This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52010DC0677
COMMUNICATION FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT, THE COUNCIL, THE EUROPEAN ECONOMIC AND SOCIAL COMMITTEE AND THE COMMITTEE OF THE REGIONS Energy infrastructure priorities for 2020 and beyond - A Blueprint for an integrated European energy network
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Προτεραιότητες για την ενεργειακή υποδομή για το 2020 και μετέπειτα - Προσχέδιο για ενοποιημένο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Προτεραιότητες για την ενεργειακή υποδομή για το 2020 και μετέπειτα - Προσχέδιο για ενοποιημένο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο
/* COM/2010/0677 τελικό */
[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ | Βρυξέλλες, 17.11.2010 COM(2010) 677 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Προτεραιότητες για την ενεργειακή υποδομή για το 2020 και μετέπειτα - Προσχέδιο για ενοποιημένο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο {SEC(2010) 1395 τελικό}{SEC(2010) 1396 τελικό}{SEC(2010) 1398 τελικό} ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Προτεραιότητες για την ενεργειακή υποδομή για το 2020 και μετέπειτα - Προσχέδιο για ενοποιημένο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. Εισαγωγή 4 2. Τα προβλήματα υποδομής επιβάλλουν επείγουσα δράση 6 2.1. Διασυνδεδεμένα δίκτυα και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας 6 2.2. Διασυνδεδεμένα δίκτυα και αποθήκευση φυσικού αερίου 6 2.3. Δίκτυα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης 6 2.4. Δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CCS) 6 2.5. Μεταφορά πετρελαίου και ολεφινών και υποδομές διύλισης 6 2.6. Οι περισσότερες επενδύσεις θα προέλθουν από την αγορά, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια 6 2.7. Επενδυτικές ανάγκες και κενό χρηματοδότησης 6 3. Προσχέδιο ενεργειακησ υποδομησ: μια νεα μεθοδοσ στρατηγικου προγραμματισμου 6 4. Προτεραιοτητες για τις ευρωπαϊκεσ υποδομεσ του 2020 και μετεπειτα 6 4.1. Διάδρομοι προτεραιότητας για την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο 6 4.1.1. Για επαρκές ευρωπαϊκό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2020 6 4.1.2. Διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού με φυσικό αέριο για την τροφοδότηση πλήρως διασυνδεδεμένου και ευέλικτου δικτύου φυσικού αερίου της ΕΕ 6 4.1.3. Εγγύηση της ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο 6 4.1.4. Εγκαινίαση της εξάπλωσης τεχνολογιών ευφυών δικτύων 6 4.2. Προετοιμασία δικτύων προς μακροπρόθεσμη υλοποίηση 6 4.2.1. Ευρωπαϊκές αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας 6 4.2.2. Υποδομή ευρωπαϊκού δικτύου μεταφοράς CO2 6 4.3. Από τις προτεραιότητες στα έργα 6 5. Εργαλειοθήκη για να επιταχυνθεί η υλοποίηση 6 5.1. Περιφερειακές ομαδοποιήσεις 6 5.2. Ταχύτερες και πιο διαφανείς διαδικασίες αδειοδότησης 6 5.3. Καλύτερες μέθοδοι και πληροφορίες για τους ιθύνοντες και τους πολίτες 6 5.4. Δημιουργία σταθερού πλαισίου για τη χρηματοδότηση 6 5.4.1. Μόχλευση ιδιωτικών πόρων μέσω της βελτίωσης του επιμερισμού του κόστους 6 5.4.2. Βελτιστοποίηση της μόχλευσης δημόσιων και ιδιωτικών πόρων μέσω του μετριασμού των επενδυτικών κινδύνων 6 6. Συμπεράσματα και περαιτέρω πορεία 6 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6 1. Εισαγωγή 6 2. Εξελιξη τησ ζητησησ και προσφορασ ενεργειασ 6 3. Διαδρομοι προτεραιότητας για την ηλεκτρικη ενεργεια, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο 6 3.1. Για επαρκές ευρωπαϊκό διασυνδεδεμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2020 6 3.1.1. Υπεράκτιο σύστημα στις βόρειες θάλασσες 6 3.1.2. Διασυνδέσεις στην Νοτιοδυτική Ευρώπη 6 3.1.3. Συνδέσεις στην Κεντροανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη 6 3.1.4. Ολοκλήρωση του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP) στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας 6 3.2. Διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού σε πλήρως διασυνδεδεμένο και ευέλικτο δίκτυο φυσικού αερίου της ΕΕ 6 3.2.1. Νότιος διάδρομος 6 3.2.2. Διασυνδέσεις φυσικού αερίου κατά τον άξονα Βορρά – Νότου στην Ανατολική Ευρώπη 6 3.2.3. Ολοκλήρωση του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP) στον τομέα του φυσικού αερίου 6 3.2.4. Διάδρομος Βορρά – Νότου στη Δυτική Ευρώπη 6 3.3. Κατοχύρωση της ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο 6 3.4. Έναρξη εμπορικής εκμετάλλευσης των τεχνολογιών ευφυών δικτύων 6 4. Προετοιμασία δικτύων προς μακροπρόθεσμη υλοποίηση 6 4.1. Ευρωπαϊκές αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας 6 4.2. Ευρωπαϊκή υποδομή μεταφοράς CO2 6 1. Εισαγωγή Η ενεργειακή υποδομή της Ευρώπης είναι το κεντρικό νευρικό σύστημα της οικονομίας μας. Οι ενωσιακοί στόχοι ενεργειακής πολιτικής, καθώς και οι οικονομικοί στόχοι της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», δεν θα επιτευχθούν χωρίς ριζική αλλαγή του τρόπου ανάπτυξης της ευρωπαϊκής υποδομής. Η ανασυγκρότηση του ενεργειακού μας συστήματος, ώστε μελλοντικά να είναι χαμηλές οι ανθρακούχες εκπομπές, δεν είναι καθήκον μόνον του ενεργειακού κλάδου. Χρειάζονται τεχνολογικές βελτιώσεις, μεγαλύτερη αποδοτικότητα, προσαρμοστικότητα στην κλιματική αλλαγή και νέα ευελιξία. Δεν είναι όμως καθήκον στο οποίο μπορούν να ανταποκριθούν μεμονωμένα τα κράτη μέλη. Θα είναι αναγκαία ευρωπαϊκή στρατηγική και χρηματοδότηση. Στην Ενεργειακή Πολιτική για την Ευρώπη, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007[1], ορίζονται ως κύριοι στόχοι της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης η ανταγωνιστικότητα, η αειφορία και η ασφάλεια του εφοδιασμού. Τα προσεχή έτη πρέπει να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά ενέργειας και, μέχρι το 2020, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πρέπει να ανέλθει στο 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να μειωθούν κατά 20%[2] και η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης πρέπει να μειώσει κατά 20% την κατανάλωση ενέργειας. Η ΕΕ πρέπει να εγγυάται την ασφάλεια του εφοδιασμού των 500 εκατομμυρίων πολιτών της σε ανταγωνιστικές τιμές, ενώ αυξάνεται διαρκώς ο διεθνής ανταγωνισμός για τους πόρους του πλανήτη. Η σχετική σπουδαιότητα των πηγών ενέργειας θα αλλάξει. Η ΕΕ θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, κυρίως φυσικού αερίου και πετρελαίου. Θα αυξηθεί σημαντικά η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Στην ανακοίνωση με τίτλο « Ενέργεια 2020 »[3], που εκδόθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2010, διατυπώνεται η απαίτηση για αποφασιστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προγραμματίζουμε, κατασκευάζουμε και εκμεταλλευόμαστε τις υποδομές και τα δίκτυα ενέργειας. Οι ενεργειακές υποδομές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εμβληματικής πρωτοβουλίας «Μια Ευρώπη που χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τους πόρους»[4]. Επαρκή, ενοποιημένα και αξιόπιστα ενεργειακά δίκτυα είναι απαραίτητη προϋπόθεση, όχι μόνο για τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής, αλλά και για την οικονομική στρατηγική της ΕΕ. Η ανάπτυξη των ενεργειακών υποδομών μας όχι μόνο θα καταστήσει δυνατή την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας στην ΕΕ, αλλά και θα βελτιώσει την ασφάλεια του εφοδιασμού, θα διευκολύνει την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, θα αυξήσει την ενεργειακή απόδοση και θα δώσει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να επωφεληθούν από τις νέες τεχνολογίες και την ευφυή χρήση της ενέργειας. Η ΕΕ πληρώνει το τίμημα για την παρωχημένη και ανεπαρκώς διασυνδεδεμένη ενεργειακή υποδομή της. Τον Ιανουάριο του 2009, η εξεύρεση λύσεων για τις διακοπές εφοδιασμού με φυσικό αέριο στην Ανατολική Ευρώπη προσέκρουσε στην έλλειψη δυνατοτήτων αντίστροφης ροής και στην ανεπάρκεια υποδομών διασύνδεσης και αποθήκευσης. Η ανεπάρκεια τόσο χερσαίων, όσο και υπεράκτιων συνδέσεων με το διασυνδεδεμένο δίκτυο παρεμποδίζει την ταχεία ανάπτυξη της υπεράκτιας ηλεκτροπαραγωγής από αιολική ενέργεια στις περιφέρειες της Βόρειας και της Βαλτικής Θάλασσας. Η αξιοποίηση του τεράστιου δυναμικού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη Νότια Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική θα είναι αδύνατη χωρίς επιπλέον διασυνδέσεις εντός της ΕΕ και με τις γειτονικές χώρες Ο κίνδυνος και το κόστος των διακοπών του εφοδιασμού και η σπατάλη θα πολλαπλασιαστούν, εάν η ΕΕ δεν επενδύσει επειγόντως σε ευφυή, αποτελεσματικά και ανταγωνιστικά δίκτυα ενέργειας και δεν αξιοποιήσει το δυναμικό της για βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης. Πιο μακροπρόθεσμα, τα προβλήματα αυτά επιδεινώνει ο στόχος της ΕΕ να εξαλείψει τις ανθρακούχες εκπομπές, ήτοι να μειώσει τις δικές της εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων κατά 80-95% έως το 2050, και καθίσταται επιτακτικότερη η ανάγκη για περαιτέρω εξελίξεις, όπως, λόγου χάρη, υποδομή για μεγάλης κλίμακας αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων, μεταφορά και αποθήκευση CO2 και υδρογόνου. Οι υποδομές που θα κατασκευαστούν μέσα στην επόμενη δεκαετία θα εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να είναι σε χρήση έως το 2050 περίπου. Είναι επομένως σημαντικό να μην παραβλέπεται ο μακροπρόθεσμος στόχος . Το 2011, η Επιτροπή προτίθεται να παρουσιάσει αναλυτικό χάρτη πορείας προς το 2050. Στον οδικό χάρτη θα εκτίθενται σενάρια ενεργειακού μείγματος, τρόποι για να επιτευχθεί ο μακροπρόθεσμος στόχος της Ευρώπης να εξαλείψει τις ανθρακούχες εκπομπές και οι συνέπειες για τις αποφάσεις ενεργειακής πολιτικής. Στην παρούσα ανακοίνωση καθορίζεται ο χάρτης ενεργειακής υποδομής που θα χρειαστεί για να εκπληρώσουμε τους ενεργειακούς στόχους μας για το 2020. Οι χάρτες πορείας προς την οικονομία και την ενέργεια χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών του 2050 θα πληροφορούν και θα καθοδηγούν περαιτέρω την υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών της ΕΕ προσφέροντας ένα μακροπρόθεσμο όραμα. Οι ενεργειακές υποδομές που προγραμματίζονται σήμερα πρέπει να συμβιβάζονται με τις μακροπρόθεσμες επιλογές άσκησης πολιτικής. Χρειάζεται νέα πολιτική της ΕΕ για τις ενεργειακές υποδομές που να συντονίζει και να βελτιστοποιεί την ανάπτυξη του δικτύου σε ηπειρωτική κλίμακα. Αυτό θα προσφέρει τη δυνατότητα στην ΕΕ να αξιοποιήσει πλήρως τα οφέλη ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου δικτύου, το οποίο να υπερβαίνει κατά πολύ την αξία των μεμονωμένων συνιστωσών του. Με ευρωπαϊκή στρατηγική για πλήρως ενοποιημένες ενεργειακές υποδομές, βασιζόμενες σε ευφυείς και χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών τεχνολογίες, θα μειώσει το κόστος μεταστροφής των μεμονωμένων κρατών μελών σε χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές λόγω των οικονομιών κλίμακας. Εξάλλου, μια πλήρως διασυνδεδεμένη ευρωπαϊκή αγορά θα βελτιώσει την ασφάλεια του εφοδιασμού και θα συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών καταναλωτή επειδή θα διασφαλίζει ότι η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο διοχετεύονται εκεί που χρειάζονται. Ευρωπαϊκά δίκτυα, στα οποία να εντάσσονται, κατά περίπτωση, και γειτονικές χώρες, θα διευκολύνουν επίσης τον ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά ενέργειας της ΕΕ και θα ενισχύσουν την ενεργειακή αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. Πάνω απ’ όλα, η ενοποιημένη ενεργειακή υποδομή θα εξασφαλίζει την πρόσβαση σε πηγές ενέργειας σε τιμές προσιτές για τους ευρωπαίους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Συνακολούθως, αυτό θα συμβάλει θετικά στην επίτευξη του πολιτικού στόχου της Ευρώπης για το 2020 να διατηρήσει την ισχυρή, διαφοροποιημένη και ανταγωνιστική βάση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Δύο επιμέρους θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι η αδειοδότηση και η χρηματοδότηση των σχεδίων έργων. Η αδειοδότηση και η διασυνοριακή συνεργασία πρέπει να καταστούν πιο αποτελεσματικές και διαφανείς ώστε να αυξηθεί η αποδοχή από το κοινό και να επιταχυνθεί η παράδοση των έργων. Πρέπει να επινοηθούν νέες λύσεις για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων που θα χρειαστούν ― οι οποίες εκτιμώνται σε ένα τρισεκατομμύριο ευρώ για την επόμενη δεκαετία, εκ των οποίων 500 δισ. ευρώ θα απαιτηθούν για τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και μόνο. Το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων αυτών θα καλυφθεί από κανονιστικώς ρυθμιζόμενα τιμολόγια και τέλη συμφόρησης. Ωστόσο, με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, δεν θα γίνουν όσο γρήγορα απαιτείται ή και καθόλου όλες οι απαραίτητες επενδύσεις , κυρίως λόγω μη εμπορικών θετικών εξωτερικών παραγόντων ή της περιφερειακής ή ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας ορισμένων έργων με περιορισμένο άμεσο θετικό αντίκτυπο σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Η οικονομική ύφεση έχει επιτείνει περαιτέρω την επιβράδυνση των επενδύσεων σε υποδομή. Πρωτοβουλίες για μια νέα ενεργειακή στρατηγική της ΕΕ έχουν την πλήρη υποστήριξη των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρώπης. Τον Μάρτιο του 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο[5] ζήτησε την πλήρη αναθεώρηση του πλαισίου για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας (ΔΕΔ-Ε)[6], με προσαρμογή του τόσο στις προκλήσεις που περιγράφονται ανωτέρω όσο και στις νέες αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Ένωση με το άρθρο 194 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Στην παρούσα ανακοίνωση περιγράφεται προσχέδιο που αποσκοπεί στο να διαμορφώσει η ΕΕ όραμα για το τι χρειάζεται ώστε να καταστούν τα δίκτυά μας αποδοτικά. Προτείνεται νέα μέθοδος στρατηγικού προγραμματισμού για τη χαρτογράφηση των απαραίτητων υποδομών, τον προσδιορισμό των υποδομών ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος με σαφή και διαφανή μεθοδολογία και την συγκρότηση «εργαλειοθήκης» για να εξασφαλιστεί η έγκαιρη υλοποίησή τους, συμπεριλαμβανομένων τρόπων για την επιτάχυνση της αδειοδότησης, τη βελτίωση του επιμερισμού του κόστους και τη στοχευμένη χρηματοδότηση για τη μόχλευση ιδιωτικών επενδύσεων. 2. Τα προβλήματα υποδομής επιβάλλουν επείγουσα δράση Η πρόκληση της διασύνδεσης και της προσαρμογής της ενεργειακής υποδομής μας στις νέες ανάγκες είναι πιεστική και ουσιαστική και αφορά όλους τους τομείς[7]. 2.1. Διασυνδεδεμένα δίκτυα και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας Τα διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να αναβαθμιστούν και να εκσυγχρονιστούν ώστε να ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη ζήτηση, η οποία οφείλεται σε μια σημαντική μεταστροφή στη συνολική ενεργειακή αλυσίδα αξίας και στο ενεργειακό μείγμα, αλλά και στον πολλαπλασιασμό των εφαρμογών και τεχνολογιών που βασίζονται στον ηλεκτρισμό ως πηγή ενέργειας (αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά οχήματα, κυψέλες υδρογόνου και κυψέλες καυσίμου[8], υλικό πληροφορικής και επικοινωνίας, κ.λπ.). Τα διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει επίσης να επεκταθούν και να αναβαθμιστούν επειγόντως, ώστε να ενισχυθεί η ενοποίηση της αγοράς και να διατηρηθούν τα υφιστάμενα επίπεδα ασφάλειας του συστήματος, αλλά κυρίως για να μεταφέρουν και να εξισορροπούν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές , η ποσότητα της οποίας αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί κατά την περίοδο 2007-2020[9]. Ένα σημαντικό μερίδιο της δυναμικότητας ηλεκτροπαραγωγής θα είναι συγκεντρωμένο μακριά από τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης ή αποθήκευσης. Αναμένεται ότι ποσοστό έως 12% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα προέρχεται το 2020 από υπεράκτιες εγκαταστάσεις, κυρίως στις βόρειες θάλασσες. Σημαντικά θα είναι τα μερίδια ηλεκτροπαραγωγής από τα χερσαία πάρκα ηλιακής και αιολικής ενέργειας στη Νότια Ευρώπη και από τις εγκαταστάσεις βιομάζας στην Κεντροανατολική Ευρώπη, παράλληλα δε η αποκεντρωμένη ηλεκτροπαραγωγή θα κερδίσει έδαφος σε όλη την Ευρώπη. Με καλά διασυνδεδεμένο και ευφυές δίκτυο που να περιλαμβάνει την αποθήκευση σε μεγάλη κλίμακα είναι δυνατόν να μειωθεί το κόστος εξάπλωσης των ανανεώσιμων πηγών, καθώς σε πανευρωπαϊκή κλίμακα μπορούν να επιτευχθούν οι υψηλότερες δυνατές επιδόσεις. Πέρα από αυτές τις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις, η εξέλιξη των διασυνδεδεμένων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να είναι ριζικότερη ώστε να καταστεί δυνατή η μετάβαση σε διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές έως το 2050, που να βασίζεται στις νέες τεχνολογίες μεταφοράς υψηλής τάσης σε μεγάλες αποστάσεις και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας για να διεκπεραιώνεται το συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές από την ΕΕ και αλλού. Ταυτόχρονα, τα διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει επίσης να γίνουν ευφυέστερα. Η επίτευξη των ενωσιακών στόχων για την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ως το 2020 δεν θα είναι δυνατή χωρίς περισσότερη καινοτομία και νοημοσύνη στα δίκτυα, τόσο σε επίπεδο μεταφοράς όσο και διανομής, ιδίως με την αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Αυτές θα είναι ουσιαστικής σημασίας για την ευρεία υιοθέτηση της διαχείρισης της ζήτησης και άλλων υπηρεσιών ευφυούς διασυνδεδεμένου δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας. Ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας θα διευκολύνουν τη διαφάνεια και θα προσφέρουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να ελέγχουν τις συσκευές στα σπίτια τους ώστε να εξοικονομούν ενέργεια, θα διευκολύνουν την εγχώρια παραγωγή και θα μειώσουν το κόστος. Οι τεχνολογίες αυτές θα συμβάλουν επίσης στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παγκόσμιας τεχνολογικής πρωτοπορίας της βιομηχανίας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. 2.2. Διασυνδεδεμένα δίκτυα και αποθήκευση φυσικού αερίου Το φυσικό αέριο θα συνεχίσει, εφόσον είναι ασφαλής ο εφοδιασμός, να διαδραματίζει καίριο ρόλο στο ενεργειακό μείγμα της ΕΕ τις επόμενες δεκαετίες και να αποκτά μεγαλύτερη σημασία ως εφεδρικό καύσιμο για τη μεταβλητή ηλεκτροπαραγωγή. Οι μη συμβατικοί πόροι και το βιοαέριο ενδέχεται να συμβάλουν μακροπρόθεσμα στη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από τις εισαγωγές, αλλά η εξάντληση των εγχώριων συμβατικών αποθεμάτων φυσικού αερίου καθιστά μεσοπρόθεσμα επιτακτικές πρόσθετες, διαφοροποιημένες εισαγωγές. Για τα δίκτυα φυσικού αερίου απαιτούνται πρόσθετη ευελιξία του συστήματος, αγωγοί αμφίδρομης ροής, αυξημένες χωρητικότητες αποθήκευσης και ευέλικτος εφοδιασμός, συμπεριλαμβανομένου του υγροποιημένου (ΥΦΑ, LNG) και του συμπιεσμένου φυσικού αερίου (CNG). Παράλληλα, οι αγορές εξακολουθούν να είναι κατακερματισμένες και μονοπωλιακές, με διάφορα εμπόδια στον ανοιχτό και θεμιτό ανταγωνισμό. Στην Ανατολική Ευρώπη κυριαρχεί η εξάρτηση από μια πηγή εφοδιασμού , κατάσταση την οποία επιδεινώνει η έλλειψη υποδομής. Ήδη για το 2020 είναι αναγκαίο διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο γεωγραφικών πηγών και οδεύσεων μεταφοράς φυσικού αερίου καθώς και, όπου ενδείκνυται[10], πλήρως διασυνδεδεμένο και αμφίδρομης ροής δίκτυο φυσικού αερίου εντός της ΕΕ. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να συνδέεται στενά με τη στρατηγική της ΕΕ έναντι τρίτων χωρών, ιδίως όσον αφορά τους προμηθευτές μας και τις χώρες διαμετακόμισης. 2.3. Δίκτυα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης Κατά την παραγωγή σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς προκύπτουν συχνά απώλειες μετατροπής, ενώ την ίδια στιγμή, σε χωριστά συστήματα που δεν απέχουν πολύ, καταναλώνονται φυσικοί πόροι για θέρμανση ή ψύξη. Αυτή η κατάσταση είναι αναποτελεσματική και δαπανηρή. Ομοίως, σπάνια αξιοποιούνται φυσικά μέσα για ψύξη, όπως λόγου χάρη το νερό της θάλασσας ή τα υπόγεια ύδατα, παρά την εξοικονόμηση κόστους που συνεπάγεται αυτό. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός δικτύων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης πρέπει να προωθηθεί κατά προτεραιότητα σε όλα τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα όπου τη δικαιολογούν οι τοπικές ή περιφερειακές συνθήκες, συγκεκριμένα οι ανάγκες θέρμανσης ή ψύξης, οι υπάρχουσες ή προγραμματισμένες υποδομές και το μείγμα παραγόμενης ενέργειας κ.λπ. Το θέμα αυτό θα εξεταστεί στο πλαίσιο του Σχεδίου για την Ενεργειακή Απόδοση και της σύμπραξης για την καινοτομία «Έξυπνες Πόλεις» που θα αρχίσουν στις αρχές του 2011. 2.4. Δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CCS) Οι τεχνολογίες CCS θα μπορούσαν να μειώσουν τις εκπομπές CO2 σε μεγάλη κλίμακα παρά τη συνέχιση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, που θα εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό πόρο για την ηλεκτροπαραγωγή τις επόμενες δεκαετίες. Συνεχίζονται οι δοκιμές της τεχνολογίας CCS, με τους κινδύνους και τα οφέλη της, με πιλοτικές εγκαταστάσεις που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν γύρω στο 2015. Η έναρξη της εμπορικής εκμετάλλευσης CCS στην ηλεκτροπαραγωγή και για βιομηχανικές εφαρμογές αναμένεται μετά το 2020 και θα ακολουθήσει η εμπορική εκμετάλλευσή της σε ολόκληρη την υφήλιο, γύρω στο 2030. Λόγω του ότι οι δυνητικοί τόποι αποθήκευσης CO2 δεν ισοκατανέμονται γεωγραφικά σε ολόκληρη την Ευρώπη και του ότι ορισμένα κράτη μέλη με σημαντικά επίπεδα εκπομπών CO2 έχουν περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης εντός του εδάφους τους, θα είναι ίσως αναγκαία η κατασκευή ευρωπαϊκής υποδομής αγωγών που να εκτείνεται πέραν των εθνικών συνόρων και στο θαλάσσιο περιβάλλον. 2.5. Μεταφορά πετρελαίου και ολεφινών και υποδομές διύλισης Αν η πολιτικές για το κλίμα, τις μεταφορές και την ενεργειακή απόδοση συνεχιστούν ως έχουν σήμερα, το πετρέλαιο αναμένεται να καταλαμβάνει μερίδιο 30% της πρωτογενούς ενέργειας και να εξακολουθήσει να αποτελεί τη βάση σημαντικού μέρους των καυσίμων κίνησης έως το 2030. Η ασφάλεια του εφοδιασμού εξαρτάται από την ακεραιότητα και την ευελιξία της συνολικής αλυσίδας εφοδιασμού , ήτοι από το αργό πετρέλαιο που παραδίδεται στα διυλιστήρια μέχρι το τελικό προϊόν που διανέμεται στους καταναλωτές. Ταυτόχρονα, η μελλοντική μορφή των υποδομών μεταφοράς αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών θα καθοριστεί επίσης από τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό κλάδο διύλισης. Ο εν λόγω κλάδος αντιμετωπίζει σήμερα πολλές προκλήσεις, όπως περιγράφονται στο υπηρεσιακό έγγραφο της Επιτροπής που συνοδεύει την παρούσα ανακοίνωση. 2.6. Οι περισσότερες επενδύσεις θα προέλθουν από την αγορά, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια Η πολιτική και τα νομοθετικά μέτρα που έχει θεσπίσει η ΕΕ από το 2009 έχουν εξασφαλίσει ισχυρά και στέρεα θεμέλια για τον ευρωπαϊκό προγραμματισμό των υποδομών. Με την τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά ενέργειας [11]τέθηκε η βάση για τον ευρωπαϊκό προγραμματισμό του δικτύου και των επενδύσεων με την καθιέρωση της απαίτησης να συνεργάζονται οι Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς (ΔΣΜ) και να καταρτίζουν περιφερειακά και ευρωπαϊκά δεκαετή προγράμματα ανάπτυξης δικτύων (TYNDP) ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, στην πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς (ΕΔΔΣΜ, ENTSO), καθώς και με τη θέσπιση κανόνων συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με τις διασυνοριακές επενδύσεις, στο πλαίσιο του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER). Σύμφωνα με την τρίτη δέσμη μέτρων, οι ρυθμιστικές αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις των αποφάσεών τους στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση των επενδύσεων πρέπει να βασίζεται στα οφέλη όχι μόνο για το οικείο κράτος μέλος αλλά και για ολόκληρη της Ευρώπη. Ο καθορισμός των τιμολογίων , πάντως, εξακολουθεί να είναι επικεντρωμένος σε εθνικό επίπεδο και οι καίριες αποφάσεις για τα έργα διασύνδεσης υποδομών λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αποσκοπούσαν έως τώρα κυρίως στην ελαχιστοποίηση των τιμών για τους καταναλωτές και, ως εκ τούτου, έτειναν να μην εγκρίνουν το απαραίτητο ποσοστό απόδοσης για έργα με μεγαλύτερα περιφερειακά οφέλη ή δυσχέρεια διασυνοριακού επιμερισμού του κόστους, για έργα που εφαρμόζουν καινοτόμες τεχνολογίες ή που αποσκοπούν μόνο στην ασφάλεια του εφοδιασμού. Επιπλέον, με την ενίσχυση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ΣΕΔΕ) θα υπάρξει ενιαία ευρωπαϊκή αγορά διοξειδίου του άνθρακα. Οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα βάσει του ΣΕΔΕ επηρεάζουν ήδη και θα στρέφουν όλο και περισσότερο το βέλτιστο μείγμα και τη χωροθέτηση των πηγών εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια προς πηγές εφοδιασμού που εκπέμπουν λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα. Ο κανονισμός σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο [12] θα ενισχύσει την ικανότητα της ΕΕ να αντιδρά σε καταστάσεις κρίσης, χάρη στην αύξηση της ικανότητας αποκατάστασης των δικτύων και σε κοινά πρότυπα για την ασφάλεια του εφοδιασμού και τον επιπλέον εξοπλισμό. Στον κανονισμό προβλέπονται επίσης σαφείς υποχρεώσεις για επενδύσεις σε δίκτυα. Οι χρονοβόρες και αβέβαιου αποτελέσματος διαδικασίες αδειοδότησης αναφέρθηκαν από τη βιομηχανία, καθώς και από τους ΔΣΜ και τις ρυθμιστικές αρχές, ως ένας από τους κύριους λόγους των καθυστερήσεων υλοποίησης των έργων υποδομής, ιδίως στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας[13]. Το χρονικό διάστημα που παρέρχεται από την έναρξη του προγραμματισμού έως την τελική θέση σε λειτουργία μιας γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας υπερβαίνει συχνά τα 10 έτη[14]. Τα διασυνοριακά έργα συχνά προσκρούουν σε επιπλέον αντιστάσεις, καθώς συχνά εκλαμβάνονται ως απλές «γραμμές διαμετακόμισης» χωρίς τοπικά οφέλη. Οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση θεωρείται ότι θα αποτρέψουν την υλοποίηση του 50% των εμπορικά βιώσιμων επενδύσεων στην ηλεκτρική ενέργεια μέχρι το 2020[15]. Αυτό θα δυσχέραινε σοβαρά τη μετάβαση της ΕΕ σε μια οικονομία αποδοτικής αξιοποίησης των πόρων και χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και θα απειλούσε την ανταγωνιστικότητά της. Όσον αφορά τις υπεράκτιες περιοχές, η έλλειψη συντονισμού, στρατηγικού προγραμματισμού και ευθυγράμμισης των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων συχνά επιβραδύνει τη διαδικασία και αυξάνει τον κίνδυνο μεταγενέστερων διιστάμενων συμφερόντων με άλλες χρήσεις αυτών των θαλάσσιων περιοχών. 2.7. Επενδυτικές ανάγκες και κενό χρηματοδότησης Περίπου ένα τρισεκατομμύριο ευρώ πρέπει να επενδυθεί στο ενεργειακό μας σύστημα από τώρα μέχρι το 2020 [16] προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ενεργειακής πολιτικής και για το κλίμα. Περίπου το ήμισυ του ποσού αυτού θα χρειαστεί για τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, την αποθήκευση και τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ από αυτές τις επενδύσεις απαιτούνται για δίκτυα μεταφοράς ενέργειας και μόνο. Ωστόσο, η αγορά θα αναλάβει μόνον το 50% αυτών των επενδύσεων έως το 2020, θα απομείνει δηλαδή ακάλυπτο υπόλοιπο 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Μολονότι μέρος αυτού του υπολοίπου οφείλεται σε καθυστερήσεις για την απόκτηση των απαραίτητων περιβαλλοντικών και οικοδομικών αδειών, αλλά και στη δύσκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και στην έλλειψη επαρκών μέσων μετριασμού του κινδύνου, ιδίως όσον αφορά έργα με θετικούς εξωγενείς παράγοντες και ευρύτερο ευρωπαϊκό όφελος αλλά χωρίς επαρκή εμπορική αιτιολόγηση[17]. Οι προσπάθειές μας πρέπει επομένως να επικεντρωθούν στην περαιτέρω ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, η οποία είναι σημαντική για την ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές που συνακολούθως θα συμβάλουν στην κάλυψη του υπολοίπου χρηματοδότησης τα επόμενα έτη. Εάν δεν γίνουν οι εν λόγω επενδύσεις ή γίνουν χωρίς πανευρωπαϊκό συντονισμό, θα είναι τεράστιο το κόστος, όπως δείχνει η εξέλιξη στον κλάδο της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας, όπου οι εθνικές λύσεις θα ήταν ενδεχομένως κατά 20% δαπανηρότερες. Με την υλοποίηση όλων των αναγκαίων επενδύσεων σε υποδομές μεταφοράς ως το 2020[18] θα δημιουργήσει περίπου 775.000 θέσεις εργασίας την περίοδο 2011-2020 και το ΑΕΠ μας θα αυξηθεί συνολικά κατά 19 δισεκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με το σενάριο συνέχισης της σημερινής κατάστασης. Επιπλέον, οι επενδύσεις αυτές θα συμβάλουν στην προώθηση της διάδοσης τεχνολογιών της ΕΕ. Η βιομηχανία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, αποτελεί βασικό παραγωγό τεχνολογιών ενεργειακής υποδομής. Η αναβάθμιση των υποδομών ενέργειας της ΕΕ προσφέρει ευκαιρία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παγκόσμιας τεχνολογικής πρωτοπορίας της ΕΕ. 3. Προσχέδιο ενεργειακησ υποδομησ: μια νεα μεθοδοσ στρατηγικου προγραμματισμου Προκειμένου να αποκτήσει η Ευρώπη την επόμενη εικοσαετία τις ενεργειακές υποδομές που χρειάζεται, απαιτείται μια εντελώς νέα πολιτική υποδομών βασιζόμενη σε ευρωπαϊκό όραμα. Αυτό σημαίνει, επίσης, αλλαγή της τρέχουσας πρακτικής των ΔΕΔ-Ε, των μακροχρόνια προκαθορισμένων και άκαμπτων καταλόγων σχεδίων έργων. Η Επιτροπή προτείνει νέα μέθοδο που περιλαμβάνει τα ακόλουθα βήματα: - Προσδιορισμός του χάρτη της ενεργειακής υποδομής για την συγκρότηση ευρωπαϊκού ευφυούς υπερδικτύου που θα διασυνδέει τα δίκτυα όλης της ηπειρωτικής Ευρώπης. - Εστίαση σε περιορισμένο αριθμό ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων που πρέπει να υλοποιηθούν μέχρι το 2020 για να επιτευχθούν οι μακροπρόθεσμοι στόχοι και στις οποίες η ευρωπαϊκή δράση είναι η πλέον σκόπιμη. - Με βάση συμφωνημένη μεθοδολογία, προσδιορισμός συγκεκριμένων έργων αναγκαίων για την υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων ― τα οποία ανακηρύσσονται έργα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ― με ευέλικτο τρόπο και με βάση την περιφερειακή συνεργασία, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και την τεχνολογική εξέλιξη. - Στήριξη της υλοποίησης των σχεδίων έργων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, μέσω νέων εργαλείων , όπως λόγου χάρη αναβαθμισμένη περιφερειακή συνεργασία, βελτιωμένες διαδικασίες αδειοδότησης, καλύτερες μέθοδοι και πληροφορίες για τους ιθύνοντες και τους πολίτες και καινοτόμα χρηματοδοτικά μέσα. 4. Προτεραιοτητες για τις ευρωπαϊκεσ υποδομεσ του 2020 και μετεπειτα Η Επιτροπή προτείνει τις ακόλουθες βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προτεραιότητες ώστε η ενεργειακή υποδομή μας να είναι κατάλληλη για τον 21ο αιώνα. 4.1. Διάδρομοι προτεραιότητας για την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο 4.1.1. Για επαρκές ευρωπαϊκό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2020 Το πρώτο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων (TYNDP)[19] αποτελεί στέρεη βάση για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων στον τομέα των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, στο δεκαετές πρόγραμμα δεν λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι επενδύσεις σε υποδομές που συνεπάγονται οι σημαντικές νέες υπεράκτιες δυναμικότητες ηλεκτροπαραγωγής, κυρίως από αιολική ενέργεια στις βόρειες θάλασσες[20] και δεν εξασφαλίζεται η έγκαιρη υλοποίησή τους, ιδίως για διασυνοριακές διασυνδέσεις. Για να εξασφαλιστεί η έγκαιρη ενσωμάτωση των δυναμικοτήτων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές στη Βόρεια και Νότια Ευρώπη και για την περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς , η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει να επικεντρωθεί η προσοχή στους ακόλουθους διαδρόμους προτεραιότητας, ώστε τα διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης να είναι επαρκώς προετοιμασμένα το 2020. 1. Υπεράκτιο σύστημα στις βόρειες θάλασσες και σύνδεση με τη Βόρεια καθώς και την Κεντρική Ευρώπη ― ενοποίηση και σύνδεση των δυναμικοτήτων παραγωγής ενέργειας στις βόρειες θάλασσες[21] με τα κέντρα κατανάλωσης στη Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη και με τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης υδροηλεκτρικής ενέργειας στην περιφέρεια των Άλπεων και στη Βόρεια Ευρώπη. 2. Διασυνδέσεις στη Νοτιοδυτική Ευρώπη κυρίως για τη διοχέτευση της αιολικής, υδροηλεκτρικής και ηλιακής ενέργειας, ιδιαίτερα μεταξύ Ιβηρικής Χερσονήσου και Γαλλίας, και για την περαιτέρω σύνδεση με την Κεντρική Ευρώπη, με σκοπό την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της Βορείου Αφρικής και της υφιστάμενης υποδομής μεταξύ Βόρειας Αφρικής και Ευρώπης. 3. Συνδέσεις στην Κεντροανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη ― ενίσχυση του περιφερειακού δικτύου για τη ροή της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους άξονες Βορρά – Νότου και Ανατολής – Δύσης, προκειμένου να βοηθηθεί η ενοποίηση της αγοράς και η ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσεων με τη δυναμικότητα αποθήκευσης και της ενσωμάτωσης των ενεργειακών νησίδων. 4. Ολοκλήρωση του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (Baltic Energy Market Interconnection Plan, BEMIP) ― ενσωμάτωση των χωρών της Βαλτικής στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσω της ενίσχυσης των εσωτερικών δικτύων τους και των διασυνδέσεων τους με τη Φινλανδία, τη Σουηδία και την Πολωνία και μέσω της ενίσχυσης του εσωτερικού διασυνδεδεμένου δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της Πολωνίας και των διασυνδέσεων προς τα ανατολικά και τα δυτικά. 4.1.2. Διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού με φυσικό αέριο για την τροφοδότηση πλήρως διασυνδεδεμένου και ευέλικτου δικτύου φυσικού αερίου της ΕΕ Στόχος αυτού του πεδίου προτεραιότητας είναι να κατασκευαστεί η υποδομή που χρειάζεται για να καταστούν δυνατές οι αγορές και οι πωλήσεις φυσικού αερίου από οποιαδήποτε πηγή οπουδήποτε στην ΕΕ, ανεξαρτήτως εθνικών συνόρων. Έτσι θα διασφαλιστεί επίσης η ζήτηση, επειδή θα προσφέρονται περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερη αγορά στους παραγωγούς φυσικού αερίου να πωλούν τα προϊόντα τους. Όπως δείχνουν τα θετικά παραδείγματα σε αρκετά κράτη μέλη, η διαφοροποίηση είναι το κλειδί για εντονότερο ανταγωνισμό και ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού . Ο εφοδιασμός σε επίπεδο ΕΕ διαφοροποιείται κατά τρεις διαδρόμους ― βόρειος διάδρομος από τη Νορβηγία, ανατολικός διάδρομος από τη Ρωσία, μεσογειακός διάδρομος από την Αφρική ― και με υγροποιημένο φυσικό αέριο, αλλά σε ορισμένες περιοχές εξακολουθεί να επικρατεί εξάρτηση από μοναδική πηγή εφοδιασμού. Στην κάθε περιφέρεια της Ευρώπης πρέπει να υλοποιηθεί υποδομή που θα της επιτρέπει να έχει υλική πρόσβαση σε τουλάχιστον δύο διαφορετικές πηγές εφοδιασμού. Παράλληλα, ο εξισορροπητικός ρόλος του φυσικού αερίου για τη μεταβλητή ηλεκτροπαραγωγή και τα πρότυπα για τις υποδομές που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις ευελιξίας και αυξάνουν την ανάγκη για αγωγούς αμφίδρομης ροής, αυξημένες δυνατότητες αποθήκευσης και ευέλικτο εφοδιασμό, όπως ΥΦΑ/CNG. Για την επίτευξη αυτών των στόχων έχουν προσδιοριστεί οι ακόλουθοι διάδρομοι προτεραιότητας: 1. Νότιος διάδρομος για την περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού σε επίπεδο ΕΕ και τη μεταφορά φυσικού αερίου από τη λεκάνη της Κασπίας, την Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή προς την ΕΕ. 2. Σύνδεση της Βαλτικής Θάλασσας, του Ευξείνου Πόντου, της Αδριατικής και του Αιγαίου Πελάγους, συγκεκριμένα μέσω: - της υλοποίησης του σχεδίου BEMIP και - του διαδρόμου Βορρά―Νότου στις χώρες της Κεντροανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης 3. Διάδρομος Βορρά―Νότου στη Δυτική Ευρώπη για την εξάλειψη των εσωτερικών σημείων συμφόρησης και την αύξηση των βραχυπρόθεσμων δυνατοτήτων παράδοσης, ώστε να αξιοποιούνται πλήρως οι δυνητικές εναλλακτικές εξωτερικές πηγές εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένων των αφρικανικών, και να βελτιστοποιηθεί η υφιστάμενη υποδομή, ιδίως οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις και αποθήκες ΥΦΑ. 4.1.3. Εγγύηση της ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο Στόχος αυτής της προτεραιότητας είναι να διασφαλιστεί ο αδιάκοπος εφοδιασμός με αργό πετρέλαιο των περίκλειστων (μεσογείων) κρατών μελών της ΕΕ στην Κεντροανατολική Ευρώπη ― που σήμερα εξαρτώνται από τις λίγες οδεύσεις εφοδιασμού ― σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του εφοδιασμού από τις συνήθεις οδεύσεις. Η διαφοροποίηση του εφοδιασμού με πετρέλαιο και διασυνδεδεμένα δίκτυα αγωγών θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στην ανάσχεση της αύξησης της μεταφοράς πετρελαίου με πλοία, μειώνοντας έτσι τους περιβαλλοντικούς κινδύνους στην ιδιαίτερα ευαίσθητη και πολυσύχναστη Βαλτική Θάλασσα και στα Τουρκικά Στενά. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο των υφιστάμενων υποδομών, με την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας του δικτύου αγωγών της Κεντροανατολικής Ευρώπης μέσω της διασύνδεσης των διαφορετικών συστημάτων και της εξάλειψης των σημείων συμφόρησης δυναμικότητας ή/και καθιστώντας δυνατή την αντίστροφη ροή. 4.1.4. Εγκαινίαση της εξάπλωσης τεχνολογιών ευφυών δικτύων Ο στόχος αυτής της προτεραιότητας είναι η εξασφάλιση του απαραίτητου πλαισίου και αρχικών κινήτρων για ταχείες επενδύσεις σε νέα «νοήμονα» υποδομή δικτύου που να υποστηρίζει i) ανταγωνιστική αγορά λιανικής πώλησης, ii) εύρυθμα λειτουργούσα αγορά ενεργειακών υπηρεσιών που να παρέχει πραγματικές επιλογές για εξοικονόμηση ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητα και iii) την ένταξη των ανανεώσιμων πηγών και της κατανεμημένης ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και iv) να ικανοποιεί νέα είδη ζήτησης, όπως λόγου χάρη από ηλεκτροκίνητα οχήματα. Εξάλλου, η Επιτροπή θα αξιολογήσει την ανάγκη για περαιτέρω νομοθεσία ώστε να συνεχιστεί η πρόοδος στην εξέλιξη του ευφυούς διασυνδεδεμένου δικτύου. Ειδικότερα, για την προώθηση των επενδύσεων σε ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και μετρητές, θα χρειαστεί να αξιολογηθεί διεξοδικά ποιες πτυχές των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων και μετρητών πρέπει να ρυθμιστούν κανονιστικά ή να τυποποιηθούν και ποιες ενδείκνυται να αφεθούν στην αγορά. Η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και μετρητές αποφέρουν τα επιθυμητά οφέλη στους καταναλωτές, τους παραγωγούς, τους φορείς εκμετάλλευσης και από την άποψη της ενεργειακής απόδοσης. Τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης και ενδεχόμενα περαιτέρω μέτρα θα δημοσιευθούν κατά τη διάρκεια του 2011. Επιπλέον, η Επιτροπή θα συγκροτήσει πλατφόρμα για τη διαφάνεια και την ενημέρωση σχετικά με τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα, ώστε να καταστεί δυνατή η διάδοση των πλέον επικαιροποιημένων εμπειριών και ορθών πρακτικών σχετικά με την εξάπλωση σε ολόκληρη την Ευρώπη, να δημιουργηθούν συνέργειες μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και να διευκολυνθεί η εκπόνηση κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου. Η έγκαιρη θέσπιση τεχνικών προτύπων και επαρκούς προστασίας των δεδομένων θα είναι το κλειδί σε αυτή τη διαδικασία. Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να ενταθεί η εστίαση σε τεχνολογίες ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων στο πλαίσιο του Στρατηγικού Σχεδίου Ενεργειακών Τεχνολογιών (σχέδιο ΣΕΤ). 4.2. Προετοιμασία δικτύων προς μακροπρόθεσμη υλοποίηση Στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης προοπτικής που θα παρουσιαστεί στο χάρτη πορείας προς το 2050, η ΕΕ πρέπει να αρχίσει από τώρα τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό και την κατασκευή των ενεργειακών δικτύων του μέλλοντος, που θα είναι απαραίτητα για να μπορέσει η ΕΕ να μειώσει περαιτέρω τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Τα χρονικά περιθώρια είναι στενά . Μόνο μέσω συντονισμένης προσέγγισης για μια βελτιστοποιημένη ευρωπαϊκή υποδομή είναι δυνατόν να αποφευχθούν μακροπρόθεσμα δαπανηρές προσεγγίσεις σε επίπεδο κρατών μελών ή έργων και λύσεις υποδεέστερες των βέλτιστων. 4.2.1. Ευρωπαϊκές αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας Οι μελλοντικές « αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας » πρέπει να είναι ικανές: i) να διοχετεύουν το συνεχώς αυξανόμενο πλεόνασμα ηλεκτρισμού που παράγεται από αιολική ενέργεια στη Βόρεια και στη Βαλτική Θάλασσα και περί αυτές και την αυξανόμενη ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές στη Ανατολική και τη Νότια Ευρώπη, καθώς και στη Βόρεια Αφρική· ii) να συνδέουν αυτούς τους νέους κόμβους ηλεκτροπαραγωγής με τις εγκαταστάσεις μεγάλης δυναμικότητας αποθήκευσης στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης και των Άλπεων και με τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης της Κεντρικής Ευρώπης και iii) να αντιπαρέρχονται στην όλο και πιο ευέλικτη και αποκεντρωμένη ζήτηση και προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας[22]. Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει να αρχίσει αμέσως τις εργασίες για τη δημιουργία σπονδυλωτού σχεδίου ανάπτυξης που θα καταστήσει δυνατή την έναρξη λειτουργίας των πρώτων αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας το 2020. Το σχέδιο θα προβλέπει επίσης την επέκτασή τους, με στόχο να διευκολύνει την ανάπτυξη μεγάλης κλίμακας δυναμικοτήτων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, και εκτός των συνόρων της ΕΕ, και με προοπτική τις δυνητικές εξελίξεις των τεχνολογιών νέας γενιάς, όπως λόγου χάρη της κυματικής, της αιολικής και της παλιρροϊκής ενέργειας. Οι εργασίες ενδείκνυται να ενταχθούν στο πλαίσιο του Φόρουμ της Φλωρεντίας, που διοργανώνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΣΜ-ΗΕ, ENTSO-Ε), και να βασιστούν στις εργασίες που εκτελούνται στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ από την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας (EEGI) και την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Πρωτοβουλία για την Αιολική Ενέργεια (European Industrial Wind Initiative). 4.2.2. Υποδομή ευρωπαϊκού δικτύου μεταφοράς CO 2 Σε αυτό το πεδίο προτεραιότητας περιλαμβάνεται η εξέταση των τεχνικών και πρακτικών λεπτομερειών δικτύου μεταφοράς CO 2 και η επίτευξη συμφωνίας επ’ αυτών. Περαιτέρω έρευνα, που συντονίζεται από την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Πρωτοβουλία για τη Δέσμευση, Μεταφορά και Αποθήκευση CO2, η οποία δρομολογήθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ, θα καταστήσει δυνατή την έγκαιρη έναρξη του προγραμματισμού και της ανάπτυξης της υποδομής αυτής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με τις προβλεπόμενη εγκαινίαση της εμπορικής εκμετάλλευσης της τεχνολογίας μετά το 2020. Θα υποστηριχθεί επίσης η περιφερειακή συνεργασία, ώστε να τονωθεί η ανάπτυξη συντονιστικών υπηρεσιών για τη μελλοντική ευρωπαϊκή υποδομή. 4.3. Από τις προτεραιότητες στα έργα Οι προαναφερόμενες προτεραιότητες πρέπει να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένα σχέδια έργων και να καταλήξουν στη συγκρότηση κυλιόμενου προγράμματος . Οι πρώτοι κατάλογοι σχεδίων έργων πρέπει να είναι έτοιμοι κατά τη διάρκεια του 2012 και εν συνεχεία να επικαιροποιούνται ανά διετία, ούτως ώστε να τροφοδοτούν την τακτική επικαιροποίηση των δεκαετών προγραμμάτων ανάπτυξης δικτύων (TYNDP). Τα σχέδια έργων πρέπει να προσδιορίζονται και να ιεραρχούνται με βάση συμφωνημένα και διαφανή κριτήρια που να έχουν ως αποτέλεσμα την επιλογή περιορισμένου πλήθους σχεδίων έργων. Η Επιτροπή προτείνει ως βάση των εργασιών τα ακόλουθα κριτήρια, τα οποία πρέπει να τελειοποιηθούν και να συμφωνηθούν με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως δε με τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενεργείας (ACER): - Ηλεκτρική ενέργεια: συμβολή στην ασφάλεια του εφοδιασμού με ηλεκτρική ενέργεια· δυναμικότητα σύνδεσης με ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και μεταφοράς αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας στα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης/αποθήκευσης· αύξηση της ενοποίησης της αγοράς και του ανταγωνισμού· συμβολή στην ενεργειακή απόδοση και στην ευφυή χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας. - Φυσικό αέριο : διαφοροποίηση, με προτεραιότητα στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, των προμηθευόντων εταίρων και των οδεύσεων· καθώς και κλιμάκωση του ανταγωνισμού με άνοδο του επιπέδου διασύνδεσης, αύξηση της ενοποίησης της αγοράς και μείωση της συγκέντρωσης στην αγορά. Τα σχέδια έργων που θα προσδιοριστούν θα εξετάζονται σε επίπεδο ΕΕ για να διασφαλίζεται η συνοχή μεταξύ των προτεραιοτήτων και των περιφερειών και θα ιεραρχούνται ανάλογα με το πόσο επείγοντα είναι σε σχέση με τη συμβολή τους στην τήρηση των προτεραιοτήτων και στην επίτευξη των στόχων της Συνθήκης. Κάθε σχέδιο έργου που πληροί τα κριτήρια θα χαρακτηρίζεται « έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ». Ο χαρακτηρισμός αυτός θα αποτελεί τη βάση για περαιτέρω αξιολόγηση[23] και συνεκτίμηση στο πλαίσιο των δράσεων που περιγράφονται στα επόμενα κεφάλαια. Ο χαρακτηρισμός ως έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος θα συνεπάγεται πολιτική προτεραιότητά του. 5. Εργαλειοθήκη για να επιταχυνθεί η υλοποίηση 5.1. Περιφερειακές ομαδοποιήσεις Η περιφερειακή συνεργασία στο πλαίσιο του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP) ή της Πρωτοβουλίας των χωρών των βόρειων θαλασσών για Υπεράκτιο Σύστημα (North Seas Countries’ Offshore Grid Initiative, NSCOGI) έχει συμβάλει αποφασιστικά στην επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις περιφερειακές προτεραιότητες και την υλοποίησή τους. Η υποχρεωτική περιφερειακή συνεργασία που έχει προβλεφθεί στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας θα συμβάλει στην επίσπευση της ενοποίησης της αγοράς, ενώ η περιφερειακή προσέγγιση ήταν επωφελής για το πρώτο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων (TYNDP) ηλεκτρικής ενέργειας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τέτοιες ειδικές περιφερειακές πλατφόρμες θα είναι χρήσιμες για να διευκολύνουν τον προγραμματισμό, την υλοποίηση και την παρακολούθηση των καθορισμένων προτεραιοτήτων και την κατάστρωση των επενδυτικών σχεδίων και συγκεκριμένων σχεδίων έργων. Ο ρόλος των υφιστάμενων περιφερειακών πρωτοβουλιών που έχει καθοριστεί στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας πρέπει να ενισχυθεί, κατά περίπτωση, με καθήκοντα που σχετίζονται με το προγραμματισμό των υποδομών, ενώ είναι επίσης δυνατόν να προτείνονται, όπου χρειάζεται, ad hoc περιφερειακές δομές. Στο πλαίσιο αυτό, οι στρατηγικές της ΕΕ για τις καλούμενες «μακροπεριφέρειες» (π.χ. της Βαλτικής Θάλασσας ή του Δούναβη) είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως πλατφόρμες συνεργασίας για να συμφωνηθούν διακρατικής κλίμακας σχέδια διατομεακών έργων. Εν προκειμένω, για να εγκαινιάσει τη νέα μέθοδο περιφερειακού προγραμματισμού σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Επιτροπή προτίθεται να συστήσει Ομάδα Υψηλού Επιπέδου που να βασίζεται στη συνεργασία των χωρών της Κεντροανατολικής Ευρώπης, π.χ. της ομάδας του Visegrad[24], και να αναλάβει την εκπόνηση σχεδίου δράσης, κατά τη διάρκεια του 2011, για συνδέσεις φυσικού αερίου και πετρελαίου καθώς και ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους άξονες Βορρά – Νότου και Ανατολής-Δύσης. 5.2. Ταχύτερες και πιο διαφανείς διαδικασίες αδειοδότησης Τον Μάρτιο του 2007, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή «να υποβάλει προτάσεις για την απλούστευση των διαδικασιών έγκρισης», αν ταποκρινόμενο στις συχνές εκκλήσεις του κλάδου για μέτρα εκ μέρους της ΕΕ που να διευκολύνουν τις διαδικασίες αδειοδότησης. Ανταποκρινόμενη στην ανάγκη αυτή, η Επιτροπή θα προτείνει, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τη θέσπιση μέτρων για την αδειοδότηση των σχεδίων έργων «ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος», με τα οποία θα απλουστευθεί, θα συντονίζεται καλύτερα και θα βελτιωθεί η ισχύουσα διαδικασία αδειοδότησης, ενώ θα διασφαλίζεται η τήρηση των προτύπων για την ασφάλεια και την προστασία και η πλήρης συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ[25]. Οι απλουστευμένες και βελτιωμένες διαδικασίες αναμένεται να διασφαλίσουν την έγκαιρη υλοποίηση των προσδιορισμένων έργων υποδομής, χωρίς τα οποία η ΕΕ δεν θα επιτύχει τους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της. Επιπλέον, οι διαδικασίες αυτές θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια για όλους τους ενδιαφερομένους που εμπλέκονται και θα διευκολύνουν τη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς θα προβλέπουν ανοικτούς και διαφανείς διαλόγους σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο που θα ενισχύουν την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης και την αποδοχή των εγκαταστάσεων από αυτήν. Η βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων είναι δυνατόν να επιτευχθεί ως εξής: 1. Συγκρότηση ενιαίας αρχής επαφών (« μονοαπευθυντική θυρίδα ») ανά σχέδιο έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η οποία να χρησιμεύει ως ενιαία διεπαφή μεταξύ των φορέων ανάπτυξης έργων και των αρμόδιων αρχών που εμπλέκονται σε εθνικό, περιφερειακό ή/και τοπικό επίπεδο, με την επιφύλαξη των οικείων αρμοδιοτήτων. Η αρχή αυτή θα είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό ολόκληρης της διαδικασίας αδειοδότησης συγκεκριμένου σχεδίου έργου και τη διάδοση των απαραίτητων πληροφοριών σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στα ενδιαφερόμενα μέρη. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα έχουν πλήρη αρμοδιότητα για την εκχώρηση εξουσιών λήψης αποφάσεων στα διάφορα επίπεδα του διοικητικού μηχανισμού και βαθμίδες κυβέρνησης. Για τα διασυνοριακά έργα, πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα συντονισμένων ή κοινών διαδικασιών[26] προκειμένου να βελτιώνεται ο σχεδιασμός των έργων αυτών και να επιταχύνεται η τελική αδειοδότησή τους. 2. Διερεύνηση της καθιέρωσης μέγιστης προθεσμίας για τη λήψη της τελικής θετικής ή αρνητικής απόφασης αδειοδότησης από την αρμόδια αρχή. Δεδομένου ότι συχνά σημειώνονται καθυστερήσεις που οφείλονται στην κακοδιοίκηση, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι κάθε απαραίτητο στάδιο της διαδικασίας ολοκληρώνεται εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τηρώντας όμως πλήρως τα εφαρμοστέα νομικά καθεστώτα των κρατών μελών και το δίκαιο της ΕΕ. Στο προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα πρέπει να προβλέπεται η έγκαιρη και αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και να αποσαφηνίζονται και να ενισχύονται τα δικαιώματα των πολιτών να προσφεύγουν κατά αποφάσεων των αρχών, τα οποία πρέπει ταυτόχρονα να είναι σαφώς ενταγμένα στο συνολικό χρονοδιάγραμμα. Θα διερευνηθεί επίσης κατά πόσον, σε περίπτωση που δεν ληφθεί απόφαση εντός της καθορισμένης προθεσμίας, θα είναι δυνατόν να εκχωρούνται ειδικές εξουσίες σε αρχή καθοριζόμενη από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, η οποία να λαμβάνει την τελική θετική ή αρνητική απόφαση εντός τακτής προθεσμίας. 3. Χάραξη κατευθυντηρίων γραμμών για την αύξηση της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας της διαδικασίας για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (υπουργεία, τοπικές και περιφερειακές αρχές, φορείς ανάπτυξης έργων και θιγόμενος πληθυσμός). Οι κατευθυντήριες γραμμές θα στοχεύουν στη βελτίωση της επικοινωνίας με τους πολίτες για να διασφαλίζεται η ορθή κατανόηση του κόστους και των οφελών από άποψη περιβαλλοντική, ασφάλειας του εφοδιασμού, κοινωνική και οικονομική, και για να συμμετέχουν όλοι τα ενδιαφερόμενα μέρη σε διαφανή και ανοικτή συζήτηση σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας. Ενδέχεται να συμπεριληφθούν ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την αποζημίωση των θιγόμενων πληθυσμών. Πιο συγκεκριμένα, για τις υπεράκτιες διασυνοριακές ενεργειακές εγκαταστάσεις θα πρέπει να εφαρμόζεται θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός ώστε να εξασφαλίζεται μια χωρίς παρεκκλίσεις, συνεκτική αλλά και πιο τεκμηριωμένη διαδικασία προγραμματισμού. 4. Προς ενίσχυση των προϋποθέσεων για την έγκαιρη κατασκευή της αναγκαίας υποδομής, πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα επιβράβευσης και παροχής κινήτρων, ενδεχομένως και οικονομικών, στις περιφέρειες ή τα κράτη μέλη που θα διευκολύνουν την έγκαιρη έγκριση των έργων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Θα ήταν δυνατόν να διερευνηθούν και άλλοι μηχανισμοί για την από κοινού αξιοποίηση των οφελών κατά τα πρότυπα των βέλτιστων πρακτικών στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας[27]. 5.3. Καλύτερες μέθοδοι και πληροφορίες για τους ιθύνοντες και τους πολίτες Προκειμένου να βοηθήσει τις περιφέρειες και τους ενδιαφερόμενους φορείς στον εντοπισμό και την υλοποίηση έργων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η Επιτροπή θα εκπονήσει ειδικό εργαλείο για την υποστήριξη της ασκούμενης πολιτικής και των σχεδίων έργων , το οποίο θα συνοδεύει τον προγραμματισμό των υποδομών και τις δραστηριότητες ανάπτυξης έργων σε περιφερειακό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα τέτοιο εργαλείο θα ήταν δυνατόν να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση μοντέλων και προβλέψεων ολόκληρου το ενεργειακού συστήματος και από κοινού για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, καθώς και κοινή μέθοδο αξιολόγησης σχεδίων έργων[28], η οποία να απηχεί κατάλληλα τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις, καλύπτοντας ιδίως τη θωράκιση έναντι του κλίματος, ώστε να διευκολύνεται η ιεράρχηση των έργων. Η Επιτροπή θα ενθαρρύνει επίσης τα κράτη μέλη να συντονίζουν σε πρώιμο στάδιο τις ισχύουσες ενωσιακές διαδικασίες περιβαλλοντικής εκτίμησης. Επιπλέον, θα εκπονηθούν εργαλεία που θα στοχεύουν στη καλύτερη εξήγηση των οφελών συγκεκριμένων σχεδίων έργων στο ευρύτερο κοινό και στη συμμετοχή του στη διαδικασία. Αυτά τα εργαλεία πρέπει να συμπληρώνονται με ανακοίνωση σχετικά με τα οφέλη που απορρέουν από την ανάπτυξη των υποδομών και από τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα για τους καταναλωτές και τους πολίτες, όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, την εξάλειψη των ανθρακούχων εκπομπών του ενεργειακού τομέα και την ενεργειακή απόδοση. 5.4. Δημιουργία σταθερού πλαισίου για τη χρηματοδότηση Ακόμη και εάν επιλυθούν όλα τα ζητήματα αδειοδότησης, εκτιμάται ότι μέχρι το 2020 θα παραμείνει ακάλυπτο επενδυτικό κενό περίπου 60 δισ. ευρώ , κυρίως λόγω των μη εμπορικών θετικών εξωγενών παραγόντων έργων περιφερειακού ή ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και των κινδύνων που είναι συνυφασμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Η κάλυψη του κενού αυτού είναι μεν σημαντική πρόκληση, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να κατασκευαστούν έγκαιρα οι υποδομές προτεραιότητας. Ως εκ τούτου, χρειάζεται περαιτέρω ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας για την ενίσχυση της ανάπτυξης της υποδομής και απαιτείται συντονισμένη δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τον μετριασμό των περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές και των κινδύνων των σχεδίων έργων. Η Επιτροπή προτείνει να κινηθεί σε δύο μέτωπα: περαιτέρω βελτίωση των κανόνων επιμερισμού του κόστους και βελτιστοποίηση της μόχλευσης της δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 5.4.1. Μόχλευση ιδιωτικών πόρων μέσω της βελτίωσης του επιμερισμού του κόστους Οι υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι τομείς υποκείμενοι σε κανονιστική ρύθμιση, των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο βασίζεται σε εισπράξεις από τους χρήστες με βάση κανονιστικώς ρυθμιζόμενα τιμολόγια ώστε να είναι δυνατή η ανάκτηση των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν ( αρχή «ο χρήστης πληρώνει» ). Αυτή πρέπει να παραμείνει η βασική αρχή και στο μέλλον. Σύμφωνα με την τρίτη δέσμη μέτρων, οι ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να παρέχουν τα κατάλληλα τιμολογιακά κίνητρα, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, στους διαχειριστές δικτύων για να βελτιώνουν τις επιδόσεις των δικτύων, να προωθούν την ενοποίηση της αγοράς και την ασφάλεια του εφοδιασμού και να ενισχύουν τις συναφείς δραστηριότητες έρευνας[29]. Ωστόσο, ο νέος αυτός κανόνας, που θα μπορούσε να καλύψει ορισμένες καινοτόμες πτυχές των νέων έργων υποδομής, δεν έχει προβλεφθεί για να αντιμετωπίζονται μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές, κυρίως στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, όσον αφορά τα υπεράκτια ή τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Επιπλέον, η τιμολόγηση παραμένει εθνική και, επομένως, δεν είναι πάντοτε ευνοϊκή για την προώθηση ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Στην κανονιστική ρύθμιση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, ενίοτε, η πιο αποτελεσματική προσέγγιση για να αντεπεξέρχεται ο ΔΣΜ στις ανάγκες των πελατών είναι να επενδύσει σε δίκτυο εκτός του εδάφους του. Η καθιέρωση αυτών των αρχών επιμερισμού του κόστους ανεξαρτήτως συνόρων είναι το κλειδί για την πλήρη ενοποίηση των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων. Αυτό θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς συμφωνημένες αρχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεδομένου ιδίως ότι απαιτείται μακροπρόθεσμη συνέπεια. Η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλει, το 2011, κατευθυντήριες γραμμές ή νομοθετική πρόταση σχετικά με τον επιμερισμό του κόστους των μεγάλης κλίμακας τεχνολογικά πολύπλοκων ή διασυνοριακών έργων, μέσω κανόνων για την τιμολόγηση και τις επενδύσεις. Οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να συμφωνήσουν σε κοινές αρχές σχετικά με τον επιμερισμό του κόστους των επενδύσεων διασύνδεσης και τα οικεία τιμολόγια. Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να διερευνηθεί η ανάγκη ανάπτυξης των μακροπρόθεσμων προθεσμιακών αγορών για τη διασυνοριακή δυναμικότητα μεταφοράς, ενώ στον τομέα του φυσικού αερίου, το επενδυτικό κόστος είναι δυνατόν να επιμερίζεται στους ΔΣΜ γειτονικών χωρών, όσον αφορά τόσο τις συνήθεις (με βάση την ζήτηση στην αγορά) επενδύσεις, όσο και εκείνες που υπαγορεύονται από λόγους ασφάλειας του εφοδιασμού. 5.4.2. Βελτιστοποίηση της μόχλευσης δημόσιων και ιδιωτικών πόρων μέσω του μετριασμού των επενδυτικών κινδύνων Κατά την αναθεώρηση του προϋπολογισμού, η Επιτροπή υπογράμμισε την ανάγκη να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπος των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών παρεμβάσεων προσδίδοντάς σε αυτές καταλυτικό ρόλο για την κινητοποίηση, τη συγκέντρωση και τη μόχλευση δημόσιων και ιδιωτικών χρηματοδοτικών πόρων για έργα υποδομής ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Προς τούτο απαιτείται να μεγιστοποιηθούν τα δυνατά οφέλη για την κοινωνία λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμένους πόρους, να μειωθούν οι περιορισμοί που αντιμετωπίζουν οι επενδυτές, να μετριαστούν οι κίνδυνοι των σχεδίων έργων, να μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης και να αυξηθεί η πρόσβαση σε κεφάλαια. Προτείνεται η ακόλουθη «διμέτωπη» προσέγγιση: Πρώτον, η Επιτροπή θα συνεχίσει την ενίσχυση των εταιρικών σχέσεων της ΕΕ με διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και θα βασίζεται στις υπάρχουσες κοινές πρωτοβουλίες οικονομικής και τεχνικής βοήθειας [30]. Η Επιτροπή θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη συνεργειών με αυτά τα χρηματοδοτικά μέσα και θα εξετάσει τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στον τομέα των ενεργειακών υποδομών οι βασικές αρχές ορισμένων από αυτά. Δεύτερον, η Επιτροπή, με την επιφύλαξη της πρότασης για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο μετά το 2013, που πρέπει να υποβάλει τον Ιούνιο του 2011, και αφού λάβει υπόψη της τα αποτελέσματα της αναθεώρησης του προϋπολογισμού[31] όσον αφορά την ενσωμάτωση των ενεργειακών προτεραιοτήτων σε διάφορα προγράμματα, προτίθεται να προτείνει νέο σύνολο χρηματοδοτικών μέσων. Αυτά τα χρηματοδοτικά μέσα πρέπει να συνδυάζουν υπάρχοντες και καινοτόμους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που είναι διαφορετικοί, ευέλικτοι και προσαρμοσμένοι για την κάλυψη των ιδιαίτερων οικονομικών κινδύνων και αναγκών που αντιμετωπίζουν τα έργα κατά τα διάφορα στάδια εκτέλεσής τους . Πέραν των παραδοσιακών μορφών στήριξης (επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις επιτοκίου), ενδέχεται να προταθούν βασιζόμενες στην αγορά καινοτόμες λύσεις για την αντιμετώπιση του ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων και τη χρηματοδότηση με δανεισμό. Συγκεκριμένα, θα εξετασθούν κυρίως οι ακόλουθες επιλογές: συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και στήριξη ταμείων υποδομής, στοχευμένες διευκολύνσεις για την έκδοση ομολόγων έργου, δοκιμαστική επιλογή προηγμένου μηχανισμού πληρωμών ανάλογα με τη δυναμικότητα του δικτύου, μέσα επιμερισμού του κινδύνου (ιδιαίτερα νέων τεχνολογικών κινδύνων) και εγγυήσεις δανείων για συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην ενίσχυση των επενδύσεων σε έργα που συμβάλλουν στην εκπλήρωση των στόχων για το 2020 ή σε έργα εκατέρωθεν των συνόρων κρατών μελών της ΕΕ και σε έργα που διευκολύνουν την έναρξη εμπορικής εκμετάλλευσης νέων τεχνολογιών, όπως π.χ. τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα, καθώς και σε άλλα έργα των οποίων τα οφέλη για ολόκληρη την ΕΕ δεν είναι δυνατόν να επιτύχει η αγορά από μόνη της. 6. Συμπεράσματα και περαιτέρω πορεία Οι περιορισμοί των δυνατοτήτων δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης κατά τα επόμενα χρόνια δεν επιτρέπεται να αποτελούν δικαιολογία για την αναβολή της κατασκευής της διαπιστωμένα απαραίτητης υποδομής και των αντίστοιχων επενδύσεων. Οι επενδύσεις του σήμερα αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για μελλοντικές εξοικονομήσεις, μειώνοντας έτσι το συνολικό κόστος της επίτευξης των στόχων της πολιτικής μας. Με βάση τις απόψεις που θα εκφράσουν τα θεσμικά όργανα και τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με το παρόν προσχέδιο, η Επιτροπή προτίθεται να προετοιμάσει, εντός του 2011, κατάλληλες πρωτοβουλίες, ως μέρος των προτάσεών της για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Οι προτάσεις αυτές θα πραγματεύονται τα ρυθμιστικά και οικονομικά ζητήματα που επισημαίνονται στην ανακοίνωση, κυρίως μέσω Χρηματοδοτικού Μέσου Ενεργειακής Ασφάλειας και Υποδομής και της ενσωμάτωσης των ενεργειακών προτεραιοτήτων σε διαφορετικά προγράμματα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Προτεινόμενες προτεραιότητες ενεργειακής υποδομής για το 2020 και μετέπειτα 1. Εισαγωγή Στο παρόν παράρτημα παρέχονται τεχνικές πληροφορίες σχετικά με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες υποδομών, που αναφέρονται στο κεφάλαιο 4 της ανακοίνωσης, την πρόοδο υλοποίησής τους και τα επόμενα βήματα που χρειάζονται. Οι προτεραιότητες επιλέχθηκαν με βάση τις μεγάλες αλλαγές και προκλήσεις τις οποίες θα αντιμετωπίσει ο ενεργειακός τομέας της Ευρώπης τις επόμενες δεκαετίες, ανεξάρτητα από τις αβεβαιότητες στην προσφορά και τη ζήτηση ορισμένων ενεργειακών πηγών. Στο τμήμα 2 παρουσιάζονται οι αναμενόμενες εξελίξεις της προσφοράς και της ζήτησης για κάθε τομέα ενέργειας που καλύπτει η παρούσα ανακοίνωση. Τα σενάρια βασίζονται στις προβλέψεις «Ενεργειακές εξελίξεις ως το 2030 - επικαιροποίηση 2009»[32], που εξαρτώνται από το πλαίσιο μοντελοποίησης PRIMES, αλλά λαμβάνονται επίσης υπόψη σενάρια που εκπονήθηκαν από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Το σενάριο αναφοράς PRIMES για το 2020 βασίζεται σε σύνολο συμφωνημένων πολιτικών της ΕΕ, συγκεκριμένα σε δύο νομικά δεσμευτικούς στόχους (20% μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην τελική κατανάλωση ενέργειας και 20% μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2020 σε σύγκριση με το 1990), ενώ η γραµµή αναφοράς PRIMES βασίζεται μόνο στη συνέχιση των ήδη εφαρμοζόμενων πολιτικών, με τις οποίες δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί. Για την περίοδο 2020-2030, η υπόθεση εργασίας του μοντέλου PRIMES είναι ότι δεν θα ληφθούν νέα μέτρα πολιτικής. Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των σημαντικότερων τάσεων, οι οποίες θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης των υποδομών κατά τις προσεχείς δεκαετίες[33]. Στις τμήματα 3 και 4 παρουσιάζονται οι προτεραιότητες υποδομής (χάρτης 1) που προσδιορίζονται στην ανακοίνωση, αναλύοντας την κατάσταση και τις προκλήσεις κάθε περίπτωσης και παρέχοντας, κατά περίπτωση, τις τεχνικές εξηγήσεις σχετικά με τις συστάσεις που περιέχονται στην ανακοίνωση. Εννοείται ότι οι παρουσιάσεις των προτεραιοτήτων ποικίλλουν ως προς: - Τον χαρακτήρα και την ωριμότητα: ορισμένες προτεραιότητες αφορούν πολύ συγκεκριμένα έργα υποδομής, τα οποία ενδεχομένως να είναι, σε μερικές περιπτώσεις, σε πολύ προχωρημένο στάδιο όσον αφορά την προετοιμασία και την εκτέλεσή τους. Άλλες προτεραιότητες καλύπτουν ευρύτερες και, συχνά, νέες βασικές ιδέες, οι οποίες θα χρειαστούν σημαντική περαιτέρω επεξεργασία προτού μετουσιωθούν σε συγκεκριμένα σχέδια έργων. - Το πεδίο εφαρμογής: οι περισσότερες προτεραιότητες εστιάζονται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιφέρεια, ενώ τόσο οι αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας όσο και τα δίκτυα μεταφοράς CO2 δυνητικά καλύπτουν πολλά, αν όχι όλα τα κράτη μέλη. Τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα αποτελούν, ωστόσο, θεματική προτεραιότητα που καλύπτει ολόκληρη την ΕΕ. - Το επίπεδο ανάληψης δέσμευσης που προτείνεται στις συστάσεις: ανάλογα με τον χαρακτήρα και την ωριμότητα των προτεραιοτήτων, οι συστάσεις επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες εξελίξεις ή αφορούν ευρύτερο φάσμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών της περιφερειακής συνεργασίας, του προγραμματισμού και της ρύθμισης, της τυποποίησης και του σχεδιασμού της αγοράς ή της έρευνας και ανάπτυξης. - [pic]Χάρτης 1: Διάδρομοι προτεραιότητας για την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο 2. Εξελιξη τησ ζητησησ και προσφορασ ενεργειασ Από τη τελευταία επικαιροποίηση των προβλέψεων «Ενεργειακές εξελίξεις ως το 2030 – επικαιροποίηση 2009»[34], που βασίζεται στο πλαίσιο μοντελοποίησης PRIMES, προκύπτει ελαφρά αύξηση της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας από τώρα έως το 2030 σύμφωνα με την καλούμενη βασική γραμμή (σχήμα 1), ενώ η αύξηση αναμένεται να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς[35] (σχήμα 2). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτές οι προβλέψεις δεν έχουν συνεκτιμηθεί πολιτικές ενεργειακής απόδοσης που θα εφαρμοστούν από το 2010, ενδεχόμενη κλιμάκωση του στόχου μείωσης των εκπομπών έως 30% μέχρι το 2020[36] ή πρόσθετες πολιτικές για τις μεταφορές πέραν του κανονισμού για το CO2 και τις εκπομπές από τα αυτοκίνητα. Συνεπώς, πρέπει μάλλον να θεωρηθούν ως ανώτατα όρια για την αναμενόμενη ενεργειακή ζήτηση. [pic] | [pic] | Σχήμα 1: Κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας ανά καύσιμο (εκατομμύρια ΤΙΠ), βασική γραμμή PRIMES | Σχήμα 2: Κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας ανά καύσιμο (εκατομμύρια ΤΙΠ), σενάριο αναφοράς PRIMES | [pic] Σχήμα 3: Κατανάλωση ορυκτών καυσίμων ανάλογα με την προέλευση, στην ΕΕ-27, σε εκατομμύρια ΤΙΠ (συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων πλοίων), σενάριο αναφοράς PRIMES Σύμφωνα με αυτά τα σενάρια, το μερίδιο του άνθρακα και του πετρελαίου στο συνολικό ενεργειακό μείγμα μειώνεται από τώρα έως το 2030, ενώ η ζήτηση του φυσικού αερίου παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη έως το 2030. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση, τόσο πρωτογενούς όσο και τελικής, αναμένεται να αυξηθεί, ενώ αναμένεται να παραμείνει αμετάβλητο το ποσοστό της πυρηνικής ενέργειας, περίπου 14% της κατανάλωσης πρωτογενούς ενέργειας. Η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίσει να είναι υψηλή όσον αφορά το πετρέλαιο και τον άνθρακα και θα αυξηθεί όσον αφορά το φυσικό αέριο, όπως εμφαίνεται στο σχήμα 3. Όσον αφορά το φυσικό αέριο , η εξάρτηση από τις εισαγωγές είναι ήδη υψηλή και θα συνεχίσει την ανοδική πορεία της, για να ανέλθει σε 73-79% της κατανάλωσης το 2020 και σε 81-89%[37] έως το 2030, κυρίως λόγω της εξάντλησης των εγχώριων πόρων. Με βάση τα διάφορα σενάρια, η ανάγκη πρόσθετων εισαγωγών κυμαίνεται από 44 μέχρι 148 εκατομμύρια ΤΙΠ έως το 2020 και από 61 μέχρι 221 εκατομμύρια ΤΙΠ έως το 2030 (σε σύγκριση με το 2005). Θα απαιτηθεί αυξημένη ευελιξία λόγω του αυξανόμενου ρόλου του φυσικού αερίου ως πρωτογενούς εφεδρικού καυσίμου για τη μεταβλητή ηλεκτροπαραγωγή. Αυτό σημαίνει πιο ευέλικτη χρήση των συστημάτων αγωγών, ανάγκη πρόσθετων δυναμικοτήτων αποθήκευσης, τόσο από πλευράς ωφέλιμου όγκου, όσο και δυναμικοτήτων απόληψης και έγχυσης, και ανάγκη για ευέλικτες προμήθειες, όπως π.χ. ΥΦΑ/CNG. Δυνάμει του κανονισμού για την ασφάλεια του εφοδιασμού, που εκδόθηκε προσφάτως, απαιτούνται επενδύσεις σε υποδομές για την κλιμάκωση της ικανότητας αποκατάστασης και την ανθεκτικότητας του συστήματος φυσικού αερίου σε περίπτωση διακοπής του εφοδιασμού. Τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν δύο κριτήρια για τις υποδομές: N-1 και αντίστροφη ροή. Ο δείκτης Ν-1 δηλώνει την τεχνική ικανότητα της υποδομής φυσικού αερίου να ικανοποιεί τη συνολική ζήτηση φυσικού αερίου σε περίπτωση διακοπής του εφοδιασμού από τη μεγαλύτερη υποδομή φυσικού αερίου, επί μία ημέρα με εξαιρετικά υψηλή ζήτηση αερίου που συμβαίνει με στατιστική πιθανότητα μία φορά κάθε είκοσι έτη. Το κριτήριο Ν-1 επιτρέπεται να τηρείται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν μέτρα για την παραγωγή ή τη διαχείριση της ζήτησης. Δυνάμει του κανονισμού πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη μόνιμη υλική δυναμικότητα αμφίδρομης ροής σε όλες τις διασυνοριακές διασυνδέσεις μεταξύ των κρατών μελών (με εξαίρεση τις συνδέσεις για το ΥΦΑ, την παραγωγή ή τη διανομή). Επί του παρόντος πέντε χώρες δεν πληρούν τα κριτήριο N-1 (Βουλγαρία, Σλοβενία, Λιθουανία, Ιρλανδία και Φινλανδία), λαμβανομένων υπόψη των υπό εξέλιξη έργων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ενεργειακού Προγράμματος Ανάκαμψης αλλά εξαιρουμένων των μέτρων για τη ζήτηση[38]. Όσον αφορά τις επενδύσεις για την αντίστροφη ροή φυσικού αερίου, σύμφωνα με τη μελέτη Gas Transmission Europe σχετικά με την αντίστροφη ροή φυσικού αερίου στην Ευρώπη (Ιούλιος 2009), 45 έργα στην Ευρώπη έχουν χαρακτηριστεί ως ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της αντίστροφης ροής εντός και μεταξύ των κρατών μελών και για τη διασφάλιση μεγαλύτερης ευελιξίας στη μεταφορά φυσικού αερίου όπου αυτό είναι αναγκαίο. Η κύρια πρόκληση είναι να χρηματοδοτηθούν σχέδια έργων προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων σχετικά με τις υποδομές, ιδίως όταν οι υποδομές δεν απαιτούνται από την αγορά. Αναμένεται να σημειωθούν παράλληλα δύο διαφορετικές εξελίξεις όσον αφορά τη ζήτηση για πετρέλαιο : πτώση στις χώρες της ΕΕ-15 και συνεχής αύξηση στα νέα κράτη μέλη, όπου η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί κατά 7,8% μεταξύ 2010 και 2020. Οι κύριες προκλήσεις για τις υποδομές ηλεκτρικής ενέργειας είναι η αυξανόμενη ζήτηση και τα αυξανόμενα μερίδια ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, πέραν των πρόσθετων αναγκών για ενοποίηση της αγοράς και ασφάλεια του εφοδιασμού. Η ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπεται να αυξηθεί στην ΕΕ-27 κατά τουλάχιστον 20%, από περίπου 3.362 TWh το 2007 σε 4.073 TWh το 2030 σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς PRIMES και σε 4.192 TWh σύμφωνα με τη βασική γραμμή PRIMES, ακόμη και αν δεν συνεκτιμηθούν οι πιθανές συνέπειες από τη σημαντική ανάπτυξη των μεταφορών με ηλεκτρικούς κινητήρες. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να είναι περίπου 33% το 2020 σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς, ποσοστό το οποίο ενδέχεται να προέρχεται κατά περίπου 16%[39] από μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές (αιολική και ηλιακή). Στο σχήμα 4 εμφαίνεται η εξέλιξη της ακαθάριστης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ανά πηγή ενέργειας, σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς PRIMES, για την περίοδο 2010-2030. [pic] | [pic] | Σχήμα 4: Ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας 2000-2030 ανά πηγή ενέργειας, σε TWh (αριστερά) και τα αντίστοιχα μερίδια των πηγών ενέργειας σε % (δεξιά), σενάριο αναφοράς PRIMES | Αναλυτικότερες πληροφορίες για το χρονικό ορίζοντα μέχρι το 2020 παρέχονται από τα εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΕΣΔΑΕ), τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Με βάση τα πρώτα 23 εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε συμφωνία σε μεγάλο βαθμό με τα αποτελέσματα του σεναρίου αναφοράς PRIMES για το 2020, στα 23 αυτά κράτη μέλη[40] θα υπάρχουν περίπου 460 GW εγκατεστημένης ισχύος ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το εν λόγω έτος, έναντι μόνο 244 GW περίπου που είναι σήμερα[41]. Περίπου το 63% συνολικής αυτής ποσότητας θα προέρχεται από τις μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: αιολική (200 GW, ή 43%) και ηλιακή (90 GW, εκ των οποίων περίπου 7 GW, ή 20%, από συγκεντρωτικά ηλιακά συστήματα) (πίνακας 1). Είδος ΑΠΕ | Εγκατεστημένη ισχύς το 2010 (GW) | Εγκατεστημένη ισχύς το 2020 (GW) | Μερίδιο το 2020 (%) | Μεταβολή 2010-2020 (%) | Υδροηλεκτρική | 116,9 | 134,2 | 29% | 15% | Αιολική | 82,6 | 201 | 43% | 143% | Ηλιακή | 25,8 | 90 | 19% | 249% | Βιομάζα | 21,2 | 37,7 | 8% | 78% | Λοιπές | 1 | 3,6 | 1% | 260% | ΣΥΝΟΛΟ | 247,5 | 466,5 | 100% | 88% | Πίνακας 1: Προβλεπόμενη εξέλιξη της εγκατεστημένης ισχύος από ανανεώσιμες πηγές, σε GW, 2010-2020 Από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναμένεται να παράγονται στα 23 κράτη μέλη περισσότερα από 1.150 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, εκ των οποίων περίπου το 50% από μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές (πίνακας 2) Είδος ΑΠΕ | Ηλεκτροπαραγωγή το 2010 (TWh) | Ηλεκτροπαραγωγή το 2020 (TWh) | Μερίδιο το 2020 (%) | Μεταβολή 2010-2020 (%) | Υδροηλεκτρική | 342,1 | 364,7 | 32% | 7% | Αιολική | 160,2 | 465,8 | 40% | 191% | Βιομάζα | 103,1 | 203 | 18% | 97% | Ηλιακή | 21 | 102 | 9% | 386% | Λοιπές | 6,5 | 16,4 | 1% | 152% | ΣΥΝΟΛΟ | 632,9 | 1151,9 | 100% | 82% | Πίνακας 2: Προβλεπόμενη εξέλιξη της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, σε GW, 2010-2020 Τα μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της δυναμικότητας και της παραγωγής από αιολική ενέργεια θα είναι συγκεντρωμένο στη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες, ενώ η αύξηση της δυναμικότητας και της παραγωγής από ηλιακή ενέργεια θα είναι σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό συγκεντρωμένη στη Γερμανία και την Ισπανία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Ιταλία και τη Γαλλία. Παράλληλα με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Για να εξασφαλιστεί η συμβατότητα της χρήσης ορυκτών καυσίμων στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και της βιομηχανίας με τις απαιτήσεις μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, θα απαιτηθεί η εφαρμογή της δέσμευσης και αποθήκευσης CO 2 (CCS) σε μεγάλη και πανευρωπαϊκή κλίμακα. Κατά τα σενάρια PRIMES προβλέπεται η μεταφορά περίπου 36 εκατομμυρίων τόνων CO2 μέχρι το 2020, με βάση τις υφιστάμενες πολιτικές, και 50-272 εκατομμυρίων τόνων[42] μέχρι το 2030, καθώς θα έχει εξαπλωθεί η τεχνολογία CCS. Σύμφωνα με την ανάλυση που διενεργήθηκε από την KEMA και το πανεπιστήμιο Imperial College του Λονδίνου με βάση το σενάριο αναφοράς PRIMES, η δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής το 2020 θα επαρκεί για την κάλυψη της ζήτησης αιχμής σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, παρά την ανάπτυξη της μεταβλητής ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (χάρτες 2 και 3)[43]. Μολονότι τα κράτη μέλη δεν θα χρειάζονται, βάσει των προαναφερομένων, εισαγωγές για να εγγυώνται την ασφάλεια του εφοδιασμού τους, περισσότερη ενοποίηση των 27 ευρωπαϊκών συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τις τιμές και να αυξήσει τη συνολική απόδοση, επειδή θα μείωνε το κόστος εξισορρόπησης προσφοράς και ζήτησης, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. [pic]Χάρτης 2: Αμετάβλητη δυναμικότητα έναντι ζήτησης αιχμής το 2020, σενάριο αναφοράς PRIMES | [pic] Χάρτης 3: Συνολική δυναμικότητα έναντι ζήτησης αιχμής το 2020, σενάριο αναφοράς PRIMES | Η εξέλιξη των διασυνοριακών συναλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας εμφαίνεται στους χάρτες 4 και 5[44]. Σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς PRIMES, η γενική σημερινή κατάσταση των εξαγωγών και εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας μάλλον θα παραμείνει ως έχει μέχρι το 2020 στα περισσότερα κράτη μέλη. [pic] Χάρτης 4: Κατάσταση των εισαγωγών μείον τις εξαγωγές κατά τη χειμερινή περίοδο (Οκτώβριος-Μάρτιος) 2020, σενάριο αναφοράς PRIMES | [pic] Χάρτης 5: Κατάσταση των εισαγωγών μείον τις εξαγωγές κατά τη θερινή περίοδο (Απρίλιος-Σεπτέμβριος) 2020, σενάριο αναφοράς PRIMES | Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τις ακόλουθες απαιτήσεις δυναμικότητας διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών, με βάση τη βελτιστοποίηση του υφιστάμενου ευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, όπως περιγράφεται στο πιλοτικό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων[45] που εκπόνησε το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ (χάρτης 6). Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι απαιτήσεις αυτές έχουν υπολογιστεί με βάση απλουστευτικές παραδοχές[46] και πρέπει να θεωρηθούν ως ενδεικτικές και μόνο. Εξάλλου, είναι δυνατόν να διαφέρουν σημαντικά τα αποτελέσματα, εάν βελτιστοποιηθεί το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα με βάση εξ υπαρχής σχεδιασμό πλήρως ενοποιημένου ευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου δικτύου, αντί των υφιστάμενων εθνικά εστιασμένων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. [pic] Χάρτης 6: Απαιτούμενες δυναμικότητες διασύνδεσης το 2020, σε MW[47], σενάριο αναφοράς PRIMES (πηγή: KEMA, Imperial College London) 3. Διαδρομοι προτεραιότητας για την ηλεκτρικη ενεργεια, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο 3.1. Για επαρκές ευρωπαϊκό διασυνδεδεμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2020 3.1.1. Υπεράκτιο σύστημα στις βόρειες θάλασσες Κατά τη δεύτερη επισκόπηση της ενεργειακής στρατηγικής, το 2008, διαπιστώθηκε ότι χρειάζεται συντονισμένη στρατηγική για την ανάπτυξη υπεράκτιου δικτύου: «... πρέπει να αναπτυχθεί ένα προσχέδιο για ένα υπεράκτιο δίκτυο στη Βόρειο Θάλασσα για να διασυνδεθούν μεταξύ τους τα εθνικά ηλεκτρικά δίκτυα της Βορειοδυτικής Ευρώπης και να συνδεθούν με αυτά τα πολυάριθμα σχεδιαζόμενα έργα υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. »[48]. Τον Δεκέμβριο του 2009, εννέα κράτη μέλη της ΕΕ και η Νορβηγία[49] υπέγραψαν πολιτική διακήρυξη για την Πρωτοβουλία των χωρών των βόρειων θαλασσών για Υπεράκτιο Σύστημα (North Seas Countries’ Offshore Grid Initiative, NSCOGI) με στόχο τον συντονισμό της ανάπτυξης της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας και των υποδομών στις βόρειες θάλασσες. Στα εννέα μέλη της ΕΕ θα συγκεντρώνεται περίπου το 90% του συνόλου της ανάπτυξης της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας της ΕΕ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχονται στο Εθνικά Σχέδια Δράσης για την Ανανεώσιμη Ενέργεια (ΕΣΔΑΕ) των χωρών αυτών, για το 2020 προβλέπεται εγκατεστημένη ισχύς 38,2 GW (1,7 GW από άλλες θαλάσσιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και ηλεκτροπαραγωγή 132 TWh[50]. Το μερίδιο της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας ενδέχεται να αντιπροσωπεύει το 18% της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές σε αυτές τις εννέα χώρες. Η εφαρμοσμένη έρευνα έχει δείξει ότι μόνον μέσω αποτελεσματικής περιφερειακής προσέγγισης θα καταστεί δυνατή η βελτιστοποίηση του προγραμματισμού και της ανάπτυξης της υπεράκτιας υποδομής διασυνδεδεμένου δικτύου στις βόρειες θάλασσες. Η ομαδοποίηση των αιολικών πάρκων σε κόμβους θα μπορούσε να αποτελέσει ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι των επιμέρους ακτινωτών συνδέσεων στις περιπτώσεις που αυξάνει η απόσταση από την ακτή και οι εγκαταστάσεις είναι συγκεντρωμένες στην ίδια περιοχή[51]. Για τις χώρες στις οποίες πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, όπως η Γερμανία, το κόστος σύνδεσης των υπεράκτιων αιολικών πάρκων θα μπορούσε έτσι να μειωθεί έως και κατά 30%. Για την περιφέρεια της Βόρειας Θάλασσας στο σύνολό της, η περιστολή του κόστους θα μπορούσε να φθάσει σχεδόν το 20% έως το 2030[52]. Για να επιτευχθεί αυτή η περιστολή του κόστους είναι απολύτως απαραίτητη πιο προγραμματισμένη και γεωγραφικά περισσότερο συγκεντρωμένη ανάπτυξη της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας με διασυνοριακό συντονισμό. Με τον τρόπο αυτό θα ήταν επίσης δυνατόν να αποκομιστούν τα οφέλη από τη συνέργεια της σύνδεσης αιολικών πάρκων και των διασυνοριακών διασυνδέσεων[53], εφόσον είναι καλά διαστασιολογημένη η δυναμικότητα σύνδεσης και, ως εκ τούτου, θα προκύψει θετικό καθαρό όφελος. Η υπεράκτια ανάπτυξη θα επηρεάσει έντονα την ανάγκη ενίσχυσης και επέκτασης των χερσαίων δικτύων, ιδίως στην Κεντροανατολική Ευρώπη, όπως τονίζεται στην προτεραιότητα 3. Στον χάρτη 7 απεικονίζεται παράδειγμα πιθανής συγκρότησης υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου, που εκπονήθηκε κατά τη μελέτη OffshoreGrid[54]. [pic] Χάρτης 7: Απεικόνιση πιθανής συγκρότησης υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου στις βόρειες θάλασσες και τη Βαλτική Θάλασσα (σενάριο «μικτής προσέγγισης» που δείχνει τις υφιστάμενες (κόκκινο), τις προγραμματισμένες (πράσινο) και τις λειτουργούσες (ροζ) γραμμές μεταφοράς καθώς και πρόσθετες γραμμές (μπλε) που είναι αναγκαίες κατά τους υπολογισμούς της μελέτης OffshoreGrid) Από τα υφιστάμενα αναπτυξιακά προγράμματα υπεράκτιας ενέργειας ορισμένων κρατών μελών προκύπτει ότι σημαντικό μέρος της ανάπτυξης στις βόρειες θάλασσες θα λάβει χώρα κατά μήκος ή ακόμα και πέραν των ορίων των χωρικών υδάτων διαφόρων κρατών μελών, γεγονός που δημιουργεί ευρωπαϊκής διάστασης ζητήματα προγραμματισμού και κανονιστικής ρύθμισης[55]. Θα χρειαστούν χερσαίες ενισχύσεις του ευρωπαϊκού δικτύου για τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας στα μεγάλα κέντρα κατανάλωσής της στην ενδοχώρα. Ωστόσο, στο πιλοτικό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων που εκπόνησε το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ δεν περιλαμβάνεται επαρκής αξιολόγηση της υποδομής που απαιτείται για τη σύνδεση των επερχομένων νέων δυναμικοτήτων υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. Το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ έχει δεσμευτεί να πραγματευθεί αναλυτικότερα αυτό το επείγον θέμα, στη δεύτερη έκδοση του δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης δικτύων που πρόκειται να δημοσιευθεί το 2012. Τα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει ή σχεδιάζουν να υιοθετήσουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την ανάπτυξη του υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου. Τα περισσότερα κράτη μέλη (Γερμανία, Δανία, Γαλλία, Σουηδία, Ιρλανδία) έχουν εκχωρήσει την υπεράκτια επέκταση του χερσαίου διασυνδεδεμένου δικτύου τους στους εθνικούς ΔΣΜ. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επιλέξει μέχρι τώρα την προκήρυξη χωριστού διαγωνισμού για τη σύνδεση κάθε νέου υπεράκτιου αιολικού πάρκου[56]. Στο Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες, την ευθύνη ανάπτυξης του υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου φέρει ο φορέας ανάπτυξης του αιολικού πάρκου. Επιπλέον, το ισχύον εθνικό κανονιστικό πλαίσιο ενθαρρύνει αποκλειστικά δισημειακές λύσεις, δηλαδή τη σύνδεση του αιολικού πάρκου με χερσαίο σημείο σύνδεσης, με στόχο την ελαχιστοποίηση του κόστους σύνδεσης κάθε έργου. Η σύνδεση ομάδων αιολικών πάρκων μέσω κόμβου, με την ανάλογη πρόβλεψη ισχυρότερης δυναμικότητας και τεχνολογικό κίνδυνο, δεν καλύπτεται από την ισχύουσα εθνική κανονιστική ρύθμιση. Τέλος, δεν προβλέπεται βελτιστοποίηση σε διασυνοριακό επίπεδο, προκειμένου να διευκολύνονται οι συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, δεν αξιοποιούνται οι ευκαιρίες που προσφέρει μια περιφερειακή προσέγγιση για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των υπεράκτιων και χερσαίων υποδομών, ούτε οι συνέργειες με τις διεθνείς συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό ενδέχεται μακροπρόθεσμα να επιφέρει λύσεις υποδεέστερες των βέλτιστων και πιο δαπανηρές. Άλλες προκλήσεις για την ανάπτυξη υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου σχετίζονται με την αδειοδότηση και το σχεδιασμό της αγοράς. Όπως συμβαίνει και με τα λοιπά έργα υποδομής, οι διαδικασίες αδειοδότησης είναι συχνά κατακερματισμένες, ακόμη και στην ίδια χώρα. Όταν πρόκειται για έργο που διασχίζει τα εδάφη διαφόρων κρατών μελών, αυτό μπορεί να περιπλέξει σημαντικά την όλη διαδικασία, με αποτέλεσμα πολύ μακρύ χρόνο διεκπεραίωσης. Επιπλέον, η ελλιπής ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, η ανεπαρκής προσαρμογή των καθεστώτων σύνδεσης και των εθνικών συστημάτων στήριξης της υπεράκτιας ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και η απουσία κανόνων για την αγορά προσαρμοσμένων στα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας που βασίζονται σε πιο μεταβλητές, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι παράγοντες που ενδέχεται να εμποδίσουν την ανάπτυξη των υπεράκτιων έργων και πραγματικά ευρωπαϊκού υπεράκτιου διασυνδεδεμένου δικτύου. Ο προγραμματισμός της ανάπτυξης της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας και της απαραίτητης υπεράκτιας και χερσαίας δικτυακής υποδομής απαιτεί τον συντονισμό μεταξύ κρατών μελών, εθνικών ρυθμιστικών αρχών, διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και ο καθορισμός ζωνών ανάπτυξης της υπεράκτιας αιολικής και της ωκεάνιας ενέργειας μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη και να διευκολύνουν τις επενδυτικές αποφάσεις στον τομέα αυτό. Συστάσεις Η πρωτοβουλία NSCOGI[57]. Αποτελεί πλαίσιο διαρθρωμένης περιφερειακής συνεργασίας κρατών μελών. Μολονότι είναι πολύ σημαντική η δέσμευση των κρατών μελών για συντονισμένη ανάπτυξη του διασυνδεδεμένου δικτύου, πρέπει πλέον να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες δράσεις που να αποτελέσουν τη βασική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης του υπεράκτιου δικτύου των βορείων θαλασσών. Με την πρωτοβουλία αυτή πρέπει να συγκροτηθεί, σύμφωνα με τη στρατηγική που παρουσιάζεται στην ανακοίνωση, λειτουργική δομή με επαρκή συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών και να καθοριστεί πρόγραμμα εργασιών με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και στόχους σχετικά με τη διάρθρωση και την ενοποίηση του δικτύου, τα θέματα αγοράς και κανονιστικής ρύθμισης και τις διαδικασίες προγραμματισμού και αδειοδότησης. Υπό την καθοδήγηση της πρωτοβουλίας NSCOGI, πρέπει να μελετηθούν εναλλακτικές επιλογές για τη διάρθρωση του δικτύου από τους εθνικούς ΔΣΜ και από το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ, στο πλαίσιο του επόμενου δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης δικτύων (TYNDP). Για τις επιλογές σχεδιασμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πτυχές προγραμματισμού, κατασκευής και εκμετάλλευσης, οι δαπάνες που σχετίζονται με την υποδομή και τα οφέλη ή οι περιορισμοί των διαφόρων επιλογών σχεδιασμού. Οι ΔΣΜ πρέπει ιδίως να επανεξετάζουν την προγραμματισμένη ανάπτυξη αιολικών πάρκων, με σκοπό να προσδιορίσουν τις δυνατότητες συνδέσεων μέσω κόμβων και διασυνδέσεων για τις συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την πιθανή μελλοντική εξέλιξη της αιολικής ενέργειας. Κατά την έγκριση νέων υπεράκτιων γραμμών μεταφοράς. οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να εξετάζουν τις συνολικές αναπτυξιακές στρατηγικές και τα περιφερειακά και τα μακροπρόθεσμα οφέλη. Πρέπει να εξεταστούν οι δυνατότητες να αναθεωρηθεί και να προσαρμοστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο, οι οποίες να καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση των υπεράκτιων εγκαταστάσεων μεταφοράς, την πρόσβαση στη μεταφορά και την επιβολή των σχετικών επιβαρύνσεων, κανόνες εξισορρόπησης και βοηθητικές υπηρεσίες. 3.1.2. Διασυνδέσεις στην Νοτιοδυτική Ευρώπη Η Γαλλία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία θα είναι οι χώρες όπου, κατά την προσεχή δεκαετία, θα σημειωθούν σημαντικές εξελίξεις στη δυναμικότητα μεταβλητής ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, η Ιβηρική Χερσόνησος είναι σχεδόν πλήρως αποκομμένη από το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της λοιπής Ευρώπης. Ήδη σήμερα η διασύνδεση Γαλλίας – Ισπανίας πάσχει από ανεπαρκή δυναμικότητα, με μόνο τέσσερις γραμμές διασύνδεσης μεταξύ αυτών των χωρών (2 των 220 kV και 2 των 400 kV), εκ των οποίων η πιο πρόσφατη κατασκευάστηκε το 1982. Όλες οι γραμμές διασύνδεσης είναι μονίμως υπερφορτωμένες[58]. Έως το 2014 πρέπει να είναι έτοιμη νέα γραμμή 400 kV στα Ανατολικά Πυρηναία, η οποία θα αυξήσει τη σημερινή δυναμικότητα διασύνδεσης των 1.400 MW σε περίπου 2.800 MW, αλλά ενδεχομένως να συνεχιστεί σε κάποιο βαθμό η συμφόρηση και μετέπειτα[59]. Επιπλέον, οι χώρες αυτές διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη σύνδεση με τη Βόρεια Αφρική, της οποίας η σπουδαιότητα ενδέχεται να αναβαθμίζεται όλο και περισσότερο, λόγω του τεράστιου δυναμικού της σε ηλιακή ενέργεια. Μέχρι το 2020, θα ήταν δυνατόν να κατασκευαστούν στις χώρες της Ανατολικής και της Νότιας Μεσογείου νέες εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δυναμικότητας περίπου 10 GW, εκ των οποίων σχεδόν το 60% από ηλιακή και 40% από αιολική[60]. Ωστόσο, σήμερα υπάρχει μόνο μία διασύνδεση μεταξύ των κρατών της Αφρικής και της ευρωπαϊκής ηπείρου (Μαρόκο – Ισπανία), δυναμικότητας περίπου 1.400 MW, που θα μπορούσε να αυξηθεί σε 2.100 MW τα προσεχή έτη. Προγραμματίζεται να τεθεί σε λειτουργία έως το 2017 υποθαλάσσιο καλώδιο μεταφοράς συνεχούς ρεύματος 1000 MW μεταξύ Τυνησίας και Ιταλίας. Η χρήση αυτών των υφιστάμενων και νέων διασυνδέσεων θα δημιουργήσει μεσοπρόθεσμα (μετά το 2020) νέες προκλήσεις όσον αφορά τη συνοχή τους με τις εξελίξεις του δικτύου στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική, τόσο όσον αφορά τη δυναμικότητά τους, όσο και το οικείο ρυθμιστικό πλαίσιο. Κάθε περαιτέρω διασύνδεση πρέπει να συνοδεύεται από διασφαλίσεις για να μην ενταθεί ο κίνδυνος διαρροής διοξειδίου του άνθρακα, λόγω της αύξησης των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Συστάσεις Για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη ενσωμάτωση των νέων δυναμικοτήτων, κυρίως από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην Νοτιοδυτική Ευρώπη και η μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας σε άλλα μέρη της Ευρώπης, είναι αναγκαίες έως το 2020 οι εξής κεντρικές δράσεις: - Επαρκής ανάπτυξη των διασυνδέσεων στην περιφέρεια της Νοτιοδυτικής Ευρώπης και ένταξη των υφισταμένων εθνικών δικτύων στα νέα σχέδια έργων. Μέχρι το 2020 θα χρειαστεί δυναμικότητα διασύνδεσης τουλάχιστον 4.000 MW μεταξύ Ιβηρικής Χερσονήσου και Γαλλίας. Είναι απαραίτητη η ανάπτυξη των σχετικών έργων, κατά την οποία πρέπει να δοθεί μέγιστη προσοχή στην αποδοχή από το κοινό και στη διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. - Όσον αφορά τις συνδέσεις με τρίτες χώρες: ανάπτυξη συνδέσεων της Ιταλίας με τις χώρες της Ενεργειακής Κοινότητας (ιδίως με το Μαυροβούνιο, αλλά και με την Αλβανία και την Κροατία), υλοποίηση της διασύνδεσης Τυνησίας–Ιταλίας, επέκταση της γραμμής διασύνδεσης Ισπανίας–Μαρόκου, ενίσχυση, όπου κρίνεται αναγκαίο, διασυνδέσεων Νότου–Νότου στις γειτονικές χώρες της Βόρειας Αφρικής (ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση των υποδομών αυτών), καθώς και προπαρασκευαστικές μελέτες για πρόσθετες διασυνδέσεις Βορρά–Νότου που πρέπει να αναπτυχθούν μετά το 2020. 3.1.3. Συνδέσεις στην Κεντροανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη Η σύνδεση της νέας δυναμικότητας ηλεκτροπαραγωγής συνιστά μείζονα πρόκληση στην Κεντροανατολική Ευρώπη. Για παράδειγμα, μόνο στην Πολωνία προβλέπεται νέα δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής περίπου 3,5 GW μέχρι το 2015 και έως 8 GW μέχρι το 2020[61]. Ταυτόχρονα, έχει προσφάτως αλλάξει σημαντικά η κατάσταση των ροών ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία. Η χερσαία δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής από αιολική ενέργεια, που συμποσούνταν σε περίπου 25 GW στα τέλη του 2009, και η ανάπτυξη της υπεράκτιας δυναμικότητας, σε συνδυασμό με τις νέες συμβατικές εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής είναι συγκεντρωμένες στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Ωστόσο, η ζήτηση αυξάνεται ως επί το πλείστον στο νότιο τμήμα της, με αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερες οι αποστάσεις μεταξύ ηλεκτροπαραγωγής και κέντρων φορτίου ή εξοπλισμού εξισορρόπησης φορτίου (π.χ. αντλησιοταμιευτήρες). Συνεπώς, χρειάζονται τεράστιες δυναμικότητες διαμετακόμισης Βορρά–Νότου, ιδίως εάν ληφθεί πλήρως υπόψη η ανάπτυξη των διασυνδεδεμένων δικτύων στις βόρειες θάλασσες και στα παράλιά τους, στο πλαίσιο της προτεραιότητας 3.1.1. Λόγω των επιπτώσεων της σημερινής ανεπάρκειας διασύνδεσης των γειτονικών δικτύων, ειδικά της Ανατολικής Ευρώπης, είναι ζωτική η σημασία συντονισμένης περιφερειακής προσέγγισης για να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα. Το διασυνδεδεμένο δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι σχετικά αραιό σε σύγκριση με το διασυνδεδεμένο δίκτυο της υπόλοιπης ευρωπαϊκής ηπείρου. Παράλληλα, ολόκληρη η περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Ενεργειακής Κοινότητας) διαθέτει μεγάλο δυναμικό υδροηλεκτρικής ενέργειας. Χρειάζονται πρόσθετες δυναμικότητες σύνδεσης της ηλεκτροπαραγωγής και διασύνδεσης, ώστε να αυξηθεί η ροή ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπη. Η επέκταση της σύγχρονης ζώνης από την Ελλάδα (και αργότερα τη Βουλγαρία) προς την Τουρκία θα δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες ενίσχυσης των διασυνδεδεμένων δικτύων στις χώρες αυτές. Πρέπει να εξετασθούν σε μακροπρόθεσμη βάση περαιτέρω επεκτάσεις των ηπειρωτικών ευρωπαϊκών διασυνδεδεμένων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι η Ουκρανία και η Δημοκρατία της Μολδαβίας έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους να ενταχθούν σε αυτά. Συστάσεις Για να εξασφαλιστεί η επαρκής σύνδεση και μεταφορά της ηλεκτροπαραγωγής, κυρίως στη Βόρεια Γερμανία, και η καλύτερη ενσωμάτωση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, είναι απαραίτητες μέχρι το 2020 οι ακόλουθες κεντρικές δράσεις, οι οποίες θα πρέπει να υποστηριχθούν ιδίως από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με επέκταση της ήδη υφιστάμενης συνεργασίας στον τομέα του φυσικού αερίου: - Ανάπτυξη επαρκών διασυνδέσεων, ιδίως εντός της Γερμανίας και της Πολωνίας, για να συνδεθούν οι νέες δυναμικότητες ηλεκτροπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, στις βόρειες θάλασσες ή κοντά σε αυτές με τα κέντρα ζήτησης της νότιας Γερμανίας και τους αντλιοταμιευτήρες που πρόκειται να κατασκευαστούν στην Αυστρία και την Ελβετία, καθώς και για να ενταχθούν οι νέες δυναμικότητες ηλεκτροπαραγωγής στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Θα αναβαθμιστεί η σπουδαιότητα νέων γραμμών διασύνδεσης μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας από τη στιγμή που θα αναπτυχθούν νέες διασυνδέσεις με τις χώρες της Βαλτικής (ιδίως η διασύνδεση Πολωνίας–Λιθουανίας, βλ. κατωτέρω). Λόγω των αυξανόμενων παράλληλων ροών Βορρά – Νότου, θα είναι απαραίτητη μεσοπρόθεσμα (μετά το 2020) η επέκταση της διασυνοριακής δυναμικότητας μεταφοράς μεταξύ Σλοβακίας, Ουγγαρίας και Αυστρίας. Για την αύξηση της διασυνοριακής δυναμικότητας στην Κεντρική Ευρώπη είναι αναγκαία εσωτερική ανακούφιση της συμφόρησης μέσω επενδύσεων. - Αύξηση της δυναμικότητας μεταφοράς μεταξύ των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη για την Ενεργειακή Κοινότητα, με σκοπό την περαιτέρω ενσωμάτωση της στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Κεντρικής Ευρώπης. Η συνεργασία αυτή πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της συνεργασίας στην Κεντροανατολική Ευρώπη που ήδη υφίσταται στον τομέα του φυσικού αερίου. 3.1.4. Ολοκλήρωση του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP) στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας Τον Οκτώβριο του 2008, μετά τη συμφωνία των κρατών μελών της περιφέρειας της Βαλτικής Θάλασσας, συνεστήθη ομάδα υψηλού επιπέδου (ΟΥΕ) για τις διασυνδέσεις στη Βαλτική, προεδρευόμενη από την Επιτροπή. Οι συμμετέχουσες στην ΟΥΕ χώρες είναι η Δανία, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Γερμανία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Σουηδία και, ως παρατηρητής, η Νορβηγία. Η ΟΥΕ παρέδωσε, τον Ιούνιο του 2009, το Σχέδιο Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP), ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για την ενεργειακή διασύνδεση και τη βελτίωση της αγοράς στην περιφέρεια της Βαλτικής Θάλασσας, τόσο για την ηλεκτρική ενέργεια όσο και το φυσικό αέριο. Ο κύριος στόχος είναι να τερματιστεί η σχετική «ενεργειακή απομόνωση» των κρατών της Βαλτικής και να ενσωματωθούν αυτά στην ευρύτερη ενεργειακή αγορά της ΕΕ. Το BEMIP συνιστά αξιοσημείωτο παράδειγμα επιτυχούς περιφερειακής συνεργασίας. Τα διδάγματα από την πρωτοβουλία αυτή θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για άλλες δομές περιφερειακής συνεργασίας. Χρειάστηκε να εξαλειφθούν τα εμπόδια στην εσωτερική αγορά προκειμένου να καταστούν βιώσιμες και ελκυστικές οι επενδύσεις. Αυτό περιελάμβανε την ευθυγράμμιση των ρυθμιστικών πλαισίων ώστε να τεθούν τα θεμέλια για τον υπολογισμό του δίκαιου επιμερισμού του κόστους και των οφελών, μεταβαίνοντας έτσι στην αρχή «ο χρήστης πληρώνει». Το Ευρωπαϊκό Ενεργειακό Πρόγραμμα Ανάκαμψης (ΕΕΠΑ) απετέλεσε σαφώς κινητήρια δύναμη για την έγκαιρη υλοποίηση των έργων υποδομής. Απετέλεσε κίνητρο για να επιτευχθούν γρήγορα συμφωνίες για εκκρεμή ζητήματα. Εξάλλου, η στρατηγική της ΕΕ για την περιφέρεια της Βαλτικής Θάλασσας απετέλεσε το ευρύτερο πλαίσιο για την προτεραιότητα των ενεργειακών υποδομών. Στη στρατηγική προτάθηκε ήδη πλαίσιο για να επικεντρωθεί η χρηματοδότηση που είναι διαθέσιμη από τα διαρθρωτικά και άλλα ταμεία στους τομείς που έχουν καθοριστεί στη στρατηγική ως τομείς προτεραιότητας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη από τη Βαλτική θεωρούν αυτή την πρωτοβουλία ως επιτυχία για τους εξής λόγους: (1) πολιτική στήριξη της πρωτοβουλίας, των σχεδίων έργων έργα και των δράσεών της· (2) η σε υψηλό επίπεδο συμμετοχή της Επιτροπής ως διαμεσολαβητή και, μάλιστα, ως κινητήρια δύναμη· (3) συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών της περιφέρειας (υπουργείων, ρυθμιστικών αρχών και ΔΣΜ) από την αρχική χάραξη έως την εφαρμογή, για την υλοποίηση των καθορισμένων προτεραιοτήτων υποδομής. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την πλήρη υλοποίηση του σχεδίου BEMIP: είναι αναγκαία η συνεχής παρακολούθηση της υλοποίησης του σχεδίου από την Επιτροπή και την ομάδα υψηλού επιπέδου, ώστε να τηρηθούν οι συμφωνίες σχετικά με τις δράσεις και το χρονοδιάγραμμα. Ειδικότερα, είναι απαραίτητη η στήριξη για τα βασικά αλλά και τα πιο πολύπλοκα διασυνοριακά έργα, δηλαδή για τη σύνδεση LitPolLink μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, η οποία είναι καίριας σημασίας για την ενσωμάτωση της βαλτικής αγοράς στην ΕΕ, και για την οποία διορίστηκε συντονιστής από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 3.2. Διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού σε πλήρως διασυνδεδεμένο και ευέλικτο δίκτυο φυσικού αερίου της ΕΕ 3.2.1. Νότιος διάδρομος Η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τα εισαγόμενα καύσιμα είναι προφανής στον τομέα του φυσικού αερίου. Ο νότιος διάδρομος θα είναι ― μετά τον βόρειο διάδρομο από τη Νορβηγία, τον ανατολικό διάδρομο από τη Ρωσία, τον διάδρομο της Μεσογείου από την Αφρική και εξαιρουμένου του ΥΦΑ ― ο τέταρτος μεγάλος άξονας για τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού της Ευρώπης με φυσικό αέριο. Η διαφοροποίηση των πηγών βελτιώνει κατά κανόνα τον ανταγωνισμό και έτσι συμβάλλει στην ανάπτυξη της αγοράς. Παράλληλα, ενισχύει την ασφάλεια του εφοδιασμού: όπως φάνηκε κατά την κρίση στον τομέα φυσικού αερίου, τον Ιανουάριο του 2009, πιο σοβαρά επλήγησαν οι χώρες εκείνες που βασίζονται σε μια μόνο πηγή εισαγωγών. Ωστόσο, τη διαφοροποίηση παρακωλύει συχνά η αμυντική στάση των παραγωγών αερίου και των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης των μονοπωλιακών αγορών. Για την υλοποίηση του νοτίου διαδρόμου απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ διαφόρων κρατών μελών καθώς και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεδομένου ότι καμία χώρα από μόνη της δεν χρειάζεται τις πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου (νέο αέριο) οι οποίες επαρκούν για να αντισταθμιστούν οι επενδύσεις σε υποδομές αγωγών. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να δραστηριοποιηθεί για την προώθηση της διαφοροποίησης και για να διασφαλίσει το δημόσιο αγαθό της ασφάλειας του εφοδιασμού, με τη συσπείρωση των κρατών μελών και των επιχειρήσεων ώστε να συγκεντρωθεί κρίσιμη μάζα. Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή της στρατηγικής της ΕΕ για τον νότιο διάδρομο φυσικού αερίου. Η σημασία του υπογραμμίστηκε από την Επιτροπή, τον Νοέμβριο του 2008, στη δεύτερη επισκόπηση της ενεργειακής στρατηγικής, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2009. Ο σκοπός του νοτίου διαδρόμου είναι να συνδέσει απευθείας την αγορά φυσικού αερίου της ΕΕ με τα μεγαλύτερα παγκοσμίως κοιτάσματα φυσικού αερίου (της λεκάνης της Κασπίας/της λεκάνης της Μέσης Ανατολής), που εκτιμώνται σε 90,6 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (συγκριτικά, τα ρωσικά αποδεδειγμένα αποθέματα ανέρχονται σε 44,2 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα[62]). Επιπλέον, αυτά τα κοιτάσματα φυσικού αερίου είναι γεωγραφικά πλησιέστερα απ’ ό,τι τα κύρια ρωσικά κοιτάσματα (χάρτης 8). Οι κυριότερες εν δυνάμει προμηθεύτριες χώρες είναι το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν και το Ιράκ, αλλά, εφόσον το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες, και άλλες χώρες της περιφέρειας αυτής θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσθετες σημαντικές πηγές εφοδιασμού της ΕΕ. Η πιο σημαντική χώρα διαμετακόμισης είναι η Τουρκία και περαιτέρω διαμετακομιστικές οδεύσεις ο Εύξεινος Πόντος και η Ανατολική Μεσόγειος. Ο στρατηγικός στόχος του νοτίου διαδρόμου είναι, έως το 2020, να αποτελέσει όδευση για την κάλυψη περίπου του 10-20% της ζήτησης φυσικού αερίου στην ΕΕ, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 45 έως 90 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως (bcma). Ο επιχειρησιακός στόχος για την ανάπτυξη της στρατηγικής του νοτίου διαδρόμου είναι να συνεργαστούν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη με τις χώρες που παράγουν φυσικό αέριο, καθώς και με τις χώρες που είναι κομβικής σημασίας για τη μεταφορά των υδρογονανθράκων στην ΕΕ, με κοινό σκοπό την ταχεία διασφάλιση σταθερών δεσμεύσεων για την προμήθεια φυσικού αερίου και την κατασκευή των υποδομών μεταφοράς του (αγωγοί, μεταφορά υγροποιημένου/συμπιεσμένου φυσικού αερίου) που είναι αναγκαίες σε όλα τα στάδια. [pic] Χάρτης 8: Σύγκριση των αποστάσεων των κύριων πηγών προμήθειας φυσικού αερίου στην Ανατολή από τα κύρια κέντρα κατανάλωσης στην ΕΕ Η μεγάλη πρόκληση για την επιτυχία του νοτίου διαδρόμου είναι να εξασφαλιστεί ότι είναι διαθέσιμες έγκαιρα και έχουν σημαντική εμβέλεια όλες οι συνιστώσες του διαδρόμου (πηγές φυσικού αερίου, υποδομές μεταφοράς και οι σχετικές συμφωνίες). Μέχρι τώρα έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος προς την κατεύθυνση αυτή. Με την οικονομική στήριξη εκ μέρους της Επιτροπής (από το Ευρωπαϊκό Ενεργειακό Πρόγραμμα Ανάκαμψης ή/και τα προγράμματα ΔΕΔ-Ε) και χάρη στις μεγάλες προσπάθειες των εταιρειών που συστάθηκαν για τους αγωγούς, συγκεκριμένα σχέδια έργων μεταφοράς βρίσκονται ήδη στο στάδιο της ανάπτυξης, ενώ μελετώνται και άλλες πιθανές εναλλακτικές επιλογές. Οι αγωγοί Nabucco και Ποσειδών ― η υποθαλάσσια διασύνδεση Ιταλίας–Ελλάδας που αποτελεί τμήμα του Διασυνδετήριου αγωγού Τουρκίας–Ελλάδας–Ιταλίας (Interconnector Turkey–Greece–Italy, ITGI) ― έχουν εξαιρεθεί μερικώς από την πρόσβαση τρίτων μερών (η λεγόμενη «εξαίρεση κατά το άρθρο 22»). Επιπλέον, η διακυβερνητική συμφωνία για τον αγωγό Nabucco, η οποία υπεγράφη τον Ιούλιο του 2009, παρέχει ασφάλεια δικαίου για τον Nabucco και καθορίζει τους όρους μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω Τουρκίας, συνιστά δε προηγούμενο για περαιτέρω επέκταση των καθεστώτων μεταφοράς φυσικού αερίου. Η κύρια πρόκληση για το μέλλον είναι να διασφαλιστεί ότι οι χώρες που παράγουν φυσικό αέριο είναι έτοιμες να ανοίξουν τις απευθείας εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, που για αυτές ενδέχεται συχνά να συνεπάγεται την αποδοχή υψηλού πολιτικού κινδύνου λόγω της γεωπολιτικής κατάστασής τους. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη που μετέχουν στο νότιο διάδρομο, πρέπει να διατρανώσει περαιτέρω τη δέσμευσή της για οικοδόμηση μακροχρόνιων σχέσεων με τις χώρες της περιφέρειας αυτής που παράγουν φυσικό αέριο και για στενότερη σύνδεση των χωρών αυτών με τη Δύση. Οι αγωγοί που συνιστούν τον νότιο διάδρομο ενισχύονται ακόμη περισσότερο με τη χάραξη εναλλακτικών επιλογών για την παράδοση στην Ευρώπη σημαντικών πρόσθετων ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ), προερχόμενων ιδίως από τη Μέση Ανατολή (Περσικό Κόλπο και Αίγυπτο). Σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνεται η κατασκευή στην Ευρώπη (και η σύνδεσή τους με το ευρύτερο δίκτυο) σημείων παραλαβής ΥΦΑ. Επιπλέον, αναμένεται να οικοδομηθεί βαθμιαία η συνεργασία με τις χώρες παραγωγούς στην κατάστρωση ενεργειακών πολιτικών και μακροπρόθεσμων επενδυτικών σχεδίων που θα ευνοούν το ΥΦΑ. 3.2.2. Διασυνδέσεις φυσικού αερίου κατά τον άξονα Βορρά – Νότου στην Ανατολική Ευρώπη Η στρατηγική ιδέα της γραμμής διασύνδεσης φυσικού αερίου Βορρά – Νότου είναι να συνδεθεί η περιφέρεια της Βαλτικής (συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας) με την Αδριατική και το Αιγαίο και περαιτέρω με τον Εύξεινο Πόντο, διατρέχοντας τα κράτη μέλη της ΕΕ Πολωνία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία και, ενδεχομένως, Αυστρία, καθώς και την Κροατία. Με τη διασύνδεση αυτή θα διασφαλιστεί συνολική ευελιξία για ολόκληρη την περιφέρεια της Κεντροανατολικής Ευρώπης, ώστε να δημιουργηθεί εύρωστη, εύρυθμα λειτουργούσα εσωτερική αγορά και να προωθηθεί ο ανταγωνισμός. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αυτή η διαδικασία ενοποίησης πρέπει να επεκταθεί και στις χώρες μη μέλη της ΕΕ που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη για την Ενεργειακή Κοινότητα. Μια ενοποιημένη αγορά θα κατοχύρωνε την απαραίτητη ασφάλεια της ζήτησης[63] και θα προσήλκυε τους προμηθευτές να αξιοποιήσουν στο βέλτιστο δυνατό βαθμό τις υφιστάμενες και τις νέες υποδομές εισαγωγών, όπως νέες εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου και τα έργα του νοτίου διαδρόμου. Με τον τρόπο αυτό, η περιφέρεια της Κεντροανατολικής Ευρώπης θα καταστεί λιγότερο ευάλωτη στη διακοπή του εφοδιασμού μέσω της όδευσης·Ρωσίας/Ουκρανίας/Λευκορωσίας. Ένας είναι ο κύριος προμηθευτής της περιφέρειας της Κεντροανατολικής Ευρώπης. Τα σημερινά γραμμικά (από Ανατολή προς Δύση) και απομονωμένα δίκτυα αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος. Ενώ το ποσοστό του φυσικού αερίου που εισάγεται από τη Ρωσία καλύπτει το 18% της κατανάλωσης στην ΕΕ-15, στα νέα κράτη μέλη το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 60% (2008). Οι παραδόσεις από την Gazprom καταλαμβάνουν συντριπτικά ποσοστά των εισαγωγών φυσικού αερίου στην περιφέρεια αυτή (Πολωνία: 70%, Σλοβακία: 100%, Ουγγαρία: 80%, ορισμένες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων: 100%). Λόγω, μεταξύ άλλων, των μονοπωλιακών, απομονωμένων και μικρών αγορών, των μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας και των ελλείψεων κανονιστικών ρυθμίσεων, η περιφέρεια αυτή δεν είναι ελκυστική για τους επενδυτές ή τους παραγωγούς. Η έλλειψη ρυθμιστικού συντονισμού και κοινής προσέγγισης για τις ελλείπουσες διασυνδέσεις ενέχουν κινδύνους για τις νέες επενδύσεις και εμποδίζουν την είσοδο νέων ανταγωνιστών στην αγορά. Επιπλέον, είναι προβληματική η ασφάλεια του εφοδιασμού και είναι αυτή η περιφέρεια που χρειάζεται το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων οι οποίες απαιτούνται για την τήρηση των προτύπων για την υποδομή, που επιβάλλει ο κανονισμός σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο. Τέλος, σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δαπανά σχετικά υψηλό μέρος του εισοδήματός του για ενέργεια, με αποτέλεσμα ενεργειακή ένδεια. Στη διακήρυξη της διευρυμένης ομάδας του Visegrad[64] διατυπώθηκε ήδη σαφής δέσμευση των χωρών της περιφέρειας αυτής για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Με βάση την εμπειρία από το σχέδιο BEMIP και το έργο που έχουν ήδη επιτελέσει οι υπογράφοντες τη διακήρυξη, η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου (ΟΥΕ) που προτείνεται στην ανακοίνωση πρέπει να υποβάλει σφαιρικό σχέδιο δράσης για την κατασκευή διασυνδέσεων και την πλήρη ενοποίηση της αγοράς. Η ΟΥΕ πρέπει να επικουρείται από ομάδες εργασίας που να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα σχέδια έργων, στην πρόσβαση στο δίκτυο και στα τιμολόγια. Κατά τις εργασίες πρέπει να συμπεριληφθεί η πείρα που αποκτάται μέσω της πρωτοβουλίας για το Νέο Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς (NETS)[65]. 3.2.3. Ολοκλήρωση του Σχεδίου Διασύνδεσης των Ενεργειακών Αγορών της Βαλτικής (BEMIP) στον τομέα του φυσικού αερίου Ενώ η υλοποίηση των έργων ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας BEMIP έχει προχωρήσει καλά, ελάχιστη πρόοδος έχει επιτευχθεί στον τομέα του φυσικού αερίου αφότου εγκρίθηκε το σχέδιο δράσης από τους αρχηγούς οκτώ κρατών μελών της ΕΕ και τον Πρόεδρο Barroso, τον Ιούνιο του 2009. Η ΟΥΕ επέτυχε μόνο να προσδιορίσει μακρύ κατάλογο έργων, με συνολικό κόστος επένδυσης πολύ υψηλό σε σχέση με το μέγεθος των αγορών φυσικού αερίου της περιφέρειας της Βαλτικής. Δεν συμφωνήθηκε καμία δράση σχετικά με την εσωτερική αγορά ενέργειας. Ο τομέας του φυσικού αερίου είναι πλέον στο επίκεντρο των εργασιών της πρωτοβουλίας BEMIP σε δύο μέτωπα: ανατολική Βαλτική και δυτική Βαλτική. Στην ανατολική περιφέρεια της Βαλτικής Θάλασσας (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία και Φινλανδία) απαιτείται επειγόντως δράση για την κατοχύρωση της ασφάλειας του εφοδιασμού μέσω της σύνδεσης με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, σύμφωνα με την τρίτη δέσμη μέτρων για την εσωτερική αγορά, έχει εγκριθεί παρέκκλιση από το άνοιγμα των αγορών της Φινλανδίας, της Εσθονίας και της Λετονίας, για όσο διάστημα είναι απομονωμένες οι αγορές τους. Η παρέκκλιση θα λήξει όταν η υποδομή τους ενσωματωθεί στην υποδομή της υπόλοιπης ΕΕ, για παράδειγμα μέσω της διασύνδεσης φυσικού αερίου Λιθουανίας–Πολωνίας. Μολονότι η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου σα αυτά τα τρία κράτη της Βαλτικής και στη Φινλανδία από κοινού είναι μόλις 10 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα περίπου, όλο το φυσικό αέριο που καταναλώνουν προέρχεται από τη Ρωσία. Το ρωσικό φυσικό αέριο ως ποσοστό του συνολικού εφοδιασμού με πρωτογενή ενέργεια ανέρχεται σε 13% για τη Φινλανδία, 15% για την Εσθονία και σε περίπου 30% για τη Λετονία και τη Λιθουανία, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ ανέρχεται σε περίπου 6,5%. Ο κύριος προμηθευτής έχει επίσης καθοριστικά μερίδια στους ΔΣΜ και των τεσσάρων χωρών. Επιπλέον, και η Πολωνία είναι ιδιαίτερα εξαρτημένη από το ρωσικό φυσικό αέριο. Συνεπώς, είναι ελάχιστο το ενδιαφέρον της αγοράς να επενδύσει σε νέες υποδομές. Η ελάχιστη απαιτούμενη υποδομή έχει συμφωνηθεί και αποφασιστικής σημασίας επίτευγμα στον τομέα αυτό είναι ο εν εξελίξει διάλογος μεταξύ των εταιρειών ― που υποστηρίζεται σε πολιτικό επίπεδο και από τις δύο πλευρές ― σχετικά με την πολωνο–λιθουανική σύνδεση φυσικού αερίου. Στο πλαίσιο ομάδας σχεδιασμού (task force) για το ΥΦΑ είναι επίσης σε εξέλιξη συζητήσεις για περιφερειακό τερματικό σταθμό ΥΦΑ. O στόχος της ομάδας σχεδιασμού στη Δυτική Βαλτική είναι να εξευρεθούν τρόποι για να υποκατασταθεί ο εφοδιασμός από τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Δανίας που αναμένεται να εξαντλούνται από το 2015, καθώς και να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού της Δανίας, της Σουηδίας και της Πολωνίας. Στο τέλος του 2010 πρόκειται να παραδοθεί σχέδιο δράσης. Και οι δύο ομάδες σχεδιασμού επικεντρώνονται επίσης στα ρυθμιστικά εμπόδια και στην κατάρτιση κοινών αρχών που θα διευκολύνουν την υλοποίηση περιφερειακών επενδύσεων. Ως κεντρική δράση, πρέπει να διατηρηθεί η περιφερειακή συνεργασία για την υλοποίηση των ακόλουθων σχεδίων έργων: σύνδεση Πολωνίας-Λιθουανίας, περιφερειακός τερματικός σταθμός ΥΦΑ και αγωγός σύνδεσης της Νορβηγίας και της Δανίας και, ενδεχομένως, της Σουηδίας και της Πολωνίας. Οι στόχοι του ανοίγματος της αγοράς και της βελτίωσης της ασφάλειας του εφοδιασμού με φυσικό αέριο είναι δυνατόν να επιτευχθούν με οικονομικά αποδοτικότερο τρόπο σε περιφερειακό επίπεδο από ό, τι σε εθνικό. Τα κράτη μέλη ζητούν διαρκώς την υποστήριξη της Επιτροπής για την καθοδήγηση της διαδικασίας BEMIP. Τέλος, πρέπει να εξευρεθούν λύσεις για να σπάσει ο φαύλος κύκλος «αν δεν υπάρχει αγορά δεν υπάρχει κίνητρο για επενδύσεις σε υποδομές, πλην όμως, χωρίς υποδομή δεν πρόκειται να αναπτυχθεί η αγορά.» 3.2.4. Διάδρομος Βορρά – Νότου στη Δυτική Ευρώπη Η στρατηγική ιδέα των γραμμών διασύνδεσης φυσικού αερίου Βορρά – Νότου στη Δυτική Ευρώπη ― ήτοι από την Ιβηρική χερσόνησο και την Ιταλία μέχρι τη Βορειοδυτική Ευρώπη ― είναι η καλύτερη διασύνδεση της περιφέρειας της Μεσογείου και, συνεπώς, του εφοδιασμού από την Αφρική και από τον βόρειο διάδρομο, με τον εφοδιασμό από τη Νορβηγία και Ρωσία. Εξακολουθούν να υπάρχουν στενώσεις υποδομής στην εσωτερική αγορά που παρακωλύουν την ελεύθερη ροή του φυσικού αερίου στην περιφέρεια αυτή, όπως είναι για παράδειγμα το χαμηλό επίπεδο διασύνδεσης προς την Ιβηρική χερσόνησο, που αποτρέπει τη βέλτιστη αξιοποίηση της καλά ανεπτυγμένης υποδομής της Ιβηρικής για εισαγωγές φυσικού αερίου. Ο άξονας Ισπανίας–Γαλλίας έχει χαρακτηριστεί ως προτεραιότητα προ δεκαετίας και πλέον, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ωστόσο, έχει επιτευχθεί πρόοδος τα τελευταία έτη, χάρη κυρίως στη βελτίωση του συντονισμού των εθνικών ρυθμιστικών πλαισίων ― που, επιπλέον, υιοθετήθηκε, ως προτεραιότητα από τη Νοτιοδυτική Περιφερειακή Πρωτοβουλία για το φυσικό αέριο ― και στην ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μια άλλη ένδειξη της ατελούς λειτουργίας της αγοράς και της έλλειψης διασυνδέσεων είναι οι συστηματικά υψηλότερες τιμές στην ιταλική αγορά χονδρικής πώλησης σε σχέση με άλλες γειτονικές αγορές. Παράλληλα, καθώς η αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από μεταβλητές πηγές αναμένεται να είναι ιδιαίτερα έντονη σε αυτόν τον διάδρομο, πρέπει να ενισχυθεί η γενική βραχυπρόθεσμη δυναμικότητα απόληψης του διασυνδεδεμένου δικτύου φυσικού αερίου, ώστε να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις ευελιξίας για την εξισορρόπηση της προσφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πρέπει να διαπιστωθούν τα κύρια σημεία στενότητας υποδομών σε αυτόν τον διάδρομο που εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τον ανταγωνισμό και να συνεργαστούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα κράτη μέλη, οι ΕΡΑ και οι ΔΣΜ για να διευκολυνθεί η υλοποίηση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού. Δεύτερον, με ενιαία ανάλυση των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου ― λαμβάνοντας υπόψη τόσο την παραγωγή όσο και τη μεταφορά ― πρέπει να εκτιμηθούν οι ανάγκες ευελιξίας του διασυνδεδεμένου δικτύου φυσικού αερίου και να προσδιοριστούν τα ανάλογα έργα, με στόχο να χρησιμοποιείται το φυσικό αέριο ως εφεδρικό καύσιμο της μεταβλητής ηλεκτροπαραγωγής. 3.3. Κατοχύρωση της ασφάλειας του εφοδιασμού με πετρέλαιο Σε αντίθεση με τη μεταφορά φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, η μεταφορά πετρελαίου δεν υπόκειται σε ρυθμίσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για επενδύσεις σε νέες υποδομές, όπως π.χ. ποσοστό απόδοσης ή πρόσβαση τρίτων μερών. Την πρωταρχική ευθύνη για την εξασφάλιση συνεχούς εφοδιασμού έχουν οι πετρελαϊκές εταιρείες. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα θέματα, κυρίως όσον αφορά την ελεύθερη πρόσβαση σε αγωγούς μέσω των οποίων εφοδιάζεται η ΕΕ, που βρίσκονται όμως σε χώρες εκτός της ΕΕ (συγκεκριμένα, στη Λευκορωσία, την Κροατία και την Ουκρανία), τα οποία δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω εμπορικών διευθετήσεων και χρειάζονται προσοχή σε πολιτικό επίπεδο. Το δίκτυο των αγωγών αργού πετρελαίου των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης (επέκταση του αγωγού Druzhba) έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και δεν συνδεόταν, την εποχή εκείνη, με το δίκτυο αγωγών των χωρών της Δύσης. Αποτέλεσμα είναι ανεπαρκείς συνδέσεις μεταξύ του δικτύου αγωγών της Δυτικής Ευρώπης και των υποδομών της Ανατολικής. Ως εκ τούτου, είναι περιορισμένες οι εναλλακτικές δυνατότητες εφοδιασμού των χωρών της Κεντροανατολικής Ευρώπης με αργό πετρέλαιο ή πετρελαιοειδή μέσω αγωγών από τα δυτικά κράτη μέλη. Σε περίπτωση διαρκούς διακοπής του εφοδιασμού μέσω του συστήματος Druzhba (σήμερα χρησιμοποιούμενη δυναμικότητα: 64 εκατομμύρια τόνοι/έτος), οι περιορισμοί αυτοί θα επέφεραν μεγάλη αύξηση της κυκλοφορίας δεξαμενόπλοιων στην περιβαλλοντικά ευαίσθητη περιοχή της Βαλτικής[66], στον Εύξεινο Πόντο και στα άκρως πολυσύχναστα Τουρκικά Στενά[67], αυξάνοντας συνεπώς τους κινδύνους ατυχημάτων και διαρροών πετρελαίου. Στην περίπτωση του λιθουανικού διυλιστηρίου Mažeikiai[68], ο εναλλακτικός εφοδιασμός δια θαλάσσης απαιτεί τη μεταφορά περίπου 5,5 έως 9,5 εκατομμυρίων τόνων/έτος μέσω της Βαλτικής Θάλασσας μέχρι τον τερματικό σταθμό πετρελαίου Butinge. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη[69], στις πιθανές λύσεις για την αντιμετώπιση των διακοπών εφοδιασμού συγκαταλέγονται: (1) η δημιουργία αγωγού Schwechat–Μπρατισλάβα μεταξύ Αυστρίας και Σλοβακίας· (2) η αναβάθμιση του αγωγού Adria (που συνδέει τον τερματικό σταθμό πετρελαίου Omišalj, στην κροατική ακτή της Αδριατικής, με την Ουγγαρία και τη Σλοβακία) και (3) η αναβάθμιση του αγωγού Οδησσού-Μπρόντι στην Ουκρανία (που συνδέει τερματικό σταθμό πετρελαίου στον Εύξεινο Πόντο με το νότιο σκέλος του αγωγού Druzhba στο Μπρόντι) και η προγραμματισμένη επέκτασή του προς την Πολωνία (Brody-Adamowo). Αυτές οι οδεύσεις προσφέρουν εναλλακτική λύση με δυναμικότητα εφοδιασμού τουλάχιστον 3,5, 13,5 και 33 εκατομμυρίων τόνων/έτος, αντίστοιχα. Μια πρόσθετη βελτίωση θα ήταν η δημιουργία του Πανευρωπαϊκού Αγωγού Πετρελαίου για να συνδέσει τον Εύξεινο Πόντο με τον διαλπικό αγωγό (Transalpine Pipeline), με προβλεπόμενη δυναμικότητα μεταξύ 1,2 και 1,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα. Για τους παραπάνω λόγους, αποτελεί προτεραιότητα η πολιτική υποστήριξη για την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων σε εναλλακτικές υποδομές, προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού με πετρέλαιο των περίκλειστων χωρών της ΕΕ, αλλά και για τον περιορισμό της μεταφοράς πετρελαίου δια θαλάσσης, με αποτέλεσμα τη μείωση των περιβαλλοντικών κινδύνων. Προς τούτο δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην η κατασκευή νέων υποδομών αγωγών. Η εξάλειψη των σημείων συμφόρησης της δυναμικότητας ή/και η αντίστροφη ροή μπορούν επίσης να συμβάλουν στην ασφάλεια του εφοδιασμού. 3.4. Έναρξη εμπορικής εκμετάλλευσης των τεχνολογιών ευφυών δικτύων Τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα[70] είναι ενεργειακά δίκτυα ικανά να ενσωματώνουν με οικονομικά αποδοτικό τρόπο τη συμπεριφορά και τις κινήσεις όλων των χρηστών που είναι συνδεδεμένοι με αυτά. Πρόκειται για αλλαγή του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το διασυνδεδεμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας από την άποψη της μεταφοράς και διανομής και για αναδιάρθρωση των σημερινών μεθόδων ηλεκτροπαραγωγής και κατανάλωσης. Μέσω της ενσωμάτωσης της ψηφιακής τεχνολογίας και συστήματος αμφίδρομης επικοινωνίας, τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα εξασφαλίζουν άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ των καταναλωτών, των άλλων χρηστών του δικτύου και των προμηθευτών ενέργειας. Τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα προσφέρουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να ελέγχουν απευθείας και να διαχειρίζονται ατομικά τις καταναλωτικές τους συνήθειες, ιδίως σε συνδυασμό με χρονικά διαφοροποιημένη τιμολόγηση, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό ισχυρά κίνητρα για αποδοτική χρήση της ενέργειας. Θα παρέχουν στις εταιρείες τη δυνατότητα να βελτιώνουν και να στοχοθετούν τη διαχείριση των διασυνδεδεμένων δικτύων τους, να αυξάνουν την ασφάλειά τους και να μειώνουν το κόστος. Χρειάζονται τεχνολογίες ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων για να καταστεί δυνατή η οικονομικά αποδοτική εξέλιξη προς ένα σύστημα ηλεκτροπαραγωγής απαλλαγμένο από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, που να επιτρέπει τη διαχείριση των τεράστιων ποσοτήτων των χερσαίων και υπεράκτιων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, διατηρώντας παράλληλα τη διαθεσιμότητα της συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής και την επάρκεια του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Τέλος, οι τεχνολογίες ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων, συμπεριλαμβανομένης της ευφυούς μέτρησης, βελτιώνουν τη λειτουργία των αγορών λιανικής, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να έχουν πράγματι επιλογές, καθώς οι εταιρείες ενέργειας, όπως και οι εταιρείες τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών μπορούν να αναπτύξουν νέες, καινοτόμες ενεργειακές υπηρεσίες. Πολλές χώρες έχουν υλοποιήσει έργα που αφορούν ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα, συμπεριλαμβανομένης της εγκατάστασης ευφυών μετρητών, συγκεκριμένα η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Δανία, η Γερμανία, η Φινλανδία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο[71]. Στην Ιταλία και τη Σουηδία σχεδόν όλοι οι πελάτες διαθέτουν ήδη ευφυείς μετρητές. Η μελέτη Bio Intelligence 2008[72] καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα θα μπορούσαν να μειώσουν την ετήσια κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας στον ενεργειακό τομέα στην ΕΕ κατά σχεδόν 9% το 2020, ποσοστό που αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση 148 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ή ποσού που ανέρχεται σε σχεδόν 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ/έτος (με βάση τη μέση τιμή το 2010). Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ατομικής κατανάλωσης που εκπόνησε ο κλάδος, το μέσο νοικοκυριό θα μπορούσε να εξοικονομήσει το 9% της ηλεκτρικής ενέργειας και το 14% του φυσικού αερίου που καταναλώνει, ποσοστά που συμποσούνται σε εξοικονόμηση περίπου 200 ευρώ/έτος[73]. Η Επιτροπή προωθεί την ανάπτυξη και εξάπλωση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων μέσω οικονομικής στήριξης για έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α). Την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Διασυνδεδεμένων Δικτύων Ηλεκτρικής Ενέργειας (European Electricity Grids Initiative, EEGI), που δρομολογήθηκε τον Ιούνιο του 2010 στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ, ανέλαβε, με την υποστήριξη της Επιτροπής, ομάδα διαχειριστών δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη των τεχνολογικών ζητημάτων των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Με την πρωτοβουλία θα τεκμηριωθούν με μεγάλης κλίμακας επιδείξεις τα μέχρι τώρα πειράματα σε ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και θα προωθηθούν η Ε&Α και η καινοτομία στις τεχνολογίες ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Για να τονώσει την εξάπλωση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων, η πρωτοβουλία θα αντιμετωπίσει τα ζητήματα της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας σε επίπεδο συστήματος, της αποδοχής εκ μέρους των χρηστών, των οικονομικών περιορισμών και της κανονιστικής ρύθμισης. Εκτός από αυτή την τεχνολογική ώθηση (technology push), έχει δημιουργηθεί έλξη της αγοράς (market pull) για την πανευρωπαϊκή υλοποίηση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων, με την έγκριση της τρίτης δέσμης μέτρων για την εσωτερική αγορά ενέργειας, το 2009, που προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν ευρεία εφαρμογή των ευφυών συστημάτων μέτρησης ως το 2020[74]. Επιπλέον, στην οδηγία για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες[75] έχουν χαρακτηριστεί οι ευφυείς μετρητές ως ένας από τους βασικούς συντελεστές βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Τέλος, κατά την οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας[76], τα ευφυή δίκτυα χαρακτηρίζονται ως καταλύτης για την ενσωμάτωση στο δίκτυο του αυξανόμενου μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και υποχρεούνται τα κράτη μέλη να αναπτύξουν δικτυακή υποδομή μεταφοράς και διανομής προς τον σκοπό αυτό. Οι δύο αυτές οδηγίες συνιστούν το κύριο πολιτικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο θα βασιστεί η περαιτέρω δράση για την τόνωση της ανάπτυξης και της εξάπλωσης των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Για να εξασφαλιστεί ότι τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και οι ευφυείς μετρητές θα αναπτυχθούν κατά τρόπο που να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο λιανικής, την ενσωμάτωση της μεγάλης κλίμακας ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση μέσω της δημιουργίας ανοικτής αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, η Επιτροπή συνέστησε ομάδα σχεδιασμού (task force) για τα ευφυή δίκτυα, τον Νοέμβριο του 2009. Η ομάδα αυτή αποτελείται από περίπου 25 ευρωπαϊκές οργανώσεις που εκπροσωπούν όλους τους ενδιαφερόμενους. Η εντολή της είναι να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με τις δράσεις άσκησης πολιτικής και τις κανονιστικές ρυθμίσεις σε επίπεδο ΕΕ και να συντονίζει τα πρώτα βήματα προς την υλοποίηση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων σύμφωνα με τις διατάξεις της τρίτης δέσμης μέτρων. Τις αρχικές εργασίες της ομάδας έχουν καθοδηγήσει τρεις ομάδες εμπειρογνωμόνων[77], καθεμία με ιδιαίτερο αντικείμενο: (1) λειτουργίες ευφυούς διασυνδεδεμένου δικτύου και ευφυών μετρητών, (2) κανονιστικές συστάσεις για την ασφάλεια, τον χειρισμό και την προστασία των δεδομένων και (3) ρόλοι και ευθύνες των παραγόντων που εμπλέκονται στην εξάπλωση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Παρά τα αναμενόμενα οφέλη των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων και τα προαναφερόμενα μέτρα πολιτικής που εφαρμόζονται, η μετάβαση προς ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και μετρητές δεν προχωρά τόσο γρήγορα όσο χρειάζεται για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα. Η επιτυχία των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις νέες τεχνολογίες και την προθυμία των φορέων διαχείρισης δικτύων να τα υιοθετήσουν, αλλά και από κανονιστικά πλαίσια για τις βέλτιστες πρακτικές υποστήριξης της καθιέρωσής τους που να καλύπτουν τα θέματα της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στον ανταγωνισμό, καθώς και τις αλλαγές στον κλάδο (δηλ. των κωδίκων και των κανονισμών του κλάδου) και στον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές χρησιμοποιούν την ενέργεια. Η δημιουργία του σωστού κανονιστικού πλαισίου για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών είναι η κύρια πρόκληση. Το πλαίσιο αυτό πρέπει να διευκολύνει τη συνεργασία ευρέος φάσματος συντελεστών της αγοράς (ηλεκτροπαραγωγών, διαχειριστών δικτύων, επιχειρήσεων λιανικής εμπορίας ενέργειας, εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών, εταιρειών τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνίας, καταναλωτών, κατασκευαστών συσκευών). Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει επίσης να εξασφαλίζει επαρκή ανοικτή πρόσβαση και ανταλλαγή επιχειρησιακών πληροφοριών μεταξύ των συντελεστών και ενδεχομένως να χρειαστεί επίσης να καλύψει θέματα τιμολόγησης, προκειμένου να παρέχονται τα κατάλληλα κίνητρα στους διαχειριστές διασυνδεδεμένων δικτύων για να επενδύουν σε ευφυείς τεχνολογίες. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο, δεδομένου ότι εγκρίνουν τιμολόγια που θέτουν τις βάσεις για επενδύσεις σε ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και, ενδεχομένως, σε μετρητές. Εάν δεν καταστρωθεί μοντέλο δίκαιου επιμερισμού του κόστους και δεν εξευρεθεί το ορθό ισοζύγιο μεταξύ βραχυπρόθεσμων επενδυτικών δαπανών και μακροπρόθεσμων κερδών, θα είναι περιορισμένη η προθυμία των φορέων εκμετάλλευσης διασυνδεδεμένων δικτύων να αναλάβουν οποιεσδήποτε ουσιαστικές μελλοντικές επενδύσεις. Για τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και μετρητές χρειάζονται σαφή (ανοιχτά) πρότυπα που να εξασφαλίζουν διαλειτουργικότητα, να αντιμετωπίζουν τις σημαντικές τεχνολογικές προκλήσεις και να διευκολύνουν την επιτυχή ενσωμάτωση όλων των χρηστών του διασυνδεδεμένου δικτύου, παράλληλα δε να εξασφαλίζουν υψηλή αξιοπιστία του συστήματος και ποιότητα της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Με δεδομένο τον ανταγωνισμό των προσπαθειών κατάρτισης διεθνών προτύπων, η προσήλωση και η επένδυση σε συγκεκριμένη (ευρωπαϊκή) τεχνική λύση σήμερα ενδεχομένως να μεταφραστεί σε λανθάνον κόστος αργότερα. Για τον λόγο αυτό, το 2009 η Επιτροπή ανέθεσε στους οικείους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης εντολή εκπόνησης προτύπου για τους ευφυείς μετρητές. Στις αρχές του 2011, η Επιτροπή θα αναθέσει στους ίδιους οργανισμούς τυποποίησης νέα εντολή για αναθεώρηση των υφιστάμενων και εκπόνηση νέων προτύπων για τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Η διεθνής συνεργασία είναι επομένως απαραίτητη για τη διασφάλιση της συμβατότητας των λύσεων. Μια άλλη πρόκληση είναι να πειστούν οι καταναλωτές και να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους όσον αφορά τα οφέλη των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Όσο παραμένει σε χαμηλά επίπεδα η ελαστικότητα των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν επιβεβαιώνονται τα συνολικά πλεονεκτήματα των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων και διατηρούνται οι επιφυλάξεις σχετικά με το ενδεχόμενο κατάχρησης δεδομένων[78], μπορεί να είναι δύσκολο να ξεπεραστεί η διστακτικότητα των καταναλωτών, δεδομένου του χρόνου και των αλλαγών συμπεριφοράς που απαιτούνται για να δρέψουν οι καταναλωτές τα οφέλη των ευφυών τεχνολογιών. Τελευταίο αλλά επίσης σημαντικό ζήτημα, που αποτελεί μια επιπλέον ουδόλως αμελητέα πρόκληση, είναι η ενδεχόμενη έλλειψη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που θα είναι έτοιμο να χειριστεί το πολύπλοκο ευφυές διασυνδεδεμένο δίκτυο. Η μετάβαση προς ευφυή δίκτυα είναι θέμα πολύπλοκο και είναι εκτός πραγματικότητας ένα άλμα από το υφιστάμενο δίκτυο στα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Η επιτυχής μετάβαση θα απαιτήσει να τελειοποιηθεί η συνεργασία μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων για να εξευρεθούν οι σωστές από πλευράς κόστους λύσεις, να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των εργασιών και να αξιοποιηθούν οι υπάρχουσες συνέργειες. Για την ευαισθητοποίηση του κοινού και για να κερδηθεί η αποδοχή και η υποστήριξη εκ μέρους των πελατών, πρέπει να συζητηθούν αντικειμενικά και να εξηγηθούν προσεκτικά τα οφέλη και το κόστος υλοποίησης των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων, με την ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών, των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των δημόσιων αρχών. Συστάσεις Για την εξασφάλιση της εν λόγω προσέγγισης και την αντιμετώπιση των προκλήσεων που προσδιορίστηκαν συνιστώνται οι ακόλουθες κεντρικές δράσεις: - Ειδική νομοθεσία: Όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση, η Επιτροπή θα αξιολογήσει κατά πόσον, στο πλαίσιο των κανόνων της τρίτης δέσμης για την εσωτερική αγορά ενέργειας, είναι αναγκαίες περαιτέρω νομοθετικές πρωτοβουλίες για την υλοποίηση ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Κατά την αξιολόγηση θα λάβει υπόψη τους ακόλουθους στόχους: i) διασφάλιση κατάλληλης ανοικτής πρόσβασης και ανταλλαγής επιχειρησιακών πληροφοριών μεταξύ των συντελεστών και των φυσικών διεπαφών τους, ii) δημιουργία εύρυθμα λειτουργούσας αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών και iii) παροχή κατάλληλων κινήτρων στους διαχειριστές διασυνδεδεμένων δικτύων για να επενδύουν σε ευφυείς τεχνολογίες για ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Με βάση αυτή την ανάλυση, το πρώτο εξάμηνο του 2011 θα ληφθεί τελική απόφαση σχετικά με ειδική νομοθεσία για τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. - Τυποποίηση και διαλειτουργικότητα: Η ομάδα σχεδιασμού έχει ορίσει σύνολο έξι αναμενόμενων υπηρεσιών και περίπου 30 λειτουργιών που θα παρέχουν τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα. Η ομάδα σχεδιασμού και η Κοινή Ομάδα Εργασίας των CEN/CENELEC/ETSI για τα πρότυπα του ευφυούς διασυνδεδεμένου δικτύου θα υποβάλουν, έως τα τέλη του 2010, από κοινού ανάλυση σχετικά με την κατάσταση της ευρωπαϊκής τυποποίησης για τεχνολογίες ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων και θα προσδιορίσουν τις περαιτέρω εργασίες που απαιτούνται στο πεδίο αυτό. Στις αρχές του 2011, η Επιτροπή θα συντάξει εντολή προς τους οικείους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να αναπτύξουν πρότυπα για τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα και να διασφαλίσουν τη διαλειτουργικότητα και τη συμβατότητα με τα πρότυπα που εκπονούνται σε όλη την υφήλιο. - Προστασία δεδομένων: Βάσει των εργασιών της ομάδας σχεδιασμού, η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, θα αξιολογήσει την ανάγκη για πρόσθετα μέτρα προστασίας των δεδομένων, τους ρόλους και τις ευθύνες των διαφόρων συντελεστών όσον αφορά την πρόσβαση, την κατοχή και τον χειρισμό των δεδομένων (κυριότητα, κατοχή και πρόσβαση, δικαιώματα ανάγνωσης και τροποποίησης δεδομένων, κ.λπ.), και θα υποβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο, κατάλληλες προτάσεις κανονιστικών ρυθμίσεων ή/και κατευθυντήριων γραμμών. - Επενδύσεις σε υποδομές: Μεγάλο μέρος των αναγκαίων επενδύσεων για την εξάπλωση των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων αναμένεται να προέλθει από διαχειριστές δικτύων, ιδίως σε επίπεδο διανομής, καθώς και από ιδιωτικές εταιρείες, υπό την καθοδήγηση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Στις περιπτώσεις που λείπουν τα κεφάλαια, λύση θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Όταν ο συντελεστής απόδοσης μιας επένδυσης είναι πολύ χαμηλός και είναι προφανές το δημόσιο συμφέρον, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα χρηματοδότησης από το Δημόσιο. Η Επιτροπή θα προτρέψει τα κράτη μέλη να συστήσουν ταμεία για τη στήριξη της ανάπτυξης ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης τη δυνατότητα ιδιαίτερης στήριξης των ευφυών τεχνολογιών, στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης της άσκησης πολιτικής και των σχεδίων έργων που αναφέρεται στην ανακοίνωση, καθώς και καινοτόμα χρηματοδοτικά μέσα που αποσκοπούν σε ταχεία έναρξη της εκμετάλλευσης των τεχνολογιών ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων σε δίκτυα μεταφοράς και διανομής. - Έργα επίδειξης, Ε&Α και καινοτομίας: Σύμφωνα με την ανωτέρω περιγραφόμενη στρατηγική επενδύσεων σε υποδομές, χρειάζεται σαφής ευρωπαϊκή πολιτική για την Ε&Α και την επίδειξη με στόχο την ενίσχυση της καινοτομίας και τη μεταστροφή προς τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα, χαραγμένη με γνώμονα την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας (EEGI) και τις σχετικές με τα ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Συνασπισμού Ενεργειακής Έρευνας, που επικεντρώνεται στη μακροπρόθεσμη έρευνα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις καινοτομίες του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας σε συνδυασμό με Ε&Α στις τεχνολογίες ισχύος (καλώδια, μετασχηματιστές, κ.λπ.) και με Ε&Α στις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (συστήματα ελέγχου, επικοινωνιών, κ.λπ.). Τα προτεινόμενα μέτρα πρέπει επίσης να αφορούν τη συμπεριφορά των καταναλωτών, την αποδοχή από το κοινό και τα πρακτικά εμπόδια κατά την εξάπλωση των τεχνολογιών. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή πρέπει να προωθήσουν τα έργα Ε&Α και επίδειξης, π.χ. με συνδυασμό δημόσιας στήριξης και ρυθμίσεων παροχής κινήτρων, ώστε να διασφαλιστεί ότι η EEGI θα είναι δυνατόν να ξεκινήσει τα προτεινόμενα έργα όπως έχει προγραμματιστεί, παρά την τρέχουσα δυσχερή οικονομική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εργασίες αυτές πρέπει να συντονίζονται στενά με τις δραστηριότητες που προτείνονται στην ανακοίνωση όσον αφορά τις ευρωπαϊκές αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης. Για να διασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια σχετικά με τα τρέχοντα έργα επίδειξης/πιλοτικά και τα αποτελέσματά τους και για να διαμορφωθεί το μελλοντικό νομοθετικό πλαίσιο, η Επιτροπή ενδέχεται να συγκροτήσει πλατφόρμα με στόχο να διευκολυνθεί η διάδοση των ορθών πρακτικών και εμπειριών σχετικά με την εξάπλωση στην πράξη των ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων σε ολόκληρη την Ευρώπη και για τον συντονισμό διαφορετικών προσεγγίσεων ώστε να είναι εξασφαλισμένες οι συνέργειες. Το σύστημα πληροφοριών του σχεδίου ΣΕΤ, το οποίο διαχειρίζεται το Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΚΚΕρ), περιλαμβάνει σύστημα παρακολούθησης, που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία. - Προώθηση νέων δεξιοτήτων: Για να καλυφθεί το κενό μεταξύ θέσεων απασχόλησης με χαμηλή και εκείνων με υψηλή ειδίκευση αντίστοιχη των απαιτήσεων της εξάπλωσης του ευφυούς διασυνδεδεμένου δικτύου, είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν τρέχουσες πρωτοβουλίες, όπως οι δράσεις κατάρτισης στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ, οι Κοινότητες Γνώσης και Καινοτομίας που είναι ενταγμένες στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (ΕΙΤ), οι δράσεις Marie Curie[79] και άλλες δράσεις, όπως λόγου χάρη η πρωτοβουλία «Νέες δεξιότητες για νέες θέσεις εργασίας». Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να εξετάσουν σοβαρά τις πιθανές αρνητικές κοινωνικές συνέπειες και να ξεκινήσουν προγράμματα επανεκπαίδευσης των εργαζομένων και παροχής υποστήριξης για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων. 4. Προετοιμασία δικτύων προς μακροπρόθεσμη υλοποίηση 4.1. Ευρωπαϊκές αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας Ως αρτηρία ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να νοείται γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας με δυναμικότητα μεταφοράς σημαντικά μεγαλύτερη εκείνης των σημερινών διασυνδεδεμένων δικτύων μεταφοράς υψηλής τάσης, τόσο όσον αφορά την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που μεταφέρεται όσο και την απόσταση που διανύεται κατά την εν λόγω μεταφορά. Για την επίτευξη αυτών των μεγαλύτερων δυναμικοτήτων, πρέπει να αναπτυχθούν νέες τεχνολογίες που, συγκεκριμένα, θα καθιστούν δυνατή τη μεταφορά συνεχούς ρεύματος (ΣΡ) και επίπεδα τάσης σημαντικά υψηλότερα από 400 kV. Την περίοδο μετά το 2020 και έως το 2050, θα χρειαστεί μακροπρόθεσμη λύση για να αντεπεξέρχονται τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας στην κύρια πρόκληση που αντιμετωπίζουν: να διοχετεύουν το συνεχώς αυξανόμενο πλεόνασμα ηλεκτροπαραγωγής από την αιολική ενέργεια στις βόρειες θάλασσες και το αυξανόμενο πλεόνασμα ηλεκτροπαραγωγής από τις ανανεώσιμες πηγές στη Νοτιοδυτική και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και να συνδέουν αυτούς τους νέους κόμβους ηλεκτροπαραγωγής με τις εγκαταστάσεις μεγάλης δυναμικότητας αποθήκευσης στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης και των Άλπεων και με τα μεγάλα υφιστάμενα και μελλοντικά κέντρα κατανάλωσης της Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και με τα υφιστάμενα διασυνδεδεμένα δίκτυα εναλλασσόμενου ρεύματος (ΕΡ) υψηλής τάσης. Για τις νέες αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες και μελλοντικές περιοχές πλεονασματικής ηλεκτροπαραγωγής― όπως λόγου χάρη η Γαλλία, η Νορβηγία ή η Σουηδία― καθώς και η πολυπλοκότητα του υφιστάμενου διαδρόμου μεταφοράς Βορρά – Νότου στην Κεντρική Ευρώπη, ο οποίος διοχετεύει πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας από τον Βορρά, μέσω της Δανίας και της Γερμανίας, στις ενεργειακά ελλειμματικές περιοχές της νότιας Γερμανίας και της βόρειας Ιταλίας. Παρά τις τεχνολογικές αβεβαιότητες, είναι σαφές ότι οποιοδήποτε μελλοντικό σύστημα αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να οικοδομηθεί σταδιακά και να διασφαλίζει τη συμβατότητα των συνδέσεων ΕΡ/ΣΡ και την τοπική αποδοχή[80], με βάση τις άλλες προτεραιότητες μέχρι το 2020 που περιγράφονται στο κεφάλαιο 3.1, ιδίως όσον αφορά τα υπεράκτια διασυνδεδεμένα δίκτυα. Αυτό το σύστημα αρτηριών πρέπει επίσης να προετοιμαστεί για πιθανές συνδέσεις πέραν των συνόρων της ΕΕ προς νότο και προς ανατολάς, προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη από το σημαντικό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυτών των περιοχών. Πέρα από τις ήδη σύγχρονες συνδέσεις με τις χώρες του Μαγκρέμπ και την Τουρκία, ενδέχεται, κατά συνέπεια, να καταστούν αναγκαίες σε βάθος χρόνου οι συνδέσεις με άλλες μεσογειακές και ανατολικές χώρες. Για τον σκοπό αυτό, θα μπορούσε να προβλεφθεί διάλογος με τα κράτη της Βόρειας Αφρικής σχετικά με τις τεχνικές και νομικές απαιτήσεις για την ανάπτυξη διαμεσογειακών υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση σχετικά με τη μελλοντική ανάγκη για πανευρωπαϊκά διασυνδεδεμένο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, είναι σημαντική η αβεβαιότητα όσον αφορά τη χρονική στιγμή που θα καταστεί αναγκαίο αυτό το διασυνδεδεμένο δίκτυο, καθώς και τα βήματα που πρέπει να ληφθούν για την οικοδόμησή του. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητη συντονισμένη δράση σε επίπεδο ΕΕ για να αρχίσει η συνεκτική ανάπτυξη αυτού του δικτύου και για τον περιορισμό των αβεβαιοτήτων και των κινδύνων. Συντονισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα είναι επίσης αναγκαίος για να θεσπιστεί το κατάλληλο νομοθετικό, κανονιστικό και οργανωτικό πλαίσιο για τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, την κατασκευή και λειτουργία αυτού του συστήματος αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας. Στη εν λόγω δράση πρέπει να ενσωματωθούν οι υπό εξέλιξη εργασίες έρευνας και ανάπτυξης, ιδίως εκείνες που εκτελούνται στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ από την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας (EEGI) και την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Πρωτοβουλία για την Αιολική Ενέργεια (European Industrial Wind Initiative), για να προσαρμοστούν οι σημερινές και να αναπτυχθούν νέες τεχνολογίες μεταφοράς, αποθήκευσης και ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων. Εν προκειμένω, πρέπει, επίσης, να ενσωματωθούν στη δράση οι δυνατότητες για μεταφορά και αποθήκευση υδρογόνου σε μεγάλη κλίμακα. Σε συνδυασμό με τις κυψέλες καυσίμου, το υδρογόνο ενδείκνυται ιδιαίτερα για κατανεμημένες εφαρμογές και για εφαρμογές στις μεταφορές. Αναμένεται ότι θα καταστεί δυνατή η εμπορευματοποίησή τους για οικιστικές εφαρμογές από το 2015 και για οχήματα υδρογόνου από το 2020[81]. Συστάσεις Οι ακόλουθες κεντρικές δράσεις είναι απαραίτητες για την προετοιμασία των ευρωπαϊκών αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας: - Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Φόρουμ που πραγματοποιήθηκε στο Βουκουρέστι, τον Ιούνιο του 2009, εκκίνηση εργασιών ειδικά για τις αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας, ενταγμένων στο πλαίσιο του Φόρουμ της Φλωρεντίας, με σκοπό τη διάρθρωση των εργασιών που εκτελούνται από όλους τους ενδιαφερομένους για την προετοιμασία των αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ πρέπει να αναλάβουν την οργάνωση των εργασιών και να συσπειρώσουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι εργασίες πρέπει να επικεντρωθούν στην κατάρτιση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων σεναρίων ανάπτυξης της ηλεκτροπαραγωγής, στην αξιολόγηση των βασικών εννοιών της αρχιτεκτονικής πανευρωπαϊκού διασυνδεδεμένου δικτύου και των επιλογών σχεδιασμού, στην ανάλυση των συνεπειών της εξάπλωσης των αρτηριών ηλεκτρικής ενέργειας από κοινωνικοοικονομική άποψη και στη βιομηχανική πολιτική, καθώς και στον σχεδιασμό του κατάλληλου νομοθετικού, κανονιστικού και οργανωτικού πλαισίου. - Προώθηση της αναγκαίας έρευνας και ανάπτυξης , με βάση τις εργασίες που εκτελούνται στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ από την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας (EEGI) και την Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Πρωτοβουλία για την Αιολική Ενέργεια (European Industrial Wind Initiative), με σκοπό να προσαρμοστούν οι σημερινές και να αναπτυχθούν νέες τεχνολογίες μεταφοράς, αποθήκευσης και ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων, καθώς και τα απαιτούμενα εργαλεία σχεδιασμού και προγραμματισμού. - Θέσπιση σπονδυλωτού προγράμματος ανάπτυξης , που θα καταρτιστεί από το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ μέχρι τα μέσα του 2013, με στόχο την ανάθεση της πρώτης αρτηρίας ηλεκτρικής ενέργειας το αργότερο το 2020. Στο πρόγραμμα θα προβλέπεται επίσης επέκταση, με στόχο τη διευκόλυνση της ανάπτυξης των μεγάλης κλίμακας δυναμικοτήτων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πέρα από τα σύνορα της ΕΕ. 4.2. Ευρωπαϊκή υποδομή μεταφοράς CO 2 Δεδομένου ότι οι δυνητικοί τόποι αποθήκευσης CO2 δεν είναι ισοκατανεμημένοι γεωγραφικά σε όλη την Ευρώπη, ενδεχομένως να χρειαστεί μεγάλης κλίμακας εξάπλωση της δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 στην Ευρώπη για να επιτευχθούν σημαντικά επίπεδα εξάλειψης των ανθρακούχων εκπομπών των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά το 2020. Προς τούτο θα απαιτηθεί η κατασκευή υποδομής αγωγών και, όπου είναι σκόπιμο, ναυτιλιακών υποδομών, που να εκτείνονται πέραν των συνόρων των κρατών μελών, για χώρες που δεν διαθέτουν επαρκείς δυνατότητες αποθήκευσης CO2. Η δυνατότητα υλοποίησης των συνιστωσών τεχνολογιών της CCS (δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση) έχει τεκμηριωθεί. Ωστόσο, δεν έχουν ακόμη ενοποιηθεί και δοκιμαστεί σε βιομηχανική κλίμακα και, επί του παρόντος, η CCS δεν είναι εμπορικά βιώσιμη. Μέχρι σήμερα, η εφαρμογή της τεχνολογίας έχει περιοριστεί σε μικρότερης κλίμακας εγκαταστάσεις που, συχνά, σχεδιάστηκαν για την επίδειξη μιας ή δύο συνιστωσών μεμονωμένα. Παράλληλα, είναι κοινώς αποδεκτό ότι, προκειμένου να επιδράσουν βαθειά στη μείωση των εκπομπών, και έτσι να καταστεί δυνατή η διαμόρφωση χαρτοφυλακίου «χαμηλότερου κόστους» για δράσεις μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, πρέπει να αποδειχθεί η βιωσιμότητα των τεχνολογιών CCS σε μεγάλη κλίμακα περί το 2020. Προς τον σκοπό αυτό, το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2007 αποφάσισε να υποστηρίξει την ανάπτυξη έως και 12 μεγάλης κλίμακας μονάδων επίδειξης της CCS στην Ευρώπη έως το 2015, ώστε να προωθήσει την τεχνολογία έως την εμπορική βιωσιμότητά της. Κατασκευάζονται επί του παρόντος έξι έργα μεγάλης κλίμακας CCS που σχεδιάστηκαν για την επίδειξη της τεχνολογίας στην ηλεκτροπαραγωγή. Θα έχουν εγκατεστημένη ισχύ τουλάχιστον 250ΜW και θα περιλαμβάνουν, επίσης, συνιστώσες μεταφοράς και αποθήκευσης. Τα έργα αυτά συγχρηματοδοτούνται από την Επιτροπή, με επιδοτήσεις ύψους 1 δισεκατομμυρίων ευρώ συνολικά. Ένας άλλος μηχανισμός χρηματοδότησης, που είναι ενταγμένος στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, θα τεθεί σε εφαρμογή τον Νοέμβριο του 2010[82]. Επιπλέον, η Επιτροπή στηρίζει τη σχετική με την CCS έρευνα και ανάπτυξη και έχει συγκροτήσει αποκλειστικό δίκτυο ανταλλαγής γνώσεων μεταξύ φορέων επίδειξης CCS σε μεγάλη κλίμακα. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών (ΚΚΕρ) εκπόνησε το 2010 εκτίμηση σχετικά με τις απαιτούμενες επενδύσεις σε υποδομή μεταφοράς CO2[83]. Βασιζόμενη στις παραδοχές της βασικής γραμμής PRIMES, η μελέτη δείχνει ότι το 2020 θα δεσμεύονται 36 εκατομμύρια τόνοι CO2 και θα μεταφέρονται σε 6 κράτη μέλη της ΕΕ. Το δίκτυο μεταφοράς CO2 θα εκτείνεται σε μήκος περίπου 2 000 χιλιομέτρων και θα απαιτήσει επενδύσεις ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (χάρτης 9). Σχεδόν όλοι οι αγωγοί σχεδιάζονται για να διοχετεύουν τις πρόσθετες ποσότητες CO2 που αναμένεται να εισρεύσουν τα προσεχή έτη[84]. Για το 2030, η μελέτη προβλέπει αύξηση της δεσμευόμενης ποσότητας CO2 σε 272 εκατ. τόνους (χάρτης 10). Πολλοί από τους αγωγούς που θα έχουν κατασκευαστεί προγενέστερα θα λειτουργούν πλέον με την πλήρη δυναμικότητά τους και θα κατασκευάζονται νέοι αγωγοί, οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν πλήρως κατά την περίοδο εκκίνησης της CCS, περί το 2050. Το δίκτυο μεταφοράς CO2 θα εκτείνεται πλέον σε περίπου 8 800 χιλιόμετρα και θα απαιτεί επενδύσεις ύψους 9,1 δισεκατομμυρίων ευρώ. Θα συγκροτούνται σε όλη την Ευρώπη τα πρώτα περιφερειακά δίκτυα γύρω από τις πρώτες μονάδες επίδειξης. Στην ανάλυση του ΚΚΕρ τονίζονται επίσης τα οφέλη του ευρωπαϊκού συντονισμού προκειμένου να επιτύχει η Ευρώπη τη βέλτιστη λύση για τη μεταφορά CO2, καθώς τα αποτελέσματά της ανάλυσης δείχνουν ότι έως και 16 κράτη μέλη της ΕΕ είναι δυνατόν να συμμετέχουν στη διασυνοριακή μεταφορά CO2 έως το 2030. [pic] | [pic] | Χάρτης 9: Υποδομή δικτύου CO2 το 2020, βασική γραμμή PRIMES | Χάρτης 10: Υποδομή δικτύου CO2 το 2030, βασική γραμμή PRIMES | Μια δεύτερη ανάλυση, που διενεργήθηκε από την εταιρεία Arup το 2010 και επικεντρώθηκε στη εφικτότητα ευρωπαϊκής κλίμακας υποδομών CO2[85], είχε ως στόχο τον προσδιορισμό του βέλτιστου δικτύου μεταφοράς CO2 στην Ευρώπη και της εξέλιξής του στο μέλλον, με βάση προκαθορισμένες ποσότητες CO2, προσδιορισμό κατάλληλων τόπων αποθήκευσης και προσέγγιση ελαχιστοποίησης του κόστους. Σύμφωνα με το πιο συντηρητικό σενάριο υπολογίστηκε ότι το 2030 θα μεταφέρονται μέσω δικτύου 6.900 χιλιομέτρων 50 εκατομμύρια τόνοι CO2. Στη μελέτη υποστηρίζεται το επιχείρημα ότι, δεδομένου ότι ορισμένες χώρες δεν θα διαθέτουν χωρητικότητα αποθήκευσης, μόνο ένα διασυνοριακό δίκτυο θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την ευρύτερη εξάπλωση της CCS. Τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώνονται από τη μελέτη EU Geocapacity (2009) σχετικά με την ευρωπαϊκή χωρητικότητα γεωλογικής αποθήκευσης CO2[86]: το μελλοντικό δίκτυο μεταφοράς CO2 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα χερσαίας αποθήκευσης ή τη διαθεσιμότητα και την ανάπτυξη υπεράκτιων αλατούχων σχηματισμών. Λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με την αποθήκευση CO2 και την τεχνολογία CCS εν γένει, στη μελέτη προτείνεται να δοθεί προτεραιότητα στην αποθήκευση σε υπεράκτιους αλατούχους σχηματισμούς. Στη μελέτη επισημαίνεται επίσης ότι δεν είναι ακόμη δυνατόν να επιβεβαιωθεί η διαθέσιμη χωρητικότητα αποθήκευσης και, συνεπώς, είναι απαραίτητες περαιτέρω εργασίες για να διαπιστωθεί το πραγματικό δυναμικό αποθήκευσης. Ωστόσο, η βασική κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της CCS στο εγγύς μέλλον θα είναι η τιμή του CO2, η οποία είναι εξαιρετικά αβέβαιη και εξαρτάται από την εξέλιξη του ΣΕΔΕ. Οποιαδήποτε ανάλυση σκιαγραφεί πιθανό δίκτυο εκπομπών CO2 μετά το 2020 θα πρέπει συνεπώς να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Όλες οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η εξέλιξη του δικτύου CO2 στην Ευρώπη θα καθοριστεί από τη διαθεσιμότητα χώρων αποθήκευσης και το επίπεδο εξάπλωσης των τεχνολογιών CCS, καθώς και από τον βαθμό συντονισμού για την ανάπτυξή της, ήδη από τώρα. Η ανάπτυξη ενοποιημένων αγωγών και δικτύων θαλάσσιας μεταφοράς, που αρχικώς θα προγραμματιστούν και θα κατασκευαστούν σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες μεταφοράς CO2 από πολλαπλές πηγές, θα επωφεληθεί από οικονομίες κλίμακας και θα διευκολύνει τη σύνδεση πρόσθετων πηγών εκπομπών CO2 με κατάλληλες καταβόθρες CO2 κατά τη διάρκεια ζωής των αγωγών[87]. Πιο μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να επεκταθούν αυτά τα ενοποιημένα δίκτυα και να αλληλοσυνδεθούν ώστε να φτάσουν σε πηγές και τόπους αποθήκευσης CO2 σε όλη την Ευρώπη, αντίστοιχα με τα σημερινά δίκτυα φυσικού αερίου. Συστάσεις Αφής στιγμής καταστεί εμπορικά βιώσιμη η CCS, οι αγωγοί και η ναυτιλιακή υποδομή που κατασκευάζονται για τα έργα επίδειξης θα γίνουν εστιακά σημεία για μελλοντικό ευρωπαϊκό δίκτυο. Είναι σημαντική η δυνατότητα προγραμματισμού αυτής της αρχικά κατακερματισμένης διάρθρωσης με τρόπο που να εξασφαλίζει την πανευρωπαϊκή συμβατότητα σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρέπει να ληφθούν υπόψη διδάγματα από την ενοποίηση αρχικά κατακερματισμένων δικτύων, όπως λόγου χάρη του φυσικού αερίου, ώστε να αποφευχθεί μια εξίσου επίπονη διαδικασία συγκρότησης κοινών αγορών. Πρέπει να συνεχιστεί η εξέταση των τεχνικών και πρακτικών λεπτομερειών δικτύου CO2 και να επιδιωχθεί συμφωνία για κοινή προοπτική. Για πιθανές δράσεις στον τομέα αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί ο διάλογος των ενδιαφερομένων μερών στο πλαίσιο της Ομάδας Εργασίας για Αειφόρα Ορυκτά Καύσιμα (Sustainable Fossil Fuels Working Group, ενταγμένη στο φόρουμ του Βερολίνου). Είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί το δίκτυο CCS Project Network για τη συλλογή εμπειριών από τη λειτουργία έργων επίδειξης. Με τον τρόπο αυτό θα καταστεί δυνατό να εκτιμηθεί η αναγκαιότητα και το εύρος πιθανής παρέμβασης της ΕΕ. Πρέπει επίσης να υποστηριχθεί η περιφερειακή συνεργασία για να τονώσει την ομαδοποίηση, που αποτελεί το πρώτο στάδιο πιθανού μελλοντικού ενοποιημένου ευρωπαϊκού δικτύου. Οι υφιστάμενες δομές υποστήριξης, συμπεριλαμβανομένων του δικτύου CCS Project Network και της ομάδας ανταλλαγής πληροφοριών που συστάθηκε δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ σχετικά με την αποθήκευση του CO2 σε γεωλογικούς σχηματισμούς, θα μπορούσαν να επιταχύνουν την ανάπτυξη περιφερειακών ομαδοποιήσεων. Εν προκειμένω θα ήταν δυνατόν να περιληφθούν, μεταξύ άλλων, η συγκρότηση εστιασμένων ομάδων εργασίας και η ανταλλαγή γνώσεων σχετικά με το εν λόγω θέμα στο πλαίσιο του δικτύου CCS Project Network, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών σχετικά με την αδειοδότηση και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο της ομάδας ανταλλαγής πληροφοριών. Η Επιτροπή θα αξιοποιήσει επίσης παγκόσμια φόρουμ συζητήσεων με θέμα την CCS, για την ανταλλαγή γνώσεων σχετικά με τις περιφερειακές ομαδοποιήσεις και κόμβους σε όλη την υφήλιο. Η Επιτροπή θα συνεχίσει τις προσπάθειές της για ευρωπαϊκό χάρτη υποδομής CO2 που μπορεί να διευκολύνει τον εκ των προτέρων προγραμματισμό των υποδομών, με επίκεντρο το θέμα της οικονομικής αποδοτικότητας του κόστους. Σημαντικό μέρος αυτής της προσπάθειας θα αφορά τη χωροθέτηση, τη χωρητικότητα και τη διαθεσιμότητα των τόπων αποθήκευσης, ιδιαίτερα των υπεράκτιων. Για να επαληθευτεί ότι τα αποτελέσματα αυτής της χαρτογράφησης θα είναι συγκρίσιμα σε ολόκληρη την Ευρώπη και θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον βέλτιστο σχεδιασμό του δικτύου, πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την κατάρτιση κοινής μεθοδολογίας εκτίμησης της χωρητικότητας αποθήκευσης. Για λόγους διαφάνειας όσον αφορά την αποθήκευση και τη CCS εν γένει, η Επιτροπή θα συνεχίσει τη δημοσίευση ευρωπαϊκού άτλαντα αποθήκευσης CO2, στον οποίο θα αποτυπώνεται το δυναμικό αποθήκευσης. [1] Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Μάρτιος 2007. [2] 30%, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. [3] COM(2010) 639. [4] Στρατηγική «Ευρώπη 2020», COM(2010) 2020. [5] Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19/20 Μαρτίου 2009, 7880/09. [6] Οι προσανατολισμοί για τα ΔΕΔ-Ε και ο δημοσιονομικός κανονισμός για τα ΔΕΔ-Ε. Βλ. την έκθεση υλοποίησης κατά τα έτη 2007-2009 COM(2010)203. [7] Για λεπτομερέστερη ανάλυση βλ. το παράρτημα και την εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα ανακοίνωση. [8] Για την έναρξη εμπορικής εκμετάλλευσής τους σε μεγάλη κλίμακα θα χρειαστεί η συγκρότηση σημαντικής υποδομής μεταφοράς και αποθήκευσης υδρογόνου. [9] Με βάση τα εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που κοινοποίησαν 23 κράτη μέλη στην Επιτροπή. [10] Βλ. τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/2010 σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο. [11] Οδηγίες 2009/72/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ, κανονισμοί (ΕΚ) αριθ.713/2009, 714/2009 και 715/2009. [12] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/2010 [13] Δημόσια διαβούλευση για την Πράσινη Βίβλο «Προς ένα ασφαλές, αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό δίκτυο ενέργειας», COM(2008)737/3. [14] Δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων, που εκπονήθηκε από το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ, Ιούνιος 2010. [15] Βλ. συνοδευτικό έγγραφο εκτίμησης επιπτώσεων. [16] Υπολογισμοί με βάση το μοντέλο PRIMES. [17] Βλ. συνοδευτικό έγγραφο εκτίμησης επιπτώσεων. [18] Βλ. συνοδευτικό έγγραφο εκτίμησης επιπτώσεων. [19] Τα 500 έργα που προσδιορίστηκαν από τους εθνικούς ΔΣΜ καλύπτουν ολόκληρη την ΕΕ, τη Νορβηγία, την Ελβετία και τα Δυτικά Βαλκάνια. Ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει τοπικά, περιφερειακά ή εθνικά σχέδια τα οποία δεν θεωρούνται ως ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. [20] Αναμένεται ότι η επόμενη έκδοση του TYNDP, που έχει προγραμματιστεί για το 2012, θα ακολουθήσει περισσότερο μια προσέγγιση εκ των άνω προς τα κάτω, με την προϋπόθεση της τήρησης των νομικών υποχρεώσεων για το 2020 σχετικά με την ένταξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της μείωσης των εκπομπών με στόχο το 2020 και μετέπειτα, και θα καλύπτει αυτές τις ελλείψεις. [21] Πρόκειται για τη Βόρεια Θάλασσα και τις βορειοδυτικές θάλασσες. [22] Είναι πιθανό ένα τέτοιο δίκτυο να βασίζεται τελικά στην τεχνολογία συνεχούς ρεύματος, αλλά πρέπει να οικοδομηθεί σταδιακά, ώστε να διασφαλίζεται η συμβατότητα με το σημερινό δίκτυο εναλλασσόμενου ρεύματος. [23] Οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων θα αξιολογούνται σύμφωνα με την κοινή μέθοδο που αναφέρεται στο επόμενο κεφάλαιο. [24] Βλ. τη Διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής της Βουδαπέστης των χωρών V4 για την Ενεργειακή Ασφάλεια, της 24ης Φεβρουαρίου 2010. [25] Βλ. συνοδευτικό έγγραφο εκτίμησης επιπτώσεων. [26] Συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της σχετικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. [27] Βλ. π.χ. www.reshare.nu [28] Βλ. π.χ. Guide to cost-benefit analysis of investment projects (Οδηγός για την ανάλυση κόστους-οφέλους των επενδυτικών σχεδίων), Ιούλιος 2008: http://ec.europa.eu/regional _policy/sources/docgener/guides/cost/guide2008_en.pdf [29] Σύμφωνα με το άρθρο 37 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και το άρθρο 41 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ. [30] Συγκεκριμένα τα εξής: Marguerite, μέσο εγγύησης δανείων για έργα ΔΕΔ-Μ, χρηματοδοτική διευκόλυνση καταμερισμού των κινδύνων, Jessica, Jaspers. [31] Αναθεώρηση του προϋπολογισμού της ΕΕ, που εγκρίθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010. [32] http://ec.europa.eu/energy/observatory/trends_2030/doc/trends_to_2030_update_2009.pdf [33] Χωρίς περαιτέρω μέτρα πολιτικής και με ορισμένες παραδοχές. [34] http://ec.europa.eu/energy/observatory/trends_2030/doc/trends_to_2030_update_2009.pdf [35] Η υπόθεση εργασίας αυτού του σεναρίου είναι ότι θα επιτευχθούν οι δύο δεσμευτικοί στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη μείωση των εκπομπών. Σύμφωνα με τη βασική γραμμή PRIMES, που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη συνέχιση των ήδη εφαρμοζόμενων πολιτικών, οι στόχοι αυτοί δεν επιτυγχάνονται. [36] Για λεπτομερέστερη ανάλυση των συνεπειών, βλ. έγγραφο εργασίας της Επιτροπής που συνοδεύει την ανακοίνωσή της «Ανάλυση επιλογών για την κατά πέραν του 20% μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και εκτίμηση του κινδύνου διαρροής άνθρακα» - COM (2010) 265. Βασικές πληροφορίες και αναλύσεις Μέρος ΙΙ–SEC (2010) 650. [37] Όλα τα χαμηλότερα ποσοστά αφορούν το σενάριο αναφοράς PRIMES, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά προέρχονται από το Eurogas Environmental Scenario που δημοσιεύτηκε το Μάιο του 2010 και βασίζεται στη συμπίληση εκ των κάτω προς τα άνω των εκτιμήσεων των μελών της Eurogas. [38] Βλ. εκτίμηση επιπτώσεων : http://ec.europa.eu/energy/security/gas/new_proposals_en.htm [39] Τα αντίστοιχα στοιχεία για το 2030 είναι 36% και 20%. Σημειώνεται ότι στο σενάριο αναφοράς για το 2030 δεν λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές μελλοντικές πολιτικές για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην ΕΕ ή στα κράτη μέλη μετά το 2020. [40] Βέλγιο, Βουλγαρία, Δανία, Γερμανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχική Δημοκρατία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κύπρος. [41] "Renewable Energy Projections as Published in the National Renewable Energy Action Plans of the European Member States", (Προβλέψεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως δημοσιεύθηκαν στα εθνικά σχέδια δράσης των κρατών μελών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ) επικαιροποιημένες για 19 χώρες. L.W.M. Beurskens, M. Hekkenberg. Energy Research Centre of the Netherlands, Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. 10 Σεπτεμβρίου 2010. Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα: http://www.ecn.nl/docs/library/report/2010/e10069.pdf [42] 50 εκατομ. τόνοι σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς PRIMES και 272 εκατομ. τόνοι σύμφωνα με τη βασική γραμμή PRIMES, λόγω της υψηλότερης τιμής του CO2. [43] Οι χάρτες δείχνουν τα περιθώρια δυναμικότητας, δηλαδή τον λόγο της αμετάβλητης δυναμικότητας (εκτός δυναμικότητας από μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας)/το σύνολο της δυναμικότητας (συμπεριλαμβανομένης της δυναμικότητας από μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) σε σύγκριση προς την αιχμή ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με το μοντέλο της KEMA και του πανεπιστήμιο Imperial College του Λονδίνου για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ συν τη Νορβηγία και την Ελβετία το 2020, με βάση το σενάριο αναφοράς PRIMES (πηγή: KEMA και Imperial College του Λονδίνου). [44] Πηγή: KEMA και Imperial College του Λονδίνου. [45] https://www.entsoe.eu/index.php?id=282 [46] Για τη μοντελοποίηση του δικτύου από το Imperial College του Λονδίνου και την KEMA χρησιμοποιείται «κεντροβαρική» προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία το ηλεκτρικό δίκτυο κάθε κράτους μέλους εκπροσωπείται από ένα μόνο κόμβο, από και προς τον οποίο υπολογίζεται η δυναμικότητα μεταφοράς. Στο οικείο επενδυτικό μοντέλο συγκρίνεται το κόστος επέκτασης του δικτύου μεταξύ των κρατών μελών με το κόστος των επενδύσεων σε πρόσθετη δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής με βάση ορισμένες παραδοχές και, εν συνεχεία, εκτιμάται το βέλτιστου κόστους επίπεδο διασύνδεσης μεταξύ των κρατών μελών. [47] Για λόγους ευκρίνειας δεν εμφανίζονται στο χάρτη οι ακόλουθες δυναμικότητες διασύνδεσης: Αυστρίας-Ελβετίας (470 MW), Βελγίου-Λουξεμβούργου (1000 MW), Γερμανίας - Λουξεμβούργου (980 MW), Νορβηγίας-Γερμανίας (1.400 MW), Ελβετίας- Αυστρίας (1200 MW). [48] COM(2008) 781. Στην ανακοίνωση τονίστηκε επίσης ότι «[Το υπεράκτιο δίκτυο στη Βόρειο Θάλασσα] πρέπει να καταστεί,., ένα από τα δομικά στοιχεία του μελλοντικού ευρωπαϊκού υπερδικτύου. Στο προσχέδιο πρέπει να προσδιορίζονται οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν και το χρονοδιάγραμμα που πρέπει να καθοριστεί, καθώς και τυχόν ειδικές δράσεις που χρειάζεται να αναληφθούν. Πρέπει να αναπτυχθεί από τα κράτη μέλη και τους εμπλεκόμενους περιφερειακούς φορείς και να διευκολυνθεί όπου υπάρχει ανάγκη από δράση σε κοινοτικό επίπεδο.» Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Ενέργειας της 19ης Φεβρουαρίου 2009, διευκρινίστηκε ότι το προσχέδιο θα πρέπει να καλύπτει τη Βόρεια Θάλασσα (συμπεριλαμβανομένης της περιοχής της Μάγχης) και τη Θάλασσα της Ιρλανδίας. [49] Οι χώρες που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία NSCOGI είναι το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Γαλλία, η Δανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Νορβηγία. [50] Η Ιρλανδία έχει επίσης εκπονήσει σενάριο βασικής γραμμής και ένα πιο φιλόδοξο σενάριο για τις εξαγωγές. Σύμφωνα με το δεύτερο σενάριο, τα αντίστοιχα ποσοστά θα ήταν: περισσότερα από 40 GW υπεράκτιας αιολικής ενέργειας, 2,1 GW άλλων θαλάσσιων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ηλεκτροπαραγωγή 139 TWh το 2020. Για την ΕΕ στο σύνολό της (λαμβάνοντας υπόψη τη βασική γραμμή για την Ιρλανδία), η υπεράκτια εγκατεστημένη ισχύς αιολικής ενέργειας υπολογίζεται σε περισσότερα από 42 GW το 2020, με δυνατότητα ετήσιας ηλεκτροπαραγωγής άνω των 137 TWh. [51] Με βάση ανάλυση κόστους-οφέλους, η μελέτη OffshoreGrid, που διενεργήθηκε από την εταιρεία 3E και συνεργάτες και χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα «Ευφυής Ενέργεια για την Ευρώπη», κατέληξε στο πόρισμα ότι οι ακτινωτές συνδέσεις με το διασυνδεδεμένο δίκτυο έχουν νόημα μέχρι απόσταση 50 χιλιομέτρων από τα σημεία σύνδεσής τους στην ξηρά. Για μεγαλύτερες αποστάσεις (της τάξεως των 50 έως 150 χιλιομέτρων) από το χερσαίο σημείο σύνδεσης, η συγκέντρωση των αιολικών πάρκων είναι καθοριστικός παράγοντας για τα οφέλη της ομαδοποίησης. Αν η εγκατεστημένη ισχύς απέχει 20 χιλιόμετρα (σε ορισμένες περιπτώσεις 40 χλμ) από τον κόμβο και είναι της τάξεως της μεγαλύτερης διαθέσιμης διαστασιολόγησης των καλωδίων συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης, ενδείκνυται η ομαδοποίηση μέσω κομβικής σύνδεσης. Σε απόσταση άνω των 150 χιλιομέτρων, οι υπεράκτιοι κόμβοι διασυνδεδεμένου δικτύου θεωρούνται ως η τυπική λύση. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στη διεύθυνση: www.offshoregrid.eu. Τα αποτελέσματα αυτά φαίνεται να επιβεβαιώνονται σε επίπεδο κρατών μελών: Τα πλεονεκτήματα της ομαδοποίησης ή ενός πιο δομοστοιχειωτού σχεδιασμού διερευνήθηκαν στις Κάτω Χώρες όσον αφορά τη δεύτερη φάση ανάπτυξης της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. Από την αξιολόγηση προέκυψε ωστόσο ότι, λόγω του μικρού μεγέθους των αιολικών πάρκων και της μικρής απόστασής τους από την ακτή, η ομαδοποίηση δεν είναι η πιο οικονομικά αποδοτική προσέγγιση στην φάση αυτή. [52] Σύμφωνα με τη μελέτη OffshoreGrid, η θεαματική ανάπτυξη της υπεράκτιας δικτυακής υποδομής θα κόστιζε 32 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2020 και έως 90 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2030 στην περίπτωση των ακτινωτών συνδέσεων. Στην περίπτωση της ομαδοποίησης, το κόστος των υποδομών θα μπορούσε να μειωθεί σε 75 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το 2030. [53] Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη θα μπορούσε να ακολουθήσει δύο κύριες κατευθύνσεις. Σε περίπτωση που αναπτυχθεί πρώτα η γραμμή διασύνδεσης, τα αιολικά πάρκα θα μπορούσαν να συνδεθούν αργότερα. Αν αναπτυχθούν πρώτα συνδέσεις για τα αιολικά πάρκα, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν αργότερα οι γραμμές διασύνδεσης μεταξύ κόμβων, αντί της κατασκευής νέων γραμμών διασύνδεσης από ακτή σε ακτή. [54] Work package D4.2 "Four Offshore Grid scenarios for the North and Baltic Sea" (Τέσσερα σενάρια υπεράκτιου συστήματος για τη Βόρεια και τη Βαλτική Θάλασσα) (μελέτη OffshoreGrid, Ιούλιος 2010). Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στην ιστοσελίδα: http://www.offshoregrid.eu/images/pdf/pr_pr100978_d4%202_20100728_final_secured.pdf. [55] Πρέπει να μελετηθούν ολοκληρωμένες λύσεις που να συνδυάζουν τις υπεράκτιες συνδέσεις σταθμών αιολικής ενέργειας και τις διασυνδέσεις συναλλαγών με άλλη χώρα ή τις διασυνοριακές συνδέσεις σταθμών αιολικής ενέργειας (που βρίσκονται στα χωρικά ύδατα μιας χώρας, αλλά συνδέονται με το δίκτυο άλλης χώρας). [56] Οποιαδήποτε επιχείρηση επιτρέπεται να συμμετάσχει στους εν λόγω διαγωνισμούς, με τους οποίους δημιουργείται ανταγωνιστικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και τη λειτουργία του νέου δικτύου. [57] Η πρωτοβουλία NSCOGI συνιστά προσέγγιση σε περιφερειακό επίπεδο, καθοδηγείται από τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και βασίζεται σε επιτελεσθείσες εργασίες και άλλες πρωτοβουλίες. Τα μέλη της προτίθενται να εγκρίνουν στρατηγικό σχέδιο εργασίας μέσω μνημονίου συμφωνίας που θα υπογραφεί έως το τέλος του 2010. [58] Πιλοτικό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων, που εκπονήθηκε από το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ. [59] Κατά τη διαδικασία συγχώνευσης για την εξαγορά της Hidrocantábrico, το 2002, οι εταιρείες EDF-RTE και EDF είχαν προτείνει αύξηση της τότε εμπορικής δυναμικότητας διασύνδεσης των 1 100 MW σε τουλάχιστον 2 700 MW (υπόθεση αριθ COMP/M.2684 - EnBW / EDP / Cajastur / Hidrocantábrico - απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002. [60] "Study on the Financing of Renewable Energy Investment in the Southern and Eastern Mediterranean Region" («Μελέτη σχετικά με τη χρηματοδότηση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Νότια και Ανατολική Μεσόγειο»), σχέδιο τελικής έκθεσης της MWH, Αύγουστος 2010. Οι χώρες που περιλαμβάνονται στη μελέτη αυτή είναι η Αλγερία, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Ιορδανία, ο Λίβανος, το Μαρόκο, η Συρία, η Τυνησία, η Δυτική Όχθη/Λωρίδα της Γάζας. [61] Πιλοτικό δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης δικτύων, που εκπονήθηκε από το ΕΔΔΣΜ-ΗΕ. [62] BP Statistical Review of World Energy, Ιούνιος 2009 [63] Η καθαρή ζήτηση για εισαγωγές από τη μεγαλύτερη αγορά (της Ουγγαρίας) μεταξύ των οκτώ χωρών ήταν 8,56 εκατομμύρια ΤΙΠ το 2007 (Eurostat), ενώ η ζήτηση του συνόλου των επτά αγορών ήταν 41 εκατομμύρια ΤΙΠ, σε σύγκριση με τις εισαγωγές της Γερμανίας που ανήλθαν σε περίπου 62 εκατομμύρια ΤΙΠ. [64] Βλ. τη διακήρυξη της Συνόδου Κορυφής για την Ενεργειακή Ασφάλεια των χωρών V4+, που πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη στις 24 Φεβρουαρίου 2010 (http://www.visegradgroup.eu/). Οι χώρες V4+, σύμφωνα με τη διακήρυξη, είναι: Τσεχική Δημοκρατία, Δημοκρατία της Ουγγαρίας, Δημοκρατία της Σλοβακίας και Δημοκρατία της Πολωνίας (ως κράτη μέλη της Ομάδας Visegrad), Δημοκρατία της Αυστρίας, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Δημοκρατία της Κροατίας, Δημοκρατία της Σερβίας, Δημοκρατία της Σλοβενίας και Ρουμανία. [65] Σκοπός του Νέου Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς (NETS) είναι να διευκολύνει την ανάπτυξη ανταγωνιστικής, αποτελεσματικής και ρευστής περιφερειακής αγοράς φυσικού αερίου, η οποία να ενισχύει επιπλέον την ασφάλεια του εφοδιασμού, με τη συγκρότηση ενιαίας πλατφόρμας υποδομής για την αύξηση του επιπέδου συνεργασίας/ενοποίησης μεταξύ των περιφερειακών ΔΣΜ. [66] Η Βαλτική είναι μία από τις πλέον πολυσύχναστες θάλασσες της υφηλίου, μέσω της οποίας διακινείται περισσότερο από το 15% των παγκόσμιων μεταφορών εμπορευμάτων (3 500-5 000 πλοία τον μήνα). Περίπου το 17-25% των πλοίων αυτών είναι δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν περίπου 170 εκατομμύρια τόνους πετρελαίου ετησίως. [67] Τα Τουρκικά Στενά περιλαμβάνουν τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια και συνδέουν τον Εύξεινο Πόντο, μέσω της Θάλασσας του Μαρμαρά, με το Αιγαίο Πέλαγος. Στο στενότερο σημείο το πλάτος τους είναι μικρότερο από ένα χιλιόμετρο και συγκαταλέγονται στις παγκοσμίως δυσκολότερες και πιο επικίνδυνες διαδρομές ναυσιπλοΐας, λόγω της ελικοειδούς γεωγραφίας τους και της μεγάλης συχνότητας διερχομένων πλοίων (50 000 πλοία, συμπεριλαμβανομένων 5 500 δεξαμενόπλοιων, ανά έτος). [68] Το 2006, μετά από μερικές διαρροές στον αγωγό Druzhba που διαπίστωσε, η Transneft ― η ρωσική επιχείρηση εκμετάλλευσης του αγωγού ― σταμάτησε τις παραδόσεις αργού πετρελαίου στο διυλιστήριο Mažeikiai της Λιθουανίας, το μοναδικό διυλιστήριο πετρελαίου στα κράτη της Βαλτικής. Έκτοτε το συγκεκριμένο τμήμα του αγωγού παραμένει κλειστό. [69] "Technical Aspects of Variable Use of Oil Pipelines coming into the EU from Third Countries" (Τεχνικές πτυχές της μεταβλητής χρήσης αγωγών πετρελαίου που εισέρχονται στην ΕΕ από τρίτες χώρες), μελέτη των ILF και Purvin & Gertz για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 2010. [70] Η Ευρωπαϊκή Ομάδα Ρυθμιστικών Αρχών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο (ERGEG) και η Ευρωπαϊκή Ομάδα Σχεδιασμού για τα Ευφυή Δίκτυα (European Task Force for Smart Grids) ορίζουν ως ευφυή διασυνδεδεμένα δίκτυα «τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία είναι ικανά να ενσωματώνουν οικονομικώς αποδοτικά την συμπεριφορά και τις κινήσεις όλων των χρηστών που συνδέονται με αυτά ― ηλεκτροπαραγωγοί, καταναλωτές και εκείνοι που έχουν και τις δύο ιδιότητες ― προκειμένου να διασφαλίζουν οικονομικώς αποδοτικά, βιώσιμα συστήματα ισχύος με μικρές απώλειες και υψηλά επίπεδα ποιότητας και ασφάλειας του εφοδιασμού και προστασίας από κακόβουλες ενέργειες. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ την ιστοσελίδα: http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/smartgrids/taskforce_en.htm [71] Σε έκθεση της ERGEG, που παρουσιάστηκε και δημοσιεύτηκε κατά το ετήσιο ενεργειακό φόρουμ πολιτών (Citizens' Energy Forum), που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 2009, παρέχεται η πιο πρόσφατη και ολοκληρωμένη επισκόπηση σχετικά με την κατάσταση της εφαρμογής των ευφυών μετρητών στην Ευρώπη. Η επισκόπηση διατίθεται στην ιστοσελίδα: http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/forum_citizen_energy_en.htm [72] "Impacts of Information and Communication Technologies on Energy Efficiency" (Αντίκτυπος των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών στην ενεργειακή απόδοση), Τελική έκθεση της Bio Intelligence Service, Σεπτέμβριος 2008. Με την οικονομική στήριξη της ΓΔ INFSO της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. [73] http://www.nuon.com/press/press-releases/20090713/index.jsp [74] Σύμφωνα με το παράρτημα 1 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και το παράρτημα 1 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εφαρμογή ευφυών συστημάτων μέτρησης, τα οποία ευνοούν την ενεργό συμμετοχή των καταναλωτών στην αγορά εφοδιασμού με ενέργεια. Η υποχρέωση αυτή επιτρέπεται να υποβληθεί σε οικονομική αξιολόγηση από τα κράτη μέλη μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου 2012. Σύμφωνα με την οδηγία για την ηλεκτρική ενεργεία, όπου η ανάπτυξη ευφυών μετρητών εκτιμηθεί θετικά, τουλάχιστον το 80% των καταναλωτών πρέπει να εξοπλιστούν με ευφυή συστήματα μέτρησης έως το 2020. [75] Παράρτημα 3 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ [76] Άρθρο 16 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ. [77] Task Force Smart Grids – vision and work programme, στην ιστοσελίδα: http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/smartgrids/doc/work_programme.pdf [78] Από το Κοινοβούλιο των Κάτω Χωρών απορρίφθηκε, το 2009, νομοσχέδιο για την εγκατάσταση ευφυών διασυνδεδεμένων δικτύων για λόγους προστασίας δεδομένων. [79] http://cordis.europa.eu/fp7/people/home_en.html [80] Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την ανάγκη για μερική υπογειοποίηση των γραμμών ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επενδυτικές δαπάνες για υπόγεια καλώδια είναι τουλάχιστον 3-10 φορές υψηλότερες σε σύγκριση με τις δαπάνες για εναέριες γραμμές. Βλ. "Feasibility and technical aspects of partial undergrounding of extra high voltage power transmission lines"(Σκοπιμότητα και τεχνικές πτυχές της μερικής υπογειοποίησης των επιπλέον γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υπερυψηλής τάσης), από κοινού μελέτη του ΕΔΔΣΜ-ΗE και Europacable. Νοέμβριος 2010. [81] Προς τον σκοπό αυτό, στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ, η κοινή επιχείρηση για τις κυψέλες καυσίμου και υδρογόνου θα δρομολογήσει μια πρώτη μελέτη για τον προγραμματισμό της υποδομής της ΕΕ για το υδρογόνο, μέχρι το τέλος του 2010, ανοίγοντας το δρόμο για να αρχίσει η εμπορική εξάπλωση του υδρογόνου με χρονικό ορίζοντα το 2020. [82] http://ec.europa.eu/clima/funding/ner300/index_en.htm [83] "The evolution of the extent and the investment requirements of a trans-European CO2 transport network", Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Κοινό Κέντρο Ερευνών, EUR 24565 EN. 2010. [84] Υπερβολικά διαστασιολογημένοι αγωγοί επισημαίνονται με κόκκινο χρώμα, ενώ οι αγωγοί που λειτουργούν με την πλήρη δυναμικότητά τους επισημαίνονται με μπλε χρώμα. [85] "Feasibility of Europe-wide CO2 infrastructures" (Σκοπιμότητα υποδομών CO2 σε ολόκληρη την Ευρώπη), μελέτη της εταιρείας Ove Arup & Partners Ltd για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σεπτέμβριος 2010. [86] "EU GeoCapacity - Assessing European Capacity for Geological Storage of Carbon Dioxide", αριθμός έργου SES6-518318. Τελική έκθεση δραστηριοτήτων, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα: http://www.geology.cz/geocapacity/publications [87] Η προκαταρκτική μελέτη βασικού σχεδιασμού (Front End Engineering Design) δικτύου CCS στην περιοχή Yorkshire και Humber έδειξε ότι οι αρχικές επενδύσεις σε εφεδρική δυναμικότητα αγωγού θα ήταν οικονομικά αποδοτικές ακόμη και στην περίπτωση που μετέπειτα κατασκευασμένα αναπτυξιακά έργα συνδεθούν με το δίκτυο μέχρι και 11 χρόνια αργότερα. Η μελέτη επιβεβαίωσε επίσης την εμπειρία από άλλους τομείς, δηλαδή ότι οι επενδύσεις σε ενοποιημένα δίκτυα θα ήταν δυνατόν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την ευρεία εξάπλωση των τεχνολογιών CCS λόγω της ευθυγράμμισης των διαδικασιών αδειοδότησης, της μείωσης του κόστους σύνδεσης πηγών CO2 με καταβόθρες CO2 και της διασφάλισης της δυνατότητας αποθήκευσης δεσμευμένου CO2 μόλις αρχίσει να λειτουργεί η εγκατάσταση δέσμευσης.