Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52001PC0226

Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

/* COM/2001/0226 τελικό – COD 2001/0098 */

ΕΕ C 213E της 31.7.2001, pp. 266–270 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

52001PC0226

Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων /* COM/2001/0226 τελικό – COD 2001/0098 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 213 E της 31/07/2001 σ. 0266 - 0270


Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Εισαγωγή

Στην Πράσινη Βίβλο «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού» [1] η Επιτροπή υπογράμμισε τρία βασικά σημεία:

[1] COM(2000) 769 της 29ης Νοεμβρίου 2000.

- Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξαρτάται με αυξανόμενο ρυθμό από εξωτερικές πηγές ενέργειας. Η διεύρυνση θα ενδυναμώσει αυτή την τάση. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις, αν δεν ληφθούν μέτρα, η εξάρτηση από τις εισαγωγές το έτος 2030 θα φθάσει στο 70% έναντι του 50% που είναι σήμερα.

- Σήμερα, αυξάνονται οι εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, δυσχεραίνοντας την απάντηση στην πρόκληση της αλλαγής του κλίματος και την τήρηση των δεσμεύσεων του Πρωτοκόλλου του Kιότο. Επί πλέον, οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο Πρωτόκολλο του Kιότο πρέπει να θεωρηθούν ως ένα πρώτο βήμα. Η αλλαγή του κλίματος αποτελεί μακροχρόνια μάχη που περιλαμβάνει ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.

- Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πολύ περιορισμένη δυνατότητα να επηρεάσει τις συνθήκες του ενεργειακού εφοδιασμού. Η ΕΕ μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά στην πλευρά της ζήτησης, προωθώντας κυρίως την εξοικονόμηση ενέργειας σε κτίρια και στον τομέα των μεταφορών.

Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτουν σοβαροί λόγοι για την εξοικονόμηση ενέργειας στη χρήση, όπου αυτό είναι δυνατόν. Έχει αποδειχθεί ότι ο οικιακός και ο τριτογενής [2] τομέας αποτελούν τους μεγαλύτερους τελικούς καταναλωτές, κυρίως όσον αφορά τη θέρμανση, τον φωτισμό, τις ηλεκτρικές συσκευές και τον εξοπλισμό. Από πολυάριθμες μελέτες και την πρακτική πείρα προκύπτει ότι στους τομείς αυτούς υπάρχει μεγάλο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας με οικονομικό τρόπο, ενδεχομένως μεγαλύτερο από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο τομέα [3]. Πρέπει ως εκ τούτου, να ενταθούν οι προσπάθειες των κρατών μελών και της Κοινότητας για την αξιοποίηση αυτού του δυναμικού.

[2] Ο τριτογενής τομέας περιλαμβάνει τα γραφεία, το χονδρικό και το λιανικό εμπόριο, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τις αίθουσες αθλητικών κέντρων, κλειστές πισίνες, κ.λπ., αλλά δεν περιλαμβάνει τα βιομηχανικά κτίρια.

[3] Βάση δεδομένων Measures d'Utilisation Rationelle de l'Energie (MURE), Ευρωπαϊκή Επιτροπή 1998.

Η Πράσινη Βίβλος συμπεραίνει σχετικά ότι, γενικά, τα κοινοτικά προγράμματα για την υποστήριξη και προώθηση νέων τεχνολογιών δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν την εφαρμογή νέων προτύπων για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων σε πολλά κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, θα πρέπει σήμερα να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, όπως η καθιέρωση σαφούς νομοθετικού πλαισίου για να μειωθεί η αύξηση της ζήτησης.

Ο στόχος της εξοικονόμησης ενέργειας στον κτιριακό τομέα και τα ενδεχόμενα μέτρα για την αξιοποίηση του μεγάλου δυναμικού στον τομέα αυτόν αποτέλεσαν επίσης σημαντικά θέματα στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Αλλαγή του Κλίματος [4].

[4] COM(2000) 88 τελικό της 8ης Μαρτίου 2000.

Η δράση της Κοινότητας καθιστά επίσης το ζήτημα της διαχείρισης της ενεργειακής ζήτησης και της εξοικονόμησης ενέργειας δεσμευτικό για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, όπου, γενικά, υπάρχει πολύ μεγάλο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας στον οικιακό και στον τριτογενή τομέα.

2. Σκοπός και αντικείμενο της προτεινόμενης οδηγίας

Βασικός σκοπός του παρόντος σχεδίου οδηγίας αποτελεί η προώθηση της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων στην ΕΕ εξασφαλίζοντας, κατά το δυνατόν, ότι τα λαμβανόμενα μέτρα θα είναι τα περισσότερο αποδοτικά από την άποψη του κόστους.

Δεδομένου του χαμηλού ρυθμού αντικατάστασης των κτιρίων (διάρκεια ζωής από 50 έως περισσότερα από 100 χρόνια), είναι σαφές ότι το μεγαλύτερο δυναμικό για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, υφίσταται στα υπάρχοντα κτίρια. Η προτεινόμενη οδηγία καθορίζει ένα πλαίσιο που θα οδηγήσει σε αυξημένο συντονισμό της νομοθεσίας μεταξύ των κρατών μελών στο πεδίο αυτό. Η πρακτική εφαρμογή του πλαισίου θα εξακολουθήσει πάντως να αποτελεί κυρίως ευθύνη των μεμονωμένων κρατών μελών.

Η πρόταση καλύπτει τέσσερα βασικά στοιχεία:

A) Καθιέρωση γενικού πλαισίου κοινής μεθοδολογίας για τον υπολογισμό της ολοκληρωμένης ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων.

Β) Εφαρμογή προτύπων ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης για νέα κτίρια και ορισμένα υφιστάμενα κτίρια κατά την ανακαίνισή τους.

Γ) Προγράμματα πιστοποίησης για νέα και υφιστάμενα κτίρια βάσει των ανωτέρω προτύπων και δημόσια επίδειξη των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και των συνιστώμενων θερμοκρασιών εσωτερικών χώρων και άλλων σχετικών κλιματολογικών παραγόντων σε δημόσια κτίρια και κτίρια που συχνάζει το κοινό.

Δ) Ειδική επιθεώρηση και αξιολόγηση των λεβήτων και των εγκαταστάσεων θέρμανσης/ψύξης.

Κοινή μεθοδολογία για ολοκληρωμένα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης

Υπάρχει έντονη τάση προς μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στα πρότυπα και κανονισμούς για κτίρια, που αναπτύσσονται εντός και εκτός της ΕΕ (π.χ. στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, στον Καναδά και στη Νέα Ζηλανδία). Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να περιλάβει, εκτός από την ποιότητα της μόνωσης του κτιρίου, τις εγκαταστάσεις θέρμανσης, τις εγκαταστάσεις ψύξης, την ενέργεια για αερισμό, τις εγκαταστάσεις φωτισμού, τη θέση και τον προσανατολισμό του κτιρίου, την ανάκτηση θερμότητας, την εισροή ενέργειας από την ηλιακή ακτινοβολία και άλλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τα σύγχρονα, καλά μονωμένα νέα κτίρια και την τάση για σπίτια με χαμηλή κατανάλωση ενέργειας, αυτοί οι πρόσθετοι παράγοντες διαδραματίζουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιληφθούν στις ρυθμιστικές διατάξεις. Μια τέτοια ολοκληρωμένη προσέγγιση θα προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στους μελετητές για την επίτευξη των απαιτήσεων μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας με τον οικονομικότερο τρόπο. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων έχει ήδη εφαρμοσθεί σε διαφορετικό βαθμό στη Γερμανία, στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιταλία και στις Κάτω Χώρες, ενώ ορισμένα άλλα κράτη μέλη σκοπεύουν να πράξουν το ίδιο. Σε μερικές περιπτώσεις είναι υποχρεωτική. Μια κοινή προσέγγιση σε αυτή τη βάση θα συνέβαλλε σε μεγαλύτερη εξισορρόπηση όσον αφορά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από τα κράτη μέλη για να επιτευχθεί εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα. Θα διευκόλυνε επίσης τη σύγκριση μεταξύ κτιρίων σε ολόκληρη την ΕΕ για υποψήφιους χρήστες και θα διευκόλυνε τους μελετητές και τους κατασκευαστές να εφαρμόζουν τις προδιαγραφές σε άλλα κράτη μέλη.

Η κοινή μεθοδολογία θα μπορούσε να αποτελέσει κατόπιν τη βάση για ολοκληρωμένα πρότυπα ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης για διάφορες κατηγορίες κτιρίων, που θα θεσπισθούν από τα κράτη μέλη αντικατοπτρίζοντας τις τοπικές συνθήκες και, ειδικότερα, τις κλιματολογικές διαφορές.

Εφαρμογή των προτύπων αυτών σε νέα κτίρια και σε ορισμένα υφιστάμενα κτίρια κατά την ανακαίνισή τους

Τα νέα κτίρια κατοικιών και οι νέες κατοικίες καθώς επίσης και τα νέα κτίρια του τριτογενούς τομέα θα πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης που βασίζονται σε ολοκληρωμένη μεθοδολογία. Πέραν τούτου, τις προδιαγραφές αυτές θα πρέπει επίσης να πληρούν και μεγαλύτερα (δηλαδή πάνω από 1000 m2) υπάρχοντα κτίρια, όταν τα κτίρια υφίστανται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εφαρμογή των προδιαγραφών αυτών θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα υπόψη οι εσωτερικές κλιματολογικές συνθήκες.

Προγράμματα πιστοποίησης νέων και υφισταμένων κτιρίων βάσει της ανωτέρω μεθοδολογίας

Ένας από τους κύριους λόγους για τις ατέλειες της αγοράς όσον αφορά την επένδυση στην ενεργειακή απόδοση για τα ενοικιαζόμενα κτίρια είναι το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης και ο ενοικιαστής ενός κτιρίου, κατοικίας ή γραφείου έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Επειδή ο ενοικιαστής πληρώνει συνήθως το λογαριασμό για την κατανάλωση ενέργειας, ο ιδιοκτήτης δεν διαθέτει ισχυρά κίνητρα για να επενδύσει στην ενεργειακή απόδοση. Ο καλύτερος τρόπος για να καταστούν αυτές οι επενδύσεις περισσότερο ελκυστικές είναι η παροχή σαφών και αξιόπιστων πληροφοριών στους υποψήφιους ενοικιαστές. Η σαφής πληροφόρηση θα επηρεάσει το μίσθωμα που μπορεί να ζητηθεί και ως εκ τούτου θα αποτελέσει κίνητρο για τους ιδιοκτήτες να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση κτιρίων και σπιτιών. Ως εκ τούτου, για να διευκολυνθεί η μεταβίβαση αυτών των πληροφοριών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και των διαμερισμάτων, θα πρέπει να διατίθενται ενεργειακά πιστοποιητικά για τα νέα και υφιστάμενα κτίρια και κατοικίες, κατά την κατασκευή, πώληση ή ενοικίασή τους. Η πιστοποίηση αυτή, που δεν πρέπει να είναι παλαιότερη των 5 ετών, θα πρέπει να βασίζεται στην ίδια ολοκληρωμένη προσέγγιση που χρησιμοποιείται για τις ελάχιστες προδιαγραφές για νέα κτίρια και θα πρέπει να περιλαμβάνει συμβουλές σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου.

Στην περίπτωση κτιρίων δημοσίων υπηρεσιών και ορισμένων ιδιωτικών ή κτιρίων με ενοίκους ιδιώτες στα οποία συχνάζει κοινό, τα ενεργειακά πιστοποιητικά, που δεν θα είναι παλαιότερα των 5 ετών πρέπει να επιδεικνύονται στο κοινό σε περίοπτη και μόνιμη θέση. Τα κτίρια δημοσίων υπηρεσιών και τα κτίρια στα οποία συχνάζει το ευρύ κοινό μπορούν να επιδεικνύουν αποδοτική τεχνολογία και να αποτελέσουν παραδείγματα ενσωματώνοντας μέτρα ενεργειακής απόδοσης στην ανακαίνιση τέτοιων κτιρίων. Τα κατάλληλα μέτρα μπορούν να ενημερώνουν το κοινό για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων αυτών και να παρέχουν επίσης συμβουλές για τη βελτίωσή τους. Τούτο πραγματοποιείται καλύτερα μέσω μιας διαδικασίας πιστοποίησης.

Επί πλέον, για τα κτίρια δημοσίων υπηρεσιών και τα κτίρια στα οποία συχνάζει το ευρύ κοινό, για την πληροφόρηση του κοινού και για την προώθηση της κατάλληλης χρήσης των συστημάτων θέρμανσης, κλιματισμού και αερισμού, πρέπει να υπάρχει σαφής παρουσίαση ορισμένων πληροφοριών.

Οι εμφανιζόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν το εύρος των εσωτερικών θερμοκρασιών και, εφόσον απαιτείται από τοπικές κλιματολογικές συνθήκες, άλλους σχετικούς κλιματολογικούς παράγοντες, όπως σχετική υγρασία, οι οποίοι συνιστώνται από τις αρχές για τον συγκεκριμένο τύπο κτιρίου. Τούτο θα συμβάλλει στην αποφυγή της άσκοπης χρήσης ενέργειας και στην εξασφάλιση άνετων συνθηκών στους εσωτερικούς χώρους (θερμοκρασιακή άνεση) σε σχέση με την εξωτερική θερμοκρασία.

Η υπάρχουσα εσωτερική θερμοκρασία και, εφόσον απαιτείται, και άλλοι κλιματολογικοί παράγοντες, θα πρέπει επίσης να εμφανίζονται και να παρουσιάζονται με τη χρήση αξιόπιστης διάταξης ή διατάξεων.

Η πιστοποίηση νέων κτιρίων είναι προς το παρόν υποχρεωτική στη Δανία, στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όσον αφορά τα υφιστάμενα κτίρια, μόνο η Δανία διαθέτει διατάξεις υποχρεωτικού χαρακτήρα αλλά αρκετά κράτη μέλη διαθέτουν εθελοντικά προγράμματα.

Στη Δανία, από υπολογισμούς με αφετηρία τη βάση δεδομένων των 3.5 ετών πιστοποίησης 160.000 σπιτιών, προέκυψε συνολικό κόστος της πιστοποίησης ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ περίπου και προσδιορίσθηκαν δυνητικά μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας ύψους 125 εκατομμυρίων ευρώ περίπου. Τα μέτρα αυτά μείωσαν τις ενεργειακές δαπάνες των καταναλωτών κατά 20 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος. Στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, η πιστοποίηση με την εφαρμογή των προσδιορισθέντων μέτρων, απέφερε περισσότερο από 13% επί των επενδύσεων, που είναι πολύ αποδοτικό από πλευράς κόστους.

Ειδική επιθεώρηση και αξιολόγηση των εγκαταστάσεων θέρμανσης/ψύξης

Οι εγκαταστάσεις θέρμανσης θεωρείται ότι αποτελούν καθοριστικό παράγοντα ως προς την ενεργειακή απόδοση. Οι λέβητες με ωφέλιμη ισχύ μεγαλύτερη απο 10 kW, που είναι η απαιτούμενη ισχύς για μικρά νοικοκυριά με σωρευτική ικανότητα, μέχρι λέβητες για συγκροτήματα διαμερισμάτων, γραφεία κ.λπ., θα πρέπει να επιθεωρούνται τακτικά για τη βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας τους. Η επιθεώρηση αυτή είναι υποχρεωτική σε 10 κράτη μέλη, ενώ τα υπόλοιπα εφαρμόζουν εθελοντικά και ενημερωτικά προγράμματα.

Στην περίπτωση των λεβήτων που είναι παλαιότεροι των 15 ετών, θα πρέπει να επιθεωρείται ολόκληρη η εγκατάσταση θέρμανσης και να παρέχονται στους χρήστες συμβουλές σχετικά με τις εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας.

Παρόμοια μέτρα πρέπει να ληφθούν όσον αφορά τα συστήματα ψύξης, ιδίως σε μεγάλα κτίρια.

3. Κατανάλωση ενέργειας στον κτιριακό τομέα

Η συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ το 1997 ήταν περίπου 930 Mtoe. Μια απλοποιημένη ανάλυση της ζήτησης αυτής εμφανίζει τη σημασία των κτιρίων στο πλαίσιο αυτό. Το 40,7 % της συνολικής ενεργειακής ζήτησης χρησιμοποιείται στον οικιακό και τριτογενή τομέα, κυρίως για παροχή υπηρεσιών ενέργειας που αφορούν κτίρια (βλέπε πίνακα 1). Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι περίπου το 10% της καταναλισκόμενης ενέργειας στα κτίρια προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ).

H θέρμανση χώρων είναι, με μεγάλη διαφορά από την επόμενη, η κυριότερη τελική χρήση ενέργειας σε νοικοκυριά στα κράτη μέλη (57%), ακολουθούμενη από τη θέρμανση νερού (25%). Οι ηλεκτρικές συσκευές και ο φωτισμός αποτελούν το 11% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας του τομέα (βλέπε σχήμα 1). Για τον τριτογενή τομέα (βλέπε σχήμα 2), η σημασία της θέρμανσης χώρων είναι κάπως μικρότερη (52% της συνολικής κατανάλωσης του τομέα), ενώ η κατανάλωση ενέργειας για τον φωτισμό και τον εξοπλισμό γραφείου και «άλλες καταναλώσεις» (που είναι κυρίως ο εξοπλισμός γραφείου) είναι 14% και 16% αντίστοιχα.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Σχήμα 1: Κατανάλωση ενέργειας στον οικιακό τομέα [5]

[5] COM(2000) 769 της 29ης Νοεμβρίου 2000

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Σχήμα 2: Κατανάλωση ενέργειας στον τριτογενή τομέα [6].

[6] Ομοίως

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. Δυνητικές εξοικονομήσεις με μέτρα ενεργειακής απόδοσης στον κτιριακό τομέα

4.1 Πεδίο εφαρμογής της πρωτοβουλίας

Στην παρούσα πρωτοβουλία θα εξετασθούν θέματα που αφορούν την ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ζεστό νερό, ψύξη και φωτισμό σε κτίρια. Πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν έγγραφο καλύπτει το κτιριακό κέλυφος, συμπεριλαμβανομένων των παραθύρων, και τον εγκατεστημένο εξοπλισμό, όπως θέρμανση, κλιματισμός και αερισμός. Δεν καλύπτει μέτρα για μη εγκατεστημένο εξοπλισμό όπως οι οικιακές συσκευές (συμπεριλαμβανομένων των συσκευών για το μαγείρεμα), για τις οποίες συνολικά αντιστοιχεί το 18% της ολικής κατανάλωσης ενέργειας στον οικιακό τομέα. Στον τριτογενή τομέα, ο φωτισμός που αποτελεί το 14% της ενεργειακής κατανάλωσης του τομέα, αποτελεί εγκατεστημένο εξοπλισμό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του και ως εκ τούτου συμπεριλαμβάνεται. Ο μη εγκατεστημένος εξοπλισμός εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 20% της κατανάλωσης του τριτογενούς τομέα, λόγω εν μέρει και του μεγάλου μεριδίου που αντιστοιχεί στον εξοπλισμό γραφείου. Για τον μη εγκατεστημένο εξοπλισμό έχουν εφαρμοσθεί ή προβλέπονται στο Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση [7], ειδικές πολιτικές, όπως η επισήμανση, οι υποχρεωτικές απαιτήσεις ελάχιστης απόδοσης, εθελοντικές συμφωνίες, κ.λπ.

[7] Σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, COM(2000)247 τελικό.

4.2 Συνολικό δυναμικό εξοικονόμησης

Όσον αφορά την ενέργεια που χρησιμοποιείται σε κτίρια για θέρμανση, ζεστό νερό, κλιματισμό ή φωτισμό, εκτιμάται ότι υπάρχει δυναμικό εξοικονόμησης [8] με αποδοτικό κόστος 22% περίπου της σημερινής κατανάλωσης και μπορεί να αξιοποιηθεί μέχρι το έτος 2010 [9]. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση προόδου του Ευρωπαϊκού Προγράμματος για την Αλλαγή του Κλίματος, το στοιχείο αυτό βασίζεται στην υπόθεση κανονικού ρυθμού ανακαίνισης και αποκατάστασης των υφισταμένων κτιρίων, καθαρής αύξησης του κτιριακού όγκου κατά περίπου 1,5% ετησίως, και συνεχώς αυξανόμενου ποσοστού χρήσης των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών στα κτίρια [10].

[8] Η αποδοτικότητα του κόστους στο παρόν κείμενο ορίζεται γενικά ως επενδύσεις σε ενεργειακά αποδοτική τεχνολογία που έχουν περίοδο απόσβεσης οκτώ ετών ή μικρότερη, επιτρέποντας υψηλό βαθμό απόδοσης σε σύγκριση με εναλλακτικές επενδύσεις συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων στην παραγωγή ενέργειας.

[9] Βάση δεδομένων «Measures d'Utilisation Rationelle de l'Energie (MURE), Ευρωπαϊκή Επιτροπή 1998.

[10] ECCP Progress Report (2000), http://europa.eu.int/comm/environment/climat/eccp/htm

Στην Πράσινη Βίβλο «προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού» [11]) η Επιτροπή επαναλαμβάνει τον ενδεικτικό στόχο του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου 1998 [12]: να βελτιωθεί η ενεργειακή ένταση της τελικής κατανάλωσης κατά μία ακόμα ποσοστιαία μονάδα ανά έτος επιπλέον αυτού που θα είχε άλλως επιτευχθεί. Για τον κτιριακό τομέα, η επίτευξη αυτού του ενδεικτικού στόχου θα είχε ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί κατανάλωση ενέργειας περισσότερο 55 Mtoe, που ισοδυναμεί με αποφυγή εκπομπής περίπου 100 μεγατόνων CO2 ετησίως ή περίπου 20% της δέσμευσης της ΕΕ στο Κιότο. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα αξιοποιούσε επίσης τα δύο τρίτα του διαθέσιμου δυναμικού εξοικονόμησης στον τομέα, ενώ θα επέτρεπε ταυτόχρονα διακυμάνσεις των τιμών και τα πιθανά «φαινόμενα αναπήδησης» [13]. Πάντως για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται να αναληφθεί αποτελεσματική δράση.

[11] COM(2000) 769 της 29ης Νοεμβρίου 2000, που προαναφέρθηκε.

[12] Ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου 1998 για την ενεργειακή απόδοση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (98/C 394/01).

[13] Μελέτες που χρησιμοποιούν το μοντέλο PRIMES και τη προσέγγιση από τη βάση του Ecofys δείχνουν ότι το αποτελεσματικό ως προς το κόστος δυναμικό μείωσης εκπομπών ενδέχεται να κυμαίνεται μεταξύ 130 Μt/έτος και 160 Μt/έτος, αντίστοιχα.

4.3 Δυναμικό εξοικονόμησης μέσω βελτιώσεων του κτιριακού κελύφους

Το 1995, στα 15 κράτη μέλη της ΕΕ υπήρχαν περίπου 150 εκατομμύρια κατοικίες. Το 32% περίπου των υφιστάμενων κατοικιών κατασκευάστηκε πριν από το 1945, το 40% περίπου μεταξύ 1945 και 1973-75, και το 28% περίπου από το 1973-75 [14] μέχρι σήμερα. Κατά μέσο όρο, το 56% των κτιρίων κατοικιών κατοικούνται από τους ιδιοκτήτες, ποσοστό που κυμαίνεται από σχεδόν 40% στη Γερμανία μέχρι σχεδόν 80% στην Ισπανία. Το 66% των κατοικιών στην ΕΕ είναι σπίτια μίας οικογένειας, με το αντίστοιχο ποσοστό να είναι 80% και μεγαλύτερο στη Γερμανία, στην Ιρλανδία, στο Λουξεμβούργο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

[14] Sciotech (1998), "Electrical Heating and Cooling of Residential Dwellings", μελέτη που χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα SAVE της EΚ.

Η πλέον πρόσφατη διαθέσιμη έρευνα της EUROSTAT για την οικιακή κατανάλωση ενέργειας (που δημοσιεύθηκε το 1999) δείχνει σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται για τη θερμομόνωση και που συνδέονται εν μέρει αλλά όχι εξ ολοκλήρου με τις μεταβαλλόμενες κλιματολογικές συνθήκες μεταξύ των χωρών. Τα λαμβανόμενα μέτρα απεικονίζονται στον πίνακα 2. Τα στοιχεία δείχνουν το ποσοστό εκείνων που συμμετέχουν στο ερωτηματολόγιο και που έχουν λάβει σχετικά μέτρα [15].

[15] "Energy Consumption in Households", σ.23. EUROSTAT 1999. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά εφόσον η ποιότητα της μόνωσης δεν λαμβάνεται υπόψη και η μεθοδολογία ενδέχεται να διαφέρει ελαφρώς μεταξύ των κρατών μελών. Δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα πλήρη στοιχεία από την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία.

Πίνακας 2: Θερμομόνωση και υαλοπίνακες σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Ενώ υπήρξε ελαφρά βελτίωση σε σύγκριση με τα αποτελέσματα προηγούμενων ερευνών, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών.

Η σημερινή μέση απώλεια θερμότητας στην ΕΕ σε νέα κτίρια είναι σήμερα περίπου η μισή από ό,τι είναι σε κατοικίες που κατασκευάστηκαν πριν από το 1945 [16]. Η συνολική ενέργεια που χρησιμοποιείται σε νέες κατοικίες είναι το 60% αυτής που χρησιμοποιείται σε παλαιές. Η αναβάθμιση των κανονισμών θερμομόνωσης και η βελτιωμένη απόδοση του εγκατεστημένου εξοπλισμού για τις υφιστάμενες κατοικίες, προσεγγίζοντας τους σημερινούς οικοδομικούς κανονισμούς, θα βοηθούσε στην εκμετάλλευση αυτού του σημαντικού δυναμικού εξοικονόμησης, αποτελώντας πολύ επιθυμητή και, στις περισσότερες περιπτώσεις, οικονομικά αποδοτική επιλογή.

[16] 55 W/m2 σε σύγκριση με 100 W/m2

Πραγματοποιήθηκε σύγκριση των κανονισμών θερμομόνωσης για κτίρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την παρακάτω σύγκριση προκύπτει ότι υπάρχουν μάλλον ακραίες διαφορές στους οικοδομικούς κανονισμούς ακόμη και μετά τη διόρθωσή τους για τις κλιματολογικές διαφορές, χρησιμοποιώντας τη λεγόμενη «βαθμοημέρα» ώστε να καταστούν συγκρίσιμοι. Η σύγκριση πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας το μοντέλο του οικοδομικού κανονισμού της Δανίας και εφαρμόζοντάς το για κάθε κράτος μέλος μετά από την κατάλληλη κλιματολογική διόρθωση. Η κατανάλωση που υπολογίζεται με την εφαρμογή αυτού του οικοδομικού κανονισμού, είναι σε πολλές περιπτώσεις εντυπωσιακά χαμηλότερη από ό,τι βάσει των υφιστάμενων εθνικών κανονισμών θερμομόνωσης (βλέπε σχήμα 3.

Σχήμα 3: Κατανάλωση ενέργειας στα κράτη μέλη σύμφωνα με τους υφιστάμενους εθνικούς κανονισμούς θερμομόνωσης σε σύγκριση με τον κανονισμό του δανικού μοντέλου, με διόρθωση για τις κλιματολογικές διαφορές [17] [18].

[17] FhG-ISI (1999), A Comparison of Thermal Building Regulations in the European Union Database Case Study No 1, μελέτη εκπονηθείσα στο πλαίσιο του σχεδίου MURE, που χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα SAVE της ΕΚ, http://www.mure2.com/Mr-fr5.htm

[18] Απλοποιημένος υπολογισμός που δεν λαμβάνει υπόψη την ανάκτηση ηλιακής θερμότητας, τις εσωτερικές πηγές θερμότητας, τις απώλειες αερισμού. Δεν λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός απόδοσης των συστημάτων θέρμανσης ή οι διαφορές κόστους ενέργειας και μόνωσης. Σε περιπτώσεις όπου στο ίδιο κράτος μέλος ισχύουν πολλοί κανονισμοί, έχει επιλεγεί μόνο ένας. Σε μερικές περιπτώσεις, οι περιφερειακοί κανονισμοί είναι αυστηρότεροι από τους εθνικούς.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Από το σχήμα 3 φαίνεται ότι μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων με την προώθηση βελτιωμένων κανονισμών θερμομόνωσης στα κράτη μέλη προς ένα επίπεδο που έχουν ήδη επιτύχει κάποια κράτη μέλη, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας για την ΕΕ ως σύνολο.

Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι οι ανωτέρω υπολογισμοί βασίζονται στην υπόθεση ότι οι θεωρητικές απαιτήσεις εφαρμόζονται αποτελεσματικά στην πράξη.

4.4 Δυναμικό εξοικονόμησης σε λέβητες

Η οδηγία 92/42/EΟΚ έχει θεσπίσει απαιτήσεις ελάχιστης απόδοσης για τους οικιακούς λέβητες ζεστού νερού, εξασφαλίζοντας έτσι ότι όλοι οι νέοι λέβητες έχουν λογική απόδοση. Πάντως από τις μελέτες του SAVE προέκυψε ότι στην ΕΕ υπάρχουν περισσότεροι από 10 εκατομμύρια λέβητες ηλικίας άνω των 20 ετών. Το δυναμικό εξοικονόμησης που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με την αντικατάσταση μόνον αυτών των παλαιών λεβήτων υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί σε μείωση της κατανάλωσης κατά περισσότερο από 10 Mtoe ή περίπου το 5% της ενέργειας που χρησιμοποιείται για θέρμανση στον οικιακό τομέα.

Η ετήσια συνολική απόδοση των λεβήτων βελτιώνεται με τη σωστή επιλογή του λέβητα για την εγκατάσταση θέρμανσης (σύστημα θερμαντικών σωμάτων), με την μείωση των απωλειών σε κατάσταση αναμονής (stand-by), με τη χρησιμοποίηση διατάξεων ελέγχου και με σωστή διαστασιολόγηση του λέβητα για το συγκεκριμένο κτίριο και το αντίστοιχο κλίμα. Οι παλαιοί λέβητες έχουν πολύ μικρότερους βαθμούς απόδοσης σε ονομαστικό και σε μερικό φορτίο και οι περισσότεροι από αυτούς είναι υπερδιαστασιολογημένοι για διαφόρους λόγους, συμπεριλαμβανομένου και του οικονομικού κινήτρου του εγκαταστάτη να προωθήσει μεγαλύτερους και ακριβότερους λέβητες. Ο συνδυασμός της υπερδιαστασιολόγησης, των μεγάλων απωλειών σε κατάσταση αναμονής, και του μικρού βαθμού απόδοσης έχει ως αποτέλεσμα συνολικό βαθμό απόδοσης κατά 35% χαμηλότερο από αυτόν των νέων λεβήτων που έχουν διαστασιολογηθεί και εγκατασταθεί σωστά και οι οποίοι ανταποκρίνονται στα υφιστάμενα πρότυπα ελάχιστης απόδοσης της ΕΕ.

Πρέπει να τονισθεί ότι το όφελος από ένα νέο, σύγχρονο λέβητα, το οποίο υπολογίζεται μόνο με βάση τον ονομαστικό βαθμό απόδοσής του, συχνά δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει το κόστος αντικατάστασης ενός λέβητα που λειτουργεί ακόμα. Θα πρέπει για τον λόγο αυτό να γίνεται ολοκληρωμένος υπολογισμός που θα περιλαμβάνει τους προαναφερθέντες παράγοντες στη δαπάνη κατά τη διάρκεια ζωής του νέου λέβητα και στην εναλλακτική δαπάνη (και κίνδυνο) διατήρησης του υπάρχοντος λέβητα.

4.5 Δυναμικό εξοικονόμησης σε άλλον εγκατεστημένο εξοπλισμό

Για φωτισμό καταναλώνονται περίπου 9 Mtoe ή το 4% περίπου της συνολικής ενέργειας στον οικιακό τομέα, εφόσον η πλειοονότης των φωτιστικών σωμάτων δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένα στο κτίριο. Στον τριτογενή τομέα, όπου η μεγάλη πλειοψηφία του φωτισμού παράγεται από λαμπτήρες φθορισμού που είναι εγκατεστημένοι στο κτίριο, ο φωτισμός καταναλώνει περίπου 18 Mtoe, ή το 14% της ενέργειας του τομέα, όπως έχει τονισθεί. Στον φωτισμό υπάρχει μεγάλο δυναμικό εξοικονόμησης, ιδίως στον τριτογενή τομέα. Θα μπορούσε να επιτευχθεί εξοικονόμηση τάξεως μεγέθους μεταξύ 30% και 50% με τη χρήση αποδοτικότερων στοιχείων, συστημάτων ελέγχου και την ενσωμάτωση του ηλιακού φωτός και σχετικών τεχνολογιών. Η εξοικονόμηση αυτή, μεταξύ 6 Mtoe και 9 Mtoe, αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μερίδιο του διαθέσιμου δυναμικού στον κτιριακό τομέα. Το πρόγραμμα GreenLight της ΕΕ που ξεκίνησε πρόσφατα δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της εξοικονόμησης ενέργειας στο φωτισμό είναι πολύ αποδοτικό από πλευράς κόστους.

Ο κλιματισμός αποτελεί ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα κατανάλωσης στον οικιακό και τριτογενή τομέα. Η συνολική κατανάλωση ενέργειας για τον κλιματισμό, που ανέρχεται περίπου στους 3 Mtoe, ή 0,7% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας και στους δύο τομείς μαζί, θα διπλασιασθεί μέχρι το 2020 υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθούν οι σημερινές τάσεις. Το δυναμικό της εξοικονόμησης με αποδοτικό κόστος είναι περίπου 25%. Πολλά θα μπορούσαν να επιτευχθούν μέχρι το 2010 αν ληφθούν σύντομα σωστά μέτρα πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων και των απαιτήσεων ελάχιστης απόδοσης για τον εξοπλισμό του κλιματισμού.

4.6 Δυναμικό για φιλικές προς το περιβάλλον εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας

Σε πολλά κτίρια υπάρχει πολλά υποσχόμενο δυναμικό μείωσης των εκπομπών CO2 και εξοικονόμησης ενέργειας με μια ολοκληρωμένη προσέγγιση όπου η παραδοσιακή εξοικονόμηση ενέργειας στο κέλυφος του κτιρίου συνδυάζεται με φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή ενέργειας. Ενώ αυτή η μορφή παραγωγής ενέργειας θα μπορούσε σε πολλές περιπτώσεις να είναι αποκεντρωμένη και να πραγματοποιείται επιτόπου, η σύνδεση με υφιστάμενα δίκτυα τηλεθέρμανσης/ τηλεψύξης μπορεί επίσης να αποτελέσει σημαντικό μέσο βελτίωσης της συνολικής ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου.

Οι φιλικές προς το περιβάλλον εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας που σχετίζονται με τον κτιριακό τομέα μπορούν γενικά να υποδιαιρεθούν σε τρεις κύριες κατηγορίες:

* Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

* Συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού (ΣΘΗ) και τηλεθέρμανση/τηλεψύξη

* Αντλίες θερμότητας (μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό ορισμένες προϋποθέσεις)

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ)

Στις 10 Μαΐου 2000 η Επιτροπή ενέκρινε μια πρόταση οδηγίας για την προώθηση του ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας [19], η οποία θεωρήθηκε θέμα προτεραιότητας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη Γαλλική και τη Σουηδική Προεδρία. Αναμένεται ότι το 2001 η πρόταση αυτή θα καταλήξει σε ρυθμιστικό πλαίσιο για τον ηλεκτρισμό από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικών στόχων για τα κράτη μέλη.

[19] COM(2000) 279 τελικό

Η παρούσα πρόταση εξετάζει τα ειδικά ενδεχόμενα οφέλη από την ενσωμάτωση των εγκαταστάσεων ΑΠΕ σε κτίρια, καλύπτοντας όχι μόνο τον ηλεκτρισμό αλλά, γεγονός εξίσου σημαντικό, και την παραγωγή θερμότητας.

Η Πράσινη Βίβλος «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού» [20] υπογραμμίζει τη σημασία της ανάπτυξης νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αναφέρει τη Λευκή Βίβλο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας [21], που εκτιμά ότι μέχρι το 2010 μπορεί να επιτευχθεί συνολική εγκατεστημένη δυναμικότητα 100 εκατομμυρίων m2 ηλιακών συλλεκτών (η εγκατεστημένη δυναμικότητα το 1988 ήταν 9,0 εκατομμύρια m2 [22]). Σε έκθεση σε συνέχεια της Λευκής Βίβλου [23], που περιλαμβάνει λεπτομερέστερη ανάλυση των διαφόρων τομέων και τεχνολογιών, εκτιμάται ότι μεγάλο ποσοστό των εν λόγω ηλιακών συλλεκτών θα μπορούσε να προορίζεται για την παραγωγή ζεστού νερού οικιακής χρήσης (50%), τη θέρμανση χώρων (11 %) και για μεγάλα συστήματα συλλεκτών για ηλιακή θέρμανση (19%), όλα σε σχέση με τον κτιριακό τομέα. Στη Λευκή Βίβλο προβλέπεται ότι τα φωτοβολταϊκά θα συμβάλλουν με συνολική εγκατεστημένη ισχύ της τάξης των 3000 MWp μέχρι το 2010 (ενώ το σημερινό επίπεδο είναι της τάξης των 200 MWp περίπου) από την οποία το μεγαλύτερο μέρος αναμένεται να προέλθει από συνδεδεμένες στο δίκτυο εγκαταστάσεις ενσωματωμένες στη δομή των κτιρίων (στέγες ή προσόψεις). Για να αξιοποιηθεί πάντως το δυναμικό αυτό, απαιτούνται περισσότερο αποτελεσματικά μέτρα και κίνητρα [24].

[20] COM(2000) 769 της 29ης Noεμβρίου 2000, που προαναφέρθηκε.

[21] "Ενέργεια για το μέλλον: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας - Λευκή Βίβλος για κοινοτική στρατηγική και σχέδιο δράσης", COM(97)599 τελικό.

[22] Eurostat

[23] "Ex-ante Evaluation on the Impact of the Community Strategy and Action Plan for renewable Energy Sources", ALTENER Contract N° 4.1030/T/98-020.

[24] Στην πόλη της Βαρκελώνης για παράδειγμα, βάσει μιας ειδικής διάταξης που άρχισε να ισχύει την 1η Αυγούστου 2000, τα περισσότερα νέα κτίρια θα πρέπει να εφοδιασθούν με ηλιακούς συλλέκτες εκτός και αν αποδεικνύεται ότι ένα συγκεκριμένο κτίριο δεν μπορεί να παράγει τουλάχιστον το 25% των αναγκών του σε ζεστό νερό από τους ηλιακούς συλλέκτες.

Όσον αφορά τη βιομάζα, τα στερεά βιολογικά καύσιμα όπως οι κορμοί δέντρων, τα ροκανίδια και τα σφαιρίδια αποξηραμένης φυτικής ύλης χρησιμοποιούνται ήδη, ιδίως στον οικιακό τομέα, για θέρμανση και ζεστό νερό. Οι εφαρμογές μπορεί να είναι τόσο για την ανεξάρτητη θέρμανση κατοικιών μίας οικογένειας και για μονάδες κεντρικής θέρμανσης σε μεγάλα κτίρια και συγκροτήματα διαμερισμάτων και, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση της Λευκής Βίβλου, μπορούν να παρέχουν σημαντική δυναμικότητα μέχρι το 2010.

Συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού (ΣΘΗ) και τηλεθέρμανση/τηλεψύξη

Η συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού (ΣΘΗ), κατάλληλη για μεμονωμένα κτίρια και ομάδες κτιρίων αποτελεί μια άλλη τεχνολογία παραγωγής ηλεκτρισμού, που μπορεί να συμβάλει θετικά στη συνολική ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου. Λόγω της αποδοτικής χρήσης του καυσίμου που χρησιμοποιείται [25] τόσο για την παραγωγή ηλεκτρισμού όσο και θερμότητας, η συμπαραγωγή (ΣΘΗ) είναι μια ενεργειακά αποδοτική λύση που εξοικονομεί καύσιμα και συμβάλλει παράλληλα στη μείωση των εκπομπών CO2 .

[25] Σύμφωνα με τη EUROSTAT το 1998, o μέσος συνολικός βαθμός απόδοσης εγκαταστάσεων ΣΘΗ στην ΕΕ ήταν 74,9 % σε σύγκριση προς τον μέσο βαθμό απόδοσης μετατροπής 39,4 % στη συμβατική παραγωγή ενέργειας (Στατιστικές συμπαραγωγής (1994-98). Σχέδιο Συνοπτικής Έκθεσης και στοιχεία της EUROSTAT για τη συμβατική παραγωγή ηλεκτρισμού στο Έγγραφο Εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τίτλο «Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας». SEC(2001)438).

Η αυξημένη χρήση ΣΘΗ στον κτιριακό τομέα θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη του ενδεικτικού κοινοτικού στόχου να διπλασιασθεί το συνολικό μερίδιο για παραγωγή ηλεκτρισμού με ΣΘΗ σε 18% μέχρι το 2010 [26]. Η ΣΘΗ μπορεί να εφαρμοσθεί, κατά κύριο λόγο, σε μεγάλα κτίρια όπως συγκροτήματα διαμερισμάτων, νοσοκομεία, ξενοδοχεία, κέντρα αναψυχής, αεροδρόμια, εμπορικά κέντρα και άλλα μεγάλα κτίρια γραφείων. Σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα οι μικρές μονάδες συμπαραγωγής που προορίζονται για εγκατάσταση στον οικιακό τομέα μπορούν επίσης να αποτελέσουν ένα πρόσθετο δυναμικό. Η σύνδεση σε υφιστάμενα δίκτυα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης θα προσφέρει συχνά μια ενεργειακά αποδοτική επιλογή για την ικανοποίηση των αναγκών θέρμανσης ή ψύξης ενός κτιρίου. Όπου λειτουργούν τέτοια συστήματα, προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η διασύνδεση περισσοτέρων κτιρίων στο δίκτυο. Η τηλεθέρμανση/τηλεψύξη είναι επίσης μια δυνατότητα εφοδιασμού που πρέπει να εξετάζεται κατά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέων περιοχών κατοικίας.

[26] European Cogeneration Review, Ιούλιος 1999.

Αντλίες θερμότητας

Οι αντλίες θερμότητας είναι μια ακόμα δυνατότητα εφοδιασμού, η οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να συμβάλει θετικά στην εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια. Οι αντλίες θερμότητας μπορεί να έχουν υψηλούς βαθμούς απόδοσης και χρησιμοποιούνται σε μερικές περιπτώσεις για κατοικίες μίας οικογένειας ή περισσοτέρων οικογενειών για θέρμανση χώρων. Με εξαίρεση τη Σουηδία, η διάδοση των αντλιών θερμότητας στις περισσότερες χώρες της ΕΕ είναι μέτρια. Οι υψηλές δαπάνες επένδυσης σε σύγκριση με άλλες τεχνολογίες θεωρούνται μεγάλο εμπόδιο αλλά οι δαπάνες μειώνονται και οι αποδόσεις βελτιώνονται.

Η προώθηση της αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας σε κτίρια θα πρέπει και για τις τρεις ανωτέρω κατηγορίες να γίνεται με τρόπο κατά τον οποίο τόσο η ζήτηση όσο και ο εφοδιασμός θα αναλύονται με ολοκληρωμένο τρόπο. Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται γενικά η χρήση μορφών εφοδιασμού ενεργειακά αποδοτικών, χωρίς εκπομπές CO2 σε κτίρια με πολύ κακή μόνωση.

4.7 Δυναμικό εξοικονόμησης σε σχέση με τον σχεδιασμό και τον προσανατολισμό του κτιρίου: η βιοκλιματική διάσταση

Εκτιμάται ότι εφόσον ληφθούν πλήρως υπόψη οι υφιστάμενες βιοκλιματικές ή οικολογικές διαστάσεις κατά τον σχεδιασμό και τον προσδιορισμό της θέσης των κτιρίων, ενδέχεται να υπάρξει σημαντική μείωση των ενεργειακών αναγκών καθ' όλη τη διάρκεια ζωής του κτιρίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κτίρια που ικανοποιούν ήδη υψηλές προδιαγραφές θερμομόνωσης, μπορούν να μειώσουν την ενεργειακή ζήτηση έως και κατά 60% χρησιμοποιώντας σωστό παθητικό ηλιακό σχεδιασμό, βελτιστοποιημένα ενεργά ηλιακά συστήματα για ζεστό νερό οικιακής χρήσης και για θέρμανση χώρων, βελτιωμένο φυσικό φωτισμό και έλεγχο της φυσικής ψύξης και της ηλιακής λάμψης. Τα νέα κτίρια που μπορούν να κατασκευασθούν με τον τρόπο αυτόν θα καταναλώνουν το ένα τέταρτο της σημερινής κατανάλωσης για θέρμανση χώρων [27]. Ακόμα και στα υπάρχοντα κτίρια, όπου ο σχεδιασμός και ο προσανατολισμός είναι ήδη δεδομένα, αυτό το δυναμικό εξοικονόμησης μπορεί να είναι σημαντικό, εφόσον υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες και γίνει κατάλληλη εκμετάλλευσή τους.

[27] IEA (2000), IEA Solar Heading and Cooling Study's, SHC, Παρίσι.

Η αρχή της βιοκλιματικής μελέτης και κατασκευής περιλαμβάνει στρατηγικές για την ενίσχυση όλων των φυσικών παραμέτρων καθώς και για τη βελτίωση της θέρμανσης, της ψύξης, του αερισμού και του φωτισμού.

Μια στρατηγική για τη θέρμανση και την ψύξη συνεπάγεται τη λήψη μέτρων, τα οποία για παράδειγμα, μεγιστοποιούν τη χρήση και συσσώρευση παθητικής ηλιακής θερμότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου θέρμανσης ή την ελαχιστοποιούν κατά τη διάρκεια της περιόδου ψύξης, ανάλογα με τις σχετικές διάρκειες των δύο περιόδων. Περιλαμβάνει παράγοντες όπως τον προσανατολισμό της οικίας κατά τρόπο ώστε να μελετάται και να εκτίθεται στον ήλιο η μέγιστη δυνατή εξωτερική επιφάνεια (ή, για την ψύξη, να προστατεύεται από την έκθεση στον ήλιο). Περιλαμβάνει επίσης τον συνυπολογισμό των συνθηκών των επικρατούντων ανέμων, τη δυνητική και υφιστάμενη σκίαση από τα δένδρα, και του δυναμικού σώρευσης θέρμανσης και ψύξης από το περιβάλλον έδαφος και τις υδάτινες μάζες, για τις αντλίες θέρμανσης/ψύξης και για παρόμοιες χρήσεις.

Μια στρατηγική για το φωτισμό περιλαμβάνει τη βελτιστοποίηση του φυσικού φωτισμού για τη συμπλήρωση και τη μείωση της ανάγκης σε τεχνητό φωτισμό. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση τεχνικών φυσικού φωτισμού, συμπεριλαμβανομένης της γεωμετρίας των παραθύρων, της διάχυσης του φωτός, της τεχνολογίας των πρισμάτων και παρομοίων μέτρων.

4.8 Συμπερασματικά σχόλια

Η εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές οικονομικές και τεχνικές πτυχές όπως περιγράφεται ανωτέρω. Σε πολλά κράτη μέλη τα θέματα αυτά έχουν ενσωματωθεί σε ενιαίο σύστημα που εκφράζει την ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου. Με τέτοια ολοκληρωμένη προσέγγιση οι διάφορες πτυχές που θα πρέπει να περιληφθούν στα πρότυπα για τα νέα κτίρια μπορούν να εκφρασθούν με απλούς δείκτες ενεργειακής απόδοσης. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει πρόσθετη ευελιξία, όσον αφορά τον λεπτομερή σχεδιασμό, δίνοντας στους μελετητές περισσότερες επιλογές για την τήρηση των προτύπων ελάχιστης απαίτησης. Για να επιτευχθεί κάποιο επίπεδο εναρμόνισης στην αξιολόγηση των κτιρίων για τους μελετητές και τους χρήστες σε ολόκληρη την ΕΕ, πρέπει να ακολουθείται κοινή μεθοδολογία βασισμένη σε τέτοια ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Ενώ όλα τα κράτη μέλη ειδικά για τα καινούργια κτίρια, εφαρμόζουν πρότυπα ελάχιστων απαιτήσεων, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο της ενεργειακής απόδοσης που απαιτείται από τα πρότυπα αυτά. Οι διαφορές αυτές δείχνουν ένα μεγάλο δυναμικό βελτίωσης και την ανάγκη λήψης μέτρων για την αξιοποίηση του δυναμικού αυτού με τον αποδοτικότερο τρόπο.

Θα πρέπει πάντως να αναγνωρισθεί ότι το μεγαλύτερο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας βρίσκεται στην ανακαίνιση των υφιστάμενων κτιρίων. Ο καταλληλότερος τρόπος για να θιγεί το ζήτημα αυτό, φαίνεται ότι είναι η καθιέρωση της πιστοποίησης των κτιρίων έτσι ώστε να αυξηθεί η ενημέρωση, και ταυτόχρονα να αντιμετωπισθεί η κύρια ατέλεια της αγοράς, δηλαδή ότι οι ιδιοκτήτες δεν διαθέτουν κίνητρα ώστε να επενδύσουν στα κτίρια που νοικιάζουν. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην αποδοτική αντικατάσταση των εγκαταστάσεων θέρμανσης. Επί πλέον, τα κτίρια θα πρέπει όταν ανακαινίζονται να ικανοποιούν αυστηρότερα πρότυπα σχετικά με την ενεργειακή απόδοση,. Η πιστοποίηση των δημοσίων κτιρίων ή ορισμένων άλλων κτιρίων με υψηλή κατανάλωση ενέργειας στα οποία συχνάζει το κοινό θα πρέπει να παρουσιάζεται στα κτίρια ως εκπαιδευτική πληροφόρηση για το ευρύ κοινό, μαζί με τις συνιστώμενες και υφιστάμενες εσωτερικές θερμοκρασίες και σχετικούς κλιματολογικούς παράγοντες,.

5. Αιτιολόγηση της δράσης σε κοινοτικό επίπεδο

5.1 Ισχύον πολιτικό πλαίσιο

Το άρθρο 2 της Συνθήκης της ΕΚ αναφέρεται στην αειφόρο ανάπτυξη της οικονομίας της Κοινότητας. Το άρθρο 6 της Συνθήκης της ΕΚ ενίσχυσε αυτούς τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης εντάσσοντας την πολιτική για το περιβάλλον σε άλλες κοινοτικές πολιτικές. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Cardiff το 1998 επιβεβαίωσε και πάλι την ανάγκη ένταξης του περιβάλλοντος στην ενεργειακή πολιτική. Το άρθρο 175 θέτει το πλαίσιο για τη θέσπιση μέτρων με περιβαλλοντικούς στόχους.

Η σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές ορίζει ότι τα συμμετέχοντα μέρη θα εγκρίνουν πολιτικές και θα λάβουν μέτρα για τη μείωση και τον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ώστε κατά το 2000 να σταθεροποιήσουν τις εκπομπές τους στα επίπεδα του 1990. Πέραν αυτής της μη υποχρεωτικής δέσμευσης η Κοινότητα ανέλαβε συμπληρωματική δέσμευση μείωσης κατά 8% όπως καθορίζεται από το Πρωτόκολλο του Κιότο του 1997. Ενώ ο κτιριακός τομέας έχει ήδη ουσιαστική συμβολή στις κοινοτικές προσπάθειες για την επίτευξη του στόχου του Κιότο, στα σχετικά λίγα χρόνια που απομένουν μέχρι το 2012, θα πρέπει να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στην περίοδο μετά το 2012, για την οποία η πρόταση της Επιτροπής για το Έκτο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον προβλέπει μείωση κατά 20-40% μέχρι το έτος 2020. Στις 8 Μαρτίου 2000, η Επιτροπή ενέκρινε την ανακοίνωση σχετικά με "Πολιτικές και μέτρα της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου: προς ένα Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Αλλαγή του Κλίματος (ECCP)» [28]. Το πρόγραμμα ECCP βασίζεται στην Ανακοίνωση του Μαΐου του 1999 με τίτλο «Προπαρασκευή της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κιότο» [29] και υποστηρίζει τις συστάσεις που είχαν υποβληθεί αρχικά από το Συμβούλιο Περιβάλλοντος τον Ιούνιο του 1998 και τον Οκτώβριο του 1999. Το τελευταίο κάλεσε την Επιτροπή να προωθήσει ένα κατάλογο δράσεων προτεραιότητας για κοινές και συντονισμένες πολιτικές και μέτρα όσο το δυνατόν νωρίτερα εντός του 2000 και να προετοιμάσει κατάλληλες προτάσεις πολιτικής.

[28] COM(2000)88 τελικό, που προαναφέρθηκε.

[29] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο "Προπαρασκευή της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κιότο" Com(1999)230 τελικό.

Εν όψει της αναμενόμενης αύξησης των εκπομπών ρύπων ελλείψει περαιτέρω μέτρων και της πρόκλησης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η πλειοψηφία των κρατών μελών όσον αφορά την τήρηση των δεσμεύσεών τους στη συμφωνία επιμερισμού του φορτίου της ΕΕ, η ενίσχυση των πολιτικών και των μέτρων σε επίπεδο ΕΕ αποτελεί σημαντικό συμπλήρωμα των εθνικών στρατηγικών για το κλίμα.

Στην Πράσινη Βίβλο για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού [30] η Επιτροπή περιγράφει την αναμενόμενη ενεργειακή κατάσταση στην ΕΕ κατά το 2010 και μετά. Μία από τις βασικές παρατηρήσεις αυτής της ανακοίνωσης είναι ότι η ΕΕ θα έχει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα ολοένα και μικρότερη δυνατότητα να επηρεάζει την πλευρά του ενεργειακού εφοδιασμού. Πάντως, επειδή η ΕΕ είναι μία από τις κύριες περιοχές κατανάλωσης, θα πρέπει να καταβάλει προσπάθειες, ιδίως στην πλευρά της ζήτησης, ώστε να μειώσει την ισχυρή εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.

[30] Πράσινη Βίβλος «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού», COM(2000) 769, που προαναφέρθηκε.

Το άτυπο Συμβούλιο ECOFIN στη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2000 τόνισε την ανάγκη επιτάχυνσης της εφαρμογής των σχεδίων δράσης της ΕΕ στον τομέα των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας και της διαφοροποίησης με σκοπό να μειωθεί η εξάρτηση των οικονομιών της Κοινότητας από το πετρέλαιο.

Σε απάντηση προς το Σχέδιο Δράσης της Επιτροπής για την Ενεργειακή Απόδοση, το Συμβούλιο Ενέργειας ενέκρινε δυο συμπεράσματα κατά τη διάρκεια του 2000. Το πρώτο εγκρίθηκε στις 30 Μαΐου 2000 και το δεύτερο στις 5 Δεκεμβρίου του 2000 [31] [32]. Και στα δύο η Επιτροπή καλείται να αναλάβει πρωτοβουλίες, ειδικά στον οικιακό και στον τριτογενή τομέα, συμπεριλαμβανομένης της πιστοποίησης κτιρίων, της βελτιωμένης θερμομόνωσης, και του βελτιωμένου εγκατεστημένου εξοπλισμού και άλλων εγκαταστάσεων.

[31] Συμπέρασμα του Συμβουλίου 8835/00

[32] Συμπέρασμα του Συμβουλίου 14000/00

5.2 Πρόσθετη επίπτωση της δράσης σε κοινοτικό επίπεδο

Στην παράγραφο 4.3 ανωτέρω, παρουσιάσθηκαν οι ουσιαστικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των επιδόσεων των κρατών μελών στον τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας στον κτιριακό τομέα, καθώς και τα πλέον ελπιδοφόρα μέτρα.

Ως εκ τούτου, η πρόταση για νέο, νομικά δεσμευτικό, μέσο πρέπει να αντιμετωπισθεί υπό το φως του στόχου της αύξησης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων σε όλα τα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μείωση των εκπομπών CO2 και η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού είναι θέματα κοινής ευθύνης των Κρατών Μελών και ως εκ τούτου δικαιολογεί μια νομική πρωτοβουλία σε Κοινοτικό επίπεδο. Σε ορισμένα Κράτη Μέλη τα τρέχοντα πρότυπα κτιρίων χρονολογούνται απο τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, ενω άλλα έκανα πρόσφατα ουσιαστικές βελτιώσεις σ´αυτό τον σημαντικό τομέα. Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι ως πρώτο βήμα των στόχων της πρότασης αυτής είναι η επίτευξη σύγκλισης των δομικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων και των προτύπων θερμομόνωσης, με αυτά των κρατών μελών που διαθέτουν ήδη φιλόδοξα σχετικά επίπεδα.

Ο στόχος της βελτιωμένης ενεργειακής απόδοσης κτιρίων έχει ήδη τεθεί σε προγενέστερες υφιστάμενες νομικές πράξεις. Στη βασική υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία για τον δομικό τομέα υπάγεται και η «οδηγία για τους λέβητες» (92/42/EΟΚ), η «οδηγία για τα δομικά προϊόντα» (89/106/ΕΟΚ) και τα άρθρα για τα «κτίρια» στην οδηγία 93/76/EΟΚ του SAVE».

Η τελευταία οδηγία ορίζει ότι τα κράτη μέλη καταρτίζουν και εφαρμόζουν προγράμματα σε έξι ειδικούς τομείς με σκοπό να βελτιωθεί η ενεργειακή απόδοση. Τα προγράμματα μπορεί να έχουν τη μορφή νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, οικονομικών και διοικητικών μέσων, ενημερωτικών, εκπαιδευτικών και εκουσίων συμφωνιών.

Πάντως, πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η οδηγία 93/76 συμφωνήθηκε σε άλλο πολιτικό πλαίσιο, πριν από τη σύναψη του Πρωτοκόλλου του Κιότο και πριν από τα πρόσφατα νέα ερωτήματα σχετικά με την αυξανόμενη εξάρτηση εφοδιασμού της ΕΕ από άλλους παγκόσμιους παράγοντες. Παρά το γεγονός ότι η οδηγία έχει κάποια συμβολή, δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι απολύτως επαρκής για την επίτευξη του σημαντικού στόχου της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων στο βαθμό που κρίνεται οικονομικά και τεχνικά εφικτός.

Τα ανωτέρω υπογραμμίζουν την κοινοτική διάσταση της ενεργειακής απόδοσης και δικαιολογούν τη θέσπιση περισσότερο συγκεκριμένης δράσης σε κοινοτικό επίπεδο που να μπορεί να συμπληρώνει ή να ενισχύει τα υφιστάμενα εθνικά μέτρα στον τομέα αυτό. Πρέπει επίσης να σημειωθεί οτι μια Κοινοτική προσέγγυση θα δημιουργήσει οικονομία κλίμακας στην εσωτερική αγορά προϊόντων, εξαρτημάτων και εγκαταστάσεων που θα βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση των κτιριων. Επιπλέον, όπου οι ατέλειες της αγοράς καθιστούν απαραίτητη την επέμβαση με νομικά μέτρα, όπως είναι η υποχρεωτική πιστοποίηση, για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης, μια κοινοτική προσέγγιση θα δώσει περισσότερη εγγύηση για την επίτευξη δίκαιων όρων για τους καταναλωτές και τη βιομηχανία που π.χ. κατέχει, ενοικιάζει, κατασκευάζει ή πωλεί αυτά τα κτίρια στην εσωτερική αγορά.

5.3 Σημασία της πρωτοβουλίας για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες

Στην έκθεση του 1999 για την κατανάλωση ενέργειας στα νοικοκυριά, η EUROSTAT περιέλαβε πολλές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης [33]. Σε πολλές από αυτές τις χώρες ΚΑΕ, περισσότερο από τα δύο τρίτα του πληθυσμού ζουν σε αστικές περιοχές. Το ποσοστό των κατοικιών που κατοικούνται από τους ιδιοκτήτες είναι κατά μέσο όρο υψηλότερο από ό,τι στη ζώνη των 15 της ΕΕ. Συχνά κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90% και μόνο στην Πολωνία, τη Δημοκρατία της Τσεχίας και τη Λετονία είναι χαμηλότερο από 55%.

[33] "Κατανάλωση ενέργειας στα νοικοκυριά 1999" EUROSTAT 1999, που προαναφέρθηκε. Οι ερευνηθείσες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΚΑΕ) ήταν η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ρουμανία, η Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Σλοβενία και η Πολωνία.

Στις περισσότερες χώρες ΚΑΕ το ποσοστό της κατανάλωσης ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση χώρων είναι μεγαλύτερο από το 70% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στα νοικοκυριά. Στις περισσότερες από τις χώρες αυτές, ο πλέον συνηθισμένος τρόπος θέρμανσης είναι σαφώς τα συστήματα κεντρικής θέρμανσης (είτε ανεξάρτητα για κάθε κατοικία, είτε συλλογικά για σπίτια πολλών οικογενειών ή τηλεθέρμανση για ομάδες κτιρίων).

Ιδίως κτίρια κατασκευασμένα με μεγάλα πάνελ, που κατά πλειοψηφία έχουν κατασκευασθεί από το τέλος της δεκαετίας του 60 μέχρι και τη δεκαετία του 90, χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλη ζήτηση θερμότητας, η οποία είναι 2 έως 3 φορές υψηλότερη ανά τετραγωνικό μέτρο, κυρίως λόγω των κακών προτύπων μόνωσης.

Ο μετασχηματισμός της οικονομίας των χωρών ΚΑΕ έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της τιμής της ενέργειας για τα νοικοκυριά, ειδικά για την τηλεθέρμανση. Η αξιοποίηση του δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας στον κτιριακό τομέα στις εν λόγω χώρες, πέρα από τα οφέλη για το περιβάλλον και για την ασφάλεια του εφοδιασμού, είναι επίσης σημαντική για τη μείωση της αρνητικής οικονομικής επίπτωσης από την αύξηση των τιμών στην οικονομία των νοικοκυριών.

6. Περιεχόμενο της πρότασης

Το άρθρο 1 ορίζει το σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της πρότασης.

Το άρθρο 2 ορίζει τους όρους και τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στην πρόταση.

Το άρθρο 3 θέτει τις απαιτήσεις για τα κράτη μέλη, ώστε να καθιερώσουν μια μεθοδολογία για τον ολοκληρωμένο υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Το πλαίσιο για την μεθοδολογία αυτή περιγράφεται στο παράρτημα της προτεινόμενης οδηγίας.

Το άρθρο 4 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ελάχιστα πρότυπα για την ενεργειακή απόδοση νέων κτιρίων και να τα ενημερώνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς επίσης και για την αξιολόγηση της εφικτότητας εγκατάστασης σε μεγάλα νέα κτίρια εναλλακτικών συστημάτων παροχής ενέργειας.

Το άρθρο 5 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κατάλληλα πρότυπα για την ενεργειακή απόδοση στα υφιστάμενα κτίρια όταν τα κτίρια αυτά υφίστανται μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση, υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούνται συγκεκριμένα κριτήρια κόστους και οικονομικής απόδοσης.

Το άρθρο 6 προβλέπει την διάθεση ενεργειακού πιστοποιητικού όχι παλαιότερου των 5 ετών σε αγοραστές και ενοικιαστές νέων και υφιστάμενων κτιρίων κατά την κατασκευή, την πώληση ή την ενοικίαση. Για κτίρια δημοσίων υπηρεσιών και κτίρια στα οποία συχνάζει κοινό, η πιστοποίηση αυτή πρέπει να γίνεται τουλάχιστον κάθε 5 χρόνια και το ενεργειακό πιστοποιητικό πρέπει να τοποθετείται σε περίοπτη θέση και να είναι εμφανές για το ευρύ κοινό. Επιπλέον σ' αυτά τα δημόσια κτίρια θα πρέπει να παρουσιάζονται με σαφήνεια οι συνιστώμενες εσωτερικές θερμοκρασίες και, όπου χρειάζεται, και οι άλλες κλιματικές συνθήκες, μαζί με ενδείξεις για την υπάρχουσα εσωτερική θερμοκρασία και τις κλιματικές συνθήκες.

Το άρθρο 7 θεσπίζει ειδικές απαιτήσεις για την τακτική επιθεώρηση των λεβήτων και των εγκαταστάσεων κλιματισμού, που αφορούν τη γενική επιθεώρηση και εκτίμηση της συνολικής εγκατάστασης θέρμανσης εφόσον οι λέβητες είναι εγκατεστημένοι περισσότερο από 15 χρόνια.

Το άρθρο 8 ορίζει οτι τα κεντρικά συστήματα κλιματισμού πρέπει να επιθεωρούνται τακτικά.

Το άρθρο 9 ορίζει ότι τα κράτη μέλη θα επιβάλλουν σύστημα που θα εξασφαλίζει ότι η πιστοποίηση και η επιθεώρηση πραγματοποιούνται από εξειδικευμένο και ανεξάρτητο προσωπικό.

Τα άρθρα 10 & 11 αφορούν τη διαδικασία επιτροπολογίας για την προσαρμογή του παραρτήματος της προτεινόμενης οδηγίας στην τεχνική πρόοδο ή την ενσωμάτωση των μελλοντικά θεσπιζόμενων προτύπων.

Τα άρθρα 12 & 13 αφορούν διοικητικές διατάξεις της πρότασης.

Το παράρτημα της πρότασης περιέχει τα βασικά στοιχεία που θα λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και τις απαιτήσεις για την επιθεώρηση των λεβήτων και των εγκαταστάσεων κεντρικού κλιματισμού.

2001/0098 (COD)

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175,

την πρόταση της Επιτροπής [34],

[34]

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [35],

[35]

τη γνώμη της Επιτροπής Περιφερειών [36],

[36]

αποφασίζοντας σύμφωνα με την διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης [37],

[37]

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Το άρθρο 6 της Συνθήκης ορίζει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων.

(2) Οι φυσικοί πόροι στων οποίων τη συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση αναφέρεται το άρθρο 174 της Συνθήκης, περιλαμβάνουν προϊόντα πετρελαίου, φυσικό αέριο και στερεά καύσιμα, που αποτελούν ουσιώδεις πηγές ενέργειας αλλά επίσης και τις κύριες πηγές εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

(3) Η αυξημένη ενεργειακή απόδοση αποτελεί σημαντικό μέρος της δέσμης των πολιτικών και των μέτρων που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το Πρωτόκολλο του Κιότο, και θα πρέπει να περιλαμβάνεται σε όλες τις δέσμες πολιτικής για την τήρηση των περαιτέρω δεσμεύσεων.

(4) Η διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης είναι σημαντικό εργαλείο που επιτρέπει στην Κοινότητα να επηρεάζει την παγκόσμια αγορά ενέργειας και ως εκ τούτου την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

(5) Στα συμπεράσματά του της 30ής Μαΐου 2000 και της 5ης Δεκεμβρίου 2000 [38] το Συμβούλιο ενέκρινε το πρόγραμμα δράσης της Κοινότητας σχετικά με την ενεργειακή απόδοση και ζήτησε τη λήψη ειδικών μέτρων στον τομέα των κτιρίων.

[38] Συμπέρασμα του Συμβουλίου 8835/00 (30 Μαΐου 2000) και Συμπέρασμα του Συμβουλίου 14000/00 (5 Δεκεμβρίου 2000)

(6) Ο οικιακός και τριτογενής τομέας, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι κτίρια, αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Κοινότητα και αναπτύσσεται, τάση που πρόκειται να αυξήσει την ενεργειακή του κατανάλωση και, κατά συνέπεια, τις σχετικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

(7) Η οδηγία 93/76/ΕΟΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 1993 για περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα με τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (SAVE) [39], ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίζουν και εφαρμόζουν προγράμματα και υποβάλλουν σχετικές εκθέσεις για την ενεργειακή απόδοση στον κτιριακό τομέα, αρχίζει τώρα να εμφανίζει μερικά σημαντικά οφέλη. Πάντως, χρειάζεται συμπληρωματικό νομικό όργανο για τη θέσπιση πλέον συγκεκριμένων δράσεων με σκοπό την αξιοποίηση του μεγάλου ανεκμετάλλευτου δυναμικού εξοικονόμησης ενέργειας και τη μείωση των μεγάλων διαφορών μεταξύ των αποτελεσμάτων των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

[39] ΕΕ L 237, 22.09.1993, σ. 28

(8) Η οδηγία 89/106/ΕΟΚ [40] του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών, ψύξης και αερισμού πρέπει να κατασκευάζονται κατά τρόπο ώστε η απαιτούμενη κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρησιμοποίηση του έργου να είναι χαμηλή, ανάλογα με τα κλιματικά δεδομένα του τόπου αλλά και τους χρήστες.

[40] ΕΕ L 40, 11.02.1989, σ. 12.

(9) Η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση μεθοδολογία που περιέχει, εκτός της θερμομόνωσης, και άλλους παράγοντες που διαδραματίζουν ολοένα και περισσότερο σημαντικό ρόλο όπως π.χ. οι εγκαταστάσεις θέρμανσης/κλιματισμού, η εφαρμογή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ο σχεδιασμός του κτιρίου. Η κοινή προσέγγιση στη διαδικασία αυτή, που θα εκτελείται από εξειδικευμένο προσωπικό, θα συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στις προσπάθειες που καταβάλλονται στα κράτη μέλη για εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα και θα εισάγει διαφάνεια για τους υποψήφιους ιδιοκτήτες ή χρήστες αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση στην κοινοτική αγορά ακινήτων.

(10) Τα κτίρια θα έχουν επιπτώσεις στην κατανάλωση ενέργειας μακροπρόθεσμα και ότι τα νέα κτίρια θα πρέπει ως εκ τούτου να ικανοποιούν τα ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης προσαρμοσμένα στο τοπικό κλίμα. Επειδή εν γένει δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως οι δυνατότητες εφαρμογής εναλλακτικών συστημάτων ενεργειακού εφοδιασμού, είναι σκόπιμη η συστηματική εκτίμηση της εφικτότητας τέτοιων συστημάτων για νέα κτίρια μεγαλύτερα από ορισμένο μέγεθος.

(11) Η ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας υφιστάμενων κτιρίων μεγαλύτερων από ορισμένο μέγεθος θα πρέπει να θεωρείται ευκαιρία για τη λήψη αποδοτικών οικονομικά μέτρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

(12) Η ενεργειακή πιστοποίηση που παρέχει αντικειμενική πληροφόρηση σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, όταν αυτά κατασκευάζονται, πωλούνται ή μισθώνονται, θα συμβάλλει στη βελτίωση της διαφάνειας στην αγορά ακινήτων και ως εκ τούτου θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις για εξοικονόμηση ενέργειας. Θα διευκολύνει επίσης την χρήση συστημάτων κινήτρων. Τα δημόσια κτίρια και τα κτίρια τα οποία επισκέπτεται συχνά το κοινό θα πρέπει να αποτελέσουν παράδειγμα λαμβάνοντας υπόψη περιβαλλοντικά και ενεργειακά ζητήματα, και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να υπόκεινται σε ενεργειακή πιστοποίηση σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η διάχυση των πληροφοριών αυτών στο κοινό σχετικά με την ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να βελτιωθεί με επίδειξη των εν λόγω πιστοποιητικών. Επί πλέον, η παρουσίαση των επίσημα συνιστώμενων εσωτερικών θερμοκρασιών, μαζί με τη μετρούμενη πραγματική θερμοκρασία, θα πρέπει να αποθαρρύνουν την κακή χρήση των συστημάτων θέρμανσης, κλιματισμού και αερισμού. Τούτο θα συμβάλλει στην αποφυγή άσκοπης χρήσης ενέργειας και στη διασφάλιση άνετων συνθηκών εσωτερικού περιβάλλοντος (θερμοκρασιακή άνεση) σε σχέση με την εξωτερική θερμοκρασία.

(13) Η τακτική συντήρηση των λεβήτων και των κεντρικών εγκαταστάσεων κλιματισμού από ειδικευμένο προσωπικό συμβάλλει στη διατήρηση της σωστής τους ρύθμισης σύμφωνα με τα πρότυπα του προϊόντος και με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζει τη βέλτιστη απόδοση από την άποψη του περιβάλλοντος, της ασφάλειας και της ενέργειας. Η αξιολόγηση της συνολικής εγκατάστασης θέρμανσης ενδείκνυται όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασης βάσει της οικονομικής αποδοτικότητας.

(14) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης, πρέπει να θεσπισθούν σε κοινοτικό επίπεδο γενικές αρχές που θα προβλέπουν σύστημα προτύπων ενεργειακής απόδοσης και τους στόχους του, αλλά η λεπτομερής εφαρμογή πρέπει να ανατεθεί στα κράτη μέλη, επιτρέποντας έτσι σε κάθε κράτος μέλος να επιλέξει το καθεστώς που ανταποκρίνεται καλύτερα στην ιδιαίτερη κατάστασή του. Η παρούσα οδηγία περιορίζεται στα ελάχιστα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών και δεν εκτείνεται πέραν των αναγκών για τον σκοπό αυτό.

(15) Πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για τη δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής της μεθοδολογίας υπολογισμού στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, στην τεχνική πρόοδο και στις μελλοντικές εξελίξεις στην τυποποίηση.

(16) Επειδή τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας αποτελούν γενικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης αριθ. 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [41], πρέπει αυτά να εγκριθούν βάσει της κανονιστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της εν λόγω απόφασης.

[41] EE L 184, 17.07.1999, σ. 23.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Με την παρούσα δημιουργείται κοινό πλαίσιο για την προώθηση της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων εντός των ορίων της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις κλιματολογικές και τις τοπικές συνθήκες.

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει απαιτήσεις που αφορούν:

(α) το γενικό πλαίσιο κοινής μεθοδολογίας για τον υπολογισμό της ολοκληρωμένης ενεργειακής απόδοσης κτιρίων,

(β) την εφαρμογή ελαχίστων προτύπων για την ενεργειακή απόδοση νέων κτιρίων,

(γ) την εφαρμογή ελαχίστων προτύπων για την ενεργειακή απόδοση μεγάλων υφιστάμενων κτιρίων που υποβάλλονται σε μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση,

(δ) την ενεργειακή πιστοποίηση των κτιρίων και, για τα δημόσια κτίρια, την εμφανή παρουσίαση της πιστοποίησης αυτής και άλλων σχετικών πληροφοριών, και

(ε) την επιθεώρηση των λεβήτων και των κεντρικών εγκαταστάσεων κλιματισμού στα κτίρια σε τακτά χρονικά διαστήματα και, επί πλέον, μια αξιολόγηση της εγκατάστασης θέρμανσης όπου οι λέβητες είναι παλαιότεροι των 15 ετών.

Άρθρο 2

Για τον σκοπό της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1) κτίριο: κτίριο ως σύνολο ή, στον οικιακό τομέα, τμήματα του κτιρίου που έχουν μελετηθεί για να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα, όπως διαμερίσματα ή ημιανεξάρτητες κατοικίες,

(2) ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου: η συνολική ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου, που αντικατοπτρίζεται σε έναν ή περισσότερους αριθμητικούς δείκτες οι οποίοι έχουν υπολογισθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη μόνωση, τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης, τον σχεδιασμό και την τοποθέτηση, την παραγωγή ενέργειας του ιδίου και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την καθαρή ενεργειακή ζήτηση,

(3) πρότυπο ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης κτιρίου: ελάχιστη απαίτηση αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, που καθορίζεται βάσει ρυθμιστικών διατάξεων,

(4) πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κτιρίου: επίσημα αναγνωρισμένο πιστοποιητικό στο οποίο έχει καταγραφεί το αποτέλεσμα του υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης κτιρίου σύμφωνα με τη μεθοδολογία που παρατίθεται στο παράρτημα,

(5) δημόσια κτίρια: κτίρια στα οποία στεγάζονται δημόσιες υπηρεσίες ή τα οποία επισκέπτεται και χρησιμοποιεί συχνά το ευρύ κοινό, όπως: σχολεία, νοσοκομεία, κτίρια των δημόσιων μεταφορών, κλειστά αθλητικά κέντρα, κλειστές πισίνες και κτίρια υπηρεσιών λιανικού εμπορίου μεγαλύτερα από 1000 m2,

(6) ΣΘΗ (συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού): η ταυτόχρονη μετατροπή πρωτογενών καυσίμων σε μηχανική ή ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα,

(7) σύστημα κλιματισμού: εγκατάσταση σχεδιασμένη να ψύχει και να κλιματίζει τον αέρα του περιβάλλοντος,

(8) λέβητας : ο συνδυασμός σώματος λέβητα και μονάδας καυστήρα που είναι σχεδιασμένος για να μεταφέρει στο νερό τη θερμότητα που παράγεται από την καύση,

(9) ωφέλιμη ονομαστική ισχύς (εκφραζόμενη σε kW): η μέγιστη θερμική ισχύς την οποία καθορίζει και εγγυάται ο κατασκευαστής ως παρεχόμενη κατά τη συνεχή λειτουργία με ταυτόχρονη τήρηση της ωφέλιμης απόδοσης που προσδιορίζεται από τον κατασκευαστή,

(10) ωφέλιμη απόδοση (εκφραζόμενη σε ποσοστό %): ο λόγος μεταξύ της θερμικής ισχύος που μεταβιβάζεται στο νερό του λέβητα και του γινομένου της καθαρής θερμικής αξίας υπό σταθερή πίεση καυσίμου και της κατανάλωσης, εκφραζομένης ως ποσότητας καυσίμου ανά μονάδα χρόνου,

(11) αντλία θερμότητας: εγκατάσταση που αφαιρεί θερμότητα από το εξωτερικό περιβάλλον και την παρέχει στο ελεγχόμενο περιβάλλον.

Άρθρο 3

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης κτιρίων της οποίας το γενικό πλαίσιο καθορίζεται στο παράρτημα. Η μεθοδολογία αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω, και καθορίζεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Η ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου εκφράζεται με διαφανή και απλό τρόπο και ενδέχεται να περιλαμβάνει δείκτη εκπομπών CO2 .

Άρθρο 4

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το ότι τα νέα κτίρια που προορίζονται για τακτική χρήση, θα ικανοποιούν τα πρότυπα ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης που υπολογίζονται σύμφωνα με την μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα.Τα πρότυπα πρέπει να περιλαμβάνουν τις γενικές απαιτήσεις για τις συνθήκες του αέρα εσωτερικών χώρων έτσι ώστε να αποφευχθούν πιθανές αρνητικές επιπτώσεις όπως ο ανεπαρκής αερισμός. Τα εν λόγω πρότυπα ενεργειακής απόδοσης θα αναθεωρούνται κάθε πέντε χρόνια τουλάχιστον, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν την τεχνική πρόοδο στον κτιριακό τομέα. Στα κράτη μέλη επιτρέπεται να εξαιρούν ιστορικά κτίρια, μη μόνιμα κτίρια, βιομηχανικά κτίρια, εργαστήρια και κτίρια κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κανονικές κατοικίες.

Για τα νέα κτίρια συνολικής επιφάνειας άνω των 1000 m2, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι, πριν από την έκδοση της αδείας του κτιρίου, αξιολογείται από τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική άποψη η εφικτότητα της εγκατάστασης αποκεντρωμένων συστημάτων παροχής ενέργειας που βασίζονται σε ανανεώσιμες ενέργειες, στη ΣΘΗ, στην τηλεθέρμανση ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε αντλίες θερμότητας. Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής θα είναι διαθέσιμο σε όλους τους ενδιαφερομένους για ενημέρωση.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι θα αναβαθμίζεται η ενεργειακή απόδοση υφιστάμενων κτιρίων συνολικής επιφανείας άνω των 1000 m2, τα οποία ανακαινίζονται, έτσι ώστε να ικανοποιούνται τα πρότυπα ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης εφόσον τούτο είναι τεχνικά εφικτό και συνεπάγεται οικονομικά αποδοτικές επενδύσεις, δηλαδή πρόσθετες δαπάνες οι οποίες με βάση τα ισχύοντα επιτόκια στεγαστικών δανείων μπορούν να αποσβεσθούν εντός χρονικού διαστήματος 8 ετών με τη συσσωρευμένη εξοικονόμηση ενέργειας.

Η αρχή αυτή θα εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου η συνολική δαπάνη της ανακαίνισης είναι μεγαλύτερη από το 25% της τρέχουσας ασφαλισμένης αξίας του κτιρίου.

Άρθρο 6

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατά την κατασκευή, την πώληση ή την εκμίσθωση κτιρίων, θα διατίθεται στον υποψήφιο αγοραστή ή μισθωτή, πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης όχι παλαιότερο των 5 ετών.

Στα κράτη μέλη επιτρέπεται να εξαιρούν ιστορικά κτίρια, μη μόνιμα κτίρια, βιομηχανικά κτίρια, εργαστήρια και κτίρια κατοικιών που δεν χρησιμοποιούνται ως κανονικές κατοικίες.

2. Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης κτιρίων θα παρέχει σχετική πληροφόρηση για τους υποψήφιους χρήστες. Θα περιλαμβάνει τιμές αναφοράς όπως οι ισχύουσες νομικές απαιτήσεις και τη βέλτιστη πρακτική ώστε να επιτρέπει στους καταναλωτές να συγκρίνουν και να αξιολογούν την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου. Το πιστοποιητικό θα συνοδεύεται από συστάσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

3. Τα κράτη μέλη θα απαιτούν για τα δημόσια κτίρια την τοποθέτηση σε περίοπτη θέση σαφώς ορατή για το ευρύ κοινό, πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης όχι παλαιότερου των 5 ετών.

Επί πλέον, για τα δημόσια κτίρια θα παρουσιάζονται με σαφήνεια οι ακόλουθες πληροφορίες:

(α) το εύρος των εσωτερικών θερμοκρασιών και, όπου απαιτείται, άλλοι σχετικοί κλιματολογικοί παράγοντες όπως η σχετική υγρασία, που συνιστούν οι αρχές για τον συγκεκριμένο τύπο κτιρίου.

(β) η υπάρχουσα εσωτερική θερμοκρασία και άλλοι σχετικοί κλιματολογικοί παράγοντες που θα απεικονίζονται μέσω αξιόπιστης διάταξης ή διατάξεων.

Άρθρο 7

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την καθιέρωση τακτικής επιθεώρησης των λεβήτων ωφέλιμης ονομαστικής ισχύος μεγαλύτερης των 10 kW των οποίων οι απαιτήσεις καθορίζονται στο Παράρτημα. Οι απαιτήσεις αυτές θα αναπτυχθούν και θα καθορισθούν περεταίρω σύμφωνα με την διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 11 (2).

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την καθιέρωση επιθεώρησης των κεντρικών εγκαταστάσεων κλιματισμού ωφέλιμης ονομαστικής ισχύος μεγαλύτερης των 12 kW των οποίων οι απαιτήσεις καθορίζονται στο Παράρτημα. Οι απαιτήσεις αυτές θα αναπτυχθούν και θα καθορισθούν περεταίρω σύμφωνα με την διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 11 (2).

Άρθρο 9

Τα κράτη μέλη θα εξασφαλίζουν ότι η πιστοποίηση των κτιρίων και η επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού θα διεξάγονται από εξειδικευμένο και ανεξάρτητο προσωπικό.

Άρθρο 10

Οι αναγκαίες τροποποιήσεις για την προσαρμογή του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας στην τεχνική πρόοδο εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή που συγκροτείται βάσει του άρθρου 10 της οδηγίας του Συμβουλίου 92/75/EΟΚ [42], η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως η "επιτροπή", αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει αντιπρόσωπος της Επιτροπής.

[42] ΕΕ L 297, 13.10.1992, σ. 16.

2. Όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, θα εφαρμόζεται η κανονιστική διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8 αυτής.

3. Η περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι τρεις μήνες.

Άρθρο 12

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2003.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις διατάξεις εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 14

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Α. Πλαίσιο για τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων (Άρθρο 3)

1. Η μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων θα περιλαμβάνει τους ακόλουθους παράγοντες:

α. θερμομόνωση (του κελύφους του κτιρίου και των εγκαταστάσεων)

β. εγκατάσταση θέρμανσης και τροφοδοσία θερμού νερού

γ. εγκατάσταση κλιματισμού

δ. σύστημα αερισμού

ε. εγκατάσταση φωτισμού

στ. θέση και προσανατολισμός των οικιών και των διαμερισμάτων

2. Στον υπολογισμό αυτόν θα συνεκτιμάται η θετική επίδραση των ακολούθων παραγόντων:

α. ηλιακά συστήματα και άλλα συστήματα θέρμανσης και ηλεκτρικά συστήματα βασιζόμενα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

β. ηλεκτρισμός παραγόμενος με ΣΘΗ ή/και συστήματα τηλεθέρμανσης

3. Στο πλαίσιο αυτού του υπολογισμού τα κτίρια θα κατατάσσονται στις ακόλουθες τουλάχιστον κατηγορίες:

α. οικίες μιας οικογένειας διαφόρων τύπων,

β. συγκροτήματα διαμερισμάτων,

γ. γραφεία,

δ. εκπαιδευτικά κτίρια,

ε. νοσοκομεία,

στ. ξενοδοχεία και εστιατόρια,

ζ. κτίρια υπηρεσιών εμπορίου χονδρικής και λιανικής,

η. άλλα είδη κτιρίων που καταναλώνουν ενέργεια.

Β. Απαιτήσεις για την επιθεώρηση των λεβήτων (´Αρθρο 7)

Η επιθεώρηση των λεβήτων θα στοχεύει στην ενεργειακή κατανάλωση και την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Λέβητες ωφέλιμης ονομαστικής ισχύος μεγαλύτερης των 100 kW θα επιθεωρούνται τουλάχιστον κάθε 2 χρόνια.

Για εγκαταστάσεις θέρμανσης με λέβητες ωφέλιμης ονομαστικής ισχύος μεγαλύτερης των 10 kW, ηλικίας άνω των 15 ετών, τα Κράτη Μέλη θα καταστρώσουν τα αναγκαία μέτρα για την πραγματοποίηση μιας επιθεώρησης ολόκληρης της εγκατάστασης θέρμανσης. Με βάση αυτή την επιθεώρηση, η οποία θα περιλαμβάνει την αξιολόγηση της απόδοσης του λέβητα σε πλήρες και σε μερικό φορτίο, και το μέγεθος του λέβητα συγκριτικά με τις απαιτήσεις θέρμανσης του κτιρίου, οι υπεύθυνες αρχές θα παρέχουν συμβουλές στους χρήστες σχετικά με την αντικατάσταση των λεβήτων και εναλλακτικές λύσεις.

Γ. Απαιτήσεις για την επιθεώρηση των κεντρικών συστημάτων κλιματισμού (Άρθρο 8)

Η επιθεώρηση των κεντρικών συστημάτων κλιματισμού θα στοχεύει στην ενεργειακή κατανάλωση και την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Με βάση αυτή την επιθεώρηση, η οποία θα περιλαμβάνει την αξιολόγηση της απόδοσης του συστήματος κλιματισμού σε πλήρες και σε μερικό φορτίο και το μέγεθος του συγκριτικά με τις απαιτήσεις ψύξης του κτιρίου, οι υπεύθυνες αρχές θα παρέχουν συμβουλές στους χρήστες σχετικά με την αντικατάσταση των κλιματιστικών συστημάτων και εναλλακτικές λύσεις.

Top