Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52000PC0384

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους

/* COM/2000/0384 τελικό - COD 2000/0186 */

ΕΕ C 365E της 19.12.2000, pp. 215–222 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

52000PC0384

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους /* COM/2000/0384 τελικό - COD 2000/0186 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 365 E της 19/12/2000 σ. 0215 - 0222


Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους

(υποβάλλεται από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Περίληψη

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο που ασχολείται με θέματα πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και με τη διασύνδεσή τους στην Κοινότητα και εξασφαλίζει τη συνέχιση της ανάπτυξης της αγοράς υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε μια περίοδο σύγκλισης των τεχνολογιών και των υπηρεσιών και σημαντικής ανάπτυξης της αγοράς, κατά τρόπο τέτοιο που να ενθαρρύνει την καινοτομία, τον ανταγωνισμό και να προσφέρει επιλογές στους χρήστες.

Η οδηγία βασίζεται στην παραδοχή ότι οι κανόνες ανταγωνισμού θα είναι το κύριο μέσο κανονιστικής ρύθμισης της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών μόλις η αγορά καταστεί πραγματικά ανταγωνιστική. Ωστόσο, ορισμένοι εκ των προτέρων τομεακοί κανόνες θα συνεχίσουν να ισχύουν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, ιδίως όπου πρώην μονοπωλιακοί φορείς εκμετάλλευσης συνεχίζουν να επωφελούνται από την ισχύ που έχουν ήδη αποκτήσει στην αγορά, όπως σε δίκτυα τοπικής πρόσβασης, ή σε περιπτώσεις καθετοποιημένων εταιρειών.

Στις περιπτώσεις αυτές, η κανονιστική αντιμετώπιση θα πρέπει να αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, να είναι αναλογική και να διατηρείται μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαία. Αυτό απαιτεί διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να αιτιολογούν όλες τις αποφάσεις βάσει των στόχων της κοινοτικής πολιτικής και να χρησιμοποιούν εκ των προτέρων κανόνες μόνο σε περιπτώσεις όπου είναι αποτελεσματικότεροι από τα μέτρα αποκατάστασης στα πλαίσια του δικαίου περί ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίζονται στην αγορά. Η οδηγία ορίζει την ανάκληση των εκ των προτέρων κανόνων μόλις επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι από την αγορά.

Η οδηγία θεσπίζει ένα πλαίσιο τεχνολογικά ουδέτερων κανόνων που μπορούν ωστόσο να εφαρμοστούν σε εξειδικευμένες αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές για την αντιμετώπιση προβλημάτων που εντοπίζονται στην αγορά.

Όσον αφορά την ψηφιακή τηλεόραση, η οδηγία διατηρεί την προσέγγιση της οδηγίας 95/47/EΚ [1] σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος και μεταφέρει την υποχρέωση παροχής πρόσβασης υπό όρους με δίκαιο, εύλογο και αμερόληπτο τρόπο.

[1] Οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος (ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 51, «Η οδηγία για τα τηλεοπτικά πρότυπα»).

Ωστόσο, δεδομένου ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι, όσον αφορά την αντιμετώπιση των πυλών της ψηφιακής τηλεόρασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις, υπάρχει πρόβλεψη στη νέα οδηγία για προσαρμογή των υφιστάμενων υποχρεώσεων. Αναμένεται ότι οι προκαταρκτικές εργασίες στο πεδίο αυτό θα μπορούσαν να αρχίσουν στο εγγύς μέλλον, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για τη λήψη επίσημων αποφάσεων, μόλις θεσπιστεί το νέο κανονιστικό πλαίσιο.

Η οδηγία παρέχει ασφάλεια δικαίου για τους φορείς της αγοράς, θεσπίζοντας σαφή κριτήρια όσον αφορά την κανονιστική παρέμβαση και σαφείς περιορισμούς, όσον αφορά τις υποχρεώσεις πρόσβασης και διασύνδεσης που μπορούν να επιβληθούν ανάλογα με τις περιστάσεις. Ταυτόχρονα, παρέχει επαρκή ευελιξία, ώστε οι κανονιστικές αρχές να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τα νέα προβλήματα που παρουσιάζονται στην αγορά και τα οποία παρεμποδίζουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό.

2. Πεδίο εφαρμογής και πλαίσιο

Η προτεινόμενη οδηγία σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και με τη διασύνδεσή τους εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την αγορά μεταξύ των προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών επικοινωνιών στην Κοινότητα. Εφαρμόζεται σε όλες τις μορφές δικτύων επικοινωνιών που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες επικοινωνιών, είτε χρησιμοποιούνται για φωνή, είτε για τηλεομοιοτυπία, δεδομένα ή εικόνα, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών και κινητών τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, των δικτύων επίγειας εκπομπής, των δορυφορικών δικτύων και των δικτύων που χρησιμοποιούν το πρωτόκολλο του Intetnet (IP). Η προτεινόμενη οδηγία έχει ως στόχο την δημιουργία ενός ευνοϊκού για τον ανταγωνισμό πλαισίου που θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις υποδομές δικτύων και θα προωθήσει τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών που παρέχονται μέσω των υποδομών αυτών, ενώ ταυτόχρονα θα διασφαλίσει ότι τα φαινόμενα συμφόρησης στην αγορά δεν θα περιορίζουν την εμφάνιση και την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών, προς όφελος των χρηστών και των καταναλωτών.

Ο τομέας των ηλεκτρονικών υπηρεσιών χαρακτηρίζεται από ισχυρές αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των συντελεστών της αγοράς. Είναι αναγκαία η άμεση ή έμμεση διασύνδεση των δικτύων μεταξύ τους, ώστε να είναι δυνατή η επικοινωνία μεταξύ των πελατών και η πραγματοποίηση των συναλλαγών τους. Όσοι παρέχουν επικοινωνιακές ή ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες χρειάζονται πρόσβαση σε υποδομές δικτύων ώστε να έρχονται σε επαφή με τους πελάτες τους. Ο ιδιοκτήτης ή ο φορέας εκμετάλλευσης της υποδομής επικοινωνιών κατέχει θέση-κλειδί είτε ως πάροχος υπηρεσιών προς τελικούς χρήστες είτε ως πάροχος υπηρεσιών μετάδοσης προς τρίτους ή και στις δύο περιπτώσεις.

Οι κανόνες για την πρόσβαση σε δίκτυα και τη διασύνδεσή τους, συμπεριλαμβανομένων των νεοεμφανιζόμενων ευρυζωνικών δικτύων, θα επηρεάσουν τα επιχειρηματικά σχέδια όλων των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό και επομένως τη δυναμική του ανταγωνισμού της μελλοντικής αγοράς. Η επόμενη γενιά σταθερών και κινητών επικοινωνιακών υπηρεσιών θα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ευρυζωνικά συστήματα παροχής ή σε δίκτυα μεταφορών που χρησιμοποιούν το πρωτόκολλο Intetnet (IP) για την παροχή υπηρεσιών πολυμέσων. Το νέο αυτό ευρυζωνικό περιβάλλον θα είναι ριζικά διαφορετικό από τη σημερινή στενοζωνική αγορά που είναι επικεντρωμένη στη φωνητική τηλεφωνία. Η παραδοσιακή απλή αλυσίδα αξιών που στηρίζεται σε περιορισμένο αριθμό προϊόντων εξελίσσεται σε ένα πολύπλοκο και αλληλένδετο πλέγμα εμπορικών σχέσεων μεταξύ εταιρειών - φορέων εκμετάλλευσης, παρόχων υπηρεσιών και περιεχομένου, διαφημιστών και ραδιοτηλεοπτικών φορέων - που παρέχουν συνεχώς αυξανόμενη ποικιλία υπηρεσιών στους χρήστες.

3. Το προτεινόμενο νέο κανονιστικό πλαίσιο για πρόσβαση και διασύνδεση

Προσέγγιση

Οι γενικοί στόχοι της κανονιστικής ρύθμισης στον τομέα αυτό είναι η προώθηση μιας δυναμικής και μόνιμα ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο δικτύων και υπηρεσιών, που θα παρέχει κίνητρα για επενδύσεις, θα εγγυάται τη δυνατότητα επιλογής των χρηστών και θα διατηρεί τους στόχους της δημόσιας πολιτικής σε τομείς όπως οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και η προστασία των καταναλωτών. Σε κοινοτικό επίπεδο είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν διαφορετικά πρότυπα κανονιστικών ρυθμίσεων που οδηγούν σε διακυμάνσεις της αγοράς, σε αυξανόμενο κόστος για τους τελικούς χρήστες και σε κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς.

Με το σημερινό ρυθμό εξέλιξης των αγορών και των τεχνολογιών, το κανονιστικό πλαίσιο δεν είναι σκόπιμο να στηριχθεί σε προβλέψεις για τη μελλοντική αγορά. Αντιθέτως, η προτεινόμενη οδηγία θεσπίζει τις διαδικασίες με τις οποίες είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν όπου αυτό είναι αναγκαίο, τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην αγορά με στόχο τη διασφάλιση ευεργετικών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων.

Σε μια ανταγωνιστική αγορά, η διασύνδεση με δίκτυα και η πρόσβαση σε αυτά θα πρέπει θεωρητικά να αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας, βάσει εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων εταιρειών. Ωστόσο, ορισμένοι παράγοντες περιορίζουν επί του παρόντος την ανταγωνιστικότητα της αγοράς. Ένας παράγοντας είναι η ύπαρξη πρώην μονοπωλιακών φορέων εκμετάλλευσης που εξακολουθούν να παρέχουν την πλειοψηφία των συνδέσεων, γεγονός που τους προσδίδει διαπραγματευτική ισχύ, σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη των ανταγωνιστών τους. Άλλος παράγοντας είναι η ύπαρξη συγκεντρωμένων πόρων που ελέγχονται από έναν ή λίγους φορείς εκμετάλλευσης, όπως το δίκτυο τοπικής πρόσβασης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και τα συστήματα πρόσβασης υπό όρους στον τομέα της ψηφιακής τηλεόρασης. Ένας ακόμη παράγοντας είναι η ύπαρξη νομικών εμποδίων για την είσοδο στην αγορά που ισχύουν στον τομέα των κινητών υπηρεσιών, όπου επί του παρόντος η διαθεσιμότητα φάσματος περιορίζει τον αριθμό των φορέων στους τέσσερις ή πέντε, αριθμό που δεν επαρκεί για να διασφαλίσει ανταγωνιστική τιμολόγηση σε όλους τους τομείς της αγοράς κινητών υπηρεσιών, ιδίως για τις υπηρεσίες τερματισμού (απόληξης) κλήσεων.

Για τους λόγους αυτούς τονίστηκε από όλους η αναγκαιότητα να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι εκ των προτέρων τομεακοί κανόνες ταυτόχρονα με τους κανόνες περί ανταγωνισμού για την κανονιστική ρύθμιση της πρόσβασης και της διασύνδεσης, μέχρι να επιτευχθεί πλήρης και αποτελεσματικός ανταγωνισμός σε όλους τους τομείς της αγοράς.

Η προτεινόμενη οδηγία θεσπίζει σαφή κριτήρια για κανονιστική παρέμβαση σε ζητήματα πρόσβασης και διασύνδεσης που θα επιτρέπουν την αντιμετώπιση απροσδιόριστων μέχρι σήμερα ζητημάτων όταν αυτά προκύπτουν. Δεν παρέχει ένα σύνολο έτοιμων λύσεων σε γνωστά προβλήματα, αλλά αντιθέτως θεσπίζει τα κριτήρια για κανονιστική παρέμβαση, έναν μέγιστο κατάλογο των υποχρεώσεων που μπορεί να επιβάλλει μια εθνική κανονιστική αρχή, και προσδιορίζει τις επιχειρήσεις στις οποίες είναι δυνατόν να επιβληθούν οι υποχρεώσεις. Η όλη διαδικασία είναι διαφανής και ο κανονιστικός φορέας πρέπει να αιτιολογεί όλες τις αποφάσεις του βάσει των στόχων της κοινοτικής πολιτικής για τον εν λόγω τομέα.

Κατ' αυτόν τον τρόπο η οδηγία διατηρεί ισορροπία μεταξύ της παροχής ασφάλειας δικαίου στους συντελεστές της αγοράς και της παροχής επαρκούς ευελιξίας στις κανονιστικές αρχές, ώστε να μπορούν να προσαρμόζουν τους κανόνες υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων περιστάσεων.

Όρια για εκ των προτέρων υποχρεώσεις

Στην ανακοίνωσή της της 10ης Νοεμβρίου 1999 [2], η Επιτροπή είχε προτείνει δύο όρια για την επιβολή εκ των προτέρων κανόνων. Ως αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης, η Επιτροπή προτείνει σήμερα την ύπαρξη ενός μόνο ορίου για εκ των προτέρων υποχρεώσεις, που καλείται «σημαντική ισχύς στην αγορά», το οποίο όμως επαναδιατυπώνεται βάσει της έννοιας της δεσπόζουσας θέσης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η νέα μορφή της σημαντικής ισχύος στην αγορά θα περιλαμβάνει τη δεσπόζουσα θέση μίας εταιρείας, την κοινή δεσπόζουσα θέση και την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης σε μια συνδεδεμένη αγορά. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα μπορούν να κοινοποιούν εταιρείες ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και να επιβάλλουν εκ των προτέρων υποχρεώσεις μόνο σε περίπτωση που οι εταιρείες αυτές εκτιμάται ότι κατέχουν δεσπόζουσα θέση βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και σε περίπτωση που υπάρχουν προβλήματα με τους εγκατεστημένους φορείς ή/και προβλήματα καθετοποίησης, τέτοια που οι εκ των υστέρων λύσεις που προτείνει η νομοθεσία περί ανταγωνισμού δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των διαπιστωμένων προβλημάτων της αγοράς.

[2] COM(1999) 539.

Σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η διαδικασία καθορισμού των αγορών, βάσει της οποίας εκτιμάται η ισχύς στην αγορά μιας επιχείρησης, πρέπει να είναι δυναμική και ευέλικτη. Η διαδικασία αυτή προσδιορίζεται στην οδηγία πλαίσιο και συνεπάγεται τη δημοσίευση από την Επιτροπή απόφασης σχετικά με το συγκεκριμένο προϊόν και τις αγορές υπηρεσιών, οι οποίες υπόκεινται σε εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές των κρατών μελών έχουν την ευθύνη να προσδιορίζουν ποιες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική ισχύ στις εν λόγω αγορές και να επιβάλλουν υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση ενδεχόμενης στρέβλωσης του ανταγωνισμού που θα μπορούσε να προκύψει από την κατάχρηση της εν λόγω ισχύος στην αγορά. Η οδηγία πλαίσιο ορίζει ότι αυτό πρέπει να γίνει με αντικειμενικότητα και διαφάνεια.

Συνοχή με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο

Οι υποχρεώσεις πρόσβασης και διασύνδεσης που επιβάλλονται βάσει της ισχύουσας οδηγίας διασύνδεσης 97/33/EΚ [3], οι υποχρεώσεις ειδικής πρόσβασης βάσει της οδηγίας 98/10/ΕΚ [4], οι υποχρεώσεις για παροχή μισθωμένης χωρητικότητας μετάδοσης, βάσει της οδηγίας 92/44/ΕΚ [5], καθώς και οι υποχρεώσεις για πλήρη αποδεσμοποίηση (χωριστή χρέωση) του τοπικού βρόχου θα μεταφερθούν στο νέο πλαίσιο και θα τελούν υπό τακτική αναθεώρηση σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία ανάλυσης της αγοράς. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι υποχρεώσεις είναι δυνατόν να καταστούν προοδευτικά λιγότερο αυστηρές, καθώς η αγορά θα γίνεται περισσότερο ανταγωνιστική. Εφόσον προκύπτουν νέες καταστάσεις στην αγορά που δικαιολογούν την επιβολή νέων εκ των προτέρων υποχρεώσεων, π.χ. νέα φαινόμενα συμφόρησης που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες, η ίδια διαδικασία ανάλυσης της αγοράς επιτρέπει την εισαγωγή νέων υποχρεώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι πλήρως αιτιολογημένες και θα επικεντρώνονται στην επίλυση του προβλήματος που έχει εντοπιστεί στην αγορά.

[3] Οδηγία 97/33/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1997 για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ), (ΕΕ L 199, 26.7.1997, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 για την τροποποίηση της οδηγίας 97/33/ΕΚ σε ό,τι αφορά την φορητότητα των αριθμών και την προεπιλογή φορέα (ΕΕ L 268, 3.10.1998, σ. 37).

[4] Οδηγία 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 1998 για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ L 101, 1.4.1998, σ. 24).

[5] Οδηγία 92/44/ΕΚ του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (ΕΕ L 165, 19.6.1992, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/51/ΕΚ (ΕΕ L 295, 29.10.1997, σ. 23) και την απόφαση αριθ. 80/98/ΕΚ της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 1998 (ΕΕ L 14, 20.1.98, σ. 27).

Στην περίπτωση των ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, οι ισχύουσες εκ των προτέρων υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση εξυπηρετούν έναν κάπως διαφορετικό σκοπό. Η οδηγία 95/47/ΕΚ για τα τηλεοπτικά πρότυπα είχε ως στόχο την παροχή ενός αρχικού κανονιστικού πλαισίου για την εκκολαπτόμενη βιομηχανία ψηφιακής τηλεόρασης. Επικεντρώθηκε κυρίως στους κανόνες συμπεριφοράς των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους, ώστε να διασφαλιστεί η είσοδος στην αγορά και άλλων ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Στόχος της ήταν η παροχή ασφάλειας σε επενδυτές στην ψηφιακή τηλεόραση και ταυτόχρονα η εξασφάλιση εισόδου στην αγορά και η διασφάλιση κατ' αναλογικό τρόπο καίριων δημοσίων συμφερόντων, όπως η διαλειτουργικότητα του εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης. Η αγορά ψηφιακής τηλεόρασης σημείωσε εύλογη πρόοδο χάρη σε σημαντικές επενδύσεις στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης κατά το αρχικό της στάδιο. Η προσέγγιση της οδηγίας 95/47/EΚ εξακολουθεί να απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν την επέκτασή της σε νέες πύλες που έχουν εμφανιστεί μετά το 1995, κυρίως σε ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (EPG) και σε διεπαφές προγράμματος εφαρμογών (API). Επομένως, η προτεινόμενη οδηγία επαναλαμβάνει τις κύριες διατάξεις της οδηγίας 95/47/EΚ, κυρίως την υποχρέωση παροχής πρόσβασης υπό όρους με δίκαιο, εύλογο και αμερόληπτο τρόπο και επιτρέπει την επέκταση των υποχρεώσεων αυτών, π.χ. σε σχέση με νέες πύλες, που μπορούν να επιβληθούν από τις ΕΚΑ, όπου αυτό είναι αιτιολογημένο, βάσει διαδικασίας κανονιστικής επιτροπής.

4. Περίληψη των περιεχομένων της προτεινόμενης οδηγίας

Κεφάλαιο Ι - Πεδίο εφαρμογής, σκοπός και ορισμοί

Το άρθρο 1 (πεδίο εφαρμογής και σκοπός) ορίζει ότι η οδηγία καλύπτει την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και τη διασύνδεσή τους, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες. Σκοπός είναι η θέσπιση κανονιστικού πλαισίου για την αγορά προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, που θα έχει ως αποτέλεσμα τον αειφόρο ανταγωνισμό, τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και οφέλη για τους καταναλωτές.

Το άρθρο 2 (ορισμοί) ορίζει τους όρους που αναφέρονται ειδικά στην παρούσα οδηγία, ιδίως τους όρους «πρόσβαση» και «διασύνδεση».

Κεφάλαιο ΙΙ - Γενικό πλαίσιο και αρχές

Το άρθρο 3 (γενικό πλαίσιο πρόσβασης και διασύνδεσης) διατηρεί τις διατάξεις των ισχυουσών οδηγιών που θεσπίζουν την ελευθερία διασύνδεσης των ενδιαφερομένων μερών εντός και μεταξύ των κρατών μελών. Απαιτεί από τα κράτη μέλη να άρουν τα μέτρα που συνδέουν τα τέλη διασύνδεσης που καταβάλλει ο νεοεισερχόμενος με το ύψος των επενδύσεων του σε υποδομές.

Το άρθρο 4 (δικαιώματα και υποχρεώσεις επιχειρήσεων) θεσπίζει τον «κύριο κανόνα διασύνδεσης», σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη διασύνδεση μεταξύ τους, κατ' αρχήν σε εμπορική βάση. Διατηρεί επίσης τις υποχρεώσεις της οδηγίας 95/47/EΚ για τα τηλεοπτικά πρότυπα που αφορούν τα καθήκοντα των φορέων εκμετάλλευσης δικτύου σχετικά με τη μετάδοση τηλεοπτικών υπηρεσιών ευρείας οθόνης και εγγυάται το απόρρητο των πληροφοριών.

Το άρθρο 5 (εξουσίες και αρμοδιότητες των εθνικών κανονιστικών αρχών) καθορίζει τον γενικό ρόλο των ΕΚΑ όσον αφορά πρόσβαση, διασύνδεση και διαλειτουργικότητα, καθώς και τις εξουσίες παρέμβασης, ιδίως για επιβολή υποχρεώσεων σε συντελεστές της αγοράς και για επίλυση διαφορών.

Κεφάλαιο ΙΙΙ - Συνοχή με προηγούμενες υποχρεώσεις και διαδικασίες ελέγχου της αγοράς

Το άρθρο 6 (συστήματα πρόσβασης υπό όρους και λοιπές συναφείς ευκολίες) διατηρεί τις υποχρεώσεις της οδηγίας 95/47/EΚ για τα τηλεοπτικά πρότυπα, σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων πρόσβασης υπό όρους είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν πρόσβαση σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς με δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους. Προβλέπεται η αναθεώρηση των υποχρεώσεων αυτών υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και των τεχνολογικών εξελίξεων και όπου είναι αιτιολογημένη, η επέκτασή τους, ώστε να καλύπτουν παρόμοιες ευκολίες, όπως οι διεπαφές προγράμματος εφαρμογών (API) ή οι ηλεκτρονικοί οδηγοί προγραμμάτων (EPG).

Το άρθρο 7 (αναθεώρηση προηγούμενων υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης) διατηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις ισχύουσες οδηγίες ΟΝΡ 97/33/ΕΚ, 98/10/ΕΚ και 92/44/ΕΚ καθώς και τον πρόσφατα προταθέντα κανονισμό για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, ώστε να υπάρξει συνέχεια στη μετάβαση από το παλαιό στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά απαιτεί από τις εθνικές κανονιστικές αρχές να αναθεωρούν τακτικά όλες τις υποχρεώσεις και υπό το πρίσμα του νέου ορισμού της σημαντικής ισχύος στην αγορά. οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν σχετικά με τη διατήρηση, την τροποποίηση ή την απόσυρσή τους κατόπιν ανάλυσης της αγοράς.

Το άρθρο 8 (επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων) ορίζει τους όρους βάσει των οποίων είναι δυνατή η επιβολή υποχρεώσεων και προσδιορίζει τις υποχρεώσεις που μπορούν να επιβληθούν.

Το άρθρο 9 (υποχρέωση διαφάνειας) επιτρέπει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν υποχρεώσεις διαφάνειας οι οποίες καλύπτουν, για παράδειγμα, τιμές, όρους και προϋποθέσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης ή διαλειτουργικότητας και τεχνικές διεπαφές.

Το άρθρο 10 (υποχρέωση αμεροληψίας) επιτρέπει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν υποχρεώσεις αμεροληψίας σε περιπτώσεις στις οποίες η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι η μεροληπτική συμπεριφορά των ενδιαφερόμενων φορέων εκμετάλλευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού, με επακόλουθα μειονεκτήματα για τους τελικούς χρήστες.

Το άρθρο 11 (υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού) επιτρέπει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν υποχρεώσεις λογιστικού διαχωρισμού, ώστε να υπάρχει διαφάνεια στις τιμές χονδρικής πώλησης και στις εσωτερικές τιμολογήσεις (μεταφορές) εντός μιας καθετοποιημένης επιχείρησης, σε περιπτώσεις όπου ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης παρέχει ευκολίες που είναι ουσιώδεις για άλλους φορείς παροχής υπηρεσιών, ενώ ανταγωνίζεται αυτούς στην ίδια κατάντη αγορά.

Το άρθρο 12 (υποχρεώσεις πρόσβασης σε ειδικές ευκολίες δικτύου και χρήση αυτών) επιτρέπει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν σε φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις χορήγησης πρόσβασης σε ειδικά στοιχεία του δικτύου ή/και συναφείς υπηρεσίες ή ευκολίες, καθώς και χρήσης αυτών, σε περιπτώσεις όπου η άρνηση πρόσβασης από τους ενδιαφερόμενους φορείς εκμετάλλευσης θα μπορούσε να δυσχεράνει την ανάπτυξη βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο λιανικού εμπορίου ή δεν είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών.

Το άρθρο 13 (υποχρέωση ελέγχου τιμών και κοστολόγησης) επιτρέπει στις εθνικές κανονιστικές αρχές να επιβάλλουν ελέγχους τιμών και συστήματα κοστολόγησης και ιδίως υποχρεώσεις κοστοστρέφειας των τιμών διασύνδεσης ή/και πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης είναι σε θέση να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο εις βάρος των τελικών χρηστών.

Κεφάλαιο IV - Διαδικαστικές διατάξεις

Το άρθρο 14 (επιτροπή) περιγράφει τη διαδικασία που θα ακολουθήσει η επιτροπή επικοινωνιών (που θεσπίστηκε βάσει της οδηγίας πλαίσιο) για τις τροποποιήσεις παραρτημάτων της παρούσας οδηγίας.

Το άρθρο 15 (δημοσίευση πληροφοριών και πρόσβαση σε αυτές) απαιτεί από τις εθνικές κανονιστικές αρχές να εξασφαλίζουν τη δημοσίευση κατάλληλων και ενημερωμένων πληροφοριών και να αναφέρουν τη θέση δημοσίευσής τους.

Το άρθρο 16 (κοινοποίηση) απαιτεί από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας. Ακόμη, απαιτεί από τις εθνικές κανονιστικές αρχές να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των φορέων εκμετάλλευσης στους οποίους έχουν επιβληθεί ειδικές υποχρεώσεις.

Τα άρθρα 17 (αναθεώρηση), 18 (μεταφορά), 19 (θέση σε ισχύ) και 20 (αποδέκτες) αποτελούν διαδικαστικά μέτρα.

* * * *

5. Συμπεράσματα

Η προτεινόμενη οδηγία του Συμβουλίου για την πρόσβαση και τη διασύνδεση εκτιμάται ότι αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο θέσπισης ενός εναρμονισμένου πλαισίου για την αντιμετώπιση ζητημάτων πρόσβασης και διασύνδεσης στα κράτη μέλη. Συγχρόνως, καθορίζει το ρόλο των εθνικών κανονιστικών αρχών στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

Συνοπτικά, το κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίζει η προτεινόμενη οδηγία για την πρόσβαση και τη διασύνδεση χαρακτηρίζεται από:

- προτεραιότητα που δίδεται σε πλήρεις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, προκειμένου να υπάρξει συμφωνία ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης και διασύνδεσης, εφόσον τηρούν το κοινοτικό δίκαιο.

- καθορισμένο πλαίσιο για την εξέταση, από τις εθνικές κανονιστικές αρχές, ζητημάτων πρόσβασης και διασύνδεσης.

- συνοχή με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, επιβάλλοντας στις εθνικές κανονιστικές αρχές υποχρεώσεις αναθεώρησης και, όπου είναι δυνατό, άρσης ορισμένων υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί σε φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά.

- δυνατότητα παρέμβασης των εθνικών κανονιστικών αρχών για την αντιμετώπιση διαπιστωμένων αδυναμιών της αγοράς, σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αναλογικότητας.

Η οδηγία διασφαλίζει την ανάπτυξη της αγοράς επικοινωνιών σύμφωνα με ένα υγιές οικονομικό μοντέλο που θα έχει αφετηρία την αγορά, θα είναι αυτοσυντηρούμενο, θα ανταμείβει την ανάληψη επενδυτικών κινδύνων, θα δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού και θα προάγει την επιχειρηματική πρωτοβουλία προς όφελος των χρηστών.

2000/0186 (COD)

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής [6],

[6] ΕΕ C , , σ.

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [7],

[7] ΕΕ C , , σ.

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [8],

[8] ΕΕ C , , σ.

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης [9],

[9] ΕΕ C , , σ.

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Η οδηγία ../../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών] [10] ορίζει τους στόχους ενός κανονιστικού πλαισίου που καλύπτει τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών και κινητών τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, των δικτύων επίγειων ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, των δορυφορικών δικτύων και των δικτύων του Internet που χρησιμοποιούνται για την φωνητική τηλεφωνία, την τηλεομοιοτυπία ή τη μετάδοση δεδομένων ή εικόνων. Τα εν λόγω δίκτυα δύνανται να έχουν αδειοδοτηθεί από τα κράτη μέλη βάσει της οδηγίας ../../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... [για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών] [11] ή βάσει παλαιότερων διαδικαστικών μέτρων. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για την πρόσβαση και τη διασύνδεση ισχύουν για εκείνα τα δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την εμπορική παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό ή για τις μεταδόσεις ραδιοτηλεοπτικών σημάτων. Η παρούσα οδηγία καλύπτει την πρόσβαση και τη διασύνδεση μεταξύ προμηθευτών υπηρεσιών. Δεν εφαρμόζεται σε δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την παροχή επικοινωνιακών υπηρεσιών που είναι προσιτές μόνο σε συγκεκριμένο τελικό χρήστη ή σε κλειστή ομάδα χρηστών ούτε αφορά την πρόσβαση τελικών χρηστών ή τρίτων που δεν προμηθεύουν υπηρεσίες διαθέσιμες στο κοινό.

[10] ΕΕ L , , σ.

[11] ΕΕ C , , σ.

(2) Στον όρο "πρόσβαση" αποδίδονται πολλές ερμηνείες και συνεπώς είναι αναγκαίο να οριστεί με ακρίβεια η χρήση του όρου αυτού στην παρούσα οδηγία, χωρίς να θίγεται ο τρόπος χρήσης του σε άλλα κοινοτικά μέτρα. Ο όρος "φορέας εκμετάλλευσης" συνεπάγεται έλεγχο του σχετικού δικτύου ή των σχετικών ευκολιών, αλλά όχι κυριότητα. Ο φορέας εκμετάλλευσης δικτύου μπορεί να έχει στην κυριότητά του το βασικό δίκτυο ή τις βασικές ευκολίες ή να μισθώνει μέρος ή το σύνολο αυτών.

(3) Η οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος [12] δεν επέβαλε συγκεκριμένο σύστημα μετάδοσης ψηφιακής τηλεόρασης ή απαίτηση υπηρεσίας, παρέχοντας τη δυνατότητα στους παράγοντες της αγοράς να αναλάβουν πρωτοβουλία και να αναπτύξουν κατάλληλα συστήματα. Μέσω του Digital Video Broadcasting Group, οι συντελεστές της ευρωπαϊκής αγοράς ανέπτυξαν μια ομάδα συστημάτων τηλεοπτικής μετάδοσης τα οποία υιοθέτησαν διάφοροι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτά τα συστήματα μετάδοσης έχουν τυποποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI) και έχουν συμπεριληφθεί στις συστάσεις της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU). Όσον αφορά την υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης ευρείας οθόνης, το σχήμα 16:9 είναι το σχήμα αναφοράς της τηλεοπτικής υπηρεσίας και των προγραμμάτων ευρείας οθόνης, και επί του παρόντος καθιερώνεται στις αγορές των κρατών μελών σύμφωνα με την απόφαση 93/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση σχεδίου δράσης για την εισαγωγή προηγμένων τηλεοπτικών υπηρεσιών στην Ευρώπη [13].

[12] ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 51.

[13] ΕΕ L 196, 5.8.1993, σ. 48.

(4) Σε μία ανοιχτή και ανταγωνιστική αγορά δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί που αποτρέπουν τις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται ρυθμίσεις πρόσβασης και διασύνδεσης μεταξύ τους, και ιδίως σε διασυνοριακές συμφωνίες, με την επιφύλαξη των κανόνων περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Σε αγορές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς τη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ επιχειρήσεων και όπου ορισμένες επιχειρήσεις στηρίζονται σε υποδομή που παρέχεται από τρίτους για την παροχή των υπηρεσιών τους, είναι σκόπιμη η θέσπιση ενός πλαισίου κανόνων, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία, σε περίπτωση αποτυχίας εμπορικών διαπραγματεύσεων, να εξασφαλίζουν κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Τούτο θα μπορούσε, λόγου χάριν, να είναι απαραίτητο εάν οι φορείς εκμετάλλευσης περιόριζαν αδικαιολόγητα τις επιλογές των τελικών χρηστών όσον αφορά πρόσβαση σε πύλες και υπηρεσίες του Internet. Η χρήση των εκ των προτέρων κανόνων από τις εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να περιορίζεται στους τομείς αυτούς όπου η εκ των υστέρων εφαρμογή των μέτρων της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού δεν μπορεί να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

(5) Τα εθνικά, νομικά ή διοικητικά μέτρα που συνδέουν τους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης με τις δραστηριότητες του μέρους που επιθυμεί τη διασύνδεση και κυρίως με το ύψος της επένδυσής του σε υποδομή δικτύου και όχι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες διασύνδεσης ή πρόσβασης ενδέχεται να προξενούν στρέβλωση της αγοράς και επομένως να μην συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ανταγωνισμού. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει σε κάθε περίπτωση να λαμβάνουν υπόψη τους τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να μην επικυρώνουν πολιτικές τιμολόγησης ή τιμές που αντιβαίνουν το άρθρο 81 παράγραφος 1 ή το άρθρο 82 της συνθήκης.

(6) Όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών δικτύων ελέγχουν την πρόσβαση των δικών τους πελατών βάσει αποκλειστικών αριθμών ή διευθύνσεων μιας δημοσιευμένης σειράς αριθμών ή διευθύνσεων. Άλλοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου πρέπει να μπορούν να παρέχουν τηλεπικοινωνιακή κίνηση στους πελάτες αυτούς και, επομένως, πρέπει να είναι σε θέση να διασυνδέονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους. Πρέπει, επομένως, να διατηρηθούν τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις για διαπραγμάτευση της διασύνδεσης. Επίσης, είναι σκόπιμο να διατηρηθούν οι υποχρεώσεις που είχε θεσπίσει παλαιότερα η οδηγία 95/47/ΕΚ, βάσει της οποίας όλα τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών πρέπει να είναι σε θέση να μεταδίδουν υπηρεσίες και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης, ώστε οι χρήστες να μπορούν να λαμβάνουν τα προγράμματα αυτά στο σχήμα με το οποίο μεταδόθηκαν.

(7) Η οδηγία 95/47/ΕΚ θέσπισε ένα αρχικό κανονιστικό πλαίσιο για την εκκολαπτόμενη βιομηχανία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο πρέπει να διατηρηθεί, συμπεριλαμβανομένης κυρίως της υποχρέωσης παροχής πρόσβασης υπό όρους με δίκαιο, εύλογο και αμερόληπτο τρόπο. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και την αγορά καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση των υποχρεώσεων αυτών ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ιδίως δε τον προσδιορισμό του κατά πόσον είναι αιτιολογημένη η επέκταση των υποχρεώσεων σε νέες πύλες, όπως οι ηλεκτρονικοί οδηγοί προγραμμάτων (EPG) και οι διεπαφές προγράμματος εφαρμογών (API), προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών.

(8) Για την εξασφάλιση συνοχής με τις υφιστάμενες συμφωνίες και προς αποφυγή δημιουργίας κενού νόμου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις πρόσβασης και διασύνδεσης που έχουν επιβληθεί βάσει των άρθρων 4, 6, 7, 8, 11, 12 και 14 της οδηγίας 97/33/ΕΟΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1997 για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) [14], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/61/ΕΚ [15], οι υποχρεώσεις σχετικά με την ειδική πρόσβαση που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 1998 για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον [16] και οι υποχρεώσεις σχετικά με την παροχή χωρητικότητας μετάδοσης μισθωμένων γραμμών δυνάμει της οδηγίας 92/44/ΕΚ του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές [17], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 98/80/ΕΚ της Επιτροπής [18] μεταφέρονται αρχικά στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά ότι υπόκεινται σε άμεση αναθεώρηση υπό το πρίσμα των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά. Η αναθεώρηση αυτή θα πρέπει να επεκταθεί και στους οργανισμούς που διέπονται από τον κανονισμό ../../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ... [σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο] [19]. Η αναθεώρηση θα πρέπει να στηρίζεται σε οικονομική ανάλυση της αγοράς βάσει της μεθοδολογίας της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Σκοπός είναι η σταδιακή μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά. Ωστόσο, η διαδικασία συνεκτιμά επίσης τη δυνατότητα να προκύψουν νέα φαινόμενα συμφόρησης ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης, και για τα οποία ενδέχεται να απαιτηθεί εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση, π.χ. στο πεδίο των ευρυζωνικών δικτύων πρόσβασης. Είναι πιθανό το ενδεχόμενο, ο ανταγωνισμός να αναπτύσσεται με διαφορετική ταχύτητα σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς και διαφορετικά κράτη μέλη, ενώ οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να καθιστούν λιγότερο αυστηρές τις κανονιστικές υποχρεώσεις στις αγορές εκείνες όπου ο ανταγωνισμός αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι φορείς της αγοράς σε ανάλογες περιστάσεις αντιμετωπίζονται κατά ανάλογο τρόπο σε διαφορετικά κράτη μέλη, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διασφαλίζει την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν αναλάβει δεσμεύσεις που πρέπει να τηρηθούν όσον αφορά τη διασύνδεση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις βασικές τηλεπικοινωνίες.

[14] ΕΕ L 199, 26.7.1997, σ. 32.

[15] ΕΕ L 268, 3.10.1998, σ. 37.

[16] ΕΕ L 101, 1.4.1998, σ. 24.

[17] ΕΕ L 165, 19.6.1992, σ. 27.

[18] ΕΕ L 14, 20.1.1998, σ. 27.

[19] ΕΕ C , σ .

(9) Η οδηγία 97/33/ΕΚ θέσπισε σειρά υποχρεώσεων που μπορούν να επιβληθούν σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, ήτοι τη διαφάνεια, την αμεροληψία, το λογιστικό διαχωρισμό, την πρόσβαση και τον έλεγχο των τιμών, συμπεριλαμβανομένης και της κοστοστρέφειας. Αυτή η σειρά πιθανών υποχρεώσεων πρέπει να διατηρηθεί, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να γίνει σαφές ότι αποτελούν το μέγιστο των υποχρεώσεων που μπορούν να εφαρμοστούν σε επιχειρήσεις, για την αποφυγή περιττών ρυθμίσεων. Κατ' εξαίρεση, για λόγους συμμόρφωσης με τις διεθνείς δεσμεύσεις ή την κοινοτική νομοθεσία, ενδέχεται να ενδείκνυται η επιβολή, σε όλους τους συντελεστές της αγοράς, υποχρεώσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης, όπως ισχύει επί του παρόντος στα συστήματα υπό όρους πρόσβασης για τις υπηρεσίες της ψηφιακής τηλεόρασης. Σε όλες τις περιπτώσεις, η εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση αιτιολογείται μόνον όπου, με τα διαθέσιμα μέτρα βάσει των κανόνων περί ανταγωνισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου γρήγορα τα επιθυμητά αποτελέσματα.

(10) Η διαφάνεια των όρων και προϋποθέσεων πρόσβασης και διασύνδεσης, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, συμβάλλει στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων, στην αποφυγή των διενέξεων και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των συντελεστών της αγοράς ότι οι υπηρεσίες παρέχονται με αμερόληπτο τρόπο. Ο ανοικτός χαρακτήρας και η διαφάνεια των τεχνικών διεπαφών μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικοί για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας.

(11) Η αρχή της αμεροληψίας διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού, ιδίως σε περιπτώσεις καθετοποιημένων επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε ανταγωνιστές τους οποίους ανταγωνίζονται σε αγορές σε επόμενο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας.

(12) Ο λογιστικός διαχωρισμός επιτρέπει τη διαφάνεια των εσωτερικών τιμολογήσεων και παρέχει στις εθνικές κανονιστικές αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν, κατά περίπτωση, τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις αμεροληψίας. Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει τη σύσταση 98/322/ΕΚ της 8ης Απριλίου 1998 σχετικά με τη διασύνδεση σε ελευθερωμένη τηλεπικοινωνιακή αγορά (μέρος 2 - λογιστικός διαχωρισμός και λογιστική καταγραφή κόστους [20].

[20] ΕΕ L 141, 13.5.1998, σ. 6.

(13) Η κατ' εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού. Όμως, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε ευκολίες που είναι ουσιώδεις για την παροχή εκ μέρους τους ανταγωνιστικών υπηρεσιών. Η επιβολή από τους εθνικούς κανονιστικούς φορείς κατ' εντολήν πρόσβασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό βραχυπρόθεσμα δεν πρέπει να περιορίζει τα κίνητρα των ανταγωνιστών για επενδύσεις σε εναλλακτικές ευκολίες που θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερο ανταγωνισμό μακροπρόθεσμα. Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει ανακοίνωση για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε συμφωνίες πρόσβασης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών [21], που πραγματεύεται τα θέματα αυτά.

[21] ΕΕ C 265, 22.8.1998, σ. 2.

(14) Ο έλεγχος των τιμών ενδέχεται να απαιτηθεί όταν από την ανάλυση συγκεκριμένης αγοράς προκύπτει ανεπαρκής ανταγωνισμός. Η κανονιστική παρέμβαση δύναται να είναι λιγότερο αυστηρή, όπως όσον αφορά υποχρέωση σύμφωνα με την οποία πρέπει να είναι εύλογες οι τιμές για επιλογή φορέα όπως ορίζεται στην οδηγία 97/33/EΚ, ή αυστηρότερη, όπως όσον αφορά υποχρεώσεις σύμφωνα με τις οποίες οι τιμές πρέπει είναι κοστοστραφείς ώστε να παρέχεται πλήρης αιτιολόγηση για τις τιμές αυτές στις περιπτώσεις όπου ο ανταγωνισμός δεν είναι αρκετά έντονος για την αποτροπή υπερβολικής τιμολόγησης. Ιδιαίτερα φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να αποφεύγουν την συμπίεση τιμών, κατά την οποία η διαφορά μεταξύ των λιανικών τιμών τους και των τιμών διασύνδεσης που χρεώνουν σε ανταγωνιστές, οι οποίοι παρέχουν παρεμφερείς λιανικές υπηρεσίες, δεν επαρκεί για την εξασφάλιση βιώσιμου ανταγωνισμού. Με τη σύσταση της 98/195/ΕΚ της 8ης Ιανουαρίου 1998 σχετικά με τη διασύνδεση σε ελεύθερη αγορά επικοινωνιών (μέρος 1 - τιμολόγηση της διασύνδεσης) [22], η Επιτροπή συνέστησε . τη χρήση του δείκτη του μακροπρόθεσμου μέσου οριακού κόστους ως βάση για τις τιμές διασύνδεσης στην Κοινότητα, γεγονός που συμβάλει στην προώθηση της αποτελεσματικότητας και του βιώσιμου ανταγωνισμού.

[22] ΕΕ L 73, 12.3.1998, σ. 42.

(15) Η δημοσίευση πληροφοριών από τα κράτη μέλη εξασφαλίζει ότι οι συντελεστές της αγοράς και οι ενδεχόμενοι νεοεισερχόμενοι σε αυτήν κατανοούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και γνωρίζουν πού να αναζητούν τις σχετικές λεπτομερείς πληροφορίες. Η δημοσίευση στην εθνική Επίσημη Εφημερίδα επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη σε άλλα κράτη μέλη να εντοπίζουν ευκολότερα τις σχετικές πληροφορίες.

(16) Προκειμένου να καθοριστεί η σωστή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή πρέπει να γνωρίζει ποιες επιχειρήσεις έχουν οριστεί ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και ποιες υποχρεώσεις έχουν επιβληθεί στους συντελεστές της αγοράς από τις εθνικές κανονιστικές αρχές. Συνεπώς, εκτός από τη δημοσίευση των σχετικών πληροφοριών, είναι αναγκαία και η αποστολή των πληροφοριών αυτών από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή.

(17) Λαμβανομένου υπόψη του ρυθμού εξέλιξης της τεχνολογίας και της αγοράς, η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να αναθεωρηθεί εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της, ώστε να διαπιστωθεί εάν επιτυγχάνει τους στόχους της.

(18) Δεδομένου ότι τα αναγκαία μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας είναι γενικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης 1999/468/EΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [23], θα πρέπει τα μέτρα αυτά να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 5 της εν λόγω απόφασης,

[23] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο I

Πεδίο εφαρμογής, σκοπός και ορισμοί

Άρθρο1 Πεδίο εφαρμογής και σκοπός

1. Εντός του πλαισίου που θεσπίζει η οδηγία ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών], η παρούσα οδηγία εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες, καθώς και τη διασύνδεσή τους. Σκοπός είναι η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, για την αγορά που αφορά προμηθευτές δικτύων και υπηρεσίες που θα έχει ως αποτέλεσμα βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και οφέλη για τους καταναλωτές.

2. Η οδηγία θεσπίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις για επιχειρήσεις που έχουν στην κυριότητά τους ή εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και για επιχειρήσεις που επιδιώκουν διασύνδεση ή/και πρόσβαση στα εν λόγω δίκτυα ή σε συναφείς ευκολίες. Ορίζει τους στόχους των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση σε δίκτυα και τη διασύνδεσή τους και θεσπίζει διαδικασίες για να διασφαλίσει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι εθνικές κανονιστικές αρχές επανεξετάζονται και, κατά περίπτωση, αίρονται μόλις επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Άρθρο 2 Ορισμοί

Κατά περίπτωση εφαρμόζονται οι ορισμοί που περιλαμβάνονται στην οδηγία ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών].

Εφαρμόζονται επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

(α) "πρόσβαση", η διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση για τον σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Καλύπτει, μεταξύ άλλων: πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες και υπηρεσίες που πιθανόν αφορούν και την σύνδεση εξοπλισμού, ενσύρματη ή ασύρματη, την πρόσβαση σε υλική υποδομή που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης, την πρόσβαση σε συστήματα μετάφρασης αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, την πρόσβαση σε κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή.την πρόσβαση σε συστήματα πρόσβασης υπό όρους για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης. Η διασύνδεση είναι ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων. Η πρόσβαση στην παρούσα οδηγία δεν αφορά πρόσβαση για τελικούς χρήστες.

(β) "διασύνδεση", η φυσική και λογική ζεύξη δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη ή από τρίτους που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο.

(γ) "φορέας εκμετάλλευσης", η επιχείρηση που παρέχει, εκμεταλλεύεται ή ελέγχει ένα δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμο στο κοινό ή μια συναφή ευκολία, όπως τα συστήματα πρόσβασης υπό όρους, μέσω των οποίων μπορεί να περιορίζει ή να αρνείται την πρόσβαση των φορέων παροχής υπηρεσιών στον τελικό χρήστη ή τη δυνατότητα επιλογής υπηρεσιών από τους τελικούς χρήστες.

(δ) "υπηρεσία ψηφιακής τηλεόρασης ευρείας οθόνης", τηλεοπτική υπηρεσία που αποτελείται, στο σύνολό της ή εν μέρει, από προγράμματα που έχουν παραχθεί και υποστεί επεξεργασία προκειμένου να παρουσιαστούν σε σχήμα ευρείας οθόνης πλήρους ύψους, χρησιμοποιώντας αναμορφωτική επέκταση. Το σχήμα 16:9 είναι το σχήμα αναφοράς της τηλεοπτικής υπηρεσίας ευρείας οθόνης.

(ε) «τελικός χρήστης», χρήστης που δεν παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό.

Κεφάλαιο ΙΙ

Γενικό πλαίσιο για τη ρύθμιση πρόσβασης και διασύνδεσης

Άρθρο 3 Γενικό πλαίσιο για την πρόσβαση και τη διασύνδεση

1. Tα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί που να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις στο ίδιο κράτος μέλος ή σε διαφορετικά κράτη μέλη να διαπραγματεύονται μεταξύ τους συμφωνίες για τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις πρόσβασης ή/και διασύνδεσης, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Η επιχείρηση που ζητά πρόσβαση ή διασύνδεση δεν απαιτείται να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου ζητείται η πρόσβαση ή η διασύνδεση, όταν δεν παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος μέλος.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 της οδηγίας ../../ΕΚ [για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών] [24], τα κράτη μέλη θα παύσουν να εφαρμόζουν νομοθετικά ή άλλα διοικητικά μέτρα σύμφωνα με τα οποία οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων υποχρεούνται, όταν χορηγούν πρόσβαση ή διασύνδεση σε δίκτυα, να παρέχουν σε διαφορετικές επιχειρήσεις διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις ή/και να επιβάλλουν υποχρεώσεις που δεν είναι συναφείς με τις πραγματικές παρεχόμενες υπηρεσίες πρόσβασης και διασύνδεσης.

[24] ΕΕ L ...

Άρθρο 4 Δικαιώματα και υποχρεώσεις για επιχειρήσεις

1. Όλες οι επιχειρήσεις που έχουν άδεια εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό, έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια, την υποχρέωση, να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή και η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα.

2. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών είναι σε θέση να μεταδίδουν υπηρεσίες και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης. Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων που λαμβάνουν και αναμεταδίδουν υπηρεσίες ή προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης έχουν την υποχρέωση να διατηρούν αυτό το σχήμα ευρείας οθόνης.

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 της οδηγίας ../../ΕΚ [για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών], οι εθνικές κανονιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που συλλέγουν πληροφορίες από άλλη επιχείρηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαπραγμάτευσης ρυθμίσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για το σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και τηρούν πάντοτε το απόρρητο των πληροφοριών που μεταδόθηκαν ή αποθηκεύτηκαν. Οι πληροφορίες αυτές δεν γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο μέρος, ιδίως δε σε άλλες υπηρεσίες, θυγατρικές ή εταίρους, στους οποίους θα παρείχαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Άρθρο 5 Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά πρόσβαση και διασύνδεση

1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές, ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 7 της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών], ενθαρρύνουν και εξασφαλίζουν την κατάλληλη δικτυακή πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξουσιοδοτούνται για την επιβολή των υποχρεώσεων των άρθρων 6 έως 13 της παρούσας οδηγίας σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν κοινοποιηθεί ως έχοντες σημαντική ισχύ σε συναφή αγορά. Σε περίπτωση μη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων σχετικά με ρυθμίσεις πρόσβασης και διασύνδεσης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξουσιοδοτούνται να παρεμβαίνουν, κατ' αίτηση ενός από τα εμπλεκόμενα μέρη ή με πρωτοβουλία τους, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους πολιτικής και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στα άρθρα 6, 7 και 13 έως 18 της οδηγίας [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών].

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Υποχρεώσεις φορέων εκμετάλλευσης και διαδικασίες ελέγχου της αγοράς

Άρθρο 6 Συστήματα πρόσβασης υπό όρους και λοιπές συναφείς ευκολίες

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όσον αφορά την πρόσβαση σε ψηφιακές τηλεοπτικές υπηρεσίες που μεταδίδονται σε θεατές στην Κοινότητα, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις και οι όροι του παραρτήματος, μέρος Ι.

2. Οι όροι πρόσβασης σχετικά με τις συναφείς ευκολίες που αναφέρονται στο παράρτημα, μέρος ΙΙ, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14, παράγραφος 2.

3. Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και την τεχνολογία, το παράρτημα, μέρος ΙΙ, δύναται να τροποποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14, παράγραφος 2.

Άρθρο 7 Αναθεώρηση προηγούμενων υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης

1. Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμα στο κοινό δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, οι οποίες ίσχυαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας βάσει των άρθρων 4, 6, 7, 8, 11, 12, και 14 της οδηγίας 97/33/EΚ, του άρθρου 16 της οδηγίας 98/10/ΕΚ, των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 92/44/ΕΚ και του άρθρου 3 του κανονισμού ../../ΕΚ [σχετικά με αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο], και οι οποίες ίσχυαν αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, μέχρις ότου αναθεωρηθούν οι υποχρεώσεις αυτές και ληφθεί απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2. Οι συναφείς αγορές για τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα περιληφθούν στην αρχική απόφαση σχετικά με συναφείς αγορές για προϊόντα και υπηρεσίες, που θα δημοσιευθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14 της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών].

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας και στη συνέχεια ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές προβαίνουν σε ανάλυση της αγοράς, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14 της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών], ώστε να προσδιορίσουν εάν θα διατηρήσουν, τροποποιήσουν ή αποσύρουν τις υποχρεώσεις αυτές. Στα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση ή απόσυρση υποχρεώσεων παρέχεται ενδεδειγμένη χρονική περίοδος προειδοποίησης.

Άρθρο 8 Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων

1. Εφόσον, έπειτα από ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών] θεωρηθεί ότι φορέας εκμετάλλευσης διαθέτει σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές κανονιστικές αρχές επιβάλλουν κατά περίπτωση μια ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις των άρθρων 9 έως 13 της παρούσας οδηγίας, ώστε να αποφευχθεί στρέβλωση του ανταγωνισμού. Οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται βασίζονται στο χαρακτήρα του προσδιορισμένου προβλήματος.

2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 να επιβάλλουν σε επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και επιχειρήσεων εκτός αυτών που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά, τις υποχρεώσεις των άρθρων 9 έως 13 της παρούσας οδηγίας ως προς τη διασύνδεση.

Κατ'εξαίρεση, με προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής, οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν σε φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά υποχρεώσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης που υπερβαίνουν εκείνες που ορίζονται στα άρθρα 9 έως 13 της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι υποχρεώσεις αιτιολογούνται υπό το πρίσμα των στόχων που θεσπίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας οδηγίας και στο άρθρο 7 της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών] και είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

3. Αναφορικά με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2, οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή αποφάσεις για επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων σε συντελεστές της αγοράς, σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 6, παράγραφος 2, 3 και 4 της οδηγίας [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών].

Άρθρο 9 Υποχρέωση διαφάνειας

1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, είναι σε θέση να επιβάλλουν υποχρεώσεις διαφάνειας, σχετικές με τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση σε δίκτυο, βάσει των οποίων απαιτείται από τους φορείς εκμετάλλευσης να καθιστούν διαθέσιμες στο κοινό συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηριστικά δικτύου, όρους και προϋποθέσεις παροχής και χρήσης καθώς και τιμές.

2. Ιδίως στην περίπτωση που ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρεώσεις αποφυγής των διακρίσεων, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τον φορέα εκμετάλλευσης να δημοσιεύει προσφορά αναφοράς, επαρκώς αναλυτική, που θα παρέχει περιγραφή των σχετικών προσφορών, διαχωρισμένων ανά στοιχείο ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, και τους συναφείς όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών.

3. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι σε θέση να καθορίζουν επακριβώς τις πληροφορίες που μπορούν να τεθούν στη διάθεση του κοινού, τις απαιτούμενες λεπτομέρειες και τον τρόπο δημοσίευσής τους.

Άρθρο 10 Υποχρέωση αμεροληψίας

1. Η εθνική κανονιστική αρχή, δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλλει υποχρεώσεις αποφυγής των διακρίσεων σχετικές με τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση σε δίκτυο.

2. Οι υποχρεώσεις αποφυγής των διακρίσεων διασφαλίζουν, ιδίως, ότι ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει παρόμοιους όρους σε παρόμοιες περιστάσεις σε άλλες επιχειρήσεις που παρέχουν παρόμοιες υπηρεσίες, και παρέχει υπηρεσίες και πληροφορίες σε τρίτους υπό τους ίδιους όρους και της ίδιας ποιότητας με τις παρεχόμενες για τις δικές τους υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες των θυγατρικών τους ή των εταίρων τους.

Άρθρο 11 Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού

1. Η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί να επιβάλλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, υποχρεώσεις λογιστικού διαχωρισμού σε σχέση με καθορισμένες δραστηριότητες που αφορούν τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση σε δίκτυο.

Η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί ιδίως να απαιτεί από μια καθετοποιημένη εταιρία να καθιστά διαφανείς τις τιμές χονδρικής πώλησης και τις εσωτερικές τιμολογήσεις, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης παρέχει ευκολίες που είναι ουσιώδεις για άλλους φορείς παροχής υπηρεσιών, ανταγωνιζόμενος και ο ίδιος στην ίδια αγορά σε επόμενο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας.

2. Προκειμένου να διευκολυνθεί ο έλεγχος της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις διαφάνειας, οι εθνικές κανονιστικές αρχές έχουν την αρμοδιότητα να ζητούν την υποβολή στην εθνική κανονιστική αρχή των λογιστικών βιβλίων συμπεριλαμβανομένων δεδομένων για έσοδα που έχουν ληφθεί από τρίτους, κατόπιν σχετικού αιτήματος. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να δημοσιεύουν τις πληροφορίες όπως απαιτείται για τη λειτουργία ανοιχτής και ανταγωνιστικής αγοράς, τηρώντας τους εθνικούς και κοινοτικούς κανόνες όσον αφορά το εμπορικό απόρρητο.

Άρθρο 12 Υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου

1. Η εθνική κανονιστική αρχή, δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλλει σε φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις χορήγησης πρόσβασης σε ειδικές ευκολίες ή/και συναφείς υπηρεσίες, καθώς και παραχώρησης της χρήσης τους, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις όπου η εθνική κανονιστική αρχή εκτιμά ότι η άρνηση πρόσβασης θα δυσχεραίνει την δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο λιανικού εμπορίου ή ότι δεν θα είναι προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.

Από τους φορείς εκμετάλλευσης δύναται, μεταξύ άλλων, να απαιτηθούν:

α) η παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε καθορισμένα στοιχεία ή/και ευκολίες του δικτύου.

β) η μη ανάκληση ήδη χορηγηθείσας πρόσβασης σε ευκολίες.

γ) η παροχή της δυνατότητας μεταπώλησης συγκεκριμένων υπηρεσιών.

δ) η χορήγηση ελεύθερης πρόσβασης σε τεχνικές διεπαφές ή πρωτόκολλα, ή άλλες βασικές τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών.

ε) η παροχή συνεγκατάστασης ή άλλων μορφών από κοινού χρήσης ευκολιών, συμπεριλαμβανομένων αγωγών, κτιρίων ή ιστών.

στ) η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας διατερματικών υπηρεσιών που παρέχονται σε χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των ευκολιών για υπηρεσίες ευφυών δικτύων ή περιαγωγής σε κινητά δίκτυα.

ζ) η παροχή πρόσβασης σε συστήματα επιχειρησιακής υποστήριξης ή παρόμοια συστήματα λογισμικού, απαραίτητα για την εξασφάλιση ισότιμου ανταγωνισμού στην παροχή των υπηρεσιών.

η) η διασύνδεση δικτύων ή ευκολιών δικτύων.

Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να συνοδεύουν τους ανωτέρω τύπους υποχρεώσεων με όρους που αφορούν θέματα ισότιμου, εύλογου, έγκαιρου, διαφανούς ή/και αμερόληπτου χαρακτήρα.

2. Κατά την επιβολή των υποχρεώσεων της παραγράφου 1, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τους ιδίως:

α) την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, υπό το πρίσμα του ρυθμού ανάπτυξης της αγοράς.

β) τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες.

γ) το ύψος της αρχικής επένδυσης του κατόχου της ευκολίας, έχοντας υπόψη τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους.

δ) την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού.

ε) κατά περίπτωση, τα συναφή δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

Άρθρο 13 Υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης

1. Η εθνική κανονιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 , να επιβάλλει ελέγχους τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση κοστοστρέφειας και υποχρέωση που αφορά συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή/και πρόσβασης σε δίκτυο, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι ενδεχόμενη έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης είναι σε θέση να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να επιβάλλει συμπίεση τιμών, εις βάρος των τελικών χρηστών. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης και τους συναφείς κινδύνους.

2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε μέθοδος τιμολόγησης που επιβάλλεται προάγει την οικονομική απόδοση και τον βιώσιμο ανταγωνισμό, και μεγιστοποιεί το όφελος για τους καταναλωτές.

3. Εφόσον ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση κοστοστρέφειας, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης φέρει το βάρος της απόδειξης ότι οι χρεώσεις υπολογίζονται βάσει του κόστους, ο δε συντελεστής απόδοσης της επένδυσης είναι λογικός. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να ζητούν από τον φορέα εκμετάλλευσης να αιτιολογεί πλήρως τις τιμές που επιβάλλει και, κατά περίπτωση, δύνανται να απαιτούν προσαρμογή των τιμών.

4. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι όταν η εφαρμογή συστήματος κοστολόγησης επιβάλλεται για λόγους υποστήριξης του ελέγχου των τιμών, πρέπει να τίθεται στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης στην οποία να εμφαίνονται τουλάχιστον οι βασικές κατηγορίες κόστους και οι κανόνες για την κατανομή του. Η συμμόρφωση με το σύστημα κοστολόγησης ελέγχεται από αρμόδιο ανεξάρτητο φορέα. Κάθε χρόνο δημοσιεύεται δήλωση σχετικά με την ως άνω συμμόρφωση.

Κεφάλαιο IV

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 14 Επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή επικοινωνιών που συστάθηκε βάσει του άρθρου 19, της οδηγίας ../../ΕΚ [σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών].

2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής που προβλέπετα στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7 και 8 της εν λόγω απόφασης.

3. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ καθορίζεται σε τρεις μήνες.

Άρθρο 15 Δημοσίευση πληροφοριών και πρόσβαση σε αυτές

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ειδικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας, δημοσιεύονται και ότι προσδιορίζονται οι ειδικές αγορές προϊόντων/υπηρεσιών και οι γεωγραφικές αγορές. Εξασφαλίζουν ότι οι ενημερωμένες πληροφορίες καθίστανται προσιτές στο κοινό κατά τρόπον που εγγυάται την εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στις πληροφορίες αυτές.

2. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή αντίγραφο όλων των δημοσιευμένων πληροφοριών. Η Επιτροπή διαθέτει τις πληροφορίες αυτές σε εύκολα προσβάσιμη μορφή και τις διανέμει κατά περίπτωση στην επιτροπή επικοινωνιών και την ομάδα υψηλού επιπέδου για τις επικοινωνίες.

Άρθρο 16 Κοινοποίηση

1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2001, τις εθνικές κανονιστικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των φορέων εκμετάλλευσης που θεωρείται ότι κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, καθώς και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αυτούς βάσει της παρούσας οδηγίας. Οποιαδήποτε αλλαγή που επηρεάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ή στις επιχειρήσεις που θίγονται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή.

Άρθρο 17 Επανεξέταση

Η Επιτροπή επανεξετάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη λειτουργία της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για πρώτη φορά το αργότερο τρία χρόνια μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά πληροφορίες από τα κράτη μέλη, οι οποίες παρέχονται αμέσως και κατόπιν σχετικής αιτήσεως.

Άρθρο 18 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις των εν λόγω διατάξεων.

Άρθρο 19 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 20 Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Όροι πρόσβασης σε υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης που μεταδίδονται σε χρήστες στην Κοινότητα

Μέρος Ι - Συστήματα πρόσβασης υπό όρους που ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1

Για την πρόσβαση υπό όρους των θεατών της Κοινότητας σε εκπομπές ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν σύμφωνα με το άρθρο 6 ότι ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

(α) τα συστήματα πρόσβασης υπό όρους που λειτουργούν στην αγορά της Κοινότητας πρέπει να διαθέτουν την απαραίτητη τεχνική ικανότητα για μη δαπανηρό διέλεγχο, παρέχοντας τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, των υπηρεσιών που χρησιμοποιούν τέτοιου είδους συστήματα πρόσβασης υπό όρους.

(β) όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους, ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, οι οποίοι παράγουν και θέτουν σε εμπορία υπηρεσίες πρόσβασης στις ψηφιακές τηλεοπτικές υπηρεσίες:

- προσφέρουν σε όλους τους ρ/τ φορείς, υπό ισότιμους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, συμβιβάσιμους με την κοινοτική νομοθεσία περί ανταγωνισμού, τεχνικές υπηρεσίες που επιτρέπουν τη λήψη των ψηφιακών υπηρεσιών των ρ/τ φορέων από τηλεθεατές μέσω αποκωδικοποιητών τους οποίους διαθέτουν οι φορείς παροχής υπηρεσιών,

- τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία για τις δραστηριότητές τους ως φορείς παροχής υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους.

(γ) όταν οι κάτοχοι των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας σχετικά με συστήματα και προϊόντα πρόσβασης υπό όρους χορηγούν άδειες στους κατασκευαστές εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης, οφείλουν να εξασφαλίζουν ισότιμους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τους τεχνικούς και εμπορικούς παράγοντες, οι κάτοχοι δικαιωμάτων δεν εξαρτούν τη χορήγηση αδειών από όρους με τους οποίους απαγορεύεται, αποτρέπεται ή αποθαρρύνεται να συμπεριληφθεί, στο ίδιο προϊόν:

- κοινή διεπαφή που επιτρέπει τη σύνδεση με διάφορα άλλα συστήματα πρόσβασης, ή

- συγκεκριμένα μέσα άλλου συστήματος πρόσβασης, εφόσον ο αποδέκτης της άδειας τηρεί τις σχετικές εύλογες διατάξεις που εγγυώνται, σε ό,τι τον αφορά, την ασφάλεια των συναλλαγών των παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης υπό όρους.

Μέρος II - Λοιπές συναφείς ευκολίες που εξετάζονται βάσει της διαδικασίας τροποποίησης του άρθρου 6.

- Πρόσβαση σε διεπαφές προγραμμάτων εφαρμογής (API).

- Πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (EPG).

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Ο δημοσιονομικός αντίκτυπος της παρούσας οδηγίας καλύπτεται από το δημοσιονομικό δελτίο της οδηγίας σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

ΕΝΤΥΠΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

Η ΠΡΟΤΑΣΗ

1. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας, γιατί είναι απαραίτητη η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτό και ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της;

Η οδηγία αποτελεί στοιχείο του νέου κανονιστικού πλαισίου που επιδιώκει να εξασφαλίσει τη συνέχιση της ανάπτυξης του τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως ανταγωνιστικής αγοράς, με οφέλη για το σύνολο των εταιριών και των ιδιωτών που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Η σημασία της εδραίωσης της ενιαίας αγοράς στον τομέα αυτό υποστηρίζεται ευρέως και η προσαρμογή των υπαρχόντων κοινοτικών μέτρων αναγνωρίζεται ως ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για την επίτευξή της.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

2. Ποιος θα επηρεαστεί από την πρόταση;

Οι επιχειρηματικοί χρήστες κάθε μεγέθους θα επωφεληθούν από τον αυξημένο ανταγωνισμό, τις καινοτόμες προσφορές στην αγορά και την ανταποδοτική αξία που παρέχει το νέο κανονιστικό πλαίσιο στο σύνολό του.

Οι πάροχοι ηλεκτρονικών δικτύων και υπηρεσιών που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά (δηλαδή βάσει της έννοιας της δεσπόζουσας θέσης του δικαίου του ανταγωνισμού), όπως πρώην κάτοχοι μονοπωλίου, είναι αυτοί που κυρίως θα επηρεαστούν από την πρόταση. Οι επιχειρήσεις αυτές θα έχουν υποχρεώσεις διασύνδεσης και παροχής πρόσβασης στα δίκτυά τους σε άλλες εταιρείες. Τούτο δημιουργεί ευκαιρίες για μικρότερες εταιρείες, για τις οποίες δεν είναι οικονομικά προσιτές οι μαζικές επενδύσεις που απαιτούνται για την εγκατάσταση υποδομής δικτύων επικοινωνιών.

3. Τί πρέπει να κάνει μια επιχείρηση για να εφαρμόσει την πρόταση;

Η πρόταση μεταφέρει υφιστάμενες υποχρεώσεις, αλλά δεν δημιουργεί αυτομάτως νέες. Οι πάροχοι ηλεκτρονικών δικτύων και υπηρεσιών που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά (π.χ. βάσει της έννοιας της δεσπόζουσας θέσης, από τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού) όπως πρώην κάτοχοι μονοπωλίου, θα έχουν υποχρεώσεις διασύνδεσης και παροχής πρόσβασης στα δίκτυά τους σε άλλες εταιρείες, καθώς και υποχρεώσεις διαφάνειας, αμεροληψίας και προσανατολισμού στο κόστος.

Όλοι οι πάροχοι εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης που εφαρμόζουν "συστήματα πρόσβασης υπό όρους", τα οποία χρησιμοποιούνται για την παροχή ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, θα πρέπει να παρέχουν πρόσβαση στα συστήματά τους με ισότιμο, εύλογο και αμερόληπτο τρόπο.

4. Ποιες οικονομικές επιπτώσεις είναι πιθανό να έχει πρόταση;

Η πρόταση στοχεύει στην τόνωση της ανάπτυξης του τομέα και συνεπώς, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στον τομέα και σε συνδεδεμένες αγορές.

Η πρόταση εξασφαλίζει ότι η ευρωπαϊκή αγορά δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εξακολουθεί να προσφέρει ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η πρόταση θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων του τομέα και θα ωφελήσει συνολικά την οικονομία, καθιστώντας τις επιχειρήσεις πιο αποδοτικές, καθώς όλες οι εταιρείες χρειάζονται αποδοτικές υποδομές επικοινωνιών.

5. Περιλαμβάνει η πρόταση μέτρα ώστε να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μειωμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις κτλ);

Η πρόταση δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες διατάξεις για επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους, αλλά οι εκ των προτέρων υποχρεώσεις εστιάζουν κυρίως σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά.

ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

6. Απαριθμήστε τους φορείς με τους οποίους έχουν διενεργηθεί διαβουλεύσεις όσον αφορά την πρόταση και περιγράψτε τις απόψεις τους.

Η Επιτροπή διενήργησε διαβουλεύσεις για πολλές πτυχές αυτών των προτάσεων στην ανακοίνωση της ανασκόπησης των επικοινωνιών του 1999 το Νοέμβριο του 1999 (COM(1999) 539). Ανταποκρίθηκαν 229 οργανώσεις και ιδιώτες. Ο κατάλογός τους βρίσκεται στην ακόλουθη διεύθυνση, στον παγκόσμιο ιστό: http://www.ispo.cec.be/infosoc/telecompolicy/review99/comments/comments.html. Οι κύριες απόψεις παρουσιάζονται περιληπτικά στην ανακοίνωση για τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την ανασκόπηση των επικοινωνιών (COM(2000) 239). Επίσης, στις 28 Απριλίου εκδόθηκε έγγραφο εργασίας που παρουσίαζε περιληπτικά τα κύρια σημεία της παρούσας πρότασης και στο οποίο ανταποκρίθηκαν 128 οργανισμοί και άτομα. Σχετικός κατάλογος βρίσκεται στην ακόλουθη διεύθυνση, στον παγκόσμιο ιστό: http://www.ispo.cec.be/infosoc/telecompolicy/review99/nrfwd/comments.html.

Top