This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52004DC0109
Report from the Commission to the Council - Final Report on the second phase of the Tempus programme (1994-2000)
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Τελική έκθεση σχετικά με τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus (1994-2000)
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Τελική έκθεση σχετικά με τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus (1994-2000)
/* COM/2004/0109 τελικό */
Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Τελική έκθεση σχετικά με τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus (1994-2000) /* COM/2004/0109 τελικό */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ - Τελική έκθεση σχετικά με τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus (1994-2000) 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα έκθεση υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 96/663/ΕΚ του Συμβουλίου της 21/11/1996 (ΕΕ L 306 της 28/11/1996), που τροποποιεί την απόφαση 93/246/ΕΟΚ, παρατείνει τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus έως το 2000 και ζητά από την Επιτροπή να υποβάλει τελική έκθεση στις 30 Ιουνίου 2004 το αργότερο. Η παρούσα έκθεση εξετάζει τα αποτελέσματα του προγράμματος Tempus στις χώρες που πληρούν τους όρους για να συμμετάσχουν και το ρόλο του στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν σ´αυτές τις χώρες. Η παρούσα έκθεση αποτελεί συνέχεια της ενδιάμεσης έκθεσης για το πρόγραμμα Tempus II [1] που υποβλήθηκε από την Επιτροπή τον Μάρτιο του 1998, και βασίζεται στα πορίσματα και τα συμπεράσματα του ανεξάρτητου αξιολογητή. [1] COM(1998) 379 Η διάρθρωση της έκθεσης έχει ως εξής: 1. Εισαγωγή 2. Tempus: Ένα πρόγραμμα που εξελίσσεται συνεχώς 2.1. Η έναρξη του προγράμματος 2.2. Από το Tempus I στο Tempus II 3. Επισκόπηση της εξωτερικής αξιολόγησης 3.1. Όροι αναφοράς 3.2. Η αξιολόγηση 4. Βασικά συμπεράσματα της εξωτερικής αξιολόγησης 4.1. Αποτελέσματα του προγράμματος 4.1.1. Επίπτωση στη νομοθεσία 4.1.2. Συμβολή στη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης 4.1.3. Συμβολή στην ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων 4.1.4. Προς μία βιώσιμη σύμπραξη; 4.2. Διαχείριση προγράμματος 5. Περίληψη των συμπερασμάτων Κατάλογος εγγράφων Παραρτήματα 2. Tempus: προγραμμα που εξελλισσεται διαρκωσ 2.1. Η έναρξη του προγράμματος Επί περισσότερο από μία δεκαετία το πρόγραμμα TEMPUS παρέχει βοήθεια σε χώρες εταίρους για τη μεταρρύθμιση ή την αναδιάρθρωση των συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσής τους στηρίζοντας τη συνεργασία με τα κράτη μέλη. Το πρόγραμμα βασίζεται στην αρχή ότι τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διαδικασία κοινωνικής και οικονομικής μετάβασης, καθώς και για την πολιτιστική ανάπτυξη. επίσης συγκεντρώνουν εμπειρογνωμοσύνη και ανθρώπινους πόρους και μεριμνούν για την κατάρτιση των νέων γενεών πολιτικών ηγετών. Αξίζει ίσως να τονισθεί ότι, αν και στόχος του προγράμματος Tempus είναι κυρίως να βοηθήσει τις χώρες εταίρους, το πρόγραμμα παρέχει και στα κράτη μέλη της ΕΚ καλύτερη πρόσβαση σε πεδία γνώσης στα οποία ορισμένες απ´αυτές τις χώρες έχουν φθάσει σε υψηλό επίπεδο ανάπτυξης και δημιουργεί σταθερές συμπράξεις, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο αμοιβαίο όφελος. Το πρόγραμμα Tempus προτάθηκε για πρώτη φορά στη σύνοδο του Συμβουλίου Υπουργών Παιδείας τον Δεκέμβριο του 1989, τη χρονιά ακριβώς που έπεσε το τείχος του Βερολίνου, γεγονός που προκάλεσε τη διαδικασία που συνέβαλε στη χάραξη ενός νέου χάρτη της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα με αυτή την ιστορική ευκαιρία άρχισε δύο προγράμματα (το Phare [2] και αργότερα το Tacis [3]) για να βοηθήσει τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΧΚΑΕ) [4] και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (και τη Μογγολία) κατά τη μετάβασή τους στη δημοκρατία και στις οικονομίες αγοράς, και για να διασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα στην περιοχή. [2] Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3096/89 του Συμβουλίου της 18.12.1989, ΕΕ L 375, 23.12.1989, σ. 11-12. [3] Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 1279/96 του Συμβουλίου της 25.06.1996, ΕΕ L 165, 04.07.1996, σ. 1-11. [4] Βουλγαρία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχική Δημοκρατία. Η εκπαίδευση θεωρήθηκε ως ένας από τους στυλοβάτες της διαδικασίας μετάβασης. Η μεταρρύθμιση και η ενδελεχής εξέταση των διαρθρώσεων και των συστημάτων εκπαίδευσης των χωρών εταίρων ήταν απαραίτητη για να προετοιμαστούν οι πολίτες για τις προκλήσεις μιας οικονομίας ανταγωνισμού και για το πολυκομματικό σύστημα όπου η κοινωνία των πολιτών διαδραματίζει όλο και σημαντικότερο ρόλο. Ως μέρος του Phare, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ενέκρινε την πρώτη φάση του προγράμματος Tempus (Tempus I) τον Μάιο του 1990. Το πρόγραμμα εφαρμόστηκε αρχικά στις ΧΚΑΕ και μεταξύ 1992 και 1993 επεκτάθηκε στη Ρωσική Ομοσπονδία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και την Αλβανία. Για σύντομο χρονικό διάστημα (1991) εφαρμόστηκε και στη Γιουγκοσλαβία. Τα κονδύλια που χορηγούνταν στο πρόγραμμα αποφασίζονταν σε εθνική βάση στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού των προγραμμάτων Phare και Tacis. Σκοπός του προγράμματος ήταν να προωθήσει την πολυμερή συνεργασία μεταξύ ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στα κράτη μέλη και στις χώρες εταίρους με την ενθάρρυνση της μεταφοράς τεχνογνωσίας για την προώθηση: - της ακαδημαϊκής ανάπτυξης και βελτίωσης, καθώς και της ανάπτυξης νέων προγραμμάτων σπουδών, παιδαγωγικών μεθόδων, διδακτικού υλικού κτλ., - του ανοίγματος των ιδρυμάτων στη διεθνή συνεργασία (καθώς και στην ευρύτερη διαπεριφερειακή συνεργασία) γενικά και, ιδιαίτερα, στη συνεργασία στο πλαίσιο του αναδυόμενου ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού χώρου, - της απόκτησης ικανοτήτων διαχείρισης από το ακαδημαϊκό και το διοικητικό προσωπικό, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ισορροπία μεταξύ της αυτονομίας που είχε πρόσφατα δοθεί στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, της αυξανόμενης απαίτησης για ανάληψη ευθυνών και της ανάγκης για μεγαλύτερη οικονομική βιωσιμότητα, - του ανοίγματος των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών εταίρων στην κοινωνία των πολιτών. Από την αρχή, το πρόγραμμα στήριξε τις συμπράξεις στις οποίες μετέχουν δίκτυα ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τόσο από τα κράτη μέλη της ΕΚ όσο και από τις χώρες εταίρους. Αυτές οι συμπράξεις (Κοινά Ευρωπαϊκά Σχέδια - ΚΕΣ) αποτέλεσαν τον κύριο τύπο σχεδίου σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος και παρέχουν το πλαίσιο για ένα ευρύ φάσμα ειδικών αποτελεσμάτων όπως: - νέα προγράμματα σπουδών, νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι και νέο διδακτικό υλικό. - κατάρτιση για τη διαχείριση πανεπιστημίων και προσωπικού. - έγγραφα πολιτικής και συστάσεις. - νέες δομές στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως υπηρεσίες για διεθνείς σχέσεις. - εξοπλισμός των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, και ιδιαίτερα των βιβλιοθηκών, με Η/Υ. Εκτός από τα ΚΕΣ, οι ατομικές υποτροφίες κινητικότητας (ΑΥΚ) αποτελούν, στα πλαίσια του Tempus, τύπο σχεδίου θεμελιώδους σημασίας. Οι ΑΥΚ είχαν ως αποτέλεσμα να κερδίσουν παραμονή με στέγαση και περιόδους σπουδών στο εξωτερικό πάνω από 15.000 εκπαιδευτικοί. 2.2. Από το Tempus I στο Tempus II Αν και η διάρθρωσή του και η λογική παρέμβασης παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητα, το πρόγραμμα Tempus εξελίχθηκε σημαντικά, ακολουθώντας τις αλλαγές στο πολιτικό πλαίσιο και συμβάλλοντας στη διαδικασία προσχώρησης των ΧΚΑΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εμπειρία που συσσώρευσαν οι εταίροι του προγράμματος χρησίμευσε επίσης για την περαιτέρω εφαρμογή του Tempus σε άλλους γεωπολιτικούς τομείς (βλέπε την πρόσφατη επέκταση του προγράμματος στις μεσογειακές χώρες). Βασικό χαρακτηριστικό του προγράμματος από την αρχή ήταν η προσέγγιση ''από κάτω προς τα επάνω'' μέσα στα πανεπιστήμια. Το πρόγραμμα αρχικά επέτρεπε στις ομάδες εργασίας σε επίπεδο σχολών ή τμημάτων του πανεπιστημίου να υποβάλλουν προτάσεις για σχέδια χωρίς κατευθύνσεις από την κορυφή, και δημιούργησε μεγάλο ενθουσιασμό για την πραγματοποίηση αλλαγών, ενθουσιασμό ο οποίος βρήκε ανταπόκριση στην παρόμοια επιθυμία των δυτικών εταίρων να συμβάλουν στη διαδικασία μεταρρύθμισης. Άρχισε λοιπόν μία δυναμική διαδικασία η οποία στην αρχή ήταν πολύ θετική και έδωσε ώθηση στο πρόγραμμα. Ωστόσο, αργότερα ήταν απαραίτητο να ενισχυθεί ο προγραμματισμός σε επίπεδο πανεπιστημίων. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις 93/246/ΕΟΚ και 96/663/ΕΚ του Συμβουλίου για το Tempus II και Tempus II α δεν προέβλεψαν μόνο τη συνέχιση της βασικής προσέγγισης και την επέκταση του προγράμματος στις νέες επιλέξιμες χώρες για τους τομείς του Tacis και του Phare, αλλά και την αύξηση των προσδοκιών όσον αφορά το πρόγραμμα. Ειδικά το πρόγραμμα Tempus II εισήγαγε ειδικές εθνικές προτεραιότητες και αυτό έφερε στο πρόγραμμα ένα στοιχείο ''από πάνω προς τα κάτω'' (ή στρατηγικό). Οι εθνικές προτεραιότητες χορήγησαν στις αρχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις επιλέξιμες χώρες και στην Επιτροπή ένα μέσο που κατευθύνει τους υποψηφίους του Tempus και τις δραστηριότητες του Tempus (που χρηματοδοτούνται από τους εθνικούς τους προϋπολογισμούς Phare και Tacis) σταθερότερα προς τις ανάγκες για μακροπρόθεσμη συστηματική μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως τις είχαν αντιληφθεί. Επομένως, οι στόχοι του Tempus II δεν περιορίστηκαν στο στόχο της κινητικότητας και της από κάτω προς τα πάνω μεταρρύθμισης της κατάρτισης προγραμμάτων σπουδών και της διαχείρισης των πανεπιστημίων που χαρακτήριζαν το Tempus I. Το Tempus II α (βλέπε παράρτημα I) εισήγαγε τη θεσμική ανάπτυξη ως νέο τομέα εργασίας. Στο πλαίσιο του Tempus Phare, η "θεσμική ανάπτυξη" συνδέθηκε με τη διαδικασία προσχώρησης των επιλέξιμων χωρών. Τα σχέδια θεσμικής ανάπτυξης θεωρήθηκαν τα μέσα για να χρησιμοποιηθεί η πανεπιστημιακή συνεργασία και η πανεπιστημιακή τεχνογνωσία της ΕΕ για τη στήριξη της προετοιμασίας της λειτουργίας των εθνικών διοικητικών, οικονομικών και νομοθετικών φορέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την κατάρτιση του προσωπικού τους για την υιοθέτηση του "κοινοτικού κεκτημένου", του συσσωρευμένου όγκου ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Με αυτό το μέσο, το πρόγραμμα Tempus παρέσχε τη δυνατότητα συμμετοχής στα σχέδια μη ακαδημαϊκών θεσμών. Μεταξύ των νέων χαρακτηριστικών της δεύτερης φάσης που εισήχθησαν για να μπορέσει το πρόγραμμα να ανταποκριθεί στις μεγάλες φιλοδοξίες ήταν η εισαγωγή συνεπτυγμένων μέτρων (Phare) ή συνεπτυγμένων προγραμμάτων (Tacis). Επρόκειτο για δύο είδη δραστηριοτήτων (παράλληλα με τα ΚΕΣ και τα ΑΥΚ) που θα αποτελούσαν νέα μέσα για πιο συγκεκριμένες ενέργειες στον τομέα των μεταρρυθμίσεων της διαχείρισης των πανεπιστημίων, και της θεσμικής ανάπτυξης. Παρά τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη δεύτερη φάση του προγράμματος και τη φιλόδοξη στροφή του προς μία στρατηγικότερη προσέγγιση, και το άνοιγμα προς την κοινωνία των πολιτών, η εικόνα από κάτω προς τα επάνω του προγράμματος παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη και η γενική πλειοψηφία των προγραμμάτων εξακολούθησε να αφορά τη μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών. Η στροφή που σημειώθηκε ίσως να ήταν πιο εμφανής εάν συνοδευόταν από μεγαλύτερη χρηματοδοτική στήριξη. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των έξι ετών της δεύτερης φάσης του Tempus (1994-1999), ο ετήσιος προϋπολογισμός μειώθηκε σε λιγότερο από το 40% του αρχικού ποσού (βλέπε παράρτημα ΙΙ). Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί το διαφορετικό ύψος χρηματοδότησης κατά τα έτη 1994-1999 σε σύγκριση με το μέγεθος του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις αντίστοιχες χώρες εταίρους. Στις χώρες Phare, η μεγάλη πλειοψηφία των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συμμετείχαν σε ένα ή περισσότερα προγράμματα Tempus. Στη Ρωσία, αντίθετα, μόνο 100 από τα 800 περίπου ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συμμετείχαν στο Tempus. Από τα 1.386 συνολικά ΚΕΣ που χρηματοδοτήθηκαν, τα 1.120 ευρίσκονταν στις υποψήφιες χώρες της περιοχής Phare, 184 στις χώρες Tacis και 82 στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (και στην Αλβανία). Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, το Tempus Phare έφθασε περίπου το 30% των εθνικών δαπανών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στις χώρες εταίρους. Στη Ρωσία, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν λιγότερο από 1 %. Πρέπει λοιπόν να συγκρατήσουμε στη συνέχεια αυτούς τους γενικούς αριθμούς σχετικά με τη χρηματοδότηση και να περιμένουμε μια γενικότερη επίπτωση στις χώρες Phare, ενώ στη Ρωσία, για παράδειγμα, μπορεί ίσως να αναμένεται πιο άνισο αποτέλεσμα. 3. επισκοπηση της εξωτερικησ αξιολογησησ 3.1. Όροι αναφοράς Μετά την έγκριση του Tempus I, το πρόγραμμα αξιολογήθηκε τρεις φορές: - αξιολόγηση της πρώτης φάσης 1990-1994. - ενδιάμεση αξιολόγηση της δεύτερης φάσης 1994-1996. - αξιολόγηση του προγράμματος Tempus στις επιλέξιμες χώρες για το Tacis [5]. [5] Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 1279/96 του Συμβουλίου της 25.06.1996, ΕΕ L 165, 04.07.1996, σ. 1-11. Σύμφωνα με τις διατάξεις των αποφάσεων του Συμβουλίου για το Tempus II α, η Επιτροπή (ΓΔ EAC) προκήρυξε ανοικτό διαγωνισμό για την κατάρτιση έκθεσης αξιολόγησης σχετικά με τη δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus (1994-1999). Στο διαγωνισμό επικράτησε η εταιρεία ECORYS Nederland BV και η σχετική σύμβαση υπεγράφη τον Οκτώβριο του 2002. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Ιουλίου 2003 και κατέληξε σε ένα εργαστήριο "διδαγμάτων", στις Βρυξέλλες, στο οποίο συμμετείχαν σημαντικοί φορείς του προγράμματος. Η τελική έκθεση υποβλήθηκε στην Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2003 και εγκρίθηκε τελικά τον Δεκέμβριο του 2003. Η παρούσα έκθεση περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις της εξωτερικής αξιολόγησης. Οι όροι αναφοράς για την κατάρτιση έκθεσης διευκρίνιζαν ότι σκοπός της αξιολόγησης ήταν να χρησιμεύσει στην Επιτροπή για τη διατύπωση ορθά θεμελιωμένης απόφασης σχετικά με τον μεσοπρόθεσμο αντίκτυπο του προγράμματος και το βαθμό στον οποίο η δεύτερη φάση του προγράμματος Tempus παρήγαγε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Με βάση τις διατάξεις των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ζητήθηκε από τον αξιολογητή να κρίνει το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα Tempus παρήγαγε τα εξής αποτελέσματα: 1. Το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα συνέβαλε σε αλλαγές στη νομοθεσία των επιλέξιμων χωρών με αποτέλεσμα: - (ενδεχομένως) μεγαλύτερη σύγκλιση των εκπαιδευτικών συστημάτων τους με εκείνα της ΕΚ, - εκπαιδευτικά συστήματα καλύτερα προσαρμοσμένα στη μεταβαλλόμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, ιδιαίτερα στην οικονομία αγοράς και στα πολυκομματικά συστήματα, - (ειδικά για τις υπό ένταξη χώρες) τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του κοινοτικού κεκτημένου, ιδιαίτερα όσον αφορά τα νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα. 2. Το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα προώθησε τις μεταρρυθμίσεις στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (συμπεριλαμβανομένων των πολυτεχνείων και των τεχνικών σχολών) με αποτέλεσμα: - να καταστούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεκτικά διεθνούς συνεργασίας και να προετοιμαστούν γι´αυτό, - να διαμορφωθούν νέες προσεγγίσεις και δομές διαχείρισης προσαρμοσμένες σε πιο ανεξάρτητα και πιο υπεύθυνα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. 3. Το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα Tempus πέτυχε την ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών και μεταρρυθμίσεων που οδηγούν στην απόκτηση, εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των φοιτητών, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που απαιτούνται για τη διαδικασία της μετάβασης και για τη νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. 4. Το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα Tempus συνέβαλε στην κατάρτιση των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων στις επιλέξιμες χώρες και το βαθμό στον οποίο το προσωπικό με εμπειρία στο Tempus διαδραμάτισε και εξακολουθεί να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στα πανεπιστήμια των χωρών εταίρων. 5. Το βαθμό στον οποίο το πρόγραμμα Tempus ενθάρρυνε βιώσιμες συμπράξεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στις οποίες μετέχουν χώρες της ΕΚ και χώρες εταίροι. Ο αξιολογητής συνόψισε τα παραπάνω στα εξής οκτώ αναμενόμενα αποτελέσματα: 1. Συμβολή σε νομοθετικές αλλαγές για μεγαλύτερη σύγκλιση των εκπαιδευτικών συστημάτων των επιλέξιμων χωρών με εκείνα της ΕΚ. 2. Συμβολή σε νομοθετικές αλλαγές για καλύτερη προσαρμογή των εκπαιδευτικών συστημάτων στη μεταβαλλόμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της οικονομίας αγοράς και στα πολυκομματικά πολιτικά συστήματα (ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών, κινητικότητα και ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς ακαδημαϊκών μονάδων, ECTS). 3. Συμβολή στη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του κοινοτικού κεκτημένου, ιδιαίτερα όσον αφορά τα νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα. 4. Μεταρρυθμίσεις στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΙΤΕ), ώστε να καταστούν τα ιδρύματα δεκτικά διεθνούς συνεργασίας και να προετοιμαστούν γι´αυτό. 5. Μεταρρυθμίσεις στα ΙΤΕ, ώστε να διαμορφωθούν νέες προσεγγίσεις και δομές διαχείρισης προσαρμοσμένες σε πιο ανεξάρτητα και πιο υπεύθυνα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. 6. Ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών και μεταρρυθμίσεις που οδηγούν στην απόκτηση εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των φοιτητών δεξιοτήτων και ικανοτήτων που απαιτούνται για τη διαδικασία μετάβασης και για τη νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα (ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών και απασχολησιμότητα). 7. Συμβολή στη κατάρτιση των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων (θεσμική ανάπτυξη) και διατήρηση στα πανεπιστήμια των εκπαιδευτικών με εμπειρία στο Tempus (ατομικές υποτροφίες κινητικότητας, ΑΥΚ). 8. Η ανάπτυξη βιώσιμων συμπράξεων μεταξύ ΙΤΕ των επιλέξιμων χωρών και των χωρών της ΕΕ. 3.2. Προσέγγιση αξιολόγησης Οι αξιολογητές πρότειναν να αναθεωρηθεί η σχετική βιβλιογραφία για το πρόγραμμα, δηλαδή οι προηγούμενες εκθέσεις αξιολόγησης, οι μελέτες για τον αντίκτυπο του Tempus που εκπονήθηκαν σε εθνικό επίπεδο στο πλαίσιο της ΕΚ και των επιλέξιμων χωρών, και η έκθεση που κατάρτισε το τμήμα Tempus του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για τη συμβολή του Tempus στην προσχώρηση (έκθεση που περιορίζεται στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία). Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατ´αυτόν τον τρόπο, θα ήταν, ωστόσο, σαφώς ελλιπείς για τους σκοπούς της αξιολόγησης. Για να συμπληρωθούν δε με καλύτερα δομημένες πληροφορίες όσον αφορά την ποσότητα και την ποιότητα, οι αξιολογητές κατάρτισαν τρία ερωτηματολόγια, τα οποία επικεντρώνονται στην εκ των υστέρων εκτίμηση των αποτελεσμάτων του σχεδίου και του αντίκτυπου του προγράμματος: - ένα ερωτηματολόγιο online για τους συντονιστές των ΚΕΣ. - ένα ερωτηματολόγιο για δομημένες συνεντεύξεις των μετεχόντων στα ΚΕΣ στις επιλέξιμες χώρες. - ένα ερωτηματολόγιο για δομημένες συνεντεύξεις με τις αρχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις επιλέξιμες χώρες. Τα ερωτηματολόγια σχεδιάστηκαν για να δοθούν οι απαντήσεις για τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τα στοιχεία στα οποία βασίζονται τα πορίσματα. Το ποσοστό των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο online ήταν 43% και ο αξιολογητής το θεώρησε αρκετά ικανοποιητικό. Χάρη στη χρησιμοποίηση εθνικών εμπειρογνωμόνων που προσέλαβε η ECORYS γι´αυτό το έργο, οι δομημένες συνεντεύξεις ολοκληρώθηκαν με επιτυχία σε όλες τις περιπτώσεις. Ο ανάδοχος διοργάνωσε τις συναντήσεις και διηύθυνε τις συνεντεύξεις. οι συνεντεύξεις των αρχών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πραγματοποιήθηκαν σε 20 χώρες με την ίδια μέθοδο. Ο αξιολογητής είναι βέβαιο ότι επέλεξε στρατηγική με βάση τα όρια που είχαν τεθεί για να τηρηθεί ο προϋπολογισμός που προτάθηκε για τη μελέτη. Σχετικά με την επιλογή στρατηγικής, πρέπει να διατυπωθούν δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά την απόφαση του αξιολογητή να χρησιμοποιηθούν σε περιορισμένο βαθμό οι τελικές εκθέσεις των ΚΕΣ. Οι εκθέσεις αυτές περιλαμβάνουν άμεσες πληροφορίες για τα αποτελέσματα των διαφόρων σχεδίων και κρίνεται ότι μία εμπεριστατωμένη ανάλυση θα είχε επιτρέψει να συμπληρωθούν δεόντως τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων και των συνεντεύξεων. Το κενό αυτό καλύφτηκε εν μέρει εφόσον ο αξιολογητής χρησιμοποίησε την έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία βασιζόταν ακριβώς στις τελικές εκθέσεις, αλλά επικεντρωνόταν μόνο στα θέματα της προσχώρησης και περιοριζόταν σε τέσσερις χώρες. Η δεύτερη παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι οι ερωτηθέντες δεν ήταν πάντα οπωσδήποτε οι πλέον αρμόδιοι να δώσουν απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις. Στη συνέχεια θα δοθούν μερικά παραδείγματα σχετικά με αυτό. 4. κυρια συμπερασματα της εξωτερικησ αξιολογησησ 4.1. Αποτελέσματα του προγράμματος Το παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και τον αντίστοιχο αντίκτυπο που διαπιστώνονται σ'αυτή την αξιολόγηση. Επίσης παρουσιάζει τις παρατηρήσεις της Επιτροπής. 4.1.1. Αντίκτυπος στη νομοθεσία Ίσως προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στους όρους αναφοράς ζητείται να αξιολογηθεί ο βαθμός στον οποίο το πρόγραμμα Tempus συνέβαλε σε αλλαγές στη νομοθεσία (αποτέλεσμα 1), δεδομένου ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση δεν αποτελεί, ούτε και αποτέλεσε ποτέ, πρωταρχικό στόχο του προγράμματος Tempus. Στην πραγματικότητα, η έλλειψη άμεσης επίδρασης του προγράμματος στη μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει επισημανθεί πολλές φορές. Αυτή η κριτική έχει εν μέρει εκφραστεί σε ορισμένες προηγούμενες εκθέσεις αξιολόγησης του προγράμματος. Για παράδειγμα, η "αξιολόγηση του προγράμματος Tempus στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη (ΝΑΚ) και στη Μογγολία" του 1998, την οποία εκπόνησε η FTP International, ανέφερε τα εξής: "Μέχρι στιγμής, το πρόγραμμα Tempus δεν είχε κανένα εμφανή αντίκτυπο στις εθνικές πολιτικές των διαφόρων χωρών εταίρων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ούτε στη νομοθεσία για την εκπαίδευση". Η έλλειψη αντίκτυπου σε πολιτικό επίπεδο θεωρήθηκε γενικά ως αναπόφευκτο μειονέκτημα της φιλοσοφίας του προγράμματος που είναι η προσέγγιση από τη βάση στην κορυφή. Με τις σχολές και τα τμήματα ως βασικούς παράγοντες -αυτή ήταν η ιδέα- το Tempus δεν μπορούσε παρά να έχει, ενδεχομένως, μακροπρόθεσμα και έμμεσα αποτελέσματα στις μεταρρυθμίσεις των συστημάτων. Αυτή τη γνώμη συμμερίζονταν πολλοί από τους φορείς του προγράμματος και ήταν βέβαιοι γι´αυτή. Πράγματι, ορισμένοι πίστευαν μάλιστα ότι, σε τελευταία ανάλυση, τα αποτελέσματα αυτά ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να επιτύχει ένα πρόγραμμα συνεργασίας που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, ήταν μάλλον αμφίβολο αν μέτρα ''από επάνω προς τα κάτω'' θα είχαν σημαντικά και άμεσα αποτελέσματα, λόγω του μεγάλου σκεπτικισμού όσον αφορά τις αρχές και τις πρωτοβουλίες ''από επάνω προς τα κάτω'' αμέσως μετά την πτώση του κομμουνισμού. Ωστόσο, αναθέτοντας στον αξιολογητή την εντολή να αξιολογήσει αυτό το αποτέλεσμα, η Επιτροπή ήθελε να ερευνήσει κατά πόσο, μεσοπρόθεσμα, μπορούσε να διαπιστωθεί μία σχέση αναγνωρισμένη σαφέστερα από πριν μεταξύ των δραστηριοτήτων του Tempus και της τρέχουσας διαδικασίας μεταρρύθμισης στις περισσότερες από τις χώρες εταίρους του προγράμματος. Τα πορίσματα της τελικής έκθεσης αξιολόγησης φαίνεται να αλλάζουν κάπως την εικόνα που περιγράφεται πιο πάνω. Βέβαια, αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να αποδοθεί στη στροφή του προγράμματος προς μία πιο στρατηγική προσέγγιση. Η έκθεση παρέχει ορισμένες ενδιαφέρουσες ενδείξεις, οι οποίες φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη. Το πρόγραμμα Tempus προφανώς διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο όσον αφορά την ευαισθητοποίηση των πολιτικών υπευθύνων σσχετικά με την ανάγκη να υπάρξουν νομοθετικές και κανονιστικές μεταρρυθμίσεις. Η έρευνα στη Ρωσία που παρουσιάζεται στην έκθεση αξίζει να εξεταστεί προσεκτικότερα. Εδώ αποδεικνύεται ότι τα αποτελέσματα του Tempus διατέθηκαν σε "ενώσεις διδασκαλίας και μεθόδων διδασκαλίας", ειδικούς φορείς που είναι υπεύθυνοι για την κατάρτιση εκπαιδευτικών προτύπων με βάση την προσέγγιση ''από κάτω προς τα επάνω''. Με τη βοήθεια άλλων αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν ύστερα από δομημένες συνεντεύξεις με τις αρμόδιες αρχές, ο αξιολογητής κατέληξε σε συμπέρασμα που φαίνεται ότι διαφωνεί με αυτό που διατυπώθηκε πιο πάνω. Στην αξιολόγηση διαπιστώθηκε ότι οι Ρώσοι πανεπιστημιακοί που έλαβαν μέρος στο πρόγραμμα Tempus μπόρεσαν στη συνέχεια (ιδίως μέσω των ομάδων πανεπιστημιακής στήριξης) να επηρεάσουν τα νέα έγγραφα στρατηγικής και ίσως να προσανατολίσουν την πρόσφατη νομοθεσία που χαρακτηρίζεται από ισχυρό ευρωπαϊκό πνεύμα. Αυτή η έντονη αντίφαση μεταξύ των σημερινών και των προηγούμενων διαπιστώσεων μπορεί να ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Η πιο προφανής και ίσως η πιο αληθοφανής εξήγηση είναι ότι το 1998, όταν εκδόθηκε η έκθεση FTP, δεν ήταν ακόμη δυνατόν να αξιολογηθεί πλήρως η έκταση ενός μικρού αλλά ανοδικού αποτελέσματος, το οποίο ουσιαστικά είναι αργό και δεν φαίνεται. Ωστόσο, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη και ορισμένα άλλα στοιχεία. Πρώτον, το συμπέρασμα σχετικά με τον θετικό αντίκτυπο του προγράμματος στην τροποποίηση της νομοθεσίας βασίζεται όχι μόνο σε δομημένες συνεντεύξεις, αλλά και στο ερωτηματολόγιο online. Όπως τονίζει ο αξιολογητής, όλοι οι ερωτώμενοι ήταν συντονιστές σχεδίου, δηλαδή πρόσωπα άμεσα εμπλεκόμενα στα σχέδια και υπεύθυνα για το ακαδημαϊκό περιεχόμενο. Επομένως, πρέπει να αναμένεται κάποια θετική μεροληψία στις απαντήσεις. Δεύτερον, παρά τις προσπάθειες του αξιολογητή να αποφύγει τις παρανοήσεις, οι ερωτώμενοι ερμήνευσαν με αρκετά διαφορετικούς τρόπους τη συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με τον αντίκτυπο του προγράμματος. Έδωσαν μία σειρά από παραδείγματα που περιλαμβάνουν αλλαγές των κανόνων και ρυθμίσεων σε επίπεδο σχολών, πανεπιστημίων και σε εθνικό επίπεδο. Αυτό εξηγεί επίσης μία δευτερεύουσα παρατήρηση του αξιολογητή, σύμφωνα με την οποία στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (και στην Αλβανία) δεν αναφέρθηκε καμία επίδραση πέρα από το επίπεδο των σχολών. Στις χώρες όπου ο πρύτανης αποτελεί βασικά αρχηγό κατ´όνομα και όπου ανέκαθεν οι κοσμήτορες διαπραγματεύονται τους προϋπολογισμούς τους άμεσα με τα αρμόδια υπουργεία, η διαπίστωση αυτή δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η φάση Tempus ΙΙ είχε ήδη προχωρήσει πολύ όταν το πρόγραμμα εισήχθη σε όλες τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και ότι ίσως δεν είναι ακόμη δυνατή μια δίκαιη αξιολόγηση του αντίκτυπου (όπως ήταν πρόωρη η αξιολόγηση αυτή για τη Ρωσία το 1998). Από τα προηγούμενα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι χάρη στη στροφή του προγράμματος προς μία στρατηγικότερη προσέγγιση, το πρόγραμμα είχε αντίκτυπο στη νομοθεσία, αλλά (σύμφωνα με άλλα πορίσματα που ακολουθούν) θα πρέπει να λεχθεί ότι η εικόνα του προγράμματος, που χαρακτηρίζεται κυρίως από προσέγγιση από κάτω προς τα επάνω, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη. Τα πορίσματα σχετικά με την επίδραση του προγράμματος στην προσαρμογή των συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην εξέλιξη των κοινωνικών και οικονομικών αναγκών (αποτέλεσμα 2) ποικίλλουν αρκετά. Οι περισσότερες από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στη ζώνη Phare χαρακτηρίζουν την επίδραση ως μείζονα και άμεση, ενώ στη Ρωσία η επίδραση αυτή θεωρήθηκε "ελάσσων και έμμεση". Στις μικρότερες χώρες του Tacis, "ελάσσων και άμεση" και "μείζων και έμμεση" ήταν κυρίως οι απαντήσεις που δόθηκαν στην έρευνα. Είναι δύσκολο να δοθεί μία ενιαία και απλή εξήγηση γι´αυτές τις διαφορές. Μερικές υποθέσεις είναι, πρώτον, ότι η διάκριση μεταξύ άμεσης και έμμεσης επίδρασης, και μεταξύ μείζονος και ελάσσονος επίδρασης, ίσως απλώς δεν ταιριάζει στη συγκεκριμένη ερώτηση. Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι συντονιστές σχεδίου διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην έρευνα. Στα τρέχοντα σχέδια Phare, σύμφωνα με τους κανόνες του Tempus, οι συντονιστές σχεδίου μπορεί να ανήκουν είτε στις χώρες εταίρους είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στο σχέδιο Tacis, οι συντονιστές σχεδίου πρέπει να ανήκουν στην ΕΕ. Είναι λογικό επομένως η ποιοτική αυτή κρίση να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πολιτιστικό και πολιτικό πλαίσιο, καθώς και από το ρόλο και την οπτική γωνία των ερωτηθέντων. Η Επιτροπή συμφωνεί με το συμπέρασμα του αξιολογητή (που βασίζεται στο μέσο όρο όλων των ερωτηθέντων από όλες τις περιοχές) ότι το Tempus II είχε μείζονα και έμμεσο αντίκτυπο στην προσαρμογή στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Η συμβολή του προγράμματος στην εναρμόνιση των προγραμμάτων σπουδών για τα επτά νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα που αποτελούν το αντικείμενο οδηγιών της ΕΚ ήταν λιγότερο επίμαχο θέμα (αποτέλεσμα 3). Η έρευνα δείχνει ότι τα μισά σχεδόν από τα σχέδια Phare αφορούσαν κατά κάποιο τρόπο τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, εισάγοντας κυρίως καλύτερες πρακτικές και μεταρρυθμίσεις των προγραμμάτων σπουδών σχετικά με τα εν λόγω θέματα (στις σπουδές ιατρικής και κτηνιατρικής περισσότερο από τις άλλες), έστω και αν ο αξιολογητής δεν ανέλυσε σε βάθος τη συμβολή του Tempus στην εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών. Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι, ακόμη και αν οι όροι αναφοράς περιόριζαν ρητά την ερώτηση στις χώρες σε προενταξιακό στάδιο, η συμβολή του Tempus στις σπουδές κτηνιατρικής (μία από τις σχολές με τη μεγαλύτερη διαχείριση δαπανών!) στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Για παράδειγμα, στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν υπήρχε σχολή κτηνιατρικής πριν από το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας, η δε κτηνιατρική σχολή του Σαράγιεβο καταστράφηκε ολοκληρωτικά στον πόλεμο. Και στις δύο περιπτώσεις, η συμβολή του Tempus στη δημιουργία και την ανοικοδόμηση της σχολής αναγνωρίστηκε ευρέως. Η Επιτροπή συμφωνεί με τον αξιολογητή, που αναγνωρίζει τη συμβολή του Tempus στη μεταρρύθμιση των προγραμμάτων σπουδών που οδηγούν στα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα. 4.1.2. Συμβολή στη μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης Η ουσιαστική συμβολή του προγράμματος Tempus στο άνοιγμα και τη διάθεση για διεθνή συνεργασία (αποτέλεσμα 4) αποτελεί ένα από τα αναμφισβήτητα πορίσματα της έκθεσης εξωτερικής αξιολόγησης. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε σχετικά με τους συντονιστές σχεδίου δείχνει σαφώς τη σημασία της δεύτερης φάσης του προγράμματος για τον εξοπλισμό με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τη μεγαλύτερη πρόσβαση και χρησιμοποίηση των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών στις αίθουσες διδασκαλίας, την αμοιβαία ανταλλαγή επισκέψεων φοιτητών και διδακτικού προσωπικού, την πρόσβαση στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, για την έκδοση εγχειριδίων και διδακτικού υλικού σε γλώσσα της ΕΕ, την εισαγωγή της διδασκαλίας και της κατάρτισης σε γλώσσα της ΕΕ και, τέλος, για τη σύσταση διεθνών γραφείων στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες σε όλες τις γεωγραφικές ζώνες χαρακτήρισαν τον αντίκτυπο ως "μείζονα και άμεσο". Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό ερωτηθέντων έκριναν τον αντίκτυπο ως ελάσσονα μόνο στις χώρες Phare και στη Ρωσία. Αυτό εξηγείται εύκολα στις χώρες Phare, λόγω της διαδικασίας εσωτερίκευσης που άρχισε νωρίς και του ότι η δεύτερη φάση του Tempus προσέφερε λιγότερα. Στη Ρωσία, εξάλλου, η αντίληψη ελάσσονος αντίκτυπου οφείλεται σίγουρα στη μικρότερη διείσδυση του προγράμματος, λόγω προϋπολογισμού χαμηλότερου αναλογικά, σε σύγκριση με το μέγεθος και τις ανάγκες του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα συμπεράσματα της έκθεσης του αξιολογητή σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα δείχνουν επίσης ότι ο γενικός σχεδιασμός του προγράμματος ήταν ορθός. Ο αντίκτυπος του προγράμματος στη διαχείριση των πανεπιστημίων (αποτέλεσμα 5) αποδείχθηκε σχετικά επίμαχο θέμα και τα στοιχεία που παρέχει ο αξιολογητής μπορεί να φαίνονται ελάχιστα πειστικά. Δεδομένου ότι τα σχέδια για τη διαχείριση των πανεπιστημίων αντιπροσώπευαν το 10% περίπου του συνόλου των κοινών ευρωπαϊκών σχεδίων (ΚΕΣ), ο αξιολογητής αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, που ήταν προφανής, να είναι ελλιπή τα στατιστικά στοιχεία, εάν συγκεντρώνονταν στοιχεία μόνο από τα ελάχιστα σχέδια διαχείρισης των πανεπιστημίων που περιλαμβάνονταν στο δείγμα. Γι´αυτό, προτίμησε να επεκτείνει την έρευνα σε όλα τα ΚΕΣ με το επιχείρημα ότι είχαν κάποιο αντίκτυπο στη διαχείριση των πανεπιστημίων (έστω και αν ο πρωταρχικός στόχος τους ήταν διαφορετικός, κυρίως η κατάρτιση προγραμμάτων σπουδών). Η Επιτροπή μάλλον συμφωνεί με το συμπέρασμα του αξιολογητή ότι ο αντίκτυπος δεν ήταν αμελητέος, αλλά ότι η συστηματική επικέντρωση στη διαχείριση των πανεπιστημίων μπορεί να είχε αυξήσει τον κίνδυνο να διαφωνήσουν μεταξύ τους οι παλαιές δομές, αλλά και την πίεση για μεταρρυθμίσεις, και ότι η μετριοπαθής προσέγγιση που επελέγη ήταν προφανώς η καλύτερη για να υπάρξει ο μέγιστος σχετικός αντίκτυπος. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη η άνιση κατανομή των σχεδίων για τη διαχείριση των πανεπιστημίων μεταξύ των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. Στις χώρες Tacis δεν υπήρχε σχεδόν κανένα, ενώ σε ορισμένες χώρες Phare ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή κατά τα δύο τελευταία έτη του Tempus II. Για παράδειγμα, στην Πολωνία το 51 % του συνολικού αριθμού προτάσεων σχεδίων που υποβλήθηκαν το 1998 αφορούσαν τη διαχείριση των πανεπιστημίων, ενώ στη Σλοβενία το ποσοστό ήταν μόνο 15 %. Αυτό ίσως αποτελεί μία ένδειξη ότι οι διάφορες χώρες ίσως δεν είναι όλες εξίσου έτοιμες να πραγματοποιήσουν μεταρρυθμίσεις. Επίσης, μπορεί άνετα να λεχθεί ότι στο πλαίσιο των σχεδίων για τη διαχείριση των πανεπιστημίων μπορούν να συγκεντρωθούν μάλλον διαφορετικά είδη σχεδίων, από την προμήθεια εξοπλισμού σε σχολές ή σε κεντρικές βιβλιοθήκες και τη δημιουργία συστημάτων πληροφοριών διαχείρισης έως την κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων και την εισαγωγή δημοκρατικών αρχών στη διοίκηση των πανεπιστημίων. Γενικά, αναγνωρίστηκε ο αντίκτυπος στους βασικότερους τομείς (εξοπλισμός Η/Υ, εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών και των εγκαταστάσεων, προμήθεια εξοπλισμού, κλπ.). Ως προς τις άλλες πτυχές, οι γνώμες μάλλον διίσταντο. Οι αρχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τόνισαν στις απαντήσεις τους τον αντίκτυπο του Tempus στο δικό τους τομέα αρμοδιότητας, δηλαδή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ενώ οι μετέχοντες στα ΚΕΣ τόνισαν τις πτυχές των εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αντίκτυπος θεωρήθηκε ως δευτερεύον αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων Tempus. Εν κατακλείδι, τα πορίσματα επιβεβαιώνουν μία ανάμεικτη αντίδραση, η οποία οφείλεται εν μέρει στο ότι το θέμα είναι ευαίσθητο για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην έρευνα και εν μέρει στις αντικειμενικά διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες εφαρμόστηκε το πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα 6 αφορούσε τον αντίκτυπο του προγράμματος στην κατάρτιση προγραμμάτων σπουδών. Τα σχέδια κατάρτισης προγραμμάτων σπουδών αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία του Tempus, γι´αυτό τα πορίσματα της έκθεσης αξιολόγησης θεωρούνται υψίστου ενδιαφέροντος. Σημαντικό στοιχείο αυτών των σχεδίων αποτελούν οι ανταλλαγές προσωπικού και φοιτητών. Η έκθεση αναφέρει σαφώς τη σημασία αυτού του στοιχείου του Tempus: αναγνωρίζεται ότι η απλή επαφή χιλιάδων φοιτητών και μελών του διδακτικού προσωπικού με νέες ιδέες και κοινωνικό περιβάλλον συνέβαλε σημαντικά στο να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση στις εθνικές και κοινωνικές αξίες, και συγχρόνως ενθάρρυνε το διάλογο μεταξύ των πολιτισμών, την κριτική σκέψη και την αλλαγή στάσης απέναντι στη μελέτη, την εργασία και τη ζωή γενικά. Ειδικότερα, τα σχέδια κατάρτισης προγραμμάτων σπουδών είχαν ως στόχο να προσαρμόσουν στα σημερινά δεδομένα και να αναμορφώσουν το περιεχόμενο των υφιστάμενων μαθημάτων, και να εισαγάγουν εντελώς νέα προγράμματα. Ο εκσυγχρονισμός και η αναδιάρθρωση των μαθημάτων και των προγραμμάτων σπουδών πραγματοποιήθηκε περισσότερο στις χώρες Tacis. Στις χώρες Phare δόθηκε μεγαλύτερη σημασία στην εισαγωγή νέων θεμάτων, με ιδιαίτερη προτίμηση στα διεπιστημονικά θέματα. Όσον αφορά την καταλληλότητα των πτυχιακών προγραμμάτων σε σχέση με τις ανάγκες των αγορών εργασίας, το Tempus ανταποκρίθηκε στη ζήτηση για νέες ειδικότητες, έστω και με περιορισμένη συμμετοχή των διαφόρων οικονομικών φορέων. Η σημασία του Tempus για τις διάφορες ομάδες των επιλέξιμων χωρών τονίστηκε με μία ειδική ερώτηση που έθεσε ο αξιολογητής. Στην ερώτηση κατά πόσο οι αλλαγές που έγιναν στην κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών χάρη στο πρόγραμμα Tempus θα είχαν συμβεί και χωρίς το Tempus, οι απαντήσεις διέφεραν σημαντικά, ανάλογα με τις περιοχές όπου εφαρμόστηκε το πρόγραμμα. Για παράδειγμα, στις χώρες Tacis ένα μεγάλο ποσοστό ερωτηθέντων δήλωσε ότι πολλές αλλαγές δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί καθόλου, ενώ στις υποψήφιες χώρες του Phare, η επικρατούσα άποψη ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα είχαν πραγματοποιηθεί αργά ή γρήγορα, αλλά ότι το Tempus επιτάχυνε τη διαδικασία. Τέλος, στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και στην Αλβανία, οι ερωτηθέντες ήταν της γνώμης ότι χωρίς το Tempus οι μεταρρυθμίσεις θα είχαν ίσως πραγματοποιηθεί πολύ αργότερα, ενώ πολλοί προσέθεταν ότι "αργότερα" πιθανόν να σήμαινε "πολύ αργά". Η Επιτροπή είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένη διότι γενικά το πρόγραμμα θεωρείται ότι είχε θετικό αντίκτυπο στην απασχολησιμότητα των φοιτητών και στη φήμη των πανεπιστημίων και την ικανότητά τους να προσελκύσουν φοιτητές. 4.1.3. Συμβολή στην ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων Η συμβολή του προγράμματος στην κατάρτιση των αρμοδίων για τη λήψη αποφάσεων έπρεπε να εξετασθεί στο πλαίσιο του αποτελέσματος 7. Η μελέτη του 2001 για τον αντίκτυπο του Tempus στη Λετονία -η οποία αναφέρεται στην έκθεση αξιολόγησης- παρουσιάζει την εξέλιξη της σταδιοδρομίας ορισμένων μετεχόντων στο πρόγραμμα. Παραθέτει κατάλογο ο οποίος περιλαμβάνει το διευθυντή του συμβουλίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το διευθυντή της διάσκεψης των πρυτάνεων της Λετονίας, αρκετούς πρυτάνεις, το διευθυντή του τμήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας του Υπουργείου Παιδείας και πολλούς άλλους ανώτερους υπαλλήλους του υπουργείου. Αν και η εξέλιξη της σταδιοδρομίας των παλαιών κατόχων υποτροφίας Tempus δεν αποτέλεσε ποτέ το αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης, ο αξιολογητής πιστεύει ευλόγως ότι η Λετονία δεν αποτελεί εξαίρεση και ότι ειδικά στις μικρές χώρες το πρόγραμμα είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων. Από την έρευνα προκύπτει σαφώς ότι η πείρα που αποκτήθηκε στο πλαίσιο του Tempus ενίσχυσε τις ακαδημαϊκές γνώσεις των μετεχόντων και/ή τις διαπροσωπικές τους ικανότητες, συμβάλλοντας στην προώθησή τους σε σημαντικές θέσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων τους. Αυτό το συμπέρασμα είναι σημαντικό και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτελεσματικότητας που μπορεί να έχει μεσοπρόθεσμα η προσέγγιση "από κάτω προς τα επάνω". Η ικανότητα των πανεπιστημίων να διατηρούν το καταρτισμένο προσωπικό ερευνήθηκε επίσης. Για την αύξηση του κινδύνου φυγής επιστημόνων συχνά θεωρήθηκε υπεύθυνη η κινητικότητα του προσωπικού και των φοιτητών. Από την έρευνα δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να το αποδεικνύει. Ωστόσο πρέπει να τονισθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε (συντονιστές σχεδίου και αρχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) ίσως δεν ήταν πολύ κατάλληλο. Μια έρευνα μεταξύ των παλαιών κατόχων υποτροφιών προσωπικής κινητικότητας θα μπορούσε σίγουρα να δώσει πιο ενδεικτικά αποτελέσματα. 4.1.4. Προς μία βιώσιμη σύμπραξη; Το τελευταίο αποτέλεσμα (αποτέλεσμα 8) στο οποίο ζητήθηκε από τον αξιολογητή να απαντήσει αφορούσε τη βιώσιμη σύμπραξη, βασικό θέμα για κάθε χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα συνεργασίας. Η έκθεση αναφέρει σαφώς ότι ο ενθουσιασμός για την πανεπιστημιακή συνεργασία αποτελεί τον σημαντικότερο πόρο του προγράμματος. Η συντριπτική πλειοψηφία των μετεχόντων στο Tempus είναι έτοιμοι να διατηρήσουν την επαφή με τους εταίρους τους στο πρόγραμμα Tempus. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν σαφώς ότι πάνω από τις μισές κοινοπραξίες ΚΕΣ πράγματι κατάφεραν να δημιουργήσουν μία βιώσιμη σύμπραξη. Το αποτέλεσμα αυτό είναι αναμφίβολα εντυπωσιακό. Ωστόσο, πρέπει ίσως να λεχθεί προειδοποιητικά ότι στα προγράμματα βοήθειας η βιωσιμότητα ορίζεται ως η ικανότητα να διατηρείται ικανοποιητικό επίπεδο αποτελεσμάτων επί μακρό χρονικό διάστημα μετά το πέρας της χρηματοδοτικής ενίσχυσης του χορηγού. Ο ορισμός αυτός πρέπει να προσαρμοσθεί στις ιδιαιτερότητες του Tempus. Ως πρόγραμμα που βασίζεται στη σύμπραξη, το Tempus μπορεί να περιγραφεί, σε μεγάλη έκταση, ως πρόγραμμα συνεργασίας του οποίου η συνεισφορά υπερβαίνει την απλή τεχνική βοήθεια. Ένα σχέδιο Tempus μπορεί επομένως να θεωρηθεί βιώσιμο εάν οι συμπράξεις (πολύτιμα δίκτυα πανεπιστημιακών επαφών στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του σχεδίου) διατηρούν τη δράση τους και τη χρησιμότητά τους μετά το τέλος της χρηματοδότησης του σχεδίου. Μετά την ολοκλήρωση των σχεδίων, οι βιώσιμες συμπράξεις έλαβαν διάφορες μορφές, από τις οποίες αυτές που αναφέρονται συχνότερα στην έρευνα ήταν η δημιουργία πανεπιστημιακών δικτύων και η συμμετοχή σε διασκέψεις, η ανταλλαγή πανεπιστημιακού προσωπικού, η πραγματοποίηση κοινών ερευνών και δημοσιεύσεων και η τακτική ανταλλαγή φοιτητών. Βέβαια, δεν υπάρχει βιώσιμη σύμπραξη χωρίς δαπάνες, αλλά οι αξιολογητές τόνισαν ότι, ακόμη και αν πράγματι χρηματοδοτούνται από την ΕΚ, τα σχέδια Tempus βασίζονται πάντα σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική δέσμευση και την καλή θέληση. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συμπράξεις φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά σημαντικές στο Tacis, όπου πάνω από το 80% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι διατήρησαν κάποια μορφή βιώσιμης σύμπραξης. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι, σ´αυτή την περιοχή, το Tempus ήταν και είναι το μόνο πρόγραμμα αυτού του είδους, ενώ στις χώρες Phare τα πανεπιστήμια έχουν πρόσβαση σε άλλα προγράμματα για να συνεχίσουν τη διεθνή συνεργασία. Πράγματι, πολλοί ανέφεραν το πρόγραμμα Socrates ως το πιο φυσικό πλαίσιο για να παρατείνουν αυτή τη συνεργασία. Τα κονδύλια των πανεπιστημίων αναφέρθηκαν επίσης ως σημαντική πηγή χρηματοδότησης για τη συνέχιση της συνεργασίας (παράλληλα με τα διμερή προγράμματα, τις πολυμερείς οργανώσεις, τα ιδιωτικά ιδρύματα και τα νέα σχέδια Tempus). Η μόνη εξαίρεση σ´αυτό το θετικό απολογισμό ευρίσκεται ίσως στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (και στην Αλβανία), όπου οι αρχές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν δείχνουν πολύ αισιόδοξες όσον αφορά τη βιωσιμότητα των συμπράξεων. Επίσης, ενδιαφέρον σχετικά με τα παραπάνω παρουσιάζουν οι παράγοντες που παρακινούν τα πανεπιστήμια της ΕΕ να συμμετάσχουν στο Tempus, θέμα το οποίο επίσης ερεύνησε ο αξιολογητής. Η βούληση να βοηθήσουν τη διαδικασία μετάβασης κατέχει, όλως περιέργως, εξίσου υψηλή θέση με το επαγγελματικό ενδιαφέρον για την κοινή ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών. Βέβαια, το ενδιαφέρον των ιδρυμάτων να τύχουν χρηματοδοτικής ενίσχυσης από την ΕΕ αναφέρθηκε επίσης, και αυτό σημαίνει ότι τα ΚΕΣ Tempus θεωρούνται προφανώς ακόμη πηγή καθαρών εσόδων για τα πανεπιστήμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 4.2. Διαχείριση του προγράμματος Στους "όρους αναφοράς" δεν προβλεπόταν αξιολόγηση της διαχείρισης του προγράμματος, αλλά με την έγκριση της Επιτροπής, οι αξιολογητές αποφάσισαν να εισαγάγουν στην έρευνα τους μερικές ερωτήσεις για το θέμα αυτό. Το ερωτηματολόγιο online εξέταζε τις επόμενες πτυχές: 1. το ενημερωτικό υλικό που παρέχεται στους υποψήφιους. 2. την τεχνική βοήθεια που παρέχεται από το πρόγραμμα και τους μηχανισμούς αναφοράς για τη διαχείριση του σχεδίου. 3. τη στήριξη που παρέχεται από τα εθνικά γραφεία Tempus (ΕΓΤ) ή τα κέντρα πληροφόρησης Tempus (ΣΕΤ). Γενικά, το ενημερωτικό υλικό θεωρήθηκε καλό. Αντίθετα, διατυπώθηκαν ορισμένες επικρίσεις σχετικά με τις διαδικασίες για τη διοικητική αναφορά και τιμολόγηση, οι οποίες κρίθηκε ότι απαιτούσαν πολύ χρόνο και υπερβολικό έλεγχο. Αντιπρόσωποι πανεπιστημίων της Ένωσης ανέφεραν ότι η μεγάλη αυτή διοικητική επιβάρυνση θεωρήθηκε ένα από τα βασικά εμπόδια για τη συμμετοχή νέων πανεπιστημίων στο πρόγραμμα. Η στήριξη που έλαβαν από τα εθνικά γραφεία Tempus εκτιμήθηκε με πολύ διαφορετικούς τρόπους από τις διάφορες περιοχές. Ιδιαίτερη ικανοποίηση έδειξαν οι δέκα υπό ένταξη χώρες της περιοχής Phare και οι χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (και η Αλβανία). Στην περιοχή Tacis, οι απαντήσεις δείχνουν μικρότερη ικανοποίηση, ενώ το 30% δήλωσε ότι δεν είναι ικανοποιημένο από την παρεχόμενη βοήθεια. Το αποτέλεσμα αυτό απεικονίζει την κατάσταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπου χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να μπορέσει να δημιουργηθεί ένα γραφείο Tempus. Παρόλα αυτά, η κατάσταση δεν φαίνεται να εμπόδισε τη μεγάλη ανταπόκριση στις προσκλήσεις των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Εν γένει, τα αποτελέσματα αυτά είναι σύμφωνα με τις προσδοκίες. Τα τελευταία έτη, καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση των διοικητικών διαδικασιών και για την απλούστευση του κύκλου του σχεδίου. τα αποτελέσματα δε αυτών των βελτιώσεων προβλέπεται ότι θα φανούν σταδιακά. 5. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ Η Επιτροπή συμφωνεί με τα πορίσματα των αξιολογητών, σύμφωνα με τα οποία η δεύτερη φάση του Tempus έδειξε την ευελιξία του προγράμματος και την ικανότητά του να εξελίσσεται ανάλογα με τις διάφορες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και πολιτικές προοπτικές στις διάφορες περιοχές όπου εφαρμόζεται. Επίσης φάνηκε ότι ο διάλογος με τις εθνικές αρχές και ο μηχανισμός καθορισμού των εθνικών προτεραιοτήτων αποτελεί έγκυρο μέσο για τον προσανατολισμό του προγράμματος προς τις πλέον επείγουσες τοπικές ανάγκες και για να διασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητες του Tempus έχουν περισσότερες πιθανότητες να καθιερωθούν για να στηρίξουν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις. Η έκθεση των εξωτερικών αξιολογητών δείχνει σαφώς ότι το Tempus II συνέβαλε σημαντικά στην κατάργηση των εμποδίων στη διεθνή κινητικότητα των φοιτητών. Το κεντρικό στοιχείο του προγράμματος παραμένει η ανάπτυξη των προγραμμάτων σπουδών. Τα σταθερότερα αποτελέσματα του Tempus ήταν πιθανώς η κατάρτιση ατόμων που θα διαμορφώσουν το περιβάλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τις επόμενες δεκαετίες, καθώς και η παροχή στους φοιτητές ικανοτήτων και προσόντων απαραίτητων για την εξεύρεση εργασίας και την επαγγελματική εξέλιξη. Η Επιτροπή είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένη που τα μέσα του προγράμματος αποδείχθηκαν εξίσου κατάλληλα και προσαρμόσιμα στα διάφορα περιβάλλοντα. Στις χώρες Phare, το Tempus II συνέβαλε στο άνοιγμα του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο διάλογο και τη συνεργασία με τους εταίρους της ΕΕ. Το πρόγραμμα ανταποκρίθηκε επίσης στις ανάγκες για νέες ειδικότητες σχετικές με τη διαδικασία οικονομικής μεταρρύθμισης και προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, βοήθησε τις χώρες αυτές να φθάσουν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση ώστε να επωφεληθούν πλήρως από τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής σε άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα Socrates. Στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας (και στην Αλβανία), η συμμετοχή στο Tempus αποτέλεσε ζώνη ασφαλείας για την εκπαίδευση και την επιστήμη, σε μία περίοδο απότομης μείωσης των εθνικών πόρων για τον τομέα. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία ιδιαίτερα, τα αποτελέσματα της περιφερειακής συνεργασίας βοήθησαν στην άμβλυνση του καταστρεπτικού αποτελέσματος της διάλυσης του προηγούμενου κρατικού συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι μετέχοντες στα σχέδια και οι εθνικές αρχές παραδέχθηκαν γενικά ότι, λαμβανομένης υπόψη της μικρής χρηματοδοτικής συνεισφοράς στις χώρες Tacis, ο αντίκτυπος του Tempus στην κατάρτιση προγραμμάτων σπουδών και στις μεταρρυθμίσεις προκάλεσε μία δυναμική αλλαγής που ξεπέρασε τις προσδοκίες. Η παρούσα έκθεση αποτελεί συμβολή στην ανάλυση του μεσοπρόθεσμου αντίκτυπου της δεύτερης φάσης του προγράμματος Tempus. Η Επιτροπή αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι άλλες πτυχές θα μπορούσαν να μελετηθούν περισσότερο, όπως για παράδειγμα: - η διαδικασία ένταξης των πρόσφατα δημιουργηθέντων μαθημάτων σε τακτικά προγράμματα σπουδών. - τα εμπόδια στην ουσιαστική διάδοση των αποτελεσμάτων του Tempus. - το θέμα της απασχολησιμότητας και οι σχέσεις του Tempus με τη βιομηχανία και τον ιδιωτικό τομέα. - ο αντίκτυπος του Tempus στο φαινόμενο της φυγής επιστημόνων. βιβλιογραφια Τελική έκθεση της δεύτερης φάσης του προγράμματος Tempus, Ecorys Αξιολόγηση των δύο πρώτων ετών του Tempus II, Kehm, Mauworm, Over, Reisz, Steube, Teichler Αξιολόγηση του προγράμματος Tempus στα ΝΑΚ και στη Μογγολία, FTP International Tempus @ 10, Ard Jongsma Από τη σύνδεση στην προσχώρηση, Ewa Kolanowska, ETF (Τορίνο) Παράρτημα 1 Νομοθεσία >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Παράρτημα II Χρονολογικός πίνακας και συνολικά κονδύλια που χορηγήθηκαν στις χώρες από το 1994 έως το 1999 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>