων (άρθρα 43 και 47). Επιπλέον, θα ενισχυθούν η θέση και οι εξουσίες του προέδρου (άρθρο 48).

Το εκτελεστικό συμβούλιο

Το κύριο καθήκον του εκτελεστικού συμβουλίου θα είναι η προετοιμασία των αποφάσεων που θα λαμβάνονται από το συμβούλιο εποπτών. Έτσι θα διασφαλίζεται ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο του συμβουλίου εποπτών θα είναι ταχύτερη και πιο εξορθολογισμένη. Αυτό θα συμβάλει επίσης στην επίτευξη προσέγγισης με μεγαλύτερο ενωσιακό προσανατολισμό κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η ιδιαίτερη κατάσταση στον τραπεζικό τομέα, όπου τα περισσότερα κράτη μέλη συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση, απαιτείται ρητά το εκτελεστικό συμβούλιο της ΕΑΤ να είναι ισορροπημένο και αναλογικό και να αντικατοπτρίζει την Ένωση συνολικά.

Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αποτελείται από τον πρόεδρο και έναν αριθμό μελών πλήρους απασχόλησης. Ο αριθμός θα διαφέρει μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, αφενός, και της ΕΑΤ και της ΕΑΑΕΣ, αφετέρου, δεδομένου ότι η πρόταση αναθέτει στην ΕΑΚΑΑ σημαντικό αριθμό πρόσθετων καθηκόντων σε διαφορετικούς τομείς σε σύγκριση με τις άλλες δύο ΕΕΑ. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης διορίζονται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων που διοργανώνεται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο με τους επικρατέστερους υποψηφίους και τον υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του καταλόγου με τους επικρατέστερους υποψηφίους, το Συμβούλιο διορίζει τα μέλη πλήρους απασχόλησης με σχετική απόφαση. Η διαδικασία απόλυσης είναι αντίστοιχη με τη διαδικασία διορισμού και αφήνει την τελική απόφαση στο Συμβούλιο. Ένα από τα μόνιμα μέλη θα αναλάβει τα καθήκοντα του τρέχοντος εκτελεστικού διευθυντή του οποίου η θέση θα καταργηθεί.

Το εκτελεστικό συμβούλιο θα διατηρήσει τον ρόλο του διοικητικού συμβουλίου σε σχέση με την προετοιμασία των προγραμμάτων εργασίας και την κατάρτιση του προϋπολογισμού των ΕΕΑ.

Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αναλάβει εξουσίες λήψης αποφάσεων σε ορισμένους τομείς. Για παράδειγμα, έναντι των επιμέρους αρμόδιων αρχών σε σχέση με ορισμένα ζητήματα μη ρυθμιστικού χαρακτήρα, όπως η επίλυση διαφορών, η παράβαση του δικαίου της Ένωσης και οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις. Με τον τρόπο αυτόν αναμένεται να διασφαλιστεί η λήψη αποτελεσματικών και αμερόληπτων αποφάσεων με ενωσιακό προσανατολισμό. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι επίσης υπεύθυνο για τον καθορισμό προτεραιοτήτων εποπτείας για τις αρμόδιες αρχές σε ένα νέο «στρατηγικό σχέδιο εποπτείας». Θα ελέγχει τη συνέπεια των προγραμμάτων εργασίας των αρμόδιων αρχών με τις προτεραιότητες της ΕΕ και θα επανεξετάζει την υλοποίησή τους. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι επίσης υπεύθυνο για την παρακολούθηση των ρυθμίσεων ανάθεσης καθηκόντων, εξωτερικής ανάθεσης και μεταβίβασης κινδύνου σε τρίτες χώρες προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εγγενείς κίνδυνοι θα αντιμετωπίζονται. Θα αποφασίζει σχετικά με τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων και τις προσεγγίσεις έναντι της κοινοποίησης των αποτελεσμάτων των εν λόγω προσομοιώσεων. Τέλος, το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι επίσης υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα έχουν από μία ψήφο και η ψήφος του προέδρου θα υπερισχύει. Η προτεινόμενη εκδοχή του άρθρου 47 καθορίζει τα καθήκοντα του εκτελεστικού συμβουλίου.

Οι τροποποιήσεις αντικαθιστούν επίσης τις αναφορές στο διοικητικό συμβούλιο με αναφορές στο εκτελεστικό συμβούλιο. Επιπλέον, η θέση του εκτελεστικού διευθυντή θα καταργηθεί. Τα καθήκοντά του θα αναληφθούν από ένα εκ των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου.

Το συμβούλιο εποπτών

Το συμβούλιο εποπτών παραμένει το κύριο όργανο των ΕΕΑ που είναι υπεύθυνο για τη γενική καθοδήγηση και λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στο άρθρο 40 αλλάζουν τη σύνθεση του συμβουλίου εποπτών προκειμένου να περιληφθούν τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου, αλλά χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι τροποποιήσεις διασφαλίζουν επίσης την παρουσία αρχών προστασίας των καταναλωτών, ανάλογα με την περίπτωση.

Κάθε μέλος του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία ψήφο. Επειδή οι αποφάσεις σχετικά με ορισμένα καθήκοντα μη ρυθμιστικού χαρακτήρα (επίλυση διαφορών, παράβαση του δικαίου της Ένωσης και ανεξάρτητες αξιολογήσεις) θα λαμβάνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο, οι ισχύοντες κανόνες σχετικά με τη λήψη αποφάσεων τροποποιούνται.

Παρά το γεγονός ότι, με τη μελλοντική αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο αριθμός και η βαρύτητα των κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση θα μειωθούν, και περαιτέρω κράτη μέλη μπορεί να ενταχθούν στην Τραπεζική Ένωση, προτείνεται να διατηρηθεί το σύστημα ψηφοφορίας με διπλή πλειοψηφία για τα μέτρα και τις αποφάσεις που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΤ, το οποίο θεσπίστηκε το 2013 στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για την «Τραπεζική Ένωση» ως ασφαλιστική δικλείδα για να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις της ΕΑΤ αντικατοπτρίζουν την ιδιαίτερη κατάσταση τόσο των κρατών μελών που συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση όσο και των άλλων κρατών μελών. Επομένως, το συμβούλιο εποπτών θα εξακολουθήσει να λαμβάνει αποφάσεις με βάση ειδική πλειοψηφία των μελών του, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον την απλή πλειοψηφία των εθνικών αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση και την απλή πλειοψηφία των εθνικών αρμόδιων αρχών που δεν συμμετέχουν στην Τραπεζική Ένωση.

Ωστόσο, το ισχύον σύστημα καθιστά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΑΤ υπερβολικά επαχθή, δεδομένου ότι δεν μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις ακόμη και σε περιπτώσεις που καμία πλειοψηφία μη συμμετεχόντων κρατών μελών δεν θεωρεί την ψηφοφορία αρκετά σημαντική για να παρευρεθεί. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΤ μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει αποφάσεις με αποτελεσματικό τρόπο, ενώ παράλληλα τηρούνται οι διασφαλίσεις για τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη εφόσον είναι παρόντα στην ψηφοφορία, οι υφιστάμενοι κανόνες ψηφοφορίας θα πρέπει να τροποποιηθούν για να διασφαλιστεί ότι δεν θα αναβάλλονται οι ψηφοφορίες σε περίπτωση απουσιών. Με τον τρόπο αυτόν θα δημιουργηθούν επίσης σαφή κίνητρα για τις εθνικές αρμόδιες αρχές ώστε να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις της ΕΑΤ και, επομένως, θα παρέχεται μεγαλύτερη νομιμότητα στις αποφάσεις που λαμβάνονται στις συνεδριάσεις. Ως εκ τούτου, η τροποποίηση αποσαφηνίζει ότι μια απόφαση θα πρέπει να υποστηρίζεται από απλή πλειοψηφία των εθνικών αρμόδιων από τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη που είναι παρόντα στην ψηφοφορία και των εθνικών αρμόδιων αρχών από συμμετέχοντα κράτη μέλη που είναι παρόντα στην ψηφοφορία.

Κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο συμβουλίων

Οι τροποποιήσεις στα άρθρα 43 και 47 των κανονισμών για τις ΕΕΑ αποσαφηνίζουν τη βασική αρχή κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου. Το συμβούλιο εποπτών είναι υπεύθυνο για κάθε απόφαση που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά (βλ. ανωτέρω σε σχέση με το εκτελεστικό συμβούλιο). Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ θα ασκεί εξουσίες που σχετίζονται με την άμεση εποπτεία, το συμβούλιο εποπτών της θα μπορεί να απορρίπτει μια πρόταση για την έκδοση απόφασης από το εκτελεστικό συμβούλιο μόνο με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Σε μια τέτοια περίπτωση, το σχέδιο πρέπει να επανεξετάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο (τροποποιήσεις στο άρθρο 44 του κανονισμού για την ΕΑΚΑΑ).

Το συμβούλιο εποπτών απαλλάσσεται από την πειθαρχική εξουσία του επί του προέδρου, επειδή δεν θα είναι αρμόδιο να τον διορίζει (βλ. κατωτέρω).

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 41 και στο νέο άρθρο 45β δίνουν τη δυνατότητα τόσο στο συμβούλιο εποπτών όσο και στο εκτελεστικό συμβούλιο να συστήνουν εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα. Η συγκρότηση ομάδων καταργείται.

Ο πρόεδρος

Ο πρόεδρος είναι ο κύριος εκπρόσωπος της ΕΕΑ. Επομένως, η θέση και οι εξουσίες του προέδρου θα ενισχυθούν προκειμένου να αυξηθεί το νόμιμο κύρος του.

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 48 των κανονισμών για τις ΕΕΑ αποσαφηνίζουν τη διαδικασία διορισμού του προέδρου. Ο πρόεδρος διορίζεται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων που διοργανώνεται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο με τους επικρατέστερους υποψηφίους και τον υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του καταλόγου με τους επικρατέστερους υποψηφίους από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο διορίζει τα μέλη πλήρους απασχόληση με απόφαση που λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία. Η διαδικασία απόλυσης είναι αντίστοιχη με τη διαδικασία διορισμού και αφήνει την τελική απόφαση στο Συμβούλιο. Με τον τρόπο αυτόν, αναμένεται να αυξηθεί η νομιμότητα και το κύρος του προέδρου. Επίσης, η ψήφος του προέδρου στο εκτελεστικό συμβούλιο θα υπερισχύει.

Άλλες διατάξεις

Το πεδίο δράσης της Μεικτής Επιτροπής έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει ζητήματα προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών μέσω τροποποιήσεων στο άρθρο 54 των κανονισμών για τις ΕΕΑ.

γ)Δημοσιονομικές διατάξεις

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το σύστημα χρηματοδότησης των ΕΕΑ είναι βιώσιμο και αντιστοιχεί στα καθήκοντα που επιτελούν και αναμένεται να επιτελέσουν στο μέλλον, καθώς και να διασφαλιστεί ότι το σύστημα χρηματοδότησης συνδέει τα τέλη και τις συνεισφορές με τις δραστηριότητες των ΕΕΑ κατά τρόπο αναλογικό, προτείνεται να αναθεωρηθεί το υφιστάμενο σύστημα χρηματοδότησης. Το προτεινόμενο σύστημα διατηρεί το στοιχείο της δημόσιας χρηματοδότησης που επί του παρόντος παρέχεται από την ΕΕ και το συνδυάζει με συνεισφορές από τον εγχώριο κλάδο και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά, οι οποίες θα αντικαταστήσουν τις τρέχουσες συνεισφορές από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Η νομική βάση για τη σύσταση των ΕΕΑ (άρθρο 114 της ΣΛΕΕ) επιτρέπει την τροποποίηση του συστήματος χρηματοδότησης και την είσπραξη συνεισφορών από τον κλάδο.

Η τρέχουσα κλείδα κατανομής μεταξύ των συνεισφορών από τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ και των συνεισφορών από τις εθνικές αρμόδιες αρχές (40 %/60 %) θα καταργηθεί.

Οι τροποποιήσεις προβλέπουν ότι τα έσοδα των ΕΕΑ θα προέρχονται πλέον από τρεις κύριες πηγές:

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 62 καθορίζουν μια εξισορροπητική συνεισφορά από την Ένωση. Η προτεινόμενη μέγιστη ετήσια συνεισφορά της ΕΕ, όπως καθορίζεται εκ των προτέρων στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), θα καλύπτει έως και το 40 % του ετήσιου προϋπολογισμού των ΕΕΑ. Θα τηρούνται έτσι οι περιορισμοί του προϋπολογισμού της ΕΕ. Θα καταργηθεί επίσης η κλείδα κατανομής που εφαρμόζεται επί του παρόντος (40 %/60 %) η οποία μπορεί να περιορίζει την ικανότητα των ΕΕΑ να αυξάνουν τις άλλες πηγές εσόδων τους. Στο πλαίσιο αυτό, για κάθε επόμενη κατάρτιση του ΠΔΠ, οι ΕΕΑ θα πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη (που να καλύπτει τουλάχιστον 5 έτη) των αναμενόμενων δημοσιονομικών αναγκών τους σύμφωνα με τις μεθοδολογίες που εφαρμόζουν για την κατάρτιση των ετήσιων δημοσιονομικών τους προτάσεων.

Δεύτερον, προστέθηκε μια νέα πηγή εσόδων από τον ιδιωτικό τομέα: ετήσιες συνεισφορές από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτή η πηγή εσόδων θα αντικαταστήσει τις τρέχουσες υποχρεωτικές συνεισφορές από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στον προϋπολογισμό των ΕΕΑ. Οι ετήσιες συνεισφορές θα καταβάλλονται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την έμμεση εποπτεία των ΕΕΑ και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παράγραφος 2 των ιδρυτικών κανονισμών. Οι τροποποιήσεις προβλέπουν ότι το ποσό των ετήσιων συνεισφορών από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να βασίζεται στην εκτίμηση του φόρτου εργασίας που η Αρχή προτίθεται να εκτελεί για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων στην αγορά βάσει των ιδρυτικών κανονισμών και της τομεακής νομοθεσίας. Στις τροποποιήσεις αναφέρεται ότι οι εν λόγω ετήσιες συνεισφορές θα εισπράττονται από τις εθνικές αρχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Οι τροποποιήσεις προβλέπουν επίσης μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θα καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο το συνολικό ποσό των ετήσιων συνεισφορών θα επιμερίζεται μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με βάση τη δραστηριότητα που απαιτείται από κάθε κατηγορία. Για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα καθορίζει επίσης κατάλληλα και αντικειμενικά κριτήρια για τον υπολογισμό της πραγματικής ετήσιας συνεισφοράς που πρέπει να καταβάλλεται. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να βασίζονται στο μέγεθος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προκειμένου να αντικατοπτρίζουν τη σημασία τους στην αγορά. Τέλος, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα καθορίζει τα όρια de minimis, κάτω από τα οποία τα μικρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν καταβάλλουν χρηματοδοτικές συνεισφορές, ή θα ορίζει ελάχιστες συνεισφορές.

Τρίτον, οι τρεις κανονισμοί διατηρούν αμετάβλητες τις ισχύουσες διατάξεις που επιτρέπουν στις τρεις ΕΕΑ να εισπράττουν τέλη από τις οντότητες που υπόκεινται σε άμεση εποπτεία. Η διάταξη αυτή είναι επί του παρόντος ιδιαίτερα σημαντική για την ΕΑΚΑΑ.

Στο πλαίσιο αυτού του νέου μηχανισμού χρηματοδότησης, οι οντότητες δεν θα χρεώνονται δύο φορές για την ίδια υπηρεσία. Ενώ οι οντότητες που υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από τις ΕΕΑ θα καταβάλλουν εποπτικά τέλη όπως προβλέπεται στην τομεακή νομοθεσία, τα άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (που τελούν υπό την άμεση εποπτεία των εθνικών αρμόδιων αρχών και υπό την έμμεση εποπτεία των ΕΕΑ) θα καταβάλλουν χρηματοδοτική συνεισφορά.

Οι τροποποιήσεις προβλέπουν επίσης δύο συμπληρωματικές πηγές εσόδων. Οι τροποποιήσεις εισάγουν τη δυνατότητα καταβολής εθελοντικών χρηματοδοτικών συνεισφορών από τα κράτη μέλη και από παρατηρητές, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω συνεισφορές δεν θίγουν την ανεξαρτησία και αμεροληψία των ΕΕΑ. Για παράδειγμα, οι εν λόγω εθελοντικές συνεισφορές μπορούν να χρηματοδοτούν αναθέσεις καθηκόντων και αρμοδιοτήτων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στις ΕΕΑ. Οι τροποποιήσεις εισάγουν επίσης τη δυνατότητα να εισπράττουν οι ΕΕΑ χρεώσεις για δημοσιεύσεις, εκπαιδεύσεις και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές.

δ)Γενικές διατάξεις

Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 70 των κανονισμών για τις ΕΕΑ επεκτείνουν την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου σε πρόσωπα που δεν ανήκουν στο προσωπικό των Αρχών (δηλαδή πρόσωπα που παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν). Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής. Η εν λόγω τροποποίηση αναμένεται να διασφαλίσει ότι τα πρόσωπα τα οποία δεν καλύπτονται επί του παρόντος από τις υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 70 των κανονισμών για τις ΕΕΑ και τα οποία συμμετέχουν σε συνεδριάσεις των δύο συμβουλίων, ομάδες εργασίας, υποεπιτροπές, ομάδες και δίκτυα εμπειρογνωμόνων καλύπτονται από τους κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου και εμπιστευτικότητας.

Οι κανονισμοί (ΕΚ) 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010, καθώς και η τομεακή νομοθεσία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, υποχρεώνουν τις ΕΕΑ να επιδιώκουν αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Η ανάγκη αποτελεσματικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών αναμένεται να καταστεί ακόμα πιο σημαντική όταν, σύμφωνα με τον παρόντα τροποποιητικό κανονισμό, ορισμένες από τις ΕΕΑ αναλάβουν πρόσθετες, ευρύτερες αρμοδιότητες σε σχέση με την εποπτεία οντοτήτων και δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ. Στις περιπτώσεις που, στο πλαίσιο αυτό, οι ΕΕΑ επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων διαβιβάζοντας τέτοια δεδομένα εκτός της Ένωσης, δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2018/XXX (κανονισμός για την προστασία δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ). Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας ή κατάλληλων διασφαλίσεων, που προβλέπονται, για παράδειγμα, από διοικητικές ρυθμίσεις κατά την έννοια του άρθρου 49 παράγραφος 3 του κανονισμού για την προστασία δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ, οι ΕΕΑ δύνανται να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με την παρέκκλιση περί δημοσίου συμφέροντος και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτήν, όπως ορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οποία ισχύει κυρίως σε περιπτώσεις διεθνών ανταλλαγών δεδομένων μεταξύ αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας.

(2)Τα άρθρα 4, 5 και 7 αφορούν αντιστοίχως τις αλλαγές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013 (EuVECA), στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 (EuSEF) και στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 (ELTIF).

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου 23 (EuVECA) και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας 24 (EuSEF) εισήγαγαν εξειδικευμένες δομές ταμείων προκειμένου να καταστεί ευκολότερη για τους συμμετέχοντες στην αγορά η συγκέντρωση κεφαλαίων και η επένδυσή τους σε καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις («ΜΜΕ») και κοινωνικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Θεσπίστηκαν ενιαίες απαιτήσεις και προϋποθέσεις για τους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που επιθυμούν να χρησιμοποιούν τις ονομασίες «EuVECA» ή «EuSEF» σε σχέση με την εμπορική προώθηση εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου ή ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια 25 θέσπισε ένα άλλο χρηματοδοτικό όχημα, το «ELTIF», το οποίο έχει ως στόχο τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, όπως έργα υποδομής, με ιδιαίτερη έμφαση στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 θεσπίζει ενιαίες απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια προκειμένου να λάβουν άδεια λειτουργίας ως «ELTIF».

Οι EuVECA, EuSEF και ELTIF είναι εναρμονισμένοι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 διέπουν τις ειδικές επενδύσεις, τις εταιρείες χαρτοφυλακίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, τους κανόνες περί συγκεντρώσεων και τους επιλέξιμους επενδυτές. Οι κανόνες καθορίζουν επίσης τις εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για την καταχώριση και τη χορήγηση άδειας, τη συνεχή εποπτεία και την ανάκληση καταχώρισης ή άδειας.

Οι κύριοι στόχοι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 είναι η τόνωση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, η χρηματοδότηση των ΜΜΕ, οι κοινωνικές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις, καθώς και η προώθηση νοοτροπίας επενδύσεων στην ΕΕ. Ωστόσο, η αποκλίνουσα χρήση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές της διακριτικής τους ευχέρειας, οι αποκλίνουσες διοικητικές πρακτικές τους και οι διαφορές στις εποπτικές νοοτροπίες και επιδόσεις εξακολουθούν να υφίστανται, παρά την εναρμόνιση που επιτεύχθηκαν με τους τρεις κανονισμούς. Οι αποκλίσεις αυτές παρεμποδίζουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι μεταξύ των διαχειριστών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων σε διαφορετικά κράτη μέλη αυξάνοντας, παράλληλα, το κόστος συναλλαγών και λειτουργίας των εν λόγω διαχειριστών. Ο διορισμός ενιαίας εποπτικής αρχής σε επίπεδο ΕΕ θα στηρίξει τους στόχους των εν λόγω κανονισμών, καθώς θα διευκολύνει περαιτέρω την ενσωμάτωση, την ανάπτυξη και την εμπορική προώθηση τέτοιων δομών ταμείων σε διασυνοριακό επίπεδο.

Η παρούσα πρόταση έχει ως στόχο τον περαιτέρω εξορθολογισμό των διοικητικών διαδικασιών που διέπουν την αδειοδότηση/καταχώριση των εν λόγω ταμείων με ετικέτα ΕΕ στην Ένωση, καθώς και την ενίσχυση των ισότιμων όρων ανταγωνισμού με τη συγκέντρωση της εποπτείας τους, ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο είναι εγκατεστημένα ή προωθούνται εμπορικά. Η ενιαία εφαρμογή των κανόνων θα δώσει στους διαχειριστές τη δυνατότητα να μειώσουν το κόστος συναλλαγών και λειτουργίας και να ενισχύσουν τις επιλογές των επενδυτών.

Ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ τα καθήκοντα της αδειοδότησης/καταχώρισης και της εποπτείας των εν λόγω ταμείων της ΕΕ και των διαχειριστών τους, πράγμα που θα αυξήσει την αποδοτικότητα αυτών των διοικητικών διαδικασιών. Οι διαχειριστές των εν λόγω ταμείων θα πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις αδειοδότησης/καταχώρισης σε μία ενιαία αρμόδια αρχή –την ΕΑΚΑΑ– η οποία θα είναι επίσης υπεύθυνη να διασφαλίζει ότι οι κανόνες που ορίζονται στους σχετικούς κανονισμούς εφαρμόζονται με συνέπεια. Κατά συνέπεια, εισάγονται στοχευμένες αλλαγές προκειμένου να μεταβιβαστούν οι εξουσίες των εθνικών αρμόδιων αρχών στην ΕΑΚΑΑ.

Τα εν λόγω ταμεία της ΕΕ διέπονται από άμεσα εφαρμοστέους κανονισμούς που προσφέρουν ήδη ένα σύνολο κανόνων που θα επιβάλλει η ΕΑΚΑΑ.

Όσον αφορά τα ταμεία EuVECA και EuSEF που υπερβαίνουν τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ για τους ΔΟΕΕ και, ως εκ τούτου, τελούν υπό τη διαχείριση διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων οι οποίοι έχουν λάβει άδεια βάσει αυτής της οδηγίας, η αρμόδια αρχή θα είναι επίσης η ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ θα διασφαλίζει ότι οι εν λόγω διαχειριστές συμμορφώνονται, παράλληλα με τις τομεακές διατάξεις των κανονισμών για τα EuVECA και EuSEF που παρατίθενται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, με την εθνική νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας ΔΟΕΕ στο κράτος μέλος εγκατάστασης των διαχειριστών. Η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της εποπτικής συνέπειας και στην ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου που θα προέκυπτε εάν οι εν λόγω οντότητες υποχρεούνταν να τελούν ταυτόχρονα υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ και των εθνικών αρμόδιων αρχών όσον αφορά το ίδιο ταμείο.

Η παρούσα πρόταση, όταν απαιτείται, θεσπίζει διάφορες εξουσιοδοτήσεις που καθορίζουν τις απαιτήσεις βάσει των τριών κανονισμών, ώστε το περιεχόμενο ορισμένων νομικών υποχρεώσεων, καθώς και το εύρος της διακριτικής ευχέρειας της ΕΑΚΑΑ, να διαθέτουν αρκετή ακρίβεια προκειμένου να εξασφαλίζεται ο επιδιωκόμενος βαθμός εναρμόνισης.

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 αναθεωρήθηκαν πρόσφατα 26 όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, τους ειδικούς κανόνες των ταμείων, τις αλλαγές στο πεδίο εφαρμογής ή τις επιλέξιμες επενδύσεις. Οι εποπτικές πτυχές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της εν λόγω αναθεώρησης. Η πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση των δύο κανονισμών συμφωνήθηκε από τους συννομοθέτες και εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 27 . Ενώ η τελική έκδοση της εν λόγω πρότασης από το Συμβούλιο και η δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούν να εκκρεμούν, είναι σκόπιμο τα κείμενα των δύο κανονισμών, με τις τροποποιήσεις που συμφωνήθηκαν από τους συννομοθέτες, να ληφθούν ως σημείο αναφοράς για τους σκοπούς της παρούσας πρότασης. Σε περίπτωση που προκύψουν αλλαγές στις συμφωνηθείσες τροποποιήσεις των δύο κανονισμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης που αναμένεται να ολοκληρωθεί τις επόμενες ημέρες, η Επιτροπή είναι έτοιμη να τροποποιήσει την παρούσα πρόταση προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευθυγράμμισή της με τις εν λόγω αλλαγές.

Σύμφωνα με το άρθρο 11, τα άρθρα 4 έως 6 τίθενται σε εφαρμογή 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για την εκπόνηση και την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων που προβλέπονται σε αυτόν. Η πρόταση θεσπίζει επίσης μεταβατικά μέτρα για τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ.

(3)Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 (MiFIR) — πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων)

Το άρθρο 6 εισάγει τις ακόλουθες τροποποιήσεις:

·προσθέτει την αδειοδότηση και την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 (MiFIR) μαζί με άμεσες εξουσίες συλλογής δεδομένων με σκοπό την υποβολή εκθέσεων, τη διαφάνεια και άλλους υπολογισμούς·

·προσθέτει τους τρεις διαφορετικούς τύπους παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στους ορισμούς του κανονισμού MiFIR·

·εξουσιοδοτεί την ΕΑΚΑΑ να ζητά τις πληροφορίες που χρειάζεται για τα εποπτικά της καθήκοντα·

·καθιερώνει την ΕΑΚΑΑ ως εποπτική αρχή των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων·

·καθορίζει τις εξουσίες και αρμοδιότητες που θα πρέπει να διαθέτει η ΕΑΚΑΑ κατά την άσκηση του ρόλου της ως αρμόδιας αρχής·

·επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων στην Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία του ενοποιημένου δελτίου·

·αποσαφηνίζει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ.

Η παρούσα πρόταση καθιστά επίσης σαφές ότι οι εξουσίες παρέμβασης MiFIR καλύπτουν επίσης τους διαχειριστές ΟΣΕΚΑ 28 και οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) 29 , όταν η εν λόγω δραστηριότητα ασκείται απευθείας από τους διαχειριστές τους.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 40 του MiFIR χορηγεί ήδη στην ΕΑΚΑΑ εξουσίες προσωρινής παρέμβασης οι οποίες επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απαγορεύσει ή να περιορίσει προσωρινά στην Ένωση την εμπορική προώθηση, τη διανομή ή την πώληση ορισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων ή χρηματοπιστωτικών μέσων με ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή ένα είδος χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας ή πρακτικής. Οι εν λόγω εξουσίες παρέμβασης σχετικά με προϊόντα ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στην εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων, μεταξύ των οποίων τα μερίδια σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Δεδομένου ότι τα μερίδια σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μπορεί επίσης να διατίθενται στην αγορά, να διανέμονται ή να πωλούνται απευθείας από εταιρείες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ ή από διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές ότι οι προαναφερθείσες εξουσίες παρέμβασης σχετικά με προϊόντα στο πλαίσιο του MiFIR ισχύουν επίσης για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και τις εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ, καθώς και για τους ΔΟΕΕ υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Η πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ (MiFID II) αποσκοπεί στην αφαίρεση των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

(4)Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 (δείκτες αναφοράς).

Το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 (κανονισμός σχετικά με τους δείκτες αναφοράς). Η παράγραφος 11 ορίζει την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για τους διαχειριστές κρίσιμων δεικτών αναφοράς και όλων των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται εντός της Ένωσης αλλά τελούν υπό διαχείριση εκτός αυτής. Οι παράγραφοι 4, 5, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 19 αποτελούν τεχνικές προσαρμογές που αντικατοπτρίζουν τον εν λόγω ορισμό, ενώ η παράγραφος 4 προβλέπει ότι η Επιτροπή ορίζει ως κρίσιμους τους δείκτες αναφοράς που χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς για όγκο άνω των 500 δισ. EUR. Η παράγραφος 18 καθορίζει τις εξουσίες και αρμοδιότητες που θα πρέπει να διαθέτει η ΕΑΚΑΑ κατά την άσκηση του ρόλου της ως αρμόδιας αρχής.

Η παράγραφος 10 ορίζει ότι η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χορηγεί άδεια σε διαχειριστές κρίσιμων δεικτών αναφοράς. Η παράγραφος 16 καταργεί τα σώματα εποπτών για κρίσιμους δείκτες αναφοράς, δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ, ως η νέα εποπτική αρχή για τους εν λόγω δείκτες αναφοράς, θα διαθέτει ενωσιακή προοπτική στην αξιολόγηση των κινδύνων κ.λπ.

Οι παράγραφοι 8 και 9 καθιερώνουν την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για την αναγνώριση και την έγκριση προσυπογραφών των διαχειριστών και των δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών, αντίστοιχα.

Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 6 εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να αποσαφηνίσει περαιτέρω ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011, ώστε να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ θα μπορέσει να εφαρμόσει άμεσα τις αντίστοιχες διατάξεις.

Τέλος, οι τροποποιήσεις στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 διασφαλίζουν ότι η ισοδυναμία τρίτων χωρών με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 παρακολουθείται σε συνεχή βάση. Για τους σκοπούς της κατάλληλης ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας στον τομέα της εποπτείας των διαχειριστών δεικτών αναφοράς σε τρίτες χώρες, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Ωστόσο, όταν μια τρίτη χώρα περιλαμβάνεται στον κατάλογο δικαιοδοσιών που δηλώνεται ότι παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους καθεστώτα περί καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ δεν θα επιτρέπεται να συνάψει μια τέτοια συμφωνία συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας.

(5)Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 (Ενημερωτικό δελτίο)

Το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129, ώστε η εποπτεία ορισμένων τύπων ενημερωτικών δελτίων να μεταβιβαστεί στην ΕΑΚΑΑ.

Η βασική τροποποίηση περιλαμβάνεται στην παράγραφο 10 που αναθέτει στην ΕΑΚΑΑ τον ρόλο της «αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής» για τέσσερις κατηγορίες ενημερωτικών δελτίων. Για τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία, τα καθήκοντα ελέγχου και έγκρισης, καθώς και η διεκπεραίωση κοινοποιήσεων διαβατηρίου, ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ. Θεσπίζεται «κανόνας ανάγνωσης» για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού για το ενημερωτικό δελτίο στις καταστάσεις στις οποίες η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει την άμεση εποπτεία. Η παράγραφος 1 εισάγει σειρά ορισμών όσον αφορά τους ειδικούς εκδότες. Η παράγραφος 4 μεταβιβάζει επίσης στην ΕΑΚΑΑ την εξουσία εποπτείας των διαφημίσεων σχετικά με τα ενημερωτικά δελτία που υπόκεινται στην έγκρισή της, στη θέση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών υποδοχής. Παρόλο που η πραγματική άσκηση από την ΕΑΚΑΑ του ελέγχου της συμμόρφωσης των εν λόγω διαφημίσεων παραμένει προαιρετική, θα καθίσταται υποχρεωτική σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή ζητήσει επισήμως από την ΕΑΚΑΑ να κάνει χρήση αυτής της ελεγκτικής εξουσίας, όταν ενημερωτικά δελτία που έχουν εγκριθεί από την ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιούνται για προσφορά ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση εντός της δικαιοδοσίας της.

Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 6, 8, 11 και 12 επιφέρουν συντακτικές διευκρινίσεις προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο νέος ρόλος της ΕΑΚΑΑ, στις περιπτώσεις που ο «κανόνας ανάγνωσης» της παραγράφου 10 μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής για την επίτευξη νομικής σαφήνειας (γλωσσικό καθεστώς, συμφωνίες συνεργασίας, κοινοποιήσεις).

Η παράγραφος 7 αποσαφηνίζει και ενισχύει τη λειτουργία του καθεστώτος ισοδυναμίας για τα ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες τρίτης χώρας. Στις περιπτώσεις που οι εν λόγω κανόνες χαρακτηριστούν από την Επιτροπή ισοδύναμοι σε εκτελεστική απόφαση, το ενημερωτικό δελτίο τρίτης χώρας το οποίο έχει ήδη εγκριθεί από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας θα υποβάλλεται μόνο στην ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΚΑΑ θα αποστέλλει πιστοποιητικό κατάθεσης (αντί του πιστοποιητικού έγκρισης, βλ. παράγραφο 5 στοιχείο β)) στην αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο κοινοποιείται αυτό το «ισοδύναμο» ενημερωτικό δελτίο τρίτης χώρας. Για τον σκοπό της εποπτείας ενημερωτικών δελτίων από εκδότες τρίτων χωρών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Ωστόσο, όταν μια τρίτη χώρα περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών στον οποίο έχουν δηλωθεί ότι παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους καθεστώτα περί καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ δεν θα επιτρέπεται να συνάψει μια τέτοια συμφωνία συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας (βλ. παράγραφο 9 στοιχείο α)). Η παράγραφος 8 στοιχείο α) διορθώνει μια παράλειψη στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129, διευκρινίζοντας ότι στην ΕΑΚΑΑ πρέπει επίσης να κοινοποιούνται ηλεκτρονικά από τις αρμόδιες αρχές όλοι οι τελικοί όροι των βασικών ενημερωτικών δελτίων, μετά την υποβολή των εν λόγω τελικών όρων, ακόμα και στην περίπτωση μη διασυνοριακής χρήσης του σχετικού βασικού ενημερωτικού δελτίου σε κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2003/71/ΕΚ.

Η παράγραφος 13 διορθώνει ένα σφάλμα στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129, ευθυγραμμίζοντας την ημερομηνία μέχρι την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιήσουν τους κανόνες επιβολής κυρώσεων στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ με την ημερομηνία, που ορίζεται στο άρθρο 49 παράγραφος 3 του κανονισμού, μέχρι την οποία οφείλουν να συμμορφωθούν με το κεφάλαιο VIII του κανονισμού.

Η παράγραφος 14 εισάγει ένα νέο κεφάλαιο που καθορίζει τις εξουσίες και αρμοδιότητες της ΕΑΚΑΑ που είναι αναγκαίες για την εποπτεία και την εφαρμογή του κανονισμού για το ενημερωτικό δελτίο, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών για την επιβολή χρηματικών προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών.

2017/0230 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων· του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια· του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοοικονομικά μέσα και χρηματοοικονομικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων· και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 30 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 31 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία 32 ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Μετά τη χρηματοοικονομική κρίση και τις συστάσεις μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου με επικεφαλής τον κ. Jacques de Larosière, η Ένωση σημείωσε σημαντική πρόοδο όσον αφορά την εκπόνηση όχι μόνο πιο εύρωστων, αλλά και περισσότερο εναρμονισμένων κανόνων για τις χρηματοοικονομικές αγορές με τη μορφή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων. Η Ένωση δημιούργησε επίσης το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας («ΕΣΧΕ»), στηριζόμενο σε ένα σύστημα δύο πυλώνων που συνδυάζει την μικροπροληπτική εποπτεία, η οποία συντονίζεται από Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές («ΕΕΑ»), και την μακροπροληπτική εποπτεία, μέσω της ίδρυσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου («ΕΣΣΚ»). Οι τρεις ΕΕΑ, και συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών («ΕΑΤ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 33 , η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων («ΕΑΑΕΣ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών («ΕΑΚΑΑ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 34 (συλλογικά «οι ιδρυτικοί κανονισμοί») — άρχισαν να λειτουργούν τον Ιανουάριο του 2011. Ο γενικότερος στόχος των ΕΕΑ είναι να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών.

(2)Οι ΕΕΑ έχουν συμβάλει καθοριστικά στην εναρμόνιση των κανόνων των χρηματοοικονομικών αγορών στην Ένωση, παρέχοντας στην Επιτροπή χρήσιμες πληροφορίες για τις πρωτοβουλίες της για κανονισμούς και οδηγίες που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Οι ΕΕΑ διαβίβασαν επίσης στην Επιτροπή σχέδια λεπτομερών τεχνικών κανόνων που έχουν εκδοθεί με τη μορφή κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων.

(3)Οι ΕΕΑ συνέβαλαν επίσης στη σύγκλιση στον τομέα της χρηματοοικονομικής εποπτείας και της εποπτικής πρακτικής στην Ένωση, μέσω κατευθυντήριων γραμμών που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές και με τον συντονισμό των αξιολογήσεων των εποπτικών πρακτικών. Ωστόσο, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων που προβλέπονται στους ιδρυτικούς κανονισμούς τους, επιπλέον των περιορισμένων πόρων και της φύσης των εν λόγω νομικών πράξεων, τις οποίες έχουν στη διάθεσή τους οι ΕΕΑ, τις εμπόδισαν να επιτύχουν πλήρως τους γενικότερους στόχους τους.

(4)Μετά από επτά έτη λειτουργίας και έπειτα από αξιολογήσεις και τις δημόσιες διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή, προκύπτει ότι οι ΕΕΑ αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο περιορισμούς στην ικανότητά τους να εκπληρώσουν τους στόχους τους για την περαιτέρω ολοκλήρωση των χρηματοοικονομικών αγορών και υπηρεσιών και την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, εντός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και μεταξύ της Ένωσης και των τρίτων χωρών.

(5)Οι αυξημένες εξουσίες που πρέπει να χορηγηθούν στις ΕΕΑ, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να εκπληρώσουν τους εν λόγω στόχους, θα απαιτούσαν επίσης τόσο κατάλληλη διακυβέρνηση όσο και επαρκή χρηματοδότηση. Οι αυξημένες εξουσίες από μόνες τους δεν θα αρκούσαν για την επίτευξη των στόχων των ΕΕΑ, εφόσον δεν έχουν επαρκή χρηματοδότηση ή δεν ασκείται η διακυβέρνησή τους με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.

(6)Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Ιουνίου 2017 σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση του σχεδίου δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, τονίστηκε ότι μια πιο αποτελεσματική και συνεπής εποπτεία των χρηματοοικονομικών αγορών και υπηρεσιών είναι ζωτικής σημασίας για την εξάλειψη του ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ των κρατών μελών, κατά την άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων, για την επιτάχυνση της ολοκλήρωσης των αγορών και για τη δημιουργία ευκαιριών εντός της ενιαίας αγοράς για τις χρηματοοικονομικές οντότητες και τους επενδυτές.

(7)Η περαιτέρω πρόοδος στην εποπτική ολοκλήρωση είναι επομένως ιδιαίτερα επείγουσα για την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Δέκα έτη μετά την εκδήλωση της χρηματοοικονομικής κρίσης και τη θέσπιση του νέου εποπτικού συστήματος, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και η Ένωση Κεφαλαιαγορών θα καθοδηγούνται όλο και περισσότερο από δύο σημαντικές εξελίξεις: τη βιώσιμη χρηματοδότηση και την τεχνολογική καινοτομία. Αμφότερες ενέχουν το δυναμικό να μεταμορφώσουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και το σύστημά μας χρηματοοικονομικής εποπτείας θα πρέπει να είναι εξοπλισμένο για αυτές.

(8)Επομένως, είναι καίριας σημασίας το χρηματοοικονομικό σύστημα να διαδραματίσει πλήρως το ρόλο του στην αντιμετώπιση των κρίσιμων προκλήσεων βιωσιμότητας. Αυτό θα απαιτήσει σε βάθος ανασχεδιασμό του χρηματοοικονομικού συστήματος, στον οποίο οι ΕΕΑ θα πρέπει να έχουν ενεργό συμβολή, αρχής γενομένης από μεταρρυθμίσεις για τη δημιουργία του κατάλληλου ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου ώστε να κινητοποιηθούν ροές ιδιωτικών κεφαλαίων, οι οποίες να διοχετευθούν προς βιώσιμες επενδύσεις.

(9)Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό και την αναφορά κινδύνων που ενέχουν για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί παράγοντες και παράγοντες διακυβέρνησης, καθώς και στο να καταστεί η δραστηριότητα των χρηματοοικονομικών αγορών περισσότερο συνεπής με τους στόχους της βιωσιμότητας. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με την αποτελεσματική ενσωμάτωση ζητημάτων βιωσιμότητας στη νομοθεσία της ΕΕ για τον χρηματοοικονομικό τομέα και να προωθούν τη συνεκτική εφαρμογή των διατάξεων αυτών μετά την έκδοσή τους.

(10)Η τεχνολογική καινοτομία έχει αυξανόμενο αντίκτυπο στον χρηματοοικονομικό τομέα και, ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές έχουν αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των εν λόγω τεχνολογικών εξελίξεων. Για να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, αφενός, και μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, αφετέρου, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των ΕΕΑ σε σχέση με το εποπτικό τους καθήκον και τον εποπτικό συντονισμό.

(11)Με τις τεχνολογικές εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές μπορεί να βελτιωθεί η χρηματοοικονομική ένταξη, να παρέχεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση, να ενισχυθεί η ακεραιότητα της αγοράς και η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, αλλά και να μειωθούν οι φραγμοί εισόδου στις αγορές αυτές. Στον βαθμό που απαιτείται για τους εφαρμοστέους ουσιαστικούς κανόνες, η κατάρτιση των αρμόδιων αρχών θα πρέπει επίσης να καλύπτει και την τεχνολογική καινοτομία. Αυτό αναμένεται να συμβάλει στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τα κράτη μέλη να αναπτύξουν αποκλίνουσες προσεγγίσεις στα ζητήματα αυτά.

(12)Ορισμένες εθνικές αρχές δεν ορίζονται ως αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τους ιδρυτικούς κανονισμούς, αλλά εξουσιοδοτούνται να εξασφαλίζουν την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και αγορών. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός του ΕΣΧΕ, είναι αναγκαίο να ορίζονται ως τέτοιες. Αυτό θα επέτρεπε στις ΕΕΑ να εκδίδουν ιδίως κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις προς τις εν λόγω εθνικές αρχές.

(13)Για να υπάρχουν κατάλληλες διασφαλίσεις για τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων, όταν οι ΕΕΑ ασκούν την αρμοδιότητά τους για έκδοση κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, οι διάφορες ομάδες συμφεροντούχων θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδουν γνωμοδότηση, εάν τα δύο τρίτα των μελών τους θεωρούν ότι η συγκεκριμένη ΕΕΑ έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτεί από την ΕΕΑ, μετά από κατάλληλη αξιολόγηση, να ανακαλέσει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, κατά περίπτωση.

(14)Επιπλέον, για τους σκοπούς της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 17 των ιδρυτικών κανονισμών και χάριν της ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, είναι σκόπιμο να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η πρόσβαση των ΕΕΑ στις πληροφορίες. Θα πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν απευθείας πληροφορίες, με δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα, από όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές, χρηματοοικονομικά ιδρύματα και συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρχές, ιδρύματα ή συμμετέχοντες στην αγορά δεν έχουν παραβιάσει οι ίδιοι καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να ενημερώνουν την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τα εν λόγω αιτήματα και η εν λόγω αρμόδια αρχή θα πρέπει να βοηθεί τις ΕΕΑ στη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών.

(15)Η εναρμονισμένη εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα απαιτεί συνεπή προσέγγιση μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Για τον σκοπό αυτό, οι δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να υπόκεινται σε τακτικές και ανεξάρτητες αξιολογήσεις από τις ΕΕΑ, οι οποίες θα πρέπει να υποστηρίζονται από επιτροπή αξιολογήσεων που συστήνει κάθε μία από αυτές. Οι ΕΕΑ θα πρέπει επίσης να αναπτύξουν ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για τις εν λόγω αξιολογήσεις. Οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις θα πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των αρμόδιων αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας, καθώς επίσης και στην ανεξαρτησία των αρμόδιων αυτών αρχών. Τα αποτελέσματα των εν λόγω αξιολογήσεων θα πρέπει να δημοσιεύονται, ώστε να ενθαρρύνεται η συμμόρφωση και να αυξάνεται η διαφάνεια, εκτός εάν η δημοσίευση θα προκαλούσε κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

(16)Η εναρμονισμένη εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα προϋποθέτει επίσης ότι οι διαφωνίες μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διαφόρων κρατών μελών στις διασυνοριακές υποθέσεις επιλύονται αποτελεσματικά. Οι υφιστάμενοι κανόνες για την επίλυση τέτοιων διαφωνιών δεν είναι πλήρως ικανοποιητικοί. Θα πρέπει, επομένως, να προσαρμοστούν, ούτως ώστε να εφαρμόζονται ευκολότερα.

(17)Αναπόσπαστο στοιχείο του έργου των ΕΕΑ σχετικά με τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών είναι η προώθηση μιας ενωσιακής εποπτικής νοοτροπίας. Ωστόσο, οι ΕΕΑ δεν είναι εξοπλισμένες με όλα τα εργαλεία που απαιτούνται για την επίτευξη αυτού του στόχου. Είναι αναγκαίο να δοθεί στις ΕΕΑ η δυνατότητα να καθορίζουν τους γενικούς εποπτικούς στόχους και τις προτεραιότητές τους σε ένα πολυετές στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, που θα αποσκοπεί στο να βοηθεί τις αρμόδιες αρχές να προσδιορίζουν και να εστιάζουν την προσοχή τους στους πλέον σημαντικούς τομείς που προκαλούν ανησυχία σε όλη την ΕΕ για την ακεραιότητα της αγοράς και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, μεταξύ άλλων όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων που αναπτύσσουν διασυνοριακές δραστηριότητες. Το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας πρέπει να βασίζεται σε εκτίμηση κινδύνου και να λαμβάνει υπόψη τους γενικούς οικονομικούς και ρυθμιστικούς προσανατολισμούς για την ανάληψη εποπτικής δράσης, καθώς και τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία που εντοπίζονται από τις ΕΕΑ κατά τις αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών και από προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει στη συνέχεια να καταρτίζουν ετήσια προγράμματα εργασίας για την υλοποίηση του στρατηγικού σχεδίου εποπτείας, τα οποία θα μετατρέπουν τις ενωσιακές προτεραιότητες και στόχους σε επιχειρησιακούς στόχους για τις εν λόγω αρχές. Θα πρέπει να δοθεί στις ΕΕΑ η εξουσία να εξετάζουν την εφαρμογή των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας όσον αφορά την καθημερινή εποπτεία, συμπεριλαμβανομένων, σε δειγματοληπτική βάση, εποπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι ΕΕΑ μπορούν να επιτύχουν τον στόχο τους για την εναρμόνιση των εποπτικών πρακτικών.

(18)Οι τρέχουσες εποπτικές πρακτικές εξωτερικής ανάθεσης, εξουσιοδότησης και μεταβίβασης κινδύνων (back-to-back business ή fronting) από αδειοδοτημένη οντότητα σε άλλη αδειοδοτημένη οντότητα διαφέρουν μεταξύ κρατών μελών. Οι εν λόγω αποκλίνουσες ρυθμιστικές προσεγγίσεις ενέχουν τον κίνδυνο ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ των κρατών μελών («αγώνας δρόμου προς τα κάτω»). Η ανεπαρκής εποπτεία των δραστηριοτήτων που ασκούνται με ανάθεση σε εξωτερικούς φορείς, κατ’ εξουσιοδότηση ή μεταβίβαση εκθέτει την Ένωση σε κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι ιδιαίτερα έντονοι σε σχέση με τις εποπτευόμενες οντότητες που προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση, εξουσιοδότηση ή μεταβίβαση κινδύνου σε τρίτες χώρες, όπου οι εποπτικές αρχές ενδέχεται να στερούνται των αναγκαίων εργαλείων για την επαρκή και αποτελεσματική εποπτεία ουσιωδών δραστηριοτήτων και βασικών λειτουργιών. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην προώθηση της εποπτικής σύγκλισης, με την εξασφάλιση κοινής αντίληψης και κοινών εποπτικών πρακτικών ως προς την εξωτερική ανάθεση, τη μεταβίβαση κινδύνου και την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ουσιωδών δραστηριοτήτων και βασικών λειτουργιών σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντηρίων γραμμών, συστάσεων και γνωμοδοτήσεων που ενδεχομένως εκδίδουν οι ΕΕΑ. Οι ΕΕΑ θα πρέπει, ως εκ τούτου, να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να συντονίζουν αποτελεσματικά τις εποπτικές ενέργειες που εκτελούνται από τις εθνικές εποπτικές αρχές τόσο κατά την αδειοδότηση ή την καταχώριση μιας επιχείρησης όσο και ως μέρος της εν εξελίξει αξιολόγησης των εποπτικών πρακτικών. Κατά την εκτέλεση αυτού του συντονιστικού ρόλου, οι ΕΕΑ θα πρέπει να επικεντρώνονται ιδίως σε καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστρατήγηση των κανόνων και να παρακολουθούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που σκοπεύουν να κάνουν εκτεταμένη χρήση εξωτερικής ανάθεσης, εξουσιοδότησης και μεταβίβασης κινδύνου σε τρίτες χώρες με την πρόθεση να επωφεληθούν από το διαβατήριο της ΕΕ, ενώ εκτελούν ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης.

(19)Η διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας επιβάλλει να παρακολουθούνται σε συνεχή βάση οι αποφάσεις περί ισοδυναμίας τρίτων χωρών που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή. Οι ΕΕΑ θα πρέπει, επομένως, να ελέγχουν κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια, βάσει των οποίων έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις περί ισοδυναμίας τρίτων χωρών, και οι τυχόν όροι που προβλέπονται σε αυτές. Επιπλέον, οι ΕΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούν τόσο τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις όσο και τις πρακτικές επιβολής στις εν λόγω τρίτες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΕΕΑ θα πρέπει επίσης να καταρτίζουν διοικητικές ρυθμίσεις με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, ώστε να λαμβάνουν πληροφορίες για σκοπούς παρακολούθησης και για τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων. Αυτό το ενισχυμένο εποπτικό καθεστώς θα διασφαλίσει ότι η ισοδυναμία των τρίτων χωρών είναι πιο διαφανής, πιο προβλέψιμη για τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες και χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη συνέπεια σε όλους τους τομείς.

(20)Η συλλογή και συγκέντρωση ακριβών και πλήρων πληροφοριών από τις ΕΕΑ είναι ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση των καθηκόντων και των λειτουργιών τους και για την επίτευξη των στόχων τους. Προκειμένου να αποφεύγεται η επικάλυψη υποχρεώσεων υποβολής αναφορών για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τους συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά, οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται από τις οικείες αρμόδιες αρχές ή τις εθνικές εποπτικές αρχές που βρίσκονται πλησιέστερα στις χρηματοοικονομικές αγορές και τα ιδρύματα. Ωστόσο, οι ΕΕΑ θα πρέπει να μπορούν να απευθύνουν δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές σε περιπτώσεις στις οποίες η αρμόδια αρχή δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες εντός καθορισμένης προθεσμίας. Επιπλέον, είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της διασφάλισης της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος των ΕΕΑ για συλλογή πληροφοριών, να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν περιοδικές χρηματικές ποινές ή πρόστιμα στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή τους συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά που δεν συμμορφώνονται επακριβώς, πλήρως ή εγκαίρως με αίτημα ή απόφαση για την υποβολή πληροφοριών. Το δικαίωμα του χρηματοοικονομικού ιδρύματος ή του συμμετέχοντος στη χρηματοοικονομική αγορά ακρόασης από την ΕΕΑ θα πρέπει να εξασφαλίζεται ρητά.

(21)Στους ιδρυτικούς κανονισμούς των ΕΕΑ προβλεπόταν ότι οι αρμόδιες αρχές θα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στο πλαίσιο της δομής διακυβέρνησής τους. Επίσης, διευκρινιζόταν στους εν λόγω κανονισμούς ότι, για την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και του συμβουλίου διοίκησης ενεργούν ανεξάρτητα και αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης. Η αρχική δομή διακυβέρνησης των ΕΕΑ δεν παρείχε, ωστόσο, επαρκείς εγγυήσεις ότι οι συγκρούσεις συμφερόντων θα αποφεύγονται εντελώς, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των ΕΕΑ να λαμβάνουν όλες τις αποφάσεις που απαιτούνται στον τομέα της εποπτικής σύγκλισης και να εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις τους λαμβάνουν πλήρως υπόψη τα ευρύτερα συμφέροντα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων των ΕΕΑ, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η κατανομή των εξουσιών λήψης αποφάσεων εντός των ΕΕΑ.

(22)Επιπλέον, η ενωσιακή διάσταση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών θα πρέπει να ενισχυθεί με τη συμμετοχή στο συμβούλιο ανεξάρτητων μελών πλήρους απασχόλησης, που δεν υπόκεινται σε ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων. Οι εξουσίες λήψης αποφάσεων για θέματα ρυθμιστικού χαρακτήρα και για την άμεση εποπτεία θα πρέπει να παραμείνουν πλήρως στην αρμοδιότητα του συμβουλίου εποπτών. Το συμβούλιο διοίκησης θα πρέπει να μετατραπεί σε εκτελεστικό συμβούλιο αποτελούμενο από μέλη πλήρους απασχόλησης και θα πρέπει να αποφασίζει για ορισμένα μη ρυθμιστικά ζητήματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών, η επίλυση διαφορών, η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, η παρακολούθηση των εξωτερικών αναθέσεων, των εξουσιοδοτήσεων και των μεταβιβάσεων κινδύνου σε τρίτες χώρες, οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα πρέπει επίσης να εξετάζει και προετοιμάζει όλες τις αποφάσεις που πρέπει να λάβει το συμβούλιο εποπτών. Επιπλέον, θα πρέπει να ενισχυθούν η θέση και ο ρόλος του προέδρου, μέσω της ανάθεσης στον πρόεδρο επίσημων καθηκόντων και της απονομής ψήφου που υπερισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας στο εκτελεστικό συμβούλιο. Τέλος, η ενωσιακή διάσταση στη διακυβέρνηση των ΕΕΑ θα πρέπει επίσης να ενισχυθεί με την τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής του προέδρου και των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, ώστε να περιλαμβάνει τον ρόλο του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα πρέπει να έχει ισορροπημένη σύνθεση.

(23)Για να εξασφαλιστεί το κατάλληλο επίπεδο εμπειρογνωσίας και λογοδοσίας, ο πρόεδρος και τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να διορίζονται με κριτήριο τα προσόντα, τις ικανότητες, τη γνώση θεμάτων εκκαθάρισης, μετασυναλλακτικών και οικονομικών θεμάτων, καθώς και την πείρα σχετικά με την εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα. Για να εξασφαλιστούν η διαφάνεια και ο δημοκρατικός έλεγχος, αλλά και να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ο πρόεδρος και τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να επιλέγονται βάσει ανοικτής διαδικασίας επιλογής. Η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίζει πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων και να υποβάλλει τον εν λόγω πίνακα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση, το Συμβούλιο θα πρέπει να εκδίδει απόφαση για τον διορισμό των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου. Ο πρόεδρος και τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να λογοδοτούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει των ιδρυτικών κανονισμών.

(24)Για να εξασφαλιστεί αποτελεσματικότερη κατανομή των επιχειρησιακών καθηκόντων, αφενός, και της διαχείρισης των διοικητικών καθημερινών δραστηριοτήτων, αφετέρου, τα σημερινά καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή καθεμίας από τις ΕΕΑ θα πρέπει να αναλαμβάνει ένα από τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου, το οποίο θα πρέπει να επιλέγεται βάσει των συγκεκριμένων καθηκόντων.

(25)Είναι σκόπιμο τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων των ΕΕΑ, επειδή ο γενικός στόχος των δραστηριοτήτων των ΕΕΑ είναι η συμβολή στη χρηματοοικονομική σταθερότητα και, μέσω της αποφυγής στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, στην εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Οι δραστηριότητες των ΕΕΑ ωφελούν όλα τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τους συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά, ανεξαρτήτως του αν λειτουργούν διασυνοριακά. Οι ΕΕΑ συμβάλλουν στην άσκηση των δραστηριοτήτων τους σε σταθερό περιβάλλον και με ίσους όρους ανταγωνισμού. Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά που δεν υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από τις ΕΕΑ θα πρέπει, επομένως, να συνεισφέρουν επίσης στη χρηματοδότηση των εν λόγω δραστηριοτήτων των ΕΕΑ από τις οποίες επωφελούνται. Επιπλέον, οι ΕΕΑ θα πρέπει, ωστόσο, να εισπράττουν επίσης τέλη που καταβάλλονται από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τους συμμετέχοντες στη χρηματοοικονομική αγορά που τελούν υπό την άμεση εποπτεία τους.

(26)Στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και συμμετεχόντων στη χρηματοοικονομική αγορά, το ύψος των εισφορών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την έκταση στην οποία κάθε χρηματοοικονομικό ίδρυμα και κάθε συμμετέχων στη χρηματοοικονομική αγορά επωφελείται από τις δραστηριότητες των ΕΕΑ. Ως εκ τούτου, οι επιμέρους εισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και των συμμετεχόντων στη χρηματοοικονομική αγορά θα πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με το μέγεθός τους, ώστε να αντικατοπτρίζουν τη σημασία τους στη σχετική αγορά. Για την είσπραξη πολύ μικρών εισφορών θα πρέπει να προβλέπεται ελάχιστο κατώτατο όριο, ώστε να διασφαλιστεί ότι η είσπραξή τους είναι οικονομική, παράλληλα όμως να διασφαλίζεται ότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να συνεισφέρουν δυσανάλογα.

(27)Για να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι ετήσιες εισφορές μεμονωμένων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και συμμετεχόντων στη χρηματοοικονομική αγορά, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα καθορίσουν τη μεθοδολογία κατανομής των εκτιμώμενων δαπανών στις κατηγορίες χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή συμμετεχόντων στη χρηματοοικονομική αγορά και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους των επιμέρους εισφορών με βάση το μέγεθος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι δε διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(28)Για να διαφυλαχθεί η εμπιστευτικότητα των εργασιών των ΕΕΑ, οι απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης σε κάθε πρόσωπο που παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, σχετική με τα καθήκοντα της συγκεκριμένης ΕΕΑ.

(29)Οι κανονισμοί (ΕΚ) 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010, καθώς και η τομεακή νομοθεσία για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, υποχρεώνουν τις ΕΕΑ να επιδιώκουν αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Η ανάγκη αποτελεσματικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών αναμένεται να καταστεί ακόμη πιο σημαντική όταν, σύμφωνα με τον παρόντα τροποποιητικό κανονισμό, ορισμένες από τις ΕΕΑ αναλάβουν πρόσθετες, ευρύτερες αρμοδιότητες σε σχέση με την εποπτεία οντοτήτων και δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ. Στις περιπτώσεις που, στο πλαίσιο αυτό, οι ΕΕΑ επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων διαβιβάζοντας τέτοια δεδομένα εκτός της Ένωσης, δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2018/XXX (κανονισμός προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ). Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας ή κατάλληλων διασφαλίσεων, που προβλέπονται, για παράδειγμα, από διοικητικές ρυθμίσεις κατά την έννοια του άρθρου 49 παράγραφος 3 του κανονισμού προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ, οι ΕΕΑ δύνανται να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με την παρέκκλιση περί δημοσίου συμφέροντος και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτήν, όπως ορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του ίδιου κανονισμού, η οποία ισχύει κυρίως σε περιπτώσεις διεθνών ανταλλαγών δεδομένων μεταξύ αρχών χρηματοοικονομικής εποπτείας.

(30)Είναι ουσιαστικής σημασίας οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΑΤ να παρέχουν κατάλληλες διασφαλίσεις για τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην τραπεζική ένωση, δίνοντας ταυτόχρονα στην ΕΑΤ τη δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις κατά τρόπο αποτελεσματικό όταν μειώνεται ο αριθμός των μη συμμετεχόντων κρατών μελών. Οι υφιστάμενοι κανόνες ψηφοφορίας, οι οποίοι απαιτούν πλειοψηφία των συμμετεχόντων κρατών μελών και πλειοψηφία των μη συμμετεχόντων κρατών μελών για να λάβει απόφαση η ΕΑΤ, θα πρέπει να διατηρηθούν. Ωστόσο, απαιτούνται πρόσθετες διασφαλίσεις προκειμένου να αποφευχθεί η κατάσταση στην οποία δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται αποφάσεις απλώς και μόνο λόγω απουσιών των αρμόδιων αρχών κρατών μελών και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όσο το δυνατόν περισσότερες αρμόδιες εθνικές αρχές είναι παρούσες κατά την ψηφοφορία, ώστε να προκύπτει ένα ισχυρό και νόμιμο αποτέλεσμα.

(31)Οι ιδρυτικοί κανονισμοί των ΕΕΑ προβλέπουν ότι οι ΕΕΑ πρέπει, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, να δρομολογούν και να συντονίζουν προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης, για να εκτιμούν την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή των συμμετεχόντων στη χρηματοοικονομική αγορά υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο. Για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των εποπτικών ζητημάτων που απασχολούν τις αρμόδιες αρχές και των θεμάτων ενωσιακής εμβέλειας, είναι σκόπιμο να μεταβιβαστεί στο εκτελεστικό συμβούλιο των ΕΕΑ η εξουσία να αποφασίζει για τη δρομολόγηση και τον συντονισμό των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων. Επίσης, θα πρέπει να διευκρινιστεί, όσον αφορά όλες τις ΕΕΑ, ότι οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν αποκλείουν τη διαβίβαση από τις αρμόδιες αρχές των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στις ΕΕΑ με σκοπό τη δημοσίευση.

(32)Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο σύγκλισης στον τομέα της εποπτείας και της έγκρισης των εσωτερικών υποδειγμάτων, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να μπορεί να εκδίδει γνωμοδοτήσεις για την διόρθωση ενδεχόμενων ασυνεπειών και να βοηθεί τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την έγκριση των εσωτερικών υποδειγμάτων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με τις εν λόγω γνωμοδοτήσεις ή, διαφορετικά, να εξηγούν τον λόγο για τον οποίο δεν συμμορφώνονται με τη γνωμοδότηση.

(33)Δεδομένου ότι η ολοένα αυξανόμενη διασυνοριακή διάσταση των συναλλακτικών δραστηριοτήτων και, ιδίως, των δραστηριοτήτων ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες, λόγω του συστημικού τους χαρακτήρα, είναι δυνατόν να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις που επηρεάζουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει ενισχυμένο συντονιστικό ρόλο με τη διατύπωση συστάσεων στις αρμόδιες αρχές, ώστε να κινούν αντίστοιχες έρευνες. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις εν λόγω έρευνες, όταν η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι ασκείται δραστηριότητα με σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις, η οποία απειλεί την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ένωση. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διατηρεί εγκατάσταση αποθήκευσης δεδομένων για τη συλλογή από τις αρμόδιες αρχές και τη διάδοση μεταξύ αυτών όλων των σχετικών πληροφοριών.

(34)Οι κύριοι στόχοι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 , του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 36 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37 είναι η τόνωση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, της χρηματοδότησης των ΜΜΕ, των κοινωνικών και μακροπρόθεσμων επενδύσεων, καθώς και η προώθηση μιας νοοτροπίας επενδύσεων της ΕΕ. Ωστόσο, η αποκλίνουσα χρήση από τις εθνικές αρμόδιες αρχές της διακριτικής τους ευχέρειας, οι αποκλίνουσες διοικητικές πρακτικές τους και οι διαφορές στις εποπτικές νοοτροπίες και επιδόσεις εξακολουθούν να υφίστανται, παρά την εναρμόνιση που επιτεύχθηκε με τους τρεις κανονισμούς. Οι αποκλίσεις αυτές παρεμποδίζουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι μεταξύ των διαχειριστών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων σε διαφορετικά κράτη μέλη αυξάνοντας, παράλληλα, το κόστος συναλλαγών και λειτουργίας των εν λόγω διαχειριστών.

(35)Για να μειωθεί το κόστος συναλλαγών και λειτουργίας, να αυξηθούν οι επιλογές των επενδυτών και να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου, είναι σκόπιμο να μεταφερθούν οι εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης και ανάκλησης των καταχωρίσεων και αδειών, για τους διαχειριστές των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και των εταιρειών που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013, τους διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις ή των ταμείων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760, από τις αρμόδιες αρχές προς την ΕΑΚΑΑ. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να διεξάγει έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις και να επιβάλλει κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τα πρόσωπα να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση.

(36)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια θεσπίζει ενιαίες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται από τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια για να λάβουν άδεια λειτουργίας ως «ΕΜΕΚ» (ELTIF). Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις επενδύσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις, τις εταιρείες χαρτοφυλακίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, τους κανόνες περί συγκεντρώσεων και τους επιλέξιμους επενδυτές. Οι κανόνες ορίζουν επίσης τις εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για τις αδειοδοτήσεις και τη συνεχή εποπτεία. Ο παρών κανονισμός διατηρεί μεν τους κανόνες προληπτικής εποπτείας του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760, αλλά αναθέτει εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης άδειας, της συνεχούς εποπτείας και της ανάκλησης των αδειών, στην ΕΑΚΑΑ. Ο παρών κανονισμός αναθέτει στην ΕΑΚΑΑ την εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής, προς υποβολή στην Επιτροπή, ώστε οι νομικές υποχρεώσεις και το εύρος της διακριτικής ευχέρειας της ΕΑΚΑΑ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 να είναι αρκούντως σαφή. Παρόμοιες αλλαγές έχουν επέλθει στους κανονισμούς (ΕΕ) 345/2013 και 346/2013 προκειμένου να ανατεθούν εποπτικές εξουσίες στην ΕΑΚΑΑ.

(37)Για να ασκεί αποτελεσματικά τις εποπτικές εξουσίες της όσον αφορά τις εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, τα ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις τα και ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά ταμεία και τους διαχειριστές τους, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις. Προς υποστήριξη των ικανοτήτων επίβλεψης της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να χορηγηθούν στην ΕΑΚΑΑ εξουσίες να επιβάλλει κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τα πρόσωπα να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, επομένως, να ορίσει με σαφήνεια τα όρια των εν λόγω διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, τα οποία θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και να εξασφαλίζουν κοινή προσέγγιση και αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Οι δραστηριότητες έρευνας και επιβολής της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να βασίζονται στην υποστήριξη των εθνικών αρχών, εφόσον χρειάζεται και απαιτείται. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να αναθέτει ορισμένα από αυτά τα καθήκοντα εκ νέου στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

(38)Το άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 χορήγησε στην ΕΑΚΑΑ εξουσίες προσωρινής παρέμβασης, οι οποίες επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απαγορεύει ή να περιορίζει προσωρινά στην Ένωση την εμπορική προώθηση, τη διανομή ή την πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών μέσων ή χρηματοοικονομικών μέσων με ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή κάποιο είδος χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής. Προβλέπεται ρητά ότι οι εν λόγω εξουσίες παρέμβασης σχετικά με προϊόντα βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα οικονομικά ιδρύματα που συμμετέχουν στην εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση χρηματοοικονομικών μέσων, μεταξύ των οποίων τα μερίδια σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Δεδομένου ότι τα μερίδια σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μπορεί επίσης να διατίθενται στην αγορά, να διανέμονται ή να πωλούνται απευθείας από εταιρείες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και εταιρείες επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή από διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για λόγους αύξησης της ασφάλειας δικαίου είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ρητά ότι οι προαναφερθείσες εξουσίες παρέμβασης σχετικά με προϊόντα βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ισχύουν επίσης για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και τις εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ, καθώς και για τους ΔΟΕΕ.

(39)Σε αυστηρά καθορισμένες και εξαιρετικές περιπτώσεις, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να χρησιμοποιεί τις εξουσίες παρέμβασης που διαθέτει για να περιορίζει ή να απαγορεύει την εμπορική προώθηση, την πώληση ή τη διανομή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ επίσης και από τους διαχειριστές τους. Αυτό θα ήταν ενδεδειγμένο όταν η προτεινόμενη ενέργεια αντιμετωπίζει μια σημαντική ανησυχία για την προστασία των επενδυτών ή μία απειλή για την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή για τη σταθερότητα μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης· οι κανονιστικές απαιτήσεις βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο ή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν αντιμετωπίζουν την απειλή· και η αρμόδια αρχή ή οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση της απειλής ή τα μέτρα που έχουν λάβει δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς την απειλή.

(40)Ασυνέπειες στην ποιότητα, τη μορφοποίηση, την αξιοπιστία και το κόστος των δεδομένων των συναλλαγών έχουν αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τη διαφάνεια, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Για να ενισχυθεί η παρακολούθηση και η ανασύσταση των δεδομένων των συναλλαγών, να βελτιωθεί η συνέπεια και η ποιότητα των δεδομένων αυτών, καθώς και η διαθεσιμότητά τους και η προσβασιμότητα σε λογικό κόστος σε ολόκληρη την Ένωση για τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, η οδηγία 2014/65/ΕΕ εισήγαγε ένα νέο νομικό καθεστώς για τις υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αδειοδότησης και εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

(41)Η ποιότητα των δεδομένων των συναλλαγών και της επεξεργασίας και παροχής αυτών των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής επεξεργασίας και παροχής δεδομένων, είναι υψίστης σημασίας για την επίτευξη του βασικού σκοπού του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για την ενίσχυση της διαφάνειας των χρηματοοικονομικών αγορών. Η παροχή βασικών υπηρεσιών δεδομένων είναι, επομένως, καίριας σημασίας προκειμένου οι χρήστες να μπορούν να έχουν την επιθυμητή γενική εικόνα της συναλλακτικής δραστηριότητας στις χρηματοοικονομικές αγορές της Ένωσης και προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν ακριβείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τις σχετικές συναλλαγές.

(42)Επιπλέον, τα δεδομένα των συναλλαγών αποτελούν ολοένα σημαντικότερο εργαλείο για την αποτελεσματική επιβολή των απαιτήσεων που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης του χειρισμού δεδομένων, της ποιότητας των δεδομένων και της ανάγκης να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, καθώς και να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις ενδεχόμενων αποκλίσεων τόσο στην ποιότητα των δεδομένων όσο και στα καθήκοντα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, είναι χρήσιμο και δικαιολογημένο να μεταβιβαστούν οι εξουσίες αδειοδότησης και εποπτείας σε σχέση με τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ και να προσδιοριστούν οι εξουσίες αυτές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, καθιστώντας δυνατή, ταυτόχρονα, την παγίωση των οφελών που απορρέουν από τη συγκέντρωση των σχετικών με τα δεδομένα αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.

(43)Το ευρύ επενδυτικό κοινό θα πρέπει να είναι δεόντως ενημερωμένο σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους όταν αποφασίζει να επενδύσει σε ένα χρηματοοικονομικό μέσο. Το νομικό πλαίσιο της Ένωσης αποσκοπεί στη μείωση του κινδύνου καταχρηστικών πωλήσεων όταν πωλούνται στο ευρύ επενδυτικό κοινό χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες ή τις προσδοκίες του. Για τον σκοπό αυτόν, η οδηγία 2014/65/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ενισχύουν τις απαιτήσεις οργάνωσης και επαγγελματικής δεοντολογίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους. Οι εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνουν την διευρυμένη υποχρέωση γνωστοποίησης των κινδύνων στους πελάτες, την καλύτερη αξιολόγηση της καταλληλότητας των προϊόντων που συνιστώνται, καθώς και την υποχρέωση διανομής χρηματοοικονομικών μέσων στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο, λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως η φερεγγυότητα των εκδοτών. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χρησιμοποιεί πλήρως τις εξουσίες της για να εξασφαλίζει την εποπτική σύγκλιση και να υποστηρίζει τις εθνικές αρχές για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών και την αποτελεσματική επίβλεψη των κινδύνων που συνδέονται με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

(44)Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική υποβολή, κατάρτιση, ανάλυση και δημοσίευση των δεδομένων για τους σκοπούς των υπολογισμών για τον καθορισμό των υποχρεώσεων για την προσυναλλακτική και μετασυναλλακτική διαφάνεια και τα καθεστώτα υποχρέωσης διαπραγμάτευσης, καθώς και για τους σκοπούς των στοιχείων αναφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 38 . Επομένως, θα πρέπει να ανατεθούν στην ΕΑΚΑΑ αρμοδιότητες για να αναλάβει την άμεση συγκέντρωση δεδομένων από τους συμμετέχοντες στην αγορά σε σχέση με τις υποχρεώσεις προσυναλλακτικής και μετασυναλλακτικής διαφάνειας, καθώς επίσης και για τη χορήγηση άδειας και την επίβλεψη των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

(45)Η χορήγηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ επιτρέπει αδειοδότηση και επίβλεψη υπό κεντρική διαχείριση, ώστε να αποφεύγεται η σημερινή κατάσταση, στην οποία περισσότεροι τόποι διαπραγμάτευσης, συστηματικοί εσωτερικοποιητές, Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και Π.Ε.ΔΗ.ΣΥ. υποχρεούνται να παρέχουν σε περισσότερες αρμόδιες αρχές δεδομένα τα οποία στη συνέχεια μόνο παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ. Το εν λόγω σύστημα υπό κεντρική διαχείριση θα είναι άκρως επωφελές για τους συμμετέχοντες στην αγορά όσον αφορά τη μεγαλύτερη διαφάνεια των δεδομένων, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς.

(46)Η ανάθεση εξουσιών συγκέντρωσης δεδομένων, αδειοδότησης και επίβλεψης από τις αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ, είναι επίσης χρήσιμη και για άλλα καθήκοντα που επιτελεί η ΕΑΚΑΑ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, όπως η παρακολούθηση της αγοράς, οι εξουσίες προσωρινής παρέμβασης της ΕΑΚΑΑ και οι εξουσίες διαχείρισης θέσης, καθώς και για τη διασφάλιση της συνεπούς συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις προσυναλλακτικής και μετασυναλλακτικής διαφάνειας.

(47)Προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να ασκεί αποτελεσματικά τις εποπτικές της εξουσίες στον τομέα της επεξεργασίας και παροχής δεδομένων, θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση, καθώς και να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα όταν διαπιστώνει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

(48)Χρηματοοικονομικά προϊόντα που χρησιμοποιούν δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας είναι διαθέσιμα σε όλα τα κράτη μέλη. Συνεπώς, οι εν λόγω δείκτες αναφοράς είναι καίριας σημασίας για τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών και για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ένωση. Η εποπτεία ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα πρέπει επομένως να ακολουθεί ολιστική θεώρηση των δυνητικών επιπτώσεων, όχι μόνο στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο διαχειριστής και στα κράτη μέλη όπου βρίσκονται οι συνεισφέροντες, αλλά σε ολόκληρη την Ένωση. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας να εποπτεύονται σε ενωσιακό επίπεδο από την ΕΑΚΑΑ. Για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη καθηκόντων, οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να εποπτεύονται μόνον από την ΕΑΚΑΑ, επίσης και για τυχόν δείκτες αναφοράς μη κρίσιμης σημασίας που ενδεχομένως διαχειρίζονται.

(49)Όταν, ωστόσο, ένας δείκτης αναφοράς είναι κρίσιμης σημασίας μόνο σε ένα κράτος μέλος, η μεγαλύτερη εγγύτητα στην αγορά της αρμόδιας αρχής του εν λόγω κράτους μέλους θα καθιστούσε ίσως ενδεδειγμένο η ΕΑΚΑΑ να αναθέτει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, την εποπτεία του εν λόγω δείκτη αναφοράς στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο διαχειριστής, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΑΚΑΑ έχει λάβει προηγουμένως τη συγκατάθεση αυτής της αρμόδιας αρχής για τον σκοπό αυτόν.

(50)Επειδή οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και οι συνεισφέροντες σε αυτούς υπόκεινται σε αυστηρότερες απαιτήσεις από τους διαχειριστές και τους συνεισφέροντες σε άλλους δείκτες αναφοράς, ο χαρακτηρισμός δεικτών αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να αναληφθεί από την Επιτροπή ή την ΕΑΚΑΑ και θα πρέπει να κωδικοποιηθεί από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν καλύτερη πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με τους δείκτες αναφοράς που εποπτεύουν, θα πρέπει να γνωστοποιούν στην Επιτροπή ή την ΕΑΚΑΑ τους δείκτες αναφοράς, οι οποίοι, κατά την γνώμη τους, πληρούν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας. .

(51)Τα σώματα εποπτών για δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας προβλέφθηκαν για να συμβάλλουν στην εναρμονισμένη εφαρμογή των κανόνων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011, καθώς και στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών. Επειδή η ΕΑΚΑΑ είναι σε άμεση επαφή με όλες τις εθνικές εποπτικές αρχές ή αποτελείται από τις εν λόγω εποπτικές αρχές, τα σώματα εποπτών δεν θα χρειάζονται πλέον.

(52)Η διαδικασία καθορισμού του κράτους μέλους αναφοράς για τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης στην Ένωση είναι επαχθής και χρονοβόρα, τόσο για τους αιτούντες όσο και για τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Οι αιτούντες ενδέχεται να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τον καθορισμό αυτόν με την ελπίδα εποπτικού αρμπιτράζ, όπως ενδέχεται να πράξουν και άλλοι διαχειριστές δεικτών αναφοράς που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση στην Ένωση μέσω του καθεστώτος προσυπογραφής. Οι εν λόγω διαχειριστές δεικτών αναφοράς θα μπορούσαν να επιλέξουν τον νόμιμο εκπρόσωπό τους βάσει στρατηγικής σε ένα κράτος μέλος στο οποίο θεωρούν ότι η εποπτεία είναι λιγότερο αυστηρή. Η εναρμονισμένη προσέγγιση, με την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για τους δείκτες αναφοράς τρίτων χωρών και τους διαχειριστές τους, αποτρέπει τους κινδύνους αυτούς και τις δαπάνες για τον καθορισμό του κράτους μέλους αναφοράς, καθώς και της επακόλουθης εποπτείας. Επιπλέον, ο ρόλος αυτός ως αρμόδιας αρχής για τους δείκτες αναφοράς τρίτων χωρών αναδεικνύει την ΕΑΚΑΑ ως τον ομόλογο των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών στην Ένωση, καθιστώντας πιο αποδοτική και αποτελεσματική τη διασυνοριακή συνεργασία.

(53)Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, διαχειριστές δεικτών αναφοράς είναι τράπεζες ή επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που χειρίζονται χρήματα πελατών. Για να αποφευχθεί η υπονόμευση της Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας με αρμόδια αρχή βάσει καθεστώτος ισοδυναμίας ότι η χώρα της αρμόδιας αρχής δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των δικαιοδοσιών που έχουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης.

(54)Σχεδόν όλοι οι δείκτες αναφοράς έχουν ως σημείο αναφοράς χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία είναι διαθέσιμα σε πολλά κράτη μέλη, αν όχι σε ολόκληρη την Ένωση. Για τον εντοπισμό κινδύνων που σχετίζονται με την παροχή δεικτών αναφοράς οι οποίοι ενδέχεται να μην είναι πλέον αξιόπιστοι ή αντιπροσωπευτικοί της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζονται, οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να συνεργάζονται και να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, εφόσον απαιτείται.

(55)Λόγω της φύσης των σχετικών κινητών αξιών και εκδοτών, ορισμένοι τύποι ενημερωτικών δελτίων που καταρτίζονται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 έχουν διασυνοριακή διάσταση εντός της Ένωσης, παρουσιάζουν τεχνική πολυπλοκότητα και ενέχουν δυνητικούς κινδύνους ρυθμιστικού αρμπιτράζ σε τέτοιο βαθμό που η κεντρική εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ θα επιτύχει αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα αποτελέσματα απ’ ό,τι η εποπτεία τους σε εθνικό επίπεδο. Η ενοποίηση στο επίπεδο της ΕΑΚΑΑ της έγκρισης των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων, καθώς και η άσκηση των συναφών δραστηριοτήτων εποπτείας και επιβολής στο επίπεδο της ΕΑΚΑΑ, θα μειώσει το κόστος συμμόρφωσης και τα διοικητικά εμπόδια, με παράλληλη βελτίωση της ποιότητας, της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας στην Ένωση.

(56)Οι ιδιωτικές τοποθετήσεις σε μη μετοχικές κινητές αξίες αποτελούν σημαντική πηγή κεφαλαίων για τους εκδότες και έχουν εκ φύσεως διασυνοριακό χαρακτήρα. Ενώ για την ιδιωτική τοποθέτηση από ειδικούς επενδυτές δεν απαιτείται ενημερωτικό δελτίο, η μεταγενέστερη εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των κινητών αξιών σε ρυθμιζόμενη αγορά υπόκειται στην υποχρέωση δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129. Το καθεστώς για τα ενημερωτικά δελτία επιτρέπει στους εκδότες την ευελιξία να επιλέγουν το κράτος μέλος καταγωγής τους, όταν η ονομαστική αξία ανά μονάδα των μη μετοχικών κινητών αξιών υπερβαίνει τα 1 000 EUR. Επειδή οι μη μετοχικές κινητές αξίες τις οποίες αφορούν οι ιδιωτικές τοποθετήσεις παρουσιάζουν κατά κανόνα ονομαστική αξία ανά μονάδα άνω των 1 000 EUR, δημιουργούνται δυνατότητες ρυθμιστικού «forum shopping» (άγρας της ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας). Η ανάθεση στην ΕΑΚΑΑ της έγκρισης ενημερωτικών δελτίων χονδρικής αυτού του είδους που αφορούν μη μετοχικές κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή στο συγκεκριμένο τμήμα αυτής, στο οποίο μπορούν να έχουν πρόσβαση μόνον ειδικοί επενδυτές, αναμένεται να επιτύχει τον διττό στόχο της διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού για τους εκδότες και μεγαλύτερου βαθμού αποτελεσματικότητας, μέσω της σημαντικής απλούστευσης των διαδικασιών έγκρισης.

(57)Η έγκριση των ενημερωτικών δελτίων που αφορούν τίτλους εξασφαλισμένους με περιουσιακά στοιχεία, καθώς και η έγκριση των ενημερωτικών δελτίων που καταρτίζονται από εξειδικευμένους εκδότες, όπως εταιρείες ακινήτων, εξορυκτικές εταιρείες, εταιρείες που βασίζονται στην επιστημονική έρευνα ή ναυτιλιακές εταιρείες, επιβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να διαθέτουν ιδιαίτερα εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις ασχολείται με έναν αρκετά χαμηλό αριθμό ενημερωτικών δελτίων. Εξάλλου, ορισμένες μη χρηματοοικονομικές πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται από τους εξειδικευμένους εκδότες δεν περιλαμβάνονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129, αλλά επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων εθνικών αρχών. Αυτό αποτελεί δυνητική πηγή αναποτελεσματικότητας και ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Η ανάθεση στην ΕΑΚΑΑ της έγκρισης αυτών των τύπων ενημερωτικών δελτίων αναμένεται, αφενός, να διασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού ως προς τη δημοσιοποίηση πληροφοριών και να εξαλείψει τον κίνδυνο ρυθμιστικού αρμπιτράζ και, αφετέρου, να βελτιστοποιήσει την κατανομή των εποπτικών πόρων σε επίπεδο Ένωσης, καθιστώντας την ΕΑΚΑΑ κέντρο εμπειρογνωσίας και με τον τρόπο αυτό ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα της εποπτείας των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων.

(58)Οι εκδότες τρίτων χωρών που συντάσσουν ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, απολαύουν ορισμένων περιθωρίων ευελιξίας όσον αφορά την επιλογή του κράτους μέλους καταγωγής για τους σκοπούς της έγκρισης του ενημερωτικού δελτίου, γεγονός το οποίο ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας εποπτικού «forum shopping» μεταξύ των κρατών μελών. Η ενοποίηση των εγκρίσεων στο επίπεδο της ΕΑΚΑΑ θα εξασφαλίσει μια πλήρως εναρμονισμένη προσέγγιση έναντι των εκδοτών τρίτων χωρών και θα εξαλείψει τις δυνατότητες ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Οι εκδότες τρίτων χωρών θα έχουν ως εκ τούτου την ΕΑΚΑΑ ως ενιαίο σημείο επαφής εντός της Ένωσης, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου προσφέρουν τις κινητές αξίες τους ή ζητήσουν εισαγωγή προς διαπραγμάτευση. Αυτό εξαλείφει την ανάγκη καθορισμού ενός κράτους μέλους καταγωγής για τους εκδότες τρίτων χωρών.

(59)Το καθεστώς ισοδυναμίας για τα ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τρίτων χωρών θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να προβλέπει ότι η αξιολόγηση της ισοδυναμίας και η επακόλουθη έκδοση απόφασης από την Επιτροπή βασίζονται όχι μόνο στις απαιτήσεις πληροφόρησης της εθνικής νομοθεσίας των εν λόγω τρίτων χωρών, αλλά και στην ύπαρξη πλαισίου για τον έλεγχο και την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων του, κατά περίπτωση, και στην αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή όσον αφορά τις προσφορές και εισαγωγές προς διαπραγμάτευση βάσει του εν λόγω ενημερωτικού δελτίου. Για λόγους συνοχής με την προσέγγιση που προτείνει η Επιτροπή στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της με τίτλο «EU equivalence decisions in financial services policy: an assessment» (Αποφάσεις ισοδυναμίας ΕΕ στην πολιτική χρηματοοικονομικών υπηρεσιών: αξιολόγηση - SWD(2017) 102 final), η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να εξαρτά την απόφαση ισοδυναμίας από πρόσθετες προϋποθέσεις με σκοπό την προστασία της ακεραιότητας της αγοράς εντός της Ένωσης και την προώθηση της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, καθώς και των κοινών αξιών και των κοινών ρυθμιστικών στόχων σε διεθνές επίπεδο. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να συνίστανται στην υποχρέωση της τρίτης χώρας να προβλέπει ένα αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση των ενημερωτικών δελτίων που καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 ή στην ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να συνεργάζεται με την εποπτική αρχή της οικείας τρίτης χώρας, προκειμένου να παρακολουθούνται οι κανόνες που ισχύουν στην τρίτη χώρα σε συνεχή βάση.

(60)Εάν οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις μιας τρίτης χώρας σχετικά με τα ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας έχουν κριθεί ισοδύναμες από την Επιτροπή και εάν έχει συναφθεί κατάλληλη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και της εποπτικής αρχής αυτής της τρίτης χώρας, κάθε ενημερωτικό δελτίο που έχει εγκριθεί από την εποπτική αρχή της εν λόγω τρίτης χώρας και χρησιμοποιείται στην Ένωση για δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά θα πρέπει να κατατίθεται στην ΕΑΚΑΑ και θα πρέπει να μην εφαρμόζονται οι κανόνες για τον καθορισμό του κράτους μέλους καταγωγής.

(61)Επειδή το καθεστώς ισοδυναμίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ βασίζονται στις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών όσον αφορά τις προσφορές και εισαγωγές προς διαπραγμάτευση που πραγματοποιούνται στην Ένωση βάσει ενημερωτικού δελτίου συντασσόμενου σύμφωνα με τους κανόνες τρίτων χωρών, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ πρέπει επίσης να είναι πεπεισμένες ότι στην συγκεκριμένη τρίτη χώρα εξασφαλίζεται η πρόληψη της χρήσης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Για τον σκοπό αυτόν και για να αποφευχθεί η υπονόμευση της Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και/ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας με εποπτική αρχή τρίτης χώρας βάσει του καθεστώτος ισοδυναμίας που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 ότι η τρίτη χώρα δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των δικαιοδοσιών που χαρακτηρίζονται ως χώρες που έχουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης.

(62)Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει την εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή να λαμβάνει άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με τους ειδικούς τύπους ενημερωτικών δελτίων των οποίων η έγκριση ανατίθεται στην ΕΑΚΑΑ. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, επομένως, να ορίσει με σαφήνεια τα όρια των εν λόγω διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, τα οποία θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

(63)Η εποπτεία των διαφημίσεων που σχετίζονται με τα ενημερωτικά δελτία των οποίων η έγκριση ανατίθεται στην ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να μεταβιβασθεί στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο σχετικά με τη συμμόρφωση των εν λόγω διαφημίσεων. Ωστόσο, ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να διενεργείται πάντοτε από την ΕΑΚΑΑ για κάθε διαφήμιση που διαδίδεται σε κράτος μέλος του οποίου η αρμόδια αρχή έχει ζητήσει επίσημα από την ΕΑΚΑΑ να κάνει χρήση της ελεγκτικής εξουσίας της, οποτεδήποτε ενημερωτικό δελτίο που έχει εγκριθεί από την ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιείται για προσφορά ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση εντός της δικαιοδοσίας της. Για την εκτέλεση αυτού του καθήκοντος, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαθέτει τους κατάλληλους ανθρώπινους πόρους με επαρκή γνώση των σχετικών εθνικών κανόνων για την προστασία των καταναλωτών.

(64)Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ελέγχει και να εγκρίνει όλα τα ενημερωτικά δελτία των τύπων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία υποβάλλονται προς έγκριση από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ενημερωτικά δελτία των τύπων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία έχουν εγκριθεί από αρμόδια αρχή πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ή έχουν υποβληθεί προς έγκριση στην αρμόδια αρχή αλλά δεν έχουν ακόμη εγκριθεί κατά την ημερομηνία αυτή, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εποπτεύονται από την εν λόγω αρμόδια αρχή. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση, η εν λόγω εποπτεία θα πρέπει να καλύπτει ειδικότερα την ολοκλήρωση του ελέγχου και της διαδικασίας έγκρισης για τα ενημερωτικά δελτία που δεν έχουν ακόμη εγκριθεί, καθώς και όλα τα καθήκοντα έγκρισης και κοινοποίησης που αφορούν τα συναφή συμπληρώματα και τους τελικούς όρους, ανάλογα με την περίπτωση.

(65)Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί εύλογο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση των αναγκαίων ρυθμίσεων για την προβλεπόμενη δομή διακυβέρνησης και τις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, ώστε να είναι σε θέση οι ΕΕΑ και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι να εφαρμόζουν τους κανόνες που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό.

(66)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2015/760, ο κανονισμός (EΕ) 2016/2011 και ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1093/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, της οδηγίας 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου***, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847**** του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*****, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου****** και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε οικονομικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα και στις αρμόδιες αρχές που τα εποπτεύουν, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/65/ΕΚ και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*******, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, κανονισμών και αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή. Η Αρχή ενεργεί επίσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου********.

* Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66).

** Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149).

*** Οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 214).

**** Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1).

**** Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).

***** Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

*****    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των οικονομικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).»·

(2)Στο άρθρο 2 παράγραφος 5, παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν τις δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(3)το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1) «χρηματοοικονομικά ιδρύματα» σημαίνει κάθε επιχείρηση που υπόκειται σε ρύθμιση και εποπτεία σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·»·

β)στο σημείο 2), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i) οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ό,τι αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013,»·

γ)στο σημείο 2), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/849, οι αρχές και οι φορείς που είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των οικονομικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις των οδηγιών αυτών,»·

δ)στο σημείο 2), το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii) όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, οι φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή, στην περίπτωση που τη λειτουργία του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία, η δημόσια αρχή που έχει την εποπτεία των συστημάτων αυτών δυνάμει αυτής της οδηγίας και οι οικείες διοικητικές αρχές που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία, και»·

ε)στο σημείο 2), προστίθενται τα ακόλουθα σημεία v) και vi):

«v) οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην οδηγία 2014/17/ΕΕ, στον κανονισμό 2015/751, στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, στην οδηγία 2009/110/ΕΚ, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 924/2009 και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 260/2012,

vi) οι φορείς και οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.»·

(4)το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47,»·

β)το σημείο 4) απαλείφεται·

(5)το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)το στοιχείο αα) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«αα) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση,»·

ii)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αβ):

«αβ) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης για την εξυγίανση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, το οποίο ορίζει βέλτιστες εποπτικές πρακτικές και υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες,»·

iii) τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων,

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν τις τάσεις της πίστης, ιδίως προς τα νοικοκυριά και τις ΜΜΕ, και τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,»

iv)το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει την προστασία των καταθετών, των καταναλωτών και των επενδυτών,»·

β)στην παράγραφο 1α, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και των σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·

γ)στην παράγραφο 2 τροποποιούνται τα ακόλουθα:

i) παρεμβάλλεται το στοιχείο γα):

«γα) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α,»·

ii) το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β,»·

(6)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί τις νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος, επιτροπή για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων στα μέλη της επιτροπής.»·

(7)το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η Αρχή μπορεί επίσης να απευθύνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις στις αρχές των κρατών μελών που δεν έχουν οριστεί ως αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά είναι επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της εφαρμογής των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες από την έκδοση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι ανάλογες με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή ζητεί επίσης, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, τη γνώμη ή συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

γ)στην παράγραφο 4, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Στην έκθεση εξηγείται επίσης ο τρόπος με τον οποίο η Αρχή έχει αιτιολογήσει την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεών της και συνοψίζονται οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5. Εάν τα δύο τρίτα των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της εκδίδοντας ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, μπορούν να στείλουν αιτιολογημένη γνώμη στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή ζητεί εξήγηση που αιτιολογεί την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων από την Αρχή. Η Επιτροπή, μόλις λάβει την εξήγηση της Αρχής, αξιολογεί το πεδίο εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών ή των συστάσεων με βάση την αρμοδιότητα της Αρχής. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, και αφού δώσει την ευκαιρία στην Αρχή να διατυπώσει τις απόψεις της, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική απόφαση με την οποία απαιτείται από την Αρχή να ανακαλέσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.»·

(8)Στο άρθρο 17 παράγραφος 2, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όποτε κρίνεται αναγκαίο για τη διερεύνηση των ισχυρισμών σχετικά με παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Όταν απευθύνεται σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα, στο αιτιολογημένο αίτημα εξηγείται γιατί οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση των ισχυρισμών σχετικά με παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

Ο αποδέκτης του αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Σε περίπτωση αιτήματος παροχής πληροφοριών που απευθύνεται προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές για το εν λόγω αίτημα. Οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, εφόσον αυτό ζητηθεί από την Αρχή.»·

(9)το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να βοηθεί τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο μιας ενέργειας, προτεινόμενης ενέργειας ή με την αδράνεια άλλης αρμόδιας αρχής·

β)    με δική της πρωτοβουλία, εάν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης από αρμόδιες αρχές, τεκμαίρεται η ύπαρξη διαφωνίας εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρχές αυτές εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Στις ακόλουθες περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία:

α)    όταν, στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i) η προθεσμία έχει λήξει·

ii) μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων·

β)    όταν, στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i)    μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων· ή

ii)    έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση με τις εν λόγω ενωσιακές πράξεις και η αρμόδια αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.

1β. Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση γίνεται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή κοινοποιεί στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Έως ότου εκδοθεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τις ατομικές αποφάσεις τους. Εάν η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τις αποφάσεις τους μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε ορισμένες ενέργειες, ώστε να επιλυθεί το θέμα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. . Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

δ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή γνωστοποιεί στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές την ολοκλήρωση των διαδικασιών των παραγράφων 2 και 3, συνοδεύοντας τη γνωστοποίηση, κατά περίπτωση, με την απόφασή της που έλαβε σύμφωνα με την παράγραφο 3.»·

ε)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και έτσι δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής.»·

(10)το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1α απαλείφεται·

β)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 35β.»·

(11)το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) εκδίδει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α·»·

ii)το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, όσον αφορά όλα τα σχετικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο κατά περίπτωση, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία,»·

iii) το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά και την τεχνολογική καινοτομία, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων,»·

β)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Η Αρχή επίσης καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης για την εξυγίανση χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση. Τόσο το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο όσο και το ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης καθορίζουν εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζουν υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες.»·

(12)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 29α:

«Άρθρο 29a

Στρατηγικό σχέδιο εποπτείας

1. Αμέσως μετά την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού [XXX να προστεθεί αναφορά στον τροποποιητικό κανονισμό] και στη συνέχεια ανά τριετία έως τις 31 Μαρτίου, η Αρχή εκδίδει σύσταση απευθυνόμενη στις αρμόδιες αρχές για τον καθορισμό εποπτικών στρατηγικών στόχων και προτεραιοτήτων («Στρατηγικό σχέδιο εποπτείας»), η οποία λαμβάνει υπόψη τυχόν εισηγήσεις των αρμόδιων αρχών. Η Αρχή διαβιβάζει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή και το δημοσιοποιεί στον δικτυακό της τόπο.

Το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες για τις εποπτικές δραστηριότητες με στόχο την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών και της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και την ανταπόκριση στις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 32.

2. Έως τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή υποβάλλει σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας για το επόμενο έτος στην Αρχή προς εξέταση και ορίζει πώς ακριβώς το σχέδιο προγράμματος ευθυγραμμίζεται με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους και προτεραιότητες για τις εποπτικές δραστηριότητες, καθώς και ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών που πρέπει να εξεταστούν από την αρμόδια αρχή που υποβάλλει το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας κατά το έτος που καλύπτεται από το εν λόγω πρόγραμμα.

3. Η Αρχή αξιολογεί το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας και όταν υπάρχουν ουσιαστικοί κίνδυνοι για την επίτευξη των προτεραιοτήτων που έχουν τεθεί στο στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς την σχετική αρμόδια αρχή με στόχο την ευθυγράμμιση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της σχετικής αρμόδιας αρχής με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν τα ετήσια προγράμματα εργασίας τους λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω συστάσεις.

4. Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην Αρχή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

α)    περιγραφή των εποπτικών δραστηριοτήτων και εξετάσεων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών, καθώς και των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν κατά των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που είναι υπεύθυνα για παραβάσεις της ενωσιακής και της εθνικής νομοθεσίας·

β)    περιγραφή των δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν και δεν προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας·

γ)    απολογισμό των δραστηριοτήτων που προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και δεν πραγματοποιήθηκαν και των στόχων του προγράμματος που δεν επιτεύχθηκαν, καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν πραγματοποιήθηκαν αυτές οι δραστηριότητες και δεν επιτεύχθηκαν οι στόχοι αυτοί.

5. Η Αρχή αξιολογεί τις εκθέσεις εφαρμογής των αρμόδιων αρχών. Όταν υπάρχουν ουσιαστικοί κίνδυνοι για την επίτευξη των προτεραιοτήτων που έχουν τεθεί στο στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς κάθε ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να διορθωθούν οι σχετικές αδυναμίες στις δραστηριότητές της.

Με βάση τις εκθέσεις και τη δική της εκτίμηση κινδύνων, η Αρχή προσδιορίζει τις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής που είναι κρίσιμης σημασίας για την υλοποίηση του στρατηγικού σχεδίου εποπτείας και, κατά περίπτωση, διενεργεί αξιολογήσεις των εν λόγω δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 30.

6. Η Αρχή δημοσιοποιεί τις βέλτιστες πρακτικές που διαπιστώνονται κατά την αξιολόγηση των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας.»·

(13)το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τίτλο:

«Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά τη πραγματοποίηση των αξιολογήσεων, λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη διενεργηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35, καθώς και τυχόν πληροφοριών από τους ενδιαφερόμενους φορείς.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή συστήνει επιτροπή αξιολογήσεων, αποτελούμενη αποκλειστικά από προσωπικό της Αρχής. Η Αρχή μπορεί να αναθέσει ορισμένα καθήκοντα ή αποφάσεις στην επιτροπή αξιολογήσεων.»·

δ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά: »·

ii)το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) επάρκεια των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς,»·

ε)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή συντάσσει έκθεση με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Η εν λόγω έκθεση εξηγεί και αναφέρει τα επακόλουθα μέτρα που προβλέπονται ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Τα εν λόγω επακόλουθα μέτρα μπορούν να εκδίδονται με τη μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν ενεργήσουν για να λάβουν τα επακόλουθα μέτρα που αναφέρονται στην έκθεση, η Αρχή εκδίδει έκθεση παρακολούθησης.

Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης παράλληλα με οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.

στ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή υποβάλλει γνωμοδότηση στην Επιτροπή όποτε, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θεωρεί ότι θα ήταν αναγκαία περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων που εφαρμόζονται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές.»·

ζ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

4. Η Αρχή δημοσιεύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων συνέχειας, εκτός εάν η δημοσίευση θα συνεπαγόταν κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αρμόδια αρχή που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης καλείται να διατυπώσει παρατηρήσεις πριν από τη δημοσίευση κάθε έκθεσης. Οι παρατηρήσεις αυτές δημοσιοποιούνται, εκτός εάν η δημοσίευση θα συνεπαγόταν κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.»·

(14)στο άρθρο 31 προστίθεται ένα εδάφιο:

«Όσον αφορά τη δραστηριότητα των αρμόδιων αρχών που αποσκοπεί στην διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προωθεί την εποπτική σύγκλιση, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.»·

(15)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31a

Συντονισμός σε περιπτώσεις κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης και εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων, καθώς και μεταβίβασης κινδύνων

1.    Η Αρχή συντονίζει σε συνεχή βάση τις εποπτικές ενέργειες των αρμόδιων αρχών με σκοπό την προώθηση της εποπτικής σύγκλισης στους τομείς της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης και της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, καθώς και σε σχέση με τις μεταβιβάσεις κινδύνου που πραγματοποιούνται από αυτά, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 και 5.

2. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή, όταν προτίθενται να προβούν σε αδειοδότηση ή καταχώριση που σχετίζεται με χρηματοοικονομικό ίδρυμα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία της εν λόγω αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και το επιχειρηματικό σχέδιο του χρηματοοικονομικού ιδρύματος συνεπάγεται την εξωτερική ανάθεση ή κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ουσιώδους μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες ή τη μεταβίβαση κινδύνου ουσιώδους μέρους των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες, προκειμένου να επωφεληθεί από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ εκτελεί ουσιαστικά σημαντικές δραστηριότητες ή λειτουργίες εκτός της Ένωσης. Η γνωστοποίηση προς την Αρχή είναι αρκούντως λεπτομερής ώστε να επιτρέπει ορθή εκτίμηση από την Αρχή.

Εάν η Αρχή κρίνει απαραίτητο να εκδώσει γνωμοδότηση προς αρμόδια αρχή σχετικά με τη μη συμμόρφωση μιας αδειοδότησης ή καταχώρισης που γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο με το ενωσιακό δίκαιο ή τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις που έχει εκδώσει η Αρχή, η Αρχή ενημερώνει σχετικά τη συγκεκριμένη αρμόδια αρχή εντός 20 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της γνωστοποίησης της εν λόγω αρμόδιας αρχής. Στην περίπτωση αυτή, η ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή αναμένει τη γνωμοδότηση της Αρχής πριν προβεί στην καταχώριση ή την αδειοδότηση.

Κατόπιν αιτήσεως της Αρχής, η αρμόδια αρχή, εντός 15 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της σχετικής αίτησης, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις της για αδειοδότηση ή καταχώριση χρηματοοικονομικού ιδρύματος που τελεί υπό την εποπτεία της σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Η Αρχή εκδίδει τη γνωμοδότηση, με την επιφύλαξη των προθεσμιών που ορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης, το αργότερο εντός 2 μηνών από τη λήψη της γνωστοποίησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

3. Κάθε χρηματοοικονομικό ίδρυμα γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή την εξωτερική ανάθεση ή την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ουσιώδους μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιασδήποτε από τις βασικές λειτουργίες του, καθώς και τη μεταβίβαση κινδύνου ουσιώδους μέρους των δραστηριοτήτων του, σε άλλη οντότητα ή δικό του υποκατάστημα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα. Η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Αρχή σχετικά με τις εν λόγω γνωστοποιήσεις σε εξαμηνιαία βάση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, μετά από αίτηση της Αρχής, η αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες σε σχέση με ρυθμίσεις χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ή μεταβίβαση κινδύνου.

Η Αρχή παρακολουθεί κατά πόσον οι οικείες αρμόδιες αρχές ελέγχουν ότι οι ρυθμίσεις για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση καθηκόντων ή μεταβίβαση κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συνάπτονται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις της Αρχής και δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές και την επιβολή σε τρίτη χώρα.

4. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς την ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων συστάσεων για την επανεξέταση απόφασης ή την ανάκληση άδειας. Εάν η ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή δεν εφαρμόσει τις συστάσεις της Αρχής εντός 15 εργασίμων ημερών, η αρμόδια αρχή αναφέρει τους λόγους και η Αρχή δημοσιοποιεί τη σύστασή της μαζί με τους λόγους αυτούς.»·

(16)το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 2α:

«2α. Τουλάχιστον μία φορά ετησίως η Αρχή αποφασίζει τη σκοπιμότητα διενέργειας σε επίπεδο Ένωσης των εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους λόγους της απόφασής της. Όταν διενεργούνται τέτοιες εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης και η Αρχή κρίνει ότι είναι σκόπιμο, δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα καθενός από τα συμμετέχοντα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.·

Οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν αποκλείουν τη δημοσίευση από τις αρμόδιες αρχές των αποτελεσμάτων των σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή τη διαβίβαση των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων αυτών στην Αρχή με σκοπό τη δημοσίευση από την Αρχή των αποτελεσμάτων των σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεων της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»·

β)οι παράγραφοι 3α και 3β αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3α. Η Αρχή μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν ειδικές ανασκοπήσεις. Μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, και μπορεί να συμμετάσχει σε αυτές τις επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 21, και υπό τους όρους αυτού, για να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, πρακτικών και αποτελεσμάτων.»·

(17)το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας που αφορούν ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα σε τρίτες χώρες μετά από συγκεκριμένο αίτημα της Επιτροπής για παροχή συμβουλών ή όταν τούτο απαιτείται από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β και 2γ:

«2α. Η Αρχή παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις και τις πρακτικές επιβολής, καθώς και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες, για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, προκειμένου να εξακριβώνεται κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια, βάσει των οποίων έχουν εκδοθεί οι εν λόγω αποφάσεις, και οι τυχόν όροι που προβλέπονται σε αυτές. Η Αρχή υποβάλλει στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, εμπιστευτική έκθεση με τα πορίσματά της.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1, η Αρχή συνεργάζεται με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση επίσης με τις αρχές εξυγίανσης, τρίτων χωρών των οποίων τα νομικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Η συνεργασία αυτή αναπτύσσεται με βάση διοικητικές ρυθμίσεις που συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση των εν λόγω διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή εισάγει σε αυτές διατάξεις για τα ακόλουθα:

α)    τους μηχανισμούς που επιτρέπουν την Αρχή να λαμβάνει συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς και κάθε αλλαγή που ενδέχεται να επηρεάσει την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)    στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επακολούθηση των εν λόγω αποφάσεων περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων, όταν χρειάζεται, των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή όταν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνείται να συνάψει διοικητικές ρυθμίσεις ή όταν αρνείται να συνεργαστεί ουσιαστικά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες αυτές κατά την επανεξέταση των σχετικών αποφάσεων ισοδυναμίας.

2β. Όταν η Αρχή εντοπίσει εξελίξεις όσον αφορά τη ρύθμιση, την εποπτεία ή τις πρακτικές επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, οι οποίες ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς ή στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, σε εμπιστευτική βάση και χωρίς καθυστέρηση.

Η Αρχή υποβάλλει σε ετήσια βάση στην Επιτροπή εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις εξελίξεις όσον αφορά την επιβολή και την αγορά, στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις τους στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2γ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή εκ των προτέρων σχετικά με τις προθέσεις τους να συνάψουν διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε έναν από τους τομείς που διέπονται από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τα υποκαταστήματα οντοτήτων τρίτων χωρών. Υποβάλλουν ταυτόχρονα στην Αρχή σχέδιο αυτών των προγραμματισμένων ρυθμίσεων.

Η Αρχή μπορεί να καταρτίσει υποδείγματα διοικητικών ρυθμίσεων, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να ακολουθούν τα εν λόγω υποδείγματα ρυθμίσεων.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικητικές αρχές σε τρίτες χώρες, τη βοήθεια που έχει παρασχεθεί από την Αρχή στην Επιτροπή κατά την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και την δραστηριότητα παρακολούθησης που έχει αναπτύξει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2α.»·

(18)Στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο

«2. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/36/ΕΚ και οι οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτούν διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για εκτίμηση του είδους αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της ανωτέρω οδηγίας. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου εκτίμησης που αναφέρεται στην ίδια οδηγία. Τα άρθρα 35 και 35β εφαρμόζονται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.»·

(19)το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Μετά από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να είναι ακριβείς, πλήρεις και να υποβάλλονται εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή.

2. Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφοτύπους ή μέσω συγκρίσιμων υποδειγμάτων που έχει εγκρίνει η Αρχή. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται, όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας ενιαίους μορφοτύπους υποβολής στοιχείων.

3. Μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκ μέρους αρμόδιας αρχής, η Αρχή παρέχει οιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για να δώσει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας που ορίζει η τομεακή νομοθεσία και το άρθρο 70.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) σε άλλες αρχές με εποπτικές λειτουργίες·

β) στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο στο οικείο κράτος μέλος εάν έχει στη διάθεσή του δεδομένα προληπτικής εποπτείας·

γ) στην εθνική κεντρική τράπεζα του οικείου κράτους μέλους·

δ) στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους.

Κατόπιν αιτήσεως της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.»·

γ)οι παράγραφοι 6 και 7α απαλείφονται·

(20)Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α έως 35η:

«Άρθρο 35a

Άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 35β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή ή σε οποιονδήποτε από τους υπαλλήλους της ή σε άλλο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 35β δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Άρθρο 35β

Αίτηση παροχής πληροφοριών από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εταιρείες συμμετοχών ή υποκαταστήματα οικείων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και από μη ρυθμιζόμενους επιχειρησιακούς φορείς εντός χρηματοοικονομικού ομίλου ή ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων

1. Εάν οι ζητούμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 35 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, αυτή μπορεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να απαιτήσει από τα ακόλουθα ιδρύματα και φορείς να παράσχουν κάθε αναγκαία πληροφορία ώστε να είναι σε θέση η Αρχή να εκτελέσει τα καθήκοντά της βάσει του παρόντος κανονισμού:

α) οικεία χρηματοοικονομικά ιδρύματα·

β) εταιρείες συμμετοχών ή υποκαταστήματα οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος·

γ) μη ρυθμιζόμενους επιχειρησιακούς φορείς εντός χρηματοοικονομικού ομίλου ή ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που είναι σημαντικοί για τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες των οικείων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)    περιλαμβάνει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ)    αναφέρει το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 35γ όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί πληροφορίες με απόφασή της, η Αρχή:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)    τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35δ στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ)    αναφέρει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 35γ, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

ζ)    αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61.

4. Τα οικεία ιδρύματα και φορείς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η Αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένος ο οικείος φορέας που απαριθμείται στην παράγραφο 1 και τον οποίο αφορά η αίτηση παροχής πληροφοριών.

6. Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες έλαβε σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 35γ

Διαδικαστικοί κανόνες για την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών που μπορεί να συνιστούν διάπραξη παράβασης που απαριθμείται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της Αρχής προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει ούτε έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην άμεση ή έμμεση εποπτεία των ιδρυμάτων ή φορέων που απαριθμούνται στο άρθρο 35β παράγραφος 1, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να υποβάλει αίτημα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 35β.

4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συγκεντρώνει η Αρχή κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7. Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 35στ, η Αρχή αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μια ή περισσότερες από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1 και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών.

10. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 75α, για να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες άσκησης της εξουσίας επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων κανόνων σχετικά με τα εξής:

α) δικαιώματα υπεράσπισης,

β) διατάξεις περί χρονικών ορίων,

γ) διατάξεις που διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο εισπράττονται τα πρόστιμα ή οι περιοδικές χρηματικές ποινές,

δ) διατάξεις που προσδιορίζουν τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

11. Η Αρχή παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η Αρχή δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων πραγματικών περιστατικών ή βάσει πραγματικών περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35δ

Πρόστιμα

1. Η Αρχή εκδίδει απόφαση επιβολής προστίμου, εάν διαπιστώσει ότι ίδρυμα ή φορέας που απαριθμείται στο άρθρο 35β παράγραφος 1 έχει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραλείψει να παράσχει πληροφορίες ως απάντηση σε απόφαση με την οποία απαιτούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3 ή έχει παράσχει ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών ή σε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 2.

2. Το βασικό ποσό του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε 50 000 EUR κατ’ ελάχιστον και δεν υπερβαίνει τις 200 000 EUR.

3. Κατά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του σχετικού ιδρύματος ή φορέα για το προηγούμενο οικονομικό έτος και το ποσό φθάνει:

α) στο κατώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. EUR,

β) στο μέσον της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ 10 εκατ. EUR και 50 εκατ. EUR,

γ) στο ανώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. EUR.

Τα βασικά ποσά που ορίζονται εντός των ορίων της παραγράφου 2 προσαρμόζονται, εάν χρειάζεται, λαμβανομένων υπόψη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές που ορίζονται στην παράγραφο 5.

Οι σχετικοί επιβαρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Όταν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή εκάστου επί μέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Οι σχετικοί ελαφρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Όταν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή εκάστου επί μέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4. Οι κατωτέρω συντελεστές προσαρμογής εφαρμόζονται σωρευτικά στο βασικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με βάση τα εξής:

α)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1 για κάθε φορά που επανελήφθη η παράβαση·

ii) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

iii) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

iv) εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

v) εάν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της οντότητας δεν έχουν συνεργαστεί με την Αρχή, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5.

β)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

ii) εάν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος ή της οντότητας μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποτραπεί η παράλειψη συμμόρφωσης με αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 6, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

iii) εάν η οντότητα έχει ενημερώσει την Αρχή για την παράβαση με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

iv) εάν η οντότητα έχει λάβει εκουσίως μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρόμοια παράβαση δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής 0,6.

5. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 2 και 3, το συνολικό ποσό του προστίμου δεν υπερβαίνει το 20% του ετήσιου κύκλου εργασιών της συγκεκριμένης οντότητας κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν η οντότητα έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό ποσό του προστίμου είναι τουλάχιστον ίσο προς το εν λόγω οικονομικό όφελος.

Άρθρο 35ε

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1. Η Αρχή εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλει περιοδική χρηματική ποινή προκειμένου να υποχρεώσει τα ιδρύματα ή τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 35β παράγραφος 1 να παράσχουν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται σε καθημερινή βάση έως ότου το συγκεκριμένο ίδρυμα ή ο συγκεκριμένος φορέας συμμορφωθεί με τη σχετική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, το ποσό της περιοδικής χρηματικής ποινής ανέρχεται στο 3% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω ιδρύματος ή φορέα κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.

4. Μπορεί να επιβάλλεται περιοδική χρηματική ποινή για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης της Αρχής.

Άρθρο 35στ

Δικαίωμα ακρόασης

1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για επιβολή προστίμου και περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 35δ και 35ε, η Αρχή παρέχει στο ίδρυμα ή στον φορέα που είναι αποδέκτες της αίτησης παροχής πληροφοριών τη δυνατότητα ακρόασης.

Η Αρχή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία τα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή φορείς είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

2. Τα δικαιώματα υπεράσπισης του ιδρύματος ή του φορέα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Το ίδρυμα ή ο φορέας έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής.

Άρθρο 35ζ

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε είναι διοικητικής φύσης και είναι εκτελεστά.

2. Η αναγκαστική εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διέπεται από τις διατάξεις της δικονομίας που ισχύει στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου λαμβάνει χώρα η αναγκαστική εκτέλεση. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται στην απόφαση επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής χωρίς απαίτηση για καμία άλλη τυπική διαδικασία πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης, από την αρχή που ορίζει κάθε κράτος μέλος για τον σκοπό αυτόν και την οποία γνωστοποιεί στην Αρχή και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Εφόσον οι τυπικές διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχουν τηρηθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση κατά το εθνικό δίκαιο, αποτεινόμενος απευθείας στο αρμόδιο όργανο.

4. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής μπορεί να ανασταλεί μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δικαστήρια όμως του οικείου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων σχετικά με αντιρρήσεις που αφορούν την κανονικότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής.

5. Η Αρχή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

6. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 35η

Επανεξέταση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η Αρχή επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβάλλεται από την Αρχή."·

(21)Στην παράγραφο 5 του άρθρου 36, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενης προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη επακολούθηση.»·

(22)το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 4, η τελευταία περίοδος του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η θητεία των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.»·

β)στην παράγραφο 5, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Όταν τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινή γνώμη ή συμβουλή, τα μέλη που αντιπροσωπεύουν μια ομάδα ενδιαφερόμενων μερών επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή γνώμη ή χωριστή συμβουλή.

Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να εκδίδουν κοινές γνώμες και συμβουλές για ζητήματα που σχετίζονται με το έργο των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών σύμφωνα με το άρθρο 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με κοινές θέσεις και κοινές πράξεις.»·

(23)το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 όταν εκδίδει αποφάσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, πλην των αποφάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 35β, 35δ και 35ε.

2. Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το θέμα της απόφασης, λαμβανόμενων πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Η διάταξη της πρώτης περιόδου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5. Αν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή 4, επανεξετάζει αυτήν την απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6. Η έκδοση των αποφάσεων που λαμβάνει η Αρχή δυνάμει των άρθρων 17, 18 ή 19 δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση αποκαλύπτει την ταυτότητα της αρμόδιας αρχής ή του χρηματοοικονομικού ιδρύματος που αφορούν και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή δεν συνάδει με το έννομο συμφέρον των εν λόγω χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή με την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση.»·

(24)το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου·»·

β)στην παράγραφο 7, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8:

«8. Αν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο στοιχείο αυτό μπορεί να αποφασίσει να συνοδεύεται από έναν εκπρόσωπο της αρχής προστασίας των καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Στην περίπτωση που η ευθύνη για την προστασία των καταναλωτών είναι επιμερισμένη σε περισσότερες αρχές ενός κράτους μέλους, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.»·

(25)το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Εσωτερικές επιτροπές

Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο εκτελεστικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.»·

(26)Στο άρθρο 42, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.»·

(27)το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής. Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, το συμβούλιο εποπτών εκδίδει τις γνώμες, τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις, καθώς και τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο II, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

γ)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

δ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 7, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

ε)η παράγραφος 8 απαλείφεται·

(28)το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όσον αφορά τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16 και τα μέτρα και τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο και του Κεφαλαίου VΙ και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, ως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («συμμετέχοντα κράτη μέλη») και την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών που δεν είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, ως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («μη συμμετέχοντα κράτη μέλη»).

Τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και ο πρόεδρος δεν συμμετέχουν στην ψηφοφορία επί των αποφάσεων αυτών.»·

β)στην παράγραφο 1, το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο απαλείφονται·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν συμμετέχουν σε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τον πρόεδρο, τα μέλη που είναι επίσης μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου και τον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ορίζεται από το εποπτικό της συμβούλιο.»·

(29)Στο κεφάλαιο III, ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ενότητα 2

Εκτελεστικό συμβούλιο»

(30)Το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45

Σύνθεση

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και τρία μέλη πλήρους απασχόλησης. Ο πρόεδρος αναθέτει σαφώς καθορισμένα καθήκοντα πολιτικής και διαχείρισης σε καθένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης. Σε ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης ανατίθενται αρμοδιότητες για θέματα προϋπολογισμού και για θέματα που αφορούν το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής («εντεταλμένο μέλος»). Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης αναλαμβάνει καθήκοντα αντιπροέδρου και ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του ή σε περίπτωση εύλογου κωλύματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης επιλέγονται με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και αγορές και την πείρα τους σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης διαθέτουν εκτενή διαχειριστική πείρα. Η επιλογή γίνεται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη συνέχεια, η Επιτροπή καταρτίζει πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα.

Η Επιτροπή υποβάλλει τον πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω πίνακα, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση περί διορισμού των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του εντεταλμένου μέλους. Η σύνθεση του εκτελεστικού συμβουλίου είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της.

3. Εάν ένα μέλος πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 ή έχει κριθεί ένοχο σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής η οποία έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για να το παύσει από τα καθήκοντά του.

4. Η θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης είναι πενταετής, με δυνατότητα άπαξ ανανέωσης. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του μέλους πλήρους απασχόλησης, το συμβούλιο εποπτών αποτιμά:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο προς ανανέωση τον κατάλογο των μελών πλήρους απασχόλησης. Βάσει του καταλόγου αυτού και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης.»·

(31)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45a

Λήψη αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός αν πρόκειται για τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4. Οι συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως ενός από τα μέλη του και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το εκτελεστικό συμβούλιο κρίνει απαραίτητο. Συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

5. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δύνανται, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε συζητήσεις του εκτελεστικού συμβουλίου που αφορούν μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.»·

(32)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45β:

«Άρθρο 45β

Εσωτερικές επιτροπές

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται.»·

(33)το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Ανεξαρτησία

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.»·

(34)το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47

Καθήκοντα

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

Για τους σκοπούς των άρθρων 17, 19, 22, 29α, 30, 31α, 32 και 35β έως 35η, το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να ενεργεί και να λαμβάνει αποφάσεις. Το εκτελεστικό συμβούλιο τηρεί το συμβούλιο εποπτών ενήμερο σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνει.

3α. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει, γνωμοδοτεί και διατυπώνει προτάσεις σχετικά με όλα τα θέματα για τα οποία λαμβάνει απόφαση το συμβούλιο εποπτών.

4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης»).

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6. Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση το σχέδιο έκθεσης το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 7.

7. Το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5.

8. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και την προσφερθείσα φιλοξενία. Τα έξοδα καταχωρούνται δημοσίως σύμφωνα με τον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Το εντεταλμένο μέλος αναλαμβάνει τα ακόλουθα ειδικά καθήκοντα:

α) εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου,

β) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

γ) καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

δ) καταρτίζει πρόγραμμα εργασίας έως την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

ε) καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 63 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64,

στ) συντάσσει σχέδιο ετήσιας έκθεσης που περιλαμβάνει μια ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μία ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης,

ζ) όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται τα θέματα προσωπικού,»·

(35)το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών του συμβουλίου εποπτών και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο πρόεδρος επιλέγεται με κριτήρια τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, μετά από ανοικτή πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή υποβάλλει πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του προέδρου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω πίνακα, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τον διορισμό του προέδρου.

Εάν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής η οποία έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για να τον παύσει από τα καθήκοντά του.»·

γ)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ.»·

δ)η παράγραφος 5 απαλείφεται·

(36)το άρθρο 49α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49a

Έξοδα

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και την προσφερθείσα φιλοξενία. Τα έξοδα καταχωρούνται δημοσίως σύμφωνα με τον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»·

(37)Τα άρθρα 51, 52, 52α και 53 απαλείφονται.

(38)Στο άρθρο 54 παράγραφος 2, προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:

«— τα ζητήματα της προστασίας των καταθετών, των καταναλωτών και των επενδυτών.»·

(39)Στο άρθρο 55, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής και το ΕΣΣΚ.»·

(40)το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δυο αναπληρωματικά από πίνακα των επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός αν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με το συμβούλιο εποπτών.»·

(41)Στο άρθρο 59, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό της συμβούλιο ή το συμβούλιο εποπτών της.»·

(42)Στο άρθρο 60, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που αναφέρεται στα άρθρα 17, 18, 19 και 35 και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.»·

(43)το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων, σε οιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α) εξισορροπητική συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή») και δεν υπερβαίνει το 40% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής,

β) ετήσιες συνεισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, με βάση τις ετήσιες εκτιμώμενες δαπάνες οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και από τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής,

γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης,

δ) τυχόν εθελοντική συνεισφορά κρατών μελών ή παρατηρητών,

ε) χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές,»·

β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Τις ετήσιες συνεισφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) εισπράττουν κάθε έτος από τα μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα οι αρχές που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος. Έως τις 31 Μαρτίου κάθε οικονομικού έτους, κάθε κράτος μέλος καταβάλλει στην Αρχή το ποσό που απαιτείται να εισπράξει σύμφωνα με τα κριτήρια τα οποία καθορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 62α.

6. Οι εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών και παρατηρητών που αναφέρονται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 δεν γίνονται δεκτές εάν η αποδοχή τους εγείρει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής.»·

(44)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 62α:

«Άρθρο 62a

   Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τον υπολογισμό των ετήσιων συνεισφορών χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 75α, να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι ετήσιες εισφορές μεμονωμένων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο στοιχείο ε) του άρθρου 62, και οι οποίες προβλέπουν τα εξής:

α) μεθοδολογία για την κατανομή των εκτιμώμενων δαπανών σε κατηγορίες χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ως βάση για τον προσδιορισμό του μεριδίου των συνεισφορών που καταβάλλονται από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα της κάθε κατηγορίας,

β) κατάλληλα και αντικειμενικά κριτήρια για τον καθορισμό των ετήσιων συνεισφορών που καταβάλλονται από μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με βάση το μέγεθός τους, ώστε να αντικατοπτρίζουν περίπου τη σημασία τους στην αγορά.

Τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου μπορούν είτε να θεσπίζουν κατώτατα όρια «de minimis», κάτω από τα οποία δεν οφείλεται συνεισφορά, είτε ελάχιστα ποσά, κάτω από τα οποία δεν πρέπει να μειώνονται οι συνεισφορές.»·

(45)το άρθρο 63 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1. Κάθε έτος, το εντεταλμένο μέλος καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα τρία επόμενα οικονομικά έτη, το οποίο παρουσιάζει τα προβλεπόμενα έσοδα και δαπάνες, καθώς και πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το προσωπικό, από τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

1α. Το εκτελεστικό συμβούλιο, με βάση το σχέδιο που έχει εγκριθεί από το συμβούλιο εποπτών, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα τρία επόμενα οικονομικά έτη.

1β. Το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Ιανουαρίου.

2.    Βάσει του σχεδίου ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού , η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

3.    Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή.

4. Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

5. Το συντομότερο δυνατό, το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.»·

(46)το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64

Εκτέλεση και έλεγχoς τoυ πρoϋπoλoγισμoύ

«1. Το εντεταλμένο μέλος ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής.

2. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, έως την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους.

3. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει, έως την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους, τις απαιτούμενες λογιστικές πληροφορίες που απαιτούνται για την ενοποίηση στον υπόλογο της Επιτροπής, με τον τρόπο και τη μορφή που ορίζει ο εν λόγω υπόλογος.

4. Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

5. Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Το εντεταλμένο μέλος τους διαβιβάζει στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6. Μέχρι την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, στον υπόλογο της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει, μέχρι την 1η Ιουλίου, δέσμη εκθέσεων στον υπόλογο της Επιτροπής, σε τυποποιημένη μορφή, σύμφωνα με τα όσα ορίζει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου το εντεταλμένο μέλος διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεών του. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Το εντεταλμένο μέλος υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10. Πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει την Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.»·

(47)το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής* για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες λειτουργίας της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

*    Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).»·

(48)Στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**.

Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»·

(49)το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένων των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και του προέδρου του, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.»·

(50)το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον, η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και ειδικότερα στις νομικές διαδικασίες τις σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν οιαδήποτε υπηρεσία, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με εκείνες των προηγούμενων παραγράφων.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.»·

(51)το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/XXX (κανονισμός προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ) κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.»·

(52)Στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»·

(53)Στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.»·

(54)Στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν σε αυτό το κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών του, ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά από τη λήψη έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

(55)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 75α:

«Άρθρο 75a

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α ανατίθεται επ’ αόριστον.

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 35γ ή του άρθρου 62α τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την κοινοποίησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες.»·

(56)το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76

Σχέση με την ΕΕΑΤΕ

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΑΤΕ. Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΑΤΕ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΑΤΕ θα συντάξει κατάσταση στην οποία θα εμφαίνεται η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση θα ελεγχθεί και θα εγκριθεί από την ΕΕΑΤΕ και από την Επιτροπή.»·

(57)Παρεμβάλλεται νέο άρθρο 77α:

«Άρθρο 77a

Μεταβατικές διατάξεις

Τα καθήκοντα και η θέση του εκτελεστικού διευθυντή που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1093/2010, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.

Τα καθήκοντα και η θέση του προέδρου που έχει διοριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1093/2010, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετεί την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] συνεχίζονται μέχρι τη λήξη της θητείας του.

Τα καθήκοντα και η θέση των μελών του συμβουλίου διοίκησης που έχουν διοριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1093/2010, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, και που υπηρετούν την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1094/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)στο άρθρο 1, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ με εξαίρεση τον Τίτλο IV αυτής, των οδηγιών 2002/92/ΕΚ, 2003/41/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ* και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, στο πλαίσιο των σχετικών τμημάτων των οδηγιών (ΕΕ) 2015/849 και 2002/65/ΕΚ, περιλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται στις εν λόγω πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

*    Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ L 263 της 7.10.2009, σ. 11).»·

(2)στο άρθρο 2 παράγραφος 5 παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι αναφορές σε εποπτεία στον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνουν τις δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών που πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(3)στο άρθρο 4 σημείο 2), το στοιχείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/849, οι αρχές που είναι αρμόδιες να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, όπως αυτά ορίζονται στο σημείο 1, προς τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών·»·

(4)το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47·»·

β)το σημείο 4) απαλείφεται·

(5)το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση·»·

ii)τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, ανάλογα με την περίπτωση, των εξελίξεων όσον αφορά τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,»·

iii)το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει την προστασία των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων, των καταναλωτών και των επενδυτών,»·

iv)το στοιχείο ιβ) απαλείφεται·

v)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο ιγ):

«ιγ) γνωμοδοτεί σχετικά με τις αιτήσεις που αφορούν εσωτερικά μοντέλα, με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης αποφάσεων και την παροχή συνδρομής όπως προβλέπεται στο άρθρο 21α.»·

β)παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 1α:

«1α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση παραγόντων που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση.»·

γ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το στοιχείο γα):

«γα) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α,»·

ii) το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β,»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων αναλύσεων κόστους/οφέλους που παράγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»·

(6)το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία αα) και αβ):

«αα) διενέργεια ενδελεχών θεματικών αξιολογήσεων της συμπεριφοράς των αγορών, διαμόρφωση κοινής αντίληψης όσον αφορά τις πρακτικές των αγορών με σκοπό τον εντοπισμό δυνητικών προβλημάτων και την ανάλυση των επιπτώσεών τους·

αβ) ανάπτυξη δεικτών κινδύνου για τους μικροεπενδυτές με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό αιτιών που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβη του καταναλωτή·»·

β)στην παράγραφο 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) ανάπτυξη κοινών κανόνων σχετικά με τη δημοσιοποίηση.»·

γ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.»·

δ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή προβαίνει στη σύσταση, ως αναπόσπαστο μέρος της Αρχής, επιτροπής για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στο πλαίσιο της οποίας συνέρχονται όλες οι σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Η Αρχή μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στην επιτροπή εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.»·

(7)το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η Αρχή μπορεί επίσης να απευθύνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σε αρχές κρατών μελών που δεν ορίζονται ως αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού αλλά είναι εξουσιοδοτημένες να διασφαλίζουν την εφαρμογή των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, ζητεί επίσης γνώμες ή συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και την ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών.»·

γ)στην παράγραφο 4 προστίθεται στο τέλος η ακόλουθη περίοδος:

«Στην έκθεση εξηγείται επίσης ο τρόπος με τον οποίο η Αρχή αιτιολόγησε την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεών της και συνοψίζονται οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από δημόσιες διαβουλεύσεις για τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5. Εάν τα δύο τρίτα των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ή της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών εκτιμούν ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της με την έκδοση ορισμένων κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, μπορούν να αποστείλουν αιτιολογημένη γνώμη στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή ζητεί εξήγηση που να αιτιολογεί την έκδοση των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων από την Αρχή. Η Επιτροπή, μόλις λάβει την εξήγηση της Αρχής, προβαίνει σε εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων λαμβανομένης υπόψη της αρμοδιότητας της Αρχής. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, και αφού δώσει στην Αρχή την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική απόφαση με την οποία απαιτείται από την Αρχή να ανακαλέσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.»·

(8)στο άρθρο 17 παράγραφος 2 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα παροχής πληροφοριών απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όποτε κρίνεται απαραίτητο για τη διερεύνηση κατ’ ισχυρισμό παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Όταν απευθύνεται σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα, το αιτιολογημένο αίτημα επεξηγεί τους λόγους που καθιστούν τις πληροφορίες αναγκαίες για τη διερεύνηση κατ’ ισχυρισμό παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Ο αποδέκτης τέτοιου αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Στην περίπτωση που το αίτημα παροχής πληροφοριών απευθύνεται σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα, η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές για το αίτημα. Οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, εφόσον αυτό ζητηθεί από την Αρχή.»·

(9)το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Σε περιπτώσεις οι οποίες προσδιορίζονται στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)    με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις στις οποίες οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, τεκμαίρεται διαφωνία ελλείψει κοινής απόφασης από τις εν λόγω αρχές εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i) η προθεσμία έχει λήξει·

ii) μία ή περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων·

β)    όταν, στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i.    μία ή περισσότερες από τις οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων· ή

ii.    έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης και η αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.»·

γ)στην παράγραφο 1 το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται·

1β. Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Ενόσω εκκρεμεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις όπου οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των μεμονωμένων αποφάσεών τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που απαιτείται να λάβουν την κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.»·

δ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

ε)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα, κατά περίπτωση, την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

στ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης, εάν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και ως εκ τούτου δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα, απαιτώντας να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.»·

(10)το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή προωθεί και παρακολουθεί την αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των σωμάτων εποπτών που αναφέρονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ και προάγει τη συνεκτική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, το προσωπικό της Αρχής δύναται να συμμετέχει, ή κατά περίπτωση να ηγείται σε δραστηριότητες των σωμάτων εποπτών, όπως μεταξύ άλλων σε επιτόπιους ελέγχους, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή θεωρείται ‟αρμόδια αρχή” ή ‟εποπτική αρχή” κατά την έννοια της συναφούς νομοθεσίας.»·

(11)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 21α:

«Άρθρο 21a

Εσωτερικά μοντέλα

1. Προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση κοινών εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, η Αρχή με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών:

α) γνωμοδοτεί προς τις οικείες εποπτικές αρχές σχετικά με την αίτηση χρήσης ή αλλαγής εσωτερικού μοντέλου. Για τον σκοπό αυτό, η EIOPA μπορεί να ζητήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από τις οικείες εποπτικές αρχές· και

β) σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την έγκριση εσωτερικών μοντέλων, βοηθά τις οικείες εποπτικές αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19.

2. Στις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 231 παράγραφος 6α της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν από την EIOPA να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19.»

(12)στο άρθρο 22 παράγραφος 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς αυτούς, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της εκχωρούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 35β.»·

(13)το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) εκδίδει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α·»·

ii)το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, όσον αφορά όλα τα σχετικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο και των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο κατά περίπτωση, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία,»·

iii) το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»·

β)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:

«Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζει μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας.»·

(14)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 29α:

«Άρθρο 29a

Στρατηγικό σχέδιο εποπτείας

1. Κατά την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού [XXX να προστεθεί αναφορά στον τροποποιητικό κανονισμό] και στη συνέχεια ανά τριετία έως την 31η Μαρτίου, η Αρχή εκδίδει σύσταση απευθυνόμενη στις αρμόδιες αρχές, στην οποία διατυπώνονται οι εποπτικοί στρατηγικοί στόχοι και προτεραιότητες («στρατηγικό σχέδιο εποπτείας») και, λαμβανομένων υπόψη τυχών εισηγήσεων από τις αρμόδιες αρχές,. Η Αρχή διαβιβάζει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και το δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της.

Το στρατηγικό εποπτικό σχέδιο προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες για εποπτικές δραστηριότητες με σκοπό να προωθήσει συνεπείς, αποδοτικές και αποτελεσματικές εποπτικές πρακτικές καθώς και την κοινή, ενιαία και συνεπή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, και να αντιμετωπίσει συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, ενδεχόμενους κινδύνους και τρωτά σημεία που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 32.

2. Έως τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή υποβάλλει στην Αρχή προς εξέταση σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας για το επόμενο έτος και ορίζει συγκεκριμένα με ποιο τρόπο το σχέδιο προγράμματος εναρμονίζεται με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους και προτεραιότητες για εποπτικές δραστηριότητες, καθώς επίσης ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών προς εξέταση από την αρμόδια αρχή που υποβάλλει το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας κατά τη διάρκεια του έτους που καλύπτεται από το εν λόγω πρόγραμμα.

3. Η Αρχή εξετάζει το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας και σε όποιες περιπτώσεις υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς τη σχετική αρμόδια αρχή με στόχο την εναρμόνιση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της σχετικής αρμόδιας αρχής με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας τους λαμβάνοντας υπόψη τυχόν τέτοιου είδους συστάσεις.

4. Έως την 31η Μαρτίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην Αρχή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)    περιγραφή των εποπτικών δραστηριοτήτων και ελέγχων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών, καθώς και των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα ευθυνόμενα για παραβιάσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου,

β)    περιγραφή δραστηριοτήτων που διενεργήθηκαν και οι οποίες δεν προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας,

γ)    καταγραφή των δραστηριοτήτων που προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και οι οποίες δεν διενεργήθηκαν, των στόχων του εν λόγω προγράμματος που δεν επιτεύχθηκαν, καθώς και των λόγων για τους οποίους δεν διενεργήθηκαν οι εν λόγω δραστηριότητες και δεν επιτεύχθηκαν οι εν λόγω στόχοι.

5. Η Αρχή αξιολογεί τις εκθέσεις εφαρμογής που υποβάλλουν οι αρμόδιες αρχές. Σε περίπτωση που υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο στρατηγικό εποπτικό σχέδιο, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς κάθε οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τους τρόπους κάλυψης των ελλείψεων στις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής.

Με βάση τις εκθέσεις και την εκτίμηση κινδύνων που η ίδια διενεργεί, η Αρχή προσδιορίζει τις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής οι οποίες είναι κρίσιμες για την τήρηση του στρατηγικού σχεδίου εποπτείας, και κατά περίπτωση διενεργεί αξιολογήσεις των εν λόγω δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 30.

6. Η Αρχή δημοσιοποιεί βέλτιστες πρακτικές οι οποίες εντοπίζονται κατά την εξέταση των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας.»·

(15)το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά την πραγματοποίηση αξιολογήσεων, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε πληροφορίας από συμφεροντούχους.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή προβαίνει στη σύσταση επιτροπής αξιολόγησης, η οποία απαρτίζεται αποκλειστικά από προσωπικό της Αρχής. Η Αρχή μπορεί να εκχωρήσει ορισμένα καθήκοντα ή αποφάσεις στην επιτροπή αξιολόγησης.»·

δ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά: »·

ii)το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) επάρκεια των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των ενωσιακών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς,»·

ε)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή συντάσσει έκθεση στην οποία παραθέτει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και αναφέρονται τα μέτρα παρακολούθησης που προβλέπονται ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Τα εν λόγω μέτρα παρακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με οποιεσδήποτε κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές δεν προβούν σε ενέργειες για τη λήψη των μέτρων παρακολούθησης που αναφέρονται στην έκθεση, η Αρχή εκδίδει έκθεση παρακολούθησης.

Κατά την εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης παράλληλα με οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.»·

στ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή υποβάλλει γνωμοδότηση στην Επιτροπή εάν, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες οι οποίες έχουν περιέλθει σε γνώση της Αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, κρίνει ότι απαιτείται περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή τις αρμόδιες αρχές.»·

ζ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

4. «Η Αρχή δημοσιεύει την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και κάθε άλλη αναφερόμενη έκθεση παρακολούθησης, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση καλείται να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη δημοσίευση οποιασδήποτε έκθεσης. Οι εν λόγω παρατηρήσεις δημοσιοποιούνται, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.»·

(16)στο άρθρο 31 παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 2:

«2. Όσον αφορά τη δραστηριότητα αρμόδιων αρχών με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προάγει την εποπτική σύγκλιση, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.»·

(17)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31a

Συντονισμός για την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων και τη μεταβίβαση κινδύνων

1. Η Αρχή συντονίζει σε συνεχή βάση τις εποπτικές ενέργειες των αρμόδιων αρχών, με σκοπό να προωθήσει την εποπτική σύγκλιση στους τομείς της κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης και της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, καθώς και σε σχέση με τις μεταβιβάσεις κινδύνου που διενεργούν, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4.

2. Οι αρμόδιες αρχές αποστέλλουν κοινοποίηση στην Αρχή οσάκις σκοπεύουν να προβούν σε αδειοδότηση ή καταχώριση που αφορά χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο τελεί υπό την εποπτεία της οικείας αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και σε περίπτωση που το επιχειρηματικό σχέδιο του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προβλέπει την εξωτερική ανάθεση ή την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιουδήποτε εκ των βασικών καθηκόντων του ή τη μεταβίβαση των κινδύνων σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες, με σκοπό να επωφεληθεί από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ουσιαστικά διεξάγει σημαντικές δραστηριότητες ή εκτελεί σημαντικά καθήκοντα εκτός της Ένωσης. Η γνωστοποίηση προς την Αρχή είναι αρκετά λεπτομερής ώστε να καθιστά δυνατή την ορθή εκτίμηση εκ μέρους της Αρχής.

Εάν η Αρχή κρίνει ότι είναι απαραίτητο να εκδώσει γνωμοδότηση προς αρμόδια αρχή σχετικά με αδειοδότηση ή καταχώριση κοινοποιούμενη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο η οποία δεν συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο ή με κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις τις οποίες έχει εκδώσει η Αρχή, η Αρχή ενημερώνει σχετικά την εν λόγω αρμόδια αρχή εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης από την εν λόγω αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση αυτή, η οικεία αρμόδια αρχή αναμένει τη γνωμοδότηση της Αρχής πριν προβεί στην καταχώριση ή αδειοδότηση.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή σχετικού αιτήματος, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις της για αδειοδότηση ή καταχώριση χρηματοοικονομικού ιδρύματος το οποίο τελεί υπό την εποπτεία της σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Η Αρχή εκδίδει γνώμη, με την επιφύλαξη τυχόν προθεσμιών οι οποίες ορίζονται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, το αργότερο εντός 2 μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

3. Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή την εξωτερική ανάθεση ή την κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων τους ή οποιωνδήποτε εκ των βασικών λειτουργιών τους, καθώς επίσης τη μεταβίβαση των κινδύνων σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων τους σε άλλη οντότητα ή σε δικό τους υποκατάστημα που βρίσκονται εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα. Η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Αρχή σχετικά με τέτοιου είδους κοινοποιήσεις σε εξαμηνιαία βάση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση ή μεταβίβαση κινδύνου.

Η Αρχή παρακολουθεί κατά πόσον οι οικείες αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ότι οι ρυθμίσεις για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση καθηκόντων ή μεταβίβαση κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συνάπτονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις της Αρχής και δεν αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές [και την επιβολή] σε τρίτη χώρα.

4. Η Αρχή μπορεί να εκδώσει συστάσεις προς την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων συστάσεων για την επανεξέταση απόφασης ή την ανάκληση αδειοδότησης. Εφόσον η οικεία αρμόδια αρχή δεν ακολουθήσει τις συστάσεις της Αρχής εντός 15 εργάσιμων ημερών, η αρμόδια αρχή εκθέτει τους λόγους και η Αρχή δημοσιοποιεί τη σύστασή της μαζί με την εν λόγω αιτιολόγηση.»·

(18)το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

(19)παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 2α:

«2α. Τουλάχιστον μία φορά ετησίως, η Αρχή εξετάζει τη σκοπιμότητα διενέργειας των εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε επίπεδο Ένωσης, και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους λόγους της απόφασής της. Όταν διενεργούνται τέτοιες εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης και η Αρχή κρίνει ότι είναι σκόπιμο, δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα για καθένα από τα συμμετέχοντα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύσουν το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή να διαβιβάσουν το αποτέλεσμα τέτοιων εκτιμήσεων στην Αρχή με σκοπό τη δημοσίευση από την Αρχή των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»·

(20)το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών ή εφόσον απαιτείται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β και 2γ:

«2α. Η Αρχή παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, με σκοπό να επαληθευτεί αν εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις καθορίζονται σε αυτές. Λαμβάνει υπόψη τη σημαντικότητα των οικείων τρίτων χωρών για την αγορά. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της στην Επιτροπή σε ετήσια βάση.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που ορίζονται στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεύτερη περίοδος, η Αρχή συνεργάζεται όποτε είναι δυνατόν με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, επίσης με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών, των οποίων τα νομικά καθεστώτα και τα καθεστώτα εποπτείας έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)    τους μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις συναφείς εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας,

β)    στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να δοθεί συνέχεια σε τέτοιου είδους αποφάσεις ισοδυναμίας, τις διαδικασίες σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή εάν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνηθεί να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνηθεί να συνεργαστεί ουσιαστικά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες κατά την επανεξέταση των σχετικών αποφάσεων ισοδυναμίας.

2β. Όταν η Αρχή εντοπίσει εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης, εποπτείας ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς καθυστέρηση.

Η Αρχή υποβάλλει σε ετήσια βάση στην Επιτροπή εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τις εξελίξεις όσον αφορά τη ρύθμιση, την εποπτεία, την επιβολή του νόμου και την αγορά στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις των εν λόγω εξελίξεων στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2γ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεσή τους να συνάψουν διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε οποιονδήποτε από τους τομείς που διέπονται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, μεταξύ άλλων σε σχέση με υποκαταστήματα οντοτήτων τρίτων χωρών. Ταυτόχρονα θέτουν στη διάθεση της Αρχής σχέδιο των εν λόγω προγραμματιζόμενων ρυθμίσεων.

Η Αρχή μπορεί να καταρτίσει πρότυπες διοικητικές ρυθμίσεις, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ακολουθήσουν τέτοιου είδους πρότυπες ρυθμίσεις.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2α.»·

(21)στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όσον αφορά τις προληπτικές εκτιμήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και για τις οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτείται διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική εκτίμηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 59 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ. Τα άρθρα 35 και 35β εφαρμόζονται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.»·

(22)το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Έπειτα από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις και υποβάλλονται εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει η Αρχή.

2. Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφοτύπους ή μέσω συγκρίσιμων υποδειγμάτων που έχει εγκρίνει η Αρχή. Οι σχετικές αιτήσεις υποβάλλονται, όπου είναι δυνατόν, με τη χρήση ενιαίων μορφοτύπων υποβολής στοιχείων.

3. Μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκ μέρους αρμόδιας αρχής, η Αρχή παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για να δώσει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εκτελέσει τα καθήκοντά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στην τομεακή νομοθεσία και στο άρθρο 70.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε οποιονδήποτε από τους εξής:

α) σε άλλες αρχές με εποπτικές λειτουργίες,

β) στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο του οικείου κράτους μέλους, εάν έχει στη διάθεσή του πληροφορίες προληπτικής εποπτείας,

γ) στην εθνική κεντρική τράπεζα του οικείου κράτους μέλους,

δ) στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.»·

γ)οι παράγραφοι 6 και 7 απαλείφονται·

(23)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α έως 35η:

«Άρθρο 35a

Άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 35β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή, σε οποιονδήποτε υπάλληλό της ή άλλο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 35β δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Άρθρο 35β

Αίτηση σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα για την παροχή πληροφοριών

1. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 35 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα σχετικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε η Αρχή να έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της εν λόγω αίτησης,

β)    δηλώνει τον σκοπό της αίτησης,

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες,

δ)    καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες,

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές,

στ)    αναφέρει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 35γ όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών με απόφαση, η Αρχή:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της εν λόγω αίτησης,

β)    δηλώνει τον σκοπό της αίτησης,

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες,

δ)    καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες,

ε)    επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35δ στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών,

στ)    επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 35γ στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες,

ζ)    επισημαίνει το δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, και επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61.

4. Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η Αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει ή είναι εγκατεστημένη η σχετική οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και την οποία αφορά η αίτηση πληροφοριών.

6. Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 35γ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1, η Αρχή διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της Αρχής προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην άμεση ή έμμεση εποπτεία των οικείων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και ασκεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 35β.

4. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η Αρχή κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5. Με την ολοκλήρωση της έρευνάς του και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία τα υπό έρευνα πρόσωπα είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Κατά τη διεξαγωγή ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των υπό έρευνα προσώπων.

7. Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 35στ, η Αρχή αποφαίνεται αν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1 και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει μέτρο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών.

10. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 75α προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση της εξουσίας επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων κανόνων σχετικά με τα ακόλουθα:

α) δικαιώματα υπεράσπισης,

β) διατάξεις περί χρονικών ορίων,

γ) διατάξεις για τον προσδιορισμό του τρόπου είσπραξης των προστίμων ή των περιοδικών χρηματικών ποινών,

δ) διατάξεις σχετικά με τον προσδιορισμό των προθεσμιών παραγραφής για την επιβολή και εκτέλεση της πληρωμής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

11. Εάν η Αρχή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα, παραπέμπει την υπόθεση στις σχετικές εθνικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η Αρχή δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσία τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35δ

Πρόστιμα

1. Η Αρχή εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου εφόσον διαπιστώσει ότι χρηματοοικονομικό ίδρυμα αναφερόμενο στο άρθρο 35β δεν προέβη, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, στην παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε απόφαση αφορούσα αίτηση πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3 ή παρείχε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών ή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 2.

2. Το βασικό ποσό του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε τουλάχιστον 50 000 EUR και δεν υπερβαίνει τις 200 000 EUR.

3. Κατά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος για το προηγούμενο οικονομικό έτος και καθορίζει το εν λόγω ποσό:

α) στο κατώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. EUR,

β) στο μέσον της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ 10 εκατ. EUR και 50 εκατ. EUR,

γ) στο ανώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. EUR.

Τα βασικά ποσά που ορίζονται εντός των ορίων της παραγράφου 2 προσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές που ορίζονται στην παράγραφο 5.

Οι σχετικοί επιβαρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή κάθε επιμέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Οι σχετικοί ελαφρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή κάθε επιμέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4. Οι ακόλουθοι συντελεστές προσαρμογής εφαρμόζονται σωρευτικά στο βασικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με βάση τα ακόλουθα:

α)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1 για κάθε φορά που επανελήφθη η παράβαση·

ii) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

iii) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

iv) εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

v) εάν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του χρηματοοικονομικού ιδρύματος δεν έχουν συνεργαστεί με την Αρχή, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

β)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

ii) εάν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του χρηματοοικονομικού ιδρύματος μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποτραπεί η μη συμμόρφωση με αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 35 στοιχείο 6α, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

iii) εάν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα έχει θέσει την παράβαση υπόψη της Αρχής με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

iv) εάν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα έλαβε εκουσίως μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν θα μπορεί να διαπραχθεί παρόμοια παράβαση στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής 0,6.

5. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3, το συνολικό πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 20 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα έχει, άμεσα ή έμμεσα, επωφεληθεί οικονομικά από την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό πρόστιμο είναι τουλάχιστον ίσο προς το εν λόγω οικονομικό όφελος.

Άρθρο 35ε

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1. Η Αρχή εκδίδει αποφάσεις για την επιβολή περιοδικής χρηματικής ποινής προκειμένου να υποχρεώσει τα ιδρύματα ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 35β παράγραφος 1 να παράσχουν τις πληροφορίες που έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται σε καθημερινή βάση έως ότου το οικείο χρηματοοικονομικό ίδρυμα συμμορφωθεί με τη σχετική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, το ποσό της περιοδικής χρηματικής ποινής ανέρχεται στο 3 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Υπολογίζεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4. Η περιοδική χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Αρχής.

Άρθρο 35στ

Δικαίωμα ακρόασης

1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου και περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 35δ και 35ε, η Αρχή παρέχει στο χρηματοοικονομικό ίδρυμα από το οποίο έχουν ζητηθεί πληροφορίες τη δυνατότητα ακρόασης.

Η Αρχή στηρίζει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα οικεία χρηματοοικονομικά ιδρύματα να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

2. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης του χρηματοοικονομικού ιδρύματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Το χρηματοοικονομικό ίδρυμα έχει δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή σε εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής.

Άρθρο 35ζ

Δημοσιοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε είναι διοικητικής φύσεως και είναι εκτελεστά.

2. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου και της περιοδικής χρηματικής ποινής διέπεται από τους κανόνες δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου λαμβάνει χώρα η αναγκαστική εκτέλεση. Ο εκτελεστός τίτλος προσαρτάται στην απόφαση επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής χωρίς να απαιτείται καμία άλλη τυπική διαδικασία πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης από αρχή την οποία ορίζει κάθε κράτος μέλος για τον σκοπό αυτόν και την οποία γνωστοποιεί στην Αρχή και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Εφόσον οι τυπικές διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχουν ολοκληρωθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση κατά το εθνικό δίκαιο, προσφεύγοντας απευθείας στο αρμόδιο όργανο.

4. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων σχετικά με αντιρρήσεις που αφορούν την κανονικότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής.

5. Η Αρχή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

6. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 35η

Επανεξέταση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η Αρχή έχει επιβάλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από την Αρχή.»·

(24)στο άρθρο 36 παράγραφος 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενης προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη επακολούθηση.»·

(25)το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 5 πρώτο εδάφιο, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.»·

β)στην παράγραφο 6 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Όταν τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινή γνώμη ή συμβουλή, τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή γνώμη ή συμβουλή.

Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων και η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορούν να εκδίδουν κοινές γνώμες και συμβουλές για θέματα που άπτονται των εργασιών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών δυνάμει του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις κοινές θέσεις και τις κοινές πράξεις.»·

(26)το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 κατά την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με εξαίρεση τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 35β, 35δ και 35ε.

2. Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5. Εάν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή το άρθρο 18 παράγραφος 4, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18 ή 19 δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των εν λόγω χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.»·

(27)το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου,»·

β)στην παράγραφο 7 απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8·

«8. Εάν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποφασίσει να καλέσει εκπρόσωπο της αρχής προστασίας καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν σε ένα κράτος μέλος, πλείονες αρχές είναι συναρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.»·

(28)το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Εσωτερικές επιτροπές

«Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο εκτελεστικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.»·

(29)στο άρθρο 42, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.»·

(30)το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής. Εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

γ)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

δ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

ε)η παράγραφος 8 απαλείφεται·

(31)το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και ο πρόεδρος δεν ψηφίζουν για τις εν λόγω αποφάσεις.»·

β)στην παράγραφο 1, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο απαλείφονται·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν συμμετέχουν σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τον πρόεδρο, τα μέλη που είναι επίσης μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου και τον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ορίζεται από το εποπτικό της συμβούλιο.»·

(32)στο κεφάλαιο III, ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτελεστικό συμβούλιο»·

(33)το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45

Σύνθεση

«1. Το εκτελεστικό συμβούλιο συγκροτείται από τον πρόεδρο και τρία μέλη πλήρους απασχόλησης. Ο πρόεδρος αναθέτει σε κάθε μέλος πλήρους απασχόλησης σαφώς καθορισμένα καθήκοντα άσκησης πολιτικής και διοίκησης. Σε ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης ανατίθεται η αρμοδιότητα για θέματα προϋπολογισμού και για θέματα που αφορούν το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής (‟εντεταλμένο μέλος”). Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης εκτελεί χρέη αντιπροέδρου και ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του ή σε περίπτωση εύλογου κωλύματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης επιλέγονται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις τους για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές, καθώς και την πείρα τους σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης έχουν ευρεία πείρα διοίκησης. Η επιλογή τους πραγματοποιείται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνέχεια της οποίας η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα.

Η Επιτροπή υποβάλλει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του εντεταλμένου μέλους.

3. Εάν ένα μέλος πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 ή έχει κριθεί ένοχο σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του.

4. Η θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του μέλους πλήρους απασχόλησης, το συμβούλιο εποπτών αξιολογεί:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο προς ανανέωση τον κατάλογο των μελών πλήρους απασχόλησης. Βάσει του καταλόγου αυτού και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης.»·

(34)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45a

Λήψη αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός των θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4. Οι συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το εκτελεστικό συμβούλιο κρίνει απαραίτητο. Συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

5. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δύνανται, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του εκτελεστικού συμβουλίου όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.»·

(35)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45β:

«Άρθρο 45β

Εσωτερικές επιτροπές

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται.»·

(36)το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Ανεξαρτησία

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.»·

(37)το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47

Καθήκοντα

1. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

Για τους σκοπούς των άρθρων 17, 19, 22, 29α, 30, 31α, 32 και 35β έως 35η, το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να ενεργεί και να λαμβάνει αποφάσεις. Το εκτελεστικό συμβούλιο τηρεί ενήμερο το συμβούλιο εποπτών για τις αποφάσεις που λαμβάνονται.

3α. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει, γνωμοδοτεί και υποβάλλει πρόταση για κάθε ζήτημα το οποίο πρόκειται να αποφασιστεί από το συμβούλιο εποπτών.

4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (‟κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης”).

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6. Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση το σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7.

7. Το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5.

8. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Το εντεταλμένο μέλος αναλαμβάνει τα ακόλουθα ειδικά καθήκοντα:

α) εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου,

β) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

γ) καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

δ) καταρτίζει κάθε έτος, έως τις 30 Ιουνίου, πρόγραμμα εργασίας για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

ε) καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 63 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64,

στ) συντάσσει ετήσιο σχέδιο έκθεσης που περιλαμβάνει μια ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μια ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης,

ζ) όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται θέματα προσωπικού.»·

(38)το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών του συμβουλίου εποπτών και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο πρόεδρος επιλέγεται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του προέδρου. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού του προέδρου.

Εάν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του.»·

γ)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ.»·

δ)η παράγραφος 5 απαλείφεται·

(39)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 49α:

«Άρθρο 49a

Δαπάνες

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»·

(40)τα άρθρα 51, 52 και 53 απαλείφονται·

(41)στο άρθρο 54 παράγραφος 2,    προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:

« — τα θέματα προστασίας καταναλωτών και επενδυτών·»·

(42)στο άρθρο 55, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου, το εντεταλμένο μέλος σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 9 στοιχείο α, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής και ο εκπρόσωπος του ΕΣΣΚ.»·

(43)το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, έπειτα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί από τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός εάν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με το συμβούλιο εποπτών.»·

(44)στο άρθρο 59, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν εκτελούν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό συμβούλιό της ή το συμβούλιο εποπτών της.»·

(45)στο άρθρο 60, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που προβλέπεται στα άρθρα 17, 18, 19 και 35 και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.»·

(46)το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων, σε οποιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α) εξισορροπητική συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»), η οποία δεν υπερβαίνει το 40% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής,

β) ετήσιες συνεισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, με βάση τις ετήσιες εκτιμώμενες δαπάνες οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και από τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής,

γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης,

δ) τυχόν εθελοντική συνεισφορά κρατών μελών ή παρατηρητών,

ε) χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές.»·

β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρχές που είναι υπεύθυνες να εισπράττουν κάθε έτος από μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα τις ετήσιες συνεισφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). Έως τις 31 Μαρτίου κάθε οικονομικού έτους, κάθε κράτος μέλος καταβάλλει στην Αρχή το ποσό που απαιτείται να εισπράξει σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 62α.

6. Εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών και παρατηρητών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) δεν γίνονται δεκτές εάν η εν λόγω αποδοχή θα μπορούσε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής.»·

(47)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 62α:

«Άρθρο 62a

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τον υπολογισμό των ετήσιων συνεισφορών χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 75α, να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στις οποίες προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των ετήσιων συνεισφορών μεμονωμένων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 62 στοιχείο ε), και στις οποίες καθορίζονται τα ακόλουθα:

α) μεθοδολογία για την κατανομή των εκτιμώμενων δαπανών σε κατηγορίες χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ως βάση για τον προσδιορισμό του μεριδίου των συνεισφορών που καταβάλλονται από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα της κάθε κατηγορίας,

β) κατάλληλα και αντικειμενικά κριτήρια για τον καθορισμό των ετήσιων συνεισφορών που καταβάλλονται από μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με βάση το μέγεθός τους, ώστε να αντικατοπτρίζουν περίπου τη σημασία τους στην αγορά.

Τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου μπορούν είτε να θεσπίζουν κατώτατα όρια «de minimis», κάτω από τα οποία δεν οφείλεται συνεισφορά, είτε ελάχιστα ποσά, κάτω από τα οποία δεν πρέπει να μειώνονται οι συνεισφορές.»·

(48)το άρθρο 63 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1. Κάθε έτος, το εντεταλμένο μέλος καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

1α. Το εκτελεστικό συμβούλιο, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το συμβούλιο εποπτών, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

1β. Το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 31 Ιανουαρίου.

2.    Βάσει του σχεδίου ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

3.    Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή.

4. Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.»·

(49)το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1. Το εντεταλμένο μέλος ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής.

2. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους.

3. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους τα απαιτούμενα λογιστικά στοιχεία που απαιτούνται για την ενοποίηση, με τον τρόπο και τη μορφή που έχει οριστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής.

4. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

5. Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Το εντεταλμένο μέλος διαβιβάζει τους εν λόγω λογαριασμούς στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6. Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, στον υπόλογο της Επιτροπής, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Ιουλίου, δέσμη εκθέσεων που έχει καταρτίσει, σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, το εντεταλμένο μέλος αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Το εντεταλμένο μέλος υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, απαλλαγή στην Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.»·

(50)το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013* της Επιτροπής για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες για τη λειτουργία της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

*Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).»·

(51)στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»·

(52)το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένων των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και του προέδρου της, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή τους.    

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.»·

(53)το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει σύμβασης, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον, η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα για νομικές διαδικασίες σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες των προηγούμενων παραγράφων.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.»·

(54)το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/ΧΧΧ (κανονισμός περί προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ) κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.»·

(55)στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»·

(56)στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.»·

(57)στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

(58)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 75α:

«Άρθρο 75a

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α ανατίθεται επ’ αόριστον.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.    Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 35γ ή του άρθρου 62α τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(59)το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76

Σχέση με την επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (ΕΕΕΑΑΕΣ)

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΕΑΑΕΣ. Κατά την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΕΑΑΕΣ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΕΑΑΕΣ συντάσσει κατάσταση κλεισίματος για τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση ελέγχεται και εγκρίνεται από την ΕΕΕΑΑΕΣ και από την Επιτροπή.»·

(60)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 77α:

«Άρθρο 77a

Μεταβατικές διατάξεις

Τα καθήκοντα και η θέση του εκτελεστικού διευθυντή που διορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1094/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκεί καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.

Τα καθήκοντα και η θέση του προέδρου που διορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1094/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκεί καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παραμένουν έως τη λήξη τους.

Τα καθήκοντα και η θέση των μελών του συμβουλίου διοίκησης που διορίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1094/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκούν καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.».

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1095/2010 τροποποιείται ως εξής:

(1)το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 97/9/ΕΚ, της οδηγίας 98/26/ΕΚ, της οδηγίας 2001/34/ΕΚ, της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, του κανονισμού 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου**, της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*** και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν στο κοινό μέσω της αγοράς μερίδια ή μετοχές τους και στις αρμόδιες αρχές που ασκούν την εποπτεία επ’ αυτών, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

* Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

** Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).

*** Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).»·

β)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη άλλων ενωσιακών πράξεων με τις οποίες ανατίθενται στην Αρχή τα καθήκοντα της αδειοδότησης ή της εποπτείας και αντίστοιχες εξουσίες.»·

(2)στο άρθρο 2 παράγραφος 5, παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:    

«Οι αναφορές σε εποπτεία στον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνουν τις δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών που πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

(3)στο άρθρο 4 σημείο 3), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii) όσον αφορά τις οδηγίες 2002/65/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/849, τις αρχές που είναι αρμόδιες να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση εταιρειών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που διαθέτουν στο κοινό μέσω της αγοράς μερίδια ή μετοχές τους προς τις απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών·»·

(4)το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 47,»·

β)το σημείο 4) απαλείφεται·

(5)το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση·»·

ii)τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ) παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, ανάλογα με την περίπτωση, των εξελίξεων όσον αφορά τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες·»·

iii)το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) ενισχύει την προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών·»·

iv)το στοιχείο ιβ) απαλείφεται·

β)παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 1α:

«1α. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, τα καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση παραγόντων που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση.»·

γ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το στοιχείο γα):

«γα) εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στα άρθρα 29α και 31α·»·

ii) το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 και στο άρθρο 35β»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων αναλύσεων κόστους/οφέλους που παράγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»·

(6)το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία αα) και αβ):

«αα) διενέργεια ενδελεχών θεματικών αξιολογήσεων της συμπεριφοράς των αγορών, διαμόρφωση κοινής αντίληψης όσον αφορά τις πρακτικές των αγορών με σκοπό τον εντοπισμό δυνητικών προβλημάτων και την ανάλυση των επιπτώσεών τους·

αβ) ανάπτυξη δεικτών κινδύνου για τους μικροεπενδυτές με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό αιτιών που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβη στους καταναλωτές και τους επενδυτές·»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή παρακολουθεί νέες και υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών και τη σύγκλιση των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή προβαίνει στη σύσταση, ως αναπόσπαστο μέρος της Αρχής, επιτροπής για τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στο πλαίσιο της οποίας συνέρχονται όλες οι σχετικές αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές και οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την υιοθέτηση συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή συμβουλών με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Η Αρχή μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στην επιτροπή εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.»·

(7)το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η Αρχή μπορεί επίσης να απευθύνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σε αρχές κρατών μελών που δεν ορίζονται ως αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού αλλά είναι εξουσιοδοτημένες να διασφαλίζουν την εφαρμογή των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, ζητεί επίσης γνώμες ή συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

γ)στην παράγραφο 4, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Στην έκθεση εξηγείται επίσης ο τρόπος με τον οποίο η Αρχή έχει αιτιολογήσει την έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεών της και συνοψίζονται οι παρατηρήσεις που ελήφθησαν από δημόσιες διαβουλεύσεις για τις εκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5. Εάν τα δύο τρίτα των μελών της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών εκτιμούν ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της με την έκδοση ορισμένων κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων, μπορούν να αποστείλουν αιτιολογημένη γνώμη στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή ζητεί εξήγηση που να αιτιολογεί την έκδοση των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων από την Αρχή. Η Επιτροπή, μόλις λάβει την εξήγηση της Αρχής, προβαίνει σε εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων λαμβανομένης υπόψη της αρμοδιότητας της Αρχής. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, και αφού δώσει στην Αρχή την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις της, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική απόφαση με την οποία απαιτείται από την Αρχή να ανακαλέσει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.»·

(8)στο άρθρο 17 παράγραφος 2 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα παροχής πληροφοριών απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές ή σχετικούς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, όποτε κρίνεται απαραίτητο για τη διερεύνηση εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Όταν απευθύνεται σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, το αιτιολογημένο αίτημα επεξηγεί τους λόγους που καθιστούν τις πληροφορίες αναγκαίες για τη διερεύνηση εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Ο αποδέκτης τέτοιου αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Στην περίπτωση που το αίτημα παροχής πληροφοριών απευθύνεται σε συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, η Αρχή ενημερώνει τις σχετικές αρμόδιες αρχές για το αίτημα. Οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, εφόσον αυτό ζητηθεί από την Αρχή.»·

(9)το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Σε περιπτώσεις οι οποίες προσδιορίζονται στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)    με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις όπου, βάσει των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, απαιτείται η λήψη κοινής απόφασης εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, διαφωνία τεκμαίρεται ελλείψει κοινής απόφασης από τις εν λόγω αρχές εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις·»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i) η προθεσμία έχει λήξει·

ii) μία ή περισσότερες από τις αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων·

β)    όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται όποιο από τα ακόλουθα προηγηθεί χρονικά:

i)    μία ή περισσότερες από τις οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών παραγόντων· ή

ii)    έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης και η αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.

1β. Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Ενόσω εκκρεμεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις όπου οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των μεμονωμένων αποφάσεών τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που υπεισέρχονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το δίκαιο της Ένωσης. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

δ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, παράλληλα, κατά περίπτωση, με την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

ε)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της Συνθήκης, εάν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής, και ως εκ τούτου δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτόν σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη σε συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, απαιτώντας να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.»·

(10)στο άρθρο 22 παράγραφος 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς αυτούς, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της εκχωρούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των άρθρων 35 και 35β.»·

(11)το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i) παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) εκδίδει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 29α·»·

ii) το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών όσον αφορά όλα τα σχετικά ζητήματα, μεταξύ άλλων την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο κατά περίπτωση, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία·»·

iii) το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»·

β)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα, μεταξύ άλλων λόγω της τεχνολογικής καινοτομίας, των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές. Το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές, καθώς και μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας.»·

(12)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 29α:

«Άρθρο 29a

Στρατηγικό σχέδιο εποπτείας

1. Κατά την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού [XXX insert reference to amending Regulation] και στη συνέχεια ανά τριετία έως την 31η Μαρτίου, η Αρχή εκδίδει σύσταση απευθυνόμενη στις αρμόδιες αρχές, στην οποία διατυπώνονται οι εποπτικοί στρατηγικοί στόχοι και προτεραιότητες («στρατηγικό σχέδιο εποπτείας») και, λαμβανομένων υπόψη τυχών εισηγήσεων από τις αρμόδιες αρχές,. Η Αρχή διαβιβάζει το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και το δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της.

Το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας προσδιορίζει συγκεκριμένες προτεραιότητες για εποπτικές δραστηριότητες με στόχο την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών και της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και την ανταπόκριση σε συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, ενδεχόμενους κινδύνους και τρωτά σημεία που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 32.

2. Έως τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή υποβάλλει στην Αρχή προς εξέταση σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας για το επόμενο έτος και ορίζει συγκεκριμένα με ποιο τρόπο το σχέδιο προγράμματος εναρμονίζεται με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας περιλαμβάνει συγκεκριμένους στόχους και προτεραιότητες για εποπτικές δραστηριότητες, καθώς επίσης ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την επιλογή συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών προς εξέταση από την αρμόδια αρχή που υποβάλλει το σχέδιο προγράμματος εργασίας κατά τη διάρκεια του έτους που καλύπτεται από το εν λόγω πρόγραμμα.

3. Η Αρχή εξετάζει το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασίας και σε όποιες περιπτώσεις υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο στρατηγικό σχέδιο εποπτείας, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς τη σχετική αρμόδια αρχή με στόχο την εναρμόνιση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της σχετικής αρμόδιας αρχής με το στρατηγικό σχέδιο εποπτείας.

Έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας τους λαμβάνοντας υπόψη τυχόν τέτοιου είδους συστάσεις.

4. Έως την 31η Μαρτίου κάθε έτους, κάθε αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην Αρχή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του ετήσιου προγράμματος εργασίας.

Η έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)    περιγραφή των εποπτικών δραστηριοτήτων και ελέγχων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, πρακτικών και συμπεριφορών της αγοράς και χρηματοοικονομικών αγορών, καθώς και των διοικητικών μέτρων και κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε χρηματοοικονομικά ιδρύματα ευθυνόμενα για παραβιάσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου,

β)    περιγραφή δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν και οι οποίες δεν προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας·

γ)    καταγραφή των δραστηριοτήτων που προβλέπονταν στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και δεν πραγματοποιήθηκαν, των στόχων του εν λόγω προγράμματος που δεν επιτεύχθηκαν, καθώς και των λόγων για τους οποίους δεν διενεργήθηκαν οι εν λόγω δραστηριότητες και δεν επιτεύχθηκαν οι εν λόγω στόχοι.

5. Η Αρχή αξιολογεί τις εκθέσεις εφαρμογής που υποβάλλουν οι αρμόδιες αρχές. Σε περίπτωση που υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να μην υλοποιηθούν οι προτεραιότητες που ορίζονται στο στρατηγικό εποπτικό σχέδιο, η Αρχή εκδίδει σύσταση προς κάθε οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τους τρόπους κάλυψης των ελλείψεων στις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής.

Με βάση τις εκθέσεις και την εκτίμηση κινδύνων που η ίδια διενεργεί, η Αρχή προσδιορίζει τις δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής οι οποίες είναι κρίσιμες για την τήρηση του στρατηγικού σχεδίου εποπτείας, και κατά περίπτωση διενεργεί αξιολογήσεις των εν λόγω δραστηριοτήτων βάσει του άρθρου 30.

6. Η Αρχή δημοσιοποιεί βέλτιστες πρακτικές οι οποίες εντοπίζονται κατά την εξέταση των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας.»·

(13)το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών, για την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά την πραγματοποίηση αξιολογήσεων, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε πληροφορίας από συμφεροντούχους.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή προβαίνει στη σύσταση επιτροπής αξιολόγησης, η οποία απαρτίζεται αποκλειστικά από προσωπικό της Αρχής. Η Αρχή μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένα καθήκοντα ή αποφάσεις σχετικά με τις αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών στην επιτροπή αξιολόγησης.»·

δ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά: »·

ii) το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) επάρκεια των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και την ικανότητα αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς,»·

ε)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Αρχή συντάσσει έκθεση στην οποία παραθέτει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα μέτρα παρακολούθησης που προβλέπονται ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Τα εν λόγω μέτρα παρακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να συμμορφωθούν με οποιεσδήποτε κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές δεν προβούν σε ενέργειες για τη λήψη των μέτρων παρακολούθησης που αναφέρονται στην έκθεση, η Αρχή εκδίδει έκθεση παρακολούθησης.

Κατά την εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα των αξιολογήσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, παράλληλα με οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει η Αρχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.»·

στ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Η Αρχή υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή εάν, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης ή οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες οι οποίες έχουν περιέλθει σε γνώση της Αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, κρίνει ότι απαιτείται περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές ή για τις αρμόδιες αρχές.»·

ζ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η Αρχή δημοσιεύει την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων παρακολούθησης, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση καλείται να υποβάλει παρατηρήσεις πριν από τη δημοσίευση οποιασδήποτε έκθεσης. Οι εν λόγω παρατηρήσεις δημοσιοποιούνται, εκτός εάν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.»·

(14)στο άρθρο 31 προστίθεται νέο εδάφιο:

Όσον αφορά τη δραστηριότητα αρμόδιων αρχών με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική ή άλλη καινοτομία, η Αρχή προάγει την εποπτική σύγκλιση, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.»·

(15)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31a

Συντονισμός για τη μεταβίβαση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων και τις μεταφορές κινδύνων

«1. Η Αρχή συντονίζει σε συνεχή βάση τις δράσεις εποπτείας που διεξάγονται από τις αρμόδιες αρχές, με σκοπό να προωθήσει την εποπτική σύγκλιση στους τομείς της μεταβίβασης και της εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, καθώς και σε σχέση με τις μεταφορές κινδύνων που διενεργούν, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4.

2. Οι αρμόδιες αρχές αποστέλλουν κοινοποίηση στην Αρχή οσάκις σκοπεύουν να προβούν σε αδειοδότηση ή καταχώριση που αφορά συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της οικείας αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και σε περίπτωση που το επιχειρηματικό σχέδιο του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές προβλέπει την εξωτερική ανάθεση ή τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του ή οποιουδήποτε εκ των βασικών καθηκόντων του ή τη μεταβίβαση των κινδύνων σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων του σε τρίτες χώρες, με σκοπό να επωφεληθεί από το διαβατήριο της ΕΕ ενώ ουσιαστικά διεξάγει σημαντικές δραστηριότητες ή εκτελεί σημαντικά καθήκοντα εκτός της Ένωσης. Η γνωστοποίηση προς την Αρχή είναι αρκετά λεπτομερής ώστε να καθιστά δυνατή την ορθή εκτίμηση εκ μέρους της Αρχής.

Εάν η Αρχή κρίνει ότι είναι απαραίτητο να εκδώσει γνωμοδότηση προς αρμόδια αρχή σχετικά με αδειοδότηση ή καταχώριση κοινοποιούμενη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο η οποία δεν συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο ή με κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις τις οποίες έχει εκδώσει η Αρχή, η Αρχή ενημερώνει σχετικά την εν λόγω αρμόδια αρχή εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης από την εν λόγω αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση αυτή, η οικεία αρμόδια αρχή αναμένει τη γνωμοδότηση της Αρχής πριν προβεί στην καταχώριση ή αδειοδότηση.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή τέτοιου αιτήματος, παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις της να χορηγήσει άδεια ή να καταχωρίσει συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Η Αρχή εκδίδει γνώμη, με την επιφύλαξη τυχόν προθεσμιών οι οποίες ορίζονται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, το αργότερο εντός 2 μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

3. Οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή την εξωτερική ανάθεση ή τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων τους ή οποιωνδήποτε εκ των βασικών καθηκόντων τους, καθώς επίσης τη μεταβίβαση των κινδύνων σημαντικού μέρους των δραστηριοτήτων τους σε άλλη οντότητα ή σε δικό τους υποκατάστημα που βρίσκεται εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα. Η οικεία αρμόδια αρχή ενημερώνει την Αρχή σχετικά με τέτοιου είδους κοινοποιήσεις σε εξαμηνιαία βάση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής, η αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις εξωτερικής ανάθεσης, κατ’ εξουσιοδότηση άσκησης καθηκόντων ή μεταβίβασης κινδύνων στις οποίες προβαίνουν συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.

Η Αρχή παρακολουθεί κατά πόσον οι οικείες αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ότι οι ρυθμίσεις για εξωτερική ανάθεση, κατ’ εξουσιοδότηση άσκηση καθηκόντων ή μεταβίβαση κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο συνάπτονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις ή γνώμες της Αρχής και δεν αποτρέπουν την αποτελεσματική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές και την επιβολή του νόμου σε τρίτη χώρα.

4. Η Αρχή μπορεί να εκδώσει συστάσεις προς την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων συστάσεων για την επανεξέταση απόφασης ή την ανάκληση αδειοδότησης. Εφόσον η οικεία αρμόδια αρχή δεν ακολουθήσει τις συστάσεις της Αρχής εντός 15 εργάσιμων ημερών, η αρμόδια αρχή εκθέτει τους λόγους και η Αρχή δημοσιοποιεί τη σύστασή της μαζί με την εν λόγω αιτιολόγηση.»·

(16)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31β:

«Άρθρο 31β

Λειτουργία συντονισμού σε σχέση με εντολές, συναλλαγές και δραστηριότητες με σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις

1. Εάν η Αρχή έχει βάσιμες υπόνοιες ότι εντολές, συναλλαγές ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα με σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης, συστήνει στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών να κινήσουν διαδικασία έρευνας και παρέχει στις εν λόγω αρχές σχετικές πληροφορίες.

2. Εάν αρμόδια αρχή έχει βάσιμες υπόνοιες ότι εντολές, συναλλαγές ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα με σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις απειλεί την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης, ενημερώνει αμέσως την Αρχή και παρέχει τις σχετικές πληροφορίες. Η Αρχή μπορεί να συστήσει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η ύποπτη δραστηριότητα έχει λάβει χώρα, να λάβουν μέτρα μετά τη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών στις εν λόγω αρχές.

3. Για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Αρχής και των αρμόδιων αρχών, η Αρχή εγκαθιστά και διατηρεί μονάδα αποθήκευσης δεδομένων σχεδιασμένη για τον σκοπό αυτόν.»·

(17)στο άρθρο 32 παρεμβάλλεται η ακόλουθη νέα παράγραφος 2α:

«2α. Τουλάχιστον μία φορά ετησίως, η Αρχή εξετάζει τη σκοπιμότητα διενέργειας των εκτιμήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε επίπεδο Ένωσης, και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τους λόγους της απόφασής της. Όταν διενεργούνται τέτοιες εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης και η Αρχή κρίνει ότι είναι σκόπιμο, δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα για καθένα από τα συμμετέχοντα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύσουν το αποτέλεσμα των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή να διαβιβάσουν το αποτέλεσμα τέτοιων εκτιμήσεων στην Αρχή με σκοπό τη δημοσίευση από την Αρχή των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»·

(18)το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών ή εφόσον απαιτείται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β και 2γ:

«2α. Η Αρχή παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, με σκοπό να επαληθευτεί αν πληρούνται τα κριτήρια βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές. Λαμβάνει υπόψη τη σημαντικότητα των οικείων τρίτων χωρών για την αγορά. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της στην Επιτροπή σε ετήσια βάση.

Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που ορίζονται στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεύτερη περίοδος, η Αρχή συνεργάζεται όποτε είναι δυνατόν με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, επίσης με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών, των οποίων τα ρυθμιστικά καθεστώτα και τα καθεστώτα εποπτείας έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή επιδιώκει να περιληφθούν διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)    τους μηχανισμούς που θα παρείχαν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, καθώς και την εποπτική προσέγγιση, τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)    στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να δοθεί συνέχεια σε τέτοιου είδους αποφάσεις, τις διαδικασίες σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων, όπου απαιτείται.

Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή εάν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνηθεί να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνηθεί να συνεργαστεί αποτελεσματικά. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες κατά την επανεξέταση των σχετικών αποφάσεων ισοδυναμίας.

2β. Όταν η Αρχή εντοπίσει εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης, εποπτείας ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς καθυστέρηση.

Η Αρχή υποβάλλει σε ετήσια βάση στην Επιτροπή εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τις εξελίξεις όσον αφορά τη ρύθμιση, την εποπτεία, την επιβολή του νόμου και την αγορά στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις των εν λόγω εξελίξεων στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2γ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την Αρχή εκ των προτέρων σχετικά με την πρόθεσή τους να συνάψουν οποιεσδήποτε διοικητικές ρυθμίσεις με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών σε οποιονδήποτε από τους τομείς που διέπονται από τις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, μεταξύ άλλων σε σχέση με υποκαταστήματα οντοτήτων τρίτων χωρών. Ταυτόχρονα θέτουν στη διάθεση της Αρχής σχέδιο των εν λόγω προγραμματιζόμενων ρυθμίσεων.

Η Αρχή μπορεί να καταρτίσει πρότυπες διοικητικές ρυθμίσεις, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ακολουθήσουν τέτοιου είδους πρότυπες ρυθμίσεις.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 2α.»·

(19)στο άρθρο 34 παράγραφος 2, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«Τα άρθρα 35 και 35β εφαρμόζονται στους τομείς για τους οποίους η Αρχή μπορεί να εκδίδει γνώμη.»·

(20)το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Έπειτα από αίτημα της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς, πλήρεις και υποβάλλονται εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει η Αρχή.

2. Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει να της παρέχονται πληροφορίες ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένο μορφότυπο ή μέσω συγκρίσιμων υποδειγμάτων που έχει εγκρίνει η Αρχή. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται, όπου είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας ενιαίους μορφοτύπους υποβολής στοιχείων.

3. Μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκ μέρους αρμόδιας αρχής, η Αρχή μπορεί να παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία είναι απαραίτητη για να δώσει στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εκτελέσει τα καθήκοντά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στην τομεακή νομοθεσία και στο άρθρο 70.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες από τις αρμόδιες αρχές εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα σε οποιονδήποτε από τους εξής:

α) σε άλλες εποπτικές αρχές με εποπτικά καθήκοντα·

β) στο αρμόδιο για τα οικονομικά υπουργείο του οικείου κράτους μέλους, εάν έχει στη διάθεσή του πληροφορίες προληπτικής εποπτείας·

γ) στην εθνική κεντρική τράπεζα ή στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους·

δ) στη στατιστική υπηρεσία του οικείου κράτους μέλους.

Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές βοηθούν την Αρχή στη συγκέντρωση των πληροφοριών.»·

γ)οι παράγραφοι 6 και 7 απαλείφονται·

(21)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α έως 35η:

«Άρθρο 35a

Άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 35β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή, σε οποιονδήποτε υπάλληλό της ή άλλο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 35β δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Άρθρο 35β

Αίτηση παροχής πληροφοριών απευθυνόμενη σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές

1. Εάν οι πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 35 δεν είναι διαθέσιμες ή δεν καταστούν διαθέσιμες εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από την Αρχή, η Αρχή μπορεί με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τους σχετικούς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές να παράσχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε η Αρχή να έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της εν λόγω αίτησης·

β)    δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)    καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ)    αναφέρει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 35γ όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών με απόφαση, η Αρχή:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της εν λόγω αίτησης·

β)    δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)    καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35δ στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ)    επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 35γ στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες·

ζ)    επισημαίνει το δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, και επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61.

4. Οι σχετικοί συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η Αρχή αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει ή είναι εγκατεστημένος ο σχετικός συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές και τον οποίο αφορά η αίτηση πληροφοριών.

6. Η Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 35γ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1, η Αρχή διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της Αρχής προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην άμεση ή έμμεση εποπτεία των οικείων συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και ασκεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να ζητεί πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 35β.

4. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η Αρχή κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνάς του και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία τα υπό έρευνα πρόσωπα είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Κατά τη διεξαγωγή ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των υπό έρευνα προσώπων.

7. Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 35στ, η Αρχή αποφαίνεται αν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35δ παράγραφος 1 και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει μέτρο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών.

10. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 75α προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση της εξουσίας επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων κανόνων σχετικά με τα ακόλουθα:

α) δικαιώματα υπεράσπισης,

β) διατάξεις περί χρονικών ορίων,

γ) διατάξεις για τον προσδιορισμό του τρόπου είσπραξης των προστίμων ή των περιοδικών χρηματικών ποινών,

δ) διατάξεις σχετικά με τον προσδιορισμό των προθεσμιών παραγραφής για την επιβολή και εκτέλεση της πληρωμής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

11. Εάν η Αρχή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα, παραπέμπει την υπόθεση στις σχετικές εθνικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η Αρχή δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσία τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35δ

Πρόστιμα

1. Η Αρχή εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου εφόσον διαπιστώσει ότι συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές δεν προέβη, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, στην παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε απόφαση αίτησης πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3 ή παρείχε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών ή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 2.

2. Το βασικό ποσό του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε τουλάχιστον 50 000 EUR και δεν υπερβαίνει τις 200 000 EUR.

3. Κατά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του οικείου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές για το προηγούμενο οικονομικό έτος και καθορίζει το εν λόγω ποσό:

α) στο κατώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. EUR,

β) στο μέσον της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ 10 εκατ. EUR και 50 εκατ. EUR,

γ) στο ανώτερο όριο της κλίμακας για οντότητες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 50 εκατ. EUR.

Τα βασικά ποσά που ορίζονται εντός των ορίων της παραγράφου 2 προσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές που ορίζονται στην παράγραφο 5.

Οι σχετικοί επιβαρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή κάθε επιμέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Οι σχετικοί ελαφρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή κάθε επιμέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4. Οι ακόλουθοι συντελεστές προσαρμογής εφαρμόζονται σωρευτικά στο βασικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με βάση τα ακόλουθα:

α)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1 για κάθε φορά που επανελήφθη η παράβαση·

ii) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

iii) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

iv) εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

v) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές δεν έχουν συνεργαστεί με την Αρχή, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

β)    οι συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες έχουν ως εξής:

i) εάν η παράβαση διήρκεσε διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

ii) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποτραπεί η μη συμμόρφωση με αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 35 στοιχείο 6α, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

iii) εάν ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές έχει θέσει την παράβαση υπόψη της Αρχής με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

iv) εάν ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές έλαβε εθελοντικά μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρόμοια παράβαση δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής 0,6.

5. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3, το συνολικό πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 20% του ετήσιου κύκλου εργασιών του οικείου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές έχει, άμεσα ή έμμεσα, επωφεληθεί οικονομικά από την παράβαση. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό πρόστιμο είναι τουλάχιστον ίσο προς το εν λόγω οικονομικό όφελος.

Άρθρο 35ε

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1. Η Αρχή εκδίδει αποφάσεις για την επιβολή περιοδικής χρηματικής ποινής προκειμένου να υποχρεώσει συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που αναφέρονται στο άρθρο 35β παράγραφος 1 να παράσχουν τις πληροφορίες που έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35β παράγραφος 3.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται σε καθημερινή βάση έως ότου ο οικείος συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές συμμορφωθεί με τη σχετική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, το ποσό της περιοδικής χρηματικής ποινής ανέρχεται στο 3 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών του οικείου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Υπολογίζεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4. Η περιοδική χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Αρχής.

Άρθρο 35στ

Δικαίωμα ακρόασης

1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου και περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 35δ και 35ε, η Αρχή παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης στον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές από τον οποίο έχουν ζητηθεί πληροφορίες.

Η Αρχή στηρίζει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στους οικείους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές έχει δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν επεκτείνεται σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή σε εσωτερικής χρήσης προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής.

Άρθρο 35ζ

Δημοσιοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε είναι διοικητικής φύσεως και είναι εκτελεστά.

2. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου και της περιοδικής χρηματικής ποινής διέπεται από τους κανόνες δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου λαμβάνει χώρα η αναγκαστική εκτέλεση. Ο εκτελεστός τίτλος προσαρτάται στην απόφαση επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής χωρίς να απαιτείται καμία άλλη τυπική διαδικασία πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης από αρχή την οποία ορίζει κάθε κράτος μέλος για τον σκοπό αυτόν και την οποία γνωστοποιεί στην Αρχή και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Εφόσον οι τυπικές διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχουν ολοκληρωθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση κατά το εθνικό δίκαιο, προσφεύγοντας απευθείας στο αρμόδιο όργανο.

4. Η αναγκαστική εκτέλεση του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων σχετικά με αντιρρήσεις που αφορούν την κανονικότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης του προστίμου ή της περιοδικής χρηματικής ποινής.

5. Η Αρχή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35δ και 35ε, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

6. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 35η

Επανεξέταση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η Αρχή έχει επιβάλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβλήθηκε από την Αρχή.»·

(22)στο άρθρο 36 παράγραφος 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενης προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει έγκαιρη επακολούθηση.»·

(23)το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.»·

β)στην παράγραφο 5 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Όταν τα μέλη της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινή γνώμη ή συμβουλές, τα μέλη που εκπροσωπούν μία ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή γνώμη ή χωριστές συμβουλές.

Η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να εκδίδουν κοινές γνώμες και συμβουλές για θέματα που άπτονται των εργασιών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών δυνάμει του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις κοινές θέσεις και τις κοινές πράξεις.»·

(24)το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Διαδικασία λήψης αποφάσεων

«1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 κατά την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με εξαίρεση τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 35β, 35δ και 35ε.

2. Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3. Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4. Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5. Εάν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή το άρθρο 18 παράγραφος 4, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6. Η έκδοση των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18 ή 19 δημοσιοποιείται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.»·

(25)το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα) τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, χωρίς δικαίωμα ψήφου·»·

β)στην παράγραφο 6 απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7. Εάν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποφασίσει να καλέσει εκπρόσωπο της αρχής προστασίας καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν σε ένα κράτος μέλος, πλείονες αρχές είναι συναρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.»·

(26)το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Εσωτερικές επιτροπές

(27)«Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές ή ομάδες, στο εκτελεστικό συμβούλιο ή στον πρόεδρο.»·

(28)στο άρθρο 42, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου, καθώς και τα ειδικά και μόνιμα μέλη της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.»·

(29)το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής.

Εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ, με εξαίρεση όσον αφορά τα καθήκοντα και τις εξουσίες που αποτελούν αρμοδιότητα της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με το άρθρο 44β και του εκτελεστικού συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 47. Αποφασίζει μετά από πρόταση του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

γ)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

δ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, βάσει του σχεδίου έκθεσης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

ε)η παράγραφος 8 απαλείφεται·

(30)το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου και ο πρόεδρος δεν ψηφίζουν για τις εν λόγω αποφάσεις.»·    

γ)στην παράγραφο 1, το τρίτο και τέταρτο εδάφιο απαλείφονται·

δ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν συμμετέχουν σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τον πρόεδρο, τα μέλη που είναι επίσης μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου και τον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ορίζεται από το εποπτικό της συμβούλιο.»·

(31)στο κεφάλαιο III, ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτελεστικό συμβούλιο»·

(32)το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45

Σύνθεση

«1. Το εκτελεστικό συμβούλιο συγκροτείται από τον πρόεδρο και πέντε μέλη πλήρους απασχόλησης. Ο πρόεδρος αναθέτει σε κάθε μέλος πλήρους απασχόλησης σαφώς καθορισμένα καθήκοντα άσκησης πολιτικής και διοίκησης. Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης ορίζεται αρμόδιο για θέματα προϋπολογισμού και για θέματα που αφορούν το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής (‟εντεταλμένο μέλος”). Ένα από τα μέλη πλήρους απασχόλησης εκτελεί χρέη αντιπροέδρου και ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου κατά την απουσία του ή σε περίπτωση εύλογου κωλύματος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο επικεφαλής της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους συμμετέχει ως παρατηρητής σε όλες τις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου.

2. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης επιλέγονται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις τους για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και για τις αγορές, καθώς και με βάση την πείρα τους σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση. Τα μέλη πλήρους απασχόλησης έχουν ευρεία πείρα διοίκησης. Η επιλογή τους πραγματοποιείται βάσει ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνέχεια της οποίας η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα.

Η Επιτροπή υποβάλλει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του εντεταλμένου μέλους. Η σύνθεση του εκτελεστικού συμβουλίου είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της.

3. Εάν ένα μέλος πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 ή έχει κριθεί ένοχο σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του.

4. Η θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη. Κατά το εννεάμηνο που προηγείται της λήξης της πενταετούς θητείας του μέλους πλήρους απασχόλησης, το συμβούλιο εποπτών αξιολογεί:

α) τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη θητεία και τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκαν·

β) τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις της Αρχής για τα επόμενα έτη.

Λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο προς ανανέωση τον κατάλογο των μελών πλήρους απασχόλησης. Με βάση τον εν λόγω κατάλογο και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία των μελών πλήρους απασχόλησης.»·

(33)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45a

Λήψη αποφάσεων

1. Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου, εκτός των θεμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

4. Οι συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο.

Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το εκτελεστικό συμβούλιο κρίνει απαραίτητο. Συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

5. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δύνανται, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του εκτελεστικού συμβουλίου όσον αφορά μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές.»·

(34)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 45β:

«Άρθρο 45β

Εσωτερικές επιτροπές

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται.»·

(35)το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Ανεξαρτησία

Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Ούτε τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.»·

(36)το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47

Καθήκοντα

«1. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξασφαλίζει ότι η Αρχή εκπληρώνει την αποστολή της και εκτελεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ιδίως την έκδοση εσωτερικών διοικητικών εντολών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας, το οποίο περιλαμβάνει ένα τμήμα σχετικά με θέματα κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

3. Το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64.

Για τους σκοπούς των άρθρων 17, 19, 22, 29α, 30, 31α, 32 και 35β έως 35η, το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να ενεργεί και να λαμβάνει αποφάσεις, με εξαίρεση όσον αφορά θέματα κεντρικών αντισυμβαλλομένων για τα οποία είναι αρμόδια η εκτελεστική σύνοδος για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Το εκτελεστικό συμβούλιο τηρεί ενήμερο το συμβούλιο εποπτών για τις αποφάσεις που λαμβάνει.

3α. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει, γνωμοδοτεί και υποβάλλει πρόταση για κάθε ζήτημα το οποίο πρόκειται να αποφασιστεί από το συμβούλιο εποπτών.

4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει και εκπονεί αποφάσεις προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών σχετικά με όλα τα θέματα για τα οποία έχουν ανατεθεί καθήκοντα αδειοδότησης ή εποπτείας και αντίστοιχες εξουσίες στην Αρχή δυνάμει των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (‟κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης”).

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72.

6. Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, περιλαμβανομένων των πεπραγμένων όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, με βάση το σχέδιο έκθεσης στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 53 παράγραφος 7.

7. Το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5.

8. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

9. Το εντεταλμένο μέλος αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α) εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών, και της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά τα καθήκοντα και τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 44β παράγραφος 1, και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου,

β) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

γ) καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα εργασίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2,

δ) καταρτίζει πρόγραμμα εργασίας έως την 30ή Ιουνίου κάθε έτους, για το επόμενο έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2,

ε) καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 63 και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 64,

στ) συντάσσει ετήσιο σχέδιο έκθεσης που περιλαμβάνει μια ενότητα για τις ρυθμιστικές και εποπτικές δραστηριότητες της Αρχής και μια ενότητα για θέματα χρηματοοικονομικής και διοικητικής φύσης,

ζ) όσον αφορά το προσωπικό της Αρχής, ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 68 και διαχειρίζεται θέματα προσωπικού.»·

Ωστόσο, όσον αφορά το τμήμα για τα θέματα κεντρικών αντισυμβαλλομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η εκτελεστική σύνοδος για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου.

Όσον αφορά το ετήσιο σχέδιο έκθεσης που αναφέρεται στο στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου, η εκτελεστική σύνοδος για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο για θέματα κεντρικών αντισυμβαλλομένων.»·

»·

(37)ο τίτλος του κεφαλαίου III ενότητα III αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πρόεδρος, επικεφαλής της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και διευθυντές της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους»·

(38)το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών του συμβουλίου εποπτών και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο πρόεδρος επιλέγεται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και τις αγορές, και με βάση την πείρα του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς έγκριση κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση του προέδρου. Μετά την έγκριση του εν λόγω καταλόγου, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση διορισμού του προέδρου.

Εάν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για την παύση του από τα καθήκοντά του.»·

γ)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ.»·

δ)η παράγραφος 5 απαλείφεται·

(39)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 49α:

«Άρθρο 49a

Δαπάνες

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»·

(40)τα άρθρα 51, 52 και 53 απαλείφονται·

(41)στο άρθρο 54 παράγραφος 2 προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:

« — τα θέματα προστασίας καταναλωτών και επενδυτών.»·

(42)Στο άρθρο 55, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής, καθώς και οποιωνδήποτε υποεπιτροπών που αναφέρονται στο άρθρο 57, προσκαλούνται ως παρατηρητές ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής και ο εκπρόσωπος του ΕΣΣΚ.»·

(43)το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, έπειτα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έπειτα από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί από τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός εάν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με το συμβούλιο εποπτών.»·

(44)στο άρθρο 59, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν εκτελούν οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό συμβούλιό της ή το συμβούλιο εποπτών της.»·

(45)στο άρθρο 60, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά απόφασης της Αρχής που προβλέπεται στα άρθρα 17, 18 19 και 35 και οποιασδήποτε άλλης απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τις ενωσιακές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.»·

(46)το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα έσοδα της Αρχής συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων, σε οποιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

α) εξισορροπητική συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»), η οποία δεν υπερβαίνει το 40% των εκτιμώμενων εσόδων της Αρχής,

β) ετήσιες συνεισφορές των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, με βάση τις ετήσιες εκτιμώμενες δαπάνες οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό και από τις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 για κάθε κατηγορία συμμετεχόντων που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής,

γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης,

δ) τυχόν εθελοντική συνεισφορά κρατών μελών ή παρατηρητών,

ε) χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και κάθε άλλη υπηρεσία που ζητείται από τις αρμόδιες αρχές,»·

β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρχές που είναι υπεύθυνες να εισπράττουν κάθε έτος από μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα τις ετήσιες συνεισφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). Έως τις 31 Μαρτίου κάθε οικονομικού έτους, κάθε κράτος μέλος καταβάλλει στην Αρχή το ποσό που απαιτείται να εισπράξει σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη στην οποία παραπέμπει το άρθρο 62α.

6. Εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών και παρατηρητών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) δεν γίνονται δεκτές εάν η εν λόγω αποδοχή θα έθετε εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής.»·

(47)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 62α:

«Άρθρο 62a

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σχετικά με τον υπολογισμό των ετήσιων συνεισφορών χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 75α, να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στις οποίες προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των ετήσιων συνεισφορών μεμονωμένων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 62 στοιχείο ε), και στις οποίες καθορίζονται τα ακόλουθα:

α) μεθοδολογία για την κατανομή των εκτιμώμενων δαπανών σε κατηγορίες χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ως βάση για τον προσδιορισμό του μεριδίου των συνεισφορών που καταβάλλονται από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα της κάθε κατηγορίας,

β) κατάλληλα και αντικειμενικά κριτήρια για τον καθορισμό των ετήσιων συνεισφορών που καταβάλλονται από μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με βάση το μέγεθός τους, ώστε να αντικατοπτρίζουν περίπου τη σημασία τους στην αγορά.

Τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου μπορούν είτε να θεσπίζουν κατώτατα όρια «de minimis», κάτω από τα οποία δεν οφείλεται συνεισφορά, είτε ελάχιστα ποσά, κάτω από τα οποία δεν πρέπει να μειώνονται οι συνεισφορές.»·

(48)το άρθρο 63 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1. Κάθε έτος, το εντεταλμένο μέλος καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

Οι δαπάνες και τα τέλη που συνδέονται με τα καθήκοντα και τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Kινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) που αναφέρονται στο άρθρο 44β παράγραφος 1 προσδιορίζονται χωριστά στην κατάσταση προβλέψεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Πριν από την έγκριση της εν λόγω κατάστασης προβλέψεων, το σχέδιο που καταρτίζεται από το αρμόδιο μέλος σχετικά με τις δαπάνες και τα τέλη εγκρίνεται από την εκτελεστική σύνοδο για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί της ΕΑΚΑΑ που καταρτίζονται και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 6 περιλαμβάνουν τα έσοδα και τις δαπάνες που συνδέονται με τα καθήκοντα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 44β παράγραφος 1.

1α. Το εκτελεστικό συμβούλιο, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το συμβούλιο εποπτών και από την εκτελεστική σύνοδο για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά τις δαπάνες και τα τέλη που συνδέονται με τα καθήκοντα και τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 44β παράγραφος 1, εκδίδει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

1β. Το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 31 Ιανουαρίου.

2.    Βάσει του σχεδίου ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

3.    Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα για την Αρχή. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή.

4. Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

5. Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.»·

(49)το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1. Το εντεταλμένο μέλος ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Αρχής.

2. Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει τους προσωρινούς λογαριασμούς της στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους.

3. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους τα απαιτούμενα λογιστικά στοιχεία που απαιτούνται για την ενοποίηση, με τον τρόπο και τη μορφή που έχει οριστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής.

4. Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους.

5. Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Το εντεταλμένο μέλος διαβιβάζει τους εν λόγω λογαριασμούς στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6. Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, στον υπόλογο της Επιτροπής, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Ιουλίου, δέσμη εκθέσεων που έχει καταρτίσει, σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, το εντεταλμένο μέλος αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου. Επίσης διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Το εντεταλμένο μέλος υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, απαλλαγή στην Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.»·

(50)το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013* της Επιτροπής για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες για τη λειτουργία της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

*Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).»·

(51)στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»·

(52)το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένων των μελών πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου, του προέδρου, του επικεφαλής της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και των διευθυντών που αναφέρονται στο άρθρο 44α παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή τους.

2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.»·

(53)το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει σύμβασης, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 της ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον, η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα για νομικές διαδικασίες σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο, η εκτελεστική σύνοδος για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε αντίστοιχες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου, της εκτελεστικής συνόδου για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.»·

(54)το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2018/ΧΧΧ (κανονισμός περί προστασίας δεδομένων για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ) κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.»·

(55)στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.»·

(56)στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.»·

(57)στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

(58)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 75α:

«Άρθρο 75a

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α ανατίθεται επ’ αόριστον.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 35γ και στο άρθρο 62α μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.    Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 35γ ή του άρθρου 62α τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(59)το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76

Σχέση με την ΕΕΡΑΑΚΑ

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της ΕΕΡΑΑΚΑ. Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΡΑΑΚΑ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΡΑΑΚΑ συντάσσει κατάσταση στην οποία εμφαίνεται η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση ελέγχεται και εγκρίνεται από την ΕΕΡΑΑΚΑ και από την Επιτροπή.

(60)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 77α:

«Άρθρο 77a

Μεταβατικές διατάξεις

Τα καθήκοντα και η θέση του εκτελεστικού διευθυντή που διορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1095/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκεί καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.

Τα καθήκοντα και η θέση του προέδρου που διορίστηκε σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1095/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκεί καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παραμένουν έως τη λήξη τους.

Τα καθήκοντα και η θέση των μελών του συμβουλίου διοίκησης που διορίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1095/2010 όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2014/51/ΕΕ και ασκούν καθήκοντα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] παύουν κατά την ημερομηνία αυτή.».

Άρθρο 4

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 τροποποιείται ως εξής:

(1)το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 διαγράφεται το στοιχείο γ)·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Τα άρθρα 3 έως 6, το άρθρο 12, το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και θ), τα άρθρα 14α έως 19, 19α έως 19γ, 20, 20α έως 20γ, 21α έως 21δ, 21, και 25 του παρόντος κανονισμού ισχύουν για τους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι οποίοι διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και προτίθενται να χρησιμοποιούν τον προσδιορισμό «EuVECA» σε σχέση με την εμπορική προώθηση των εν λόγω εταιρειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.»·

(2)Στο άρθρο 3, η πρώτη παράγραφος τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο ιγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

ιγ)    «αρμόδια αρχή»: η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και η) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·»·

β)το στοιχείο ιδ) διαγράφεται·

(3)Στο άρθρο 7 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί κατά πόσον οι διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει των στοιχείων α) έως ζ) της παραγράφου 1, διασφαλίζοντας τη συνέπεια με το άρθρο 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [[Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος]].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(4)Στο άρθρο 8, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 25, που καθορίζουν τις απαιτήσεις για την ανάθεση καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, διασφαλίζοντας τη συνέπεια με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την ανάθεση των καθηκόντων που καθορίζονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.»·

(5)το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)στη δεύτερη και στην τελευταία φράση της παραγράφου 3, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)στην παράγραφο 5, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τους κατάλληλους ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την ορθή διαχείριση των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(6)Στο άρθρο 11, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4:

«3.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τους κανόνες και τις διαδικασίες για την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διασφαλίζοντας τη συνέπεια με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που καθορίζονται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(7)το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, στην πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η ΕΑΚΑΑ καθιστά διαθέσιμες, κατόπιν αιτήσεως, τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου στις αρμόδιες αρχές εγκαίρως.»·

(8)το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)στην εισαγωγική πρόταση, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

ii)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο -α):

«-α)    το κράτος μέλος στο οποίο ο διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις έχει την καταστατική του έδρα»,

iii)    το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    την ταυτότητα και την κατοικία των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις των οποίων τα μερίδια ή οι μετοχές προωθούνται εμπορικά και τις επενδυτικές τους στρατηγικές»,

β)στην εισαγωγική πρόταση της παραγράφου 2, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η ΕΑΚΑΑ πληροφορεί όλους όσοι αναφέρονται κατωτέρω κατά πόσον ο διαχειριστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει καταχωριστεί ως διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, το αργότερο εντός δύο μηνών από την υποβολή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο:

α)    τον διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο στοιχείο -α) της παραγράφου 1·

γ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1.»·

δ)η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

ii)το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ διαφωνεί με τις αλλαγές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει τον διαχειριστή της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των εν λόγω αλλαγών και αναφέρει τους λόγους των αντιρρήσεών της. Οι αλλαγές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να εφαρμόζονται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΑΚΑΑ δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω αλλαγές εντός της εν λόγω περιόδου.»·

ε)οι παράγραφοι 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα κριτήρια για την αξιολόγηση των απαιτούμενων εχεγγύων εντιμότητας και της επαρκούς πείρας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(9)το άρθρο 14α τροποποιείται ως εξής:

α)στην εισαγωγική πρόταση της παραγράφου 2, οι λέξεις «αρμόδια αρχή της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της αίτησης καταχώρισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ οφείλει να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του διαχειριστή που υποβάλλει την αίτηση εάν η εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξουσιοδότησης του εν λόγω διαχειριστή να διαχειρίζεται οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο α) του άρθρο 14 παράγραφος 2.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητεί διευκρινίσεις και πληροφορίες σχετικά με την τεκμηρίωση και τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Η αρμόδια αρχή του διαχειριστή διαβιβάζει απάντηση εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης που υπέβαλε η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο.»·

γ)στην παράγραφο 5, οι λέξεις «αρμόδια αρχή της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

δ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.    Η ΕΑΚΑΑ πληροφορεί όλους όσοι αναφέρονται κατωτέρω κατά πόσον μια εταιρεία έχει καταχωριστεί ως εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι διαχειριστές των εν λόγω εταιρειών έχουν παράσχει όλα τα έγγραφα τεκμηρίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2:

α)    τον διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)    τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο -α)·

γ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

δ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφος 2 στοιχείο δ).»·

ε)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

στ)οι παράγραφοι 9 και 10 διαγράφονται·

(10)το άρθρο 14β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 14β

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί κάθε απόφαση με την οποία αρνείται την καταχώριση ενός διαχειριστή που αναφέρεται στο άρθρο 14 ή μιας εταιρείας που αναφέρεται στο άρθρο 14α στους διαχειριστές που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα.»·

(11)Παρεμβάλλεται το ακόλουθα άρθρο 14γ:

«Άρθρο 14γ

1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 20, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την εγγραφή σε μητρώο μιας εταιρείας EuVECA όταν ο διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας EuVECA πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)    ο διαχειριστής έχει ρητώς παραιτηθεί ή δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έξι μηνών μετά τη χορήγηση της άδειας·

β)    ο διαχειριστής απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ)    η εταιρεία EuVECA δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδειά της·

2.    Η ανάκληση της άδειας έχει άμεση ισχύ σε ολόκληρη την Ένωση.»·

(12)στο άρθρο 15, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

(13)το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 14 σημείο 4) και στο άρθρο 14α σημείο 6) κάθε εγγραφή ή διαγραφή από το μητρώο ενός διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, κάθε προσθήκη ή διαγραφή από το μητρώο μιας εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις και κάθε προσθήκη ή διαγραφή από τον κατάλογο των κρατών μελών στα οποία ο διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις προτίθεται να προωθήσει εμπορικά τις εν λόγω εταιρείες.»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ώστε να καθοριστεί η μορφή της κοινοποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

γ)οι παράγραφοι 4 και 5 διαγράφονται:

(14)το άρθρο 16α απαλείφεται·

(15)το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 18

1.    Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε συνεχή βάση.

2.    Για τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, η ΕΑΚΑΑ εποπτεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

3.    Για τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, η ΕΑΚΑΑ εποπτεύει τη συμμόρφωση με τους κανόνες που ορίζονται στις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 καθώς και τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ σε σχέση με την εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις.

Η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την επίβλεψη της συμμόρφωσης της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον κανονισμό της εταιρείας και στα καταστατικά της έγγραφα.

4.    Για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, και με σκοπό τη διασφάλιση υψηλών προτύπων εποπτείας, η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει όλη την οικεία ενωσιακή νομοθεσία και, στην περίπτωση που η εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία περί μεταφοράς των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη.

5.    Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι ή προωθούνται εμπορικά στην επικράτειά τους, για να επιβεβαιώνουν ότι αυτοί δεν χρησιμοποιούν την ονομασία «EuVECA» ούτε υπονοούν ότι είναι EuVECA παρά μόνον εφόσον έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Όταν αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οργανισμός συλλογικών επενδύσεων χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό «EuVECA», ή υπονοεί ότι είναι EuVECA χωρίς να έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ.»·

(16)το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 19

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 19α έως 19γ δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.»·

(17)Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 19α, 19β και 19γ:

«Άρθρο 19 a

1. Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α) διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις·

β) άτομα που εμπλέκονται στη διαχείριση των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις·

γ) τρίτους στους οποίους ο διαχειριστής μιας εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις έχει αναθέσει καθήκοντα·

δ) πρόσωπα που έχουν άλλη στενή και ουσιαστική σχέση ή σύνδεση με τη διαχείριση εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις.

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

ε) αναφέρει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 20α όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της παραγράφου 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 20β στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ) επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 20α, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

ζ) αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση πληροφοριών.

Άρθρο 19β

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19α παράγραφος 1. Για αυτόν τον σκοπό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α) να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β) να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ) να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 19α παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ) να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε) να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 29β σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 19α παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 20, σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 19α παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 19α παράγραφος 1 οφείλουν να υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 20β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4. Εγκαίρως πριν από την έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5. Εάν για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από εθνική δικαστική αρχή σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει μια αίτηση για τη χορήγηση άδειας για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

7. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 19γ

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των κατά το άρθρο 19α παράγραφος 1 προσώπων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 19β παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3. Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 20β, εφόσον τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση.

5. Τα πρόσωπα κατά το άρθρο 19α παράγραφος 1 υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 20β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της εν λόγω αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

7. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 19β παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 19β παράγραφος 1.

8. Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9. Εάν απαιτείται άδεια εθνικής δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή η οποία λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

11. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(18)το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 20α παράγραφος 2, αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α) ανακαλεί την καταχώριση του διαχειριστή της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις ή την καταχώριση της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις·

β) εκδίδει απόφαση επιβάλλουσα στο πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση·

γ) εκδίδει απόφαση περί επιβολής προστίμων·

δ) εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2. Όταν αναλαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 δράσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β) αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

γ) το κατά πόσον η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

δ) τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε) τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ) τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών λιανικής·

ζ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η) το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·

θ) τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι) τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την παράβαση από τον υπαίτιο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

4. Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι είναι δυνατόν, το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(19)Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 20α, 20β και 20γ:

«Άρθρο 20 a

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 8, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2. Ο κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ο ακόλουθος:

α)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου κατά παράβαση του άρθρου 5·

β)    εμπορική προώθηση των μεριδίων και μετοχών εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις σε μη επιλέξιμους επενδυτές, κατά παράβαση του άρθρου 6·

γ)    χρήση του προσδιορισμού «EuVECA» χωρίς να έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 14, ή χωρίς να έχει καταχωρίσει έναν οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 14α·

δ)    χρήση του προσδιορισμού «EuVECA» για την εμπορική προώθηση εταιρειών που δεν έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 3 στοιχείο β) σημείο iii),

ε)    εξασφάλιση της καταχώρισης με ψευδείς δηλώσεις ή κάθε άλλο παράτυπο μέσο, κατά παράβαση του άρθρου 14 ή του άρθρου 14α·

στ)    ενέργειες που δεν γίνονται έντιμα, δίκαια και με τη δέουσα δεξιότητα, μέριμνα ή επιμέλεια κατά την εκτέλεση της δραστηριότητάς του, κατά παράβαση του άρθρου 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

ζ)    μη εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών για την πρόληψη εσφαλμένων πρακτικών, κατά παράβαση του άρθρου 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

η)    επανειλημμένη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 12 όσον αφορά τις ετήσιες εκθέσεις·

θ)    επανειλημμένη μη συμμόρφωση με την υποχρέωση να ενημερώνει τους επενδυτές, σύμφωνα με το άρθρο 13.

3. Το ποσό των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε 500 000 EUR κατ’ ελάχιστον και δεν υπερβαίνει τα 5 εκατ. EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως θ) της παραγράφου 2.

4. Κατά τον προσδιορισμό του επιπέδου του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2.

5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν ένα πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο προς το όφελος αυτό.

Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μια εκ των παραβάσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 2, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο το οποίο υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 4 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 20β

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α) ένα πρόσωπο να τερματίσει κάποια παράβαση, κατ' εφαρμογή αποφάσεως που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β) ένα πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19α παράγραφος 1:

i)    να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 19α·

ii)    να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 19β·

iii)    να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 19γ.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 20γ

1. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 20α και 20β, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

2. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 20α και 20β είναι διοικητικής φύσης.

3. Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 20α και 20β είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

5. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»·

(20)Τα άρθρα 21 και 21α αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 20α παράγραφος 2, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην έγκριση του ενημερωτικού δελτίου που αφορά η παράβαση, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν οιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να υποβάλλει αίτημα για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 19α και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 19β και 19γ.

4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις εποπτικές δραστηριότητές της.

5. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7. Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας κοινοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 20β, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 20α παράγραφος 2 και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 20.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

10. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 25, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

11. Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.»

«Άρθρο 21a

1. Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 20, 20α και 20β, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται εάν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 20 προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα να παρουσιαστούν σε ακρόαση το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

2. Τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στο φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

(21)Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 21β, 21γ, και 21δ·

«Άρθρο 21β

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 21γ

1. Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την άδεια καταχώρισης και την εποπτεία των διαχειριστών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία είναι δυνατόν να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 21δ.

2. Το ύψος ενός τέλους που χρεώνεται σε ένα συγκεκριμένο διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις πρέπει να καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητές της σε σχέση με την εγγραφή και τη συνεχή εποπτεία ενός διαχειριστή εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις και μιας εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις. Είναι ανάλογο με τα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση της σχετικής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις και, κατά περίπτωση, με τα ίδια κεφάλαια του διαχειριστή της εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις.

3. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 25, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], για να καθορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 21δ

1. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 19α, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 19β και 19γ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι καταχωρίσεις σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 14α, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης.

2. Πριν από τη ανάθεση καθήκοντος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με τη σχετική αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α) το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β) το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος· και

γ) τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3. Η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 21γ παράγραφος 3.

4. Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει οιαδήποτε ανάθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5. Η ανάθεση καθηκόντων δεν αίρει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα.»·

(22)το άρθρο 25 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 25

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 21 παράγραφος 10 και το άρθρο 21γ παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστη χρονική περίοδο από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος].

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3, στο άρθρο 21 παράγραφος 10 και στο άρθρο 21γ παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.    

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 21 παράγραφος 10 και το άρθρο 21γ παράγραφος 3 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας [δύο μηνών] από την κοινοποίηση της πράξης αυτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν και τα δύο την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(23)το άρθρο 26 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1:

i) το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ) της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και εφαρμογής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών που προβλέπονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·»

ii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ια):

«ια)    της αξιολόγησης του ρόλου της ΕΑΚΑΑ, των εξουσιών έρευνας που διαθέτει, της ανάθεσης καθηκόντων στις αρμόδιες αρχές και της αποτελεσματικότητας των εποπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί.»·

β)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 84 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] όσον αφορά τα στοιχεία στ) και ια).»·

(24)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 27α:

«Άρθρο 27 a

1.     Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές παύουν να ισχύουν στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τις εν λόγω αρμοδιότητες και καθήκοντα την ίδια ημερομηνία.

2. Τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, αίτηση καταχώρισης που έχει ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 30 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] δεν μεταβιβάζεται στην ΕΑΚΑΑ, και η απόφαση για καταχώριση ή άρνηση καταχώρισης λαμβάνεται από την οικεία αρχή.

3. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διασφαλίζουν ότι οιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση από τις εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής στον τομέα των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις.

4. Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5. Οιαδήποτε καταχώριση ενός διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις ή μιας εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις από μια αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.».

Άρθρο 5

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 τροποποιείται ως εξής:

(1)το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 διαγράφεται το στοιχείο γ)·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Τα άρθρα 3 έως 6, τα άρθρα 10 και 13, το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχεία δ), ε) και στ), τα άρθρα 15α έως 20, 20α έως 20γ, 21, 21α έως 21γ, 22, 22α έως 22δ και 26 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στους διαχειριστές οργανισμών συλλογικών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, οι οποίοι διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και προτίθενται να χρησιμοποιούν τον προσδιορισμό «EuSEF» σε σχέση με την εμπορική προώθηση των εν λόγω ταμείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.»·

(2)Στο άρθρο 3, η πρώτη παράγραφος τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο ιγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιγ)    «αρμόδια αρχή»: η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και η) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·»·

β)το στοιχείο ιδ) διαγράφεται·

(3)Στο άρθρο 7 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί κατά πόσον οι διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως ζ) , διασφαλίζοντας τη συνέπεια με το άρθρο 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(4)Στο άρθρο 8, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 26, που καθορίζουν τις απαιτήσεις για την ανάθεση καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, διασφαλίζοντας τη συνέπεια με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την ανάθεση των καθηκόντων που καθορίζονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.»·

(5)το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)στη δεύτερη και στην τελευταία φράση της παραγράφου 3, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)στην παράγραφο 5, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τους κατάλληλους ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την ορθή διαχείριση των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(6)Στο άρθρο 12, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4:

«3.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τους κανόνες και τις διαδικασίες για την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διασφαλίζοντας τη συνέπεια με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που καθορίζονται στο άρθρο 19 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(7)το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, στην πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η ΕΑΚΑΑ καθιστά διαθέσιμες, κατόπιν αιτήσεως, τις πληροφορίες που συγκεντρώνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου στις αρμόδιες αρχές εγκαίρως.»·

(8)το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)στην εισαγωγική πρόταση, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

ii)παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο -α):

«-α)    το κράτος μέλος στο οποίο ο διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις έχει την καταστατική του έδρα»·

iii)το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    την ταυτότητα και την κατοικία των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις των οποίων τα μερίδια ή οι μετοχές προωθούνται εμπορικά και τις επενδυτικές τους στρατηγικές,

β)στην εισαγωγική φράση της παραγράφου 2, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η ΕΑΚΑΑ πληροφορεί όλους όσοι αναφέρονται κατωτέρω κατά πόσον ο διαχειριστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει καταχωριστεί ως διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, το αργότερο εντός δύο μηνών από την υποβολή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο:

α)    τον διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο στοιχείο -α) της παραγράφου 1·

γ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1.»·

δ)η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

ii)το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ διαφωνεί με τις αλλαγές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει τον διαχειριστή του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των εν λόγω αλλαγών και αναφέρει τους λόγους των αντιρρήσεών της. Οι αλλαγές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να εφαρμόζονται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΑΚΑΑ δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω αλλαγές εντός της εν λόγω περιόδου.»·

ε)οι παράγραφοι 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τα κριτήρια για την αξιολόγηση των απαιτούμενων εχεγγύων εντιμότητας και της επαρκούς πείρας που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(9)το άρθρο 15α τροποποιείται ως εξής:

α)στην εισαγωγική φράση της παραγράφου 2, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της αίτησης καταχώρισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ οφείλει να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του διαχειριστή που υποβάλλει την αίτηση εάν το ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξουσιοδότησης του εν λόγω διαχειριστή να διαχειρίζεται οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητεί διευκρινίσεις και πληροφορίες σχετικά με την τεκμηρίωση και τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Η αρμόδια αρχή του διαχειριστή διαβιβάζει απάντηση εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης που υπέβαλε η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το πρώτο ή το δεύτερο εδάφιο.»·

γ)στην παράγραφο 5, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις» αντικαθίσταται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

δ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.    Η ΕΑΚΑΑ πληροφορεί όλους όσοι αναφέρονται κατωτέρω κατά πόσον ένα ταμείο έχει καταχωριστεί ως ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι διαχειριστές των εν λόγω ταμείων έχουν παράσχει όλα τα έγγραφα τεκμηρίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2:

α)    τον διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)    τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο -α)·

γ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

δ)    τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 15α παράγραφος 2 στοιχείο δ).»·

ε)στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τις πληροφορίες που θα διατεθούν δυνάμει της παραγράφου 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010»·

στ)οι παράγραφοι 9 και 10 διαγράφονται·

(10)το άρθρο 15β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15β

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί κάθε απόφαση με την οποία αρνείται την καταχώριση ενός διαχειριστή που αναφέρεται στο άρθρο 15 ή ενός ταμείου που αναφέρεται στο άρθρο 15α στους διαχειριστές που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα.»·

(11)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 15γ:

«Άρθρο 15γ

1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 21, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την καταχώριση ενός EuSEF όταν ο διαχειριστής του εν λόγω EuSEF πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)    ο διαχειριστής έχει ρητώς παραιτηθεί ή δεν έχει κάνει χρήση της άδειας εντός έξι μηνών μετά τη χορήγηση της άδειας·

β)    ο διαχειριστής απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ)    το EuSEF δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδειά του·

2.    Η ανάκληση της άδειας έχει άμεση ισχύ σε ολόκληρη την Ένωση.»·

(12)στο άρθρο 16, οι λέξεις «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής» αντικαθίστανται από τη λέξη «ΕΑΚΑΑ»·

(13)το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 15 σημείο 4) και στο άρθρο 15α σημείο 6) κάθε εγγραφή ή διαγραφή από το μητρώο ενός διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, κάθε προσθήκη ή διαγραφή από το μητρώο ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις και κάθε προσθήκη ή διαγραφή από τον κατάλογο των κρατών μελών στα οποία ο διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις προτίθεται να προωθήσει εμπορικά τα εν λόγω ταμεία.»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ώστε να καθοριστεί η μορφή της κοινοποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

γ)οι παράγραφοι 4 και 5 διαγράφονται·

(14)το άρθρο 17α απαλείφεται·

(15)το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 19

1.    Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε συνεχή βάση.

2.    Για τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, η ΕΑΚΑΑ εποπτεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

3.    Για τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, η ΕΑΚΑΑ εποπτεύει τη συμμόρφωση με τους κανόνες που ορίζονται στις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 καθώς και τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ σε σχέση με το ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις.

Η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την επίβλεψη της συμμόρφωσης του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον κανονισμό του ταμείου και στα καταστατικά του έγγραφα.

4.    Για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, και με σκοπό τη διασφάλιση υψηλών προτύπων εποπτείας, η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει όλη την οικεία ενωσιακή νομοθεσία και, στην περίπτωση που η εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία περί μεταφοράς των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη.

5.    Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι ή προωθούνται εμπορικά στην επικράτειά τους, για να επιβεβαιώνουν ότι αυτοί δεν χρησιμοποιούν την ονομασία «EuSEF» ούτε υπονοούν ότι είναι EuSEF παρά μόνον εφόσον έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Όταν αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οργανισμός συλλογικών επενδύσεων χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό «EuSEF», ή υπονοεί ότι είναι EuSEF χωρίς να έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ.»·

(16)το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 20α έως 20γ δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.»·

(17)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 20α, 20β και 20γ:

«Άρθρο 20 a

1. Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α) διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις·

β) τα άτομα που εμπλέκονται στη διαχείριση των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις·

γ) τρίτους στους οποίους ο διαχειριστής ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις έχει αναθέσει καθήκοντα·

δ) πρόσωπα που έχουν άλλη στενή και ουσιαστική σχέση ή σύνδεση με τη διαχείριση ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις.

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ) αναφέρει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 21α όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της παραγράφου 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21β στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ) επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 21α, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

ζ) αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση πληροφοριών.

Άρθρο 20β

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20α παράγραφος 1. Για αυτόν τον σκοπό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α) να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β) να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ) να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 20α παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ) να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε) να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21β σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 20α παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 21, σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 20α παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 20α παράγραφος 1 οφείλουν να υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4. Εγκαίρως πριν από την έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5. Εάν για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από εθνική δικαστική αρχή σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει μια αίτηση για τη χορήγηση άδειας για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 20γ

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των κατά το άρθρο 20α παράγραφος 1 προσώπων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 20β παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3. Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21β, εφόσον τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση.

5. Τα πρόσωπα κατά το άρθρο 20α παράγραφος 1 υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 21β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της εν λόγω αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

7. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 20β παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 20β παράγραφος 1.

8. Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9. Εάν απαιτείται άδεια εθνικής δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή η οποία λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

11. Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(18)το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α) ανακαλεί την καταχώριση του διαχειριστή του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις ή την καταχώριση του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις·

β) εκδίδει απόφαση επιβάλλουσα στο πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση·

γ) εκδίδει απόφαση περί επιβολής προστίμων·

δ) εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2. Όταν αναλαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 δράσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β) αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

γ) το κατά πόσον η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

δ) τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε) τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ) τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών λιανικής·

ζ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η) το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·

θ) τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι) τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την παράβαση από τον υπαίτιο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

4. Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι είναι δυνατόν, το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(19)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 21α, 21β και 21γ:

«Άρθρο 21a

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 8, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2. Ο κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ο ακόλουθος:

α)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου κατά παράβαση του άρθρου 5·

β)    εμπορική προώθηση, κατά παράβαση του άρθρου 6, μεριδίων και μετοχών ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις σε μη επιλέξιμους επενδυτές·

γ)    χρήση του προσδιορισμού «EuSEF» χωρίς να έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 15, ή χωρίς να έχει καταχωρίσει έναν οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 15α·

δ)    χρήση του προσδιορισμού «EuSEF» για την εμπορική προώθηση ταμείων που δεν έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημείο iii)·

ε)    εξασφάλιση της καταχώρισης με ψευδείς δηλώσεις ή κάθε άλλο παράτυπο μέσο, κατά παράβαση του άρθρου 15 ή του άρθρου 15α·

στ)    ενέργειες που δεν γίνονται έντιμα, δίκαια και με τη δέουσα δεξιότητα, μέριμνα ή επιμέλεια κατά την εκτέλεση της δραστηριότητάς του, κατά παράβαση του άρθρου 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

ζ)    μη εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών για την πρόληψη εσφαλμένων πρακτικών, κατά παράβαση του άρθρου 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

η)    επανειλημμένη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 όσον αφορά τις ετήσιες εκθέσεις·

θ)    επανειλημμένη μη συμμόρφωση με την υποχρέωση να ενημερώνει τους επενδυτές, σύμφωνα με το άρθρο 14.

3. Το ποσό των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε 500 000 EUR κατ’ ελάχιστον και δεν υπερβαίνει τα 5 εκατ. EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως θ) της παραγράφου 2.

4. Κατά τον προσδιορισμό του επιπέδου του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2.

5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν ένα πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο προς το όφελος αυτό.

6. Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μία εκ των παραβάσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 2, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 4 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 21β

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α) ένα πρόσωπο να τερματίσει κάποια παράβαση, κατ' εφαρμογή αποφάσεως που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 21 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β) ένα πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 20α παράγραφος 1:

i)    να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 20α·

ii)    να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 20β·

iii)    να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 20γ.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 21γ

1. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 21α και 21β, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

2. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 21α και 21β είναι διοικητικής φύσης.

3. Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 21α και 21β είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

5. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»·

(20)Τα άρθρα 22 και 22α αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην έγκριση του ενημερωτικού δελτίου που αφορά η παράβαση, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν οιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να υποβάλλει αίτημα για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 20α και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 20β και 20γ.

4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις εποπτικές δραστηριότητές της.

5. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7. Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας κοινοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 21β, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 21α παράγραφος 2 και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 21.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 26, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

11. Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.»·

Άρθρο 22a

1. Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 21, 21α και 21β, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

2. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται εάν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 21 προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα να παρουσιαστούν σε ακρόαση το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

3. Τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στο φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.»·

(21)Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 22β, 22γ, και 22δ:

«Άρθρο 22β

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 22γ

1. Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την άδεια καταχώρισης και την εποπτεία των διαχειριστών ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία είναι δυνατόν να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 22δ.

2. Το ύψος ενός τέλους που χρεώνεται σε ένα συγκεκριμένο διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις πρέπει να καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητές της σε σχέση με την εγγραφή και τη συνεχή εποπτεία ενός διαχειριστή ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις και ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις. Είναι ανάλογο με τα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση του σχετικού ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις και, κατά περίπτωση, με τα ίδια κεφάλαια του διαχειριστή του ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις.

3. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 26, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], για να καθορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 22δ

1. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 20α, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 20β και το άρθρο 20γ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι καταχωρίσεις σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 15α δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης.

2. Πριν από τη ανάθεση καθήκοντος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με τη σχετική αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α) το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β) το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος· και

γ) τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3. Η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 22γ παράγραφος 3.

4. Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει οιαδήποτε ανάθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5. Η ανάθεση καθηκόντων δεν αίρει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα.»·

(22)το άρθρο 26 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 26

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στo άρθρo 8 παράγραφος 3, το άρθρο 22 παράγραφος 10 και το άρθρο 22γ παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστη χρονική περίοδο από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος].

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3, στο άρθρο 22 παράγραφος 10 και στο άρθρο 22γ παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.    

5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 22 παράγραφος 10 και το άρθρο 22γ παράγραφος 3 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας [δύο μηνών] από την κοινοποίηση της πράξης αυτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν και τα δύο την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

(23)το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1:

i) προστίθεται το στοιχείο ιδ):

«ιδ) της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και εφαρμογής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών που προβλέπονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·»

ii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιε):

«ιε)    της αξιολόγησης του ρόλου της ΕΑΚΑΑ, των εξουσιών έρευνας που διαθέτει, της ανάθεσης καθηκόντων στις αρμόδιες αρχές και της αποτελεσματικότητας των εποπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί.»·

β)β) στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 84 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] όσον αφορά τα στοιχεία ιδ) και ιε).»·

(24)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 28α:

«Άρθρο 28 a

1.    Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές παύουν να ισχύουν στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τις εν λόγω αρμοδιότητες και καθήκοντα την ίδια ημερομηνία.

2. Τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, αίτηση καταχώρισης που έχει ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 30 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] δεν μεταβιβάζεται στην ΕΑΚΑΑ, και η απόφαση για καταχώριση ή άρνηση καταχώρισης λαμβάνεται από την οικεία αρχή.

3. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διασφαλίζουν ότι οιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ, το ταχύτερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση από τα ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής στον τομέα των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις.

4. Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5. Οιαδήποτε καταχώριση ενός διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις ή ενός ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις από μια αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.».

”.

Άρθρο 6

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων·

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2104 τροποποιείται ως εξής:

(25)το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):

«ζ) αδειοδότηση και εποπτεία παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων»·

β)στο άρθρο 1, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«5α. Τα άρθρα 40 και 42 εφαρμόζονται επίσης στις εταιρείες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και τις εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ και τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ.»·

(26)το άρθρο 2 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)τα σημεία 34), 35) και 36) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«34)    «εγκεκριμένος μηχανισμός δημοσιοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, άδεια παροχής της υπηρεσίας δημοσίευσης αναφορών συναλλαγών για λογαριασμό επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21·

35) «πάροχος ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών» ή «Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, άδεια παροχής της υπηρεσίας συγκέντρωσης των αναφορών συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στα άρθρα 6, 7, 10, 12 και 13, 20 και 21 από ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ, ΜΟΔ και Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και ενοποίησής τους σε συνεχή ηλεκτρονική ροή δεδομένων ταυτόχρονης μετάδοσης, παρέχοντας δεδομένα τιμών και όγκου ανά χρηματοπιστωτικό μέσο·

36) «εγκεκριμένος μηχανισμός γνωστοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, άδεια παροχής της υπηρεσίας γνωστοποίησης των λεπτομερειών των συναλλαγών στις αρμόδιες αρχές ή την ΕΑΚΑΑ για λογαριασμό επιχειρήσεων επενδύσεων·»·

β)παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο 36α):

«36α) «πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων»: τα πρόσωπα που αναφέρονται στα σημεία 34) έως 36) και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 27α παράγραφος 2]·»·

(27)το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

Παροχή πληροφοριών για τους σκοπούς της διαφάνειας και άλλους υπολογισμούς

1. Προκειμένου να πραγματοποιηθούν υπολογισμοί για τον καθορισμό των υποχρεώσεων για την προ-συναλλακτική και τη μετα-συναλλακτική διαφάνεια και τα καθεστώτα υποχρέωσης διαπραγμάτευσης που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 11, τα άρθρα 14 έως 21 και το άρθρο 32, που εφαρμόζονται στα χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και για να προσδιορισθεί αν μια επιχείρηση επενδύσεων είναι συστηματικός εσωτερικοποιητής, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν πληροφορίες από:

α) τόπους διαπραγμάτευσης·

β) Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ· και

γ) Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.

2. Οι τόποι διαπραγμάτευσης, οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. αποθηκεύουν τα απαραίτητα στοιχεία για επαρκές χρονικό διάστημα.

3. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με στόχο να προσδιορίσει το περιεχόμενο και τη συχνότητα των αιτημάτων για παροχή δεδομένων και τη μορφή και το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου οι τόποι συναλλαγών, οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. οφείλουν να απαντούν στα αιτήματα για παροχή δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τον τύπο στοιχείων που πρέπει να αποθηκεύονται και το ελάχιστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι τόποι διαπραγμάτευσης, οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. οφείλουν να αποθηκεύουν στοιχεία προκειμένου να είναι σε θέση να απαντήσουν σε αιτήματα για παροχή δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(28)το άρθρο 26 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 26

Υποχρέωση αναφοράς συναλλαγών

1.    Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα αναφέρουν πλήρεις και ακριβείς λεπτομέρειες των συναλλαγών αυτών στην ΕΑΚΑΑ το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Η ΕΑΚΑΑ θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών οποιεσδήποτε πληροφορίες έχουν αναφερθεί σε αυτήν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2.    Η υποχρέωση της παραγράφου 1 εφαρμόζεται στα εξής:

α) τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση ή τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης ή για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής προς διαπραγμάτευση·

β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα όπου η υποκείμενη αξία είναι χρηματοπιστωτικό μέσο που τελεί υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης· και

γ) τα χρηματοπιστωτικά μέσα όπου η υποκείμενη αξία είναι δείκτης ή καλάθι αποτελούμενο από χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης.

Η υποχρέωση ισχύει για συναλλαγές στα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ) είτε οι συναλλαγές αυτές διενεργούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης είτε όχι.

3.    Οι αναφορές περιλαμβάνουν ειδικότερα λεπτομέρειες σχετικά με τα ονόματα και τον αριθμό των χρηματοπιστωτικών μέσων που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν, τον όγκο, την ημερομηνία και την ώρα εκτέλεσης, τις τιμές των συναλλαγών, σήμανση για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών για λογαριασμό των οποίων η επιχείρηση επενδύσεων έχει εκτελέσει τη συγκεκριμένη συναλλαγή, σήμανση για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων και των υπολογιστικών αλγορίθμων στο εσωτερικό της επιχείρησης επενδύσεων που είναι υπεύθυνα για την επενδυτική απόφαση και την εκτέλεση της συναλλαγής, σήμανση για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας απαλλαγής στο πλαίσιο της οποίας διενεργήθηκε η συναλλαγή, τα μέσα προσδιορισμού της ταυτότητας της οικείας επιχείρησης επενδύσεων και σήμανση για τον προσδιορισμό της ανοικτής πώλησης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 όσον αφορά τις μετοχές και τους κρατικούς/δημόσιους χρεωστικούς τίτλους κατά την έννοια των άρθρων 12, 13 και 17 του εν λόγω κανονισμού. Για συναλλαγές που δεν καταρτίζονται σε τόπο διαπραγμάτευσης, οι αναφορές περιλαμβάνουν σήμανση για τον προσδιορισμό του είδους της συναλλαγής σύμφωνα με τα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 3 στοιχείο α) και του άρθρου 21 παράγραφος 5 στοιχείο α). Για παράγωγα επί εμπορευμάτων, στις αναφορές σημειώνεται εάν η συναλλαγή μειώνει τον κίνδυνο κατά τρόπο αντικειμενικά μετρήσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 57 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

4.    Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που διαβιβάζουν εντολές περιλαμβάνουν στη διαβίβαση της εντολής όλες τις λεπτομέρειες όπως διευκρινίζονται στις παραγράφους 1 και 3. Αντί να συμπεριλάβει τις αναφερόμενες λεπτομέρειες κατά τη διαβίβαση εντολών, η επιχείρηση επενδύσεων δύναται να επιλέξει να αναφέρει τη διαβιβασθείσα εντολή, εφόσον εκτελεστεί, ως συναλλαγή σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1. Στην περίπτωση αυτή, η αναφορά συναλλαγής εκ μέρους της επιχείρησης επενδύσεων θα δηλώνει ότι αφορά διαβιβασθείσα εντολή.

5.    Ο διαχειριστής τόπου διαπραγμάτευσης αναφέρει τις λεπτομέρειες των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση στην πλατφόρμα του, οι οποίες εκτελούνται μέσω των συστημάτων του από επιχείρηση η οποία δεν υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3.

6.    Κατά την αναφορά της σήμανσης για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών, όπως απαιτείται βάσει των παραγράφων 3 και 4, οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν έναν αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας που θεσπίζεται για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών που είναι νομικά πρόσωπα.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ώστε να εξασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του αναγνωριστικού κωδικού νομικής οντότητας στην Ένωση είναι σύμφωνη με τις διεθνείς προδιαγραφές, ιδίως εκείνες που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

7.    Οι αναφορές υποβάλλονται στην ΕΑΚΑΑ από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων, από Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. που ενεργεί για λογαριασμό της ή από τον τόπο διαπραγμάτευσης, με το σύστημα του οποίου ολοκληρώθηκε η συναλλαγή, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 3 και 9.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων φέρουν ευθύνη για την πληρότητα, την ακρίβεια και την έγκαιρη υποβολή των αναφορών που υποβάλλονται στην ΕΑΚΑΑ.

Κατά παρέκκλιση από την εν λόγω ευθύνη, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων αναφέρει λεπτομέρειες των συναλλαγών αυτών μέσω ενός Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό της ή μέσω τόπου διαπραγμάτευσης, η επιχείρηση επενδύσεων δεν φέρει ευθύνη για αστοχίες στην πληρότητα, την ακρίβεια ή την έγκαιρη υποβολή των αναφορών που μπορούν να αποδοθούν στον Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. ή στον τόπο διαπραγμάτευσης. Στις περιπτώσεις αυτές και με την επιφύλαξη του άρθρου 66 παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. ή ο τόπος διαπραγμάτευσης θεωρούνται υπεύθυνοι για αυτές τις αστοχίες.

Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να επαληθεύουν την πληρότητα, την ακρίβεια και την έγκαιρη υποβολή των αναφορών συναλλαγών που υποβλήθηκαν για λογαριασμό τους.

Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί ο τόπος διαπραγμάτευσης, όταν υποβάλλει αναφορές για λογαριασμό της επιχείρησης επενδύσεων, να διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς ασφαλείας σχεδιασμένους έτσι ώστε να εγγυώνται την ασφάλεια και πιστοποίηση των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των στοιχείων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε αυτά και την αποτροπή διαρροής πληροφοριών, διατηρώντας ανά πάσα στιγμή την εμπιστευτικότητα των στοιχείων. Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί οι τόποι διαπραγμάτευσης να διατηρούν επαρκείς πόρους και να διαθέτουν εφεδρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να παρέχουν και να διατηρούν τις υπηρεσίες τους ανά πάσα στιγμή.

Συστήματα ταύτισης ή αναφοράς συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί ή αναγνωριστεί σύμφωνα με τον τίτλο VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, μπορούν να εγκρίνονται από την ΕΑΚΑΑ ως Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. για την υποβολή αναφορών συναλλαγών προς την ΕΑΚΑΑ δυνάμει των παραγράφων 1, 3 και 9.

Στις περιπτώσεις όπου οι συναλλαγές έχουν αναφερθεί σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 που έχει εγκριθεί ως Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. και οι αναφορές αυτές περιέχουν τις λεπτομέρειες που απαιτούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 3 και 9 και διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1, η υποχρέωση που υπέχει η επιχείρηση επενδύσεων βάσει της παραγράφου 1 θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί.

Όταν υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις στην αναφορά συναλλαγών, ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ., η επιχείρηση επενδύσεων ή ο τόπος διαπραγμάτευσης που αναφέρουν τη συναλλαγή διορθώνουν τις πληροφορίες και υποβάλλουν διορθωμένη αναφορά στην ΕΑΚΑΑ.

8.    Όταν οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο αναφορές διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αποφασίσουν ότι δεν επιθυμούν να τις λαμβάνουν.

9.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται τα εξής:

α) πρότυπα και μορφότυποι για τις προς αναφορά πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων και διαδικασιών αναφοράς των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και της μορφής και του περιεχομένου των εν λόγω αναφορών·

β) τα κριτήρια προσδιορισμού της σημαντικότερης από άποψη ρευστότητας αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1·

γ) τα στοιχεία γνωστοποίησης των χρηματοπιστωτικών μέσων που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν, τον όγκο, την ημερομηνία και την ώρα εκτέλεσης των εντολών, τις τιμές των συναλλαγών, τις πληροφορίες και τα στοιχεία της ταυτότητας του πελάτη, σήμανση για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών για λογαριασμό των οποίων η επιχείρηση επενδύσεων έχει εκτελέσει τη συγκεκριμένη συναλλαγή, σήμανση για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων και των υπολογιστικών αλγορίθμων στο εσωτερικό της επιχείρησης επενδύσεων που είναι υπεύθυνα για την επενδυτική απόφαση και την εκτέλεση της συναλλαγής, σήμανση για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας απαλλαγής στο πλαίσιο της οποίας διενεργήθηκε η συναλλαγή, τα μέσα προσδιορισμού της ταυτότητας της οικείας επιχείρησης επενδύσεων, τον τρόπο εκτέλεσης της συναλλαγής, τα πεδία πληροφόρησης που είναι αναγκαία για την επεξεργασία και ανάλυση των αναφορών συναλλαγών σύμφωνα με την παράγραφο 3· και

δ) τη σήμανση για τον προσδιορισμό των ανοικτών πωλήσεων μετοχών και των κρατικών/δημόσιων χρεωστικών τίτλων όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3·

ε) τις σχετικές κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων για τις οποίες ισχύει η υποχρέωση αναφοράς συναλλαγών σύμφωνα με την παράγραφο 2·

στ) τους όρους βάσει των οποίων αναπτύσσονται, αποδίδονται και διατηρούνται οι αναγνωριστικοί κωδικοί νομικής οντότητας από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 6, και τους όρους υπό τους οποίους αυτοί οι αναγνωριστικοί κωδικοί χρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τη σήμανση για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών που προβλέπεται στις παραγράφους 3, 4 και 5 στις αναφορές συναλλαγών που είναι υποχρεωμένες να καταρτίζουν σύμφωνα με την παράγραφο 1·

ζ) την εφαρμογή της υποχρέωσης αναφοράς των συναλλαγών στα υποκαταστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων·

η) το τι συνιστά συναλλαγή και εκτέλεση συναλλαγής για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου·

θ) το πότε μια επιχείρηση επενδύσεων θεωρείται ότι έχει διαβιβάσει μια εντολή για τους σκοπούς της παραγράφου 4.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

10.    Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει την αλληλεπίδρασή της με τις σχετικές υποχρεώσεις αναφοράς που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κατά πόσον το περιεχόμενο και η μορφή των αναφορών συναλλαγών που λαμβάνονται και ανταλλάσσονται μεταξύ αρμόδιων αρχών συνολικά καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή μπορεί να προβεί στην υποβολή προτάσεων για τυχόν αλλαγές σε αυτό. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση της ΕΑΚΑΑ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.»·

(29)το άρθρο 27 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 27

Υποχρέωση παροχής στοιχείων αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα

1.    Όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή τελούν υπό διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ ή σε ΜΟΔ, οι εν λόγω τόποι διαπραγμάτευσης παρέχουν συστηματικά στην ΕΑΚΑΑ στοιχεία αναφοράς για την αναγνώριση των χρηματοπιστωτικών μέσων, για τον σκοπό της αναφοράς συναλλαγών που προβλέπεται στο άρθρο 26.

Σε σχέση με άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία καλύπτονται από το άρθρο 26 παράγραφος 2 και τελούν υπό διαπραγμάτευση στο σύστημά του, κάθε συστηματικός εσωτερικοποιητής παρέχει στην ΕΑΚΑΑ δεδομένα γνωστοποίησης σχετικά με αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αναγνωριστικά στοιχεία αναφοράς διατίθενται προς υποβολή στην ΕΑΚΑΑ σε ηλεκτρονική και τυποποιημένη μορφή πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση του χρηματοπιστωτικού μέσου στο οποίο αναφέρονται. Τα στοιχεία αναφοράς των χρηματοπιστωτικών μέσων επικαιροποιούνται όταν σημειώνονται μεταβολές στα στοιχεία που αφορούν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει αμέσως τα στοιχεία αναφοράς στον δικτυακό της τόπο. Η ΕΑΚΑΑ παρέχει στις αρμόδιες αρχές πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία αναφοράς χωρίς καθυστέρηση.

2.    Προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να παρακολουθούν, σύμφωνα με το άρθρο 26, τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτές ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο που προάγει την ακεραιότητα της αγοράς, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές αναπτύσσει τους απαραίτητους μηχανισμούς, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι:

α) η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει με αποτελεσματικό τρόπο τα στοιχεία αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) η ποιότητα των στοιχείων που λαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο είναι κατάλληλη για το σκοπό της αναφοράς των συναλλαγών που προβλέπεται στο άρθρο 26·

γ) τα στοιχεία αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανταλλάσσονται με αποτελεσματικό τρόπο μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών.

δ) υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών για την επίλυση ζητημάτων που αφορούν την παράδοση των δεδομένων ή την ποιότητα των στοιχείων.

3.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται τα εξής:

α) πρότυπα και μορφότυποι για τα στοιχεία αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων και ρυθμίσεων για την παροχή των στοιχείων και οιασδήποτε επικαιροποίησής τους στην ΕΑΚΑΑ και τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 1 καθώς και της μορφής και του περιεχομένου των εν λόγω στοιχείων·

β) τα τεχνικά μέτρα που είναι απαραίτητα σε σχέση με τις ρυθμίσεις τις οποίες θεσπίζουν η ΕΑΚΑΑ και οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(30)Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος τίτλος IVα:

«ΤΙΤΛΟΣ IVα

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Χορήγηση άδειας λειτουργίας για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων

Άρθρο 27a

Απαιτήσεις για την αδειοδότηση

1. Η λειτουργία ενός Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. ως τακτική ενασχόληση ή δραστηριότητα, υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.

2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης μπορούν επίσης να παρέχουν τις υπηρεσίες ενός Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ., υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης εξακρίβωσης από την ΕΑΚΑΑ ότι η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς συμμορφώνονται με τον παρόντα τίτλο. Η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών περιλαμβάνεται στην άδεια λειτουργίας τους.

3. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει μητρώο με όλους τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στην Ένωση. Το μητρώο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες για τις οποίες οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και επικαιροποιείται τακτικά.

Όταν η ΕΑΚΑΑ ανακαλέσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 27δ, η ανάκληση αυτή δημοσιεύεται στο μητρώο για περίοδο 5 ετών.

4. Οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει τακτικά τη συμμόρφωση των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων με τον παρόντα τίτλο. Η ΕΑΚΑΑ ελέγχει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων πληρούν ανά πάσα στιγμή τις προϋποθέσεις για την αρχική χορήγηση άδειας λειτουργίας, που ορίζονται στον παρόντα τίτλο.

Άρθρο 27β

Χορήγηση άδειας λειτουργίας για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων

1. Χορηγείται άδεια λειτουργίας για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων από την ΕΑΚΑΑ, για τους σκοπούς του τίτλου IVα, όταν:

α) ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση· και

β) ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων πληροί τους όρους που καθορίζονται στον τίτλο IVα.

2. Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζει τις υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων τις οποίες επιτρέπεται να παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων. Όταν ένας αδειοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε επιπλέον υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων, υποβάλλει στην ΕΑΚΑΑ αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας του.

3. Ένας αδειοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων πληροί ανά πάσα στιγμή τους όρους για την άδεια που προβλέπονται στον τίτλο IVα. Ένας αδειοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ΕΑΚΑΑ κάθε ουσιαστική μεταβολή στους όρους αδειοδότησης.

4. Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισχύει σε όλο το έδαφος της Ένωσης και επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων να παρέχει τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει λάβει άδεια σε όλη την Ένωση.

Άρθρο 27γ

Διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αιτήσεων χορήγησης άδειας

1. Ο αιτών πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων υποβάλλει αίτηση η οποία παρέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να είναι σε θέση η ΕΑΚΑΑ να επιβεβαιώσει ότι ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων έχει προβεί, κατά τη στιγμή χορήγησης της αρχικής άδειας λειτουργίας, σε όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει με βάση τις διατάξεις του παρόντος τίτλου, καθώς και το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών και η οργανωτική δομή.

2. Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά εάν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας είναι πλήρης εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων οφείλει να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.

Η ΕΑΚΑΑ, αφού κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στον πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

3. Η ΕΑΚΑΑ, εντός έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, ελέγχει τη συμμόρφωση του παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων προς τον παρόντα τίτλο και λαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας και ενημερώνει τον αιτούντα, πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων εντός πέντε εργάσιμων ημερών.

4. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα εξής:

α) τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ βάσει της παραγράφου 6, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων,

β) τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις κοινοποιήσεις βάσει του άρθρου 27β παράγραφος 3.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες κοινοποίησης ή υποβολής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 27ε παράγραφος 3.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 27δ

Ανάκληση άδειας

1. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, εάν ο πάροχος:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες κατά το προηγούμενο εξάμηνο,

β) έχει λάβει άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδειά του·

δ) έχει διαπράξει σοβαρές και συστηματικές παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

2. Η ΕΑΚΑΑ ειδοποιεί, χωρίς αναίτια καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων σχετικά με απόφαση για ανάκληση της άδειας ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.»·

Άρθρο 27ε

Απαιτήσεις για το διοικητικό όργανο παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων

1. Το διοικητικό όργανο ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων πρέπει ανά πάσα στιγμή να έχει καλή φήμη, να διαθέτει επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία και να αφιερώνει αρκετό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

Το διοικητικό όργανο πρέπει να διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων. Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση, ώστε να αμφισβητεί αποτελεσματικά τις αποφάσεις των ανώτερων στελεχών όποτε αυτό είναι αναγκαίο και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί η λήψη των αποφάσεων από τη διοίκηση, όταν είναι αναγκαίο.

Όταν ένας διαχειριστής αγοράς ζητεί άδεια λειτουργίας για Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. Σύμφωνα με το άρθρο 27γ και τα μέλη του διοικητικού οργάνου του Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., του Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή του Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. συμπίπτουν με τα μέλη του διοικητικού οργάνου της ρυθμιζόμενης αγοράς, τα πρόσωπα αυτά τεκμαίρεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου.

2. Ο πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ όλα τα μέλη του οικείου διοικητικού οργάνου και κάθε μεταβολή στα μέλη του, καθώς και τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης της οντότητας με την παράγραφο 1.

3. Το διοικητικό όργανο ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ορίζει και επιβλέπει την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση ενός οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στον οργανισμό και της αποτροπής των συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς και τα συμφέροντα των πελατών του.

4. Η ΕΑΚΑΑ αρνείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας εάν δεν έχει πειστεί ότι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες του παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι οι προτεινόμενες αλλαγές στο διοικητικό όργανο του παρόχου μπορεί να αποτελέσουν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση, το συμφέρον των πελατών και την ακεραιότητα της αγοράς.

5. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τους διαφορετικούς ρόλους και καθήκοντα των εν λόγω μελών και την ανάγκη αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη του διοικητικού οργάνου και τους χρήστες του Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Κεφάλαιο 2

ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ΚΑΙ Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.

Άρθρο 27στ

Οργανωτικές απαιτήσεις για τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.

1. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. διαθέτει κατάλληλες πολιτικές και ρυθμίσεις για τη δημοσίευση των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει των άρθρων 20 και 21 όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό υπό εύλογους εμπορικούς όρους. Οι πληροφορίες διατίθενται δωρεάν 15 λεπτά μετά τη δημοσίευσή τους από τον Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. διαδίδει αποτελεσματικά και με συνέπεια τις πληροφορίες αυτές, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ταχεία πρόσβαση στις πληροφορίες, χωρίς διακριτική μεταχείριση και σε μορφότυπο που διευκολύνει την ενοποίηση των πληροφοριών αυτών με παρόμοια δεδομένα από άλλες πηγές.

2. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται από έναν Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τον αναγνωριστικό κωδικό του χρηματοπιστωτικού μέσου,

β) την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή,

γ) τον όγκο της συναλλαγής,

δ) τη χρονική στιγμή της συναλλαγής,

ε) τη χρονική στιγμή αναφοράς της συναλλαγής,

στ) την ένδειξη συμβόλου τιμής της συναλλαγής,

ζ) τον κωδικό του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο εκτελέστηκε η συναλλαγή, τον κωδικό «SI» αν η συναλλαγή εκτελέστηκε μέσω συστηματικού εσωτερικοποιητή, ή διαφορετικά τον κωδικό «OTC»,

η) αν συντρέχει περίπτωση, μια ένδειξη ότι η συναλλαγή υπόκειται σε συγκεκριμένους όρους.

3. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις, σχεδιασμένες για την αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων με τους πελάτες του. Ιδίως, ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. που είναι επίσης διαχειριστής αγοράς ή επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται όλες τις συλλεγόμενες πληροφορίες κατά τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις, εφαρμόζει δε και διατηρεί κατάλληλες ρυθμίσεις διαχωρισμού των διαφορετικών επιχειρηματικών λειτουργιών.

4. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας σχεδιασμένους για τη διασφάλιση των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των δεδομένων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης, και την αποτροπή της διαρροής των πληροφοριών πριν τη δημοσίευση. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. διατηρεί επαρκείς πόρους και διαθέτει εφεδρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να παρέχει και να διατηρεί τις υπηρεσίες του ανά πάσα στιγμή.

5. Ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. διαθέτει συστήματα που να μπορούν να ελέγχουν αποτελεσματικά αν οι αναφορές συναλλαγών είναι πλήρεις, να εντοπίζουν παραλείψεις και εμφανή σφάλματα και να ζητούν την εκ νέου διαβίβαση τυχόν εσφαλμένων αναφορών.

6. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό κοινών μορφοτύπων, προτύπων και τεχνικών ρυθμίσεων που να διευκολύνουν την ενοποίηση των πληροφοριών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7. Ανατίθεται στην Επιτροπή αρμοδιότητα για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 50, για τον καθορισμό της έννοιας της εύλογης εμπορικής βάσης για τη δημοσίευση των πληροφοριών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

8. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τα εξής:

α) τα μέσα με τα οποία οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. μπορούν να συμμορφώνονται με την υποχρέωση πληροφόρησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1,

β) το περιεχόμενο των πληροφοριών που δημοσιεύονται βάσει της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η δημοσίευση των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου,

γ) τις συγκεκριμένες οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3, 4 και 5.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 27ζ

Οργανωτικές απαιτήσεις για τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.

1. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. διαθέτει κατάλληλες πολιτικές και ρυθμίσεις για να συγκεντρώνει τις δημοσιευμένες πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 20, να τις ενοποιεί σε μια συνεχή ροή ηλεκτρονικών δεδομένων και να τις καθιστά διαθέσιμες στο κοινό όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό υπό εύλογους εμπορικούς όρους.

Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες λεπτομέρειες:

α) τον αναγνωριστικό κωδικό του χρηματοπιστωτικού μέσου,

β) την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή,

γ) τον όγκο της συναλλαγής,

δ) τη χρονική στιγμή της συναλλαγής,

ε) τη χρονική στιγμή αναφοράς της συναλλαγής,

στ) την ένδειξη συμβόλου τιμής της συναλλαγής,

ζ) τον κωδικό του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο εκτελέστηκε η συναλλαγή, τον κωδικό «SI» αν η συναλλαγή εκτελέστηκε μέσω συστηματικού εσωτερικοποιητή, ή διαφορετικά τον κωδικό «OTC»,

η) όπου έχει εφαρμογή, τον προσδιορισμό του γεγονότος ότι υπολογιστικός αλγόριθμος στο εσωτερικό της επιχείρησης επενδύσεων είναι υπεύθυνος για την επενδυτική απόφαση και την εκτέλεση της συναλλαγής,

θ) αν συντρέχει περίπτωση, μια ένδειξη ότι η συναλλαγή υπόκειται σε συγκεκριμένους όρους,

ι) αν η υποχρέωση δημοσιοποίησης των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 έχει αρθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β), ένδειξη για το σε ποια από τις εξαιρέσεις αυτές είχε υπαχθεί η εν λόγω συναλλαγή.

Οι πληροφορίες διατίθενται δωρεάν 15 λεπτά μετά τη δημοσίευσή τους από τον Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. είναι σε θέση να διαδίδει αποτελεσματικά και με συνέπεια τις πληροφορίες αυτές, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ταχεία πρόσβαση στις πληροφορίες, χωρίς διακριτική μεταχείριση και σε μορφοτύπους που είναι εύκολα προσβάσιμοι και εύχρηστοι για τους συμμετέχοντες στην αγορά.

2. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. διαθέτει κατάλληλες πολιτικές και ρυθμίσεις για να συγκεντρώνει τις δημοσιευμένες πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 10 και το άρθρο 21, να τις ενοποιεί σε μια συνεχή ροή ηλεκτρονικών δεδομένων και να τις καθιστά διαθέσιμες στο κοινό όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό υπό εύλογους εμπορικούς όρους, συμπεριλαμβάνοντας τουλάχιστον τις ακόλουθες λεπτομέρειες:

α) τον αναγνωριστικό κωδικό του χρηματοπιστωτικού μέσου,

β) την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή,

γ) τον όγκο της συναλλαγής,

δ) τη χρονική στιγμή της συναλλαγής,

ε) τη χρονική στιγμή αναφοράς της συναλλαγής,

στ) την ένδειξη συμβόλου τιμής της συναλλαγής,

ζ) τον κωδικό του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο εκτελέστηκε η συναλλαγή, τον κωδικό «SI» αν η συναλλαγή εκτελέστηκε μέσω συστηματικού εσωτερικοποιητή, ή διαφορετικά τον κωδικό «OTC»,

η) αν συντρέχει περίπτωση, μια ένδειξη ότι η συναλλαγή υπόκειται σε συγκεκριμένους όρους.

Οι πληροφορίες διατίθενται δωρεάν 15 λεπτά μετά τη δημοσίευσή τους από τον Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. είναι σε θέση να διαδίδει αποτελεσματικά και με συνέπεια τις πληροφορίες αυτές, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ταχεία πρόσβαση στις πληροφορίες, χωρίς διακριτική μεταχείριση και σε γενικά αποδεκτούς μορφοτύπους που είναι διαλειτουργικοί, εύκολα προσβάσιμοι και εύχρηστοι για τους συμμετέχοντες στην αγορά.

3. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. διασφαλίζει ότι τα παρεχόμενα δεδομένα ενοποιούνται από όλες τις ρυθμιζόμενες αγορές, τους ΠΜΔ, τους ΜΟΔ και τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που καθορίζονται με ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα βάσει της παραγράφου 8 στοιχείο γ).

4. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις, σχεδιασμένες για την αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων. Ιδίως, ο διαχειριστής αγοράς ή ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., που διαχειρίζεται παράλληλα και ενοποιημένο δελτίο, επεξεργάζεται όλες τις συγκεντρωμένες πληροφορίες με τρόπο που να μην εισάγει διακρίσεις και θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικές ρυθμίσεις για τον διαχωρισμό των διαφορετικών επιχειρηματικών λειτουργιών.

5. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας σχεδιασμένους για τη διασφάλιση των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των δεδομένων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης. Ο Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. διατηρεί επαρκείς πόρους και διαθέτει εφεδρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να παρέχει και να διατηρεί τις υπηρεσίες του ανά πάσα στιγμή.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό προτύπων δεδομένων και μορφοτύπων για τις πληροφορίες προς δημοσίευση σύμφωνα με τα άρθρα 6, 10, 20 και 21, συμπεριλαμβανομένων του αναγνωριστικού κωδικού του χρηματοπιστωτικού μέσου, της τιμής, της ποσότητας, της χρονικής στιγμής, της ένδειξης συμβόλου τιμής, του αναγνωριστικού κωδικού του τόπου και ενδείξεων για τους συγκεκριμένους όρους στους οποίους υπόκεινται οι συναλλαγές, καθώς επίσης τεχνικές ρυθμίσεις προώθησης της αποτελεσματικής και συνεπούς διάδοσης των πληροφοριών με τρόπο που να διασφαλίζεται η εύκολη πρόσβαση και χρήση για τους συμμετέχοντες στην αγορά, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού πρόσθετων υπηρεσιών τις οποίες ο 2017- θα μπορούσε να εκτελέσει, αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα της αγοράς.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89, όσον αφορά την αποσαφήνιση της έννοιας των εύλογων εμπορικών όρων για την παροχή πρόσβασης σε ροές δεδομένων, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

7. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τα εξής:

α) τα μέσα με τα οποία οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. μπορούν να συμμορφώνονται προς την υποχρέωση πληροφόρησης, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2,

β) το περιεχόμενο των πληροφοριών που δημοσιεύονται βάσει των παραγράφων 1 και 2,

γ) τα δεδομένα χρηματοπιστωτικών μέσων που πρέπει να παρέχονται στη ροή δεδομένων και, για τα μη μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα, τους τόπους διαπραγμάτευσης και τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. που πρέπει να περιληφθούν,

δ) άλλα μέσα που να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα που δημοσιεύονται από διαφορετικούς Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. είναι συνεπή και επιτρέπουν τη διεξοδική αντιστοίχιση και διασταύρωση με παρόμοια δεδομένα από άλλες πηγές και, επίσης, είναι δυνατή η άθροισή τους σε επίπεδο Ένωσης,

ε) τις συγκεκριμένες οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 27η

Οργανωτικές απαιτήσεις για τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.

1. Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. διαθέτει κατάλληλες πολιτικές και ρυθμίσεις για την υποβολή των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 26 το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται εκείνης κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή.

2. Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις, σχεδιασμένες για την αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων με τους πελάτες του. Ιδίως, ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. που είναι επίσης διαχειριστής αγοράς ή επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται όλες τις συλλεγόμενες πληροφορίες κατά τρόπο που να μην εισάγει διακρίσεις, και εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλες ρυθμίσεις διαχωρισμού των διαφορετικών επιχειρηματικών λειτουργιών.

3. Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. διαθέτει ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας σχεδιασμένους για τη διασφάλιση και την εξακρίβωση της γνησιότητας των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των δεδομένων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και την αποφυγή της διαρροής των πληροφοριών, διατηρώντας πάντοτε την εμπιστευτικότητα των στοιχείων. Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. διατηρεί επαρκείς πόρους και διαθέτει εφεδρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να παρέχει και να διατηρεί τις υπηρεσίες του ανά πάσα στιγμή.

4. Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. διαθέτει συστήματα που να μπορούν να ελέγχουν αποτελεσματικά αν οι αναφορές συναλλαγών είναι πλήρεις, να εντοπίζουν παραλείψεις και εμφανή σφάλματα που προκαλούνται από την επιχείρηση επενδύσεων και, όπου υπάρχουν τέτοια σφάλματα ή παραλείψεις, να κοινοποιούν στην επιχείρηση επενδύσεων τις σχετικές λεπτομέρειες για τα σφάλματα ή τις παραλείψεις και να ζητούν την εκ νέου διαβίβαση τυχόν εσφαλμένων αναφορών.

Ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. διαθέτει συστήματα που να του επιτρέπουν να εντοπίζει σφάλματα ή παραλείψεις που προκαλούνται από τον ίδιο τον Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. και να μπορεί ο Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. να διορθώνει και να διαβιβάζει ή να διαβιβάζει εκ νέου, ανάλογα με την περίπτωση, ορθές και πλήρεις εκθέσεις συναλλαγών στην αρμόδια αρχή.

5. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τα εξής:

α) τα μέσα με τα οποία οι Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. μπορούν να συμμορφώνονται με την υποχρέωση πληροφόρησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, και

β) τις συγκεκριμένες οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(31)Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος Τίτλος VΙα:

«ΤΙΤΛΟΣ VIα

Εξουσίες και αρμοδιότητες της ΕΑΚΑΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Άρθρο 38 a

Άσκηση των εξουσιών της ΕΑΚΑΑ

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 38β έως 38δ δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 38β

Αίτηση παροχής πληροφοριών

1. Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)    Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ., επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τόπο διαπραγμάτευσης για να εκτελεί τις υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων ενός Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ., καθώς και τα πρόσωπα που τους ελέγχουν ή ελέγχονται από αυτούς·

   β) τους διαχειριστές των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ) τους ελεγκτές και συμβούλους των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

2. Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ) αναφέρει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 38ε όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της παραγράφου 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ:

α) παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β) δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ) καθορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ) καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε) επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 38ζ στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ) επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 38στ, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

ζ) αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5. Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση πληροφοριών.

Άρθρο 38γ

Γενικές έρευνες

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38β παράγραφος 1. Για αυτόν τον σκοπό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α) να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β) να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ) να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 38β παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ) να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε) να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 38θ σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 38β παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 38η, σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 38β παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 38β παράγραφος 1 οφείλουν να υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 38θ, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4. Εγκαίρως πριν από την έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5. Εάν για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από δικαστική αρχή σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει μια αίτηση για τη χορήγηση άδειας για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α) αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β) ότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 38δ

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των κατά το άρθρο 38β παράγραφος 1 προσώπων.

2. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 38β παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3. Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 38ζ, εφόσον τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση.

5. Τα κατά το άρθρο 38β παράγραφος 1 πρόσωπα υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 38θ, τα ένδικα μέσα που διατίθενται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους δύνανται επίσης να παρίστανται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

7. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 38β παράγραφος 1.

8. Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9. Εάν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10. Όταν μια εθνική δικαστική αρχή η οποία λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 38ε

Ανταλλαγή πληροφοριών

Η ΕΑΚΑΑ και οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 38στ

Επαγγελματικό απόρρητο

Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 76 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εφαρμόζεται στην ΕΑΚΑΑ και σε όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή που έχουν εργαστεί για την ΕΑΚΑΑ ή για οιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο η ΕΑΚΑΑ έχει αναθέσει καθήκοντα, περιλαμβανομένων των επιθεωρητών και των εμπειρογνωμόνων που προσλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 38ζ

Εποπτικά μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1. Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο που παρατίθεται στο άρθρο 38α παράγραφος 1 στοιχείο α) έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στον τίτλο IVα, αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α) εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει την παράβαση·

β) εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με τα άρθρα 38η και 38θ·

γ) εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2. Όταν αναλαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 δράσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β) αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

γ) το κατά πόσον η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

δ) τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε) τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ) τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών·

ζ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η) το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·

θ) τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι) τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την παράβαση από τον υπαίτιο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι είναι δυνατόν το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 38η

Πρόστιμα

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 38ια παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στον τίτλο IVα, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2. Το ανώτατο ύψος του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι 200 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα.

3. Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 38ζ παράγραφος 2.

Άρθρο 38θ

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α) πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση, κατ’ εφαρμογή απόφασης που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 38β παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β) ένα πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 38β παράγραφος 1:

–να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 38β·

–να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 38γ·

–να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 38δ.

2. Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 38ι

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 38η και 38θ, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η κοινοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 38η και 38θ είναι διοικητικής φύσης.

3. Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4. Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 38η και 38θ είναι εκτελεστά.

5. Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος στο οποίο λαμβάνει χώρα.

6. Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 38ια

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τη λήψη εποπτικών μέτρων και την επιβολή προστίμων

1. Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη περιστατικών που μπορεί να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στον τίτλο IVα, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην εποπτεία ή στη διαδικασία αδειοδότησης του σχετικού παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από την ΕΑΚΑΑ.

2. Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν οιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στην ΕΑΚΑΑ.

3. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας δύναται να ασκεί το δικαίωμα να υποβάλλει αίτημα για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 38β και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 38γ και 38δ.

4. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις εποπτικές δραστηριότητές της.

5. Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6. Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα.

7. Όταν υποβάλλει τον φάκελο των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει σχετικώς τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8. Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 38ιβ, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στον τίτλο IVα και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 38ιγ.

9. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ.

10. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 50, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], που καθορίζουν περαιτέρω τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

11. Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 38ιβ

Ακρόαση των ενδιαφερόμενων προσώπων

1. Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης δυνάμει των άρθρων 38ζ, 38η και 38θ, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης, σχετικά με τα πορίσματά της, στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει εάν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα να παρουσιαστούν σε ακρόαση το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε έρευνα. Τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στο φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 38ιγ

Επανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 38ιδ

Τέλη αδειοδότησης και εποπτικά τέλη

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες της ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία ενδέχεται να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 38ιε.

2. Το ύψος ενός τέλους που επιβάλλεται σε έναν συγκεκριμένο πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες σε σχέση με το ενημερωτικό δελτίο, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων τους, που συνέταξε ο εν λόγω εκδότης, ο προσφέρων ή το πρόσωπο που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Πρέπει να είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εκδότη, του προσφέροντα ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 50, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], για να καθορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 38ιε

Ανάθεση καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις αρμόδιες αρχές

1. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 38β, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 38γ και το άρθρο 38δ.

2. Πριν από την ανάθεση καθήκοντος η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με τη σχετική αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α) το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β) το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος· και

γ) τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3. Σύμφωνα με τον κανονισμό περί τελών που εξέδωσε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 38ιδ παράγραφος 3, η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων.

4. Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

(32)5. Η ανάθεση καθηκόντων δεν επηρεάζει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητά της να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα.»· Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 27γ, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10 και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10 και 12 ανατίθεται επ’ αόριστον από τις 2 Ιουλίου 2014.»·

β)στην παράγραφο 3, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 5, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 27γ, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10 και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10 και 12 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

γ)στην παράγραφο 5, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 9, το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 13 παράγραφος 2, το άρθρο 15 παράγραφος 5, το άρθρο 17 παράγραφος 3, το άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 27γ, το άρθρο 31 παράγραφος 4, το άρθρο 40 παράγραφος 8, το άρθρο 41 παράγραφος 8, το άρθρο 42 παράγραφος 7, το άρθρο 45 παράγραφος 10 και το άρθρο 52 παράγραφοι 10 ή 12 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημέρωσαν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις.»·

(33)Στο άρθρο 52, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 13 και 14:

«13.    Η Επιτροπή υποβάλλει, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία των ενοποιημένων δελτίων παρακολούθησης που καθιερώνονται σύμφωνα με τον τίτλο IVα. Η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 27δ παράγραφος 1 υποβάλλεται έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 27δ παράγραφος 2 υποβάλλεται έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2021.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αξιολογούν τη λειτουργία του ενοποιημένου δελτίου παρακολούθησης με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α)    διαθεσιμότητα και επικαιρότητα μεταδιαπραγματευτικών πληροφοριών σε ενοποιημένη μορφή, που να καλύπτουν όλες τις συναλλαγές ανεξαρτήτως του αν διενεργήθηκαν σε τόπους διαπραγμάτευσης ή όχι,

β)    διαθεσιμότητα και επικαιρότητα του συνόλου ή μέρους των μεταδιαπραγματευτικών πληροφοριών υψηλής ποιότητας, σε μορφές που τις καθιστούν προσιτές και εύχρηστες για τους συμμετέχοντες στην αγορά και διαθέσιμες υπό εύλογους εμπορικούς όρους.

Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. δεν διέθεσαν τις πληροφορίες με τρόπο που να ανταποκρίνεται στα κριτήρια του δευτέρου εδαφίου, η Επιτροπή επισυνάπτει αίτημα στην έκθεσή της προς την ΕΑΚΑΑ για την έναρξη διαδικασίας με διαπραγμάτευση για τον καθορισμό, μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων που θα διεξαγάγει η ΕΑΚΑΑ, της εμπορικής οντότητας που θα διαχειρίζεται το ενοποιημένο δελτίο. Η ΕΑΚΑΑ κινεί τη διαδικασία αφού λάβει το αίτημα από την Επιτροπή, υπό τους όρους που περιλαμβάνονται στο εν λόγω αίτημα και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (**).

14.    Η Επιτροπή, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας που περιγράφεται στην παράγραφο 13, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50, με τον καθορισμό μέτρων τα οποία:

α)    προβλέπουν τη διάρκεια της σύμβασης της εμπορικής οντότητας που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο και τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την ανανέωση της σύμβασης και την έναρξη νέας διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων,

β)    προβλέπουν ότι η εμπορική οντότητα που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο το πράττει με αποκλειστικότητα και ότι καμία άλλη οντότητα δεν λαμβάνει άδεια ως Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. σύμφωνα με το άρθρο 27α,

γ)    εξουσιοδοτούν την ΕΑΚΑΑ να εξασφαλίσει την τήρηση των όρων προσφοράς από την εμπορική οντότητα που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο και έχει οριστεί μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων,

δ)    εξασφαλίζουν ότι οι μεταδιαπραγματευτικές πληροφορίες που παρέχονται από την εμπορική οντότητα που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο είναι υψηλής ποιότητας, σε μορφές που επιτρέπουν την εύκολη πρόσβαση και χρήση τους από τους συμμετέχοντες στην αγορά, και σε ενοποιημένη μορφή που καλύπτει ολόκληρη την αγορά,

ε)    εξασφαλίζουν ότι οι μεταδιαπραγματευτικές πληροφορίες παρέχονται υπό εύλογους εμπορικούς όρους, τόσο σε ενοποιημένη όσο και μη ενοποιημένη μορφή, και ανταποκρίνονται στις ανάγκες των χρηστών των πληροφοριών αυτών σε ολόκληρη την Ένωση,

στ)    εξασφαλίζου ν ότι οι τόποι διαπραγμάτευσης και οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. θέτουν τα δεδομένα των διαπραγματεύσεων στη διάθεση της εμπορικής οντότητας που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο και έχει οριστεί μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων εκτελούμενης από την ΕΑΚΑΑ, με εύλογο κόστος,

ζ)    καθορίζουν ρυθμίσεις για την περίπτωση που η εμπορική οντότητα που διαχειρίζεται ενοποιημένο δελτίο και έχει οριστεί μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων δεν πληροί τους όρους της προσφοράς,

η)    καθορίζουν ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. που αδειοδοτούνται δυνάμει του άρθρου 27α μπορούν να συνεχίσουν να διαχειρίζονται ενοποιημένο δελτίο όταν δεν χρησιμοποιείται η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ή όταν δεν ορίζεται οντότητα μέσω της διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων, μέχρι να ολοκληρωθεί η νέα διαδικασία δημόσιων συμβάσεων και να οριστεί εμπορική οντότητα για τη διαχείριση ενοποιημένου δελτίου.

*    Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

**    Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).»·

(34)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 54α και 54β:

«Άρθρο 54a
Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ΕΑΚΑΑ

1. Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές δυνάμει του άρθρου 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ παύουν να ισχύουν στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τις εν λόγω αρμοδιότητες και καθήκοντα την ίδια ημερομηνία.

2. Τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, η αίτηση για τη χορήγηση άδειας που έχει ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 30 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] δεν μεταβιβάζεται στην ΕΑΚΑΑ, και η απόφαση για καταχώριση ή άρνηση καταχώρισης λαμβάνεται από την οικεία αρχή.

3. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διασφαλίζουν ότι οιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ, το ταχύτερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση από τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής στον τομέα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

4. Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5. Κάθε χορήγηση άδειας παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων που χορηγείται από αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 54β
Σχέσεις με ελεγκτές

1.    Κάθε πρόσωπο που έχει λάβει άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*), το οποίο εκτελεί σε πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων τα καθήκοντα του άρθρου 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή του άρθρου 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή οποιαδήποτε άλλη εκ του νόμου προβλεπόμενη αποστολή, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως στην ΕΑΚΑΑ κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με την εν λόγω επιχείρηση της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του και η οποία ενδέχεται:

α)     να συνιστά σοβαρή παραβίαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων,

β)     να θίξει τη συνέχιση της λειτουργίας του παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων·

γ)     να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων.

Το πρόσωπο αυτό υποχρεούται επίσης να αναφέρει τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του πρώτου εδαφίου σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στον οποίο επιτελεί επίσης ελεγκτική αποστολή.

2.      Η καλόπιστη αναφορά στις αρμόδιες αρχές, από πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ, γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, δεν αποτελεί παράβαση συμβατικών ή νομικών περιοριστικών διατάξεων σχετικών με αποκάλυψη πληροφοριών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.

*    Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).».

Άρθρο 7

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 τροποποιείται ως εξής:

(1)το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 10) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10)    «αρμόδια αρχή»: κάθε αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και η) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·»·

β)το σημείο 11) απαλείφεται·

(2)στο άρθρο 3 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Η ΕΑΚΑΑ τηρεί κεντρικό δημόσιο μητρώο στο οποίο προσδιορίζεται κάθε ΕΜΕΚ που έχει λάβει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού και ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ. Το μητρώο καθίσταται διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή.»·

(3)το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ΕΜΕΚ υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ.»·

ii)στο δεύτερο εδάφιο, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)    κατάλογο των κρατών μελών στα οποία το ΕΜΕΚ προορίζεται να διατεθεί στην αγορά.»·

iii)το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητεί διευκρινίσεις και πληροφορίες σχετικά με την τεκμηρίωση και τις παρεχόμενες πληροφορίες που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο.»·

β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μόνον οι ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχουν λάβει άδεια δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ μπορούν να υποβάλλουν αίτηση στην ΕΑΚΑΑ για να λάβουν έγκριση για τη διαχείριση ενός ΕΜΕΚ για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση για χορήγηση άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 1.»·

ii)το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή για τον ΔΟΕΕ της ΕΕ διευκρινίσεις και πληροφορίες σχετικά με τα έγγραφα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο ή βεβαίωση για το αν τα ΕΜΕΚ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της άδειας του ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαχειρίζεται ΟΕΕ. Η αρμόδια αρχή για τον ΔΟΕΕ της ΕΕ απαντά μέσα σε 10 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την αίτηση που υπέβαλε η ΕΑΚΑΑ.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις στα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 κοινοποιούνται αμελλητί στην ΕΑΚΑΑ.»·

δ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.    Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 3, οι ΟΕΕ της ΕΕ των οποίων η νομική μορφή επιτρέπει εσωτερική διαχείριση και των οποίων το όργανο διοίκησης αποφασίζει να μην ορίσει εξωτερικό ΔΟΕΕ υποβάλλουν ταυτόχρονα αιτήσεις για άδεια ΕΜΕΚ στην ΕΑΚΑΑ δυνάμει του παρόντος κανονισμού και για άδεια ΔΟΕΕ δυνάμει της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Η αίτηση άδειας ΕΜΕΚ υπό εσωτερική διαχείριση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)    τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα του κεφαλαίου·

β)    πληροφορίες για την ταυτότητα του θεματοφύλακα·

γ)    περιγραφή των πληροφοριών που θα τεθούν στη διάθεση των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των ρυθμίσεων σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών που υποβάλλονται από ιδιώτες επενδυτές·

ε)    κατάλογο των κρατών μελών στα οποία το ΕΜΕΚ προορίζεται να διατεθεί στην αγορά·

στ)    τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει τον ΟΕΕ της ΕΕ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής πλήρους αίτησης αν χορηγήθηκαν οι άδειες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.»·

ε)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:

«6. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία το ΕΜΕΚ προορίζεται να διατίθεται εμπορικά, τις άδειες που χορηγούνται δυνάμει του άρθρου 6, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2.

7. Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 περιλαμβάνει τις εξής πληροφορίες:

α)    την ταυτότητα του διαχειριστή του ΕΜΕΚ, του ΕΜΕΚ και του κράτους μέλους στο οποίο το ΕΜΕΚ έχει την καταστατική του έδρα ή τα κεντρικά γραφεία του·

β)    τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ·

γ)    την ταυτότητα του θεματοφύλακα του ΕΜΕΚ·

δ)    περιγραφή των πληροφοριών που θα τεθούν στη διάθεση των επενδυτών·

ε)    περιγραφή των ρυθμίσεων σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών που υποβάλλουν ιδιώτες επενδυτές·

στ)    το ενημερωτικό δελτίο και, ανάλογα με την περίπτωση, το έγγραφο βασικών πληροφοριών που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014·

ζ)    πληροφορίες σχετικά με τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 26.»·

(4)το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 έως 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    ΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνει άδεια ως ΕΜΕΚ μόνο αν η ΕΑΚΑΑ:

α)    πειστεί ότι ο ΟΕΕ της ΕΕ είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)    έχει εγκρίνει την αίτηση ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ για τη διαχείριση του ΕΜΕΚ, τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα του κεφαλαίου και την εκλογή του θεματοφύλακα

2.    Σε περίπτωση που ένας ΟΕΕ της ΕΕ υποβάλει αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ χορηγεί άδεια στον ΟΕΕ της ΕΕ ως ΕΜΕΚ μόνον εφόσον:

α)    πειστεί ότι ο ΟΕΕ της ΕΕ συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

β)    πειστεί ότι ο ΟΕΕ της ΕΕ συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

γ)    έχει εγκρίνει τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα του κεφαλαίου, καθώς και την εκλογή του θεματοφύλακα.

3.    Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να αρνηθεί να εγκρίνει την αίτηση του ΔΟΕΕ της ΕΕ για τη διαχείριση ΕΜΕΚ μόνον αν ο ΔΟΕΕ της ΕΕ:

α)    δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

β)    δεν συμμορφώνεται με την οδηγία 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τα ΕΜΕΚ που σκοπεύει να διαχειριστεί·

γ)    δεν έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή του ΔΟΕΕ της ΕΕ να διαχειρίζεται ΟΕΕ που ακολουθούν επενδυτικές στρατηγικές του είδους που καλύπτει ο παρών κανονισμός·

δ)    δεν έχει υποβάλει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 ή διευκρίνιση ή πληροφορία που ζητήθηκε βάσει του εν λόγω άρθρου.

Πριν από την απόρριψη έγκρισης αίτησης, η ΕΑΚΑΑ διεξάγει διαβούλευση με την αρμόδια αρχή για τον ΔΟΕΕ της ΕΕ.»·

β)η παράγραφος 4 διαγράφεται·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.    Η ΕΑΚΑΑ γνωστοποιεί στον ΟΕΕ της ΕΕ τον λόγο για τον οποίο αρνείται να του χορηγήσει άδεια ΕΜΕΚ.»·

δ)οι παράγραφοι 6 και 7 διαγράφονται·

(5)παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 6α:

«Άρθρο 6a

Ανάκληση της άδειας

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την άδεια για ΕΜΕΚ όταν ο διαχειριστής του εν λόγω ΕΜΕΚ πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)    ο διαχειριστής έχει ρητώς παραιτηθεί ή δεν έχει κάνει χρήση της άδειας εντός έξι μηνών μετά τη χορήγηση της άδειας·

β)    ο διαχειριστής απέκτησε την άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οιονδήποτε άλλο παράτυπο τρόπο·

γ)    το ΕΜΕΚ δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδειά του·

2. Η ανάκληση της άδειας έχει άμεση ισχύ σε ολόκληρη την Ένωση.»·

(6)στο άρθρο 7 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ είναι υπεύθυνος για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό και με τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ όσον αφορά το ΕΜΕΚ. Ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ είναι επίσης υπεύθυνος για απώλειες ή ζημίες που απορρέουν από τη μη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό.»·

(7)στο άρθρο 17 παράγραφος 1 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ημερομηνία που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά των περιουσιακών στοιχείων που πρόκειται να επενδυθούν από το ΕΜΕΚ και δεν υπερβαίνει είτε τα πέντε έτη μετά την ημερομηνία της άδειας ΕΜΕΚ είτε το ήμισυ της διάρκειας του ΕΜΕΚ όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3, ανάλογα με το ποια χρονική περίοδος είναι συντομότερη. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν υποβολής δεόντως αιτιολογημένου επενδυτικού σχεδίου, μπορεί να εγκρίνει την παράταση της προθεσμίας αυτής έως το πολύ ένα έτος ακόμα.»·

(8)στο άρθρο 18 παράγραφος 2 το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    κατά την αδειοδότηση και σε όλη τη διάρκεια του ΕΜΕΚ, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ μπορεί να αποδεικνύει στην ΕΑΚΑΑ ότι υπάρχει κατάλληλο σύστημα διαχείρισης ρευστότητας και εφαρμόζονται αποτελεσματικές διαδικασίες παρακολούθησης του κινδύνου ρευστότητας του ΕΜΕΚ, που εντάσσονται στη μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική του ΕΜΕΚ και την προτεινόμενη πολιτική εξαγορών·»·

(9)στο άρθρο 21 η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ένα ΕΜΕΚ εκδίδει αναλυτικό χρονοδιάγραμμα για την ορθή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του, προκειμένου να εξαγοράσει μερίδια ή μετοχές επενδυτών μετά τη λήξη του ΕΜΕΚ, και το κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ το αργότερο ένα έτος πριν από τη λήξη του ΕΜΕΚ.»·

(10)στο άρθρο 23 παράγραφος 3 το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)    οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που θεωρείται από την ΕΑΚΑΑ σχετική για την εφαρμογή της παραγράφου 2.»·

(11)στο άρθρο 24 η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Κάθε ΕΜΕΚ διαβιβάζει το ενημερωτικό δελτίο του και κάθε τροποποίηση που γίνεται σε αυτό, καθώς και την ετήσια έκθεσή του, στην ΕΑΚΑΑ. Το ΕΜΕΚ παρέχει, μετά από σχετικό αίτημα, τα έγγραφα αυτά στην αρμόδια αρχή για τον διαχειριστή του ΕΜΕΚ. Το ΕΜΕΚ παρέχει τα έγγραφα αυτά μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την ΕΑΚΑΑ και την αρμόδια αρχή για τον διαχειριστή του ΕΜΕΚ.»·

(12)Στο άρθρο 28, προστίθεται παράγραφος 3:

«3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 36α, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος], προκειμένου να διευκρινίσει την εσωτερική διαδικασία για την εκτίμηση αν το ΕΜΕΚ είναι κατάλληλο για εμπορική διάθεση στους ιδιώτες επενδυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εξασφαλίζοντας συνέπεια με τις διατάξεις όσον αφορά την αξιολόγηση της καταλληλότητας και της σκοπιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 25 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ*.

___________________________________

* Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).»·

(13)τα άρθρα 31, 32, 33 και 34 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 31

Εμπορική διάθεση μεριδίων ή μετοχών ΕΜΕΚ

Ο διαχειριστής ενός ΕΜΕΚ πρέπει να είναι σε θέση να προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές του εν λόγω ΕΜΕΚ αμέσως μόλις ο διαχειριστής ενημερωθεί από την ΕΑΚΑΑ για την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6.

«Άρθρο 32

Εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ

1.    Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε συνεχή βάση.

2.    Η ΕΑΚΑΑ εποπτεύει τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ, καθώς και προς και τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο ενημερωτικό δελτίο, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό.

3.    Για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, και με σκοπό τη διασφάλιση υψηλών προτύπων εποπτείας, η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει όλη την οικεία ενωσιακή νομοθεσία και, στην περίπτωση που η εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη.

4.    Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι ή προωθούνται εμπορικά στην επικράτειά τους, για να επιβεβαιώνουν ότι αυτοί δεν χρησιμοποιούν την ονομασία «ΕΜΕΚ» ούτε υπονοούν ότι είναι ΕΜΕΚ παρά μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Όταν αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οργανισμός συλλογικών επενδύσεων χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό «ΕΜΕΚ» ή υπονοεί ότι είναι ΕΜΕΚ χωρίς να έχει λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ.

«Άρθρο 33

Άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 34, 34α και 34β

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε από τους υπαλλήλους της ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 34, 34α και 34β δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 34

Αιτήσεις παροχής πληροφοριών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

   α)    τους διαχειριστές των ΕΜΕΚ·

   β)    τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαχείριση των ΕΜΕΚ·

   γ)    τρίτους στους οποίους ο διαχειριστής ενός ΕΜΕΚ έχει αναθέσει καθήκοντα·

   δ)    πρόσωπα που έχουν άλλη στενή και ουσιαστική σχέση ή σύνδεση με τη διαχείριση ΕΜΕΚ.

2.    Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ)    περιλαμβάνει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ)    αναφέρει το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 35α όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ)    τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35β στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ)    αναφέρει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 35α παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 35α παράγραφος 2 στοιχείο ιδ), στην περίπτωση όταν οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

ζ)    αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.    Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία αφορά η αίτηση παροχής πληροφοριών.»·

(14)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 34α, 34β, 34γ και 34δ:

«Άρθρο 34 a

Γενικές έρευνες

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34 παράγραφος 1. Για αυτόν τον σκοπό, οι υπάλληλοί της και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α)    να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β)    να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)    να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)    να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε)    να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση αναφέρονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35β σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 35α παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 35α παράγραφος 2 στοιχείο ιε), σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 υποβάλλονται στις έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.    Εγκαίρως πριν από την έρευνα, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5.    Εάν για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από δικαστική αρχή σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6.    Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α) αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β) ότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 34β

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1.

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και ακίνητα των νομικών προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 34α παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3.    Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4. Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35β, εφόσον τα οικεία πρόσωπα αρνούνται να υποβληθούν στην επιθεώρηση.

5.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 υποβάλλονται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35β, τα ένδικα μέσα που διατίθενται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.    Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της εν λόγω αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

7.    Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 34α παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 34α παράγραφος 1.

8.    Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9.    Εάν απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10.    Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α) αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β) ότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 34γ

Ανταλλαγή πληροφοριών

Η ΕΑΚΑΑ και οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 34δ

Επαγγελματικό απόρρητο

1. Η υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για την ΕΑΚΑΑ, τις αρμόδιες αρχές και όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή εργάσθηκαν για την ΕΑΚΑΑ, για τις αρμόδιες αρχές ή για οιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο η ΕΑΚΑΑ έχει αναθέσει καθήκοντα, περιλαμβανομένων των επιθεωρητών και των εμπειρογνωμόνων που προσλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ. Οι πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο δεν κοινολογούνται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, εκτός εάν η εν λόγω κοινολόγηση είναι αναγκαία για νομικές διαδικασίες.

2.    Όλες οι πληροφορίες που, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, αποκτώνται από την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, ή ανταλλάσσονται μεταξύ τους, θεωρούνται εμπιστευτικές, εκτός αν η ΕΑΚΑΑ ή η αρμόδια αρχή δηλώνει κατά τον χρόνο της επικοινωνίας ότι οι πληροφορίες αυτές δύνανται να κοινολογούνται ή εάν η εν λόγω κοινολόγηση είναι αναγκαία για νομικές διαδικασίες.»·

(15)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο VΙα:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙα

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ»

(16)Το άρθρο 35 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 35

Εποπτικά μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1.    Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 35δ παράγραφος 8, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 35α παράγραφος 2, αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α)    ανακαλεί την άδεια ΕΜΕΚ·

β)    απαγορεύει προσωρινά στον διαχειριστή του ΕΜΕΚ την εμπορική προώθηση του ΕΜΕΚ σε ολόκληρη την Ένωση, έως τον τερματισμό της παράβασης·

γ)    εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει την παράβαση·

δ)    εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 35α·

ε)    εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2.    Όταν λαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α)    τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β)    αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να αποδοθεί στην παράβαση·

γ)    αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας·

δ)    τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε)    τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ)    τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών λιανικής·

ζ)    τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η)    το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο·

i)    τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι)    τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την παράβαση από τον υπεύθυνο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3.    Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που λήφθηκε βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι είναι δυνατόν το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(17)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 35α, 35β, 35γ, 35δ, 35ε, 35στ, 35ζ και 35η:

«Άρθρο 35 a

Πρόστιμα

1. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 8, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ο διαχειριστής ΕΜΕΚ, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 ή οργανισμός συλλογικών επενδύσεων έχουν διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2. Ο κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ο ακόλουθος:

α)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8·

β)    επένδυση, κατά παράβαση των άρθρων 9 έως 12, σε μη επιλέξιμες επενδύσεις·

γ)    σύνθεση και διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου κατά παράβαση των άρθρων 13 και 17 και μη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 14·

ε)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με τη συγκέντρωση που ορίζονται στο άρθρο 15·

στ)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων που ορίζονται στο άρθρο 16·

ζ)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με τις εξαγορές και τη διάρκεια ΕΜΕΚ που ορίζονται στο άρθρο 18·

η)    μη κοινοποίηση των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 3 και 4·

i)    μη προσφορά νέων μετοχών ή μεριδίων στους υπάρχοντες επενδυτές ΕΜΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2·

ι)    διάθεση, κατά παράβαση του άρθρου 21, των περιουσιακών στοιχείων του ΕΜΕΚ ή διανομή, κατά παράβαση του άρθρου 22, προσόδων και κεφαλαίου·

ια)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια που ορίζονται στα άρθρα 23 έως 25·

ιβ)    μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με την εμπορική προώθηση των μεριδίων ή μετοχών των ΕΜΕΚ που ορίζονται στα άρθρα 26 έως 31·

ιγ)    απόκτηση άδειας λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παράτυπο μέσο·

ιδ)    μη παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφοι 2 και 3 ή παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών ως απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών ή σε απόφαση·

ιε)    παράβαση του άρθρου 34α παράγραφος 1 στοιχείο γ) με παροχή ανακριβούς ή παραπλανητικής εξήγησης για γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και τον σκοπό μιας επιθεώρησης·

ιστ)    χρήση της ονομασίας «ΕΜΕΚ» χωρίς να έχει ληφθεί άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3. Το ποσό των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε 500 000 EUR κατ’ ελάχιστον και δεν υπερβαίνει τα 5 εκατ. EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ιστ) της παραγράφου 2.

4.    Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2.

5.     Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν ένα πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να ισούται τουλάχιστον προς το όφελος αυτό.

6.    Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μία εκ των παραβάσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 2, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 4 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 35β

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδική χρηματική ποινή, προκειμένου να υποχρεώσει:

α)    ένα πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση, σύμφωνα με απόφαση που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

β)    ένα πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1:

i) να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 34·

ii) να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 34α·

iii) να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 34β.

2.    Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.

4.    Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 35γ

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 35α και 35β, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

2.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 35α και 35β είναι διοικητικής φύσης.

3.    Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 35α και 35β είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος ή την τρίτη χώρα όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

4.    Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 35δ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τη λήψη εποπτικών μέτρων και την επιβολή προστίμων

1.    Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών που μπορεί να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 35α παράγραφος 2, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει ούτε πρέπει να έχει συμμετάσχει στην άμεση ή έμμεση εποπτεία ή διαδικασία καταχώρισης του σχετικού ΕΜΕΚ και ασκεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

2.    Ο πραγματογνώμονας ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

3.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας μπορεί να ασκεί την εξουσία να απαιτεί την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 34 και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 34α και 34β. Κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών, ο πραγματογνώμονας συμμορφώνεται με το άρθρο 33.

4.    Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5.    Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία τα υπό έρευνα πρόσωπα είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6.    Τα δικαιώματα υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων προσώπων διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7.    Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8.    Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 35ε, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 35α παράγραφος 2 και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 35 και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 35α.

9.    Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

10.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 36α, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], για να διευκρινίσει περαιτέρω τη διαδικασία για την άσκηση της εξουσίας επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, καθώς και λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών.

11.    Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 35ε

Ακρόαση των προσώπων τα οποία αφορά η διαδικασία

1.    Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης δυνάμει των άρθρων 35, 35α και 35β παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ βασίζει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 35 προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

2.    Τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται στις διαδικασίες διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στον φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν εκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 35στ

Επανεξέταση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.    

Άρθρο 35ζ

Τέλη αδειοδότησης και εποπτικά τέλη

1.    Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους διαχειριστές των ΕΜΕΚ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία των διαχειριστών ΕΜΕΚ και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία ενδέχεται να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 35η.

2.    Το ύψος του τέλους που χρεώνεται σε έναν συγκεκριμένο διαχειριστή ΕΜΕΚ πρέπει να καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητές της σε σχέση με την αδειοδότηση και την εποπτεία ενός διαχειριστή ΕΜΕΚ και ενός ΕΜΕΚ. Είναι ανάλογο με τα υπό διαχείριση του ΕΜΕΚ περιουσιακά στοιχεία και, κατά περίπτωση, με τα ίδια κεφάλαια του διαχειριστή του ΕΜΕΚ.

3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 36α, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], για να καθορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 35η

Ανάθεση καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις αρμόδιες αρχές

1.    Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση εποπτικού καθήκοντος, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα υποβολής αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 34, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 34α και το άρθρο 34β.

2.    Πριν από την ανάθεση καθήκοντος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α)    το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β)    το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του προς ανάθεση καθήκοντος·

γ)    τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3.    Σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 35ζ παράγραφος 3, η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης ανατεθέντων καθηκόντων.

4.    Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει την ανάθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση καθηκόντων μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

Η ανάθεση καθηκόντων δεν επηρεάζει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα. Οι δυνάμει του παρόντος κανονισμού εποπτικές αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων καταχώρισης, των τελικών αξιολογήσεων και των επακόλουθων αποφάσεων σχετικά με παραβάσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο ανάθεσης.»·

(18)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 36α και 36β:

«Άρθρο 36 a

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στo άρθρo 28 παράγραφος 3, το άρθρο 35δ παράγραφος 10 και το άρθρο 35ζ παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστη χρονική περίοδο από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος].

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στo άρθρo 28 παράγραφος 3, το άρθρο 35δ παράγραφος 10 και το άρθρο 35ζ παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.    Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή συμβουλεύεται εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

5.    Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.    Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τo άρθρo 28 παράγραφος 3, το άρθρο 35δ παράγραφος 10 και το άρθρο 35ζ παράγραφος 3 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας [δύο μηνών] από την κοινοποίηση της πράξης αυτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν και τα δύο την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.    

Άρθρο 36β

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ΕΑΚΑΑ

1. Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των ΕΜΕΚ που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές παύουν να ισχύουν στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τις εν λόγω αρμοδιότητες και καθήκοντα την ίδια ημερομηνία.

2. Τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής στον τομέα των ΕΜΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ΕΜΕΚ που έχει ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 30 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] δεν μεταβιβάζεται στην ΕΑΚΑΑ και η απόφαση για χορήγηση άδειας ή άρνηση χορήγησης άδειας λαμβάνεται από την οικεία αρχή.

3. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ το ταχύτερο δυνατόν, και εν πάση περιπτώσει έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής στον τομέα των EMEK.

4. Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5. Κάθε χορήγηση άδειας ΕΜΕΚ που χορηγείται από αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.»·

(19)το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 84 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], η Επιτροπή θα ξεκινήσει την επανεξέταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Στην επανεξέταση αναλύονται, ιδίως:

α) η αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και εφαρμογή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών που προβλέπονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β) ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ, οι εξουσίες έρευνας που διαθέτει, η ανάθεση καθηκόντων στις αρμόδιες αρχές και η αποτελεσματικότητα των εποπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί.»·

β)στην παράγραφο 2, η εισαγωγική φράση: «Σε συνέχεια της επανεξέτασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Σε συνέχεια των επανεξετάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 1α του παρόντος άρθρου».

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 τροποποιείται ως εξής:

(1)στο άρθρο 4, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι άρτιες.»·

(2)στο άρθρο 12, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η μεθοδολογία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συνάδει με τα στοιχεία α) έως ε) της εν λόγω παραγράφου.»·

(3)στο άρθρο 14, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για να καθορίσει τα χαρακτηριστικά των συστημάτων και των ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»·

(4)το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

Δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας

1.    Η Επιτροπή ορίζει ως δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας κάθε δείκτη αναφοράς που παρέχεται από διαχειριστή ο οποίος βρίσκεται στην Ένωση και που χρησιμοποιείται άμεσα ή έμμεσα στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων συνολικής αξίας τουλάχιστον 500 δισεκατ. EUR στη βάση όλου του φάσματος ληκτοτήτων ή διαρκειών ισχύος του δείκτη αναφοράς, κατά περίπτωση.

Όταν μια αρμόδια αρχή κράτους μέλους ή η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι ένας δείκτης αναφοράς θα πρέπει να οριστεί ως δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η εν λόγω αρμόδια αρχή ή η ΕΑΚΑΑ, κατά περίπτωση, ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά και τεκμηριώνει τη γνώμη της γραπτώς.

Η Επιτροπή επανεξετάζει την αξιολόγησή της όσον αφορά την κρίσιμη σημασία των δεικτών αναφοράς τουλάχιστον κάθε δύο έτη.

2.    Η ΕΑΚΑΑ ορίζει ως κρίσιμης σημασίας οποιουσδήποτε δείκτες αναφοράς αναφέρονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, συνολικής αξίας έως 500 δισεκατ. EUR, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, οι οποίοι πληρούν το κριτήριο α) και ένα από τα κριτήρια β) ή γ) κατωτέρω:

α)    δεν υπάρχουν ή υπάρχουν ελάχιστα κατάλληλα αγορακεντρικά υποκατάστατα για τον δείκτη αναφοράς·

β)    στην περίπτωση που, αν ο δείκτης αναφοράς έπαυε να παρέχεται ή παρεχόταν στη βάση δεδομένων εισόδου που δεν είναι πλέον πλήρως αντιπροσωπευτικά για την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα ή στη βάση αναξιόπιστων δεδομένων εισόδου, θα υπήρχε σημαντικός αρνητικός αντίκτυπος στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη·

γ) i)    ο δείκτης αναφοράς βασίζεται στην υποβολή δεδομένων από συνεισφέροντες που βρίσκονται στην πλειονότητά τους σε αυτό το κράτος μέλος, και

γ) ii)    στην περίπτωση που, αν ο δείκτης αναφοράς έπαυε να παρέχεται ή παρεχόταν στη βάση δεδομένων εισόδου που δεν είναι πλέον πλήρως αντιπροσωπευτικά για την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα ή στη βάση αναξιόπιστων δεδομένων εισόδου, θα υπήρχε σημαντικός αρνητικός αντίκτυπος στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ένα κράτος μέλος·

3.    Κατά την αξιολόγηση του αν πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β), η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη όλα τα κάτωθι:

i)    την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς και την αξία των επενδυτικών κεφαλαίων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της απόδοσής τους εντός του κράτους μέλους και τη σημασία τους σε σχέση με τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των τρεχουσών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων και τη συνολική αξία των επενδυτικών κεφαλαίων στα οικεία κράτη μέλη·

ii)    την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων και των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς και την αξία των επενδυτικών κεφαλαίων που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς για τη μέτρηση της απόδοσής τους εντός των οικείων κρατών μελών και τη σημασία τους ως προς το ακαθάριστο εθνικό προϊόν των εν λόγω κρατών μελών·

iii)    κάθε άλλο αριθμητικό στοιχείο για την αντικειμενική αξιολόγηση του δυνητικού αντίκτυπου που θα είχε η παύση ή η αναξιοπιστία του δείκτη αναφοράς στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στα οικεία κράτη μέλη.

4.    Πριν από τον ορισμό δείκτη αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας, η ΕΑΚΑΑ συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή του διαχειριστή του συγκεκριμένου δείκτη αναφοράς και λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση της εν λόγω αρμόδιας αρχής.

Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει την αξιολόγησή της όσον αφορά την κρίσιμη σημασία του δείκτη αναφοράς τουλάχιστον κάθε δύο έτη.

Η ΕΑΚΑΑ γνωστοποιεί στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ορισμό ενός δείκτη αναφοράς ως δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, καθώς και κάθε απόφαση για την επανεξέταση του ορισμού ενός δείκτη αναφοράς ως δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, σε περίπτωση που η επανεξέταση που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένας δείκτης αναφοράς που είχε οριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως κρίσιμης σημασίας δεν αξιολογείται πλέον ως κρίσιμης σημασίας.

Όταν μια αρμόδια αρχή κράτους μέλους θεωρεί ότι ένας δείκτης αναφοράς θα πρέπει να οριστεί ως δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η εν λόγω αρμόδια ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ σχετικά και τεκμηριώνει τη γνώμη της γραπτώς. Η ΕΑΚΑΑ παρέχει στην αρμόδια αρχή αιτιολογημένη γνώμη, αν αποφασίσει να μην ορίσει τον εν λόγω δείκτη αναφοράς ως δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας.

3.    Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2, για την κατάρτιση καταλόγου των δεικτών αναφοράς που έχουν οριστεί ως δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2, για την επικαιροποίηση του εν λόγω καταλόγου χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)    η Επιτροπή ορίζει έναν δείκτη αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας ή επανεξετάζει αυτόν τον ορισμό σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)    η Επιτροπή λαμβάνει γνωστοποιήσεις από την ΕΑΚΑΑ όπως αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 2.

4.    Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 49, προκειμένου:

α)    να καθορίζει τον τρόπο αξιολόγησης του ονομαστικού ποσού χρηματοπιστωτικών μέσων άλλων από τα παράγωγα, του ονομαστικού ποσού των παραγώγων και της καθαρής αξίας ενεργητικού των επενδυτικών κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης έμμεσης σύνδεσης με δείκτη αναφοράς στο πλαίσιο συνδυασμού δεικτών αναφοράς, προκειμένου να συγκριθούν με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)    να επανεξετάζει τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των κατώτατων ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπό το φως των εξελίξεων στην αγορά, της πορείας των τιμών και των ρυθμιστικών εξελίξεων, καθώς και την καταλληλότητα της κατάταξης δεικτών αναφοράς με συνολική αξία σε αναφερόμενα στον δείκτη χρηματοπιστωτικά μέσα, χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή επενδυτικά κεφάλαια κοντά στο κατώτατο όριο· η επανεξέταση αυτή πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά διετία από τις ... [18 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]·

γ)    να καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής των κριτηρίων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σημείο iii) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα που συμβάλλουν στην αντικειμενική εκτίμηση του δυνητικού αντίκτυπου της παύσης ή της αναξιοπιστίας του δείκτη αναφοράς στην ακεραιότητα των αγορών, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στους καταναλωτές, στην πραγματική οικονομία ή στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις σχετικές εξελίξεις στην αγορά ή στην τεχνολογία.»·

(5)το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Κατόπιν παραλαβής της αξιολόγησης του διαχειριστή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή:

α)    ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ·

β)    προβαίνει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες σε δική της αξιολόγηση όσον αφορά τον τρόπο μεταβίβασης του δείκτη αναφοράς σε νέο διαχειριστή ή παύσης της παροχής του δείκτη, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία που καθιερώνεται με το άρθρο 28 παράγραφος 1.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ο διαχειριστής δεν παύει την παροχή του δείκτη αναφοράς χωρίς τη γραπτή συναίνεση της ΕΑΚΑΑ.»

β)προστίθεται νέα παράγραφος 5:

«5.    Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για να διευκρινίσει τα κριτήρια στα οποία πρέπει να βασίζεται η αξιολόγηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2.»·

(6)στο άρθρο 23, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Ένας εποπτευόμενος συνεισφέρων σε δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας που προτίθεται να παύσει να συνεισφέρει δεδομένα εισόδου ενημερώνει αμέσως σχετικά τον διαχειριστή γραπτώς. Κατόπιν αυτού, ο διαχειριστής ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του εν λόγω εποπτευόμενου συνεισφέροντος. Ο διαχειριστής υποβάλλει στην ΕΑΚΑΑ αξιολόγηση των συνεπειών για την ικανότητα του δείκτη αναφοράς να μετρά την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα το συντομότερο δυνατόν, αλλά όχι αργότερα από 14 ημέρες μετά την κοινοποίηση του εποπτευόμενου συνεισφέροντος.

4.    Μόλις λάβει την αξιολόγηση του διαχειριστή δείκτη αναφοράς που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και με βάση την αξιολόγηση αυτή, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε ιδία αξιολόγηση της ικανότητας του δείκτη αναφοράς να μετρά την υποκείμενη αγορά ή οικονομική πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία του διαχειριστή για την παύση του δείκτη αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1.»·

(7)στο άρθρο 26, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.    Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για να διευκρινίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν την πραγματοποίηση αλλαγών στη δήλωση συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4.»·

(8)το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει εκτελεστική απόφαση αναγνωρίζοντας ότι το νομοθετικό πλαίσιο και οι εποπτικές πρακτικές μιας τρίτης χώρας εξασφαλίζουν ότι:

α)    οι διαχειριστές που διαθέτουν άδεια ή έχουν εγγραφεί σε μητρώο στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνονται προς δεσμευτικές απαιτήσεις οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις απορρέουσες από τον παρόντα κανονισμό. Κατά την αξιολόγηση της ισοδυναμίας, η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει υπόψη αν το νομικό πλαίσιο και οι εποπτικές πρακτικές της τρίτης χώρας διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τις αρχές της IOSCO σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς ή προς τις αρχές της IOSCO για τους οργανισμούς κοινοποίησης τιμών·

β)    οι δεσμευτικές απαιτήσεις υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή σε συνεχή βάση στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Η Επιτροπή δύναται να εξαρτά την εφαρμογή της εκτελεστικής απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο από την αποτελεσματική εκπλήρωση από την εν λόγω τρίτη χώρα κάθε όρου που προβλέπεται στην εν λόγω εκτελεστική απόφαση, σε συνεχή βάση, και από την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να ασκεί αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες παρακολούθησης που αναφέρονται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η εν λόγω εκτελεστική απόφαση εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.»·

β)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 49 προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί εκτελεστική απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2, η Επιτροπή δύναται να εκδώσει εκτελεστική απόφαση που να ορίζει όλα τα ακόλουθα:

α)    ότι οι δεσμευτικές απαιτήσεις σε τρίτη χώρα σε σχέση με συγκεκριμένους διαχειριστές ή συγκεκριμένους δείκτες αναφοράς ή οικογένειες δεικτών αναφοράς είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη αν το νομικό πλαίσιο και οι εποπτικές πρακτικές της τρίτης χώρας διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τις αρχές της IOSCO σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς ή με τις αρχές της IOSCO για τους οργανισμούς κοινοποίησης τιμών·

β)    ότι οι εν λόγω συγκεκριμένοι διαχειριστές ή οι συγκεκριμένοι δείκτες αναφοράς ή οι οικογένειες δεικτών αναφοράς υπόκεινται σε ουσιαστική εποπτεία και επιβολή σε συνεχή βάση στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Η Επιτροπή δύναται να εξαρτά την εφαρμογή της εκτελεστικής απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο από την αποτελεσματική εκπλήρωση από την εν λόγω τρίτη χώρα κάθε όρου που προβλέπεται στην εν λόγω εκτελεστική απόφαση, σε συνεχή βάση, και από την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να ασκεί αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες παρακολούθησης που αναφέρονται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η εν λόγω εκτελεστική απόφαση εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.»·

δ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.    Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 49 προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 3.»·

ε)στην παράγραφο 4, το εισαγωγικό εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, των οποίων το νομοθετικό πλαίσιο και οι εποπτικές πρακτικές έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3, εκτός αν η εν λόγω τρίτη χώρα, σύμφωνα με την ισχύουσα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης. Οι σχετικές ρυθμίσεις προσδιορίζουν τουλάχιστον:»·

στ)στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ)    τις διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών σε τακτική βάση, και τουλάχιστον ανά τρίμηνο, σχετικά με τους δείκτες αναφοράς που παρέχονται στην εν λόγω τρίτη χώρα και πληρούν οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχεία α) ή γ).»·

ζ)στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: Να προστεθεί ημερομηνία 24 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

(9)το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφοι 2 και 3, δείκτης αναφοράς που παρέχεται από διαχειριστή που βρίσκεται σε τρίτη χώρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από εποπτευόμενες οντότητες της Ένωσης με την προϋπόθεση ο διαχειριστής να έχει προηγουμένως αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διαπιστώσει αν πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και να αξιολογηθεί η συμμόρφωση προς τις αρχές της IOSCO για τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς ή τις αρχές της IOSCO για την εποπτεία των οργανισμών κοινοποίησης τιμών, κατά περίπτωση, μπορεί να βασιστεί σε αξιολόγηση ανεξάρτητου εξωτερικού ελεγκτή ή στην πιστοποίηση που παρέχει η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται ο διαχειριστής.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Διαχειριστής που βρίσκεται σε τρίτη χώρα και προτίθεται να λάβει την εκ των προτέρων αναγνώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να διαθέτει νόμιμο εκπρόσωπο. Ο νόμιμος εκπρόσωπος πρέπει να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ένωση και να έχει οριστεί ρητά από τον διαχειριστή για να ενεργεί εξ ονόματος του εν λόγω διαχειριστή σε σχέση με τις υποχρεώσεις του διαχειριστή δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο νόμιμος εκπρόσωπος επιτελεί το καθήκον εποπτείας σε σχέση με την παροχή δεικτών αναφοράς εκτελούμενων από τον διαχειριστή δυνάμει του παρόντος κανονισμού από κοινού με τον διαχειριστή και, συνεπώς, είναι υπόλογος στην ΕΑΚΑΑ.»·

δ)η παράγραφος 4 διαγράφεται·

ε)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.    Διαχειριστής που βρίσκεται σε τρίτη χώρα και προτίθεται να λάβει την εκ των προτέρων αναγνώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να υποβάλει αίτηση στην ΕΑΚΑΑ. Ο αιτών διαχειριστής παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να πείσει την ΕΑΚΑΑ ότι, κατά τον χρόνο της αναγνώρισης, έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και παρέχει κατάλογο των πραγματικών ή πιθανών δεικτών αναφοράς του που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην Ένωση, καθώς και, κατά περίπτωση, υποδεικνύει την αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του στην τρίτη χώρα.

Μέσα σε 90 ημέρες από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου η ΕΑΚΑΑ επαληθεύει την τήρηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.

Αν η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν πληρούνται, απορρίπτει την αίτηση αναγνώρισης και εκθέτει τους λόγους της απόρριψης αυτής. Επιπρόσθετα, δεν χορηγείται αναγνώριση αν δεν πληρούνται οι ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις:

α)    όταν ο διαχειριστής που βρίσκεται σε τρίτη χώρα υπόκειται σε εποπτεία, υπάρχει κατάλληλη διευθέτηση συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας στην οποία βρίσκεται ο διαχειριστής, σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 5, προκειμένου να εξασφαλίζεται ουσιαστική ανταλλαγή πληροφοριών η οποία επιτρέπει στην αρμόδια αρχή της εν λόγω τρίτης χώρας να επιτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)    η αποτελεσματική άσκηση, από την ΕΑΚΑΑ, των εποπτικών καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζεται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις της τρίτης χώρας στην οποία βρίσκεται ο διαχειριστής ούτε, κατά περίπτωση, από περιορισμούς στις εξουσίες των εποπτικών αρχών της εν λόγω τρίτης χώρας για την άσκηση εποπτείας και τη διεξαγωγή ερευνών.»·

στ)οι παράγραφοι 6 και 7 διαγράφονται·

ζ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.     Η ΕΑΚΑΑ αναστέλλει ή, όπου είναι σκόπιμο, ανακαλεί την αναγνώριση που χορηγείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 αν έχει βάσιμους λόγους, με τεκμηριωμένα στοιχεία, να θεωρεί ότι ο διαχειριστής:

α)    ενεργεί κατά τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των χρηστών των δεικτών αναφοράς του ή για την ομαλή λειτουργία των αγορών·

β)    έχει τελέσει σοβαρή παράβαση των σχετικών απαιτήσεων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό·

γ)    έχει προβεί σε ψευδείς δηλώσεις ή έχει χρησιμοποιήσει άλλα παράτυπα μέσα για να λάβει την αναγνώριση.»·

(10)το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 33
Προσυπογραφή δεικτών αναφοράς που παρέχονται σε τρίτη χώρα

1.    Διαχειριστής που βρίσκεται στην Ένωση και διαθέτει άδεια ή είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 34, ή οποιαδήποτε άλλη εποπτευόμενη οντότητα που βρίσκεται στην Ένωση και έχει σαφή και καθορισμένο ρόλο στο πλαίσιο ελέγχου ή λογοδοσίας ενός διαχειριστή τρίτης χώρας, ο οποίος είναι δυνατό να παρακολουθεί αποτελεσματικά την παροχή του δείκτη αναφοράς, μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να προσυπογράψει έναν δείκτη αναφοράς ή μια οικογένεια δεικτών αναφοράς που παρέχονται σε τρίτη χώρα για χρήση εντός της Ένωσης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)    ο προσυπογράφων διαχειριστής ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα έχει επαληθεύσει και είναι σε θέση να επιδεικνύει σε συνεχή βάση στην ΕΑΚΑΑ ότι η παροχή του δείκτη αναφοράς ή της οικογένειας δεικτών αναφοράς που ζητείται να προσυπογραφεί πληροί απαιτήσεις, σε υποχρεωτική ή εθελοντική βάση, τουλάχιστον εξίσου αυστηρές με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)    ο προσυπογράφων διαχειριστής ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα διαθέτει την απαραίτητη πραγματογνωσία ώστε να παρακολουθεί αποτελεσματικά τη δραστηριότητα παροχής δείκτη αναφοράς σε τρίτη χώρα και να διαχειρίζεται τους σχετικούς κινδύνους·

γ)    υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την παροχή του δείκτη αναφοράς ή της οικογένειας δεικτών αναφοράς σε τρίτη χώρα και την προσυπογραφή του εν λόγω δείκτη αναφοράς ή της οικογένειας δεικτών αναφοράς για να χρησιμοποιούνται στην Ένωση.

Για τον σκοπό του στοιχείου α), κατά την αξιολόγηση αν η παροχή του δείκτη αναφοράς ή της οικογένειας δεικτών αναφοράς που ζητείται να προσυπογραφεί πληροί απαιτήσεις τουλάχιστον εξίσου αυστηρές με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λάβει υπόψη αν η συμμόρφωση της παροχής του δείκτη αναφοράς ή της οικογένειας δεικτών αναφοράς προς τις αρχές της IOSCO σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς δείκτες αναφοράς ή τις αρχές της IOSCO για τους οργανισμούς κοινοποίησης τιμών, κατά περίπτωση, θα ήταν ισοδύναμη με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.    Ο διαχειριστής ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα που αιτείται την προσυπογραφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να αποδείξει στην ΕΑΚΑΑ ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της εν λόγω παραγράφου.

3.    Μέσα σε 90 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της αίτησης προσυπογραφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 η ΕΑΚΑΑ εξετάζει την αίτηση, εκδίδει απόφαση είτε για την έγκριση της προσυπογραφής είτε για την απόρριψή της και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα.

4.    Οι δείκτες αναφοράς ή οι οικογένειες δεικτών αναφοράς που προσυπογράφονται θεωρούνται δείκτες αναφοράς ή οικογένειες δεικτών αναφοράς που παρέχονται από τον διαχειριστή ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα που τους προσυπογράφει. Ο διαχειριστής ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα που προσυπογράφει δεν θα χρησιμοποιεί την προσυπογραφή με σκοπό την παράκαμψη των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού.

5.    Ο διαχειριστής ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα που έχει προσυπογράψει έναν δείκτη αναφοράς ή μια οικογένεια δεικτών αναφοράς που παρέχεται σε τρίτη χώρα διατηρεί την πλήρη ευθύνη για τον συγκεκριμένο δείκτη αναφοράς ή την οικογένεια δεικτών αναφοράς και για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

6.    Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, έχει την εξουσία να ζητήσει από τον διαχειριστή ή άλλη εποπτευόμενη οντότητα που προσυπογράφει να πάψει την προσυπογραφή. Σε περίπτωση παύσης της προσυπογραφής, ισχύει το άρθρο 28.

7.    Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 όσον αφορά μέτρα για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η ΕΑΚΑΑ μπορεί να αξιολογεί αν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την παροχή ενός δείκτη αναφοράς ή μιας οικογένειας δεικτών αναφοράς σε τρίτη χώρα και την προσυπογραφή τους για χρήση στην Ένωση. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη στοιχεία όπως οι ιδιαιτερότητες της υποκείμενης αγοράς ή η οικονομική πραγματικότητα για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, η ανάγκη συνάφειας της παροχής του δείκτη αναφοράς με την εν λόγω αγορά ή οικονομική πραγματικότητα, η ανάγκη συνάφειας της παροχής του δείκτη αναφοράς με τους συνεισφέροντες, η υλική διαθεσιμότητα δεδομένων εισόδου λόγω διαφορετικών ζωνών ώρας και οι ειδικές δεξιότητες που απαιτούνται για την παροχή του δείκτη αναφοράς.»·

(11)στο άρθρο 34, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Όταν ένας ή περισσότεροι δείκτες που παρέχει το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορούν να θεωρηθούν δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, η αίτηση υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ.»·

(12)το άρθρο 40 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή, για:

α)    τους διαχειριστές των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20·

β)    τους διαχειριστές των δεικτών αναφοράς που αναφέρονται στα άρθρα 30 και 32·

γ)    τους διαχειριστές ή άλλες εποπτευόμενες οντότητες που υποβάλλουν αίτηση για την προσυπογραφή ή έχουν προσυπογράψει δείκτη αναφοράς που παρέχεται σε τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 33·

δ)    τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες στους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1·

ε)    τους εποπτευόμενους συνεισφέροντες στους δείκτες αναφοράς που αναφέρονται στα άρθρα 30, 32 και 33.

2.    Κάθε κράτος μέλος ορίζει την οικεία αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τους διαχειριστές και τις εποπτευόμενες οντότητες και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

3.    Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθορίζει σαφώς τους αντίστοιχους ρόλους των αρμόδιων αυτών αρχών και ορίζει μία και μόνη αρχή ως υπεύθυνη για τον συντονισμό της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των υπόλοιπων κρατών μελών.

4.    Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 3.»·

(13)το άρθρο 41 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Προκειμένου να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας:»·

β)στην παράγραφο 2, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 ασκούν τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και την εξουσία να επιβάλλουν κυρώσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 42, σύμφωνα με τα εθνικά νομικά τους πλαίσια, με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:»·

(14)στο άρθρο 43 παράγραφος 1, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων και διοικητικών άλλων μέτρων, οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 2, λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση:»·

(15)το άρθρο 44 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 44

Υποχρέωση συνεργασίας

1.    Στις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν επιλέξει, σύμφωνα με το άρθρο 42, να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, εξασφαλίζουν ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες αρχές, που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 2, να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες εξουσίες για να συνεργάζονται με τις δικαστικές αρχές εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους όσον αφορά τη λήψη συγκεκριμένων πληροφοριών σε σχέση με έρευνες ή διώξεις ποινικής φύσης που έχουν κινηθεί για πιθανές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θέτουν τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ.

2.    Οι αρμόδιες αρχές επικουρούν τις άλλες αρμόδιες αρχές και την ΕΑΚΑΑ. Ειδικότερα, ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται σε τυχόν δραστηριότητες έρευνας ή εποπτείας. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται επίσης να συνεργάζονται με αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών προκειμένου να διευκολύνεται η εκπλήρωση χρηματικών κυρώσεων.»·

(16)στο άρθρο 45 παράγραφος 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.    Τα κράτη μέλη παρέχουν σε ετήσια βάση στην ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που έχουν επιβάλει δυνάμει του άρθρου 42. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για μέτρα σχετικά με έρευνες. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεση, μαζί με συγκεντρωτικές πληροφορίες για όλες τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που έχει επιβάλει σύμφωνα με το άρθρο 48στ.»·

(17)το άρθρο 46 απαλείφεται·

(18)στο άρθρο 47, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 συνεργάζονται με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.    Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 παρέχουν αμελλητί στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 [θα γίνει αντιπαραβολή με τις τροποποιήσεις στον κανονισμό ΕΚΑΑ].»·

(19)στον τίτλο VΙ παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο 4:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Εξουσίες και αρμοδιότητες της ΕΑΚΑΑ

Τμήμα 1

Αρμοδιότητες και διαδικασίες

Άρθρο 48 a

Άσκηση των εξουσιών από την ΕΑΚΑΑ

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 48β έως 48δ δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η δημοσιοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 48β

Αίτηση παροχής πληροφοριών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)    τα πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν στην παροχή ή τη συνεισφορά δεδομένων εισόδου στους δείκτες αναφοράς, που αναφέρονται στο άρθρο 40·

β)    τις οντότητες που χρησιμοποιούν τους δείκτες αναφοράς που αναφέρονται στο στοιχείο α), και από τρίτους που έχουν σχέση με αυτές,

γ)    τρίτους στους οποίους τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) έχουν αναθέσει καθήκοντα ή δραστηριότητες·

δ)    πρόσωπα που έχουν άλλη στενή και ουσιαστική σχέση ή σύνδεση με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α).

2.    Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της εν λόγω αίτησης·

γ)    προσδιορίζει ποιες πληροφορίες ζητούνται·

δ)    περιλαμβάνει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ)    αναφέρει το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο [48στ] όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών με απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της εν λόγω αίτησης·

γ)    προσδιορίζει ποιες πληροφορίες ζητούνται·

δ)    τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο [48ζ] στην περίπτωση που οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ελλιπείς·

στ)    αναφέρει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο [48στ], στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

ζ)    αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα [πρώην 60 Προσφυγές] και [πρώην 61 Προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου...] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.    Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένοι ο διαχειριστής ή ο εποπτευόμενος συνεισφέρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 48γ

Γενικές έρευνες

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 48β παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτόν, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α)    να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β)    να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)    να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε από αυτά τα πρόσωπα ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)    να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε)    να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση αναφέρονται οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο [48ζ] σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 48β παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο [48στ], σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα εν λόγω πρόσωπα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 48β παράγραφος 1 υποχρεούνται να υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο [48ζ], τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και ότι έχουν το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4.    Εγκαίρως πριν από την έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5.    Αν για την αίτηση παροχής αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από εθνική δικαστική αρχή σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6.    Όταν εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την αίτηση παροχής αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 5 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    ότι η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο [61] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 48δ

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 48β παράγραφος 1 .

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 48γ παράγραφος 1. Διαθέτουν την εξουσία να σφραγίζουν οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3.    Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο [48ζ], όταν τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση.

5.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 48β παράγραφος 1 υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η εν λόγω απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο [48ζ], τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.    Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της εν λόγω αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

7.    Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 48γ παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 48γ παράγραφος 1.

8.    Αν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9.    Εάν απαιτείται άδεια εθνικής δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10.    Όταν εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    ότι η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΤΜΗΜΑ 2

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 48ε

Εποπτικά μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1.    Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 48θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 48στ παράγραφος 2, αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α)    εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει την παράβαση·

β)    εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 48στ·

γ)    εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2.    Όταν αναλαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 δράσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α)    τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β)    αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να αποδοθεί στην παράβαση·

γ)    αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

δ)    τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε)    τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ)    τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών λιανικής·

ζ)    τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η)    το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο·

i)    τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι)    τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την παράβαση από τον υπεύθυνο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3.    Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που λήφθηκε βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι είναι δυνατόν το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 48στ

Πρόστιμα

1.    Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 48θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2.    Ο κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ο ακόλουθος: παραβάσεις των άρθρων 4 έως 16, 21, 23 έως 29 και 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011.

3.    Το ανώτατο ύψος του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε:

i) σε περιπτώσεις νομικών προσώπων, 1 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα στις 30 Ιουνίου 2016, ή 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, όποιο είναι μεγαλύτερο·

ii) στην περίπτωση φυσικών προσώπων, 500 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα στις 30 Ιουνίου 2016.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, το μέγιστο ύψος του προστίμου για τις παραβάσεις του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή του άρθρου 11 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 είναι 250 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την 30 Ιουνίου 2016 ή το 2 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, όποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερο, για τα νομικά πρόσωπα, και 100 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα στις 30 Ιουνίου 2016, για τα φυσικά πρόσωπα.

Για τους σκοπούς του στοιχείου i), σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων χρηματοοικονομικών λογαριασμών σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό δίκαιο περί λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.

4.    Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 48ε παράγραφος 2.

5.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, όταν το νομικό πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου ισούται τουλάχιστον προς το όφελος αυτό.

6.    Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μία εκ των παραβάσεων που παρατίθενται στο άρθρο 48στ παράγραφος 2, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 3 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 48ζ

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1.    Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α) πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση, κατ’ εφαρμογή απόφασης που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου [48ε παράγραφος 1 στοιχείο α)]·

β) τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 48β παράγραφος 1:

i)    να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο [48β]·

ii)    να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οποιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου [48γ]·

iii)    να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου [48δ].

2.    Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.

4.    Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 48η

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 48στ και 48ζ, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η δημοσιοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα [48στ[ και [48ζ] είναι διοικητικής φύσης.

3.    Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα [48στ] και [48ζ] είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στην τρίτη χώρα όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

5.    Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΤΜΗΜΑ 3

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ

Άρθρο 48θ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τη λήψη εποπτικών μέτρων και την επιβολή προστίμων

1.    Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη περιστατικών που μπορεί να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 48στ παράγραφος 2, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην εποπτεία των δεικτών αναφοράς που αφορά η παράβαση, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

2.    Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνει υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

3.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία υποβολής αιτήματος για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 48β και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 48γ και 48δ.

4.    Κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει η ΕΑΚΑΑ κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5.    Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6.    Τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7.    Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας κοινοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8.    Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο [48ι], η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 48στ παράγραφος 1 και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 48ε και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο [48στ].

9.    Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

10.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 49, προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

11.    Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων πραγματικών περιστατικών ή βάσει πραγματικών περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια, έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 48ι

Ακρόαση των προσώπων τα οποία αφορούν οι έρευνες

1.    Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης δυνάμει των άρθρων 48στ, 48ζ και 48ε, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης, σχετικά με τα πορίσματά της, στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται στις διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

2.    Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 48ε, προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

3.    Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε έρευνα. Τα εν λόγω πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 48ια

Επανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

ΤΜΗΜΑ 4

ΤΕΛΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Άρθρο 48ιβ

Εποπτικά τέλη

1.    Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους διαχειριστές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την εποπτεία των διαχειριστών και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία ενδέχεται να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 48ιγ.

2.    Το ύψος ενός τέλους που χρεώνεται σε διαχειριστή πρέπει να καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητές της σε σχέση με την εποπτεία. Πρέπει να είναι αναλογικό προς τον κύκλο εργασιών του διαχειριστή.

3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 49, για να προσδιορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 48ιγ

Ανάθεση καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις αρμόδιες αρχές

1.    Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση εποπτικού καθήκοντος, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 48β, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 48γ και το άρθρο 48δ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η χορήγηση άδειας για δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάθεσης.

2.    Πριν από την ανάθεση καθήκοντος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α) το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β) το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος και

γ) τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3.    Η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 48ιβ παράγραφος 3.

4.    Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει κάθε ανάθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5.    Η ανάθεση καθηκόντων δεν επηρεάζει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητά της να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα.»·

Άρθρο 48ιδ

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ΕΑΚΑΑ

1.    Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής, όσον αφορά τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1, τα οποία ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές παύουν να ισχύουν στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τις εν λόγω αρμοδιότητες και καθήκοντα την ίδια ημερομηνία.

2. Τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, οι αιτήσεις χορήγησης άδειας από διαχειριστές δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, οι αιτήσεις για αναγνώριση σύμφωνα με το άρθρο 32 και οι αιτήσεις για έγκριση της προσυπογραφής σύμφωνα με το άρθρο 33 που έχουν ληφθεί από τις αρμόδιες αρχές πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 34 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] δεν μεταβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ και η απόφαση για χορήγηση άδειας ή άρνηση χορήγησης άδειας, αναγνώριση ή έγκριση προσυπογραφής λαμβάνεται από την οικεία αρμόδια αρχή.

3. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ το ταχύτερο δυνατόν, και εν πάση περιπτώσει έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος]. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής της εφαρμογής όσον αφορά τους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1.

4. Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5. Κάθε χορήγηση άδειας σε διαχειριστές δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, αναγνώριση σύμφωνα με το άρθρο 32 και έγκριση προσυπογραφής σύμφωνα με το άρθρο 33 που παρέχεται από αρμόδια αρχή η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.»·

(20)το άρθρο 53 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 53

Επανεξέταση από την ΕΑΚΑΑ

Η ΕΑΚΑΑ διαθέτει εξουσία να απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές έγγραφη τεκμηρίωση για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 25 παράγραφος 3, καθώς και για τις δράσεις που αναλήφθηκαν όσον αφορά την επιβολή της εφαρμογής του άρθρου 24 παράγραφος 1.».

Άρθρο 9

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 τροποποιείται ως εξής:

(1)το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής: 

α)το σημείο iii) του ορισμού του «κράτους μέλους καταγωγής» υπό το στοιχείο ιγ) διαγράφεται.

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

«κζ)    ως «εταιρείες ακινήτων» νοούνται οι επιχειρήσεις των οποίων οι κύριες δραστηριότητες αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στον Τομέα ΙΒ του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

κη)    ως «εξορυκτικές εταιρείες» νοούνται οι επιχειρήσεις των οποίων οι κύριες δραστηριότητες αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στον τομέα Β, κλάδοι 05 έως 08 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

κθ)    ως «εταιρείες που βασίζονται στην επιστημονική έρευνα» νοούνται οι επιχειρήσεις των οποίων οι κύριες δραστηριότητες αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στον τομέα Μ, κλάδος 72, ομάδα 72.1 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

κι)    ως «ναυτιλιακές εταιρείες» νοούνται οι επιχειρήσεις των οποίων η κύρια δραστηριότητα αφορά τις οικονομικές δραστηριότητες που απαριθμούνται στον τομέα Η, κλάδος 50 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

* Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1398/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE—αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς, ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ.1.»·

(2)στο άρθρο 4 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο που έχει καταρτιστεί εθελοντικά και έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο ιγ), ή από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 31α, συνεπάγεται ότι ισχύουν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για ενημερωτικό δελτίο του οποίου η κατάρτιση απαιτείται βάσει του παρόντος κανονισμού και υπόκειται σε όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπό την επίβλεψη της εν λόγω αρμόδιας αρχής.» ·

(3)στο άρθρο 20 η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.    Κατόπιν αιτήματος του εκδότη, του προσφέροντος ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δύναται να διαβιβάζει την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου στην αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, με την επιφύλαξη της συμφωνίας της εν λόγω αρμόδιας αρχής και, εκτός αν η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει τον ρόλο της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 31α, της προηγούμενης κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζει την κατατεθειμένη τεκμηρίωση, συνοδευόμενη από την απόφασή της να δεχθεί τη διαβίβαση, σε ηλεκτρονική μορφή, στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους, κατά την ημερομηνία λήψης της απόφασης. Η διαβίβαση αυτή κοινοποιείται στον εκδότη, τον προσφέροντα ή το πρόσωπο που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. Οι προθεσμίες που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 και στην παράγραφο 3 εφαρμόζονται από την ημερομηνία λήψης της απόφασης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Το άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση της έγκρισης του ενημερωτικού δελτίου βάσει της παρούσας παραγράφου. Μόλις ολοκληρωθεί η διαβίβαση της έγκρισης, η αρμόδια αρχή στην οποία διαβιβάσθηκε η έγκριση του ενημερωτικού δελτίου θεωρείται ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής όσον αφορά το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.»·

(4)το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 6α:

«6α.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6, η ΕΑΚΑΑ έχει την εξουσία να ελέγχει τη συμμόρφωση της διαφημιστικής δραστηριότητας με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 4 σε κάθε κράτος μέλος υποδοχής όπου διαδίδονται οι διαφημίσεις, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 31α·

β) για κάθε ενημερωτικό δελτίο που έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία τρίτης χώρας και που χρησιμοποιείται στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 29.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 32 παράγραφος 1, ο έλεγχος των διαφημίσεων από την ΕΑΚΑΑ δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά σε οποιοδήποτε κράτος μέλος υποδοχής.

Η χρήση οποιασδήποτε εκ των εξουσιών εποπτείας και έρευνας που ορίζονται στο άρθρο 32 σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου από την ΕΑΚΑΑ θα κοινοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η ΕΑΚΑΑ ασκεί τον έλεγχο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο για όλες τις διαφημίσεις που διαδίδονται εντός της δικαιοδοσίας της σε σχέση με όλες, ή ορισμένες, κατηγορίες των ενημερωτικών δελτίων που εγκρίνονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 31α. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί σε τακτική βάση κατάλογο των κρατών μελών για τα οποία ασκεί αυτόν τον έλεγχο και τις κατηγορίες των σχετικών ενημερωτικών δελτίων. »·

β)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.    Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και η ΕΑΚΑΑ μπορούν μόνο να επιβάλλουν τέλη που συνδέονται με την εκτέλεση των εποπτικών τους καθηκόντων δυνάμει του παρόντος άρθρου. Το ύψος αυτών των τελών δημοσιεύεται στους ιστότοπους των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ. Τα τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις, είναι εύλογα και αναλογικά προς το εποπτικό έργο. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλουν απαιτήσεις ή διοικητικές διαδικασίες πέραν εκείνων που απαιτούνται για την άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»

γ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.    Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 6 και 6α, δύο αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, κατά περίπτωση, μπορούν να συνάπτουν συμφωνία βάσει της οποίας, για τους σκοπούς της άσκησης ελέγχου συμμόρφωσης σχετικά με διαφημιστική δραστηριότητα σε διασυνοριακές καταστάσεις ή σε καταστάσεις στις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 6α, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ή, όπου εφαρμόζεται η παράγραφος 6α, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, προβλέπεται να διατηρήσει τον έλεγχο σχετικά με τη συμμόρφωση αυτή. Κάθε τέτοια συμφωνία κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ, εκτός αν η ΕΑΚΑΑ είναι υπογράφων μέρος της συμφωνίας με την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 31α. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο των εν λόγω συμφωνιών.»·

(5)το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Εάν οι τελικοί όροι ήδη κοινοποιηθέντος βασικού ενημερωτικού δελτίου δεν περιλαμβάνονται ούτε στο βασικό ενημερωτικό δελτίο ούτε σε συμπλήρωμα, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους γνωστοποιεί ηλεκτρονικά στην ΕΑΚΑΑ και, όταν έχει προηγηθεί κοινοποίηση του ενημερωτικού δελτίου, στην αρμόδια αρχή του ή των κρατών μελών υποδοχής το συντομότερο δυνατόν μετά την κατάθεσή τους.»

β)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 6α:

«6α.    Για όλα τα ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από εκδότες τρίτων χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 29, το πιστοποιητικό έγκρισης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο αντικαθίσταται από πιστοποιητικό κατάθεσης.»·

(6)στο άρθρο 27, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.    Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1, 2 και 3, όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 31α, το ενημερωτικό δελτίο καταρτίζεται είτε σε γλώσσα αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους υποδοχής ή σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα, κατ’ επιλογή του εκδότη, του προσφέροντα, ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους υποδοχής απαιτεί να διατίθεται το περιληπτικό σημείωμα που αναφέρεται στο άρθρο 7 στην επίσημη γλώσσα, ή τουλάχιστον σε μία από τις επίσημες γλώσσες του, είτε σε άλλη γλώσσα αποδεκτή από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά δεν ζητεί τη μετάφραση άλλου μέρους του ενημερωτικού δελτίου.»·

(7)το άρθρο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 28

Δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά πραγματοποιούμενη βάσει ενημερωτικού δελτίου συντασσόμενου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό

Όταν εκδότης τρίτης χώρας προτίθεται να προβεί στη δημόσια προσφορά κινητών αξιών στην Ένωση ή να ζητήσει την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά εγκατεστημένη στην Ένωση βάσει ενημερωτικού δελτίου συντασσόμενου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξασφαλίζει την έγκριση του ενημερωτικού του δελτίου, σύμφωνα με το άρθρο 20, από την ΕΑΚΑΑ.

Εφόσον ενημερωτικό δελτίο έχει εγκριθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, συνεπάγεται ότι ισχύουν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται για τα ενημερωτικά δελτία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το ενημερωτικό δελτίο και ο εκδότης τρίτης χώρας υπόκεινται σε όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ.»·

(8)το άρθρο 29 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 29

Δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά πραγματοποιούμενη βάσει ενημερωτικού δελτίου συντασσόμενου σύμφωνα με τη νομοθεσία τρίτης χώρας

1.    Ο εκδότης τρίτης χώρας δύναται να προσφέρει κινητές αξίες στην Ένωση ή να ζητήσει εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κινητών αξιών σε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση κατόπιν της δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου το οποίο έχει καταρτισθεί και εγκριθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της τρίτης χώρας του εκδότη και υπόκειται στις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)    η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 3·

β)    ο εκδότης τρίτης χώρας έχει υποβάλει το ενημερωτικό δελτίο στην ΕΑΚΑΑ·

γ)    ο εκδότης τρίτης χώρας έχει παράσχει γραπτή επιβεβαίωση ότι το ενημερωτικό δελτίο έχει εγκριθεί από εποπτική αρχή τρίτης χώρας και έχει παράσχει τα στοιχεία επικοινωνίας της εν λόγω αρχής·

δ)    το ενημερωτικό δελτίο πληροί τις απαιτήσεις σχετικά με τη γλώσσα που ορίζονται στο άρθρο 27·

ε)    όλες οι διαφημίσεις που διαδίδονται στην Ένωση από τον εκδότη τρίτης χώρας σε σχέση με την προσφορά ή την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου 22·

στ) η ΕΑΚΑΑ έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές του εκδότη τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 30.

Οι αναφορές στην «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής» στον παρόντα κανονισμό νοούνται ως αναφορές στην ΕΑΚΑΑ σχετικά με οποιαδήποτε διάταξη εφαρμόζεται στα ενημερωτικά δελτία που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.

2.    Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 24 και 25 ισχύουν για το ενημερωτικό δελτίο που έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία τρίτης χώρας, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1.

3.    Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 44 προς συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό γενικών κριτηρίων ισοδυναμίας βάσει των απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7, 11, 12 και 13, καθώς και στο κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού.

Βάσει των ως άνω κριτηρίων, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστική απόφαση στην οποία δηλώνεται ότι οι νομικές και εποπτικές απαιτήσεις που επιβάλλει το εθνικό δίκαιο τρίτης χώρας διασφαλίζουν ότι τα ενημερωτικά δελτία που έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας συμμορφώνονται με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η εν λόγω εκτελεστική απόφαση εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 45 παράγραφος 2.

Η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά την εφαρμογή της εκτελεστικής απόφασης από την αποτελεσματική εκπλήρωση από την τρίτη χώρα, σε συνεχή βάση, οποιωνδήποτε απαιτήσεων προβλέπονται στην εν λόγω εκτελεστική απόφαση και από την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να ασκεί αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την παρακολούθηση που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 2α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

(9)το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Για τους σκοπούς του άρθρου 29 και, εάν κρίνεται απαραίτητο, για τους σκοπούς του άρθρου 28, η ΕΑΚΑΑ συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με εποπτικές αρχές τρίτων χωρών όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών και την εφαρμογή των υποχρεώσεων που προκύπτουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε τρίτες χώρες. Με τις εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας διασφαλίζεται τουλάχιστον η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών, η οποία επιτρέπει στην ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν η τρίτη χώρα συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο δικαιοδοσιών οι οποίες θεωρούνται ότι διαθέτουν εθνικές πολιτικές καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και πολιτικές για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες και συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, όπως αναφέρεται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, η ΕΑΚΑΑ δεν συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας.

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει όλες τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 για κάθε συμφωνία συνεργασίας που συνάπτει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

* Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).»·

β)η παράγραφος 2 διαγράφεται·

γ)η παράγραφος 3 αριθμείται εκ νέου ως παράγραφος 2 και αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Η ΕΑΚΑΑ συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών μόνο αν οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται υπόκεινται σε εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες τουλάχιστον με αυτές που ορίζονται στο άρθρο 35.»·

δ)η παράγραφος 4 διαγράφεται·

(10)στο κεφάλαιο 4 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 31α και 31β:

«Άρθρο 31a

Εποπτεία ορισμένων ειδών ενημερωτικών δελτίων από την ΕΑΚΑΑ

Για τα ακόλουθα ενημερωτικά δελτία, συμπεριλαμβανομένου του τυχόν συμπληρώματός τους, η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή όσον αφορά τον έλεγχο αυτών των ενημερωτικών δελτίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 20, καθώς και τις κοινοποιήσεις στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 25:

α)    ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από οποιαδήποτε νομική οντότητα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση και όσον αφορά την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά μη μετοχικών κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μόνο σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή σε συγκεκριμένο τμήμα αυτής, στις οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση μόνον ειδικοί επενδυτές για τους σκοπούς της διαπραγμάτευσης των τίτλων αυτών·

β)    ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από οποιαδήποτε νομική οντότητα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση και σχετικά με τους τίτλους εξασφαλισμένους με στοιχεία ενεργητικού·

γ)    ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από τους ακόλουθους τύπους εταιρειών εγκατεστημένων στην Ένωση:

i) εταιρείες ακινήτων,

ii) εξορυκτικές εταιρείες,

iii) εταιρείες που βασίζονται στην επιστημονική έρευνα και

iv) ναυτιλιακές εταιρείες.

δ)    ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από εκδότες τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος κανονισμού.

Οι αναφορές στην «αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής» στον παρόντα κανονισμό νοούνται ως αναφορές στην ΕΑΚΑΑ σχετικά με οποιαδήποτε διάταξη εφαρμόζεται στα ενημερωτικά δελτία που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο.»·

(11)παρεμβάλλεται νέο άρθρο 34β:

«Άρθρο 31β

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ΕΑΚΑΑ

1.    Τα ενημερωτικά δελτία που απαριθμούνται στο άρθρο 31α και που έχουν υποβληθεί στην αρμόδια αρχή προς έγκριση πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], εξακολουθούν να εποπτεύονται από την εν λόγω αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τυχόν συμπληρώματα και τους τελικούς όρους τους, μέχρι τη λήξη της ισχύος τους, κατά περίπτωση.

Η έγκριση που χορηγείται από αρμόδια αρχή για τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος], εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Η εποπτεία αυτών των ενημερωτικών δελτίων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τυχόν συμπληρώματα και τους τελικούς τους όρους, κατά περίπτωση, εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες κατά τον χρόνο υποβολής στην αρμόδια αρχή εφαρμοστέους.

2.    Όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής των ενημερωτικών δελτίων που απαριθμούνται στο άρθρο 31α και υποβάλλονται προς έγκριση από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να συμπληρωθεί ημερομηνία 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος] αναλαμβάνονται από την ΕΑΚΑΑ.»

(12)το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)η εισαγωγική πρόταση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Προκειμένου να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ, έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας:»·

β)στην παράγραφο 1, το σημείο ι) του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι) αναστέλλουν τον έλεγχο ενημερωτικού δελτίου που υποβάλλεται για έγκριση ή αναστέλλουν ή περιορίζουν μια δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, εάν η ΕΑΚΑΑ ή η αρμόδια αρχή κάνει χρήση της εξουσίας επιβολής απαγόρευσης ή περιορισμού σύμφωνα με το άρθρο 40 ή το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ώσπου να αρθεί η εν λόγω απαγόρευση ή ο εν λόγω περιορισμός·»·

γ)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εφόσον το κρίνει αναγκαίο δυνάμει του εθνικού δικαίου, η αρμόδια αρχή ή η ΕΑΚΑΑ δύναται να ζητεί από την αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίζει για την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.»·

δ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Οι αρμόδιες αρχές και η ΕΚΑΑ ασκούν τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:

α)    άμεσα·

β)    σε συνεργασία με άλλες αρχές ή την ΕΑΚΑΑ·

γ)    υπό την ευθύνη τους με ανάθεση καθηκόντων στις εν λόγω αρχές ή την ΕΑΚΑΑ·

δ)    υποβάλλοντας αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.»

ε)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Πρόσωπο που θέτει πληροφορίες στη διάθεση της αρμόδιας αρχής ή της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό δεν θεωρείται ότι παραβιάζει κάποιον περιορισμό στη δημοσιοποίηση πληροφοριών που επιβάλλεται διά συμβολαίου ή διά νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διάταξης, και δεν προκύπτει καμία απολύτως νομική ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω γνωστοποίηση.»·

(13)στο άρθρο 35, η δεύτερη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.    Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργασθεί για την αρμόδια αρχή, για την ΕΑΚΑΑ ή για οποιοδήποτε τρίτο μέρος στο οποίο η αρμόδια αρχή ή η ΕΑΚΑΑ έχει αναθέσει τις εξουσίες της. Απαγορεύεται η κοινοποίηση των πληροφοριών που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή αρχή εκτός εάν προβλέπεται από τις διατάξεις του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου.»·

(14)στην παράγραφο 38, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως τις 21 Ιουλίου 2019 τα κράτη μέλη κοινοποιούν αναλυτικά τους κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.»·

(15)παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIΙΙΑ

ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΑΚΑΑ

ΤΜΗΜΑ 1

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Άρθρο 43a

Άσκηση των εξουσιών από την ΕΑΚΑΑ

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οποιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 43β έως 43δ δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 43β

Αίτηση παροχής πληροφοριών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει από τα ακόλουθα πρόσωπα να παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)    τους εκδότες, τους προσφέροντες ή τα πρόσωπα που ζητούν την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και από τα πρόσωπα που τους ελέγχουν ή ελέγχονται από αυτούς·

β)    τους διαχειριστές των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)    τους ελεγκτές και συμβούλους των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

δ)    τους χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) να προβαίνουν σε δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή να ζητούν την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

ε)    τον εγγυητή των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο δημόσιας προσφοράς ή εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

2.    Κάθε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ)    περιλαμβάνει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    περιλαμβάνει δήλωση ότι δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του προσώπου από το οποίο ζητούνται πληροφορίες να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές·

στ)    αναφέρει το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 43στ όταν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών με απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ:

α)    παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)    αναφέρει τον σκοπό της αίτησης·

γ)    προσδιορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται·

δ)    τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)    αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 43ζ στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ)    αναφέρει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 43στ, στην περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

ζ)    αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.    Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία αφορά η αίτηση παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 43γ

Γενικές έρευνες

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 43β παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτόν, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α)    να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β)    να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)    να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)    να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε)    να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση αναφέρονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 43ζ σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 43στ, σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 υποχρεούνται να υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 438ζ, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

3.    Εγκαίρως πριν από την έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5.    Αν για την αίτηση παροχής αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται χορήγηση άδειας από εθνική δικαστική αρχή σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6.    Όταν μια εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α) αν η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι αυθεντική·

β) ότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 43δ

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 .

2.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 43γ παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3.    Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση. Επιθεωρήσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο διενεργούνται υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για τις εν λόγω επιθεωρήσεις.

4.    Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 43ζ, όταν τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται να υποβληθούν στην επιθεώρηση.

5.    Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 43β παράγραφος 1 υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 43ζ, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.    Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Υπάλληλοι της εν λόγω αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

7.    Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 43γ παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 43γ παράγραφος 1.

8.    Αν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

9.    Εάν απαιτείται άδεια εθνικής δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10.    Όταν εθνική δικαστική αρχή λαμβάνει αίτηση χορήγησης άδειας για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, η εν λόγω αρχή ελέγχει τα εξής:

α)    ότι η απόφαση που εκδίδει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι αυθεντική·

β)    ότι τα μέτρα που πρέπει ενδεχομένως να ληφθούν είναι αναλογικά και δεν είναι αυθαίρετα ή υπερβολικά.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται σε έλεγχο μόνον από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΤΜΗΜΑ 2

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 43ε

Εποπτικά μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1.    Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 43θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α), αναλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α)    εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει την παράβαση·

β)    εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 43στ·

γ)    εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.

2.    Όταν αναλαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 δράσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α)    τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β)    αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να αποδοθεί στην παράβαση·

γ)    αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

δ)    τον βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ε)    τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ)    τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών λιανικής·

ζ)    τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

η)    το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο·

i)    τις προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

ι)    τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την παράβαση από τον υπεύθυνο της παράβασης για την αποφυγή της επανάληψής της.

3.    Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που λήφθηκε βάσει της παραγράφου 1 στο υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)    δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται το δικαίωμα του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να προσβάλει την απόφαση·

β)    κατά περίπτωση, δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)    δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι είναι δυνατόν το συμβούλιο προσφυγών της ΕΑΚΑΑ να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 43στ

Πρόστιμα

1.    Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 43θ παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α), εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2.    Το ανώτατο ύψος του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε:

i)    σε περιπτώσεις νομικών προσώπων, 10 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα στις 20 Ιουλίου 2017, ή 6 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο.

ii)    στην περίπτωση φυσικών προσώπων, 1 400 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα στις 20 Ιουλίου 2017.

Για τους σκοπούς του στοιχείου i), σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων χρηματοοικονομικών λογαριασμών σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό δίκαιο περί λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.

3.    Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 43ε παράγραφος 2.

4.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν ένα πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να ισούται τουλάχιστον προς το όφελος αυτό.

5.    Όταν η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μία εκ των παραβάσεων που παρατίθενται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α), επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 3 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 43ζ

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1.    Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α)    πρόσωπο να τερματίσει την παράβαση, κατ’ εφαρμογή απόφασης που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 43ε παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)    πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 43β παράγραφος 1:

i)    να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 43β·

ii)    να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οποιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 43γ·

iii)    να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 43δ.

2.    Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.

4.    Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 43η

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.    Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 43στ και 43ζ, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

2.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 43στ και 43ζ είναι διοικητικής φύσης.

3.    Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4.    Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 43στ και 43ζ είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

5.    Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΤΜΗΜΑ 3

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ

Άρθρο 43θ

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τη λήψη εποπτικών μέτρων και την επιβολή προστίμων

1.    Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη περιστατικών που ενδέχεται να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α), διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην έγκριση του ενημερωτικού δελτίου που αφορά η παράβαση, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

2.    Ο πραγματογνώμονας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

3.    Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει την εξουσία να υποβάλλει αίτημα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 43β και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 43γ και 43δ.

4.    Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συγκεντρώνει η ΕΑΚΑΑ κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

5.    Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

6.    Τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή ερευνών δυνάμει του παρόντος άρθρου.

7.    Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στο συμβούλιο εποπτών της ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας κοινοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

8.    Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα υπό έρευνα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των εν λόγω προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 43ι, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α) και, στην περίπτωση αυτή, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 43ε και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 43στ.

9.    Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του συμβουλίου εποπτών της ΕΑΚΑΑ.

10.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 44, προκειμένου να προσδιορίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

11.    Η ΕΑΚΑΑ παραπέμπει θέματα ποινικής δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να συνιστούν ποινικό αδίκημα. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων πραγματικών περιστατικών ή βάσει πραγματικών περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 43ι

Ακρόαση των προσώπων τα οποία αφορούν οι έρευνες

1.    Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 43ε, 43στ και 43ζ, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα υπό έρευνα πρόσωπα. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα υπό έρευνα πρόσωπα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν απαιτούνται επείγουσες ενέργειες σύμφωνα με το άρθρο 43ε, προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά τη λήψη της απόφασής της.

2.    Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των υπό έρευνα προσώπων. Τα εν λόγω πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 43ια

Επανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

ΤΜΗΜΑ 4

ΤΕΛΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Άρθρο 43ιβ

Εποπτικά τέλη

1.    Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους εκδότες, τους προσφέροντες ή τα πρόσωπα που ζητούν εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τον έλεγχο και την έγκριση των ενημερωτικών δελτίων, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων της, καθώς και την κοινοποίησή τους στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής, και την επιστροφή κάθε δαπάνης στην οποία ενδέχεται να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 43ια.

2.    Το ύψος του τέλους που επιβάλλεται σε συγκεκριμένο εκδότη, προσφέροντα ή πρόσωπο που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες σε σχέση με το ενημερωτικό δελτίο, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων τους, που συνέταξε ο εν λόγω εκδότης, ο προσφέρων ή το πρόσωπο που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Πρέπει να είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εκδότη, του προσφέροντα ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

3.    Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 44, για να προσδιορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 43ιγ

Ανάθεση καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις αρμόδιες αρχές

1.    Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση εποπτικού καθήκοντος, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Τα εν λόγω συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 43β, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 43γ και το άρθρο 43δ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ο έλεγχος, η έγκριση και η κοινοποίηση των ενημερωτικών δελτίων, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων τους, οι τελικές αξιολογήσεις και οι επακόλουθες αποφάσεις σχετικά με τις παραβάσεις δεν μπορούν να ανατεθούν.

2.    Πριν από την ανάθεση καθήκοντος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με την οικεία αρμόδια αρχή σχετικά με τα εξής:

α)    το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β)    το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος· και

γ)    τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3.    Η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 43ιβ παράγραφος 3.

4.    Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει κάθε ανάθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5.    Η ανάθεση καθηκόντων δεν επηρεάζει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητά της να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα.»·

Άρθρο 10

Μεταβατικές διατάξεις

4.Άρθρο 1 Η διαδικασία για τον διορισμό των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιεύεται μετά την έναρξη ισχύος των άρθρων 1, 2 και 3. Έως ότου όλα τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου αναλάβουν τα καθήκοντά τους, το συμβούλιο εποπτών και το διοικητικό συμβούλιο διοίκησης συνεχίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

5.Οι πρόεδροι διορίζονται πριν από την έναρξη ισχύος των άρθρων 1, 2 και 3 και συνεχίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους και τις υποχρεώσεις τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Οι πρόεδροι που θα διοριστούν μετά την έναρξη ισχύος των άρθρων 1, 2 και 3 επιλέγονται και διορίζονται σύμφωνα με τη νέα διαδικασία διορισμού.

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος και θέση σε εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος].

Τα άρθρα 1, 2 και 3 εφαρμόζονται από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί ημερομηνία 3 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος]. Ωστόσο, το σημείο [άρθρο 62] του άρθρου 1, το σημείο [άρθρο 62] του άρθρου 2 και το σημείο [άρθρο 62] του άρθρου 3 εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου του έτους μετά τη λήξη της περιόδου ενός έτους μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος    Ο Πρόεδρος

Νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο «Οργανισμοί»

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής:

1.3.Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.4.Στόχοι

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

2.2.Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

3.2.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις δαπάνες

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις δαπάνες

3.2.2.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις πιστώσεις [του οργανισμού]

3.2.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους [του οργανισμού]

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση:

- του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών),

- του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων),

- του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών),

και για την τροποποίηση:

του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια·

του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου·

του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων·

της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων·

του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων·

του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά·

της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής:

Τομέας πολιτικής: Χρηματοπιστωτική σταθερότητα, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και ένωση κεφαλαιαγορών

Δραστηριότητα: Χρηματοπιστωτική σταθερότητα

1.3.Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας

◻ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση

◻ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση μετά από πιλοτικό έργο/προπαρασκευαστική δράση 39  

⌧ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά την παράταση υφιστάμενης δράσης 

◻ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά δράση προσανατολισμένη σε νέα δράση 

1.4.Στόχοι

1.4.1.Πολυετείς στρατηγικοί στόχοι της Επιτροπής τους οποίους αφορά η πρόταση/πρωτοβουλία

Συμβολή σε βαθύτερη και δικαιότερη εσωτερική αγορά με ενισχυμένη βιομηχανική βάση

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

Ειδικός στόχος αριθ.

2.5 Το ρυθμιστικό πλαίσιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα αξιολογείται, εφαρμόζεται κατάλληλα και επιβάλλεται σε όλη την ΕΕ

1.4.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους/-τις στοχοθετημένους/-ες δικαιούχους/ομάδες.

Οι ΕΕΑ θα διασφαλίσουν μεγαλύτερη εποπτική σύγκλιση με ενισχυμένη ενωσιακή διάσταση. Η ενισχυμένη εποπτική σύγκλιση προσφέρει τη δυνατότητα μείωσης του διοικητικού φόρτου για όλες τις εποπτευόμενες οντότητες, και επίτευξης πρόσθετων συνεργειών, μέσω της μείωσης του κόστους συμμόρφωσης για τις διασυνοριακές οντότητες, με παράλληλη προστασία του συστήματος από το εποπτικό αρμπιτράζ εκ μέρους των συμμετεχόντων στην αγορά.

Οι ΕΕΑ θα είναι σε θέση να συντονίζουν καλύτερα τις εθνικές αρχές και να ασκούν άμεση εποπτεία κατά περίπτωση. Αυτός ο ενισχυμένος ρόλος των ΕΕΑ μπορεί να δώσει ώθηση στην ενοποίηση της αγοράς μέσω της διευκόλυνσης των διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Η ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης και η καθιέρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε όλη την ενιαία αγορά, με ενιαίο μηχανισμό καθορισμού τελών, θα επιτρέψει στις ΕΕΑ να συγκεντρώνουν πόρους (στα πλαίσια ενός σαφούς και διαφανούς μηχανισμού ο οποίος θα σέβεται την αρχή της ίσης μεταχείρισης) ώστε να εκπληρώνουν στο ακέραιο τα μελλοντικά καθήκοντα και εντολές τους. Μια τέτοια έκβαση τελικά θα ωφελήσει όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά.

1.4.4.Δείκτες αποτελεσμάτων και επιπτώσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της υλοποίησης της πρότασης/πρωτοβουλίας.

Πιθανοί δείκτες:

•    Αριθμός των εγκεκριμένων τεχνικών κανόνων σε σχέση με τον αριθμό εκείνων που πρέπει να εκπονηθούν

•    Αριθμός των σχεδίων τεχνικών κανόνων που υποβλήθηκαν προς έγκριση στην Επιτροπή εντός προθεσμίας

•    Αριθμός των τεχνικών κανόνων που προτάθηκαν αλλά απορρίφθηκαν από την Επιτροπή

•    Αριθμός των εγκεκριμένων μη δεσμευτικών συστάσεων σε σχέση με εκείνες που πρέπει να εκπονηθούν

•    Αριθμός των αιτημάτων επεξήγησης που έχουν υποβληθεί από τις αρμόδιες αρχές

•    Αριθμός των ερευνών για παραβίαση του δικαίου της ΕΕ που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς

•    Μέση διάρκεια των ερευνών για παραβίαση του δικαίου της ΕΕ

•    Αριθμός των προειδοποιήσεων για εμφανή παραβίαση του δικαίου της ΕΕ

•    Αριθμός των επιτυχημένων μεσολαβήσεων χωρίς δεσμευτικό διακανονισμό

•    Αριθμός των σωμάτων στα οποία συμμετέχουν οι ΕΑΤ / ΕΑΑΕΣ / ΕΑΚΑΑ

•    Αριθμός των διμερών συναντήσεων με αρμόδιες αρχές

•    Αριθμός των κοινών επιτόπιων επιθεωρήσεων

•    Αριθμός των ωρών κατάρτισης εποπτών

•    Αριθμός του προσωπικού που συμμετέχει σε ανταλλαγές/ αποσπάσεις

•    Αριθμός των διενεργηθεισών αξιολογήσεων από ομοτίμους

•    Αριθμός των εμποδίων για τη σύγκλιση τα οποία εντοπίστηκαν και απομακρύνθηκαν

•    Νέα πρακτικά εργαλεία και μέσα για την προαγωγή της σύγκλισης

•    Αριθμός των πρωτοβουλιών για τον γραμματισμό και την εκπαίδευση σε χρηματοοικονομικά θέματα

•    Αριθμός των δημοσιευμένων αναλυτικών μελετών

•    Αριθμός των επιτόπιων επιθεωρήσεων και ειδικών ερευνών

•    Αριθμός των συναντήσεων με εποπτευόμενες οντότητες

•    Αριθμός των καταγγελιών/προσφυγών από εποπτευόμενες εταιρείες

•    Αριθμός των εγκεκριμένων επίσημων αποφάσεων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης

•    Αριθμός των συμπληρωμένων βάσεων δεδομένων

•    Αριθμός των διενεργηθεισών προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ή ισοδύναμων δοκιμών

•    • Αναλογία του προτεινόμενου έναντι του εγκεκριμένου οριστικού προϋπολογισμό (ετησίως)

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών

Η παρούσα πρόταση θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις εξής προκλήσεις:

1) Εξουσίες: Η εναρμόνιση των κανονιστικών διατάξεων μέσω του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων είναι σημαντική για την ενιαία αγορά, όμως δεν επαρκεί. Προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της ενιαίας αγοράς και να μειωθούν οι κίνδυνοι του εποπτικού αρμπιτράζ και του ανταγωνισμού, είναι εξίσου σημαντική η ύπαρξη ενιαίας προσέγγισης προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας. Για τον σκοπό αυτό, οι ΕΕΑ πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για την προώθηση της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και αποτελεσματικών κοινών εποπτικών προτύπων σε όλη την ΕΕ, μέσω μέτρων εποπτικής σύγκλισης και άμεσης εποπτείας σε συγκεκριμένους τομείς. Αυτό ισχύει ιδίως για την ΕΑΚΑΑ στο πλαίσιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Για τον λόγο αυτό, η νομοθετική πρόταση στοχεύει στη χορήγηση νέων εξουσιών για την ενίσχυση της ενοποίησης της αγοράς (για την ΕΑΚΑΑ) και την ενδυνάμωση ή αποσαφήνιση υφιστάμενων εξουσιών που ορίζονται στους κανονισμούς της ΕΑΚΑΑ.

2) Διακυβέρνηση· Το βασικό πρόβλημα της ισχύουσας δομής διακυβέρνησης είναι η σύνθεση του συμβουλίου εποπτών και του εκτελεστικού συμβουλίου, η οποία δεν ευνοεί επαρκώς την προώθηση των συμφερόντων της ΕΕ στη λήψη αποφάσεων και εμποδίζει τις ΕΕΑ από το να ανταποκριθούν πλήρως στις εντολές τους, μέσω της αποθάρρυνσης της χρήσης ορισμένων υφιστάμενων εργαλείων. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι τα συμβούλια διοίκησης και τα συμβούλια εποπτών των ΕΕΑ συντίθενται κυρίως από εκπροσώπους των εθνικών αρμόδιων αρχών, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου (με την εξαίρεση της Επιτροπής όταν γίνεται ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό σε κάθε ένα από τα συμβούλια διοίκησης). Αυτό προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων. Επιπλέον, οι πρόεδροι έχουν πολύ περιορισμένο ρόλο και εξουσίες και ορίζονται από τα συμβούλια εποπτών, γεγονός που μειώνει την εξουσία και την ανεξαρτησία τους. Εξ άλλου, τα συμβούλια εποπτών έχουν υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ τα συμβούλια διοίκησης έχουν πιο περιορισμένα καθήκοντα, που δεν επιτρέπουν την ταχεία λήψη αποφάσεων. Επιπρόσθετα, η δομή διακυβέρνησης έχει επιπτώσεις στα κίνητρα των ΕΕΑ να χρησιμοποιούν ορισμένα εργαλεία όπως είναι η δεσμευτική διαμεσολάβηση, το πεδίο των αξιολογήσεων από ομοτίμους, η δρομολόγηση διαδικασιών για παραβίαση του δικαίου της ΕΕ ή η παρακολούθηση των αναφορών.

3) Χρηματοδότηση: Η αναθεώρηση του υφιστάμενου συστήματος χρηματοδότησης θα ήταν αναγκαία για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των δράσεων των ΕΕΑ, καθώς και ένας δίκαιος επιμερισμός του κόστους των δράσεών τους. Καθώς η νομοθετική πρόταση στοχεύει στην ενίσχυση του εποπτικού ρόλου των ΕΕΑ, είναι αναγκαία η (κατά πάσα πιθανότητα προς τα πάνω) προσαρμογή της χρηματοδότησης, σε ένα περιβάλλον στο οποίο τόσο ο ενωσιακός όσο και οι εθνικοί προϋπολογισμοί βρίσκονται υπό πίεση. Επιπλέον, πλήρης δημόσια χρηματοδότηση για τις ΕΕΑ σημαίνει ότι δημόσιο χρήμα δαπανάται για μια υπηρεσία που απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του ιδιωτικού τομέα. Θα ήταν δυνατή μια πιο αποτελεσματική και δίκαιη κατανομή του κόστους των ΕΕΑ στους οικονομικούς φορείς με την εφαρμογή της αρχής της «κατανομής βάσει του σκοπού» και την εξασφάλιση τουλάχιστον μερικής χρηματοδότησης από τον εν λόγω κλάδο. Τέλος, το υφιστάμενο σύστημα δεν είναι πλήρως δίκαιο για ορισμένες εθνικές αρμόδιες αρχές, οι οποίες παρέχουν δυσανάλογο μερίδιο της χρηματοδότησης σε σύγκριση με το μέγεθος του τομέα στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους.

1.5.2.Προστιθέμενη αξία από τη συμμετοχή της Ένωσης (ενδέχεται να προκύψει από διαφορετικούς παράγοντες, π.χ. οφέλη σε ό,τι αφορά τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, αυξημένη αποδοτικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία από τη συμμετοχή της Ένωσης» είναι η αξία που απορρέει από την παρέμβαση της Ένωσης και η οποία είναι επιπρόσθετη της αξίας που θα δημιουργούσαν σε διαφορετική περίπτωση τα κράτη μέλη από μόνα τους.

Λόγοι για την ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο (εκ των προτέρων)

Η αξιολόγηση του 2017 καταδεικνύει ότι είναι αιτιολογημένη και αναγκαία η δράση της ΕΕ για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί στον τομέα των εξουσιών που διαθέτουν οι ΕΕΑ, του πλαισίου διακυβέρνησης και της χρηματοδότησής τους. Η ανάληψη τυχόν δράσεων στο θέμα αυτό θα απαιτήσει τροποποιήσεις των κανονισμών για τις ΕΕΑ. Οι ΕΕΑ είναι όργανα της Ένωσης των οποίων οι εξουσίες και η λειτουργία μπορούν να τροποποιηθούν μόνο από τον νομοθέτη της Ένωσης — στην προκειμένη περίπτωση βάσει του άρθρου 114 της ΣΛΕΕ.

Αναμενόμενη προστιθέμενη αξία που θα δημιουργηθεί για την Ένωση (εκ των υστέρων)

Με τη δημιουργία των ΕΕΑ, αναγνωρίστηκε η ανάγκη για ένα εποπτικό σύστημα σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να βελτιωθεί η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών και να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης.

Οι ενδιαφερόμενοι φορείς συμφωνούν ότι οι ΕΕΑ έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών και ότι έχουν διαδραματίσει καίριο ρόλο στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας και της καλής ρύθμισης και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών καθώς και στη βελτίωση της προστασίας των καταναλωτών.

Η αναγκαιότητα των ΕΕΑ και η συμβολή τους στην αποτελεσματική εποπτεία σε ολόκληρη την ΕΕ θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία εν όψει της αυξημένης διασύνδεσης των χρηματοπιστωτικών αγορών τόσο στην ΕΕ, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι ΕΕΑ θα τεθούν στο επίκεντρο των προσπαθειών για την οικοδόμηση μιας Ένωσης Κεφαλαιαγορών, δεδομένου του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν στην προώθηση της ενοποίησης των αγορών και στη δημιουργία ευκαιριών εντός της ενιαίας αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές οντότητες και τους επενδυτές.

Η επιστροφή σε ένα εποπτικό πλαίσιο οικοδομημένο σε εθνικές βάσεις επί της αρχής του ελέγχου από την χώρα καταγωγής, με ελάχιστους κανόνες προληπτικής εποπτείας και αμοιβαία αναγνώριση, δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στην επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ και ιδίως του πλαισίου των κεφαλαιαγορών. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ικανότητα της ΕΕ να ενισχύσει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και να δημιουργήσει πηγές χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις της ΕΕ, που είναι αναγκαία στοιχεία για την ισχυροποίηση της οικονομίας της ΕΕ και την τόνωση των επενδύσεων ώστε να δημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Οι τρεις ΕΕΑ ξεκίνησαν τη λειτουργία τους ως ανεξάρτητοι οργανισμοί της ΕΕ τον Ιανουάριο του 2011, στο πλαίσιο των κανονισμών του 2010 για τις ΕΕΑ.

Η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των ΕΕΑ το 2014. Τότε η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ΕΕΑ είχαν καλές επιδόσεις, ωστόσο εντόπισε τέσσερις τομείς στους οποίους ορισμένα θέματα παρουσίαζαν περιθώριο βελτίωσης. (1) πλαίσιο χρηματοδότησης (που αντικαθιστά το υφιστάμενο πλαίσιο)· (2) εξουσίες (π.χ. αυξημένη εστίαση στην εποπτική σύγκλιση, αποτελεσματικότερη χρήση των υφιστάμενων εξουσιών, και αποσαφηνίσεις των υφιστάμενων εντολών, καθώς και ενδεχόμενες παρατάσεις τους)· (3) διακυβέρνηση (π.χ. ενίσχυση της εσωτερικής διακυβέρνησης ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται προς το συμφέρον της ΕΕ συνολικά)· και (4) εποπτική αρχιτεκτονική (αξιολόγηση των διαρθρωτικών αλλαγών όπως η συγχώνευση των αρχών σε ένα ενιαίο σώμα με μία έδρα ή η εφαρμογή της προσέγγισης των «δίδυμων κορυφών»).

Τον Οκτώβριο του 2013 και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προέβη σε επανεξέταση των ΕΕΑ. Ορισμένα από τα συμπεράσματα ήταν παρόμοια με αυτά της Επιτροπής όσον αφορά τις επιδόσεις των ΕΕΑ, μεταξύ άλλων ότι η περίοδος παρατήρησης ήταν πολύ σύντομη. Η έκθεση του Κοινοβουλίου περιλάμβανε λεπτομερή κατάλογο των σημείων που έχρηζαν βελτίωσης, ορισμένα εκ των οποίων θα απαιτούσαν νομοθετικές αλλαγές. Επιπλέον, στο ψήφισμά του τον Μάρτιο του 2014 σχετικά με την επανεξέταση του ΕΣΧΕ, το Κοινοβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει νέες νομοθετικές προτάσεις για την αναθεώρηση των ΕΕΑ σε τομείς όπως η διακυβέρνηση, η εκπροσώπηση, η εποπτική συνεργασία και σύγκλιση, και η ενίσχυση των εξουσιών.

Τον Νοέμβριο του 2014, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να εξεταστούν στοχευμένες προσαρμογές για τη βελτίωση της απόδοσης, της διακυβέρνησης και της χρηματοδότησης των ΕΕΑ.

Στην παρούσα νομοθετική πρόταση ελήφθησαν υπόψη θέματα που εθίγησαν σε προηγούμενες αξιολογήσεις καθώς και αξιώσεις των ενδιαφερόμενων φορέων (συμπεριλαμβανομένων όσων διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της πρόσκλησης της Επιτροπής για υποβολή στοιχείων και της Ένωσης Κεφαλαιαγορών). Πάντως ελήφθη ιδιαιτέρως υπόψη η αξιολόγηση που ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 2017 και η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε γενικές γραμμές, οι ΕΕΑ έχουν ανταποκριθεί στους τρέχοντες στόχους τους και ότι η υφιστάμενη τομεακή δομή εποπτείας των ΕΕΑ είναι κατάλληλη. Ωστόσο συνιστώνται στοχευμένες βελτιώσεις για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων, ιδίως όσον αφορά την ενίσχυση των εξουσιών των ΕΕΑ, του πλαισίου διακυβέρνησης και του χρηματοδοτικού πλαισίου.

1.5.4.Συμβατότητα και ενδεχόμενη συνέργεια με άλλα κατάλληλα μέσα

Οι στόχοι της παρούσας πρότασης είναι συναφείς με άλλες πολιτικές της ΕΕ και με τις εν εξελίξει πρωτοβουλίες που αποσκοπούν: i) στην ανάπτυξη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης· («ΟΝΕ»)· ii) στην ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών· iii) στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ.

Πρώτον, η παρούσα πρόταση είναι συνεκτική με την ΟΝΕ. Η έκθεση των πέντε Προέδρων σχετικά με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ τονίζει ότι η στενότερη ενοποίηση των κεφαλαιαγορών και η σταδιακή κατάργηση των εναπομενόντων εθνικών φραγμών θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, είναι ανάγκη να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ευρωστία όλων των οικονομικών παραγόντων Η έκθεση των πέντε Προέδρων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση αυτή αναμένεται να οδηγήσει τελικά σε μια Ενιαία Ευρωπαϊκή Αρχή Εποπτείας Κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, το πρόσφατο έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της ΟΝΕ, τονίζει τα εξής: «Ένα πιο ολοκληρωμένο εποπτικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την κοινή εφαρμογή των κανόνων του χρηματοπιστωτικού τομέα και πιο συγκεντρωτική εφαρμογή εποπτείας είναι καθοριστικό.»  Ενώ η νομοθετική πρόταση δεν δεσμεύει για τη δημιουργία μιας ενιαίας εποπτικής αρχής για τις κεφαλαιαγορές, η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση του εποπτικού πλαισίου. Προβλέπει επίσης τη μεταβίβαση ορισμένων αρμοδιοτήτων εποπτείας (π.χ. όσον αφορά την έγκριση ορισμένων ενημερωτικών δελτίων της ΕΕ, καθώς και τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς, τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και ορισμένα από τα ταμεία της ΕΕ) στο επίπεδο της ΕΕ και ειδικότερα στην ΕΑΚΑΑ.

Δεύτερον, η παρούσα πρόταση είναι συνεκτική με το σχέδιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Προωθώντας μεγαλύτερη ποικιλία διαύλων χρηματοδότησης, η Ένωση Κεφαλαιαγορών θα συμβάλει στην αύξηση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη να υπάρχει εγρήγορση όσον αφορά τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που ανακύπτουν στις κεφαλαιαγορές. Ως εκ τούτου, η ποιότητα του εποπτικού πλαισίου αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για εύρυθμες και ενοποιημένες κεφαλαιαγορές. Η νομοθετική πρόταση θα πρέπει να διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Ως εκ τούτου, οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που έχουν παρόμοιο μέγεθος και παρόμοια προφίλ κινδύνου θα υπόκεινται στο ίδιο πρότυπο εποπτείας, ανεξάρτητα από τη χώρα της ΕΕ όπου βρίσκονται, προς αποφυγή του ρυθμιστικού αρμπιτράζ.

Τρίτον, η πρόταση συνάδει με τον γενικό στόχο της βελτίωσης της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ. Κατά τα τελευταία έτη, η ΕΕ έχει θέσει σε εφαρμογή μια σειρά μεταρρυθμίσεων για να καταστήσει τους τομείς των τραπεζών, των ασφαλίσεων και των κεφαλαιαγορών διαφανέστερους, καλά ρυθμισμένους και ανθεκτικούς. Η πρόταση θα έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της εποπτείας εντός της ΕΕ, μέσα από την αποσαφήνιση ορισμένων εξουσιών που ανατίθενται στις ΕΕΑ (όπως η επίλυση διαφορών, και οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις) και την τροποποίηση της διακυβέρνησης των εν λόγω αρχών. Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική νομοθεσία της ΕΕ ενσωματώνει όλο και περισσότερο «καθεστώτα τρίτων χωρών», γεγονός που επιτρέπει σε επιχειρήσεις εκτός ΕΕ να έχουν πρόσβαση στην ΕΕ, συνήθως υπό τον όρο να έχουν αδειοδοτηθεί σε κράτος που διαθέτει ρυθμιστικό καθεστώς ισοδύναμο με αυτό της ΕΕ και το οποίο παρέχει αποτελεσματικό αμοιβαίο μηχανισμό ο οποίος προσφέρει πρόσβαση στις εταιρείες της ΕΕ. Η νομοθετική πρόταση θα δηλώνει σαφέστερα ότι οι ΕΕΑ δύνανται να επικουρούν την Επιτροπή στην παρακολούθηση των εξελίξεων σε τρίτες χώρες (δηλαδή όσον αφορά ρυθμιστικές, και εποπτικές εξελίξεις και εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες, καθώς και τις εποπτικές επιδόσεις των αρχών των τρίτων χωρών), σε δικαιοδοσίες που έχουν τύχει θετικής απόφασης ισοδυναμίας εκ μέρους της Επιτροπής. Σκοπός της εν λόγω παρακολούθησης είναι να διασφαλιστεί ότι οι προϋποθέσεις επί των οποίων βασίζεται η απόφαση ισοδυναμίας εξακολουθούν να πληρούνται σε συνεχή βάση, με ιδιαίτερη έμφαση στις εξελίξεις στις τρίτες χώρες που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της.

Τέταρτον, η παρούσα νομοθετική πρόταση συνάδει επίσης με την πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες και τις αρχές που εμπλέκονται στη χορήγηση άδειας σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους («CCP») και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών 40 . Η πρόταση για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εισάγει μια πιο πανευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ. Εντός της ΕΑΚΑΑ θα δημιουργηθεί ένας νέος εποπτικός μηχανισμός που θα είναι υπεύθυνος για τη διασφάλιση πιο συνεκτικής και συνεπούς εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, καθώς και στιβαρότερης εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε χώρες εκτός ΕΕ, ήτοι σε «τρίτες χώρες».

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις

◻ Πρόταση/πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας

–◻    Πρόταση/Πρωτοβουλία με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ

–◻    Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ

⌧ Πρόταση/πρωτοβουλία απεριόριστης διάρκειας

–Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το 2019 μέχρι το 2020,

–και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι) διαχείρισης 41  

◻ Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

–◻    από τους εκτελεστικούς οργανισμούς

◻ Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

⌧ Έμμεση διαχείριση με ανάθεση εκτελεστικών καθηκόντων:

◻ σε διεθνείς οργανισμούς και τις υπηρεσίες τους (να προσδιοριστούν)·

◻ στην ΕΤΕπ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων·

⌧ σε φορείς που αναφέρονται στα άρθρα 208 και 209·

◻ σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου·

◻ σε οργανισμούς που διέπονται από ιδιωτικό δίκαιο με αποστολή δημόσιας υπηρεσίας στον βαθμό που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις,

◻ σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους, στους οποίους έχει ανατεθεί η υλοποίηση σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις,

◻ σε πρόσωπα επιφορτισμένα με την εκτέλεση συγκεκριμένων δράσεων στην ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη.

Παρατηρήσεις

Άνευ αντικειμένου

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι των διατάξεων αυτών

Σύμφωνα με τις ήδη υφιστάμενες ρυθμίσεις, οι ΕΕΑ εκπονούν τακτικά εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά τους (συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών εκθέσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, των εκθέσεων προς τα συμβούλια και της σύνταξης ετήσιας έκθεσης), και υπόκεινται σε ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά τη χρήση των πόρων και τις επιδόσεις τους. Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις δράσεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση θα συμμορφώνονται με τις ήδη υφιστάμενες απαιτήσεις καθώς και με οποιεσδήποτε νέες απαιτήσεις προκύψουν από την παρούσα πρόταση.

2.2.Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου

2.2.1.Κίνδυνοι που έχουν εντοπιστεί

Όσον αφορά τη νόμιμη, οικονομική, αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των πιστώσεων για την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, η πρόταση δεν αναμένεται να δημιουργήσει σημαντικούς νέους κινδύνους που να μην καλύπτονται επί του παρόντος από το υφιστάμενο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

Ωστόσο, ενδέχεται να προκύψει μια νέα πρόκληση όσον αφορά την αλλαγή της χρηματοδότησης, δηλαδή, τη διασφάλιση της έγκαιρης συλλογής των ετήσιων συνεισφορών από τα οικεία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τους οικείους συμμετέχοντες στην αγορά.

2.2.2.Προβλεπόμενες μέθοδοι ελέγχου

Έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στους κανονισμούς των ΕΕΑ. Οι ΕΕΑ συνεργάζονται στενά με την Υπηρεσία Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου της Επιτροπής για να διασφαλίσουν την τήρηση των κατάλληλων προτύπων σε όλους τους τομείς του πλαισίου εσωτερικού ελέγχου. Οι ρυθμίσεις αυτές θα ισχύουν και όσον αφορά τον ρόλο των ΕΕΑ σύμφωνα με την παρούσα πρόταση.

Επιπλέον, σε κάθε οικονομικό έτος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου, χορηγεί σε κάθε ΕΕΑ απαλλαγή για τη εκτέλεση του προϋπολογισμού της.

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας

Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πρακτικών εφαρμόζονται στην ΕΑΚΑΑ άνευ περιορισμών οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Οι ΕΕΑ διαθέτουν ειδική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης και συνακόλουθο σχέδιο δράσης. Οι ενισχυμένες δράσεις των ΕΕΑ στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης θα συμμορφώνονται με τους κανόνες και τις κατευθύνσεις που παρέχουν ο δημοσιονομικός κανονισμός (μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης στο πλαίσιο χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης), οι πολιτικές της OLAF για την πρόληψη της απάτης, οι διατάξεις που προβλέπονται στη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης της Επιτροπής (COM(2011)376), καθώς εκείνων που προβλέπονται στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ (Ιουλίου 2012) και στον σχετικό χάρτη πορείας.

Επιπλέον, οι κανονισμοί για τη σύσταση των ΕΕΑ, καθώς και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί των ΕΕΑ ορίζουν τις διατάξεις για την εκτέλεση και τον έλεγχο του προϋπολογισμού των ΕΕΑ και τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποσκοπούν στην πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών.

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

·Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή προϋπολογισμού

Είδος της
δαπάνης

Συνεισφορά

Αριθμός
[Τομέας………………………...…………]

ΔΠ/ΜΔΠ 42

χωρών ΕΖΕΣ 43

υποψηφίων για ένταξη χωρών 44

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

1α

12 02 04 ΕΑΤ

12 02 05 ΕΑΑΕΣ

12 02 06 ΕΑΚΑΑ

ΔΠ

ΝΑΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

·Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία Άνευ αντικειμένου

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή προϋπολογισμού

Είδος της
δαπάνης

Συνεισφορά

Αριθμός
[Τομέας………………………...…………]

ΔΠ/ΜΔΠ

χωρών ΕΖΕΣ

υποψηφίων για ένταξη χωρών

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

[…]

[XX.ΕΕ.ΕΕ.ΕΕ]

[…]

[…]

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

3.2.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις δαπάνες

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία θα έχει τις εξής επιπτώσεις στις δαπάνες:

1. Πρόσληψη συνολικά 210 νέων υπαλλήλων στην ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ κατά την περίοδο 2019-2022.

2. Το κόστος αυτών των νέων υπαλλήλων (και οι λοιπές δαπάνες που συνδέονται με τα νέα καθήκοντα που ανατίθενται στις ΕΕΑ) θα χρηματοδοτηθεί πλήρως από ετήσιες συνεισφορές για την έμμεση εποπτεία και από τα τέλη για την άμεση εποπτεία που θα συγκεντρώνονται από τον κλάδο (δεν υπάρχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ). Σημειωτέον ότι όσον αφορά την ΕΑΚΑΑ, το πρόσθετο προσωπικό και όλες οι πρόσθετες δαπάνες της άμεσης εποπτείας θα καλύπτονται πλήρως από τέλη που θα καταβάλλει ο κλάδος.

Ωστόσο, εάν υποτεθεί ότι η έγκριση και η έναρξη ισχύος θα πραγματοποιηθούν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2019 και ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εκπονήσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη όπου θα καθορίζονται οι ετήσιες συνεισφορές, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος των τελών και ο τρόπος καταβολής τους, η πρόταση προβλέπει ότι οι ετήσιες συνεισφορές εισπράττονται από την αρχή του έτους το οποίο αρχίζει μετά την πάροδο ενός πλήρους έτους από την έναρξη ισχύος — πράγμα που στην περίπτωση αυτή σημαίνει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2021 οι πρόσθετες δαπάνες για την έμμεση εποπτεία που προκύπτουν από την παρούσα πρόταση μπορούν να χρηματοδοτούνται από τις ετήσιες εισφορές. Ωστόσο, καθώς οι ΕΕΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό, θα δημιουργούν δαπάνες από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, είναι ανάγκη να εξασφαλιστούν πρόσθετα κονδύλια της ΕΕ το 2019 και το 2020, ώστε να καλυφθούν σε μεταβατική βάση τα αρχικά στάδια λειτουργίας, έως ότου συγκεντρωθούν οι ετήσιες συνεισφορές και καταστεί δυνατή, από το 2021 και μετά, η επιστροφή της προαναφερθείσας μεταβατικής κάλυψης που παρασχέθηκε για το 2019 και το 2020 στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Ομοίως και τα τέλη που θα καλύπτουν πλήρως τις δαπάνες για την άμεση εποπτεία (τα οποία, σύμφωνα με την παρούσα πρόταση, θα αρχίσουν να εφαρμόζονται 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της, ήτοι στην περίπτωση αυτή το 2021), θα εισπράττονται μόνον μετά την έναρξη ισχύος των ειδικών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Στο παρόν έγγραφο θεωρείται δεδομένο ότι το 2021 θα υπάρξουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ λόγω των προκαταβολών που θα πραγματοποιηθούν προτού καταστεί δυνατή η είσπραξη των εν λόγω τελών, και ότι οι ΕΕΑ θα επιστρέψουν την προκαταβολή της ΕΕ το αργότερο το 2022. Ως εκ τούτου, το 2022 δεν αναμένονται πρόσθετες δαπάνες για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Κατ’ αρχήν, οι πρόσθετες δαπάνες στον τομέα της άμεσης εποπτείας θα χρηματοδοτούνται από τέλη που θα εισπράττονται από τους εποπτευόμενους συμμετέχοντες στην αγορά.

Αυτό το πρόσθετο κονδύλι θα πρέπει να προέρχεται από τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ, καθώς ο προϋπολογισμός της ΓΔ FISMA δεν μπορεί να καλύψει ένα τέτοιο ποσό.

Οι δαπάνες των ήδη υφιστάμενων και των εν εξελίξει καθηκόντων και δραστηριοτήτων των ΕΕΑ κατά τα έτη 2019 και 2020 θα χρηματοδοτηθούν με βάση το ισχύον χρηματοδοτικό πλαίσιο, σύμφωνα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2014-2020.

ΟΙ ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΓΙΑ ΤΑ ΕΤΗ 2021 ΚΑΙ ΕΦΕΞΗΣ ΠΑΡΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΔΙΚΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΕΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΕΤΑ ΤΟ 2020, Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΕΩΣ ΤΟΝ ΜΑΪΟ ΤΟΥ 2018. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, ενώ με την πάροδο του χρόνου ο αριθμός των απαραίτητων για την άμεση εποπτεία υπαλλήλων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του αριθμού και του μεγέθους των προς εποπτεία συμμετεχόντων στις κεφαλαιαγορές, οι αντίστοιχες δαπάνες θα χρηματοδοτούνται καταρχήν από τα τέλη που θα εισπράττονται από τους εν λόγω συμμετέχοντες στην αγορά.

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις δαπάνες

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού
πλαισίου

Αριθμός

Τομέας 1α Ανταγωνιστικότητα για την ανάπτυξη και την απασχόληση

ΓΔ: FISMA

2019

2020

2021

2022

ΣΥΝΟΛΟ

12.0204 ΕΑΤ

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1)

2 493,0

4 096,3

0

6 589,3

Πληρωμές

(2)

2 493,0

4 096,3

0

6 589,3

12.0205 ΕΑΑΕΣ

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1α)

3 759,7

5 356,0

0

9 115,7

Πληρωμές

(2α)

3 759,7

5 356,0

0

9 115,7

12.0206 ΕΑΚΑΑ

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(3α)

17 728,6

20 589,6

10 142,8

48 461,0

Πληρωμές

(3β)

17 728,6

20 589,6

10 142,8

48 461,0

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
για τη ΓΔ FISMA

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=1+1α +3α

23 981,3

30 041,9

10 142,8

64 166,0

Πληρωμές

=2+2α+3β

23 981,3

30 041,9

10 142,8

64 166,0








Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού
πλαισίου

5

«Διοικητικές δαπάνες»

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: <…….>

•Ανθρώπινοι πόροι

•Άλλες διοικητικές δαπάνες

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ <…….>

Πιστώσεις

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
για τον ΤΟΜΕΑ 5
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
 

(Σύνολο πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)



2019



2020

2021

2022

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 5
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
 

Αναλήψεις υποχρεώσεων

23 981,3

30 041,9

10 142,8

64 166,0

Πληρωμές

23 981,3

30 041,9

10 142,8

64 166,0

3.2.2.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις πιστώσεις [του οργανισμού]

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα

⇩

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ (OUTPUTS)

Είδος 45

Μέσο κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Αριθμός

Κόστος

Συνολικός αριθμός

Συνολικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1 46 ...

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 ...

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ

3.2.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους [του οργανισμού] — βλ. παράρτημα του νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου

1.Συνοπτική παρουσίαση

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα.

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N 47

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

Μόνιμοι υπάλληλοι (βαθμοί AD)

Μόνιμοι υπάλληλοι (βαθμοί AST)

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

Έκτακτοι υπάλληλοι

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

ΣΥΝΟΛΟ

Εκτιμώμενες επιπτώσεις στο προσωπικό (επιπλέον ΙΠΑ) – πίνακας προσωπικού

Ομάδα καθηκόντων και βαθμός

Έτος Ν

Έτος N+1

Έτος N+2

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

AD16

AD15

AD14

AD13

AD12

AD11

AD10

AD9

AD8

AD7

AD6

AD5

 

Σύνολο AD

AST11

AST10

AST9

AST8

AST7

AST6

AST5

AST4

AST3

AST2

AST1

Σύνολο AST

AST/SC 6

AST/SC 5

AST/SC 4

AST/SC 3

AST/SC 2

AST/SC 1

Σύνολο AST/SC

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ

Εκτιμώμενες επιπτώσεις στο προσωπικό (επιπλέον) – εξωτερικό προσωπικό

Συμβασιούχοι υπάλληλοι (ΣΥ)

Έτος Ν

Έτος N+1

Έτος N+2

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Ομάδα καθηκόντων IV

Ομάδα καθηκόντων III

Ομάδα καθηκόντων II

Ομάδα καθηκόντων I

Σύνολο

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

Έτος Ν

Έτος N+1

Έτος N+2

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Σύνολο

Αναφέρετε την προβλεπόμενη ημερομηνία πρόσληψης και προσαρμόστε το ποσό αναλόγως (εάν η πρόσληψη γίνει τον Ιούλιο, λαμβάνεται υπόψη μόνο το 50 % του μέσου κόστους) και δώστε περαιτέρω εξηγήσεις σε παράρτημα.

2.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους για την αρμόδια ΓΔ

–⌧    Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε ακέραιο αριθμό (ή το πολύ με ένα δεκαδικό ψηφίο)

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος N+2

Έτος N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

·Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)

XX 01 01 01 (έδρα και γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής)

XX 01 01 02 (αντιπροσωπείες)

XX 01 05 01 (έμμεση έρευνα)

10 01 05 01 (άμεση έρευνα)

•Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ) 48

XX 01 02 01 (AC, END, INT από το συνολικό κονδύλιο)

XX 01 02 02 (AC, AL, END, INT και JED στις αντιπροσωπείες)

XX 01 04 yy 49

- στην έδρα 50

- σε αντιπροσωπείες

XX 01 05 02 (AC, END, INT - έμμεση έρευνα)

10 01 05 02 (AC, END, INT - άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

ΣΥΝΟΛΟ

XX είναι ο σχετικός τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.

Οι απαιτούμενοι ανθρώπινοι πόροι θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ στο οποίο έχει ήδη ανατεθεί η διαχείριση της δράσης και/ή το οποίο έχει ανακατανεμηθεί εντός της ΓΔ, από κοινού, εφόσον χρειαστεί, με πρόσθετο προσωπικό που μπορεί να διατεθεί στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων:

Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι

Εξωτερικό προσωπικό

Η περιγραφή του υπολογισμού του κόστους των θέσεων που εκφράζονται σε μονάδες πλήρους απασχόλησης θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο τμήμα 3 του παραρτήματος V.

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία είναι συμβατή με τον ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

–⌧    Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί αναπρογραμματισμό του σχετικού τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός, με προσδιορισμό των σχετικών γραμμών του προϋπολογισμού και των αντίστοιχων ποσών.

Απαιτείται αναπρογραμματισμός των γραμμών προϋπολογισμού των ΕΕΑ (12.0204, 12.0205 και 12.0206). Μολονότι τα πλήρη προβλεπόμενα ποσά τελικά θα καλυφθούν από τα τέλη, θα απαιτηθεί προκαταβολή από τον προϋπολογισμό της ΕΕ για να καλυφθούν οι δαπάνες που θα προκύψουν τουλάχιστον κατά τους 18 πρώτους μήνες λειτουργίας.

Μετά την έγκριση της πρότασης, η Επιτροπή θα κληθεί να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη όπου θα προσδιορίζεται λεπτομερώς η μεθοδολογία για τον υπολογισμό και την είσπραξη των τελών. Τούτο θα απαιτήσει κατόπιν τη μη διατύπωση αντιρρήσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, προτού καταστεί δυνατή η έναρξη της είσπραξης τελών. Ωστόσο, τα εν λόγω έξοδα θα πρέπει να επιστραφούν σταδιακά, το αργότερο μέχρι το 2021.

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί τη χρησιμοποίηση του μέσου ευελιξίας ή την αναθεώρηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 51 .

Να εξηγηθεί η ανάγκη, με προσδιορισμό των σχετικών τομέων και γραμμών του προϋπολογισμού, καθώς και των αντίστοιχων ποσών.

[…]

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

–Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτα μέρη.

–Η πρόταση/πρωτοβουλία προβλέπει τη συγχρηματοδότηση που εκτιμάται παρακάτω:

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Σύνολο

Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης 

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

–⌧    Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.

–◻    Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:

–◻    στους ιδίους πόρους

–◻    στα διάφορα έσοδα

Σε εκατ. EUR (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:

Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος

Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας 52

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να φαίνεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο ………….

Ως προς τα διάφορα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

[…]

Να προσδιοριστεί η μέθοδος υπολογισμού των επιπτώσεων στα έσοδα.

[…]



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα κόστη που σχετίζονται με τα καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσουν οι ΕΕΑ υπολογίστηκαν στις δαπάνες προσωπικού, σύμφωνα με την κατάταξη δαπανών στο σχέδιο προϋπολογισμού των ΕΕΑ για το 2018. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία θα έχει επιπτώσεις στα κόστη που δημιουργούνται από τις ΕΕΑ λόγω αλλαγών: (I.) στη διακυβέρνηση, (II.) στις έμμεσες εποπτικές εξουσίες των ΕΕΑ, (III.) στο σύστημα χρηματοδότησης για τις εν λόγω υπηρεσίες και (IV.) στις άμεσες εποπτικές εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ. Το επιπλέον προσωπικό θα πρέπει επίσης να υποστηρίζεται από πόρους γενικών εξόδων και νομικούς εμπειρογνώμονες (V.). Δεδομένης της αύξησης των μελών του προσωπικού, η παρούσα νομοθετική πρόταση ενδέχεται επίσης να συνεπάγεται ορισμένες αλλαγές στις εγκαταστάσεις των ΕΕΑ (VI).

I. Διακυβέρνηση των ΕΕΑ:

Ως συνέπεια της παρούσας νομοθετικής πρότασης, το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο (που αποτελείται από τον πρόεδρο, τον εκτελεστικό διευθυντή και τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου) θα αντικατασταθεί από ένα εκτελεστικό συμβούλιο, ήτοι ένα νέο όργανο αποτελούμενο από τέσσερα ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης (συμπεριλαμβανομένου του προέδρου) για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ και από 6 ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης (συμπεριλαμβανομένου του προέδρου) για την ΕΑΚΑΑ, με αποκλειστικό προσανατολισμό στις εντολές των ΕΕΑ. Ο σημερινός εκτελεστικός διευθυντής θα μπορούσε να ενταχθεί στο εκτελεστικό συμβούλιο. Οι εν λόγω αλλαγές ενδέχεται να απαιτήσουν δύο επιπλέον μέλη προσωπικού 53 για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ και τέσσερα επιπλέον μέλη προσωπικού για την ΕΑΚΑΑ (υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υπάλληλοι προσλαμβάνονται εκτός της οργάνωσης). Οι υπάλληλοι αυτοί θα πληρώνονται από τον προϋπολογισμό των ΕΕΑ. Οι εν λόγω 2 νέοι υπάλληλοι της ΕΑΤ και της ΕΑΑΕΣ και οι 4 της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι έμπειροι και να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι κατηγορίας AD, βαθμού τουλάχιστον AD 13. Αναπόφευκτα θα προκύψουν δαπάνες συνδεόμενες με τις προσλήψεις αυτού του πρόσθετου προσωπικού (έξοδα ταξιδίου, διαμονής, ιατρικές εξετάσεις και άλλα επιδόματα, έξοδα μετακόμισης κ.λπ.), τα οποία εκτιμώνται στα 12 700 EUR ανά άτομο.

Σύμφωνα με τη νομοθετική πρόταση, στο εν λόγω εκτελεστικό συμβούλιο θα ανατεθούν εξουσίες λήψης αποφάσεων για ορισμένα μη ρυθμιστικά καθήκοντα τα οποία παρουσιάζουν την πλέον προβληματική ασυμμετρία κινήτρων υπό το σημερινό μοντέλο διακυβέρνησης (π.χ. διαδικασίες για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και επιλύσεις διαφορών). Καθώς ένας από τους στόχους της παρούσας πρότασης είναι να αυξηθεί η χρήση των εν λόγω εξουσιών, τα μόνιμα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να υποστηριχθούν επαρκώς στα καθήκοντά τους με πρόσθετους ανθρώπινους πόρους. Για παράδειγμα, οι τροποποιήσεις που θα επέλθουν στις εν λόγω εξουσίες αναμένεται να συνεπάγονται αύξηση του αριθμού των αιτήσεων παροχής πληροφοριών (που αποστέλλονται στις αρμόδιες αρχές ή στους συμμετέχοντες στην αγορά) καθώς και αυξημένη χρήση των εξουσιών διευθέτησης διαφορών. Τα περισσότερα από τα νέα αυτά καθήκοντα δύνανται να εκτελούνται από προσωπικό των υφιστάμενων ΕΕΑ, το οποίο δύναται να ανακατανεμηθεί από οιονεί νομοθετικές εργασίες σε καθήκοντα εποπτικής σύγκλισης. Πράγματι, στο μέλλον, το ρυθμιστικό έργο αναμένεται να μειωθεί ελαφρά ή να παραμείνει στάσιμο, ενώ περισσότερα ΙΠΑ των ΕΕΑ θα μπορούσαν να ασχοληθούν με την εποπτική σύγκλιση. Κατά συνέπεια, για τη στήριξη του νέου εκτελεστικού συμβουλίου στα νέα του καθήκοντα αναμένεται να απαιτηθούν μόνο 2 επιπλέον ΙΠΑ για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ και 3 πρόσθετα ΙΠΑ για την ΕΑΚΑΑ.

Συνοψίζοντας, το παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο θεωρεί ότι οι αλλαγές στη διακυβέρνηση των ΕΕΑ, για καθένα από τους εν λόγω οργανισμούς ενδέχεται να συνεπάγονται:

·Την πρόσληψη 4 νέων εκτάκτων υπαλλήλων κατηγορίας AD για την ΕΑΚΑΑ και 2 νέων εκτάκτων υπαλλήλων κατηγορίας AD για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, βαθμού τουλάχιστον AD 13 με επαγγελματική πείρα υψηλού επιπέδου·

·2 ΙΠΑ (στο σύνολό τους έκτακτοι υπάλληλοι) για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ και 3 ΙΠΑ για την ΕΑΚΑΑ, για να συνδράμουν τα μέλη του νέου εκτελεστικού συμβουλίου στα νέα τους καθήκοντα και να αντισταθμίσουν την αναμενόμενη αύξηση του φόρτου εργασίας που συνδέεται με τις εργασίες εποπτικής σύγκλισης·

·Έξοδα συνδεόμενα με τις προσλήψεις αυτού του πρόσθετου προσωπικού (έξοδα ταξιδίου, διαμονής, ιατρικές εξετάσεις και άλλα επιδόματα, έξοδα μετακόμισης κ.λπ.). 

II. Έμμεση Εποπτεία ασκούμενη από τις ΕΕΑ

i. κοινά καθήκοντα που απαιτούν τους ίδιους πόρους και για τις 3 ΕΕΑ

Προς ενίσχυση της συνέπειας εντός του δικτύου των αρχών χρηματοοικονομικής εποπτείας, οι αξιολογήσεις από ομοτίμους που διενεργούνται από τις ΕΕΑ θα αντικατασταθούν από ανεξάρτητες αξιολογήσεις. Ενώ οι αξιολογήσεις από ομοτίμους επί του παρόντος διενεργούνται από εξεταστικές επιτροπές ομοτίμων αποτελούμενες κυρίως από υπαλλήλους των αρμόδιων εθνικών αρχών της ΕΕ-28, οι ανεξάρτητες αξιολογήσεις θα διενεργούνται υπό την επίβλεψη του νεοσυστηνόμενου εκτελεστικού συμβουλίου. Για την εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού, η νομοθετική πρόταση ορίζει ότι το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτήσει επιτροπή αξιολογήσεων. Η εν λόγω επιτροπή θα απαρτίζεται αποκλειστικά από προσωπικό των ΕΕΑ ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των αξιολογήσεων. Συνεπώς, η δημιουργία μιας τέτοιας επιτροπής θα απαιτήσει πρόσθετο προσωπικό, έστω και αν ορισμένοι υπάλληλοι των ΕΕΑ ήδη συμμετέχουν στις τρέχουσες αξιολογήσεις από ομοτίμους. Η εν λόγω αύξηση του προσωπικού των ΕΕΑ εκτιμάται σε πέντε επιπλέον μέλη προσωπικού για κάθε ΕΕΑ, ώστε να αντισταθμιστεί η έλλειψη των ανθρώπινων πόρων που παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές για τα καθήκοντα αυτά.

Στις ΕΕΑ θα ανατεθεί επίσης μια νέα αποστολή συντονισμού των αρμόδιων αρχών, ώστε να διασφαλιστεί η σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών και η συνεπής εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΕΕΑ θα θέσουν κοινούς σκοπούς και στόχους υπό τη μορφή ενός πολυετούς στρατηγικού σχεδίου της ΕΕ. Οι ΕΕΑ ήδη καταρτίζουν ετήσιο πρόγραμμα εργασίας. Ωστόσο, το τρέχον ετήσιο πρόγραμμα εργασίας των ΕΕΑ αποσκοπεί στην κάλυψη των ρυθμιστικών και εποπτικών δραστηριοτήτων τις οποίες πρέπει να αναλάβουν οι ίδιες οι ΕΕΑ, ενώ το νέο στρατηγικό σχέδιο της ΕΕ θα αποσκοπεί στην κάλυψη των δραστηριοτήτων εποπτείας τις οποίες θα πρέπει να ασκούν οι αρμόδιες αρχές. Επιπλέον, οι νέες εξουσίες συντονισμού συνεπάγονται ότι οι αρμόδιες αρχές (συμπεριλαμβανομένου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού και του Ενιαίου Μηχανισμού/Συμβουλίου Εξυγίανσης) θα οφείλουν να καταρτίζουν ετήσια προγράμματα εργασίας (σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο της ΕΕ) και να τα υποβάλλουν στις ΕΕΑ, οι οποίες θα τα αξιολογούν με βάση το στρατηγικό σχέδιο της ΕΕ. Οι ΕΕΑ στη συνέχεια θα εκδίδουν σύσταση ή χωριστή απόφαση έγκρισης απευθυνόμενη σε κάθε αρμόδια αρχή για το αντίστοιχο ετήσιο πρόγραμμά της και θα επανεξετάζουν την πορεία υλοποίησής του. Αυτή η αλληλεπίδραση με τις αρμόδιες αρχές και ο συντονισμός με τις συναφείς ομάδες εργασίας εντός της κάθε ΕΕΑ θα απαιτήσει πρόσθετους ανθρώπινους πόρους. Θα χρειαστούν τρία επιπλέον μέλη προσωπικού ανά ΕΕΑ.

Οι ΕΕΑ επίσης θα επιφορτιστούν με νέες αποστολές σχετιζόμενες με τη χρηματοοικονομική τεχνολογία (FinTech). Σύμφωνα με τη νομοθετική πρόταση, οι ΕΕΑ θα πρέπει: i) να επιδιώκουν τη σύγκλιση των απαιτήσεων αδειοδότησης για τις εταιρείες Fintech· ii) να αποσαφηνίζουν και να επικαιροποιούν τα πλαίσια εξωπορισμού εποπτικών δραστηριοτήτων, ιδίως όσον αφορά τον εξωπορισμό σε υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους· iii) να συντονίζουν τους εθνικούς τεχνολογικούς κόμβους καινοτομίας και ενδεχομένως να εκδίδουν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους τεχνολογικούς κόμβους καινοτομίας/ τα «προστατευμένα κανονιστικά περιβάλλοντα» που συστήνονται από τα κράτη μέλη· και iv) όσον αφορά την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, να επιδιώκουν τη σύγκλιση της διαχείρισης κινδύνων ασφάλειας ΤΠ, και να συμβάλλουν στην ανάπτυξη, από κοινού με την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, των πρακτικών λεπτομερειών των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στον κυβερνοχώρο. Για την κάλυψη αυτών των πρόσθετων καθηκόντων θα χρειαστούν ειδικοί πόροι στον τομέα της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech), οι οποίοι εκτιμώνται σε 3 πρόσθετα μέλη προσωπικού.

ii) Καθήκοντα που απαιτούν διαφορετικούς πόρους για τις τρεις ΕΕΑ

Οι ΕΕΑ επίσης θα έχουν σαφέστερα καθορισμένες ευθύνες όσον αφορά την παρακολούθηση των αποφάσεων ισοδυναμίας της Επιτροπής που εφαρμόζονται στο ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο τρίτων χωρών. Κατά το παρελθόν, ελλείψει σαφούς νομικής βάσης επί της οποίας οι ΕΕΑ επικουρούσαν την Επιτροπή στην παρακολούθηση των αποφάσεων ισοδυναμίας, ορισμένες ΕΕΑ δεν ήταν σε θέση να επικουρήσουν εξαιτίας περιορισμένων πόρων. Επί του παρόντος, η ΕΕΑ παρέχει μια πρώτη ανάλυση, η οποία υπεισέρχεται στην αξιολόγηση ισοδυναμίας την οποία διενεργεί Επιτροπή σε μια από τις εξής δύο περιπτώσεις: όταν η Επιτροπή έχει ζητήσει ειδικά από την ΕΑΤ να παράσχει τεχνικές συμβουλές ή όταν η ΕΑΤ είναι ειδικά επιφορτισμένη προς τούτο δυνάμει ορισμένων διατάξεων πρωτογενούς νομοθεσίας. Η νομοθετική πρόταση για τις ΕΕΑ θα δηλώνει σαφέστερα ότι οι ΕΕΑ δύνανται να επικουρούν την Επιτροπή στην παρακολούθηση των εξελίξεων σε τρίτες χώρες (δηλαδή όσον αφορά εξελίξεις ρυθμιστικές, εποπτικές και της αγοράς σε τρίτες χώρες, καθώς και τις εποπτικές επιδόσεις των αρχών των τρίτων χωρών), σε δικαιοδοσίες που έχουν τύχει θετικής απόφασης ισοδυναμίας εκ μέρους της Επιτροπής. Σκοπός της εν λόγω παρακολούθησης είναι να διασφαλιστεί ότι οι προϋποθέσεις επί των οποίων βασίζεται η απόφαση ισοδυναμίας εξακολουθούν να πληρούνται σε συνεχή βάση, με ιδιαίτερη έμφαση στις εξελίξεις στις τρίτες χώρες που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της. Οι ΕΕΑ θα υποβάλλουν ιδίως ετήσια έκθεση σχετικά με τα πορίσματά τους στην Επιτροπή. Αυτός ο αποσαφηνισμένος ρόλος θα απαιτεί τη σε συνεχή βάση ανάλυση των εξελίξεων στις τρίτες χώρες και συντονισμό των εργασιών με συνομιλητές εντός ή εκτός της οργάνωσης.

Ωστόσο, οι τρεις ΕΕΑ δεν έχουν τον ίδιο φόρτο εργασίας όσον αφορά τις αποφάσεις ισοδυναμίας. Εκ των 13 κανονισμών των τριών ΕΕΑ, οι οποίοι επιτρέπουν τη λήψη αποφάσεων ισοδυναμίας τρίτων χωρών, η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για 11 νομοθετικά κείμενα. Η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΤ έχουν η κάθε μία υπό την ευθύνη της από ένα κείμενο που προβλέπει ισοδυναμία τρίτων χωρών (δηλαδή την οδηγία «Φερεγγυότητα II» και την ΟΚΑ IV/ΚΚΑ αντίστοιχα). Κατά συνέπεια, οι πρόσθετοι πόροι που απαιτούνται για την ΕΑΚΑΑ είναι σημαντικότεροι από αυτούς που απαιτούνται για την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΤ.

Οι πρόσθετοι πόροι για την ΕΑΚΑΑ εκτιμώνται σε 9 ΙΠΑ και οι σχετικές δαπάνες συναλλαγών εκτιμώνται σε 1 εκατ. EUR ετησίως. Για την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΤ, οι πρόσθετοι ανθρώπινοι πόροι εκτιμώνται σε 2 ΙΠΑ και οι σχετικές δαπάνες συναλλαγών σε 200 000 EUR ετησίως.

iii) Ειδικό καθήκον της ΕΑΚΑΑ

Η πρόταση θα προσδώσει ισχυρότερη εντολή στην ΕΑΚΑΑ, για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών όσον αφορά ενδεχόμενες διασυνοριακές περιπτώσεις κατάχρησης της αγοράς, ενώ η έρευνα, η επιβολή του νόμου και η δίωξη θα παραμείνουν σε εθνικό επίπεδο.  Σύμφωνα με την παρούσα νομοθετική πρόταση, η ΕΑΚΑΑ θα διαδραματίζει ρόλο «κόμβου πληροφοριών», για τη συλλογή και διάδοση, κατόπιν αιτήματος των ρυθμιστικών αρχών, δεδομένων συναλλαγών που αφορούν πολλαπλές δικαιοδοσίες της ΕΕ. Επιπλέον, εάν και όταν μια αρμόδια αρχή εντοπίζει ύποπτη διασυνοριακή συναλλαγή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εποπτείας, θα υποχρεούται να την αναφέρει στην ΕΑΚΑΑ, η οποία, με τη σειρά της θα αναλαμβάνει τον ενεργό συντονισμό των δραστηριοτήτων έρευνας σε επίπεδο ΕΕ. Μια τέτοια δομή θα υπερβαίνει τις εντολές των ισχυόντων κανονισμών για την κατάχρηση της αγοράς και για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, δεδομένου ότι θα παρέχει στην ΕΑΚΑΑ ενισχυμένες εξουσίες συντονισμού και θα διευκολύνει το έργο των ρυθμιστικών αρχών που εμπλέκονται σε διασυνοριακές έρευνες. Τα εν λόγω νέα καθήκοντα θα απαιτήσουν 2 επιπλέον ΙΠΑ (1 για τον συντονισμό και 1 για υπηρεσίες ΤΠ), επιπλέον των δαπανών ΤΠ που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός «drop box», όπου οι αρμόδιες αρχές θα μπορούν να καταφορτώνουν και να αναφορτώνουν τα έγγραφα που παρέχονται από τους ομοτίμους τους και τα οποία συνδέονται με την επιτήρηση και τις έρευνες για κατάχρηση της αγοράς. Οι επαναλαμβανόμενες δαπάνες ΤΠ εκτιμώνται σε 100 000 EUR ετησίως και οι κατ’ αποκοπή δαπάνες ΤΠ εκτιμώνται σε 500 000 EUR.

Μεταξύ των απαιτήσεων αναφοράς που ορίζονται στην οδηγία MiFID II / τον κανονισμό MiFIR, υπάρχει η υποχρέωση των αρμόδιων εθνικών αρχών να συλλέγουν δεδομένα από τους τόπους διαπραγμάτευσης σχετικά με έναν υψηλό αριθμό (περίπου 15 εκατ. σε επίπεδο ΕΕ) χρηματοπιστωτικών μέσων και αναφορών συναλλαγών που υποβάλλονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Σύμφωνα με την πρόταση, η ΕΑΚΑΑ θα είναι υπεύθυνη για την κεντρική διαχείριση της συλλογής δεδομένων αναφοράς σύμφωνα με την οδηγία MiFID II/ τον κανονισμό MiFIR και για τη συλλογή τους απευθείας από τους τόπους διαπραγμάτευσης. Η ύπαρξη κοινής υποδομής ΤΠ εντός της ΕΑΚΑΑ είναι ένας τρόπος για την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης όσον αφορά την εφαρμογή των MiFID2/MiFIR. Δεδομένης της αύξησης των προς υποβολή δεδομένων, η ΕΑΚΑΑ θα χρειαστεί πρόσθετους πόρους, συμπεριλαμβανομένων πόρων ΤΠ. Η κεντρική διαχείριση της αναφοράς συναλλαγών θα απαιτήσει 8 ΙΠΑ, καθώς και δαπάνες ΤΠ (3 εκατ. EUR κατά το πρώτο έτος και 2 εκατ. EUR σε δαπάνες συντήρησης κατά τα επόμενα έτη).

iv) Ειδικό καθήκον της ΕΑΑΕΣ

Σύμφωνα με την παρούσα νομοθετική πρόταση, θα ανατεθούν νέες εξουσίες στην ΕΑΑΕΣ όσον αφορά τα εσωτερικά μοντέλα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η ΕΑΑΕΣ θα εξουσιοδοτηθεί να διεξάγει ανεξάρτητες αξιολογήσεις των αιτήσεων για χρήση ή αλλαγή εσωτερικού μοντέλου και να εκδίδει γνωμοδοτήσεις προς τις οικείες αρμόδιες αρχές. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ των αρμόδιων αρχών σχετικά με εσωτερικό μοντέλο, θα ενισχυθεί η δυνατότητα της ΕΑΑΕΣ να βοηθάει στην επίλυση διαφορών, με τη διενέργεια δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Η ΕΑΑΕΣ επί του παρόντος διαθέτει μια «ομάδα εσωτερικών μοντέλων», αποτελούμενη από 4 υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης (και στο εγγύς μέλλον, 5 υπαλλήλους). Αυτή η νέα αποστολή που ανατίθεται στην ΕΑΑΕΣ, θα αυξήσει σημαντικά τον φόρτο εργασίας της εν λόγω ομάδας και θα απαιτήσει πρόσθετο προσωπικό εξειδικευμένο στα εσωτερικά μοντέλα. Οι ανάγκες από πλευράς ανθρωπίνων πόρων εκτιμώνται σε 5 πρόσθετα ΙΠΑ, λαμβανομένου υπόψη του τεχνικού χαρακτήρα των εργασιών.

Συνοψίζοντας, το παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο θεωρεί ότι η χορήγηση νέων και ισχυρότερων έμμεσων εποπτικών εξουσιών στις ΕΕΑ ενδέχεται να συνεπάγεται τα εξής:

·Για την ΕΑΑΕΣ: Θα χρειαστούν 18 ΙΠΑ (15 ΕΥ και 3 ΑΕΕ)· 200 000 EUR ετησίως για δαπάνες μετάφρασης

·Για την ΕΑΚΑΑ: Θα χρειαστούν 30 ΙΠΑ (24 ΕΥ και 6 ΑΕΕ)· 3,5 εκατ. EUR για εφάπαξ δαπάνες ΤΠ· 2,1 εκατ. EUR ετησίως για δαπάνες συντήρησης ΤΠ· 1 εκατ. EUR ετησίως για δαπάνες μετάφρασης.

·Για την ΕΑΤ: Θα χρειαστούν 13 ΙΠΑ (11 ΕΥ και 2 ΑΕΕ)· 200 000 EUR ετησίως για δαπάνες μετάφρασης

III. Xρηματοδότηση

i. Πόροι για τον υπολογισμό των ετήσιων συνεισφορών

Η παρούσα νομοθετική πρόταση αποσκοπεί στην αλλαγή της χρηματοδότησης των ΕΕΑ. Η χρηματοδότηση αυτή θα βασίζεται κυρίως σε επιχορήγηση από τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ καθώς και σε ετήσιες συνεισφορές των οντοτήτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της αρχής. Η νομοθετική πρόταση επισημαίνει ότι οι ετήσιες συνεισφορές από τον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει να συλλέγονται έμμεσα από τις ΕΕΑ, μέσω αρχών που ορίζονται από το κάθε κράτος μέλος. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή, οι ΕΕΑ θα πρέπει να: i) να ζητούν πληροφορίες από τις εθνικές αρμόδιες αρχές· ii) να υπολογίζουν τις ετήσιες συνεισφορές· και iii) να διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές στα κράτη μέλη / τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Στη συνέχεια, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ή τα κράτη μέλη: i) θα καταρτίζουν τα τιμολόγια· και ii) θα συλλέγουν τις ετήσιες συνεισφορές από τον ιδιωτικό τομέα. Τέλος, οι ΕΕΑ θα ελέγχουν τα ποσά των ετήσιων συνεισφορών που εισπράχθησαν από τα κράτη μέλη / τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Σε περίπτωση μη πληρωμής, τα κράτη μέλη / οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα είναι υπεύθυνα για τη λήψη μέτρων επιβολής. Ο αριθμός των οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των ΕΕΑ είναι πολύ υψηλός. Υπάρχουν πάνω από 11 600 πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της EAΚΑΑ, 20 000 οντότητες στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΑΚΑΑ και 20 000 ασφαλιστικές επιχειρήσεις και συνταξιοδοτικά ταμεία στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΑΑΕΣ. Κατά συνέπεια, τα επιπλέον μέλη προσωπικού που απαιτούνται για αυτό το νέο καθήκον εκτιμώνται σε 4 πρόσθετα ΙΠΑ (συμπεριλαμβανομένων 3 για τη συλλογή δεδομένων και τον υπολογισμό τελών και 1 για τη λειτουργία του συστήματος ΤΠ).

Επιπλέον, αυτό το νέο σύστημα χρηματοδότησης θα απαιτήσει τη δημιουργία ενός νέου συστήματος ΤΠ. Αντί να αναπτύξουν χωριστά συστήματα ΤΠ, οι τρεις ΕΕΑ μπορούν να αναπτύξουν μια κοινή υποδομή ΤΠ, που θα δημιουργήσει συνέργειες. Μια κοινή ηλεκτρονική πλατφόρμα θα ήταν επίσης πιο πρακτική για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίοι ενδέχεται να υπόκεινται σε καταβολή τελών σε περισσότερες από μία ΕΕΑ (π.χ. εταιρείες επενδύσεων).

Το κόστος ενός τέτοιο συστήματος εκτιμάται σε 1,5 εκατ. EURO (εφάπαξ δαπάνη, ήτοι 500,000 EUR για κάθε ΕΕΑ) και οι συνακόλουθες δαπάνες συντήρησης εκτιμώνται στα 300 000 EUR ετησίως (δηλαδή 100,000 EUR για κάθε ΕΕΑ. Αυτό το νέο σύστημα ΤΠ θα πρέπει να διασυνδέεται με το βασισμένο στη δραστηριότητα σύστημα λογιστικής των ΕΕΑ.

ii) Πόροι για τον υπολογισμό, την τιμολόγηση και την είσπραξη των εποπτικών τελών (ΕΑΚΑΑ)

Η παρούσα νομοθετική πρόταση θα χορηγήσει στην ΕΑΚΑΑ νέες άμεσες εποπτικές εξουσίες (βλ. επόμενο τμήμα). Κατά συνέπεια, η ΕΑΚΑΑ θα επιβάλλει τέλη στις οντότητες τις οποίες θα εποπτεύει άμεσα ή θα εισπράττει τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχει. Η ΕΑΚΑΑ χρειάζεται νέους πόρους για να τιμολογεί και να εισπράττει τέλη από τις εν λόγω οντότητες.

Τέσσερις νέοι τομείς θα μεταβιβαστούν στην ΕΑΚΑΑ (κεφάλαια, ενημερωτικά δελτία, δείκτες αναφοράς, πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων). Εκτιμάται ότι θα χρειαστεί ένα ΙΠΑ ανά τομέα, δηλαδή 3 επιπλέον ΙΠΑ.

Συνοψίζοντας, το παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο θεωρεί ότι οι αλλαγές στη χρηματοδότηση των ΕΕΑ ενδέχεται να συνεπάγονται τα εξής:

·Για την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ: 4 επιπλέον ΙΠΑ (1 ΕΥ και 3 ΣΥ) και συστήματα ΤΠ, το κόστος των οποίων εκτιμάται σε 0,5 εκατ. EUR (εφάπαξ δαπάνη) και 100 000 EUR ανά έτος (δαπάνες συντήρησης)

 

·Για την ΕΑΚΑΑ: 7 επιπλέον ΙΠΑ (1 ΕΥ και 6 ΣΥ) και συστήματα ΤΠ, το κόστος των οποίων εκτιμάται σε 0,5 εκατ. EUR (εφάπαξ δαπάνη) και 100 000 EUR ανά έτος (δαπάνες συντήρησης)

IV. Άμεσες εποπτικές εξουσίες - ΕΑΚΑΑ

Εισαγωγικά, υπενθυμίζεται ότι οι οντότητες που υπόκεινται στην άμεση εποπτεία της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταβάλλουν τέλη στην ΕΑΚΑΑ (εφάπαξ δαπάνες για την εγγραφή και επαναλαμβανόμενες δαπάνες για τη διαρκή εποπτεία). Αυτό ισχύει για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (βλ. κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό αριθ. 272/2012 της Επιτροπής) και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός αριθ. 1003/2013 της Επιτροπής).

Στο πλαίσιο της παρούσας νομοθετικής πρότασης, η ΕΑΚΑΑ θα είναι υπεύθυνη για την άμεση εποπτεία των ευρωπαϊκών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου (EuVECA), των ευρωπαϊκών ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας (EuSEF) και των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων (ELTIF). Τα εποπτικά καθήκοντα θα συνίστανται στην έγκριση/κοινοποίηση (μηχανισμός διαβατηρίου) των εν λόγω επενδυτικών οργανισμών και στην καθημερινή εποπτεία τους. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ θα έχει άμεσες διερευνητικές εξουσίες έναντι των εν λόγω επενδυτικών κεφαλαίων. Επί του παρόντος, υπάρχουν 117 εταιρείες EuVECA (τις οποίες διαχειρίζονται 97 διαχειριστές EuVECA), 7 ταμεία EuSEF (τα οποία διαχειρίζονται 3 διαχειριστές ΕΤΚΕ) και λιγότερα από 10 κεφάλαια ELTIF που έχουν αδειοδοτηθεί στην ΕΕ. Δεδομένου ότι οι εν λόγω επενδυτικοί οργανισμοί αποτελούν σχετικά νέες δομές, ο αριθμός των εγγραφών είναι υψηλός (π.χ. 22 νέες εταιρείες EuVECA το 2016). Λόγω του νέου νομικού πλαισίου που εφαρμόζεται στις εταιρείες EuVECA ή στα ταμεία EuSEF και των αλλαγών στις κεφαλαιακές επιβαρύνσεις για τις επενδύσεις των ασφαλιστικών εταιρειών στα ELTIF, ο αριθμός των αιτήσεων αδειοδότησης αναμένεται να αυξηθεί. Επομένως η ΕΑΚΑΑ θα προσλάβει πρόσθετο προσωπικό εξειδικευμένο στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Οι εν λόγω ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους εκτιμώνται σε 7 ΙΠΑ (συμπεριλαμβανομένου ενός ΙΠΑ εξειδικευμένου σε ΤΠ και ενός αναλυτή δεδομένων). Είναι επίσης απαραίτητο ένα σύστημα ΤΠ για τη διαχείριση της αδειοδότησης και της διαδικασίας εποπτείας, καθώς και για τη συλλογή δεδομένων από τους επενδυτικούς οργανισμούς. Οι εν λόγω δαπάνες υπολογίζονται σε 500 000 EUR (εφάπαξ δαπάνη) καθώς και σε 100 000 EUR ετησίως για συντήρηση.

Σημειωτέον ότι αυτή η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την αδειοδότηση και την καθημερινή παρακολούθηση των εν λόγω οργανισμών (ELTIF, EuVECA και EuSEF) θα μπορούσε επίσης να επιφέρει μείωση του προσωπικού των εθνικών αρμόδιων αρχών οι οποίες επί του παρόντος ασχολούνται με την εποπτεία τους. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές με τον μεγαλύτερο κλάδο διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων απασχολούν μεγάλο αριθμό ΙΠΑ που ασχολούνται με επενδυτικά κεφάλαια, κυρίως ΟΣΕΚΑ και οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) (π.χ. Λουξεμβούργο 197 ΙΠΑ, Γαλλία 102, Γερμανία 120, Ολλανδία 25, Ιταλία 65/70 συν τοπικά παραρτήματα, Ηνωμένο Βασίλειο 100). Εκτιμάται ότι η δημιουργία 7 ΙΠΑ σε επίπεδο ΕΕ για την εποπτεία των ELTIF, EuVECA και EuSEF θα πρέπει να οδηγήσει και σε συνολική μείωση κατά 7 ΙΠΑ του προσωπικού των εθνικών αρμόδιων αρχών. Εάν κατά τα επόμενα έτη ο αριθμός των επενδυτικών οργανισμών αυξηθεί, θα χρειαστούν περισσότεροι πόροι, οι οποίοι όμως στη συνέχεια θα χρηματοδοτούνται από τα τέλη που θα καταβάλλει ο κλάδος.

Σύμφωνα με τη νομοθετική πρόταση, η ΕΑΚΑΑ θα είναι επίσης υπεύθυνη για την έγκριση ορισμένων ενημερωτικών δελτίων (ενημερωτικά δελτία χονδρικής για μη μετοχικές κινητές αξίες, ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από ειδικούς εκδότες, ενημερωτικά δελτία τίτλων εξασφαλισμένων με στοιχεία του ενεργητικού και ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από εκδότες τρίτης χώρας), συμπεριλαμβανομένων των συμπληρωμάτων τους. Εκτιμάται ότι η ΕΑΚΑΑ θα εγκρίνει 1 600 ενημερωτικά δελτία ετησίως (1 100 ενημερωτικά δελτία, 400 ενημερωτικά δελτία εξασφαλισμένα με στοιχεία του ενεργητικού, 60 ενημερωτικά δελτία που καταρτίζονται από εξειδικευμένους εκδότες). Επιπλέον, η παρούσα πρόταση μεταβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και την εποπτεία των διαφημίσεων που σχετίζονται με τα ενημερωτικά δελτία που θα εγκρίνονται από την ΕΑΚΑΑ. Για την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαθέτει επαρκές προσωπικό με τις κατάλληλες γλωσσικές δεξιότητες και επαρκή γνώση των σχετικών εθνικών κανόνων για την προστασία των καταναλωτών, και ιδίως για τον έλεγχο των διαφημιστικών υλικών. Εκτιμάται ότι η ΕΑΚΑΑ θα χρειαστεί να προσλάβει 35 ΙΠΑ (συμπεριλαμβανομένων 33 ειδικευμένων στα ενημερωτικά δελτία, 1 ΙΠΑ ειδικευμένου σε συστήματα ΤΠ και 1 αναλυτή δεδομένων). Οι νέες αυτές αρμοδιότητες επίσης θα συνεπάγονται δαπάνες ΤΠ για τη διαχείριση της διαδικασίας έγκρισης ενημερωτικών δελτίων. Οι εν λόγω δαπάνες υπολογίζονται σε 500 000 EUR (εφάπαξ δαπάνη) καθώς και σε 100 000 EUR ετησίως για συντήρηση. Δεδομένου ότι τα σχέδια ενημερωτικών δελτίων μπορούν να υποβάλλονται προς έγκριση στις 23 επίσημες γλώσσες της ΕΕ, αυτές οι νέες εξουσίες που παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ συνεπάγονται επίσης δαπάνες μετάφρασης, οι οποίες εκτιμώνται σε 1,2 εκατ. EUR ετησίως.

Η ΕΑΚΑΑ θα εγκρίνει 1 600 ενημερωτικά δελτία από τα 3 500 ενημερωτικά δελτία που εγκρίνονται από το σύνολο των εθνικών αρμόδιων αρχών σε ολόκληρη την ΕΕ, δηλαδή το 45 % του συνόλου των ενημερωτικών δελτίων στην ΕΕ. Κατά συνέπεια, αυτή η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων θα πρέπει να συνοδεύεται από τη μείωση του προσωπικού των εθνικών αρμόδιων αρχών που ασχολείται με την έγκριση των ενημερωτικών δελτίων που θα εγκρίνονται από την ΕΑΚΑΑ.

Η παρούσα νομοθετική πρόταση προβλέπει επίσης ότι η ΕΑΚΑΑ θα αδειοδοτεί και θα εποπτεύει τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, θα εγκρίνει την προσυπογραφή δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών, και θα αναγνωρίζει τους διαχειριστές που βρίσκονται σε τρίτες χώρες. Επιπλέον, στην ΕΑΚΑΑ θα ανατεθούν διερευνητικές εξουσίες όσον αφορά τους διαχειριστές των δεικτών αναφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνέργειες τις οποίες θα εξασφαλίσει η άμεση εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ, εκτιμάται ότι θα πρέπει να προσληφθούν 10 επιπλέον ΙΠΑ. Αυτή η μεταφορά εξουσιών στην ΕΑΚΑΑ θα επιτρέψει την αποφυγή της πρόσληψης επιπλέον προσωπικού από τις εθνικές αρμόδιες αρχές το οποίο θα αναλάμβανε την εποπτεία των διαχειριστών δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας 54 .

Η ΕΑΚΑΑ θα είναι υπεύθυνη για την καταχώρηση των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων (δηλαδή των εγκεκριμένων μηχανισμών γνωστοποίησης, των εγκεκριμένων μηχανισμών δημοσιοποίησης συναλλαγών και των παρόχων ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών) οι οποίοι αποτελούν νέα είδη οντοτήτων που δημιουργήθηκαν με την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Επίσης, η ΕΑΚΑΑ θα διασφαλίζει τη συνεχή εποπτεία τους και θα έχει την εξουσία να διενεργεί έρευνες. Και αυτές οι αρμοδιότητες θα απαιτήσουν επιπλέον εξειδικευμένο προσωπικό που εκτιμάται σε 20 ΙΠΑ, συμπεριλαμβανομένων 3 ΙΠΑ ειδικευμένων σε συστήματα ΤΠ και 2 αναλυτών δεδομένων. Λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό δεδομένων που διαχειρίζονται οι εν λόγω οντότητες, απαιτείται ένα εκτεταμένο σύστημα ΤΠ για την αξιολόγηση της ποιότητας καθώς και του τρόπου επεξεργασίας και δημοσίευσής τους. Οι εν λόγω δαπάνες ΤΠ υπολογίζονται σε 2 εκατ. EUR (εφάπαξ δαπάνη) καθώς και σε 400 000 EUR ετησίως (δαπάνες συντήρησης). Αυτή η μεταφορά εξουσιών στην ΕΑΚΑΑ θα επιτρέψει την αποφυγή της πρόσληψης επιπλέον προσωπικού από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, το οποίο θα αναλάμβανε την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

Συνοψίζοντας, το παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο θεωρεί ότι οι νέες άμεσες εποπτικές εξουσίες της ΕΑΚΑΑ επί των ανωτέρω οντοτήτων θα συνεπάγονται:

·Την πρόσληψη 65 επιπλέον ΙΠΑ έως το 2022.

·Εφάπαξ δαπάνες εκτιμώμενες σε 3 εκατομμύρια EUR·

·Επαναλαμβανόμενες δαπάνες εκτιμώμενες σε 600 000 EUR ετησίως.

·Δαπάνες μετάφρασης εκτιμώμενες σε 1,2 εκατ. EUR ετησίως.

V. Γενικά έξοδα και νομική υποστήριξη

Τα γενικά έξοδα για την υποστήριξη πόρων σε επίπεδο οργανισμών καλύπτουν τους ανθρώπινους πόρους, τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση εγκαταστάσεων, τον συντονισμό και τη βασική στήριξη ΤΠ (εξαιρουμένων των πανευρωπαϊκών έργων ΤΠ). Δεδομένων του εκτεταμένου κανονιστικού έργου τους, οι ΕΕΑ έχουν επίσης σημαντικές ανάγκες νομικής υποστήριξης. Βάσει του συστήματος διαχείρισης βάσει δραστηριοτήτων της ΕΑΚΑΑ, τα γενικά έξοδα πόρων και η νομική υποστήριξη αντιπροσωπεύουν αντιστοίχως το 22 % και το 13 % του συνόλου του προσωπικού. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι για κάθε 7 ΙΠΑ που εκτελούν βασικές δραστηριότητες, κατανέμονται περίπου 2 πρόσθετα μέλη προσωπικού στα γενικά έξοδα πόρων και ένα 1 μέλος προσωπικού στη νομική υποστήριξη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, κατά την ανάπτυξή τους, δύνανται να αναπτύξουν περαιτέρω τις οικονομίες κλίμακας, θεωρήσαμε ότι στο παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο, τα γενικά έξοδα πόρων και η νομική υποστήριξη θα αντιπροσωπεύουν το 18 % και το 8 % του συνολικού προσωπικού αντίστοιχα.

Ως εκ τούτου, έως το 2022 η αύξηση από άποψη ανθρώπινων πόρων (ΙΠΑ) μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

ΕΑΤ:

Βασική δραστηριότητα

Γενικά έξοδα πόρων

Νομική υποστήριξη

Σύνολο

Διακυβέρνηση

4

1

1

6

Έμμεσες εποπτικές εξουσίες

13

3

2

18

Χρηματοδότηση

4

1

0

5

Σύνολο

21

5

3

29

ΕΑΑΕΣ

Βασική δραστηριότητα

Γενικά έξοδα πόρων

Νομική υποστήριξη

Σύνολο

Διακυβέρνηση

4

1

1

6

Έμμεσες εποπτικές εξουσίες

18

4

2

24

Χρηματοδότηση

4

1

0

5

Σύνολο

26

6

3

35

ΕΑΚΑΑ:

Βασική δραστηριότητα

Γενικά έξοδα πόρων

Νομική υποστήριξη

Σύνολο

Διακυβέρνηση

7

2

1

10

Έμμεσες εποπτικές εξουσίες

30

7

3

40

Χρηματοδότηση

7

2

0

9

Άμεσες εποπτικές εξουσίες

65

16

6

87

Σύνολο

109

27

10

146

Για να μειωθούν ακόμη περαιτέρω οι δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνονται οι ΕΕΑ, πολλοί νέοι ΙΠΑ θα μπορούσαν να προσληφθούν ως συμβασιούχοι υπάλληλοι (ΣΥ) ή αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες (ΑΕΕ). Ωστόσο δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται ο αριθμός των ΑΕΕ. Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην πρόσληψη τέτοιου είδους εμπειρογνωμόνων, εξαιτίας του κόστους που συνεπάγεται για τα κράτη μέλη και τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Πέραν αυτών των δυσκολιών που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητά τους, στον τομέα της άμεσης εποπτείας οι ΑΕΕ αναμένεται ότι θα παράσχουν απαραίτητη εμπειρογνωσία όταν η ΕΑΚΑΑ αναλάβει τα καθήκοντα αυτά. Ωστόσο μακροπρόθεσμα, δηλαδή μετά το στάδιο εκκίνησης, θα είναι πιο σημαντικό για την ΕΑΚΑΑ να διατηρήσει την εμπειρογνωσία εσωτερικά και να βασίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε έκτακτους υπαλλήλους. Στον παρακάτω πίνακα παρατίθεται ενδεικτική κατανομή του προσωπικού σε αυτές τις κατηγορίες.

2019

2020

2021

2022

Έκτακτοι υπάλληλοι

63

104

121

147

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

5

11

15

15

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

29

37

41

48

Σύνολο

97

152

177

210

(το προσωπικό για το 2021 και τα επόμενα έτη παρατίθεται ενδεικτικά)

VI. Εγκαταστάσεις

Οι τροποποιήσεις των καθηκόντων των ΕΕΑ θα συνεπάγονται επίσης νέους πόρους από πλευράς εγκαταστάσεων. Οι εκτιμώμενες πρόσθετες δαπάνες έχουν ληφθεί υπόψη τόσο για την ΕΑΚΑΑ όσο και για την ΕΑΑΕΣ. Σε ό, τι αφορά την ΕΑΤ, στο παρόν έγγραφο δεν έχουν ληφθεί υπόψη πρόσθετες δαπάνες, καθώς προς το παρόν δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά τη νέα έδρα και το μέγεθος του κτιρίου που προτείνεται από τα κράτη μέλη.

(1) Έκθεση των πέντε Προέδρων: Η ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης, 22 Ιουνίου 2015.
(2) Έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, COM(2017) 291 της 31ης Μαΐου 2017.
(3) Βλ. τη μελέτη του 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «Review of the New European System of Financial Supervision, Part 1: the Work of the European Supervisory Authorities (EBA, EIOPA and ESMA)» (http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/etudes/join/2013/507446/IPOL-ECON_ET(2013)507446_EN.pdf).
(4) «Ένα πιο ολοκληρωμένο εποπτικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την κοινή εφαρμογή των κανόνων του χρηματοπιστωτικού τομέα και πιο συγκεντρωτική εφαρμογή εποπτείας είναι καθοριστικό.» Έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, σελίδα 20, COM(2017) 291 της 31ης Μαΐου 2017.
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων· κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια· και κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.
(7) Πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, COM(2017) 331 final.
(8) Πρόταση κανονισμού σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος, COM/2017/0343 final - 2017/0143 (COD).
(9) «EU equivalence decisions in financial services policy: an assessment", SWD(2017)102 final.
(10) https://ec.europa.eu/commission/publications/five-presidents-report-completing-europes-economic-and-monetary-union_en
(11) «Ένωση Κεφαλαιαγορών – Επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων», COM(2016)601 final.
(12) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση του σχεδίου δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, COM(2017)292 final.
(13) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)· κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας· του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων· κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια· και κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.
(14) Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID II) - οδηγία 2014/65/ΕΕ.
(15) Πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, COM(2017) 331 final.
(16) Έχει ήδη εγκριθεί πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και, ως εκ τούτου, δεν εξετάζεται στην παρούσα εκτίμηση επιπτώσεων. Εισάγει μια πιο πανευρωπαϊκή προσέγγιση όσον αφορά την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσει την περαιτέρω εποπτική σύγκλιση και να επιταχύνει ορισμένες διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θα είναι υπεύθυνη να διασφαλίσει πιο συνεκτική και συνεπή εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην ΕΕ, καθώς και αυστηρότερη εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε τρίτες χώρες.
(17) Η άμεση εποπτεία (στην περίπτωση της ΕΑΚΑΑ) θα παραμείνει εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενη από τον κλάδο.
(18) Όπως η βιωσιμότητα, η αναλογικότητα και η επάρκεια όσον αφορά τη χρηματοδότηση, τα κατάλληλα κίνητρα για να ασκούν αποτελεσματικά τις εξουσίες τους και να ενεργούν προς το συμφέρον της ΕΕ όσον αφορά τη διακυβέρνηση, και η εξασφάλιση αποδοτικής και αποτελεσματικής εποπτείας επί των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και οντοτήτων όσον αφορά τις εξουσίες.
(19) Έγγραφο προβληματισμού σχετικά με την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, COM(2017) 291 της 31ης Μαΐου 2017.
(20) ΕΕ C 326 της 26.10.2012, σ. 391.
(21) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων)· κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών).
(22) «EU equivalence decisions in financial services policy: an assessment", SWD(2017)102 final.
(23) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1).
(24) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18).
(25) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98-121).
(26) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας, COM/2016/0461 final.
(27) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας, όπως συμφωνήθηκε προσωρινά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 27 Ιουνίου 2017, 2016/0221/COD.
(28) Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ).
(29) Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
(30) ΕΕ C της , σ. .
(31) ΕΕ C της , σ. .
(32) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της... (ΕΕ...) και απόφαση του Συμβουλίου της...
(33) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).
(34) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(35) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1).
(36) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18).
(37) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98).
(38) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1).
(39) Όπως αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.
(40) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες για την αδειοδότηση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις αρχές που συμμετέχουν καθώς και τις απαιτήσεις για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών.
(41) Οι λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο BudgWeb: https://myintracomm.ec.europa.eu/budgweb/EN/man/budgmanag/Pages/budgmanag.aspx .
(42) ΔΠ= Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ= Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις
(43) ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.
(44) Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφιες για ένταξη χώρες των Δυτικών Βαλκανίων.
(45) Τα αποτελέσματα αφορούν προϊόντα και υπηρεσίες που θα παρασχεθούν (παράδειγμα: αριθμός ανταλλαγών σπουδαστών που θα χρηματοδοτηθούν, αριθμός χλμ οδών που θα κατασκευαστούν, κ.λπ.).
(46) Όπως περιγράφεται στο σημείο 1.4.2. «Ειδικός(-οί) στόχος(-οι)…».
(47) Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας.
(48) AC= Συμβασιούχος υπάλληλος· AL = Τοπικός υπάλληλος· END = Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας· INT = Προσωρινό προσωπικό· JED = Νέοι εμπειρογνώμονες σε αντιπροσωπεία.
(49) Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού που καλύπτεται από επιχειρησιακές πιστώσεις (πρώην γραμμές «BA»).
(50) Κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).
(51) Βλ. άρθρα 11 και 17 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020.
(52) Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης), τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 25 % για έξοδα είσπραξης.
(53) 6 μόνιμα μέλη των εκτελεστικών συμβουλίων— 1 Εκτελεστικός Διευθυντής — 1 πρόεδρος = 4 νέα μόνιμα μέλη.
(54)    Για παράδειγμα, η FCA στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει εκτιμήσει ότι η εποπτεία ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, για παράδειγμα του LIBOR, θα επιφέρει εφάπαξ δαπάνη 0,2 εκατ. GBP και τρέχουσες δαπάνες ύψους 0,9 εκατομμυρίων GBP, συμπεριλαμβανομένων των μισθών και των γενικών εξόδων.
Top