This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52004DC0221
Communication from the Commission to the Council and the European Parliament on measures to be taken to combat terrorism and other forms of serious crime, in particular to improve exchanges of information
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ορισμένες δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, κυρίως με σκοπό τη βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ορισμένες δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, κυρίως με σκοπό τη βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών
/* COM/2004/0221 Τελικό */
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με ορισμένες δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, κυρίως με σκοπό τη βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών /* COM/2004/0221 Τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Σχετικά με ορισμένες δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, κυρίως με σκοπό τη βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών (υποβληθείσα από την Επιτροπή) 1. Εισαγωγή Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 που έπληξαν τη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτον και μια σειρά τρομοκρατικών πράξεων ανά την υφήλιο κατά τα έτη 2002 και 2003, στις 11 Μαρτίου 2004 η Ισπανία επλήγη θανάσιμα από τυφλές και δολοφονικές επιθέσεις. Αυτές οι δραματικές στιγμές μας υπενθυμίζουν ότι η συνεχίζει να υπάρχει η απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων στο ευρωπαϊκό έδαφος ή κατά των ευρωπαϊκών συμφερόντων. Παρά τα σημαντικά μέτρα που ελήφθησαν, πρέπει να συνεχίσουμε αδιάκοπα τον αγώνα ενάντια σε αυτές τις φρικαλεότητες και να αποδείξουμε την αποφασιστικότητά μας να καταπολεμήσουμε αυτό το βδελυρό φαινόμενο το οποίο είναι αντίθετο προς τις αρχές στη βάση των οποίων οικοδομήθηκε η Ευρώπη: σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η τρομοκρατία αποτελεί φαινόμενο του οποίου οι αιτίες και οι επιπτώσεις είναι διάφορες και πολύπλοκες. Λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές επιπτώσεις για την οικονομία, η τρομοκρατική απειλή, η οποία βαρύνει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, είναι σε θέση να καταστρέψει την εμπιστοσύνη τους και μπορεί να αποδειχθεί ότι αποτελεί αρνητικό παράγοντα για την οικονομική ανάπτυξη και τη διατήρηση ενός ευνοϊκού κλίματος για τις επενδύσεις. Ως εκ τούτου, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας πρέπει επιτακτικά να συνεχίσει να αποτελεί ιδιαίτερη προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε σειρά τομέων αλλά η εμμονή της τρομοκρατικής απειλής και η πολυπλοκότητα της καταπολέμησης αυτού του φαινομένου επιβάλλουν την αναζήτηση καινοτόμων λύσεων στο εσωτερικό της Ένωσης [1]. Προκειμένου να εξαλειφθεί το φαινόμενο και, κυρίως, να πληγεί η τρομοκρατία όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην αρχική εμφάνισή της, πρέπει να υπάρξει δράση σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησης των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η δράση που πρέπει να αναληφθεί όσον αφορά τις πηγές και τα δίκτυα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί εντούτοις ένα ιδιαίτερα δύσκολο καθήκον. Όπως συμβαίνει και με τη νομιμοποίηση εσόδων του οργανωμένου εγκλήματος, η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στηρίζεται σε όσο το δυνατόν περισσότερο κρυφές δραστηριότητες, οι οποίες διεξάγονται σε διεθνή κλίμακα και συχνά σε παράλληλα κυκλώματα. [1] Η Επιτροπή προτίθεται να ξεκινήσει το 2004 προπαρασκευαστική δράση στον τομέα της προηγμένης έρευνας για την ασφάλεια με τον τίτλο « Preparatory Action on the enhancement of the European industrial potential in the field of Security research ». Αυτή η δράση στοχεύει στη βελτίωση της ασφάλειας του πολίτη μέσω της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Μεταξύ των θεμάτων προτεραιότητας που θα εξεταστούν, προβλέπεται να αναπτυχθούν ειδικές ενέργειες, για να αντιμετωπιστούν τα διάφορα είδη τρομοκρατικής απειλής, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας που βρίσκεται επί του παρόντος σε φάση οριστικοποίησης. Η παρούσα ανακοίνωση έχει σαν στόχο να ορίσει προσανατολισμούς με σκοπό τη συμπλήρωση του συστήματος που έχει τεθεί σε εφαρμογή στο εσωτερικό της Ένωσης επιδιώκοντας την ισορροπία μεταξύ περισσοτέρων επιτακτικών αναγκών, όπως είναι από τη μια η βελτίωση του επιπέδου ασφάλειας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από την άλλη η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων [2], κυρίως του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. [2] Τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρονται αντίστοιχα στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και στο δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η επίπτωση που θα έχουν όλα τα νέα προβλεπόμενα μέτρα επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα πρέπει να αναλυθεί και να συγκριθεί με την προστιθέμενη αξία που αναμένεται από την άποψη της ασφάλειας, διατηρώντας ως στόχο την εξεύρεση κατάλληλων, ισορροπημένων και ανάλογων λύσεων [3]. [3] Βλέπε στο συγκεκριμένο σημείο την έκθεση για την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη του 2002 που υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το ευρωπαϊκό δίκτυο ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για τα θεμελιώδη δικαιώματα στις 31 Μαρτίου 2003 (http)://europa.eu.int/justice_home/index_el.htm) 2. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας : μία ισχυρή ευρωπαϊκή δέσμευση Αν και είναι αληθές ότι ακόμα και πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 η καταπολέμηση της τρομοκρατίας αποτελούσε ύψιστη μέριμνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [4], οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων αποφάσισαν, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ότι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας θα αποτελέσει περισσότερο από ποτέ στόχο προτεραιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενέκριναν ένα σχέδιο δράσης το οποίο προβλέπει κυρίως την ενίσχυση της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, την ανάπτυξη διεθνών νομικών μέσων και την πρόληψη της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. [5] [4] Μπορούμε κυρίως να αναφερθούμε στην κοινή δράση 96/610/ΔΕΥ που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο στις 15 Οκτωβρίου 1996 και αφορά την κατάρτιση και τήρηση ευρετηρίου αντιτρομοκρατικών ειδικών δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων προς διευκόλυνση της αντιτρομοκρατικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, θεσπίστηκε από το Συμβούλιο στις 9 Δεκεμβρίου 1999 μία σύσταση για τη συνεργασία στον τομέα της τρομοκρατίας (ΕΕ C 373 της 23.12.99 σ.1) [5] Έκτακτη άτυπη σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου η οποία πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 21 Σεπτεμβρίου 2001 (www.europarl.eu.int/summits/pdf/bru_fr.pdf) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διακήρυξε ότι είναι διατεθειμένο να καταπολεμήσει την τρομοκρατία σε όλες τις μορφές της σε παγκόσμιο επίπεδο και ότι θα συνεχίσει τις προσπάθειές του για να ενισχύσει τη συμμαχία που δημιουργήθηκε από τη διεθνή κοινότητα για να καταπολεμήσει την τρομοκρατία από κάθε άποψη. Ζήτησε κυρίως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην αποτελεσματική καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2001 αναφέρουν ότι «Η καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει αποφασιστική σημασία. Για να είναι πλήρως αποτελεσματική, απαιτείται ενεργός διεθνής δράση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμβάλλει πλήρως στη δράση αυτή. Προς τούτο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί από το Συμβούλιο Ecofin και το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση κάθε είδους χρηματοδότησης τρομοκρατικών δραστηριοτήτων...». Η έντονη κινητοποίηση των κρατών μελών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής οδήγησε στην ταχεία θέσπιση μέτρων, νομοθετικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, τα οποία ενίσχυσαν σημαντικά το οπλοστάσιο της Ένωσης κατά της τρομοκρατίας [6]. Πολλά εξ αυτών δεν αφορούν ειδικά την τρομοκρατία αλλά καλύπτουν ένα ευρύτερο πεδίο καλύπτοντας ταυτόχρονα και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και, κυρίως, της χρηματοδότησής της. [7] [6] Τα μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της Ένωσης περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας της Επιτροπής της 28ης Μαρτίου 2003 για τις ενέργειες που έχουν αναληφθεί ή σχεδιάζονται με σκοπό την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας το οποίο συντάχθηκε μετά από αίτηση της κοινού συμβουλίου Ecofin/ΔΕΥ της 16ης Οκτωβρίου 2001.έγγραφο SEC (2003) 414 της 28ης Μαρτίου 2003 με τον τίτλο «Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής για τα μέτρα καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας». [7] Πρόκειται κυρίως για την πράξη του Συμβουλίου της 16ης Οκτωβρίου 2001 για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, του πρωτοκόλλου σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2001 η οποία τροποποιεί την οδηγία 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2001 για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ και στις σοβαρές μορφές διεθνούς εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο παράρτημα της σύμβασης Ευρωπόλ, την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος, την απόφαση-πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας, την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Άλλα μέτρα αποβλέπουν ειδικά στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας : Πρόκειται, αφενός, για μέτρα που συνδέονται με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ [8] και, αφετέρου, για μέτρα που επιδιώκουν να εφοδιάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση με ένα αποτελεσματικό σύστημα καταπολέμησης της τρομοκρατίας. [9] [8] Τα μέτρα που συνδέονται με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών είναι κυρίως : η κοινή θέση 2001/930/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας η οποία αφορά απευθείας την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και επαναλαμβάνει ρητά τις διατάξεις του ψηφίσματος αριθ. 1373 (2001) του συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. η κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας η οποία περιλαμβάνει στο παράρτημα έναν κατάλογο ατόμων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις. ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η απόφαση 2001/927/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 για την κατάρτιση του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2580/2001 η οποία αντικαταστάθηκε από την απόφαση 2003/646/EΚ (ΕΕ L 229, 13.9.2003, σ. 22). η κοινή θέση 2002/402/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2002 περί περιοριστικών μέτρων κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργάνωσης Αλ-Κάιντα και των Ταλιμπάν και λοιπών προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που συνδέονται μαζί τους και περί καταργήσεως των κοινών θέσεων 96/746/ΚΕΠΠΑ, 1999/727/ΚΕΠΠΑ, 2001/154/ΚΕΠΠΑ και 2001/771/ΚΕΠΠΑ. ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2002. η απόφαση 2003/48/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή ειδικών μέτρων αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ. [9] Μπορεί κυρίως να αναφερθεί η σύσταση μίας ομάδας εμπειρογνωμόνων κατά της τρομοκρατίας στο εσωτερικό της Ευρωπόλ. το Συμβούλιο Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις της 20ης Σεπτεμβρίου 2001 αποφάσισε πράγματι να συστήσει στο εσωτερικό της Ευρωπόλ μία ομάδα ειδικών κατά της τρομοκρατίας επιφορτισμένη με την έγκαιρη συγκέντρωση όλων των πληροφοριών, με την ανάλυσή τους και με την πραγματοποίηση των απαραίτητων λειτουργικών και στρατηγικών αναλύσεων. Επιπλέον, η απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η οποία θεσπίστηκε με βάση πρωτοβουλία της Επιτροπής, αποτελεί στο εξής το κοινό νομοθετικό υπόβαθρο της Ένωσης στον τομέα του ποινικού δικαίου. Αυτό το κείμενο προβαίνει σε προσέγγιση των ορισμών των εγκλημάτων και των ποινικών κυρώσεων στο εσωτερικό της Ένωσης. Καθορίζει τα στοιχεία των εγκλημάτων τρομοκρατίας: τρομοκρατικά εγκλήματα και εγκλήματα σχετικά με τρομοκρατική ομάδα, μεταξύ των οποίων και η χρηματοδότησή της. Οι τρέχουσες ή μελλοντικές δράσεις αναφέρονται στην έκθεση της 28ης Μαρτίου 2003 για τις δράσεις που έχουν αναληφθεί ή σχεδιάζονται με σκοπό την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας [10]. [10] Έγγραφο SEC (2003) 414 της 28ης Μαρτίου 2003 με τον τίτλο «Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής για τα μέτρα κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας». Ως συμπλήρωμα αυτών των μέτρων είναι απαραίτητο να ανοίξουν νέοι δρόμοι για να καταπολεμηθεί καλύτερα η τρομοκρατία και οι άλλες σοβαρές μορφές εγκληματικότητας. 3. Το σύστημα καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματοσ στο εσωτερικό της ΕΕ πρέπει να ενισχυθεί α. Πρέπει να υπάρξει σύνδεσμος μεταξύ των μέτρων καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Η σχέση μεταξύ τρομοκρατίας και άλλων μορφών εγκληματικότητας, ειδικότερα με το οργανωμένο έγκλημα δεν είναι πάντα σαφής. Υπάρχουν παρά ταύτα σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο φαινομένων: στις μεθόδους στη χρηματοδότηση και ενίοτε μεταξύ αυτών των ιδίων των ομάδων [11]. [11] Αυτό συμβαίνει κυρίως στις υποθέσεις λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών, διαμαντιών, αλλά επίσης απομίμησης και χωρίς άδεια αναπαραγωγής προϊόντων. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αυτή αποτελεί από μόνη της έγκλημα στο επίπεδο της Ένωσης αφότου θεσπίστηκε η απόφαση-πλαίσιο 2002/475/JAI σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας η οποία αφορά κάθε μορφή χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων τρομοκρατικής ομάδας. Αυτό καλύπτει κυρίως τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τρομοκρατικές οργανώσεις χρηματοδοτούνται από νόμιμες πηγές, όπως για παράδειγμα με τη μεσολάβηση μη κερδοσκοπικών οργανώσεων ή άλλων νομικών προσώπων. Κατά την αναζήτηση χρηματοδότησης, οι τρομοκρατικές οργανώσεις χρησιμοποιούν επίσης συχνά μεθόδους παρόμοιες με εκείνες που χρησιμοποιούνται από τις εγκληματικές οργανώσεις επιδιδόμενες σε δραστηριότητες όπως υπεξαίρεση χρημάτων, απαγωγές με διεκδίκηση λύτρων ή ακόμα λαθρεμπόριο και απάτες οιουδήποτε χαρακτήρα. Ακριβώς όπως και οι εγκληματικές οργανώσεις, οι τρομοκρατικές οργανώσεις προσφεύγουν ενδεχομένως στη διαφθορά και χρησιμοποιούν τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Η κινητοποίηση των κρατών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ευαισθητοποίηση των πολιτών όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να οδηγήσουν στην εξάρθρωση των «νόμιμων» πηγών χρηματοδότησης της τρομοκρατίας [12], εξ ου και η τάση των τρομοκρατικών ομάδων να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση σε πιο σημαντική αναλογία με μέσα παρόμοια με εκείνα που χρησιμοποιούνται από τις «συνήθεις» εγκληματικές οργανώσεις. [12] Η χρηματοδότηση των τρομοκρατικών ομάδων μπορεί να περιλαμβάνει έσοδα προερχόμενα από νόμιμες πηγές: τοιουτοτρόπως η συγκέντρωση χρημάτων προς όφελος φιλανθρωπικών έργων αποτελεί ένα από τα μέσα συγκέντρωσης πόρων για την υποστήριξη της τρομοκρατίας. Όμως, όπως συμβαίνει και με τις εγκληματικές οργανώσεις, μία τρομοκρατική ομάδα μπορεί να αντλεί εισοδήματα από εγκληματικές δραστηριότητες. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας πρέπει κατά συνέπεια, για να είναι πλήρως αποτελεσματική, να αντιμετωπίζεται αποκαθιστώντας το σύνδεσμο με άλλες μορφές εγκληματικότητας. Δεδομένου ότι τα συστήματα που αφορούν την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας συμπληρωματικά με τα συστήματα εκείνα που προβλέπονται ειδικά για το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σαφές ότι η Ένωση πρέπει να εφοδιαστεί με ένα αποτελεσματικό σύστημα καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. β. Η κοινή δράση σχετικά με την ποινικοποίηση της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 21 Δεκεμβρίου 1998 θα πρέπει να αναμορφωθεί. Η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης εισήχθη με την κοινή δράση 1998/733/ΔΕΥ σχετικά με την ποινικοποίηση της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο της 21ης Δεκεμβρίου 1998 [13]. [13] ΕΕ L351 της 29.12.98 σ.1. Αυτό το κείμενο ορίζει την εγκληματική οργάνωση ως «εγκαθιδρυμένη επί ένα χρονικό διάστημα και διαρθρωμένη ένωση περισσοτέρων των δύο προσώπων που δρουν από κοινού προκειμένου να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις που επισύρουν ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών ή βαρύτερη ποινή, εφόσον οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις αποτελούν αυτοσκοπό ή μέσο για τον προσπορισμό περιουσιακών ωφελημάτων και ενδεχομένως για τον αθέμιτο επηρεασμό της λειτουργίας δημόσιων αρχών». Αυτό το κείμενο αφορά όχι μόνο το οργανωμένο έγκλημα αλλά εξίσου τις τρομοκρατικές οργανώσεις στο μέτρο που αφορά κυρίως τις κατηγορίες εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 της σύμβασης Ευρωπόλ το οποίο περιλαμβάνει την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας [14]. [14] Πράξη του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995 για την κατάρτιση της σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας δυνάμει του άρθρου Κ 3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ΕΕ C 316 της 27.11.95 σ.1 Όμως πρέπει στο εξής να ληφθούν υπόψη οι παράμετροι που άλλαξαν από το 1998 : -Η συνθήκη του Άμστερνταμ εισήγαγε νέα νομικά μέσα πιο αποτελεσματικά από την «κοινή δράση». Η απόφαση-πλαίσιο αποτελεί στο εξής το κατάλληλο μέσο για να γίνει η προσέγγιση των ποινικών νομοθεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα. -Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του οργανωμένου διεθνικού εγκλήματος, η οποία αποκαλείται «σύμβαση του Παλέρμο» [15] αναφέρει λεπτομερώς τα εγκλήματα που έχουν σχέση με τη συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα. [15] Πρόκειται για τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του οργανωμένου διεθνικού εγκλήματος που θεσπίστηκε με το ψήφισμα A/RES/55/25 της 15ης Νοεμβρίου 2000 επ' ευκαιρία της 55ης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Δεδομένου ότι η 40η πράξη επικύρωσης αυτής της σύμβασης κατατέθηκε στη Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών την 1η Ιουλίου 2003, η ημερομηνία έναρξης ισχύος κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 είναι η 29η Σεπτεμβρίου 2003. -Η απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ της 13ης Ιουνίου 2002 σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας [16] αποτελεί ένα στοιχείο αναφοράς το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Αυτό το κείμενο ορίζει «την εγκληματική ομάδα» εμπνεόμενο από τον ορισμό της «εγκληματικής οργάνωσης» που περιλαμβάνεται στην κοινή δράση 1998/733/ΔΕΥ, αλλά αποτελεί ένα πολύ πιο πλήρες νομικό μέσο. [17] [16] ΕΕ L 164 της 26.6.2002, σ. 3 [17] Η απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ καθιστά αξιόποινη τη διεύθυνση τρομοκρατικής ομάδας, καταδικάζει τις διάφορες μορφές συμμετοχής στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας «ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για την παροχή πληροφοριών ή υλικών μέσων ή για κάθε μορφή χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων της», προβλέπει την ηθική αυτουργία, τη συνεργία και, στις περισσότερες των περιπτώσεων, την απόπειρα διάπραξης αυτών των διαφόρων εγκλημάτων. Όσον αφορά τις κυρώσεις, εισάγει μία αρχή «επιβαρυντικών περιστάσεων» προβλέποντας ότι τα «τρομοκρατικά εγκλήματα» και ορισμένα εγκλήματα που συνδέονται με την τρομοκρατία πρέπει να επισύρουν ποινές στερητικές της ελευθερίας αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για πράξεις που διαπράττονται εκτός τρομοκρατικού πλαισίου, καθορίζει το ελάχιστο όριο των ανώτατων στερητικών της ελευθερίας ποινών σε 15 έτη για τη διεύθυνση τρομοκρατικής ομάδας και σε 8 έτη για τη συμμετοχή σε τρομοκρατική ομάδα, απαριθμεί ορισμένες κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλονται στα νομικά πρόσωπα (ειδικότερα μέτρα αποκλεισμού από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις, απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, επιβολή δικαστικής εποπτείας, δικαστική εντολή διάλυσης και κλείσιμο εγκαταστάσεων), προβλέπει ένα σύστημα «μετανοούντων» ενσωματώνοντας τις ειδικές περιστάσεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να μειώνουν τις ποινές φυλάκισης όταν ο τρομοκράτης παραιτείται από τις δραστηριότητές του ή παρέχει ορισμένες πληροφορίες στις διοικητικές ή δικαστικές αρχές. Τέλος, αυτό το κείμενο θεσπίζει τους κανόνες δικαιοδοσίας και προβλέπει διατάξεις για να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών και ο κεντρικός έλεγχος των διώξεων. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η αναμόρφωση της κοινής δράσης 1998/733/ΔΕΥ θα πρέπει κυρίως: -να επιτύχει την ουσιαστική προσέγγιση του ορισμού των εγκλημάτων και των κυρώσεων όσον αφορά τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, -να προβλέψει ένα ειδικό αδίκημα για την «διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης», -να ορίσει, ενδεχομένως, τις ιδιαίτερες επιβαρυντικές (διάπραξη εγκλήματος σε συνδυασμό με εγκληματική οργάνωση) και ελαφρυντικές περιστάσεις (μείωση ποινής για τους «μετανοούντες»), -να συμπεριλάβει διατάξεις με σκοπό να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών και τον συντονισμό της δράσης τους. Η «αναμόρφωση» της κοινής δράσης σχετικά με τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση σε απόφαση-πλαίσιο θα επιτρέψει τοιουτοτρόπως να γίνει κάποιος απαραίτητος παραλληλισμός στην καταπολέμηση των εγκληματικών ομάδων, ανεξάρτητα με το αν πρόκειται για τρομοκρατικές οργανώσεις ή για οργανωμένο έγκλημα. Αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα για να υπάρξει ισχυρότερη δράση κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Επιπλέον, θα συμβάλει στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και κυρίως της χρηματοδότησής της, ειδικότερα: -όταν ο τρομοκρατικός στόχος της ομάδας δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, -όταν η ομάδα διαπράττει εγκληματικές πράξεις, κυρίως για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, χωρίς να μπορούν ακόμα να της αποδοθούν επίσημα τρομοκρατικές πράξεις -στις περιπτώσεις που υπάρχει σχέση ή σύγχυση μεταξύ τρομοκρατικών οργανώσεων και ομάδων οργανωμένου εγκλήματος (χρησιμοποίηση τρομοκρατικών μεθόδων από εγκληματικές ομάδες, πρακτικές μαφίας εκ μέρους των τρομοκρατικών οργανώσεων). Το νομοθετικό σύστημα της Ένωσης σχετικά με τις εγκληματικές οργανώσεις πρέπει κατά συνέπεια να ενισχυθεί και να καταστεί συνεκτικό με τη νομοθεσία που έχει θεσπιστεί στο επίπεδο της Ένωσης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας : μία απόφαση-πλαίσιο που θα έχει σαν στόχο να αντικαταστήσει την κοινή δράση 1998/733/ΔΕΥ θα αποτελέσει σημαντικό στάδιο στην καταπολέμηση των πλέον σοβαρών μορφών εγκληματικότητας. Αυτό θα επιτρέψει επιπλέον να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά το φαινόμενο της τρομοκρατίας στο σύνολό του. Η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλει πρόταση προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση κατά τη διάρκεια του έτους 2004. 4. Πρέπει να καταρτιστει ηλεκτρονικοσ καταλογοσ προσωπων, ομαδων και οντοτήτων στα οποία εχουν επιβληθει περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο της καταπολεμησησ της τρομοκρατιασ ή τα οποιααποτελούν το αντικείμενο ποινικής έρευνασ Το πάγωμα περιουσιακών ή άλλων οικονομικών στοιχείων και πόρων προσώπων, ομάδων και νομικών προσώπων που εμπλέκονται στις πράξεις τρομοκρατίας αποτελεί έναν από τους υπάρχοντες μηχανισμούς στο πλαίσιο της Ένωσης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. [18] [18] Τοιουτοτρόπως η κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ του συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 προβλέπει τη δέσμευση κεφαλαίων και άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πηγών προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις καθώς και την απαγόρευση να τίθενται στη διάθεσή τους χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Αυτά τα πρόσωπα, ομάδες και οντότητες συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος. Αυτός ο κατάλογος ενημερώνεται τακτικά με νέες κοινές θέσεις που τροποποιούν το αρχικό κείμενο. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2580/2001 του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001 προβλέπει τη θέσπιση ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αυτό το κείμενο θέτει σε εφαρμογή τη δέσμευση κεφαλαίων, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων και οικονομικών πόρων και την απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα πρόσωπα και οντότητες που συμπεριλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται από το Συμβούλιο. Αυτός ο κατάλογος τροποποιείται και αναθεωρείται τακτικά. Αφορά φυσικά και νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που διαπράττουν ή επιχειρούν να διαπράξουν τρομοκρατική πράξη, συμμετέχουν σε τρομοκρατική πράξη ή διευκολύνουν τη διάπραξή της. Ο συγκεκριμένος κανονισμός εφαρμόζεται με αποφάσεις που περιλαμβάνουν καταλόγους που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Επιπλέον, η κοινή θέση 2002/402/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2002 αφορά περιοριστικά μέτρα κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, των μελών της οργάνωσης Αλ-Κάιντα και των Ταλιμπάν και άλλων προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και άλλων φορέων που συνδέονται μαζί τους. Αυτό το κείμενο προβλέπει κυρίως ότι η Κοινότητα διατάσσει τη δέσμευση των κεφαλαίων και λοιπών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων των προσώπων και οντοτήτων που προβλέπονται στον κατάλογο που καταρτίζεται σύμφωνα με τα ψηφίσματα 1267 (1999) και 1333 (2000) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά από την επιτροπή που συστήθηκε σύμφωνα με το ψήφισμα 1267 (1999). Παράλληλα, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2002 προβλέπει μέτρα κατά των ίδιων προσώπων και οντοτήτων. Αυτό το κείμενο προβλέπει κυρίως τη δέσμευση όλων των κεφαλαίων και οικονομικών πόρων φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που ορίζονται από την επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών και απαριθμούνται στο παράρτημα. Αυτός ο κατάλογος ενημερώνεται με διαδοχικούς κανονισμούς. Έχουν καταρτιστεί προς το σκοπό αυτό κατάλογοι οι οποίοι ενημερώνονται τακτικά και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Σημαντικός αριθμός προσώπων και οργανώσεων, των οποίων τα ονόματα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο ιδιαίτερης επαγρύπνησης, κυρίως του τραπεζικού τομέα, δεδομένου ότι τους έχουν επιβληθεί οικονομικοί περιορισμοί.. Το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, για να αποτελεί πλήρως αποτελεσματικό μέτρο, πρέπει να εφαρμόζεται με τον πιο κατάλληλο τρόπο από τη στιγμή της εγγραφής φυσικού ή νομικού προσώπου σε κάποιον κατάλογο. Ένα τέτοιο μέτρο προορίζεται πράγματι να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις επείγοντος σαν ασφαλιστικό μέτρο. Σχετικά με το θέμα, οι ομοσπονδίες του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα όπως η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τραπεζών (FBE), η ευρωπαϊκή ένωση ταμιευτηρίων, η ευρωπαϊκή ένωση συνεταιριστικών τραπεζών και η EAPB (Ευρωπαϊκή Ένωση Δημόσιων Τραπεζών) συνέστησαν μία ομάδα εμπειρογνωμόνων με σκοπό να καταρτιστεί ένα σχέδιο ηλεκτρονικού καταλόγου σύμφωνα με τις ανάγκες των τραπεζικών ιδρυμάτων. Αυτή η πρωτοβουλία βασίζεται στο γεγονός ότι η μόνη επί του παρόντος διαθέσιμη πηγή είναι οι κατάλογοι φυσικών και νομικών προσώπων στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις, οι οποίοι δημοσιεύονται τακτικά στην Επίσημη Εφημερίδα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτές οι οργανώσεις θεωρούν ότι ένας παγιωμένος και μόνιμα ενημερωνόμενος ηλεκτρονικός κατάλογος, προσιτός στα τραπεζικά ιδρύματα θα παρείχε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στο σύστημα στο μέτρο που τα στοιχεία που αφορούν τα πρόσωπα και τις οργανώσεις που αποτελούν το αντικείμενο κυρώσεων θα αναλύονται με ταχύτερο τρόπο. Τα όργανα που είναι αρμόδια για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας θα μπορέσουν τοιουτοτρόπως να αντλήσουν όφελος από ένα μέτρο που στοχεύει να δημιουργήσει μία βάση δεδομένων ή έναν ηλεκτρονικό κατάλογο που να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και τις πληροφορίες που αφορούν τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή ομάδες που αποτελούν το αντικείμενο ποινικών ερευνών για τρομοκρατικά εγκλήματα. Τοιουτοτρόπως η Ευρωπόλ και άλλες αρχές και υπηρεσίες στο εσωτερικό της Ένωσης που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας θα μπορούν να κερδίζουν σε χρόνο και αποτελεσματικότητα. Η Επιτροπή υποδέχεται ευνοϊκά τη δέσμευση του ιδιωτικού τομέα στον συγκεκριμένο τομέα. Από την πλευρά της, θα προβεί σε αξιολόγηση των εφαρμόσιμων λύσεων για να βελτιώσει το τρέχον σύστημα και θα εντάξει αυτό το ζήτημα κατά το 2004 στις εργασίες του φόρουμ για την πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους φορείς και κυρίως με τους αντιπροσώπους του ιδιωτικού τομέα. 5. Θα πρέπει να επιδιωχθεί η εγκαθίδρυση στα κρατη μέλη ενός αποτελεσματικού εθνικού συστήματος καταχώρησησ τραπεζικών λογαριασμών που να επιτρέπει την ταχεία ανταπόκριση σε αιτήσεις αμοιβαιασ δικαστικής συνδρομησ σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και τραπεζικές κινήσεις Οι δυσκολίες που συναντώνται κατά την αστυνομική και δικαστική συνεργασία όσον αφορά τα οικονομικά εγκλήματα οφείλονται, εν μέρει, στη δυσκολία αποτελεσματικής διεξαγωγής ερευνών για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις τραπεζικές κινήσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δημιουργία μέσων που παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού των πραγματικών δικαιούχων των λογαριασμών και κυρίως, τον κεντρικό έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών θα μπορούσε να συντελέσει στη βελτίωση της παρακολούθησης των κινήσεων κεφαλαίων στο πλαίσιο ποινικών ερευνών, ιδιαίτερα στον τομέα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. [19] [19] Ορισμένα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει ένα σύστημα κεντρικού ελέγχου των τραπεζικών λογαριασμών: στη Γαλλία, πρόκειται για το «Fichier des comptes bancaires et assimilιs», επονομαζόμενο FICOBA. Αυτό το δελτίο δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 70, πήρε ηλεκτρονική μορφή από το 1982 και περιλαμβάνει επί του παρόντος περίπου 270 εκατ. τραπεζικούς λογαριασμούς. Τροφοδοτείται από τις υποχρεωτικές δηλώσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία είναι υποχρεωμένα να δηλώνουν τους λογαριασμούς που διαχειρίζονται και να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες για αυτούς τους λογαριασμούς. Αυτό το δελτίο το συμβουλεύονται κυρίως οι φορολογικές υπηρεσίες και οι δικαστικές αρχές. Χρησιμοποιείται επίσης στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας για να ικανοποιηθούν, με τη μεσολάβηση των γαλλικών δικαστικών αρχών, οι αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής που προέρχονται από αλλοδαπές αρχές. Το πρωτόκολλο της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεσπίστηκε με πράξη του Συμβουλίου της 16ης Οκτωβρίου 2001 περιλαμβάνει ήδη διατάξεις για τις αιτήσεις πληροφοριών σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, τις αιτήσεις πληροφοριών σχετικά με τραπεζικές συναλλαγές και τις αιτήσεις παρακολούθησης τραπεζικών συναλλαγών. [20] Οι αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής δεν μπορούν εντούτοις να ικανοποιηθούν υπό καλές συνθήκες παρά μόνον εφόσον τα κράτη μέλη διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα καταχώρησης των τραπεζικών λογαριασμών που να παρέχει τη δυνατότητα ταχείας απάντησης στις αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και τραπεζικές κινήσεις. [20] ΕΕ C 326 της 21.11.2001 σ. 1 Σχετικά με το θέμα, η εγκαθίδρυση εθνικών συστημάτων καταχώρησης τραπεζικών και παρεμφερών λογαριασμών που να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των δικαιούχων λογαριασμών στο επίπεδο κάθε κράτους μέλους θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος. Αυτά τα συστήματα θα πρέπει να μπορούν να είναι προσιτά στις υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του νόμου και στις δικαστικές αρχές. Το ζήτημα της εγκαθίδρυσης τέτοιων συστημάτων εξετάζεται ήδη στο πλαίσιο των εργασιών για την προπαρασκευή μίας πρότασης τρίτης οδηγίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει το 2004 να εξετάζει τα ισχύοντα συστήματα στην Ένωση για να προσδιορίσει το κατά πόσον ενδείκνυται να επεξεργαστεί νομικό μέσο για να καθιερώσει στα κράτη μέλη εθνικά συστήματα καταχώρησης των τραπεζικών λογαριασμών που να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των δικαιούχων των λογαριασμών και τη διευκόλυνση των ερευνών σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις κινήσεις λογαριασμών. 6. Πρέπει να αναζητηθεί ένας μηχανισμός που να επιτρέπει τη συγκέντρωση και τη διαβίβαση πληροφοριών για να αποφευχθεί η διείσδυση τρομοκρατικών ομάδων σε νόμιμεσ δραστηριότητεσ Συναντάται συχνά το φαινόμενο να χρησιμοποιούνται νομικές οντότητες για τις ανάγκες τρομοκρατικών ομάδων, κυρίως για να εξασφαλιστεί η χρηματοδότησή τους. Επιπλέον, οι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες διεισδύουν σε νόμιμες δραστηριότητες με σκοπό τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Η βελτίωση της διαφάνειας των νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα αποτελεί ένα μέσο πρόληψης και καταπολέμησης το οποίο μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικό τόσο κατά του οργανωμένου εγκλήματος όσο και κατά της τρομοκρατίας. Σχετικά με το θέμα, η σύσταση αριθ. 3 της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αρχή της νέας χιλιετίας [21] αναφέρει ότι «τα κράτη μέλη θα επιδιώξουν να συγκεντρώσουν στοιχεία, τηρώντας τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, σχετικά με τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη δημιουργία και τη διοίκηση νομικών προσώπων εγγεγραμμένων στο έδαφος των κρατών μελών, ως μέσο πρόληψης της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος στο δημόσιο και το νόμιμο ιδιωτικό τομέα». [22] [21] ΕΕ C 124 της 3.5.2000 σ.1 [22] Πρόκειται για επανάληψη της διατύπωσης της σύστασης αριθ. 8 του προγράμματος δράσης σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα το οποίο θεσπίστηκε από το Συμβούλιο στις 28 Απριλίου 1997 και το οποίο θα όφειλε να έχει τεθεί σε εφαρμογή μέχρι τα τέλη του 1998. Το πρόγραμμα δράσης του 1997 ήταν εντούτοις πληρέστερο όσον αφορά το συγκεκριμένο σημείο στο μέτρο που αφορούσε όχι μόνο τις πληροφορίες που αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη δημιουργία ή τη διοίκηση αυτών των νομικών προσώπων αλλά εξίσου τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση νομικών προσώπων. Με το ίδιο πνεύμα η παράγραφος 54 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999 αναφέρει ότι, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις ανάγκες προστασίας των δεδομένων, θα πρέπει να βελτιωθεί η διαφάνεια του κεφαλαίου των εταιρειών. Ένα έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τα μέτρα και τις δράσεις που έχουν θεσπιστεί για να τεθούν σε εφαρμογή οι συστάσεις της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αρχή της επόμενης χιλιετίας σχετικά με την πρόληψη και τον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος υποστηρίζει την επέκταση αυτού του μέτρου που αρχικά είχε σχεδιαστεί για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος στον τομέα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. [23] [23] Έγγραφο εργασίας SEC (2003) 378 της 21.3.2003 το οποίο συντάχθηκε σύμφωνα με τη σύσταση αριθ. 39 του εγγράφου με τον τίτλο «Πρόληψη και έλεγχος του οργανωμένου εγκλήματος: στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αρχή της νέας χιλιετίας» (ΕΕ C 124 της 3.5.2000, σ.1). Εξετάστηκε από την πολυτομεακή ομάδα για το οργανωμένο έγκλημα (GMD) η οποία συνέταξε το έγγραφο "CRIMORG 36" της 2ας Ιουνίου 2003 με τον τίτλο «Draft report on the measures and steps taken with regard to the implementation of the recommendations of the European Union Strategy for the Beginning of the New Millennium on Prevention and Control of Organised Crime». Παράλληλα, η Επιτροπή προέβη σε συγκριτική μελέτη των υφιστάμενων μέτρων στα κράτη μέλη με σκοπό να αποτρέψει τη διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος και των τρομοκρατικών ομάδων σε νομικά πρόσωπα. [24] [24] Μελέτη αριθ. ΓΔ.ΔΕΥ-B2/2003/01 που διεξήχθη από την IALS το 2003 (Institute of advanced legal studies) υπό τη διεύθυνση του Κωνσταντίνου Στεφάνου και της Ελένης Ξανθάκη. Προκύπτει ότι τα κράτη μέλη τηρούν, στην πλειοψηφία τους, μητρώα εταιρειών στα οποία αναφέρονται διάφορες πληροφορίες όπως το όνομα της εταιρείας, η νομική της μορφή, η εταιρική της έδρα ή ο τόπος εγκατάστασης, τα ονόματα των διευθυντών. Αυτά τα μητρώα τηρούνται είτε από δημόσιους οργανισμούς που έχουν σχέση με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας ή με τα δικαστήρια, είτε από ημικρατικούς οργανισμούς όπως τα εμπορικά επιμελητήρια. Ο μέσος ετήσιος αριθμός νέων νομικών προσώπων που καταχωρούνται στα κράτη μέλη υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 4.000.000. Ο ετήσιος αριθμός διαγραφών είναι της τάξεως του 1.000.000. Προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματική πρόληψη των διεισδύσεων στο νόμιμο τομέα, η ανωτέρω μελέτη συστήνει σε όλα τα κράτη μέλη να εισάγουν στις νομοθεσίες τους σχετικά με τη σύσταση και τη διαχείριση νομικών προσώπων μηχανισμούς έκπτωσης και απαγόρευσης σε σχέση με φυσικά και νομικά πρόσωπα σε περίπτωση καταδίκης, κυρίως για αδικήματα που έχουν σχέση με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα. Το σύστημα θα μπορούσε πράγματι να είναι πλήρως αποδοτικό εάν τα συγκεκριμένα πρόσωπα πλήττονταν από απαγόρευση να διευθύνουν, να διαχειρίζονται, να διοικούν ή να ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα κάποιο νομικό πρόσωπο και εάν η απαγόρευση αυτή εφαρμοζόταν στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα προϋπέθετε : -Την ύπαρξη αξιόπιστων εθνικών μητρώων νομικών προσώπων, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για εμπορικές εταιρείες ή για ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Αυτά τα μητρώα θα επέτρεπαν κυρίως τον προσδιορισμό των πραγματικών δικαιούχων των επιχειρήσεων. Σχετικά με το θέμα, θα μπορούσαν να προσδιορισθούν κοινές προδιαγραφές για να δοθεί η δυνατότητα ομοιογένειας των καταχωρούμενων δεδομένων και πιο αποτελεσματικής χρήσης των δεδομένων αυτών από τις εθνικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες στον τομέα της πρόληψης και της καταπολέμησης ορισμένων μορφών εγκληματικότητας, και ειδικότερα της τρομοκρατίας. Αυτό θα διευκολύνει τις έρευνες και θα δώσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην αστυνομική και δικαστική συνεργασία. -Την επιβολή εκτεταμένων εκπτώσεων από δικαιώματα και απαγορεύσεων σε όλη την Ένωση, κυρίως όσον αφορά τη σύσταση, τη διαχείριση ή τη διοίκηση νομικών προσώπων, για τα καταδικασθέντα φυσικά πρόσωπα, ιδιαίτερα για αδικήματα που έχουν σχέση με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα.. -Την εγκαθίδρυση ενός μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών για τον έλεγχο του κατά πόσον καταδικασθέντες, κυρίως για εγκλήματα που έχουν σχέση με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα, επιχειρούν να συμμετέχουν στη σύσταση ή τη διαχείριση νομικών προσώπων και για την εφαρμογή των μέτρων απαγόρευσης και έκπτωσης από δικαιώματα που τους έχουν επιβληθεί. [25] [25] Βλέπε τις εξελίξεις σχετικά με το ευρωπαϊκό ποινικό μητρώο στο κεφάλαιο 7 της παρούσας ανακοίνωσης. Η εφαρμογή της σύστασης αριθ. 3 της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προσεχή χιλιετία για τις ανάγκες της πρόληψης και της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος αποτελεί κατά συνέπεια εγχείρημα μεγάλης εμβέλειας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η θέσπιση μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της διαφάνειας των νομικών προσώπων είναι απαραίτητη για να αποτραπεί η διείσδυση εγκληματικών, και κυρίως τρομοκρατικών οργανώσεων στο νόμιμο τομέα. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να σχεδιαστούν σε στενή συνεργασία με τους αντιπροσώπους των συγκεκριμένων τομέων. Θα πρέπει πράγματι να εξασφαλιστεί ότι η αυξημένη διαφάνεια όσον αφορά τους διοικούντες, τους μετόχους ή τους πραγματικούς δικαιούχους των επιχειρήσεων δεν θα έχουν αρνητική επίπτωση στις επιχειρήσεις από άποψη αποτελεσματικότητας και αύξησης των διοικητικών εξόδων και αυτό προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των διακυβευομένων συμφερόντων και της αναλογικότητας των μέσων. Η Επιτροπή θα διοργανώσει από το 2004 με τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών, συζήτηση σχετικά με τη σκοπιμότητα, τις λεπτομέρειες, τη σχέση κόστους αποτελεσματικότητας και τον απαραίτητο χρόνο για να τεθεί σε εφαρμογή ένα σύστημα κατάλληλο, ισορροπημένο, ανάλογο και σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα και ιδιαίτερα με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εξάλλου, προτίθεται να αναλύσει αυτό το θέμα στο πλαίσιο των εργασιών του φόρουμ για την πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος. 7. Θα πρέπει εξίσου να προβλεφθεί η δημιουργια ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου για να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης του εγκλήματος και κυρίως της τρομοκρατίας Η αποτελεσματική καταπολέμηση των πλέον σοβαρών μορφών εγκληματικότητας και, ιδιαίτερα της τρομοκρατίας, προϋποθέτει ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με τις καταδίκες, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να εφαρμοσθούν ορισμένα μέτρα έκπτωσης από δικαιώματα ικανά να επεκταθούν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ή μέτρα κατάσχεσης περιουσιακών αγαθών του καταδικασθέντος. Αυτό ισχύει εξίσου στο πλαίσιο της πρόληψης και της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος : τοιουτοτρόπως, η απαγόρευση που επιβάλλεται στα πρόσωπα που έχουν διαπράξει ορισμένες παραβάσεις να συμμετέχουν σε διαδικασίες δημόσιων πλειστηριασμών που διεξάγονται από τα κράτη μέλη και από την Κοινότητα και η απόρριψη των αιτήσεών τους για τη χορήγηση επιδοτήσεων ή δημόσιων αδειών εκμετάλλευσης δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές αν δεν υπάρχει, στο επίπεδο της Ένωσης, διάδοση πληροφοριών σχετικά με τα καταδικασθέντα άτομα. [26] [26] Η σύμβαση αριθ. 7 του σχεδίου δράσης του 1997 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα προβλέπει τον αποκλεισμό προσώπων που έχουν διαπράξει αδικήματα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα από τη συμμετοχή σε διαδικασίες πρόσκλησης υποβολής προσφορών που διεξάγονται από τα κράτη μέλη και την Κοινότητα και την απόρριψη των αιτήσεων τους για τη χορήγηση επιδοτήσεων ή κρατικών αδειών. Η σύσταση αριθ. 2 της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αρχή της νέας χιλιετίας επαναλαμβάνει την ίδια ιδέα. Η εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού διαβίβασης πληροφοριών για τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις απώλειες δικαιωμάτων αποτελεί επίσης έναν από τους άξονες ενός συστήματος που επιτρέπει τη συγκέντρωση και τη διαβίβαση πληροφοριών για να αποφευχθεί η διείσδυση τρομοκρατικών ομάδων και εγκληματικών οργανώσεων σε νόμιμες δραστηριότητες. Η δημιουργία ενός ποινικού μητρώου στο οποίο θα καταχωρούνται οι ποινικές καταδίκες σε ευρωπαϊκό επίπεδο προβλέφθηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των οριστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις [27] καθώς και στα μέτρα αριθ. 2 έως 4 του προγράμματος μέτρων του Συμβουλίου και της Επιτροπής για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων. [28] [29] [27] COM (2000) 495 τελικό, 26.7.2000, τμήμα 5. [28] ΕΕ C 12 της 15.1.2001, σ.10. [29] Το μέτρο αριθ. 2 αφορά την έκδοση μιας ή περισσοτέρων πράξεων που να καθιερώνουν την αρχή ότι ο δικαστής ενός κράτους μέλους πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει υπόψη τις τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις που εκδίδονται στα άλλα κράτη μέλη προκειμένου να εκτιμήσει τον πρότερο βίο του παραβάτη, να κρίνει εάν είναι υπότροπος και να καθορίσει τη φύση της ποινής και τις τυχόν ειδικές ρυθμίσεις για την έκτισή της. Όσον αφορά το συνυπολογισμό των αλλοδαπών καταδικαστικών αποφάσεων όπως προβλέπεται από το αναφερόμενο μέτρο, η κατάσταση διαφέρει σημαντικά στα διάφορα κράτη μέλη. Το άρθρο 56 της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων ορίζει ότι «κάθε συμβαλλόμενο κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά μέτρα που κρίνει ενδεδειγμένα για να επιτρέψει στα δικαστήριά του, κατά την έκδοση απόφασης, να λαμβάνουν υπόψη κάθε ευρωπαϊκή κατ' αντιμωλία ποινική απόφαση που εκδίδεται προηγουμένως λόγω άλλου αδικήματος, προκειμένου να συνδέσει με αυτήν το σύνολο ή μέρος των αποτελεσμάτων που το δίκαιο του προβλέπει για τις αποφάσεις που εκδίδονται στην επικράτειά του. Καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες λαμβάνεται υπόψη αυτή η απόφαση». Εντούτοις, μόνο τέσσερα κράτη μέλη έχουν επικυρώσει τη σύμβαση του 1970 χωρίς να διατυπώσουν επιφυλάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 56 (Αυστρία, Δανία, Ισπανία και Σουηδία). Το μέτρο αριθ. 3 έχει ως εκ τούτου την ακόλουθη διατύπωση: «προς διευκόλυνση της αμοιβαίας ενημέρωσης, καθιέρωση του τυποποιημένου εγγράφου αίτησης αντιγράφων ποινικού μητρώου, μεταφρασμένο στις διάφορες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάση του προτύπου που εκπονήθηκε στα πλαίσια των οργάνων του Σένγκεν». Όσον αφορά το πρότυπο αίτησης αντιγράφων ποινικού μητρώου που προβλέπεται από αυτό το μέτρο, η Επιτροπή έκρινε ότι θα ήταν προτιμότερο να το συνδυάσει με το πρότυπο που περιλαμβάνεται στην πρόταση της απόφασης-πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα διεξαγωγής αποδείξεων με σκοπό τη συγκέντρωση αντικειμένων, εγγράφων και δεδομένων που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, οι ισχύουσες διαδικασίες αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής που χρησιμοποιούνται για τη συγκέντρωση αντιγράφων ποινικού μητρώου θα αντικατασταθούν από ένταλμα που εκδίδεται από δικαστική αρχή και εκτελείται σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Το μέτρο αριθ. 4 προβλέπει την «πραγματοποίηση μελέτης σκοπιμότητας με την οποία, λαμβανομένων πλήρως υπόψη των απαιτήσεων περί ατομικών ελευθεριών και προστασίας δεδομένων, θα καθορίζεται ο καλύτερος δυνατός τρόπος ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τις ποινικές καταδίκες που έχουν απαγγελθεί κατά προσώπου. Στο πλαίσιο της μελέτης θα ερευνηθεί ποια είδη καταδικαστικών αποφάσεων πρέπει να αφορά ενημέρωση, καθώς και η επιλογή της καλύτερης από τις παρακάτω μεθόδους : α) διευκόλυνση των διμερών ανταλλαγών πληροφοριών. β) εισαγωγή των εθνικών αρχείων σε δίκτυο. γ) σύσταση ενός πραγματικού κεντρικού ευρωπαϊκού αρχείου». Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος διεξήχθησαν δύο μελέτες [30] που χρηματοδοτήθηκαν χάρη σε προγράμματα που διαχειρίζεται η Επιτροπή, καθώς και μία άλλη πρόσφατη μελέτη την οποία παρήγγειλε η Επιτροπή [31]. Αυτές διερεύνησαν ένα μεγάλο αριθμό ζητημάτων τα οποία θέτει η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μητρώου ποινικών καταδικών. [30] "Blueprint for an EU criminal records database: Legal, politico-institutional & practical feasibility" (Prof. Gert Vermeulen and Prof. Tom Vander Beken, Ghent University; projet Grotius 2001/GRP/024). "A European Criminal Record as a means of combating organised crime" (με τον συντονισμό της κας Ελένης Ξανθάκη, IALS, Λονδίνο. σχέδιο Falcone 2000/FAL/168). [31] Μελέτη αριθ. ΓΔ.ΔΕΥ-B 2/2003/01 που διεξήχθη από την IALS το 2003 (Institute of advanced legal studies) υπό την αιγίδα του Κωνσταντίνου Στεφάνου και της Ελένης Ξανθάκη. Προκύπτει ότι τα κράτη μέλη τηρούν εθνικά μητρώα ποινικών καταδικών αλλά ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές, κυρίως όσον αφορά την υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με την τήρηση αυτών των ποινικών μητρώων, το περιεχόμενο αυτών των μητρώων καθώς και τους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα δεδομένα. Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα μητρώα τηρούνται από τις αστυνομικές υπηρεσίες, ενώ σε άλλα τα μητρώα υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπάρχουν διαφορές σχετικά με τα είδη καταδικών και εκπτώσεων που καταχωρούνται στα εθνικά μητρώα. Για παράδειγμα, όλα τα κράτη μέλη δεν καταχωρούν τις ποινικές καταδίκες νομικών προσώπων και όλα τα κράτη μέλη δεν καταχωρούν τις ποινικές καταδίκες των υπηκόων τους που εκδίδονται από αλλοδαπά δικαστήρια. Υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές όσον αφορά τους κανόνες που αφορούν τη διαγραφή καταχωρήσεων που γίνονται στο ποινικό μητρώο. Οι ισχύουσες διατάξεις στα δέκα νέα κράτη μέλη που θα προσχωρήσουν στην Ένωση το 2004 παρουσιάζουν επίσης μεγάλες διαφορές. Εξάλλου, προς το παρόν, η συγκέντρωση πληροφοριών για τις ποινικές καταδίκες προϋποθέτει την προσφυγή στην αμοιβαία δικαστική συνδρομή. Ένα ευρωπαϊκό μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων και εκπτώσεων από δικαιώματα θα παρουσίαζε μεν σαν προτέρημα να αποφεύγεται η χρήση αυτής της διαδικασίας και θα συνεπαγόταν σημαντικό κέρδος χρόνου αλλά προϋποθέτει την εξέταση ορισμένων πρακτικών και νομικών προβλημάτων. Πριν να επιδοθούμε σ' αυτό το εγχείρημα είναι απαραίτητο να προσδιορισθούν με σαφήνεια οι σκοποί ενός τέτοιου μητρώου. Το προαναφερόμενο πρόγραμμα μέτρων προσδιορίζει δύο χρήσεις : να προσδιοριστεί η υποτροπή και να αντληθούν οι συνέπειες όσον αφορά την εξατομίκευση της κύρωσης (τμήμα 1.2 του προγράμματος) και να επεκταθεί η ισχύς των εκπτώσεων από δικαιώματα στο σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα 3.4 του προγράμματος). Μπορούν να προβλεφθούν και άλλοι στόχοι : η εφαρμογή από τον δικαστή της αρχής «non bis in idem»³ σε περίπτωση καταδίκης για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, αλλά εξίσου η πρόληψη της διείσδυσης των τρομοκρατικών οργανώσεων και του οργανωμένου εγκλήματος στο δημόσιο και το νόμιμο ιδιωτικό τομέα. Τοιουτοτρόπως, πρέπει να αποφασιστεί το κατά πόσον ένα τέτοιο μητρώο θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες για τις έρευνες που διεξάγονται από τις ανακριτικές αρχές (οι οποίες μπορούν να είναι αστυνομικές ή δικαστικές αρχές, ανάλογα με τη χώρα και το είδος έρευνας) ή για τις έρευνες που διεξάγονται από τις διοικητικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της πρόσβασης σε διάφορες δραστηριότητες (για παράδειγμα, εργασία με παιδιά, δημόσιες συμβάσεις) οι οποίες απαγορεύονται σε πρόσωπα που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις. Σχετικά με το ζήτημα, η προαναφερόμενη μελέτη για τα ισχύοντα μέτρα στα κράτη μέλη που αποβλέπουν στην αποτροπή της διείσδυσης του οργανωμένου εγκλήματος και των τρομοκρατικών ομάδων σε νομικές οντότητες συστήνει την εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού μητρώου ποινικών καταδικών και εκπτώσεων από δικαιώματα σχετικά με τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για πράξεις οργανωμένου εγκλήματος ή τρομοκρατίας (σύσταση 7). Αυτή η μελέτη προτείνει να χορηγηθεί δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε αυτό στις δημόσιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη συγκέντρωση δεδομένων για τα νομικά πρόσωπα προκειμένου να αποτραπεί η διείσδυση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος σε αυτά τα νομικά πρόσωπα (σύσταση 14). Προσθέτει ότι ένα τέτοιο μητρώο πρέπει να παρέχει πρόσβαση στις δικαστικές αρχές, στις διωκτικές αρχές, στις αστυνομικές υπηρεσίες και στις δημόσιες αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί η αποστολή να τηρούν τα μητρώα νομικών προσώπων. [32] [32] Μελέτη αριθ. ΓΔ.ΔΕΥ-B2/2003/01 που διεξήχθη από την IALS το 2003 (Institute of advanced legal studies) υπό την αιγίδα του Κωνσταντίνου Στεφάνου και της Ελένης Ξανθάκη. Τέλος, προκειμένου να ελεγχθεί η πρόσβαση σε ορισμένα επαγγέλματα, πρέπει να αποφασιστεί το κατά πόσον πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα ατόμου να ζητεί πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο μητρώο. Υπό το φως των προαναφερομένων, η συζήτηση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου θα πρέπει ως εκ τούτου να αφορά τουλάχιστον τα ακόλουθα ζητήματα: -Την προστασία των δεδομένων. Πρέπει να καθοριστεί πως θα εξασφαλιστεί η προστασία των δεδομένων ενός τέτοιου μητρώου. Θα πρέπει πράγματι να θεσπιστούν ακριβείς διατάξεις για να καθοριστούν τα δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα του συγκεκριμένου προσώπου, το δικαίωμα διόρθωσής τους, και η εποπτεία από όργανο ελέγχου. -Την πρόσβαση. Θα πρέπει να καθοριστούν οι έχοντες πρόσβαση, για ποιους σκοπούς και υπό ποίες προϋποθέσεις. Θα πρέπει κυρίως να αποφασιστεί το κατά πόσον, πέραν από τις δικαστικές αρχές, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στις αστυνομικές και διοικητικές αρχές να έχουν άμεση ή έμμεση πρόσβαση σε ένα τέτοιο μητρώο. Επιπλέον, πρέπει επίσης να εξεταστεί το κατά πόσον θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση στην Eurojust, την Ευρωπόλ, και την OLAF. -Το περιεχόμενο. Εν όψει των επιδιωκόμενων στόχων, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για το ποιες καταδίκες συμπεριλαμβάνονται σε ένα τέτοιο ευρωπαϊκό μητρώο: πρέπει να καταχωρούνται όλες οι καταδίκες και εκπτώσεις από δικαιώματα ή μόνο ορισμένες καταδίκες που αντιστοιχούν στη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων (κυρίως τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος). Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσον θα συμπεριληφθούν νομικά πρόσωπα στο σύστημα και οι κανόνες που πρέπει να τηρούνται σε σχέση με αυτά. -Τη διαγραφή δεδομένων. Η πλέον πρόσφορη λύση θα ήταν να ανατεθεί σε κάθε κράτος μέλος η φροντίδα να εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες όσον αφορά τη διαγραφή της καταχώρησης μιας καταδίκης. -Τη διοργάνωση. Ένα ευρωπαϊκό μητρώο θα πρέπει να είναι προσιτό ηλεκτρονικά για να εξασφαλιστεί η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα. Εντούτοις, αυτό το κεντρικό ευρετήριο δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη ενός κεντρικού υπολογιστή ο οποίος να περιλαμβάνει όλα τα χρήσιμα δεδομένα και θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής η δημιουργία συνδέσμων με τα εθνικά ευρετήρια. Όμως θα πρέπει να ρυθμισθεί το ζήτημα της ευθύνης για την εισαγωγή και την ενημέρωση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο μητρώο. Ανεξάρτητα από την επιλεγείσα λύση, θα πρέπει να καθορισθεί ποια είναι η καταλληλότερη αρχή για να διαχειρίζεται το μητρώο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι προαναφερόμενες μελέτες αναφέρουν πολλές δυνατότητες, κυρίως την Ευρωπόλ ή την Eurojust. Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα των ελέγχων στους οποίους θα υποβάλλεται η λειτουργία ενός μητρώου. -Τη χρηματοδότηση. Το ζήτημα της απαραίτητης χρηματοδότησης για την κάλυψη των εξόδων δημιουργίας και λειτουργίας ενός τέτοιου μητρώου αποτελεί σαφώς ένα βασικό ζήτημα. Στη βάση των κύριων ζητημάτων που αφορούν τη δημιουργία ενός μητρώου καταδικαστικών αποφάσεων και εκπτώσεων από δικαιώματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Επιτροπή θα διοργανώσει σύντομα συζήτηση με τα κράτη μέλη με σκοπό τη θέσπιση πρότασης για τη δημιουργία ευρωπαϊκού ποινικού μητρώου πριν από τα τέλη του έτους 2004. 8. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και των οργάνων της Ένωσης που είναι επιφορτισμένα με την καταπολέμηση της τρομοκρατίασ πρέπει να είναι συνολική Χωρίς να αναμένεται η δημιουργία ενός Μητρώου ποινικών καταδικών και εκπτώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία απαιτεί εμπεριστατωμένη ανάλυση και χρόνο, πρέπει να γίνει μετάβαση προς ένα επόμενο στάδιο για να βελτιωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και των οργάνων που είναι επιφορτισμένα, στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η απόφαση 2003/48 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή ειδικών μέτρων αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας αποτελεί ήδη σημαντικό βήμα. Αυτό το κείμενο, το οποίο θεσπίστηκε στη βάση πρωτοβουλίας του Βασιλείου της Ισπανίας, συμβάλλει πράγματι στη βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών σχετικά με τις ποινικές έρευνες και διαδικασίες που αφορούν «πρόσωπα, ομάδες και οντότητες» που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001. Πρέπει εντούτοις να γίνει ένα συμπληρωματικό βήμα διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής αυτών των ανταλλαγών πληροφοριών σε όλα τα τρομοκρατικά εγκλήματα κατά την έννοια της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ χωρίς αυτές να περιορίζονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ. Τοιουτοτρόπως, η υποχρέωση πληροφόρησης δεν θα καθορίζεται σε συνάρτηση με έναν κατάλογο προσώπων και οντοτήτων, ανεξαρτήτως του μεγέθους του, αλλά θα ισχύει για όλα τα εγκλήματα που προβλέπονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας τα οποία γνωρίζουν τα κράτη μέλη : τρομοκρατικά εγκλήματα, εγκλήματα που έχουν σχέση με τρομοκρατική ομάδα, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε μορφής χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων της, εγκλήματα που συνδέονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες καθώς και η υποκίνηση, συνδρομή, συνεργία και απόπειρα. Επιπλέον, αυτές οι ανταλλαγές πληροφοριών πρέπει να αφορούν όλα τα στάδια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών καταδικών ενώ η απόφαση 2003/48/ΔΕΥ δεν αφορά τις πληροφορίες που έχουν σχέση με την καταδίκη. Η Ευρωπόλ και η Eurojust θα πρέπει να είναι αποδέκτες αυτών των πληροφοριών, ασχέτως με το αν πρόκειται για πληροφορίες που αφορούν έρευνες, διώξεις ή καταδίκες για τρομοκρατικά εγκλήματα. Αυτές οι πληροφορίες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τις διεξαγόμενες έρευνες και για να εξασφαλίζεται προσέγγιση και συνάφεια με τις ήδη διεξαγόμενες διαδικασίες. Προς το σκοπό αυτό, στην παρούσα ανακοίνωση επισυνάπτεται πρόταση απόφασης. 9. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και των πλέον σοβαρών μορφών εγκληματικότητας προϋποθέτει αυξημένες προσπάθειες. Πρέπει να επιδιωχθεί η ποιοτική και ποσοτική βελτίωση των ανταλλαγών πληροφοριών. Ταυτόχρονα πρέπει να ληφθεί υπόψη η τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και κυρίως η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και η εφαρμοσιμότητα των μέτρων. Η Επιτροπή προτείνει μία προσέγγιση σε διαδοχικά στάδια : -Είναι σημαντικό, στον τομέα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, να μπορούν οι σχετικές υπηρεσίες να διαθέτουν τις πιο πλήρεις και ενημερωμένες πληροφορίες, ανάλογα με τους τομείς αρμοδιότητάς τους, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αφορούν τις καταδίκες. Η Επιτροπή, για να καλύψει αυτή την αξίωση, υποβάλει πρόταση απόφασης η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα ανακοίνωση. -Το νομοθετικό σύστημα της Ένωσης σχετικά με τις εγκληματικές οργανώσεις πρέπει να ενισχυθεί και να καταστεί συνεκτικό με τη νομοθεσία που θεσπίζεται στο επίπεδο της Ένωσης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας : προς το σκοπό αυτό. η Επιτροπή θα επεξεργαστεί πριν από τα τέλη του 2004 απόφαση-πλαίσιο με στόχο την αντικατάσταση της κοινής δράσης του 1998. -Η Επιτροπή θα ξεκινήσει εργασίες κατά τη διάρκεια του έτους 2004 στο πλαίσιο του φόρουμ για την πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος σχετικά με τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων ή ενός ηλεκτρονικού ενοποιημένου καταλόγου προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο της καταπολέμησης της τρομοκρατίας ή αποτελούν το αντικείμενο ποινικής έρευνας για τρομοκρατικά εγκλήματα. Αυτές οι εργασίες θα διεξαχθούν σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και με την Ευρωπόλ. -Η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει το 2004 μελέτη για τα ισχύοντα συστήματα στην Ένωση προκειμένου να καθορίσει το κατά πόσον ενδείκνυται να θεσπίσει ευρωπαϊκό νομικό μέσο έτσι ώστε τα κράτη μέλη να εξοπλισθούν με εθνικά συστήματα καταχώρισης τραπεζικών λογαριασμών που να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των δικαιούχων του λογαριασμού και τη διευκόλυνση των ερευνών που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς και τραπεζικές κινήσεις. -Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η θέσπιση μέτρων για τη βελτίωση της διαφάνειας των νομικών προσώπων για να αποτραπεί η διείσδυση εγκληματικών ομάδων και κυρίως τρομοκρατικών οργανώσεων στο νόμιμο τομέα. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να θεσπιστούν σε στενή συνεργασία με τους αντιπροσώπους των ενδιαφερομένων τομέων. Η Επιτροπή θα διοργανώσει από το 2004 συζήτηση με τα κράτη μέλη για τη σκοπιμότητα, τις λεπτομέρειες, τη σχέση κόστους - αποτελεσματικότητας και τον χρόνο που απαιτείται για να τεθεί σε εφαρμογή ένα πρόσφορο, ισορροπημένο, ανάλογο σύστημα, το οποίο θα είναι σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα και ειδικότερα με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επιπλέον, προτίθεται να αναλύσει αυτό το θέμα στο πλαίσιο των εργασιών του φόρουμ για την πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος. -Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών για τις καταδίκες και τις εκπτώσεις από δικαιώματα αποτελεί μέσο καταπολέμησης της διείσδυσης τρομοκρατικών ομάδων και εγκληματικών οργανώσεων σε νόμιμες δραστηριότητες. Σχετικά με το θέμα πρέπει να προσδιοριστούν τα βασικά ζητήματα που αφορούν τη δημιουργία ενός μητρώου καταδικών και εκπτώσεων από δικαιώματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει την ανάλυσή της και θα αναζητήσει τις πλέον ενδεδειγμένες λύσεις πριν να υποβάλει πρόταση με σκοπό τη δημιουργία ενός τέτοιου μητρώου. Θα διοργανώσει προς το σκοπό αυτό συζήτηση με τα κράτη μέλη από το 2004 στη βάση ερωτηματολογίου.