This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52008DC0593
Report from the Commission to the Council, the European Parliament, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions - Second Report on the implementation of Directive 98/84/EC of the European Parliament and of the Council of 20 November 1998 on the legal protection of services based on, or consisting of, conditional access {SEC(2008) 2506}
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Δεύτερη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 1998 για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους {SEC(2008) 2506}
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Δεύτερη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 1998 για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους {SEC(2008) 2506}
/* COM/2008/0593 τελικό */
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Δεύτερη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 1998 για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους {SEC(2008) 2506} /* COM/2008/0593 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 30.9.2008 COM(2008) 593 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Δεύτερη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 1998 για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους {SEC(2008) 2506} ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. Εισαγωγή 3 2. Εφαρμογή της οδηγίας 4 2.1. Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο 4 2.1.1. Περιεχόμενο 4 2.1.2. Η ενσωμάτωση από τα κράτη μέλη 4 2.2. Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας: η «γκρίζα» αγορά 4 2.3. Διαφορές κατά την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο 6 2.3.1. Το επίπεδο των κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο 6 2.3.2. Το ζήτημα των κυρώσεων που στρέφονται κατά της ιδιωτικής κατοχής 6 2.3.3. Αποτελεσματικότητα της δράσης των εθνικών αρχών 7 2.4. Η διεθνής διάσταση 7 3. Επάρκεια της οδηγίας στα θέματα της συγκλισης 8 3.1. Νέοι τρόποι διανομής 8 3.2. Νέες μορφές πειρατείας 8 3.3. Συμβολή στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας 9 3.3.1. Επέκταση της προστασίας στους κατόχους των δικαιωμάτων 10 3.3.2. Συστήματα διαχείρισης ψηφιακών δικαιωμάτων 11 3.4. Προστασία της ανταμοιβής, το μόνο κριτήριο προστασίας 12 4. Συμπεράσματα και περαιτέρω δράσεις 13 4.1. Αξιολόγηση της οδηγίας 98/84/EΚ 13 4.2. Μελλοντικές δράσεις για να βελτιωθεί η εφαρμογή και να αντιμετωπισθεί το θέμα της σύγκλισης 14 4.2.1. Συγκρότηση ομάδας εμπειρογνωμόνων 14 4.2.2. Ομάδα εργασίας για τη γκρίζα αγορά 14 4.2.3. Συλλογή πληροφοριών 15 4.2.4. Επικύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους 15 1. Εισαγωγή Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν το 1998 την οδηγία 98/84/ΕΚ[1] για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους, προκειμένου να επιτραπεί η ανάπτυξη στην ενιαία αγορά υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης. Το 2003, η Επιτροπή υπέβαλε την πρώτη έκθεση εφαρμογής της οδηγίας[2]. Δέκα χρόνια μετά την έκδοση της οδηγίας, η Επιτροπή παρουσιάζει τη δεύτερη έκθεση εφαρμογής της. Η επανάσταση που γνώρισε η εν λόγω αγορά περιγράφεται στη μελέτη για τον αντίκτυπο της οδηγίας που καταρτίστηκε το 2007 από το KEA και τη Cerna για λογαριασμό της Επιτροπής[3]. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η οδηγία με τη μορφή που έχει σήμερα το περιεχόμενό της εξακολουθεί ακόμα να είναι επαρκής και κατάλληλη. Το υφιστάμενο πλαίσιο χαρακτηρίζεται από τις δυνατότητες των αγορών για νέες πλατφόρμες διανομής περιεχομένου: διαδικτυακή τηλεόραση, τηλεόραση μέσω πρωτοκόλλου Ίντερνετ (IP-TV), κινητή τηλεόραση, βίντεο κατά παραγγελία. Χρειάζονται άραγε οι αγορές αυτές την ίδια προστασία με τη συνδρομητική τηλεόραση; Η προστασία που παρέχεται από την οδηγία τούς είναι χρήσιμη ή ακόμα και απαραίτητη; Φυσικά, τα ερωτήματα αυτά ανακύπτουν μόνο εάν η απάντηση στο αρχικό ερώτημα για την αποτελεσματικότητα της οδηγίας είναι καταφατική. Όσον αφορά το ζήτημα της πειρατείας, η καταπολέμηση της οποίας αποτελεί στόχο της οδηγίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι προσαρμόζεται άριστα στην τεχνολογική πρόοδο και ότι ευημερεί έστω και με τις νέες δυνατότητες που διανοίγονται. Για να συγκεντρώσει τα πρόσθετα στοιχεία που απαιτούνται για την ανάλυση της εφαρμογής της οδηγίας έως σήμερα, συμπληρώνοντας τη μελέτη για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, η Επιτροπή προχώρησε σε δημόσιες διαβουλεύσεις από τις 11 Φεβρουαρίου έως τις 4 Απριλίου 2008 και έλαβε 54 απαντήσεις[4]. Στην παρούσα έκθεση επισυνάπτεται έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής στο οποίο περιγράφονται οι βασικές κατευθύνσεις των προαναφερόμενων συνεργασιών. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν επίσης απευθείας συναντήσεις με σημαντικούς εκπροσώπους του τομέα στα πλαίσια διαφόρων συζητήσεων. 2. Εφαρμογή της οδηγίας 2.1. Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο 2.1.1. Περιεχόμενο Για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη των υπηρεσιών παροχής πρόσβασης υπό όρους στην ενιαία αγορά, η οδηγία καθορίζει τις υπηρεσίες που προστατεύονται και καταρτίζει κατάλογο των παράνομων εμπορικών δραστηριοτήτων που πρέπει να πατάσσονται από τα κράτη μέλη, τα οποία μεριμνούν για την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες και την παροχή έννομης προστασίας στα θιγόμενα πρόσωπα. 2.1.2. Η ενσωμάτωση από τα κράτη μέλη Όλα τα κράτη μέλη έχουν πλέον μεταφέρει την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο[5]. Τα νέα κράτη μέλη όφειλαν πράγματι να έχουν ενσωματώσει την οδηγία πριν από την προσχώρησή τους, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. 2.2. Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας: η «γκρίζα» αγορά Παρά την έκδοση της οδηγίας και τη συναφή εναρμόνιση σε κοινοτικό επίπεδο, οι ευρωπαίοι πολίτες που ασκούν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλέπουν να τους αρνείται η νόμιμη πρόσβαση στα τηλεοπτικά δίκτυα του κράτους καταγωγής τους. Έχει αναπτυχθεί βεβαίως μια «γκρίζα αγορά», αποτελούμενη από νόμιμες συνδρομές που είναι καρπός της μεθόδου των ψευδών διευθύνσεων. Δεν πρόκειται για «μαύρη» αγορά, εφόσον πληρώνεται η αντίστοιχη συνδρομή, αλλά ούτε και για «λευκή», εφόσον ορισμένα δικαιώματα μετάδοσης έχουν αποκτηθεί από το δίκτυο μόνο για το εθνικό του έδαφος και όχι για το έδαφος των άλλων κρατών μελών. Ορισμένες υπηρεσίες συνδρομητικής τηλεόρασης είναι εντούτοις διαθέσιμες σε διασυνοριακή βάση, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι εξαιρετικά αρνητικές εντυπώσεις αναφορικά με τον αντίκτυπο της οδηγίας για την ενιαία αγορά. Τα παραδείγματα αυτά εντάσσονται στο κλασικό πλαίσιο της εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων αναμετάδοσης και των αποκλειστικών δικαιωμάτων: οι τηλεοράσεις αγοράζουν τα δικαιώματα για όλα τα εδάφη της επικρατείας τους, χαρακτηριστικό στοιχείο των οποίων είναι η γλωσσική τους ενότητα, και σπάνια στοχεύουν στη γλωσσική διασπορά που παρατηρείται σε περισσότερα ή και σε όλα τα κράτη μέλη. Εκτός του πλαισίου αυτών των παραδοσιακών υποδομών, το ενδεχόμενο της νομιμοποίησης της «γκρίζας αγοράς» ενοχλεί τους περισσότερους φορείς της αγοράς, ακριβώς επειδή θέτει υποχρεωτικά υπό αμφισβήτηση την οργάνωση της πώλησης των δικαιωμάτων - τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα συναφή δικαιώματα μετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων – με κριτήριο το εθνικό έδαφος. Οι κάτοχοι δικαιωμάτων επιθυμούν φυσικά να μεγιστοποιήσουν τα εισοδήματά τους με την πώληση των δικαιωμάτων για κάθε περιοχή χωριστά, ενώ οι φορείς παροχής οπτικοακουστικών υπηρεσιών φοβούνται ότι η προσφορά τους θα ήταν λιγότερο ελκυστική εάν παύσει πλέον να είναι αποκλειστική, σε περίπτωση, για παράδειγμα, διείσδυσης ανταγωνιστών με συγκρίσιμες προσφορές στο έδαφός τους. Είναι σημαντικό να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι η μόνη διασυνοριακή αγορά, που η Επιτροπή θα επιθυμούσε να δει να αναπτύσσεται είναι η προσφορά που θα ανταποκρίνεται στη διακίνηση και τις θεμιτές προσδοκίες των ευρωπαϊκών πολιτών και θα είναι ως εκ τούτου νόμιμα διαθέσιμη στη μητρική τους γλώσσα και τη γλώσσα της χώρας καταγωγής τους. Η ανάπτυξη μιας τέτοιας προσφοράς θα απαιτούσε την εφαρμογή ελαστικής προσέγγισης στο θέμα της αγοράς των δικαιωμάτων, από την άποψη του αριθμού καταναλωτών που προσδιορίζεται στο ενδιαφερόμενο κράτος, παραδείγματος χάριν. Πρόκειται για εξέλιξη που καθίσταται δυνατή μόνο με την ενεργό συνεργασία των πρωταγωνιστικών φορέων όλου του τομέα και η οποία τη στιγμή αυτή φαίνεται δύσκολο να επιτευχθεί, εάν ληφθεί υπόψη η εξακριβωθείσα έλλειψη κινήτρων. Θα επιβαλλόταν επίσης η εξέταση των διαφορετικών εθνικών ρυθμιστικών συστημάτων που ελέγχουν τη διανομή των κινηματογραφικών έργων, δεδομένου ότι οι διαφορές μπορούν να συμβάλουν στην παρεμπόδιση της διανομής των έργων σε περισσότερες περιοχές. Η λύση θα μπορούσε να προέλθει από την εμφάνιση υπηρεσιών νέου τύπου, όπως η τηλεόραση μέσω Διαδικτύου ή η κινητή τηλεόραση, οι οποίες συνεπάγονται κόστος διανομής και συστήματα πρόσβασης υπό όρους λιγότερο δαπανηρούς από το αντίστοιχο κόστος που συνεπάγεται η χρήση των αποκωδικοποιητών. Οι νέες αυτές υπηρεσίες δεν πρέπει πάλι να περιοριστούν εδαφικά έπειτα από αίτημα των κατόχων των δικαιωμάτων: το γεγονός ότι τα προγράμματα ορισμένων τηλεοπτικών δικτύων δεν προβάλλονται μέσω Διαδικτύου σε υπολογιστές εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, εκτός από το κράτος του δικτύου, έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων καταγγελιών που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή. Αξίζει να σημειωθεί ότι περισσότεροι από 8,7 εκατομμύρια ευρωπαίοι πολίτες[6] ζουν σήμερα σε ένα άλλο κράτος μέλος, διαφορετικό από το κράτος της καταγωγής τους και ότι ο αριθμός αυτός αυξάνεται συνεχώς. Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και οι υπηρεσίες συγκαταλέγονται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η εγγύηση της πρόσβασης κάθε ευρωπαίου πολίτη στην οπτικοακουστική προσφορά στη γλώσσα και τον πολιτισμό της χώρας καταγωγής του θα διευκόλυνε τις μετακινήσεις αυτού του είδους[7]. Για να συνεχισθεί η διερεύνηση του θέματος, προέχει να συγκεντρωθούν όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες για διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, όπως το δυναμικό των υπηρεσιών νέας μορφής στο πεδίο της στοχοθετημένης διασυνοριακής οπτικοακουστικής προσφοράς και η πιθανή αγορά που διαμορφώνεται από τη διακίνηση των ευρωπαίων πολιτών. 2.3. Διαφορές κατά την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο Η οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κυρώσεις «αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και ανάλογες» και να θέτουν στη διάθεση των φορέων παροχής προστατευόμενων υπηρεσιών τα κατάλληλα μέσα αποκατάστασης. Μολονότι το KEA και η μελέτη Cerna εξέτασαν διεξοδικά τη νομοθεσία μόνο 11 κρατών μελών και οι απαντήσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων δεν παρέχουν στοιχεία για το σύνολο των 27 κρατών μελών, οι δύο αυτές πηγές πληροφοριών επιτρέπουν να διαμορφωθεί εικόνα για τις τάσεις που επικρατούν στα θέματα των διατάξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Ενώ ορισμένοι φορείς εκφράζουν την ικανοποίησή τους για την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο, διάφοροι άλλοι, πολύ περισσότεροι, τονίζουν τα όρια της εθνικής νομοθεσίας τους. 2.3.1. Το επίπεδο των κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο Εφόσον τηρούνται τα τρία προαναφερθέντα κριτήρια, τα κράτη μέλη έχουν κάθε ευχέρεια κατά την επιλογή του τύπου και του επιπέδου κυρώσεων που εφαρμόζουν. Οι κλίμακες των κυρώσεων είναι ευρύτατες και κυμαίνονται, όσον αφορά τα χρηματικά πρόστιμα, για τα ελάχιστα ποσά, από 25 ευρώ έως 7500 ευρώ, και, για τα ανώτατα ποσά, από 1158 ευρώ έως 50000 ευρώ, ενώ για τις ποινές φυλάκισης – σε περίπτωση που αυτές προβλέπονται- εκτείνονται από 8 ημέρες έως πέντε χρόνια. Οι αξιοσημείωτες αυτές διαφορές εξηγούν και τις αποκλίσεις που υπάρχουν στις αξιολογήσεις των φορέων στα διάφορα κράτη μέλη σχετικά με την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων. Οι διαφορές του βιοτικού επιπέδου στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει βεβαίως να λαμβάνονται υπόψη και η εναρμόνιση των κυρώσεων στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν φαίνεται να είναι επιθυμητή. Θα μπορούσε αντιθέτως να εξετασθεί το ενδεχόμενο να επανεξετασθεί χωριστά για κάθε κράτος μέλος ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των κυρώσεων. 2.3.2. Το ζήτημα των κυρώσεων που στρέφονται κατά της ιδιωτικής κατοχής Μόνο οι εμπορικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τις παράνομες συσκευές αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής εναρμόνισης και τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να αποφασίσουν εάν πρέπει να επιβάλουν κυρώσεις που στρέφονται κατά της ιδιωτικής κατοχής παράνομων συσκευών ή όχι. Αυτή η άκρως ευαίσθητη πτυχή του αγώνα κατά της πειρατείας βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων συζητήσεων και μάλιστα από την εποχή πριν από την έγκριση της οδηγίας. Οι κυρώσεις σε βάρος της ιδιωτικής κατοχής αντιμετωπίζονται ευνοϊκά από τους φορείς, οι οποίοι τις θεωρούν ένα μέσο διαπαιδαγώγησης για τους καταναλωτές που μπορούν να μπουν σε πειρασμό από τις παράνομες υπηρεσίες. Θα μπορούσαν επιπλέον να βοηθήσουν κατά την επιβολή κυρώσεων σε βάρος νέων μορφών πειρατείας, οι οποίες εκπορεύονται από το συγκερασμό διαφόρων πράξεων, ορισμένες από τις οποίες έχουν ιδιωτικό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα η διάδοση στο Διαδίκτυο των κωδικών κρυπτογράφησης, κωδικών που χρησιμοποιούνται στη συνέχεια από τον ίδιο τον καταναλωτή για να προγραμματίσει άμεσα μια κάρτα με κύκλωμα μνήμης που έχει αγοραστεί χωρίς να έχει προγραμματιστεί και η πώληση της οποίας (εμπορική πράξη) είναι εκ των προτέρων νόμιμη. Οι κυρώσεις σε βάρος της ιδιωτικής κατοχής φαίνεται να αποκτούν εκ νέου την εύνοια των κρατών μελών. Η Ιταλία τις καθιέρωσε πάλι από το 2003 και η Σουηδία εξετάζει την περίοδο αυτή τη δυνατότητα να τις καθιερώσει για την αγορά και τη χρήση των παράνομων συσκευών. Θα ήταν επομένως ενδιαφέρον να συνεχισθεί η διερεύνηση του θέματος και θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για την ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των κρατών μελών. 2.3.3. Αποτελεσματικότητα της δράσης των εθνικών αρχών Στη μελέτη και στις συμβολές αναφέρεται το γενικό πρόβλημα της έλλειψης τεχνικών γνώσεων εκ μέρους των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της νομοθεσίας. Μνημονεύονται επίσης οι ιδιαίτερες δυσκολίες που οφείλονται στο προηγμένο επίπεδο τεχνικής πολυπλοκότητας των νέων μεθόδων πειρατείας που προϋποθέτουν τον άριστο χειρισμό των νέων τεχνολογιών. Για να διαδίδονται οι τεχνικές πληροφορίες για την πειρατεία και οι βέλτιστες πρακτικές, ο καταλληλότερος μηχανισμός θα ήταν να συγκροτηθεί ομάδα εμπειρογνωμόνων για το θέμα αυτό με τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. 2.4. Η διεθνής διάσταση Οι διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλαξαν το γεωγραφικό τοπίο της πειρατείας, η οποία είχε ακμάσει στο παρελθόν σε ορισμένες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Οι χώρες αυτές είναι πλέον κράτη μέλη της Ένωσης και με τη μεταφορά της οδηγίας οργανώνεται η καταστολή της πειρατείας. Επιπλέον, οι υποψήφιες για ένταξη χώρες - η πρώην γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας -, οι χώρες που διεξάγουν διαπραγματεύσεις ενόψει της ένταξης –η Κροατία και η Τουρκία - και οι πιθανοί υποψήφιοι - η Αλβανία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, η Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο -, εναρμονίζουν όλοι τη νομοθεσία τους με το κοινοτικό κεκτημένο. Τέλος, είναι εν εξελίξει οι διαπραγματεύσεις ενόψει της σύναψης συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών με την Ουκρανία, η οποία πρέπει να εναρμονίσει τη νομοθεσία της στους αντίστοιχους τομείς. Αλλά και εκτός του πεδίου διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση της Μικτής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου αριθ. 17/2001 της 28ης Φεβρουαρίου 2001 ενσωματώθηκε η οδηγία 98/84/EK στη συμφωνία ΕΟΧ, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται στην Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία. Πέραν αυτού, η δράση της Επιτροπής προσκρούει στα όριά της. Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους[8] του Συμβουλίου της Ευρώπης, που υιοθετήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2001, καθιερώνει προστασία παρόμοια με εκείνη της οδηγίας και προβλέπεται να επικυρωθεί από τις 47 χώρες που είναι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς επίσης και από τη Λευκορωσία και το Βατικανό. Επί του παρόντος, έχει υπογραφεί από 11 χώρες[9] και έχει επικυρωθεί από οκτώ. Η Σύμβαση παραμένει ανοικτή προς επικύρωση από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να προσδώσει νέα ώθηση στην επικύρωση από άλλες χώρες και να επεκτείνει έτσι την προστασία των ενδιαφερόμενων φορέων παροχής υπηρεσιών πέραν του εδάφους της Ένωσης. 3. Επάρκεια της οδηγίας στα θέματα της συγκλισης 3.1. Νέοι τρόποι διανομής Το νέο τεχνολογικό τοπίο μπορεί να συνοψιστεί με μια λέξη: «σύγκλιση». Πρόκειται για χαρακτηρισμό που εκφράζει την ικανότητα πρόσβασης στο περιεχόμενο με τη βοήθεια μιας σειράς από πλατφόρμες. Ήδη κατά τη φάση σύνταξης της οδηγίας, ο ευρωπαίος νομοθέτης επεδίωξε να πλαισιώσει τεχνολογικά τους ουδέτερους όρους που θα επέτρεπαν να αποφευχθεί το ενδεχόμενο της απαξίωσης εξαιτίας των καινοτομιών που προδιαγράφονταν ήδη την εποχή εκείνη. Αυτή η αρχική πρόθεση εξηγεί γιατί ο καθορισμός των «προστατευμένων υπηρεσιών» περιλαμβάνει και τις υπηρεσίες μετάδοσης ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών καθώς και τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών. Ο υιοθετούμενος ορισμός δεν λαμβάνει εξάλλου υπόψη του τον τρόπο διάδοσης των εξεταζόμενων υπηρεσιών. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όλες οι ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, όποιο και εάν είναι το μέσο μετάδοσης - ADSL, διαδίκτυο, κινητά μέσα -, εντάσσεται στον ορισμό των «προστατευμένων υπηρεσιών», όπως επίσης και κάθε υπηρεσία προσιτή εξ αποστάσεως κατά παραγγελία του καταναλωτή η οποία συνεπώς ανταποκρίνεται στον ορισμό των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών[10], όπως το βίντεο κατά παραγγελία. Το μόνο όριο σε αυτήν την προστασία τίθεται από τον όρο χρησιμοποίησης ενός συστήματος πρόσβασης υπό όρους για να εξασφαλίζεται η πληρωμή για την υπηρεσία. 3.2. Νέες μορφές πειρατείας Η αυξανόμενη χρήση καρτών με μικροκυκλώματα για την αποκρυπτογράφηση των σημάτων οδήγησε σε διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων πειρατείας. Οι αποκωδικοποιητές και οι κενές κάρτες με μικροκυκλώματα πωλούνται ανοιχτά, δεδομένου ότι μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν σε νόμιμες εφαρμογές.. Ανεξάρτητα από αυτό, οι κώδικες προγραμματισμού καρτών ανακοινώνονται στο διαδίκτυο, ιδίως από πειρατές που αποκομίζουν οικονομικά οφέλη από την πρακτική αυτή, αφήνοντας στον αγοραστή του αποκωδικοποιητή και της κενής κάρτας με μικροκυκλώματα το έργο του προγραμματισμού της κάρτας, ώστε να αποκτήσει παράνομη πρόσβαση στις υπηρεσίες. Αυτή η διάκριση των δραστηριοτήτων οδήγησε σε έναν νέο τρόπο παράνομης πρόσβασης στις σχετικές υπηρεσίες, ενώ η προσπάθεια καταδίκης του από τα δικαστήρια προσκρούει σε δυσκολίες. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι εμπορικές δραστηριότητες αφορούν προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο νόμιμο και ότι είναι δύσκολο να συνδεθεί η κοινοποίηση των κωδικών στο διαδίκτυο με τις πωλήσεις αυτές. Τέλος, η κενή κάρτα με μικροκυκλώματα προγραμματίζεται άμεσα από τον καταναλωτή και όχι από τον πωλητή Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διατάξεις της οδηγίας δεν φαίνεται δυνατόν να εφαρμοστούν άμεσα, εφόσον είναι δύσκολο να προσκομισθεί η απόδειξη της παράνομης εμπορικής δραστηριότητας. Είναι αλήθεια ότι οι φορείς μπορούν να υποστηρίξουν ότι οι αντίστοιχες κάρτες με μικροκυκλώματα που αφορά το εμπόριο αυτό που δεν είναι κατάλληλες για οποιαδήποτε νόμιμη χρήση, δεδομένου ότι η πολυπλοκότητα των συστατικών τους και, ως εκ τούτου, η τιμή τους τις καθιστά μη ανταγωνιστικές για τις πιο διαδεδομένες μορφές χρήσης (όπως οι κάρτες ασφαλείας, για παράδειγμα). Τα δικαστήρια πρέπει επομένως να προβαίνουν σε τεχνικές αξιολογήσεις που υπερβαίνουν συχνά τις γνώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων. Οι φορείς επισημαίνουν την ανάγκη να είναι σε θέση να επιβάλουν κυρώσεις για την απευθείας κοινοποίηση κωδικών στο διαδίκτυο χωρίς ανταμοιβή. Οι διατάξεις της οδηγίας δεν φαίνεται να ισχύουν λόγω της μη εμπορικής φύσης των δραστηριοτήτων αυτών: η απόδειξη ότι υπάρχει κάποιος σύνδεσμος μεταξύ της πώλησης μιας κενής κάρτας με μικροκυκλώματα και της κοινοποίησης των κωδικών μέσω του Διαδικτύου είναι σχεδόν αδύνατη. Ακόμα και οι κυρώσεις κατά της ιδιωτικής κατοχής παράνομων συσκευών που θα επέτρεπαν την καταδίκη του καταναλωτή ο οποίος προσφεύγει στις διαδικασίες αυτές δεν προσφέρουν άμεσες λύσεις στο θέμα της ύπαρξης των κωδικών στο διαδίκτυο. Όσον αφορά το σημείο αυτό, μόνο οι αγωγές λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού φαίνονται ικανές να επιλύσουν το πρόβλημα, που μπορεί εν τούτοις να απορριφθούν λόγω του ότι η παράβαση λαμβάνει χώρα σε άλλο κράτος. Θα ήταν επομένως σκόπιμο να διενεργηθεί σχετική έρευνα, προκειμένου να εξετασθούν οι δυνατότητες έννομης προσφυγής για την πάταξη πρακτικών αυτής της μορφής. Έχουν επίσης κάνει την εμφάνισή τους και άλλες μορφές πειρατείας, όπως για παράδειγμα η κοινή εκμετάλλευση καρτών: μια νόμιμα αποκτηθείσα κάρτα χρησιμοποιείται για να επιτρέψει την αναδιανομή μιας υπηρεσίας σε άλλους καταναλωτές, π.χ. μέσω ασύρματης τεχνολογίας δικτύων ή πρόσβασης wimax. Πρόκειται συνήθως για εμπορική αναδιανομή η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας. Το πρόβλημα με αυτή τη μορφή πειρατείας είναι η δυσκολία εντοπισμού της παράβασης, που καθιστά απαραίτητη την προγενέστερη κατάρτιση των αστυνομικών αρχών. Συνεπώς, είναι επιθυμητό να ενθαρρύνεται η βελτιωμένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών διοικήσεων. 3.3. Συμβολή στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας Η οδηγία 98/84/EK δεν επιτρέπει στους κατόχους των δικαιωμάτων που αφορούν το περιεχόμενο να επικαλούνται τις διατάξεις της. Το θέμα της επέκτασης της προστασίας συζητήθηκε επί μακρόν κατά την έγκριση της οδηγίας, για να απορριφθεί στο πλαίσιο της προοπτικής της θέσπισης ενός ειδικού κειμένου για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην κοινωνία των πληροφοριών. Η οδηγία 2001/29/EK της 22ας Μαΐου 2001[11] «για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας» συμπλήρωσε την προστασία που παρέχεται από την οδηγία 98/84/EK τρία έτη μετά τη θέσπισή της. Η οδηγία 98/84/EK συμβάλλει εντούτοις έμμεσα, σε σημαντικό όμως βαθμό, στην προστασία των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας με την προστασία του περιεχομένου που καλύπτεται από τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας και κατά συνέπεια των εισοδημάτων των κατόχων τους από την πειρατεία. 3.3.1. Επέκταση της προστασίας στους κατόχους των δικαιωμάτων Οι κάτοχοι των δικαιωμάτων, οι δικαιούχοι και οι κάτοχοι των δικαιωμάτων επί των αθλητικών εκδηλώσεων εξεδήλωσαν το ενδιαφέρον τους να ενταχθούν στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας. Εντούτοις, ορισμένοι εμφανίζονται να παρανοούν το περιεχόμενο της προστασίας που παρέχεται από την οδηγία. Οι κυρώσεις που καθιερώνονται στο πλαίσιό της μπορούν να αφορούν μόνο τις ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση παράνομων συσκευών. Δεν μπορούν, επομένως, να ισχύσουν για άλλες ενέργειες, όπως η χρήση των νόμιμων συσκευών χωρίς σεβασμό των εδαφικών περιορισμών, όπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση της γκρίζας αγοράς που περιγράφεται προηγουμένως. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, εφόσον οι συμβολές που προέρχονται από τους κατόχους των δικαιωμάτων (κάτοχοι των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων ραδιοφωνικής αναμετάδοσης κατά την κάλυψη αθλητικών εκδηλώσεων) εστιάζουν την προσοχή τους στο σεβασμό της εδαφικότητας των δικαιωμάτων και τους κινδύνους απώλειας της αξίας των δικαιωμάτων αυτών, σε περίπτωση που δεν γίνονται σεβαστοί οι εδαφικοί περιορισμοί. Στο πλαίσιο αυτό, η επέκταση του πεδίου της οδηγίας σε άλλους φορείς δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει καμιά σκοπιμότητα. Πράγματι, η οδηγία καθορίζει ουσιαστικά την πειρατεία ως χρήση παράνομων συσκευών, με άλλα λόγια δηλαδή ως χρήση του εξοπλισμού που δεν εγκρίνεται από τον φορέα διανομής του περιεχομένου. Παραδείγματος χάριν, οι αποκωδικοποιητές, που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της γκρίζας αγοράς, εγκρίνονται από τον οργανισμό των τηλεοπτικών εκπομπών, ο οποίος εισπράττει κανονικά την ανταμοιβή του. Μια από τις προτεινόμενες λύσεις για να επιλυθεί το πρόβλημα των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι η μετατόπιση προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ολοκλήρωσης και ο συνυπολογισμός των πιθανών εισοδημάτων από την γκρίζα αγορά. Αυτή η οδός επιβάλλει, εντούτοις, τη συνολικότερη θεώρηση των ζητημάτων και την καλύτερη πληροφόρηση για το δυναμικό των διασυνοριακών αγορών. Το γεγονός παραμένει ωστόσο ότι οι κάτοχοι των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης αθλητικών εκδηλώσεων φαίνεται ότι δικαιούνται να αξιώσουν τη βελτίωση της παρεχόμενης προστασίας, ελλείψει διατάξεων άμεσα εφαρμοστέων στην περίπτωσή τους, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις θεμιτές προσδοκίες των καταναλωτών να έχουν νομική πρόσβαση στις υπηρεσίες σε διασυνοριακή βάση και την ανάγκη να εξασφαλίζεται ευρεία πρόσβαση στα γεγονότα μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία. Η Επιτροπή προτίθεται να εγκαινιάσει τις εργασίες προκειμένου να αξιολογήσει την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων, ώστε να καλυφθεί το κενό αυτό. Η πιθανή εκπόνηση της μελέτης για τη χρηματοδότηση του αθλητισμού που εξαγγέλλεται από την Επιτροπή στη Λευκή Βίβλο της για τον αθλητισμό[12] θα δώσει κατά πάσα δυνατότητα την ευκαιρία να συγκεντρωθούν τα στοιχεία για μια τέτοια αξιολόγηση. 3.3.2. Συστήματα διαχείρισης ψηφιακών δικαιωμάτων Η έναρξη της διανομής του περιεχομένου μέσω του διαδικτύου συνοδεύθηκε από τη χρήση συστημάτων προστασίας του περιεχομένου νέου τύπου: πρόκειται για τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης δικαιωμάτων, τα συνήθως αποκαλούμενα DRM ( Digital Rights Management systems στα αγγλικά). Στόχος αυτών των τεχνικών μέτρων προστασίας είναι ιδίως η κατοχύρωση του σεβασμού των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, στα πλαίσια της διανομής του περιεχομένου στο διαδίκτυο. Υπό τον κοινό στόχο καλύπτεται ένα ευρύτατο φάσμα μέτρων διαμόρφωσης και χρήσης, που επιβάλλουν διαφορετικούς τύπους περιορισμών: ποσοτικούς περιορισμούς κατά την ανάγνωση ενός έργου, γεωγραφικούς αναφορικά με την πρόσβαση σε αυτό, περιορισμούς από την άποψη του υλικού ή του λογισμικού που χρειάζεται για την ανάγνωση, τη μεταφορά του έργου μεταξύ συσκευών, την ψηφιακή εκμετάλλευση (ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός). Ορισμένα μέτρα μπορούν επομένως να συμβαδίζουν με τον ορισμό των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους, «οποιοδήποτε τεχνικό μέτρο ή/και διάταξη με την οποία η πρόσβαση στην προστατευόμενη υπηρεσία σε κατανοητή μορφή παρέχεται μετά από προηγούμενη ατομική έγκριση» (άρθρο 2 στοιχείο β)) της οδηγίας). Με τον τρόπο αυτό, τα μέτρα που χρησιμοποιούνται για να εξασφαλίσουν την ανταμοιβή του έργου, κυρίως εκείνα που επιτρέπουν διαφορές στα τιμολόγια ανάλογα με τη χρήση που επιθυμεί ο καταναλωτής (εφάπαξ ή πολλαπλή χρήση, διακυμάνσεις στην ποιότητα της εγγραφής), ωφελούνται βεβαίως από την προστασία που παρέχεται από την οδηγία 98/84/EK. Είναι αλήθεια ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/29/EK που μνημονεύθηκε προηγουμένως, το οποίο αναφέρεται στα δικαιώματα του δημιουργού στην κοινωνία της πληροφορίας, προβλέπει ρητά στο άρθρο 6 την έννομη προστασία των τεχνολογικών μέτρων. Η προστασία αυτή οφείλεται εντούτοις στο σεβασμό των δικαιωμάτων του δημιουργού, ενώ οι διατάξεις των κρατών μελών μπορεί να περιορίσουν τις ενέργειες παροχής έννομης προστασίας μόνον στους κατόχους των δικαιωμάτων δημιουργού και όχι στους φορείς διανομής του περιεχομένου. Από την άποψη αυτή, η οδηγία 98/84/EK συνεχίζει να είναι χρήσιμη για τις ψηφιακές επιχειρήσεις διανομής, οι οποίες έχουν με τον τρόπο αυτό ένα μέσο στη διάθεσή τους για να στραφούν κατά της πειρατείας των μέτρων προστασίας που χρησιμοποιούν κατά την επιγραμμική (on line) διανομή του περιεχομένου. 3.4. Προστασία της ανταμοιβής, το μόνο κριτήριο προστασίας Η οδηγία περιορίζει την έννομη προστασία κατά της πειρατείας των υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους σε εκείνους που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της ανταμοιβής: η πληρωμή για την υπηρεσία (συνδρομή ή τιμή ατομικής αγοράς) είναι απαραίτητος όρος για την πρόσβαση στο περιεχόμενο. Εντούτοις, τα συστήματα πρόσβασης υπό όρους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, εκτός από την προστασία της ανταμοιβής του φορέα παροχής υπηρεσιών, ιδίως για τη συμμόρφωση με τις συμβατικές ή νομοθετικές υποχρεώσεις, (όπως ο περιορισμός του πιθανού ακροατηρίου - είτε εδαφικά, με βάση τα δικαιώματα που εκχωρούνται, ή με κριτήριο τον περιορισμό της ηλικίας για να προστατεύονται οι ανήλικοι από το περιεχόμενο που προορίζεται μόνο για ενηλίκους) -, τις εμπορικές και διαφημιστικές στρατηγικές, θέματα ασφάλειας ή για την είσπραξη της έμμεσης ανταμοιβής.[13]. Οι διάφοροι φορείς εξέφρασαν ενδιαφέρον για την επέκταση της προστασίας. Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι η έννοια της ανταμοιβής είναι ευρύτερη από την έννοια της άμεσης πληρωμής. Οι υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών μπορούν πράγματι να χρησιμοποιήσουν τεχνικά μέσα για να περιορίσουν τη διανομή του περιεχομένου που είναι προσιτό δωρεάν, αλλά χρηματοδοτείται έμμεσα από διαφημίσεις ή από χορηγίες. Υπηρεσίες αυτού του είδους εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Τελικά, υπάρχει η αδιαμφισβήτητη απαίτηση για την επέκταση της προστασίας. Τα ερωτήματα παραμένουν αναφορικά με τη χρησιμότητα της επέκτασης της προστασίας, που προϋποθέτει όμως την αναδιατύπωση της οδηγίας. Στην ουσία, το πεδίο της οδηγίας περιορίζεται τη στιγμή αυτή στις πράξεις της πειρατείας για εμπορικούς σκοπούς. Θα μπορούσε άραγε να λεχθεί ότι υπάρχει εμπορική πειρατεία στο θέμα της πρόσβασης υπό όρους που χρησιμοποιείται για αυτούς τους άλλους σκοπούς; Εξάλλου, η χρήση των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους που απορρέουν από τις νομοθετικές διατάξεις πρέπει να προστατεύεται από τη νομοθεσία η τήρηση της οποίας επιδιώκεται. Αυτό ισχύει για τις διατάξεις που αναφέρονται στην προστασία των ανηλίκων, την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο, την προστασία των δεδομένων και την ιδιωτική ζωή. Τα ερωτήματα αυτά αξίζει να αποτελέσουν αντικείμενο βαθύτερης ανάλυσης, και το πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι οι συζητήσεις στο πλαίσιο της ομάδας εμπειρογνωμόνων που θα συγκροτηθεί. 4. Συμπεράσματα και περαιτέρω δράσεις 4.1. Αξιολόγηση της οδηγίας 98/84/EΚ Στην παρούσα έκθεση εξετάζονται οι διάφορες πτυχές που προκαλούν δυσχέρειες ή δίνουν λαβή σε ερωτήματα κατά την εφαρμογή της οδηγίας. Η εξέταση αυτή αποτελεί απαραίτητο προαπαιτούμενο βήμα για να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος της οδηγίας στους διάφορους τομείς δράσης, προκειμένου να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να αντλήσει συμπεράσματα για τη δράση της από τη στιγμή της έγκρισής της έως σήμερα. Η πρώτη διαπίστωση αφορά τη γενική μεταφορά της οδηγίας από τα κράτη μέλη, πράγμα που επέτρεψε τον περιορισμό της πειρατείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη μεταβολή του γεωγραφικού πεδίου της, χάρη στην ένταξη στην ΕΕ χωρών που είχαν παλαιότερα πληγεί από την πειρατεία, με αποτέλεσμα να εξωθηθούν αυτά τα κέντρα της πειρατείας έξω από τη ζώνη εφαρμογής της οδηγίας. Με βάση τη δεύτερη διαπίστωση, η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της εμφανίζεται μερικές φορές αμφισβητήσιμη, γεγονός που μειώνει τη νομική ασφάλεια των φορέων παροχής οπτικοακουστικών υπηρεσιών. Ιδίως η εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο πάσχει, ανάλογα με τις περιστάσεις, είτε από τις κυρώσεις, που είναι πάρα πολύ ήπιες, ή από την έλλειψη ελέγχου του περίπλοκου τεχνολογικού χαρακτήρα του τομέα από τις εθνικές αρχές. Αναφορικά με το τελευταίο αυτό σημείο οφείλει να επισημανθεί ότι η διαρκής τεχνολογική εξέλιξη επιτείνει συνεχώς την πολυπλοκότητα του θεματικού αντικειμένου, είτε με την ανάδειξη νέων μορφών πειρατείας, και με την εμφάνιση νέων πλατφορμών διανομής, ή με την ανάπτυξη νέων συστημάτων πρόσβασης υπό όρους, όπως για παράδειγμα ορισμένα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης δικαιωμάτων. Τρίτον, σε ότι αφορά την ελεύθερη διακίνηση και παρά την επέκταση του κοινοτικού πλαισίου, προορισμός του οποίου είναι να προωθηθεί η εξέλιξη της ενιαίας αγοράς στο χώρο των υπηρεσιών αυτών, οι διασυνοριακές υπηρεσίες αναπτύχθηκαν ελάχιστα κατά τρόπο απολύτως νόμιμο. Η «γκρίζα αγορά» αντιπροσωπεύει ιδίως ένα διασυνοριακό μηχανισμό που φαίνεται να είναι ο πιο ανεπτυγμένος, ο μηχανισμός αυτός γίνεται όμως αποδεκτός μόνο από τους φορείς, ενώ η ύπαρξη διαθέσιμων οπτικοακουστικών υπηρεσιών από το κράτος καταγωγής αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ευημερία των ευρωπαίων πολιτών που ασκούν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως διαπιστώνει, τέλος, η Επιτροπή, ορισμένοι περιορισμοί στην εφαρμογή της προστασίας που παρέχεται από την οδηγία επιβάλλουν τη διενέργεια αναλύσεων σε μεγαλύτερο βάθος. Αυτό μπορεί να αφορά, αφενός μεν, τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων κατά της ιδιωτικής κατοχής παράνομων συστημάτων που επικαλούνται οι φορείς, που δεν είναι όμως εύκολο να τεθεί σε εφαρμογή, και, αφετέρου, την κατάσταση των φορέων που δεν απολαμβάνουν την προσήκουσα προστασία, όπως οι κάτοχοι των δικαιωμάτων αναμετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων. 4.2. Μελλοντικές δράσεις για να βελτιωθεί η εφαρμογή και να αντιμετωπισθεί το θέμα της σύγκλισης 4.2.1. Συγκρότηση ομάδας εμπειρογνωμόνων Η Επιτροπή προτίθεται να συγκροτήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων στην οποία θα συμμετέχουν εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη, που θα ασχοληθεί με την πρόσβαση υπό όρους. Η ομάδα θα λειτουργήσει με βάση το πρότυπο της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το ηλεκτρονικό εμπόριο και θα έχει παρόμοια εξουσιοδότηση. Αποστολή της ομάδας που θα ασχοληθεί με την πρόσβαση υπό όρους θα είναι να λάβει μέτρα, ώστε να υποστηρίξει και να διευκολύνει τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών καθώς επίσης και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, να συζητήσει τα συναφή προβλήματα με την εφαρμογή της οδηγίας 98/84/EK για «την πρόσβαση υπό όρους» και να συζητήσει τα τρέχοντα προβλήματα που συνεπάγεται η χρήση των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους. Τα θέματα που θα εξεταστούν κατά προτεραιότητα είναι τα θέματα εκείνα που περιγράφονται στην παρούσα έκθεση και ιδίως : οι νέες μορφές πειρατείας, η αξιολόγηση του αποτρεπτικού χαρακτήρα των υφιστάμενων κυρώσεων, το πεδίο εφαρμογής των κυρώσεων που στρέφονται κατά της ιδιωτικής κατοχής στο πλαίσιο της προστασίας των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους, η σχέση με τις διατάξεις που ρυθμίζουν τα ζητήματα της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η ένταξη της διαχείρισης ψηφιακών δικαιωμάτων (DRM) στα συστήματα πρόσβασης του ελέγχου υπό όρους και η προστασία της χρήσης των συστημάτων πρόσβασης υπό όρους για άλλους σκοπούς, εκτός από την προστασία της ανταμοιβής. Η ομάδα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τα πιθανά πλεονεκτήματα από τη χρήση καινοτόμων συστημάτων πρόσβασης υπό όρους και των συστημάτων DRM, αξιολογώντας ιδίως τις δυνατότητές τους να περιορίσουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικότερων κυρώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η ομάδα θα λάβει επίσης υπόψη της όλες τις πτυχές που μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής. Με την έγκριση της παρούσας έκθεσης, η Επιτροπή λαμβάνει την απόφαση να συγκροτήσει την ομάδα αυτή έως το τέλος του έτους 2008. 4.2.2. Ομάδα εργασίας για τη γκρίζα αγορά Η Επιτροπή θα προτείνει επίσης στην ομάδα εμπειρογνωμόνων να αναθέσει σε ειδική ομάδα εργασίας την εντολή να ασχοληθεί με το θέμα της «γκρίζας αγοράς». Αποστολή αυτής της ομάδας εργασίας, σε πρώτη φάση, θα είναι να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ενδοκοινοτική κυκλοφορία των ευρωπαίων πολιτών και για τη συνήθη λήψη οπτικοακουστικών υπηρεσιών εκ μέρους τους. Στη συνέχεια, θα μπορούσε να εξερευνήσει άλλες οδούς που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες να αποκτήσουν πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος μέλος καταγωγής τους. 4.2.3. Συλλογή πληροφοριών Η έκθεση δίνει έμφαση στη σχετική έλλειψη πληροφοριών, ιδίως σχετικά με την άσκηση από τους ευρωπαίους πολίτες του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και την κατάσταση που επικρατεί από πλευράς προσφοράς και ζήτησης για οπτικοακουστικές υπηρεσίες στο εξωτερικό. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθήσουν κατά πάσα πιθανότητα το έργο του προσδιορισμού των δυνατοτήτων που διανοίγονται από τις διασυνοριακές αγορές και θα συμβάλουν στη διερεύνηση των ζητημάτων που σχετίζονται με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και με τα δικαιώματα αναμετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων. Η Επιτροπή προτείνει να αρχίσει έρευνα για το θέμα αυτό στις αρχές του 2009. Σε έναν άλλο τομέα, οι πληροφορίες για την πώληση των δικαιωμάτων αναμετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων θα συγκεντρωθούν στο πλαίσιο της μελέτης για τη χρηματοδότηση του αθλητισμού που έχει εξαγγελθεί από την Επιτροπή στη Λευκή Βίβλο της για τον αθλητισμό[14]. Οι πληροφορίες αυτές θα αποτελέσουν το πρώτο στάδιο της συγκέντρωσης πληροφοριών για την κατάσταση των κατόχων των δικαιωμάτων επί των αθλητικών εκδηλώσεων, όταν έχουν να αντιμετωπίσουν φαινόμενα πειρατείας κατά την αναμετάδοση των εκδηλώσεων. 4.2.4. Επικύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους Η εν λόγω Ευρωπαϊκή Σύμβαση διανοίγει σημαντικές δυνατότητες επέκτασης της προστασίας των υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους σε διεθνές επίπεδο, πέρα από το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επικύρωση της Σύμβασης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα επιτρέψει να δοθεί νέα ώθηση στη διεθνή δράση που αναλαμβάνεται από τα 47 μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Επιτροπή θα προτείνει επομένως στο άμεσο μέλλον στο Συμβούλιο να επικυρώσει τη Συνθήκη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.[pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic] [1] ΕΕ L320 της 28.11.1998, σ. 54–57, βλέπε :http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:31998L0084:FR:NOT [2] COM(2003) 198 τελικό της 24.04.2003, βλέπε :http://ec.europa.eu/internal_market/media/docs/elecpay/com-2003-198_fr.pdf [3] http://ec.europa.eu/internal_market/media/elecpay/index_fr.htm [4] http://ec.europa.eu/internal_market/media/elecpay/index_fr.htm [5] http://ec.europa.eu/internal_market/media/elecpay/natimpl/index-map_fr.htm [6] Eurostat – πίνακας σελίδες 18-19:http://www.interculturaldialogue2008.eu/fileadmin/downloads/documents/630-factsfigures/KS-EP-07-001-EN.PDF [7] Βλέπε επίσης την Ανακοίνωση για τις παραβολικές κεραίες:http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52001DC0351:FR:NOT [8] http://conventions.coe.int/Treaty/Commun/QueVoulezVous.asp?NT=178&CM=1&DF=4/29/2008&CL=FRE [9] Βουλγαρία, Κύπρος, Κροατία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Μολδαβία, Νορβηγία, Κάτω Χώρες, Ρουμανία, Ρωσία, Ελβετία – Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ρωσία: την υπογραφή δεν ακολούθησε η επικύρωση. [10] Ορισμός της υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών που παρέχεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34/EΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/48/EΚ: κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών . [11] ΕΕ L 167 της 22.06.2001, σ. 10 [12] http://ec.europa.eu/sport/whitepaper/wp_on_sport_fr.pdf [13] Βλέπε τη μελέτη που εκπονήθηκε τον Απρίλιο του 2000 από το 'Intitute for Information Law (IVR) του Πανεπιστημίου του'Amsterdam για την Επιτροπή: http://ec.europa.eu/internal_market/media/elecpay/background_fr.htm [14] http://ec.europa.eu/sport/whitepaper/wp_on_sport_fr.pdf