Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52010PC0371

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών

/* COM/2010/0371 τελικό */

52010PC0371




[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ |

Βρυξέλλες, 12.7.2010

COM(2010)371 τελικό

2010/0199 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών

SEC(2010)846 SEC(2010)845

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Πλαίσιο της προτασησ

Η οδηγία 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών (ΟΣΑΕ[1]) εγκρίθηκε το 1997 με σκοπό να συμπληρώσει την οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες[2] (ΟΕΥ), η οποία ρύθμιζε, την εποχή εκείνη, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στην ΕΕ. Έκτοτε, η ΟΕΥ έχει αντικατασταθεί από την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων[3] (MiFID). Η ΟΣΑΕ προβλέπει την αποζημίωση πελατών στους οποίους παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες από επιχειρήσεις επενδύσεων (συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να επιστρέψει χρηματικά ποσά ή χρηματοπιστωτικούς τίτλους μέσα τα οποία κατέχει για λογαριασμό του πελάτη.

Μια δεκαετία μετά την έναρξη ισχύος της ΟΣΑΕ και αμέσως μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, είναι καιρός πλέον να αναθεωρηθεί η λειτουργία της ΟΣΑΕ. Δεν υπάρχουν απτές ενδείξεις που να υποδηλώνουν ότι η χρηματοπιστωτική κρίση συνέβαλε στην αύξηση των απαιτήσεων αποζημίωσης από συστήματα που διέπονται από την ΟΣΑΕ. Ωστόσο, τα τελευταία έτη, η Επιτροπή έχει λάβει πολλές καταγγελίες επενδυτών σχετικά με την εφαρμογή της ΟΣΑΕ σε ορισμένες σημαντικές υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν μεγάλες ζημίες επενδυτών. Οι καταγγελίες αφορούν κατά κύριο λόγο την κάλυψη και τη χρηματοδότηση συστημάτων και καθυστερήσεις στη χορήγηση της αποζημίωσης. Η αναθεώρηση της ΟΣΑΕ αποτελεί, επίσης, σημαντικό στοιχείο, σε συνδυασμό με την αναθεώρηση της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων[4] και την εξέταση της προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριων συμβολαίων, της πολιτικής της Επιτροπής για την ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης»[5]. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ο στόχος που έχει τεθεί στο επίπεδο της G-20 για την αντιμετώπιση τυχόν κενών στο κανονιστικό και εποπτικό σύστημα και ο στόχος της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των επενδυτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δέσμης μέτρων σχετικά με συστήματα αποζημίωσης και εγγυήσεων, η οποία θα περιλαμβάνει δύο προτάσεις τροποποίησης της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων και μια Λευκή Βίβλο περί συστημάτων ασφάλισης.

2. Διαβουλευσεις με τα ενδιαφερομενα μερη

Η πρωτοβουλία είναι προϊόν εκτεταμένου και συνεχούς διαλόγου και διαβουλεύσεων με όλους τους κύριους ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών, των παραγόντων της αγοράς, των εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών και των καταναλωτών. Μια πρόσκληση υποβολής στοιχείων υπεβλήθη σε δημόσια διαβούλευση από τις 9 Φεβρουαρίου έως τις 8 Απριλίου 2009[6]. Ερωτηματολόγια απεστάλησαν σε εθνικά συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τους επενδυτές στις 9 Φεβρουαρίου 2010[7]. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2009, πραγματοποιήθηκε μια ειδική συνάντηση για να ακουσθούν οι απόψεις των ενώσεων βιομηχάνων και επενδυτών. Η παρούσα πρωτοβουλία βασίζεται, επίσης, σε παρατηρήσεις και εισηγήσεις από την ομάδα εμπειρογνωμόνων των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών (ESME)[8] και την ε υρωπαϊκή επιτροπή κινητών αξιών ( ΕΕΚΑ)[9]. Επιπλέον, χρησιμοποιεί τα πορίσματα μιας μελέτης της OXERA, με τίτλο «Περιγραφή και αξιολόγηση των εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με την οδηγία 1997/9/ΕΚ» (Φεβρουάριος 2005)[10].

3. Εκτιμηση επιπτωσεων

Σύμφωνα με την πολιτική περί «βελτίωσης της νομοθεσίας» η Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση επιπτώσεων των διάφορων εναλλακτικών προτάσεων. Οι προτάσεις αυτές αφορούσαν κυρίως τη χρηματοδότηση των συστημάτων, τις προθεσμίες εκταμίευσης, την κάλυψη της αποζημίωσης και το ύψος της αποζημίωσης.

Κάθε πρόταση αξιολογήθηκε με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: την προστασία και την εμπιστοσύνη των επενδυτών, τους ίσους όρους ανταγωνισμού όσον αφορά την παρεχόμενη προστασία για διαφορετικούς τύπους επενδύσεων ή υπηρεσιών στην ΕΕ και τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, δηλαδή το βαθμό στον οποίο η πρόταση επιτυγχάνει τους επιδιωκόμενους στόχους και διευκολύνει τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών με οικονομικό και αποτελεσματικό τρόπο[11].

4. Νομικα στοιχεια της προτασησ

4.1. Νομική βάση

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

4.2. Επικουρικότητα και αναλογικότητα

Οι στόχοι της πρότασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη. Το τρέχον θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ προβλέπει μόνο ορισμένες αρχές ελάχιστης εναρμόνισης, επαφίοντας στα κράτη μέλη την περαιτέρω ανάπτυξή του. Ωστόσο, τα προβλήματα τα οποία έχουν ανακύψει σε ορισμένα κράτη μέλη αποδεικνύουν ότι απαιτείται επιπρόσθετη και, κυρίως, εντονότερη εναρμόνιση σε επίπεδο ΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη των στόχων της οδηγίας εντός της ΕΕ.

Πράγματι, τα κύρια προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας είναι το μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στα κράτη μέλη. Η πρόταση αποσκοπεί στη βελτίωση της ορθής λειτουργίας μιας ενιαίας αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών, αυξάνοντας την προστασία των επενδυτών και την εμπιστοσύνη τους στην ΕΕ. Ειδικότερα, αποσκοπεί στη βελτίωση της πρακτικής λειτουργίας της ΟΣΑΕ, στην αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής της ΟΣΑΕ, λαμβανομένης υπόψη της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των πρόσφατων αλλαγών στο κανονιστικό τοπίο της ΕΕ, στη μείωση των κενών στο κανονιστικό σύστημα και των ανομοιοτήτων μεταξύ της προστασίας πελατών επιχειρήσεων επενδύσεων και των εχόντων τραπεζικές καταθέσεις. Ενόψει των υφιστάμενων διαφορών στη λειτουργία των συστημάτων σε εθνικό επίπεδο η πρόταση εισάγει κοινούς κανόνες για την επίτευξη κάποιας εναρμόνισης της χρηματοδότησης των συστημάτων και της καθημερινής πρακτικής·. Αυτό αποτελεί επίσης τη βάση για την δημιουργία ενός μηχανισμού δανεισμού μεταξύ των εθνικών συστημάτων, ως ύστατου μέσου για την αντιμετώπιση τυχόν προσωρινών αναγκών χρηματοδότησης, τα οποία υπόκεινται σε αυστηρή αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και στην υποχρέωση εξόφλησης κάθε δανείου εντός πέντε ετών κατ΄ανώτατο όριο.

Υπάρχουν και άλλα ζητήματα προβλήματα όπως το γεγονός ότι προς το παρόν δεν δικαιούνται αποζημίωση οι επενδυτές, οι οποίοι λόγω της αφερεγγυότητας του θεματοφύλακα ή τρίτων δεν μπορούν να ανακτήσουν τα περιουσιακά στοιχεία τους ή υφίστανται μείωση της αξίας των μεριδίων ή των μετοχών τους σε ΟΣΕΚΑ, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο ΕΕ, καθώς όλες οι άλλες λύσεις εμπεριέχουν τον κίνδυνο να κατακερματισθεί η προστασία των επενδυτών στις αγορές της ΕΕ. Λαμβανομένου υπόψη ότι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποτελεί διασυνοριακή δραστηριότητα, η μεταχείριση των επιχειρήσεων επενδύσεων θα πρέπει να είναι ίδια στα διάφορα κράτη μέλη, όταν δεν επιστρέφουν τα περιουσιακά στοιχεία των πελατών·. Οι επενδυτές σε όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να τυγχάνουν του ίδιου βαθμού προστασίας. Η ενιαία αυτή προσέγγιση είναι αναγκαία, προκειμένου να αποτρέπονται προβλήματα ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων επενδύσεων από διαφορετικά κράτη μέλη και η στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών και επιχειρήσεων επενδύσεων.

Ένα άλλο στοιχείο αφορά το γεγονός ότι με την τροποποίηση της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα εγγυήσεων των καταθέσεων (οδηγία 94/19/ΕΚ[12] - ΟΣΕΚ), αυξήθηκε ο βαθμός προστασίας των καταθετών. Επιπλέον, η λειτουργία των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων τροποποιείται προκειμένου να εναρμονιστεί το εύρος της κάλυψης, οι λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα εκταμίευσης, οι μηχανισμοί χρηματοδότησης και η εξασφάλιση αμοιβαίας αλληλεγγύης μεταξύ των συστημάτων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θα πρέπει να αποδυναμωθούν από την αύξηση της προστασίας στον τομέα των τραπεζικών καταθέσεων. Συνεπώς, πρέπει να αξιολογηθεί το επίπεδο προστασίας των επενδυτών σε επίπεδο ΕΕ, να ληφθεί υπόψη η κατάσταση στις αγορές της ΕΕ και κάθε αλλαγή του θεσμικού πλαισίου σε επίπεδο ΕΕ που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στον τομέα των επενδύσεων.

Εν τω μεταξύ, η πρόταση λαμβάνει υπόψη τους διαφορετικούς στόχους των δύο οδηγιών. Κυρίαρχος στόχος της ΟΣΕΚ είναι η τραπεζική σταθερότητα, επειδή οι τράπεζες είναι ευάλωτες στον κίνδυνο μαζικών αναλήψεων, εάν οι καταθέτες πιστέψουν ότι οι καταθέσεις τους δεν είναι ασφαλείς και προσπαθήσουν να τις αποσύρουν όλοι ταυτόχρονα. Η ΟΣΑΕ προστατεύει τους επενδυτές από τον κίνδυνο απάτης ή διοικητικών παρατυπιών ή λειτουργικών σφαλμάτων που καθιστούν αδύνατη για την επιχείρηση επενδύσεων την επιστροφή περιουσιακών στοιχείων στους πελάτες της. Η πρόταση διατηρεί τις ιδιαιτερότητες της τομεακής νομοθεσίας.

Η πρόταση τηρεί την αρχή της αναλογικότητας καθώς όλες οι λύσεις αξιολογήθηκαν με βάση τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των αγορών των κρατών μελών. Η πρόταση δεν υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων και συγκεκριμένα, τηρεί τις αρχές της ελάχιστης εναρμόνισης, εφόσον θεωρείται εύστοχο, παραδείγματος χάρη όσον αφορά τους τóπους με τους οποίους τα μέλη των συστημάτων αποζημίωσης πρέπει να συνεισφέρουν στο σύστημα. Η θέσπιση ενός συστήματος δανεισμού μεταξύ των εθνικών συστημάτων συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν προσκρούει σε καμία δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών, αποτελεί ύστατο μέτρο το οποίο βασίζεται στην προηγούμενη χρήση άλλων χρηματοδοτικών μηχανισμών (τακτικές και συμπληρωτικές εισφορές μελών), εισάγει απλώς μια δυνατότητα δανεισμού που υπόκειται στην καταβολή τόκων και στην υποχρέωση εξόφλησης από το σύστημα δανεισμού και είναι περιορισμένο ως προς τη διάρκεια και το μέγεθος.

4.3. Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης

4.3.1. Ευθυγράμμιση με την οδηγία MiFID – Καλυπτόμενες υπηρεσίες και ταξινόμηση πελατών – άρθρο 1 παράγραφος 2 και παράρτημα I

Το πεδίο εφαρμογής της ΟΣΑΕ προσδιορίζεται επί του παρόντος με παραπομπές σε επενδυτικές υπηρεσίες όπως ορίζεται βάσει της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες[13]. Η ΟΣΑΕ προστατεύει τους επενδυτές όταν μια επιχείρηση αδυνατεί να επιστρέψει τίτλους ή χρηματικά ποσά τα οποία κατέχει για λογαριασμό του πελάτη σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες.

Με την οδηγία MiFID καταργήθηκε η ΟΕΥ και διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται βάσει της τομεακής νομοθεσίας (για παράδειγμα, η λειτουργία πολυμερών μηχανισμών διαπραγμάτευσης, ή αλλιώς ΠΜΔ, εμπίπτει επί του παρόντος στο πεδίο εφαρμογής της MiFID). Έχουν, επίσης, ανακύψει αρκετά τεχνικά προβλήματα, όπως η κάλυψη επιχειρήσεων ανάλογα με το εύρος της άδειας λειτουργίας τους (δηλ. εάν η επιχείρηση είναι εξουσιοδοτημένη να κατέχει περιουσιακά στοιχεία πελατών ή όχι).

Η προτεινόμενη τροποποίηση διευκρινίζει ότι όλες οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που καλύπτονται από την οδηγία MiFID θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο της ΟΣΑΕ και ότι εάν οι επιχειρήσεις κατέχουν εκ των πραγμάτων περιουσιακά στοιχεία πελατών (ανεξαρτήτως περιορισμών της εξουσιοδότησής τους ή της φύσης της επενδυτικής τους υπηρεσίας), τότε οι πελάτες θα δικαιούνται αποζημίωση βάσει της ΟΣΑΕ. Η αποζημίωση δεν θα εξαρτάται από το εάν η επιχείρηση την χορηγεί κατά παράβαση οποιουδήποτε περιορισμού της άδειας λειτουργίας της (π.χ. η οποία της απαγορεύει να κατέχει περιουσιακά στοιχεία ή να συναλλάσσεται με μικροεπενδυτές) ούτε από τη φύση της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας (π.χ. εάν διαχειρίζεται έναν ΠΜΔ). Το μέτρο αυτό θα δώσει τη δυνατότητα στους μικροεπενδυτές να θεωρούν ως δεδομένο ότι καλύπτονται από την ΟΣΑΕ χωρίς να ελέγχουν τους λεπτομερείς όρους της εξουσιοδότησης μιας επιχείρησης. Επίσης, θα συντελέσει στην επίτευξη μεγαλύτερης εναρμόνισης μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή της ΟΣΑΕ, γεγονός το οποίο θα συμβάλει στην ορθή εκτέλεση της ΟΣΑΕ.

Μια άλλη τροποποίηση που προκύπτει από τις διατάξεις της οδηγίας MiFID αφορά την κατάταξη των πελατών. Πράγματι, η ΟΣΑΕ μπορεί δυνητικά να εφαρμοστεί σε όλες τις κατηγορίες επενδυτών. Ωστόσο, οι πιο εξελιγμένοι πελάτες κατά κανόνα μπορούν να επιλέγουν και να παρακολουθούν τη δραστηριότητα των διαμεσολαβητών στους οποίους αναθέτουν τη φύλαξη των περιουσιακών τους στοιχείων. Επιπλέον, ο περιορισμός της αποζημίωσης σε ένα συγκεκριμένο ποσό (στην παρούσα φάση 20 000 ευρώ) καθιστά την οδηγία κατά κανόνα κατάλληλη για «μικρούς επενδυτές»[14]. Για το λόγο αυτό, η εθνική νομοθεσία στα κράτη μέλη ενδέχεται επί του παρόντος να προβλέπει ότι οι επαγγελματίες και οι θεσμικοί επενδυτές[15] μπορεί να μην καλύπτονται[16] βάσει του παραρτήματος I της ΟΣΑΕ.

Ωστόσο, εφόσον η ΟΣΑΕ προηγείται χρονικά της MiFID, ο κατάλογος επαγγελματιών και θεσμικών επενδυτών βάσει της ΟΣΑΕ δεν συμπίπτει με τον αντίστοιχο κατάλογο βάσει της MiFID[17]. Το γεγονός αυτό μπορεί να δημιουργήσει περιπλοκές κατά τη φάση της αποζημίωσης, όπου οι πελάτες οι οποίοι θεωρούνται ως επαγγελματίες για την παροχή υπηρεσιών μπορεί να μην ανταποκρίνονται στους πελάτες οι οποίοι εξαιρούνται από την κάλυψη σύμφωνα με την ΟΣΑΕ.

Η πρόταση προβλέπει ότι η κατάταξη των πελατών δυνάμει της ΟΣΑΕ πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον ορισμό των επαγγελματιών πελατών που περιλαμβάνεται στην MiFID. Η προσαρμογή αυτή θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνοχή και σαφήνεια και θα απλοποιήσει την κατάσταση τόσο των συστημάτων αποζημίωσης όσο και των και επενδυτών, εφόσον θα υπάρχει συνοχή μεταξύ των δύο οδηγιών. Η προσαρμογή όσον αφορά τους πελάτες που πρέπει να θεωρούνται επαγγελματίες θα εξασφαλίσει βεβαιότητα και θα οδηγήσει επίσης σε καλύτερη προστασία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες μπορεί επί του παρόντος να εξαιρούνται από την προστασία που παρέχει η ΟΣΑΕ και θεωρούνται, αντιθέτως, κατά κανόνα ως μικροεπενδυτές βάσει της MiFID[18]. Μια παραπομπή στον ορισμό των επαγγελματιών πελατών βάσει της MiFID ι, θα επιτρέπει την αυτόματη προσαρμογή της ΟΣΑΕ σε κάθε μελλοντική τροποποίηση της MiFID.

4.3.2. Πτώχευση θεματοφύλακα τρίτου - άρθρο 2 παράγραφος 2, άρθρο 12

Η ΟΣΑΕ προστατεύει τους επενδυτές όταν μια εταιρία αδυνατεί να επιστρέψει τίτλοι ή χρηματικά ποσά τα οποία κρατάει για λογαριασμό του πελάτη σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες. Βάσει της MiFID, η κατοχή τίτλων γίνεται με δύο διαφορετικούς τρόπους: (i) από την ίδια την εταιρία επενδύσεων που κατέχει τίτλους κάποιου πελάτη, ή (ii) από ένα θεματοφύλακα («θεματοφύλακα τρίτου») ο οποίος συνήθως επιλέγεται από την εταιρεία[19]. Κατά συνέπεια, οι επενδυτές μπορεί όχι μόνο να είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο πτώχευσης της εταιρίας, αλλά και στον κίνδυνο πτώχευσης του θεματοφύλακα. Σε περίπτωση που ένας θεματοφύλακας τρίτου αδυνατεί να επιστρέψει τους τίτλους στον πελάτη του, ο πελάτης δεν θα δικαιούται αποζημίωση βάσει του συστήματος αποζημιώσεων που θεσπίσθηκε βάσει της ΟΣΑΕ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι βάσει του ισχύοντος πεδίου εφαρμογής της ΟΣΑΕ, συστήματα αποζημίωσης διατίθενται μόνο σε επενδυτές, των οποίων οι τίτλοι έχουν χαθεί από την εταιρία επενδύσεων «για λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση». Ως αποτέλεσμα, βάσει της ΟΣΑΕ το επίπεδο της προστασίας που προβλέπεται για επενδυτές οι οποίοι έχουν αγοράσει έναν τίτλο διαφέρει ανάλογα με το εάν τα περιουσιακά τους στοιχεία κρατούνται από την ίδια την επιχείρηση ή από θεματοφύλακα τρίτου.

Η πρόταση τροποποιεί το άρθρο 2 παράγραφος 2, προκειμένου να καταβάλλεται αποζημίωση και σε επενδυτές για απαιτήσεις οι οποίες αφορούν την αδυναμία μιας εταιρίας να επιστρέψει τους τίτλους λόγω πτώχευσης του θεματοφύλακα. Με το μέτρο αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το πιθανό κενό που θα προέκυπτε σε περίπτωση αφερεγγυότητας του θεματοφύλακα. Οι εταιρίες επενδύσεων εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη για τη λήψη όλων των εύλογων μέτρων με στόχο την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων από το θεματοφύλακα.

Αντιθέτως, η πρόταση δεν τροποποιεί το άρθρο προκειμένου να ρυθμίζεται και η περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων οργανισμού στον οποίο μια εταιρία επενδύσεων έχει καταθέσει αμοιβαία κεφάλαιά της. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η οδηγία 2006/73/ΕΚ για την υλοποίηση της MIFID προβλέπει έναν πολύ περιορισμένο κατάλογο οργανισμών, στους οποίους μπορούν να κατατίθενται τα κεφάλαια των πελατών (κεντρική τράπεζα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, τράπεζα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα ή αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων)[20]. Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί τη μεταχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων σε σχέση με τη μεταχείριση των τίτλων, για τα οποία, βάσει των κριτηρίων δέουσας επιμέλειας από την εταιρία επενδύσεων, μπορούν να οριστούν μη ρυθμιζόμενες οντότητες για την κατάθεση τίτλων των πελατών. Το διαφορετικό αυτό καθεστώς δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση βάσει της ΟΣΑΕ.

4.3.3. Αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων θεματοφύλακα ΟΣΕΚΑ - άρθρο 1 παράγραφος 4, άρθρο 2 παράγραφος 1, άρθρο 2 παράγραφος 2β, άρθρο 4a, άρθρο 5, άρθρο 10 παράγραφος 1, άρθρο 12

Η διαχείριση Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ)[21] δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία καλυπτόμενη από την οδηγία MiFID. Κατά συνέπεια, η ΟΣΑΕ δεν καλύπτει τους ΟΣΕΚΑ και τους κατόχους μεριδίων τους σε περιπτώσεις που οι ζημίες οφείλονται σε πτώχευση θεματοφύλακα ΟΣΕΚΑ ή υποθεματοφύλακα. Η περίπτωση αυτή, ωστόσο, είναι παρόμοια, ουσιαστικά, με την περίπτωση που περιγράφηκε στην παράγραφο 4.3.2, όπου οι ζημίες οφείλονται σε πτώχευση θεματοφύλακα ή υποθεματοφύλακα μιας εταιρίας επενδύσεων.

Κατά συνέπεια, το προτεινόμενο μέτρο θα επιτρέψει σε κατόχους ΟΣΕΚΑ να αποζημιώνονται από το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, εάν τα περιουσιακά στοιχεία δεν είναι δυνατόν να επιστραφούν στον ΟΣΕΚΑ λόγω πτώχευσης του θεματοφύλακα ή του υποθεματοφύλακα του ΟΣΕΚΑ. Ο ορισμός του «επενδυτή» σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 θα μπορούσε να περιλαμβάνει έναν κάτοχο μεριδίων ΟΣΕΚΑ και μια σειρά άρθρων τροποποιούνται προκειμένου να συμπεριλαμβάνουν την περίπτωση της πτώχευσης θεματοφύλακα ή υποθεματοφύλακα ΟΣΕΚΑ (άρθρα 2, 4, 5, 10, 12). Εφόσον η πρόταση θα προστατεύει ΟΣΕΚΑ ή θεματοφύλακες ή υποθεματοφύλακες ΟΣΕΚΑ, το κόστος της εν λόγω επέκτασης της κάλυψης θα πρέπει να βαρύνει τις οντότητες αυτές, και όχι τις εταιρίες επενδύσεων. Επιπλέον, βάσει της πρότασης για επέκταση της κάλυψης της ΟΣΑΕ σε περίπτωση πτώχευσης θεματοφύλακα τρίτου που χρησιμοποιείται σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, είναι λογικό ο κίνδυνος να αντιμετωπίζεται με παρόμοιους όρους στην περίπτωση προβλημάτων με θεματοφύλακες ή υποθεματοφύλακες ΟΣΕΚΑ.

Το μέτρο αυτό θα εξασφαλίσει κάποια προστασία για επενδυτές σε ΟΣΕΚΑ. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να συμπληρωθεί με τροποποιήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τη λειτουργία των θεματοφυλάκων ΟΣΕΚΑ στο πλαίσιο της οδηγίας για τους ΟΣΕΚΑ[22] προκειμένου να εναρμονιστούν περαιτέρω τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες των θεματοφυλάκων. Η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο τροποποιήσεων της εν λόγω νομοθεσίας[23].

4.3.4. Εξαίρεση απαιτήσεων που αφορούν κατάχρηση της αγοράς – άρθρο 3 και άρθρο 9 παράγραφος 3

Από το άρθρο 3 της ΟΣΑΕ εξαιρούνται απαιτήσεις σε περιπτώσεις για τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες[24], όχι όμως απαιτήσεις επενδυτών οι οποίοι έχουν εμπλακεί σε πρακτικές κατάχρησης της αγοράς. Με την τροποποίηση του άρθρου 3, από την ΟΣΑΕ θα εξαιρείται ρητά κάθε απαίτηση αποζημίωσης σε περιπτώσεις στις οποίες ο επενδυτής έχει προβεί σε ενέργειες οι οποίες απαγορεύονται βάσει της οδηγίας 2003/6/ΕΚ για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς[25]. Οι επενδυτές που έχουν διαπράξει τις ενέργειες αυτές θα πρέπει να λαμβάνουν αποζημίωση, καθώς δεν θα πρέπει να τυγχάνουν της γενικής προστασία που προσφέρει η οδηγία.

4.3.5. Ύψος αποζημίωσης - άρθρο 4 παράγραφος 1 και άρθρο 2 παράγραφος 3

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της ΟΣΑΕ εναρμονίζει το ελάχιστο ύψος της αποζημίωσης (20 000 ευρώ) για κάθε επενδυτή. Όταν θεσπίσθηκε η ΟΣΑΕ, κρίθηκε σκόπιμο να εξισωθεί το ποσό αυτό με το ποσό το οποίο προβλεπόταν στην οδηγία για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (20 000 ευρώ, εκείνη την περίοδο)[26]. Όμως, το όριο αποζημίωσης των 20 000 ευρώ ποτέ δεν προσαρμόστηκε, ώστε να εκφράζει τον πληθωρισμό ή την αυξημένη έκθεση των ευρωπαίων επενδυτών σε τίτλοι, μετά την έναρξη ισχύος της ΟΣΑΕ. Επιπλέον, η οδηγία για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (ΟΣΕΚ) τροποποιήθηκε πρόσφατα προκειμένου να προβλέπει την χορήγηση αποζημίωσης ύψους τουλάχιστον 50 000 ευρώ ανά καταθέτη και χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, το οποίο θα αυξηθεί εν συνεχεία και θα φθάσει τις 100 000 ευρώ.[27]

Η Επιτροπή προτείνει την τροποποίηση του άρθρου 4 παράγραφος 1 προκειμένου να αυξηθεί το ποσό της αποζημίωσης και να φθάσει τις 50 000 ευρώ. Το ύψος της αποζημίωσης έχει σταθεροποιηθεί, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στην ΕΕ και να εναρμονίζεται το ποσό της αποζημίωσης με τη μέση αξία των επενδύσεων σε τίτλους που κατέχουν οι μικροεπενδυτές στην ΕΕ. Το ποσό της αποζημίωσης θα πρέπει είναι σταθερό, προκειμένου να αποτρέπεται η εξισορροπητική κερδοσκοπία και επιλογές των επενδυτών να μην επηρεάζονται από τις διαφορές όσον αφορά την κάλυψη που παρέχεται στα διάφορα κράτη μέλη. Καθώς ορισμένα κράτη μέλη χορηγούν επί του παρόντος υψηλότερο ποσό αποζημίωσης, προβλέπεται η προσθήκη μιας ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων διάρκειας τριών ετών, ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν και να αυξήσουν το ποσό της αποζημίωσης στις 50 000 ευρώ.

Στην περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων ενδέχεται να προκύψουν αμφιβολίες ως προς την κάλυψη βάσει της ΟΣΑΕ αντί βάσει της ΟΣΕΚ για κεφάλαια τα οποία έχουν κατατεθεί σε μια τράπεζα στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Για την αντιμετώπιση καταστάσεων πιθανής αβεβαιότητας λόγω της ειδικής φύσης των τραπεζών οι οποίες μπορεί να ασκούν τραπεζικές δραστηριότητες και να παρέχουν και επενδυτικές υπηρεσίες, τροποποιείται το άρθρο 2 παράγραφος 3 της ΟΣΑΕ ώστε να διευκρινίζεται ότι σε περιπτώσεις αμφιβολιών ο επενδυτής πρέπει να αποζημιώνεται βάσει της ΟΣΕΚ (η οποία προέβλεπε υψηλότερη αποζημίωση). Η κάλυψη αυτή θα προστατεύει τους επενδυτές αποτελεσματικά και θα περιορίσει τις ανησυχίες σχετικά με τους ίσους όρους ανταγωνισμού.

4.3.6. Αρχές χρηματοδότησης - άρθρο 4α

Η ευρεία διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της ΟΣΑΕ σχετικά με τον τρόπο χρηματοδότησης των συστημάτων (π.χ. εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων, όσον αφορά τις ζημίες) και οι τεράστιες διαφορές ως προς τον τρόπο οργάνωσης της χρηματοδότησης από τα επιμέρους κράτη μέλη δημιουργούν αρκετά προβλήματα. Υπονομεύεται η προστασία των επενδυτών και η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις εταιρίες επενδύσεων (εάν οι επενδυτές δεν είναι πεπεισμένοι ότι θα διατεθούν επαρκείς πόροι για την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους σε περίπτωση πτώχευσης). Επηρεάζεται, επίσης, η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εάν η πιθανότητα παροχής προστασίας στους επενδυτές και οι εισφορές που απαιτούνται από τις εταιρίες ποικίλουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών ανάλογα με την επάρκεια των επιμέρους χρηματοδοτικών ρυθμίσεων.

Προστέθηκε ένα νέο άρθρο το οποίο προσδιορίζει τις βασικές αρχές σχετικά με τη χρηματοδότηση των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή:

- το κόστος της χρηματοδότησης συστημάτων θα πρέπει, κατά βάση, να εξακολουθήσει να βαρύνει τους παράγοντες της αγοράς·

- τα συστήματα θα πρέπει να χρηματοδοτούνται ανάλογα με τις πιθανές υποχρεώσεις τους·

- για να εξασφαλίζεται επαρκές επίπεδο χρηματοδότησης, θα οριστεί ένα ελάχιστο ύψος χρηματοδότησης για όλα τα συστήματα. Αυτό το ύψος κεφαλαίων θα καταβάλλεται ολόκληρο εκ των προτέρων. Λαμβανομένων υπόψη των τρεχουσών διαφορών σε εθνικό επίπεδο, το επιδιωκόμενο ύψος κεφαλαίων θα πρέπει αρχικά να επιτευχθεί εντός δέκα ετών·

- εάν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η εκ των προτέρων χρηματοδότηση δεν επαρκεί για την κάλυψη των υποχρεώσεων ενός συστήματος, θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια για επιπρόσθετες προσκλήσεις καταβολής εισφορών από οντότητες οι οποίες καλύπτονται στο πλαίσιο του συστήματος. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπονομεύεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους·

- μόλις εξαντληθούν οι πηγές χρηματοδότησης, το σύστημα δύναται να προσφύγει σε δανεισμό από άλλα συστήματα αποζημίωσης, όπως αναφέρεται λεπτομερέστερα στο ακόλουθο σημείο 4.3.7·

- πρέπει να διασφαλισθεί η πρόσβαση και σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων και των δανειακών διευκολύνσεων.

- τα συστήματα θα πρέπει να δημοσιεύουν στοιχεία σχετικά με το ύψος της χρηματοδότησής τους.

Οι λεπτομερείς τρόποι υλοποίησης ορισμένων εξ αυτών θα προσδιοριστούν μέσω πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση οι οποίες πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης. Οι πληροφορίες που θα δημοσιευτούν από τα συστήματα αποζημίωσης θα διευκρινισθούν μέσω τεχνικών προτύπων από τη μελλοντική Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ)[28].

Το μέτρο αυτό είναι το πλέον κατάλληλο καθώς θα έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη εναρμόνιση της χρηματοδότησης των συστημάτων χωρίς να είναι υπερβολικά περιγραφικό και σχολαστικό και θα εξακολουθεί να αφήνει κάποια περιθώρια ευελιξίας στα κράτη μέλη όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή των αρχών. Η μεγαλύτερη εναρμόνιση θα βελτιώσει την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών, μειώνοντας τις αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν τη μεταχείριση εταιριών επενδύσεων και επενδυτών στα διάφορα κράτη μέλη. Θα μειώσει επίσης τον κίνδυνο ανεπαρκούς χρηματοδότησης ενός συστήματος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και, επομένως, θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών και εμπιστοσύνη των επενδυτών στη χρήση επενδυτικών υπηρεσιών.

4.3.7. Μηχανισμός δανεισμού έσχατης ανάγκης μεταξύ εθνικών συστημάτων - άρθρο 4β

Σε συνδυασμό με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων χρηματοδότησης μεταξύ των κρατών μελών, η θέσπιση ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ εθνικών συστημάτων θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη προστασία για τους επενδυτές και θα τονώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε επενδυτικές υπηρεσίες.

Το σύστημα βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των συστημάτων. Σύμφωνα με το προτεινόμενο άρθρο συγκροτείται ένας μηχανισμός δανεισμού έσχατης ανάγκης μεταξύ των συστημάτων.

Τα μέτρα αυτά θα εξασφαλίσουν στα συστήματα μια εναλλακτική εφεδρική πηγή χρηματοδότησης, υπό ειδικούς όρους και σε προσωρινή βάση. Θα καταστήσουν επίσης δυνατή την ανάπτυξη μιας στενότερης σχέσης και καλύτερου διαρκούς συντονισμού μεταξύ των εθνικών συστημάτων, ενώ θα λειτουργήσουν ως κίνητρο για την ανάπτυξη περισσότερο εναρμονισμένων πρακτικών και διαδικασιών εργασίας. Ο καθορισμός λεπτομερών αρχών χρηματοδότησης και η (μεσοπρόθεσμης) υποχρέωσης αποπληρωμής για το σύστημα δανεισμού θα περιορίσει το ενδεχόμενο ηθικών κινδύνων μεταξύ των πολύ μικρών και των καλύτερα χρηματοδοτούμενων συστημάτων. Πιο συγκεκριμένα:

- τα συστήματα θα έχουν δικαίωμα να δανείζονται από τα άλλα συστήματα, εάν τα κεφάλαιά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των άμεσων αναγκών τους·

- θα πρέπει να εξασφαλίζεται ένα ποσοστό εκ των προτέρων χρηματοδότησης σε κάθε σύστημα αποζημίωσης για να μπορεί να δανείζει σε άλλα συστήματα·

- η ΕΑΚΑΑ θα λαμβάνει όλα τα αιτήματα δανεισμού, θα αξιολογεί κατά πόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και, εφόσον πληρούνται, θα τα μεταβιβάζει στα υπόλοιπα συστήματα·

- τα δάνεια θα πρέπει να εξοφλούνται προς τα συστήματα δανειοδότησης το αργότερο 5 έτη μετά την υποβολή του αιτήματος δανεισμού. Οι τόκοι θα υπολογίζονται επί των δανείων· το επιτόκιο πρέπει να είναι ισοδύναμο με το συντελεστή διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της ΕΚΤ·

- ο μηχανισμός δανεισμού θα πρέπει να περιορίζεται στις απαιτήσεις που καλύπτονται από την οδηγία. Παραδείγματος χάρη, τα συστήματα δεν θα μπορούν να δανειστούν για ανάγκες οι οποίες προκύπτουν από την αφερεγγυότητα οντοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας·

- για να μην εξαντληθούν πολύ γρήγορα τα κεφάλαια που διατίθενται για δανεισμό σε επίπεδο ΕΕ, για κάθε περίπτωση θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο το 20% του ποσού που προορίζεται για δανεισμό.

4.3.8. Όριο αποζημίωσης («αρχή συνασφάλισης») - άρθρο 4 παράγραφος 4, άρθρο 8 παράγραφος 1

Το άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΣΑΕ επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν ανώτατο όριο αποζημίωσης (ίσο ή μεγαλύτερο του 90%) όσον αφορά την απαίτηση του επενδυτή. Αυτό σημαίνει ότι ένας πελάτης ενδεχομένως να πρέπει να επιβαρυνθεί με ένα μέρος της ζημίας (ανάλογα με το ποσοστό της αποζημίωσης). Ο λόγος για αυτή την επιλογή στο πλαίσιο της ΟΣΑΕ ήταν να ενθαρρυνθούν οι επενδυτές να επιδεικνύουν περισσότερη προσοχή όσον αφορά την επιλογή των εταιριών επενδύσεων[29]. Δεν είναι όμως ρεαλιστικό να περιμένει κανείς από τους μικροεπενδυτές εταιρίες να προβλέπουν ποιες εταιρίες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από απάτες ή δυσλειτουργίες των συστημάτων τους..

Ο αποκλεισμός της επιλογής αυτής που προβλέπει το άρθρο 4 παράγραφος 4 θα παρέχει αυξημένη προστασία στους επενδυτές στο πλαίσιο της ΟΣΑΕ, καθώς οι πελάτες δεν θα χρειάζεται πλέον να επιβαρύνονται με μέρος της ζημίας, σε περίπτωση που διαπιστωθεί απάτη στην επιχείρηση ή προκύψουν άλλα προβλήματα με τα συστήματα ή τους ελέγχους της επιχείρησης.

Επιπλέον, για να προστατεύονται καλύτερα οι επενδυτές, καταργείται η διάταξη η οποία δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρούν από την κάλυψη του συστήματος αποζημίωσης κεφάλαια σε νομίσματα διαφορετικά από τα νομίσματα των κρατών μελών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται καλύτερη προστασία για τους επενδυτές, καθώς διασφαλίζεται ότι τα κεφάλαιά τους καλύπτονται ανεξάρτητα από το νόμισμα που χρησιμοποιείται.

4.3.9. Προθεσμίες εκταμίευσης – άρθρο 2, άρθρο 9 παράγραφος 2

Το άρθρο 9 παράγραφος 2 της ΟΣΑΕ προβλέπει μικρή προθεσμία επιστροφής (τρεις μήνες κατ΄ανώτατο όριο). Η προθεσμία, όμως , αυτή αρχίζει να ισχύει μόνο εφόσον διαπιστωθούν το «βάσιμο της απαίτησης και το ύψος της». Δηλαδή, δεν συνδέεται με την ημερομηνία κατά την οποία η επιχείρηση κήρυξε πτώχευση. Η εξέταση των απαιτήσεων διαρκεί πολύ περισσότερο από τα καθορισμένα χρονικά όρια, ενδεχομένως μέχρι και αρκετά έτη, όπως αποδεικνύεται από πρόσφατες περιπτώσεις. Επομένως, υπάρχει ουσιαστικά σημαντική καθυστέρηση στο διάστημα που προηγείται της καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης στον επενδυτή. Η καθυστέρηση αυτή υπονομεύει την προστασία και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 9 παράγραφος 2 θεσπίζει την υποχρέωση καταβολής από τα συστήματα προσωρινής μερικής αποζημίωσης με βάση μια αρχική αξιολόγηση της απαίτησης, εάν η προθεσμία εκταμίευσης υπερβαίνει μια καθορισμένη χρονική περίοδο. Το ύψος της μερικής καταβολής θα ανέρχεται σε ένα τρίτο της αρχικής εκτίμησης της απαίτησης. Το υπόλοιπο θα καταβάλλεται μεταγενέστερα, εφόσον επαληθευτεί πλήρως η απαίτηση. Τα συστήματα θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να ανακτούν ποσά τα οποία έχουν καταβληθεί προσωρινά, εάν στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι η απαίτηση δεν ήταν πράγματι έγκυρη.

Το άρθρο 2 τροποποιείται επίσης για να αποσαφηνιστεί ότι η αρμόδια αρχή πρέπει να καθορίζει εάν μια εταιρία δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους επενδυτές εντός τριών μηνών. Η τροποποίηση αυτή αποσκοπεί στο μετριασμό των ανησυχιών σχετικά με μεμονωμένες περιπτώσεις, όπου οι αρμόδιες αρχές ενδέχεται να προέβαιναν με πολύ αργούς ρυθμούς σε έναν αντίστοιχο καθορισμό.

Οι προθεσμίες που καθορίζονται με αυτή την πρόταση λαμβάνουν υπόψη τη διαφορά μεταξύ περιπτώσεων που καλύπτονται από την ΟΣΑΕ και την ΟΣΕΚ, όπου οι επιστροφές στους καταθέτες πρέπει να καταβάλλονται εντός 20 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρχές προβαίνουν σε διαπίστωση όσον αφορά την αδυναμία των πιστωτικών ιδρυμάτων να επιστρέψουν τις καταθέσεις. Στην περίπτωση συστημάτων αποζημίωσης οι περιπτώσεις απάτης, παρατυπιών ή λειτουργικών προβλημάτων που καλύπτονται από την οδηγία καθιστούν αναγκαίο τον καθορισμό μεγαλύτερης προθεσμίας για την αποκατάσταση της θέσης μεμονωμένων επενδυτών.

4.3.10. Πληροφορίες για τους επενδυτές- άρθρο 10 παράγραφος 1

Το άρθρο 10 παράγραφος 1 της ΟΣΑΕ απαιτεί τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εταιρίες επενδύσεων διαθέτουν στους υφιστάμενους και τους δυνητικούς επενδυτές πληροφορίες για το σχετικό σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, αναφέροντας το ποσό και το εύρος της κάλυψης. Οι πληροφορίες πρέπει να διατίθενται με απόλυτα κατανοητό τρόπο. Ωστόσο, έχουν εκφραστεί ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έχει εφαρμοσθεί στην πράξη η διάταξη αυτή στα κράτη μέλη.

Το άρθρο 10 παράγραφος 1 τροποποιείται προκειμένου να απαιτεί και από τους θεματοφύλακες ΟΣΕΚΑ, ως συνέπεια της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, να γνωστοποιούν στους επενδυτές, με σαφείς και απλούς όρους τα στοιχεία τα οποία καλύπτονται ουσιαστικά από τα συστήματα (π.χ. ο επενδυτικός κίνδυνος συνήθως δεν καλύπτεται). Βάσει της πρότασης αυτής, η υφιστάμενη υποχρέωση των εταιριών επενδύσεων να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με συστήματα αποζημίωσης σε νέους πελάτες θα συμπληρωθεί και θα προβλέπεται ότι θα πρέπει να παρέχονται περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις αποζημιώσεις βάσει της ΟΣΑΕ και μάλιστα σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα ακόμη και για τους ΟΣΕΚΑ. Ειδικότερα, θα απαιτεί να αναφέρουν ρητά ότι ορισμένες ζημίες (π.χ. λόγω επενδυτικών κινδύνων) δεν υπόκεινται στην καταβολή αποζημίωσης στο πλαίσιο της ΟΣΑΕ.

5. Δημοσιονομικές επιπτωσεισ

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης

2010/0199 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[30],

κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[31],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, μια έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2009 από ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του κ. J. Larosière κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, έπρεπε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο και συνιστούσε μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, το οποίο να περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον τομέα των κινητών αξιών, μία για τον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων και μία για τον τραπεζικό τομέα, καθώς και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 2009, με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», πρότεινε την ενίσχυση του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ειδικότερα για την ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών. Η Επιτροπή πρότεινε τον Σεπτέμβριο του 2009 τη νομοθετική δέσμη μέτρων για τη δημιουργία των νέων αρχών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), με στόχο, ειδικότερα, να συμβάλει στην ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας και στην καθιέρωση κοινών κανονιστικών και υψηλής ποιότητας εποπτικών προτύπων και πρακτικών.

(2) Η οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών[32] πρέπει να τροποποιηθεί για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να προστατεύονται καλύτερα οι επενδυτές δεδομένων των εξελίξεων στο νομικό πλαίσιο της Ένωσης, της εξέλιξης στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των προβλημάτων που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στα κράτη μέλη σε περιπτώσεις αδυναμίας των εταιριών επενδύσεων να επιστρέψουν τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν για λογαριασμό πελατών.

(3) Με την έκδοση της οδηγία 97/9/ΕΚ συμπληρώθηκε η οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών[33] για να διασφαλισθεί ότι κάθε κράτος μέλος θα δημιουργήσει ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, ώστε να εξασφαλισθεί ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας, τουλάχιστον για μικρούς επενδυτές, στις περιπτώσεις που μια εταιρία επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες της. Με την έκδοση της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου[34] κατάργησε την οδηγία 93/22/ΕΟΚ, θεσπίσθηκε νέος κατάλογος επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων ώστε να καλύπτεται όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που απευθύνονται στους επενδυτές και να καθορισθεί ο βαθμός της απαιτούμενης εναρμόνισης, προκειμένου να προσφέρει στους επενδυτές υψηλό επίπεδο προστασίας και να επιτρέπει στις εταιρίες επενδύσεων να παρέχουν υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, η οδηγία 97/9/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί με βάση την οδηγία 2004/39/ΕΚ, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι όλες οι επενδυτικές εργασίες και υπηρεσίες θα συνεχίσουν να καλύπτονται επαρκώς από τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών.

(4) όταν εξεδόθη η οδηγία 97/9/ΕΚ ελήφθη υπόψη η κάλυψη και η λειτουργία των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων βάσει της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ης Μαΐου 1994 για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων[35]. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να εξακολουθήσουν να λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της οδηγίας 94/19/ΕΚ.

(5) Οι επενδυτές μπορεί να μην γνωρίζουν την ύπαρξη τυχόν ορίων στις άδειες των εταιριών επενδύσεων και, ως εκ τούτου, πρέπει να προστατεύονται στις περιπτώσεις που οι εταιρίες επενδύσεων ενεργούν κατά παράβαση της άδειάς τους, ιδίως όταν κατέχουν περιουσιακά στοιχεία πελατών ή παρέχουν υπηρεσίες σε ένα συγκεκριμένο τύπο πελατών κατά παράβαση των όρων της άδειάς τους. Επομένως, τα συστήματα δεν θα πρέπει καλύπτουν περιουσιακά στοιχεία των πελατών που κατέχουν εκ των πραγμάτων οι εταιρίες επενδύσεων σε σχέση με επενδυτικές δραστηριότητες.

(6) Η οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των εταιριών επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας[36] επιτρέπει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταθέτουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία κατέχουν για λογαριασμό πελατών τους σε λογαριασμούς που έχουν ανοιχτεί στο όνομα τρίτου. Ο τρίτος δεν υπόκειται υποχρεωτικά σε ειδική ρύθμιση και εποπτεία. Παρά τη συμμόρφωση προς τους όρους της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, η αδυναμία τρίτου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα των επενδυτών, εάν ο εν λόγω τρίτος αδυνατεί να επιστρέψει τα τίτλοι στην εταιρία επενδύσεων. Προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών, είναι σκόπιμο να επεκταθεί η χορήγηση αποζημίωσης στο πλαίσιο της οδηγίας 97/9/ΕΚ, με την επιφύλαξη των εν ισχύ εθνικών καθεστώτων περί ευθύνης στις περιπτώσεις που οι εταιρίες επενδύσεων αδυνατούν να επιστρέψουν τίτλοι λόγω πτώχευσης τρίτου στον οποίο είχαν δώσει, οι ίδιες ή οι θεματοφύλακές τους, τα εν λόγω τίτλοι για φύλαξη

(7) Η οδηγία 2006/73/ΕΚ απαιτεί από τις εταιρίες επενδύσεων να τοποθετούν οποιαδήποτε κεφάλαια πελατών λαμβάνουν σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που έχουν ανοιχτεί στο όνομα τρίτων. Οι τρίτες οντότητες πρέπει να είναι ή κεντρικές τράπεζες ή πιστωτικά ιδρύματα ή τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα ή αναγνωρισμένο αμοιβαίο κεφάλαιο διαχείρισης διαθεσίμων. Το αυστηρό καθεστώς που προβλέπεται από την οδηγία 2006/73/ΕΚ καθιστά περιττή την επέκταση της κάλυψης των συστημάτων ώστε να περιλαμβάνει την πτώχευση τρίτου στον οποίο έχουν κατατεθεί κεφάλαια.

(8) Εφόσον πλέον η κάλυψη της αποζημίωσης βάσει της οδηγίας 94/19/ΕΚ είναι υψηλότερη από εκείνη της παρούσας οδηγίας, πρέπει να εξασφαλισθεί ο υψηλότερος δυνατός βαθμός προστασίας των επενδυτών στις περιπτώσεις που και οι δύο οδηγίες 94/19/ΕΚ και 97/9/ΕΚ θα μπορούσαν να καλύψουν περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, ο επενδυτής θα πρέπει να αποζημιώνεται βάσει της οδηγίας 94/19/ΕΚ.

(9) Προκειμένου να μπορέσουν να ανακτήσουν τα κεφάλαια που καταβάλλονται για αποζημίωση, τα συστήματα που προβαίνουν σε πληρωμές για την αποζημίωση των επενδυτών σε περίπτωση πτώχευσης θεματοφύλακα ή τρίτου θα πρέπει να έχουν δικαίωμα υποκατάστασης αυτών των επενδυτών, της εταιρίας επενδύσεων ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (εφεξής «ΟΣΕΚΑ») προς τα δικαιώματά τους στις περιπτώσεις διαδικασιών εκκαθάρισης και για ποσό ίσο προς τις πληρωμές τους. Η οδηγία αυτή δεν προορίζεται να μειώσει την ευθύνη των εταιριών επενδύσεων ή των ΟΣΕΚΑ σε σχέση με την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων από κάποιον θεματοφύλακα.

(10) Σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009, που αφορά το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)[37] τα περιουσιακά στοιχεία ΟΣΕΚΑ πρέπει να φυλάσσονται από ένα θεματοφύλακα. Εάν ο θεματοφύλακας ή ένας από τους υποθεματοφύλακές του δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και αδυνατεί να επιστρέψει τους τίτλους που είχε αναλάβει προς φύλαξη, επηρεάζεται η αξία των μεριδίων ή των μετοχών των ΟΣΕΚΑ. Για να αυξηθεί σε αυτή την περίπτωση η προστασία, οι κάτοχοι μεριδίων και μετοχών ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να τυγχάνουν του ίδιου βαθμού προστασίας με αυτούς που επενδύουν απευθείας στους συγκεκριμένους τίτλους στις περιπτώσεις που η οντότητα που κατέχει τους τίτλους αδυνατεί να τους επιστρέψει. Οι κάτοχοι μεριδίων και μετοχών ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να αποζημιώνονται στην περίπτωση μείωσης της αξίας του ΟΣΕΚΑ. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΣΕΚΑ προκειμένου να διατηρούν το δικαίωμά εξαγοράς τους, όταν το κρίνουν σκόπιμο.

(11) Η οδηγία 97/9/ΕΚ ήδη αποκλείει οποιαδήποτε αποζημίωση στο πλαίσιο συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών για απαιτήσεις οι οποίες προκύπτουν από συναλλαγές σε περιπτώσεις ποινικής καταδίκης για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την έννοια της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας[38]. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να εξαιρεθεί κάθε απαίτηση αποζημίωσης, όταν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από απαγορευμένες ενέργειες βάσει της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς)[39] στις οποίες έχει εμπλακεί ο έχων την απαίτηση.

(12) Το ελάχιστο ποσό αποζημίωσης καθορίσθηκε το 1997 και έκτοτε δεν έχει τροποποιηθεί. Το ποσό αυτό θα πρέπει να αυξηθεί στις 50 000 ευρώ, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στο νομοθετικό πλαίσιο της Ένωσης. Το ποσό αυτό καθορίσθηκε με βάση τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στην Ένωση και την ανάγκη εναρμόνισης του ποσού της αποζημίωσης με τη μέση αξία των επενδυτικών τίτλων που κατέχουν οι μικροεπενδυτές στα κράτη μέλη. Για να αυξηθεί η προστασία που παρέχεται στους επενδυτές, πρέπει να καταργηθεί η δυνατότητα την οποία έχουν επί του παρόντος τα κράτη μέλη να περιορίζουν ή να εξαιρούν από την κάλυψη κεφάλαια σε νομίσματα διαφορετικά από εκείνα των κρατών μελών.

(13) Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι επενδυτές θα λαμβάνουν την προβλεπόμενη αποζημίωση βάσει της παρούσας οδηγίας και ότι ο βαθμός προστασίας των επενδυτών θα είναι συγκρίσιμο σε όλα τα κράτη μέλη, πρέπει να θεσπισθούν κοινοί κανόνες οι οποίοι θα διέπουν τη χρηματοδότηση των συστημάτων. Η χρηματοδότηση των συστημάτων αυτών θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υποχρεώσεις τους. Θα πρέπει να διασφαλισθεί επαρκές επίπεδο προχρηματοδότησης και τα συστήματα θα πρέπει να εφαρμόζουν επαρκείς ρυθμίσεις για την αξιολόγηση και την επίτευξη του επιπέδου χρηματοδότησης που έχουν θέσει ως στόχο, πριν από την πρόκληση τυχόν ζημιών κατά την έννοια της οδηγίας 97/9/ΕΚ. Ένα ελάχιστο ενιαίο επίπεδο χρηματοδότησης θα πρέπει να επιτευχθεί εντός δέκα ετών.

(14) Όταν κρίνεται αναγκαίο, έκτακτες προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών προς τα μέλη του συστήματος ή προσφυγή σε πηγές δανεισμού, όπως από εμπορικές τράπεζες ή δημόσια ιδρύματα βάσει εμπορικών κριτηρίων, θα πρέπει να διασφαλίζουν την έγκαιρη κάλυψη των αναγκών που δεν καλύπτονται από τα κεφάλαια τα οποία έχουν συγκεντρωθεί από τα μέλη πριν από την πρόκληση των ζημιών.

(15) Η λειτουργία των συστημάτων σήμερα παρουσιάζει μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κράτη μέλη και η οδηγία αυτή αποσκοπεί στη επίτευξη περαιτέρω εναρμόνισης, ενώ αφήνει περιθώρια ευελιξίας στα κράτη μέλη όσον αφορά τη λεπτομερή οργάνωση των συστημάτων. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να εγκρίνει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση για συγκεκριμένα βασικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας των συστημάτων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης. Ειδικότερα, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να εκδίδονται για τη μέθοδο προσδιορισμού των πιθανών ευθυνών των συστημάτων, τις εναλλακτικές ρυθμίσεις χρηματοδότησης που πρέπει να εφαρμόζουν τα συστήματα, ώστε να μπορούν, κατά περίπτωση, να λαμβάνουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, τα κριτήρια για τον καθορισμό των εισφορών των οντοτήτων που καλύπτονται από τα συστήματα αποζημίωσης και τους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ικανότητας επιπρόσθετων συνεισφορών, ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ενός κράτους μέλους. Για να καθορισθούν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τη χρηματοδότηση των συστημάτων, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συστάθηκε με τον κανονισμό …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [ΕΑΚΑΑ][40] θα πρέπει να καταρτίσει τεχνικά πρότυπα σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να δημοσιοποιούνται από τα συστήματα.

(16) Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι επενδυτές θα αποζημιώνονται εγκαίρως, θα πρέπει να συγκροτηθεί ένας ύστατος μηχανισμός δανεισμού έσχατης ανάγκης μεταξύ των εθνικών συστημάτων της Ένωσης. Ο μηχανισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα των συστημάτων να δανείζονται κεφάλαια από άλλα συστήματα στις εξαιρετικές περιπτώσεις που θα αντιμετωπίσουν κάποιο προσωρινό πρόβλημα έλλειψης χρηματοδότησης. Για το σκοπό αυτό, ένα ποσοστό της εκ των προτέρων χρηματοδότησης κάθε συστήματος θα πρέπει να διατίθεται για δανεισμό σε άλλα συστήματα.

(17) Ο μηχανισμός δανεισμού δεν θα πρέπει να θίγει καμιά δημοσιονομική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Τα συστήματα δανεισμού θα πρέπει να μπορούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας δανεισμού που προβλέπεται από αυτήν την οδηγία , αφού πρώτα εξαντληθούν τα κεφάλαια που έχουν συγκεντρωθεί για την εξασφάλιση του επιδιωκόμενου επιπέδου χρηματοδότησης, και έχουν αποσταλεί οι προσκλήσεις στα μέλη τους για την καταβολή πρόσθετων εισφορών. Σεβόμενη την εποπτεία των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών από τα κράτη μέλη, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει ταυτόχρονα να συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου της διευκόλυνσης των εργασιών των εταιριών επενδύσεων και των ΟΣΕΚΑ, εξασφαλίζοντας παράλληλα αποτελεσματική προστασία για τους επενδυτές. Για το σκοπό αυτό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επιβεβαιώνει ότι πληρούνται οι όροι δανεισμού μεταξύ των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να δηλώνει, στο πλαίσιο των αυστηρών ορίων που θέτει η παρούσα οδηγία, τα ποσά που πρέπει να παρέχονται για δανειοδότηση από κάθε σύστημα, το αρχικό επιτόκιο καθώς και τη διάρκεια του δανείου. Προς το σκοπό αυτό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, ειδικότερα σχετικά με το ύψος κεφαλαίων και των τίτλων που καλύπτονται σε κάθε σύστημα, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές. Θα πρέπει να ενημερώνει τα υπόλοιπα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών σχετικά με την υποχρέωσή τους να προβαίνουν σε δανειοδοτήσεις.

(18) Για την απλοποίηση της διαδικασίας δανειοδότησης, εάν σε ένα κράτος μέλος έχουν δημιουργηθεί περισσότερα του ενός συστήματα, το κράτος μέλος θα πρέπει να ορίσει ένα σύστημα το οποίο θα λειτουργεί ως σύστημα δανειοδότησης του εν λόγω κράτους μέλους και να ενημερώσει σχετικά την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Ο δανεισμός θα πρέπει να περιορίζεται στην κάλυψη της αποζημίωσης που απορρέει από την οδηγία 97/9/ΕΚ.

(19) Πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα συνολικά κεφάλαια που διατίθενται για δανεισμό μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη πλήθους αιτημάτων από συστήματα δανεισμού. Για το σκοπό αυτό, κανένα δάνειο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το προκαθορισμένο κατώτατο όριο κεφαλαίων που διατίθενται για δανεισμό.

(20) Για την επιτάχυνση της διαδικασίας αποζημίωσης, μια αρμόδια αρχή θα πρέπει να προσδιορίζει το συντομότερο δυνατόν εάν μια εταιρία επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της οι οποίες προκύπτουν από απαιτήσεις των επενδυτών.

(21) Οι αναγκαίες διαδικασίες για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας και του ποσού της απαίτησης αποζημίωσης, οι οποίες πολλές φορές εξαρτώνται από την εθνική διοικητική νομοθεσία και τη νομοθεσία περί αφερεγγυότητας, μπορεί να προκαλέσουν μεγάλες καθυστερήσεις όσον αφορά την αποζημίωση των επενδυτών. Για τον περιορισμό των καθυστερήσεων, πρέπει να διασφαλισθεί ότι σε συστήματα ή καταστάσεις, όπου το βάσιμο της απαίτησης και το ύψος της εξαρτώνται από διαδικασίες αφερεγγυότητας ή δικαστικές διαδικασίες σχετικά με οντότητες που αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τα συστήματα θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στις εν λόγω διαδικασίες. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλέπεται η υποχρέωση προσωρινής εκταμίευσης ή μερικής αποζημίωσης σε περίπτωση καθυστερήσεων μεγαλύτερων από δώδεκα μήνες, ώστε να επιτρέπεται στους επενδυτές να λάβουν ένα μέρος της αποζημίωσής τους. Θα πρέπει να προβλέπεται η λειτουργία μηχανισμών επιστροφής των κεφαλαίων στα συστήματα, όταν διαπιστώνεται ότι η απαίτηση δεν ήταν επιλέξιμη.

(22) Η οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές από την κάλυψη, αλλά ο σχετικός κατάλογος δεν έχει προσαρμοσθεί με την κατάταξη των πελατών των εταιριών επενδύσεων βάσει της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Για να διασφαλισθεί η εναρμόνιση των οδηγιών 97/9/ΕΚ και 2004/39/ΕΚ, να απλοποιηθεί η αξιολόγηση των συστημάτων αποζημίωσης και ο πιθανός αποκλεισμός, στην περίπτωση των εταιριών, να περιοριστεί μόνο στις μεγάλες νομικές οντότητες, η οδηγία 97/9/ΕΚ θα πρέπει να αναφέρεται σε επενδυτές οι οποίοι θεωρούνται επαγγελματίες επενδυτές σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ.

(23) Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης. Ειδικότερα, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να εκδίδονται μόνο όσον αφορά τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού του επιδιωκόμενου επιπέδου χρηματοδότησης που θα καθορισθεί από τα συστήματα και τροποποίησης αυτού του επιδιωκόμενου επιπέδου χρηματοδότησης, το ποσοστό του καθορισμένου ανώτατου ορίου των διαθέσιμων κεφαλαίων δανεισμού μεταξύ των εθνικών συστημάτων αποζημίωσης, τη διαδικασία διαχείρισης των απαιτήσεων των επενδυτών και τα τεχνικά κριτήρια για τον υπολογισμό της απώλειας αξίας ενός ΟΣΕΚΑ στις περιπτώσεις οι οποίες καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να διαθέτει την εξουσία να τροποποιεί, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, το ποσοστό των διαθέσιμων κεφαλαίων για δανειοδότηση, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(24) Επομένως, η οδηγία 97/9/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1 Τροποποιήσεις της οδηγίας 97/9/ΕΚ

Η οδηγία 97/9/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

(1) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α) Το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. "επενδυτική εργασία": επενδυτικές υπηρεσίες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και 2 της οδηγίας 2004/39/ΕΟΚ και η βοηθητική υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Β του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*)·

* ΕΕ L 45, 16.2.2005, σ. 18.»

β) Το σημείο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. "επενδυτής": το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών, και στο πλαίσιο δραστηριοτήτων ΟΣΕΚΑ, κάτοχος μεριδίων ή μετοχών ΟΣΕΚΑ (εφεξής «κάτοχος μεριδίων»)·»

γ) Το σημείο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. "αρμόδιες αρχές": οι αρχές οι οριζόμενες στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο η) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*).

Στις περιπτώσεις που η παρούσα οδηγία αναφέρεται σε [κανονισμός ΕΑΚΑΑ] σε συστήματα αποζημίωσης επενδυτών, για το σκοπό του παρόντος κανονισμού, νοούνται αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 3 του [κανονισμός ΕΑΚΑΑ]·

* ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32.»

δ) Προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 8 έως 11:

«8. "ΟΣΕΚΑ": μια επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

9. "θεματοφύλακας": στο πλαίσιο της διεξαγωγής δραστηριοτήτων ΟΣΕΚΑ, ένας οργανισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·»

10. "τρίτος": στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών, ένας οργανισμός στον οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων έχει καταθέσει τίτλους τους οποίους κατέχει για λογαριασμό των πελατών της όπως αναφέρετε στο άρθρο 17 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ ή στον οποίο ο εν λόγω οργανισμός έχει καταθέσει τους τίτλους· στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών ενός ΟΣΕΚΑ, ένας οργανισμός στον οποίο ο θεματοφύλακας του ΟΣΕΚΑ έχει καταθέσει περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό του ΟΣΕΚΑ·

11. "στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου": στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του σημείου 14 του παραρτήματος I της οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*), από τα οποία όμως εξαιρούνται τα στοιχεία ενεργητικού που ορίζονται ως κατάλληλα στοιχεία στο σημείο 15 του ίδιου παραρτήματος.»

* ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.»

ε) Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2:

«2. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που εφαρμόζονται σε εταιρίες επενδύσεων θα εφαρμόζονται σε εταιρείες διαχείρισης, οι οποίες λαμβάνουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, όταν η άδειά τους καλύπτει επίσης υπηρεσίες που απαριθμούνται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας.»

(2) Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε κράτος μέλος φροντίζει ώστε να δημιουργηθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 5 παράγραφος 3, κάθε εταιρία επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος ή ΟΣΕΚΑ με άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος δεν δικαιούται να ασκεί επενδυτικές εργασίες ή να ασκεί δραστηριότητες ως ΟΣΕΚΑ, εάν δεν συμμετέχει σε τέτοιο σύστημα.»

β) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το σύστημα παρέχει κάλυψη στους επενδυτές στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών σύμφωνα με το άρθρο 4, όταν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι μια εταιρία επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση ή την οικονομική κατάσταση τρίτου στον οποίο η εταιρία επενδύσεων έχει καταθέσει χρηματοπιστωτικούς τίτλους, ούτε προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον, ή όταν

β) δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μιας εταιρίας επενδύσεων ή την οικονομική κατάσταση τρίτου στον οποίο η εταιρεία επενδύσεων έχει καταθέσει χρηματοπιστωτικούς τίτλους, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω εταιρίας επενδύσεων ή της δυνατότητας της επιχείρησης να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της έναντι τρίτων.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβαίνουν στη διαπίστωση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός 3 μηνών, αφότου ενημερώνονται για πρώτη φορά ότι η εταιρία επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών.»

γ) Παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β και 2γ:

«2α. Η κάλυψη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 παρέχεται κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως για απαιτήσεις απορρέουσες από την αδυναμία μιας εταιρίας επενδύσεων να προβεί σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

α) να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες·

β) να επιστρέψει στους επενδυτές τίτλους οι οποίοι τους ανήκουν και τους οποίους κρατεί, διοικεί ή διαχειρίζεται για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες,

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα συστήματα να παρέχουν κάλυψη στις περιπτώσεις που χρηματοπιστωτικοί τίτλοι ή κεφάλαια αποτελούν αντικείμενο κατοχής, διοίκησης ή διαχείρισης για λογαριασμό κάποιου, ανεξάρτητα από τον τύπο των επενδυτικών εργασιών που ασκούνται από την εταιρία και από το αν η εταιρία ενεργεί ή όχι σύμφωνα με τυχόν περιορισμούς οι οποίοι προβλέπονται στην άδεια λειτουργίας της.

2β. Ένα σύστημα παρέχει επίσης κάλυψη σε κατόχους μεριδίων ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με το άρθρο 4, όταν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η αρμόδια αρχή έχει διαπιστώσει ότι ένας θεματοφύλακας ή τρίτος στον οποίο έχουν κατατεθεί τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ αδυνατεί, προς το παρόν, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΣΕΚΑ, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του θεματοφύλακα ή του τρίτου, ούτε προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον·

β) δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του θεματοφύλακα ή τρίτου στον οποίο έχουν κατατεθεί τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας του ΟΣΕΚΑ να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του έναντι του θεματοφύλακα ή του εν λόγω τρίτου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβαίνουν στη διαπίστωση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτο εδαφίου το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός 3 μηνών αφότου ενημερώνονται για πρώτη φορά ότι ο θεματοφύλακας ή ο τρίτος στον οποίο έχουν κατατεθεί τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του τις απορρέουσες από απαιτήσεις ΟΣΕΚΑ.

2γ. Η κάλυψη που αναφέρεται στην παράγραφο 2β παρέχεται κατά τα προβλεπόμενα εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως για την επιδίωξη ικανοποίησης απαίτησης ενός κατόχου μεριδίων ΟΣΕΚΑ εξαιτίας της μείωσης της αξίας των μεριδίων του ΟΣΕΚΑ λόγω της αδυναμίας του θεματοφύλακα ή τρίτου στον οποίο έχουν κατατεθεί τα περιουσιακά στοιχεία του ΟΣΕΚΑ να προβεί σε μια από τις ακόλουθες ενέργειες:

α) να αποδώσει τα κεφάλαια τα οποία οφείλει ή ανήκουν στον ΟΣΕΚΑ και τα οποία κρατεί για λογαριασμό του σε σχέση με δραστηριότητες ΟΣΕΚΑ,

β) να επιστρέψει στον ΟΣΕΚΑ τίτλους οι οποίοι του ανήκουν και τους οποίους κρατεί, διοικεί ή διαχειρίζεται για λογαριασμό του σε σχέση με δραστηριότητες ΟΣΕΚΑ.»

στ) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κάθε απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2α έναντι πιστωτικού ιδρύματος το οποίο, σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, θα ήταν επιλέξιμο βάσει της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 94/19/ΕΚ εξετάζεται σύμφωνα με την οδηγία 94/19/ΕΚ. Βάσει των οδηγιών αυτών καμία απαίτηση δεν μπορεί να είναι επιλέξιμη περισσότερες από μία φορά.»

(3) Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 3

«Αποκλείεται η καταβολή αποζημίωσης από τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών για απαιτήσεις απορρέουσες από συναλλαγές σε περίπτωση ποινικής καταδίκης για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*), ή απορρέουσες από απαγορευμένη συμπεριφορά σύμφωνα με την οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (**).

* ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

** ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 16.»

(4) Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το σύστημα να παρέχει κάλυψη για 50 000 ευρώ ανά επενδυτή για τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2α ή 2γ.

Κράτη μέλη στα οποία προβλέπεται κάλυψη άνω των 50 000 ευρώ κατά το χρόνο έγκρισης της παρούσας οδηγίας δύνανται να διατηρήσουν το ύψος της κάλυψης το ανώτερο μέχρι 3 έτη από την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο. Μετά την ημερομηνία αυτή τα εν λόγω κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το ύψος της παρεχόμενης κάλυψης να είναι 50 000 ευρώ.

Κράτη μέλη τα οποία μετατρέπουν τα ποσά σε ευρώ στο εθνικό τους νόμισμα θα πρέπει αρχικά να χρησιμοποιούν για τη μετατροπή την ισχύουσα ισοτιμία κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη δύνανται να στρογγυλοποιήσουν τα ποσά που προκύπτουν από τη μετατροπή με την προϋπόθεση ότι η στρογγυλοποίηση αυτή δεν υπερβαίνει τις 2500 ευρώ.

Με την επιφύλαξη του τετάρτου εδαφίου τα κράτη μέλη προσαρμόζουν τα ποσά κάλυψης που μετατρέπονται σε ένα άλλο νόμισμα με βάση το ποσό που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο κάθε πέντε έτη. Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν νωρίτερα τα ποσά κάλυψης εκτός στις περιπτώσεις απρόβλεπτων γεγονότων, όπως είναι οι νομισματικές διακυμάνσεις.

β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Η Επιτροπή δύναται να προσαρμόσει με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφος 1 λαμβάνοντας υπόψη τις ακόλουθες παραμέτρους:

α) τον πληθωρισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βάσει των μεταβολών των εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή που δημοσιεύονται από την Επιτροπή·

β) το μέσο όρο του ποσού των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών τίτλων που κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων για λογαριασμό μικροεπενδυτών.»

γ) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ορισμένοι επενδυτές δεν καλύπτονται καθόλου από συστήματα για απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2α ή 2γ ή έχουν μειωμένη κάλυψη. Στο παράρτημα Ι παρατίθεται ο κατάλογος των εξαιρέσεων αυτών.»

δ) Η παράγραφος 4 διαγράφεται.

(5) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 4α και 4β:

« Άρθρο 4a

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα συστήματα να διαθέτουν επαρκείς μηχανισμούς για τον προσδιορισμό των πιθανών υποχρεώσεών τους. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα συστήματα αποζημίωσης χρηματοδοτούνται επαρκώς κατ αναλογία των υποχρεώσεών τους.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε σύστημα να προβλέπει ένα κεφάλαιο τουλάχιστον ίσο με 0,5% της αξίας των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών τίτλων που κατέχουν, διοικούν ή διαχειρίζονται οι εταιρίες επενδύσεων ή ΟΣΕΚΑ οι οποίοι καλύπτονται από την προστασία του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών. Η αξία των καλυπτόμενων κεφαλαίων και χρηματοπιστωτικών τίτλων υπολογίζεται ετησίως την 1η Ιανουαρίου.

Η Επιτροπή εγκρίνει, με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 13α και βάσει των προϋποθέσεων των άρθρων 13β και 13γ, μέτρα για τον προσδιορισμό της μεθόδου υπολογισμού της αξίας των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την προστασία των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, προκειμένου να προσδιορίζεται και να τροποποιείται το ύψος των κεφαλαίων που πρέπει να καθορίζεται από τα συστήματα , με βάση τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

3. Το επιδιωκόμενο κεφάλαιο καταβάλλεται εκ των και ανεξάρτητα από την εμφάνιση οποιουδήποτε περιστατικού που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 ή 2β. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το επίπεδο χρηματοδότησης για κάθε σύστημα να επιτυγχάνεται εντός δέκα ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και κάθε σύστημα να πραγματοποιεί και να τον ενδεικνυόμενο προγραμματισμό, προκειμένου να εκπληρώνει το στόχο του.

Οι καταβαλλόμενες συνεισφορές για την επίτευξη του επιδιωκόμενου επιπέδου χρηματοδότησης επενδύονται μόνο σε καταθέσεις σε ρευστό και στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου με υπολειπόμενο χρόνο έως τη χρηματοδοτική ωρίμανση 24 μήνες ή λιγότερο, τα οποία μπορούν να ρευστοποιηθούν εντός προθεσμίας που δεν πρέπει να υπερβαίνει τον ένα μήνα.

4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε τα συστήματα να απευθύνουν στα μέλη του συστήματος προσκλήσεις για την καταβολή συμπληρωματικών συνεισφορών, σε περίπτωση που το επιδιωκόμενο επίπεδο χρηματοδότησης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αποζημίωσης που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2. Οι εν λόγω συμπληρωματικές συνεισφορές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 0,5% των καλυπτόμενων κεφαλαίων και χρηματοπιστωτικών τίτλων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω συμπληρωματικές συνεισφορές δεν πρέπει να υπονομεύουν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του οικείου κράτους μέλος και να καθορίζονται με βάση κριτήρια οικονομικής δυνατότητας.

5. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε τα συστήματα να διαθέτουν επαρκείς εναλλακτικές ρυθμίσεις χρηματοδότησης για να μπορούν να λαμβάνουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση με στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεων βάσει του συστήματος, αφότου εξαντληθεί το αρχικό ποσό χρηματοδότησης. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν ευκολίες δανεισμού από εμπορικές τράπεζες. Περιλαμβάνουν, επίσης, ευκολίες δανεισμού από δημόσια ιδρύματα, με την προϋπόθεση ότι οι ευκολίες αυτές βασίζονται σε εμπορικά κριτήρια.

6. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων, σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, να βαρύνει, τελικώς, τις εταιρίες επενδύσεων ή τους θεματοφύλακες που καλύπτονται από το σύστημα και, σε σχέση με δραστηριότητες των ΟΣΕΚΑ, από τους ΟΣΕΚΑ ή τους θεματοφύλακές του ή τους τρίτους που καλύπτονται από το σύστημα. Οι τακτικές συνεισφορές των μελών πρέπει να εισπράττονται ετησίως.

7. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν ετησίως την ΕΑΚΑΑ για το επιδιωκόμενο επίπεδο χρηματοδότησης, που προβλέπεται στην παράγραφο 2, και το επίπεδο χρηματοδότησης, που προβλέπεται στην παράγραφο 3, των συστημάτων σε κάθε κράτος μέλος. Οι εν λόγω πληροφορίες επιβεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές και, συνοδευόμενες από την εν λόγω επιβεβαίωση, διαβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ εντός 30 ημερών από το τέλος κάθε έτους.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε οι πληροφορίες που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο να δημοσιεύονται στο δικτυακό τόπο των συστημάτων σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση.

8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το 10% της εκ των προτέρων χρηματοδότησης των συστημάτων που προβλέπεται στο άρθρο 4α παράγραφος 2 διατίθεται για δανεισμό σε άλλα συστήματα υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 4γ.

Η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 13α και βάσει των όρων των άρθρων 13β και 13γ το ποσοστό της εκ των προτέρων χρηματοδότησης που διατίθεται για δανεισμό σε άλλα συστήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

9. Η Επιτροπή εγκρίνει, μέσω πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 13α και βάσει των όρων των άρθρων 13β και 13γ, μέτρα για τον καθορισμό:

α) της μεθόδου προσδιορισμού των πιθανών υποχρεώσεων των συστημάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 1·

β) των εναλλακτικών ρυθμίσεων χρηματοδότησης, που προβλέπονται στην παράγραφο 5, τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, ώστε να μπορούν, εάν είναι αναγκαίο, να λαμβάνουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση·

γ) των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της ικανότητας επιπρόσθετων εισφορών, που προβλέπονται στην παράγραφο 4, να μην υπονομεύουν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ενός κράτους μέλους·

δ) των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των εισφορών των καλυπτόμενων οντοτήτων, που προβλέπονται στην παράγραφο 6·

10. Προκειμένου να διασφαλίσει ομοιόμορφους όρους εφαρμογής της παραγράφου 7, εδάφιο 2, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*) [ΕΑΚΑΑ] (εφεξής αναφερόμενη ως «ΕΑΚΑΑ») καταρτίζει σχέδια τεχνικών προτύπων για τον λεπτομερή προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιεύονται από τα συστήματα.

Η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να υποβάλει τα εν λόγω σχέδια τεχνικών προτύπων, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.

Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο των τεχνικών προδιαγραφών που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 7ε του κανονισμού / [ΕΑΚΑΑ].

Άρθρο 4β

1. Τα συστήματα δύνανται να δανειστούν από άλλα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 εντός της Ένωσης, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α) το σύστημα δανεισμού αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2α ή 2γ, ή λόγω προηγούμενων πληρωμών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών·

β) η κατάσταση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου οφείλεται σε έλλειψη κεφαλαίων που προβλέπεται στο άρθρο 4α παράγραφος 3·

γ) το σύστημα δανεισμού έχει προσφύγει στις συμπληρωματικές εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 4α παράγραφος 4·

δ) το σύστημα δανεισμού δεσμεύεται νομικά, ώστε τα κεφάλαια που αποτελούν το αντικείμενο του δανεισμού να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση απαιτήσεων βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2α και 2γ·

ε) συστήματα τα οποία δεν έχουν χορηγήσει δάνειο σε άλλα συστήματα βάσει του άρθρου αυτού δεν μπορούν ούτε να δανεισθούν ούτε να δανείσουν σε άλλα συστήματα·

στ) το σύστημα δανεισμού ορίζει το χρηματικό ποσό που απαιτείται·

ζ) το σύστημα δανεισμού ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ και δηλώνει τους λόγους για τους οποίους πληρούνται οι ανωτέρω συνθήκες και το χρηματικό ποσό που απαιτείται.

Το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου προσδιορίζεται ως εξής:

[ποσό εξοφλητέων απαιτήσεων βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2α και 2γ] – [ύψος χρηματοδότησης που προβλέπει το άρθρο 4α παράγραφος 7] + μέγιστο ποσό πρόσθετων εισφορών που προβλέπεται στο άρθρο 4α παράγραφος 4]

Τα άλλα συστήματα ενεργούν ως συστήματα δανειοδότησης. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη στα οποία λειτουργούν περισσότερα του ενός συστήματα ορίζουν ένα σύστημα το οποίο θα ενεργεί ως σύστημα δανειοδότησης του εν λόγω κράτους μέλους και ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν εάν και με ποιον τρόπο θα αποζημιώνεται το σύστημα δανειοδότησης από άλλα συστήματα τα οποία λειτουργούν στο ίδιο κράτος μέλος.

2. Το δάνειο υπόκειται στους ακόλουθους όρους:

α) σύμφωνα με το όριο που καθορίζεται στην ακόλουθη παράγραφο, κάθε σύστημα δανείζει το ποσό που αναλογεί στο ποσό των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών τίτλων που καλύπτονται από κάθε σύστημα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το σύστημα δανεισμού. Τα ποσά υπολογίζονται σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4α παράγραφος 2·

β) το σύστημα δανεισμού αποπληρώνει το δάνειο το αργότερο μετά από 5 έτη. Η αποπληρωμή του δανείου μπορεί να γίνεται σε ετήσιες δόσεις. Τόκοι καταβάλλονται μόνο κατά την αποπληρωμή·

γ) το επιτόκιο ισούται με το συντελεστή διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τη διάρκεια της περιόδου πίστωσης.

Το συνολικό ποσό που δανείζεται σε κάθε σύστημα δανεισμού δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20% του συνολικού ποσού των κεφαλαίων που διατίθενται για δανεισμό σε επίπεδο Ένωσης , όπως προβλέπεται στο άρθρο 4α παράγραφος 8.

3. Η ΕΑΚΑΑ επιβεβαιώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στην παράγραφο 1, δηλώνει το ύψος των δανείων που θα χορηγηθούν από κάθε σύστημα, όπως υπολογίζεται βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο α) και το αρχικό επιτόκιο δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο γ), καθώς και τη διάρκεια του δανείου.

Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει την επιβεβαίωσή της συνοδευόμενη από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο ζ) στα συστήματα δανεισμού. Τα συστήματα λαμβάνουν την επιβεβαίωση και τις πληροφορίες εντός 15 εργάσιμων ημερών. Τα συστήματα δανεισμού, χωρίς καθυστέρηση, αλλά το αργότερο εντός 15 εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή, προβαίνει σε καταβολή του δανείου υπέρ του συστήματος δανεισμού.

4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε οι εισφορές που εισπράττονται από το σύστημα δανεισμού να επαρκούν για την επιστροφή του ποσού του δανεισμού και τον επανακαθορισμό του επιδιωκόμενου επιπέδου χρηματοδότησης το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός δέκα ετών από την είσπραξη του δανείου.

5. Για λόγους αποτελεσματικής συνεργασίας των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, τα συστήματα ή, κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές, πρέπει να συνάπτουν γραπτές συμφωνίες συνεργασίας. Οι εν λόγω συμφωνίες βασίζονται στις διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (**).

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνεται για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των συμφωνιών που αναφέρονται στο εδάφιο 1. Δύναται μάλιστα να γνωμοδοτεί επί αυτών των συμφωνιών βάσει των άρθρων [6 παράγραφος 2 στοιχείο στ) και 19 του κανονισμού ΕΑΚΑΑ]. Εάν οι αρμόδιες αρχές ή τα συστήματα δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία ή εάν υπάρχει διαφωνία σχετικά με την ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας, η ΕΑΚΑΑ διευθετεί τις διαφωνίες δυνάμει του [άρθρου 11 του κανονισμού ΕΑΚΑΑ].

Η απουσία των συμφωνιών που αναφέρονται στο εδάφιο 1 δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις των επενδυτών βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2α ή 2γ.

* ΕΕ L …

** ΕΕ L 084 της 26/03/1997, σ. 22.

(6) Τα άρθρα 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

1. Εάν μια εταιρία επενδύσεων, ένας ΟΣΕΚΑ, ένας θεματοφύλακας ή ένας τρίτος που υποχρεούται να συμμετέχει σε σύστημα αποζημίωσης βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1, δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος αυτού του συστήματος, οι αρμόδιες αρχές οι οποίες χορήγησαν την άδεια λειτουργίας ενημερώνονται σχετικά και, σε συνεργασία με το σύστημα αποζημίωσης, λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, περιλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων, για να εξασφαλίσουν ότι η εταιρία ο ΟΣΕΚΑ, ο θεματοφύλακας ή ο τρίτος θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

2. Εάν, παρά τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η εταιρία επενδύσεων, ο ΟΣΕΚΑ, ο θεματοφύλακας ή ο τρίτος εξακολουθούν να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί, με ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να αποβάλει την εταιρία επενδύσεων, τον ΟΣΕΚΑ, το θεματοφύλακα ή τον τρίτο από το σύστημα, μετά από δωδεκάμηνη προθεσμία προειδοποίησης τουλάχιστον. Η κάλυψη, που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2α και 2γ, συνεχίζει να διασφαλίζεται για τις επενδυτικές εργασίες ή δραστηριότητες του ΟΣΕΚΑ που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Εάν μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης, η εταιρία επενδύσεων, ο ΟΣΕΚΑ, ο θεματοφύλακας ή ο τρίτος δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί, πάντα με ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών, να τους αποβάλει.

3. Ένας ΟΣΕΚΑ, ένας θεματοφύλακας ή ένας τρίτος που έχει αποβληθεί από ένα σύστημα αποζημίωσης επενδυτών μπορεί να συνεχίσει να ασκεί επενδυτικές εργασίες, δραστηριότητες ΟΣΕΚΑ ή να αναλαμβάνει τη φύλαξη χρηματοπιστωτικών τίτλων επενδυτών ή ΟΣΕΚΑ υπό τον όρο ότι

α) πριν από την αποβολή, είχε εναλλακτικές ρυθμίσεις αποζημίωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στους επενδυτές και οι ΟΣΕΚΑ αποζημίωση τουλάχιστον ίση με εκείνη η οποία προσφέρεται από το επισήμως αναγνωρισμένο σύστημα αποζημίωσης και ότι τα χαρακτηριστικά αυτών των εναλλακτικών ρυθμίσεων αποζημίωσης θα ήταν ισοδύναμα με αυτά του επίσημα αναγνωρισμένου συστήματος.

β) η αρμόδια η οποία είναι αρμόδια για την χορήγηση της άδειας αρχή λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων ή του ΟΣΕΚΑ, έχει επιβεβαιώσει ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο στοιχείο α).

4. Εάν μια εταιρία επενδύσεων ή ένας ΟΣΕΚΑ, της οποίας ή του οποίου προτείνεται η αποβολή από το σύστημα αποζημίωσης βάσει της παραγράφου 2, αδυνατεί να προβλέψει εναλλακτικές ρυθμίσεις που να πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας οφείλουν:

α) όσον αφορά την εταιρία επενδύσεων στην οποία χορήγησαν την άδεια λειτουργίας, να ανακαλέσουν πάραυτα την άδεια·

β) όσον αφορά τον ΟΣΕΚΑ τον οποίο έχουν εγκρίνει, να ανακαλέσουν πάραυτα την άδειά του.

5. Εάν ένας θεματοφύλακας ή ένας τρίτος, του οποίου προτείνεται η αποβολή από το σύστημα αποζημίωσης βάσει της παραγράφου 2, αδυνατεί να προβλέψει εναλλακτικές ρυθμίσεις που να πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνει τη φύλαξη περιουσιακών στοιχείων των επενδυτών ή των ΟΣΕΚΑ.»

Άρθρο 6

Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2α και 2γ και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων ή του ΟΣΕΚΑ, για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση.»

(7) Τα άρθρα 8 και 9 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

1. Η κάλυψη που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και 3 ισχύει για το σύνολο της απαίτησης του επενδυτή έναντι της ίδιας επιχείρησης επενδύσεων ή του ίδιου ΟΣΕΚΑ βάσει της παρούσας οδηγίας, ανεξαρτήτως αριθμού λογαριασμών, νομίσματος και τόπου εντός της Ένωσης.

2. Κατά τον υπολογισμό της κατ' άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3 κάλυψης, λαμβάνεται υπόψη το μέρος που αναλογεί σε κάθε επενδυτή, προκειμένου περί κοινής επενδυτικής εργασίας.

Εάν δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις, οι απαιτήσεις κατανέμονται ισομερώς μεταξύ των επενδυτών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι οι απαιτήσεις οι απορρέουσες από κοινή επενδυτική εργασία επί της οποίας δύο ή περισσότερα άτομα έχουν δικαιώματα υπό την ιδιότητά τους ως εταίροι προσωπικής εταιρείας, ένωσης ή οντότητας παρόμοιου χαρακτήρα, χωρίς νομική προσωπικότητα, είναι δυνατόν, για τον υπολογισμό των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3, να ενοποιούνται και να θεωρούνται ότι απορρέουν από επένδυση ενός και του αυτού επενδυτή.

3. Όταν ο επενδυτής δεν είναι δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κατέχει η εταιρία επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στο δικαιούχο, εφόσον η ταυτότητά του διαπιστώνεται ή μπορεί να διαπιστωθεί πριν από την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και 2β.

Αν οι δικαιούχοι είναι περισσότεροι του ενός, κατά τον υπολογισμό των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3, λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη διαχείριση των ποσών ή των τίτλων.

«Άρθρο 9

1. Το σύστημα αποζημίωσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώνει τους επενδυτές σχετικά με τη διαπίστωση ή την απόφαση που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 2β και, εάν οφείλει να τους αποζημιώσει, για την καταβολή της αποζημίωσης το ταχύτερο δυνατόν. Μπορεί να τάξει προθεσμία εντός της οποίας υποχρεούνται οι επενδυτές να υποβάλουν τις αιτήσεις τους. Η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον πεντάμηνη και αρχίζει από την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 2β ή από την ημερομηνία της δημοσίευσής τους.

Το σύστημα αποζημίωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, για να αρνηθεί την κάλυψη σε επενδυτή ο οποίος δεν ήταν σε θέση να απαιτήσει εγκαίρως την αποζημίωση.

2. Το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφότου αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιοριστεί το ύψος της.

Σε έκτακτες περιστάσεις το σύστημα αποζημίωσης μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές την παράταση της προθεσμίας. Η εν λόγω παράταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν αμέσως την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών για την παράταση που έχει χορηγηθεί στο σύστημα αποζημίωσης και για τις περιστάσεις που δικαιολογούν την παράταση αυτή.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε τα συστήματα αποζημίωσης να μπορούν να συμμετέχουν σε διαδικασίες αφερεγγυότητας ή δικαστικές διαδικασίες οι οποίες μπορεί να είναι συναφείς όσον αφορά τη διαπίστωση του βάσιμου της απαίτησης και του ύψους της.

Το τρίτο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των συστημάτων αποζημίωσης που μπορούν να εγκρίνουν άλλες μεθόδους διαπίστωσης του βάσιμου της απαίτησης ή του ύψους της.

Εάν η τελική πληρωμή δεν έχει καταβληθεί εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 ή 2β, τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε το σύστημα αποζημίωσης να προβλέπει εντός τριών μηνών από την εν λόγω διαπίστωση ή απόφαση, προσωρινή εκταμίευση ενός μέρους της αποζημίωσης ίσου τουλάχιστον με το ένα τρίτο της απαίτησης που είχε αρχικά εκτιμηθεί. Το υπόλοιπο καταβάλλεται εντός της περιόδου που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, κατόπιν του προσδιορισμού του βάσιμου της απαίτησης και του ύψους της. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε το σύστημα αποζημίωσης να διαθέτει τα μέσα ανάκτησης των ποσών που εκταμιεύονται προσωρινά, εάν διαπιστωθεί το αβάσιμο της απαίτησης.

Η Επιτροπή εγκρίνει, με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 13α και με την επιφύλαξη των όρων των άρθρων 13β και 13γ, μέτρα για τον καθορισμό της διαδικασίας διευθέτησης των απαιτήσεων των επενδυτών και τα τεχνικά κριτήρια για τον υπολογισμό της μείωσης της αξίας ενός ΟΣΕΚΑ, ως αποτέλεσμα των περιστατικών που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2β και 2γ.

3. Παρά την προθεσμία της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, εάν επενδυτής ή άλλος δικαιούχος ή έχων συμφέρον σε επενδυτική εργασία βαρύνεται με κατηγορία περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ ή η οποία αποτελεί αντικείμενο προσφυγής για παράβαση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί να αναστέλλει οιαδήποτε καταβολή, εν αναμονή της απόφασης του δικαστηρίου ή διαπίστωσης αρμόδιας αρχής.»

(8) Στο άρθρο 10, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εταιρίες επενδύσεων ή οι ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να παρέχουν στους επενδυτές ή τους υποψήφιους επενδυτές τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών στο οποίο συμμετέχουν οι εταιρίες επενδύσεων ή οι ΟΣΕΚΑ και τα υποκαταστήματά τους εντός της Ένωσης, ή κάθε άλλη εναλλακτική ρύθμιση δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 1, ή του άρθρου 5 παράγραφος 3. Οι επενδυτές ενημερώνονται για τις διατάξεις του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών ή κάθε άλλης εναλλακτικής ρύθμισης, και ιδίως για το ποσό και την έκταση της κάλυψης που προσφέρει το εν λόγω σύστημα αποζημίωσης, καθώς και για τους κανόνες που ενδεχομένως έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 3. Οι πληροφορίες παρέχονται κατά τρόπο που είναι απόλυτα κατανοητός.

Πληροφορίες παρέχονται επίσης, εφόσον ζητηθούν, σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις διατυπώσεις αποζημίωσης.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να είναι σωστές, σαφείς και όχι παραπλανητικές και, ειδικότερα, πρέπει να επεξηγούν τις περιπτώσεις και τις απαιτήσεις οι οποίες καλύπτονται από το σχετικό σύστημα αποζημίωσης και τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα. Στις παρεχόμενες πληροφορίες θα πρέπει επίσης να παρατίθενται παραδείγματα περιπτώσεων και απαιτήσεων που δεν καλύπτονται από το σύστημα αποζημίωσης.»

(9) Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

1. Με την επιφύλαξη άλλων δικαιωμάτων που ενδεχομένως έχουν δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα συστήματα που προβαίνουν σε πληρωμές για την αποζημίωση των επενδυτών υποκαθιστούν τους επενδυτές ως προς τα δικαιώματά τους κατά την εκκαθάριση και για ποσό ίσο προς τις πληρωμές τους.

2. Σε περίπτωση ζημίας οφειλόμενης στην οικονομική κατάσταση τρίτου που κατέχει χρηματοπιστωτικούς τίτλους οι οποίοι ανήκουν σε επενδυτές σε σχέση με επενδυτικές εργασίες που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, τα συστήματα που προβαίνουν σε πληρωμές για την αποζημίωση των επενδυτών υποκαθιστούν τους επενδυτές ή τις εταιρίες επενδύσεων ως προς τα δικαιώματά τους κατά την εκκαθάριση και για ποσά ίσα προς τις πληρωμές τους.

3. Στην περίπτωση, που προβλέπεται το άρθρο 2 παράγραφος 2γ, όπου οι ζημιές οφείλονται στην οικονομική κατάσταση του θεματοφύλακα ή του τρίτου στον οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων ΟΣΕΚΑ, τα συστήματα που προβαίνουν σε πληρωμές για την αποζημίωση κατόχων μεριδίων ΟΣΕΚΑ υποκαθιστούν τον κάτοχο μεριδίων ΟΣΕΚΑ ή τον ΟΣΕΚΑ ως προς τα δικαιώματά του κατά την εκκαθάριση και για ποσά ίσα προς τις πληρωμές τους.

4. Εάν ο τρίτος που κατέχει χρηματοπιστωτικούς τίτλους οι οποίοι ανήκουν σε έναν επενδυτή σε σχέση με επενδυτικές εργασίες ή σε θεματοφύλακα ή τρίτο στον οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων του ΟΣΕΚΑ βρίσκεται σε τρίτη χώρα, όπου το δικαστικό σύστημα δεν επιτρέπει να υποκαθιστά το σύστημα ως προς τα δικαιώματά τους την εταιρία επενδύσεων ή το ΟΣΕΚΑ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η επιχείρηση επενδύσεων ή ο ΟΣΕΚΑ επιστρέφουν στο σύστημα αποζημίωσης ποσά ίσα προς τις πληρωμές τους, σε περίπτωση που λάβουν οποιοδήποτε ποσό κατά την εκκαθάριση.»

(10) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 13α, 13β και 13γ:

«Άρθρο 13a

1. Οι εξουσίες έγκρισης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4α παράγραφος 2, το άρθρο 4α παράγραφος 8, το άρθρο 4α παράγραφος 9 και το άρθρο 9 παράγραφος 2 εκχωρούνται στην Επιτροπή επ’ αόριστον.

2. Μόλις εγκρίνει κάποια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3. Οι εξουσίες έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων εκχωρούνται στην Επιτροπή υπό τους όρους των άρθρων 13β και 13γ.

Άρθρο 13β

1. Η εξουσιοδότηση κατά το άρθρο 4α παράγραφος 2, το άρθρο 4α παράγραφος 8, το άρθρο 4α παράγραφος 9 και το άρθρο 9 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2. Το θεσμικό όργανο που έχει κινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασιστεί εάν θα ανακληθεί η εξουσιοδότηση καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, προσδιορίζοντας τις εκχωρηθείσες εξουσίες που θα μπορούσαν να ανακληθούν και τους πιθανούς λόγους ανάκλησης.

3. Η απόφαση της ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Η απόφαση έχει άμεση ισχύ ,ενδέχεται όμως να προβλέπει μεταγενέστερη ημερομηνία έναρξης της ισχύος της. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που είναι ήδη σε ισχύ. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Άρθρο 13γ

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά ένα μήνα.

2. Εάν, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δεν έχουν διατυπωθεί αντιρρήσεις τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η εν λόγω πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που η ίδια προβλέπει.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μην εγείρουν αντιρρήσεις.

3. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις για κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η εν λόγω πράξη δεν τίθεται σε ισχύ. Το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.

(11) Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 14α:

«Άρθρο 14a

Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με το άρθρο 63 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και το άρθρο 102 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.»

19. Το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής:

α) Το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Επαγγελματίες επενδυτές στους οποίους αναφέρονται τα σημεία 1 έως 4 του τμήματος Ι του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών τίτλων.»

β) Τα σημεία 2, 3 και 8 διαγράφονται.

Άρθρο 2 Μεταφορά της οδηγίας

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο μέχρι [ δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας ] τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Κοινοποιούν δε αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές [ δεκαοχτώ μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας ] εξαιρουμένων των διατάξεων που μεταφέρουν το άρθρο 4β, οι οποίες θα εφαρμόζονται από 31 Δεκεμβρίου 2013.

Κατά τη θέσπιση ή την επίσημη δημοσίευση των εν λόγω διατάξεων από τα κράτη μέλη γίνεται παραπομπή στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Άρθρο 4 Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

[1] Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22).

[2] Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, (ΕΕ L 197 της 6.8.1993).

[3] Οδηγία 2004/39/ΕΚ (ΕΕ L 145 της 30.4.2004).

[4] Οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ης Μαΐου 1994 σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, (ΕΕ L 135 της 31.5.1994, σ. 5).

[5] Ανακοίνωση της Επιτροπής για το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης» COM(2009) 114 της 4.3.2009.

[6] Οι υπηρεσίες της Επιτροπής έλαβαν 70 εισηγήσεις. Οι μη εμπιστευτικού χαρακτήρα εισηγήσεις διατίθενται στον ιστότοπο της Επιτροπής:http://ΕΚ.europa.eu/internal_market/consultations/2009/investor_compensation_en.htm

[7] Δύο ερωτηματολόγια σχετικά με τις επιχειρήσεις των εθνικών συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών εστάλησαν τον Ιούνιο του 2009 και το Νοέμβριο του 2009.

[8] Η ομάδα εμπειρογνωμόνων των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών (ESME) ήταν μια συμβουλευτική ομάδα της Επιτροπής, η οποία απαρτιζόταν από παράγοντες και εμπειρογνώμονες των αγορών κινητών αξιών. Συστάθηκε από την Επιτροπή τον Απρίλιο του 2006 και λειτούργησε μέχρι τα τέλη του 2009 με βάση την απόφαση της Επιτροπής 2006/288/ΕΚ της 30ής Μαρτίου 2006, για τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών, με σκοπό την παροχή νομικών και οικονομικών συμβουλών σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών περί κινητών αξιών (ΕΕ L 106 της 19.4.2006, σ.14-17).

[9] Η ευρωπαϊκή επιτροπή κινητών αξιών (ΕΕΚΑ) η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 191 της 13.7.2001, σ.45) εκτελεί καθήκοντα επιτροπολογίας (απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για την επιτροπολογία (ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ.23) για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/51/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ.11), αλλά και καθήκοντα συμβούλου σε θέματα πολιτικής στον τομέα των κινητών αξιών. Απαρτίζεται από εκπροσώπους υψηλού επιπέδου των κρατών μελών και τελεί υπό την προεδρία εκπροσώπου της Επιτροπής. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της ΕΕΚΑ στις 14 Νοεμβρίου 2008, 11 Φεβρουαρίου 2009 και 15 Ιουλίου 2009.

[10] Η μελέτη είναι διαθέσιμη στη διεύθυνσηhttp://ΕΚ.europa.eu/dgs/internal_market/docs/evaluation/national-investor-rep2005.pdf .

Οι απόψεις που εκφράστηκαν στη μελέτη της OXERA δεν αντανακλούν απαραιτήτως τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η OXERA είναι μια ιδιωτική επιχείρηση η οποία σύναψε σύμβαση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εκπόνηση της μελέτης. Οι δηλώσεις και οι απόψεις που εκφράζονται στη μελέτη αποτελούν ευθύνη της επιχείρησης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προσυπογράφει την έκθεση της OXERA, αλλά τη χρησιμοποιεί ως πηγή πληροφοριών για την αναθεώρηση της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών.

[11] Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 1997/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών SEC (2010) 845.

[12] ΕΕ L 135 της 31.5.1994, σ. 5-14

[13] Το άρθρο 1 παράγραφος 2 αναφέρεται σε επενδυτικές υπηρεσίες όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (ΟΕΥ) και στην υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της ίδιας οδηγίας.

[14] Βλ., για παράδειγμα, την αναφορά στους μικρούς επενδυτές στην αιτιολογική σκέψη 4 της ΟΣΑΕ.

[15] Κατάλογος των επενδυτών αυτών παρατίθεται στο παράρτημα 1 της ΟΣΑΕ.

[16] Άρθρο 4 παράγραφος 2 και παράρτημα 1 της ΟΣΑΕ.

[17] Οδηγία MiFID - Παράρτημα II.

[18] Επί του παρόντος, επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια μπορούν πάντοτε να αξιώσουν αποζημίωση βάσει της ΟΣΑΕ: Σύνολο ισολογισμού ≤ 4 400 000 ευρώ, καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών ≤ 8 800 000 ευρώ, μέσος όρος εργαζομένων ≤ 50. Βάσει της οδηγίας MiFID, μόνο οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια μπορούν να ταξινομούνται ως καθεαυτοί επαγγελματίες πελάτες: Σύνολο ισολογισμού ≥ 20 000 000, καθαρό ύψος του κύκλου εργασιών ≥ 40 000 000 ευρώ, ίδια κεφάλαια ≥ 2 000 000 ευρώ. Κατά συνέπεια, η υιοθέτηση των ορισμών της οδηγίας MiFID θα περιόριζε την έκταση των επιχειρήσεων που είναι δυνατόν να αποκλειστούν βάσει της ΟΣΑΕ.

[19] Τα άρθρα 16 και 17 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.

[20] Άρθρο 18 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ.

[21] Οδηγία 2009/65/ΕΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες.

[22] Άρθρα 22 έως 26 και 32 έως 36 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

[23] Η σχετική νομοθετική πρόταση, κατόπιν διαβούλευσης, θα πρέπει να εγκριθεί έως την άνοιξη του 2011.

[24] Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ορίστηκε στο άρθρο 1 της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η οδηγία αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2005/60/ΕΚ σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15–36).

[25] Οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 16–25).

[26] Άρθρο 7 της οδηγίας 94/19/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων.

[27] Βλ. οδηγία 2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 για την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης και την προθεσμία εκταμίευσης.

[28] Τον Οκτώβριο του 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε μια δέσμη νομοθετικών σχεδίων για την ενίσχυση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρώπη. Με τα νομοθετικά κείμενα θα δημιουργηθεί νέο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) για τον εντοπισμό κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνολικά. Θα συγκροτηθεί επίσης ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), το οποίο θα αποτελείται από εθνικές εποπτικές αρχές και τρεις νέες Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές για τους τομείς των τραπεζών, των κινητών αξιών, και των ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων. Η ΕΑΚΑΑ είναι μία από τις τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές που περιλαμβάνονται στη δέσμη νομοθετικών σχεδίων. Η σχετική νομοθετική πρόταση διατίθεται στον ακόλουθο σύνδεσμο:http://ΕΚ.europa.eu/internal_market/finances/docs/committees/supervision/20090923/com2009_503_en.pdf

[29] Βλ. αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας.

[30] ΕΕ C της…, σ. ...

[31] ΕΕ C της…, σ. ...

[32] ΕΕ L 84 της 26.3.1997.

[33] ΕΕ L 197 της 6.8.1993.

[34] ΕΕ L 145 της 30.4.2004.

[35] ΕΕ L 135 της 31.5.1994.

[36] ΕΕ L 241, 2.9.2006.

[37] ΕΕ L 302 της 17.11.2009.

[38] ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

[39] ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 16.

[40] ΕΕ L ...

Top