Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52000PC0582

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 («κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης»)

/* COM/2000/0582 τελικό - CNS 2000/0243 */

ΕΕ C 365E της 19.12.2000, pp. 284–296 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

52000PC0582

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 («κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης») /* COM/2000/0582 τελικό - CNS 2000/0243 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 365 E της 19/12/2000 σ. 0284 - 0296


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 («κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης»)

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ι. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού θεσπίστηκε με τη συνθήκη για την ίδρυση της Κοινότητας το 1957. Στο άρθρο 81 προβλέπονται οι κανόνες που ισχύουν για τις περιοριστικές συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, ενώ το άρθρο 82 αφορά τις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης.

Το 1962, το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 17, ο οποίος περιλαμβάνει τους διαδικαστικούς κανόνες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόστηκαν έως σήμερα χωρίς σημαντικές τροποποιήσεις. Ο κανονισμός αριθ. 17 στηριζόταν στην αρχή ότι ο απαγορευτικός κανόνας του άρθρου 81 παράγραφος 1 είναι άμεσα εφαρμοστέος, καθώς και στο σύστημα της εκ των προτέρων κοινοποίησης περιοριστικών συμφωνιών και πρακτικών, με σκοπό τη χορήγηση απαλλαγής βάσει του άρθρου 81 παράγραφος 3. Μολονότι η Επιτροπή, τα εθνικά δικαστήρια και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών νομιμοποιούνται εξίσου να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 1, αποκλειστικώς αρμόδια για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 είναι η Επιτροπή. Επομένως, με τον κανονισμό 17 καθιερώθηκε ένα έντονα συγκεντρωτικό σύστημα εγκρίσεων για το σύνολο των περιοριστικών συμφωνιών που μπορούν να τύχουν απαλλαγής. Αντιθέτως, για την εφαρμογή του άρθρου 82 μεριμνούν ανέκαθεν εκ παραλλήλου η Επιτροπή, τα εθνικά δικαστήρια και οι εθνικές αρχές.

Το σύστημα αυτό ήταν ικανοποιητικό για μία Κοινότητα με έξι κράτη μέλη, στην οποία το πνεύμα του ανταγωνισμού ήταν ελάχιστα ανεπτυγμένο. Επέτρεψε την ανάπτυξη της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού και τη συνεκτική εφαρμογή της σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ωστόσο, οι σημερινές συνθήκες παρουσιάζουν θεμελιώδεις διαφορές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αριθμεί πλέον 15 κράτη μέλη, οι αγορές των οποίων έχουν ήδη ενοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Επίσης αριθμεί 380 εκατομμύρια κατοίκους και 11 επίσημες γλώσσες. Στα κράτη μέλη έχουν πλέον συγκροτηθεί εθνικές αρχές ανταγωνισμού, και έχουν θεσπισθεί εθνικές νομοθεσίες ανταγωνισμού, πολλές από τις οποίες απηχούν το περιεχόμενο των άρθρων 81 και 82.

Υπό τις νέες αυτές συνθήκες, το τρέχον σύστημα παρουσιάζει δύο μείζονες αδυναμίες. Πρώτον, δεν διασφαλίζει πλέον την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού. Η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να εφαρμόζει το άρθρο 81 παράγραφος 3 παρεμποδίζει σημαντικά τις προσπάθειες των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας. Πέραν αυτού, σε μία διευρυμένη Κοινότητα, η Επιτροπή μόνη της αδυνατεί να αντεπεξέλθει στην ευθύνη της επιβολής της νομοθεσίας ανταγωνισμού στο σύνολο της Ένωσης. Εξάλλου, το καθεστώς των κοινοποιήσεων δεν προσφέρεται πλέον για την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού, διότι μόνο σπάνια οδηγεί στην αποκάλυψη περιπτώσεων που αποτελούν ουσιαστική απειλή για τον ανταγωνισμό. Στην πραγματικότητα, το σύστημα των κοινοποιήσεων εμποδίζει την αξιοποίηση των μέσων που διαθέτει η Επιτροπή για την ανίχνευση και καταστολή των σοβαρών παραβάσεων.

Η δεύτερη αδυναμία του τρέχοντος συστήματος είναι ότι συνεπάγεται υπέρμετρα βάρη για τις επιχειρήσεις, διότι επαυξάνει το κόστος τήρησης της νομοθεσίας και εμποδίζει τις επιχειρήσεις να εφαρμόζουν τις συμφωνίες που συνάπτουν, χωρίς να τις κοινοποιήσουν στην Επιτροπή, ακόμη και αν οι συμφωνίες αυτές πληρούν τους όρους του άρθρου 81 παράγραφος 3. Το στοιχείο αυτό ζημιώνει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για τις οποίες το κόστος της κοινοποίησης και, ελλείψει κοινοποίησης, η δυσκολία εξασφάλισης της εφαρμογής των συμφωνιών που συνάπτουν ενδέχεται να αποτελούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σύγκριση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Η προοπτική της διεύρυνσης της Κοινότητας καθιστά ακόμη πιο κατεπείγουσα την ανάγκη αναθεώρησης του κανονισμού αριθ. 17. Ήδη διαγράφεται η προοπτική μίας Ένωσης με 25 ή και περισσότερα κράτη μέλη. Ένα σύστημα κοινοποιήσεων με εκ των προτέρων έγκριση από μία διοικητική αρχή θα ήταν παντελώς ατελέσφορο σε μία διευρυμένη Κοινότητα, δεδομένου ότι, δυνητικά, χιλιάδες συμφωνίες θα πρέπει πρώτα να λάβουν διοικητική έγκριση για να είναι εκτελεστές. Χάρη στην άμεση εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3, οι συμφωνίες που πληρούν τους όρους της συγκεκριμένης διάταξης θα είναι νομικώς εκτελεστές, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή σε κάποια διοικητική αρχή.

Β. Το Λευκό Βιβλίο και η διαδικασία διαβουλεύσεων

Για να προετοιμασθεί η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού για τις προκλήσεις των επόμενων ετών, η Επιτροπή δρομολόγησε τη μεταρρυθμιστική διαδικασία με την έγκριση και δημοσίευση το 1999 ενός Λευκού Βιβλίου για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ.

Στο Λευκό Βιβλίο εξετάζονται διάφοροι εναλλακτικοί τρόποι μεταρρύθμισης και προτείνεται η καθιέρωση ενός ριζικά διαφορετικού συστήματος εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας, το οποίο καλείται «σύστημα εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής». Το σύστημα αυτό θα στηρίζεται στην άμεση εφαρμογή του κανόνα περί εξαιρέσεων του άρθρου 81 παράγραφος 3, το οποίο σημαίνει ότι η Επιτροπή καθώς και οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 3 σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες καλούνται να εφαρμόσουν τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 81 παράγραφος 1, ο οποίος είναι ήδη άμεσα εφαρμοστέος.

Το Λευκό Βιβλίο εγκρίθηκε στις 28 Απριλίου 1999. Οι ενδιαφερόμενοι εκλήθησαν να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1999. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διοργάνωσε δημόσια ακρόαση στις 22 Σεπτεμβρίου 1999 και εξέδωσε ψήφισμα στις 18 Ιανουαρίου 2000. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε γνώμη στις 8 Δεκεμβρίου 1999. Η Επιτροπή έλαβε και εξέτασε επισταμένως υπομνήματα από όλα τα κράτη μέλη και από 100 και πλέον ενδιαφερόμενους. Μερικά από τα υπομνήματα προέρχονταν από χώρες της ΕΖΕΣ, από την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ και από τις αρχές ανταγωνισμού της Εσθονίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας. Το περιεχόμενο του Λευκού Βιβλίου συζητήθηκε σε σειρά συνεδριάσεων μιας ομάδας εργασίας την οποία αποτελούν υπάλληλοι της Επιτροπής και εμπειρογνώμονες των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τάσσονται μεν υπέρ της πρότασης της Επιτροπής αλλά υπογραμμίζουν τη σπουδαιότητα της διασφάλισης της συνεκτικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων, καθώς και τη σημασία της διατήρησης ικανοποιητικού επιπέδου ασφάλειας δικαίου.

Οι τοποθετήσεις των επιχειρηματικών ενώσεων και των συνηγόρων τους είναι ετερόκλιτες. Σε πολλές περιπτώσεις χαιρετίζεται η προσέγγιση της Επιτροπής ως μία πιο αποτελεσματική και λιγότερο γραφειοκρατική εναλλακτική μέθοδος σε σύγκριση με το σημερινό σύστημα εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας, το οποίο οι πάντες σχεδόν θεωρούν ανεπαρκές. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που τονίζουν ότι πρέπει να διασφαλισθεί ότι η μεταρρύθμιση δεν θα οδηγήσει στην ανομοιόμορφη εφαρμογή και στην «επανεθνικοποίηση» της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, καθώς επίσης ότι η μεταρρύθμιση δεν πρέπει να αμβλύνει την ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις.

Η πρόταση νέου κανονισμού στηρίζεται σε γενικές γραμμές στη Λευκή Βίβλο, λαμβάνοντας υπόψη τους βασικούς προβληματισμούς που εκφράσθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δημοσίου σχολιασμού. Το ζήτημα της επέκτασης του Κανονισμού Συγκεντρώσεων στις μη αυτόνομες λειτουργικά κοινές επιχειρήσεις παραγωγής, που ετίθετο επίσης στη Λευκή Βίβλο (αρίθ. 79-81), θα τύχει περαιτέρω εξέτασης στο πλαίσιο της επερχόμενης συζήτησης για την αναθεώρηση του Κανονισμού αυτού.

ΙΙ. ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΕΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Α. Αντικείμενο

Αντικείμενο της πρότασης είναι η μεταρρύθμιση των κανονισμών για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ, δηλαδή του κανονισμού αριθ. 17 και των αντίστοιχων κανονισμών που ισχύουν για τον κλάδο των μεταφορών. Προτείνεται η καθιέρωση ενός νέου συστήματος εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας, το οποίο θα καλείται «σύστημα εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής». Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τόσο ο απαγορευτικός κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 όσο και ο κανόνας περί εξαιρέσεων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 81 παράγραφος 3 θα μπορούν να εφαρμόζονται άμεσα, όχι μόνο από την Επιτροπή αλλά και από τα εθνικά δικαστήρια και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Οι συμφωνίες είναι σύννομες ή άκυρες ανάλογα με το κατά πόσο πληρούν τους όρους του άρθρου 81 παράγραφος 3. Δεν απαιτείται εγκριτική απόφαση για τη θέση σε εφαρμογή συμφωνιών που συμβιβάζονται με το άρθρο 81 στο σύνολό του. Ένα τέτοιο σύστημα εφαρμογής της νομοθεσίας ισχύει ήδη για το άρθρο 82 της συνθήκης ΕΚ.

Β. Νομική βάση

Τη νομική βάση της παρούσας πρότασης αποτελεί το άρθρο 83 της συνθήκης ΕΚ. Με το άρθρο 83 παραχωρείται στο Συμβούλιο η εξουσία να θεσπίζει τους κανονισμούς ή τις οδηγίες που απαιτούνται για την υλοποίηση των αρχών που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82. Το άρθρο 83 παράγραφος 2 περιλαμβάνει μη εξαντλητική απαρίθμηση των σκοπών που πρέπει ιδίως να επιτυγχάνονται με τους ούτως θεσπιζόμενους κανόνες εφαρμογής.

Η νομική βάση του άρθρου 83 καλύπτει την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 γενικά. Ειδικότερα, δεν περιορίζεται στην εφαρμογή των κανόνων από συγκεκριμένους φορείς με αποφασιστικές αρμοδιότητες. Συνεπώς, ο κοινοτικός νομοθέτης, εντός των ορίων των γενικών αρχών της συνθήκης, εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κανόνες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 από άλλους φορείς πλην των κοινοτικών οργάνων, καθώς και κανόνες για την αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων φορέων με αποφασιστικές αρμοδιότητες. Αντιστοίχως, η πρόταση κανονισμού προβλέπει ορισμένους κανόνες οι οποίοι πρέπει να γίνονται σεβαστοί από τις αρχές ανταγωνισμού ή/και τα δικαστήρια των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Επίσης προβλέπει κανόνες για τη συνεργασία αυτών των τελευταίων, τόσο μεταξύ τους όσο και με την Επιτροπή.

Το άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο β) ορίζει ρητώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη της εξασφαλίσεως αποτελεσματικής επιβλέψεως, αφενός, και απλουστεύσεως κατά το δυνατόν του διοικητικού ελέγχου, αφετέρου. Με τον τρόπο αυτό, η νομική βάση του άρθρου 83 αναθέτει στον κοινοτικό νομοθέτη να καλύψει ένα κενό το οποίο αφήνει το άρθρο 81. Αφήνοντας κατά μέρος το άρθρο 81 παράγραφος 2, το άρθρο 81 υποδιαιρείται σε έναν απαγορευτικό κανόνα (άρθρο 81 παράγραφος 1) και σε έναν κανόνα που καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μην είναι εφαρμοστέος ο απαγορευτικός κανόνας (άρθρο 81 παράγραφος 3). Ωστόσο, δεν προσδιορίζει τη διαδικασία με την οποία ο κανόνας κηρύσσεται μη εφαρμοστέος, ούτε διευκρινίζει το ποιος είναι υπεύθυνος να κηρύττει το ανεφάρμοστο του κανόνα. Ειδικότερα, η φράση «δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες», σε αντίθεση με τη φράση «η Ανώτατη Αρχή επιτρέπει» που χρησιμοποιείται στη συνθήκη ΕΚΑΧ (βλ. το άρθρο 65 της συνθήκης ΕΚΑΧ), δεν καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία.

Με τον υφιστάμενο κανονισμό 17 παραχωρήθηκε αποκλειστική αρμοδιότητα στην Επιτροπή για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας με σκοπό την έκδοση εγκριτικής απόφασης. Παρόλα αυτά, το άρθρο 81 παράγραφος 3 προσφέρεται για άμεση εφαρμογή. Παρά το γεγονός ότι αφήνει ορισμένα περιθώρια εκτίμησης όσον αφορά την ερμηνεία του, το άρθρο 81 παράγραφος 3 δεν σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, η οποία αρμόζει μόνο σε διοικητικό όργανο. Η ύπαρξη ενός περιορισμένου περιθωρίου εκτίμησης δεν σημαίνει ότι μία διάταξη της συνθήκης δεν προσφέρεται για άμεση εφαρμογή. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τη νομολογία, παραδείγματος χάρη επί του άρθρου 81 παράγραφος 1 και του άρθρου 82, τα οποία ήδη εφαρμόζονται απευθείας από τα εθνικά δικαστήρια.

Στη συνθήκη δεν υπάρχει καμία διάταξη η οποία να αντικρούει το παραπάνω συμπέρασμα. Ειδικότερα, η φράση «απλουστεύσεως κατά το δυνατόν του διοικητικού ελέγχου», που απαντά στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο β), υποχρεώνει μεν τον νομοθέτη να επιδιώκει την ελαχιστοποίηση της διαδικαστικής γραφειοκρατίας, αλλά δεν αφαιρεί από τα δικαστήρια την εξουσία να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 3 εκ παραλλήλου με τις διοικητικές αρχές. Με βάση τις εξουσίες που του παραχωρούνται με το άρθρο 83, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να επιλέξει ένα σύστημα εφαρμογής το οποίο να στηρίζεται στην άμεση εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3.

Το άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο ε) ορίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει επίσης την εξουσία να καθορίζει τη σχέση μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Ο κανονισμός αριθ. 17 δεν περιελάμβανε διατάξεις για την κανονιστική ρύθμιση της σχέσης αυτής, γεγονός που έχει οδηγήσει σε μακροχρόνιες αμφισβητήσεις και σε νομική αβεβαιότητα. Το Δικαστήριο μπόρεσε να αποσαφηνίσει μερικά από τα συναφή ζητήματα εφαρμόζοντας την αρχή της πρωτοκαθεδρίας της κοινοτικής νομοθεσίας έναντι των εθνικών νομοθεσιών. Λόγω, όμως, του ειδικού χαρακτήρα του άρθρου 81, οι λύσεις που επινοήθηκαν βάσει της λογικής αυτής δεν καλύπτουν το σύνολο των περιπτώσεων στις οποίες ενδέχεται να ανακύψουν αντινομίες. Πέραν αυτού, η μετάβαση σε ένα νέο σύστημα εφαρμογής υπάρχει κίνδυνος να πυροδοτήσει νέες αμφισβητήσεις και να προκαλέσει καινοφανείς νομικές αβεβαιότητες γύρω από το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα. Για τον λόγο αυτό, η πρόταση κανονισμού περιλαμβάνει κανόνα σχετικά με τη σχέση του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού και των εθνικών δικαίων.

Τέλος, το άρθρο 83 αποτελεί επίσης την ενδεδειγμένη νομική βάση για τη ρύθμιση των ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 στον κλάδο των μεταφορών. Τούτο δεν ήταν ακόμη σαφές κατά τον χρόνο θέσπισης του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 με διττή νομική βάση (πρώην άρθρα 75 και 87, νυν άρθρα 71 και 83). Εντούτοις, το Δικαστήριο μεταγενέστερα απεφάνθη ότι η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού είναι πλήρως εφαρμοστέα στον κλάδο των μεταφορών [1]. Κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί, με νομική βάση το άρθρο 83, να προνοήσει ότι η εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 σε συμφωνίες και αποφάσεις που σήμερα υπάγονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 διέπονται στο εξής από τις διατάξεις της πρότασης κανονισμού. Τα ίδια ισχύουν ως προς την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 στον κλάδο των θαλάσσιων μεταφορών, που σήμερα διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86. Αυτός ο τελευταίος κανονισμός, μολονότι θεσπίστηκε μετά την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου και δεν συμπλέει με την πρόταση της Επιτροπής (με μόνη νομική βάση το άρθρο 87 (νυν άρθρο 83)), στηρίχτηκε από το Συμβούλιο και στο πρώην άρθρο 84 παράγραφος 2 (νυν άρθρο 80 παράγραφος 2), λόγω του ότι είχε συμπεριληφθεί το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού σχετικά με τις σχέσεις με τρίτες χώρες. Η διχογνωμία μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής δεν είναι απαραίτητο να διευθετηθεί επί του παρόντος, δεδομένου ότι η πρόταση κανονισμού αφήνει ανέπαφο το άρθρο 9 του κανονισμού 4056/87.

[1] Βλ. συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 209 έως 213/84, Nouvelles Frontiθres, Συλλογή 1986, σελ. 1425, και υπόθεση 66/86, Ahmed Saeed, Συλλογή 1989, σελ. 803.

Γ. Χαρακτηριστικά του προτεινόμενου συστήματος

1. Αποτελεσματικότερη προστασία του ανταγωνισμού

Η πρόταση κατατείνει στην ενίσχυση της προστασίας του ανταγωνισμού στην Κοινότητα. Βάσει της πρότασης, ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί με τρεις τρόπους:

α) Αύξηση του αριθμού των φορέων που μεριμνούν για την εφαρμογή της νομοθεσίας

Το προτεινόμενο σύστημα θα έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, διότι τα άρθρα 81 και 82 θα μπορούν να εφαρμόζονται πλέον πλήρως όχι μόνο από την Επιτροπή αλλά και από τις αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών.

Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν συγκροτηθεί σε όλα τα κράτη μέλη, διαθέτουν σε γενικές γραμμές τα κατάλληλα μέσα για να επιλαμβάνονται υποθέσεων που άπτονται της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Γενικά, οι αρχές αυτές διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους και βρίσκονται σε συνάφεια με τις αγορές.

Σε ό,τι αφορά τις υποψήφιες χώρες, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αξιόλογες πρόοδοι για τη συγκρότηση εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Ακόμη και αν σε πρώτη φάση οι χώρες αυτές ενδέχεται να μη διαθέτουν όλες τα απαραίτητα μέσα για τη διασφάλιση της ουσιαστικής προστασίας του ανταγωνισμού, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αναβαθμίσει την εφαρμογή της συναφούς νομοθεσίας στα συγκεκριμένα τμήματα της διευρυμένης Κοινότητας. Η προτεινόμενη κατάργηση του συστήματος κοινοποιήσεων και απαλλαγών θα καταστήσει δυνατή την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων για την ουσιαστική προστασία του ανταγωνισμού.

Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο της πρότασης της Επιτροπής είναι ότι η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να συναποτελέσουν ένα δίκτυο και να συνεργάζονται στενά μεταξύ τους για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Το δίκτυο αυτό θα αποτελεί έναν μηχανισμό για την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών, περιλαμβανομένων των εμπιστευτικών πληροφοριών, καθώς και για την αμοιβαία παροχή συνδρομής, γεγονός που θα ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες εκάστου μέλους του δικτύου να ενεργεί για την αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Το δίκτυο θα μεριμνά επίσης για την ορθολογική κατανομή των υποθέσεων, με βάση την αρχή ότι κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται από την αρχή που είναι η πλέον κατάλληλη για να την αναλάβει.

Τα εθνικά δικαστήρια θα διαδραματίζουν επίσης σημαντικό και ενισχυμένο ρόλο για την εξασφάλιση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με τις εθνικές αρχές και την Επιτροπή, που ενεργούν χάριν του δημόσιου συμφέροντος, καθήκον των εθνικών δικαστηρίων είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων των ατόμων. Για τον σκοπό αυτό, δύνανται να επιδικάζουν αποζημίωση και να διατάσσουν την εκτέλεση ή μη εκτέλεση συμβάσεων. Αποτελούν το αναγκαίο συμπλήρωμα της δράσης των κρατικών αρχών.

Η πρόταση της Επιτροπής αποβλέπει στην προώθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας από ιδιώτες διαμέσου των εθνικών δικαστηρίων. Τόσο το άρθρο 81 παράγραφος 1 όσο και το άρθρο 81 παράγραφος 3 προβλέπουν ορισμένα δικαιώματα των ατόμων, η προστασία των οποίων αποτελεί καθήκον των εθνικών δικαστηρίων. Η τρέχουσα κατανομή των αρμοδιοτήτων βάσει του άρθρου 81 δεν συνάδει με τον σημαντικό ρόλο που τα εθνικά δικαστήρια διαδραματίζουν για την εν γένει τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας. Βάσει του τρέχοντος κανονισμού αριθ. 17, το σύστημα εγκρίσεων αλλά και η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να εφαρμόζει το άρθρο 81 παράγραφος 3 δυσχεραίνουν κατά πολύ την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 1 από τα εθνικά δικαστήρια. Το επιχείρημα ότι η άρση αυτού του εμποδίου θα οδηγήσει ενδεχομένως στην πιο εκτεταμένη εφαρμογή του άρθρου 81 και στη συνεπακόλουθη αύξηση του φόρτου υποθέσεων των εθνικών δικαστηρίων δεν είναι δυνατό να προβληθεί βασίμως κατά της μεταρρύθμισης. Τέτοιου είδους συλλογισμοί δεν είναι σωστό να παρεμποδίζουν την υλοποίηση μιας μεταρρύθμισης η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της τήρησης των κανόνων και στην καλύτερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.

β) Επανεστίαση του έργου της Επιτροπής

Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο η πρόταση θα ενισχύσει την προστασία του ανταγωνισμού είναι με το να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην ανίχνευση των πλέον σοβαρών παραβάσεων. Η πείρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει καταδείξει ότι με τις κοινοποιήσεις η Επιτροπή δεν πληροφορείται σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας ανταγωνισμού. Η διεκπεραίωση μεγάλου πλήθους κοινοποιήσεων εμποδίζει την Επιτροπή να εστιάσει το έργο της στον εντοπισμό και στον κολασμό των πλέον σοβαρών μορφών παράβασης, όπως είναι τα καρτέλ, η στεγανοποίηση των αγορών και οι καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης. Στο πλαίσιο του προτεινόμενου συστήματος, η κατάργηση του συστήματος κοινοποίησης και έγκρισης αναμένεται να επιτρέψει στην Επιτροπή να ασχοληθεί πρωτίστως με καταγγελίες και αυτεπάγγελτες διαδικασίες που οδηγούν στην έκδοση απαγορευτικών αποφάσεων, αντί του να καταγίνεται με τον καθορισμό του τι δεν απαγορεύεται. Η Επιτροπή σκοπεύει να δημοσιεύσει ανακοίνωση όπου θα παρέχονται πληροφορίες στους δυνητικούς καταγγέλλοντες σχετικά με τη διεκπεραίωση των καταγγελιών. Η ανακοίνωση θα καθορίσει ιδίως την προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή θα αναφέρει στον καταγγέλλοντα εάν έχει ή δεν έχει την πρόθεση να εξετάσει την καταγγελία του.

γ) Ενίσχυση των εξουσιών της Επιτροπής στον τομέα της έρευνας

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού, είναι επίσης αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα για την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των εξουσιών έρευνας που αναγνωρίζονται στην Επιτροπή. Σύμφωνα με τον τρέχοντα κανονισμό 17, η Επιτροπή δύναται να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους στους χώρους εταιρειών και να υποβάλλει γραπτές αιτήσεις για την παροχή πληροφοριακών στοιχείων. Επίσης μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις που έχουν παραβεί ουσιαστικούς ή διαδικαστικούς κανόνες και να τους επιβάλλει περιοδικές χρηματικές ποινές.

Τρεις κύριες βελτιώσεις του τρέχοντος συστήματος απαιτούνται προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότερη εφαρμογή των άρθρων 81 και 82.

Πρώτον, είναι σκόπιμο να κωδικοποιηθούν οι κανόνες που ισχύουν για την έκδοση δικαστικής διαταγής σε εθνικό επίπεδο σε περιπτώσεις που χρειάζεται να καμφθεί η εναντίωση μιας επιχείρησης στη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου. Με τον τρόπο αυτό θα αποσαφηνισθεί ο παρεμβατικός ρόλος των εθνικών δικαστών, εντός των ορίων που έχει καθορίσει το Δικαστήριο.

Δεύτερον, επιβάλλεται να προσαρμοσθούν οι εξουσίες που διαθέτουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής κατά τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι αυτοί πρέπει να έχουν την εξουσία, με δικαστική άδεια, να διεξάγουν έρευνες σε ιδιωτικές κατοικίες, αν υπάρχουν υπόνοιες για τη φύλαξη σε αυτές επαγγελματικών εγγράφων. Η πείρα των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και της Επιτροπής καταδεικνύει ότι ενοχοποιητικά έγγραφα φυλάσσονται και ανακαλύπτονται με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα σε ιδιωτικές κατοικίες. Οι επιθεωρητές της Επιτροπής πρέπει επίσης να έχουν την εξουσία να σφραγίζουν συρτάρια και γραφεία, προκειμένου να αποτρέπεται η αφαίρεση και καταστροφή κρίσιμων εγγράφων. Τέλος, πρέπει να νομιμοποιούνται να υποβάλλουν προφορικές ερωτήσεις σχετικά με το αντικείμενο του επιτόπιου ελέγχου.

Τρίτον, τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις διαδικαστικών κανόνων και οι περιοδικές χρηματικές ποινές, που καθορίστηκαν σε απόλυτα μεγέθη κατά τη δεκαετία του 1960, πρέπει να αυξηθούν. Εκτιμάται ότι την ενδεδειγμένη λύση αποτελεί ένα σύστημα βασιζόμενο σε ποσοστό του κύκλου εργασιών.

2. Δημιουργία καλύτερων προϋποθέσεων ισότιμου ανταγωνισμού

Οι νομοθεσίες ανταγωνισμού επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων, διότι τις υποχρεώνουν να προσαρμόζονται στα πρότυπα που κυριαρχούν στις διάφορες περιοχές. Για τις επιχειρήσεις των οποίων οι δραστηριότητες έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα είναι επομένως σημαντικό να ισχύουν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτως ώστε να μπορούν να αξιοποιούν πλήρως τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς.

Η παρούσα πρόταση θα συμβάλει στη δημιουργία καλύτερων προϋποθέσεων ισότιμου ανταγωνισμού σε δύο επίπεδα. Πρώτον, η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού θα εφαρμόζεται σε περισσότερες περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι πιθανότητες αντινομιών εξαιτίας των διαφορών των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού. Δεύτερον, με σειρά μέτρων θα εξασφαλισθεί η συνεκτική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 από τους ποικίλους φορείς με αποφασιστικές αρμοδιότητες που ασχολούνται με την εφαρμογή τους.

α) Αυξημένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού

Βάσει του τρέχοντος συστήματος εφαρμογής της νομοθεσίας, η νομοθεσία ανταγωνισμού περισσοτέρων κρατών μελών αλλά και αυτή της Κοινότητας ενδέχεται να είναι ταυτόχρονα εφαρμοστέες στην ίδια συναλλαγή, στον βαθμό που η επίμαχη συμφωνία ή πρακτική είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Ο μοναδικός περιορισμός που τίθεται στην εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών είναι η αρχή της πρωτοκαθεδρίας της κοινοτικής νομοθεσίας.

Αρκετές από τις εθνικές νομοθεσίες ανταγωνισμού έχουν ως πρότυπο τα άρθρα 81 και 82. Εντούτοις, τυπικώς δεν έχει υπάρξει καμία εναρμόνιση, και εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές, τόσο ως προς τις νομικές ρυθμίσεις όσο και ως προς την ακολουθούμενη πρακτική. Οι διαφορές αυτές συνεπάγονται ενδεχομένως την ανόμοια αντιμετώπιση συμφωνιών και πρακτικών που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαμόρφωση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις των οποίων οι συμφωνίες ή οι πρακτικές παράγουν διασυνοριακά αποτελέσματα, επιβάλλεται να ρυθμισθεί κανονιστικά η σχέση μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και της κοινοτικής νομοθεσίας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της συνθήκης ΕΚ. Αντιστοίχως, το άρθρο 3 της πρότασης κανονισμού προβλέπει ότι αποκλειστικώς εφαρμοστέα είναι η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού οσάκις μία συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 81 ή μία καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 82 είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Ο κανόνας αυτός διασφαλίζει απλά και αποτελεσματικά την υπαγωγή όλων των συναλλαγών που παράγουν διασυνοριακά αποτελέσματα σε ένα και το αυτό νομοθετικό πλαίσιο.

Η πρόταση δεν δημιουργεί απλώς ίσους όρους ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επιπλέον διευκολύνει την αποτελεσματική κατανομή των υποθέσεων στο εσωτερικό του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού. Στόχος είναι να εξετάζεται κάθε υπόθεση από την πλέον ενδεδειγμένη αρχή. Σε αρκετά κράτη μέλη η αρχή ανταγωνισμού, αφ' ης στιγμής επιληφθεί μιας υπόθεσης, είναι υποχρεωμένη να εκδώσει τυπική απόφαση επ' αυτής. Οι υποχρεώσεις αυτής της μορφής εμποδίζουν ενίοτε την παραπομπή μιας υπόθεσης από την αρχή που την ανέλαβε αρχικά σε κάποια άλλη, πιο ενδεδειγμένη, αρχή. Για να ξεπερασθεί το πρόβλημα αυτό που ανακύπτει σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82, η πρόταση κανονισμού προβλέπει ότι κάθε αρχή ανταγωνισμού δύναται να αναστέλλει μία διαδικασία που έχει κινήσει ή να απορρίπτει μία καταγγελία λόγω του ότι μια άλλη αρχή ανταγωνισμού ασχολείται ήδη ή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν με την ίδια υπόθεση. Πάντως, η συγκεκριμένη διάταξη καλύπτει μόνο την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Με το άρθρο 3 της πρότασης κανονισμού διασφαλίζεται ότι η αποτελεσματική κατανομή των υποθέσεων δεν θα παρακωλύεται από την ταυτόχρονη εφαρμογή κάποιας εθνικής νομοθεσίας βάσει της οποίας η οικεία εθνική αρχή ανταγωνισμού εξακολουθεί ενδεχομένως να είναι υποχρεωμένη να εκδώσει τυπική απόφαση για την εκάστοτε υπόθεση. Η εκ παραλλήλου εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών και της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού πρέπει να αποφεύγεται, διότι συνεπάγεται την άνευ λόγου διεξαγωγή παράλληλων διαδικασιών.

β) Συνεκτική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού

Η εφαρμογή της ίδιας νομοθεσίας και της ίδιας πολιτικής θα συμβάλει από μόνη της στην αύξηση της συνεκτικότητας σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Η εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 από τις αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα τελεί υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με τις απαλλαγές κατά κατηγορία, οι οποίοι διασφαλίζουν την ισχύ συγκεκριμένων κατηγοριών συμφωνιών. Η Επιτροπή θα θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες θα παρέχουν σαφέστερη καθοδήγηση σχετικά με τα ζητήματα αυτά.

Κατά την εφαρμογή της συναφούς νομοθεσίας, οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα είναι επίσης υποχρεωμένα να σέβονται τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, καθώς και τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής. Σε σχέση με αυτή την τελευταία, στο άρθρο 16 της πρότασης κανονισμού προτείνεται να επιβληθεί στις αρχές ανταγωνισμού και στα δικαστήρια των κρατών μελών η υποχρέωση να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου οι ενέργειές τους να μην έρχονται σε αντίθεση με τις αποφάσεις της Επιτροπής.

H αύξηση του αριθμού των φορέων που εκδίδουν αποφάσεις θα συντελέσει επίσης στην αύξηση του όγκου της νομολογίας και της διοικητικής πρακτικής και, κατ' επέκταση, στην περαιτέρω αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

Εξάλλου, πρόκειται να καθιερωθούν διάφοροι πρόσθετοι μηχανισμοί με τους οποίους θα διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82.

Η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια θα εξαρτάται από τη διεξαγωγή της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής, που προβλέπεται στο άρθρο 234 ΕΚ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα επιτελέσει την ίδια σημαντική λειτουργία για τη διασφάλιση της συνεκτικότητας την οποία έχει επιτελέσει και εξακολουθεί να επιτελεί σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου. Επειδή η πρόταση αποσκοπεί στην αύξηση των περιπτώσεων κατά τις οποίες ιδιώτες επικαλούνται τη σχετική νομοθεσία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, είναι αναμενόμενο να σημειωθεί αρχικά κάποια αύξηση των παραπομπών βάσει του άρθρου 234. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα η αύξηση αυτή δεν θα είναι σημαντική, διότι εκτιμάται ότι οι περισσότερες από τις διαφορές που θα υποβάλλονται στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων θα αφορούν τομείς ως προς τους οποίους το νομικό καθεστώς χαρακτηρίζεται από σαφήνεια.

Το άρθρο 15 της πρότασης κανονισμού κωδικοποιεί την υφιστάμενη υποχρέωση της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 10 της συνθήκης, να συνεργάζεται με τα εθνικά δικαστήρια. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει το δικαίωμα των εθνικών δικαστηρίων να ζητούν από την Επιτροπή να τους διαβιβάσει στοιχεία που κατέχει ή να γνωμοδοτήσει επί ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Εκτιμάται ότι η σπουδαιότητα του μηχανισμού αυτού θα αυξηθεί από τη στιγμή που τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν και αυτά την εξουσία να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 3.

Στο άρθρο 15 προτείνεται επίσης να παραχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία να υποβάλλει, με δική της πρωτοβουλία και προς χάριν του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος, γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια. Αυτή η νομική δυνατότητα θα επιτρέψει στην Επιτροπή να συμβάλει στη συνεκτική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια. Επίσης προτείνεται να παραχωρηθεί στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού η εξουσία να υποβάλλουν προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις στα δικαστήρια του αντίστοιχου κράτους μέλους.

Σε ό,τι αφορά τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, η δημιουργία ενός δικτύου του οποίου όλα τα μέλη θα εφαρμόζουν την ίδια νομοθεσία και την ίδια πολιτική θα συντελέσει κατά πολύ στην αύξηση της συνεκτικότητας και στη διαμόρφωση συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Την τυπική βάση για τη συγκρότηση του εν λόγω δικτύου παρέχει το άρθρο 11 της πρότασης κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και η Επιτροπή συνεργάζονται στενά με σκοπό την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Οι λεπτομέρειες της συνεργασίας αυτής θα διευκρινισθούν σε ανακοίνωση. Το δίκτυο θα διευκολύνει την ανάπτυξη κοινής νοοτροπίας ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Συγχρόνως, θεσμοθετούνται μηχανισμοί προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εφαρμογή. Σε αυτούς περιλαμβάνεται διαδικασία διαβουλεύσεων για ορισμένες κατηγορίες αποφάσεων που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (βλ. το άρθρο 11 παράγραφος 4 της πρότασης κανονισμού). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού είναι υποχρεωμένες να συμβουλεύονται την Επιτροπή πριν από την έκδοση αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται απαγορεύσεις, γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων ή ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία. Όλες οι αποφάσεις αυτού του είδους έχουν άμεσες συνέπειες για εκείνους στους οποίους απευθύνονται. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις αυτές συνάδουν με τη γενική πρακτική του δικτύου. Σε περίπτωση ουσιώδους διαφωνίας στο εσωτερικό του δικτύου, η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία να αφαιρεί την εκάστοτε υπόθεση από μία εθνική αρχή ανταγωνισμού, κινώντας η ίδια διαδικασία.

Δεν είναι αναγκαίο να προβλεφθούν, για λόγους συνεκτικότητας, εκ των προτέρων διαβουλεύσεις για ορισμένα άλλα από τα είδη αποφάσεων που εκδίδουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, όπως είναι οι αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτονται καταγγελίες ή διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασης. Οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν αποκλειστικά και μόνο την αρχή που εκδίδει την εκάστοτε απόφαση και δεν αποκλείουν τη μεταγενέστερη λήψη μέτρων από οποιαδήποτε άλλη αρχή ανταγωνισμού, ούτε την προσφυγή στα εθνικά δικαστήρια.

Αναφορικά με τις αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή, προτείνεται να διατηρηθεί η τρέχουσα υποχρέωση της Επιτροπής να πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις περιοριστικές πρακτικές και τις δεσπόζουσες θέσεις.

3. Ικανοποιητικό επίπεδο ασφάλειας δικαίου για τις επιχειρήσεις και μείωση της γραφειοκρατίας

Σύμφωνα με τον υφιστάμενο κανονισμό 17, μία συμφωνία ή απόφαση η οποία εμπίπτει στο άρθρο 81 παράγραφος 1 είναι δυνατό να καταστεί ισχυρή, δηλαδή εκτελεστέα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, μόνο εφόσον έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και έχει κριθεί απαλλακτέα με απόφαση της Επιτροπής. Στην πράξη, οι πλείστες υποθέσεις που κοινοποιούνται αρχειοθετούνται με την έκδοση μη δεσμευτικής διοικητικής επιστολής των υπηρεσιών της Επιτροπής (καλουμένης «επιστολή για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο»).

Η πρόταση κανονισμού παραμερίζει τα γραφειοκρατικά εμπόδια που σχετίζονται με τη διαδικασία κοινοποίησης και έγκρισης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ικανοποιητικό επίπεδο ασφάλειας δικαίου.

Ειδικότερα, η πρόταση κανονισμού προβλέπει ότι οι συμφωνίες και αποφάσεις που πληρούν τους όρους του άρθρου 81 παράγραφος 3 είναι ισχυρές και εκτελεστέες εξαρχής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής διοικητικής απόφασης. Επομένως, οι επιχειρήσεις μπορούν να επικαλούνται την εκάστοτε συμφωνία ή απόφαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ενέργειας διοικητικής αρχής.

Η πρόταση κανονισμού δεν απαλλάσσει τις επιχειρήσεις από το καθήκον να αξιολογούν τις επιχειρηματικές τους συναλλαγές προκειμένου να εξακριβώσουν κατά πόσον αυτές συνάδουν με τη νομοθεσία ανταγωνισμού. Βάσει του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, οι επιχειρήσεις προβαίνουν στην ανάλυση αυτή κατά το στάδιο της κατάρτισης κοινοποίησης. Με την παρούσα πρόταση, η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού εξομοιώνεται με την εφαρμογή άλλων τομέων νομοθεσίας, στους οποίους ισχύει η υποχρέωση των επιχειρήσεων να βεβαιώνονται οι ίδιες για τη νομιμότητα της συμπεριφοράς τους.

Στον τομέα της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, η προσπάθεια των επιχειρήσεων να αξιολογήσουν τη συμπεριφορά τους διευκολύνεται από ορισμένες απαλλαγές κατά κατηγορία, καθώς και από ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής με τις οποίες αποσαφηνίζεται το καθεστώς εφαρμογής των κανόνων. Η Επιτροπή δεσμεύεται να καταβάλει ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια σε αυτόν τον τομέα, ως συμπληρωματικό στοιχείο της τρέχουσας μεταρρύθμισης. Το άρθρο 28 της πρότασης κανονισμού προνοεί ότι η Επιτροπή έχει τη γενική αρμοδιότητα για τη θέσπιση κανονισμών περί απαλλαγών κατά κατηγορία. Η εξουσία αυτή διασφαλίζει την ικανότητα της Επιτροπής να αντιδρά με τη δέουσα ταχύτητα στις νέες εξελίξεις και στα μεταβαλλόμενα δεδομένα των αγορών.

Επιπλέον, βάσει του νέου συστήματος, πολλαπλασιάζονται οι φορείς με αποφασιστικές αρμοδιότητες που νομιμοποιούνται να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 3, με αναμενόμενο επακόλουθο την ταχεία ανάπτυξη της νομολογίας και της πρακτικής περί την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης σε τομείς στους οποίους είναι σήμερα ανύπαρκτες. Τούτο θα οδηγήσει αυτομάτως στην ενίσχυση του πλαισίου αξιολόγησης.

Η Επιτροπή θα συμβάλει περαιτέρω στην εξέλιξη αυτή, εξακολουθώντας να χαράζει πολιτική μέσω των αποφάσεων που η ίδια εκδίδει επί μεμονωμένων υποθέσεων. Πέραν των απαγορευτικών αποφάσεων, η πρόταση κανονισμού προβλέπει ότι η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να εκδίδει αποφάσεις για τη διαπίστωση της ανυπαρξίας παράβασης οσάκις τούτο υπαγορεύεται από το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον. Η νομική αυτή δυνατότητα θα επιτρέψει στην Επιτροπή να καθορίζει τη στάση της έναντι ορισμένων υποθέσεων «ιστορικού χαρακτήρα» και με τον τρόπο αυτό να αποσαφηνίζει το νόμο για όλες τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις.

Τέλος, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να είναι πρόθυμη να συζητά ειδικές περιπτώσεις με τις επιχειρήσεις, όταν τούτο κρίνεται σκόπιμο. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα παρέχει καθοδήγηση σε σχέση με συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες θέτουν ανεπίλυτα και όντως καινοφανή ερμηνευτικά ζητήματα. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα δημοσιεύσει ανακοίνωση όπου θα καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ενδεχομένως θα εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη. Παρόλα αυτά, το όποιο σύστημα γνωμών δεν πρέπει να προσπορίζει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να αξιώνουν την έκδοση γνώμης, διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με επανασύσταση του συστήματος κοινοποιήσεων.

ΙΙΙ. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Για λόγους προστασίας της εσωτερικής αγοράς, η πρόταση κανονισμού διασφαλίζει την υπαγωγή στην κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού των συμφωνιών και πρακτικών που ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ίσους όρους ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ταυτόχρονα, με την πρόταση εξασφαλίζεται το ότι η εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας θα γίνεται στο πλέον αποτελεσματικό επίπεδο. Η πρότασης προβλέπει συντρέχουσα αρμοδιότητα της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού και δικαστηρίων των κρατών μελών για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3, γεγονός που θα επιτρέψει στους εν λόγω φορείς να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 81 και 82.

Τα περιθώρια ουσιαστικής παρέμβασης σε εθνικό επίπεδο διευρύνονται σημαντικά χάρη στους μηχανισμούς συνεργασίας που προβλέπονται στα άρθρα 12 και 21 της πρότασης κανονισμού. Σύμφωνα με αυτά, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού νομιμοποιούνται να ανταλλάσσουν πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα και να αλληλοβοηθούνται κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Λόγω της ενοποίησης των αγορών, τα αποδεικτικά στοιχεία και οι πληροφορίες θα είναι ολοένα και συχνότερα διασκορπισμένα σε περισσότερα κράτη μέλη. Η ενίσχυση της οριζόντιας συνεργασίας θα αναβαθμίσει την ικανότητα των εθνικών αρχών ανταγωνισμού να συγκεντρώνουν όλα τα κρίσιμα πληροφοριακά στοιχεία.

Η πρόταση της Επιτροπής ευθυγραμμίζεται επομένως πλήρως με την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης, σύμφωνα με την οποία η ανάληψη δράσης πρέπει να γίνεται κάθε φορά στο πλέον αποτελεσματικό επίπεδο. Η πρόταση αφενός συμβάλλει στη διαμόρφωση συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, η οποία εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας. Αφετέρου, διασφαλίζει τη δυνατότητα των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών να εφαρμόζουν πλήρως και αποτελεσματικά τα άρθρα 81 και 82 σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται πλέον αποτελεσματική η λήψη μέτρων σε εθνικό επίπεδο.

Η Επιτροπή είναι η μοναδική αρχή που μπορεί να δρα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνεπώς θα εξακολουθήσει κατ' ανάγκη να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο για την ανάπτυξη της κοινοτικής νομοθεσίας και πολιτικής ανταγωνισμού και για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής τους στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί η «επανεθνικοποίηση» της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Ωστόσο, η ανάπτυξη και η εφαρμογή της νομοθεσίας και της πολιτικής αυτής θα αποτελούν επίσης μέλημα όλων των αρχών ανταγωνισμού που καταγίνονται με την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 81 και 82. Τα ζητήματα τακτικής θα αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο του δικτύου.

Η πρόταση αρκείται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της συνθήκης. Η συνθήκη αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς και στην εξάλειψη του φαινομένου της στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Στόχος της παρούσας πρότασης είναι ακριβώς η αναβάθμιση της προστασίας του ανταγωνισμού και η διαμόρφωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Η πρόταση να αποκλεισθεί η εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού σε συμφωνίες και πρακτικές που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών είναι επιβεβλημένη, διότι έτσι εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες και πρακτικές θα υπάγονται σε ενιαίο πλέγμα κανόνων. Τούτο είναι εντελώς απαραίτητο για να διασφαλισθεί η μη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά εξαιτίας διαφορών του νομικού πλαισίου, καθώς και η αποτελεσματική κατανομή των υποθέσεων στο εσωτερικό του δικτύου.

Για να είναι αποτελεσματική η κατανομή των υποθέσεων πρέπει επίσης τα μέλη του δικτύου να αλληλοενημερώνονται για κάθε νέα υπόθεση και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφοριακά στοιχεία που σχετίζονται με τις διάφορες υποθέσεις. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η υποχρεωτική διεξαγωγή διαβουλεύσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού πριν από την έκδοση οιασδήποτε απόφασης με την οποία επιβάλλεται απαγόρευση ή γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων ή ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία. Οι τυχόν αντινομίες που θα μπορούσαν να προκύψουν σε σχέση με τέτοιου είδους αποφάσεις θα έβλαπταν την εσωτερική αγορά και τον στόχο της διαμόρφωσης ισότιμων όρων ανταγωνισμού στο σύνολο της Κοινότητας. Οι αποφάσεις αυτού του είδους έχουν επίσης σοβαρές συνέπειες για την κοινή πολιτική ανταγωνισμού του δικτύου. Η Επιτροπή θα φροντίζει για τη συμμετοχή και των υπολοίπων μελών του δικτύου στη διαδικασία διαβουλεύσεων. Η λειτουργία του δικτύου θα διευκρινισθεί περαιτέρω με ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού.

Η παρούσα πρόταση βασίζεται στην παραδοχή ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 σύμφωνα με τους αντίστοιχους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Η υλοποίηση της παρούσας μεταρρύθμισης δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη τη λήψη μέτρων για την ολοκληρωτική εναρμόνιση των εθνικών διαδικαστικών κανόνων. Από την άλλη πλευρά, επιβάλλεται η κανονιστική ρύθμιση σε κοινοτικό επίπεδο περιορισμένου αριθμού θεμάτων τα οποία επενεργούν άμεσα στην απρόσκοπτη λειτουργία του προτεινόμενου συστήματος.

Πρωτίστως και κυρίως, πρέπει να προβλεφθεί ότι κάθε κράτος μέλος είναι υποχρεωμένο να παραχωρήσει στην αντίστοιχη εθνική αρχή ανταγωνισμού την εξουσία να εφαρμόζει τα άρθρα 81 και 82.

Επίσης είναι απαραίτητο να καθορισθεί το περιεχόμενο των αποφάσεων που οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού νομιμοποιούνται να εκδίδουν κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 (βλ. το άρθρο 5 της πρότασης κανονισμού), ούτως ώστε να διασφαλισθεί η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση του συστήματος εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής. Καμία από τις αρχές ανταγωνισμού που ανήκουν στο δίκτυο δεν πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει, κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, αποφάσεις με τις οποίες θεσπίζονται απαλλαγές.

Το άρθρο 13 της πρότασης κανονισμού προβλέπει ότι οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και η Επιτροπή έχουν την εξουσία να αναστέλλουν ή να περατώνουν μία διαδικασία λόγω του ότι με την ίδια υπόθεση ασχολείται ή έχει ασχοληθεί κάποιο άλλο μέλος του δικτύου. Η ρύθμιση αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική κατανομή των υποθέσεων και χρήση των διαθέσιμων μέσων στο εσωτερικό του δικτύου. Παρόλα αυτά, δεν είναι απαραίτητο ούτε σκόπιμο να υποχρεώνονται οι υπόλοιπες αρχές ανταγωνισμού να προβαίνουν στην αναστολή ή την περάτωση της διαδικασίας που έχουν κινήσει. Η ορθολογική χρησιμοποίηση των διαθέσιμων μέσων είναι κάτι που πρέπει να εξασφαλίζεται στην πράξη από το ίδιο το δίκτυο.

Η πρόταση κανονισμού παρέχει τη νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών και την παροχή συνδρομής μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Η οριζόντια αυτή συνεργασία είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορούν οι εν λόγω αρχές να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 81 και 82.

Η Επιτροπή νομιμοποιείται να υποβάλλει γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις προς χάριν του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος στα εθνικά δικαστήρια τα οποία εκδικάζουν υποθέσεις που άπτονται της εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 (βλ. το άρθρο 15). Η Επιτροπή χρειάζεται την εξουσία αυτή για να μπορεί να συμβάλλει στη συνεκτική εφαρμογή των συγκεκριμένων άρθρων. Η ανομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια θα εγκυμονούσε κινδύνους για την απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τη συνεκτικότητα του όλου συστήματος. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, προτείνεται η εξουσία υποβολής παρατηρήσεων στα δικαστήρια να ανήκει από κοινού στην Επιτροπή και στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Εξάλλου, η υποβολή παρατηρήσεων θα γίνεται με βάση τους διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος. Τούτο σημαίνει ότι η πρόταση δεν φιλοδοξεί να εναρμονίσει τις εθνικές διαδικαστικές διατάξεις, με εξαίρεση την παραχώρηση στην Επιτροπή και στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού της εξουσίας να υποβάλλουν παρατηρήσεις με δική τους πρωτοβουλία. Για να μπορεί η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού να ασκούν αποτελεσματικά τη νέα αυτή εξουσία που προβλέπει η πρόταση είναι απαραίτητο να καθιερωθεί η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να διαβιβάζουν, εφόσον τους ζητηθεί, κρίσιμα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία σχετίζονται με υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν τους, εφόσον η Επιτροπή ή μία εθνική αρχή ανταγωνισμού εξετάζει το ενδεχόμενο ή έχει ήδη αποφασίσει να υποβάλει σχετικές γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις.

IV. Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΡΘΡΟ ΠΡΟΣ ΑΡΘΡΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι - ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 - Άμεση εφαρμογή

Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει τη γενική αρχή που διατρέχει τους νέους κανόνες εφαρμογής εκτός του πεδίου εφαρμογής των κανονισμών περί απαλλαγής κατά κατηγορία. Επιπλέον της απαγόρευσης του άρθρου 81 παράγραφος 1 και της απαγόρευσης του άρθρου 82, η παράγραφος αυτή ορίζει ότι το άρθρο 81 παράγραφος 3 επιδέχεται άμεσης εφαρμογής.

Βάσει του σχετικού κανόνα, οι συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3 απαγορεύονται και είναι άκυρες εξαρχής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 81 παράγραφοι 1 και 2. Εξάλλου, οι συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές οι οποίες εμπίπτουν μεν στο άρθρο 81 παράγραφος 1 αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου θεωρούνται σύννομες εξαρχής, χωρίς να είναι απαραίτητη η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης διοικητικής αρχής.

Κατά την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 1, όλοι οι φορείς που διαθέτουν αποφασιστικές αρμοδιότητες στον υπόψη τομέα, δηλαδή η Επιτροπή, τα εθνικά δικαστήρια και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού οφείλουν να εξετάζουν επίσης κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3. Στο πλαίσιο αυτό οφείλουν να σέβονται την ερμηνεία που έχει δοθεί στο άρθρο 81 παράγραφος 3 από τα Δικαστήρια της Κοινότητας. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη και κάθε άλλο στοιχείο ερμηνείας, όπως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές, οι ανακοινώσεις και οι αποφάσεις της Επιτροπής.

Αφού εξακριβώσουν εάν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3, όλοι οι φορείς με αποφασιστικές αρμοδιότητες εξάγουν τα ανάλογα νομικά συμπεράσματα, έχοντας ως γνώμονα τον προτεινόμενο κανονισμό και, ενδεχομένως, τους οικείους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες.

Άρθρο 2 - Βάρος της απόδειξης

Στο άρθρο αυτό διευκρινίζεται το ποιο μέρος βαρύνεται με την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με το θέμα της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 81. Η διάταξη αυτή βασίζεται στον καταμερισμό που προβλέπεται στη συνθήκη μεταξύ του απαγορευτικού κανόνα του άρθρου 81 παράγραφος 1 και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο κανόνας αυτός παύει να είναι εφαρμοστέος σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3. Επίσης συμβαδίζει με την αρχή η οποία τυγχάνει ευρείας αποδοχής στις νομοθεσίες των κρατών μελών και η οποία ορίζει ότι έκαστος αντίδικος οφείλει να αποδείξει τα ευνοϊκά για τον ίδιο στοιχεία που επικαλείται.

Με τον προβλεπόμενο κανόνα επιτυγχάνεται ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντιδίκων. Ειδικότερα, το μέρος που επικαλείται το ευεργέτημα του άρθρου 81 παράγραφος 3 έχει συνήθως μεγαλύτερη ευχέρεια συγκέντρωσης των πληροφοριακών στοιχείων που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 81 παράγραφος 3 (π.χ. σε σχέση με τα οφέλη από την άποψη της αποτελεσματικότητας). Κατά συνέπεια, είναι λογικό το μέρος αυτό να φέρει το βάρος της απόδειξης αναφορικά με το άρθρο 81 παράγραφος 3.

Άρθρο 3 - Σχέση μεταξύ των άρθρων 81 και 82 και των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού

Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι όταν μία συμφωνία ή πρακτική είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, εφαρμοστέα είναι κατ' αποκλειστικότητα η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού. Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν πλήρως τα άρθρα 81 και 82, εφαρμόζουν επομένως την κοινοτική νομοθεσία σε όλες τις περιπτώσεις που ασκούν επίδραση στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

Βάσει του τρέχοντος συστήματος, η ίδια συμφωνία ή συμπεριφορά είναι πιθανό να εμπίπτει συγχρόνως στην κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού και στη νομοθεσία ανταγωνισμού περισσοτέρων κρατών μελών. Σύμφωνα με την αρχή της πρωτοκαθεδρίας της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, η οποία έχει διατυπωθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση Walt Wilhelm [2], η εθνική νομοθεσία μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο στον βαθμό που δεν θίγει την ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Η αρχή της πρωτοκαθεδρίας έχει ως συνέπεια ξεκάθαρες αμφισβητήσεις ως προς την εφαρμοστέα νομοθεσία να επιλύονται με πρόκριση της κοινοτικής νομοθεσίας. Παρόλα αυτά, δεν αποτρέπει αποτελεσματικά αντιφάσεις και διαφορές σε σχέση με την αντιμετώπιση συμφωνιών και πρακτικών που εμπλέκουν περισσότερα κράτη μέλη, ακόμη και αν οι εν λόγω συμφωνίες και πρακτικές επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

[2] Βλ. την υπόθεση 14/68, Walt Wilhelm, Συλλογή 1969-1971, σελ. 1.

Στο παρόν στάδιο εξέλιξης της Κοινότητας, πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλισθεί η ύπαρξη ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτως ώστε οι επιχειρήσεις να είναι σε θέση να αξιοποιούν πλήρως τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς. Από αυτό τούτο το περιεχόμενο του άρθρου 81 παράγραφος 3 καθίσταται σαφές ότι πολλές συμφωνίες παράγουν ευεργετικές συνέπειες για την οικονομική ευημερία. Εάν μία συμφωνία ή πρακτική που είναι ικανή να επηρεάσει το διασυνοριακό εμπόριο υπόκειται σε διαφορετικά κριτήρια αξιολόγησης ή εάν μία συμφωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί αβλαβής ή και ευεργετική με βάση την κοινοτική νομοθεσία υπάρχει περίπτωση να απαγορευθεί βάσει κάποιας εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, τότε υπονομεύεται η έννοια της εσωτερικής αγοράς. Για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το πρόβλημα αυτό, είναι απαραίτητο να προκριθεί η λύση την οποία το Δικαστήριο μνημονεύει στην υπόθεση Walt Wilhelm, δηλαδή να ρυθμισθεί κανονιστικά το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχείο ε) ΕΚ.

Με το άρθρο 3 διασφαλίζεται ότι οι συμφωνίες και οι πρακτικές που ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών θα υποβάλλονται σε ενδελεχή εξέταση με γνώμονα ενιαίο σύνολο κανόνων, γεγονός που θα συντελέσει στη διαμόρφωση ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Κοινότητα και θα εξαλείψει το κόστος παράλληλης εφαρμογής του Κοινοτικού και εθνικού δικαίου ανταγωνισμού τόσο για τις αρχές ανταγωνισμού, όσο και για τη βιομηχανία. Το υπόψη άρθρο δεν περιορίζει τα περιθώρια δράσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, που θα μπορούν να εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία. Η εμπειρία που θα αποκτηθεί σε εθνικό επίπεδο θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη της Κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού εντός του δικτύου.

Με το ίδιο άρθρο διασφαλίζεται επίσης ότι όλες οι υποθέσεις οι οποίες αφορούν συμφωνίες και πρακτικές που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών θα υπόκεινται στους μηχανισμούς συνεργασίας στο εσωτερικό του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού. Θεμελιώδης στόχος της πρότασης κανονισμού είναι η σύμπηξη δικτύου αρχών ανταγωνισμού από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, τα μέλη του οποίου θα συνεργάζονται στενά για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Το δίκτυο θα περιλαμβάνει μηχανισμούς με στόχο την εξασφάλιση στο διηνεκές της συνεκτικότητας της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

Η πρόταση εξαλείφει τον κίνδυνο να επηρεασθεί αρνητικά η απρόσκοπτη λειτουργία του δικτύου από τη συντρέχουσα εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού και κάποιας εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Στόχος είναι να εξασφαλισθεί ότι οι υποθέσεις θα κατανέμονται με ορθολογικό τρόπο και ότι κατά κανόνα η κάθε υπόθεση θα ανατίθεται σε ενιαία αρχή, αυτήν που θεωρείται ως η πλέον κατάλληλη για να την κρίνει. Η επίτευξη του στόχου αυτού θα δυσκολευόταν αν η εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού απαγόρευε στην οικεία εθνική αρχή να παύσει να ασχολείται με δεδομένη υπόθεση. Σε αρκετά κράτη μέλη, η αρχή ανταγωνισμού που έχει λάβει καταγγελία επί τη βάσει της εθνικής νομοθεσίας είναι υποχρεωμένη να φθάσει μέχρι την έκδοση τυπικής αιτιολογημένης απόφασης. Τέτοιου είδους παράλληλες διαδικασίες θα πρέπει να αποφεύγονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 4 - Αρμοδιότητα της Επιτροπής

Στην παράγραφο 1 προβλέπεται η αρμοδιότητα της Επιτροπής να θεσπίζει τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό.

Τα μέτρα αυτά μπορεί πρωτίστως να έχουν τη μορφή ατομικής απόφασης. Τούτο σημαίνει ότι η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία να ενεργεί αυτοτελώς για να εξασφαλίζει την τήρηση της νομοθεσίας. Η εξουσία αυτή, σε συνδυασμό με την πάταξη των παραβάσεων, θα χρησιμοποιηθεί από την Επιτροπή για τη χάραξη πολιτικής και για τη διασφάλιση της συνεκτικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

Τα μέτρα αυτά μπορεί επίσης να έχουν τη μορφή κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 28, η Επιτροπή έχει τη γενική αρμοδιότητα να θεσπίζει κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία.

Η θέσπιση κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία αποτελεί κεντρικό στοιχείο των προσπαθειών της Επιτροπής για τη διασφάλιση της συνεκτικής εφαρμογής της νομοθεσίας στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Μαζί με την πρακτική που απορρέει από τις αποφάσεις της Επιτροπής, οι κανονισμοί αυτοί αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά ενός κοινού πλέγματος κανόνων για την επιβολή της νομοθεσίας ανταγωνισμού, το οποίο συμπληρώνουν κατευθυντήριες γραμμές και γνώμες της Επιτροπής. Βάσει του νέου συστήματος, ο γενικός κανόνας είναι ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να εξετάζουν οι ίδιες κατά πόσον η συμπεριφορά τους είναι σύννομη. Για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο έχει καίρια σημασία για τη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας δικαίου προς όφελος των επιχειρήσεων.

Οι κανονισμοί περί απαλλαγής κατά κατηγορία, μολονότι περιέχουν αφηρημένους κανόνες, δεν δημιουργούν νέες κανονιστικές ρυθμίσεις για την επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά απλώς κωδικοποιούν και αποσαφηνίζουν την ερμηνεία του άρθρου 81 παράγραφος 3. Κατά την επεξεργασία τους, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να βασίζεται στην πείρα που έχει αποκομίσει από μεμονωμένες υποθέσεις. Βάσει του άρθρου 16 της πρότασης κανονισμού, η Επιτροπή τηρείται επιπλέον ενήμερη για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 από τα εθνικά δικαστήρια σε όλα τα κράτη μέλη. Επομένως, είναι κατεξοχήν σε θέση να γνωρίζει τους τομείς στους οποίους απαιτείται η θέσπιση ή η τροποποίηση κανονισμών περί απαλλαγής κατά κατηγορία, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η προσαρμογή στις νέες εξελίξεις και στα ταχέως μεταβαλλόμενα δεδομένα των αγορών. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών.

Ένας κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία δεν είναι δυνατό να επιτρέπει μία συμπεριφορά η οποία σε τελική ανάλυση απαγορεύεται βάσει του άρθρου 81. Ως εκ τούτου, το ευεργέτημα μιας απαλλαγής κατά κατηγορία είναι δυνατό να ανακαλείται οσάκις διαπιστώνεται ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση μία συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική παράγει συνέπειες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 81 παράγραφος 3. Βάσει της πρότασης κανονισμού, για λόγους αποκεντρωμένης αλλά συνεκτικής εφαρμογής, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την εξουσία να ανακαλούν το ευεργέτημα μιας απαλλαγής κατά κατηγορία εάν η γεωγραφική αγορά αναφοράς δεν είναι ευρύτερη από το έδαφος του αντίστοιχου κράτους μέλους (βλ. το άρθρο 29 παράγραφος 2). Πάντως, οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται κατόπιν διαβουλεύσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 παράγραφος 4.

Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να θεσπίζει υποχρέωση καταχώρησης για ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων ή πρακτικών οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 81 παράγραφος 1 και δεν καλύπτονται από απαλλακτικό κανονισμό. Με βάση τους όρους που προβλέπονται στην ίδια παράγραφο, η Επιτροπή μπορεί να εξειδικεύσει την υποχρέωση αυτή εκδίδοντας δικό της κανονισμό, περιλαμβανομένων των κυρώσεων που επισύρει η μη τήρηση της υποχρέωσης καταχώρησης.

Άρθρο 5 - Αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι ο καθορισμός και η οριοθέτηση της αρμοδιότητας των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82. Αν η εθνική νομοθεσία επιτάσσει τη λήψη πρόσθετων μέτρων για την επίτευξη αυτού του στόχου, το άρθρο 36 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τα λάβουν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών εφαρμόζουν το άρθρο 81 στο σύνολό του. Δηλαδή, κάθε φορά που εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 1 νομιμοποιούνται επίσης να κρίνουν κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3. Ακόμη, μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 82.

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι έχει παραβιασθεί το άρθρο 81 συνολικά ή το άρθρο 82, οι αρχές ανταγωνισμού των οικείων κρατών μελών, σεβόμενες τις διατάξεις της πρότασης κανονισμού και τους εφαρμοστέους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες, πρέπει να μεριμνούν για τον ουσιαστικό κολασμό της επίμαχης συμπεριφοράς. Με την απαρίθμηση της παραγράφου 3 καθορίζεται το περιεχόμενο που μπορούν να έχουν οι σχετικές αποφάσεις. Παρόλο που ο προτεινόμενος κανονισμός δεν προβλέπει εναρμόνιση των εθνικών ποινών, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του Κοινοτικού Δικαίου οι σχετικές ποινές θα πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού.

Αν μια αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, διαπιστώσει ότι μία συμπεριφορά την οποία εξετάζει έπειτα από την υποβολή καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως δεν παραβιάζει το άρθρο 81 συνολικά ούτε το άρθρο 82, τότε έχει την ευχέρεια να περατώσει τη διαδικασία που έχει κινήσει αυτεπαγγέλτως ή να απορρίψει την καταγγελία με την έκδοση απόφασης, αποφαινόμενη ότι δεν συντρέχει λόγος για τη λήψη μέτρων.

Οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν μόνο την αρχή που τις εκδίδει.

Η πρόταση κανονισμού δεν ρυθμίζει το ζήτημα των επιπτώσεων των άλλων τύπων αποφάσεων που μία εθνική αρχή ανταγωνισμού εκδίδει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Η ρύθμιση του ζητήματος αυτού επαφίεται στον εθνικό νομοθέτη. Οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ανταγωνισμού δεν παράγουν νομικές συνέπειες εκτός του εδάφους του αντίστοιχου κράτους μέλους, ούτε δεσμεύουν την Επιτροπή.

Άρθρο 6 - Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων

Στο εν λόγω άρθρο καθορίζεται η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων αναφορικά με το άρθρο 81 παράγραφος 3. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 1, ένα δικαστήριο έχει την εξουσία να εφαρμόζει το άρθρο 81 παράγραφος 3. Υπάρχει ήδη πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια μπορούν ήδη να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 82.

Αν ένα εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3, οφείλει να αποφανθεί, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες αντιρρήσεις, ότι η συμφωνία είναι ισχυρή, και μάλιστα εξαρχής. Στη συνέχεια, οφείλει να αξιώσει την τήρηση της συμφωνίας και να απορρίψει τις τυχόν αιτήσεις που έχουν υποβληθεί για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της υποτιθέμενης παραβίασης του άρθρου 81.

Αντιστρόφως, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να αποφαίνονται ότι η εκάστοτε συμφωνία ή απόφαση ή ένα σκέλος της είναι άκυρα σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 2. Στην περίπτωση αυτή, δύνανται να επιδικάσουν αποζημίωση ή να λάβουν οποιαδήποτε άλλη απόφαση η οποία είναι επακόλουθο της παραβίασης του άρθρου 81 παράγραφος 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 7 - Διαπίστωση και παύση των παραβάσεων

Το υπόψη άρθρο αντιστοιχεί στο άρθρο 3 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, με δύο εξαιρέσεις.

Πρώτον, διευκρινίζεται ότι η Επιτροπή νομιμοποιείται να εκδίδει απόφαση για τη διαπίστωση παράβασης όχι μόνο όταν διατάσσει τον τερματισμό της παράβασης ή επιβάλλει πρόστιμο, αλλά και σε σχέση με παρελθούσες παραβάσεις, ακόμη και αν δεν επιβάλλεται πρόστιμο.

Πάντως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου [3], η εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει αποφάσεις για παραβάσεις σε παρόμοιες περιπτώσεις γίνεται δεκτή μόνο εφόσον η Επιτροπή έχει σχετικό έννομο συμφέρον. Τούτο μπορεί να ισχύει επί παραδείγματι όταν υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της παράβασης από τον αποδέκτη της απόφασης ή όταν η συγκεκριμένη υπόθεση δίνει λαβή για νέα ζητήματα η αποσαφήνιση των οποίων εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

[3] Βλ. την υπόθεση 7/82, GVL, Συλλογή 1983.

Δεύτερον, η Επιτροπή έχει την εξουσία να επιβάλει κάθε υποχρέωση που είναι αναγκαία για τον τερματισμό της παράβασης, περιλαμβανομένων των κατασταλτικών μέτρων διαρθρωτικού χαρακτήρα, τα οποία ενίοτε είναι αναγκαία για να τεθεί ουσιαστικό τέλος σε μία παράβαση. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση ορισμένων συμφωνιών συνεργασίας και καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης, όπου πιθανόν να είναι επιβεβλημένη η εκποίηση κάποιων στοιχείων ενεργητικού.

Άρθρο 8 - Προσωρινά μέτρα

Βάσει του υπόψη άρθρου, η Επιτροπή έχει την εξουσία να αποφασίζει προσωρινά μέτρα όταν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού και εφόσον τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία οδηγούν εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι υπάρχει παράβαση. Επιπλέον ορίζεται ότι τα προσωρινά μέτρα ισχύουν για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός έτους, με δυνατότητα ανανέωσης.

Η Επιτροπή ενεργεί προς χάριν του δημόσιου συμφέροντος, όχι προς το συμφέρον μεμονωμένων επιχειρήσεων. Συνεπώς, ενδείκνυται να διασφαλισθεί ότι η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει προσωρινά μέτρα μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχει κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις μπορούν εν πάση περιπτώσει να προσφεύγουν στα εθνικά δικαστήρια, ο προορισμός των οποίων είναι ακριβώς η προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων.

Άρθρο 9 - Αναλήψεις δεσμεύσεων

Στην παράγραφο 1 προβλέπεται μία νέα νομική δυνατότητα. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα έχει την εξουσία να εκδίδει αποφάσεις για την αποδοχή δεσμεύσεων που προσφέρονται να αναλάβουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στο πλαίσιο διαδικασίας που ενδέχεται να οδηγήσει στην έκδοση από την Επιτροπή διατακτικής απόφασης για τον τερματισμό της υποτιθέμενης παράβασης. Οι αποφάσεις αυτού του είδους αποτελούν πρόσφορο μέτρο αποκατάστασης της νομιμότητας όταν οι προτεινόμενες δεσμεύσεις αίρουν τις επιφυλάξεις που η Επιτροπή έχει διατυπώσει σε σχέση με την κατάσταση του ανταγωνισμού. Στις αποφάσεις για την αποδοχή δεσμεύσεων επισημαίνονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε υπόθεσης και παρατίθενται τα στοιχεία που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύουν την παράβαση για την οποία υπάρχουν υπόνοιες. Επίσης, εξηγούνται οι δεσμεύσεις που γίνονται δεκτές με την απόφαση.

Ο αποδέκτης της απόφασης της Επιτροπής δεσμεύεται από την απόφαση που περιλαμβάνει τις δεσμεύσεις. Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται τις δεσμεύσεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Ο χρονικός περιορισμός έχει ως σκοπό να διασφαλισθεί ότι οι επιχειρήσεις δεν θα υπόκεινται επ' αόριστον στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει, καθώς και ότι η Επιτροπή θα είναι σε θέση, εφόσον παραστεί ανάγκη, να αξιολογήσει εκ νέου την επίμαχη συμφωνία ή πρακτική καθώς και την αποτελεσματικότητα των δεσμεύσεων έπειτα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι η απόφαση δεν προδικάζει το ζήτημα της ύπαρξης παράβασης πριν από την ανάληψη των δεσμεύσεων, ούτε αυτό της ανυπαρξίας παράβασης μετά την ανάληψή τους. Μετά την αποδοχή των δεσμεύσεων με απόφαση, η Επιτροπή θέτει την υπόθεση στο αρχείο.

Η παράγραφος 3 ορίζει ότι η Επιτροπή δικαιούται να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία μόνο εάν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων η Επιτροπή απεδέχθη τις προταθείσες δεσμεύσεις, εάν διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση που προσεφέρθη να αναλάβει τις δεσμεύσεις διέθεσε ανακριβή, ελλιπή ή παραποιημένα πληροφοριακά στοιχεία ή εάν η εν λόγω επιχείρηση αθετεί τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει.

Άρθρο 10 - Διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης

Στο πλαίσιο του προτεινόμενου συστήματος εξαιρέσεων άμεσης εφαρμογής, τα κύρια καθήκοντα της Επιτροπής θα είναι η δίωξη των παραβάσεων, η επεξεργασία πολιτικής ανταγωνισμού και η προώθηση της συνεκτικής εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας μέσω της θέσπισης γενικών μέτρων, π.χ. κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία και κατευθυντήριων γραμμών.

Ωστόσο, το άρθρο 10 της πρότασης κανονισμού ορίζει επίσης ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες να αποφαίνεται ότι το άρθρο 81 δεν είναι εφαρμοστέο, είτε επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 1 είτε επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3, και ή ότι δεν είναι εφαρμοστέο το άρθρο 82.

Τέτοιου είδους αποφάσεις είναι δυνατό να εκδίδονται μόνο με πρωτοβουλία της ίδιας της Επιτροπής και προς χάριν του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος. Οι όροι αυτοί τίθενται προκειμένου να μην μπορούν οι επιχειρήσεις να αξιώνουν την έκδοση αποφάσεων για τη διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης. Η δυνατότητα αυτή θα υπονόμευε σοβαρά τον πρωταρχικό στόχο της μεταρρύθμισης, ο οποίος έγκειται στην εστίαση των δραστηριοτήτων όλων των αρχών ανταγωνισμού σε ό,τι απαγορεύεται.

Στο πλαίσιο του αποκεντρωμένου συστήματος, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας της συνθήκης και ως αρχή η οποία κατέχει κεντρική θέση, καλείται να διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο για τη χάραξη της πολιτικής ανταγωνισμού και την εξασφάλιση της συνεκτικής εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να παραχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει αποφάσεις με θετικό περιεχόμενο, εφόσον τούτο υπαγορεύεται από το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον. Η εξουσία αυτή παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκδίδει αποφάσεις για τη διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης, ιδίως όταν πρόκειται για καινούργια είδη συμφωνιών ή πρακτικών ή για ζητήματα που δεν έχουν διευθετηθεί στο πλαίσιο της υπάρχουσας νομολογίας και διοικητικής πρακτικής.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής για τη διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης έχουν αναγνωριστικό χαρακτήρα. Υπό την έννοια αυτή, η προτεινόμενη νομική δυνατότητα διαφέρει σημαντικά από τις τρέχουσες αποφάσεις περί απαλλαγής βάσει του άρθρου 81 παράγραφος 3, με τις οποίες θεσπίζονται δικαιώματα που ισχύουν έναντι των πάντων καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της απόφασης, ανεξαρτήτως της τυχόν ουσιώδους μεταβολής των πραγματικών περιστατικών. Οι αποφάσεις για τη διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης παράγουν αποτελέσματα ίδια με εκείνα των κοινοτικών πράξεων. Το άρθρο 16 της πρότασης κανονισμού προβλέπει τη θέσπιση γενικής υποχρέωσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των εθνικών δικαστηρίων να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να μην εκδίδουν αποφάσεις αντιφατικές σε σχέση με τις αποφάσεις της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις της Επιτροπής βάσει του άρθρου 10 για τη διαπίστωση της μη ύπαρξης παράβασης θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV - ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 11 - Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Με το υπόψη άρθρο καθιερώνεται η αρχή της στενής συνεργασίας, η οποία θα επιτρέψει στην Επιτροπή και στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να λειτουργούν ως δίκτυο κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 βάσει της πρότασης κανονισμού. Το άρθρο προβλέπει τους βασικούς μηχανισμούς ενημέρωσης και διαβουλεύσεων. Οι σχετικοί λεπτομερείς κανόνες πρόκειται να καθορισθούν με κανονισμό εφαρμογής της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 34 καθώς και με ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ αρχών ανταγωνισμού.

Στην παράγραφο 1 προβλέπεται η αρχή της στενής συνεργασίας, η οποία καλύπτει, αφενός, τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών και, αφετέρου, τη συνεργασία αυτών των τελευταίων μεταξύ τους.

Στην παράγραφο 2 υιοθετείται ο κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, προσαρμοσμένος όμως στο νέο σύστημα εφαρμογής.

Η παράγραφος 3 προβλέπει την υποχρέωση των εθνικών αρχών ανταγωνισμού να ενημερώνουν σε πρώιμο στάδιο την Επιτροπή σχετικά με τις υποθέσεις με τις οποίες ασχολούνται και οι οποίες εμπίπτουν στα άρθρα 81 και 82. Στην πράξη, η ενημέρωση αυτή θα γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα, και οι συναφείς πληροφορίες θα είναι προσιτές στις αρχές όλων των κρατών μελών μέσω του δικτύου. Στόχος είναι, ιδίως, η διευκόλυνση της κατανομής των υποθέσεων, η από νωρίς έναρξη συνεργασίας επί των διαφόρων υποθέσεων και η διασφάλιση της αποτελεσματικής διεκπεραίωσης πολλαπλών καταγγελιών.

Η παράγραφος 4 προβλέπει την υποχρέωση πραγματοποίησης διαβουλεύσεων για κάθε απόφαση των αρχών των κρατών μελών με την οποία διατάσσεται ο τερματισμός ή επιβάλλονται κυρώσεις για παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82. Η διάταξη αυτή στοχεύει στο να επιτυγχάνεται ο συντονισμός των απαγορευτικών αποφάσεων και των ισοδύναμων αποφάσεων κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή.

Στην παράγραφο 5 διευκρινίζεται ότι η αρχή της στενής συνεργασίας καλύπτει επίσης τις διαβουλεύσεις που πραγματοποιούνται σε οικειοθελή βάση επί υποθέσεων που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 4.

Στην παράγραφο 6 υιοθετείται ο κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, προσαρμοσμένος όμως στο νέο σύστημα εφαρμογής. Πρόκειται για την εξουσία της Επιτροπής να αφαιρεί μία υπόθεση από την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους και να επιλαμβάνεται η ίδια της υπόθεσης αυτής. Η διάταξη αυτή έχει καίρια σημασία στο πλαίσιο του νέου συστήματος εφαρμογής, διότι χρησιμεύει για τη διασφάλιση της ορθολογικής κατανομής των υποθέσεων και της συνεκτικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

Άρθρο 12 - Ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων

Με την παράγραφο 1 δημιουργείται η νομική βάση για την ανταλλαγή των όποιων πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών, καθώς και για τη χρήση τους ως αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Η διάταξη καλύπτει τη διαβίβαση πληροφοριακών στοιχείων από την Επιτροπή στην αρχή ενός κράτους μέλους και αντιστρόφως, καθώς και τη διαβίβασή τους μεταξύ των αρχών των διαφόρων κρατών μελών. Επίσης, καθιστά δυνατή τη μεταφορά ολόκληρων φακέλων υποθέσεων, μη εξαιρουμένων των εμπιστευτικών εγγράφων. Στόχος είναι να καταστεί δυνατή η μεταφορά μιας υπόθεσης από τη μία αρχή στην άλλη προς χάριν της ορθολογικής κατανομής των υποθέσεων.

Η παράγραφος 2 προβλέπει ορισμένα όρια που ισχύουν για τη χρήση των πληροφοριών που διαβιβάζονται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1. Με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνονται οι κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις στις οποίες μπορούν να βασίζονται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η χρήση των πληροφοριών που διαβιβάζονται επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο όταν εντάσσεται στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Καμία χρήση για άλλον σκοπό δεν είναι δυνατή. Το δεύτερο εδάφιο περιστέλλει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες χρήσης των διαβιβαζόμενων πληροφοριών σε συνάρτηση με την επιβολή κυρώσεων. Η συγκεκριμένη ρύθμιση έχει ως σκοπό να εξασφαλισθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων υπεράσπισης που οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επικαλεσθούν στο κράτος μέλος από το οποίο έχουν προέλθει οι πληροφορίες και των κυρώσεων που ενδέχεται να τους επιβληθούν στο κράτος μέλος που έχει κινήσει την εις βάρος τους διαδικασία. Προτείνεται να αποκλεισθεί η χρήση αποδεικτικών στοιχείων που έχουν ανταλλαγεί για την επιβολή κυρώσεων πλην των χρηματικών κυρώσεων κατά επιχειρήσεων.

Άρθρο 13 - Αναστολή της διαδικασίας

Σκοπός του υπόψη άρθρου είναι η ορθολογική κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού που απαρτίζουν το δίκτυο. Το άρθρο ορίζει ότι οι αρχές ανταγωνισμού όλων των κρατών μελών και η Επιτροπή έχουν το δικαίωμα να αναστέλλουν μία διαδικασία ή να απορρίπτουν μία καταγγελία εάν με την ίδια υπόθεση ασχολείται ή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού. Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται ο κίνδυνος του περιττού φόρτου εργασίας και αποθαρρύνεται η υποβολή πολλαπλών καταγγελιών.

Με την παράγραφο 1 δημιουργείται η νομική βάση για την αναστολή ή την περάτωση μιας διαδικασίας όταν η σχετική καταγγελία εξετάζεται ήδη από κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού. Η διάταξη αυτή κατισχύει της εθνικής νομοθεσίας ορισμένων κρατών μελών, η οποία ενδεχομένως προβλέπει ότι η αρχή ανταγωνισμού του οικείου κράτους μέλους είναι υποχρεωμένη να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας όλων των καταγγελιών που της υποβάλλονται. Η διάταξη δεν θίγει τη βασιμότητα των τυχόν άλλων λόγων απόρριψης της καταγγελίας, ούτε την εξουσία της Επιτροπής να αφαιρεί μία υπόθεση από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6.

Η παράγραφος 2 περιέχει έναν ανάλογο κανόνα για τις περιπτώσεις όσον αφορά τις καταγγελίες, σχετικά με συμφωνία ή πρακτική, που έχει ήδη εξετασθεί κατά το παρελθόν από άλλη αρχή ανταγωνισμού.

Άρθρο 14 - Συμβουλευτική επιτροπή

Το άρθρο 14 προβλέπει τη διατήρηση της «Συμβουλευτικής επιτροπής για τις περιοριστικές πρακτικές και τις δεσπόζουσες θέσεις», η οποία συνεστήθη βάσει του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17. Η επιτροπή αυτή παρήγαγε ικανοποιητικό έργο κατά το παρελθόν και η λειτουργία της εναρμονίζεται πλήρως με την αρχή της στενής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Οι προτεινόμενες προσαρμογές, δηλαδή η καθιέρωση έγγραφης διαδικασίας και η θέσπιση της δυνατότητας συζήτησης των υποθέσεων που εξετάζονται από τις αρχές των κρατών μελών, έχουν ως σκοπό την προσαρμογή της επιτροπής στο νέο σύστημα επιβολής της τήρησης της συναφούς νομοθεσίας.

Στην παράγραφο 1 καθορίζονται τα είδη των αποφάσεων σχετικά με τις οποίες η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να ζητεί τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής.

Στην παράγραφο 2 προβλέπονται τα της σύνθεσης της επιτροπής, κατά το πρότυπο του άρθρου 10 παράγραφος 4 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17.

Στην παράγραφο 3 προσδιορίζονται οι μέθοδοι εργασίας της επιτροπής. Η διάταξη υιοθετεί τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνει το άρθρο 10 παράγραφος 5 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17. Προς χάριν της αποτελεσματικής διεξαγωγής της διαδικασίας καθιερώνεται η δυνατότητα των κρατών μελών να συναινούν στη σύγκληση συνεδρίασης εντός βραχύτερης προθεσμίας.

Με την παράγραφο 4 δημιουργείται η νομική βάση για τη διεξαγωγή έγγραφης διαδικασίας. Σκοπός της διάταξης είναι να μπορούν να εφαρμοσθούν περισσότερο ευέλικτες και αποτελεσματικές μέθοδοι εργασίας.

Η παράγραφος 5 προβλέπει τη δυνατότητα δημοσίευσης της γνώμης της συμβουλευτικής επιτροπής κατά τα προβλεπόμενα στον κανονισμό περί συγκεντρώσεων.

Με την παράγραφο 6 δημιουργείται η νομική βάση για τη συζήτηση μίας υπόθεσης με την οποία ασχολείται η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους. Σκοπός της διάταξης είναι να μπορεί η επιτροπή να χρησιμεύει ως πλαίσιο για τη συζήτηση όλων των υποθέσεων που ενδεχομένως παρουσιάζουν κοινό ενδιαφέρον, ιδίως υποθέσεων που θέτουν ζητήματα σχετικά με τη συνεκτική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Κατόπιν αιτήσεως ενός Κράτους Μέλους, η Επιτροπή τοποθετεί κατά κανόνα μία εθνική υπόθεση στην ημερήσια διάταξη.

Άρθρο 15 - Συνεργασία με τα εθνικά δικαστήρια

Σκοπός του άρθρου είναι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να προαχθεί η συνεκτική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82.

Στην παράγραφο 1 προβλέπεται το δικαίωμα των εθνικών δικαστηρίων να ζητούν από την Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία που αυτή κατέχει ενόψει της εφαρμογής των άρθρων 81 και 82. Επίσης μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να γνωμοδοτεί επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Η Επιτροπή πρόκειται να εκδώσει ανακοίνωση όπου θα εξηγεί λεπτομερώς τους κανόνες που διέπουν την πρακτική της στον συγκεκριμένο τομέα. Η ανακοίνωση αυτή θα αντικαταστήσει την τρέχουσα ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και της Επιτροπής. Οι κανόνες θα περιλαμβάνουν προθεσμία για την υποβολή απάντησης.

Σκοπός της παραγράφου 2 είναι να διευκολυνθεί η παρακολούθηση της εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 από τα εθνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, θεσπίζεται η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο των αποφάσεών τους που άπτονται της εφαρμογής του άρθρου 81 ή 82. Η έκταση της συγκεκριμένης υποχρέωσης ενημέρωσης είναι τέτοια ώστε η γραφειοκρατία που η εκπλήρωσή της συνεπάγεται για τα δικαστήρια και την Επιτροπή να μην υπερβαίνει ένα ελάχιστο επίπεδο. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα δικαστήρια, οι πρόσθετες εργασίες που θα χρειάζονται είναι ελάχιστες και ο χαρακτήρας τους καθαρά διοικητικός. Στο μέτρο του δυνατού, η διαβίβαση εγγράφων πρέπει να αντικαθίσταται από την ηλεκτρονική διαβίβαση στοιχείων.

Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια. Το δικαίωμα αυτό των εθνικών αρχών ανταγωνισμού περιορίζεται στα δικαστήρια του κράτους μέλους τους. Η Επιτροπή δύναται να ενεργεί βάσει της συγκεκριμένης διάταξης μόνο προς χάριν του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος (ως προστάτιδα του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου), δηλαδή όχι προς το συμφέρον ενός από τα μέρη. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι ιδίως να μπορούν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και η Επιτροπή να εφιστούν την προσοχή των δικαστηρίων σε ζητήματα που έχουν μεγάλη σημασία από την άποψη της συνεκτικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τη γνώμη της Επιτροπής ή των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Η παράγραφος 3 ισχύει υπό την επιφύλαξη του άρθρου 234 της συνθήκης ΕΚ.

Στην παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο προβλέπεται η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ενημερώνουν την Επιτροπή ή τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, ανάλογα με την περίπτωση, σε μεμονωμένες υποθέσεις, αλλά μόνο εφόσον τους ζητηθεί ρητώς, προκειμένου να είναι σε θέση να συγκεντρώσουν όλα τα συναφή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, στα οποία η Επιτροπή ή κάποια εθνική αρχή ανταγωνισμού σκοπεύει να υποβάλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις. Η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει οπωσδήποτε να ενημερώνονται πλήρως για την ουσία της υπόθεσης, πρώτον, για να μπορούν να σχηματίζουν στοιχειοθετημένη άποψη για το κατά πόσον επιθυμούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 3 και, δεύτερον, για να είναι σε θέση να υποβάλλουν ικανοποιητικές από ποιοτική άποψη παρατηρήσεις.

Άρθρο 16 - Συνεκτική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού

Βάσει του προτεινόμενου νέου συστήματος, οι αποφάσεις της Επιτροπής εξακολουθούν να συντελούν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της πολιτικής ανταγωνισμού, καθώς και στη διατήρηση της συνεκτικής εφαρμογής της στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, δεδομένου ότι ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα. Οι αποφάσεις αυτές είναι κοινοτικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ και υπόκεινται σε χωριστό σύστημα δικαστικού ελέγχου. Τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να κρίνουν την ισχύ των κοινοτικών πράξεων. Αποκλειστικώς υπεύθυνα και αρμόδια προς τούτο είναι τα κοινοτικά Δικαστήρια, τα οποία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους μεριμνούν για την ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας προς όφελος της κοινοτικής έννομης τάξεως και της ασφάλειας δικαίου.

Η φροντίδα για τη συνεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας έχει καίρια σημασία σε ένα σύστημα επιβολής του νόμου βάσει του οποίου η αρμοδιότητα για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ανήκει εκ παραλλήλου στην Επιτροπή, στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και στα εθνικά δικαστήρια. Σε περίπτωση που προκύψουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τούτο θα έθετε σε κίνδυνο τη συνεκτικότητα της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαίο να θεσπισθούν μέτρα με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου της μη συνεκτικής εφαρμογής.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 της πρότασης κανονισμού, τα εθνικά δικαστήρια και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού υποχρεούνται να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφεύγουν την έκδοση αποφάσεων που αντιφάσκουν προς τις αποφάσεις της Επιτροπής. Ο κανόνας αυτός δεν θίγει την νομολογία του Δικαστηρίου.

Στόχος του συγκεκριμένου άρθρου είναι η δημιουργία ενός συστήματος το οποίο να περιστέλλει τα περιθώρια έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Πρέπει οπωσδήποτε να αποτρέπεται η έκδοση από τα εθνικά δικαστήρια και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού αποφάσεων οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με αποφάσεις της Επιτροπής, διότι η εύρυθμη λειτουργία της κοινοτικής έννομης τάξης θα υπονομευόταν σε περίπτωση που δεν εξαλειφθεί το φαινόμενο της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων με βάση το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο.

Οι πιθανότητες εκδήλωσης αντινομιών εξαρτώνται από το λειτουργικό σκέλος των αποφάσεων της Επιτροπής και από τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζονται. Όταν η Επιτροπή έχει διαπιστώσει τη διάπραξη παράβασης, τα εθνικά δικαστήρια και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια με σκοπό την αποφυγή των αντινομιών, στο μέτρο που τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά είναι τα ίδια. Τούτο ισχύει εξίσου για τις αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνεται η μη διάπραξη παράβασης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 της πρότασης κανονισμού.

Τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να αποφεύγουν την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, παραδείγματος χάρη, με την παραπομπή προδικαστικών ζητημάτων στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 ΕΚ ή - σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μία απόφαση της Επιτροπής εκκρεμεί ενώπιον των κοινοτικών Δικαστηρίων - με την αναστολή της ενώπιόν τους διαδικασίας. Το αποτέλεσμα σε αμφότερες περιπτώσεις είναι ότι το ζήτημα αποσαφηνίζεται από τα κοινοτικά Δικαστήρια, η απόφαση των οποίων ισχύει για ολόκληρη την Κοινότητα. Οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να αποφεύγουν την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων με το να συμβουλεύονται την Επιτροπή και - σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μία απόφαση της Επιτροπής εκκρεμεί ενώπιον των κοινοτικών Δικαστηρίων - με την αναστολή της διαδικασίας που έχουν ενδεχομένως κινήσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V - ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

Άρθρο 17 - Έρευνες κατά κλάδους

Το άρθρο αυτό έχει ως πρότυπο το άρθρο 12 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17. Η ανίχνευση των παραβάσεων επιτυγχάνεται εν μέρει με την παρακολούθηση των αγορών. Για τον λόγο αυτό είναι σκόπιμο να εξακολουθήσει να προβλέπεται η νομική δυνατότητα της διεξαγωγής έρευνας κατά κλάδους, η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή να διεξάγει γενική έρευνα για συγκεκριμένο κλάδο, εάν η εξέλιξη της αγοράς δημιουργεί υπόνοιες για την περιστολή του ανταγωνισμού.

Άρθρο 18 - Αιτήσεις παροχής πληροφοριακών στοιχείων

Το άρθρο αυτό στηρίζεται στο άρθρο 11 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17.

Το κείμενο του άρθρου δεν χρήζει αξιόλογων τροποποιήσεων. Με το προτεινόμενο άρθρο εισάγεται μόνο μία, ήσσονος σημασίας, μεταβολή:

Στην παράγραφο 3 προβλέπεται το δικαίωμα δεόντως εξουσιοδοτημένων δικηγόρων να δίδουν απάντηση σε αιτήσεις παροχής πληροφοριακών στοιχείων εξ ονόματος των πελατών τους. Πάντως, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να ευθύνονται για την ακρίβεια των παρεχόμενων στοιχείων.

Άρθρο 19 - Εξουσία καταγραφής δηλώσεων

Το άρθρο αυτό δημιουργεί τη νομική βάση για την εξουσία της Επιτροπής να ακούει τις απόψεις φυσικών ή νομικών προσώπων, είτε αυτά συγκαταλέγονται στα εμπλεκόμενα μέρη της διαδικασίας είτε όχι, και να καταγράφει τις προφορικές τους δηλώσεις. Η διάταξη αυτή καλύπτει ένα κενό το οποίο υπήρχε μέχρι σήμερα στις εξουσίες της Επιτροπής, διότι καθιστά δυνατή την καταγραφή προφορικών παρατηρήσεων και τη χρήση τους ως αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο των διαδικασιών.

Άρθρο 20 - Εξουσίες της Επιτροπής για τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων

Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι εξουσίες της Επιτροπής να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους. Το άρθρο είναι εν πολλοίς ίδιο με το άρθρο 14 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, αλλά εισάγει ορισμένες τροποποιήσεις για λόγους αύξησης της αποτελεσματικότητας των επιτόπιων ελέγχων.

Βάσει του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, οι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν την εξουσία να ελέγχουν τα βιβλία και τα λοιπά επιχειρηματικά έγγραφα, να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από βιβλία και επιχειρηματικά έγγραφα, να ζητούν επιτόπου την παροχή προφορικών εξηγήσεων και να εισέρχονται σε οποιονδήποτε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Η πρόταση περιλαμβάνει τις ακόλουθες μεταβολές:

Η παράγραφος 2 του προτεινόμενου άρθρου προβλέπει τρία νέα στοιχεία τα οποία συμπληρώνουν τις εξουσίες της Επιτροπής, με στόχο τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των επιτόπιων ελέγχων:

Πρώτον, στην παράγραφο 2, στοιχείο (β) προβλέπεται επέκταση των εξουσιών για τη διεξαγωγή ερευνών σε ιδιωτικές κατοικίες, αν υπάρχουν υπόνοιες ότι σε αυτές φυλάσσονται επαγγελματικά έγγραφα. Η επέκταση αυτή στηρίζεται σε πείρα κτηθείσα από πρόσφατες υποθέσεις στις οποίες πιθανολογείτο ότι οι εργαζόμενοι των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων φύλασσαν κρίσιμα έγγραφα στις ιδιωτικές τους κατοικίες. Έχουν ανακαλυφθεί αποδεικτικά στοιχεία τα οποία οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ενοχοποιητικά έγγραφα φυλάσσονταν εσκεμμένα σε ιδιωτικές κατοικίες. Με βάση τους κανόνες που ισχύουν σήμερα, η μεθόδευση αυτή παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να υπονομεύουν ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα των επιτόπιων ελέγχων της Επιτροπής. Οι επιτόπιοι έλεγχοι για την αποκάλυψη μυστικών παραβάσεων πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνουν αποτελεσματικοί. για τον λόγο αυτό επιβάλλεται να διευρυνθούν οι εξουσίες των επιθεωρητών της Επιτροπής ώστε να μπορούν να ερευνούν και τις ιδιωτικές κατοικίες εργαζομένων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στις οποίες πιθανολογείται ότι φυλάσσονται κρίσιμα έγγραφα. Βάσει της παραγράφου 7 του άρθρου 20, η άσκηση της εξουσίας αυτής προϋποθέτει οπωσδήποτε άδεια εθνικού δικαστηρίου.

Δεύτερον, η παράγραφος 2, στοιχείο (ε) προβλέπει ότι οι επιθεωρητές της Επιτροπής έχουν την εξουσία να σφραγίζουν ντουλάπια και γραφεία για να αποτρέψουν την εξαφάνιση εγγράφων κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου. Η εξουσία αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των επιτόπιων ελέγχων, ιδίως όταν η διάρκειά τους υπερβαίνει τη μία ημέρα και όταν οι υπάλληλοι που τους διεξάγουν είναι αναγκασμένοι να αποχωρήσουν από τους χώρους της εκάστοτε επιχείρησης χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τον έλεγχο. Η διάρρηξη σφραγίδων επισύρει κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1(δ).

Τρίτον, η παράγραφος 2, στοιχείο (στ) ορίζει, με την επιφύλαξη της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι κατά τη διάρκεια ενός επιτόπιου ελέγχου οι επιθεωρητές της Επιτροπής έχουν την εξουσία να υποβάλουν οποιοδήποτε ερώτημα σχετικά με το αντικείμενο του ελέγχου. Η δυνατότητα αυτή είναι αναγκαία για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών, διότι η διατύπωση του τρέχοντος άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17 παρέχει στους επιθεωρητές μόνο τη δυνατότητα να ζητούν προφορικές διευκρινίσεις σχετικά με έγγραφα.

Με την παράγραφο 8 κωδικοποιείται η νομολογία της υπόθεσης Hoechst [4], προκειμένου να διασφαλισθεί η εφαρμογή ομοιόμορφου καθεστώτος για τις επιχειρήσεις που υποβάλλονται σε επιτόπιους ελέγχους της Επιτροπής σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά.

[4] Βλ. τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 46/87 κ.λπ., Hoechst, Συλλογή 1989, σελ. 2859.

Όταν η Επιτροπή αποφασίζει τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου δυνάμει του τρέχοντος άρθρου 14 παράγραφος 3, οι εθνικές αρχές που τη συνδράμουν οφείλουν, στα περισσότερα κράτη μέλη, να λάβουν σχετική διαταγή δικαστηρίου, για να μπορούν να την επικαλεσθούν σε περίπτωση που οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αρνηθούν να υποβληθούν στην έρευνα. Στην υπόθεση Hoechst το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο εθνικός δικαστής δεν δικαιούται να προκρίνει τα δικά του συμπεράσματα αντί των συμπερασμάτων της Επιτροπής, ούτε να θέσει εν αμφιβόλω τη βασιμότητα της απόφασης της Επιτροπής. Ο έλεγχος που ασκεί ο εθνικός δικαστής περιορίζεται στην εξακρίβωση της γνησιότητας της απόφασης της Επιτροπής και στη στάθμιση των σχεδιαζόμενων μέτρων καταναγκασμού σε συνάρτηση με το αντικείμενο του επιτόπιου ελέγχου (πρόκειται για την εξουσία της Επιτροπής να προχωρήσει στον επιτόπιο έλεγχο χωρίς τη συγκατάθεση της επιχείρησης). Για να είναι δυνατή η εκπλήρωση του συγκεκριμένου καθήκοντος του δικαστή, η Επιτροπή οφείλει να αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή της για τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου.

Η εξουσία των δικαστών να εφαρμόζουν την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού διαφέρει από την εξουσία τους να εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού. Το γεγονός αυτό προκαλεί ενίοτε διαδικαστική σύγχυση, διότι μερικοί δικαστές έχουν την τάση να εφαρμόζουν τους εθνικούς κανόνες ακόμη και όταν ο επιτόπιος έλεγχος διεξάγεται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας. Οι επιτόπιοι έλεγχοι της Επιτροπής πρέπει οπωσδήποτε να διέπονται από τους ίδιους κανόνες σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Για τον σκοπό αυτό, κρίνεται επιβεβλημένο να διατυπώνονται με σαφήνεια στο νέο κανονισμό οι κανόνες που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση Hoechst.

Άρθρο 21 - Διεξαγωγή ερευνών από τις αρχές των κρατών μελών

Το άρθρο αυτό βασίζεται στο άρθρο 13 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, το οποίο όμως έχει προσαρμοσθεί στο νέο σύστημα εφαρμογής της νομοθεσίας. Εξακολουθεί να προβλέπεται η δυνατότητα των κρατών μελών να διεξάγουν έρευνες στο έδαφός τους για λογαριασμό της Επιτροπής. Συγχρόνως, καθιερώνεται η δυνατότητα των εθνικών αρχών ανταγωνισμού να εφαρμόζουν οποιοδήποτε ανακριτικό μέτρο για λογαριασμό της αρχής ανταγωνισμού κάποιου άλλου κράτους μέλους. Η συγκεκριμένη διάταξη είναι αναγκαία για την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Η συνεργασία αυτή παρέχει στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν με ικανοποιητικό τρόπο υποθέσεις στις οποίες μερικά από τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη. Αν δεν προβλέπονταν παρόμοιοι μηχανισμοί, η ουσιαστική αποκέντρωση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού θα προσέκρουε σε σοβαρά εμπόδια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI - ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 22 - Πρόστιμα

Στο άρθρο 15 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17 προβλέπονται δύο είδη προστίμων: πρόστιμα για παραβάσεις των διαδικαστικών κανόνων (αιτήσεις παροχής πληροφοριακών στοιχείων, άρνηση υποβολής σε επιτόπιο έλεγχο, κ.ο.κ.) και πρόστιμα για ουσιαστικές παραβάσεις των άρθρων 81 και 82.

Η παράγραφος 1 προβλέπει ορισμένες αλλαγές σε σχέση με τα πρόστιμα για παραβάσεις των διαδικαστικών κανόνων. Βάσει του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, τα πρόστιμα αυτά μπορούν να κυμαίνονται από τα 100 μέχρι τα 5.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά δεν είναι πλέον ικανά να λειτουργήσουν αποτρεπτικά. Για τον λόγο αυτό προτείνεται η ευθυγράμμιση των εν λόγω διαδικαστικών προστίμων με τα πρόστιμα που προβλέπει η συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία ορίζει ότι τέτοιου είδους παραβάσεις επισύρουν πρόστιμο που μπορεί να ανέλθει στο 1% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών (άρθρο 47). Η πρόταση κανονισμού προβλέπει επίσης για πρώτη φορά κυρώσεις για την άρνηση παροχής απάντησης σε προφορικά ερωτήματα κατά τη διάρκεια ερευνών ή για τη διάρρηξη σφραγίδων.

Η παράγραφος 2 αφορά τα πρόστιμα για παραβάσεις των ουσιαστικών κανόνων. Δεν προτείνεται η μεταβολή του ύψους της δεύτερης αυτής κατηγορίας προστίμων (μέχρι το 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών). Απλώς είναι απαραίτητο να προστεθούν στον κατάλογο των παραβάσεων η περίπτωση της παραβίασης αποφάσεων με τις οποίες γίνεται δεκτή η λήψη προσωρινών μέτρων και η περίπτωση της αθέτησης δεσμεύσεων που έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές με απόφαση.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ένας νέος κανόνας σχετικά με τις παραβάσεις που διαπράττουν ενώσεις επιχειρήσεων. Η συνθήκη προβλέπει την επιβολή προστίμων σε ενώσεις για παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το πρόστιμο μπορεί να υπολογισθεί με βάση τον κύκλο εργασιών των μελών της ένωσης. Ωστόσο, στην πράξη, η είσπραξη του επιβληθέντος προστίμου είναι συχνά αδύνατη, διότι οι ενώσεις σπανίως διαθέτουν επαρκείς δικούς τους πόρους για να το καταβάλουν, ενώ προς το παρόν δεν προβλέπεται νομική δυνατότητα για την είσπραξη του προστίμου από τα μέλη μιας ένωσης. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η καθιέρωση ενός νέου κανόνα ο οποίος θα παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα, εάν μία ένωση επιχειρήσεων είναι αναξιόχρεη, να εισπράττει το πρόστιμο από τα μέλη της.

Άρθρο 23 - Περιοδικές χρηματικές ποινές

Οι κανόνες περί περιοδικών χρηματικών ποινών πρέπει επίσης να τροποποιηθούν ως προς το ποσό που προβλέπεται στον κανονισμό (ο υφιστάμενος κανονισμός αριθ. 17 προβλέπει περιοδικές κυρώσεις ύψους από 50 έως 1000 ευρώ). Προτείνεται η θέσπιση ανώτατου ορίου το οποίο να αποτελεί συνάρτηση του συνολικού κύκλου εργασιών: 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Πρόκειται για το ποσό που προβλέπεται και στη συνθήκη ΕΚΑΧ (άρθρο 47).

Εξάλλου, η θεσμοθέτηση νέων κατηγοριών αποφάσεων, δηλαδή των αποφάσεων για την αποδοχή δεσμεύσεων και των αποφάσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, επιβάλλει την πρόβλεψη της δυνατότητας επιβολής περιοδικών κυρώσεων σε επιχειρήσεις οι οποίες δεν τηρούν τις εν λόγω αποφάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII - ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ

Άρθρο 24 - Παραγραφή της εξουσίας επιβολής προστίμου

Το άρθρο αυτό υιοθετεί τους κανόνες περί παραγραφής που περιέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 και τους ενσωματώνει στον προτεινόμενο κανονισμό. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 θα παύσει να ισχύει για τα πρόστιμα και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που διέπονται από τον προτεινόμενο κανονισμό.

Οι διατάξεις περί παραγραφής έχουν προσαρμοσθεί στο νέο σύστημα εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας. Το μοναδικό σημαντικό ζήτημα αφορά την αποκεντρωμένη εφαρμογή την οποία προβλέπει η πρόταση κανονισμού. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, η παραγραφή διακόπτεται μόνο από πράξεις των κρατών μελών όταν αυτά ενεργούν κατόπιν παραγγελίας της Επιτροπής. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση απαλείφεται, με αποτέλεσμα η παραγραφή να διακόπτεται επίσης από τα μέτρα που οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού λαμβάνουν κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 ή 82, ασχέτως του αν η Επιτροπή έχει διατυπώσει σχετικό αίτημα.

Άρθρο 25 - Παραγραφή της εξουσίας εκτέλεσης

Όπως και το άρθρο 24, το άρθρο αυτό υιοθετεί τους κανόνες περί παραγραφής που περιέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 και τους ενσωματώνει στον προτεινόμενο κανονισμό. Οι εν λόγω κανόνες έχουν προσαρμοσθεί όπως ακριβώς και στην περίπτωση του άρθρου 24.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII - ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Άρθρο 26 - Ακρόαση των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων

Με βάση το άρθρο 19 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή έχει αναπτύξει μία πρακτική η οποία έγκειται στην παραχώρηση εύλογου δικαιώματος διατύπωσης απόψεων και πρόσβασης στον φάκελο. Η πρακτική αυτή εξηγείται εν μέρει στην ανακοίνωση περί της πρόσβασης στον φάκελο του 1997. Προτείνεται η επιβεβαίωση στο υπόψη άρθρο του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο και ο καθορισμός των σχετικών λεπτομερών κανόνων με ανακοίνωση της Επιτροπής.

Άρθρο 27 - Επαγγελματικό απόρρητο

Η παράγραφος 1 υιοθετεί τη διάταξη του άρθρου 20 παράγραφος 1 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17. Ορίζει ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται βάσει των άρθρων 17 έως 21 επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό για τον οποίο συνελέγησαν. Το άρθρο 27 παράγραφος 1 ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής ορισμένων πιο ειδικών ρυθμίσεων του κανονισμού, συγκεκριμένα των άρθρων 12 και 15.

Η παράγραφος 2 ορίζει ότι η υποχρέωση σεβασμού του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17 καλύπτει όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες που ανταλλάσσονται από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Η συγκεκριμένη διάταξη συμπληρώνει τις δικλίδες ασφαλείας που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ - ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Άρθρο 28 - Θέσπιση κανονισμών απαλλαγής

Σήμερα, η Επιτροπή διαθέτει την εξουσία που της έχει παραχωρήσει το Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία στους τομείς των κάθετων συμφωνιών, των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, των συμφωνιών εξειδίκευσης και έρευνας και ανάπτυξης, των ασφαλειών και σε ορισμένους κλάδους των μεταφορών.

Στο άρθρο 28 προβλέπονται τα της εξουσίας και των προϋποθέσεων θέσπισης κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία από την Επιτροπή. Η θέσπιση κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία προϋποθέτει διπλή ακρόαση της συμβουλευτικής επιτροπής για τις περιοριστικές πρακτικές και τις δεσπόζουσες θέσεις.

Άρθρο 29 - Ατομική ανάκληση

Η παράγραφος 1 ορίζει κατά το πρότυπο της υφιστάμενης νομοθεσίας ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να ανακαλεί το ευεργέτημα μιας απαλλαγής κατά κατηγορία με ισχύ για το μέλλον εάν διαπιστώσει, έπειτα από εξατομικευμένη εξέταση, ότι δεδομένη συμφωνία δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3.

Στην παράγραφο 2 προτείνεται να παρασχεθεί στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού η εξουσία να ανακαλούν το ευεργέτημα ενός κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για το έδαφός τους, υπό την προϋπόθεση ότι το έδαφος της εκάστοτε αρχής αποτελεί ξεχωριστή γεωγραφική αγορά αναφοράς. Σήμερα, η εξουσία αυτή των εθνικών αρχών ανταγωνισμού περιορίζεται στον τομέα των κάθετων συμφωνιών [5]. Για λόγους διασφάλισης της συνεκτικής εφαρμογής των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, οι οποίοι είναι κοινοτικές πράξεις, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η εκ των προτέρων πραγματοποίηση διαβουλεύσεων με την Επιτροπή προκειμένου για τις εθνικές αποφάσεις με τις οποίες ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία (βλ. το άρθρο 11 παράγραφος 4 της πρότασης κανονισμού).

[5] Βλ. το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1215/1999 του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού αριθ. 19/65/ΕΟΚ σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης ως προς ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών.

Άρθρο 30 - Κανονισμοί περί μη εφαρμογής

Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η Επιτροπή δύναται να συμπεριλαμβάνει στους κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία διάταξη βάσει της οποίας η ίδια νομιμοποιείται να εξαιρεί, με κανονισμό, από το πεδίο εφαρμογής του εκάστοτε κανονισμού ορισμένες συμφωνίες ή πρακτικές οι οποίες εφαρμόζονται εντός των ορίων συγκεκριμένης αγοράς αναφοράς. Συχνά, η ύπαρξη ενός πλήθους παράλληλων συμφωνιών ή πλεγμάτων συμφωνιών έχει ως συνέπεια την υπονόμευση του ανταγωνισμού [6]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν αναποτελεσματική η μέθοδος της ατομικής ανάκλησης του ευεργετήματος για κάθε συμφωνία ή για κάθε πλέγμα συμφωνιών ξεχωριστά. Η ενδεδειγμένη λύση είναι η μη εφαρμογή της εκάστοτε απαλλαγής κατά κατηγορία σε συγκεκριμένη αγορά.

[6] Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1215/1999.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 31 - Δημοσίευση των αποφάσεων

Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί στο άρθρο 21 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17.

Άρθρο 32 - Έλεγχος από το Δικαστήριο

Η προτεινόμενη διάταξη είναι ακριβώς ίδια με το άρθρο 17 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17.

Άρθρο 33 - Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού

Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι τομείς που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Πρόκειται για ορισμένους τομείς των θαλάσσιων και των αεροπορικών μεταφορών, οι οποίοι δεν υπάγονται στους τρέχοντες κανόνες εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 (βλ. τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87).

Άρθρο 34 - Διατάξεις εφαρμογής

Το άρθρο αυτό προβλέπει το δικαίωμα της Επιτροπής να θεσπίζει κανόνες με σκοπό την εφαρμογή του κανονισμού. Απαριθμεί ορισμένους τομείς τους οποίους θα μπορούσαν ιδίως να αφορούν οι εν λόγω κανόνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 35 - Μεταβατικές διατάξεις

Στην παράγραφο 1 διευκρινίζεται ότι οι κοινοποιήσεις και οι αντίστοιχες με αυτές αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει των υφιστάμενων κανονισμών αριθ. 17, (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 καθίστανται άνευ αντικειμένου από την ημερομηνία εφαρμογής της πρότασης κανονισμού.

Στο δεύτερο εδάφιο, συνεπεία της νέας ρύθμισης, προβλέπει ότι οι ισχύουσες αποφάσεις περί απαλλαγής παύουν να ισχύουν από την ημέρα εφαρμογής του κανονισμού.

Με την παράγραφο 2 διασφαλίζεται ότι οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται βάσει των υφιστάμενων κανονισμών αριθ. 17, (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 θα παραμείνουν ισχυρές ακόμη και μετά τη θέση σε ισχύ του προτεινόμενου νέου κανονισμού. Οι διαδικασίες που έχουν κινηθεί, επί παραδείγματι, κατ' εφαρμογή των άρθρων 3 και 15 του υφιστάμενου κανονισμού αριθ. 17 θα συνεχισθούν με βάση τις διατάξεις της πρότασης κανονισμού και θα διέπονται από τους νέους κανόνες από την ημερομηνία κατά την οποία αυτοί θα τεθούν σε εφαρμογή.

Άρθρο 36 - Διορισμός των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Στο άρθρο αυτό προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού τους την εξουσία να εφαρμόζουν πλήρως τα άρθρα 81 και 82, στον βαθμό που είναι αναγκαία η λήψη μέτρων σε εθνικό επίπεδο επιπλέον του άρθρου 6. Χωρίς την ανάθεση πλήρων εξουσιών στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών θα ήταν ανέφικτη η αποτελεσματική εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 στο πλαίσιο του νέου αποκεντρωμένου συστήματος επιβολής της συναφούς νομοθεσίας και δεν θα ήταν δυνατό να λειτουργήσει απρόσκοπτα το δίκτυο των αρχών ανταγωνισμού. Συγχρόνως, η κατανομή των υποθέσεων με τον επιθυμητό τρόπο θα ήταν αδύνατη, ενώ η Επιτροπή θα ήταν ενδεχομένως αναγκασμένη να επιληφθεί ενός δυσανάλογα μεγάλου μεριδίου από τις υποθέσεις που αφορούν τις αγορές ενός κράτους μέλους του οποίου η αρχή αδυνατεί να εφαρμόσει τα άρθρα 81 και 82.

Άρθρο 37 - Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68

Το άρθρο αυτό προβλέπει την κατάργηση μιας σειράς ειδικών διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, χωρίς όμως να θίγει την ισχύ των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται στον ίδιο κανονισμό. Οι σχετικές τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την καθιέρωση συστήματος εφαρμογής το οποίο να καλύπτει και τον τομέα των μεταφορών.

Άρθρο 38 - Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74

Το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 παύει να ισχύει για τα πρόστιμα και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που καλύπτονται από τον προτεινόμενο κανονισμό.

Άρθρο 39 - Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86

Το άρθρο αυτό προβλέπει την κατάργηση μιας σειράς ειδικών διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86, χωρίς όμως να θίγει την ισχύ των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται στον ίδιο κανονισμό. Οι σχετικές τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την καθιέρωση συστήματος εφαρμογής το οποίο να καλύπτει και τον τομέα των μεταφορών.

Άρθρο 40 - Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87

Το άρθρο αυτό προβλέπει την κατάργηση μιας σειράς ειδικών διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87, χωρίς όμως να θίγει την ισχύ των ουσιαστικών κανόνων που περιέχονται στον ίδιο κανονισμό. Οι σχετικές τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την καθιέρωση συστήματος εφαρμογής το οποίο να καλύπτει και τον τομέα των μεταφορών.

Άρθρο 41 - Καταργητική διάταξη

Στο άρθρο αυτό απαριθμούνται οι κανονισμοί που αντικαθίστανται από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 42 - Έναρξη ισχύος

Το άρθρο αυτό προβλέπει τα της έναρξης ισχύος του κανονισμού.

2000/0243 (CNS)

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 («κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης»)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 83,

την πρόταση της Επιτροπής [7],

[7] ΕΕ C.

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [8],

[8] ΕΕ C

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [9],

[9] ΕΕ C

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Η εγκαθίδρυση καθεστώτος ικανού να αποτρέπει τη νόθευση του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά προϋποθέτει τη μεθόδευση της αποτελεσματικής και ομοιόμορφης εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 στην Κοινότητα. Ο κανονισμός αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης [10], επέτρεψε την ανάπτυξη κοινοτικής πολιτικής στον τομέα της νομοθεσίας ανταγωνισμού, η οποία με τη σειρά της συνέβαλε στη διάδοση νοοτροπίας ανταγωνισμού στην Κοινότητα. Πάντως, σήμερα είναι σκόπιμη η αντικατάσταση του κανονισμού αυτού με βάση την κτηθείσα πείρα, ούτως ώστε να προβλεφθούν ρυθμίσεις οι οποίες να είναι προσαρμοσμένες στις προκλήσεις μιας ενοποιημένης πλέον αγοράς και της μελλοντικής διεύρυνσης της Κοινότητας.

[10] ΕΕ 13, 21.2.1962, σ. 204/62. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1216/1999 (ΕΕ L 148, 15.6.1999, σ. 5).

(2) Ενδείκνυται, ειδικότερα, να επανεξετασθεί ο τρόπος λειτουργίας της διάταξης που εισάγει εξαιρέσεις στην απαγόρευση των συμφωνιών που περιστέλλουν τον ανταγωνισμό, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 81 παράγραφος 3. Στο πλαίσιο αυτό είναι σκόπιμο, βάσει του άρθρου 83 παράγραφος 2 στοιχείο β), να λαμβάνονται υπόψη, αφενός, η ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής εποπτείας και, αφετέρου, η ανάγκη απλούστευσης του διοικητικού ελέγχου στο μέτρο του δυνατού.

(3) Το συγκεντρωτικό καθεστώς που θεσπίστηκε με τον κανονισμό αριθ. 17 δεν είναι πλέον ικανό να διασφαλίσει την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών στόχων. Αφενός, αποτελεί τροχοπέδη για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού από τα δικαστήρια και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, ενώ το σύστημα κοινοποιήσεων που περιλαμβάνει εμποδίζει την Επιτροπή να επικεντρώσει το έργο της στην καταστολή των πλέον σοβαρών παραβάσεων. Αφετέρου, συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τις επιχειρήσεις.

(4) Κατά συνέπεια, το καθεστώς αυτό πρέπει να αντικατασταθεί από ένα σύστημα νόμιμης εξαίρεσης βάσει του οποίου οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών θα είναι αρμόδια να εφαρμόζουν όχι μόνο το άρθρο 81 παράγραφος 1 και το άρθρο 82, που είναι άμεσα εφαρμοστέα σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά και το άρθρο 81 παράγραφος 3.

(5) Είναι σκόπιμο να διευκρινισθεί στο σημείο αυτό, σύμφωνα και με τη νομολογία που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με τον κανονισμό αριθ. 17, ότι η απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 81 παράγραφος 3 βαρύνει το μέρος που επικαλείται το ευεργέτημα της διάταξης αυτής. Πράγματι, το μέρος αυτό είναι υπό κανονικές συνθήκες το πλέον κατάλληλο για να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εν λόγω παραγράφου.

(6) Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί ο ρόλος που διαδραματίζουν εν προκειμένω οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές πρέπει να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία.

(7) Τα εθνικά δικαστήρια επιτελούν καίρια λειτουργία στο πλαίσιο της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Προασπίζουν τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, εκδικάζοντας τις νομικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ιδιωτών, π.χ. επιδικάζοντας αποζημίωση υπέρ εκείνων που έχουν θιγεί από παραβάσεις. Υπό την έννοια αυτή, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων συμπληρώνει τον ρόλο των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Επομένως, είναι απαραίτητο να τους παρασχεθεί η εξουσία να εφαρμόζουν πλήρως τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.

(8) Για να διασφαλισθεί η ομοιογένεια των κανόνων ανταγωνισμού οι οποίοι εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κοινότητα, επιβάλλεται να θεσπισθούν κανόνες, βάσει του άρθρου 83 παράγραφος 2 στοιχείο ε), για τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των άρθρων 81 και 82 και του εκάστοτε εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και να αποκλεισθεί η εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που εμπίπτουν στα προαναφερθέντα άρθρα.

(9) Μολονότι βάσει του νέου συστήματος η εφαρμογή των κανόνων θα είναι αποκεντρωμένη, η ομοιομορφία του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει, αντιθέτως, τη διατήρηση της αρχής ότι ο καθορισμός των σχετικών κανόνων γίνεται σε κεντρικό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να παραχωρηθεί στην Επιτροπή γενική αρμοδιότητα για τη θέσπιση κανονισμών περί απαλλαγής κατά κατηγορία, ούτως ώστε η Επιτροπή να μπορεί να προσαρμόζει και να εξειδικεύει τη συναφή νομοθεσία. Η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται σε στενή συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών και να μη θίγει τους κανόνες που παραμένουν σε ισχύ και προβλέπονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 [11], (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 [12] και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 [13] στον τομέα των μεταφορών.

[11] ΕΕ L 175, 23.7.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

[12] ΕΕ L 378, 31.12.1986, σ. 4. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

[13] ΕΕ L 374, 31.12.1987, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2410/92 (ΕΕ L 240, 24.8.1992, σ. 18).

(10) Λόγω της κατάργησης του συστήματος κοινοποιήσεων, είναι πιθανό να αποδειχθεί σκόπιμο, για λόγους αύξησης της διαφάνειας, να καθιερωθεί η υποχρέωση καταχώρησης ορισμένων τύπων συμφωνιών. Για τον σκοπό αυτό, ενδείκνυται να παραχωρηθεί στην Επιτροπή η εξουσία να θεσμοθετεί την υποχρέωση καταχώρησης ορισμένων τύπων συμφωνιών. Σε περίπτωση που καθιερωθεί ένα τέτοιο σύστημα καταχώρησης, δεν θα πρέπει να παρέχει κανένα δικαίωμα για την έκδοση απόφασης περί του συμβιβάσιμου με τη συνθήκη της συμφωνίας που καταχωρείται και δεν θα πρέπει να παρακωλύει την αποτελεσματική δίωξη των παραβάσεων.

(11) Για να μπορεί να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απευθύνει στις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων αποφάσεις με τις οποίες να τις καλεί να απέχουν από παραβάσεις των άρθρων 81 και 82. Εφόσον υπάρχει έννομο συμφέρον, η Επιτροπή πρέπει επίσης να μπορεί να εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες να διαπιστώνεται η διάπραξη παράβασης σε περιπτώσεις που η παράβαση έχει σταματήσει, ακόμη και αν δεν επιβάλλεται πρόστιμο. Ο κανονισμός πρέπει επίσης να προβλέπει ρητώς την εξουσία έκδοσης διατακτικών αποφάσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, την οποία η Επιτροπή διαθέτει σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.

(12) Όταν στο πλαίσιο διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή απαγόρευσης επιχειρήσεις προτείνουν στην Επιτροπή να αναλάβουν δεσμεύσεις ικανές να παραμερίσουν τις αντιρρήσεις της, η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να καθιστά τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις εκδίδοντας σχετική απόφαση, ούτως ώστε τρίτοι να δύνανται να τις επικαλεσθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και συγχρόνως να είναι δυνατή η επιβολή κυρώσεων υπό μορφή προστίμου ή χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη τήρησής τους, χωρίς η απόφαση να καταλήγει σε συμπέρασμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 ή του άρθρου 82.

(13) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης να είναι σκόπιμη, για λόγους προστασίας του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος, η έκδοση από την Επιτροπή απόφασης αναγνωριστικού χαρακτήρα με την οποία να διαπιστώνεται ότι δεν είναι εφαρμοστέα η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 81 ή το άρθρο 82, προκειμένου να επιτυγχάνεται η αποσαφήνιση της νομοθεσίας και να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή της στην Κοινότητα.

(14) Για να μπορούν η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών να αποτελούν από κοινού ένα δίκτυο δημόσιων αρχών που θα συνεργάζονται στενά με σκοπό την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, είναι απαραίτητο να συγκροτηθούν κατάλληλοι μηχανισμοί ενημέρωσης και διαβουλεύσεων και να επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών, ακόμη και εμπιστευτικού χαρακτήρα, μεταξύ των μελών του δικτύου, με ταυτόχρονη πρόβλεψη των κατάλληλων εγγυήσεων για τις επιχειρήσεις.

(15) Τόσο για να διασφαλισθεί η συνεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού, όσο και για να επιτευχθεί η κατά το δυνατό καλύτερη διαχείριση του δικτύου, επιβάλλεται να διατηρηθεί σε ισχύ ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίον οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών παύουν αυτοδικαίως να είναι αρμόδιες αφ' ης στιγμής η Επιτροπή κινήσει διαδικασία για συγκεκριμένη υπόθεση.

(16) Για να διασφαλισθεί η με τον καλύτερο τρόπο κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των μελών του δικτύου, ενδείκνυται να θεσπισθεί διάταξη γενικού χαρακτήρα βάσει της οποίας μια αρχή ανταγωνισμού θα μπορεί να αναστέλλει ή να περατώνει την εξέταση δεδομένης υπόθεσης με το σκεπτικό ότι η ίδια υπόθεση εξετάζεται ή έχει εξετασθεί από κάποια άλλη αρχή. Ο στόχος είναι κάθε υπόθεση να εξετάζεται μόνο από μία αρχή. Η διάταξη αυτή δεν πρέπει να θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής (η οποία έχει γίνει δεκτή από τη νομολογία του Δικαστηρίου) να απορρίπτει μία καταγγελία λόγω έλλειψης κοινοτικού συμφέροντος ακόμη και αν καμία άλλη αρχή ανταγωνισμού δεν έχει καταστήσει γνωστή την πρόθεσή της να επιληφθεί της υπόθεσης.

(17) Η λειτουργία της «Συμβουλευτικής επιτροπής για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις», η οποία συνεστήθη δυνάμει του κανονισμού αριθ. 17, έχει αποδειχθεί λίαν ικανοποιητική. Η εν λόγω επιτροπή θα μπορούσε θαυμάσια να ενσωματωθεί στο νέο σύστημα αποκεντρωμένης εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας. Επομένως, ενδείκνυται να ληφθούν ως βάση οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 17, με ταυτόχρονη καταβολή προσπάθειας για την αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών. Για τον σκοπό αυτό, θα ήταν χρήσιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα έκδοσης γνωμών με έγγραφη διαδικασία. Εξάλλου, η συμβουλευτική επιτροπή πρέπει να μπορεί να χρησιμεύει ως πλαίσιο για τη συζήτηση υποθέσεων που εξετάζονται από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, συντελώντας με τον τρόπο αυτό στη διατήρηση της συνεκτικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

(18) Η συνεπής εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού προϋποθέτει επίσης τη συγκρότηση μηχανισμών για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και της Επιτροπής. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να παραχωρηθεί στα εθνικά δικαστήρια η ευχέρεια να απευθύνονται στην Επιτροπή και να της ζητούν πληροφορίες ή τη γνώμη της σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Εξάλλου, επιβάλλεται να αναγνωρισθεί στην Επιτροπή και στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών η εξουσία να διατυπώνουν παρατηρήσεις, γραπτές ή προφορικές, ενώπιον των δικαστηρίων οσάκις εφαρμόζονται τα άρθρα 81 ή 82. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να κατοχυρωθεί η δυνατότητα της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να ενημερώνονται επαρκώς για τις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

(19) Στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων και προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση αντικρουόμενων αποφάσεων. Αφ' ης στιγμής η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση, οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν να απέχουν από ενέργειες που αντιφάσκουν προς αυτήν. Σχετικά με το θέμα αυτό, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να υποβάλλουν ζητήματα προδικαστικού χαρακτήρα στο Δικαστήριο.

(20) Η Επιτροπή πρέπει να έχει την εξουσία σε ολόκληρη την επικράτεια της Κοινότητας να αξιώνει πληροφορίες και να προβαίνει σε κάθε αναγκαίο επιτόπιο έλεγχο προς εξακρίβωση συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που απαγορεύονται βάσει του άρθρου 81, καθώς και περιπτώσεων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, η οποία απαγορεύεται βάσει του άρθρου 82. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών οφείλουν να συνεργάζονται ενεργά με την Επιτροπή για την άσκηση των εξουσιών αυτών.

(21) Η ανίχνευση των παραβάσεων της νομοθεσίας ανταγωνισμού γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο, για την αποτελεσματική προστασία του ανταγωνισμού, να συμπληρωθούν οι ανακριτικές εξουσίες της Επιτροπής. Η Επιτροπή πρέπει μεταξύ άλλων να μπορεί να έρχεται σε επαφή με οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως διαθέτει χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία και να καταγράφει τις δηλώσεις του. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων, οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι πρέπει να έχουν την εξουσία να θέτουν σφραγίδες και να αξιώνουν οποιοδήποτε πληροφοριακό στοιχείο σε σχέση με το αντικείμενο και με τον σκοπό του επιτόπιου ελέγχου.

(22) Τηρώντας τη νομολογία του Δικαστηρίου, ενδείκνυται να διευκρινισθούν τα όρια του ελέγχου που δύναται να ασκήσει ο εθνικός δικαστής όταν καλείται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να παρέμβει προκειμένου να επιτρέψει την άσκηση κρατικού καταναγκασμού προς αντιμετώπιση της άρνησης μιας επιχείρησης να υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο που έχει διαταχθεί με απόφαση.

(23) Eξάλλου, η κτηθείσα πείρα έχει καταδείξει ότι επαγγελματικά έγγραφα φυλάσσονται συχνά στην κατοικία των ιθυνόντων και των στελεχών της εκάστοτε επιχείρησης. Για λόγους διασφάλισης της αποτελεσματικότητας των επιτόπιων ελέγχων, είναι συνεπώς σκόπιμο να αναγνωρίζεται στους εντεταλμένους από την Επιτροπή υπαλλήλους η εξουσία να εισέρχονται σε όλους τους χώρους στους οποίους ενδεχομένως φυλάσσονται επαγγελματικά έγγραφα, περιλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών. Ωστόσο, η άσκηση της εξουσίας αυτής πρέπει να γίνεται μόνο με παρέμβαση δικαστικής αρχής.

(24) Για να ενισχυθεί η δυνατότητα των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τα άρθρα 81 και 82, ενδείκνυται να τους παραχωρηθεί η δυνατότητα αμοιβαίας συνδρομής με τη μορφή μέτρων ανάκρισης.

(25) Ο σεβασμός των άρθρων 81 και 82 και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων υπέχουν βάσει του παρόντος κανονισμού πρέπει να μπορούν να εξασφαλίζονται με την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών. Για τον σκοπό αυτό είναι σκόπιμο να προβλεφθούν πρόστιμα κατάλληλου ύψους και για τις παραβάσεις των διαδικαστικών κανόνων.

(26) Οι κανόνες παραγραφής που ισχύουν για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 του Συμβουλίου [14], στον οποίον καθορίζονται επίσης οι κυρώσεις που ισχύουν στον τομέα των μεταφορών. Στο πλαίσιο ενός συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων επιβάλλεται να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των πράξεων που συνεπάγονται την αναστολή της παραγραφής οι αυτοτελείς διαδικαστικές πράξεις των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Για λόγους αποσαφήνισης του νομοθετικού πλαισίου, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74, ούτως ώστε να αποκλεισθεί η εφαρμογή του στο πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό και να συμπεριληφθούν στον παρόντα κανονισμό διατάξεις σχετικές με την παραγραφή.

[14] ΕΕ L 319, 29.11.1974, σ. 1.

(27) Είναι σκόπιμο να αναγνωρίζεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους στην Επιτροπή, καθώς επίσης να παρέχεται στους τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον η ευκαιρία να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους πριν από την έκδοση απόφασης. Επίσης πρέπει να δίδεται ευρεία δημοσιότητα στις εκδιδόμενες αποφάσεις. Είναι επιβεβλημένη η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου, χωρίς όμως να θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, και ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο της υπόθεσης. Ακόμη, ενδείκνυται να διασφαλίζεται η προστασία της εμπιστευτικότητας των πληροφοριακών στοιχείων που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του δικτύου.

(28) Όλες οι αποφάσεις που η Επιτροπή λαμβάνει κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου υπό τους όρους που καθορίζονται στη συνθήκη. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται να προβλεφθεί, κατ´εφαρμογή του άρθρου 229, η χορήγηση στο Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας για τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο ή χρηματική ποινή.

(29) Με βάση τις αρχές που περιέχονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, όπως αυτές έχουν τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό αριθ. 17, ο ρόλος που έχει ανατεθεί στα όργανα της Κοινότητας είναι κεντρικός και είναι σκόπιμο να διατηρηθεί, με ταυτόχρονη ενίσχυση της συμμετοχής των κρατών μελών στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, ο παρών κανονισμός περιορίζεται στις ελάχιστες ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του στόχου του, που είναι η αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτό.

(30) Επειδή η νομολογία έχει πλέον αποσαφηνίσει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται και στον τομέα των μεταφορών, οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού πρέπει να ισχύουν και για τον εν λόγω τομέα. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται να τροποποιηθούν οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87, ούτως ώστε να καταργηθούν οι ειδικές διαδικαστικές διατάξεις των κανονισμών αυτών.

(31) Για λόγους ευθυγράμμισης με το νέο καθεστώς που πρόκειται να τεθεί σε ισχύ βάσει του παρόντος κανονισμού, είναι σκόπιμη η κατάργηση του κανονισμού αριθ. 141 του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 1962 περί μη εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου στον τομέα των μεταφορών [15], του κανονισμού αριθ. 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Μαρτίου 1965 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης ως προς ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών [16], του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1971 περί εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών [17], του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87 του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 1987 για την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών [18], του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91 του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 1991 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των ασφαλίσεων [19] και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 479/92 του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης επί ορισμένων κατηγοριών συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ ναυτιλιακών εταιρειών τακτικών γραμμών (consortia) [20].

[15] ΕΕ 124, 28.11.1962, σ. 2751/62. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό αριθ. 1002/67/ΕΟΚ (ΕΕ 306, 16.12.1967, σ. 1).

[16] ΕΕ 36, 6.3.1965, σ. 533/65. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/1999 (ΕΕ L 148, 15.6.1999, σ. 1).

[17] ΕΕ L 285, 29.12.1971, σ. 46. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

[18] ΕΕ L 374, 31.12.1987, σ. 9. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

[19] ΕΕ L 143, 7.6.1991, σ. 1.

[20] ΕΕ L 55, 29.2.1992, σ. 3. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Άμεση εφαρμογή

Οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, καθώς και κάθε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια του άρθρου 82 της συνθήκης απαγορεύονται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.

Άρθρο 2

Βάρος αποδείξεως

Στο πλαίσιο του συνόλου των εθνικών και των κοινοτικών διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η απόδειξη της παραβίασης του άρθρου 81 παράγραφος 1 ή του άρθρου 82 βαρύνει εκείνον που την καταγγέλλει. Αντιθέτως, η απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 81 παράγραφος 3 βαρύνει εκείνον που επικαλείται το ευεργέτημα των διατάξεων της εν λόγω παραγράφου.

Άρθρο 3

Σχέση μεταξύ των άρθρων 81 και 82 και των νομοθεσιών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Οσάκις μία συμφωνία, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική κατά την έννοια του άρθρου 81 της συνθήκης ή η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια του άρθρου 82 είναι πιθανό να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, εφαρμοστέα είναι η κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού και αποκλείεται η εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 4

Αρμοδιότητα της Επιτροπής

1. Για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Η Επιτροπή μπορεί με κανονισμό να προσδιορίζει τα είδη συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 της συνθήκης και πρέπει υποχρεωτικώς να καταχωρούνται από τις επιχειρήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή καθορίζει επίσης τις λεπτομέρειες της καταχώρησης, καθώς και τις κυρώσεις που επισύρει η αθέτηση της υποχρέωσης. Η καταχώρηση μίας συμφωνίας, απόφασης ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένης πρακτικής δεν προσπορίζει κανένα δικαίωμα στις επιχειρήσεις ή στις ενώσεις επιχειρήσεων που προβαίνουν σε αυτή, ούτε εμποδίζει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Αρμοδιότητα των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, την απαγόρευση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, οσάκις δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3, καθώς και την απαγόρευση του άρθρου 82. Για τον σκοπό αυτό, δύνανται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, να εκδίδουν κάθε πρόσφορη απόφαση για την παύση της παράβασης, την λήψη προσωρινών μέτρων, την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων ή την επιβολή προστίμου, χρηματικής ποινής ή κάθε άλλης κύρωσης προβλεπόμενης από το εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Αν με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που διαθέτουν διαπιστώσουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις μίας απαγόρευσης, δύνανται επίσης να αποφαίνονται ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασής τους.

Άρθρο 6

Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων

Αρμόδια να εφαρμόζουν το άρθρο 81 παράγραφος 3 είναι επίσης τα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων γίνεται επίκληση της απαγόρευσης του άρθρου 81 παράγραφος 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 7

Διαπίστωση και παύση της παράβασης

1. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, ότι παραβιάζεται κάποια από τις διατάξεις του άρθρου 81 ή 82 της συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή έχει την εξουσία να τους επιβάλλει κάθε αναγκαία υποχρέωση, περιλαμβανομένων των κατασταλτικών μέτρων διαρθρωτικού χαρακτήρα. Εφόσον έχει σχετικό έννομο συμφέρον, η Επιτροπή μπορεί επίσης να διαπιστώνει την παύση μιας παράβασης.

2. Νομιμοποιούνται να υποβάλουν καταγγελία σύμφωνα με την παράγραφο 1 τα κράτη μέλη καθώς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι έχουν σχετικό έννομο συμφέρον.

Άρθρο 8

Προσωρινά μέτρα

1. Σε περίπτωση κατεπείγοντος που οφείλεται στον κίνδυνο σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του ανταγωνισμού, η Επιτροπή, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως, μπορεί με βάση την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράβασης να διατάξει με απόφασή της τη λήψη προσωρινών μέτρων.

2. Οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 1 ισχύουν για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός έτους, με δυνατότητα παράτασης.

Άρθρο 9

Αναλήψεις δεσμεύσεων

1. Όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση με την οποία θα αξιώνει την παύση μιας παράβασης και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρονται να αναλάβουν ορισμένες δεσμεύσεις, ικανές να άρουν τις αιτιάσεις της Επιτροπής, τότε η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καταστήσει τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

2. Χωρίς να προδικάζεται το κατά πόσο έχει διαπραχθεί ή εξακολουθεί να διαπράττεται παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή 82 της συνθήκης, η απόφαση συνεπάγεται την περάτωση της διαδικασίας.

3. Η Επιτροπή δύναται να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία:

α) σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών που αφορούν ουσιώδες στοιχείο της απόφασης.

β) αν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αθετήσουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει. ή

γ) αν η απόφαση έχει στηριχθεί σε ελλιπή, ανακριβή ή παραποιημένα πληροφοριακά στοιχεία.

Άρθρο 10

Διαπίστωση του ανεφάρμοστου

Για λόγους που άπτονται του κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος, η Επιτροπή μπορεί αυτεπαγγέλτως να αποφανθεί με απόφασή της ότι, με βάση τα στοιχεία που γνωρίζει, το άρθρο 81 της συνθήκης δεν είναι εφαρμοστέο ως προς μία συμφωνία, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική, είτε επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 1, είτε επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 παράγραφος 3.

Η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε ανάλογη διαπίστωση δυνάμει του άρθρου 82 της συνθήκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 11

Συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

1. Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

2. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών αντίγραφο των σημαντικότερων στοιχείων που έχει συλλέξει με σκοπό την εφαρμογή των άρθρων 7 έως 10.

3. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών επιλαμβάνονται υπόθεσης που άπτεται της εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης ή ενεργούν αυτεπαγγέλτως με σκοπό την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων, ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή κατά την έναρξη της διαδικασίας.

4. Όταν οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών σκοπεύουν να εκδώσουν κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης απόφαση με την οποία θα διατάσσεται η παύση μιας παράβασης, θα γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων ή θα ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία, συμβουλεύονται εκ των προτέρων την Επιτροπή. Για τον σκοπό αυτό διαβιβάζουν στην Επιτροπή, το αργότερο έναν μήνα πριν από την έκδοση της απόφασης, περίληψη των δεδομένων της υπόθεσης καθώς και αντίγραφα των πλέον σημαντικών εγγράφων που έχουν εξακριβωθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας που έχουν διεξαγάγει. Αν τους ζητηθεί από την Επιτροπή, της διαβιβάζουν αντίγραφο οποιουδήποτε άλλου στοιχείου του σχετικού φακέλου.

5. Οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δύνανται να συμβουλεύονται την Επιτροπή σχετικά με οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας.

6. Η κίνηση διαδικασίας με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού από την Επιτροπή συνεπάγεται την απώλεια από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.

Άρθρο 12

Ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων

1. Κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δύνανται να ανταλλάσσουν και να χρησιμοποιούν ως αποδεικτικό μέσο οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό στοιχείο, περιλαμβανομένων των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα.

2. Τα πληροφοριακά στοιχεία που διαβιβάζονται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μόνο για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων.

Άρθρο 13

Αναστολή ή περάτωση της διαδικασίας

1. Όταν η ίδια καταγγελία υποβάλλεται στις αρχές ανταγωνισμού περισσοτέρων κρατών μελών ή όταν περισσότερες αρχές ανταγωνισμού διεξάγουν αυτεπαγγέλτως διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης κατά της ίδιας συμφωνίας, απόφασης ενώσεως ή πρακτικής, το γεγονός ότι μία αρχή ασχολείται με την υπόθεση αποτελεί για τις άλλες αρχές ικανό λόγο για την αναστολή της διαδικασίας που διεξάγουν οι ίδιες ή για την απόρριψη της καταγγελίας. Η Επιτροπή δύναται επίσης να απορρίψει μία καταγγελία με το σκεπτικό ότι με αυτήν ασχολείται ήδη η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.

2. Όταν η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους ή η Επιτροπή λαμβάνει καταγγελία σχετικά με μία συμφωνία, απόφαση ενώσεως ή πρακτική με την οποία έχει ήδη ασχοληθεί μία άλλη αρχή ανταγωνισμού, δύναται να την απορρίψει.

Άρθρο 14

Συμβουλευτική επιτροπή

1. Πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης κατ' εφαρμογή των άρθρων 7, 9, 10, 22 και 23 παράγραφος 2 ζητείται η γνώμη συμβουλευτικής επιτροπής για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις.

2. Η συμβουλευτική επιτροπή συγκροτείται από αντιπροσώπους των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Κάθε κράτος μέλος διορίζει έναν αντιπρόσωπο, ο οποίος σε περίπτωση κωλύματος μπορεί να αντικατασταθεί από άλλον αντιπρόσωπο.

3. Οι διαβουλεύσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο κοινής σύσκεψης κατόπιν προσκλήσεως που απευθύνει η Επιτροπή, η οποία και προεδρεύει. Η ειδοποίηση για τη σύγκληση αποστέλλεται δεκατέσσερις ημέρες τουλάχιστον πριν από κάθε σύσκεψη. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποδεχθούν προθεσμία σύγκλησης βραχύτερη των δεκατεσσάρων ημερών. Η Επιτροπή επισυνάπτει στην πρόσκληση περίληψη των δεδομένων της υπόθεσης, με επισήμανση των σημαντικότερων στοιχείων της, καθώς και προσχέδιο απόφασης. Η συμβουλευτική επιτροπή γνωμοδοτεί επί του προσχεδίου απόφασης της Επιτροπής και δύναται να εκδώσει γνώμη ακόμη και αν ορισμένα μέλη απουσιάζουν ή δεν εκπροσωπούνται.

4. Οι διαβουλεύσεις είναι επίσης δυνατό να διεξαχθούν με έγγραφη διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία στα κράτη μέλη για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Εντούτοις, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να συγκαλέσει σύσκεψη αν τούτο ζητηθεί από ένα κράτος μέλος.

5. Η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής είναι γραπτή και επισυνάπτεται στο σχέδιο απόφασης. Η συμβουλευτική επιτροπή δύναται να εισηγηθεί τη δημοσίευση της γνώμης. Η Επιτροπή μπορεί να προβεί στη δημοσίευση αυτή. Η απόφαση περί δημοσίευσης λαμβάνει δεόντως υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων να μην κοινολογηθούν τα επιχειρηματικά τους απόρρητα.

6. Η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, να συμπεριλάβει μία υπόθεση με την οποία ασχολείται η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους στην ημερήσια διάταξη της συμβουλευτικής επιτροπής προς συζήτηση πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης.

Άρθρο 15

Συνεργασία με τα εθνικά δικαστήρια

1. Στο πλαίσιο των διαδικασιών εφαρμογής των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης, τα δικαστήρια των κρατών μελών δύνανται να ζητούν από την Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία που αυτή κατέχει ή τη γνώμη της επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού.

2. Τα δικαστήρια των κρατών μελών στέλλουν στην Επιτροπή αντίγραφο των δικαστικών αποφάσεων με τις οποίες εφαρμόζονται τα άρθρα 81 ή 82 της συνθήκης, εντός μηνός από την έκδοσή τους.

3. Για λόγους κοινοτικού δημόσιου συμφέροντος η Επιτροπή δύναται, αυτεπαγγέλτως, να υποβάλλει γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις στα δικαστήρια των κρατών μελών σχετικά με διαδικασίες που άπτονται ζητημάτων εφαρμογής των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης. Η Επιτροπή μπορεί να εκπροσωπηθεί εν προκειμένω από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Οι τελευταίες αυτές μπορούν επίσης, με δική τους πρωτοβουλία, να υποβάλλουν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις στα εθνικά δικαστήρια της χώρας τους.

Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δύνανται να ζητούν από τα εθνικά δικαστήρια να τους διαβιβάσουν οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο.

Άρθρο 16

Ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού

Κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της συνθήκης και της αρχής της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθεια για την αποφυγή της έκδοσης αποφάσεων οι οποίες αντιφάσκουν προς τις αποφάσεις της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

Άρθρο 17

Έρευνες για επιμέρους οικονομικούς κλάδους

1. Εάν σε συγκεκριμένο οικονομικό κλάδο η εξέλιξη των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, η δυσκαμψία των τιμών ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν υπόνοιες για περιστολή ή νόθευση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, η Επιτροπή δύναται να διεξαγάγει γενική έρευνα και να ζητήσει, στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, από τις επιχειρήσεις του οικείου κλάδου τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, καθώς επίσης να διενεργήσει κάθε αναγκαίο προς τούτο επιτόπιο έλεγχο.

Η Επιτροπή δύναται μεταξύ άλλων να ζητήσει από οποιαδήποτε επιχείρηση και ένωση επιχειρήσεων του υπό εξέταση κλάδου να της καταστήσουν γνωστή οποιαδήποτε συμφωνία, απόφαση και εναρμονισμένη πρακτική.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 18, 19, 20, 21, 22 και 23 εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Άρθρο 18

Αιτήσεις για την υποβολή πληροφοριακών στοιχείων

1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να ζητεί κάθε αναγκαίο πληροφοριακό στοιχείο από τις κυβερνήσεις και τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, καθώς και από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

2. Στις αιτήσεις της για την υποβολή πληροφοριακών στοιχείων, η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση, την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριακών στοιχείων, τον σκοπό της αίτησης, καθώς και τις κυρώσεις που επισύρει σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 του παρόντος κανονισμού η παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραποιημένων πληροφοριακών στοιχείων.

3. Η υποχρέωση παροχής πληροφοριακών στοιχείων βαρύνει τους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων ή τους αντιπροσώπους τους. στην περίπτωση των νομικών προσώπων, των εταιρειών και των ενώσεων που στερούνται νομικής προσωπικότητας, η υποχρέωση βαρύνει τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με την εκπροσώπησή τους βάσει του νόμου ή του καταστατικού τους. Τα ζητηθέντα πληροφοριακά στοιχεία είναι δυνατό να παρέχονται από κατάλληλα εξουσιοδοτημένους δικηγόρους εξ ονόματος των εντολέων τους, οι οποίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την πληρότητα, την ακρίβεια και τη γνησιότητα των παρεχόμενων πληροφοριακών στοιχείων.

4. Αν μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων δεν παρέχει τα πληροφοριακά στοιχεία που της έχουν ζητηθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή τα παρέχει μεν αλλά ελλιπώς, η Επιτροπή δύναται να τα απαιτήσει με απόφασή της. Στην απόφαση διευκρινίζονται τα ζητούμενα πληροφοριακά στοιχεία και τάσσεται προσήκουσα προθεσμία για την παροχή τους. Επίσης μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο δ). Στην απόφαση αναφέρεται επίσης το δικαίωμα προσβολής της απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 19

Εξουσία συλλογής καταθέσεων

Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να έρχεται σε επαφή με κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως έχει στην κατοχή του χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία, προκειμένου να του υποβάλει ερωτήματα σχετικά με το αντικείμενο της εκάστοτε έρευνας και να καταγράψει τις απαντήσεις του.

Άρθρο 20

Εξουσίες της Επιτροπής για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων

1. Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο επιτόπιο έλεγχο σε χώρους επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.

2. Οι υπάλληλοι στους οποίους η Επιτροπή έχει αναθέσει τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου νομιμοποιούνται:

α) να εισέρχονται σε κάθε χώρο, γήπεδο και μεταφορικό μέσο των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.

β) να εισέρχονται σε κάθε άλλο χώρο, μη εξαιρουμένων των κατοικιών των επιχειρηματιών, διευθυνόντων συμβούλων, διευθυντών και λοιπών μελών του προσωπικού των οικείων επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι φυλάσσονται εκεί επαγγελματικά έγγραφα.

γ) να ελέγχουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο στοιχείο επαγγελματικού περιεχομένου, ανεξαρτήτως της μορφής του.

δ) να λαμβάνουν αντίγραφο ή απόσπασμα των ελεγχόμενων εγγράφων.

ε) να σφραγίζουν οποιονδήποτε χώρο ή επαγγελματικό έγγραφο κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου.

στ) να ζητούν από κάθε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της εκάστοτε επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων πληροφορίες που σχετίζονται με το αντικείμενο και τον σκοπό του επιτόπιου ελέγχου και να καταγράφουν τις απαντήσεις του.

3. Οι υπάλληλοι στους οποίους η Επιτροπή έχει αναθέσει τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου ασκούν τις εξουσίες τους αφού προηγουμένως επιδείξουν γραπτό ένταλμα, στο οποίο προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του επιτόπιου ελέγχου, καθώς και οι κυρώσεις που ενδέχεται να επιβληθούν βάσει του άρθρου 22 σε περίπτωση ελλιπούς επίδειξης κρίσιμων βιβλίων ή λοιπών επαγγελματικών εγγράφων και σε περίπτωση που αποδειχθούν ανακριβείς, ελλιπείς ή παραποιημένες οι απαντήσεις σε αιτήσεις που έχουν υποβληθεί κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Ικανό χρονικό διάστημα πριν από τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί ο επιτόπιος έλεγχος.

4. Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων οφείλουν να συμμορφώνονται με τους επιτόπιους ελέγχους που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφασή της. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του επιτόπιου ελέγχου, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξής του και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 και στο άρθρο 23, καθώς και το δικαίωμα προσβολής της απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή εκδίδει τις σχετικές αποφάσεις αφού προηγουμένως ακούσει τις απόψεις της αρχής ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί ο επιτόπιος έλεγχος.

5. Οι υπάλληλοι της αρχής ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος οφείλουν, εάν διατυπωθεί σχετικό αίτημα από την εν λόγω αρχή ή από την Επιτροπή, να παράσχουν ενεργό συνδρομή στους υπαλλήλους της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό απολαύουν των εξουσιών που καθορίζονται στην παράγραφο 2.

6. Σε περίπτωση που οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι διαπιστώσουν ότι μία επιχείρηση εναντιώνεται στη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου που έχει διαταχθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, το οικείο κράτος μέλος τους παρέχει κάθε αναγκαία συνδρομή, ασκώντας εφόσον είναι απαραίτητο κρατικό καταναγκασμό, προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση των ελεγκτικών τους καθηκόντων.

Αν η άσκηση κρατικού καταναγκασμού επιτρέπεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία μόνο με παρέμβαση δικαστικής αρχής, η παρέμβαση αυτή μπορεί να ζητηθεί για προληπτικούς λόγους.

7. Αν οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή υπάλληλοι επιθυμούν να ασκήσουν την εξουσία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), είναι υποχρεωτική η προηγούμενη παρέμβαση δικαστικής αρχής.

8. Η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Ο έλεγχος που ασκεί ο εθνικός δικαστής αφορά αποκλειστικά και μόνο τη γνησιότητα της απόφασης της Επιτροπής, καθώς και τον μη αυθαίρετο και όχι υπέρμετρα αυστηρό χαρακτήρα των σχεδιαζόμενων μέτρων καταναγκασμού σε σχέση με το αντικείμενο του επιτόπιου ελέγχου. Ο εθνικός δικαστής δεν νομιμοποιείται ούτε να ελέγξει την αναγκαιότητα του επιτόπιου ελέγχου ούτε να αξιώσει την προσκόμιση άλλων στοιχείων πλην εκείνων που μνημονεύονται στην απόφαση της Επιτροπής.

Άρθρο 21

Διεξαγωγή ερευνών από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών

1. Η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους δύναται να λάβει στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους παν μέτρο έρευνας κατ' εφαρμογή της εθνικής της νομοθεσίας επ' ονόματι και για λογαριασμό της αρχής ανταγωνισμού ενός άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο παραβιάζεται το άρθρο 81 ή το άρθρο 82 της συνθήκης. Διαβιβάζει τα συλλεγέντα πληροφοριακά στοιχεία στην αρχή που τα έχει ζητήσει σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού.

2. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών διενεργούν τους επιτόπιους ελέγχους που η Επιτροπή κρίνει σκόπιμους σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 ή τους οποίους έχει διατάξει με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4. Οι υπάλληλοι των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών στις οποίες έχει ανατεθεί η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων ασκούν τις εξουσίες τους αφού προηγουμένως επιδείξουν γραπτό ένταλμα εκδοθέν από την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο επιτόπιος έλεγχος. Στο ένταλμα προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός του επιτόπιου ελέγχου.

Οι υπάλληλοι της Επιτροπής δύνανται, εφόσον τους ζητηθεί από την Επιτροπή ή από την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο επιτόπιος έλεγχος, να παράσχουν συνδρομή στους υπαλλήλους της οικείας αρχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 22

Πρόστιμα

1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που μπορούν να φθάσουν το 1% του συνολικού κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη χρήση, εάν διαπιστώσει ότι αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α) έχουν παράσχει πληροφορία η οποία είναι ανακριβής, ελλιπής ή παραποιημένη σε απάντηση αίτησης που τους έχει υποβληθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 ή του άρθρου 18 παράγραφος 1 ή παράγραφος 4 ή παρέλειψαν να διαθέσουν μία πληροφορία εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 4.

β) επιδεικνύουν κατά τρόπο ελλιπή τα βιβλία ή άλλα επαγγελματικά έγγραφα που τους ζητούνται κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 20 ή το άρθρο 21 παράγραφος 2 ή δεν δέχονται να υποβληθούν σε επιτόπιο έλεγχο ο οποίος έχει διαταχθεί με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4.

γ) αρνούνται να απαντήσουν σε ερώτημα που τους έχει τεθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο στ) ή απαντούν μεν αλλά κατά τρόπο ανακριβή, ελλιπή ή παραποιημένο.

δ) έχουν διαρρήξει σφραγίδες οι οποίες ετέθησαν από εντεταλμένους υπαλλήλους της Επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο ε).

2. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα που μπορούν να φθάσουν το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε κατά την προηγούμενη χρήση καθεμιά από τις επιχειρήσεις που μετείχαν στην παράβαση, εάν διαπιστώσει ότι αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:

α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης.

β) ενεργούν κατά τρόπο που αντιβαίνει σε απόφαση με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων και η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος κανονισμού.

γ) δεν εκπληρώνουν μία αναληφθείσα από τις ίδιες δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 του παρόντος κανονισμού.

3. Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα της παράβασης, αλλά και τη διάρκειά της.

4. Σε περίπτωση που επιβάλλεται βάσει του παρόντος κανονισμού πρόστιμο σε ένωση επιχειρήσεων η οποία δεν είναι αξιόχρεη, η Επιτροπή δύναται να αξιώσει την καταβολή του προστίμου από καθεμιά από τις επιχειρήσεις που ανήκαν σε αυτή κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης. Το ποσό που καλείται να καταβάλλει καθεμία από τις επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπερβεί το 10% του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε κατά την προηγούμενη χρήση.

5. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του ποινικού δικαίου.

Άρθρο 23

Χρηματικές ποινές

1. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων χρηματικές ποινές που μπορούν να φθάσουν το 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη χρήση για κάθε ημέρα υπερημερίας από την ημερομηνία που έχει καθορίσει στην απόφασή της, προκειμένου να τις εξαναγκάσει:

α) να θέσουν τέλος σε παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης σύμφωνα με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 7.

β) να συμμορφωθούν με απόφαση με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων και η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 8.

γ) να σεβασθούν μία δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση βάσει του άρθρου 9.

δ) να της διαθέσουν με πληρότητα και ακρίβεια μία πληροφορία που τους έχει ζητήσει με απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 4.

ε) να υποβληθούν σε επιτόπιο έλεγχο που η Επιτροπή έχει διατάξει με απόφαση εκδοθείσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 20.

2. Αφ' ης στιγμής η εκάστοτε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων εκπληρώσει την υποχρέωση για την τήρηση της οποίας επιβλήθηκε χρηματική ποινή, η Επιτροπή δύναται να μειώσει το οριστικό ύψος της ποινής αυτής σε επίπεδο κατώτερο εκείνου που προκύπτει από την αρχική απόφαση. Οι διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 4 εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Άρθρο 24

Κανόνες παραγραφής για την επιβολή κυρώσεων

1. Η εξουσία της Επιτροπής που προβλέπεται στα άρθρα 22 και 23 υπόκειται στις εξής προθεσμίες παραγραφής:

α) τρία έτη για τις παραβάσεις των διατάξεων που αναφέρονται στην εκζήτηση πληροφοριακών στοιχείων ή τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων.

β) πέντε έτη για τις υπόλοιπες παραβάσεις.

2. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Ωστόσο, αν μία παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης.

3. Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή στην πάταξη της παράβασης. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε μία τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση. Στις πράξεις που συνεπάγονται τη διακοπή της παραγραφής συγκαταλέγονται οι εξής:

α) οι γραπτές αιτήσεις της Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους για την παροχή πληροφοριακών στοιχείων.

β) τα γραπτά εντάλματα διεξαγωγής επιτόπιου ελέγχου που χορηγεί στους υπαλλήλους της η Επιτροπή ή η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.

γ) η κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή ή από την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.

δ) η κοινοποίηση αιτιάσεων από την Επιτροπή ή την αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους.

4. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση.

5. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο αναστολής της παραγραφής κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6.

6. Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

Άρθρο 25

Παραγραφή της εξουσίας εκτέλεσης

1. Η εξουσία της Επιτροπής να εκτελεί τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 και 23 υπόκειται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής.

2. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση καθίσταται οριστική.

3. Η παραγραφή της εξουσίας εκτέλεσης διακόπτεται:

α) από την κοινοποίηση απόφασης με την οποία τροποποιείται το αρχικό ποσό του προστίμου ή της χρηματικής ποινής ή απορρίπτεται αίτηση τροποποίησης του ποσού αυτού.

β) από κάθε πράξη της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η οποία αποβλέπει στην αναγκαστική είσπραξη του ποσού του προστίμου ή της χρηματικής ποινής.

4. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή.

5. Η παραγραφή της εξουσίας εκτέλεσης αναστέλλεται:

α) για όσο χρονικό διάστημα ισχύει διευκόλυνση πληρωμής.

β) για όσο χρονικό διάστημα τελεί υπό αναστολή η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει απόφασης του Δικαστηρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Άρθρο 26

Ακρόαση των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων

1. Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8, 22 και 23 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που εμπλέκονται στη διαδικασία τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της αποκλειστικά και μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες εδόθη στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν άμεσα στη διαδικασία.

2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου, με την επιφύλαξη του νόμιμου συμφέροντος των επιχειρήσεων να μην κοινολογούνται στοιχεία που καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο. Το εν λόγω νόμιμο συμφέρον δεν είναι δυνατό να εμποδίσει την κοινολόγηση και χρήση από την Επιτροπή πληροφοριακών στοιχείων απαραίτητων για την απόδειξη μίας παράβασης.

Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Εξαιρούνται ιδίως η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ Επιτροπής και αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών ή μεταξύ των τελευταίων, ειδικότερα δε τα έγγραφα που καταρτίζονται κατ´εφαρμογή των άρθρων 11 και 14.

3. Στο μέτρο που η Επιτροπή ή οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών το κρίνουν αναγκαίο, έχουν την ευχέρεια να δέχονται σε ακρόαση και άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ζητά να γίνει δεκτό σε ακρόαση επικαλούμενο σχετικό έννομο συμφέρον, το αίτημά του γίνεται οπωσδήποτε δεκτό.

Άρθρο 27

Επαγγελματικό απόρρητο

1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 12 και 15, τα πληροφοριακά στοιχεία που συγκεντρώνονται βάσει των άρθρων 17 έως 21 επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο για τον σκοπό για τον οποίον συγκεντρώθηκαν.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11, 12, 14, 15 και 26, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό τους οφείλουν να μην κοινολογούν τα πληροφοριακά στοιχεία που συγκεντρώνουν ή ανταλλάσσουν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τα οποία, ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ

ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Άρθρο 28

Θέσπιση κανονισμών περί απαλλαγής

1. Σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κανονισμούς με τους οποίους να κηρύττει το άρθρο 81 παράγραφος 1 μη εφαρμοστέο ως προς κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 5 του παρόντος άρθρου.

2. Οι κανονισμοί περί απαλλαγής πρέπει να περιλαμβάνουν ορισμό των κατηγοριών συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών στις οποίες εφαρμόζονται και να διευκρινίζουν, ειδικότερα, τους μη απαλλασσόμενους περιορισμούς και, κατά περίπτωση, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.

3. Οι κανονισμοί περί απαλλαγής πρέπει να είναι περιορισμένης διάρκειας ισχύος.

4. Κάθε φορά που η Επιτροπή σκοπεύει να θεσπίσει κανονισμό περί απαλλαγής, δημοσιεύει σχέδιο του κανονισμού και καλεί όλους τους ενδιαφερόμενους να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας που τάσσει η ίδια και η οποία δεν επιτρέπεται να είναι βραχύτερη του ενός μήνα.

5. Πριν από τη δημοσίευση σχεδίου κανονισμού περί απαλλαγής και πριν από τη θέσπιση κανονισμού, η Επιτροπή συμβουλεύεται τη συμβουλευτική επιτροπή για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις.

Άρθρο 29

Ατομική ανάκληση

1. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές εμπίπτουν μεν σε κανονισμό περί απαλλαγής κατά κατηγορία αλλά παράγουν παρόλα αυτά συνέπειες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης, δύναται να ανακαλέσει το ευεργέτημα του εκάστοτε κανονισμού.

2. Όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές εμπίπτουν μεν σε κανονισμό περί απαλλαγής αλλά παράγουν συνέπειες οι οποίες δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 81 παράγραφος 3 της συνθήκης όρους στο έδαφος ενός κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού το οποίο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αυτοτελούς γεωγραφικής αγοράς, η αρχή ανταγωνισμού του εν λόγω κράτους μέλους δύναται επίσης να ανακαλέσει το ευεργέτημα της εφαρμογής του υπόψη κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία στο συγκεκριμένο έδαφος.

Άρθρο 30

Κανονισμοί περί μη εφαρμογής

Σε έναν κανονισμό απαλλαγής ο οποίος έχει θεσπισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 28 είναι δυνατό να καθορίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται ο αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής του ορισμένων τύπων συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών οι οποίες ισχύουν σε συγκεκριμένη αγορά. Όταν συντρέχουν αυτές οι περιστάσεις, η Επιτροπή μπορεί να αναγνωρίσει το γεγονός αυτό με κανονισμό και να τάξει προθεσμία κατά την εκπνοή της οποίας ο εν λόγω κανονισμός απαλλαγής παύει να είναι εφαρμοστέος στις συγκεκριμένες συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές στη συγκεκριμένη αγορά. Η προθεσμία αυτή δεν επιτρέπεται να είναι βραχύτερη του εξαμήνου. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 28 εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 31

Δημοσίευση των αποφάσεων

1. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει κατ' εφαρμογή των άρθρων 7, 8, 9, 10, 22 και 23 του παρόντος κανονισμού.

2. Στη δημοσίευση μνημονεύονται τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης, περιλαμβανομένων των τυχόν κυρώσεων που επιβάλλονται. Επίσης λαμβάνεται υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων να μη δημοσιοποιηθούν στοιχεία που καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο.

Άρθρο 32

Έλεγχος από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Το Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για την εκδίκαση των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα και τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί.

Άρθρο 33

Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, ούτε στις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης κατά την έννοια του άρθρου 82 της συνθήκης οι οποίες αφορούν τους εξής κλάδους:

α) διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές του τύπου «μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία».

β) θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ λιμένων του ίδιου κράτους μέλους.

γ) αεροπορικές μεταφορές μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών.

Άρθρο 34

Διατάξεις εφαρμογής

Η Επιτροπή νομιμοποιείται να θεσπίζει κάθε πρόσφορη διάταξη με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι διατάξεις αυτές είναι δυνατό, μεταξύ άλλων, να αφορούν:

α) την καθιέρωση υποχρέωσης καταχώρησης για ορισμένα είδη συμφωνιών.

β) τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λοιπές λεπτομέρειες των καταγγελιών που υποβάλλονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 7, καθώς και τη διαδικασία που ισχύει για την απόρριψη των καταγγελιών.

γ) τις λεπτομέρειες που ισχύουν για την ενημέρωση και τις διαβουλεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11.

δ) τις λεπτομέρειες που ισχύουν για τις ακροάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 26.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 35

Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού αριθ. 17, οι κοινοποιήσεις που γίνονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού αριθ. 17, καθώς και οι αντίστοιχες αιτήσεις και κοινοποιήσεις που υποβάλλονται κατ' εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Η διάρκεια ισχύος των αποφάσεων εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης τις οποίες η Επιτροπή λαμβάνει δυνάμει των προαναφερθέντων κανονισμών έχει ως χρονικό όριο την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2. Οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται κατ' εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 17 και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68, (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 και (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 παραμένουν ισχυρές για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 36

Διορισμός των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών

Τα κράτη μέλη διορίζουν τις αρχές ανταγωνισμού που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης και λαμβάνουν παν πρόσφορο μέτρο προκειμένου να παραχωρήσουν στις αρχές αυτές την εξουσία να εφαρμόζουν τα εν λόγω άρθρα πριν από τις xxx.

Άρθρο 37

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1017/68 τροποποιείται ως εξής:

1) Το άρθρο 2 καταργείται.

2) Στο άρθρο 3 παράγραφος 1, η φράση «Η απαγόρευση του άρθρου 2» αντικαθίσταται από τη φράση «Η απαγόρευση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης».

3) Τα άρθρα 5 έως 29 καταργούνται.

4) Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 30 απαλείφονται.

Άρθρο 38

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74

Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2988/74 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 7Α:

«Άρθρο 7Α

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής

Από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού εξαιρούνται τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. .../....του Συμβουλίου(*).

_____________

(*) ΕΕ L ... »

Άρθρο 39

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 τροποποιείται ως εξής:

1) Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α) παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Παράβαση υποχρέωσης

Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι αθετήσουν μία υποχρέωση η οποία έχει επιβληθεί, βάσει του άρθρου 5, σε σχέση με την απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 3, η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για την παύση της παράβασης και μπορεί για τον σκοπό αυτό και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../.... του Συμβουλίου (*):

- να απευθύνει συστάσεις στους ενδιαφερόμενους.

- σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ενδιαφερομένων με τις συστάσεις αυτές και ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, να εκδώσει απόφαση με την οποία είτε απαγορεύεται ή διατάσσεται η διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων από τους ενδιαφερόμενους είτε τους στερεί το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία.

_______________

(*) ΕΕ L .....»

β) H παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) στο στοιχείο α), η φράση «υπό τους όρους που καθορίζονται στο τμήμα ΙΙ» αντικαθίσταται από τη φράση «υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../....».

ii) στο στοιχείο γ)i) δεύτερο εδάφιο, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το εξής κείμενο: « Συγχρόνως, μπορεί να αποφασίσει αν δέχεται τις δεσμεύσεις που προσφέρονται να αναλάβουν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να εξασφαλισθεί η πρόσβαση στην αγορά για τις εταιρείες που δεν είναι μέλη της διάσκεψης, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. .../.....».

2) Στο άρθρο 8 η παράγραφος 1 απαλείφεται.

3) Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α) Στην παράγραφο 1, η φράση «συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 15» αντικαθίσταται από τη φράση «συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου [14] του κανονισμού [ ]».

β) Στην παράγραφο 2, η φράση «συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 15» αντικαθίσταται από τη φράση «συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου [14] του κανονισμού [ ]».

4) Τα άρθρα 10 έως 25 καταργούνται.

5) Στο άρθρο 26, απαλείφεται η φράση «τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των καταγγελιών που προβλέπονται στο άρθρο 10, των αιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12 και των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 2».

Άρθρο 40

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87

Τα άρθρα 3 έως 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3975/87 καταργούνται.

Άρθρο 41

Καταργητική διάταξη

Καταργούνται οι κανονισμοί αριθ. 17, αριθ. 141, αριθ. 19/65/ΕΟΚ, (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71, (ΕΟΚ) αριθ. 3976/87, (ΕΟΚ) αριθ. 1534/91 και (ΕΟΚ) αριθ. 479/92.

Κάθε παραπομπή στους καταργούμενους κανονισμούς νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 42

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι εφαρμοστέος από τις xxx

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΔΕΛΤΙΟ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ_

"Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ"

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

2000/018

Η ΠΡΟΤΑΣΗ

1. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, γιατί κρίνεται αναγκαία μία κοινοτική νομοθεσία στο συγκεκριμένο τομέα και σε τι κυρίως αποσκοπεί;

Η κοινοτική νομοθεσία είναι απαραίτητη για να καταστούν εφαρμοστέα τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Η εφαρμογή των άρθρων αυτών βασίζεται σήμερα στον κανονισμό αριθ. 17 του 1962 (μαζί με τους διαδικαστικούς κανόνες που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς 1017/68, 4056/86 και 3975/87 σχετικά με τις μεταφορές, καθώς και ορισμένα ειδικά ζητήματα που ρυθμίζονται σε άλλους κανονισμούς). Η πρόταση κανονισμού επιφέρει μείζονα μεταρρύθμιση του συστήματος εφαρμογής. Αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού μέσω της μεγαλύτερης συμμετοχής των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως εάν καταστεί άμεσα εφαρμοστέο το άρθρο 81, παράγραφος 3. Προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεκτική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, η πρόταση κανονισμού θεσπίζει κανόνες για τις σχέσεις ανάμεσα στα άρθρα 81 και 82 και την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού, καθώς και τους μηχανισμούς συνεργασίας και διαβουλεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, καθώς και των εθνικών δικαστηρίων.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

2. Ποιοι θίγονται από την πρόταση;

-Ποιος επιχειρηματικός κλάδος;

Η πρόταση κανονισμού αφορά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 σε όλους τους τομείς της οικονομίας με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η πρόταση κανονισμού διατηρεί ορισμένες εξαιρέσεις περιορισμένης κλίμακας στον κλάδο των μεταφορών. Η εφαρμογή στο γεωργικό κλάδο εξακολουθεί να διέπεται από τον κανονισμό αριθ. 26 του 1962.

-Ποιου μεγέθους επιχειρήσεις;(ποια είναι η συγκέντρωση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων)

Η πρόταση κανονισμού εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, καθώς και σε ενώσεις επιχειρήσεων, εφόσον η συμπεριφορά τους πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 81 ή 82. Ωστόσο στην πράξη οι επιπτώσεις της πρότασης κανονισμού επί των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων είναι διαφορετικές σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το ζήτημα αυτό αναπτύσσεται περαιτέρω στο σημείο 5.

- Υπάρχουν συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της Κοινότητας, όπου είναι συγκεντρωμένες οι επιχειρήσεις;

Όχι. Αφορά όλες τις επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δραστηριότητα στην Κοινότητα, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική περιοχή στην οποία βρίσκονται.

3. Τι πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση;

Η πρόταση δεν επηρεάζει τη βασική υποχρέωση των επιχειρήσεων να συμμορφώνονται με τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Η πρόταση κανονισμού επιφέρει ωστόσο αξιοσημείωτη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 81 σε επιμέρους περιπτώσεις, ήτοι περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία. Επομένως, σε γενικές γραμμές, η εν λόγω μεταρρύθμιση αφορά περισσότερο επιχειρήσεις που διαθέτουν κάποια εξουσία στην αγορά. Πρόκειται εν γένει για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις και σπανίως για ΜΜΕ. Ανάλογα με τις τρέχουσες πρακτικές τους, οι επιχειρήσεις αυτές ενδέχεται να υποχρεωθούν να επανεξετάσουν τις διαδικασίες μέσω των οποίων διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των συναλλαγών τους με το άρθρο 81 σε επιμέρους περιπτώσεις και, εν ανάγκη, να τις προσαρμόσουν.

Στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού αριθ. 17, πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή για τη χορήγηση ατομικής απαλλαγής οι συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1 και δεν καλύπτονται από απαλλαγή κατά κατηγορία, και για τις οποίες τα μέρη επιθυμούν να επωφεληθούν του άρθρου 81, παράγραφος 3. Ελλείψει σχετικής κοινοποίησης και απόφασης απαλλαγής, η συμφωνία θεωρείται άκυρη.

Στο παρόν σύστημα, οι επιχειρήσεις (επικουρούμενες από τους νομικούς συμβούλους τους) αξιολογούν τις επιχειρηματικές συναλλαγές που σχεδιάζουν σύμφωνα με το άρθρο 81 (βάσει της υφιστάμενης νομολογίας και πρακτικής, καθώς και των κατευθυντηρίων γραμμών και ανακοινώσεων της Επιτροπής) και αποφασίζουν αν πρέπει να τις κοινοποιήσουν ή όχι. Πρέπει να σταθμίσουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η νομική ακυρότητα των συμφωνιών τους ελλείψει απόφασης απαλλαγής σε αντιπαραβολή με το κόστος, τη διάρκεια και ενδεχομένως την έκβαση της διαδικασίας κοινοποίησης.

Στα πλαίσια της πρότασης κανονισμού, το άρθρο 81, παράγραφος 3 καθίσταται άμεσα εφαρμοστέο. Οι συμφωνίες που πληρούν τους όρους του άρθρου 81, παράγραφος 3 καθίστανται σύννομες εξ υπαρχής και μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή χωρίς την ανάγκη λήψης απόφασης απαλλαγής. Μόνον οι συμφωνίες που δεν πληρούν τους όρους τους άρθρου 81, παράγραφος 3 θα είναι άκυρες εξ υπαρχής και μη εκτελεστές. Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 81, παράγραφος 3 ως στοιχείο υπεράσπισης σε όλες τις διαδικασίες. Παράλληλα με την Επιτροπή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να εφαρμόζουν το άρθρο 81 στο σύνολό του.

Η πρόταση κανονισμού εξαλείφει έτσι το φόρτο των κοινοποίησεων και της εκ των προτέρων διοικητικής έγκρισης και κατά συνέπεια μειώνει αισθητά τις γραφειοκρατικές διαδικασίες για όλες τις επιχειρήσεις, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΜΜΕ. Η μεταρρύθμιση βελτιώνει σημαντικά τη δυνατότητα εκτέλεσης όλων των συμφωνιών που πληρούν τους όρους του άρθρου 81, παράγραφος 3, βάσει των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας. Δεν υφίσταται πλέον απαγόρευση των συμφωνιών με βάση το επιχείρημα ότι η συμφωνία δεν κοινοποιήθηκε.

Η πρόταση κανονισμού συνεπάγεται ωστόσο ότι, εφόσον δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ζητούν επίσημη απαλλαγή από την Επιτροπή, οι επιχειρήσεις πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με το άρθρο 81. Ο όγκος του υφιστάμενου παραγώγου δικαίου και της νομολογίας των τελευταίων 40 χρόνων έχει προσφέρει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αξιολογούν τη νομιμότητα των συναλλαγών τους. Ήδη στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις είναι εν γένει βέβαιες για τις αξιολογήσεις τους. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πολύ σπάνια αναβάλλεται η εκτέλεση μιας συμφωνίας μέχρι να παραληφθεί η θέση της Επιτροπής. Αυτό φανερώνει ότι οι επιχειρήσεις είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν την εκτίμησή τους που θα χρησιμεύσει ως βάση μιας μελετημένης απόφασης για το αν πρέπει να προχωρήσουν στη συναλλαγή τους και αν ναι με ποια μορφή.

Στα πλαίσια του παρόντος, καθώς και του προτεινόμενου νέου συστήματος, η αξιολόγηση των επιχειρήσεων απαιτεί αυτομάτως τόσο μεγαλύτερη μέριμνα όσο ή συμφωνία προσεγγίζει το πεδίο εφαρμογής του απαγορευτικού κανόνα. Σε περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν συναλλαγές που άπτονται του απαγορευτικού κανόνα, εφιστάται η προσοχή τους όταν επιλέγουν σε ποιο βαθμό είναι διατεθειμένες να αναλάβουν τον κίνδυνο να θεωρηθούν οι συναλλαγές τους άκυρες εξ υπαρχής, καθώς και τον κίνδυνο της αγωγής αποζημίωσης. Βάσει του απαγορευτικού κανόνα, στις περιπτώσεις αυτές, εφόσον επιθυμούν να αποκλείσουν κάθε κίνδυνο, οι επιχειρήσεις πρέπει να εξετάζουν τις εναλλακτικές λύσεις που εμφανίζουν διαφορετικό ισοζύγιο περιοριστικών και ευνοϊκών επιπτώσεων.

Στα πλαίσια του νέου συστήματος, το άρθρο 81 θα καταστεί άμεσα εφαρμοστέο στο σύνολό του, εκ μέρους της Επιτροπής, των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των εθνικών δικαστηρίων (σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων). Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες δεν θα εκτίθενται ωστόσο σε σημαντικό κίνδυνο αποφάσεων που εμφανίζουν αποκλίσεις. Επί του προκειμένου ορισμένες σημαντικές πτυχές είναι οι εξής:

- Η πρόταση κανονισμού προβλέπει ότι όλοι οι φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων εφαρμόζουν ένα ενιαίο σύνολο κανόνων, ήτοι τα άρθρα 81 και 82, σε όλες τις συναλλαγές που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

- Η πρόταση συμπληρώνεται με την αυξημένη προσπάθεια της Επιτροπής κατά την κατάρτιση του νομοθετικού πλαισίου κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, κατευθυντηρίων γραμμών και ανακοινώσεων της Επιτροπής που μορφοποιούν σε μεγάλο βαθμό την εφαρμογή του άρθρου 81 και παρέχουν οδηγίες στις επιχειρήσεις στις περισσότερες περιπτώσεις (ιδίως σε περιπτώσεις που αφορούν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, βλ. σημείο 5.). Για την απλούστευση της έγκρισης κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, στον εν λόγω τομέα προβλέπεται αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής.

- Η πρόταση κανονισμού θα επιφέρει αλλαγή στην προοπτική εφαρμογής των κανόνων. Εφόσον πάψει η σημερινή επεξεργασία των κοινοποιήσεων, η Επιτροπή θα έχει περισσότερο χρόνο να αποσαφηνίζει τι απαγορεύεται στα πλαίσια του άρθρου 81. Πέραν της μεταρρύθμισης των κανόνων επιβολής της νομοθεσίας, αναλαμβάνονται μεταρρυθμιστικές εργασίες σχετικά με τους ουσιαστικούς κανόνες με οικονομικότερη και πιο εύλογη προσέγγιση.

- Η πρόταση κανονισμού αποσκοπεί στη διατήρηση υψηλού βαθμού συνοχής κατά την εν γένει εφαρμογή των άρθρων 81 και 82. Ορίζει ένα φάσμα μηχανισμών διαβουλεύσεων και συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων συναρμόδιων φορέων που θα διασφαλίζει από την αρχή υψηλό βαθμό ομοιογένειας και θα συμβάλει στη θεμελίωση μιας κοινής μακροπρόθεσμα αυτοδύναμης ερμηνευτικής πρακτικής. Η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να αφαιρεί μία υπόθεση από εθνική αρχή ανταγωνισμού εάν θεωρήσει ότι η ίδια μπορεί να την αντιμετωπίσει καλύτερα ή ότι ο προσανατολισμός της υπόθεσης αποκλίνει από την πολιτική της. Παρέχεται στα εθνικά δικαστήρια η δυνατότητα (και στον τελευταίο βαθμό η υποχρέωση) να κάνουν παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα πλαίσια του άρθρου 234. Επιπλέον, η Σύμβαση των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις παρεμποδίζει σε μεγάλο βαθμό το ενδεχόμενο να επιλέξει ο αιτών δικαστήριο της χώρας που θα εφαρμόσει το δίκαιο το οποίο τον ευνοεί περισσότερο και όχι το δικαστήριο που είναι αντικειμενικά σε θέση να εκδικάσει με τον καλύτερο τρόπο τη διαφορά ("forum-shopping"), καθώς και την εκδίκαση πολλαπλών διαφορών σε αστικά δικαστήρια.

- Στις σπάνιες περιπτώσεις που αντιπροσωπεύουν γνήσιο πρόβλημα προβλεψιμότητας διότι εγείρουν καινοφανή ή ανεπίλυτα ερωτήματα, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης αιτιολογημένων γνωμών προκειμένου να προσφέρει καθοδήγηση στις επιχειρήσεις. Λεπτομερή στοιχεία του εν λόγω μηχανισμού θα παρατεθούν σε ανακοίνωση της Επιτροπής.

4. Ποιες είναι οι πιθανές οικονομικές επιπτώσεις της πρότασης στην απασχόληση, τις επενδύσεις και την ίδρυση νέων επιχειρήσεων, καθώς. και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων;

Η πρόταση κανονισμού αποσκοπεί στην ενίσχυση του αντικτύπου των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού διασφαλίζοντας την αποτελεσματικότερη εφαρμογή τους. Η κατάργηση του συστήματος κοινοποίησης και έγκρισης παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιταχύνει τη δράση επιβολής της νομοθεσίας έναντι σοβαρών παραβάσεων. Η άρση του μονοπωλίου της Επιτροπής ως προς την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3 θα απελευθερώσει το δυναμικό επιβολής των εθνικών δικαστηρίων και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Και τα δύο στοιχεία από κοινού θα συμβάλουν στην ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματος των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, διασφαλίζοντας έτσι ευρύτερη συμμόρφωση με τους κανόνες και ενισχύοντας τον πραγματικό ανταγωνισμό στις αγορές.

Δεν αμφισβητείται πλέον το γεγονός ότι ο πραγματικός ανταγωνισμός έχει θεμελιώδη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία. Ο πραγματικός ανταγωνισμός αποτελεί την καλύτερη εγγύηση της αποτελεσματικής κατανομής των πόρων, θέτοντας τα θεμέλια της οικονομικής ανάπτυξης. Η ανταγωνιστική πίεση αναγκάζει τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν εφαρμόζοντας καινοτομίες και πασχίζοντας να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Οι επιχειρήσεις που εκτίθενται σε σθεναρό ανταγωνισμό καθίστανται πιο ανταγωνιστικές, και είναι γενικά καλύτερα εξοπλισμένες για τον ανταγωνισμό σε διεθνές επίπεδο. Ο πραγματικός ανταγωνισμός εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο παραγωγικής και συνεπώς σταθερής και ασφαλούς απασχόλησης. Οι ανταγωνιστικές αγορές είναι ανοικτές σε νέες επιχειρήσεις, προκαλούν επενδύσεις και δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Το αποτέλεσμα αυτό έχει καταδειχθεί ολοφάνερα σε πρόσφατα απελευθερωμένες αγορές.

Επιπλέον, η πρόταση θα συμβάλει στη δημιουργία πλέον ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά διασφαλίζοντας την ευρύτερη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού αντί της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού και παρέχοντας μία πλήρη σειρά μηχανισμών που θα εξασφαλίζουν τη συνεκτική εφαρμογή. Οι πλέον ισότιμοι όροι ανταγωνισμού όσον αφορά τη νομοθεσία ανταγωνισμού ενθαρρύνουν την περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς βελτιώνοντας έτσι τον ανταγωνισμό μέσω της εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά.

5. Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα σχετικά με την ιδιαιτερότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (περιορισμένες ή διαφορετικές υποχρεώσεις κτλ);

Η πρόταση δεν προβλέπει ρητά μέτρα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της μεταρρύθμισης στην πράξη θα είναι θετικός για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις για διάφορους λόγους.

Πρώτον, μεγάλο μέρος μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων δεν θίγονται άμεσα από την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού στο μέτρο που εμπλέκονται σε συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές που δεν έχουν αισθητό αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Επιπλέον η Επιτροπή επιδιώκει μία οικονομικότερη και πιο εύλογη ερμηνεία του άρθρου 81, παράγραφος 1. Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις που δεν έχουν κάποια ανταγωνιστική ισχύ έχουν μικρότερη πιθανότητα να εμπλέκονται σε συναλλαγές που άπτονται του απαγορευτικού κανόνα.

Δεύτερον, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με μικρή ανταγωνιστική ισχύ είναι εν γένει πιθανότερο να είναι θύματα παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού παρά να είναι οι ίδιες αυτουργοί παραβάσεων. Η πρόταση κανονισμού αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Προσφέρει ιδίως στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταστεί πιο ενεργή στην καταπολέμηση σοβαρών παραβάσεων είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν καταγγελιών. Το αποτέλεσμα αυτό ευνοεί συνεπώς ιδιαίτερα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Τρίτον, ο αντίκτυπος της κατάργησης του συστήματος κοινοποίησης και έγκρισης είναι διαφορετικός όσον αφορά τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Οι δραστηριότητές τους εμπίπτουν πολύ συχνά στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία. Τούτο σημαίνει ότι, στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού αριθ 17, ενδιαφέρονται ήδη πολύ λιγότερο για την κοινοποίηση συμφωνιών ενόψει ατομικών αποφάσεων απαλλαγής.

Παράλληλα με την αναθεώρηση των κανόνων εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 μέσω της πρότασης κανονισμού, η Επιτροπή ξεκίνησε τη μεταρρύθμιση ουσιαστικών κανόνων των κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, ανακοινώσεων και κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής, επιδιώκοντας την οικονομικότερη και πιο εύλογη προσέγγιση που προαναφέρθηκε. Συγκεκριμένα, ένα νέο είδος κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία απλουστεύει τη συμμόρφωση επιχειρήσεων με ελάχιστη ή ανύπαρκτη ανταγωνιστική ισχύ μέσω της εισαγωγής κατωφλίων μεριδίων αγοράς (με εξαίρεση ορισμένους περιορισμούς αυξημένης σοβαρότητας). Στα πλαίσια των κανονισμών αυτού του είδους, η συντριπτική πλειονότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων είναι σε θέση να δραστηριοποιείται με πλήρη ασφάλεια.

Τέλος, εφόσον οι συμφωνίες στις οποίες μετέχουν μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν εμπίπτουν στις απαλλαγές κατά κατηγορία, επωφελούνται πλήρως από το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 81, παράγραφος 3 που προβλέπεται στην πρόταση κανονισμού. Στα πλαίσια του παρόντος συστήματος, υπάρχει ιδιαίτερη πιθανότητα να αποφύγουν λόγω φόβου το κόστος (με την ευρεία έννοια, περιλαμβανομένων δηλαδή των πόρων που απαιτούνται για την προετοιμασία της ενημέρωσης που πρόκειται να παρουσιαστεί κτλ.) της διαδικασίας κοινοποίησης, αναλαμβάνοντας έτσι τον κίνδυνο της νομικής ακυρότητας των συμφωνιών τους. Το πρόβλημα αυτό καταργείται με τη μεταρρύθμιση. Οι περισσότερες συμφωνίες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων καθίστανται σύννομες εξ υπαρχής χωρίς την ανάγκη κοινοποίησης.

ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ

6. Κατάλογος των οργανισμών των οποίων έχει ζητηθεί η γνώμη σχετικά με την πρόταση και οι οποίοι διατύπωσαν τις βασικές θέσεις τους.

Η πρόταση είναι αποτέλεσμα εκτεταμένης διεργασίας διαβουλεύσεων και ευρέος δημόσιου και ακαδημαϊκού διαλόγου. Ο διάλογος αυτός ξεκίνησε από την Επιτροπή με το Λευκό Βιβλίο για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ της 28ης Απριλίου 1999. Βάσει του Λευκού Βιβλίου, η Επιτροπή έλαβε και μελέτησε προσεκτικά υπομνήματα που προέρχονταν από 100 και πλέον ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων πολυάριθμων επιχειρήσεων, βιομηχανικών οργανισμών και δικηγόρων που παρέχουν συμβουλές σε επιχειρήσεις σχετικά με τις διαδικασίες της νομοθεσίας ανταγωνισμού. Εξάλλου, η Επιτροπή είχε και εξακολουθεί να έχει πλήθος διμερών επαφών με τη βιομηχανία, τους δικηγόρους και τις οργανώσεις τους, καθώς και άλλες επαφές σε πολλές συνεδριάσεις και ανάλογες εκδηλώσεις.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διοργάνωσε δημόσια ακρόαση στις 22 Σεπτεμβρίου 1999 και στις 18 Ιανουαρίου 2000 εξέδωσε ψήφισμα που στηρίζει τη μεταρρύθμιση. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε ευνοϊκή σε γενικές γραμμές γνώμη στις 8 Δεκεμβρίου 1999.

Τα περισσότερα σχόλια που ελήφθησαν μετά τη δημοσίευση του Λευκού Βιβλίου τοποθετούνται ευνοϊκά απέναντι στην προσέγγιση της Επιτροπής. Οι τοποθετήσεις των βιομηχανικών ενώσεων και των συνηγόρων τους είναι ετερόκλιτες. Σε πολλές περιπτώσεις χαιρετίζεται η προσέγγιση της Επιτροπής ως μία πιο αποτελεσματική και λιγότερο γραφειοκρατική εναλλακτική λύση σε σύγκριση με το σημερινό σύστημα εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας, το οποίο οι πάντες σχεδόν θεωρούν ανεπαρκές. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που τονίζουν ότι πρέπει να διασφαλισθεί ότι η μεταρρύθμιση δεν θα οδηγήσει στην ανομοιόμορφη εφαρμογή και στην "επανεθνικοποίηση" της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού, καθώς επίσης ότι η μεταρρύθμιση δεν πρέπει να αμβλύνει την ασφάλεια του δικαίου υπό την οποία αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους οι επιχειρήσεις.

Top