Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52013PC0173

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ

/* COM/2013/0173 final - 2013/0091 (COD) */

52013PC0173

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ /* COM/2013/0173 final - 2013/0091 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) άρχισε να λειτουργεί ως διακυβερνητικό όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις σύμβασης η οποία συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών και τέθηκε σε ισχύ το 1999. Κατ’ εφαρμογή απόφασης του Συμβουλίου του 2009, η Ευρωπόλ μετατράπηκε σε οργανισμό της ΕΕ, ο οποίος χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Αποστολή της Ευρωπόλ είναι να συνδράμει τις δραστηριότητες των εθνικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου και την αμοιβαία συνεργασία που αναπτύσσουν με σκοπό την πρόληψη και καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Η Ευρωπόλ διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και παρέχει υπηρεσίες εγκληματολογικής ανάλυσης ως συνδρομή προς τις εθνικές αστυνομικές αρχές κατά τη διενέργεια διασυνοριακών ερευνών.

Το άρθρο 88 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι η λειτουργία της Ευρωπόλ διέπεται από κανονισμό ο οποίος εκδίδεται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Επίσης, το άρθρο αυτό απαιτεί να καθοριστούν όροι ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων.

Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (ΕΑΑ) ιδρύθηκε υπό τη μορφή οργανισμού της ΕΕ το 2005 και είναι επιφορτισμένη με δραστηριότητες που αφορούν την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου. Σκοπός της είναι η διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αστυνομικών αρχών μέσω της διοργάνωσης μαθημάτων σχετικών με την ευρωπαϊκής εμβέλειας αστυνόμευση. Καταρτίζει κοινούς κύκλους μαθημάτων επί συγκεκριμένων θεμάτων, διαδίδει συναφή έρευνα και βέλτιστες πρακτικές, συντονίζει πρόγραμμα ανταλλαγών για υψηλόβαθμα αστυνομικά στελέχη και εκπαιδευτές και δύναται να ενεργεί ως εταίρος στο πλαίσιο επιδοτήσεων της ΕΕ για συγκεκριμένα σχέδια.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες»[1], κάλεσε την Ευρωπόλ να εξελιχθεί και να «καταστεί κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου», ζήτησε δε την υλοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης και ανταλλαγών για το σύνολο των επαγγελματιών που ασχολούνται με την επιβολή του νόμου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, με την ΕΑΑ να διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στη διασφάλιση της ευρωπαϊκής διάστασης στο πλαίσιο αυτό.

Στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Η στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της EE στην πράξη: πέντε βήματα για μια ασφαλέστερη Ευρώπη»[2], η Επιτροπή προσδιόρισε τις κύριες προκλήσεις, τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τη διευθέτηση ζητημάτων ασφάλειας στο εσωτερικό της ΕΕ, και εισηγήθηκε μια σειρά δράσεων με τη σύμπραξη της Ευρωπόλ και της ΕΑΑ για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχουν για την ασφάλεια η σοβαρή εγκληματικότητα και η τρομοκρατία.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η ΕΕ ήλθε αντιμέτωπη με την αύξηση της σοβαρής και οργανωμένης εγκληματικότητας, καθώς και με τη διαφοροποίηση των μορφών τις οποίες αυτή προσλαμβάνει[3]. Σύμφωνα με την αξιολόγηση κινδύνου σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος για το 2013 (SOCTA 2013), «το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα ενδυναμώνεται και περιπλέκεται διαρκώς, παραμένοντας μια σοβαρή απειλή κατά της ασφάλειας και της ευημερίας στην ΕΕ»[4]. Στη μελέτη επισημαίνεται επίσης ότι «οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στην κοινωνία και στις επιχειρήσεις έχουν διευκολύνει την εμφάνιση νέων μορφών εγκληματικής δραστηριότητας, με τα εγκληματικά δίκτυα να εκμεταλλεύονται τα κενά στη νομοθεσία, το Διαδίκτυο και τις συνθήκες που συνδέονται με την οικονομική κρίση για να αποκομίσουν παράνομα κέρδη με μικρό κίνδυνο»[5]. Το Διαδίκτυο χρησιμοποιείται για την οργάνωση και την εκτέλεση εγκληματικών δραστηριοτήτων ως εργαλείο επικοινωνίας, χώρος αγοραπωλησίας, πεδίο στρατολόγησης και μηχανισμός παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, διευκολύνει τις καινοφανείς μορφές κυβερνοεγκλημάτων, την απάτη με αντικείμενο κάρτες πληρωμής, καθώς και τη διανομή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.[6]

Τα σοβαρά εγκλήματα προκαλούν σοβαρές βλάβες στα θύματα, συνεπάγονται μεγάλης κλίμακας οικονομική ζημία και υπονομεύουν την αίσθηση της ασφάλειας, χωρίς την οποία τα πρόσωπα δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά την ελευθερία τους και τα ατομικά τους δικαιώματα. Εγκλήματα όπως η εμπορία ανθρώπων,[7] παράνομων ναρκωτικών[8] και πυροβόλων όπλων[9], οικονομικά εγκλήματα όπως η διαφθορά[10], η απάτη[11] και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[12], και το έγκλημα στον κυβερνοχώρο[13] όχι μόνο απειλούν την προσωπική και οικονομική ασφάλεια των Ευρωπαίων, αλλά αποφέρουν τεράστια κέρδη τα οποία αυξάνουν την ισχύ των εγκληματικών δικτύων και στερούν τις δημόσιες αρχές από έσοδα που τους είναι άκρως απαραίτητα. Η τρομοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της ΕΕ, καθώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εξακολουθούν να είναι ευάλωτες σε τρομοκρατικές επιθέσεις[14].

Η εγκληματικότητα συγκαταλέγεται στα πέντε σημαντικότερα αίτια ανησυχίας για τους πολίτες της ΕΕ[15]. Στις απαντήσεις των πολιτών σχετικά με τους τομείς στους οποίους τα όργανα της ΕΕ θα πρέπει να επικεντρώσουν τη δράση τους, η καταπολέμηση της εγκληματικότητας αναφέρεται στην τέταρτη θέση[16]. Σε πρόσφατη έρευνα, οι χρήστες του Διαδικτύου στην ΕΕ εξέφρασαν έντονες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια και την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο[17].

Σε αυτό το πλαίσιο, οι οργανισμοί της ΕΕ καλούνται να στηρίξουν αποτελεσματικά και αποδοτικά τη συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου.

Στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ, η οποία θεσπίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή τον Ιούλιο του 2012[18], καθορίζονται οι αρχές που διέπουν τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης οργανισμών όπως η Ευρωπόλ και η ΕΑΑ. Στην κοινή προσέγγιση επισημαίνεται επίσης ότι «η συγχώνευση οργανισμών πρέπει να εξετάζεται σε περιπτώσεις όπου αλληλεπικαλύπτονται τα αντίστοιχα καθήκοντά τους, όταν μπορούν πιθανόν να επιτευχθούν συνέργειες ή όταν οι οργανισμοί θα λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά αν αποτελούσαν τμήμα μιας μεγαλύτερης δομής».

Η συνένωση της Ευρωπόλ και της ΕΑΑ σε έναν ενιαίο οργανισμό, ο οποίος θα στεγάζεται στην τρέχουσα έδρα της Ευρωπόλ στη Χάγη των Κάτω Χωρών, θα απέφερε σημαντικές συνέργειες και οφέλη από την άποψη της αποτελεσματικότητας. Ο συνδυασμός της επιχειρησιακής τεχνογνωσίας της Ευρωπόλ στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας με την εμπειρογνωσία της ΕΑΑ σε θέματα κατάρτισης και εκπαίδευσης θα ενίσχυε τις διασυνδέσεις και θα δημιουργούσε συνέργειες μεταξύ των δύο αυτών πεδίων. Οι επαφές μεταξύ του επιχειρησιακού προσωπικού και του προσωπικού κατάρτισης που εργάζεται στους κόλπους ενός ενιαίου οργανισμού θα μπορούσαν να συμβάλουν στον καθορισμό των αναγκών κατάρτισης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναμένεται να καταστεί πιο χρήσιμη και πιο στοχευμένη η κατάρτιση σε επίπεδο ΕΕ, προς όφελος της ευρύτερης αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ. Χάρη στη συνένωση θα μπορούσε να αποφευχθεί επίσης η αλληλεπικάλυψη των υποστηρικτικών λειτουργιών στους δύο οργανισμούς, και οι πόροι που θα εξοικονομούνταν με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αλλιώς και να επενδυθούν σε κεντρικής σημασίας επιχειρησιακές λειτουργίες και λειτουργίες κατάρτισης. Κάτι τέτοιο έχει ιδιαίτερη σημασία υπό τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες, στις οποίες, αφενός, υπάρχει έλλειψη πόρων σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο και, αφετέρου, ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμοι οι πόροι που απαιτούνται για την ενίσχυση της κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου στην ΕΕ.

Επομένως, η παρούσα πρόταση κανονισμού παρέχει το νομικό πλαίσιο για μια νέα Ευρωπόλ, η οποία διαδέχεται και αντικαθιστά την Ευρωπόλ όπως αυτή συνεστήθη βάσει της απόφασης του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ), και την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία όπως αυτή συνεστήθη βάσει της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ).

Η πρόταση συνάδει με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, τις προσδοκίες που περιλαμβάνει το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης, τις προτεραιότητες που καθορίζονται στη «Στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας στην πράξη», καθώς επίσης και με την κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ.

2.           ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ

Το 2010 και το 2011 πραγματοποιήθηκαν συνομιλίες σχετικά με την προετοιμασία της μεταρρύθμισης της Ευρωπόλ, της ΕΑΑ και της κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου στην ΕΕ, μεταξύ της Επιτροπής και εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΑ, με τη συμμετοχή, επίσης, εκπροσώπων εθνικών κοινοβουλίων.

Κατ’ εφαρμογή της πολιτικής της «Βελτίωσης της νομοθεσίας», η Επιτροπή κατήρτισε δύο εκτιμήσεις αντικτύπου με αντικείμενο τις εναλλακτικές επιλογές πολιτικής όσον αφορά την Ευρωπόλ και την ΕΑΑ[19].

Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την Ευρωπόλ βασιζόταν σε δύο στόχους πολιτικής, και συγκεκριμένα στην αύξηση της παροχής πληροφοριών από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ και στη συγκρότηση ενός περιβάλλοντος επεξεργασίας δεδομένων το οποίο να επιτρέπει στην Ευρωπόλ να συνδράμει πλήρως τα κράτη μέλη για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Σε ό,τι αφορά τον πρώτο από τους εν λόγω στόχους, αξιολογήθηκαν δύο επιλογές πολιτικής: (i) η αποσαφήνιση της νομικής υποχρέωσης των κρατών μελών να παρέχουν δεδομένα στην Ευρωπόλ, η οποία θα προβλέπει την καθιέρωση κινήτρων και ενός μηχανισμού υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις των επιμέρους κρατών μελών, και (ii) παραχώρηση στην Ευρωπόλ πρόσβασης σε συναφείς εθνικές βάσεις δεδομένων σχετικά με την επιβολή του νόμου, βάσει σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης («hit/no hit»). Σε ό,τι αφορά τον στόχο πολιτικής για το περιβάλλον επεξεργασίας δεδομένων, αξιολογήθηκαν δύο επιλογές πολιτικής: (i) συγχώνευση των δύο «Αρχείων δεδομένων εργασίας προς ανάλυση» σε ένα, και (ii) δημιουργία νέου περιβάλλοντος επεξεργασίας με τη θέσπιση διαδικαστικών εγγυήσεων για την τήρηση των αρχών που διέπουν την προστασία δεδομένων, με ιδιαίτερη έμφαση στην «προστασία της ιδιωτικής ζωής ήδη από τον σχεδιασμό».

Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την ΕΑΑ βασιζόταν σε δύο στόχους πολιτικής: (i) διασφάλιση καλύτερης ποιότητας, περισσότερο συντονισμένης και πιο συνεκτικής κατάρτισης για ευρύτερο φάσμα λειτουργών επιβολής του νόμου οι οποίοι ασχολούνται με τη διασυνοριακή εγκληματικότητα, και (ii) συγκρότηση πλαισίου για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου σε ευθυγράμμιση με την κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ. Στο πλαίσιο της υποβολής του προγράμματος κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου, για την υλοποίηση του οποίου θα απαιτηθούν πρόσθετοι πόροι, η Επιτροπή εξέτασε διάφορες επιλογές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ενίσχυση και ο εξορθολογισμός της ΕΑΑ ως αυτοτελούς οργανισμού και η συγχώνευση, είτε εν μέρει είτε πλήρως, των αρμοδιοτήτων της ΕΑΑ και της Ευρωπόλ, έτσι ώστε να προκύψει ένας νέος οργανισμός με την ονομασία Ευρωπόλ.

Σύμφωνα με πάγια μεθοδολογία της Επιτροπής, εκάστη επιλογή πολιτικής αξιολογήθηκε, με τη βοήθεια διυπηρεσιακής ομάδας καθοδήγησης, ως προς τις επιπτώσεις της στην ασφάλεια, το κόστος της (περιλαμβανομένης της επιβάρυνσης του προϋπολογισμού των θεσμικών οργάνων της ΕΕ) και τον αντίκτυπό της στα θεμελιώδη δικαιώματα.

Η ανάλυση του συνολικού αντικτύπου είχε ως αποτέλεσμα την επεξεργασία της προτιμώμενης επιλογής πολιτικής, η οποία ενσωματώνεται στην παρούσα πρόταση. Σύμφωνα με τη συναφή αξιολόγηση, η εφαρμογή της επιλογής αυτής θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα της Ευρωπόλ ως οργανισμού ικανού να παρέχει ολοκληρωμένη υποστήριξη στους λειτουργούς επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.           ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Το άρθρο 88 και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν τις νομικές βάσεις της πρότασης.

Σκοπός και περιεχόμενο της νομοθετικής πρότασης

Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στα εξής:

· Ευθυγράμμιση της Ευρωπόλ με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, μέσω της θέσπισης του νομοθετικού πλαισίου που θα διέπει την Ευρωπόλ υπό μορφή κανονισμού, καθώς και μέσω της καθιέρωσης μηχανισμού για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση και να αυξηθεί η υποχρέωση λογοδοσίας της Ευρωπόλ έναντι των ευρωπαίων πολιτών.

· Επίτευξη των στόχων του Προγράμματος της Στοκχόλμης, με τη μετεξέλιξη της Ευρωπόλ σε «κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών» και την εκπόνηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης και ανταλλαγών για το σύνολο των επαγγελματιών που ασχολούνται με την επιβολή του νόμου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.

· Ανάθεση νέων αρμοδιοτήτων στην Ευρωπόλ ώστε να παρέχει ολοκληρωμένη υποστήριξη στις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται να περιέλθουν στην Ευρωπόλ οι αρμοδιότητες τις οποίες ασκεί σήμερα η ΕΑΑ στον τομέα της κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου στην ΕΕ, καθώς επίσης και να εκπονηθεί πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου. Το όλο εγχείρημα περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα της Ευρωπόλ να αναπτύξει εξειδικευμένα κέντρα στην ΕΕ με σκοπό την καταπολέμηση ορισμένων κατηγοριών αξιόποινων πράξεων οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, όπως είναι, ιδίως, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο.

· Διασφάλιση ενός εύρωστου καθεστώτος για την προστασία δεδομένων στους κόλπους της Ευρωπόλ, με σκοπό ειδικότερα να διασφαλισθεί ότι ο επόπτης προστασίας δεδομένων της Ευρωπόλ είναι πλήρως ανεξάρτητος, δρα αποτελεσματικά και διαθέτει επαρκείς εξουσίες παρέμβασης.

· Βελτίωση της διακυβέρνησης της Ευρωπόλ, μέσω της αύξησης της αποτελεσματικότητάς της και της ευθυγράμμισής της προς τις αρχές οι οποίες διατυπώνονται στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ.

Η παρούσα πρόταση επιτυγχάνει τους προαναφερθέντες στόχους με τον ακόλουθο τρόπο:

1. Ευθυγράμμιση της Ευρωπόλ προς τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, μέσω της αύξησης της λογοδοσίας της

Με τον κανονισμό διασφαλίζεται ότι οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ υπόκεινται σε έλεγχο από τους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους των πολιτών της ΕΕ. Οι προτεινόμενοι κανόνες ευθυγραμμίζονται προς την ανακοίνωση της Επιτροπής του 2010 σχετικά με τις διαδικασίες κοινοβουλευτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια[20].

Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια:

· λαμβάνουν πληροφόρηση μέσω των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και των τελικών λογαριασμών σε ετήσια βάση·

· λαμβάνουν για λόγους ενημέρωσης εκτιμήσεις απειλών, στρατηγικές αναλύσεις και εκθέσεις περί της γενικής κατάστασης σχετικά με την αποστολή της Ευρωπόλ, καθώς επίσης τα αποτελέσματα μελετών και αξιολογήσεων οι οποίες καταρτίζονται για λογαριασμό της Ευρωπόλ και τις ρυθμίσεις εργασίας που συμφωνούνται με τις αρχές τρίτων χωρών με σκοπό την εφαρμογή διεθνών συμφωνιών οι οποίες συνάπτονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την εκάστοτε τρίτη χώρα·

· λαμβάνουν για λόγους ενημέρωσης το πολυετές και το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας όπως εκδίδονται·

· λαμβάνουν εκθέσεις σχετικά με τον όγκο και την ποιοτική στάθμη των πληροφοριών που η Ευρωπόλ λαμβάνει από κάθε κράτος μέλος, καθώς και σχετικά με τις επιδόσεις της εκάστοτε εθνικής μονάδας1

· συνομιλούν με τον εκτελεστικό διευθυντή και με τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου για θέματα που άπτονται της Ευρωπόλ, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

· ενεργεί ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή και συγκεκριμένα: λαμβάνει καταστάσεις προβλέψεων και έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και τη χρηματοοικονομική διαχείριση κατά το εκάστοτε οικονομικό έτος, δύναται να ζητήσει κάθε πληροφορία η οποία είναι ενδεχομένως αναγκαία στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής και χορηγεί απαλλαγή στον εκτελεστικό διευθυντή σε σχέση με την εκτέλεση του προϋπολογισμού·

· καλείται να διατυπώσει τη γνώμη του όσον αφορά το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπόλ·

· λαμβάνει προς ενημέρωσή του το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπόλ·

· δύναται να καλέσει τον υποψήφιο που επιλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή ή του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή της Ευρωπόλ σε ακρόαση ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής·

· δύναται να καλέσει τον εκτελεστικό διευθυντή να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων του.

Για να είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε θέση να ασκήσει τον έλεγχο διασφαλίζοντας παράλληλα το απόρρητο των επιχειρησιακών πληροφοριών, η Ευρωπόλ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλούνται να συνάψουν συμφωνίες συνεργασίας σχετικά με την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκή Ένωσης και σε ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες οι οποίες υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ ή μέσω αυτής.

2. Η Ευρωπόλ ως κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών

Με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες επιτελεί το έργο της η Ευρωπόλ από την άποψη των πληροφοριών ασφαλείας, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τα κράτη μέλη και να συμβάλλει ικανοποιητικότερα στη χάραξη των πολιτικών της ΕΕ, η πρόταση θέτει ως στόχο τη βελτίωση της παροχής πληροφοριών από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ. Για τον σκοπό αυτό, προβλέπεται να ενισχυθεί η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν συναφή δεδομένα στην Ευρωπόλ και ως κίνητρο παρέχεται η διευρυμένη δυνατότητα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου να λαμβάνουν χρηματοδοτική στήριξη για διασυνοριακές έρευνες και σε άλλους τομείς πέραν της παραχάραξης/κιβδηλείας του ευρώ. Επίσης, καθιερώνεται μηχανισμός υποβολής εκθέσεων με σκοπό την παρακολούθηση της συνεισφοράς δεδομένων από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ.

Με σκοπό τη βελτίωση της συσχέτισης και της επακόλουθης ανάλυσης δεδομένων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Ευρωπόλ, ανασχεδιάστηκε η αρχιτεκτονική επεξεργασίας δεδομένων του οργανισμού. Δεν προβλέπεται πλέον προκαθορισμός βάσεων ή συστημάτων δεδομένων, αλλά αντ’ αυτού υιοθετείται η προσέγγιση της «προστασίας της ιδιωτικής ζωής ήδη από τον σχεδιασμό», καθώς και πλήρης διαφάνεια έναντι του υπευθύνου προστασίας δεδομένων στην Ευρωπόλ και του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΠΠΔ). Η συμμόρφωση προς υψηλά πρότυπα προστασίας και ασφάλειας των δεδομένων επιτυγχάνεται μέσω διαδικαστικών εγγυήσεων, οι οποίες ισχύουν για συγκεκριμένα είδη πληροφοριών. Στον κανονισμό προσδιορίζονται λεπτομερώς οι σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων (διασταύρωση, στρατηγικές αναλύσεις ή άλλες γενικής φύσεως ή επιχειρησιακές αναλύσεις σε συγκεκριμένες υποθέσεις), οι πηγές των πληροφοριών και τα πρόσωπα που διαθέτουν πρόσβαση στα δεδομένα. Επίσης, απαριθμούνται οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα ενδέχεται να συλλεγούν για κάθε συγκεκριμένη πράξη επεξεργασίας πληροφοριών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ευρωπόλ θα έχει τη δυνατότητα να προσαρμόζει την αρχιτεκτονική ΤΠ που εφαρμόζει στις επερχόμενες προκλήσεις και στις ανάγκες των αρχών επιβολής του νόμου στην ΕΕ. Αφ’ ης στιγμής συγκροτηθεί το νέο πλαίσιο λειτουργίας, η Ευρωπόλ θα μπορεί να συσχετίζει μεταξύ τους και να αναλύει συναφή δεδομένα, να μειώσει τον χρόνο που απαιτείται για τον προσδιορισμό τάσεων και συνήθων πρακτικών και να περιορίσει την πολλαπλή αποθήκευση δεδομένων. Παράλληλα, διασφαλίζεται η τήρηση υψηλών προτύπων προστασίας των δεδομένων. Η συμμόρφωση προς αυτά τα πρότυπα επιτηρείται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

Με τον τρόπο αυτό, οι αναλυτές της Ευρωπόλ θα σχηματίσουν ευρύτερη εικόνα σε σχέση με τη σοβαρή εγκληματικότητα και την τρομοκρατία στην ΕΕ. Θα είναι σε θέση να προσδιορίζουν γρήγορα τάσεις και συνήθεις πρακτικές σε ολόκληρο το φάσμα πεδίων εγκληματικής δραστηριότητας και να καταρτίζουν πιο ολοκληρωμένες και συναφείς εκθέσεις για θέματα ασφάλειας, συνδράμοντας τις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών.

3. Νέες αρμοδιότητες: επαγγελματική κατάρτιση και ανάπτυξη κέντρων της ΕΕ με στόχο την καταπολέμηση συγκεκριμένων μορφών αξιόποινων πράξεων

Με στόχο να εξασφαλισθούν συνέργειες στο πλαίσιο της στήριξης που η ΕΕ παρέχει στον τομέα της αστυνόμευσης, αλλά και για να καταστεί δυνατή η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος κατάρτισης της ΕΕ σε θέματα επιβολής του νόμου παράλληλα με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού[21], θα περιέλθουν στην Ευρωπόλ και θα διευρυνθούν περαιτέρω τα καθήκοντα τα οποία προηγουμένως ασκούνταν από την ΕΑΑ. Η στενότερη σύνδεση της παρεχόμενης κατάρτισης με το επιχειρησιακό έργο αναμένεται να καταστήσει περισσσότερο στοχευμένη και πιο πρόσφορη την κατάρτιση η οποία παρέχεται στους λειτουργούς επιβολής του νόμου.

Η Ευρωπόλ, μέσω μιας νέας υπηρεσίας που θα συσταθεί στους κόλπους της και θα ονομάζεται «Ακαδημία Ευρωπόλ», θα αναλάβει την ευθύνη για την υποστήριξη, την ανάπτυξη, την παροχή και τον συντονισμό της κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου σε επίπεδο στρατηγικής, δηλαδή ένα κοινό ευρύτερο από τα ανώτερα στελέχη της αστυνομίας (τα οποία καλύπτονται από την ισχύουσα απόφαση σχετικά με την ΕΑΑ). Οι σχετικές δραστηριότητες θα συμβάλλουν στην κάλυψη των αναγκών για ενημέρωση και εξοικείωση με τις συναφείς νομικές πράξεις σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, ενθάρρυνση της διασυνοριακής συνεργασίας, απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων σε ειδικούς θεματικούς τομείς της εγκληματολογίας και της αστυνόμευσης και για προπαρασκευή της συμμετοχής της ΕΕ σε αποστολές μη στρατιωτικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες. Η εν λόγω υπηρεσία θα είναι αρμόδια για την επεξεργασία και την αξιολόγηση εκπαιδευτικών βοηθημάτων, με τα οποία θα καλύπτονται οι απαιτήσεις που θα προκύπτουν από τακτικές αξιολογήσεις των αναγκών κατάρτισης. Επίσης, αναμένεται ότι η νέα υπηρεσία θα συνεισφέρει στη συναφή έρευνα και θα επιδιώκει τη σύναψη εταιρικών σχέσεων με όργανα της ΕΕ και με ιδιωτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, ανάλογα με την περίπτωση.

Η σύνθεση, οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες του διοικητικού συμβουλίου αντανακλούν τις νέες αρμοδιότητες της Ευρωπόλ στο πεδίο της κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου, καθώς και τις βέλτιστες πρακτικές που καθορίζονται στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ.

Το διοικητικό συμβούλιο θα λαμβάνει συμβουλευτική υποστήριξη από επιστημονική επιτροπή κατάρτισης κατά τρόπο ώστε να παρέχονται εγγυήσεις και κατευθύνσεις για την επιστημονική αρτιότητα των δραστηριοτήτων κατάρτισης της Ευρωπόλ.

Για να ενισχυθεί η ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίζει συγκεκριμένα φαινόμενα εγκληματικότητας, παρέχεται στην Ευρωπόλ η δυνατότητα να αναπτύσσει κέντρα για την καταπολέμηση συγκεκριμένων μορφών αξιόποινων πράξεων, π.χ. το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο.

Τέτοιου είδους κέντρα της ΕΕ, των οποίων η λειτουργία συμπεριλαμβάνει μια πλειάδα προσεγγίσεων για την καταπολέμηση της εκάστοτε μορφής εγκληματικότητας, θα καθιστούσαν αποτελεσματικότερη τη δράση των κρατών μελών. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να χρησιμεύσουν ως κομβικά σημεία πληροφόρησης, να συγκεντρώνουν εμπειρογνωσία με σκοπό τη στήριξη των προσπαθειών συγκρότησης ικανοτήτων των κρατών μελών, να επικουρούν τις διενεργούμενες από τα κράτη μέλη έρευνες ή να καταστούν ο συλλογικός εκφραστής των στελεχών που διεξάγουν έρευνες σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ολόκληρο το φάσμα των αρχών επιβολής του νόμου στον συγεκριμένο τομέα.

4. Εύρωστο καθεστώς προστασίας δεδομένων

Η πρόταση θωρακίζει το καθεστώς προστασίας δεδομένων στο οποίο υπόκεινται οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ. Ειδικότερα, θεσπίζονται τα ακόλουθα μέτρα:

· Το αυτόνομο καθεστώς προστασίας δεδομένων υπό το οποίο λειτουργεί η Ευρωπόλ ενισχύεται περαιτέρω υπό την έννοια ότι στηρίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στις βασικές αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[22]. Στην προσαρτώμενη στη Συνθήκη δήλωση 21 αναγνωρίζεται η ιδιαιτερότητα των πράξεων επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου. Πάντως, οι κανόνες της Ευρωπόλ για την προστασία των δεδομένων έχουν ευθυγραμμιστεί με άλλες νομικές πράξεις που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο άλλων μηχανισμών στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, όπως η σύμβαση αριθ. 108[23] και η σύσταση αριθ. R (87) του Συμβουλίου της Ευρώπης[24] και η απόφαση πλαίσιο 2008/977 του Συμβουλίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.[25] Κατ’ αυτόν τρόπο θα διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των προσώπων κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ιδιαιτερότητας του τομέα της επιβολής του νόμου.

· Η πρόσβαση των κρατών μελών σε προσωπικά δεδομένα που τηρεί η Ευρωπόλ σχετικά με επιχειρησιακές αναλύσεις καθίσταται έμμεση και βασίζεται σε σύστημα σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης («hit/no hit»): από μια αυτοματοποιημένη σύγκριση προκύπτει ανώνυμο αποτέλεσμα («hit») όταν τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή του το αιτούν κράτος μέλος συμπίπτουν με τα δεδομένα της Ευρωπόλ. Τα συναφή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή τα δεδομένα που σχετίζονται με την υπόθεση παρέχονται μόνο κατόπιν χωριστού αιτήματος περί περαιτέρω συνέχειας της επεξεργασίας των δεδομένων.

· Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων θυμάτων, μαρτύρων, προσώπων που δεν έχουν την ιδιότητα του υπόπτου και ανηλίκων απαγορεύεται, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαία. Ο περιορισμός αυτός ισχύει επίσης για τα δεδομένα που δηλώνουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις και τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και για τα δεδομένα που αναφέρονται στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή (ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα). Εξάλλου, τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υφίστανται επεξεργασία μόνο στις περιπτώσεις όπου συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη υποστεί επεξεργασία από την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ υποχρεούται να παρέχει ανά εξάμηνο στον ΕΕΠΔ ανασκόπηση όλων των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τέλος, αποφάσεις που παράγουν νομικά αποτελέσματα σχετικά με τα υποκείμενα των δεδομένων δεν μπορούν να λαμβάνονται αποκλειστικά και μόνο βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εάν κάτι τέτοιο εγκρίνεται από την ΕΕ ή την εθνική νομοθεσία ή τον ΕΕΠΔ.

· Για λόγους βελτίωσης της διαφάνειας, ενισχύεται το δικαίωμα των προσώπων στην πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχει στη διάθεσή της η Ευρωπόλ. Οι πληροφορίες που η Ευρωπόλ οφείλει να παρέχει στα πρόσωπα τα οποία ζητούν πρόσβαση στα δεδομένα που τα αφορούν απαριθμούνται στον κανονισμό.

· Στην πρόταση καθορίζονται σαφείς κανόνες για τον επιμερισμό της ευθύνης όσον αφορά ζητήματα προστασίας δεδομένων, ειδικότερα δε προβλέπεται ότι η Ευρωπόλ είναι υποχρεωμένη να εξετάζει τακτικά κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για την αποθήκευση προσωπικών δεδομένων.

· Η υποχρέωση για καταχώριση και τεκμηρίωση διευρύνεται, ώστε να μην καλύπτει μόνον την απλή πρόσβαση αλλά ευρύτερο φάσμα εργασιών επεξεργασίας δεδομένων: συλλογή, αλλοίωση, πρόσβαση, κοινολόγηση, συνδυασμό και διαγραφή. Για να ελέγχεται πιο αποτελεσματικά η χρήση των δεδομένων και να εξακριβώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια ο υπεύθυνος για την επεξεργασία τους, ο κανονισμός απαγορεύει την τροποποίηση των συναφών καταχωρίσεων.

· Κάθε φυσικό πρόσωπο δύναται να απαιτήσει από την Ευρωπόλ αποζημίωση για παράνομη επεξεργασία δεδομένων ή για πράξη αντιβαίνουσα στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπόλ και το κράτος μέλος στο οποίο επήλθε η βλάβη ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον (η μεν Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 340 της Συνθήκης, το δε κράτος μέλος βάσει της εθνικής του νομοθεσίας).

· Ενισχύεται ο ρόλος της εξωτερικής εποπτικής αρχής προστασίας δεδομένων της Ευρωπόλ. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα είναι αρμόδιος για την επιτήρηση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων εκ μέρους της Ευρωπόλ. Κατ’ αυτόν τρόπο διασφαλίζεται αφενός η πλήρης συμμόρφωση προς τα κριτήρια ανεξαρτησίας που έχουν καθορισθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και, αφετέρου, η αποτελεσματικότητα της εποπτείας της προστασίας των δεδομένων, χάρη στις εκτελεστικές εξουσίες του ΕΕΠΔ.

· Ωστόσο, οι εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων παραμένουν αρμόδιες για την επιτήρηση κάθε εισαγωγής, ανάκτησης και διαβίβασης προσωπικών δεδομένων από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προς την Ευρωπόλ, καθώς επίσης για τον έλεγχο του κατά πόσον η εκάστοτε εισαγωγή, ανάκτηση ή διαβίβαση παραβιάζει τα δικαιώματα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα.

· Ο κανονισμός εισάγει στοιχεία «από κοινού εποπτείας» των δεδομένων που διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ και υποβάλλονται σε επεξεργασία από αυτή. Όσον αφορά ειδικά ζητήματα για τα οποία απαιτείται ανάμειξη κράτους μέλους, για να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές, είναι σκόπιμο να συνεργάζονται μεταξύ τους, εντός των ορίων των οικείων αρμοδιοτήτων τους.

5. Βελτιωμένη διακυβέρνηση

Με την πρόταση βελτιώνεται η διακυβέρνηση της Ευρωπόλ, χάρη σε ρυθμίσεις οι οποίες κατατείνουν σε αύξηση της αποτελεσματικότητας, εξορθολογισμό των διαδικασιών, ιδίως όσον αφορά το διοικητικό συμβούλιο και τον εκτελεστικό διευθυντή, και ευθυγράμμιση της Ευρωπόλ προς τις αρχές που διατυπώνονται στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπόλ προκειμένου να ελέγχουν αποτελεσματικά τη λειτουργία της. Προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η διττή αποστολή του νέου οργανισμού –επιχειρησιακή υποστήριξη και παροχή κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου–, τα τακτικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις που διαθέτουν στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου, ενώ τα αναπληρωματικά μέλη διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις τους σε θέματα κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου. Τα αναπληρωματικά μέλη θα ενεργούν ως τακτικά μέλη οσάκις συζητούνται θέματα κατάρτισης ή λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με αυτά, ενώ το διοικητικό συμβούλιο είναι σκόπιμο να συμβουλεύεται επιστημονική επιτροπή σχετικά με τα τεχνικά θέματα κατάρτισης (Επιστημονική Επιτροπή Κατάρτισης).

Στο διοικητικό συμβούλιο ανατίθενται οι αναγκαίες αρμοδιότητες, ιδίως σε σχέση με την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τον έλεγχο της εκτέλεσής του, τη θέσπιση των ενδεδειγμένων δημοσιονομικών κανόνων και την έκδοση εγγράφων προγραμματισμού, την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών εργασίας για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή της Ευρωπόλ, την έκδοση της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων και τον διορισμό εκτελεστικού διευθυντή.

Για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να συστήσει εκτελεστική επιτροπή μικρότερου μεγέθους στην οποία θα συμμετέχει εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μια τέτοια επιτροπή θα μπορούσε να παρακολουθεί πιο στενά τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ με σκοπό την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής και δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως σε ζητήματα ελέγχου.

Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της καθημερινής λειτουργίας της Ευρωπόλ, ο εκτελεστικός διευθυντής αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο και ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του οργανισμού. Ο εκτελεστικός διευθυντής απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εξασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ επιτελεί τα καθήκοντα με τα οποία είναι επιφορτισμένη βάσει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση των εγγράφων προϋπολογισμού και προγραμματισμού τα οποία υποβάλλονται στο διοικητικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, καθώς και για την εφαρμογή των ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων εργασίας της Ευρωπόλ και άλλων εγγράφων προγραμματισμού.

4.           ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πλήρης συγχώνευση της ΕΑΑ και της Ευρωπόλ θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνεργειών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Η εξοικονόμηση κόστους και ανθρώπινων πόρων με όρους ισοδύναμου πλήρους απασχόλησης (ΙΠΕ) εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε 17,2 εκατομμύρια ευρώ και 14 άτομα για την περίοδο 2015-2020.

Παρότι η παρούσα πρόταση θα αξιοποιήσει τα οφέλη της εξοικονόμησης καθώς και υφιστάμενους πόρους, θα απαιτηθούν πρόσθετοι πόροι για την εκπλήρωση από την Ευρωπόλ των νέων καθηκόντων που σχετίζονται με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου, καθώς επίσης για την επεξεργασία και ανάλυση της αναμενόμενης αύξησης των ροών πληροφοριών, μεταξύ άλλων μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο. Η λειτουργία και η περαιτέρω ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο έχει μακράν τις σημαντικότερες επιπτώσεις στους πόρους. Παράλληλα με αυτές τις ανάγκες για νέους πόρους, η ΕΑΑ και η Ευρωπόλ συμμετέχουν επίσης στην τρέχουσα μείωση του προσωπικού κατά 5% σε όλους τους οργανισμούς της ΕΕ, ενώ κάποιες από τις θέσεις εργασίας τους θα ενταχθούν σε μια κεντρική ομάδα ανακατανομής του προσωπικού στους οργανισμούς της ΕΕ η οποία προορίζεται για την υποστήριξη νέων καθηκόντων και οργανισμών που βρίσκονται στο στάδιο έναρξης της λειτουργίας τους.

Για την άσκηση των νέων δραστηριοτήτων κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου, συγκεκριμένα των δραστηριοτήτων που απαιτούνται για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού προγράμματος κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου που προτείνεται παράλληλα με την παρούσα πρόταση, θα χρειαστεί πρόσθετο προσωπικό 12 ατόμων με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης. Οι ανθρώπινοι πόροι για τις νέες δραστηριότητες κατάρτισης θα προέλθουν από τη συγχώνευση της ΕΑΑ με την Ευρωπόλ, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 14 θέσεων εργασίας, οι οποίες αντιστοιχούν σε 10,1 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2015-2020. Η κατάργηση14 θέσεων εργασίας στην ΕΑΑ αναμένεται ότι επαρκεί για τη συμμόρφωσή της προς την υποχρέωση μείωσης του προσωπικού κατά 5% και συμμετοχής στην κεντρική ομάδα ανακατανομής του προσωπικού. Επιπλέον, αναμένεται να εξοικονομηθούν ακόμη 7,1 εκατομμύρια ευρώ χάρη στη μείωση των δαπανών για κτίρια, εξοπλισμό και έξοδα του διοικητικού συμβουλίου κατά την ίδια περίοδο. Η μετεγκατάσταση 40 περίπου εργαζομένων από την τρέχουσα έδρα της ΕΑΑ, που βρίσκεται στο Bramshill του Ηνωμένου Βασιλείου, στην έδρα της Ευρωπόλ στη Χάγη των Κάτω Χωρών αναμένεται να απαιτήσει περιορισμένη εφάπαξ δαπάνη της τάξεως των 30 000 ευρώ. Δεδομένου, ωστόσο, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να κλείσει τις εγκαταστάσεις στο Bramshill, η ΕΑΑ θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να μετεγκατασταθεί.

Για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών επεξεργασίας πληροφοριών που θα προκύψουν από την αναμενόμενη αύξηση του όγκου των πληροφοριών οι οποίες παρέχονται στην Ευρωπόλ στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης (η αύξηση αυτή προέρχεται από την ενισχυμένη υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν παράλληλα συναφή δεδομένα στην Ευρωπόλ, χρηματοοικονομική στήριξη σε επιμέρους έρευνες και να υποβάλλουν εκθέσεις παρακολούθησης) θα χρειαστεί πρόσθετο προσωπικό 3 ατόμων με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης. Τα άτομα αυτά θα προσληφθούν σταδιακά κατά την περίοδο 2015 - 2017 και οι σχετικές δαπάνες προσωπικού υπολογίζονται σε 1,8 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2015-2020. Πάντως, περίπου τα δύο τρίτα των δαπανών αυτών θα αντισταθμισθούν με την εξοικονόμηση πόρων που θα προκύψει από τη συγχώνευση με την ΕΑΑ: δύο (2) άτομα με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης θα εξασφαλισθούν από 2 εκ των 14 θέσεων εργασίας που θα εξοικονομηθούν συνεπεία της συγχώνευσης με την ΕΑΑ.

Όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο, κατά την περίοδο 2015-2020 θα προσληφθούν 41 άτομα με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης. Τα καθήκοντα τα οποία καλούνται να εκπληρώσουν αυτοί οι υπάλληλοι προσδιορίζονται σε συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής. Οι δαπάνες του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο εκτός των δαπανών προσωπικού εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 16,6 εκατομμύρια ευρώ κατά την ίδια περίοδο. Ήδη το 2013, 44 άτομα με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης έχουν τοποθετηθεί στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο στο πλαίσιο εσωτερικής ανακατανομής του προσωπικού στους κόλπους της Ευρωπόλ, ενώ 17 ακόμη άτομα με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης ζητήθηκαν από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο του σχεδίου του προϋπολογισμού για το 2014.

Σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση μείωσης του προσωπικού κατά 5% και συμμετοχής στην ανακατανομή του προσωπικού, πέραν των 12 ατόμων με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης που προβλέπεται να αποχωρήσουν το 2014, αναμένεται ότι κατά την περίοδο 2015-2018 θα αποχωρήσουν από την Ευρωπόλ ακόμη 34 άτομα με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης.

Τέλος, η παρούσα πρόταση προβλέπει πρόσθετους πόρους για τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Η ανάγκη αυτή εκτιμάται ότι θα καλυφθεί από 1 άτομο με ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης. Από την αλλαγή στις ρυθμίσεις για την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων αναμένεται ότι κατά την περίοδο 2015-2020 αφενός θα εξοικονομηθούν 3 εκατομμύρια ευρώ για την Ευρωπόλ, η οποία δεν χρειάζεται πλέον να στηρίζει την Κοινή Εποπτική Αρχή, και αφετέρου θα προκύψουν πρόσθετες δαπάνες για τον ΕΕΠΔ της τάξης του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της νομοθετικής πρότασης κατά την περίοδο 2015-2020 ανέρχονται σε συνολικά 623 εκατομμύρια ευρώ για τον οργανισμό που θα προκύψει από τη συγχώνευση και σε ακόμη 1,5 εκατομμύριο ευρώ για τον ΕΕΠΔ[26].

2013/0091 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 88 και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)       Η Ευρωπόλ ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ[27] ως οργανισμός της Ένωσης, ο οποίος χρηματοδοτείται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και του οποίου αποστολή είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Η απόφαση του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ αντικατέστησε τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ) [28].

(2)       Σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η λειτουργία της Ευρωπόλ διέπεται από κανονισμό ο οποίος εκδίδεται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Επίσης, το άρθρο αυτό απαιτεί να καθοριστούν όροι ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων. Επομένως, είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί η απόφαση του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ από κανονισμό, ο οποίος θα προβλέπει κανόνες περί του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

(3)       Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία («ΕΑΑ») ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ[29] με αποστολή τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αστυνομικών αρχών, μέσω της διοργάνωσης και του συντονισμού δραστηριοτήτων κατάρτισης σχετικών με την ευρωπαϊκής εμβέλειας αστυνόμευση.

(4)       Το «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες»[30] καλεί την Ευρωπόλ να εξελιχθεί και να καταστεί «κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου». Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ βάσει της αξιολόγησης της λειτουργίας της. Το πρόγραμμα της Στοκχόλμης θέτει επίσης ως στόχο την καλλιέργεια μιας αυθεντικής ευρωπαϊκής παιδείας στον τομέα της επιβολής του νόμου, μέσω της εκπόνησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης και ανταλλαγών για το σύνολο των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της επιβολής του νόμου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.

(5)       Τα μεγάλης κλίμακας δίκτυα εγκληματιών και τρομοκρατών εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την εσωτερική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για την ασφάλεια και ευημερία των πολιτών της. Από τις διαθέσιμες αξιολογήσεις απειλών προκύπτει ότι οι εγκληματικές ομάδες αναπτύσσουν ολοένα περισσότερο πολυσχιδή εγκληματική δραστηριότητα, και μάλιστα σε διασυνοριακή βάση. Επομένως, οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου πρέπει να συνεργάζονται στενότερα με τις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να τεθούν στη διάθεση της Ευρωπόλ μέσα για την αύξηση της συνδρομής που παρέχει στα κράτη μέλη με σκοπό την πρόληψη της εγκληματικότητας στο σύνολο της Ένωσης και τη διεξαγωγή σχετικών αναλύσεων και ερευνών. Η διαπίστωση αυτή έχει επιβεβαιωθεί και στις αξιολογήσεις που περιέχουν οι αποφάσεις του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ.

(6)       Δεδομένης της συνάφειας μεταξύ του έργου της Ευρωπόλ και της ΕΑΑ, η ενοποίηση και ο εξορθολογισμός των αρμοδιοτήτων των δύο οργανισμών αναμένεται να αυξήσει την αποδοτικότητα της επιχειρησιακής δραστηριότητας, τη χρησιμότητα της παρεχόμενης κατάρτισης και την αποτελεσματικότητα της αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ.

(7)       Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν με τον παρόντα κανονισμό, ο οποίος στηρίζεται στην εμπειρία από την εφαρμογή αμφότερων των αποφάσεων. Η Ευρωπόλ που θα συσταθεί βάσει του παρόντος κανονισμού πρέπει να αντικαταστήσει τις Ευρωπόλ και ΕΑΑ που ιδρύθηκαν βάσει των καταργηθεισών αποφάσεων και να ασκεί στο εξής τα καθήκοντα με τα οποία αυτές ήταν επιφορτισμένες.

(8)       Καθώς οι εγκληματικές πράξεις τελούνται συχνά σε διασυνοριακό επίπεδο, η Ευρωπόλ θα πρέπει να στηρίζει και να ενισχύει τις ενέργειες των κρατών μελών και τη μεταξύ τους συνεργασία στον τομέα της πρόληψης και της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας που επηρεάζει δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Η τρομοκρατία είναι μία από τις σοβαρότερες απειλές για την ασφάλεια της Ένωσης και η Ευρωπόλ πρέπει να συνδράμει τα κράτη μέλη ώστε να αντιμετωπίσουν τις κοινές προκλήσεις στο συγκεκριμένο πεδίο. Ως ο οργανισμός επιβολής του νόμου της ΕΕ, η Ευρωπόλ καλείται επίσης να στηρίξει και να ενισχύσει ενέργειες και συνεργασίες για την καταπολέμηση των μορφών εγκληματικότητας που θίγουν τα συμφέροντα της ΕΕ. Ακόμη, είναι σκόπιμο να προσφέρει στήριξη για την πρόληψη και την καταπολέμηση συναφών αξιόποινων πράξεων οι οποίες διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση των μέσων, τη διευκόλυνση, την εκτέλεση ή τη διασφάλιση της ατιμωρησίας πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ.

(9)       Η Ευρωπόλ οφείλει να διασφαλίζει καλύτερης ποιότητας, περισσότερο συντονισμένη και πιο συνεκτική κατάρτιση για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου όλων των βαθμίδων, βάσει σαφούς πλαισίου, με γνώμονα τις εκάστοτε προσδιοριζόμενες ανάγκες κατάρτισης.

(10)     Η Ευρωπόλ πρέπει να έχει την ευχέρεια να ζητά από τα κράτη μέλη να κινούν, να διεξάγουν ή να συντονίζουν ποινικές έρευνες σε συγκεκριμένες υποθέσεις όπου η διασυνοριακή συνεργασία θα απέφερε οφέλη. Η Ευρωπόλ πρέπει να ενημερώνει τη Μονάδα δικαστικής συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurojust) σχετικά με τέτοιου είδους αιτήματα.

(11)     Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της Ευρωπόλ ως κέντρου ανταλλαγής πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι σκόπιμο να θεσπισθούν σαφείς υποχρεώσεις για την παροχή από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ των δεδομένων που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της. Κατά την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, τα κράτη μέλη πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην παροχή δεδομένων χρήσιμων για την καταπολέμηση των μορφών εγκληματικότητας οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων, στο πλαίσιο των συναφών μέσων πολιτικής της ΕΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να παρέχουν στην Ευρωπόλ αντίγραφο των διμερών και πολυμερών ανταλλαγών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη σχετικά με εγκλήματα που εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιότητας της Ευρωπόλ. Παράλληλα, είναι σκόπιμο να αυξήσει η Ευρωπόλ το επίπεδο στήριξης που παρέχει στα κράτη μέλη ούτως ώστε να αναβαθμισθεί η αμοιβαία συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών. Η Ευρωπόλ πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο σύνολο των θεσμικών οργάνων και στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τον βαθμό στον οποίο μεμονωμένα κράτη μέλη της παρέχουν πληροφορίες.

(12)     Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών, είναι σκόπιμο να συσταθεί εθνική μονάδα σε κάθε κράτος μέλος. Κάθε τέτοια εθνική μονάδα θα πρέπει να λειτουργεί ως ο βασικός σύνδεσμος μεταξύ αφενός των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου και των ιδρυμάτων κατάρτισης και, αφετέρου, της Ευρωπόλ. Προκειμένου να διασφαλισθεί η διαρκής και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών μονάδων και να διευκολυνθεί η μεταξύ τους συνεργασία, κάθε εθνική μονάδα πρέπει να αποσπά έναν τουλάχιστον αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ.

(13)     Λαμβανομένης υπόψη της αποκεντρωμένης δομής ορισμένων κρατών μελών και της ανάγκης να διασφαλιστεί η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών σε ορισμένες υποθέσεις, η Ευρωπόλ πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται απευθείας με τις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών στο πλαίσιο μεμονωμένων ερευνών, τηρώντας εκ παραλλήλου ενήμερες τις οικείες εθνικές μονάδες.

(14)     Με στόχο τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας, συντονισμένης και συνεκτικής κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου στην Ένωση, η Ευρωπόλ πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με την πολιτική της ΕΕ για την κατάρτιση σε θέματα επιβολής του νόμου. Κατάρτιση σε επίπεδο ΕΕ πρέπει να είναι διαθέσιμη σε λειτουργούς επιβολής του νόμου όλων των βαθμίδων. Η Ευρωπόλ πρέπει να μεριμνά για την αξιολόγηση της παρεχόμενης κατάρτισης και για την ενσωμάτωση των συμπερασμάτων εκτιμήσεων των αναγκών κατάρτισης στις εργασίες προγραμματισμού για την αποτροπή αλληλεπικαλύψεων. Η Ευρωπόλ πρέπει να προωθεί την αναγνώριση στα κράτη μέλη της κατάρτισης η οποία παρέχεται σε επίπεδο ΕΕ.

(15)     Είναι επίσης αναγκαίο να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της Ευρωπόλ, μέσω της αύξησης της αποτελεσματικότητας και του εξορθολογισμού των διαδικασιών.

(16)     Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπόλ προκειμένου να ελέγχουν αποτελεσματικά τη λειτουργία της. Για να αντικατοπτρίζεται η διττή αποστολή του νέου οργανισμού, η οποία συνίσταται στην επιχειρησιακή υποστήριξη και στην παροχή κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου, τα τακτικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις που διαθέτουν στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου, ενώ τα αναπληρωματικά μέλη πρέπει να διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις τους σε θέματα κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου. Τα αναπληρωματικά μέλη ενδείκνυται να ενεργούν ως πλήρη μέλη σε περίπτωση απουσίας των τακτικών μελών και οσάκις συζητούνται θέματα κατάρτισης ή λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με αυτά. Το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει συμβουλευτική υποστήριξη από επιστημονική επιτροπή σχετικά με τεχνικά ζητήματα κατάρτισης.

(17)     Στο διοικητικό συμβούλιο είναι σκόπιμο να ανατεθούν οι αναγκαίες αρμοδιότητες, ιδίως σε σχέση με την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τον έλεγχο της εκτέλεσής του, τη θέσπιση των ενδεδειγμένων δημοσιονομικών κανόνων και την έκδοση εγγράφων προγραμματισμού, την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών εργασίας για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή της Ευρωπόλ και την έκδοση της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων. Πρέπει επίσης να ασκεί εξουσίες αρχής διορισμού των μελών του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή. Για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής και της δημοσιονομικής διαχείρισης, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει επίσης να μπορεί να συστήσει εκτελεστική επιτροπή.

(18)     Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της καθημερινής λειτουργίας της Ευρωπόλ, ο εκτελεστικός διευθυντής πρέπει να αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο και ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του οργανισμού, να ασκεί όλα τα καθήκοντά του υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας και να εξασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ επιτελεί το έργο το οποίο καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής πρέπει να φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση των εγγράφων προϋπολογισμού και προγραμματισμού τα οποία υποβάλλονται στο διοικητικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, καθώς και την ευθύνη για την εφαρμογή των ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων εργασιών της Ευρωπόλ και άλλων εγγράφων προγραμματισμού.

(19)     Για να μπορεί η Ευρωπόλ να προλαμβάνει και να καταπολεμεί τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της, είναι απαραίτητο να διαθέτει όσο το δυνατόν πληρέστερες και πιο επικαιροποιημένες πληροφορίες. Επομένως, η Ευρωπόλ πρέπει να μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία λαμβάνει από κράτη μέλη, τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς, φορείς της ΕΕ και ιδιώτες, καθώς και από πηγές οι οποίες είναι προσιτές στο κοινό, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των εγκληματικών φαινομένων και τάσεων, τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με κυκλώματα εγκληματιών και τη διαπίστωση τυχόν σχέσεων μεταξύ των διαφόρων αξιόποινων πράξεων.

(20)     Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά της όσον αφορά την παροχή επακριβών εγκληματολογικών αναλύσεων στις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών, η Ευρωπόλ πρέπει να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες κατά την επεξεργασία δεδομένων. Η Ευρωπόλ πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει με ταχύτητα την ύπαρξη τυχόν δεσμών μεταξύ διαφορετικών ερευνών και κοινών μεθόδων δράσης τις οποίες μετέρχονται οι διάφορες εγκληματικές ομάδες, καθώς επίσης να ελέγχει τις διασταυρώσεις δεδομένων και να έχει σαφή συνολική εικόνα για τις σχετικές τάσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, οι βάσεις δεδομένων της Ευρωπόλ δεν πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων, αλλά να έχει η Ευρωπόλ την ελευθερία να επιλέγει την πλέον αποτελεσματική δομή ΤΠ. Για να διασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ο σκοπός των πράξεων επεξεργασίας, τα δικαιώματα πρόσβασης και ειδικές πρόσθετες εγγυήσεις.

(21)     Για να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων και να διασφαλίζεται η προστασία των πληροφοριών, τα κράτη μέλη, οι αρχές τρίτων χωρών και οι διεθνείς οργανισμοί πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τον σκοπό για τον οποίο η Ευρωπόλ έχει το δικαίωμα να υποβάλει δεδομένα σε επεξεργασία και να επιβάλλουν περιορισμούς στα δικαιώματα πρόσβασης.

(22)     Για να διασφαλίζεται ότι πρόσβαση σε δεδομένα διαθέτουν μόνον πρόσωπα για τα οποία η πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο κανονισμός είναι σκόπιμο να προβλέπει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις διάφορες βαθμίδες δικαιωμάτων πρόσβασης σε δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ. Οι εν λόγω κανόνες πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των περιορισμών οι οποίοι επιβάλλονται από τους παρόχους των δεδομένων επί της πρόσβασης, καθώς είναι σκόπιμο να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων. Με στόχο την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αποστολή της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ πρέπει να κοινοποιεί στα κράτη μέλη τις πληροφορίες που τα αφορούν.

(23)     Με σκοπό την ενίσχυση της διοργανικής επιχειρησιακής συνεργασίας και, ιδίως, τη συσχέτιση δεδομένων που έχουν ήδη στη διάθεσή τους οι διάφοροι οργανισμοί, η Ευρωπόλ πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση της Εurojust και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) στα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της ώστε να προβαίνουν σε σχετικές αναζητήσεις.

(24)     Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ είναι σκόπιμο να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με άλλους φορείς της Ένωσης, αρχές επιβολής του νόμου, καθώς και με ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, διεθνείς οργανισμούς και ιδιώτες.

(25)     Στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της και προκειμένου να διασφαλισθεί η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα, η Ευρωπόλ πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει κάθε είδους πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με άλλα όργανα της ΕΕ, αρχές επιβολής του νόμου και ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς. Λαμβανομένου υπόψη ότι επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων, μη κυβερνητικές οργανώσεις και λοιποί ιδιώτες κατέχουν εμπειρογνωσία και δεδομένα τα οποία έχουν άμεση συνάφεια με το έργο της πρόληψης και της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας, η Ευρωπόλ πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει τέτοια δεδομένα και με ιδιώτες. Για την πρόληψη και την καταπολέμηση εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο τα οποία σχετίζονται με συμβάντα που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών, η Ευρωπόλ καλείται, σύμφωνα με την οδηγία [τίτλος της εκδοθείσας οδηγίας] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με μέτρα για την εξασφάλιση κοινού υψηλού επιπέδου ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση[31], να συνεργαστεί και να ανταλλάξει πληροφορίες, εκτός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με εθνικές αρχές αρμόδιες για την ασφάλεια δικτύων και συστημάτων πληροφοριών.

(26)     Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ είναι σκόπιμο να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με άλλα όργανα της ΕΕ..

(27)     Οι εμπλεκόμενοι με σοβαρές μορφές εγκληματικότητας και τρομοκρατικές ενέργειες συχνά διατηρούν διασυνδέσεις εκτός του εδάφους της ΕΕ. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ, στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, πρέπει επίσης να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές επιβολής του νόμου τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς όπως η Ιντερπόλ.

(28)     Η Ευρωπόλ πρέπει να μπορεί να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνείς οργανισμούς μόνον βάσει απόφασης της Επιτροπής η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκάστοτε χώρα ή ο διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων Europol ή, απουσία απόφασης περί της επάρκειας, βάσει διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 της Συνθήκης ή βάσει συμφωνίας συνεργασίας συναφθείσας μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Βάσει του άρθρου 9 του προσαρτώμενου στη Συνθήκη πρωτοκόλλου 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, τα νομικά αποτελέσματα αυτών των συμφωνιών πρέπει να διατηρούνται μέχρι την κατάργηση, ακύρωση ή τροποποίησή τους κατά την εφαρμογή της Συνθήκης.

(29)     Σε περίπτωση που μια διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι δυνατό να στηριχθεί σε απόφαση της Επιτροπής περί της επάρκειας, ούτε σε διεθνή συμφωνία συναφθείσα από την Ένωση αλλά ούτε και σε ισχύουσα συμφωνία συνεργασίας, το διοικητικό συμβούλιο και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων πρέπει να έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν διαβίβαση ή σειρά διαβιβάσεων, εφόσον παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις. Εάν δεν ισχύσει καμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, ο εκτελεστικός διευθυντής πρέπει να έχει την ευχέρεια να επιτρέπει τη διαβίβαση των δεδομένων κατ' εξαίρεση ή ανάλογα με την περίπτωση, εάν αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση των ουσιωδών συμφερόντων ενός κράτους μέλους, για την πρόληψη επικείμενου κινδύνου ο οποίος σχετίζεται με την εγκληματικότητα ή την τρομοκρατία, ή εάν η διαβίβαση είναι άλλως αναγκαία ή επιβαλλόμενη από τον νόμο για σοβαρούς δημόσιους λόγους, ή εάν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δηλώσει ότι συναινεί στη διαβίβαση, ή εάν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.

(30)     Η Ευρωπόλ πρέπει να μπορεί να λαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες, μόνον εάν τα δεδομένα αυτά διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ από εθνική μονάδα της Ευρωπόλ σε κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή από σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία υπάρχει παγιωμένη συνεργασία βάσει συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ πριν από την έναρξη ισχύς του παρόντος κανονισμού ή από αρχή τρίτης χώρας ή από διεθνή οργανισμό με τον οποίο η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 της Συνθήκης.

(31)     Τυχόν πληροφορίες οι οποίες είναι σαφές ότι ελήφθησαν από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας.

(32)     Οι κανόνες περί προστασίας δεδομένων στο πλαίσιο της Ευρωπόλ πρέπει να ενισχυθούν και να στηριχθούν στις βασικές αρχές του κανονισμού (EΚ) αριθ. 45/2001[32] ούτως ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι η προσαρτώμενη στη Συνθήκη δήλωση 21 αναγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου, οι κανόνες της Ευρωπόλ περί της προστασίας δεδομένων πρέπει να είναι αυτόνομοι και να ευθυγραμμίζονται με άλλες συναφείς πράξεις για την προστασία δεδομένων οι οποίες εφαρμόζονται στην τομέα της αστυνομικής συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως με τη Σύμβαση αριθ. 108[33] και τη Σύσταση αριθ. R(87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης[34], καθώς και με την απόφαση πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις [35] [να αντικατασταθεί με τη συναφή οδηγία που ισχύει κατά τον χρόνο της έκδοσης].

(33)     Στον βαθμό του εφικτού, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με τον βαθμό ακρίβειας και αξιοπιστίας τους. Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να διακρίνονται από τις προσωπικές εκτιμήσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται τόσο η προστασία των φυσικών προσώπων όσο και η ποιότητα και η αξιοπιστία των πληροφοριών που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

(34)     Στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας υποβάλλονται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Η Ευρωπόλ πρέπει να διακρίνει όσο το δυνατόν σαφέστερα μεταξύ των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα π.χ. θυμάτων, μαρτύρων, προσώπων που έχουν στην κατοχή τους συναφείς πληροφορίες, καθώς και τα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανηλίκων είναι σκόπιμο να απολαύουν αυξημένου βαθμού προστασίας. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ δεν πρέπει να υποβάλλει τέτοια δεδομένα σε επεξεργασία εκτός εάν κάτι τέτοιο είναι απολύτως αναγκαίο για την πρόληψη και καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αποστολή της, και υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη υποβληθεί σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ.

(35)     Βάσει των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ δεν πρέπει να αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για περισσότερο χρόνο από αυτόν που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων της.

(36)     Η Ευρωπόλ είναι σκόπιμο να λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων.

(37)     Κάθε πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς επίσης δικαίωμα διόρθωσής τους σε περίπτωση που τα δεδομένα είναι ανακριβή, και διαγραφής ή απαγόρευσης της πρόσβασης σε αυτά σε περίπτωση που τα δεδομένα έχουν παύσει να είναι αναγκαία. Τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο πρόσωπο το οποίο αφορούν τα δεδομένα και η άσκησή τους δεν πρέπει να θίγουν τις υποχρεώσεις που βαρύνουν την Ευρωπόλ και πρέπει να υπόκεινται στους περιορισμούς οι οποίοι καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(38)     Η προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων προϋποθέτει τον επακριβή επιμερισμό ευθυνών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι υπεύθυνα για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που διαβιβάζουν στην Ευρωπόλ, καθώς και για τη νομιμότητα κάθε τέτοιας διαβίβασης. Η Ευρωπόλ πρέπει να είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που της διαβιβάζουν άλλοι πάροχοι δεδομένων. Η Ευρωπόλ πρέπει επίσης να μεριμνά για τη θεμιτή και σύννομη επεξεργασία των δεδομένων, για τη συλλογή και επεξεργασία τους για συγκεκριμένο σκοπό, για την καταλληλότητα, συνάφεια και αναλογικότητά τους προς τους σκοπούς της επεξεργασίας τους, καθώς και για τη μη αποθήκευσή τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτών των σκοπών.

(39)     Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της κατοχύρωσης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ πρέπει να τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, ανακοίνωσης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Ευρωπόλ πρέπει να είναι υποχρεωμένη να συνεργάζεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και να θέτει, κατόπιν αιτήματος, στη διάθεσή του τις συναφείς καταχωρίσεις ή την τεκμηρίωση, ώστε να μπορούν να χρησιμεύσουν για την παρακολούθηση των πράξεων επεξεργασίας.

(40)     Η Ευρωπόλ είναι σκόπιμο να διορίσει έναν υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος θα τη συνδράμει κατά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων πρέπει να είναι σε θέση να εκτελεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα.

(41)     Οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να ελέγχουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, ο δε Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων πρέπει να ελέγχει τη νομιμότητα των δραστηριοτήτων επεξεργασίας δεδομένων που εκτελούνται από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων της υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας.

(42)     Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές είναι σκόπιμο να συνεργάζονται μεταξύ τους σε σχέση με ειδικά ζητήματα για τα οποία απαιτείται ανάμειξη κράτους μέλους και προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(43)     Η επεξεργασία μη επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ τα οποία δεν σχετίζονται με ποινικές έρευνες υπόκειται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 45/2001.

(44)     Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων είναι σκόπιμο να επιλαμβάνεται κάθε καταγγελίας η οποία υποβάλλεται από το υποκείμενο των δεδομένων και να διενεργεί συναφή έρευνα. Η διερεύνηση σε συνέχεια καταγγελίας είναι σκόπιμο να διενεργείται, με την επιφύλαξη δικαστικού ελέγχου, στον βαθμό που ενδείκνυται στην εκάστοτε περίπτωση. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(45)     Κάθε φυσικό πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά αποφάσεων του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων που το αφορούν.

(46)     Η Ευρωπόλ πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης οι οποίοι εφαρμόζονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και στους οργανισμούς της ΕΕ, με εξαίρεση την ευθύνη για παράνομη επεξεργασία δεδομένων.

(47)     Στην περίπτωση φυσικού προσώπου, ενδέχεται ενίοτε να μην είναι σαφές κατά πόσον η βλάβη την οποία υπέστη εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας είναι αποτέλεσμα ενέργειας της Ευρωπόλ ή κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, σε τέτοια περίπτωση η Ευρωπόλ και το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός πρέπει να ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον.

(48)     Για να διασφαλίζεται ότι η Ευρωπόλ υπόκειται σε πλήρη λογοδοσία και διαφάνεια, είναι απαραίτητο, δυνάμει του άρθρου 88 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να θεσπισθούν διαδικασίες για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας του απορρήτου επιχειρησιακών πληροφοριών.

(49)     Για το προσωπικό της Ευρωπόλ πρέπει να ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως καθορίζεται στον κανονισμό (EΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68[36]. Η Ευρωπόλ πρέπει να μπορεί να απασχολεί προσωπικό το οποίο προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων η θητεία των οποίων πρέπει να είναι περιορισμένη, ώστε να τηρείται η αρχή της εκ περιτροπής μετακίνησης, καθώς η επακόλουθη επανενσωμάτωσή τους στο δυναμικό της αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται θα διευκολύνει τη στενή συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από την Ευρωπόλ στις θέσεις έκτακτων υπαλλήλων μπορεί, μετά τη λήξη της θητείας στην Ευρωπόλ, να επιστρέψει στην εθνική πολιτική υπηρεσία στην οποία ανήκει.

(50)     Λόγω της φύσεως των καθηκόντων της Ευρωπόλ και του ρόλου του εκτελεστικού διευθυντή, ενδέχεται ο εκτελεστικός διευθυντής να καλείται να προβεί σε δήλωση και να απαντά σε ερωτήσεις στην αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πριν από τον διορισμό του και πριν από ενδεχόμενη παράταση της θητείας του. Ο εκτελεστικός διευθυντής πρέπει επίσης να υποβάλλει την ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καλεί τον εκτελεστικό διευθυντή να υποβάλει αναφορά σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του.

(51)     Για να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και η ανεξαρτησία της, η Ευρωπόλ πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσιονομική διαδικασία της Ένωσης πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεισφορά της Ένωσης καθώς και οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις που βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(52)     Για την Ευρωπόλ πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 966/2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 (δημοσιονομικός κανονισμός)[37].

(53)     Για την Ευρωπόλ πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)[38].

(54)     Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας καθώς περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ πρέπει να θεσπίσει κανόνες περί απορρήτου και περί της επεξεργασίας αυτών των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές που καθορίζονται στην απόφαση 2011/292/ΕΕ σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ[39].

(55)     Είναι σκόπιμο να αξιολογείται σε τακτική βάση η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(56)     Οι διατάξεις που απαιτούνται όσον αφορά τη στέγαση της Ευρωπόλ στο κράτος μέλος της έδρας, ήτοι στις Κάτω Χώρες, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της Ευρωπόλ και στα μέλη των οικογενειών τους είναι σκόπιμο να καθορισθούν με συμφωνία περί της έδρας. Περαιτέρω, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παρέχει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπόλ, συμπεριλαμβανομένων της σχολικής φοίτησης των παιδιών και των συγκοινωνιών, ώστε ο οργανισμός να μπορεί να προσελκύει ανθρώπινους πόρους υψηλής ποιότητας από μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση.

(57)     Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, αντικαθιστά και διαδέχεται, αφενός, την Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ και, αφετέρου, τη CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να υποκαταστήσει νομικώς τους δύο ανωτέρω οργανισμούς σε όλες τις συμβάσεις τις οποίες έχουν συνάψει, περιλαμβανομένων των συμβάσεων εργασίας, των υποχρεώσεων που υπέχουν και των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτήσει. Οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, και από τη CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ, παραμένουν σε ισχύ, με εξαίρεση τη συμφωνία περί της έδρας που έχει συναφθεί από τη CEPOL.

(58)     Για να μπορεί η Ευρωπόλ να εξακολουθήσει να ασκεί όσο το δυνατόν καλύτερα τα καθήκοντα της Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, και της CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ, είναι σκόπιμο να θεσπισθούν μεταβατικές ρυθμίσεις, ιδίως όσον αφορά το διοικητικό συμβούλιο, τον εκτελεστικό διευθυντή και την οριοθέτηση ενός μέρους του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ που προορίζεται για παροχή κατάρτισης, επί μία τριετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(59)     Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η ίδρυση οντότητας αρμόδιας για τη συνεργασία και την επαγγελματική κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου σε επίπεδο Ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο προαναφερθέν άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(60)     [Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη κοινοποίησαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στην έκδοση και στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού] Ή [με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη δεν θα συμμετάσχουν στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν θα δεσμεύονται από αυτόν ούτε θα υπόκεινται στην εφαρμογή του].

(61)     Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(62)     Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8 και 7 του Χάρτη, καθώς και από το άρθρο 16 της Συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 1

Ίδρυση του οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου

1.           Ιδρύεται ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) με σκοπό τη βελτίωση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ενίσχυση και την υποστήριξη των ενεργειών τους, καθώς και για την επίτευξη μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής πολιτικής για την κατάρτιση.

2.           Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται με τον παρόντα κανονισμό, αντικαθιστά και διαδέχεται, αφενός, την Ευρωπόλ που ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και, αφετέρου, την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (CEPOL) που ιδρύθηκε με την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

α)           ως «αρμόδιες αρχές των κρατών μελών» νοούνται όλες οι αστυνομικές αρχές και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων·

β)           ως «ανάλυση» νοείται η συγκέντρωση, η επεξεργασία ή η χρήση δεδομένων προς υποβοήθηση ποινικής έρευνας·

γ)           ως «φορείς της Ένωσης» νοούνται θεσμικά όργανα, φορείς, αποστολές, οργανισμοί και υπηρεσίες που έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)           ως «λειτουργοί επιβολής του νόμου» νοούνται οι αξιωματικοί της αστυνομίας και οι υπάλληλοι των τελωνείων και άλλων συναφών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φορέων της Ένωσης, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την πρόληψη και την καταπολέμηση σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και μορφών εγκληματικότητας που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης, καθώς και με τη διαχείριση μη στρατιωτικών κρίσεων και με τη διεθνή αστυνόμευση συμβάντων μείζονος σημασίας·

ε)           ως «τρίτες χώρες» νοούνται οι χώρες που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

στ)         ως «διεθνείς οργανισμοί» νοούνται οι διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς δημοσίου δικαίου ή άλλοι φορείς οι οποίοι έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών·

ζ)           ως «ιδιωτικοί φορείς» νοούνται οι φορείς και οι οργανισμοί που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ιδίως επιχειρήσεις και εταιρείες, επιχειρηματικές ενώσεις, οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και άλλα νομικά πρόσωπα που δεν υπάγονται στο στοιχείο στ)·

η)           ως «ιδιώτες» νοούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα·

θ)           ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (στο εξής αποκαλούμενο «υποκείμενο των δεδομένων»). Ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική·

ι)            ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», στο εξής αποκαλούμενη «επεξεργασία», νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση και κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή·

ια)          ως «αποδέκτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα, είτε πρόκειται για τρίτο, είτε όχι. Ωστόσο, οι αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν δεδομένα, στα πλαίσια ειδικής έρευνας, δεν θεωρούνται ως αποδέκτες·

ιβ)          ως «διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» νοείται η ανακοίνωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ περιορισμένου αριθμού καθορισμένων μερών, στο πλαίσιο της οποίας αυτός που ανακοινώνει παρέχει εν γνώσει του ή σκοπίμως στον αποδέκτη πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

ιγ)          ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», στο εξής αποκαλούμενο «αρχείο», νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση·

ιδ)          ως «συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων» νοείται κάθε ελεύθερη, ρητή και εν πλήρη επιγνώσει δήλωση βουλήσεως, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν·

ιε)          ως «διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ, εκτός από δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία προς εκπλήρωση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 3

Στόχοι

1.           Η Ευρωπόλ στηρίζει και ενισχύει τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και την αμοιβαία συνεργασία τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και μορφών εγκληματικότητας που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης, όπως ορίζεται στο Παράρτημα 1.

2.           Η Ευρωπόλ στηρίζει επίσης και ενισχύει ενέργειες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και την αμοιβαία συνεργασία τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων συναφών με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Ως συναφείς αξιόποινες πράξεις λογίζονται οι ακόλουθες:

α)      αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

β)      αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

γ)      αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας για πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

3.           Η Ευρωπόλ στηρίζει, αναπτύσσει, παρέχει και συντονίζει δραστηριότητες κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου.

Κεφάλαιο II

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 4

Καθήκοντα

1.           Η Ευρωπόλ είναι ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος ασκεί τα ακόλουθα καθήκοντα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)      συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών·

β)      άμεση ενημέρωση των κρατών μελών για πληροφορίες που τα αφορούν και για τη συνάφεια που ενδεχομένως διαπιστώνεται μεταξύ αξιόποινων πράξεων·

γ)      συντονισμό, οργάνωση και υλοποίηση ερευνητικών και επιχειρησιακών δράσεων

(i)      από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή

(ii)      στους κόλπους κοινών ομάδων έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 5, ενδεχομένως σε συνεννόηση με την Eurojust·

δ)      συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας και εισήγηση περί της σύστασής τους σύμφωνα με το άρθρο 5·

ε)      παροχή στοιχείων και αναλυτικής υποστήριξης στα κράτη μέλη σε σχέση με μείζονος σημασίας διεθνή συμβάντα·

στ)    εκπόνηση αξιολόγησης απειλών, στρατηγικών και επιχειρησιακών αναλύσεων και γενικών εκθέσεων προόδου των εργασιών·

ζ)      ανάπτυξη, διάδοση και προώθηση ειδικών γνώσεων σχετικά με μεθόδους πρόληψης της εγκληματικότητας, ερευνητικές διαδικασίες και τεχνικές και εγκληματολογικές μεθόδους, και παροχή συμβουλών στα κράτη μέλη·

η)      τεχνική και οικονομική υποστήριξη των διασυνοριακών επιχειρήσεων και ερευνών των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των κοινών ομάδων έρευνας·

θ)      υποστήριξη, ανάπτυξη, παροχή, συντονισμό και υλοποίηση δράσεων κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου σε συνεργασία με το δίκτυο των ιδρυμάτων κατάρτισης των κρατών μελών, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III·

ι)       παροχή στους φορείς της Ένωσης που συστάθηκαν δυνάμει του Τίτλου V της Συνθήκης και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) πληροφοριών ασφαλείας σε ποινικές υποθέσεις και αναλυτικής υποστήριξης στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους·

ια)     παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στις δομές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ και στις αποστολές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ οι οποίες προβλέπονται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

ιβ)     ανάπτυξη κέντρων εμπειρογνωσίας στην Ένωση για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών εγκληματικότητας που εμπίπτουν στην αποστολή της Ευρωπόλ, συγκεκριμένα ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο.

2.           Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών προς συνδρομή του Συμβουλίου και της Επιτροπής στον καθορισμό στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Η Ευρωπόλ επικουρεί επίσης την επιχειρησιακή υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων.

3.           Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικής σημασίας στοιχεία προκειμένου να διευκολύνει την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης για επιχειρησιακές δραστηριότητες και για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αυτών.

4.           Η Ευρωπόλ ενεργεί επίσης ως Κεντρική Υπηρεσία για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ σύμφωνα με την απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, σχετικά με την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και κιβδηλεία[40]. Η Ευρωπόλ ενθαρρύνει επίσης τον συντονισμό των μέτρων που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ ή στους κόλπους κοινών ομάδων έρευνας, ενδεχομένως σε συνεννόηση με φορείς της Ένωσης και αρχές τρίτων χωρών.

Άρθρο 5

Συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας

1.           Η Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει σε εργασίες των κοινών ομάδων έρευνας με αντικείμενο αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ.

2.           Η Ευρωπόλ δύναται, εντός των ορίων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε κοινή ομάδα έρευνας, να παρέχει βοήθεια για όλες τις δραστηριότητες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με όλα τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας.

3.           Στις περιπτώσεις όπου η Ευρωπόλ έχει λόγους να φρονεί ότι η σύσταση κοινής ομάδας έρευνας μπορεί να αποβεί επωφελής για μια έρευνα, μπορεί να υποβάλει σχετική πρόταση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και να τα συνδράμει στη σύσταση της κοινής ομάδας έρευνας.

4.           Η Ευρωπόλ δεν εφαρμόζει μέτρα καταναγκασμού.

Άρθρο 6

Αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη ποινικών ερευνών

1.           Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπόλ κρίνει σκόπιμη τη διενέργεια ποινικής έρευνας για αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της, ενημερώνει την Εurojust.

2.           Παράλληλα, η Ευρωπόλ ζητά από τις εθνικές μονάδες των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, οι οποίες συστήνονται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2, να κινήσουν, να διεξαγάγουν ή να συντονίσουν μια ποινική έρευνα.

3.           Οι εθνικές αρχές ενημερώνουν πάραυτα την Ευρωπόλ σχετικά με την έναρξη της έρευνας.

4.           Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών αποφασίσουν να μην ικανοποιήσουν το αίτημα της Ευρωπόλ, την ενημερώνουν σχετικά με τους λόγους της απόφασής τους, εντός ενός μήνα από την υποβολή του αιτήματος. Μπορούν επίσης να μην παραθέσουν τους σχετικούς λόγους εάν η παράθεσή τους:

α)      θα έθιγε ουσιώδη εθνικά συμφέροντα ασφαλείας ή

β)      θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων.

5.           Η Ευρωπόλ ενημερώνει την Eurojust σχετικά με απόφαση αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να κινήσει έρευνα ή να αρνηθεί την εκκίνηση έρευνας.

Άρθρο 7

Συνεργασία των κρατών μελών με την Ευρωπόλ

1.           Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Ευρωπόλ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.

2.           Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί ή ορίζει μια εθνική μονάδα που αποτελεί την υπηρεσία-σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, καθώς επίσης και με τα ιδρύματα κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου. Σε κάθε κράτος μέλος διορίζεται ένας δημόσιος λειτουργός ως προϊστάμενος της εθνικής μονάδας.

3.           Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές μονάδες είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως ότι έχουν πρόσβαση στις εθνικές βάσεις δεδομένων επιβολής του νόμου.

4.           Η Ευρωπόλ δύναται να συνεργάζεται απευθείας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε ό, τι αφορά τις διάφορες έρευνες. Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική μονάδα και διαβιβάζει αντίγραφο από όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των απευθείας επαφών μεταξύ της Ευρωπόλ και των αντίστοιχων αρμόδιων αρχών.

5.           Ειδικότερα, τα κράτη μέλη, μέσω των εθνικών μονάδων ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών:

α)      παρέχουν στην Ευρωπόλ τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της. Η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνει την άμεση παροχή στην Ευρωπόλ πληροφοριών σχετικά με τομείς εγκληματικότητας που συγκαταλέγονται στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιλαμβάνει επίσης την υποβολή αντιγράφου των διμερών ή πολυμερών συνομιλιών με άλλο ή άλλα κράτη μέλη, στον βαθμό που η ανταλλαγή αφορά αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ·

β)      διασφαλίζουν την αποτελεσματική επικοινωνία και συνεργασία όλων των συναφών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και των ιδρυμάτων κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη με την Ευρωπόλ·

γ)      παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ.

6.           Οι προϊστάμενοι των εθνικών μονάδων συνεδριάζουν τακτικά, με σκοπό ιδίως την επεξεργασία και την επίλυση προβλημάτων που προκύπτουν στο πλαίσιο της επιχειρησιακής τους συνεργασίας με την Ευρωπόλ.

7.           Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την οργάνωση και το προσωπικό της εθνικής μονάδας σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

8.           Τα έξοδα επικοινωνίας των εθνικών μονάδων και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών με την Ευρωπόλ βαρύνουν τα κράτη μέλη και, με εξαίρεση τα έξοδα διασύνδεσης, δεν βαρύνουν την Ευρωπόλ.

9.           Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας όλων των συστημάτων που χρησιμοποιούνται για τη διασύνδεση με την Ευρωπόλ.

10.         Η Ευρωπόλ συντάσσει σε ετήσια βάση έκθεση σχετικά με τον όγκο και την ποιότητα των πληροφοριών που παρέχονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5 στοιχείο α), καθώς και σχετικά με τις επιδόσεις της εκάστοτε εθνικής μονάδας. Η ετήσια έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Άρθρο 8

Αξιωματικοί-σύνδεσμοι

1.           Έκαστη εθνική μονάδα διορίζει τουλάχιστον έναν αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ. Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο έχουν διορισθεί.

2.           Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι στελεχώνουν τα εθνικά γραφεία σύνδεσης στην Ευρωπόλ και λαμβάνουν εντολές από την εθνική τους μονάδα στους κόλπους της Ευρωπόλ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο έχουν διορισθεί και με τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τη διοίκηση της Ευρωπόλ.

3.           Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών τους.

4.           Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών τους και των αξιωματικών-συνδέσμων άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτών των διμερών επαφών μπορεί να χρησιμοποιείται η υποδομή της Ευρωπόλ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ώστε να καλύπτονται επίσης αξιόποινες πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αξιωματικών-συνδέσμων έναντι της Ευρωπόλ.

5.           Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι απολαύουν των αναγκαίων για την άσκηση των καθηκόντων τους προνομίων και ασυλιών σύμφωνα με το άρθρο 65.

6.           Η Ευρωπόλ λαμβάνει μέριμνα ώστε οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι να ενημερώνονται πλήρως και να συμμετέχουν στην άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

7.           Η Ευρωπόλ θέτει με δικά της έξοδα στη διάθεση των κρατών μελών τους αναγκαίους χώρους στο κτίριό της και κατάλληλη υποστήριξη για την άσκηση των καθηκόντων των αξιωματικών-συνδέσμων. Όλα τα υπόλοιπα έξοδα που ανακύπτουν σε σχέση με τον διορισμό των αξιωματικών-συνδέσμων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του εξοπλισμού που τους παρέχεται, βαρύνουν το κράτος μέλος από το οποίο έχουν διορισθεί, υπό την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης απόφασης της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κατόπιν εισήγησης του διοικητικού συμβουλίου.

Κεφάλαιο ΙΙΙ

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 9

Ακαδημία της Ευρωπόλ

1.           Δυνάμει του παρόντος κανονισμού συστήνεται στους κόλπους της Ευρωπόλ υπηρεσία με την ονομασία Ακαδημία της Ευρωπόλ, η οποία υποστηρίζει, αναπτύσσει, παρέχει και συντονίζει την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου, ιδίως στους τομείς της καταπολέμησης σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας, της διαχείρισης καταστάσεων υψηλού κινδύνου για τα δημόσια τάξη και αθλητικών διοργανώσεων, του στρατηγικού σχεδιασμού και της διοίκησης μη στρατιωτικών αποστολών της Ένωσης, της ανάπτυξης επιτελικών ικανοτήτων στον τομέα επιβολής του νόμου, καθώς και γλωσσικών δεξιοτήτων, με σκοπό ιδίως:

α)      την ενίσχυση της ενημέρωσης και της εξοικείωσης με:

(i)      τις διεθνείς και ενωσιακές νομικές πράξεις στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου·

(ii)      τους φορείς της Ένωσης, ιδίως την Ευρωπόλ, την Eurojust και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα (FRONTEX), τη λειτουργία και το ρόλο τους·

(iii)     τις δικαστικές πτυχές της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου και τις πρακτικές γνώσεις σχετικά με την πρόσβαση σε διαύλους πληροφόρησης·

β)      την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της περιφερειακής και διμερούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών·

γ)      την επεξεργασία συγκεκριμένων ποινικών θεμάτων και θεμάτων αστυνόμευσης που επιλέγονται με γνώμονα την προστιθέμενη αξία της συναφούς κατάρτισης στο επίπεδο της Ένωσης·

δ)      την ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου με αντικείμενο τη συμμετοχή σε μη στρατιωτικές αποστολές της Ένωσης·

ε)      την παροχή συνδρομής στα κράτη μέλη στο πλαίσιο διμερών δραστηριοτήτων ανάπτυξης ικανοτήτων επιβολής του νόμου σε τρίτες χώρες·

στ)    την κατάρτιση εκπαιδευτών και τη συμβολή στη βελτίωση και στην ανταλλαγή ορθών πρακτικών μάθησης.

2.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ καταρτίζει και επικαιροποιεί τακτικά τα εργαλεία και τις μεθοδολογίες μάθησης και μεριμνά για την εφαρμογή τους σε ένα πλαίσιο διά βίου μάθησης με γνώμονα την ενίσχυση των δεξιοτήτων των λειτουργών επιβολής του νόμου. Η Ακαδημία της Ευρωπόλ αξιολογεί τα αποτελέσματα αυτών των δραστηριοτήτων με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας, της συνοχής και της αποτελεσματικότητας των μελλοντικών δράσεων.

Άρθρο 10

Καθήκοντα της Ακαδημίας της Ευρωπόλ

1.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ εκπονεί αναλύσεις πολυετών στρατηγικών αναγκών κατάρτισης και καταρτίζει πολυετή προγράμματα μάθησης.

2.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ αναπτύσσει και υλοποιεί δραστηριότητες κατάρτισης και αξιοποιεί προϊόντα μάθησης, όπου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

α)      κύκλοι μαθημάτων, σεμινάρια, διασκέψεις, διαδικτυακές δραστηριότητες και δραστηριότητες ηλεκτρονικής μάθησης·

β)      κοινά προγράμματα κατάρτισης για την ευαισθητοποίηση, την κάλυψη κενών ή/και τη διευκόλυνση μιας κοινής προσέγγισης σε ό,τι αφορά διασυνοριακά εγκληματικά φαινόμενα·

γ)      ενότητες κατάρτισης, διαρθρωμένες σε προοδευτικά στάδια ή επίπεδα συνθετότητας των δεξιοτήτων που καλείται να διαθέτει η ομάδα εκπαιδευομένων στην οποία απευθύνονται, οι οποίες επικεντρώνονται σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή ή σε ένα συγκεκριμένο θεματικό πεδίο εγκληματικής δραστηριότητας ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματικών δεξιοτήτων·

δ)      προγράμματα ανταλλαγών και αποσπάσεων των λειτουργών επιβολής του νόμου στο πλαίσιο προσέγγισης κατάρτισης με επιχειρησιακή βάση.

3.           Για τη διασφάλιση μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής πολιτικής κατάρτισης με σκοπό τη στήριξη μη στρατιωτικών αποστολών και τη ανάπτυξη ικανοτήτων σε τρίτες χώρες, η Ακαδημία της Ευρωπόλ:

α)      αξιολογεί τον αντίκτυπο των υφιστάμενων πολιτικών και πρωτοβουλιών κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου στο επίπεδο της Ένωσης·

β)      αναπτύσσει και παρέχει προπαρασκευαστική κατάρτιση για τη συμμετοχή των λειτουργών επιβολής του νόμου των κρατών μελών σε μη στρατιωτικές αποστολές, στην οποία περιλαμβάνεται η ανάπτυξη των ενδεικνυόμενων γλωσσικών δεξιοτήτων·

γ)      αναπτύσσει και παρέχει κατάρτιση στους λειτουργούς επιβολής του νόμου από τρίτες χώρες, ιδίως από υποψήφιες για προσχώρηση στην Ένωση χώρες·

δ)      διαχειρίζεται ειδικά κονδύλια της Ένωσης για την παροχή εξωτερικής βοήθειας σε τρίτες χώρες με σκοπό την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους στους συναφείς τομείς πολιτικής, σύμφωνα με τις καθορισμένες προτεραιότητες της Ένωσης.

4.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ προωθεί την αμοιβαία αναγνώριση, εκ μέρους των κρατών μελών, της κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου και των υφιστάμενων ευρωπαϊκών προτύπων ποιότητας στον τομέα αυτόν.

Άρθρο 11

Έρευνα σε θέματα κατάρτισης

1.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ συμβάλλει στην ανάπτυξη έρευνας για τις δραστηριότητες κατάρτισης που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο.

2.           Η Ακαδημία της Ευρωπόλ προωθεί και συνάπτει εταιρικές σχέσεις με τους φορείς της Ένωσης, καθώς και με ακαδημαϊκά ιδρύματα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ενθαρρύνει δε τη σύναψη ισχυρότερων εταιρικών σχέσεων μεταξύ των πανεπιστημίων και των ιδρυμάτων κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη.

Κεφάλαιο IV

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 12

Δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ

Η δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ περιλαμβάνει:

α)      το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 14·

β)      τον εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 19·

γ)      την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης, σύμφωνα με το άρθρο 20·

δ)      ενδεχομένως, κάθε άλλο συμβουλευτικό όργανο που συγκροτείται από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ)·

ε)      ενδεχομένως, μια εκτελεστική επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22.

ΤΜΗΜΑ 1

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Άρθρο 13

Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου

1.           Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και από δύο αντιπροσώπους της Επιτροπής. Όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν δικαίωμα ψήφου.

2.           Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται με βάση την πείρα τους στη διαχείριση οργανισμών του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα και τις γνώσεις τους σε θέματα συνεργασίας στον τομέα της επιβολή του νόμου.

3.           Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπείται από αναπληρωματικό μέλος που ορίζεται με βάση την πείρα του στη διαχείριση οργανισμών του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα και τις γνώσεις του σε θέματα εθνικής πολιτικής για την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου. Το αναπληρωματικό μέλος ενεργεί ως τακτικό μέλος σε θέματα που σχετίζονται με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου. Το αναπληρωματικό μέλος εκπροσωπεί το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του. Το τακτικό μέλος εκπροσωπεί το αναπληρωματικό μέλος κατά την απουσία του για κάθε θέμα που σχετίζεται με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου.

4.           Όλα τα μέρη που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να περιορίσουν τη συχνή εναλλαγή των αντιπροσώπων τους, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου. Όλα τα μέρη επιδιώκουν την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο διοικητικό συμβούλιο.

5.           Η διάρκεια της θητείας των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών είναι τετραετής με δυνατότητα ανανέωσης. Κατά τη λήξη της θητείας τους ή σε περίπτωση παραίτησης, τα μέλη συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρις ότου ανανεωθεί η θητεία τους ή αντικατασταθούν.

Άρθρο 14

Αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου

1.           Το διοικητικό συμβούλιο:

α)      εκδίδει σε ετήσια βάση το πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπόλ για το επόμενο έτος με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 15·

β)      εκδίδει πολυετές πρόγραμμα εργασιών με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 15·

γ)      θεσπίζει, με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του, τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ευρωπόλ και ασκεί άλλες αρμοδιότητες σε σχέση με τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ δυνάμει του κεφαλαίου ΧI·

δ)      εκδίδει ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Ευρωπόλ και τη διαβιβάζει, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στα εθνικά κοινοβούλια. Η ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων πρέπει να δημοσιεύεται·

ε)      θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 63·

στ)    θεσπίζει, έως την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, το πολυετές σχέδιο πολιτικής για το προσωπικό, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής·

ζ)      θεσπίζει στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, η οποία είναι ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση κόστους-οφέλους των εφαρμοζόμενων μέτρων·

η)      θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του, καθώς και τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης·

θ)      σύμφωνα με την παράγραφο 2, ασκεί, έναντι του προσωπικού της Ευρωπόλ, εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και αρμόδιας αρχής για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού αντιστοίχως («εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)·

ι)       θεσπίζει κατάλληλους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ια)     διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή και τους αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές και, ανάλογα με την περίπτωση, ανανεώνει τη θητεία τους ή τους παύει από τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 57·

ιβ)     καταρτίζει δείκτες επιδόσεων και εποπτεύει τις επιδόσεις του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιγ)     διορίζει υπόλογο, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ο οποίος λειτουργεί υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του·

ιδ)     διορίζει τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης·

ιε)     μεριμνά για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από τις διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ιστ)   λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη δημιουργία και, εφόσον χρειάζεται, την τροποποίηση των εσωτερικών δομών της Ευρωπόλ

ιζ)     θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό.

2.           Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, για την ανάθεση των συναφών εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή και τον καθορισμό των όρων αναστολής της εν λόγω ανάθεσης εξουσιών. Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να αναθέσει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.

Το διοικητικό συμβούλιο δύναται, όταν είναι αναγκαίο σε άκρως εξαιρετικές περιστάσεις, να αποφασίσει να αναστείλει προσωρινά την ανάθεση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή, καθώς και των εξουσιών τις οποίες έχει αναθέσει περαιτέρω ο εκτελεστικός διευθυντής, και να ασκήσει το ίδιο τις εν λόγω εξουσίες ή να τις αναθέσει σε μέλος του ή σε μέλος του προσωπικού, πλην του εκτελεστικού διευθυντή.

Άρθρο 15

Ετήσιο πρόγραμμα εργασιών και πολυετές πρόγραμμα εργασιών

1.           Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους το αργότερο, βάσει σχεδίου προγράμματος το οποίο υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

2.           Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών περιλαμβάνει λεπτομερείς στόχους και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Περιλαμβάνει επίσης περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν, καθώς και αναφορά των χρηματοοικονομικών και των ανθρώπινων πόρων που διατίθενται για κάθε δράση, σύμφωνα με τις αρχές κατάρτισης και διαχείρισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών πρέπει να συμβαδίζει με το πολυετές πρόγραμμα εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Πρέπει να υποδεικνύει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.

3.           Το διοικητικό συμβούλιο τροποποιεί το εγκριθέν ετήσιο πρόγραμμα εργασιών σε περίπτωση ανάθεσης νέων καθηκόντων στην Ευρωπόλ.

Οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για τον αρχικό ετήσιο πρόγραμμα εργασιών. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέσει στον εκτελεστικό διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών.

4.           Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει επίσης το πολυετές πρόγραμμα εργασιών και το επικαιροποιεί μέχρι τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με τα εθνικά κοινοβούλια.

Το εγκριθέν πολυετές πρόγραμμα εργασιών διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Στο πολυετές πρόγραμμα εργασιών καθορίζονται στρατηγικοί στόχοι και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Στο πολυετές πρόγραμμα εργασιών αναφέρονται επίσης τα κονδύλια και το προσωπικό που διατίθενται για κάθε στόχο, σύμφωνα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και το πολυετές σχέδιο πολιτικής για το προσωπικό. Ακόμη, το πολυετές σχέδιο εργασιών περιλαμβάνει τη στρατηγική για τις σχέσεις με τις τρίτες χώρες ή τους διεθνείς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 29.

Το πολυετές πρόγραμμα εργασιών υλοποιείται μέσω των ετήσιων προγραμμάτων εργασιών και επικαιροποιείται, εάν ενδείκνυται, σύμφωνα με την έκβαση των εξωτερικών και των εσωτερικών αξιολογήσεων. Τα πορίσματα αυτών των αξιολογήσεων αποτυπώνονται, εφόσον ενδείκνυται, στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του επόμενου έτους.

Άρθρο 16

Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου

1.           Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο μεταξύ των μελών του. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής πρόεδρος εκλέγονται από πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτομάτως τον πρόεδρο σε περίπτωση που αυτός κωλύεται να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

2.           Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου είναι τετραετής με δυνατότητα μίας ανανέωσης. Εάν, ωστόσο, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε οποιαδήποτε στιγμή της θητείας τους, η θητεία τους λήγει αυτομάτως την ίδια ημερομηνία.

Άρθρο 17

Συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου

1.           Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

2.           Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις.

3.           Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις τον χρόνο. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του.

4.           Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις του οποιονδήποτε μπορεί να συνεισφέρει στη συναφή συζήτηση, ο οποίος μπορεί να συμμετάσχει ως παρατηρητής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.           Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού του κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

6.           Η Ευρωπόλ παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 18

Κανόνες ψηφοφορίας

1.           Με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), του άρθρου 16 παράγραφος 1 και του άρθρου 56 παράγραφος 8, το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία των μελών του.

2.           Κάθε μέλος έχει δικαίωμα μίας ψήφου. Κατά την απουσία μέλους, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.

3.           Ο πρόεδρος συμμετέχει στην ψηφοφορία.

4.           Ο εκτελεστικός διευθυντής δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.

5.           Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφοφορία καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου μέλους, καθώς και τις απαιτήσεις απαρτίας, οσάκις απαιτείται.

ΤΜΗΜΑ 2

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Άρθρο 19

Αρμοδιότητες του εκτελεστικού διευθυντή

1.           Ο εκτελεστικός διευθυντής διευθύνει την Ευρωπόλ και λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.

2.           Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, του διοικητικού συμβουλίου ή της εκτελεστικής επιτροπής, ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3.           Όταν του ζητηθεί, ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του μπορεί να κληθεί να υποβάλει ο εκτελεστικός διευθυντής και κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου.

4.           Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ευρωπόλ.

5.           Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπόλ δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ιδίως υπεύθυνος για:

α)      την καθημερινή διοίκηση της Ευρωπόλ·

β)      την εφαρμογή των αποφάσεων που εκδίδει το διοικητικό συμβούλιο·

γ)       την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και του πολυετούς προγράμματος εργασιών και για την υποβολή τους στο διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή·

δ)      την υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και του πολυετούς προγράμματος εργασιών και την υποβολή συναφών εκθέσεων στο διοικητικό συμβούλιο·

ε)       την κατάρτιση της ενοποιημένης ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων της Ευρωπόλ και την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

στ)     την κατάρτιση σχεδίου δράσης σε συνέχεια των πορισμάτων εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου, αξιολογήσεων, εκθέσεων ερευνών και συστάσεων που προκύπτουν από έρευνες της OLAF, καθώς και για την υποβολή έκθεσης προόδου δύο φορές τον χρόνο στην Επιτροπή και τακτικά στο διοικητικό συμβούλιο·

ζ)       την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της εφαρμογής προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και οποιωνδήποτε άλλων παράνομων δραστηριοτήτων και, με την επιφύλαξη της ερευνητικής αρμοδιότητας της OLAF, μέσω αποτελεσματικών ελέγχων και, εάν εντοπίζονται παρατυπίες, μέσω της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, εάν ενδείκνυται, μέσω αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων·

η)      τη χάραξη στρατηγικής της Ευρωπόλ για την καταπολέμηση της απάτης και για την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

θ)      την εκπόνηση σχεδίου των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Ευρωπόλ

ι)       την κατάρτιση του σχεδίου κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Ευρωπόλ και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της·

ια)     την κατάρτιση προκαταρκτικής έκδοσης του πολυετές σχεδίου πολιτικής για το προσωπικό και την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή·

ιβ)     την παροχή συνδρομής στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου κατά την προετοιμασία των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιγ)      την ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου σε τακτική βάση σχετικά με την υλοποίηση των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων της Ένωσης για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

ΤΜΗΜΑ 3

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ

Άρθρο 20

Επιστημονική Επιτροπή Κατάρτισης

1.           Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης είναι ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο το οποίο παρέχει εγγυήσεις και καθοδήγηση για την επιστημονική αρτιότητα των δραστηριοτήτων κατάρτισης της Ευρωπόλ. Για τον σκοπό αυτό, ο εκτελεστικός διευθυντής μεριμνά για τη συμμετοχή της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης στα πρώτα στάδια εκπόνησης όλων των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 14 και αφορούν θέματα κατάρτισης.

2.           Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης απαρτίζεται από 11 μέλη, άκρως καταρτισμένα από ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής άποψης στα θέματα που καλύπτονται από το κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού. Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει τα μέλη της επιτροπής βάσει διαφανούς πρόσκλησης υποβολής αιτήσεων και διαδικασίας επιλογής που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν συμμετέχουν στην επιστημονική επιτροπή κατάρτισης. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης είναι ανεξάρτητα. Δεν επιζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση ή άλλον φορέα.

3.           Ο κατάλογος των μελών της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης δημοσιεύεται και επικαιροποιείται από την Ευρωπόλ στον δικτυακό της τόπο.

4.           Η θητεία των μελών της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης είναι πενταετής και δεν είναι ανανεώσιμη. Σε περίπτωση που δεν πληρούν τα κριτήρια της ανεξαρτησίας, τα μέλη της επιτροπής παύονται από τα καθήκοντά τους.

5.           Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο για πενταετή θητεία και εκδίδει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της έως και τέσσερις φορές ετησίως. Εάν είναι αναγκαίο, ο πρόεδρος συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως τουλάχιστον τεσσάρων μελών της επιτροπής.

6.           Ο εκτελεστικός διευθυντής, ο αρμόδιος για θέματα κατάρτισης αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής ή οι εκπρόσωποί τους προσκαλούνται στις συνεδριάσεις ως παρατηρητές χωρίς δικαίωμα ψήφου.

7.           Την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης επικουρεί γραμματέας από το προσωπικό της Ευρωπόλ που ορίζεται από την Επιτροπή και διορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

8.           Ειδικότερα, η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης:

α)      παρέχει συμβουλές στον εκτελεστικό διευθυντή και στον αρμόδιο για θέματα κατάρτισης αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή σχετικά με την εκπόνηση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και άλλων στρατηγικών εγγράφων, προκειμένου να διασφαλίζεται η επιστημονική τους αρτιότητα και η συνοχή τους με τις συναφείς τομεακές πολιτικές και προτεραιότητες της ΕΕ·

β)      παρέχει ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις και συμβουλές στο διοικητικό συμβούλιο σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της·

γ)       παρέχει ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις και συμβουλές σχετικά με την ποιότητα των προγραμμάτων κατάρτισης, τις εφαρμοζόμενες μεθόδους μάθησης, επιλογές μάθησης και επιστημονικές εξελίξεις·

δ)      φέρει εις πέρας κάθε άλλη συμβουλευτική δραστηριότητα που της ζητά να εκτελέσει το διοικητικό συμβούλιο ή ο εκτελεστικός διευθυντής ή ο αρμόδιος για θέματα κατάρτισης αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής στο πλαίσιο των επιστημονικών πτυχών του έργου της Ευρωπόλ στον τομέα της κατάρτισης.

9.           Ο ετήσιος προϋπολογισμός για την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης εγγράφεται σε χωριστή γραμμή του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ.

ΤΜΗΜΑ 4

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 21

Σύσταση

Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να συστήσει εκτελεστική επιτροπή.

Άρθρο 22

Αρμοδιότητες και οργάνωση

1.           Η εκτελεστική επιτροπή συνδράμει το διοικητικό συμβούλιο.

2.           Η εκτελεστική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α)      προετοιμάζει τις αποφάσεις που εκδίδονται από το διοικητικό συμβούλιο·

β)      μεριμνά, από κοινού με το διοικητικό συμβούλιο, για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και στις εκθέσεις έρευνας και στις συστάσεις που απορρέουν από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)·

γ)       με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του εκτελεστικού διευθυντή, όπως ορίζονται στο άρθρο 19, συνδράμει και συμβουλεύει τον εκτελεστικό διευθυντή κατά την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου με σκοπό την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής διαχείρισης.

3.           Όταν είναι αναγκαίο για λόγους κατεπείγοντος, η εκτελεστική επιτροπή δύναται να λαμβάνει προσωρινές αποφάσεις για λογαριασμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως σε θέματα διοικητικής διαχείρισης, περιλαμβανομένης της αναστολής της ανάθεσης των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

4.           Η εκτελεστική επιτροπή απαρτίζεται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο και τρία ακόμη μέλη τα οποία διορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο μεταξύ των μελών του. Της εκτελεστικής επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Ο εκτελεστικός διευθυντής συμμετέχει στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.           Η διάρκεια της θητείας των μελών της εκτελεστικής επιτροπής είναι τετραετής και λήγει μόλις παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

6.           Η εκτελεστική επιτροπή πραγματοποιεί τουλάχιστον μία τακτική συνεδρίαση κάθε τρεις μήνες. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου της ή κατόπιν αιτήματος των μελών της.

7.           Η εκτελεστική επιτροπή συμμορφώνεται προς τον εσωτερικό κανονισμό που καθορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο.

Κεφάλαιο V

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 23

Πηγές πληροφοριών

1.           Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται μόνο πληροφορίες οι οποίες της έχουν διαβιβαστεί:

α)      από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους·

β)      από φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το κεφάλαιο VI·

γ)      από ιδιωτικούς φορείς σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2.

2.           Η Ευρωπόλ μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανάκτηση και επεξεργασία πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από πηγές διαθέσιμες στο κοινό, όπως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του Διαδικτύου και των δημόσιων δεδομένων.

3.           Η Ευρωπόλ μπορεί να ανακτά και να επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από συστήματα πληροφοριών, σε εθνικό, ενωσιακό ή διεθνές επίπεδο, μεταξύ άλλων μέσω άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης, στον βαθμό που κάτι τέτοιο επιτρέπεται βάσει των νομικών πράξεων της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών. Η πρόσβαση και χρήση τέτοιων δεδομένων από την Ευρωπόλ υπόκεινται στις εφαρμοστέες διατάξεις των σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, στον βαθμό που αυτές προβλέπουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση και τη χρήση σε σύγκριση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Πρόσβαση στα εν λόγω συστήματα πληροφοριών χορηγείται μόνο σε δεόντως εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Ευρωπόλ, στον βαθμό που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 24

Σκοποί των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών

1.           Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της, όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2, η Ευρωπόλ επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς:

α)      διασταυρούμενου ελέγχου με στόχο τη συσχέτιση πληροφοριών·

β)      στρατηγικών ή θεματικών αναλύσεων·

γ)      επιχειρησιακών αναλύσεων στο πλαίσιο συγκεκριμένων υποθέσεων.

2.           Στο παράρτημα 2 απαριθμούνται οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι κατηγορίες προσώπων των οποίων τα δεδομένων μπορούν να συλλεχθούν για κάθε έναν από τους συγκεκριμένους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 25

Καθορισμός του σκοπού των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών

1.           Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες ή οι διεθνείς οργανισμοί που παρέχουν πληροφορίες στην Ευρωπόλ, καθορίζουν τον σκοπό για τον οποίο αυτές υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 24. Σε αντίθετη περίπτωση, η καταλληλότητα αυτών των πληροφοριών και ο σκοπός για τον οποίο υποβάλλονται σε επεξεργασία καθορίζονται από την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφορίες για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο αυτές διαβιβάστηκαν μόνον εφόσον κάτι τέτοιο επιτρέπεται από τον πάροχο των δεδομένων.

2.           Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί δύνανται να υποδεικνύουν κατά τον χρόνο της διαβίβασης πληροφοριών τυχόν περιορισμούς στην πρόσβαση ή στη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, μεταξύ άλλων όσον αφορά και τη διαγραφή ή την καταστροφή τους. Σε περίπτωση όπου η ανάγκη των περιορισμών αυτών καθίσταται πρόδηλη μετά τη διαβίβαση, η Ευρωπόλ ενημερώνεται σχετικά και οφείλει να συμμορφώνεται προς τους περιορισμούς.

3.           Η Ευρωπόλ δύναται να επιβάλλει περιορισμούς στη χρήση πληροφοριών τις οποίες ανέκτησε από πηγές διαθέσιμες στο κοινό ή στην πρόσβαση κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών στις πληροφορίες αυτές.

Άρθρο 26

Πρόσβαση του προσωπικού των κρατών μελών και της Ευρωπόλ σε πληροφορίες που αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ

1.           Τα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και μπορούν να πραγματοποιούν αναζήτηση σε αυτές, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, φορέων της ΕΕ, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να υποδεικνύουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στη χρήση των δεδομένων αυτών. Οι αρμόδιες αρχές που επιτρέπεται να πραγματοποιούν αναζήτηση αυτού του είδους ορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.           Τα κράτη μέλη έχουν απευθείας πρόσβαση, βάσει συστήματος σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit), σε πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχείο γ), με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών οι οποίοι υποδεικνύονται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τις τρίτες χώρες ή τους διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ κινεί διαδικασία ώστε να επιτραπεί η διάδοση των πληροφοριών που κατέληξαν σε σύμπτωση, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες στην Ευρωπόλ.

3.           Πρόσβαση στις πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ έχουν υπάλληλοι της Ευρωπόλ οι οποίοι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τον εκτελεστικό διευθυντή, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 27

Πρόσβαση της Eurojust και της OLAF στις πληροφορίες της Ευρωπόλ

1.           Η Ευρωπόλ λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να μπορούν η Eurojust και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να έχουν πρόσβαση και να πραγματοποιούν αναζήτηση σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, των φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να υποδεικνύουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στη χρήση των δεδομένων αυτών. Η Ευρωπόλ πρέπει να ενημερώνεται για τις αναζητήσεις της Eurojust ή της OLAF από τις οποίες προκύπτει σύμπτωση με τις πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

2.           Η Ευρωπόλ λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να μπορούν η Eurojust και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να έχουν έμμεση πρόσβαση βάσει συστήματος σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit ) σε πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχείο γ), με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που υποδεικνύονται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ κινεί διαδικασία ώστε να επιτραπεί η διάδοση των πληροφοριών που κατέληξαν σε σύμπτωση, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους, του φορέα της Ένωσης, της τρίτης χώρας ή του διεθνούς οργανισμού που παρέσχε τις πληροφορίες στην Ευρωπόλ

3.           Οι αναζητήσεις πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να καθορίζεται το κατά πόσον οι πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους η Eurojust ή η OLAF αντιστοίχως συμπίπτουν με πληροφορίες τις οποίες επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

4.           Η Ευρωπόλ επιτρέπει την πραγματοποίηση αναζήτησης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 μόνο αφού λάβει πληροφορίες από τη μεν Eurojust σχετικά με το ποια εθνικά μέλη, αναπληρωτές, βοηθοί και υπάλληλοι της Eurojust, από τη δε OLAF σχετικά με το ποιοι υπάλληλοί της, έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν τέτοιου είδους αναζήτηση.

5.           Εάν κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων επεξεργασίας της Ευρωπόλ στο πλαίσιο κάποιας έρευνας η Ευρωπόλ ή κάποιο κράτος μέλος διαπιστώσουν την ανάγκη συντονισμού, συνεργασίας ή συνδρομής, εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Eurojust ή της OLAF, η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά τους εν λόγω οργανισμούς και κινεί διαδικασία για τη διάδοση των πληροφοριών, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες. Σε αυτήν την περίπτωση, η Eurojust ή η OLAF συμμετέχουν σε διαβουλεύσεις με την Ευρωπόλ.

6.           Η Eurojust, περιλαμβανομένου του συλλογικού οργάνου, των εθνικών μελών, των αναπληρωτών, των βοηθών και των υπαλλήλων της, και η OLAF τηρούν κάθε περιορισμό στην πρόσβαση ή στη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, που υποδεικνύεται από κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2.

Άρθρο 28

Υποχρέωση ενημέρωσης των κρατών μελών

1.           Εάν η Ευρωπόλ, στο πλαίσιο του οικείου καθήκοντος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), πρέπει να ενημερώσει κάποιο κράτος μέλος σχετικά με πληροφορίες που το αφορούν, και οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 βάσει των οποίων απαγορεύεται η κοινοποίηση των πληροφοριών, η Ευρωπόλ συμβουλεύεται τον πάροχο των δεδομένων που επιβάλει τον περιορισμό στην πρόσβαση και του ζητά να εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών.

Χωρίς αυτήν την έγκριση, οι πληροφορίες δεν πρέπει να κοινοποιούνται.

2.           Η Ευρωπόλ ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με πληροφορίες που τα αφορούν, ανεξαρτήτως τυχόν περιορισμών στην πρόσβαση:

α)      εάν κάτι τέτοιο είναι απολύτως αναγκαίο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου διάπραξης σοβαρών εγκληματικών πράξεων ή πράξεων τρομοκρατίας ή

β)      εάν κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για την αποσόβηση άμεσης και σοβαρής απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας του εκάστοτε κράτους μέλους.

Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με την κοινοποίησή τους και εκθέτει την κατάσταση παρέχοντας συναφή αιτιολόγηση.

Κεφάλαιο VI

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

ΤΜΗΜΑ 1

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29

Κοινές διατάξεις

1.           Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της , η Ευρωπόλ δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με φορείς της Ένωσης στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, τις αρχές επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τα οποία εδρεύουν σε τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς και ιδιωτικούς φορείς.

2.           Στον βαθμό που είναι σκόπιμο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2, η Ευρωπόλ δύναται να ανταλλάσσει απευθείας κάθε πληροφορία με τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με εξαίρεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.           Η Ευρωπόλ δύναται να παραλαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εκτός από ιδιωτικούς φορείς, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

4.           Με την επιφύλαξη του άρθρου 36 παράγραφος 4), επιτρέπεται μόνο η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ προς τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, εφόσον κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Εάν τα δεδομένα που πρόκειται να διαβιβασθούν έχουν παρασχεθεί από κράτος μέλος, η Ευρωπόλ οφείλει να λάβει τη συγκατάθεσή του, εκτός εάν:

α)      η μη επιβολή από το κράτος μέλος ρητού περιορισμού στην περαιτέρω διαβίβαση μπορεί να εκληφθεί ως έγκριση ή

β)      το κράτος μέλος έχει χορηγήσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην περαιτέρω διαβίβαση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5.           Η περαιτέρω διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς απαγορεύεται, εκτός εάν η Ευρωπόλ έχει δώσει ρητά τη συγκατάθεσή της.

ΤΜΗΜΑ 2

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ/ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 30

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε φορείς της Ένωσης

Με την επιφύλαξη πιθανών περιορισμών δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2 ή 3, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας στους φορείς της Ένωσης, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ή των καθηκόντων του φορέα της Ένωσης που είναι αποδέκτης των δεδομένων.

Άρθρο 31

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς

1.           Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό, με βάση:

α)      απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα δυνάμει [των άρθρων 25 και 31 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών], σύμφωνα με την οποία η εν λόγω χώρα ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός, ή κάποιος τομέας επεξεργασίας στο έδαφος της τρίτης χώρας ή στους κόλπους του διεθνούς οργανισμού διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας (απόφαση περί επάρκειας), ή

β)      διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 της Συνθήκης, η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων, ή

γ)       συμφωνία συνεργασίας που έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Για τις διαβιβάσεις αυτές δεν απαιτείται περαιτέρω έγκριση.

Η Ευρωπόλ δύναται να συνάψει συμφωνίες συνεργασίας για την εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών ή αποφάσεων περί επάρκειας.

2.           Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται να επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς σε περιπτωσιολογική βάση, εάν:

α)      η διαβίβαση των δεδομένων είναι απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση των ουσιωδών συμφερόντων ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών στο πλαίσιο των στόχων της Ευρωπόλ·

β)      η διαβίβαση των δεδομένων είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου σε σχέση με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ή πράξεων τρομοκρατίας·

γ)       η διαβίβαση είναι αναγκαία ή απαιτείται εκ του νόμου για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενός δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου ή

δ)      η διαβίβαση είναι αναγκαία για την προάσπιση ζωτικών συμφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ή άλλου προσώπου.

Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, σε συνεννόηση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, να επιτρέψει την πραγματοποίηση διαβιβάσεων σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία α) έως δ), εφόσον υπάρχουν εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων, για ανανεώσιμο χρονικό διάστημα διάρκειας το πολύ ενός έτους.

3.           Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζει την παράγραφο 2.

Άρθρο 32

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς

1.           Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προέρχονται από ιδιωτικούς φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει αυτά τα δεδομένα από:

α)      εθνική μονάδα κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)      σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή

γ)       αρχή τρίτης χώρας ή διεθνή οργανισμό με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης.

2.           Εάν τα ληφθέντα δεδομένα θίγουν συμφέροντα κράτους μέλους, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική μονάδα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

3.           Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε απευθείας επαφή με ιδιωτικούς φορείς για την ανάκτηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.           Η Επιτροπή αξιολογεί εντός τριών ετών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού την αναγκαιότητα και τον πιθανό αντίκτυπο των άμεσων ανταλλαγών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς. Στην αξιολόγηση αυτή παρατίθενται, μεταξύ άλλων, οι λόγοι για τους οποίους οι ανταλλαγές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς είναι αναγκαίες για την Ευρωπόλ.

Άρθρο 33

Πληροφορίες από ιδιώτες

1.           Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφορίες, περιλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονται από ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες από:

α)      εθνική μονάδα κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)      σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή

γ)       αρχή τρίτης χώρας ή διεθνή οργανισμό με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 218 της Συνθήκης.

2.           Εάν η Ευρωπόλ λάβει πληροφορίες, περιλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από ιδιώτη που διαμένει σε τρίτη χώρα με την οποία δεν έχει συναφθεί διεθνής συμφωνία βάσει το άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ ούτε βάσει του άρθρου 218 της Συνθήκης, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές μόνο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τρίτο κράτος με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει τέτοιου είδους διεθνείς συμφωνίες.

3.           Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε απευθείας επαφή με ιδιώτες με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών.

Κεφάλαιο VII

ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 34

Γενικές αρχές για την προστασία των δεδομένων

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)      υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη επεξεργασία·

β)      συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο μη συμβατό προς τους σκοπούς αυτούς. Περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασυμβίβαστη, υπό την προϋπόθεση ότι η Ευρωπόλ παρέχει κατάλληλες εγγυήσεις, ιδίως για να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία για άλλους σκοπούς·

γ)       είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·

δ)      είναι ακριβή και, όταν απαιτείται, επικαιροποιούνται. Πρέπει να λαμβάνεται κάθε εύλογο μέτρο ώστε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, να διαγράφονται ή να διορθώνονται χωρίς καθυστέρηση·

ε)       διατηρούνται σε μορφή που επιτρέπει ταυτοποίηση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα για διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο για τους σκοπούς για τους οποίους τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία.

Άρθρο 35

Διαφορετικοί βαθμοί ακρίβειας και αξιοπιστίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.           Η πηγή πληροφοριών που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογείται κατά το δυνατόν από το κράτος μέλος που παρέχει τις πληροφορίες, βάσει των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης πηγής:

(A): δεν υπάρχει αμφιβολία για την αυθεντικότητα, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της πηγής, ή οι πληροφορίες παρέχονται από πηγή που η οποία έχει αποδειχθεί σε κάθε περίπτωση αξιόπιστη·

(B): οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή που έχει αποδειχθεί αξιόπιστη στην πλειονότητα των περιπτώσεων·

(Γ): οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή η οποία έχει αποδειχθεί αναξιόπιστη στην πλειονότητα των περιπτώσεων·

(X): η αξιοπιστία της πηγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί.

2.           Οι πληροφορίες που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογούνται ως προς την αξιοπιστία τους κατά το δυνατόν από το κράτος μέλος που τις παρέχει, μέσων των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης πληροφοριών:

(1): πληροφορίες αναμφίβολης ακρίβειας·

(2): πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά όχι και ο αξιωματούχος που τις διαβιβάζει·

(3): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά οι οποίες επιβεβαιώνονται από άλλες πληροφορίες που έχουν ήδη καταγραφεί·

(4): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή και οι οποίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.

3.           Εάν η Ευρωπόλ, βάσει των πληροφοριών που ήδη διαθέτει, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση χρήζει διόρθωσης, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και επιζητά να καταλήξουν από κοινού σε τροποποίηση της αξιολόγησης. Η Ευρωπόλ δεν τροποποιεί την αξιολόγηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους.

4.           Εάν η Ευρωπόλ λάβει από κράτος μέλος πληροφορίες χωρίς αξιολόγηση, προσπαθεί κατά το δυνατόν να αξιολογήσει την αξιοπιστία της πηγής ή των πληροφοριών βάσει των πληροφοριών που ήδη έχει στη διάθεσή της. Για την αξιολόγηση συγκεκριμένων δεδομένων και πληροφοριών απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους που παρέχει τα δεδομένα και τις πληροφορίες. Τα κράτη μέλη και η Ευρωπόλ μπορούν επίσης να καταλήξουν σε γενική συμφωνία επί της αξιολόγησης συγκεκριμένων κατηγοριών δεδομένων και συγκεκριμένων πηγών. Εάν σε μια συγκεκριμένη υπόθεση δεν επιτευχθεί συμφωνία ή εάν δεν υφίσταται γενικής φύσεως συμφωνία, η Ευρωπόλ αξιολογεί τις πληροφορίες ή τα δεδομένα και τους αποδίδει τους κωδικούς αξιολόγησης (Χ) και (4), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2.

5.           Στις περιπτώσεις όπου η Ευρωπόλ λαμβάνει δεδομένα ή πληροφορίες από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, ή φορέα της Ένωσης, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται ανάλογα.

6.           Οι πληροφορίες από πηγές διαθέσιμες στο κοινό αξιολογούνται από την Ευρωπόλ βάσει των κωδικών αξιολόγησης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

Άρθρο 36

Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαφόρων κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων

1.           Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θυμάτων αξιόποινων πράξεων, μαρτύρων ή άλλων προσώπων που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για αξιόποινες πράξεις, ή προσώπων ηλικίας κάτω των 18 ετών, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ.

2.           Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με αυτοματοποιημένα ή άλλα μέσα, τα οποία αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τη θρησκεία ή τα πολιτικά φρονήματα και τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία δεδομένων που αφορούν την υγεία και τη σεξουαλική ζωή απαγορεύεται, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ και εάν τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας από την Ευρωπόλ.

3.           Μόνο η Ευρωπόλ έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Ο εκτελεστικός διευθυντής εξουσιοδοτεί δεόντως περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων οι οποίοι θα έχουν την εν λόγω πρόσβαση εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.           Οι αποφάσεις που παράγουν νομικά αποτελέσματα σχετικά με τα υποκείμενα των δεδομένων δεν μπορούν να λαμβάνονται βάσει αποκλειστικά και μόνο αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εκτός εάν η λήψη μιας τέτοιας απόφασης εγκρίνεται ρητώς δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας της Ένωσης ή, εφόσον επιβάλλεται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

5.           Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν διαβιβάζονται σε κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαίο σε μεμονωμένες περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ.

6.           Η Ευρωπόλ παρέχει ανά εξάμηνο στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ανασκόπηση όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και έχουν υποστεί επεξεργασία από αυτήν.

Άρθρο 37

Προθεσμίες αποθήκευσης και διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.           Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργάζεται η Ευρωπόλ αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της.

2.           Η Ευρωπόλ επανεξετάζει σε κάθε περίπτωση την ανάγκη συνέχισης της αποθήκευσης το αργότερο τρία χρόνια μετά την έναρξη της αρχικής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης εξακολουθεί να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ δύναται να αποφασίσει σχετικά με τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία πραγματοποιείται έπειτα από ακόμη μία τριετία. Οι λόγοι για τη συνέχιση της αποθήκευσης πρέπει να αιτιολογούνται και να καταγράφονται. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αυτά διαγράφονται αυτομάτως μετά από τρία έτη.

3.           Εάν δεδομένα σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1 και 2 αποθηκεύονται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ενημερώνεται σχετικά ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων.

4.           Στην περίπτωση που κατά τον χρόνο της διαβίβασης κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός υποδεικνύει περιορισμό που αφορά προγενέστερη ανάγκη διαγραφής ή καταστροφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2, η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με αυτόν τον περιορισμό. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων κρίνεται, βάσει πληροφοριών οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων, απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ζητά άδεια από τον πάροχο των δεδομένων να συνεχίσει να αποθηκεύει τα δεδομένα, αιτιολογώντας το αίτημά της.

5.           Στην περίπτωση που κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός διαγράψει από τα εθνικά αρχεία δεδομένα τα οποία έχουν διαβιβάσει στην Ευρωπόλ, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα αυτά, εκτός εάν η συνέχιση της αποθήκευσής τους κριθεί απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, βάσει πληροφοριών οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων. Η Ευρωπόλ ενημερώνει τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με τη συνέχιση της αποθήκευσής τους την οποία οφείλει να αιτιολογήσει.

6.           Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν διαγράφονται εάν:

α)      η διαγραφή θίγει τα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, το οποίο χρήζει προστασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δεδομένα επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο με τη συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα·

β)      η ακρίβειά τους αμφισβητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται ώστε τα κράτη μέλη ή η Ευρωπόλ, ανάλογα με την περίπτωση, να εξακριβώσουν την ακρίβειά τους·

γ)       επιβάλλεται να διατηρηθούν για σκοπούς απόδειξης

δ)      το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται στη διαγραφή τους και ζητά αντ’ αυτής την επιβολή περιορισμών στη χρήση τους.

Άρθρο 38

Ασφάλεια της επεξεργασίας

1.           Η Ευρωπόλ εφαρμόζει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, τυχαία απώλεια ή απαγορευμένη διάδοση, αλλοίωση και πρόσβαση ή από κάθε άλλη μορφή παράνομης επεξεργασίας.

2.           Όσον αφορά την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων, η Ευρωπόλ εφαρμόζει μέτρα με σκοπό:

α)      να απαγορεύεται σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα η πρόσβαση σε εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της πρόσβασης σε εξοπλισμό)·

β)      να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή απομάκρυνση υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος των υποθεμάτων δεδομένων)·

γ)       να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης καταχώριση δεδομένων, καθώς και η άνευ εξουσιοδότησης εξέταση, τροποποίηση ή διαγραφή αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της αποθήκευσης)·

δ)      να εμποδίζεται η χρήση συστημάτων αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος των χρηστών)·

ε)       να διασφαλίζεται ότι πρόσωπα που διαθέτουν εξουσιοδότηση για τη χρήση συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων διαθέτουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα που καλύπτονται από το δικαίωμα πρόσβασης που τους αναγνωρίζεται (έλεγχος της πρόσβασης σε δεδομένα)·

στ)     να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιους φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζονται ή έχουν διαβιβαστεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

ζ)       να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν εισαχθεί στα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, πότε και από ποιον (έλεγχος της εισαγωγής)·

η)      να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος της μεταφοράς)·

θ)      να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης αποκατάστασης της λειτουργίας εγκατεστημένων συστημάτων σε περίπτωση διακοπής (αποκατάσταση)·

ι)       να διασφαλίζεται ότι το σύστημα λειτουργεί αλάνθαστα, ότι γνωστοποιείται αμέσως κάθε ελαττωματική λειτουργία που παρουσιάζεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα δεδομένα δεν είναι δυνατό να υποστούν αλλοίωση εξαιτίας κακής λειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).

3.           Η Ευρωπόλ και τα κράτη μέλη καθορίζουν μηχανισμούς οι οποίοι διασφαλίζουν ότι οι ανάγκες ασφάλειας λαμβάνονται υπόψη στην οριοθέτηση των συστημάτων πληροφοριών.

Άρθρο 39

Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων

1.           Κάθε πρόσωπο δικαιούται να λαμβάνει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, πληροφορίες σχετικά με το αν η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Σε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)      επιβεβαίωση σχετικά με το εάν τα δεδομένα που το αφορούν υποβάλλονται ή όχι σε επεξεργασία·

β)      πληροφορίες τουλάχιστον σχετικά με τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις κατηγορίες των υπό επεξεργασία δεδομένων και τους αποδέκτες στους οποίους κοινοποιούνται τα δεδομένα·

γ)       ανακοίνωση υπό κατανοητή μορφή των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τυχόν διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τις πηγές τους.

2.           Εάν τα υποκείμενα των δεδομένων επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποβάλλουν χωρίς υπερβολικά έξοδα σχετική αίτηση προς την αρχή που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό στο κράτος μέλος της επιλογής τους. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ πάραυτα και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή της.

3.           Η Ευρωπόλ απαντά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της.

4.           Η Ευρωπόλ ζητά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών σχετικά με την απόφαση που καλείται να λάβει. Η απόφαση για τη χορήγηση πρόσβασης σε δεδομένα τελεί υπό την αίρεση της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών που επηρεάζονται άμεσα από την πρόσβαση του προσώπου στα δεδομένα που το αφορούν. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την απάντηση που προτίθεται να δώσει η Ευρωπόλ, γνωστοποιεί τους λόγους της διαφωνίας του στην Ευρωπόλ.

5.           Η πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν γίνεται δεκτή ή περιορίζεται, εάν αποτελεί αναγκαίο μέτρο προκειμένου:

α)      να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει δεόντως τα καθήκοντά της·

β)      να προστατευθεί η ασφάλεια και η δημόσια τάξη στα κράτη μέλη ή να αποτραπεί η τέλεση αξιόποινων πράξεων·

γ)       να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο τυχόν εθνική έρευνα·

δ)      να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων.

6.           Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς το υποκείμενο των δεδομένων για οποιαδήποτε άρνηση ή περιορισμό της πρόσβασης, για τους λόγους της απόφασης αυτής, καθώς και για το δικαίωμά του να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφαση ενδέχεται να παραλείπονται, εάν η παροχή τους εικάζεται ότι στερεί από τον περιορισμό που επιβάλλεται βάσει της παραγράφου 5 την ισχύ του.

             

Άρθρο 40

Δικαίωμα διόρθωσης, διαγραφής και κλειδώματος

1.           Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ τη διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν εάν αυτά είναι εσφαλμένα και, εφόσον υπάρχει δυνατότητα και ανάγκη, τη συμπλήρωση ή την επικαιροποίησή τους.

2.           Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, εάν αυτά δεν είναι πλέον απαραίτητα για τους σκοπούς για τους οποίους έγινε η σύννομη συλλογή ή η σύννομη περαιτέρω επεξεργασία τους.

3.           Εάν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρείται ότι η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσε να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, τα δεδομένα δεν διαγράφονται αλλά κλειδώνονται. Τα κλειδωμένα δεδομένα υπόκεινται σε επεξεργασία μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρεμποδίσθηκε η διαγραφή τους.

4.           Η Ευρωπόλ διορθώνει, διαγράφει ή κλειδώνει δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της κατόπιν διαβίβασης από τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς ή είναι τα αποτελέσματα των αναλύσεών της.

5.           Τα κράτη μέλη διορθώνουν, διαγράφουν ή κλειδώνουν σε συνεργασία με την Ευρωπόλ δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2, τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της Ευρωπόλ κατόπιν απευθείας διαβίβασης από κράτη μέλη.

6.           Σε περίπτωση που ανακριβή δεδομένα έχουν διαβιβασθεί με άλλον κατάλληλο τρόπο ή σε περίπτωση που τα λάθη σε δεδομένα τα οποία έχουν παρασχεθεί από κράτη μέλη οφείλονται σε εσφαλμένη διαβίβαση ή έχουν διαβιβασθεί κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού ή εάν τα λάθη είναι αποτέλεσμα της καταχώρισης, της απόκτησης ή της αποθήκευσης των δεδομένων με εσφαλμένο τρόπο ή κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού από την Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ διορθώνει ή διαγράφει τα δεδομένα σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

7.           Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, όλοι οι αποδέκτες των δεδομένων αυτών ενημερώνονται πάραυτα. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, οι αποδέκτες στη συνέχεια διορθώνουν, διαγράφουν ή κλειδώνουν τα δεδομένα αυτά στα συστήματά τους.

8.           Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών, ότι δεδομένα που τα αφορούν έχουν διορθωθεί, διαγραφεί ή κλειδωθεί.

9.           Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων για τυχόν απόρριψη διόρθωσης, διαγραφής ή κλειδώματος, καθώς και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και άσκησης δικαστικής προσφυγής.

Άρθρο 41

Ευθύνη για θέματα προστασίας των δεδομένων

1.           Η Ευρωπόλ αποθηκεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η πηγή τους σύμφωνα με το άρθρο 23.

2.           Η ευθύνη για την ποιότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο δ) βαρύνει το κράτος μέλος το οποίο παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ, η δε ευθύνη για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχονται από φορείς της ΕΕ, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, καθώς και για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανακτώνται από την Ευρωπόλ από πηγές διαθέσιμες στο κοινό βαρύνει την Ευρωπόλ.

3.           Υπεύθυνη για τη συμμόρφωση προς τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 34 στοιχεία α), β), γ) και ε) είναι η Ευρωπόλ.

4.           Η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης:

              α)       δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ βαρύνει τα κράτη μέλη και

              β)       δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς βαρύνει την Ευρωπόλ.

5.           Σε περίπτωση διαβίβασης μεταξύ της Ευρωπόλ και φορέα της Ένωσης, η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης βαρύνει την Ευρωπόλ. Με την επιφύλαξη της προηγούμενης πρότασης, σε περίπτωση διαβίβασης δεδομένων από την Ευρωπόλ κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη, υπεύθυνοι για τη νομιμότητα της διαβίβασης είναι αμφότεροι η Ευρωπόλ και ο αποδέκτης. Επιπλέον, η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που εκτελεί η ίδια.

Άρθρο 42

Προκαταρκτικός έλεγχος

1.           Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε νέο αρχείο που δημιουργείται υποβάλλεται σε προκαταρκτικό έλεγχο όταν:

α)      υποβάλλονται σε επεξεργασία ειδικές κατηγορίες δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2·

β)      ο τύπος της επεξεργασίας, ειδικότερα μέσω της χρήσης νέων τεχνολογιών, μηχανισμών ή διαδικασιών, ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες, και ιδίως για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων των δεδομένων .

2.           Οι προκαταρκτικοί έλεγχοι διενεργούνται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν κοινοποίησης από τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων ο οποίος, σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την ανάγκη προκαταρκτικού ελέγχου, πρέπει να συμβουλεύεται τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας των Δεδομένων.

3.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εκδίδει γνώμη εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται έως ότου ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας των Δεδομένων λάβει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες που έχει ζητήσει. Εάν η περιπλοκότητα κάποιου ζητήματος το επιβάλλει, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για δύο ακόμη μήνες, κατόπιν απόφασης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην Ευρωπόλ πριν από την παρέλευση του αρχικού διμήνου.

Η μη έκδοση γνώμης μέχρι τη λήξη της δίμηνης περιόδου, ή τυχόν παράτασής της, εκλαμβάνεται ως θετική γνώμη.

Εάν, κατά τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, η κοινοποιούμενη επεξεργασία μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διατυπώνει, ανάλογα με την περίπτωση, προτάσεις για την αποτροπή της παραβίασης. Εάν η Ευρωπόλ δεν προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση της πράξης επεξεργασίας, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δύναται να ασκήσει τις εξουσίες του δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 3.

4.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων τηρεί μητρώο όλων των πράξεων επεξεργασίας που του κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Το μητρώο αυτό ενσωματώνεται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) παράγραφος 45/2001.

Άρθρο 43

Καταχώριση και τεκμηρίωση

1.           Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της διασφάλισης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, γνωστοποίησης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις αυτού του είδους διαγράφονται μετά από τρία έτη, εκτός εάν τα δεδομένα εξακολουθούν να είναι αναγκαία για συνεχή έλεγχο. Οι καταχωρίσεις δεν τροποποιούνται σε καμία περίπτωση.

2.           Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαβιβάζονται, κατόπιν αιτήσεως, στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές μόνο για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων και για τη διασφάλιση της ορθής επεξεργασίας τους καθώς και της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων.

Άρθρο 44

Υπεύθυνος προστασίας δεδομένων

1.           Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος πρέπει να είναι μέλος του προσωπικού. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας.

2.           Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων γίνεται με κριτήριο τα προσωπικά και επαγγελματικά του προσόντα και, ιδίως, τις ειδικές του γνώσεις στον τομέα της προστασίας δεδομένων.

3.           Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ιδιότητάς του ως υπευθύνου και άλλων επισήμων καθηκόντων που μπορεί ενδεχομένως να ασκεί, ειδικότερα στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

4.           Η διάρκεια της θητείας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων είναι από δύο ως πέντε έτη. Η θητεία του μπορεί να ανανεώνεται, χωρίς όμως η συνολική διάρκεια της θητείας να μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα έτη. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι δυνατό να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ως υπευθύνου προστασίας δεδομένων από το θεσμικό όργανο ή τον φορέα της Ένωσης που τον διόρισε μόνο με τη συγκατάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εφόσον έχει παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.           Το θεσμικό όργανο ή ο φορέας που διορίζει τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, γνωστοποιεί εν συνεχεία το όνομα αυτού στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

6.           Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν είναι δυνατό να λαμβάνει εντολές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

7.           Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων έχει ειδικότερα τα ακόλουθα καθήκοντα όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως:

α)      διασφαλίζει κατά ανεξάρτητο τρόπο ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκτελείται κατά τρόπο σύννομο και σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός·

β)      διασφαλίζει ότι τηρούνται αρχεία διαβίβασης και παραλαβής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)      διασφαλίζει ότι τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται κατόπιν αιτήσεώς τους σχετικά με τα δικαιώματά τους βάσει του παρόντος κανονισμού·

δ)      συνεργάζεται με το προσωπικό της Ευρωπόλ που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων·

ε)      συνεργάζεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων·

στ)    καταρτίζει ετήσια έκθεση και την κοινοποιεί στο διοικητικό συμβούλιο και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

8.           Επιπλέον, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως.

9.           Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διαθέτει πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ και σε όλους τους χώρους της Ευρωπόλ.

10.         Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά τον εκτελεστικό διευθυντή ζητώντας την επίλυση του ζητήματος της παραβίασης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αν ο εκτελεστικός διευθυντής δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο και καθορίζουν από κοινού προθεσμία για τη διευθέτηση του ζητήματος. Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων παραπέμπει το ζήτημα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

11.         Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής αφορούν, ιδίως, τη διαδικασία επιλογής για τη θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και την καθαίρεσή του, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων. Η Ευρωπόλ παρέχει στον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων το προσωπικό και τους πόρους που του είναι απαραίτητοι για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Οι υπάλληλοι αυτοί έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ και στους υπηρεσιακούς της χώρους μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 45

Εποπτεία από την εθνική εποπτική αρχή

1.           Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια εθνική εποπτική αρχή, αποστολή της οποίας είναι να ελέγχει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο και υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, τη νομιμότητα της διαβίβασης, ανάκτησης και κοινοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ από το οικείο κράτος μέλος, καθώς επίσης να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια διαβίβαση, ανάκτηση ή κοινοποίηση παραβιάζει τα δικαιώματα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική εποπτική αρχή έχει πρόσβαση στους χώρους της οικείας εθνικής μονάδας ή στους χώρους που χρησιμοποιούν οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, στα δεδομένα που υποβάλλονται από το οικείο κράτος μέλος στην Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.

2.           Για τους σκοπούς της άσκησης των εποπτικών τους καθηκόντων, οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν πρόσβαση στα γραφεία και στα έγγραφα των αξιωματικών-συνδέσμων τους στην Ευρωπόλ.

3.           Οι εθνικές εποπτικές αρχές εποπτεύουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες, τις δραστηριότητες των εθνικών μονάδων και τις δραστηριότητες των αξιωματικών-συνδέσμων, στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές αφορούν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τηρούν επίσης ενήμερο τον Ευρωπαίο Eπόπτη Προστασίας Δεδομένων για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν σε σχέση με την Ευρωπόλ.

4.           Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή να διασφαλίσει τη νομιμότητα της διαβίβασης ή της κοινοποίησης στην Ευρωπόλ δεδομένων που το αφορούν υπό οποιαδήποτε μορφή, καθώς και τη νομιμότητα της πρόσβασης του οικείου κράτους μέλους στα δεδομένα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

Άρθρο 46

Εποπτεία από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ, καθώς και για παροχή συμβουλών προς την Ευρωπόλ και στα υποκείμενα των δεδομένων για κάθε θέμα που αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για το σκοπό αυτό εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

2.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, βάσει του παρόντος κανονισμού, έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες:

α)      εξετάζει και διερευνά ενστάσεις και ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

β)      διενεργεί έρευνες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει ένστασης, και ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων σχετικά τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

γ)       παρακολουθεί και διασφαλίζει την εφαρμογή από την Ευρωπόλ των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)      συμβουλεύει την Ευρωπόλ, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αφού ζητηθεί η γνώμη του, επί όλων των θεμάτων που άπτονται της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως πριν από τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ε)       καθορίζει, αιτιολογεί και δημοσιοποιεί τις εξαιρέσεις, τις εγγυήσεις, τις άδειες και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 4·

στ)     τηρεί μητρώο με τις πράξεις επεξεργασίας οι οποίες του κοινοποιούνται δυνάμει του άρθρου 42 παράγραφος 1 και οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4·

ε)       διενεργεί προκαταρκτικό έλεγχο επί των πράξεων επεξεργασίας που του κοινοποιούνται.

3.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δύναται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού:

α)      να παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους·

β)      να παραπέμπει στην Ευρωπόλ περιπτώσεις εικαζόμενης παραβίασης των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ενδεχομένως, να διατυπώνει προτάσεις για την επανόρθωση αυτής της παραβίασης και τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων ·

γ)       να εντέλλεται την ικανοποίηση των αιτημάτων για άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων όσον αφορά τα δεδομένα, εάν τα εν λόγω αιτήματα έχουν απορριφθεί κατά παράβαση των άρθρων 39 και 40·

δ)      να προειδοποιεί ή να επιπλήττει την Ευρωπόλ·

ε)       να εντέλλεται τη διόρθωση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή οποιουδήποτε δεδομένου που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και την κοινοποίηση των μέτρων αυτών στους τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα·

στ)     να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της επεξεργασίας·

ζ)       να προσφεύγει στην Ευρωπόλ και, εάν παρίσταται ανάγκη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·

η)      να προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που προβλέπει η Συνθήκη·

θ)      να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει την εξουσία:

α)      να απαιτεί από την Ευρωπόλ πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τις έρευνές του·

β)      να απαιτεί πρόσβαση σε όλους τους χώρους στους οποίους ασκεί τις δραστηριότητές της η Ευρωπόλ, εφόσον εικάζεται ευλόγως ότι ασκείται δραστηριότητα διεπόμενη από τον παρόντα κανονισμό.

5.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της εποπτείας της Ευρωπόλ. Η έκθεση αυτή αποτελεί τμήμα της ετήσιας έκθεσης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

6.           Τα μέλη και το προσωπικό του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 69.

Άρθρο 47

Συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και των εθνικών αρχών προστασίας των δεδομένων

1.           Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές σε συγκεκριμένα ζητήματα που απαιτούν ανάμειξη των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση που ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ή μια εθνική εποπτική αρχή διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών ή δυνητικά παράνομη διαβίβαση κατά τη χρήση των διαύλων της Ευρωπόλ για την ανταλλαγή πληροφοριών, ή στο πλαίσιο ζητημάτων που εγείρονται από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία του παρόντος κανονισμού.

2.           Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν, εντός του πεδίου των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, συναφείς πληροφορίες, παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, εξετάζουν δυσκολίες στην ερμηνεία ή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διερευνούν προβλήματα που αφορούν την άσκηση ανεξάρτητης εποπτείας ή την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, την εκπόνηση εναρμονισμένων προτάσεων για κοινές λύσεις σε προβλήματα και την ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων, ανάλογα με τις ανάγκες.

3.           Οι εθνικές εποπτικές αρχές και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων συνεδριάζουν όπου απαιτείται. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων αναλαμβάνει τη διοργάνωση και τα έξοδα των συνεδριάσεων αυτών. Κατά την πρώτη συνεδρίαση εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός. Ανάλογα με τις ανάγκες, πραγματοποιείται από κοινού η επεξεργασία περαιτέρω μεθόδων εργασίας.

Άρθρο 48

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσης και δεδομένα προσωπικού

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσης που τηρούνται από την Ευρωπόλ.

Κεφάλαιο VIII

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 49

Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.           Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εφόσον θεωρούν ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν δεν συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.           Όταν η καταγγελία αφορά απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 39 ή 40, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ζητά τη γνώμη της εθνικής εποπτικής αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα δεδομένα ή του άμεσα ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Η απόφαση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε άρνηση κοινοποίησης οποιασδήποτε πληροφορίας, λαμβάνεται σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή ή την αρμόδια δικαστική αρχή.

3.           Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ από κράτος μέλος, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διασφαλίζει, σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους το οποίο έχει διαβιβάσει τα δεδομένα, ότι έχουν διεξαχθεί ορθά οι απαραίτητοι έλεγχοι.

4.           Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ από φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διασφαλίζει ότι έχουν διεξαχθεί οι απαραίτητοι έλεγχοι από την Ευρωπόλ.

Άρθρο 50

Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.           Προσφυγές κατά των αποφάσεων του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 51

Γενικές διατάξεις περί ευθύνης και δικαίωμα αποζημίωσης

1.           Η συμβατική ευθύνη της Ευρωπόλ διέπεται από το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην εκάστοτε σύμβαση.

2.           Αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων δυνάμει οποιασδήποτε ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η Ευρωπόλ είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.           Με την επιφύλαξη του άρθρου 52, σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ευρωπόλ υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες της ή το προσωπικό της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.           Αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών αποζημίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.           Η προσωπική ευθύνη του προσωπικού της Ευρωπόλ έναντι της Ευρωπόλ διέπεται από τις ισχύουσες για το προσωπικό αυτό διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

Άρθρο 52

Ευθύνη λόγω εσφαλμένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δικαίωμα αποζημίωσης

1.           Τα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας δεδομένων δικαιούνται αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν είτε εκ μέρους της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 340 της Συνθήκης, είτε εκ μέρους του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε το ζημιογόνο γεγονός σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του. Το θιγέν πρόσωπο οφείλει να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εάν η αγωγή του στρέφεται κατά της Ευρωπόλ και, εάν η αγωγή του στρέφεται κατά κράτους μέλους, στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

2.           Τυχόν διαφορά μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών σχετικά με την τελική ευθύνη για την αποζημίωση που καταβάλλεται στα θιγέντα πρόσωπα σύμφωνα με την παράγραφο 1 παραπέμπεται στο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σχετικά με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσβολής αυτής της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

Κεφάλαιο IX

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 53

Κοινοβουλευτικός έλεγχος

1.           Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο εκτελεστικός διευθυντής εμφανίζονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, μετά από αίτησή τους, για να συζητήσουν ζητήματα που άπτονται της Ευρωπόλ, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

2.           Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3.           Πέραν των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Ευρωπόλ διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας, τις ακόλουθες πληροφορίες προς ενημέρωσή τους:

α)      αξιολογήσεις απειλών, στρατηγικές αναλύσεις και γενικές εκθέσεις προόδου σχετικά με τους στόχους της Ευρωπόλ, καθώς και τα αποτελέσματα μελετών και αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της Ευρωπόλ·

β)      τις συμφωνίες συνεργασίας που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1.

Άρθρο 54

Πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, των οποίων η επεξεργασία πραγματοποιείται από ή μέσω της Ευρωπόλ

1.           Για τον σκοπό του κοινοβουλευτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 53, πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες και σε ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η επεξεργασία πραγματοποιείται από ή μέσω της Ευρωπόλ, μπορεί να χορηγείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στους εκπροσώπους του κατόπιν αιτήσεως.

2.           Η πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες και στις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σύμφωνη προς τις βασικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 69. Οι λεπτομέρειες διέπονται από συμφωνία συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ της Ευρωπόλ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Κεφάλαιο X

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Άρθρο 55

Γενικές διατάξεις

1.           Στο προσωπικό της Ευρωπόλ εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που ισχύει επί του λοιπού προσωπικού, με εξαίρεση τους υπαλλήλους οι οποίοι κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού καλύπτονται από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ.

2.           Το προσωπικό της Ευρωπόλ είναι έκτακτο ή/και επί συμβάσει. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει των αριθμό των εκτάκτων θέσεων του πίνακα προσωπικού που μπορούν να καλυφθούν μόνο από προσωπικό που προέρχεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται για τις εν λόγω θέσεις είναι έκτακτοι και συνάπτουν μόνο συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανανεώσιμες μία φορά για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Άρθρο 56

Εκτελεστικός διευθυντής

1.           Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

2.           Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο, από κατάλογο υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής.

Για τους σκοπούς της σύναψης σύμβασης με τον εκτελεστικό διευθυντή, η Ευρωπόλ εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.

Προτού διορισθεί, ο επιλεγόμενος από το διοικητικό συμβούλιο υποψήφιος ενδέχεται να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της.

3.           Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Κατά το τέλος αυτής της περιόδου, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση στην οποία λαμβάνονται υπόψη η αξιολόγηση των επιδόσεων του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και οι μελλοντικές δραστηριότητες της Ευρωπόλ και οι προκλήσεις με τις οποίες θα έρθει αντιμέτωπη.

4.           Το διοικητικό συμβούλιο, ενεργώντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

5.           Το διοικητικό συμβούλιο γνωστοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την πρόθεσή του να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή. Εντός του μήνα πριν από την παράταση αυτή, ο εκτελεστικός διευθυντής ενδέχεται να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της.

6.           Ο εκτελεστικός διευθυντής του οποίου η θητεία έχει παραταθεί δεν μπορεί να συμμετάσχει στο τέλος της συνολικής περιόδου σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση.

7.           Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου βάσει πρότασης της Επιτροπής.

8.           Το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό, την παράταση της θητείας και την παύση των καθηκόντων του εκτελεστικού διευθυντή ή/και του(ων) αναπληρωτή(ών) εκτελεστικού(ών) διευθυντή(ών), με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του με δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 57

Αναπληρωτές εκτελεστικοί διευθυντές

1.           Ο εκτελεστικός διευθυντής επικουρείται από τέσσερις αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές, μεταξύ των οποίων έναν αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή αρμόδιο για θέματα κατάρτισης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση της Ακαδημίας της Ευρωπόλ και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της. Τα καθήκοντα των υπόλοιπων αναπληρωτών εκτελεστικών διευθυντών καθορίζονται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

2.           Οι αναπληρωτές εκτελεστικοί διευθυντές υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 56. Πριν από τον διορισμό ή την απαλλαγή τους από τα καθήκοντά τους, ζητείται η γνώμη του εκτελεστικού διευθυντή.

Άρθρο 58

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και λοιπό προσωπικό

1.           Η Ευρωπόλ δύναται να προσφεύγει στις υπηρεσίες αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων ή λοιπού προσωπικού του οποίου η Ευρωπόλ δεν είναι εργοδότης.

2.           Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων.

Κεφάλαιο XI

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 59

Προϋπολογισμός

1.           Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, καταρτίζονται προβλέψεις όλων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ οι οποίες εγγράφονται στον προϋπολογισμό της.

2.           Ο προϋπολογισμός της Ευρωπόλ πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έξοδα και τις δαπάνες.

3.           Με την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα έσοδα της Ευρωπόλ προέρχονται από συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.           Η Ευρωπόλ δύναται να επωφελείται της χρηματοδότησης της Ένωσης στο πλαίσιο συμφωνίας εξουσιοδότησης ή ad-hoc και κατ’ εξαίρεση επιχορήγησης σύμφωνα με τις διατάξεις των συναφών νομικών πράξεων που πλαισιώνουν τις πολιτικές της ΕΕ.

5.           Οι δαπάνες της Ευρωπόλ περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, διοικητικές δαπάνες και δαπάνες υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.

Άρθρο 60

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.           Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει σχέδιο κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο περιλαμβάνει και τον πίνακα προσωπικού, και το διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο.

2.           Βάσει του σχεδίου αυτού, το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος. Το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέχρι τις [ημερομηνία που καθορίζεται στον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο] κάθε έτους. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το τελικό σχέδιο προβλέψεων, το οποίο περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι τις 31 Μαρτίου.

3.           Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (εφεξής καλούμενη «η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.           Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό, και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της Συνθήκης.

5.           Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά προς την Ευρωπόλ.

6.           Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της Ευρωπόλ.

7.           Ο προϋπολογισμός της Ευρωπόλ εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

8.           Για κάθε έργο, ιδίως κατασκευαστικά έργα, που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, ισχύουν οι διατάξεις του [δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου].

Άρθρο 61

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.           Ο εκτελεστικός διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ.

2.           Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα των διαδικασιών αξιολόγησης.

Άρθρο 62

Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή

1.           Το αργότερο την 1η Μαρτίου εκάστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Ευρωπόλ κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.           Η Ευρωπόλ διαβιβάζει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους.

3.           Το αργότερο στις 31 Μαρτίου έκαστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, αφού τους έχει ενοποιήσει με τους λογαριασμούς της Επιτροπής, στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

4.           Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, τους οποίους ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.

5.           Το διοικητικό συμβούλιο γνωμοδοτεί επί των οριστικών λογαριασμών της Ευρωπόλ.

6.           Το αργότερο την 1η Ιουλίου εκάστου οικονομικού έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, μαζί με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στα εθνικά κοινοβούλια.

7.           Δημοσιεύονται οι οριστικοί λογαριασμοί.

8.           Ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις που αυτό διατυπώνει στην ετήσια έκθεσή του το αργότερο [ημερομηνία που καθορίζεται στον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο]. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο.

9.           Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεώς του, κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

10.         Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει τον εκτελεστικό διευθυντή, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους n + 2, από την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το έτος n.

Άρθρο 63

Δημοσιονομικοί κανόνες

1.           Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής, θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Ευρωπόλ. Αυτοί δεν παρεκκλίνουν από [τον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο] παρά μόνον εάν η παρέκκλιση αυτή επιβάλλεται λόγω των ειδικών αναγκών λειτουργίας της Ευρωπόλ και έχει προηγουμένως συμφωνήσει η Επιτροπή.

2.           Λόγω της ιδιαιτερότητας των μελών του Δικτύου των εθνικών ιδρυμάτων κατάρτισης, τα οποία αποτελούν τους μοναδικούς φορείς που διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά και την τεχνική ικανότητα για την υλοποίηση των συναφών δραστηριοτήτων κατάρτισης, τα μέλη αυτά μπορούν να λαμβάνουν επιχορηγήσεις εκτός πλαισίου πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 190 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής[41].

Κεφάλαιο XII

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 64

Νομικό καθεστώς

1.           Η Ευρωπόλ είναι φορέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2.           Σε όλα τα κράτη μέλη, η Ευρωπόλ έχει την ευρύτερη νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα από την εθνική νομοθεσία τους. Η Ευρωπόλ, ειδικότερα, μπορεί να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.           Η Χάγη στις Κάτω Χώρες είναι η έδρα της Ευρωπόλ.

Άρθρο 65

Προνόμια και ασυλίες

1.           To Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ και στο προσωπικό της.

2.           Τα προνόμια και οι ασυλίες των αξιωματικών συνδέσμων και των μελών των οικογενειών τους αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και των άλλων κρατών μελών. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τα προνόμια και τις ασυλίες που απαιτούνται για την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων των αξιωματικών συνδέσμων.

Άρθρο 66

Γλωσσικό καθεστώς

1.           Η Ευρωπόλ υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1[42].

2.           Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Ευρωπόλ παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 67

Διαφάνεια

1.           Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001[43] εφαρμόζεται στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Ευρωπόλ.

2.           Το διοικητικό συμβούλιο, βάσει πρότασης του εκτελεστικού διευθυντή, θεσπίζει, το αργότερο εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 σε σχέση με τα έγγραφα της Ευρωπόλ.

3.           Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Ευρωπόλ δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 228 και 263 της Συνθήκης, αντίστοιχα.

Άρθρο 68

Καταπολέμηση της απάτης

1.           Για τη διευκόλυνση της καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999, η Ευρωπόλ, εντός έξι μηνών από την ημέρα που τέθηκε σε λειτουργία, προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)[44] και θεσπίζει τις ενδεδειγμένες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλους τους υπαλλήλους της Ευρωπόλ, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.

2.           Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει αρμοδιότητα ελέγχου βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, η οποία ασκείται σε όλους τους δικαιούχους, αντισυμβαλλόμενους και υπεργολάβους που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από την Ευρωπόλ.

3.           Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, μεταξύ των οποίων επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις για να διαπιστώσει εάν έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα που επηρεάζει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης όσον αφορά επιχορήγηση ή σύμβαση που χρηματοδοτείται από την Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF) και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες[45].

4.           Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης της Ευρωπόλ περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγει λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

Άρθρο 69

Κανόνες ασφάλειας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών

Η Ευρωπόλ θεσπίζει τους δικούς της κανόνες για την εχεμύθεια και την εμπιστευτικότητα, καθώς και για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των βασικών αρχών και των ελάχιστων προδιαγραφών της απόφασης του Συμβουλίου 2011/292/ΕΕ. Οι κανόνες αυτοί καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις για την ανταλλαγή, την επεξεργασία και την αποθήκευση τέτοιων πληροφοριών.

Άρθρο 70

Αξιολόγηση και αναθεώρηση

1.           Το αργότερο πέντε έτη [από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], και ανά πενταετία εφεξής, η Επιτροπή αναθέτει αξιολόγηση, ιδίως, των επιπτώσεων, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Ευρωπόλ και των εργασιακών πρακτικών της. Η αξιολόγηση, ιδιαίτερα, εξετάζει την ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης των στόχων της Ευρωπόλ και τις χρηματοδοτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τροποποίησης.

2.           Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης μαζί με τα συμπεράσματά της επί της έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στα εθνικά κοινοβούλια και στο διοικητικό συμβούλιο.

3.           Σε κάθε δεύτερη αξιολόγηση, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης τα αποτελέσματα που πέτυχε η Ευρωπόλ σε σχέση με τους στόχους, την εντολή και τα καθήκοντά της. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της λειτουργίας της Ευρωπόλ σε σχέση με τους προκαθορισμένους στόχους και καθήκοντά της, μπορεί να εισηγηθεί την τροποποίηση ή την κατάργηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 71

Διοικητικές έρευνες

Οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ υπόκεινται στον έλεγχο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης.

Άρθρο 72

Έδρα

1.           Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Ευρωπόλ στο κράτος μέλος υποδοχής και τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής για τον εκτελεστικό διευθυντή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, το προσωπικό της Ευρωπόλ και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται στο πλαίσιο συμφωνίας σχετικά με την έδρα η οποία συνάπτεται μεταξύ της Ευρωπόλ και του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα, η οποία συνάπτεται μόλις ληφθεί η έγκριση του διοικητικού συμβουλίου και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός [2 ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού].

2.           Το κράτος μέλος υποδοχής της Ευρωπόλ διασφαλίζει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες για την εύρυθμη λειτουργία της, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό σχολικής εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς.

Κεφάλαιο XIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 73

Γενική νομική διαδοχή

1.           Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, είναι ο γενικός νομικός διάδοχος όλων των συμβάσεων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπόλ, όπως αυτή ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, και της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ), όπως αυτή ιδρύθηκε με την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ.

2.           Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη νομική ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού από την Ευρωπόλ, όπως ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

3.           Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη νομική ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού από την ΕΑΑ, όπως ιδρύθηκε βάσει της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

4.           Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 3, η συμφωνία για την έδρα που συνήφθη βάσει της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου παύει να ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 74

Μεταβατικές ρυθμίσεις για το διοικητικό συμβούλιο

1.           Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΑ βάσει του άρθρου 10 της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου λήγει στις [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

2.           Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 37 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου λήγει στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].

3.           Το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτήθηκε βάσει του άρθρου 37 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος και της ημερομηνίας εφαρμογής:

α)      ασκεί τα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου που προβλέπονται στο άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού·

β)      προετοιμάζει την έκδοση των κανόνων για τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, καθώς και για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 69 του παρόντος κανονισμού

γ)      καταρτίζει κάθε νομική πράξη η οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και

δ)      αναθεωρεί τα μη νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ ώστε να μπορεί το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται βάσει του άρθρου 13 του παρόντος κανονισμού να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2.

4.           Η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, για να διασφαλίσει ότι το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 13 αρχίζει τις εργασίες του στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]

5.           Εντός έξι μηνών το αργότερο από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των προσώπων που διόρισαν ως μέλη και αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 13.

6.           Το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται βάσει του άρθρου 13 του παρόντος κανονισμού πραγματοποιεί την πρώτη συνεδρίασή του στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Κατά τη συνεδρίαση αυτή λαμβάνει, εφόσον είναι αναγκαίο, απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2.

Άρθρο 75

Μεταβατικές διατάξεις για τον εκτελεστικό διευθυντή και τους αναπληρωτές διευθυντές

1.           Ο διευθυντής που διορίζεται βάσει του άρθρου 38 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου εξακολουθεί, μέχρι τη λήξη της θητείας του, να ασκεί καθήκοντα εκτελεστικού διευθυντή κατά την έννοια του άρθρου 19 του παρόντος κανονισμού. Οι λοιποί όροι της σύμβασής του παραμένουν αμετάβλητοι. Εάν η θητεία του λήγει μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] αλλά πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τότε παρατείνεται αυτομάτως για ένα έτος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.           Σε περίπτωση που ο εκτελεστικός διευθυντής δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή διορίζει έναν υπάλληλό της στη θέση αυτού ως προσωρινού εκτελεστικού διευθυντή ο οποίος ασκεί καθήκοντα εκτελεστικού διευθυντή για μέγιστο χρονικό διάστημα 18 μηνών, μέχρι να πραγματοποιηθούν οι διορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 56.

3.           Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται στους αναπληρωτές διευθυντές που διορίζονται βάσει του άρθρου 38 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ.

4.           Ο διευθυντής της ΕΑΑ, ο οποίος διορίζεται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ, ασκεί, για το υπόλοιπο της θητείας του, καθήκοντα αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή της Ευρωπόλ αρμόδιου για θέματα κατάρτισης. Οι λοιποί όροι της σύμβασής του παραμένουν αμετάβλητοι. Εάν η θητεία του λήγει μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] αλλά πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τότε παρατείνεται αυτομάτως για ένα έτος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 76

Μεταβατικές διατάξεις για τον προϋπολογισμό

1.           Για κάθε ένα από τα τρία οικονομικά έτη που έπονται της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τουλάχιστον 8 εκατομμύρια ευρώ των δαπανών λειτουργίας της Ευρωπόλ αντιστοιχούν σε δαπάνες για την κατάρτιση, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ.

2.           Η διαδικασία απαλλαγής ως προς τα κονδύλια που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 42 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 43 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ και τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπόλ.

Κεφάλαιο XIV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 77

Αντικατάσταση

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά και καταργεί την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ.

Οι παραπομπές στις αντικατασταθείσες αποφάσεις εκλαμβάνονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 78

Κατάργηση

1.           Όλα τα νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ καταργούνται από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.           Όλα τα μη νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) και της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ) παραμένουν σε ισχύ μετά την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], με την επιφύλαξη διαφορετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 79

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.           Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την 20ή ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.           Εφαρμόζεται από [ημερομηνία εφαρμογής].

Εντούτοις, τα άρθρα 73, 74 και 75 εφαρμόζονται από [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Κατάλογος αξιόποινων πράξεων σε σχέση με τις οποίες η Ευρωπόλ υποστηρίζει και ενισχύει τη δράση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και την αμοιβαία συνεργασία τους σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού

- τρομοκρατία,

- οργανωμένο έγκλημα,

- παράνομη διακίνηση ναρκωτικών,

- νομιμοποίηση προσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

- εγκληματικές πράξεις συνδεόμενες με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες,

- κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης,

- εμπορία ανθρώπων,

- εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

- ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη,

- παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

- απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,

- ρατσισμός και ξενοφοβία,

- ληστεία,

- παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

- υπεξαίρεση και απάτη, περιλαμβανομένης απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης

- «προστασία» έναντι χρημάτων και εκβίαση,

- παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

- πλαστογραφία και διακίνηση διοικητικών εγγράφων,

- πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής,

- εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής,

- διαφθορά,

- παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

- παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωικών ειδών,

- παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

- περιβαλλοντικά αδικήματα, περιλαμβανομένης της ρύπανσης από τα πλοία

- παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

- σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατηγορίες προσώπων τα δεδομένα των οποίων μπορούν να συλλέγονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό του διασταυρούμενου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο α)

1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται για σκοπούς διασταυρούμενου ελέγχου αφορούν:

α) πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

β) πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ.

2. Στα δεδομένα που αφορούν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 πρόσωπα επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται μόνο οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α) επώνυμο, πατρικό όνομα γυναίκας, ονόματα και ενδεχομένως προσωνυμίες ή ψευδώνυμα·

β) ημερομηνία και τόπο γέννησης·

γ) ιθαγένεια·

δ) φύλο·

ε) τόπος διαμονής, επάγγελμα και τόπος όπου ενδέχεται να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος·

στ) αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης, άδειες οδήγησης, έγγραφα ταυτότητας και στοιχεία διαβατηρίου και

ζ) εφόσον απαιτείται, άλλα χαρακτηριστικά που πιθανόν να διευκολύνουν την εξακρίβωση της ταυτότητας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ιδιαίτερων, αντικειμενικών και σταθερών σωματικών χαρακτηριστικών, όπως δακτυλοσκοπικά αποτυπώματα και προφίλ DNA (που έχουν καταρτισθεί από το μη κωδικοποιητικό τμήμα του DNA).

3. Πέραν των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορούν να συλλέγονται οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α) αξιόποινες πράξεις, εικαζόμενες αξιόποινες πράξεις, καθώς και ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος τέλεσης των (εικαζόμενων) αξιόποινων πράξεων·

β) μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν με σκοπό την τέλεση των αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για νομικά πρόσωπα·

γ) αρμόδιες για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης μονάδες και σχετικά στοιχεία καταχώρισης·

δ) υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση·

ε) ποινικές καταδίκες, εφόσον αφορούν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

στ) το μέρος που έχει εισαγάγει τα δεδομένα.

Τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται επίσης να παρέχονται στην Ευρωπόλ έστω και αν δεν περιέχουν ακόμη αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

4. Οι συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες κατέχει η Ευρωπόλ ή οι εθνικές μονάδες και που αφορούν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να κοινολογούνται, κατόπιν αιτήσεως, σε οποιαδήποτε εθνική μονάδα ή στην Ευρωπόλ. Οι εθνικές μονάδες τηρούν εν προκειμένω τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας.

5. Αν η διαδικασία κατά του εμπλεκομένου προσώπου παύσει οριστικά ή αν το πρόσωπο αυτό αθωωθεί οριστικά, τα δεδομένα σχετικά με την υπόθεση για την οποία αποφασίστηκε η οριστική παύση ή αθώωση διαγράφονται.

Κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατηγορίες προσώπων των οποίων τα δεδομένα μπορούν να συλλέγονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς στρατηγικών ή άλλων γενικών αναλύσεων και επιχειρησιακών αναλύσεων (όπως αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)

1.           Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγοντα για σκοπούς στρατηγικών ή άλλων γενικών αναλύσεων και επιχειρησιακών αναλύσεων αφορούν:

α)      πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

β)      πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

γ)      πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε έρευνες σχετικές με τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις ή στο πλαίσιο συνακόλουθης ποινικής διαδικασίας·

δ)      πρόσωπα τα οποία υπήρξαν θύματα μιας εκ των επίμαχων αξιοποίνων πράξεων ή για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι θα μπορούσαν να είναι θύματα μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

ε)      πρόσωπα επαφής και συμπράττοντα πρόσωπα και

στ)    πρόσωπα που δύνανται να παράσχουν πληροφορίες για τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις.

2.           Όσον αφορά τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), μπορεί να πραγματοποιείται επεξεργασία των ακόλουθων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων και των συναφών διοικητικών δεδομένων:

α)      Προσωπικά στοιχεία:

i)        Σημερινό επώνυμο και παλαιότερα

ii)       Σημερινό όνομα και παλαιότερα

iii)      Πατρικό επώνυμο (για τις γυναίκες)

iv)      Όνομα πατέρα (όταν είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση ταυτότητας)

v)       Όνομα μητέρας (όταν είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση ταυτότητας)

vi)      Φύλο

vii)     Ημερομηνία γέννησης

viii)    Τόπος γέννησης

ix)      Ιθαγένεια

x)       Οικογενειακή κατάσταση

xi)      Άλλα ονόματα

xii)     Προσωνυμίες

xiii)    Ψευδώνυμα

xiv)    Σημερινή και παλαιότερη κατοικία ή/και μόνιμη διαμονή

β)      Σωματικά χαρακτηριστικά:

i)        Σωματική περιγραφή

ii)       Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (σημάδια/ουλές/τατουάζ κ.λπ.)

γ)      Στοιχεία εξακρίβωσης ταυτότητας:

i)        Έγγραφα αποδεικτικά ταυτότητας/άδεια οδήγησης

ii)       Αριθμός εθνικού δελτίου ταυτότητας/διαβατηρίου

iii)      Εθνικοί αριθμοί μητρώου/κοινωνικής ασφάλισης, εάν υπάρχουν

iv)      Οπτικές εικονίσεις και άλλες πληροφορίες για την εμφάνιση του προσώπου

v)       Αναγνωριστικά στοιχεία που υπάγονται στο πεδίο των εγκληματολογικών πληροφοριών, όπως δακτυλικά αποτυπώματα, προφίλ DNA (που λαμβάνεται από το μη κωδικοποιητικό τμήμα DNA), προφίλ φωνής, ομάδα αίματος, οδοντιατρικά στοιχεία

δ)      Επάγγελμα και δεξιότητες:

i)        Σημερινή απασχόληση και επαγγελματική δραστηριότητα

ii)       Παλαιότερη απασχόληση και επαγγελματική δραστηριότητα

iii)      Εκπαίδευση (σχολική/πανεπιστημιακή/επαγγελματική)

iv)      Επαγγελματικά προσόντα

v)       Δεξιότητες και άλλες γνώσεις (γλωσσικές/άλλες)

ε)      Οικονομικά στοιχεία:

i)        Χρηματοπιστωτικά στοιχεία (τραπεζικοί λογαριασμοί και κωδικοί, πιστωτικές κάρτες κ.λπ.)

ii)       Χρηματική περιουσία

iii)      Μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία

iv)      Ακίνητη περιουσία

v)       Σχέσεις με επιχειρήσεις

vi)      Τραπεζικές και πιστωτικές επαφές

vii)     Φορολογική κατάσταση

viii)    Άλλα στοιχεία για τη διαχείριση των οικονομικών του προσώπου

στ)    Πληροφορίες ως προς τη συμπεριφορά:

i)        Τρόπος ζωής (ενδεχομένως υπερβολικά πολυτελής) και συνήθειες

ii)       Μετακινήσεις

iii)      Μέρη στα οποία συχνάζει

iv)      Όπλα και άλλα επικίνδυνα όργανα

v)       Βαθμός επικινδυνότητας

vi)      Συγκεκριμένοι κίνδυνοι, όπως πιθανότητα φυγής, χρησιμοποίηση διπλών πρακτόρων, διασυνδέσεις με προσωπικό αρχών επιβολής του νόμου

vii)     Στοιχεία χαρακτήρα με εγκληματολογική σημασία

viii)    Χρήση ναρκωτικών

ζ)      Πρόσωπα επαφής και συνοδείας, περιλαμβανομένου του τύπου και της φύσης των επαφών ή της συνοδείας

η)      Χρησιμοποιούμενα μέσα επικοινωνίας, όπως τηλέφωνο (σταθερό/κινητό), φαξ, σύστημα τηλεειδοποίησης, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομικές διευθύνσεις, συνδέσεις στο Διαδίκτυο

θ)      Χρησιμοποιούμενα μεταφορικά μέσα, όπως αυτοκίνητα, σκάφη, αεροπλάνα, και αναγνωριστικά τους στοιχεία (αριθμοί κυκλοφορίας/νηολόγησης)

ι)       Πληροφορίες σχετικά με εγκληματικές δραστηριότητες:

i)        Προηγούμενες καταδίκες

ii)       Εικαζόμενη συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες

iii)      Τρόποι δράσης

iv)      Μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την προπαρασκευή ή/και τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων

v)       Συμμετοχή σε εγκληματικές ομάδες/οργανώσεις και θέση μέσα στην ομάδα/οργάνωση

vi)      Ρόλος μέσα στην εγκληματική οργάνωση

vii)     Γεωγραφική κλίμακα εγκληματικών δραστηριοτήτων

viii)    Υλικό που συλλέχθηκε κατά τις έρευνες, όπως μαγνητοσκοπήσεις και φωτογραφίες

ια)     Αναφορές σε άλλα συστήματα πληροφοριών στα οποία έχουν καταχωρισθεί προσωπικά στοιχεία:

i)        Ευρωπόλ

ii)       Αστυνομικές/τελωνειακές υπηρεσίες

iii)      Άλλες αρχές επιβολής του νόμου

iv)      Διεθνείς οργανισμοί

v)       Δημόσιοι φορείς

vi)      Ιδιωτικοί φορείς

ιβ)     Πληροφορίες για νομικά πρόσωπα σχετιζόμενα με τα αναφερόμενα στα στοιχεία ε) και ι):

i)        Ονομασία νομικού προσώπου

ii)       Τόπος

iii)      Ημερομηνία και τόπος σύστασης

iv)      Αριθμός διοικητικού μητρώου

v)       Νομική μορφή

vi)      Κεφάλαιο

vii)     Τομέας δραστηριότητας

viii)    Θυγατρικές εσωτερικού και εξωτερικού

ix)      Διοικητικό συμβούλιο

x)       Δεσμοί με τράπεζες.

3.           Ως «πρόσωπα επαφής και συμπράττοντα πρόσωπα», σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε), λογίζονται τα πρόσωπα μέσω των οποίων υπάρχουν επαρκείς λόγοι να πιστεύεται ότι είναι δυνατόν να αντληθούν πληροφορίες για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος παραρτήματος, τα οποία έχουν σημασία για την ανάλυση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συμπεριλαμβάνονται σε κάποια από τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ), δ) και στ). Πρόσωπα επαφής είναι εκείνα τα οποία διατηρούν σποραδικές επαφές με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β). Συμπράττοντα είναι τα πρόσωπα τα οποία διατηρούν τακτικές επαφές με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β).

Όσον αφορά τα πρόσωπα επαφής και τα συμπράττοντα πρόσωπα, μπορούν σύμφωνα με την παράγραφο 2 να αποθηκεύονται δεδομένα ανάλογα με τις ανάγκες, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι τα δεδομένα αυτά χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου τους ως προσώπων επαφής ή συμπραττόντων.

Προς τούτο, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α)      η σχέση των προσώπων αυτών με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) αποσαφηνίζεται όσο το δυνατόν ταχύτερα·

β)      εάν αποδειχθεί αβάσιμη η πεποίθηση ύπαρξης σχέσης των προσώπων αυτών με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), τα δεδομένα διαγράφονται χωρίς καθυστέρηση·

γ)      εάν τα πρόσωπα αυτά είναι ύποπτα για διάπραξη αξιόποινης πράξης που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, ή έχουν καταδικαστεί για την τέλεση τέτοιων αξιόποινων πράξεων, ή υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις, μπορούν να αποθηκεύονται όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

δ)      δεν αποθηκεύονται δεδομένα σχετικά με τα πρόσωπα επαφής και τα συμπράττοντα πρόσωπα των προσώπων επαφής και των συμπραττόντων, εκτός από δεδομένα για το είδος και τη φύση των επαφών και σχέσεών τους με τα πρόσωπα της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β)·

ε)      εάν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθούν σαφώς τα αναφερόμενα στα προηγούμενα στοιχεία, αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αποφασίζεται η ανάγκη και η έκταση της αποθήκευσης δεδομένων για την περαιτέρω ανάλυση.

4.           Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), υπήρξαν θύματα ενός από τα υπό εξέταση αδικήματα ή για τα οποία υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα μπορούσαν να είναι θύματα τέτοιου αδικήματος, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των ακόλουθων κατηγοριών:

α)      Πληροφορίες αναγνώρισης των θυμάτων

β)      Για ποιους λόγους κατέστησαν θύματα

γ)      Βλάβες (σωματικές/οικονομικές/ψυχολογικές/άλλες)

δ)      Εγγύηση της ανωνυμίας

ε)      Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία

στ)    Πληροφορίες περί εγκλημάτων που παρέχονται εκ μέρους ή διαμέσου των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), μεταξύ των οποίων και πληροφορίες για τις σχέσεις τους με άλλα πρόσωπα, εφόσον είναι αναγκαίες για την αναγνώριση των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β).

Εάν αυτό απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των προσώπων ως θυμάτων ή δυνητικών θυμάτων.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

5.           Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), μπορούν να κλητευθούν ως μάρτυρες σε έρευνες που έχουν σχέση με τις υπό εξέταση αξιόποινες πράξεις ή με συνακόλουθες ποινικές διώξεις, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των κατηγοριών που ανταποκρίνονται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)      Πληροφορίες περί εγκλημάτων παρεχόμενες από τα πρόσωπα αυτά, συμπεριλαμβανομένων και πληροφοριών για τις σχέσεις τους με άλλα πρόσωπα που περιέχονται στο αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση

β)      Εγγύηση της ανωνυμίας

γ)      Εγγύηση προστασίας και εκ μέρους ποίου

δ)      Νέα ταυτότητα

ε)      Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία.

Εάν αυτό απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των ανωτέρω προσώπων ως μαρτύρων.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

6.           Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), μπορούν να παράσχουν πληροφορίες για τις υπό εξέταση αξιόποινες πράξεις, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των κατηγοριών που ανταποκρίνονται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)      Κωδικοποιημένα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα

β)      Τύπος των παρεχόμενων πληροφοριών

γ)      Εγγύηση της ανωνυμίας

δ)      Εξασφάλιση προστασίας και εκ μέρους ποίου

ε)      Νέα ταυτότητα

στ)    Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία

ζ)      Αρνητικές εμπειρίες

η)      Ανταμοιβή (Χρηματική/εξυπηρετήσεις)

Εάν απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των ανωτέρω προσώπων ως πληροφοριοδοτών.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

7.           Εάν, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, καταστεί σαφές, βάσει σοβαρών και αποδεδειγμένων ενδείξεων, ότι κάποιο πρόσωπο θα έπρεπε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν παράρτημα, να περιληφθεί σε άλλη κατηγορία προσώπων από εκείνη στην οποία είχε αρχικά περιληφθεί, τότε η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται μόνο τα δεδομένα που επιτρέπονται για τα πρόσωπα της νέας αυτής κατηγορίας, ενώ όλα τα άλλα δεδομένα διαγράφονται.

Εάν από τις παραπάνω ενδείξεις καταδεικνύεται ότι κάποιο πρόσωπο θα έπρεπε να περιληφθεί σε δύο ή περισσότερες κατηγορίες προσώπων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν παράρτημα, τότε η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα που επιτρέπονται για τα πρόσωπα των κατηγοριών αυτών.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.        Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ

1.2.        Σχετικοί τομείς πολιτικής στη δομή ΔΒΔ/ΠΒΔ [46]

Τομέας πολιτικής: Εσωτερικές υποθέσεις

Δραστηριότητα: 18.02 Εσωτερική ασφάλεια

1.3.        Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας

þ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση μετά από πιλοτικό έργο/προπαρασκευαστική δράση[47]

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά την παράταση υφιστάμενης δράσης

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά τη μετατροπή δράσης σε νέα δράση

1.4.        Στόχος(-οι)

1.4.1.     Ο(Οι) πολυετής(-είς) στρατηγικός(-οί) στόχος(-οι) της Επιτροπής τον(τους) οποίο(-ους) αφορά η πρόταση/πρωτοβουλία

Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) άρχισε να λειτουργεί ως διακυβερνητικό όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις σύμβασης η οποία συνήφθη μεταξύ των κρατών μελών και τέθηκε σε ισχύ το 1999. Από την 1η Ιανουαρίου 2010 η Ευρωπόλ μετατράπηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου σε αποκεντρωμένο οργανισμό της ΕΕ για την υποστήριξη και ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών για την καταπολέμηση του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Η απόφαση του Συμβουλίου καθόριζε επίσης λεπτομερώς τους στόχους και τα καθήκοντα της Ευρωπόλ.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας κατήργησε τη δομή των πυλώνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εναρμόνισε τον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας με το κοινοτικό κεκτημένο. Το άρθρο 88 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι η λειτουργία της Ευρωπόλ διέπεται από κανονισμό, ο οποίος εκδίδεται με τη διαδικασία συναπόφασης. Το άρθρο αυτό απαιτεί τον καθορισμό των διαδικασιών και του μηχανισμού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Επίσης, το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης[48], το οποίο καθορίζει πολυετή στρατηγική της ΕΕ στον τομέα δικαιοσύνης και της ασφάλειας, καλεί την Ευρωπόλ να εξελιχθεί και να καταστεί «κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου».

Το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ προβλέπει μέτρα που αφορούν την παροχή υποστήριξης για την κατάρτιση προσωπικού, καθώς και τη συνεργασία όσον αφορά τις ανταλλαγές προσωπικού. Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης αναφέρει ότι είναι σημαντικό να αναβαθμισθεί η κατάρτιση σε θέματα σχετικά με την Ένωση προκειμένου να προωθηθεί μια αυθεντική ευρωπαϊκή παιδεία στους τομείς του δικαίου και της επιβολής του νόμου, καθώς και ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί ο στόχος της συστηματικής διοργάνωσης ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή προτείνει, μαζί με την παρούσα πρόταση, ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα κατάρτισης για την επιβολή του νόμου (LETS) το οποίο θα βασιστεί στις δραστηριότητες που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (ΕΑΑ). Η παρούσα πρόταση αφορά τη συγχώνευση των δύο οργανισμών και αναθέτει στον νέο οργανισμό (που θα προκύψει από τη συγχώνευση) το έργο της εφαρμογής του προγράμματος κατάρτισης.

1.4.2.     Ειδικός(-οί) στόχος(-οι) και δραστηριότητα(-ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ

Δραστηριότητα ΠΒΔ 18 05: Ασφάλεια και προστασία των ελευθεριών

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ 3

Να ενισχυθεί η συνεργασία για την επιβολή του νόμου μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως μέσω της διευκόλυνσης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, της διευκόλυνσης της πρόσβασης στα συναφή δεδομένα και συγχρόνως της διασφάλιση της τήρησης των αρχών προστασίας των δεδομένων, καθώς και της ενίσχυσης του ρόλου της Ευρωπόλ και της ΕΑΑ ως εταίρων των κρατών μελών στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας και στην κατάρτιση στελεχών της αστυνομίας.

Κυριότερα αποτελέσματα της πολιτικής το 2013 – Ο κανονισμός για τη συγχώνευση της ΕΥΡΩΠΟΛ και της ΕΑΑ

Κανονισμός Ευρωπόλ:

Ειδικός στόχος αριθ. 1:

Να λειτουργεί ως το βασικό κέντρο στήριξης των επιχειρήσεων επιβολής του νόμου και εμπειρογνωμοσύνης για την επιβολή του νόμου

Ειδικός στόχος αριθ. 2:                                                                       

Να λειτουργεί ως κέντρο πληροφοριών της ΕΕ σχετικά με την εγκληματικότητα

Ειδικός στόχος αριθ. 3:

Να συντονίζει την εφαρμογή της πολιτικής της ΕΕ για την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου και να παρέχει συναφή κατάρτιση και ανταλλαγές σε επίπεδο ΕΕ

Ειδικός στόχος αριθ. 4:

Να ενισχυθεί η ικανότητα της ΕΕ για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο ώστε να μην προκληθούν βλάβες στους πολίτες και στις επιχειρήσεις της ΕΕ, ούτε ζημίες στην οικονομία της ΕΕ

Σχετική(-ές) δραστηριότητα(-ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ

Δραστηριότητα 18 05: Ασφάλεια και προστασία των ελευθεριών

1.4.3.     Αναμενόμενο(-α) αποτέλεσμα(-τα) και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που θα πρέπει να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους(τις) δικαιούχους/ομάδες στους οποίους/στις οποίες απευθύνεται.

Αποστολή της Ευρωπόλ είναι να παρέχει συνδρομή στις εθνικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνεργασίας που αναπτύσσουν με σκοπό την πρόληψη και καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Η πρόταση, δηλαδή ο κανονισμός για την Ευρωπόλ, παρέχει νέο νομικό πλαίσιο για την Ευρωπόλ. Με την εγκαθίδρυση της νέας νομικής βάσης θα αυξηθεί η ασφάλεια της ΕΕ μέσω της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας της Ευρωπόλ ως προς τη συνδρομή για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σοβαρής διασυνοριακής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας, καθώς και μέσω της ανάθεσης νέων καθηκόντων στην Ευρωπόλ όσον αφορά την κατάρτιση σε θέματα επιβολής του νόμου σε ενωσιακό επίπεδο, καθώς και την υποδοχή κέντρων της ΕΕ με στόχο την επιβολή του νόμου σε συγκεκριμένα φαινόμενα εγκληματικότητας όπως τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο.

Η πρόταση αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες επιτελεί το έργο της η Ευρωπόλ από την άποψη των πληροφοριών ασφαλείας, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τα κράτη μέλη και να συμβάλλει ικανοποιητικότερα στη χάραξη των πολιτικών της ΕΕ. Αναμένεται επίσης ότι μέσω της πρότασης, οι δραστηριότητές της θα ευθυγραμμιστούν καλύτερα με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας και με το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης, καθώς και ότι θα ενισχυθούν η λογοδοσία της Ευρωπόλ και το καθεστώς προστασίας δεδομένων. Η Ευρωπόλ θα μπορεί να παρέχει στα κράτη μέλη τις επικαιροποιημένες υπηρεσίες και προϊόντα που τους χρειάζονται, προκειμένου να τα διευκολύνει και να τα στηρίξει στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας που επηρεάζει τη ζωή των πολιτών της ΕΕ. Η αυξημένη ροή πληροφοριών από τα κράτη μέλη σχετικά με τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, μεταξύ άλλων, και οι βελτιωμένες ρυθμίσεις για την επεξεργασία δεδομένων παράλληλα με ένα εύρωστο καθεστώς προστασίας δεδομένων και αυξημένες δυνατότητες κατάρτισης αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τον ρόλο της Ευρωπόλ στην υποστήριξη των κρατών μελών.

Τα δεδομένα που προέρχονται από ιδιωτικούς φορείς θα μπορούν να υποβάλλονται στην Ευρωπόλ από οποιοδήποτε κράτος μέλος (Εθνική Μονάδα της Ευρωπόλ) με αποτέλεσμα τη μείωση του κινδύνου καθυστερήσεων ή μη διαβίβασης. Οι ανταλλαγές δεδομένων με τρίτες χώρες θα εξορθολογιστούν περαιτέρω, γεγονός που θα έχει θετικό αντίκτυπο στη συνεργασία και την εσωτερική ασφάλεια στην ΕΕ και στις τρίτες χώρες. Εξάλλου, κατ’ αυτόν τον τρόπο θα καταστεί εφικτή μια περισσότερο συντονισμένη αντιμετώπιση των φαινομένων εγκληματικότητας σε παγκόσμια κλίμακα.

Με την πρόταση θεσπίζεται μια νέα αρμοδιότητα για την Ευρωπόλ, στο πλαίσιο της οποίας ενοποιούνται και διευρύνονται ως έναν βαθμό τα καθήκοντα σχετικά με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου τα οποία, επί του παρόντος, εκτελούνται από την ΕΑΑ. Η ενοποίηση και ο εξορθολογισμός των επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων και των αρμοδιοτήτων κατάρτισης σε έναν οργανισμό αναμένεται να δημιουργήσουν μια αλληλοτροφοδοτούμενη δυναμική σχέση. Οι πόροι που θα εξοικονομηθούν χάρη στην εξάλειψη των αλληλεπικαλύψεων σε υποστηρικτικές λειτουργίες μπορούν να ανακατανεμηθούν σε λειτουργίες κατάρτισης, ιδίως για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού προγράμματος κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου (LETS). Στο πλαίσιο αυτό, θα παρέχεται υψηλότερο επίπεδο κατάρτισης, το οποίο αναμένεται να βελτιώσει τα πρότυπα αστυνόμευσης σε όλη την ΕΕ, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, να συμβάλει στη διαμόρφωση κοινής παιδείας στον τομέα της επιβολής του νόμου και, κατ’ επέκταση, να καταστήσει αποτελεσματικότερη την αντίδραση της ΕΕ στις κοινές προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας.

Επιπλέον, με την παρούσα πρόταση θα αυξηθεί η λογοδοσία της Ευρωπόλ και θα ευθυγραμμιστεί η διακυβέρνησή της με τους άλλους ευρωπαϊκούς ρυθμιστικούς οργανισμούς.

Η πρόταση εισάγει ένα ακόμη νέο καθήκον της Ευρωπόλ, και συγκεκριμένα την υποδοχή του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο (EC3), το οποίο ιδρύθηκε στις αρχές του 2013. Το EC3 θα ενισχύσει σημαντικά την ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίζει τις αυξανόμενες απειλές που προέρχονται από τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, με σκοπό να στηριχθούν και να συμπληρωθούν οι προσπάθειες των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη θα επωφεληθούν σημαντικά εάν έχουν στη διάθεσή τους ένα κομβικό σημείο εξοπλισμένο με την πλέον προηγμένη τεχνολογία και εργατικό δυναμικό με υψηλού επιπέδου κατάρτιση και ειδίκευση, το οποίο προσφέρει ευρύ φάσμα υπηρεσιών και προϊόντων. Επιπλέον, ένα κέντρο προσανατολισμένο στο μέλλον, το οποίο προβλέπει τις τάσεις, αναλύει τις απειλές και παρέχει στρατηγική καθοδήγηση για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο θα αποτελέσει σημαντική προστιθέμενη αξία για τα κράτη μέλη. Επίσης θα ενισχυθεί η ικανότητα των οργανισμών και υπηρεσιών της ΕΕ να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις που ανακύπτουν λόγω των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο.

1.4.4.     Δείκτες αποτελεσμάτων και επιπτώσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της υλοποίησης της πρότασης/πρωτοβουλίας.

– Ικανοποίηση των χρηστών όσον αφορά την επιχειρησιακή υποστήριξη που παρέχεται σε επιχειρήσεις ή έρευνες

– Ποσοστό του συνόλου των μηνυμάτων SIENA που αποστέλλονται από τα κράτη μέλη το οποίο κοινοποιείται στην Ευρωπόλ

– Όγκος και ποιοτική στάθμη των πληροφοριών που αποστέλλονται από κάθε κράτος μέλος σε σχέση με τον συνολικό όγκο και την ποιοτική στάθμη των πληροφοριών που αποστέλλονται από τα κράτη μέλη

– Αριθμός ερευνών στις οποίες παρέχει συνδρομή η Ευρωπόλ

– Αριθμός εκθέσεων διασταύρωσης που παραδόθηκαν

– Αριθμός εκθέσεων επιχειρησιακής ανάλυσης που παραδόθηκαν

– Αριθμός κοινών ερευνών, και ιδίως των κοινών ομάδων ερευνών (JIT) στις οποίες παρέχει συνδρομή η Ευρωπόλ

– Αριθμός αιτημάτων SIENA και μηνυμάτων για πληροφορίες που εστάλησαν από την Ευρωπόλ σε εξωτερικούς εταίρους

– Αριθμός αιτημάτων SIENA και μηνυμάτων για πληροφορίες που εστάλησαν από εξωτερικούς εταίρους στην Ευρωπόλ

– Αριθμός υποθέσεων SIENA που κινήθηκαν

– Αριθμός υπόπτων που ταυτοποιήθηκαν, συνελήφθησαν και ασκήθηκε δίωξη σε βάρος τους στα κράτη μέλη

– Αριθμός πραγματοποιηθεισών επιχειρήσεων συνδρομής σε τεχνικά και/ή ιατροδικαστικά θέματα (μεταξύ άλλων επιτόπου)

– Αριθμός υπαλλήλων που εκπαιδεύτηκαν

– Ποιότητα στρατηγικών προϊόντων (λεπτομέρειες, πεδίο εφαρμογής, αναλυτική μέθοδος).

Όσον αφορά την κατάρτιση:

– Αριθμός αναλύσεων αναγκών

– Αριθμός προϊόντων διασφάλισης της ποιότητας

– Αριθμός κοινών προγραμμάτων σπουδών

– Αριθμός ενοτήτων κατάρτισης (και ηλεκτρονικής κατάρτισης εξ αποστάσεως)

– Αριθμός μαθημάτων που παραδόθηκαν

– Αριθμός ανταλλαγών που οργανώθηκαν

– Ικανοποίηση χρηστών.

Τέλος, για την αξιολόγηση του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων του EC3 μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι παρακάτω δείκτες:

– Ο βαθμός συμμετοχής του EC3 στην εξάρθρωση δικτύων εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο μέσω επιτυχών διασυνοριακών επιχειρήσεων υπό τον συντονισμό ή/και με τη στήριξη του EC3 (βάσει του αριθμού των υπόπτων που ταυτοποιούνται, συλλαμβάνονται και διώκονται ποινικά και του αριθμού των θυμάτων που ταυτοποιούνται)

– Ο στρατηγικός ή/και επιχειρησιακός αντίκτυπος σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών των αξιολογήσεων/προβλέψεων τάσεων του EC3 σχετικά με απειλές και κινδύνους

– Η αύξηση του προσωπικού (επιβολής του νόμου ή άλλων υπαλλήλων) που λαμβάνουν ειδική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο

– Ο βαθμός στον οποίο τα νέα εργαλεία τα οποία θέτει σε λειτουργία, συντονίζει ή αναπτύσσει το EC3 χρησιμοποιούνται από το Κέντρο κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεών του ή/και από τα κράτη μέλη

– Ο βαθμός στον οποίο το έργο του EC3 διευκολύνει συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα

– Το ποσοστό συνολικής ικανοποίησης των κρατών μελών από το σύνολο των υπηρεσιών και των προϊόντων του EC3.

1.5.        Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.5.1.     Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών

Η μεταρρύθμιση της Ευρωπόλ στηρίζει μια ευρύτερη διαδικασία επίτευξης μιας ανοικτής και ασφαλούς Ευρώπης που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες, όπως διατυπώθηκε στο Πρόγραμμα της Στοκχόλμης. Μεταξύ άλλων μέσων για την εκπλήρωση αυτού του στόχου, το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης καλεί την Ευρωπόλ «να καταστεί κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου». Επομένως, υπάρχει σαφής διοργανική σύμπτωση απόψεων σε σχέση με τον ρόλο της Ευρωπόλ στην υποστήριξη των αρχών επιβολής του νόμου στο πλαίσιο των κρατών μελών, καθώς και για τη συνολική μελλοντική του εξέλιξη.

Παράλληλα, με βάση τη Συνθήκη της Λισαβόνας και την κοινή δήλωση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς, οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, η δε διακυβέρνησή της θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις προδιαγραφές για όλους τους ρυθμιστικούς οργανισμούς της ΕΕ.

Επιπλέον, όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, τα πρότυπα του καθεστώτος προστασίας δεδομένων της Ευρωπόλ πρέπει να ευθυγραμμιστούν περαιτέρω με εκείνα που ισχύουν στο πλαίσιο άλλων μηχανισμών προστασίας των δεδομένων, το δε δικαίωμα πρόσβασης των φυσικών προσώπων σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν πρέπει να ενισχυθεί με τη θέσπιση εναλλακτικής διαδικασίας για την εξακρίβωση της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Το υψηλότερο επίπεδο κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου που προβλέπεται από την παρούσα πρόταση θα βελτιώσει τα πρότυπα αστυνόμευσης σε όλη την ΕΕ, θα συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου, θα συμβάλει στη διαμόρφωση μιας κοινής παιδείας στον τομέα της επιβολής του νόμου και, κατ’ επέκταση, θα καταστήσει αποτελεσματικότερη την αντίδραση της ΕΕ σε κοινές προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας.

Παρόλο που το φαινόμενο της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο διογκώνεται και γίνεται όλο και πιο σύνθετο, πριν από την ίδρυση του EC3, η ΕΕ δεν είχε στη διάθεσή της επαρκή μέσα για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο, δεδομένου ότι τα εγκλήματα αυτά είναι εξαιρετικά περίπλοκα, εξελίσσονται ραγδαία και απαιτούν τεχνική εμπειρογνωμοσύνη υψηλού επιπέδου για την κατανόηση των χαρακτηριστικών τους και των μεθόδων δράσης των δραστών, αλλά επίσης λόγω της ανεπαρκούς ροής πληροφοριών. Οι εξειδικευμένες γνώσεις υψηλού επιπέδου που αποκτήθηκαν σε επίπεδο κρατών μελών και ΕΕ πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ όλων των κρατών μελών, ούτως ώστε να μπορέσει η ΕΕ να αντιμετωπίσει καλύτερα την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο, φαινόμενο το οποίο είναι από τη φύση του διασυνοριακό και, επομένως, απαιτεί συνεργασία.

1.5.2.     Προστιθέμενη αξία της παρέμβασης της ΕΕ

Συνεργασία για την επιβολή του νόμου εντός της ΕΕ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών και στοιχείων σχετικά με το έγκλημα μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και άλλων αρμόδιων φορέων τόσο εντός της ΕΕ όσο και εκτός αυτής. Η πρόσβαση σε συναφείς και επικαιροποιημένες εγκληματολογικές πληροφορίες, και η ανταλλαγή και ανάλυση των πληροφοριών αυτών είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Η Ευρωπόλ βρίσκεται στην ιδανική θέση για να στηρίξει τη συνεργασία στον τομέα αυτόν και να διασφαλίσει τον συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ.

Αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο από τις εθνικές αστυνομικές δυνάμεις. Απαιτείται συντονισμένη και συνεργατική προσέγγιση από κοινού με δημόσιους και ιδιωτικούς ενδιαφερόμενους φορείς σε ολόκληρη την ΕΕ. Η Ευρωπόλ αποτελεί τον μόνο οργανισμό της ΕΕ ο οποίος στηρίζει την προσπάθεια αυτή των υπηρεσιών επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη, μέσω της παροχής μιας δέσμης επιχειρησιακών υπηρεσιών υψηλού επιπέδου για την καταπολέμηση του σοβαρού διασυνοριακού εγκλήματος (εγκληματολογικές αναλύσεις, ιατροδικαστική και επιχειρησιακή υποστήριξη στις διασυνοριακές έρευνες). Εντούτοις, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει στην Ευρωπόλ να αξιοποιήσει την πλήρη δυναμική της και να εξοπλίσει τα κράτη μέλη με τα απαραίτητα, πλήρη και σύγχρονα εργαλεία. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με νομοθετική μεταρρύθμιση σε ενωσιακό επίπεδο. Η μεταρρύθμιση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, ή να αναληφθεί από την ίδια την Ευρωπόλ με εσωτερική δράση.

Επιπροσθέτως, η Συνθήκη της Λισαβόνας απαιτεί τη θέσπιση μηχανισμού κοινοβουλευτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ και η κοινή δήλωση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς προβλέπει την ευθυγράμμιση της διακυβέρνησης της Ευρωπόλ με κάποιον από τους λοιπούς οργανισμούς της ΕΕ. Τα μέτρα αυτά προϋποθέτουν νομοθετική παρέμβαση της ΕΕ.

Η αξία που προσδίδει η παρέμβαση της ΕΕ στην κατάρτιση σε θέματα επιβολής του νόμου έγκειται στη διασφάλιση συντονισμένης προσέγγισης κατά την ανάπτυξη και εφαρμογή της εν λόγω κατάρτισης. Ήδη έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στον συγκεκριμένο τομέα, τόσο σε εθνικό επίπεδο από τα κράτη μέλη όσο και σε επίπεδο ΕΕ από την ΕΑΑ. Πάντως, όπως αναλύεται στη συνοδευτική ανακοίνωση για ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου, απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες, ώστε να διασφαλιστεί, για παράδειγμα, ότι η κατάρτιση ανταποκρίνεται στις ανάγκες που αναδεικνύονται μέσω των θεμάτων εγκληματικότητας στα οποία δίνει προτεραιότητα η ΕΕ, καθώς και ότι η κατάρτιση σε επίπεδο ΕΕ παρέχεται στο πλαίσιο μια συνεκτικής προσέγγισης σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας.

Το EC3 ιδρύθηκε με σκοπό να εξαλείψει τα πολλαπλά εμπόδια στην αποτελεσματική έρευνα της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο, ώστε να καταστεί αποδοτική τόσο η διερεύνηση των εγκλημάτων αυτού του είδους όσο και η δίωξη των δραστών σε επίπεδο ΕΕ. Πρόκειται για ένα κομβικό εγχείρημα στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής της ΕΕ για τη βελτίωση της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο, και τη μετατροπή του σε χώρο δικαιοσύνης στον οποίο η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών θα κατοχυρώνεται μέσω των συνεργατικών προσπαθειών όλων των ενδιαφερόμενων μερών.

1.5.3.     Διδάγματα από παρόμοιες εμπειρίες στο παρελθόν

Η εξωτερική αξιολόγηση της απόφασης του Συμβουλίου για την Ευρωπόλ προσέφερε γόνιμο έδαφος για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ. Η αξιολόγηση επιβεβαίωσε την εύρυθμη λειτουργία της Ευρωπόλ, την επιχειρησιακή της σημασία και την προστιθέμενη αξία της για την ασφάλεια των ευρωπαίων πολιτών. Παρ’ όλα αυτά, στο πλαίσιο της αξιολόγησης εντοπίστηκαν κάποιοι τομείς οι οποίοι χρήζουν βελτίωσης. Οι διαβουλεύσεις με τα εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τη μεταρρύθμιση της Ευρωπόλ, σε συνδυασμό με μια σειρά ετήσιων και ειδικών εκθέσεων της Ευρωπόλ συνέβαλαν στο να διαμορφωθεί με σαφήνεια το τοπίο της αλλαγής στην Ευρωπόλ. Τα ζητήματα που ανέκυπταν συχνότερα ήταν η ανεπαρκής παροχή πληροφοριών από τα κράτη μέλη, οι νομικοί περιορισμοί στην απευθείας συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και η ανελαστικότητα του νομικού καθεστώτος συνεργασίας με τις τρίτες χώρες (το οποίο, σημειωτέον, θα χρειαστεί να τροποποιηθεί συνεπεία της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας).

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η πρόσβαση σε συναφείς και επικαιροποιημένες εγκληματολογικές πληροφορίες και η κοινοποίησή τους μεταξύ των οργανισμών επιβολής απεδείχθη ότι είναι καίριας σημασίας για την επιτυχή ανάσχεση του διασυνοριακού εγκλήματος. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από την εφαρμογή σειράς μέτρων της ΕΕ όπως, π.χ. η «απόφαση Prüm» και η απόφαση πλαίσιο με την ονομασία «σουηδική πρωτοβουλία».

Όσον αφορά την κατάρτιση, η συνοδευτική ανακοίνωση για ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου αξιοποιεί μια άσκηση χαρτογράφησης που πραγματοποιήθηκε από την ΕΑΑ το 2012, καθώς και εκτενείς διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη και οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι υπάρχει ανάγκη για μια πιο συντονισμένη προσέγγιση, στο πλαίσιο της οποίας θα είναι πιο ενισχυμένος ο ρόλος ενός οργανισμού της ΕΕ που θα ενεργεί ως κινητήρια δύναμη και συντονιστής για την υλοποίηση του προγράμματος, σε στενή συνεργασία με τους άλλους οργανισμούς και τις εθνικές ακαδημίες κατάρτισης. Η ΕΑΑ έχει αποτελέσει αντικείμενο πενταετούς αξιολόγησης η οποία ολοκληρώθηκε το 2011, καθώς και μιας εξωτερικής μελέτης η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της Επιτροπής επικουρικά προς τη διενέργεια μιας εκτίμησης αντικτύπου. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ανάγκες όπως η εντατικοποίηση της κατάρτισης στο θέμα της αστυνόμευσης σε επίπεδο ΕΕ, ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ ΕΑΑ, κρατών μελών και άλλων οργανισμών και η βελτίωση της υφιστάμενης διακυβέρνησης και δομής της ΕΑΑ.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η σφαιρική αντιμετώπιση του φαινομένου του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτεί τεχνική εξέλιξη καταδεικνύει την ανεπάρκεια των συμβατικών τρόπων έρευνας του συγκεκριμένου είδους εγκλημάτων. Για να πάψει η ΕΕ να υστερεί σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο, τα στελέχη των υπηρεσιών επιβολής του νόμου πρέπει να λάβουν υψηλού επιπέδου κατάρτιση σε θέματα τεχνολογίας των πληροφοριών ώστε να εμβαθύνουν στις συναφείς τεχνολογίες, να εξοικειωθούν με τον αναπτυσσόμενο τομέα της ψηφιακής εγκληματολογικής έρευνας και να συμβαδίσουν με τις ταχύτατα εξελισσόμενες τεχνολογίες και τον τρόπο δράσης των εγκληματιών στον κυβερνοχώρο. Παράλληλα με τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις πρέπει να αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς και τεχνολογικά εργαλεία τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο. Ομοίως πρέπει να υπάρχει προσωπικό ικανό να προσαρμόζεται και να αξιοποιεί την υφιστάμενη γνώση και εξειδίκευση.

1.5.4.     Συμβατότητα και πιθανές συνέργειες με άλλες κατάλληλες νομικές πράξεις

Ο κανονισμός για την Ευρωπόλ, με τον οποίο ο οργανισμός καθίσταται κόμβος ανταλλαγής πληροφοριών για την εγκληματικότητα στην Ευρώπη, αναμένεται να συμβάλει στη δημιουργία μιας ανοικτής και ασφαλούς ΕΕ η οποία εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες, όπως διατυπώνεται στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης. Η ενοποίηση των επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων και των αρμοδιοτήτων κατάρτισης σε έναν ενιαίο οργανισμό θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας αλληλοτροφοδοτούμενης δυναμικής σχέσης, η οποία θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της επιχειρησιακής δραστηριότητας, τη χρησιμότητα και τη στόχευση της κατάρτισης σε επίπεδο ΕΕ.

Επιπλέον, μια αποτελεσματική Ευρωπόλ θα μπορέσει να συνδράμει με μεγαλύτερη επιτυχία την επίτευξη των στόχων της ανακοίνωσης της Επιτροπής για μια στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της EE στην πράξη, καθώς και να ενισχύσει την ευρύτερη αστυνομική συνεργασία στην ΕΕ.

Η προτεινόμενη διακυβέρνηση της Ευρωπόλ συμβάλλει στη συνολική συνεκτικότητα του μοντέλου διακυβέρνησης των οργανισμών της ΕΕ, το οποίο προβλέπεται στην κοινή δήλωση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ. Με τη θέσπιση του κοινοβουλευτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ και των νέων μέσων συνεργασίας με τις τρίτες χώρες, η Ευρωπόλ ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (βάσει των οποίων η Επιτροπή, και όχι η Ευρωπόλ, είναι αρμόδια για τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών ανταλλαγής δεδομένων).

Ακόμη ένας σκοπός της πρότασης είναι να οριοθετήσει σαφώς το πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, να αποφύγει αλληλεπικαλύψεις με άλλους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και να εξορθολογίσει τη συνεργασία τους με την Ευρωπόλ. Για να ενισχυθεί αυτή η διαδικασία, είναι σκόπιμο οι λύσεις που προτείνονται στον παρόντα κανονισμό (π.χ. η υποβολή από την Ευρωπόλ αιτήματος προς τα κράτη μέλη για τη διενέργεια ποινικών ερευνών, ενημερώνοντας παράλληλα τη Eurojust) να αποτυπωθούν συν τω χρόνω στη νομική βάση και άλλων οργανισμών (π.χ. της Eurojust).

1.6.        Διάρκεια και δημοσιονομικός αντίκτυπος

¨ Πρόταση/πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας

– ¨  Πρόταση/πρωτοβουλία σε ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ

– ¨  Δημοσιονομικός αντίκτυπος από ΕΕΕΕ έως ΕΕΕΕ

þ Πρόταση/πρωτοβουλία απεριόριστης διάρκειας

– Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το 2013 για το EC3 και από το 2015 για τη μεταρρύθμιση της Ευρωπόλ και την ενοποίηση των δραστηριοτήτων κατάρτισης,

– και, στη συνέχεια, λειτουργία με κανονικό ρυθμό.

1.7.        Προβλεπόμενος(οι) τρόπος(οι) διαχείρισης[49]

þ Κεντρική έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης σε:

– ¨  εκτελεστικούς οργανισμούς

– þ  οργανισμούς που έχουν συσταθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση[50]

– ¨  εθνικούς δημόσιους οργανισμούς / οργανισμούς με αποστολή δημόσιας υπηρεσίας

– ¨  πρόσωπα επιφορτισμένα με την εκτέλεση συγκεκριμένων δράσεων δυνάμει του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 49 του δημοσιονομικού κανονισμού

¨ Από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς (να προσδιοριστούν)

Αν αναφέρονται περισσότεροι από ένας τρόποι διαχείρισης, παρακαλείστε να τους διευκρινίσετε στο τμήμα «Παρατηρήσεις».

Παρατηρήσεις

Τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τους χρηματοοικονομικούς και τους ανθρώπινους πόρους συνδυάζουν το προβλεπόμενο συνολικό ποσό για την Ευρωπόλ όπως έχει προγραμματιστεί για την περίοδο μέχρι το 2020 με τις πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης για την υλοποίηση της προτεινόμενης διευρυμένης αποστολής της Ευρωπόλ, περιλαμβανομένης της κατάρτισης, όπως περιγράφεται στο παρόν δελτίο.

2.           ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

2.1.        Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

Να προσδιορισθούν η συχνότητα και οι όροι

Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της υλοποίησης των δραστηριοτήτων του οργανισμού πρόκειται να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ. Σύμφωνα με την κοινή δήλωση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ, οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ, όπως περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα των εργασιών της, συνοδεύονται από βασικούς δείκτες επιδόσεων, βάσει των οποίων αξιολογούνται επακολούθως στην ετήσια έκθεση πεπραγμένων.

Πέραν των οριζόντιων κανόνων διακυβέρνησης που ισχύουν για τους οργανισμούς, η Ευρωπόλ θα εκπονεί και μια ετήσια έκθεση, ενώ προβλέπεται επίσης η διενέργεια περιοδικής γενικής αξιολόγησης ανά πενταετία κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής.

Για την τακτική παρακολούθηση της παροχής πληροφοριών από τα κράτη μέλη, η Ευρωπόλ θα υποβάλλει ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τις επιδόσεις κάθε κράτους μέλους. Οι εκθέσεις αυτές θα περιέχουν ειδικούς ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες και θα περιγράφουν τάσεις.

Η πρόταση θεσπίζει επίσης τους κανόνες για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, ήτοι της υλοποίησης του προγράμματος εργασιών της Ευρωπόλ και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της.

Αρμόδιο για την εποπτεία της αποδοτικότητας της διοικητικής, επιχειρησιακής και δημοσιονομικής διαχείρισης του Οργανισμού είναι το διοικητικό συμβούλιο.

2.2.        Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου

2.2.1.     Κίνδυνος(οι) που έχει(ουν) προσδιορισθεί

Οι εγκληματικές δραστηριότητες είναι σήμερα πιο σύνθετες, πιο διαφοροποιημένες και πιο παγκοσμιοποιημένες από ποτέ άλλοτε. Τα εγκληματικά και τρομοκρατικά δίκτυα μεγάλης κλίμακας αποτελούν σοβαρή απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της ΕΕ και των πολιτών της. Η λεία και οι δραστηριότητες των εγκληματικών δικτύων καθίστανται ολοένα πιο διαφοροποιημένες, η δε δράση τους ολοένα πιο διασυνοριακή. Οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου δεν μπορούν να εργάζονται πλέον απομονωμένες από τις υπόλοιπες, αλλά καλούνται να συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Ευρωπόλ, η οποία πρόκειται να αποτελέσει το κέντρο της ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εγκληματικότητα. Για να ανταποκριθεί η Ευρωπόλ στα νέα καθήκοντα και στις απαιτήσεις που θεσπίζονται στον νέο κανονισμό, το προσωπικό της πρέπει να ενισχυθεί. Οι δυνατότητες ανακατανομής του υφιστάμενου προσωπικού έχουν ήδη αξιοποιηθεί πλήρως. Η παράλειψη δημιουργίας των προβλεπόμενων νέων θέσεων θα έχει ως συνέπεια τη διαρκή παραβίαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και την υπονόμευση του επιπέδου εσωτερικής ασφάλειας στην ΕΕ.

2.2.2.     Προβλεπόμενη(ες) μέθοδος(οι) ελέγχου

Η Ευρωπόλ θα αποτελέσει αντικείμενο των ακόλουθων ελέγχων: δημοσιονομικού ελέγχου, εσωτερικού ελέγχου, των ετήσιων εκθέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου της ΕΕ, της ετήσιας απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ και πιθανών ερευνών της OLAF για την εξακρίβωση της δέουσας αξιοποίησης των πόρων που διατίθενται στους οργανισμούς. Οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ αποτελούν επίσης αντικείμενο των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης. Οι διοικητικοί αυτοί έλεγχοι παρέχουν διάφορες διαδικαστικές εγγυήσεις οι οποίες διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών.

2.3.        Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας.

Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων, εφαρμόζονται χωρίς περιορισμούς στον Οργανισμό οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999, όπως ορίζεται στο άρθρο 21 του κανονισμού.

3.           ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

3.1.        Τομέας(είς) του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμή(ές) δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

· Υφιστάμενες γραμμές προϋπολογισμού

Σύμφωνα με τη σειρά των τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και των γραμμών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή του προϋπολογισμού || Είδος δαπάνης || Συνεισφορά

Αριθμός [Τομέας………………………...……….] || Διαχ./Μη Διαχ. ([51]) || από χώρες ΕΖΕΣ[52] || από υποψήφιες χώρες[53] || από τρίτες χώρες || κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1) στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού

|| [XX.YY.YY.YY] || Διαχ./Μη Διαχ. || ΝΑΙ/ΟΧΙ || ΝΑΙ/ΟΧΙ || ΝΑΙ/ΟΧΙ || ΝΑΙ/ΟΧΙ

· Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία ([54])

Σύμφωνα με τη σειρά των τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και των γραμμών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή του προϋπολογισμού || Είδος δαπάνης || Συνεισφορά

Αριθμός [Τομέας………………………...……….] || Διαχ./Μη Διαχ. || από χώρες ΕΖΕΣ || από υποψήφιες χώρες || από τρίτες χώρες || κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1) στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού

3 || 18.02YYYY: Ευρωπόλ || Διαχ. || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ

3.2.        Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις δαπάνες

3.2.1.     Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις δαπάνες

σε εκατ. ΕΥΡΩ (τρία δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου: || 3 || Ασφάλεια και ιθαγένεια

Ευρωπόλ || || || Έτος 2015[55] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Τίτλος 1 || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1) || || || || || || ||

Πληρωμές || (2) || || || || || || ||

Τίτλος 2 || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1α) || || || || || || ||

Πληρωμές || (2α) || || || || || || ||

Τίτλος 3 || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (3α) || || || || || || ||

|| Πληρωμές || (3β) || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων για την ΕΥΡΩΠΟΛ[56] [57] || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =1+1α +3α ||  99,675 ||  100,667 ||  102,657 ||  104,689 ||  106,760 ||  108,874 ||  623,322

Πληρωμές || =2+2α +3β ||  99,675 ||  100,667 ||  102,657 ||  104,689 ||  106,760 ||  108,874 ||  623,322

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου: || 5 || «Διοικητικές δαπάνες»

σε εκατ. ΕΥΡΩ (τρία δεκαδικά ψηφία)

|| || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: Εσωτερικές Υποθέσεις ||

Ÿ Ανθρώπινοι πόροι || 0,615 || 0,615 || 0,615 || 0,615 || 0,615 || 0,615 || 3,690

Ÿ Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0,038 || 0,288 || 0,288 || 0,038 || 0,288 || 0,288 || 1,228

ΣΥΝΟΛΟ για τη ΓΔ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ || Πιστώσεις || 0,653 || 0,903 || 0,903 || 0,653 || 0,903 || 0,903 || 4,918

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων στον τομέα 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || (Συνολικές αναλήψεις υποχρεώσεων = Συνολικές πληρωμές) || 0,653 || 0,903 || 0,903 || 0,653 || 0,903 || 0,903 || 4,918

σε εκατ. ΕΥΡΩ (τρία δεκαδικά ψηφία)

|| || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων στους ΤΟΜΕΙΣ 1 έως 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || 100,328 || 101,570 || 103,560 || 105,342 || 107,663 || 109,777 || 628,240

Πληρωμές || 100,328 || 101,570 || 103,560 || 105,342 || 107,663 || 109,777 || 628,240

Επιπτώσεις στις δαπάνες του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) || ||

σε εκατ. ΕΥΡΩ (τρία δεκαδικά ψηφία)

|| || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Ÿ Ανθρώπινοι πόροι || 0,111 || 0,111 || 0,111 || 0,111 || 0,111 || 0,111 || 0,666

Ÿ Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0,139 || 0,142 || 0,145 || 0,148 || 0,150 || 0,153 || 0,877

ΣΥΝΟΛΟ για τον ΕΕΠΔ || (Συνολικές αναλήψεις υποχρεώσεων = Συνολικές πληρωμές) || 0,250 || 0,253 || 0,256 || 0,259 || 0,261 || 0,264 || 1,543

3.2.2.     Εκτιμώμενες επιπτώσεις στις πιστώσεις του οργανισμού

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως περιγράφεται κατωτέρω:

Πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων σε εκατ. ΕΥΡΩ (3 δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα ò || || || Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Είδος[58] || Μέσο κόστος || Αριθμός || Κόστος || Αριθμός || Κόστος || Αριθμός || Κόστος || Αριθμός || Κόστος || Αριθμός || Κόστος || Αριθμός || Κόστος || Συνολικός αριθμός || Συνολικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΑΡΙΘ. 1[59] Να λειτουργήσει η Ευρωπόλ ως το βασικό κέντρο στήριξης των επιχειρήσεων επιβολής του νόμου και εμπειρογνωμοσύνης για την επιβολή του νόμου || || || || || || || || || || || || || ||

- Αποτέλεσμα || Υποστήριξη διασυνοριακών ερευνών μέσω της παροχής στοιχείων και εκθέσεων επιχειρησιακών αναλύσεων, συντονισμός κοινών επιχειρήσεων || 0,009 || 3800 || 31,244 || 3509 || 31,582 || 3560 || 32,041 || 3600 || 32,400 || 3660 || 32,941 || 3745 || 33,704 || 21874 || 193,912

- Αποτέλεσμα || Παροχή πλατφορμών για εξειδικευμένους τομείς, προϊόντα γνώσης και ανταλλαγή πρωτοποριακών τεχνικών για την καταπολέμηση του εγκλήματος || 0,163 || 50 || 7,811 || 48 || 7,895 || 49 || 8,010 || 50 || 8,100 || 51 || 8,235 || 52 || 8,426 || 300 || 48.477

Υποσύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1 || || 39,055 || || 39,477 || || 40,051 || || 40,501 || || 41,177 || || 42,131 || || 242,390

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΑΡΙΘ. 2 Να λειτουργεί η Ευρωπόλ ως κέντρο πληροφοριών της ΕΕ σχετικά με την εγκληματικότητα ||

- Αποτέλεσμα || Εκπόνηση στρατηγικών αξιολογήσεων απειλών σοβαρών διακρατικών εγκλημάτων και τρομοκρατικών ενεργειών || 0,298 || 45 || 12,888 || 44 || 13,027 || 44 || 13,217 || 45 || 13,365 || 46 || 13,588 || 47 || 13,903 || 271 || 79,988

- Αποτέλεσμα || Παροχή αποδοτικών και ασφαλών εργαλείων ανταλλαγής πληροφοριών και διαύλων επικοινωνίας για τα κράτη μέλη || 0,672 || 20 || 12,888 || 19 || 13,027 || 20 || 13,217 || 20 || 13,365 || 20 || 13,588 || 21 || 13,903 || 120 || 79,988

- Αποτέλεσμα || Βελτίωση της ικανότητας ανάλυσης μέσω της βελτίωσης των συστημάτων ανάλυσης και της αύξησης της εξειδίκευσης του προσωπικού || 0,554 || 25 || 13,279 || 24 || 13,423 || 25 || 13,617 || 25 || 13,771 || 25 || 14,001 || 26 || 14,325 || 150 || 82,416

Υποσύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2 || || 39,055 || || 39,477 || || 40,051 || || 40,501 || || 41,177 || || 42,131 || || 242,390

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΑΡΙΘ. 3 Συντονισμός της υλοποίησης της πολιτικής της ΕΕ για την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου και παροχή της συναφούς κατάρτισης και ανταλλαγών σε επίπεδο ΕΕ. ||

- Αποτέλεσμα || Ανάγκες, συντονισμός και προϊόντα διασφάλισης ποιότητας || 0,222 || 6 || 1,301 || 6 || 1,301 || 6 || 1,301 || 6 || 1,301 || 6 || 1,301 || 6 || 1,301 || 36 || 7,807

- Αποτέλεσμα || Κοινό πρόγραμμα σπουδών, ενότητες κατάρτισης, ενότητες ηλεκτρονικής μάθησης || 0,108 || 18 || 1,899 || 18 || 1,899 || 18 || 1,899 || 18 || 1,899 || 18 || 1,899 || 18 || 1,899 || 108 || 11,393

- Αποτέλεσμα || Δεν παραδόθηκαν μαθήματα || 0,038 || 135 || 5,121 || 135 || 5,121 || 135 || 5,121 || 135 || 5,121 || 135 || 5,121 || 135 || 5,121 || 810 || 30,728

- Αποτέλεσμα || Δεν διοργανώθηκαν ανταλλαγές || 0,003 || 415 || 1,245 || 145 || 0,434 || 196 || 0,587 || 248 || 0,743 || 300 || 0,901 || 354 || 1,063 || 1658 || 4,971

Υποσύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 3 || || 9,566 || || 8,755 || || 8,908 || || 9,064 || || 9,222 || || 9,384 || || 54,899

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΑΡΙΘ. 4 Ενίσχυση της ικανότητας της ΕΕ να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο προς αποφυγή ζημιογόνων επιπτώσεων στους πολίτες, στις επιχειρήσεις και στην οικονομία της ΕΕ ||

- Αποτέλεσμα || Στήριξη των ερευνών των κρατών μελών για την εξάρθρωση εγκληματικών δικτύων στον κυβερνοχώρο || 1,237 || 2 || 4,500 || 2 || 4,860 || 2 || 5,117 || 2 || 5,484 || 3 || 5,695 || 3 || 5,711 || 14 || 31,367

- Αποτέλεσμα || Πληροφορίες σχετικά με ανταλλαγές μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων μερών και συγχώνευση δεδομένων || 0,516 || 4 || 3,750 || 4 || 4,049 || 5 || 4,265 || 5 || 4,570 || 5 || 4,745 || 5 || 4,759 || 28 || 26,138

- Αποτέλεσμα || Παροχή στρατηγικών αξιολογήσεων πανευρωπαϊκής εμβέλειας, ανάπτυξη εγκληματολογι-κών εργαλείων, συμπράξεις ιδιωτικού-δημόσιου τομέα, κατάρτιση || 0,344 || 6 || 3,750 || 6 || 4,049 || 7 || 4,265 || 7 || 4,570 || 8 || 4,745 || 8 || 4,759 || 42 || 26,138

Υποσύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 4 || || 12,000 || || 12,958 || || 13,647 || || 14,624 || || 15,185 || || 15,229 || || 83,643

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ || || 99,675 || || 100,667 || || 102,657 || || 104,689 || || 106,76 || || 108,874 || || 623,322

3.2.3.     Εκτιμώμενες επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους [του φορέα]

3.2.3.1.  Συνοπτική παρουσίαση

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως περιγράφεται κατωτέρω:

– Παραδοχή: Οι αλλαγές στο προσωπικό πραγματοποιούνται στα μέσα του έτους.

– Στα αριθμητικά στοιχεία συνυπολογίζονται τα 10,1 εκατομμύρια ευρώ που θα εξοικονομηθούν κατά την περίοδο 2015-2020 από τις 14 θέσεις έκτακτων υπαλλήλων χάρη στην απορρόφηση της ΕΑΑ από την Ευρωπόλ.

Αριθμός υπαλλήλων

|| Έτος 2015[60] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020

Μόνιμοι υπάλληλοι (Βαθμοί AD) || || || || || ||

Μόνιμοι υπάλληλοι (Βαθμοί AST) || || || || || ||

Συμβασιούχοι υπάλληλοι || 106 || 106 || 106 || 106 || 106 || 106

Έκτακτοι υπάλληλοι || 502 || 497 || 492 || 492 || 496 || 500

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες || 45,5 || 45,5 || 45,5 || 45,5 || 45,5 || 45,5

ΣΥΝΟΛΟ || 653,5 || 648,5 || 643,5 || 643,5 || 647,5 || 651,5

Εκατομμύρια ΕΥΡΩ ((3 δεκαδικά ψηφία))

|| Έτος 2015[61] || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Μόνιμοι υπάλληλοι (Βαθμοί AD) || || || || || || ||

Μόνιμοι υπάλληλοι (Βαθμοί AST) || || || || || || ||

Συμβασιούχοι υπάλληλοι || 7,420 || 7,420 || 7,420 || 7,420 || 7,420 || 7,420 || 44,520

Έκτακτοι υπάλληλοι || 65,107 || 65,435 || 64,780 || 64,452 || 64,714 || 65,238 || 389,726

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες || 3,549 || 3,549 || 3,549 || 3,549 || 3,549 || 3,549 || 21,294

ΣΥΝΟΛΟ || 76,076 || 76,404 || 75,749 || 75,421 || 75,683 || 76,207 || 455,540

3.2.3.2.  Εκτιμώμενες ανάγκες της αρμόδιας ΓΔ σε ανθρώπινους πόρους

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρωπίνων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Η εκτίμηση εκφράζεται σε ακέραια ποσά (ή το πολύ με ένα δεκαδικό ψηφίο)

|| Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος2017 || Έτος2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020

Ÿ Θέσεις εργασίας στον πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων) ||

18 01 01 01 (Έδρα και γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής) || 3,5 || 3,5 || 3,5 || 3.5 || 3,5 || 3,5

XX 01 01 02 (Αντιπροσωπείες) || || || || || ||

XX 01 05 01 (Έμμεση έρευνα) || || || || || ||

10 01 05 01 (Άμεση έρευνα) || || || || || ||

Ÿ Εξωτερικό προσωπικό (σε Ισοδύναμα Πλήρους Απασχόληση: ΙΠΑ)[62]

18 01 02 01 (ΣΥ, ΑΕΕ, ΠΠ από το «συνολικό κονδύλιο») || 2 || 2 || 2 || 2 || 2 || 2

XX 01 02 02 (ΣΥ, ΤΥ, ΑΕΕ, ΠΠ και ΝΕΑ στις αντιπροσωπείες) || || || || || ||

XX 01 04 yy[63] || - στην έδρα[64] || || || || || ||

- σε αντιπροσωπείες || || || || || ||

XX 01 05 02 (ΣΥ, ΑΕΕ, ΠΠ - Έμμεση έρευνα) || || || || || ||

10 01 05 02 (ΣΥ, ΑΕΕ, ΠΠ - Άμεση έρευνα) || || || || || ||

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ || 5,5 || 5,5 || 5,5 || 5,5 || 5,5 || 5,5

XX είναι ο τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης ή/και που έχει ή θα ανακατανεμηθεί στους κόλπους της ίδιας της ΓΔ. Η διαχείριση της δράσης δεν συνεπάγεται αύξηση του προσωπικού της διαχειρίστριας ΓΔ ειδικά για αυτόν τον σκοπό.

Περιγραφή των καθηκόντων προς εκτέλεση:

Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι || Εκπροσώπηση της Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού. Σύνταξη της γνώμης της Επιτροπής σχετικά με το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών και παρακολούθηση της υλοποίησής του. Παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Ένας μόνιμος υπάλληλος αναλαμβάνει την παρακολούθηση της υλοποίησης και συνδράμει στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων κατάρτισης. Ένας μόνιμος υπάλληλος αναλαμβάνει την επίβλεψη των εργασιών του EC3 με σκοπό ιδίως να εξακριβώνει την εκπλήρωση των στόχων του. Στο καθήκον αυτό περιλαμβάνεται η εκπροσώπηση της Επιτροπής στην επιτροπή διεύθυνσης του EC3. Ο υπάλληλος αυτός θα ενεργεί επίσης ως σύνδεσμος μεταξύ του EC3 και των εργασιών πολιτικής της Επιτροπής που εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα του EC3.

Εξωτερικό προσωπικό || Οι μόνιμοι και οι έκτακτοι υπάλληλοι επικουρούνται στα παραπάνω καθήκοντα από δύο ΑΕΕ, οι οποίοι συνδράμουν επίσης τον Οργανισμό στην ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του σύμφωνα με τις πολιτικές της ΕΕ, συμμετέχοντας, μεταξύ άλλων, σε συναντήσεις εμπειρογνωμόνων.

Η περιγραφή του υπολογισμού του κόστους των θέσεων που εκφράζονται σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης πρέπει να περιλαμβάνεται στο τμήμα 3 του παραρτήματος.

3.2.3.3.  Εκτιμώμενες ανάγκες του ΕΕΠΔ σε ανθρώπινους πόρους

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρωπίνων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Η εκτίμηση εκφράζεται σε ακέραια ποσά (ή το πολύ με δύο δεκαδικά ψηφία)

|| Έτος 2015 || Έτος 2016 || Έτος 2017 || Έτος 2018 || Έτος 2019 || Έτος 2020

Ÿ Θέσεις εργασίας στον πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων) ||

XX 01 01 01 (Έδρα και γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής) || 0,65 || 0,65 || 0,65 || 0,65 || 0,65 || 0,65

XX 01 01 02 (Αντιπροσωπείες) || || || || || ||

XX 01 05 01 (Έμμεση έρευνα) || || || || || ||

10 01 05 01 (Άμεση έρευνα) || || || || || ||

Ÿ Εξωτερικό προσωπικό (σε Ισοδύναμα Πλήρους Απασχόληση: ΙΠΑ)[65]

XX 01 02 01 (ΣΥ, ΑΕΕ, ΠΠ από το «συνολικό κονδύλιο») || 0,35 || 0,35 || 0,35 || 0,35 || 0,35 || 0,35

XX 01 02 02 (ΣΥ, ΤΥ, ΑΕΕ, ΠΠ και ΝΕΑ στις αντιπροσωπείες) || || || || || ||

XX 01 04 yy[66] || - στην έδρα[67] || || || || || ||

- στις αντιπροσωπείες || || || || || || ||

XX 01 05 02 (ΣΥ, ΑΕΕ, ΠΠ - Έμμεση έρευνα) || || || || || ||

10 01 05 02 (ΣΣ, ΑΕΕ, ΠΠ, Άμεση έρευνα) || || || || || ||

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ || 1 || 1 || 1 || 1 || 1 || 1

3.2.3.4.  Εκτιμώμενες απαιτήσεις για λοιπές διοικητικές δαπάνες του ΕΕΠΔ

ŸΛοιπές διοικητικές δαπάνες || Έτος || Έτος || Έτος || Έτος || Έτος || Έτος || ΣΥΝΟΛΟ ||

2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 ||

Συνεδριάσεις || 0,082 || 0,084 || 0,085 || 0,087 || 0,089 || 0,091 || 0,517 ||

Αποστολές || 0,007 || 0,007 || 0,007 || 0,007 || 0,008 || 0,008 || 0,044 ||

Εκδόσεις / Μεταφράσεις || 0,050 || 0,051 || 0,052 || 0,053 || 0,054 || 0,055 || 0,315 ||

ΣΥΝΟΛΟ || (Συνολικές αναλήψεις υποχρεώσεων = Συνολικές πληρωμές) || 0,139 || 0,142 || 0,145 || 0,148 || 0,150 || 0,153 || 0,877 ||

3.2.4.     Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία είναι συμβατή με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί αναπρογραμματισμό του σχετικού τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός και να προσδιοριστούν οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού και τα αντίστοιχα ποσά.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί εφαρμογή του μέσου ευελιξίας ή αναθεώρηση του δημοσιονομικού πλαισίου[68].

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι τομείς και οι γραμμές του προϋπολογισμού και τα αντίστοιχα ποσά.

3.2.5.     Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

– þ Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτα μέρη.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία προβλέπει συγχρηματοδότηση που εκτιμάται παρακάτω:

Πιστώσεις σε εκατομμύρια ευρώ (3 δεκαδικά ψηφία)

|| Έτος N || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να αντικατοπτρίζεται η διάρκεια του αντικτύπου (βλ. σημείο 1.6) || Σύνολο

Να προσδιοριστεί ο φορέας συγχρηματοδότησης || || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων || || || || || || || ||

3.3.        Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει κανένα δημοσιονομικό αντίκτυπο στα έσοδα.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τον ακόλουθο δημοσιονομικό αντίκτυπο:

– ¨         στους ίδιους πόρους

– ¨         στα διάφορα έσοδα

εκατομμύρια ΕΥΡΩ (τρία δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού: || Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον δημοσιονομικό έτος || Αντίκτυπος της πρότασης/πρωτοβουλίας[69]

Έτος N || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να αντικατοπτρίζεται η διάρκεια του αντικτύπου (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο …………. || || || || || || || ||

Για τα διάφορα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστεί(-ούν) η(οι) γραμμή(-ές) δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

[…]

Να προσδιοριστεί η μέθοδος υπολογισμού του αντικτύπου στα έσοδα.

[…]

Παραρτήματα του Νομοθετικού Δημοσιονομικού Πλαισίου

Παράρτημα 1: Ανάγκες του EC3 σε προσωπικό για την περίοδο 2013 - 2019

Προσωπικό - 2013

Η Ευρωπόλ θα ανακατανείμει 5 θέσεις εργασίας συν 7 κενές θέσεις στο EC3. Οι κενές θέσεις θα καλυφθούν με την εξής σειρά:

– 1 αναλυτής βαθμού AD6, στο πλαίσιο των γενικών προσλήψεων αναλυτών από την Ευρωπόλ

– 3 εμπειρογνώμονες βαθμού AD6 στα αρχεία εργασίας δεδομένων προς ανάλυση Cyborg – Twins - Terminal

– 2 εμπειρογνώμονες βαθμού AD6 σε θέματα συγχώνευσης δεδομένων

– 1 υψηλόβαθμος εμπειρογνώμονας βαθμού AD7 σε εγκληματολογικά θέματα

Το Κέντρο μπορεί επίσης να προσλάβει επιπρόσθετους ΑΕΕ (υπό συζήτηση)

2013 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί Έκτακτοι Υπάλληλοι (ΕΥ) 2012 || 4 || 1 || 1 || 1 || 17 || 1 || 25

Βασικοί ΑΕΕ 2012 || || 1 || || || 5 || || 6

Ανακατανομή ΕΥ || || || +1 || || || +3 || +4

Ανακατανομή ΑΕΕ || || || +1 || || || || +1

Ανακατανομή κενών θέσεων || || || +1 || +2 || +4 || || +7

Νέοι ΑΕΕ || || +1 || || || || || +1

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ 2013 || 4 || 1 || 3 || 3 || 21 || 4 || 36

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ 2013 || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2014

Δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν οι επιχειρησιακές ανάγκες του EC3 για το 2013, για το 2014 έχουν ζητηθεί 17 θέσεις εργασίας για έκτακτους υπαλλήλους. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2. Η κατανομή βαθμών στις 17 θέσεις είναι η εξής:

– 11 θέσεις βαθμού AD5: Συγχώνευση - 1, Επιχειρήσεις – 7, Προσέγγιση/Επικοινωνία – 2, Κατάρτιση - 1

– 3 θέσεις βαθμού AD6: Εγκληματολογία - 3

– 2 θέσεις βαθμού AD7: Διαχείριση – 1, Στρατηγική – 1

– 1 θέση βαθμού AD12: Διαχείριση - 1

2014 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 4 || 1 || 3 || 3 || 21 || 4 || 36

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || +1 || +2 || +4 || +1 || +7 || +2 || +17

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 5 || 3 || 7 || 4 || 28 || 6 || 53

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2015

Για το 2015 έχουν ζητηθεί 21 θέσεις εργασίας. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2.

Η κατανομή βαθμών στις 21 θέσεις είναι η εξής:

– 19 θέσεις βαθμού AD5: Επιχειρήσεις – 10, Προσέγγιση/Επικοινωνία – 1, Έρευνα – 1, Συγχώνευση δεδομένων - 7

– 1 θέση βαθμού AD6: Στρατηγική – 1

– 1 θέση βαθμού AD7: Εγκληματολογία – 1

2015 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 5 || 3 || 7 || 4 || 28 || 6 || 53

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || +1 || +1 || +2 || +7 || +10 || || +21

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 6 || 4 || 9 || 11 || 38 || 6 || 74

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2016

Για το 2016 έχουν ζητηθεί 4 θέσεις εργασίας. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2.

Η κατανομή βαθμών στις 4 θέσεις είναι η εξής:

– 4 θέσεις βαθμού AD5: Επιχειρήσεις – 2, Εγκληματολογία – 1, Στρατηγική – 1

2016 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 6 || 4 || 9 || 11 || 38 || 6 || 74

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || +1 || || +1 || || +2 || || +4

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 7 || 4 || 10 || 11 || 40 || 6 || 78

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2017

Για το 2017 έχουν ζητηθεί 4 θέσεις εργασίας. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2.

Η κατανομή βαθμών στις 4 θέσεις είναι η εξής:

– 4 θέσεις βαθμού AD5: Επιχειρήσεις – 3, Προσέγγιση - 1

2017 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 7 || 4 || 10 || 11 || 40 || 6 || 78

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || || +1 || || || +3 || || +4

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 7 || 5 || 10 || 11 || 43 || 6 || 82

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2018

Για το 2018 έχουν ζητηθεί 4 θέσεις εργασίας. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2.

Η κατανομή βαθμών στις 4 θέσεις είναι η εξής:

– 3 θέσεις βαθμού AD5: Επιχειρήσεις – 3

– 1 θέση βαθμού AD6: Εγκληματολογία - 1

2018 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 7 || 5 || 10 || 11 || 43 || 6 || 82

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || || || +1 || || +3 || || +4

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 7 || 5 || 11 || 11 || 46 || 6 || 86

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Προσωπικό - 2019

Για το 2019 έχουν ζητηθεί 4 θέσεις εργασίας. Για αναλυτική αιτιολόγηση, βλ. παράρτημα 2.

Η κατανομή βαθμών στις 4 θέσεις είναι η εξής:

– 4 θέσεις βαθμού AD5: Επιχειρήσεις – 2, Ενοποίηση – 1, Κατάρτιση - 1

2019 || Στρατηγικός σχεδιασμός και πρόληψη || Προσέγγιση και επικοινωνία || Ε&Α, εγκληματολογία και κατάρτιση || Συγχώνευση δεδομένων || Επιχειρήσεις || Διαχείριση || ΣΥΝΟΛΟ

Βασικοί ΕΥ || 7 || 5 || 11 || 11 || 46 || 6 || 86

Βασικοί ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Επιπρόσθετοι ΕΥ || || || +1 || +1 || +2 || || +4

Επιπρόσθετοι ΑΕΕ || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΟ ΕΥ || 7 || 5 || 12 || 12 || 48 || 6 || 90

ΣΥΝΟΛΟ ΑΕΕ || || 2 || 1 || || 5 || || 8

Παράρτημα 2: Αναλυτική αιτιολόγηση των αναγκών του EC3 σε προσωπικό

Επιχειρησιακοί τομείς του EC3

1.           ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Ορισμός

Η συγχώνευση δεδομένων αποτελεί νέα ικανότητα στους κόλπους της Ευρωπόλ, απαραίτητη για τη λειτουργία του EC3. Σύμφωνα με τις αναλύσεις της Επιτροπής και του ιδρύματος RAND πρόκειται για μια λειτουργία θεμελιώδη για την επιτυχία του EC3.

Στην ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή δήλωσε:

«Η λειτουργία της συγχώνευσης πληροφοριών θα διασφάλιζε τη συλλογή πληροφοριών για εγκλήματα στον κυβερνοχώρο από το ευρύτερο δυνατό φάσμα δημόσιων, ιδιωτικών και ανοικτών πηγών, εμπλουτίζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία της αστυνομίας», το δε Συμβούλιο επισημαίνει στα συμπεράσματά του ότι πρέπει να αποτελέσει «το εστιακό σημείο για την καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο της ΕΕ, συμβάλλοντας στην ταχύτερη αντίδραση σε επιθέσεις στον κυβερνοχώρο».

Υπηρεσίες

Οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της συγχώνευσης δεδομένων μπορούν να ομαδοποιηθούν όπως περιγράφεται στη συνέχεια. Για κάθε μία από αυτές, υποδεικνύεται εάν πρόκειται για νέο καθήκον της Ευρωπόλ ή για βελτιωμένο υφιστάμενο καθήκον:

1.           ΝΕΟ ΚΑΘΗΚΟΝ – Κάλυψη των υπαρχόντων κενών στις πληροφορίες που παρέχουν οι κοινότητες οι οποίες είναι υπεύθυνες για την ασφάλεια και την καταπολέμηση των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο. Μία από τις δραστηριότητες στο πλαίσιο του συγκεκριμένου καθήκοντος συνίσταται στη βελτίωση των υποχρεώσεων αναφοράς, προς τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, αδικημάτων στον κυβερνοχώρο

2.           ΝΕΟ ΚΑΘΗΚΟΝ – Εξοικείωση των κρατών μελών με σημαντικές υποθέσεις και έρευνες στην ΕΕ, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο συντονισμός εκ των προτέρων ή κατά τη διάρκεια των ερευνών, ώστε να μεγιστοποιηθούν τα αποτελέσματα και ελαχιστοποιηθούν οι επενδύσεις σε πόρους

3.           ΝΕΟ ΚΑΘΗΚΟΝ – Προληπτικός διερευνητικός έλεγχος του περιβάλλοντος στον κυβερνοχώρο για τον εντοπισμό νέων απειλών κατά την εμφάνισή τους, με αντίστοιχη ενημέρωση των ενδιαφερόμενων μερών

4.           ΝΕΟ ΚΑΘΗΚΟΝ – Δημιουργία γραφείου εξυπηρέτησης για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, το οποίο θα λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως επτά ημέρες την εβδομάδα για τις μονάδες επιβολής του νόμου των κρατών μελών

5.           ΝΕΟ ΚΑΘΗΚΟΝ – Συντονισμός των δραστηριοτήτων των ΕΥΡΩΠΟΛ-CERT (ομάδες αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών στην πληροφορική) προκειμένου να βελτιωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών με την κοινότητα των CERT.

Πόροι

Η Ευρωπόλ δεν διαθέτει εσωτερικούς πόρους με τα πολύ ειδικά προσόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση καθηκόντων που αφορούν τη λειτουργία της συγχώνευσης δεδομένων. Ως εκ τούτου, η εκτέλεση αυτών των καθηκόντων θα αποτελέσει προτεραιότητα για το EC3 κατά τη διάρκεια του 2014 και του 2015. Από το 2013 και μέχρι την πλήρη κατανομή του προσωπικού θα εφαρμοστούν προσωρινές λύσεις για τη δημιουργία μιας στοιχειώδους υπηρεσίας συγχώνευσης δεδομένων, η οποία θα μετεξελιχθεί σταδιακά στην υψηλού επιπέδου υπηρεσία που προσδοκούν από το EC3 η Επιτροπή, το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέλη.

2014 (+ 1 AD5) = 4 ΕΥ

Το 2014, η συγχώνευση δεδομένων θα επικεντρωθεί στα καθήκοντα 1, 4 και 5 ανωτέρω. Τα καθήκοντα 2 και 3 θα ξεκινήσουν, αλλά η πλήρης δυναμική τους αναμένεται να αξιοποιηθεί το 2015.

2015 (+ 7 θέσεις βαθμού AD5) = 11 ΕΥ

Το επιπρόσθετο προσωπικό που έχει ζητηθεί για το 2015 είναι το ελάχιστο απαιτούμενο για την επίτευξη ενός αποδεκτού επιπέδου ποιότητας της κρίσιμης αυτής υπηρεσίας. Με την προσθήκη του ζητούμενου επιπρόσθετου προσωπικού το 2015, αναμένεται ότι η υπηρεσία της συγχώνευσης δεδομένων θα καταστεί πλήρως λειτουργική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί η ικανοποίηση των ελάχιστων απαιτήσεων που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή και το Συμβούλιο. Οκτώ θέσεις ΙΠΑ και 1 αρχηγός ομάδας αποτελούν το ελάχιστο επίπεδο στελέχωσης μιας υπηρεσίας, όπως η υπηρεσία συγχώνευσης δεδομένων, η οποία θα λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως επτά ημέρες την εβδομάδα. Αντικείμενο των υπόλοιπων δύο θέσεων ΙΠΑ θα είναι τα καθήκοντα 1, 2 και 3.

2016 – 2019 (+1 θέση βαθμού AD5) = 12 ΕΥ

Στόχος είναι να επιτευχθεί επίπεδο στελέχωσης 12 ΕΥ το 2019, το οποίο αφενός διασφαλίζει τη δέουσα υποστήριξη όλων των καθηκόντων και, αφετέρου, ανταποκρίνεται στην ανοδική τάση του όγκου και του αριθμού των πληροφοριών στον κυβερνοχώρο.

2.           ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ορισμός

Η υπηρεσία «Επιχειρήσεις» συντονίζει διασυνοριακές επιχειρήσεις (ή έρευνες) μεγάλης εμβέλειας, παρέχει υπηρεσιακές αναλύσεις και υποστήριξη, καθώς και τεχνικές και ψηφιακές εγκληματολογικές αναλύσεις τόσο σε περιβάλλον εργαστηρίου όσο και επιτόπου.

Η υπηρεσία «Επιχειρήσεις» παρέχει την υψηλού επιπέδου τεχνική, αναλυτική και εγκληματολογική της ειδίκευση στο πλαίσιο κοινών ερευνών για υποθέσεις εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές της στην επίτευξη του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος και στη διευκόλυνση της διασύνδεσης μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου εκτός ΕΕ.

Η υπηρεσία συνεργάζεται στενά με την EUROJUST και την ΙΝΤΕΡΠΟΛ, συνδράμοντας και συντονίζοντας σύνθετες διακρατικές υποθέσεις, ώστε να αποφεύγονται η αλληλεπικάλυψη και οι διπλές προσπάθειες των μονάδων καταπολέμησης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο των κρατών μελών και των χωρών εταίρων.

Υπηρεσίες

Οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο των Επιχειρήσεων μπορούν να ομαδοποιηθούν όπως περιγράφεται στη συνέχεια. Για κάθε μία από αυτές, υποδεικνύεται το εάν πρόκειται για νέο καθήκον της Ευρωπόλ ή για βελτιωμένο υφιστάμενο καθήκον:

1.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ – Ανάλυση των πληροφοριών του EC3 για τη στήριξη των επιχειρήσεων των κρατών μελών και τη διευκόλυνση της παροχής επιχειρησιακών πληροφοριών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρέχεται υποστήριξη σε έρευνες/επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας, σύνθετες διακρατικές υποθέσεις και κοινές ομάδες έρευνας

2.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ – Παροχή τεχνικής υποστήριξης επιτόπου ή από την έδρα της Ευρωπόλ στα κράτη μέλη, μέσω της χρήσης κινητού εξοπλισμού ο οποίος επιτρέπει στους αναλυτές ή/και στους εμπειρογνώμονες να παρέχουν απευθείας εγκληματολογική υποστήριξη σε έρευνες που βρίσκονται υπό εξέλιξη. Η υποστήριξη αυτή μπορεί επίσης να παρέχεται από την έδρα της Ευρωπόλ μέσω του Διαδικτυακού Εγκληματολογικού Εργαστηρίου

3.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ – Επιχειρησιακός συντονισμός μέσω της διοργάνωσης επιχειρησιακών συναντήσεων, της υποστήριξης των κοινών ομάδων έρευνας και της παροχής συνδρομής στις προτεραιότητες των σχεδίων EMPACT (Ευρωπαϊκή Πολυκλαδική Πλατφόρμα κατά των Εγκληματικών Απειλών) όσον αφορά το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, τη σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών μέσω του Διαδικτύου και τις απάτες με κάρτες πληρωμών.

Πόροι

2014 (+ 7 θέσεις βαθμού AD5) = 28 ΕΥ

2015 (+ 10 θέσεις βαθμού AD5) = 38 ΕΥ

2016-2019 (+10 θέσεις βαθμού AD5) = 48 ΕΥ

Η κατανομή πόρων στην υπηρεσία «Επιχειρήσεις» στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη μελέτη σκοπιμότητας του ιδρύματος RAND Europe, η οποία αποτέλεσε άλλωστε τη βάση της ανακοίνωσης της Επιτροπής για την ίδρυση του EC3. Στην ουσία, η κατά RAND κατανομή πόρων στα τέλη του 2014 είναι αντίστοιχη της κλίμακας της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο και του αριθμού των υποθέσεων που εξετάστηκαν.

Δεδομένης της σημαντικής αύξησης της ροής των πληροφοριών που εισήλθαν μέσω του ασφαλούς εφαρμογής δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών (SIENA) της Ευρωπόλ κατά την τελευταία διετία, οι τάσεις χρήσης της εφαρμογής SIENA υποδεικνύουν σαφώς μια ήπια αύξηση στον αριθμό των αιτημάτων που υποβλήθηκαν και παραλήφθηκαν (14%) από την Ευρωπόλ, καθώς και μια σημαντική άνοδο στον αριθμό των επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας (HPO) που υποστηρίζονται από την Ευρωπόλ μέσω των αρχείων δεδομένων εργασίας προς ανάλυση TWINS, TERMINAL και CYBORG (62%). Πράγματι, υπάρχει αυξημένη ανάγκη στελέχωσης των εξειδικευμένων μονάδων με επαρκείς ανθρώπινους πόρους ώστε να διασφαλιστεί η συνεχής παροχή των απαιτούμενων υψηλής ποιότητας αναλύσεων πληροφοριών ποινικού χαρακτήρα σε υποθέσεις εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο.

Το 2012, 44 επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας και 2593 επιχειρησιακά αιτήματα υποστηρίχθηκαν από 17 ΕΥ. Βάσει των αριθμών αυτών προκύπτει ότι σε κάθε 2 επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας και σε κάθε 153 επιχειρησιακά αιτήματα αντιστοιχεί λιγότερος από ένας ΕΥ. Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίστηκε εν μέρει μέσω της προσθήκης 4 ΕΥ το 2013, όμως δεδομένης της συνεχιζόμενης αύξησης του αριθμού των υποθέσεων και της ανάγκης διαρκούς υποστήριξης των επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας επί 6 έως 24 μήνες, το επίπεδο στελέχωσης της υπηρεσίας «Επιχειρήσεις» παραμένει χαμηλό.

Στον πίνακα που ακολουθεί περιγράφεται το επίπεδο υποστήριξης που θα παρέχει η υπηρεσία «Επιχειρήσεις» μέχρι το 2019, εφόσον ο αριθμός των αιτημάτων συνεχίσει να αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό και ο αριθμός των επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας (ΗΡΟ) σταθεροποιηθεί περίπου στις 100 από το 2014 και έπειτα.

|| 2012 || 2013 || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019

Αρ. ΕΥ || 17 || 21 || 28 || 38 || 40 || 43 || 46 || 48

Αριθμός αιτημάτων || 2593 || 2956 || 3369 || 3841 || 4379 || 4992 || 5691 || 6488

Αναλογία αιτημάτων/ ΕΥ || 153 || 141 || 120 || 101 || 109 || 116 || 124 || 135

Αριθμός HPO || 44 || 71 || 100 || 100 || 100 || 100 || 100 || 100

Αναλογία ΕΥ/ επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας || 0,39 || 0,29 || 0,28 || 0,38 || 0,40 || 0,43 || 0,46 || 0,48

Από τον πίνακα προκύπτει ότι η αύξηση των υπαλλήλων δεν θα ενισχύσει σημαντικά την επιχειρησιακή υποστήριξη, αλλά θα τη διατηρήσει σε εύλογα επίπεδα. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας (ΗΡΟ) απαιτούν συνεχή υποστήριξη επί 6 έως 24 μήνες, η ανάγκη καθορισμού προτεραιοτήτων σε όλους τους τομείς αρμοδιοτήτων εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την υποβολή μιας υπόθεσης. Κάτι τέτοιο όμως συνεπάγεται ότι σε υποθέσεις οι οποίες απαιτούν κατά κανόνα πλήρη υποστήριξη, οι παρεχόμενες υπηρεσίες θα είναι στοιχειώδους επιπέδου.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι ΕΥ που προτείνονται για το 2014 ενδεικτικά βάσει της προσέγγισης που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη σκοπιμότητας του ιδρύματος RAND, για να ανταποκριθεί η υπηρεσία «Επιχειρήσεις» στην ανοδική τάση του φόρτου εργασίας στον τομέα της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο, υπερβαίνουν σε αριθμό τους 70 για το 2014.

Κατά συνέπεια, το αίτημα της Ευρωπόλ για 48 ΕΥ, αυξημένους κατά 2 έως 6 ΑΕΕ το 2019 (ανάλογα με τις δυνατότητες των κρατών μελών) συνάδει απόλυτα με τις προσδοκίες των πολιτών της ΕΕ σε καιρούς δημοσιονομικής λιτότητας.

Οι θέσεις εργασίας που ζητήθηκαν αφορούν εμπειρογνώμονες και αναλυτές στους διάφορους τομείς αρμοδιότητας του EC3.

Μη επιχειρησιακοί τομείς του EC3

Αν και οι βασικές δραστηριότητες του EC3 θα είναι επιχειρησιακές, η Επιτροπή και το Συμβούλιο έχουν υπογραμμίσει την ανάγκη ευρύτερων συμπράξεων για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, όχι μόνο με τις αρμόδιες υπηρεσίες αλλά και με άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

Στα συμπεράσματά του, το Συμβούλιο

«ΤΟΝΙΖΕΙ τη σημασία της στενής συνεργασίας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο με άλλους αρμόδιους οργανισμούς και φορείς όπως η Eurojust, η ΕΑΑ, η Ιντερπόλ και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA), η ευρύτερη κοινότητα των ομάδων αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών στην πληροφορική (CERT) και, βεβαίως, με τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να διευρυνθεί στην πράξη το πεδίο της ενημέρωσης και της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών σχετικά με την εγκληματικότητα στον ευρωπαϊκό κυβερνοχώρο·

ΤΟΝΙΖΕΙ την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι το Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο συνεργάζεται στενά με τα υφιστάμενα συναφή φόρα της ΕΕ, στηρίζει τις δραστηριότητές τους και αξιοποιεί τις εξειδικευμένες γνώσεις στους κόλπους τους».

3.           ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ

Ορισμός

Η υπηρεσία Έρευνας και Ανάπτυξης-Εγκληματολογίας-Κατάρτισης ασχολείται με την έρευνα σε θέματα τεχνικής ανάλυσης απειλών και εντοπισμού τρωτών σημείων, την εξαγωγή εγκληματολογικών δεδομένων από στατικά μέσα αποθήκευσης, βέλτιστες πρακτικές και εκπαίδευση, καθώς και με την ανάπτυξη εργαλείων. Η υπηρεσία αυτή συντονίζει μια αποδοτική ως προς το κόστος προσέγγιση για την ανάπτυξη συνεργειών με άλλους φορείς, όπως το Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΕ (JRC).

Οι εργασίες της περιλαμβάνουν την ανάπτυξη ψηφιακών εγκληματολογικών και συναφών ικανοτήτων υψηλού επιπέδου οι οποίες αξιοποιούνται προς συνδρομή των ερευνών των κρατών μελών.

Επίσης, σχεδιάζει και διαχειρίζεται την παροχή διαδικτυακής συναφούς κατάρτισης σε στενή συνεργασία με την ΕΑΑ και την Ευρωπαϊκή Ομάδα για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση στον τομέα του Κυβερνοεγκλήματος (ECTEG), καθώς και με ιδιωτικές επιχειρήσεις και ερευνητικούς φορείς.

Υπηρεσίες

Οι υπηρεσίες που παρέχονται από τη μονάδα Έρευνας και Ανάπτυξης-Εγκληματολογίας-Κατάρτισης μπορούν να ομαδοποιηθούν όπως περιγράφεται στη συνέχεια. Για κάθε μία από αυτές, υποδεικνύεται το εάν πρόκειται για νέο καθήκον της Ευρωπόλ ή για βελτιωμένο υφιστάμενο καθήκον:

1.           ΝΕΟ - Κεντρικός προσδιορισμός των αναγκών των κρατών μελών σε εργαλεία εγκληματολογικής ανάλυσης, με σκοπό τη βέλτιστη αξιοποίηση των κονδυλίων της ΕΕ (π.χ. πρόγραμμα ΠΠ7) για την ανάπτυξη των εργαλείων αυτών και τη διάθεσή τους στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

2.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ – Διαπιστευμένη εγκληματολογική κάλυψη και παροχή λύσεων τελευταίας τεχνολογίας όπως υψηλού επιπέδου κρυπτογράφηση, ανάκτηση και ανάλυση επιχειρησιακών πληροφοριών που εξάγονται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ψηφιακές διατάξεις και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης. Για τους σκοπούς αυτούς διατίθεται ειδικό δίκτυο ΤΠΕ και εξειδικευμένα εργαλεία υλισμικού και λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, και υποστηρίζεται η επεξεργασία πληροφοριών στο πλαίσιο του συστήματος των αρχείων δεδομένων εργασίας προς ανάλυση. Για τη μεγιστοποίηση της αξιοπιστίας των διαδικασιών και των αποτελεσμάτων τους, τηρούνται πρότυπα ISO.

3.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ – Εφαρμογή ενιαίας προσέγγισης κατάρτισης και ανάπτυξης ικανοτήτων στα κράτη μέλη, με στόχο την αναβάθμιση τόσο βασικών όσο και προηγμένων γνώσεων σε σχέση με εργαλεία, διαδικασίες και τάσεις έρευνας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε όλα τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τις διογκούμενες προκλήσεις σε αυτό το ταχέως εξελισσόμενο πεδίο εγκληματικής δραστηριότητας

4.           ΝΕΟ – Προσδιορισμός ορθών πρακτικών σε σχέση με επιγραμμικές μεθόδους έρευνας και καθορισμός προτύπων για τη συλλογή και την παροχή ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων, σε συνεργασία με την EUROJUST και άλλους αρμόδιους εταίρους.

Πόροι

2014 (+ 1 θέση βαθμού AD5 και 3 θέσεις βαθμού AD6) = 7 ΕΥ

Εγκληματολογία: +3 υψηλόβαθμοι εμπειρογνώμονες βαθμού AD6

Η παροχή εγκληματολογικής υποστήριξης στις αρμόδιες υπηρεσίες πρόκειται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες του EC3. Αν και όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες διαθέτουν εργαστήρια εγκληματολογικής ανάλυσης, για πιο σύνθετες αναλύσεις συχνά καταφεύγουν στην εμπειρία της Ευρωπόλ. Στην πλειονότητα, πάντως, των περιπτώσεων ζητούν υποστήριξη από εξειδικευμένα εργαστήρια τα οποία δεν υπάγονται στις αρχές επιβολής του νόμου. Το EC3 μπορεί να παράσχει αυτές τις υπηρεσίες εάν έχει στη διάθεσή του τους κατάλληλους πόρους. Συν τοις άλλοις, ο φόρτος εργασιών των εργαστηρίων ανάλυσης ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων στα κράτη μέλη έχει εκτιναχθεί σε τέτοια επίπεδα που για να διεκπεραιωθούν οι συσσωρευμένες εργασίες θα χρειαστούν σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερα από 2 χρόνια. Η δημιουργία ενός κεντρικού εργαστηρίου στους κόλπους του EC3 θα επιτρέψει την εφαρμογή προηγμένων εγκληματολογικών τεχνικών και την εκπόνηση συναφών εκθέσεων, τόσο εντός της υπηρεσίες όσο και επιτόπου, γεγονός που θα επισπεύσει τη συγκέντρωση ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων από τα κράτη μέλη. Για την παροχή αποτελεσματικότερων εργαλείων στους ερευνητές, η αρμόδια ομάδα θα χρησιμοποιεί τις προηγμένες τεχνικές που θα προκύψουν από το έργο της ευρωπαϊκής έρευνας και ανάπτυξης. Για τη στελέχωση του εργαστηρίου που προβλέπεται για το EC3, το 2014 θα χρειαστούν 3 υψηλόβαθμοι εμπειρογνώμονες, οι οποίοι θα καλύψουν τους βασικούς τομείς ειδίκευσης σε θέματα ψηφιακής εγκληματολογίας, κινητής εγκληματολογίας, δικτυακής εγκληματολογίας και αντίστροφης μηχανικής κακόβουλου λογισμικού.

Κατάρτιση: + 1 εμπειρογνώμονας βαθμού AD5

Στην ανακοίνωσή του το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι «το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο πρέπει να χρησιμεύσει ως το ευρωπαϊκό εστιακό σημείο πληροφοριών για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, να συγκεντρώσει την εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο προκειμένου να ενισχυθούν τα κράτη μέλη στην ανάπτυξη ικανοτήτων και να στηρίζει τις έρευνες των κρατών μελών για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο».

Μολονότι οι δραστηριότητες της κατάρτισης και της ανάπτυξης ικανοτήτων θα υλοποιηθούν σε συνεργασία με την ΕΑΑ και άλλους εταίρους, για τη διεξαγωγή τους θα χρειαστεί ένας εξειδικευμένος συντονιστής κατάρτισης. Αυτό είναι το ελάχιστο επίπεδο στελέχωσης που απαιτείται ώστε να διασφαλιστεί η συντονισμένη ανάπτυξη και υλοποίηση πρωτοβουλιών κατάρτισης και ευαισθητοποίησης των αρχών επιβολής του νόμου, των δικαστικών αρχών και του ιδιωτικού τομέα. Το εν λόγω προσωπικό θα είναι επίσης αρμόδιο για την εισήγηση της εναρμόνισης των διαδικασιών επιβολής του νόμου στον κυβερνοχώρο, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέγονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται σε κάποιο άλλο και γίνονται αποδεκτά από όλα τα δικαστήρια.

2015 (+ 1 θέση βαθμού AD5 και 1 θέση βαθμού AD7) = 9 ΕΥ

Έρευνα & Ανάπτυξη: + 1 εμπειρογνώμονας βαθμού AD5

Ο αριθμός των δυνητικών έργων σε επίπεδο ΕΕ θα συνεχίσει να αυξάνεται. Για τον λόγο αυτό, θα χρειαστεί ένας ακόμη εμπειρογνώμονας, ο οποίος θα εντοπίζει πρωτοβουλίες που εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα του EC3 και των κρατών μελών, συντονίζοντας από κοινού με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υπηρεσιών Τεχνολογιών Επιβολής του Νόμου (ENLETS) τη ζήτηση για έρευνα και τις δραστηριότητες ανάπτυξης στην ΕΕ όσον αφορά το έγκλημα στον κυβερνοχώρο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αρχές επιβολής του νόμου θα μπορούν να αξιοποιούν τις ερευνητικές δραστηριότητες σε ένα ασφαλές περιβάλλον, εξοικονομώντας χρηματικούς πόρους και χρόνο, εξασφαλίζοντας παράλληλα τα εργαλεία και τις γνώσεις για να ανταποκριθούν στη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση. Επακολούθως, το EC3 θα είναι σε θέση να προτείνει αξιόπιστα και χρήσιμα έργα στο πλαίσιο του προγράμματος Horizon 2020. Το εν λόγω προσωπικό θα καλύψει επίσης την ανάγκη συμμετοχής σε κοινοπραξίες έρευνας και ανάπτυξης με την ιδιότητα του συμβούλου.

Εγκληματολογία: + 1 υψηλόβαθμος εμπειρογνώμονας με βαθμό AD7

Η πρόσληψη ενός υπαλλήλου υψηλής ειδίκευσης θα έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας της εγκληματολογικής ανάλυσης. Μέχρι το 2015 πρέπει να έχει διασφαλιστεί η συνέχιση όλων των εγκληματολογικών δραστηριοτήτων που διεξάγονται στα εργαστήρια. Ο εν λόγω εμπειρογνώμονας καλείται να διασφαλίσει την παροχή, όσο το δυνατόν πιο άμεσα εντός του 2015, διαπιστευμένων εγκληματολογικών λύσεων υψηλού επιπέδου (δημιουργία πλατφόρμας αποκρυπτογράφησης, διαπίστευση κατά ISO 17020 για το διαδικτυακό εργαστήριο). Το πρόσωπο αυτό θα συντονίζει εγκληματολογικές δραστηριότητες και θα ενεργεί ως επικεφαλής της ψηφιακής εγκληματολογικής ανάλυσης του τόπου του εγκλήματος κατά τη διάρκεια σημαντικών διαδικτυακών επιχειρήσεων στο πλαίσιο των οποίων θα λαμβάνονται αποφάσεις βάσει των διαφόρων ροών εγκληματολογικών εργασιών.

2016-2019: (+1 θέση βαθμού AD6 +2 θέσεις βαθμού AD5) = 12 ΕΥ

Το επιπρόσθετο προσωπικό θα διασφαλίσει τον κατάλληλο συντονισμό νέων δραστηριοτήτων κατάρτισης, τη διενέργεια ενδελεχών εγκληματολογικών αναλύσεων και τη διεύρυνση της παρεχόμενης υποστήριξης στο πλαίσιο έργων έρευνας και ανάπτυξης σε επίπεδο ΕΕ.

4.           ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ-ΠΡΟΛΗΨΗ-ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ορισμός

Η υπηρεσία Στρατηγικού Σχεδιασμού-Πρόληψης-Προσέγγισης διενεργεί αναλύσεις τάσεων, εκτελεί εργασίες έγκαιρης προειδοποίησης, προσδιορισμού μελλοντικών τάσεων και απειλών, πρόληψης του εγκλήματος και αστυνόμευσης, στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης ενδιαφερόμενων μερών.

Δεδομένου ότι οι συναφείς πληροφορίες βρίσκονται, στη συντριπτική τους πλειονότητα, στην κατοχή φορέων που δεν δραστηριοποιούνται στον τομέα επιβολής του νόμου, η υπηρεσία μεριμνά για τη σύναψη σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδιωτικού τομέα και των αρχών επιβολής του νόμου, αξιοποιώντας τις μείζονος σημασίας συμπράξεις με τις ομάδες αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών στην πληροφορική (CERT) και τον ENISA, στρατιωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ασφαλείας, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σε ό,τι αφορά το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, τη σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και την απάτη μέσω του Διαδικτύου.

Λειτουργεί τόσο ως σημείο συγκέντρωσης των ευρωπαίων ερευνητών εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο, όσο και ως συλλογικό βήμα έκφρασης στις συνδιαλλαγές τους με ιδιωτικούς εταίρους, τον ακαδημαϊκό χώρο και τους πολίτες.

Χάρη στην υπηρεσία Στρατηγικού Σχεδιασμού-Πρόληψης-Προσέγγισης, το EC3 βρίσκεται σε προνομιακή θέση ανάμεσα στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, η οποία του επιτρέπει να προβαίνει σε καλύτερες εκτιμήσεις της κατάστασης της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο τόσο σε πραγματικό χρόνο όσο και στο πλαίσιο στρατηγικών και μελλοντικών σεναρίων.

Υπηρεσίες

Οι υπηρεσίες που παρέχονται από τη μονάδα Στρατηγικού Σχεδιασμού-Πρόληψης-Προσέγγισης μπορούν να ομαδοποιηθούν όπως περιγράφεται στη συνέχεια. Για κάθε μία από αυτές, υποδεικνύεται εάν πρόκειται για νέο καθήκον της Ευρωπόλ ή για βελτιωμένο υφιστάμενο καθήκον:

1.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ: Στρατηγική ανάλυση μέσω της αξιολόγησης απειλών σε επίπεδο ΕΕ για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, τη σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών μέσω του Διαδικτύου, απάτες με κάρτες πληρωμών και συναφείς διαδικτυακές απειλές, εξειδικευμένες θεματικές αξιολογήσεις αναδυόμενων τάσεων, μεθόδων τέλεσης εγκλημάτων και συνεργών, διερεύνηση μελλοντικών τεχνολογικών και άλλων εξωτερικών εξελίξεων, με σκοπό τον προσδιορισμό δυνητικών κινδύνων, τρωτών σημείων και βασικών θεμάτων για αρμόδιους χάραξης πολιτικής και νομοθέτες.

2.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ: Αποτροπή εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα μέρη, προώθηση υφιστάμενων -και συμβολή στην ανάπτυξη- πρωτοβουλιών πρόληψης και ευαισθητοποίησης όσον αφορά τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, τη σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών μέσω του Διαδικτύου, τις απάτες με κάρτες πληρωμών και άλλες διαδικτυακές απειλές, εντοπισμός τρωτών σημείων και κενών στις διαδικασίες ως βάση για τη χάραξη πολιτικών και την ανάπτυξη προϊόντων ασφαλέστερων ήδη από τον σχεδιασμό τους.

3.           ΒΕΛΤΙΩΣΗ: Σύναψη και διατήρηση σχέσεων εμπιστοσύνης με την κοινότητα επιβολής του νόμου (EMPACT, CIRCAMP, EUCTF, VGT), διαχείριση επιχειρησιακών δεσμών μεταξύ του EC3 και του δικτύου αξιωματικών - συνδέσμων της Ευρωπόλ (ELO), διασφάλιση της κατάλληλης επικοινωνίας και δέσμευσης, δημιουργία πολυτομεακών δικτύων εμπιστοσύνης με τη συμμετοχή των αρχών επιβολής του νόμου, του γενικότερου κλάδου, των ακαδημαϊκών κύκλων και οργανώσεων της κοινωνίας της πολιτών, με στόχο τη βελτίωση των επιχειρησιακών και στρατηγικών μέτρων αντιμετώπισης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.

4.           ΝΕΟ: Να καταστεί η υπηρεσία το συλλογικό βήμα έκφρασης των ερευνητών εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο της ΕΕ μέσω της διάδοσης σε επίπεδο ΕΕ απόψεων, θέσεων και αποτελεσμάτων σχετικά με τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο, να καταστεί η υπηρεσία η Κεντρική Υπηρεσία της ΕΕ για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο, η οποία θα συντονίζει τη συμμετοχή των κρατών μελών και των οργανισμών της ΕΕ στη διαδικτυακή διακυβέρνηση, και θα προωθεί την τυποποίηση των προσεγγίσεων και τη θέσπιση ορθών πρακτικών σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.

5.           ΝΕΟ: Διαχείριση και ανάπτυξη διαδικτυακής πλατφόρμας συνεργασίας (SPACE), η οποία θα διευκολύνει την ανταλλαγή και διάδοση στρατηγικών και τεχνικών γνώσεων και εμπειρογνωσίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου και του ιδιωτικού τομέα στους τομείς της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών μέσω του Διαδικτύου και της επιγραμμικής απάτης.

6.           ΝΕΟ: Παροχή εξατομικευμένης τροφοδοσίας ειδήσεων σχετικά με αναδυόμενες τάσεις εγκληματικής δραστηριότητας, τεχνολογικές εξελίξεις και άλλες συναφείς πληροφορίες, όταν προκύπτουν. Οι πληροφορίες αυτές επικαιροποιούνται μέσω της ενεργού σύμπραξης με ερευνητικά ινστιτούτα, ακαδημαϊκούς κύκλους και εταίρους από τον γενικότερο κλάδο.

Οι πόροι αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω όταν το νομικό πλαίσιο επιτρέψει τη βελτίωση της αλληλεπίδρασης με τους ιδιωτικούς φορείς.

Πόροι

2014 (+ 2 θέσεις βαθμού AD5 και 1 θέση βαθμού AD7) = 8 ΕΥ

Στρατηγικός σχεδιασμός: +1 υψηλόβαθμος εμπειρογνώμονας βαθμού AD7

Η ζητούμενη 1 θέση υψηλόβαθμου στρατηγικού αναλυτή αποσκοπεί στο να «προσδώσει έμπρακτα μια πιο ευρεία συνολική οπτική» και διαφέρει σημαντικά από τη συνήθη θέση στρατηγικής ανάλυσης στην Ευρωπόλ, ο κάτοχος της οποίας επεξεργάζεται κυρίως πληροφορίες σε θέματα επιβολής του νόμου. Απεναντίας, οι πληροφορίες σχετικά με εγκλήματα στον κυβερνοχώρο προκύπτουν συχνά από τη δραστήρια σύμπραξη με φορείς όπως οι ακαδημαϊκοί κύκλοι, οι επιστημονικοί ερευνητές και οι ασφαλιστικές εταιρείες, χρησιμοποιούνται δε για την πρόβλεψη τάσεων και απειλών σχετιζόμενων με την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο με σκοπό να καθοδηγήσουν την έρευνα στον συγκεκριμένο τομέα. Για τον λόγο αυτό, η συγκεκριμένη θέση απαιτεί πολύ διαφορετικές ικανότητες από αυτές που καλούνται κατά κανόνα να διαθέτουν οι αναλυτές της Ευρωπόλ. Η ικανότητα εκπόνησης αξιολογήσεων απειλών με ακρίβεια και η χάραξη κατευθυντήριων γραμμών για τη στρατηγική αντιμετώπισης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες της επιτυχούς έκβασης των δραστηριοτήτων του EC3. Η θέση είναι υψηλής βαθμίδας διότι απαιτείται η παροχή καθοδήγησης στην ομάδα, ώστε να διασφαλίζεται η εκπόνηση προϊόντων συνεκτικής και στοχευμένης ανάλυσης κατάλληλου επιπέδου ποιότητας.

Προσέγγιση: +2 εμπειρογνώμονες βαθμού AD5

Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου δικαιολογείται επίσης η ανάγκη πρόσληψης προσωπικού το οποίο θα αναλάβει τις απαιτούμενες δραστηριότητες προσέγγισης και επικοινωνίας του EC3. Οι περισσότερες πληροφορίες σχετικά με εγκλήματα στον κυβερνοχώρο προέρχονται από πηγές εκτός του τομέα επιβολής του νόμου. Εάν το ΕC3 φιλοδοξεί να καταστεί σημείο αναφοράς στον συγκεκριμένο τομέα και να προσδώσει αξία στις επιχειρησιακές δραστηριότητες, τότε είναι αναγκαίο να συνάψει στενές επαφές και σχέσεις συνεργασίας με άλλους ενδιαφερόμενους για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο εταίρους. Για την υποστήριξη αυτής της δραστηριότητας το 2014 απαιτείται 1 εμπειρογνώμονας σε θέματα προσέγγισης.

Επιπλέον, προς διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ εμπειρογνωμόνων σε θέματα εγκληματικότητας, πρέπει να καταστεί πλήρως λειτουργική η Ασφαλής Πλατφόρμα για Διαπιστευμένους Εμπειρογνώμονες στον Τομέα του Εγκλήματος στον Κυβερνοχώρο (SPACE). Για τη διαχείριση του περιεχομένου και τον συντονισμό της πλατφόρμας χρειάζεται 1 εμπειρογνώμονας το 2014, ο οποίος θα συμμετέχει επίσης στη διοργάνωση εκδηλώσεων με θέμα με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, όπως η ετήσια Διάσκεψη των Ιντερπόλ/Ευρωπόλ για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο.

2015 (+ 1 θέση βαθμού AD5 και 1 θέση βαθμού AD6) = 10 ΕΥ

Στρατηγικός σχεδιασμός: +1 υψηλόβαθμος εμπειρογνώμονας βαθμού AD6

Δεδομένης της περιπλοκότητας και της πολυμορφίας των εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο, χρειάζεται ένας επιπρόσθετος πόρος για την παρακολούθηση του φάσματος στρατηγικών και για την κατάρτιση προοπτικών εκτιμήσεων υψηλού επιπέδου. Οι συναφείς εργασίες θα επικεντρωθούν σε μεγάλο βαθμό στην πρόληψη, στο πλαίσιο μιας πολυσυλλεκτικής προσέγγισης με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων εταίρων, τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Για να καλυφθεί το συγκεκριμένο πεδίο χρειάζεται ένας 1 υψηλόβαθμος εμπειρογνώμονας βαθμού AD7.

Προσέγγιση: +1 εμπειρογνώμονας βαθμού AD5

Θα προσληφθεί ένας ακόμη εμπειρογνώμονας, αποστολή του οποίου θα είναι να διευρύνει το πεδίο των δραστηριοτήτων προσέγγισης του EC3 ενόσω αυτό καθίσταται πλήρως λειτουργικό. Το έργο του δεν θα περιοριστεί στη διαχείριση των σχέσεων με ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς, αλλά θα επεκταθεί και στην εκ των προτέρων παροχή πληροφοριών οι οποίες θα τροφοδοτήσουν την επικοινωνία με εσωτερικές και διάφορες εξωτερικές ομάδες κοινού βάσει του έργου που επιτελεί και των εμπειριών που αποκομίζει το EC3.

2016-2019: (+2 θέσεις βαθμού AD5) = 12 ΕΥ

Το επιπρόσθετο προσωπικό θα βελτιώσει την ποιότητα και τον ρυθμό παραγωγής προϊόντων στρατηγικής ανάλυσης, συμβάλλοντας παράλληλα στην αναβάθμιση των δραστηριοτήτων προσέγγισης του Κέντρου.

5. Διαχείριση

Μεταξύ του 2014 και του 2019 θα προσληφθούν δύο ακόμη ΕΥ. Ο ένας θα καλύψει, μέσω αντικατάστασης, θέση βαθμού AD12 που θα προκηρυχθεί από την Ευρωπόλ για τη διαχείριση του Κέντρου.

Ο άλλος θα αναλάβει νέα καθήκοντα που σχετίζονται με τις στρατηγικές δραστηριότητες του ΕC3:

· ΝΕΟ: άσκηση καθηκόντων προέδρου και συντονιστή των δραστηριοτήτων της επιτροπής διεύθυνσης του EC3

· ΝΕΟ: διαχείριση των συμβουλευτικών ομάδων στους κόλπους της επιτροπής διεύθυνσης του EC3

· ΝΕΟ: συντονισμός και γραμματειακή υποστήριξη των CIRCAMP (Σχέδιο COSPOL (Γενικός Επιχειρησιακός Στρατηγικός Σχεδιασμός της Αστυνομίας) σχετικά με υλικό κακοποίησης παιδιών που δημοσιεύεται στο Διαδίκτυο), VGT (Εικονική παγκόσμια ομάδα δράσης), EUCTF (Ομάδα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο), EFC (Ευρωπαϊκός Χρηματοδοτικός Συνασπισμός), ECTEG (Ευρωπαϊκή Ομάδα για την Εκπαίδευση και την Κατάρτιση στον τομέα του Κυβερνοεγκλήματος)

Πέραν της εκτέλεσης των παραπάνω καθηκόντων, ο κάτοχος αυτής της θέσης θα είναι υπεύθυνος για τον ορθό επιχειρησιακό και διοικητικό συντονισμό μεταξύ όλων των ικανοτήτων του EC3. Επίσης, θα μεριμνά για την ευθυγράμμιση των δραστηριοτήτων του EC3 με τη στρατηγική και το πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπόλ.

2014 – 2019 (+ 1 θέση βαθμού AD12 και 1 θέση βαθμού AD7) = 6 ΕΥ

[1]               ΕΕ C115 της 4.5.2010, σ. 1.

[2]               COM (2010) 673 τελικό.

[3]               Ευρωπόλ (2011). Αξιολόγηση κινδύνου οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ.

[4]               Ευρωπόλ (2013). Αξιολόγηση κινδύνου σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ (SOCTA).

[5]               Ευρωπόλ (2013). Αξιολόγηση κινδύνου σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ (SOCTA).

[6]               Ευρωπόλ (2011). Αξιολόγηση κινδύνου οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ.

[7]               Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC) (2010) εκτιμά «ότι υπάρχουν 140 000 θύματα εμπορίας ανθρώπων στην Ευρώπη, με τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα εκείνων που τα εκμεταλλεύονται να ανέρχονται σε 3 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Εάν η μέση περίοδος εκμετάλλευσης είναι δύο έτη, κάθε έτος προστίθενται στα υφιστάμενα θύματα περισσότερα από 70 000 νέα θύματα. Η τάση αυτή φαίνεται να είναι σταθερή».

[8]               Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης των Ναρκωτικών και της Τοξικομανίας για την κατάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών στην Ευρώπη το 2012, οι θάνατοι που οφείλονταν στα ναρκωτικά το 2011 αντιστοιχούσαν στο 4 % όλων των θανάτων Ευρωπαίων ηλικίας 15–39 ετών, ενώ εκτιμάται ότι 1,4 εκατομμύρια Ευρωπαίοι είναι χρήστες οπιοειδών.

[9]               Σύμφωνα με τα πορίσματα του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNOCD) (2010) «εκτιμάται ότι η αξία των καταγεγραμμένων νόμιμων παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών πυροβόλων όπλων ανήλθε σε 1,58 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2006, με τις μη καταγεγραμμένες νόμιμες συναλλαγές να αντιστοιχούν σε ακόμη 100 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ περίπου. Σύμφωνα με τη συχνότερα αναφερόμενη εκτίμηση, το μέγεθος της παράνομης αγοράς αντιστοιχεί σε 10%-20% της νόμιμης αγοράς, δηλαδή σε περίπου 170 έως 320 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως».

[10]             Εκτιμάται ότι η διαφθορά κοστίζει ετησίως στην οικονομία της ΕΕ 120 δισεκατομμύρια ευρώ, βλ. COM (2011) 308 τελικό.

[11]             Σύμφωνα με την Αξιολόγηση της Ευρωπόλ για τον κίνδυνο οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ το 2011, οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος αποκόμισαν το 2009 περισσότερα από 1,5 εκατομμύρια ευρώ από απάτες με κάρτες πληρωμών.

[12]             Σύμφωνα με εκτίμηση του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNOCD), τα έσοδα από εγκληματικές δραστηριότητες σε παγκόσμιο επίπεδο (περιλαμβανομένης της φοροδιαφυγής) ανήλθαν το 2009 σε 2,1 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, το 70% εκ των οποίων εκτιμάται ότι νομιμοποιήθηκε.

[13]             Σύμφωνα με την Αξιολόγηση της Ευρωπόλ για τον κίνδυνο σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος (SOCTA) (2013), όλα τα κράτη μέλη πλήττονται από το ηλεκτρονικό έγκλημα. Η μελέτη παραπέμπει σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αναφέρει ότι από το 8% των χρηστών του Διαδικτύου στην ΕΕ έχουν υποκλαπεί στοιχεία ταυτότητας, ενώ το 12% έχει πέσει θύμα κάποιας μορφής απάτης μέσω του Διαδικτύου. Επιπροσθέτως, εκατομμύρια νοικοκυριά είναι ευάλωτα σε κακόβουλα λογισμικά, ενώ αυξάνονται κάθε χρόνο τα κρούσματα τραπεζικής απάτης που σχετίζονται με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο.

[14]             Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010). Η στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της EE στην πράξη: Πέντε βήματα για μια ασφαλέστερη Ευρώπη. COM(2010) 673 τελικό. Το 2011 σημειώθηκαν 174 τρομοκρατικές επιθέσεις σε κράτη μέλη της ΕΕ. Te-SAT 2012.

[15]             Ευρωβαρόμετρο 77, Άνοιξη 2012.

[16]             Ευρωβαρόμετρο 77, άνοιξη 2012. Το 27 % των Ευρωπαίων ανέφεραν ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να εστιάσουν την προσοχή τους στην καταπολέμηση του εγκλήματος κατά τα προσεχή έτη.

[17]             Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 390 σχετικά με την Ασφάλεια στον Κυβερνοχώρο, Ιούλιος 2012. Το 74% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι ο κίνδυνος να πέσουν θύματα εγκληματικής ενέργειας στον κυβερνοχώρο αυξήθηκε κατά το προηγούμενο έτος.

[18]             Κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τους αποκεντρωμένους οργανισμούς, 19.7.2012 (http://europa.eu/agencies/documents/joint_statement_and_common_approach_2012_el.pdf)

[19]             SWD (2013)98 final.

[20]             COM (2010) 776 τελικό.

[21]             COM (2013) 172 τελικό.

[22]             ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1–22.

[23]             Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Στρασβούργο, 28.1.1981.

[24]             Σύσταση αριθ. R(87) 15 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη ρύθμιση της χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα, 17.9.1987.

[25]             ΕΕ L 350 της 30.12.2008, σ. 60. Η Επιτροπή έχει προτείνει την αντικατάσταση της πράξης αυτής με οδηγία, COM(2012) 10 τελικό.

[26]             Ο οριστικός αριθμός θέσεων και ο συνολικός προϋπολογισμός εξαρτώνται από την έκβαση τόσο της εσωτερικής ανασκόπησης της Επιτροπής όσον αφορά τις ανάγκες των αποκεντρωμένων οργανισμών σε πόρους για την περίοδο 2014-2020 όσο και των διαπραγματεύσεων για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, με ιδιαίτερη έμφαση στην αξιολόγηση των «πραγματικών αναγκών» στο πλαίσιο αφενός των ανταγωνιστικών απαιτήσεων για τους άκρως περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους και, αφετέρου, της συμμόρφωσης προς την υποχρέωση της περικοπής του 5% του προσωπικού των οργανισμών.

[27]             ΕΕ L 121 της 15.05.2009, σ. 37.

[28]             ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 1.

[29]             ΕΕ L 256 της 1.10.2005, σ. 63.

[30]             ΕΕ C115 της 4.5.2010, σ. 1.

[31]             Να προστεθεί παραπομπή στην εκδοθείσα οδηγία (πρόταση: COM (2013) 48 τελικό).

[32]             ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

[33]             Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Στρασβούργο, 28.1.1981.

[34]             Σύσταση αριθ. R(87) 15 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη ρύθμιση της χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα, 17.9.1987.

[35]             ΕΕ L 350 της 30.12.2008, σ. 60.

[36]             ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.

[37]             ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1.

[38]             ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

[39]             ΕΕ L 141 της 27.05.2011, σ. 17.

[40]             ΕΕ L 185 της 16.07.2005, σ. 35.

[41]             ΕΕ L 362 της 31.12.2012, σ. 1.

[42]             ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58.

[43]             ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

[44]             ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

[45]             ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2.

[46]             ΔΒΔ: Διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων – ΠΒΔ: Προϋπολογισμός βάσει δραστηριοτήτων.

[47]             Όπως αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 6 στοιχεία α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.

[48]             Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες, ΕΕ C115 της 4.5.2010,

[49]             Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης και παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό περιλαμβάνονται στον δικτυακό τόπο: http://www.cc.cec/budg/man/budgmanag/budgmanag_en.html

[50]             Όπως αναφέρεται στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού.

[51]             Διαχ. = Διαχωριζόμενες Πιστώσεις / Μη Διαχ. = Μη Διαχωριζόμενες Πιστώσεις.

[52]             ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.

[53]             Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνητικά υποψήφιες χώρες από τα Δυτικά Βαλκάνια.

[54]             Οι υφιστάμενες γραμμές προϋπολογισμού 18.050201, 18.050202, 18.050501 και 18.050502 οι οποίες σχετίζονται με την Ευρωπόλ και την ΕΑΑ αντίστοιχα θα αντικατασταθούν με μια ενιαία γραμμή προϋπολογισμού.

[55]             Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας.

[56]             Ο οριστικός αριθμός θέσεων και ο συνολικός προϋπολογισμός εξαρτώνται από την έκβαση τόσο της εσωτερικής ανασκόπησης της Επιτροπής όσον αφορά τις ανάγκες των αποκεντρωμένων οργανισμών σε πόρους για την περίοδο 2014-2020 όσο και των διαπραγματεύσεων για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, με ιδιαίτερη έμφαση στην αξιολόγηση των «πραγματικών αναγκών» στο πλαίσιο αφενός των ανταγωνιστικών απαιτήσεων για τους άκρως περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους και, αφετέρου, της συμμόρφωσης προς την υποχρέωση περικοπής του 5% του προσωπικού των οργανισμών.

[57]             Στα αριθμητικά αυτά στοιχεία συνυπολογίζονται οι δαπάνες ύψους 17,2 εκατομμυρίων ευρώ (10,1 εκατομμύρια ευρώ από δαπάνες προσωπικού και 7,1 εκατομμύρια ευρώ από δαπάνες για κτιριακές εγκαταστάσεις και άλλες διοικητικές δαπάνες) που θα εξοικονομηθούν κατά την περίοδο 2015-2020 χάρη στη συγχώνευση της ΕΑΑ με την Ευρωπόλ.

[58]             Τα αποτελέσματα αφορούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν (π.χ.: αριθμός ανταλλαγών σπουδαστών που χρηματοδοτήθηκαν, αριθμός km αυτοκινητοδρόμων που κατασκευάστηκαν, κ.λπ.).

[59]             Όπως περιγράφεται στο σημείο 1.4.2. «Ειδικός(οι) στόχος(οι)…’

[60]             Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας.

[61]             Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας.

[62]             ΣΥ= Συμβασιούχος Υπάλληλος, ΤΥ = Τοπικός Υπάλληλος, ΑΕΕ= Αποσπασμένος Εθνικός Εμπειρογνώμονας, ΠΠ= Προσωρινός Υπάλληλος, ΝΕΑ= Νεαρός Εμπειρογνώμονας σε Αντιπροσωπεία.

[63]             Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού βάσει επιχειρησιακών πιστώσεων (πρώην γραμμές «BA»).

[64]             Κυρίως για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).

[65]             ΣΥ= Συμβασιούχος Υπάλληλος, ΤΥ = Τοπικός Υπάλληλος, ΑΕΕ= Αποσπασμένος Εθνικός Εμπειρογνώμονας, ΠΠ= Προσωρινός Υπάλληλος, ΝΕΑ= Νεαρός Εμπειρογνώμονας σε Αντιπροσωπεία.

[66]             Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού βάσει επιχειρησιακών πιστώσεων (πρώην γραμμές «BA»).

[67]             Κυρίως για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).

[68]             Βλ. σημεία 19 και 24 της διοργανικής συμφωνίας.

[69]             Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης) τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 25% για έξοδα είσπραξης.

Top